Σάββατο, 17 Ιαν, 2026

Οι Ευρωπαίοι καλωσορίζουν την πρόταση Τραμπ για τριμερείς συνομιλίες για την ειρήνη στην Ουκρανία

Θερμή υποδοχή βρήκε στους Ευρωπαίους ηγέτες η νέα προσπάθεια του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Πλήθος αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της Ευρώπης δεσμεύτηκαν να διατηρήσουν την πίεση στη Μόσχα, στηρίζοντας ταυτόχρονα την πρόταση Τραμπ για τριμερή σύνοδο, με τη συμμετοχή Κιέβου, Ουάσιγκτον και Μόσχας, με στόχο την κατάπαυση του πυρός και τη διαπραγμάτευση ειρήνης.

Ο Τραμπ ενημέρωσε, στις 16 Αυγούστου, Ευρωπαίους ομολόγους του και τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, αμέσως μετά τη σύνοδό του με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, που είχε προηγηθεί στην Άνκορατζ της Αλάσκας.

Αν και η κρίσιμη αυτή συνάντηση δεν απέφερε άμεση κατάπαυση του πυρός, τόσο ο Τραμπ όσο και ο Πούτιν έκαναν λόγο για «βάση» με σκοπό μελλοντικές διαπραγματεύσεις.

Με κοινή δήλωση το Σάββατο, οι Εμανουέλ Μακρόν, Τζόρτζια Μελόνι, Φρίντριχ Μερτς, Κιρ Στάρμερ, Αλεξάντερ Στουμπ, Ντόναλντ Τουσκ, Αντόνιο Κόστα και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν χαιρέτησαν τις πρωτοβουλίες Τραμπ.

Στο κείμενο τονίζεται: «Οι ηγέτες υποδέχθηκαν τις προσπάθειες του προέδρου Τραμπ για τον τερματισμό της αιματοχυσίας στην Ουκρανία, για τον τερματισμό της ρωσικής επιθετικότητας και για την επίτευξη δίκαιης και διαρκούς ειρήνης».

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη για αδιαπραγμάτευτες εγγυήσεις ασφαλείας προς την Ουκρανία, ενώ τονίζεται ότι η Ρωσία δεν μπορεί να ασκήσει βέτο στην πορεία ένταξης της Ουκρανίας σε Ε.Ε. και ΝΑΤΟ.

Οι ευρωπαίοι ηγέτες δηλώνουν έτοιμοι να στηρίξουν την πρόταση Τραμπ για τριμερή σύνοδο με τη συμμετοχή Ζελένσκι και Πούτιν, εκφράζοντας πρόθεση να στηρίξουν περαιτέρω συνομιλίες, συμπεριλαμβανομένης επικείμενης συνάντησης με τον Ζελένσκι.

Επαναλαμβάνουν, επίσης, τη δέσμευσή τους να διατηρήσουν τις κυρώσεις κατά της Μόσχας, μέχρι να υπάρξει ουσιαστική συμφωνία, τονίζοντας πως διεθνή σύνορα δεν πρέπει να μεταβάλλονται δια της βίας.

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι επιβεβαίωσε ότι θα συναντηθεί με τον Τραμπ στην Ουάσιγκτον στις 18 Αυγούστου, αναφέροντας μέσω της πλατφόρμας Χ πως είχε «μακρά και ουσιαστική συζήτηση» με τον Αμερικανό πρόεδρο, συμπεριλαμβανομένου μίας ωριαίας κατ’ ιδίαν επικοινωνίας, πριν ενταχθούν οι Ευρωπαίοι στη συζήτηση.

Ο Ζελένσκι υπογράμμισε: «Η Ουκρανία επαναβεβαιώνει την πλήρη της βούληση να εργαστεί με κάθε δύναμη για την επίτευξη ειρήνης», προσθέτοντας ότι το Κίεβο στηρίζει την ιδέα Τραμπ για τριμερή συνάντηση με τη Ρωσία και ότι θεωρεί καθοριστική τη συμμετοχή των Ευρωπαίων «σε κάθε στάδιο, ώστε να διασφαλιστούν αξιόπιστες εγγυήσεις ασφαλείας προς την Αμερική».

Ο Ζελένσκι σημείωσε ότι οι συνομιλίες στην Ουάσιγκτον θα καλύψουν κάθε λεπτομέρεια για τον τερματισμό του πολέμου και της αιματοχυσίας, ενώ χαιρέτισε τα «θετικά σήματα από αμερικανικής πλευράς» σχετικά με τη συμμετοχή των ΗΠΑ σε εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία.

Πριν τη συνάντησή του με τον Πούτιν, ο Τραμπ είχε δηλώσει σε δημοσιογράφους πως εξετάζει το ενδεχόμενο αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας προς την Ουκρανία, διευκρινίζοντας ωστόσο πως αυτό δεν συνδέεται με ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ.

Την ίδια μέρα, οι αρχηγοί των χωρών της Βόρειας και Βαλτικής —Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Ισλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Νορβηγία και Σουηδία— εξέδωσαν κοινή δήλωση με την οποία στηρίζουν τόσο την Ουκρανία όσο και την διπλωματική πρωτοβουλία Τραμπ. «Η επίτευξη δίκαιης και διαρκούς ειρήνης απαιτεί κατάπαυση του πυρός, καθώς και αξιόπιστες εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία», σημειώνεται, ενώ προστίθεται: «Δεν πρέπει να τεθούν περιορισμοί στις ΕΔ της Ουκρανίας ή στη διεθνή της συνεργασία».

Οι ηγέτες των βορειοευρωπαϊκών χωρών χαιρέτισαν δήλωση του Τραμπ ότι η Ουάσιγκτον «είναι έτοιμη να συμμετάσχει σε εγγυήσεις ασφαλείας», διαβεβαιώνοντας παράλληλα ότι θα συνεχίσουν να εξοπλίζουν την Ουκρανία και να κλιμακώνουν τις κυρώσεις κατά της ρωσικής οικονομίας πολέμου όσο συνεχίζεται η ρωσική επίθεση.

Σε δηλώσεις του στο Fox News μετά τη συνάντηση με τον Πούτιν, ο Τραμπ αποκάλυψε πως οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε πολλά ζητήματα, ωστόσο «παραμένει ένα ή δύο πολύ σοβαρά θέματα μη επιλυμένα».

Όπως είπε, «η μπάλα βρίσκεται πλέον στο γήπεδο του Ζελένσκι. Τώρα εναπόκειται στον πρόεδρο Ζελένσκι να ολοκληρώσει τη διαδικασία, ενώ και οι ευρωπαϊκές χώρες θα πρέπει να αναλάβουν δράση».

Κατά την κοινή συνέντευξη Τύπου στην Αλάσκα, ο Πούτιν εξέφρασε την προσδοκία ότι οι συνομιλίες θα αποτελέσουν «σημείο αφετηρίας όχι μόνο για τη διευθέτηση του ουκρανικού ζητήματος, αλλά και για την αποκατάσταση ρεαλιστικών και πρακτικών σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ». Κανένας εκ των δύο ηγετών δεν δέχτηκε ερωτήσεις ούτε αποκάλυψε λεπτομέρειες της συζήτησης.

Ο πόλεμος, που ξέσπασε με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022, διανύει το τέταρτο έτος του, χωρίς ορατό ορίζοντα κατάπαυσης του πυρός.

Ο Τραμπ έχει θέσει ως κεντρικό στόχο της εξωτερικής του πολιτικής τον τερματισμό της σύρραξης και, παρά τις ενδείξεις προόδου κατά τη σύνοδο στην Αλάσκα, τόνισε: «Δεν υπάρχει συμφωνία, μέχρι να υπάρξει συμφωνία».

Ο Τραμπ αναστέλλει την επιβολή δασμών στην Κίνα μετά τη σύνοδο κορυφής με τον Πούτιν

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε μετά τη συνάντησή του στις 15 Αυγούστου με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, ότι η πρόοδος στις συνομιλίες σημαίνει πως δεν θα εξετάσει άμεσα την επιβολή επιπλέον δασμών σε χώρες όπως η Κίνα για τις αγορές ρωσικού πετρελαίου, αν και άφησε να εννοηθεί ότι ενδέχεται να το κάνει σε δύο ή τρεις εβδομάδες.

Ο Τραμπ έχει προειδοποιήσει πως αν η Ρωσία δεν κινηθεί προς τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιβάλουν κυρώσεις απευθείας στη Μόσχα.

