Δευτέρα, 05 Ιαν, 2026

Μικροπλαστικά εντοπίζονται στα ανθρώπινα οστά

Τα μικροσκοπικά πλαστικά σωματίδια που μολύνουν τον αέρα, το νερό και τις τροφές μας έχουν πλέον εντοπιστεί βαθιά μέσα στα ανθρώπινα οστά και, σύμφωνα με τους ερευνητές, αποτελούν λόγο ανησυχίας για τη δημόσια υγεία. Αυτό προκύπτει από ανάλυση 62 επιστημονικών μελετών.

Η ανασκόπηση, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Osteoporosis International, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα μικροπλαστικά και τα νανοπλαστικά μπορούν να διεισδύσουν απευθείας στον ανθρώπινο σκελετό. Αν και μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν μελέτες σε ανθρώπους που να αποδεικνύουν άμεση βλάβη, πειράματα σε ζώα και κυτταρικές μελέτες έχουν δείξει κινδύνους αποδυνάμωσης και παραμόρφωσης των οστών. Τα ευρήματα αυτά έρχονται τη στιγμή που το International Osteoporosis Foundation (Διεθνές Ίδρυμα Οστεοπόρωσης) προβλέπει αύξηση κατά 32% των καταγμάτων που σχετίζονται με την οστεοπόρωση έως το 2050.

Σήμερα, οι προσπάθειες στον τομέα της υγείας επικεντρώνονται στη μείωση των επιπλοκών στα οστά μέσω της άσκησης, της διατροφής και της φαρμακευτικής αγωγής, ωστόσο ο ρόλος των μικροπλαστικών παραμένει ελάχιστα κατανοητός.

Ο Ροντρίγκο Μπουένο ντε Ολιβέιρα (Rodrigo Bueno de Oliveira), επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και συντονιστής του Laboratory for Mineral and Bone Studies in Nephrology (Εργαστηρίου Μελετών Ορυκτών και Οστών στη Νεφρολογία) στη Βραζιλία, ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι, παρότι οι οστεομεταβολικές νόσοι είναι σχετικά καλά μελετημένες, εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικό κενό γνώσης όσον αφορά την επίδραση των μικροπλαστικών στην ανάπτυξη αυτών των παθήσεων.

Μικροπλαστικά και νανοπλαστικά έχουν εντοπιστεί στα ανθρώπινα οστά. Κυτταρικές μελέτες δείχνουν ότι αυτά τα σωματίδια μπορούν να βλάψουν τα οστικά κύτταρα, επιταχύνοντας τη γήρανσή τους, μεταβάλλοντας την ανάπτυξή τους και προκαλώντας φλεγμονή. Παράλληλα, τα μικροπλαστικά φαίνεται να επηρεάζουν και τα κύτταρα του μυελού των οστών, τα οποία είναι καθοριστικής σημασίας για την παραγωγή των αιμοσφαιρίων.

Πώς τα μικροπλαστικά φτάνουν και βλάπτουν τα οστά

Έρευνες έχουν ανιχνεύσει μικροπλαστικά σε ανθρώπινα οστά, χόνδρους και μεσοσπονδύλιους δίσκους, με τις συγκεντρώσεις στα οστά να ανέρχονται κατά μέσο όρο σε δεκάδες σωματίδια ανά γραμμάριο.

Τα πλαστικά σωματίδια εισέρχονται στον οργανισμό μέσω της εισπνοής, της κατάποσης και της επαφής με το δέρμα.

Αφού εισέλθουν στο σώμα, τα μικρότερα σωματίδια μεταφέρονται μέσω της κυκλοφορίας του αίματος και εναποτίθενται σε ιστούς σε όλο το σώμα. Το πυκνό δίκτυο αιμοφόρων αγγείων του σκελετικού συστήματος επιτρέπει σε αυτά τα κυκλοφορούντα σωματίδια να φτάνουν σε περιοχές όπου δρουν τα κύτταρα που δημιουργούν και αποδομούν τον οστικό ιστό.

Η ανασκόπηση ανέλυσε κυτταρικές μελέτες που έδειξαν ότι τα βλαστικά κύτταρα των οστών μπορούν να απορροφήσουν μικροπλαστικά, προκαλώντας φλεγμονή και μεταβάλλοντας τη λειτουργία τους. Τα μικροπλαστικά ωθούν τα βλαστικά κύτταρα του μυελού των οστών να παράγουν περισσότερους οστεοκλάστες – τα κύτταρα που διασπούν τον οστικό ιστό. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η έκθεση σε μικροπλαστικά οδηγεί σε παραμορφώσεις των οστών και κατάγματα.

Ο Ολιβέιρα ανέφερε ότι, στη συγκεκριμένη μελέτη, οι δυσμενείς επιπτώσεις που παρατηρήθηκαν κατέληξαν ανησυχητικά στη διακοπή της σκελετικής ανάπτυξης των ζώων.

Εκτεταμένες επιπτώσεις στην υγεία

Πέρα από τον σκελετό, μικροπλαστικά σωματίδια –μικρότερα από έναν κόκκο ρυζιού– έχουν εντοπιστεί σε διάφορα σημεία του ανθρώπινου σώματος, όπως στο αίμα, το σάλιο, το ήπαρ και τους νεφρούς. Τα σωματίδια αυτά έχουν ήδη συνδεθεί με εντερικές βλάβες, φλεγμονή του ήπατος και διαταραχές του μικροβιώματος του εντέρου.

Η έρευνα συνεχίζει να αποκαλύπτει τους κινδύνους για την υγεία από τη ρύπανση με μικροπλαστικά, με μελέτες να τεκμηριώνουν την παρουσία τους στο ανθρώπινο αίμα, την καρδιά, τον πλακούντα, το μητρικό γάλα και τον εγκέφαλο.

Η ερευνητική ομάδα του Ολιβέιρα ξεκινά νέο πρόγραμμα για να εξετάσει κατά πόσον η έκθεση σε μικροπλαστικά επιδεινώνει τις μεταβολικές παθήσεις των οστών και αν ενδέχεται να επηρεάζει την αντοχή του μηριαίου οστού.

Σύμφωνα με τον Ολιβέιρα, ένας από τους στόχους της έρευνας είναι να παραχθούν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι τα μικροπλαστικά θα μπορούσαν να αποτελούν έναν δυνητικά ελέγξιμο περιβαλλοντικό παράγοντα, ικανό να εξηγήσει, για παράδειγμα, την προβλεπόμενη αύξηση του αριθμού των καταγμάτων.

Η Λίσα Έρντλ (Lisa Erdle), διευθύντρια επιστήμης και καινοτομίας στο Ινστιτούτο 5 Gyres, έναν μη κυβερνητικό οργανισμό με 15 χρόνια εμπειρίας στη μελέτη της ρύπανσης από μικροπλαστικά και χωρίς συμμετοχή στη συγκεκριμένη μελέτη, ανέφερε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι, παρότι η έρευνα για τις επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία είναι σχετικά νέα, είναι καλά τεκμηριωμένο πως η κατάποση μικροπλαστικών προκαλεί βλάβες σε ποντίκια, ψάρια και άλλους οργανισμούς. Πρόσθεσε ότι οι βλάβες αυτές περιλαμβάνουν αλλαγές στη συμπεριφορά και στη φυσιολογία, οξειδωτικό στρες και μειωμένη ανάπτυξη.

Η ίδια σημείωσε ότι, στους ανθρώπους, μελέτες έχουν δείξει παρόμοιες επιπτώσεις, όπως οξειδωτικό στρες και φλεγμονώδη απόκριση, ενώ τα μικροπλαστικά έχουν επίσης συνδεθεί με ενδοκρινικές διαταραχές, καρδιαγγειακά νοσήματα και άνοια. Όπως ανέφερε, η έρευνα συνεχίζεται, ωστόσο, σε αυτό το στάδιο, υπάρχουν ήδη επαρκείς γνώσεις για να ληφθούν μέτρα.

Η κλίμακα της πλαστικής ρύπανσης είναι τεράστια. Η παραγωγή και χρήση περισσότερων από 400 εκατομμυρίων τόνων πλαστικού κάθε χρόνο έχει μολύνει περιβάλλοντα που εκτείνονται από παραλίες και ποτάμια έως τα βάθη των ωκεανών, σχεδόν 11.000 μέτρα κάτω από την επιφάνεια.

Τι μπορείτε να κάνετε

Η Αμίνα Τάρικ-Σιντίμπε (Aminah Taariq-Sidibe), υπεύθυνη του προγράμματος End Plastics στον οργανισμό EarthDay.org, ανέφερε στην Epoch Times ότι ο σημαντικότερος τρόπος περιορισμού της έκθεσης στα πλαστικά είναι η εξάλειψη των πλαστικών μίας χρήσης από την καθημερινή ζωή.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, απλές αλλαγές στις καθημερινές συνήθειες μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά.

Στο σπίτι:

  • Χρησιμοποιήστε συστήματα φιλτραρίσματος νερού που στοχεύουν ειδικά στα μικροπλαστικά.

  • Επιλέξτε γυάλινα ή ανοξείδωτα δοχεία αντί για πλαστικά.

  • Αποφύγετε το ζέσταμα τροφίμων σε πλαστικά δοχεία.

  • Αυξήστε της κατανάλωσης σταυρανθών λαχανικών, όπως το μπρόκολο και το κουνουπίδι, για την υποστήριξη των φυσικών μηχανισμών αποτοξίνωσης του οργανισμού.

Σε ευρύτερο επίπεδο:

  • Καταργήστε των πλαστικών μίας χρήσης, ιδίως του εμφιαλωμένου νερού. Μία μελέτη διαπίστωσε σχεδόν 240.000 νανοπλαστικά σωματίδια ανά λίτρο εμφιαλωμένου νερού.

  • Προτιμήστε στο νερό βρύσης, το οποίο, σύμφωνα με έρευνες, περιέχει χαμηλότερες συγκεντρώσεις μικροπλαστικών και νανοπλαστικών.

  • Επιλέξτε ενδύματα και υφάσματα από φυσικές ίνες αντί για συνθετικές.

  • Προχωρήστε σε ορθή διάθεση και ανακύκλωση των πλαστικών, ώστε να μειώνεται η περιβαλλοντική ρύπανση.

Η Έρντλ προειδοποίησε ότι, όταν τα μικροπλαστικά απελευθερωθούν στο περιβάλλον, είναι σχεδόν αδύνατο να απομακρυνθούν. Όπως ανέφερε, ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος της ρύπανσης από μικροπλαστικά είναι η πρόληψη στην πηγή, μέσω της αντικατάστασης των πλαστικών με καλύτερες εναλλακτικές λύσεις.

Η χρήση κοινωνικών δικτύων συνδέεται με χαμηλότερες επιδόσεις στην ανάγνωση και τη μνήμη των παιδιών

Μόλις λίγο παραπάνω από μία ώρα επιπρόσθετης καθημερινής χρήσης των κοινωνικών δικτύων αρκεί για να μειώσει τις επιδόσεις των εφήβων στην ανάγνωση και τη μνήμη, σύμφωνα με νέα μελέτη που παρακολούθησε περισσότερα από 6.500 παιδιά καθώς ο χρόνος που περνούσαν στις οθόνες αυξανόταν όταν έμπαιναν στην προεφηβεία.

