Άνδρες ηλικίας 30 και 40 ετών προσέρχονται σε ουρολογικές κλινικές με ορμονικά προφίλ που θυμίζουν άνδρες διπλάσιας ηλικίας. Οι γιατροί σημειώνουν ότι το φαινόμενο είναι νέο, τα περιστατικά αυξάνονται και οι αιτίες βρίσκονται σε παράγοντες της καθημερινότητας. Το κινητό σας τηλέφωνο, η διατροφή σας, ακόμη και το αφρόλουτρό σας ενδέχεται να επηρεάζουν αρνητικά την τεστοστερόνη σας. Τουλάχιστον αυτό αναφέρουν ολοένα και περισσότεροι ουρολόγοι στους νεότερους ασθενείς τους.
Ο Γκέο Εσπινόσα (Geo Espinosa), πιστοποιημένος νατουροπαθητικός ιατρός και ουρολόγος ολοκληρωμένης ιατρικής, δήλωσε στο πρόσφατο Integrative Healthcare Symposium ότι δεν έχει παρατηρηθεί σε προηγούμενες γενιές τόσο μεγάλη μείωση της τεστοστερόνης, της σεξουαλικής λειτουργίας, της ποιότητας του σπέρματος και του αριθμού των σπερματοζωαρίων όσο σε άνδρες ηλικίας 30 και 40 ετών. Όπως ανέφερε, οι άνδρες αυτοί υποφέρουν σιωπηλά και η κατάσταση συνιστά πραγματική κρίση.
Μια σιωπηρή πτώση της τεστοστερόνης
Η τεστοστερόνη — η ορμόνη που συνδέεται με τη σεξουαλική επιθυμία, τη μυϊκή μάζα και τη συνολική ζωτικότητα — μειώνεται με ρυθμούς που οι ειδικοί χαρακτηρίζουν ανησυχητικούς. Άνδρες ηλικίας περίπου 30 ετών εμφανίζουν επίπεδα που συνήθως συναντώνται σε άνδρες 60 ή 70 ετών.
Η χαμηλή τεστοστερόνη (υπογοναδισμός) είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική για τους νεότερους άνδρες, καθώς λειτουργεί ως βασικός ρυθμιστής τόσο της σωματικής όσο και της ψυχικής υγείας. Αν και μετά την ηλικία των 30 ετών τα επίπεδα μειώνονται φυσιολογικά κατά περίπου 1% έως 2% ετησίως, ασυνήθιστα χαμηλές τιμές σε νεότερους άνδρες μπορεί να προκαλέσουν έναν φαύλο κύκλο μεταβολικών, σεξουαλικών και ψυχολογικών προβλημάτων.
Πρόσφατες έρευνες επιβεβαιώνουν ότι υπάρχει επιπλέον μείωση ανεξάρτητη από την ηλικία. Μια μικρή πτώση περίπου 1% ανά δεκαετία θεωρείται φυσιολογική, όμως ερευνητές και γιατροί επισημαίνουν ότι στους νεότερους άνδρες η βασική τιμή μειώνεται σημαντικά εξαιτίας ενός συνδυασμού παραγόντων, όπως η κακή ποιότητα ύπνου, η παχυσαρκία, το μεταβολικό σύνδρομο και η καθημερινή έκθεση σε περιβαλλοντικές χημικές ουσίες.
Το πρόβλημα συχνά δεν εντοπίζεται εύκολα στις συνηθισμένες αιματολογικές εξετάσεις. Πολλοί άνδρες εμφανίζουν συνολικά επίπεδα τεστοστερόνης εντός φυσιολογικών ορίων, γεγονός που μπορεί να αποκρύπτει έλλειψη ελεύθερης τεστοστερόνης —της βιολογικά ενεργής μορφής που χρησιμοποιεί ο οργανισμός.
Ο Εσπινόσα προέτρεψε τους γιατρούς να εξετάζουν πέρα από τις βασικές εξετάσεις, αξιολογώντας την ελεύθερη τεστοστερόνη, την υγεία των υποδοχέων ορμονών και την αναλογία τεστοστερόνης προς οιστραδιόλη.