Έχει επίσης απειλήσει με δευτερογενείς κυρώσεις, στοχεύοντας χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία, που συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο παρά την πίεση της Ουάσιγκτον.

Η Κίνα και η Ινδία είναι οι μεγαλύτεροι αγοραστές ρωσικού πετρελαίου, παρέχοντας σημαντικά έσοδα στη Ρωσία και επιτρέποντας στο Κρεμλίνο να συνεχίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Ήδη, ο Τραμπ επέβαλε επιπλέον δασμό 25% στα ινδικά προϊόντα, ανεβάζοντας το συνολικό ποσοστό στο 50%, με σαφή αιτιολογία την αγορά ρωσικού πετρελαίου.

Αν και η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ρωσικού πετρελαίου, ο Τραμπ δεν έχει επιβάλει αντίστοιχα μέτρα ή κυρώσεις κατά του Πεκίνου.

Ενδεχόμενη ενίσχυση των κυρώσεων και των δασμών θα επιφέρει ισχυρό πλήγμα στην επιβραδυνόμενη κινεζική οικονομία, με κίνδυνο να διαρραγεί η εύθραυστη ανακωχή στον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας, που είχε συμφωνηθεί ώστε να δοθεί χρόνος για ευρύτερες διαπραγματεύσεις.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε την Παρασκευή στον Σων Χάννιτυ του Fox News, ερωτηθείς σχετικά με τους δευτερογενείς δασμούς στην Κίνα και άλλους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου, ο Τραμπ απάντησε: «Λόγω των όσων συνέβησαν σήμερα, νομίζω ότι δεν χρειάζεται να το σκεφτώ αυτό. Ίσως χρειαστεί να το ξανασκεφτώ σε δύο ή τρεις εβδομάδες, αλλά αυτή τη στιγμή δεν χρειάζεται. Νομίζω ότι η συνάντηση πήγε ιδιαίτερα καλά».

Στο αποκορύφωμα της εμπορικής διένεξης στις αρχές του έτους, οι ΗΠΑ επέβαλαν στα κινεζικά προϊόντα δασμούς ύψους 145%, με το Πεκίνο να απαντά με αντίμετρα 125%.

Έκτοτε, οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αποκλιμάκωση, με τους τρέχοντες δασμούς να ανέρχονται σε 10% για τις ΗΠΑ και 30% για την Κίνα.

Μετά από διήμερη συνάντηση στη Σουηδία στα τέλη Ιουλίου, οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου άφησαν να εννοηθεί ότι ενδέχεται να παρατείνουν την προσωρινή εμπορική εκεχειρία, προκειμένου να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις.

Λίγο πριν τη λήξη της συμφωνίας στις 12 Αυγούστου, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο παρατείνει το «πάγωμα» των δασμών κατά της Κίνας κατά 90 ημέρες, ώστε να δοθεί παράταση στις συνομιλίες.

Στη σύνοδο της Αλάσκας, Τραμπ και Πούτιν ανακοίνωσαν πως συμφώνησαν σε πολλά σημεία, αλλά δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν συμφωνία για κατάπαυση πυρός στην Ουκρανία, κάτι στο οποίο ο Τραμπ επιμένει.

Το Σάββατο, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι θα επισκεφθεί την Ουάσιγκτον στις αρχές της επόμενης εβδομάδας για συνάντηση στο Οβάλ Γραφείο. «Αν όλα πάνε καλά, θα προγραμματίσουμε συνάντηση και με τον πρόεδρο Πούτιν», δήλωσε σε ανάρτησή του στο Truth Social.

Η συνάντηση, η οποία έχει προγραμματιστεί για τις 18 Αυγούστου, επιβεβαιώθηκε και από τον Ζελένσκι, ο οποίος σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X επανέλαβε ότι η Ουκρανία παραμένει έτοιμη να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την επίτευξη ειρήνης.

Τραμπ και Πούτιν έκαναν λόγο για εποικοδομητική εκκίνηση της διαδικασίας διαλόγου και για ενισχυμένες προοπτικές συμφωνίας.

Ο Τραμπ, μιλώντας στον Χάννιτυ, τόνισε πως υπήρξε σύγκλιση σε πολλά σημεία, ωστόσο παραμένουν «ένα-δύο σημαντικά ζητήματα» προς επίλυση, εκφράζοντας την αισιοδοξία ότι μπορεί να ξεπεραστούν.

«Τώρα εναπόκειται στον πρόεδρο Ζελένσκι να τα καταφέρει, και θα πρόσθετα και στις ευρωπαϊκές χώρες, που πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός πρόεδρος.

Ο Πούτιν επαινεί τις «ενεργητικές και ειλικρινείς» προσπάθειες Τραμπ για την Ουκρανία

Στην προοπτική ευρείας ειρηνευτικής συμφωνίας που θα μπορούσε να περιλαμβάνει και συμφωνία ελέγχου πυρηνικών όπλων, παρέπεμψε ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος εξήρε την «ενεργητική και ειλικρινή προσπάθεια» της κυβέρνησης Τραμπ για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Ο Ρώσος πρόεδρος διατύπωσε τις σχετικές δηλώσεις στη διάρκεια σύσκεψης με ανώτερους κυβερνητικούς αξιωματούχους, στις 14 Αυγούστου, ενόψει των διαπραγματεύσεων με την Ουάσιγκτον και της επικείμενης συνάντησής του με τον Ντόναλντ Τραμπ στο Άνκορατζ της Αλάσκας (15 Αυγούστου).

«Η παρούσα αμερικανική διοίκηση καταβάλλει, κατά την άποψή μου, ιδιαίτερα ενεργητικές και ειλικρινείς προσπάθειες για να σταματήσει τις εχθροπραξίες, να βάλει τέλος στην κρίση και να υπάρξουν συμφωνίες που να εξυπηρετούν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη», ανέφερε ο Πούτιν σύμφωνα με απομαγνητοφώνηση που έδωσε στη δημοσιότητα το Κρεμλίνο.

Πρόσθεσε ότι στόχος είναι η δημιουργία μακροπρόθεσμων συνθηκών ειρήνης μεταξύ των δύο χωρών, όσο και στην Ευρώπη και στον κόσμο γενικότερα – με πιθανές μελλοντικές συμφωνίες στον τομέα του ελέγχου των στρατηγικών επιθετικών όπλων, με σαφή αναφορά στα πυρηνικά.

Υπενθυμίζεται ότι οι ΗΠΑ και η Ρωσία παραμένουν δεσμευμένες από τη συνθήκη New START, η οποία περιορίζει τα αναπτυγμένα διαηπειρωτικά πυρηνικά όπλα, αλλά η ισχύς της εκπνέει τον Φεβρουάριο του 2026, εκτός εάν ανανεωθεί ή αντικατασταθεί.

Όσον αφορά το πρόγραμμα και τον τόπο της συνόδου, το Κρεμλίνο ανακοίνωσε ότι η συνάντηση θα ξεκινήσει στις 11:30 το πρωί τοπική ώρα της Παρασκευής στη Στρατιωτική Βάση Elmendorf-Richardson της Αλάσκας, αρχικά με κατ’ ιδίαν συνομιλία Πούτιν-Τραμπ και ακολούθως με διευρυμένες διαπραγματεύσεις.

Σύμφωνα με την εκπρόσωπο του Λευκού Οίκου, Κάρολιν Λέβιτ, ο Τραμπ θα παραχωρήσει από κοινού συνέντευξη Τύπου με τον Πούτιν μετά το πέρας των συναντήσεων, κατά τη διάρκεια της οποίας θα δοθούν περαιτέρω λεπτομέρειες.

Η Λέβιτ δήλωσε χαρακτηριστικά στο Fox News: «Αύριο, νωρίς το πρωί, ο πρόεδρος θα αναχωρήσει από τον Λευκό Οίκο για τη Στρατιωτική μας Βάση στο Άνκορατζ της Αλάσκας, όπου θα έχει κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον πρόεδρο Πούτιν, ενώ θα ακολουθήσει διμερές γεύμα με τις αντίστοιχες αντιπροσωπείες και, τέλος, συνέντευξη Τύπου».

Συμπλήρωσε ότι «η σύνοδος θα δώσει την ευκαιρία στον Τραμπ να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ρώσο πρόεδρο, να δουν κατάματα ο ένας τον άλλον και να διαπιστωθεί ποιες προοπτικές υπάρχουν για να υπάρξει πρόοδος, να σταματήσει ο αιματηρός αυτός πόλεμος και να αποκατασταθεί η ειρήνη».