Βασισμένοι στα δεδομένα της έρευνας Adolescent Brain Cognitive Development, οι ερευνητές μέτρησαν τις γνωστικές δεξιότητες παιδιών ηλικίας 9 έως 13 ετών μέσω τυποποιημένων τεστ ανάγνωσης, μνήμης και λεξιλογίου. Τα ευρήματα έδειξαν ότι ακόμη και χαμηλά επίπεδα αυξημένης χρήσης των κοινωνικών δικτύων συνδέονταν με μετρήσιμα χειρότερες επιδόσεις.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο JAMA, χώρισε τους συμμετέχοντες σε τρεις ομάδες ανάλογα με τη χρήση: περίπου το 58% έκανε καθόλου ή πολύ χαμηλή χρήση, το 37% έκανε χαμηλή αλλά αυξανόμενη χρήση, ενώ σχεδόν το 6% παρουσίαζε έντονα αυξανόμενη χρήση.

Σε σύγκριση με εφήβους που χρησιμοποιούσαν τα κοινωνικά δίκτυα έως περίπου 20 λεπτά ημερησίως, εκείνοι που τα χρησιμοποιούσαν περίπου 80 λεπτά ημερησίως διάβαζαν λιγότερες λέξεις σωστά και έκαναν περισσότερα λάθη στην αντιστοίχιση εικόνας με μια λέξη που άκουγαν. Σημείωσαν επίσης χαμηλότερη επίδοση σε τεστ μνήμης. Όσοι ανήκαν στην ομάδα της έντονα αυξανόμενης χρήσης, με περίπου τρεις ώρες επιπλέον ημερησίως, είχαν έως και τέσσερις βαθμούς χαμηλότερη επίδοση στα τεστ.

Οι συγγραφείς της μελέτης επεσήμαναν ότι τόσο η μικρή όσο και η μεγαλύτερη αύξηση χρήσης των κοινωνικών δικτύων κατά την πρώιμη εφηβεία συνδέονταν στενά με χαμηλότερες επιδόσεις σε συγκεκριμένες γνωστικές λειτουργίες.

Παρότι οι διαφορές στη βαθμολογία των τεστ φαίνονται μικρές, οι ερευνητές υπογράμμισαν ότι ενδέχεται να μεταφράζονται σε πραγματικές σχολικές συνέπειες — όπως βραδύτερη ολοκλήρωση εργασιών ή υστέρηση σε μαθήματα, όπως τα μαθηματικά και η ανάγνωση.

Πραγματικές επιπτώσεις

Η καταγεγραμμένη διαφορά στις γνωστικές επιδόσεις μεταξύ των παιδιών που χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα για μεγάλα χρονικά διαστήματα και εκείνων που δεν τα χρησιμοποιούν πιθανότατα είναι σημαντική σε επίπεδο πληθυσμού, όπως υπογράμμισε η Σέρι Μάντιγκαν [Sheri Madigan], κλινική ψυχολόγος από το Πανεπιστήμιο του Κάλγκαρυ, μαζί με συνεργάτες της, σε συνοδευτικό άρθρο.

Σημείωσαν ότι μικρές αποκλίσεις στη γνωστική λειτουργία σε ομαδικό επίπεδο μπορεί να μεταφράζονται σε μαθητές που χρειάζονται περισσότερο χρόνο για την ολοκλήρωση εργασιών, που μένουν πίσω σε μαθήματα όπως μαθηματικά και ανάγνωση ή που αποστασιοποιούνται από το σχολικό περιβάλλον.

Αυτή την εποχή, ορισμένα σχολεία έχουν αρχίσει να εξετάζουν την απαγόρευση της χρήσης των κινητών τηλεφώνων κατά τη διάρκεια των μαθημάτων. Η έρευνα προσφέρει νέα δεδομένα σχετικά με το πώς η χρήση των κοινωνικών δικτύων μπορεί να επηρεάσει τη μάθηση, ωστόσο οι ειδικοί προειδοποιούν ότι δεν μπορούν να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα για σχέση αιτίου-αιτιατού.

Η Δρ Νόνα Κόχερ [Dr. Nona Kocher], ψυχίατρος με έδρα το Μαϊάμι στο Quintessence Psychiatry, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, επεσήμανε στην Epoch Times ότι είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ότι τα κοινωνικά δίκτυα από μόνα τους προκαλούν αυτές τις αλλαγές.

Η ίδια συμπλήρωσε ότι η μελέτη δείχνει μία σχέση, αλλά όχι μία αποδεδειγμένη σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Τόνισε επίσης ότι τα παιδιά που περνούν περισσότερο χρόνο στο διαδίκτυο μπορεί παράλληλα να κοιμούνται λιγότερο, να διαβάζουν λιγότερο ή να κάνουν περισσότερες δραστηριότητες ταυτόχρονα — παράγοντες που δυνητικά επίσης επηρεάζουν τη μνήμη και τη συγκέντρωση.

Ως επιπλέον παράγοντες ανέφερε το οικογενειακό περιβάλλον, τον φόρτο εργασίας στο σχολείο και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του κάθε παιδιού. Συνεπώς, τα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να αποτελούν μέρος της εικόνας, αλλά πιθανώς αποτελούν μόνο ένα κομμάτι ενός πολύ ευρύτερου παζλ.

Οι ερευνητές επεσήμαναν περιορισμούς, όπως το ότι βασίστηκαν στις δηλώσεις των ίδιων των παιδιών για τη χρήση των κοινωνικών δικτύων, καθώς και το ότι ο παρατηρητικός χαρακτήρας και σχεδιασμός της μελέτης δεν μπορεί να αποδείξει αιτιότητα.

Οι οθόνες «κλέβουν» τον χρόνο των παιδιών

Ο Δρ Ράχουλ Μπάνσαλ (Dr. Rahul Bansal), παιδοψυχίατρος και ιδρυτής της MindWeal Health, ο οποίος επίσης δεν συμμετείχε στη μελέτη, προσεγγίζει το ζήτημα μάλλον ως θέμα «εκτοπισμένης δραστηριότητας» παρά άμεσης βλάβης.

Ανέφερε στην Epoch Times ότι δεν θεωρεί πως τα κοινωνικά δίκτυα «αναδομούν» τον εγκέφαλο των παιδιών ούτε ότι λειτουργούν ως τοξικός παράγοντας, αλλά ότι σίγουρα «κλέβουν» τον χρόνο τους. Κάθε ώρα που ξοδεύεται στο άσκοπο σκρολάρισμα είναι μια ώρα που αφαιρείται από την ανάγνωση, τη μάθηση ή τη δοκιμή μιας νέας δραστηριότητας.

Τόνισε επίσης ότι ο εγκέφαλος αναπτύσσεται όταν δέχεται προκλήσεις, ενώ τα κοινωνικά δίκτυα αντικαθιστούν αυτού του είδους την πρόκληση με συνεχή διέγερση, και προσέθεσε ότι προωθούν κακές συνήθειες, όπως άσκοπη καθυστέρηση πριν την κατάκλιση και απώλεια ύπνου — παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά τη συγκέντρωση στην τάξη. Όπως σημείωσε, όταν μειώνονται ο ύπνος και η περιέργεια, η μάθηση πλήττεται.

Ο Δρ Μπάνσαλ συμβουλεύει τους γονείς να μην απαγορεύουν τη χρήση κοινωνικών δικτύων, αλλά να τη «καθοδηγούν». Προτείνει σαφή όρια και το μέτρο της ανταμοιβής: δηλαδή η ώρα στην οθόνη να είναι κάτι που τα παιδιά «κερδίζουν» αφού έχουν ολοκληρώσει τις καθημερινές τους υποχρεώσεις.

Επίσης, προτείνει να μένουν οι συσκευές εκτός υπνοδωματίων, να καθιερωθεί μία ήσυχη ώρα πριν τον ύπνο και οι γονείς να γνωρίζουν ποιες πλατφόρμες χρησιμοποιούν τα παιδιά τους. Υπογράμμισε δε ότι όταν χρησιμοποιούνται με περίσκεψη, τα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να προάγουν την επικοινωνία των παιδιών, χωρίς να τους κλέβουν την προσοχή ή τον ύπνο.

Προηγούμενη έρευνα του Δρ Τζέισον Ναγκάτα (Dr. Jason Nagata), αναπληρωτή καθηγητή παιδιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Σαν Φρανσίσκο στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια και συγγραφέα της μελέτης, είχε επικεντρωθεί κυρίως στα ψυχικά συμπτώματα που σχετίζονται με τη χρήση των κοινωνικών δικτύων, όπως άγχος και κατάθλιψη.

Η Δρ Κόχερ σημείωσε ότι η υπερβολική χρήση μπορεί να ενισχύσει το άγχος ή την κατάθλιψη για ορισμένους εφήβους, ειδικά όταν συγκρίνουν τον εαυτό τους με άλλους ή παγιδεύονται σε «διαδικτυακούς βρόχους ανατροφοδότησης». Η νέα μελέτη επεκτείνει την έρευνα στον τομέα της γνωστικής λειτουργίας, μια περιοχή όπου έχει διεξαχθεί λιγότερη μελέτη.

Το ιχθυέλαιο μειώνει σχεδόν κατά το ήμισυ τον κίνδυνο καρδιακής προσβολής σε ασθενείς με νεφρική νόσο

Ένα απλό καθημερινό συμπλήρωμα ιχθυελαίου θα μπορούσε να αποτρέψει χιλιάδες καρδιακές προσβολές και εγκεφαλικά επεισόδια, σύμφωνα με νέα έρευνα που δείχνει ότι η θεραπεία μειώνει τα καρδιαγγειακά επεισόδια κατά 50% σχεδόν μεταξύ όσων υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση.

Η δοκιμή PISCES, που δημοσιεύθηκε στις 7 Νοεμβρίου στο New England Journal of Medicine, διεξήχθη σε 26 κέντρα στον Καναδά και την Αυστραλία. Συμμετείχαν 1.228 ενήλικες που υποβάλλονταν σε τακτική αιμοκάθαρση — μια θεραπεία για σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια — για περίπου 3,5 χρόνια.

Τα ευρήματα είναι ιδιαίτερα σημαντικά, δεδομένου ότι οι ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση αντιμετωπίζουν εξαιρετικά υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο, εμφανίζοντας θνησιμότητα λόγω καρδιαγγειακών παθήσεων 20 φορές υψηλότερη από εκείνη του γενικού πληθυσμού.

Μια μεγάλη, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή που διαπίστωσε μείωση περίπου 50% στα σοβαρά καρδιαγγειακά επεισόδια σε διάστημα αρκετών ετών σε έναν πληθυσμό υψηλού κινδύνου — με σταθερά αποτελέσματα και χωρίς προβλήματα ασφάλειας — «είναι σπάνια και σημαντική», δήλωσε στην Epoch Times η Δρ Κάρολυν Λαμ, ιδρυτικό μέλος της Us2.ai, νέας επιχείρησης που χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη και υπερηχογραφικές εξετάσεις για την καταπολέμηση των καρδιακών παθήσεων, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη.

Μεταξύ των ασθενών που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, το εγκεφαλικό επεισόδιο είναι το συχνότερο καρδιαγγειακό συμβάν (επηρεάζει το 26% των ασθενών περίπου), ακολουθούμενο από τις καρδιακές παθήσεις.