Οι περισσότεροι άνδρες που απευθύνονται σε αυτόν αναφέρουν μειωμένη σεξουαλική επιθυμία, στυτική δυσλειτουργία και πρώιμα σημάδια προβλημάτων στον προστάτη — συμπτώματα που συχνά αποδίδονται στο στρες ή θεωρούνται φυσιολογικά για την ηλικία τους.
Η επίδραση της ψηφιακής ζωής
Ο Εσπινόσα επεσήμανε ότι η τεχνολογία επιδεινώνει την ορμονική πτώση, κυρίως λόγω της ψηφιακής υπερδιέγερσης και της έλλειψης ύπνου.
Άνδρες ηλικίας 30 και 40 ετών αναφέρουν συχνά ότι περνούν έως και εννέα ώρες ημερησίως στα κινητά τους τηλέφωνα, χρησιμοποιώντας μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή παρακολουθώντας πορνογραφικό περιεχόμενο. Οι συνήθειες αυτές αυξάνουν την έκκριση ντοπαμίνης στον εγκέφαλο, μειώνοντας την ευαισθησία των μηχανισμών διέγερσης και διαταράσσοντας τον κύκλο του ύπνου.
Ακόμη και μία εβδομάδα μειωμένου ύπνου μπορεί να μειώσει την τεστοστερόνη σε νέους άνδρες κατά 10% έως 15%, ενώ η συνεχής έκθεση σε οθόνες και η νυχτερινή ψηφιακή δραστηριότητα επηρεάζουν την παραγωγή μελατονίνης, ορμόνης που είναι σημαντική για τον ύπνο και τη ρύθμιση των ορμονών.
Ο Δρ Ουίλλιαμ Τ. Μπεργκ (Dr. William T. Berg), επίκουρος καθηγητής ουρολογίας στο Stony Brook Medicine και διευθυντής του Men’s Health Program του ιδρύματος, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι τα επίπεδα τεστοστερόνης είναι υψηλότερα σε άνδρες που είναι συνολικά πιο υγιείς και ότι ο ύπνος παίζει καθοριστικό ρόλο στη συνολική υγεία και συνεπώς στην τεστοστερόνη.
Σύμφωνα με τον Μπεργκ, άνδρες με διαταραχές ύπνου — όπως η αποφρακτική άπνοια ύπνου, που προκαλεί συχνές αφυπνίσεις κατά τη διάρκεια της νύχτας — εμφανίζουν συχνά χαμηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης.
Ο Μπεργκ προειδοποίησε επίσης ότι η χρήση νυχτερινού φωτισμού στην οθόνη του κινητού δεν αρκεί, καθώς το έντονο φως εξακολουθεί να φτάνει στα μάτια. Πρόσθεσε ότι το άγχος που συνδέεται με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα μηνύματα και τα ηλεκτρονικά μηνύματα αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου τρόπου ζωής που συμβάλλει στη μείωση της τεστοστερόνης.
Τι περιέχουν τα πλαστικά
Ένα ανησυχητικό στοιχείο της εικόνας αφορά ουσίες που απορροφά ο οργανισμός χωρίς να το αντιλαμβάνεται. Οι φθαλικές ενώσεις και τα παραβένια, τα οποία ο Εσπινόσα χαρακτήρισε «διαταράκτες του ενδοκρινικού συστήματος», επηρεάζουν τους ορμονικούς υποδοχείς του οργανισμού. Οι ουσίες αυτές, οι οποίες βρίσκονται σε πλαστικά, προϊόντα προσωπικής φροντίδας και ακόμη και σε επεξεργασμένα τρόφιμα, εμποδίσουν την παραγωγή τεστοστερόνης ενώ ταυτόχρονα αυξάνουν τη δράση των οιστρογόνων.
Ο Μπεργκ σημείωσε ότι ζούμε σε ένα ιδιαίτερα τοξικό περιβάλλον και ότι μόλις αρχίζουμε να κατανοούμε τις συνέπειες. Δεκαετίες έκθεσης σε μικροπλαστικά και σε διάφορες πλαστικές χημικές ενώσεις αποτελούν πιθανό παράγοντα κινδύνου.
Αναφέρθηκε επίσης σε μελέτη του 2024 που εντόπισε μικροπλαστικά σε ιστούς όρχεων τόσο σκύλων όσο και ανθρώπων, επισημαίνοντας ότι παρόλο που οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακόμη πλήρως τις επιπτώσεις τους, είναι εύλογο να θεωρείται ότι έχουν κάποια επίδραση στον οργανισμό.