Η σύνοδος της Αλάσκας συνιστά την πρώτη κατ’ ιδίαν συνάντηση Τραμπ-Πούτιν από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, τον Ιανουάριο, έπειτα από μήνες εντατικοποιημένων διπλωματικών επαφών ΗΠΑ-Ρωσίας που μέχρι στιγμής δεν απέφεραν λύση στον πόλεμο της Ουκρανίας.

Ο Τραμπ προειδοποίησε στις 13 Αυγούστου ότι, αν ο Πούτιν αρνηθεί να τερματίσει τις εχθροπραξίες, «θα υπάρξουν πολύ σοβαρές συνέπειες» και εξέφρασε πρόθεση για νέα συνάντηση αμέσως μετά τη σύνοδο της Αλάσκας, αυτή τη φορά με τη συμμετοχή τόσο του Πούτιν όσο και του προέδρου της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Στο πλαίσιο των διπλωματικών ζυμώσεων ενόψει της συνόδου, ο Ζελένσκι συναντήθηκε με τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ στην πρωθυπουργική κατοικία της Ντάουνινγκ Στριτ.

Εκπρόσωπος του Στάρμερ ανέφερε ότι οι δύο άνδρες είχαν ιδιωτικό πρόγευμα και εξέφρασαν «σταθερή αποφασιστικότητα για μια δίκαιη και διαρκή ειρήνη στην Ουκρανία».

Ο Στάρμερ χαρακτήρισε τη σύνοδο της Αλάσκας «υψίστης σημασίας» και εκτίμησε πως χάρη στις προσπάθειες Τραμπ δημιουργείται πλέον προοπτική ουσιαστικής λύσης.

Ο Ζελένσκι βρέθηκε την προηγουμένη στο Βερολίνο, προσκεκλημένος του Γερμανού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς, και συμμετείχε σε διαδικτυακή σύσκεψη με τον Τραμπ και τον Αμερικανό αντιπρόεδρο Τζεϊ Ντι Βανς.

Σε σχετική συνέντευξη Τύπου, ο Ζελένσκι κατηγόρησε τον Πούτιν ότι μπλοφάρει όσον αφορά τη δυνατότητα της Ρωσίας να καταλάβει το σύνολο της Ουκρανίας, σημειώνοντας παράλληλα ότι οι κυρώσεις επιβαρύνουν τη ρωσική οικονομία.

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς (δεξιά) και ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι παρευρίσκονται σε κοινή συνέντευξη Τύπου στην Καγκελαρία μετά από μια εικονική συνάντηση που διοργάνωσε ο Μερτς μεταξύ Ευρωπαίων ηγετών και του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο Βερολίνο, Γερμανία, στις 13 Αυγούστου 2025. Omer Messinger/Getty Images

 

Η Μόσχα αξιώνει συνολική διευθέτηση που να περιλαμβάνει αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από τέσσερις μερικώς κατεχόμενες περιοχές – Ντονέτσκ, Λουχάνσκ, Χερσώνα και Ζαπορόζιε – καθώς και αναγνώριση του ελέγχου της Κριμαίας και εγγυήσεις ότι η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.

Η Ουκρανία έχει απορρίψει κάθε εδαφική παραχώρηση, ενώ οι ηγέτες του ΝΑΤΟ διαμηνύουν ότι η Ρωσία δεν μπορεί να ασκεί βέτο στην πορεία ένταξης του Κιέβου.

Ο Τραμπ έχει προτείνει την ανταλλαγή εδαφών στο πλαίσιο μιας πιθανής συμφωνίας, ωστόσο αυτή η προοπτική βρίσκει αντίθετο τόσο το Κίεβο όσο και τους Ευρωπαίους συμμάχους του.

Σε κοινή δήλωση μετά την πρόσφατη διαδικτυακή διάσκεψη, οι Στάρμερ, Μερτς και ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν επισήμαναν ότι οι διαπραγματεύσεις απαιτούν τουλάχιστον κατάπαυση του πυρός και προειδοποίησαν ότι οι κυρώσεις θα πρέπει να ενταθούν εάν η Ρωσία δεν συμμορφωθεί, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι τα διεθνή σύνορα δεν επιτρέπεται να μεταβάλλονται δια της βίας.

Σε δηλώσεις του στους δημοσιογράφους, την Τετάρτη, ο Τραμπ χαρακτήρισε τη σύνοδο της Αλάσκας ως πρώτο βήμα για μελλοντική συνάντηση που θα εστιάσει στην επίτευξη κατάπαυσης του πυρός μεταξύ των εμπλεκομένων.

Με την συμβολή του Κρις Σάμερς

Άνοδος-ρεκόρ στις τιμές του χρυσού λόγω αμερικανικών δασμών σε ελβετικές ράβδους

Νέο ρεκόρ κατέγραψαν αργά το βράδυ της Πέμπτης τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης χρυσού, έπειτα από την επιβεβαίωση της αμερικανικής κυβέρνησης ότι οι πλέον διαδεδομένες ράβδοι χρυσού – δηλαδή οι μονόκιλες και οι 100 ουγγιών, που χρησιμοποιούνται για τον διακανονισμό συμβολαίων Comex – θα υπόκεινται πλέον σε δασμούς εισαγωγής.

Στις 7 Αυγούστου, τα συμβόλαια χρυσού στο χρηματιστήριο Comex εκτοξεύθηκαν στιγμιαία πάνω από τα 3.510 δολάρια ανά ουγγιά τροίας, προτού σταθεροποιηθούν την επόμενη ημέρα στα 3.489 δολάρια.

Η άνοδος ακολούθησε σχετική ανταπόκριση των Financial Times και την έκδοση νέων εγγράφων από την Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων των ΗΠΑ, σύμφωνα με τα οποία οι παραπάνω ράβδοι ταξινομούνται πλέον υπό τον δασμολογικό κωδικό 7108.13.5500.

Η κατηγορία αυτή δεν περιλαμβάνεται στη λίστα εξαιρέσεων των αμερικανικών δασμών, καθιστώντας τις ράβδους υπαγόμενες στους αμοιβαίους δασμούς που επέβαλε η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ.

Βάσει των νέων κανονισμών, όλες οι ράβδοι χρυσού βάρους ενός κιλού και 100 ουγγιών που εισάγονται στις ΗΠΑ υπάγονται σε δασμούς, με το ποσοστό να ποικίλει ανάλογα με τη χώρα προέλευσης.

Οι εισαγωγές από την Ελβετία επιβαρύνονται με δασμό 39% από τις 7 Αυγούστου, ενώ για προϊόντα από άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ράβδων χρυσού, ισχύουν οι δασμοί αναλόγως του εμπορικού καθεστώτος.

Η απόφαση των αμερικανικών τελωνείων αποτελεί μεγάλο πλήγμα για την Ελβετία, κορυφαίο παγκόσμιο κέντρο διύλισης χρυσού, καθώς περίπου το 70% της παγκόσμιας ετήσιας παραγωγής χρυσού εκλεπτύνεται σε μόλις πέντε ελβετικές μονάδες.

Η ελβετική κυβέρνηση ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι βρίσκεται σε επαφή με τις αμερικανικές Αρχές για το νέο δασμό, ενώ ο κλάδος χρυσού της χώρας προειδοποίησε πως τα επίπεδα αυτά μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρή διατάραξη των εξαγωγών ράβδων προς τις ΗΠΑ.

«Ανησυχούμε ιδιαιτέρως για τις επιπτώσεις των δασμών στη βιομηχανία χρυσού και στη φυσική διακίνηση χρυσού με τις ΗΠΑ, παραδοσιακά εταίρο της Ελβετίας», δήλωσε στις 8 Αυγούστου ο Κρίστοφ Βιλντ, πρόεδρος της Ένωσης Πολύτιμων Μετάλλων της Ελβετίας.

Σύμφωνα με την ένωση, οι δασμοί στις χυτές ράβδους καθιστούν ασύμφορη την εξαγωγή τους στις ΗΠΑ, ενώ ήδη βρίσκονται σε διάλογο με βασικούς αμερικανικούς φορείς αναζητώντας λύση.

Η Γραμματεία Οικονομικών της Ελβετίας ανακοίνωσε, στις 7 Αυγούστου, ότι συμμετέχει σε διαπραγματεύσεις με τους Αμερικανούς αξιωματούχους, με στόχο τη μείωση του δασμού στις ελβετικές εισαγωγές προς τις ΗΠΑ.