Τέσσερις κάψουλες ημερησίως

Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες: η μία ακολούθησε αγωγή με κάψουλες ιχθυελαίου που περιείχαν ωμέγα-3 λιπαρά οξέα και η άλλη με εικονικό φάρμακο από αραβοσιτέλαιο, χωρίς να γνωρίζουν ούτε οι ασθενείς ούτε οι ερευνητές ποιος ανήκε σε ποια ομάδα.

Όσοι συμμετείχαν στην ομάδα θεραπείας λάμβαναν τέσσερις κάψουλες ημερησίως, που παρείχαν συνολικά 1,6 γραμμάρια εικοσαπεντανοϊκού οξέος ή EPA και 0,8 γραμμάρια δοκοσαεξανοϊκού οξέος ή DHA — τα βασικά ωμέγα-3 λιπαρά οξέα του ιχθυελαίου. Οι εξετάσεις αίματος επιβεβαίωσαν ότι οι συμμετέχοντες στην ομάδα του ιχθυελαίου είχαν αυξημένα επίπεδα αυτών των λιπαρών οξέων στο αίμα τους, υποδηλώνοντας καλή τήρηση του θεραπευτικού σχήματος.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι χρήστες ιχθυελαίου παρουσίασαν κατά 43% λιγότερα σοβαρά καρδιαγγειακά επεισόδια (καρδιακές προσβολές, εγκεφαλικά επεισόδια, αιφνίδιο καρδιακό θάνατο και ακρωτηριασμό άκρων λόγω αγγειακής νόσου) σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Η παρακολούθηση της ασφάλειας δεν έδειξε αύξηση του κινδύνου αιμορραγίας, ο οποίος αποτελεί πιθανή παρενέργεια των συμπληρωμάτων ωμέγα-3, ενώ οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν παρόμοιες και στις δύο ομάδες.

«Δεν παρατηρήσαμε διαφορές στις ανεπιθύμητες ενέργειες μεταξύ της ομάδας που έλαβε ιχθυέλαιο και της ομάδας που έλαβε εικονικό φάρμακο», δήλωσε στην Epoch Times η συγγραφέας της μελέτης, Δρ Σαρμαίν Λοκ, καθηγήτρια ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο και ανώτερη επιστήμονας στο Ερευνητικό Ινστιτούτο του Γενικού Νοσοκομείου του Τορόντο.

Ο Δρ Άντριου Μόζες, νεφρολόγος στο Νοσοκομείο Lenox Hill του Northwell Health στη Νέα Υόρκη, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, χαρακτήρισε τα δεδομένα «συναρπαστικά», σημειώνοντας ότι μόνο τρεις ασθενείς χρειάστηκε να υποβληθούν σε θεραπεία για να προληφθεί ένα καρδιαγγειακό επεισόδιο σε διάστημα 3,5 ετών.

«Έτσι, ακόμη και λαμβάνοντας υπ’ ‘όψιν τους περιορισμούς, αν υπάρχουν τρεις ασθενείς που θα μπορούσαν να πληρούν τις προϋποθέσεις και να ανεχθούν υψηλές δόσεις ωμέγα-3, τότε μπορεί να έχετε αποτρέψει ένα αρνητικό αποτέλεσμα, κάτι που είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικό», δήλωσε ο Δρ Mόζες.

Πώς βοηθά το ιχθυέλαιο τους ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση

Τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα προστατεύουν την καρδιά μειώνοντας τη φλεγμονή, προλαμβάνοντας τους ανώμαλους καρδιακούς ρυθμούς (αρρυθμίες) και βελτιώνοντας τη λειτουργία των αιμοφόρων αγγείων. Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση τείνουν να έχουν χαμηλότερα επίπεδα αυτών των ευεργετικών λιπαρών οξέων, κάτι που μπορεί να εξηγεί γιατί η λήψη συμπληρωμάτων είχε τόσο θετική επίδραση.

Η Δρ Λοκ υποθέτει ότι τα ωμέγα-3 επιβραδύνουν την εξέλιξη των καρδιαγγειακών παθήσεων και μειώνουν τα ξαφνικά προβλήματα υγείας συμβάλλοντας ενδεχομένως στην πρόληψη του σχηματισμού θρόμβων αίματος, των ακανόνιστων καρδιακών παλμών και στη σταθεροποίηση της πλάκας.

Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση διατρέχουν ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων λόγω του προφλεγμονώδους και προαρρυθμικού περιβάλλοντος που προκαλεί η ίδια η διαδικασία της αιμοκάθαρσης. Κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης, οι γρήγορες μεταβολές στα επίπεδα των υγρών και των ηλεκτρολυτών επιβαρύνουν την καρδιά και συμβάλλουν σε αρρυθμίες, τις οποίες τα ωμέγα-3 σταθεροποιούν αναστέλλοντας ορισμένα ηλεκτρικά ρεύματα στα καρδιακά κύτταρα.

Τα ευρήματα της μελέτης συνάδουν με προηγούμενες έρευνες που υποδηλώνουν ότι τα υψηλότερα επίπεδα ωμέγα-3 στο αίμα σχετίζονται με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Σημαντικές προειδοποιήσεις και επόμενα βήματα

Οι ερευνητές σημείωσαν ότι η δόση του ιχθυελαίου που χρησιμοποιήθηκε υπερέβαινε το 1 γραμμάριο την ημέρα, ποσότητα η οποία έχει αποδειχθεί αποτελεσματική σε άλλες έρευνες. Οι κάψουλες που χρησιμοποιήθηκαν περιείχαν επίσης μια συγκεκριμένη σύνθεση ωμέγα-3 με βάση τον αιθυλεστέρα — μια συμπυκνωμένη, επεξεργασμένη μορφή ιχθυελαίου — η οποία μπορεί να συνέβαλε στην αποτελεσματικότητά τους.

Η Δρ Λοκ προειδοποίησε ότι οι ασθενείς πρέπει να ρωτούν τους θεράποντες ιατρούς τους για τις κάψουλες και τον σωστό τρόπο λήψης τους, τονίζοντας ότι η δοκιμή έδειξε ότι «συγκεκριμένες κάψουλες ιχθυελαίου ήταν ασφαλείς και μείωσαν το ποσοστό των καρδιαγγειακών επεισοδίων».

Ο Δρ Μόζες επεσήμανε ότι η δοκιμή χρηματοδοτήθηκε από τον κατασκευαστή του Vascepa, ενός προϊόντος υψηλής δόσης ωμέγα-3 λιπαρών οξέων, κάτι που μπορεί να συνεπάγεται πιθανή μεροληψία. «Τούτου λεχθέντος, τα δεδομένα εξακολουθούν να είναι εκπληκτικά καλά· ωστόσο, πρέπει να επαναληφθούν για να επιβεβαιωθεί η εγκυρότητά τους», παρατήρησε.

Άλλοι περιορισμοί περιλαμβάνουν το γεγονός ότι πολλοί συμμετέχοντες δεν ακολουθούσαν επιθετική καρδιαγγειακή θεραπεία και ότι τα αποτελέσματα ενδέχεται να μην ισχύουν για ασθενείς που δεν υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση.

Ο Δρ Μόζες σημείωσε ακόμη ότι πολλοί ασθενείς αιμοκάθαρσης λαμβάνουν αντιπηκτικά ή αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα, στοιχείο που απέκλεισε μία μεγάλη μερίδα ασθενών από τη μελέτη, αφού σύμφωνα με το πρωτόκολλό της δεν γίνονταν δεκτοί όσοι λάμβαναν περισσότερα από δύο αντιπηκτικά φάρμακα .

Οι ερευνητές τόνισαν ότι απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για τον προσδιορισμό της βέλτιστης δοσολογίας και της μακροπρόθεσμης ασφάλειας, αλλά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι το ιχθυέλαιο θα μπορούσε να αποτελέσει μια αποτελεσματική παρέμβαση για τη μείωση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας μεταξύ των ασθενών που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση.

Νέα αντικαρκινική θεραπεία συρρικνώνει όγκους ασθενών σε μικρή κλινική δοκιμή

Μια νέα κατηγορία αντικαρκινικού φαρμάκου που βρίσκεται σε στάδιο ανάπτυξης επέφερε τη συρρίκνωση των όγκων στο μισό σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο που συμμετείχαν σε κλινική δοκιμή, χωρίς να προκαλέσει τις σοβαρές παρενέργειες που είχαν παρατηρηθεί σε παλαιότερες εκδοχές του ίδιου τύπου φαρμάκων, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση.

Η θεραπεία χρησιμοποιεί αντισώματα αγωνιστών CD40, έναν τύπο ανοσοθεραπείας που ενεργοποιεί το ίδιο το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού ώστε να επιτεθεί στα καρκινικά κύτταρα. Αν και αυτή η κατηγορία φαρμάκων δείχνει πολλά υποσχόμενη εδώ και δύο δεκαετίες, η ανάπτυξή της είχε ανακοπεί λόγω σοβαρών παρενεργειών, όπως εκτεταμένη φλεγμονή, χαμηλός αριθμός αιμοπεταλίων και ηπατοτοξικότητα, ακόμη και όταν οι δόσεις ήταν μικρές.

Συστηματική απόκριση από τοπική θεραπεία

Στην κλινική δοκιμή συμμετείχαν δώδεκα ασθενείς με διάφορους τύπους προχωρημένου καρκίνου, μεταξύ των οποίων μελάνωμα, καρκίνος των νεφρών και καρκίνος του μαστού. Σε έξι από αυτούς παρουσιάστηκε συρρίκνωση των όγκων, ενώ σε δύο περιπτώσεις οι όγκοι εξαφανίστηκαν πλήρως.

Η δράση του φαρμάκου δεν περιορίστηκε στους όγκους που δέχθηκαν άμεση έγχυση. Όγκοι σε άλλα σημεία του σώματος επίσης συρρικνώθηκαν ή καταστράφηκαν εντελώς. Ο Χουάν Οσόριο [Juan Osorio], πρώτος συγγραφέας της μελέτης, επισκέπτης επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ροκφέλερ και ογκολόγος στο Κέντρο Καρκίνου Memorial Sloan Kettering, επεσήμανε ότι τόσο σημαντική μείωση ή ακόμα και πλήρης ύφεση σε τόσο μικρό δείγμα ασθενών είναι «αξιοσημείωτο».

Μια ασθενής με μελάνωμα είχε δεκάδες όγκους στο πόδι και το πέλμα της, όμως μετά από πολλαπλές ενέσεις σε έναν μόνο όγκο, εξαφανίστηκαν όλοι. Μια ασθενής με καρκίνο του μαστού είχε όγκους στο δέρμα, το ήπαρ και τους πνεύμονες, οι οποίοι εξαφανίστηκαν έπειτα από έγχυση σε έναν μόνο δερματικό όγκο.

Ο Δρ Τζέφρυ Β. Ράβετς (Dr. Jeffrey V. Ravetch), επικεφαλής του Εργαστηρίου Μοριακής Γενετικής και Ανοσολογίας του Πανεπιστημίου Ροκφέλερ, σημείωσε ότι το φαινόμενο αυτό, όπου μια τοπική έγχυση προκαλεί συστηματική απόκριση, «δεν παρατηρείται γενικά σε καμία κλινική θεραπεία», χαρακτηρίζοντάς το ως «άλλο ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα της δοκιμής».