Πέρα από τα μικροπλαστικά, ο Μπεργκ υπογράμμισε και τη σημασία της διατροφής. Όπως εξήγησε, τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα δεν είναι φυσικά και ο ανθρώπινος οργανισμός δεν έχει εξελιχθεί ώστε να αντιμετωπίζει τέτοιου είδους χημικές επιβαρύνσεις.
Αύξηση του καρκίνου του προστάτη
Παράλληλα με τη μείωση της τεστοστερόνης, αυξάνονται και τα ποσοστά καρκίνου του προστάτη.
Σύμφωνα με την έκθεση για τον καρκίνο του προστάτη του 2025 της American Cancer Society, οι διαγνώσεις αυξάνονται κατά 3% ετησίως από το 2014, μετά από μια προηγούμενη δεκαετία κατά την οποία είχαν μειωθεί κατά 6,4% ετησίως. Η μεγαλύτερη αύξηση παρατηρείται στα προχωρημένα στάδια της νόσου, με άνοδο 6,2% τον χρόνο.
Οι δύο αυτές τάσεις —η μείωση της τεστοστερόνης και η αύξηση των περιστατικών καρκίνου— μπορεί να φαίνονται συνδεδεμένες, ωστόσο η σχέση τους είναι πιο σύνθετη.
Ο Μπεργκ εξήγησε ότι η αιτία του καρκίνου του προστάτη δεν συνδέεται απαραίτητα άμεσα με την τεστοστερόνη. Άνδρες που λαμβάνουν υψηλές δόσεις συμπληρωματικής τεστοστερόνης για θεραπεία ανεπάρκειας δεν φαίνεται να εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά καρκίνου του προστάτη.
Παράλληλα, ανέφερε ότι η δραστική μείωση της τεστοστερόνης χρησιμοποιείται θεραπευτικά για τον έλεγχο του καρκίνου του προστάτη, κάτι που θα σήμαινε θεωρητικά ότι χαμηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης θα έπρεπε να οδηγούν σε λιγότερα περιστατικά — κάτι που όμως δεν συμβαίνει.
Σύμφωνα με τον Μπεργκ, οι δύο τάσεις μπορεί να έχουν κοινή βαθύτερη αιτία· τη χρόνια έκθεση σε περιβαλλοντικές τοξίνες, την κακή διατροφή και τη γενικότερη επιδείνωση της μεταβολικής υγείας που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ζωή.
Τι προτείνουν οι γιατροί
Ο Εσπινόσα υποστηρίζει τον προληπτικό έλεγχο των ανδρών ηλικίας 30 και 40 ετών, συμπεριλαμβανομένης της μέτρησης της ελεύθερης τεστοστερόνης, των επιπέδων του ειδικού προστατικού αντιγόνου και δεικτών μεταβολικής υγείας. Η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να αποτρέψει σοβαρότερα προβλήματα, όπως ο καρκίνος του προστάτη, για τον οποίο παρατηρείται αύξηση επιθετικών μορφών σε άνδρες κάτω των 55 ετών.
Παράλληλα προτείνει την έναρξη τακτικού ελέγχου του ειδικού προστατικού αντιγόνου από την ηλικία των 40 ετών, ιδιαίτερα σε άνδρες με οικογενειακό ιστορικό. Τόνισε επίσης ότι αλλαγές στον τρόπο ζωής, η χρήση στοχευμένων συμπληρωμάτων και ο περιορισμός της έκθεσης σε περιβαλλοντικούς ρύπους αποτελούν βασικές στρατηγικές για την αντιστροφή της τάσης.
Ο Εσπινόσα υπογράμμισε τη σημασία ενός ειλικρινούς και χωρίς προκαταλήψεις διαλόγου μεταξύ γιατρών και ασθενών σχετικά με τις ψηφιακές συνήθειες, τις περιβαλλοντικές τοξίνες, τον ύπνο και την ορμονική υγεία, επισημαίνοντας ότι η ολιστική αντιμετώπιση αυτών των παραγόντων μπορεί να αποκαταστήσει τη ζωτικότητα και να προλάβει μακροπρόθεσμες συνέπειες για την υγεία.