Την ίδια ημερομηνία, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο της Ελβετίας αναγνώρισε πως πλέον εφαρμόζονται πρόσθετοι δασμοί 39% στα προϊόντα της που εισάγονται στις ΗΠΑ, υπογραμμίζοντας ότι «παραμένει σταθερά προσηλωμένο στη συνέχιση του διαλόγου με τις ΗΠΑ, προκειμένου να περιοριστούν οι δασμοί το ταχύτερο δυνατό».

Αναλυτές εκτιμούν ότι, παρότι οι δασμοί αφορούν κυρίως τις ράβδους 100 ουγγιών και ενός κιλού, ενδέχεται να αυξηθούν τιμολογιακά και οι μικρότερες ράβδοι και τα χρυσά νομίσματα.

«Με τους δασμούς στις 100 ουγγιές και στο κιλό, τα premium για μικρότερες ράβδους και νομίσματα πιθανόν να αυξηθούν, καθώς οι επενδυτές θα τα προτιμούν για να αποφύγουν τους δασμούς», προέβλεψε ο οικονομολόγος Πήτερ Σιφ σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X.

Επιστολή της αμερικανικής τελωνειακής υπηρεσίας, με ημερομηνία 31 Ιουλίου, διευκρινίζει ότι η απόφαση αφορά μόνο τα συγκεκριμένα προϊόντα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (διαστάσεις, σύνθεση, σήμανση) που περιγράφονται στο σχετικό αίτημα.

Δεν είναι σαφές εάν η απόφαση έχει ευρύτερη ισχύ για όλες τις μονόκιλες και 100 ουγγιών χυτές ράβδους ανεξαρτήτως προέλευσης ή μάρκας. Η εφημερίδα The Epoch Times ζήτησε περαιτέρω διευκρινίσεις από την υπηρεσία.

Η άνοδος στην τιμή του χρυσού αντικατοπτρίζει και την ευρέως διαδεδομένη εκτίμηση μεταξύ των αναλυτών ότι ενδέχεται να ακολουθήσουν νέες ενισχύσεις.

Η ολλανδική ING, μία από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης, αναθεώρησε ανοδικά στις 7 Αυγούστου την πρόβλεψή της για τον χρυσό, επικαλούμενη τη διαρκή ζήτηση από κεντρικές τράπεζες, τις αυξημένες εισροές στα ETF και τις αυξημένες προσδοκίες περί μείωσης των αμερικανικών επιτοκίων από τη Fed.

«Οι κεντρικές τράπεζες συνεχίζουν τις αγορές, ο εμπορικός πόλεμος του Τραμπ παραμένει, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι είναι αυξημένοι και τα ETF ενισχύουν τη θέση τους, στηρίζοντας τις τιμές του χρυσού στα σημερινά επίπεδα», εξήγησε η αναλύτρια εμπορευμάτων της ING Άβα Μάνθε.

Οι αναλυτές της ING πλέον αναμένουν μέση τιμή χρυσού στα 3.400 δολάρια ανά ουγγιά για το τρίτο τρίμηνο και 3.450 δολάρια για το τέταρτο, με τον ετήσιο μέσο όρο στα 3.250 δολάρια.

Η αναθεώρηση ακολούθησε στοιχεία που δείχνουν ότι ο χρυσός έχει ήδη ενισχυθεί περισσότερο από 30% από την αρχή του έτους, ξεπερνώντας σχεδόν όλα τα βασικά εμπορεύματα και αφήνοντας κατά πολύ πίσω τον δείκτη S&P 500, ο οποίος κινείται κάτω από το 7% για το ίδιο διάστημα.

Ο Βινς Σταντσιόνε, διευθύνων σύμβουλος και ιδρυτής της First Information, δήλωσε στην Epoch Times ότι βασικός παράγοντας της ανόδου του χρυσού είναι οι συνεχείς αγορές από κεντρικές τράπεζες.

«Ο κύριος λόγος για την εκτίναξη του χρυσού είναι οι αγορές και οι διακρατήσεις χρυσού στα διαθέσιμα των κεντρικών τραπεζών, αντί του δολαρίου ΗΠΑ», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η τάση αυτή επιταχύνθηκε το 2022, όταν οι ΗΠΑ ξεκίνησαν το πάγωμα ρωσικών περιουσιακών στοιχείων σε δολάρια, οδηγώντας πολλές χώρες να αναθεωρήσουν το νόμισμα των αποθεμάτων τους.

Με τη συμβολή του Πάνου Μουρδάκουδα

Η κινεζική κυριαρχία στις εφοδιαστικές αλυσίδες ανησυχεί την ΕΚΤ

Την αυξανόμενη ευαλωτότητα της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών λόγω της εξάρτησής τους από την Κίνα για βασικά αγαθά επισημαίνει σε πρόσφατη προειδοποίησή της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), αναφέροντας ότι αμφότερες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο διαταραχών στην αλυσίδα εφοδιασμού, ιδίως σε τομείς όπως η ενέργεια, η υγεία και οι ψηφιακές τεχνολογίες.

Σε περίληψη δελτίου που δημοσιεύθηκε στις 5 Αυγούστου, οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ υπογράμμισαν πως ακόμη και ήπιες διαταραχές σε αυτές τις κρίσιμες εξαρτήσεις μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις.

«Παρότι οι κρίσιμες εξαρτήσεις αποτελούν μικρό τμήμα του συνολικού εμπορίου και των εισροών στην παραγωγή, κάθε διαταραχή στον εφοδιασμό τους συνεπάγεται δυσανάλογα υψηλό οικονομικό κόστος λόγω της χαμηλής δυνατότητας υποκατάστασής τους», σημείωσαν χαρακτηριστικά.

Η ανάλυση της ΕΚΤ επισημαίνει πως η απελευθέρωση του παγκόσμιου εμπορίου από τη δεκαετία του 1990, παρότι τόνωσε την αποδοτικότητα, επέτρεψε και σε χώρες όπως η Κίνα να κυριαρχήσουν σε σημαντικά ορυκτά.

Ως συνέπεια αυτού, Ευρώπη και ΗΠΑ έχουν καταστεί σε υψηλό βαθμό εξαρτημένες από εισαγόμενες πρώτες ύλες, κάτι που οδηγεί σε στρατηγικές αδυναμίες.

«Αυτές οι εξαρτήσεις εγκυμονούν στρατηγικές ευπάθειες, καθώς ενδεχόμενη διατάραξή τους από γεωπολιτικούς αντιπάλους μπορεί να επιφέρει σημαντικά οικονομικά πλήγματα», αναφέρουν οι οικονομολόγοι.

Το δελτίο αναφέρει πως περίπου το 30% των κρίσιμων εισαγωγών της Ευρώπης από την Κίνα – συμπεριλαμβανομένων των σπανίων γαιών, των αντιβιοτικών και των ηλεκτρονικών ειδών ευρείας κατανάλωσης – ανήκει στην κατηγορία των «μοναδικών σημείων αποτυχίας», δηλαδή προϊόντων για τα οποία υπάρχουν ελάχιστοι ή καθόλου εναλλακτικοί προμηθευτές. Η εξάρτηση είναι ακόμη μεγαλύτερη στις ΗΠΑ, όπου περίπου το 40% των κρίσιμων εισροών προέρχεται από την Κίνα.

Σε αντιδιαστολή με τη Δύση, η Κίνα έχει μειώσει δραστικά τη δική της εξάρτηση από εισαγόμενα δυτικά προϊόντα, μέσω σειράς βιομηχανικών πολιτικών, μεταξύ των οποίων και η πρωτοβουλία «Made in China 2025». Παράλληλα, υλοποιεί στρατηγική «οικονομικού οχυρού» για να αντέξει τυχόν εξωτερικούς κραδασμούς.

Η κυριαρχία της Κίνας εντοπίζεται κυρίως στις στρατηγικές πρώτες ύλες, αφού ραφινάρει περίπου το 73% του παγκόσμιου κοβαλτίου και το 40% του λιθίου, ενώ ελέγχει πάνω από το 95% της παγκόσμιας παραγωγής σπανίων γαιών – υλικά ζωτικά για τα ηλεκτρικά οχήματα, τα συστήματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τις τεχνολογίες άμυνας αιχμής.

Η ΕΚΤ εκφράζει έντονη ανησυχία για το πλήγμα που θα μπορούσε να προκαλέσει οποιοσδήποτε «σοκ» στον εφοδιασμό, παρά το ότι τα αντίστοιχα αγαθά αντιπροσωπεύουν μικρό μόνο μέρος του συνολικού εμπορίου.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, οι απώλειες τελικής ζήτησης στη ζώνη του ευρώ έχουν δεκαπλασιαστεί από το 1995, φθάνοντας σήμερα το 0,41%, ενώ αντίστοιχα στις ΗΠΑ ανέρχονται σε 0,32%.