Κανένας από τους δώδεκα ασθενείς δεν παρουσίασε τις σοβαρές παρενέργειες που ήταν χαρακτηριστικές των προηγούμενων θεραπειών με CD40. Η ανάλυση ιστών επιβεβαίωσε ότι το φάρμακο ενεργοποίησε έντονη ανοσολογική δραστηριότητα μέσα στους όγκους.

Η πρωτεΐνη CD40, που βρίσκεται στα ανοσοκύτταρα, όταν ενεργοποιηθεί προκαλεί την κινητοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος ώστε να πολεμήσει τους όγκους και να δημιουργήσει ειδικά Τ κύτταρα κατά του καρκίνου. Η βελτιωμένη εκδοχή του φαρμάκου, 2141-V11, δεσμεύεται επιπλέον σε έναν υποδοχέα των ανοσοκυττάρων που ονομάζεται υποδοχέας Fc, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την ανοσολογική απόκριση.

Ο Οσόριο προσέθεσε ότι οι όγκοι γέμισαν με ανοσοκύτταρα – διάφορους τύπους δενδριτικών κυττάρων,  κυττάρων Τ και ώριμων κυττάρων Β – τα οποία σχημάτισαν συσσωματώσεις παρόμοιες με λεμφαδένες, κάτι που σχετίζεται με καλύτερη έκβαση της θεραπείας.

Αντιμετώπιση ανθεκτικών μορφών καρκίνου

Ο Δρ Τζον Όερτλ (Dr. John Oertle), επικεφαλής ιατρικός λειτουργός και ειδικός στον καρκίνο στα Envita Medical Centers, που δεν συμμετείχε στη μελέτη, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι αυτή η προσέγγιση θα μπορούσε να βοηθήσει στη θεραπεία καρκίνων που είναι σήμερα ανθεκτικοί στις υπάρχουσες ανοσοθεραπείες.

Εξήγησε ότι πολλοί ανθεκτικοί καρκίνοι παρουσιάζουν φαινόμενο «ανοσολογικής εξάντλησης», όπου τα  κύτταρα Τ δυσλειτουργούν και αδυνατούν να επιτεθούν αποτελεσματικά στα καρκινικά κύτταρα, αν και είναι παρόντα.

Η έγχυση του αγωνιστή CD40 απευθείας σε έναν όγκο μπορεί να «αναπρογραμματίσει» το μικροπεριβάλλον του όγκου, να αποκαταστήσει τη ζωτικότητα του ανοσοποιητικού και να ενθαρρύνει τη διείσδυση κυττάρων Τ, σπάζοντας έτσι την αντίσταση στη θεραπεία. Ωστόσο, όπως διευκρίνισε, σπάνια μία λύση ταιριάζει σε όλους. Ο σχεδιασμός εξατομικευμένων συνδυασμών, προσαρμοσμένων στη βιολογία της νόσου και το ανοσολογικό προφίλ κάθε ασθενούς, είναι κρίσιμος για τη διατήρηση της απόκρισης και τη συνολική βελτίωση.

Καθυστερήσεις από σοβαρές παρενέργειες  

Η ανάπτυξη των αντισωμάτων CD40 για αντικαρκινική χρήση έχει απαιτήσει πάνω από είκοσι χρόνια έρευνας. Παρότι οι δοκιμές σε ζώα ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικές, οι πρώτες δοκιμές σε ανθρώπους είχαν σοβαρές παρενέργειες όπως εκτεταμένες φλεγμονές, μείωση αιμοπεταλίων και τοξικότητα στο ήπαρ – ακόμη και όταν οι δόσεις ήταν μικρές.

Το 2018, ωστόσο, οι ερευνητές του Εργαστηρίου Μοριακής Γενετικής και Ανοσολογίας του Πανεπιστημίου Ροκφέλερ, υπό την καθοδήγηση του Δρος Ράβετς, σημείωσαν καίρια πρόοδο. Δημιούργησαν μια ενισχυμένη εκδοχή του αντισώματος CD40, την 2141-V11, η οποία αυξάνει την ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος μειώνοντας παράλληλα τις παρενέργειες.

Το τροποποιημένο φάρμακο προσκολλάται ισχυρότερα στους υποδοχείς CD40 των ανθρώπινων κυττάρων και ενεργοποιεί δέκα φορές περισσότερο τις αντικαρκινικές ανοσολογικές αποκρίσεις. Αντί της παραδοσιακής ενδοφλέβιας χορήγησης – που προκαλούσε τοξικότητα λόγω της ευρείας παρουσίας υποδοχέων CD40 στα υγιή κύτταρα – στη νέα κλινική δοκιμή, που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο, οι ερευνητές χορήγησαν το φάρμακο απευθείας στους όγκους.

Επόμενα βήματα και ευρύτερη επίδραση

Τα ευρήματα οδήγησαν στην έναρξη νέων κλινικών δοκιμών σε συνεργασία με το Memorial Sloan Kettering και το Πανεπιστήμιο Duke, οι οποίες βρίσκονται ακόμη σε αρχικό στάδιο. Οι μελέτες αυτές εξετάζουν την επίδραση του 2141-V11 σε καρκίνους όπως της ουροδόχου κύστης και του προστάτη, καθώς και στο γλοιοβλάστωμα, έναν επιθετικό και θανατηφόρο καρκίνο του εγκεφάλου, με σχεδόν 200 ασθενείς να συμμετέχουν μέχρι στιγμής.

Οι ερευνητές επιδιώκουν να κατανοήσουν γιατί ορισμένοι ασθενείς ανταποκρίνονται στη θεραπεία ενώ άλλοι όχι. Για παράδειγμα, οι δύο ασθενείς των οποίων ο καρκίνος εξαφανίστηκε είχαν υψηλά επίπεδα  κυττάρων Τ πριν από τη θεραπεία.

Ο Δρ Ράβετς σημείωσε ότι αυτό υποδηλώνει ότι υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις που σχετίζονται με το ανοσοποιητικό ώστε το φάρμακο να δράσει αποτελεσματικά, και ότι η ομάδα του προσπαθεί να εντοπίσει αυτές τις λεπτομέρειες στις μεγαλύτερες δοκιμές που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Ως γενικότερη πρόκληση στον τομέα της ανοσοθεραπείας κατά του καρκίνου, ο Δρ Ράβετς υπενθύμισε ότι μόλις το 25-30% των ασθενών ανταποκρίνεται στις υπάρχουσες ανοσοθεραπείες. Η μεγαλύτερη δυσκολία, είπε, είναι να προσδιοριστεί ποιοι ασθενείς θα ωφεληθούν πραγματικά.

Ο Δρ Όερτλ κατέληξε ότι, παρότι η δοκιμή βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο και αφορά μικρό αριθμό ασθενών, το γεγονός ότι παρατηρείται πλήρης ύφεση σε επιθετικούς καρκίνους μέσω τοπικής έγχυσης αποτελεί «εξαιρετικά ενθαρρυντικό σημάδι».

Τα φρούτα προστατεύουν τους πνεύμονες από την ατμοσφαιρική ρύπανση

Με περισσότερο από το 90% του παγκόσμιου πληθυσμού να αναπνέει τον μολυσμένο αέρα των διαφόρων αστικών κέντρων, νέα έρευνα προσφέρει μια απροσδόκητη ασπίδα: την κατανάλωση φρούτων. Μια μεγάλη μελέτη διαπίστωσε ότι οι γυναίκες που έτρωγαν τέσσερις ή περισσότερες μερίδες φρούτων καθημερινά εμφάνισαν σημαντικά καλύτερη πνευμονική λειτουργία σε μολυσμένα περιβάλλοντα, αν και δεν εμφανίστηκε στους άνδρες ανάλογο όφελος.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα μειωμένα οφέλη που παρατηρούνται στους άνδρες, μπορεί να οφείλονται στο ότι οι άνδρες τρώνε λιγότερα φρούτα από τις γυναίκες.

Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν πρόσφατα στο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας στο Άμστερνταμ από τη συγγραφέα της μελέτης Πίμπικα Κέσβρι [Pimpika Kaeswri], διδακτορική φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο του Λέστερ στο Ηνωμένο Βασίλειο.

«Η μελέτη μας επιβεβαίωσε ότι μια υγιεινή διατροφή συνδέεται με καλύτερη λειτουργία των πνευμόνων τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, ανεξάρτητα από την έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση», δήλωσε σε δελτίο Τύπου η Κέσβρι, η οποία σχεδιάζει να συνεχίσει την έρευνά της για να δει εάν η διατροφή μπορεί να επηρεάσει τις αλλαγές στην υγεία των πνευμόνων με την πάροδο του χρόνου.

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εκτεθειμένοι σε ατμοσφαιρική ρύπανση

Χρησιμοποιώντας δεδομένα από περίπου 200.000 άτομα στην UK Biobank, η ομάδα της Κέσβρι συνέκρινε την ποσότητα φρούτων, λαχανικών και δημητριακών ολικής αλέσεως που έτρωγαν οι άνθρωποι με την υγεία των πνευμόνων τους και την έκθεσή τους σε PM2.5 – μικροσκοπικά σωματίδια, μικρότερα από 2,5 μικρόμετρα, που βρίσκονται στον αέρα και προέρχονται από τις εξατμίσεις των οχημάτων και τα εργοστάσια.

Η ομάδα διαπίστωσε ότι για κάθε αύξηση 5 μικρογραμμαρίων ανά κυβικό μέτρο PM2.5 στον αέρα, τα άτομα που έτρωγαν λιγότερα φρούτα είδαν μια μείωση 78,1 χιλιοστόλιτρων στην ποσότητα αέρα που μπορούσαν να εκπνεύσουν σε ένα δευτερόλεπτο, σε σύγκριση με μια μείωση 57,5 ​​χιλιοστόλιτρων σε όσους έτρωγαν περισσότερα φρούτα – μια διαφορά 20,6 χιλιοστόλιτρων.

Δεδομένου ότι μόνο οι γυναίκες έτειναν να τρώνε περισσότερες από τέσσερις μερίδες φρούτων την ημέρα – η ομάδα με υψηλή πρόσληψη φρούτων – το μεγαλύτερο προστατευτικό όφελος παρατηρήθηκε στις αυτές. Οι άνδρες δεν εμφάνισαν παρόμοια προστατευτικά αποτελέσματα.

Η Κέσβρι σημείωσε ότι το όφελος μπορεί να προέρχεται από αντιοξειδωτικά και αντιφλεγμονώδεις ενώσεις που βρίσκονται φυσικά στα φρούτα και βοηθούν στην προστασία των πνευμόνων από βλάβες που προκαλούνται από μικροσκοπικά σωματίδια στον αέρα.

«Αυτές οι ενώσεις θα μπορούσαν να μετριάσουν το οξειδωτικό στρες και τη φλεγμονή που προκαλούνται από λεπτά σωματίδια, ενδεχομένως αντισταθμίζοντας ορισμένες από τις βλαβερές επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στη λειτουργία των πνευμόνων», αναφέρει.

Περισσότερο από το 90% του παγκόσμιου πληθυσμού εκτίθεται σήμερα σε επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης που υπερβαίνουν τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, σημειώνει η Κέσβρι, και η έκθεση σε υψηλότερα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης σχετίζεται με μειωμένη πνευμονική λειτουργία.