Όπως διευκρινίζουν οι συντάκτες, «απώλειες τελικής ζήτησης σημαίνουν αρνητικές επιπτώσεις στη συνολική δαπάνη νοικοκυριών, επιχειρήσεων και Δημοσίου, με την πτώση να αποτυπώνει συνολικό πλήγμα στην παραγωγή και την κατανάλωση».

Σύμφωνα με την ΕΚΤ, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής βρίσκονται αντιμέτωποι με το δίλημμα μεταξύ ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων και διατήρησης των πλεονεκτημάτων του οικονομικού ανοίγματος.

Η έκθεση εισηγείται στοχευμένες και συντονισμένες στρατηγικές «μείωσης κινδύνου» (de-risking) αντί για οριζόντιο προστατευτισμό, ώστε να αντιμετωπίζονται συγκεκριμένες ευπάθειες χωρίς να θυσιάζονται τα οφέλη της διεθνούς ολοκλήρωσης.

Απαντώντας στις προκλήσεις αυτές, οι ΗΠΑ έχουν ήδη ξεκινήσει να λαμβάνουν μέτρα για τη μείωση της εξάρτησής τους από κινεζικές εφοδιαστικές αλυσίδες, σε μια διαδικασία που ξεκίνησε επί της πρώτης προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ.

Ένας φορτωτής μεταφέρει χώμα που περιέχει ορυκτά σπάνιων γαιών σε λιμάνι στο Λιανγιουνγκάνγκ, στην επαρχία Τζιανγκσού. Κίνα, 5 Σεπτεμβρίου 2010. (AFP μέσω Getty Images)

 

Τον Σεπτέμβριο του 2020, ο Τραμπ υπέγραψε προεδρική εντολή με την οποία κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για την εθνική εξάρτηση από κρίσιμα ορυκτά, περιλαμβανομένων των σπανίων γαιών, του γαλλίου και του γραφίτη, εγκαινιάζοντας ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης, ενδεχόμενη επιβολή δασμών ή ποσοστώσεων, αλλά και ενίσχυση των εγχώριων δυνατοτήτων εξόρυξης και επεξεργασίας.

Οι προσπάθειες αυτές συνεχίστηκαν και επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν, ο οποίος το 2022 υπέγραψε τον νόμο Chips and Science Act, σηματοδοτώντας σημαντικό βήμα για την ενίσχυση της αμερικανικής βιομηχανίας ημιαγωγών, μέσω χορήγησης 52 δισ. δολαρίων σε επιδοτήσεις και φορολογικά κίνητρα για τη στήριξη της εγχώριας παραγωγής και έρευνας, με απώτερο στόχο τη μείωση της εξάρτησης από ξένους κατασκευαστές, κυρίως στην Κίνα και την Ταϊβάν.

Περαιτέρω πρωτοβουλίες ελήφθησαν και με νέα προεδρική εντολή, τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, που ενεργοποίησε τον Νόμο για την Αμυντική Παραγωγή (Defense Production Act), προσφέροντας ώθηση στην εγχώρια παραγωγή λιθίου, κοβαλτίου και άλλων κρίσιμων μεταλλευμάτων που χρησιμοποιούνται σε μπαταρίες και προηγμένα οπλικά συστήματα.

Το Πεντάγωνο. Βιρτζίνια, ΗΠΑ, 2 Απριλίου 2025. (Madalina Vasiliu/The Epoch Times)

 

Το Πεντάγωνο έχει επίσης δρομολογήσει νέες χρηματοδοτήσεις και σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για την ανάπτυξη εγκαταστάσεων παραγωγής μαγνητών σπανίων γαιών και τη διεύρυνση εναλλακτικών προμηθευτών για εξαρτήματα πυραύλων και αεροναυπηγικής.

Παρ’ όλες τις ενισχυμένες προσπάθειες για την επανατοποθέτηση των αμυντικών αλυσίδων εφοδιασμού εκτός Κίνας, αναλυτές προειδοποιούν ότι ο ευρύς έλεγχος που ασκεί το Πεκίνο στη διύλιση και επεξεργασία κρίσιμων υλικών εξακολουθεί να συνιστά σοβαρή πρόκληση.

Ιταλική αστυνομία εναντίον κινέζικης μαφίας: Δεκατρείς συλλήψεις και μαζικές κατασχέσεις

Ευρείας κλίμακας επιχείρηση πραγματοποίησε η ιταλική αστυνομία κατά του οργανωμένου εγκλήματος με κινεζική προέλευση, συλλαμβάνοντας 13 άτομα σε συντονισμένες επεμβάσεις που εκτείνονταν σε όλη τη χώρα.

Οι δράσεις αυτές, χαρακτήρισαν οι αρχές ως «διπλό πλήγμα» στις εγκληματικές οργανώσεις που κατηγορούνται για διακίνηση ναρκωτικών, εργασιακή και σεξουαλική εκμετάλλευση και ξέπλυμα χρήματος.

Η μεγάλη επιχείρηση διενεργήθηκε σε 25 επαρχίες, μεταξύ των οποίων το Μιλάνο, η Ρώμη, η Φλωρεντία, το Πράτο και η Κατάνια, με στόχο κινεζικές μαφιόζικες συμμορίες που δρούσαν με μεθόδους εκφοβισμού και έλεγχο περιοχών στα πρότυπα της ιταλικής μαφίας, σύμφωνα με ανακοίνωση του ιταλικού Υπουργείου Εσωτερικών και δηλώσεις του επικεφαλής της Διοίκησης Καταπολέμησης της Οργανωμένης Εγκληματικότητας, Αντρέα Ολιβίντες.

Η αστυνομία σημείωσε ακόμη ότι σε 24 επαρχίες, ομάδες εγκληματιών κινεζικής καταγωγής είχαν εδραιώσει παρουσία τους στον χώρο της παράνομης διακίνησης, της εμπορίας ναρκωτικών, της εκμετάλλευσης εργαζομένων και εκδιδόμενων γυναικών, της παραποίησης προϊόντων και του διεθνούς ξεπλύματος χρήματος.

«Ελέγχθηκαν εκατοντάδες εμπορικές επιχειρήσεις και οχήματα, με περισσότερα από 1.900 άτομα να ταυτοποιούνται ως πιθανοί ύποπτοι», σημειώνεται στην επίσημη ανακοίνωση.

Παράλληλα με τις συλλήψεις, οι Αρχές κατέσχεσαν 550 γραμμάρια (περίπου 5.500 δόσεις) κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης —γνωστή τοπικά ως shabu— καθώς και όπλα και χρηματικά ποσά, όπως ανέφερε ο Ολιβίντες. «Άλλα 31 άτομα καταγγέλθηκαν στις δικαστικές αρχές, χωρίς να τεθούν υπό κράτηση».

Σε άλλη παράλληλη επιχείρηση, η Οικονομική Αστυνομία (Guardia di Finanza) εξάρθρωσε κύκλωμα φοροδιαφυγής ύψους 3,9 δισ. δολαρίων, προχωρώντας σε κατασχέσεις 858 εκατ. δολαρίων, κλείσιμο 266 εικονικών εταιρειών και δέσμευση 400 τραπεζικών λογαριασμών στις περιφέρειες Μάρκε, Λομβαρδίας και Πεδεμοντίου, σύμφωνα με το Υπουργείο Εσωτερικών.

«Οι συντονισμένες αυτές επιχειρήσεις αποδεικνύουν πως η κινεζική μαφία δεν αποτελεί πλέον τοπικό, αλλά διακρατικό φαινόμενο, με ικανότητα μετακίνησης δισεκατομμυρίων και διείσδυσης στον οικονομικό ιστό της χώρας», τόνισε ο υπουργός Εσωτερικών, Ματέο Πιανταντόζι, στην ανακοίνωση του Υπουργείου, εκφράζοντας την «υποδειγματική επαγγελματικότητα και αποφασιστικότητα» των διωκτικών αρχών στην προστασία των έντιμων πολιτών και της οικονομικής ευρωστίας της Ιταλίας.

Η ευρεία καταστολή έρχεται ως απάντηση και σε εντεινόμενες ανησυχίες για την κινεζική επιρροή στη χώρα, ανάμεσά τους και οι έρευνες για αποκαλούμενους «υπεράκτιους αστυνομικούς σταθμούς» τους οποίους λειτουργούν οι κινεζικές αρχές σε ιταλικό έδαφος.