Πώς να μειώσετε την έκθεση σε ατμοσφαιρική ρύπανση PM2.5

Για να προστατευτείτε από τις βλαβερές συνέπειες της ατμοσφαιρικής ρύπανσης από PM2.5, η Δρ Τόρι Έντρες [Dr. Tori Endres], επίκουρη καθηγήτρια παιδιατρικής στο Τμήμα Παιδιατρικής Πνευμονολογίας στο Πανεπιστήμιο Case Western, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, συνιστά ορισμένα πρακτικά βήματα:

Παρακολουθείτε της ποιότητας του αέρα: Παρακολουθήστε τα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης PM2.5 μέσω του Δείκτη Ποιότητας Αέρα της Υπηρεσίας Προστασίας του Περιβάλλοντος, ο οποίος αναφέρει την ποιότητα του εξωτερικού αέρα για πέντε κύριους ατμοσφαιρικούς ρύπους, συμπεριλαμβανομένων των PM2.5. Όταν οι αναφορές ποιότητας του αέρα υποδεικνύουν υψηλά επίπεδα ρύπανσης, παραμείνετε σε εσωτερικούς χώρους και περιορίστε τις εξωτερικές δραστηριότητες, ειδικά σε περιόδους έντονης κυκλοφορίας ή βιομηχανικής δραστηριότητας.

Φιλτράρετε τον εσωτερικό αέρα: Χρησιμοποιήστε φίλτρα αέρα υψηλής απόδοσης για σωματίδια ή HEPA στο σπίτι σας για να μειώσετε τα επίπεδα PM2.5 σε εσωτερικούς χώρους. Κρατήστε τα παράθυρα και τις πόρτες κλειστά κατά τη διάρκεια των περιόδων υψηλής ρύπανσης για να αποτρέψετε την είσοδο βλαβερών σωματιδίων στον χώρο διαβίωσής σας.

Επιλέξτε προσεκτικά τις διαδρομές που κάνετε: Όταν η ποιότητα του εξωτερικού αέρα είναι κακή, επιλέξτε διαδρομές μακριά από πολυσύχναστους δρόμους ή ταξιδέψτε σε ώρες με αραιή κυκλοφορία για να μειώσετε την εισπνοή σωματιδίων από τα καυσαέρια των οχημάτων.

Φοράτε προστατευτικές μάσκες: Όταν είναι απαραίτητο να βρίσκεστε σε εξωτερικούς χώρους, να φοράτε πιστοποιημένες αναπνευστήρες N95 ή N99 για να μειώσετε την εισπνοή PM2.5. Αυτές οι μάσκες έχουν σχεδιαστεί για να φιλτράρουν τα λεπτά σωματίδια για να βοηθήσουν στη μείωση της εισπνοής PM2.5.

Η Έντρες τονίζει ότι η ρύπανση από PM2.5 δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Άλλοι ρύποι μπορούν επίσης να έχουν άμεσες, επικίνδυνες επιπτώσεις στο σώμα όπως κρίσεις άσθματος.

«Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η επαναλαμβανόμενη έκθεση μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία», δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times. «Άλλες διαταραχές που έχουν συνδεθεί με την ατμοσφαιρική ρύπανση είναι τα εγκεφαλικά επεισόδια, ο καρκίνος του πνεύμονα και οι μεταβολικές διαταραχές».

Ο Τζος Φ.Γ. Κουκ [Josh F.W. Cook], πρώην περιφερειακός διευθυντής της Υπηρεσίας Προστασίας του Περιβάλλοντος των ΗΠΑ, ο οποίος επίσης δεν συμμετείχε στη μελέτη, δήλωσε στην  Epoch Times ότι η δημοσίευση αυτής της έρευνας είναι «έγκαιρη, σχετική και απαραίτητη».

Τόνισε επίσης τη σημασία μιας ολιστικής προσέγγισης στην ευεξία – μιας προσέγγισης που υπερβαίνει την εστίαση σε οποιοδήποτε μεμονωμένο ζήτημα και λαμβάνει υπ’ όψιν τις πολλαπλές προκλήσεις υγείας που αντιμετωπίζουν σήμερα οι άνθρωποι.

Κοινό φάρμακο μειώνει στο μισό την επανεμφάνιση του καρκίνου του παχέος εντέρου

Σε πρόσφατη κλινική δοκιμή διαπιστώθηκε ότι μια χαμηλή δόση ασπιρίνης μείωσε στο μισό τον κίνδυνο επανεμφάνισης του καρκίνου του παχέος και του ορθού σε ασθενείς των οποίων οι όγκοι έφεραν συγκεκριμένη γενετική μετάλλαξη. Η ημερήσια λήψη μόλις 160 χιλιοστόγραμμων ασπιρίνης —περίπου μισό χάπι μιας τυπικής δόσης για ενήλικες— μείωσε την πιθανότητα υποτροπής του καρκίνου κατά περίπου 60 % σε μια συγκεκριμένη υποομάδα ασθενών.

Οι ασθενείς αυτοί είχαν μεταλλάξεις στο γονίδιο PI3K, το οποίο επηρεάζει περίπου το ένα τρίτο των περιστατικών καρκίνου του παχέος εντέρου. Η επικεφαλής της μελέτης, Δρ Άννα Μάρτλινγκ (Dr. Anna Martling), καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Καρολίνσκα της Στοκχόλμης, δήλωσε ότι το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό, καθώς η ασπιρίνη είναι «ένα φάρμακο ευρέως διαθέσιμο παγκοσμίως και εξαιρετικά φθηνό σε σύγκριση με πολλές σύγχρονες αντικαρκινικές θεραπείες».

Τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο New England Journal of Medicine, παρακολούθησε περισσότερους από 600 ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου που εμφάνιζαν γενετική μεταβολή στην οδό PI3K, σε 33 νοσοκομεία της Σουηδίας, της Δανίας, της Φινλανδίας και της Νορβηγίας.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι ασθενείς που λάμβαναν ασπιρίνη είχαν μικρότερη πιθανότητα να παρουσιάσουν ανάπτυξη ή επανεμφάνιση του καρκίνου μέσα σε τρία χρόνια, σε σύγκριση με εκείνους που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (placebo). Όλοι οι συμμετέχοντες είχαν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για καρκίνο σταδίου 2 ή 3 του παχέος ή του ορθού εντέρου. Οι ασθενείς χωρίστηκαν τυχαία ώστε να λαμβάνουν καθημερινά είτε 160 χιλιοστόγραμμα ασπιρίνης είτε ένα εικονικό σκεύασμα για τρία χρόνια. Η μελέτη δεν περιλάμβανε ασθενείς χωρίς τη μετάλλαξη στο γονίδιο PI3K.

Ανάλογα με το σημείο του γονιδίου στο οποίο βρισκόταν η μετάλλαξη, τα οφέλη από τη συμπληρωματική λήψη ασπιρίνης διέφεραν. Στην ομάδα με μετάλλαξη στις περιοχές εξόνιο 9 ή 20, ο κίνδυνος επανεμφάνισης του καρκίνου μειώθηκε κατά 51 %, ενώ σε ασθενείς με μεταλλάξεις σε άλλα τμήματα του γονιδίου η μείωση έφτασε το 58 %. Συνολικά, οι ασθενείς που λάμβαναν ασπιρίνη είχαν περίπου 55 % μικρότερη πιθανότητα να εμφανίσουν ξανά καρκίνο —λιγότερο από το μισό ποσοστό υποτροπών που καταγράφηκε στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Η Δρ Μάρτλινγκ επεσήμανε ότι η θεραπεία αυτή θα μπορούσε να ωφελήσει περισσότερο από το ένα τρίτο των ασθενών με καρκίνο του παχέος εντέρου —ένα σημαντικό ποσοστό από τους πάνω από 100 000 Αμερικανούς που διαγιγνώσκονται ετησίως με τη νόσο.

Αν και ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο η ασπιρίνη μειώνει την επανεμφάνιση του καρκίνου παραμένει άγνωστος, μια πιθανή εξήγηση είναι ότι επηρεάζει μονοπάτια ανάπτυξης των όγκων που σχετίζονται με το PI3K. Η ασπιρίνη μπλοκάρει μια πρωτεΐνη που προάγει την ανάπτυξη όγκων, την COX-2, ενώ το PI3K αυξάνει τα επίπεδά της. Έτσι, στους ασθενείς με μεταλλάξεις σε αυτή την οδό, η ασπιρίνη φαίνεται να αναστέλλει στοχευμένα τις διεργασίες που ευνοούν τον καρκίνο. Παράλληλοι μηχανισμοί περιλαμβάνουν τη μείωση της φλεγμονής και την αναστολή της λειτουργίας των αιμοπεταλίων, παράγοντες που επίσης συμβάλλουν στην ανάπτυξη των όγκων.

Οι οδηγίες θεραπείας αλλάζουν ήδη

Οι ερευνητές ανέφεραν ότι τα ευρήματα θα μπορούσαν να αλλάξουν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο οι γιατροί αντιμετωπίζουν πολλούς ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου.

Ο Δρ Ντέιβιντ Μπάγιορ (Dr. David Bajor), επίκουρος καθηγητής ιατρικής και μέλος του Case Comprehensive Cancer Center, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι τα αποτελέσματα έχουν ήδη οδηγήσει σε αλλαγές στα πρωτόκολλα του δικού του κέντρου, με την εισαγωγή γενετικού ελέγχου για τη μετάλλαξη αυτή σε πληθυσμούς που προηγουμένως δεν υποβάλλονταν σε τέτοιους ελέγχους. Εξήγησε ότι μέχρι πρόσφατα οι γιατροί πραγματοποιούσαν εξετάσεις για μεταλλάξεις PIK3CA μόνο σε ασθενείς με καρκίνο σταδίου 4, αλλά πλέον συνιστάται να εξετάζονται και όσοι βρίσκονται στα στάδια 2 και 3.

Η Δρ Μάρτλινγκ τόνισε ότι η έρευνα αναδεικνύει τη σημασία της ιατρικής ακριβείας και της χρήσης προηγμένων διαγνωστικών εργαλείων, τα οποία «επιτρέπουν εξατομικευμένες θεραπείες και την επαναξιοποίηση υπαρχόντων φαρμάκων για νέες εφαρμογές».

Προφίλ ασφάλειας και κίνδυνοι

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι παρενέργειες από τη μακροχρόνια λήψη χαμηλής δόσης ασπιρίνης ήταν σπάνιες. Παρ’ όλα αυτά, καταγράφηκε ένα περιστατικό σοβαρής γαστρεντερικής αιμορραγίας, ένα περιστατικό εγκεφαλικής αιμορραγίας και ένα αλλεργικής αντίδρασης.

Ο γαστρεντερολόγος Δρ Τζέισον Κόρενμπλιτ (Dr. Jason Korenblit) από το Ορλάντο της Φλόριντα, ο οποίος επίσης δεν συμμετείχε στη μελέτη, προειδοποίησε ότι ακόμη και η χαμηλή δόση ασπιρίνης ενέχει κινδύνους, όπως γαστρεντερική αιμορραγία, πεπτικά έλκη και αιμορραγικό εγκεφαλικό, καθώς και πιθανές αρνητικές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα.