Η οργάνωση Safeguard Defenders κατέγραψε το 2022 ότι η Ιταλία φιλοξενεί τους περισσότερους τέτοιους παράνομους σταθμούς στην Ευρώπη—έντεκα συνολικά—σε Ρώμη, Μιλάνο, Βενετία, Φλωρεντία, Σικελία και Πράτο.

Οι ιταλικές αρχές έχουν διαψεύσει ότι έχουν δώσει άδεια για τη λειτουργία αυτών των κέντρων και δεσμεύονται για αυξημένη επιτήρηση, με τον Πιανταντόζι να δηλώνει το Δεκέμβριο του 2022 πως «θα επιβληθούν κυρώσεις σε περίπτωση που επιβεβαιωθούν παράνομες ενέργειες».

Στο παρελθόν, η Ιταλία μετείχε σε κοινές περιπολίες με Κινέζους αστυνομικούς, αλλά αυτές διακόπηκαν το 2022 λόγω ανησυχιών για το ιστορικό ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Κίνας και τον κίνδυνο να χρησιμοποιηθούν τέτοιες υπηρεσίες για την παρακολούθηση διαφωνούντων με το κινεζικό καθεστώς.

Η Αντιμαφική Επιτροπή του ιταλικού κοινοβουλίου έχει επεκτείνει το πεδίο της ώστε να διερευνήσει τόσο το κινεζικό οργανωμένο έγκλημα όσο και πιθανές διασυνδέσεις με το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας.

Αναλυτές, όπως ο πρώην διευθυντής του NATO Defense College Foundation, Τζουζέπε Μοριμπίτο, σημειώνουν ότι οι κινεζικές συμμορίες στην Ευρώπη συχνά λειτουργούν σε συνεργασία με κρατικούς παράγοντες, θολώνοντας τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ οργανωμένου εγκλήματος και ξένης επιρροής.

Οι ιταλικές επιχειρήσεις έρχονται ως επιστέγασμα πολυετών ερευνών σε υπόγεια κινεζικά χρηματοοικονομικά δίκτυα, τα οποία κατηγορούνται για μεταφορά δισεκατομμυρίων ευρώ που προέρχονται από παραεμπόριο, πορνεία και φοροδιαφυγή πίσω στην Κίνα.

Διεθνή δημοσιεύματα έχουν επίσης αναδείξει τη δράση της κινεζικής μαφίας πέραν της Ευρώπης. Έρευνα των ProPublica και The Frontier το 2024 περιέγραψε δεσμούς μεταξύ Κινέζων διπλωματών και προσώπων του οργανωμένου εγκλήματος στις ΗΠΑ, ενώ άλλες μελέτες έχουν αναδείξει το ρόλο των κινεζικών τριάδων στην προμήθεια με πρόδρομες χημικές ουσίες για φαιντανύλη σε μεξικανικά καρτέλ.

Με την συμβολή των Μπεν Λεόνγκ, Ολίβια Λι και Reuters

Αποκαλύφθηκε μεγάλο κύκλωμα δωροδοκίας στον τομέα των στρατιωτικών drone στην Ουκρανία

Οι ουκρανικές αρχές καταπολέμησης της διαφθοράς ανακοίνωσαν στις 2 Αυγούστου την αποκάλυψη εκτεταμένου κυκλώματος δωροδοκίας που σχετίζεται με την προμήθεια στρατιωτικών drone και εξοπλισμού ηλεκτρονικού πολέμου.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται αφότου αποκαταστάθηκε η ανεξαρτησία των αρμόδιων υπηρεσιών, μετά από μαζικές διαδηλώσεις κατά των κυβερνητικών παρεμβάσεων.

Το Εθνικό Γραφείο Καταπολέμησης της Διαφθοράς της Ουκρανίας (ΝΑΒU) και η Ειδική Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς (SAPO) ανέφεραν πως η υπόθεση εμπλέκει νυν βουλευτή, τωρινούς και πρώην τοπικούς αξιωματούχους, προσωπικό της Εθνικής Φρουράς και στέλεχος ιδιωτικής εταιρείας.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι ύποπτοι οργάνωναν επί διετία τρόπο υπεξαίρεσης κονδυλίων που προορίζονταν για την άμυνα, εξασφαλίζοντας παράνομα οφέλη μεγάλου ύψους μέσω της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η «Ουκραϊνσκά Πράβντα», επικαλούμενη ανώνυμες πηγές της αστυνομίας, κατονομάζει τον βουλευτή ως τον Ολεξίι Κουζνέτσοφ του κόμματος Υπηρέτης του Λαού του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας, Ντέιβιντ Εραχάμια, ανακοίνωσε μέσω Telegram πως αναστέλλεται η συμμετοχή του Κουζνέτσοφ στην κοινοβουλευτική ομάδα εν αναμονή των ερευνών, ενώ εξετάζεται απόπειρα οριστικής διαγραφής του.

Το κόμμα εξέδωσε ξεχωριστή ανακοίνωση στηρίζοντας το έργο των ΝΑΒU και SAPO και τονίζοντας πως η λογοδοσία για τη διαφθορά πρέπει να είναι καθολική και ανεξαρτήτως θέσης ή πολιτικής ταυτότητας. Υπογράμμισαν ότι ο πρόσφατος νόμος που αποκαθιστά την ανεξαρτησία των υπηρεσιών δίνει επιπλέον εγγυήσεις για αποτελεσματική καταπολέμηση της διαφθοράς.

Ο Ζελένσκι, επίσης μέσω Telegram, δήλωσε ότι ενημερώθηκε από τους επικεφαλής των ΝΑΒU και SAPO για την πορεία της έρευνας. «Ευχαριστώ τις υπηρεσίες κατά της διαφθοράς για το έργο τους.

Μηδενική ανοχή στη διαφθορά, συντονισμένη αποκάλυψη και, τελικά, δίκαιη τιμωρία. Είναι κρίσιμο οι θεσμοί να λειτουργούν ανεξάρτητα και ο νόμος που ψηφίστηκε την Πέμπτη τους παρέχει όλα τα απαραίτητα μέσα για πραγματικό αγώνα κατά της διαφθοράς», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο νόμος τον οποίο επικαλέστηκε ο Ζελένσκι σηματοδοτεί αλλαγή γραμμής εκ μέρους της κυβέρνησής του. Στις 22 Ιουλίου, ο Ζελένσκι υπέγραψε νόμο που παραχωρούσε στον Γενικό Εισαγγελέα ειδικές αρμοδιότητες πάνω στα ΝΑΒU και SAPO, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος μετακίνησης εισαγγελέων και αφαίρεσης δικογραφιών.

Ο ίδιος υπερασπίστηκε την απόφαση λέγοντας ότι στόχος ήταν η αποβολή της ρωσικής επιρροής από τις διωκτικές αρχές και η επιτάχυνση των διερευνήσεων. «Η υποδομή κατά της διαφθοράς θα λειτουργήσει μόνο χωρίς ρωσική επιρροή· οφείλει να καθαριστεί από αυτήν. Η Ουκρανία πρέπει να διασφαλίζει την αναπόφευκτη τιμωρία για όσους παραβαίνουν τον νόμο», είχε αναφέρει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η εξέλιξη πυροδότησε εκτεταμένες αντιδράσεις, με χιλιάδες να διαδηλώνουν στο Κίεβο και άλλες πόλεις απέναντι σε αυτό που εκλάμβαναν ως υπονόμευση των εγγυημένων μηχανισμών κατά της διαφθοράς.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που έχει χορηγήσει στην Ουκρανία καθεστώς υποψηφιότητας από το 2022, προειδοποίησε ότι το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αντίκειται στις βασικές προϋποθέσεις προσχώρησης που αφορούν την ανεξαρτησία των υπηρεσιών κατά της διαφθοράς.

Η επίτροπος Διεύρυνσης της Ε.Ε., Μάρτα Κος, χαρακτήρισε τον νόμο της 22ας Ιουλίου ως σοβαρή οπισθοδρόμηση, ενώ η αντιπροσωπεία της Ε.Ε. στην Ουκρανία προειδοποίησε πως η διάβρωση των εγγυήσεων του ΝΑΒU θα μπορούσε να κλονίσει την εμπιστοσύνη στις μεταρρυθμιστικές φιλοδοξίες του Κιέβου.

Η ΥΠΕΞ της Γερμανίας σημείωσε ότι ο περιορισμός της ισχύος των υπηρεσιών θα έπληττε και τις ελπίδες ένταξης στην Ε.Ε.

Η έντονη δυσαρέσκεια εντάθηκε από ταυτόχρονη επιχείρηση ασφαλείας, κατά την οποία η Υπηρεσία Ασφαλείας της Ουκρανίας πραγματοποίησε περίπου 70 ελέγχους σε στελέχη του ΝΑΒU, με μια σύλληψη για φερόμενη κατασκοπεία υπέρ της Ρωσίας και μία ακόμη για επιχειρηματικές σχέσεις με τη συγκεκριμένη χώρα.

Αν και οι περισσότερες κατηγορίες αφορούσαν διοικητικές παραβάσεις, το ΝΑΒU προειδοποίησε ότι κάποια μέτρα ξεπερνούσαν τα επιτρεπτά όρια, καταγγέλλοντας προσπάθεια εκφοβισμού των εποπτικών αρχών.

Υπό το βάρος μαζικών διαδηλώσεων και αυξανόμενης δυτικής πίεσης, ο Ζελένσκι ανακάλεσε την προηγούμενη ρύθμιση. Στις 24 Ιουλίου κατέθεσε νέο νομοσχέδιο που επανέφερε την ανεξαρτησία των θεσμών, κάνοντας λόγο για «ισορροπημένη λύση» χωρίς ρωσικές διασυνδέσεις, η οποία διασφαλίζει την προστασία των ουκρανικών διωκτικών αρχών από ξένες επιρροές.

Το ουκρανικό κοινοβούλιο ενέκρινε ομόφωνα το νέο νόμο στις 31 Ιουλίου και ο πρόεδρος Ζελένσκι τον υπέγραψε την ίδια μέρα, δηλώνοντας πως ήταν η ορθή κίνηση. «Είναι ύψιστης σημασίας το κράτος να αφουγκράζεται την κοινωνία. Να ακούει τους πολίτες του. Η Ουκρανία είναι αδιαμφισβήτητα δημοκρατία», τόνισε.

Η νέα νομοθεσία απαγορεύει στον Γενικό Εισαγγελέα να διατάσσει το ΝΑΒU ή το SAPO ή να παρεμβαίνει στις έρευνές τους, επαναφέροντας παράλληλα σημαντικές δικονομικές εγγυήσεις που είχαν χαθεί με τον προηγούμενο νόμο.

Η ανάπτυξη της ευρωζώνης έμεινε στάσιμη στο 0,1% καθώς η οικονομία των ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 3% στο 2ο τρίμηνο

Η οικονομία της ευρωζώνης αναπτύχθηκε ελάχιστα το δεύτερο τρίμηνο του 2025, υπογραμμίζοντας την ασθενή δυναμική σε ολόκληρο το μπλοκ των 20 εθνών, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέγραψαν απότομη ανάκαμψη κατά την ίδια περίοδο.

Η Eurostat δήλωσε στις 30 Ιουλίου ότι το εποχικά προσαρμοσμένο ΑΕΠ στην ευρωζώνη αυξήθηκε κατά 0,1% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ η παραγωγή στην ευρύτερη Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) των 27 μελών αυξήθηκε κατά 0,2%. Και οι δύο μετρήσεις σηματοδότησαν μια απότομη επιβράδυνση από το πρώτο τρίμηνο, όταν η ανάπτυξη έφτασε το 0,6% και το 0,5% αντίστοιχα. Μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, η Ισπανία ηγήθηκε με ανάπτυξη 0,7%, ακολουθούμενη από τη Γαλλία με 0,3%. Η Γερμανία και η Ιταλία συρρικνώθηκαν η καθεμία κατά 0,1%, υπογραμμίζοντας τη συνεχιζόμενη απόκλιση εντός του μπλοκ.

Πέρα από τον Ατλαντικό, τα στοιχεία των ΗΠΑ έδειξαν μια πολύ πιο φωτεινή εικόνα. Το Γραφείο Οικονομικής Ανάλυσης ανέφερε ότι το ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 3% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο-Ιούνιο, αντιστρέφοντας μια συρρίκνωση 0,5% στο πρώτο τρίμηνο και ξεπερνώντας τις προσδοκίες των οικονομολόγων για 2,4%. Η ανάκαμψη οφείλεται στην πτώση των εισαγωγών κατά 30% — μια αντιστροφή της προηγούμενης συσσώρευσης αποθεμάτων που σχετίζεται με τους δασμούς — και στην αύξηση των καταναλωτικών δαπανών κατά 1,4%.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η ΕΕ κατέληξαν πρόσφατα σε εμπορική συμφωνία που μείωσε τις άμεσες εντάσεις, αλλά επέβαλε δασμούς 15% στις εξαγωγές της ΕΕ προς την αγορά των ΗΠΑ — ένα μέτρο που είναι πιθανό να επηρεάσει την ανάπτυξη της ευρωζώνης. Η συμφωνία δεν έχει ακόμη επικυρωθεί από τα μέλη της ΕΕ και οι ανεπίλυτες λεπτομέρειες σημαίνουν ότι οι ευρωπαϊκές εταιρείες ενδέχεται να εξακολουθούν να διστάζουν να επενδύσουν.

Εν τω μεταξύ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) αναβάθμισε την Τρίτη τις προβλέψεις του για την ανάπτυξη στο σύνολο του έτους για την ευρωζώνη, επικαλούμενο ισχυρότερη από την αναμενόμενη δραστηριότητα στο πρώτο τρίμηνο, κυρίως λόγω της αύξησης των ιρλανδικών φαρμακευτικών εξαγωγών. Ωστόσο, το Ταμείο προειδοποίησε ότι η ευρύτερη ζήτηση στην ευρωζώνη παραμένει υποτονική και ότι οι κίνδυνοι από τους δασμούς και τις δημοσιονομικές πιέσεις επιμένουν.

Στην ενημέρωση του Ιουλίου για τις Παγκόσμιες Οικονομικές Προοπτικές, το ΔΝΤ προέβλεψε ότι το ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ θα αυξηθεί κατά 1% το 2025 και κατά 1,2% το 2026, μια αναβάθμιση 0,2 ποσοστιαίων μονάδων για το 2025 από την πρόβλεψη του Απριλίου. Η αναθεώρηση αντικατοπτρίζει αυτό που το ΔΝΤ χαρακτήρισε «ιστορικά μεγάλη» αύξηση στις ιρλανδικές φαρμακευτικές αποστολές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά την προκαταρκτική εμπορική προώθηση και τις νέες εγκαταστάσεις παραγωγής. Χωρίς τη συνεισφορά της Ιρλανδίας, η αναβάθμιση της ζώνης του ευρώ θα ήταν μόλις 0,1 μονάδα.

Το ΔΝΤ αναμένει ότι ο πληθωρισμός της ζώνης του ευρώ θα παραμείνει συγκρατημένος σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με τη βοήθεια της ανατίμησης του νομίσματος και των προσωρινών δημοσιονομικών μέτρων. Για την ευρύτερη ΕΕ, η ανάπτυξη προβλέπεται στο 1,3% το 2025 και στο 1,4% το 2026, σχεδόν αμετάβλητη από τον Απρίλιο.

Σε πρόσφατη δήλωση μετά την ετήσια διαβούλευσή του με την ευρωζώνη, το ΔΝΤ δήλωσε ότι η περιοχή αντιμετωπίζει διαρθρωτικές προκλήσεις που περιορίζουν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές και προέτρεψε τις κυβερνήσεις να ανοικοδομήσουν δημοσιονομικά αποθέματα, να προστατεύσουν την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών και να επιδιώξουν μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας. «Οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη είναι καθοδικοί», προειδοποίησε το ΔΝΤ, επικαλούμενο πιθανή κλιμάκωση των δασμών, γεωπολιτικές εντάσεις και δημοσιονομικές πιέσεις που θα μπορούσαν να επισκιάσουν τυχόν οφέλη από την απροσδόκητη δημοσιονομική χαλάρωση.

Το ΔΝΤ αναβάθμισε επίσης την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη των ΗΠΑ στο 1,9% για το 2025 και στο 2% για το 2026, επικαλούμενο χαμηλότερους από τους αναμενόμενους δασμούς, ένα ασθενέστερο δολάριο και εταιρικά επενδυτικά κίνητρα από τον νόμο One Big Beautiful Bill. Σε παγκόσμιο επίπεδο, αύξησε την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη του 2025 στο 3% από 2,8% τον Απρίλιο, προειδοποιώντας παράλληλα ότι τα υψηλά εμπορικά εμπόδια και οι γεωπολιτικοί κραδασμοί εξακολουθούν να θέτουν σημαντικούς κινδύνους.