Επεσήμανε ότι «οι ασθενείς με ιστορικό ελκών, αιμορραγικών διαταραχών, χρήση αντιπηκτικών ή αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας» —όπως οι ηλικιωμένοι και όσοι πάσχουν από νεφρική νόσο— διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο. Πρόσθεσε ότι η ασπιρίνη μπορεί να ερεθίσει το γαστρικό τοίχωμα και ότι άτομα με ταυτόχρονη χρήση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (NSAID), λοίμωξη από H. pylori ή άλλους παράγοντες κινδύνου ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αυξημένες επιπλοκές.

Οι ερευνητές σκοπεύουν να συνεχίσουν την ανάλυση των δεδομένων, εξετάζοντας και παράγοντες όπως το φύλο και το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, που ενδέχεται να επηρεάζουν τα αποτελέσματα.

Ο Δρ Ρατζ Ντασγκούπτα (Dr. Raj Dasgupta), ιατρός πιστοποιημένος σε πνευμονολογία, εντατική και ιατρική ύπνου, προειδοποίησε ότι οι ασθενείς με καρκίνο δεν πρέπει να λαμβάνουν ασπιρίνη χωρίς ιατρική καθοδήγηση. Υπογράμμισε ότι τα οφέλη εμφανίστηκαν κυρίως σε ασθενείς με μεταλλάξεις στην οδό PI3K, γεγονός που σημαίνει ότι η ασπιρίνη δεν θα ωφελήσει όλους με τον ίδιο τρόπο.

Για τον λόγο αυτόν, συνέστησε οι ενδιαφερόμενοι να συζητούν πάντα πρώτα με τον ογκολόγο τους, ο οποίος μπορεί να αξιολογήσει το γενετικό προφίλ και τη συνολική υγεία τους ώστε να διαπιστώσει αν η ασπιρίνη αποτελεί κατάλληλη επιλογή θεραπείας.

Η συμβολή του καλίου στη μείωση της αρρυθμίας

Μια απλή διατροφική προσαρμογή μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα για τους καρδιοπαθείς. Σύμφωνα με νέα έρευνα, η αύξηση των επιπέδων καλίου μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης επικίνδυνων καρδιακών αρρυθμιών κατά σχεδόν ένα τέταρτο.

Στους συμμετέχοντες στην ομάδα θεραπείας αυξήθηκαν τα επίπεδα καλίου σε 4,5 έως 5,0 χιλιοστόλιτρα ανά λίτρο (mmol/L) μέσω της διατροφής, των συμπληρωμάτων ή/και των φαρμάκων.

Η θεραπεία πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς που είχαν εμφυτευμένο καρδιομετατροπέα-απινιδωτή, μια συσκευή που τοποθετείται χειρουργικά και είναι μεγαλύτερη από έναν βηματοδότη.

Ο βηματοδότης είναι μια μικρή συσκευή που εμφυτεύεται χειρουργικά και βοηθά στη ρύθμιση του αργού ή ακανόνιστου καρδιακού παλμού, στέλνοντας ηλεκτρικά ερεθίσματα για τη διατήρηση ενός σταθερού ρυθμού.

Ο κ/μ-απινιδωτής, από την άλλη πλευρά, παρακολουθεί την καρδιά και παρέχει ηλεκτρικό σοκ για να διορθώσει τους γρήγορους καρδιακούς ρυθμούς, κάτι που μπορεί να αποτρέψει την αιφνίδια καρδιακή ανακοπή.

Κατά τη διάρκεια μιας μέσης παρακολούθησης 3,3 ετών, οι ασθενείς με υψηλότερα επίπεδα καλίου είχαν σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα στο New England Journal of Medicine.

Ο κύριος στόχος ήταν να διαπιστωθεί εάν η προσέγγιση αυτή μπορούσε να μειώσει τα επεισόδια επικίνδυνων καρδιακών αρρυθμιών, τις νοσηλείες και τους θανάτους.

Κύρια ευρήματα της μελέτης

Η μελέτη επικεντρώθηκε σε ασθενείς με εμφυτευμένους κ/μ-απινιδωτές. Οι ασθενείς ξεκίνησαν τη δοκιμή με φυσιολογικά και χαμηλά αρχικά επίπεδα καλίου στα 4,3 mmol/L ή χαμηλότερα.

Στη συνέχεια, οι ασθενείς αύξησαν τα επίπεδα καλίου τους, είτε μέσω διατροφής είτε με συμπληρώματα είτε με φαρμακευτική αγωγή. Η αύξηση και η διατήρηση ενός υψηλού φυσιολογικού επιπέδου καλίου στα 4-5 mmol/L είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση κατά 24% του κινδύνου εμφάνισης σοβαρών καρδιακών αρρυθμιών. Το κάλιο είναι απαραίτητο για τη δημιουργία καρδιακών παλμών, επομένως τα χαμηλά επίπεδα καλίου μπορεί να οδηγήσουν σε ακανόνιστο καρδιακό παλμό.

Ένα σημαντικό αποτέλεσμα ήταν ότι υπήρξαν λιγότερες επείγουσες επεμβάσεις από εμφυτευμένους απινιδωτές — 15,3% στην ομάδα με υψηλότερα από το φυσιολογικό επίπεδα καλίου έναντι 20,3% στην ομάδα ελέγχου.

Οι νοσηλείες για αρρυθμίες και καρδιακή ανεπάρκεια ήταν επίσης λιγότερο συχνές μεταξύ των ατόμων με υψηλότερα επίπεδα καλίου.

Όσον αφορά την ασφάλεια, νοσηλείες λόγω πολύ υψηλών ή πολύ χαμηλών επιπέδων καλίου σημειώθηκαν στο 1% και των δύο ομάδων, ενώ θάνατοι αναφέρθηκαν στο 5,7% της ομάδας με υψηλά φυσιολογικά επίπεδα σε σύγκριση με το 6,8% της ομάδας ελέγχου, μια διαφορά που οι ερευνητές δεν θεώρησαν στατιστικά σημαντική.

Η Δρ Κάρολυν Λαμ , καρδιολόγος και ανώτερη σύμβουλος στο Εθνικό Καρδιολογικό Κέντρο της Σιγκαπούρης, η οποία πρωτοστάτησε στην ίδρυση της πρώτης Κλινικής Καρδιάς Γυναικών στη Σιγκαπούρη και η οποία δεν συμμετείχε στη δοκιμή, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι τα ευρήματα ισχύουν ειδικά για ασθενείς που έχουν εμφυτευμένους απινιδωτές, διατρέχουν υψηλό κίνδυνο αρρυθμιών και έχουν αρχικό κάλιο που δεν υπερβαίνει τα 4,3 mmol/L.

Η Δρ Λαμ είπε ότι τα επίπεδα καλίου έχουν μια σχέση σχήματος U με τα αποτελέσματα για την υγεία, που σημαίνει ότι τόσο τα υψηλά όσο και τα χαμηλά επίπεδα ενδέχεται να οδηγήσουν σε ανεπιθύμητα συμβάντα.

«Επομένως, είναι σημαντικό οι ασθενείς να γνωρίζουν το επίπεδο καλίου τους πριν εφαρμόσουν οτιδήποτε στον εαυτό τους», είπε.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα για τους ασθενείς

Αν και η μελέτη διεξήχθη μόνο σε ασθενείς που είχαν ήδη εμφυτευμένο καρδιομετατροπέα-απινιδωτή, ο καθηγητής Χέννινγκ Μπούντγκααρντ, κύριος συγγραφέας της μελέτης, δήλωσε ότι τα ευρήματα μπορεί να ισχύουν για πολλούς ασθενείς, ειδικά για όσους έχουν καρδιαγγειακή νόσο που σχετίζεται με υψηλό κίνδυνο κοιλιακής αρρυθμίας.

Ο Δρ Ίαν Τζ. Νήλαντ, αναπληρωτής καθηγητής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Case Western Reserve και διευθυντής του Κέντρου Καρδιαγγειακής Πρόληψης των Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων, ο οποίος δεν συμμετείχε στη δοκιμή, ανέφερε ότι οι ασθενείς πρέπει να συζητήσουν με τον γιατρό τους το πώς θα διατηρήσουν το κάλιο στον οργανισμό τους σε φυσιολογικά επίπεδα. Όπως παρατήρησε, οι ασθενείς πρέπει να φροντίζουν να λαμβάνουν φάρμακα που βοηθούν τον οργανισμό να διατηρεί το κάλιο, τα οποία περιλαμβάνουν τη σπιρονολακτόνη και την επλερενόνη, σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες γραμμές για ασθενείς με εμφυτευμένα καρδιακά μηχανήματα.

Τρόφιμα που αυξάνουν το κάλιο είναι οι μπανάνες, οι σταφίδες, τα δαμάσκηνα, το μπρόκολο, οι πατάτες και ο τόνος.

Ο Δρ Νήλαντ πρόσθεσε ότι οι ασθενείς πρέπει επίσης να ειδοποιούν τον γιατρό τους εάν εμφανίσουν οποιαδήποτε κατάσταση που θα μπορούσε να μειώσει απότομα τα επίπεδα καλίου τους, όπως διάρροια ή έμετος.

«Πρέπει να μιλήσουν με τον γιατρό τους για να βρουν τις καλύτερες στρατηγικές για να διατηρήσουν το κάλιο στο υψηλό φυσιολογικό εύρος», τόνισε.

Η τυχαία ανακάλυψη πιθανής μεθόδου διόρθωσης της όρασης χωρίς τομές

Ένας καθηγητής χημείας που προσπαθούσε να θερμάνει χόνδρο με ηλεκτρικό ρεύμα έκανε ένα λάθος που μπορεί να αλλάξει την οφθαλμική χειρουργική. Ο Μάικλ Χιλ του Occidental College χρησιμοποίησε κατά λάθος πολύ λίγο ρεύμα στο πείραμά του και ανακάλυψε τυχαία μια μέθοδο που μπορεί να αντικαταστήσει τη μέθοδος διόρθωσης της όρασης LASIK με μια πιο ήπια θεραπεία που αναδιαμορφώνει τον κερατοειδή χιτώνα χωρίς να κόβει το μάτι.

Η ανακάλυψη μπορεί να προσφέρει ελπίδα σε εκατομμύρια ανθρώπους με προβλήματα όρασης που επιθυμούν μια εναλλακτική λύση στα γυαλιά και τους φακούς επαφής, αλλά φοβούνται τους κινδύνους της LASIK. Αν και η χειρουργική επέμβαση με λέιζερ στα μάτια είναι γενικά επιτυχής, περιλαμβάνει τομή στο μάτι και μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές, όπως ξηροφθαλμία, προβλήματα όρασης και, σε σπάνιες περιπτώσεις, σοβαρές παρενέργειες.

Η ευτυχής σύμπτωση πίσω από την ανακάλυψη

Η ανακάλυψη έγινε εντελώς τυχαία, όταν ο Χιλ και ο συνεργάτης του, ο Δρ Μπράιαν Ουόνγκ, καθηγητής ωτορινολαρυγγολογίας και χειρουργικής κεφαλής και τραχήλου στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας-Ίρβαϊν, ήταν απογοητευμένοι από τις προσπάθειές τους να αναδιαμορφώσουν τον χόνδρο χρησιμοποιώντας λέιζερ.

Ο Χιλ είπε ότι αποφάσισαν να δοκιμάσουν να θερμάνουν το υλικό χρησιμοποιώντας ηλεκτρικό ρεύμα, αλλά κατά λάθος χρησιμοποίησαν πολύ μικρότερο ρεύμα από αυτό που σκόπευαν. Περίμεναν να δουν τον χόνδρο να φουσκώνει και να τρέμει. Ωστόσο, όταν ο Ουόνγκ άγγιξε τον χόνδρο, δεν ήταν ζεστός, γεγονός που υποδηλώνει ότι υπήρχε κάποιο άλλο φαινόμενο.

Ενώ ο Ουόνγκ είναι ιατρός, ο Χιλ είναι φυσικός-χημικός, και η συνεργασία τους τους επέτρεψε να συνδέσουν τα σημεία.

Τα χαμηλά ηλεκτρικά ρεύματα αλλάζουν το pH του χόνδρου, χαλαρώνοντας τους μοριακούς δεσμούς και καθιστώντας τους ιστούς πιο εύπλαστους.

«Είναι σαν να πρόκειται για ηλεκτροχημεία», είπε ο Γουόνγκ. «Αυτό είναι υδρογόνο και οξυγόνο που εξελίσσονται, οπότε η ανακάλυψη έγινε εξ ολοκλήρου τυχαία στον χόνδρο — 100% τυχαία».

Εναλλακτική λύση στη χάραξη του ματιού με λέιζερ

Η ομάδα του Χιλ έχει αναπτύξει μια τεχνική που ονομάζεται ηλεκτρομηχανική αναδιαμόρφωση (EMR) και χρησιμοποιεί μικρά ηλεκτρικά ρεύματα για να κάνει τον κερατοειδή χιτώνα – το διαυγές, θολωτό μπροστινό μέρος του ματιού – πιο εύπλαστο ώστε στη συνέχεια να τον διαμορφώσει στο σωστό σχήμα.

Το ηλεκτρικό ρεύμα κάνει τον ιστό του κερατοειδούς πιο εύπλαστο, σαν πηλό. Μόλις σταματήσει το ρεύμα, ο ιστός σταθεροποιείται στη νέα του διαμόρφωση.

Σε δοκιμές σε μάτια κουνελιών, η διαδικασία διήρκεσε περίπου ένα λεπτό – συγκρίσιμη με την ταχύτητα της LASIK, αλλά χωρίς τομές, ακριβό εξοπλισμό λέιζερ ή αφαίρεση ιστού.

Ο κερατοειδής χιτώνας εστιάζει το φως στον αμφιβληστροειδή. Αν είναι παραμορφωμένος, η όραση γίνεται θολή. Η χειρουργική επέμβαση LASIK διορθώνει αυτό το πρόβλημα χρησιμοποιώντας λέιζερ για να κάψει μια μικρή ποσότητα υλικού και να αναδιαμορφώσει τον κερατοειδή χιτώνα, αλλά είναι μια επεμβατική διαδικασία με πιθανούς κινδύνους.

«Η LASIK είναι απλώς ένας φανταχτερός τρόπος για να κάνεις παραδοσιακή χειρουργική επέμβαση. Εξακολουθεί να είναι αποκοπή ιστού – απλώς γίνεται με λέιζερ», δήλωσε ο Χιλ, ο οποίος παρουσίασε τα ευρήματά του στην φθινοπωρινή συνάντηση της Αμερικανικής Χημικής Εταιρείας, που πραγματοποιήθηκε στις 17-21 Αυγούστου.

Η ομάδα επανέλαβε τη διαδικασία στα μάτια 12 κουνελιών, εκ των οποίων τα 10 είχαν προσομοιωμένη μυωπία. Σε όλες τις περιπτώσεις, η θεραπεία ρύθμισε την εστιακή δύναμη του ματιού, υποδεικνύοντας το δυναμικό για διόρθωση της όρασης. Τα κύτταρα των ματιών επέζησαν επειδή οι ερευνητές έλεγξαν προσεκτικά τα επίπεδα οξύτητας του ιστού.

Απέδειξαν επίσης ότι η τεχνική μπορεί να αντιστρέψει κάποια θολότητα του κερατοειδούς που προκαλείται από χημική βλάβη, η οποία επί του παρόντος απαιτεί μεταμόσχευση κερατοειδούς.

Ο Χιλ και ο Ουόνγκ ερευνούν τώρα εάν ο κερατοειδής μπορεί να αναδιαμορφωθεί χωρίς τομές, χρησιμοποιώντας EMR.

Ο Δρ Τζέιμς Ρ. Κέλλυ, οφθαλμίατρος στο Kelly Vision και διευθυντής της Εκπαίδευσης Διαθλαστικής Χειρουργικής στο Northwell Health στη Νέα Υόρκη, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η EMR θα μπορούσε θεωρητικά να εξαλείψει την μυωπία.

«Δεν υπάρχει πτερύγιο που να μετατοπίζεται, δεν γίνεται αφαίρεση ιστού με λέιζερ και υπάρχει μικρότερη διαταραχή στην παροχή νεύρων στον κερατοειδή», είπε. Αυτό θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα λιγότερα συμπτώματα ξηροφθαλμίας μετά τη χειρουργική επέμβαση.

«Επιπλέον, εάν η EMR αποδειχθεί αναστρέψιμη, αυτό θα ήταν ένα σημαντικό πλεονέκτημα ασφάλειας σε σχέση με τις τρέχουσες θεραπείες που βασίζονται στο λέιζερ», πρόσθεσε.

Μεγαλύτερη ασφάλεια και προσβασιμότητα

Ο Χιλ σημείωσε ότι ο στόχος της ομάδας ήταν να βρει μια τεχνική που να είναι πιο προσβάσιμη και ασφαλής από τις τρέχουσες θεραπείες που βασίζονται στο λέιζερ.

Ωστόσο, η EMR μεταβάλλει προσωρινά το pH του ιστού και υπάρχουν «πιθανοί κίνδυνοι», οι οποίοι μπορούν να επιλυθούν μόνο μέσω ζωντανής μελέτης, είπε.

«Έχουμε δεδομένα από ex vivo δείγματα που υποδηλώνουν ότι η ηλεκτροχημική τεχνική δεν προκαλεί οξείες αλλαγές στην υποκείμενη δομή κολλαγόνου του κερατοειδούς ούτε άμεση κυτταρική νέκρωση, αλλά αυτά τα δεδομένα είναι πάρα πολύ περιορισμένα», είπε ο Χιλ.

Ο Κέλλυ είπε ότι η μεγαλύτερη ανησυχία του είναι αν η αναδιαμόρφωση διατηρείται σε βάθος χρόνου και κατά πόσο παραμένει ομοιόμορφη.

Σημείωσε ότι ο κερατοειδής είναι «βιολογικά ενεργός» και η δομή του κολλαγόνου και η ενυδάτωσή του μπορούν να αλλάξουν με την επούλωση, τη γήρανση ή τη φλεγμονή. Χωρίς μακροπρόθεσμα δεδομένα in vivo, «δεν γνωρίζουμε αν το διαθλαστικό αποτέλεσμα θα υποχωρήσει, θα μεταβληθεί απρόβλεπτα ή θα επηρεάσει τη διαφάνεια του κερατοειδούς».

Η ανθεκτικότητα, η σταθερότητα και η οπτική ποιότητα για πολλά χρόνια θα είναι βασικά κριτήρια για την EMR προτού αυτή θεωρηθεί βιώσιμη εναλλακτική λύση της LASIK, δήλωσε, παρατηρώντας ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον είκοσι χρόνια προτού αυτή η τεχνική καταστεί εμπορικά διαθέσιμη — αν ποτέ καταστεί.

Ενώ η αβεβαιότητα για τη χρηματοδότηση έχουν προσωρινά σταματήσει την πρόοδο, ο Χιλ παραμένει αισιόδοξος, σημειώνοντας ότι υπάρχει «πολύς δρόμος» μεταξύ αυτού που έχει επιτευχθεί και της κλινικής χρήσης.

«Τα επόμενα βήματά μας είναι σίγουρα η διεξαγωγή μιας μελέτης σε ζωντανά ζώα».

Πρωινό με δημητριακά… αλλά τι δημητριακά;

Νέα έρευνα αποκαλύπτει σημαντική μείωση της διατροφικής ποιότητας των δημητριακών για το πρωινό των παιδιών τα τελευταία 13 χρόνια. Τα προϊόντα που κυκλοφόρησαν πρόσφατα περιέχουν πλέον 1/3 περισσότερο λίπος και νάτριο.

Τα δημητριακά για παιδιά περιέχουν επίσης υψηλά επίπεδα ζάχαρης, με μία μερίδα να υπερβαίνει το 45% του ημερήσιου ορίου που συνιστά η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία για τα παιδιά. Οι ερευνητές σημείωσαν ότι αυτές οι τάσεις «δίνουν προτεραιότητα στη γεύση έναντι της διατροφικής ποιότητας», συμβάλλοντας στην παιδική παχυσαρκία και σε μακροπρόθεσμους κινδύνους για την καρδιαγγειακή υγεία.

Η ερευνητική επιστολή που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο JAMA Network Open ανέλυσε 1.200 νέα προϊόντα δημητριακών για παιδιά που κυκλοφόρησαν μεταξύ 2010 και 2023. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η περιεκτικότητα σε λιπαρά ανά μερίδα αυξήθηκε από 1,13 γραμμάρια το 2010 σε 1,51 γραμμάρια το 2023, σημειώνοντας αύξηση 33,6%. Τα επίπεδα νατρίου αυξήθηκαν από 156 χιλιοστόγραμμα σε 206 χιλιοστόγραμμα ανά μερίδα, σημειώνοντας αύξηση 32,1%.

Η ποσότητα ζάχαρης σε αυτά τα δημητριακά αυξήθηκε κάπως λιγότερο, κατά 10,9%, από 10,28 γραμμάρια σε 11,40 γραμμάρια ανά μερίδα.

Η περιεκτικότητα σε νάτριο και λίπος παρουσίασε τις πιο έντονες αυξήσεις κατά τη διάρκεια της μελέτης, ενώ η αύξηση της ζάχαρης ήταν λιγότερο σημαντική.

Εν τω μεταξύ, η περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες μειώθηκε από 1,97 γραμμάρια το 2010 σε 1,69 γραμμάρια το 2023, ενώ οι διαιτητικές ίνες μειώθηκαν από 3,82 γραμμάρια το 2021 σε 2,94 γραμμάρια το 2023.

«Αυτές οι τάσεις υποδηλώνουν μια πιθανή προτεραιότητα της γεύσης έναντι της διατροφικής ποιότητας στην ανάπτυξη των προϊόντων, συμβάλλοντας πιθανά στην παιδική παχυσαρκία και στους μακροπρόθεσμους κινδύνους για την καρδιαγγειακή υγεία», έγραψαν οι συγγραφείς.

Οι ερευνητές σημείωσαν ότι οι περισσότερες νέες κυκλοφορίες δημητριακών αφορούσαν αλλαγές στη συσκευασία ή αναδιατυπώσεις και όχι εντελώς νέα προϊόντα, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι κατασκευαστές τροποποιούν τα υπάρχοντα προϊόντα ώστε να είναι λιγότερο θρεπτικά.

Κακό πρωινό σημαίνει κακή αρχή και κακή συνέχεια

Οι επιπτώσεις εκτείνονται πέρα από τις μεμονωμένες μερίδες. Το πρωινό καθορίζει τον «μεταβολικό τόνο» για όλη την ημέρα, σημείωσε η Κάρι Λουπόλι, διατροφολόγος, ειδικός συμπεριφοράς και ιδρύτρια της Disruptive Nutrition, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη.

«Όταν τα παιδιά ξεκινούν τη μέρα τους με ένα μπολ ζαχαρούχα δημητριακά, έχουν μία απότομη αύξηση του σακχάρου στο αίμα, η οποία ακολουθείται από πτώση, με αποτέλεσμα να νιώθουν κουρασμένα, ευερέθιστα και πεινασμένα μια ώρα αργότερα», δήλωσε η Λουπόλι στην εφημερίδα The Epoch Times.

Το διαδικτυακό περιεχόμενο που προωθεί δημητριακά πρωινού με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη παίζει επίσης ρόλο στο τι ζητούν τα παιδιά από τους γονείς τους να αγοράσουν, επιδεινώνοντας το πρόβλημα, παρατήρησε η Σωτηρία Έβερετ, διαιτολόγος και κλινική βοηθός καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Stony Brook της Νέας Υόρκης.

Ωστόσο, όπως τόνισε, οι γονείς διατηρούν τον τελικό έλεγχο. «Σκεφτόμαστε και παίρνουμε αποφάσεις για το φαγητό πολλές φορές την ημέρα. Και ως γονείς, παίρνετε αυτή την απόφαση για τον εαυτό σας και τους άλλους».

Υγιεινές εναλλακτικές λύσεις για ένα θρεπτικό πρωινό 

Η Λουπόλι διδάσκει στις οικογένειες να φτιάχνουν το πρωινό τους με βάση την ισορροπία πρωτεϊνών, λιπών και υδατανθράκων (ΠΛΥ), προσέγγιση απλή και εύκολη.

Οι γρήγορες επιλογές με ισορροπία των ΠΛΥ που προτείνει περιλαμβάνουν σάντουιτς με αυγό, αβοκάντο και ψωμί ολικής αλέσεως ή τυρί cottage με φέτες μπανάνας και σπόρους τσία.

«Αν θέλετε να ετοιμάσετε κάτι από την προηγουμένη, δοκιμάστε τα υπόλοιπα από κοτόπουλο ή γαλοπούλα με ψητές γλυκοπατάτες και μερικά κυβάκια τυρί», προτείνει.

Η Έβερετ συνιστά ένα πρωινό πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά που παρέχει στα παιδιά πρωτεΐνες και αυτό που αποκαλεί «ξεχασμένο θρεπτικό συστατικό», το ασβέστιο.

Συνιστά το γιαούρτι ως μια θρεπτική εναλλακτική λύση, καθώς προσφέρει ασβέστιο και πρωτεΐνες που υποστηρίζουν την υγεία των παιδιών.

Αν και η έρευνα αυτή επικεντρώθηκε σε δημητριακά που κυκλοφόρησαν πρόσφατα και δεν αντιπροσωπεύει το σύνολο της αγοράς δημητριακών, οι ερευνητές τόνισαν την ανάγκη να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στις διατροφικές ανάγκες των παιδιών, όσον αφορά την ποιότητα των επεξεργασμένων τροφίμων. Ζητούν επίσης να καταβληθούν μεγαλύτερες προσπάθειες στον τομέα της δημόσιας υγείας για την αντιμετώπιση αυτών των τάσεων και την προώθηση πιο υγιεινών επιλογών για το πρωινό των παιδιών.

Το εκχύλισμα ζυμωμένης στέβιας σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα του παγκρέατος

Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Χιροσίμα ανακάλυψαν ότι το εκχύλισμα ζυμωμένης στέβιας μπορεί να καταπολεμήσει τον καρκίνο του παγκρέατος χωρίς να βλάψει τα υγιή κύτταρα, καθιστώντας το πιθανώς κάτι περισσότερο από ένα υποκατάστατο ζάχαρης χωρίς θερμίδες.

Χαρακτηριστική του καρκίνου του παγκρέατος είναι η αντοχή του στις υπάρχουσες θεραπείες, όπως η χειρουργική επέμβαση, η χημειοθεραπεία και η ακτινοθεραπεία.

«Σε παγκόσμιο επίπεδο, τα κρούσματα και οι θάνατοι από καρκίνο του παγκρέατος αυξάνονται, με το ποσοστό της πενταετούς επιβίωσης από τη διάγνωση να μην ξεπερνά το 10%», δήλωσε σε δήλωση Τύπου η Ναρανταλάι Ντανσιτσουντόλ (Narandalai Danshiitsoodol), μία από τους συγγραφείς της μελέτηςκαι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Χιροσίμα.

Υπάρχει ανάγκη εύρεσης νέων, αποτελεσματικών ουσιών για την καταπολέμηση του καρκίνου, ιδίως ουσιών που προέρχονται από φαρμακευτικά φυτά, δήλωσε η Ντανσιτσουντόλ.

Η ζύμωση απελευθερώνει την αντικαρκινική δύναμη

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο International Journal of Molecular Sciences, διαπίστωσε ότι όταν η στέβια ζυμώνεται με ένα προβιοτικό, το εκχύλισμα που προκύπτει σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα του παγκρέατος, χωρίς να βλάπτει τα υγιή κύτταρα των νεφρών. Το ζυμωμένο εκχύλισμα ανέστειλε την ανάπτυξη του καρκίνου, αλλά δεν έβλαψε τα φυσιολογικά κύτταρα.

Η ερευνητική ομάδα ζύμωσε εκχύλισμα φύλλων στέβιας χρησιμοποιώντας το προβιοτικό Lactobacillus plantarumSN13T, ένα ευεργετικό βακτήριο που βρίσκεται συνήθως σε ζυμωμένα τρόφιμα όπως τα τουρσιά και το κίμτσι. Οι ερευνητές σημείωσαν ότι η ζύμωση του εκχυλίσματος με βακτήρια μπορεί να αλλάξει τη δομή του και να παράγει ευεργετικές ενώσεις που ονομάζονται βιοδραστικοί μεταβολίτες.

«Η μικροβιακή βιομετατροπή είναι μία αποτελεσματική μέθοδος για την ενίσχυση της φαρμακολογικής αποτελεσματικότητας των φυσικών φυτικών εκχυλισμάτων», δήλωσε σε δελτίο τύπου ο Μασανόρι Σουγκιγιάμα, καθηγητής μικροβιολογίας και βιοτεχνολογίας και ένας από τους συγγραφείς της μελέτης.

Το εργαστήριο του Σουγκιγιάμα έχει μελετήσει περισσότερα από 1.200 στελέχη βακτηρίων από φρούτα, λαχανικά, λουλούδια και φαρμακευτικά φυτά, αξιολογώντας τα οφέλη τους για την υγεία.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το εκχύλισμα ζυμωμένων φύλλων στέβιας (FSLE) ήταν πιο αποτελεσματικό για την εξόντωση των καρκινικών κυττάρων από τη μη ζυμωμένη εκδοχή.

Ο Σουγκιγιάμα ανάφερε ότι το FSLE ήταν λιγότερο επιβλαβές και για τα κύτταρα HEK-293, τα οποία είναι ανθρώπινα νεφρικά κύτταρα που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη. Ακόμη και στην υψηλότερη δόση που δοκιμάστηκε, το FSLE προκάλεσε ελάχιστη βλάβη σε αυτά τα κύτταρα.

Αυτό είναι σημαντικό επειδή η συμβατική χημειοθεραπεία, με ουσίες όπως η σισπλατίνη, μπορεί να βλάψει τα νεφρά, ειδικά το αριστερό, το οποίο βρίσκεται δίπλα στο πάγκρεας.

Προσδιορίζοντας τον βασικό αντικαρκινικό παράγοντα

Περαιτέρω ανάλυση προσδιόρισε μια ένωση που ονομάζεται μεθυλεστέρας χλωρογενικού οξέος (CAME) ως τον βασικό αντικαρκινικό παράγοντα. Η ζύμωση μείωσε την ποσότητα του χλωρογενικού οξέος – ενός προδρόμου του CAME – στο εκχύλισμα κατά έξι φορές, μια αλλαγή που προκλήθηκε από βακτηριακά ένζυμα, σύμφωνα με την Ντανσιτσουντόλ.

«Αυτή η μικροβιακή μετατροπή πιθανότατα οφείλεται σε συγκεκριμένα ένζυμα του στελέχους βακτηρίων που χρησιμοποιήθηκε», σημείωσε.

Βρέθηκε ότι το CAME εμποδίζει την πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων, προκαλεί την αυτοκαταστροφή τους και αλλάζει την έκφραση βασικών γονιδίων, έτσι ώστε τα καρκινικά κύτταρα να είναι πιο ευάλωτα.

Τα πειράματα διεξήχθησαν σε καρκινικά κύτταρα που καλλιεργήθηκαν σε εργαστηριακά πιάτα και όχι σε ζωντανούς οργανισμούς. Οι ερευνητές σχεδιάζουν να διεξαγάγουν στο μέλλον δοκιμές σε ποντίκια για να κατανοήσουν καλύτερα πώς διαφορετικές δόσεις του ζυμωμένου εκχυλίσματος επηρεάζουν ολόκληρο το σώμα.

Τόνισαν ότι τα αποτελέσματα της μελέτης τους βοηθούν να εξηγηθεί πώς τα προβιοτικά βακτήρια ενισχύουν τις αντικαρκινικές επιδράσεις των φυτικών φαρμάκων. Η Ντανσιτσουστόλ σημείωσε ότι η μελέτη προάγει σημαντικά την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο το στέλεχος Lactobacillus plantarum SN13T λειτουργεί στη ζύμωση φυτικών εκχυλισμάτων και προσφέρει επίσης πληροφορίες για τη χρήση προβιοτικών ως φυσικών αντικαρκινικών παραγόντων.

Ασφάλεια και οφέλη της στέβιας

Ο Δρ Τζόζεφ Μέρκολα, πιστοποιημένος οικογενειακός γιατρός που δεν συμμετείχε στη μελέτη, χαρακτήρισε την έρευνα «ισχυρή υπενθύμιση» ότι φυτά όπως η στέβια προσφέρουν, εκτός από γλυκύτητα, ενώσεις που υποστηρίζουν τη μακροπρόθεσμη υγεία.

Ο Μέρκολα σημείωσε ότι το εκχύλισμα στέβιας είναι μια «πολύ πιο υγιεινή» εναλλακτική λύση αντί για τεχνητά γλυκαντικά όπως η ασπαρτάμη, η σουκραλόζη ή η σακχαρίνη. «Σε αντίθεση με τις συνθετικές επιλογές που τείνουν να διαταράσσουν τα βακτήρια του εντέρου ή προκαλούν μεταβολικές αλλαγές, το καθαρό εκχύλισμα στέβιας – το οποίο έχει σχεδόν μηδενικό γλυκαιμικό δείκτη – έχει ελάχιστη έως καμία επίδραση στο σάκχαρο του αίματος ή στην ινσουλίνη», πρόσθεσε.

Ωστόσο, προειδοποίησε ότι τα γλυκαντικά που αναμιγνύονται με στέβια – όπως αυτά που περιέχουν δεξτρόζη ή μαλτοδεξτρίνη – μπορεί να αυξήσουν το σάκχαρο του αίματος εάν ληφθούν σε μεγάλες ποσότητες.