«Η επίμονη αβεβαιότητα μπορεί να επηρεάσει τις επενδύσεις, ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι δημοσιονομικές ευπάθειες θέτουν πρόσθετες απειλές», δήλωσε ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Πιέρ Ολιβιέ Γκουρινκά, προσθέτοντας ότι οι σημαντικές εξελίξεις στις εμπορικές συνομιλίες θα μπορούσαν να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη, ενώ οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να αυξήσουν τη μακροπρόθεσμη παραγωγικότητα.

Οι βουλευτές της αντιπολίτευσης στην Ταϊβάν υπερασπίστηκαν με επιτυχία τις έδρες τους

Με επιτυχία αντιμετώπισαν την πρόκληση της πρότασης ανάκλησης 24 βουλευτές της αντιπολίτευσης και ένας δήμαρχος, κατά τη σχετική ψηφοφορία που πραγματοποιήθηκε στις 26 Ιουλίου στην Ταϊβάν.

Όπως ανακοίνωσε η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή, το αποτέλεσμα αυτό διασφαλίζει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του Κουομιντάνγκ (ΚΜΤ), συνιστώντας ταυτόχρονα πλήγμα για το Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα (ΔΠΚ) του προέδρου Λάι Τσινγκ-τε.

Το τεστ της ανάκλησης παρακολουθήθηκε στενά, καθώς εκτιμάται ότι επηρεάζει σημαντικά το πολιτικό τοπίο της χώρας. Οι πρωτοβουλίες εναντίον βουλευτών του ΚΜΤ παρουσιάστηκαν ως «αντικομμουνιστικές» ενέργειες, με στόχο όσους θεωρούνται φιλο-Κινέζοι και ευθυγραμμισμένοι με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ).

Το Πεκίνο επιμένει πως η Ταϊβάν αποτελεί αποσχισμένο έδαφός του και έχει κατ’ επανάληψη απειλήσει ακόμα και με χρήση βίας για την επίτευξη επανένωσης. Η άνοδος του ΔΠΚ στην εξουσία έφερε ρήξη στις σχέσεις των δύο πλευρών και διακοπή κάθε επίσημου διαύλου επικοινωνίας μεταξύ Ταϊπέι και Πεκίνου.

Ο πρόεδρος του ΚΜΤ, Έρικ Τσιου, χαιρέτισε την απόρριψη όλων των εκστρατειών ανάκλησης κατά των βουλευτών του κόμματός του, χαρακτηρίζοντάς τη «σημαντική νίκη για τον λαό της Ταϊβάν». «Ο λαός επέλεξε τη σταθερότητα και επιθυμεί η κυβέρνηση να επικεντρωθεί στο έργο της, αντί για ατέρμονες πολιτικές διαμάχες», δήλωσε ο Τσιου σε συνέντευξη Τύπου στην έδρα του ΚΜΤ, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Focus Taiwan.

Το ΔΠΚ, καθώς και διάφορες κοινωνικές οργανώσεις που στήριζαν την ανάκληση, επιδίωκαν την απομάκρυνση βουλευτών του ΚΜΤ σε εννέα πόλεις και περιφέρειες της χώρας.

Επτά ακόμη βουλευτές του ΚΜΤ αναμένεται να αντιμετωπίσουν αντίστοιχες διαδικασίες προς τα τέλη Αυγούστου. Παρά την επικράτηση του ΔΠΚ στις προεδρικές εκλογές του περασμένου έτους, το ΚΜΤ, σε συνεργασία με το μικρότερο Κόμμα του Λαού της Ταϊβάν (TPP), διατηρεί επαρκή κοινοβουλευτική δύναμη ώστε να ορίζει την πλειοψηφία στην εθνοσυνέλευση.

Ο πρόεδρος του TPP, Χουάνγκ Κούο-τσάνγκ, επέκρινε τον πρόεδρο Λάι για τη στήριξη που παρείχε στις προσπάθειες ανάκλησης και ζήτησε δημόσια συγγνώμη. Χαρακτήρισε τη σχετική πρωτοβουλία διχαστική.

Η ψηφοφορία ανάκλησης πραγματοποιείται σε μια περίοδο όπου η Ταϊβάν πολλαπλασιάζει τις προσπάθειές της να θωρακιστεί απέναντι στην αυξανόμενη επιθετικότητα του Πεκίνου.

Ο πρόεδρος Λάι, που στα μάτια της Κίνας θεωρείται αυτονομιστής, έχει καλέσει επανειλημμένα τους πολίτες να συσπειρωθούν ενόψει των πιέσεων του ΚΚΚ. Σε διαδοχικές πανεθνικές ομιλίες στα τέλη Ιουνίου, προειδοποίησε ότι η πολύπλευρη διείσδυση της Κίνας απειλεί όχι μόνο την κυριαρχία της Ταϊβάν, αλλά και τα θεμέλια της δημοκρατίας της.

Η Meta αναστέλλει τις πολιτικές διαφημίσεις στην ΕΕ λόγω «ανέφικτων» νέων κανονισμών

Η Meta, μητρική εταιρεία των Facebook, Instagram και WhatsApp, ανακοίνωσε ότι θα σταματήσει όλες τις πολιτικές διαφημίσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση έως τον Οκτώβριο, επικαλούμενη ως αιτία «μη εφαρμόσιμες» απαιτήσεις που επιβάλλονται από τον νέο κανονισμό της ΕΕ για την διαδικτυακή προεκλογική εκστρατεία.

Η ανακοίνωση, που έγινε στις 25 Ιουλίου, προηγήθηκε της εφαρμογής του κανονισμού για τη Διαφάνεια και τη Στόχευση Πολιτικών Διαφημίσεων (Transparency and Targeting of Political Advertising – TTPA), ο οποίος θέτει αυστηρούς περιορισμούς στον τρόπο με τον οποίο οι πλατφόρμες και οι διαφημιστές μπορούν να στοχεύουν τους ψηφοφόρους. Ο νόμος, που θα τεθεί σε ισχύ πριν από αρκετές εθνικές εκλογές και τις ευρωεκλογές του 2026, απαιτεί σαφή επισήμανση και δημόσια αρχειοθέτηση των πολιτικών διαφημίσεων και απαγορεύει τις εκστρατείες χρηματοδοτούμενες από το εξωτερικό εν όψει εκλογών.

Η Meta υποστήριξε ότι ο TTPA δημιουργεί «σημαντικές λειτουργικές προκλήσεις και νομικές αβεβαιότητες» που καθιστούν αδύνατη τη συνέχιση της παροχής υπηρεσιών πολιτικής διαφήμισης στην ΕΕ Επιπλέον, τόνισε πως οι νέοι περιορισμοί θα μειώσουν τη σχετικότητα των διαφημίσεων και θα υπονομεύσουν το μοντέλο προσωποποιημένης διαφήμισης που στηρίζει μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής της δραστηριότητας.

Η εταιρεία επεσήμανε ότι θεωρεί τα προσωποποιημένα διαφημιστικά μηνύματα κρίσιμα για μεγάλο εύρος διαφημιστών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που πραγματοποιούν εκστρατείες ενημέρωσης των ψηφοφόρων για σημαντικά κοινωνικά ζητήματα που διαμορφώνουν τη δημόσια συζήτηση. Πρόσθεσε ότι κανονισμοί όπως ο TTPA υπονομεύουν σημαντικά την ικανότητά της να παρέχει αυτές τις υπηρεσίες, επηρεάζοντας όχι μόνο την αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας των διαφημιστών αλλά και την πρόσβαση των ψηφοφόρων σε ολοκληρωμένες πληροφορίες.

Η Meta δήλωσε πως αντιμετωπίζει μια «ανέφικτη επιλογή» ανάμεσα στην παροχή ενός διαφημιστικού προϊόντος που δεν επιθυμούν ούτε οι χρήστες ούτε οι διαφημιστές και στη διακοπή των πολιτικών και κοινωνικών διαφημίσεων στο σύνολό τους, επιλέγοντας τελικά το δεύτερο.

Σε σχετική δήλωση, η εταιρεία σημείωσε ότι για άλλη μια φορά οι κανονιστικές υποχρεώσεις έχουν ως αποτέλεσμα την αφαίρεση δημοφιλών προϊόντων και υπηρεσιών από την αγορά, περιορίζοντας την επιλογή και τον ανταγωνισμό.

Η απόφαση αυτή, σύμφωνα με την Meta, δεν ισχύει εκτός Ευρώπης και δεν θα εμποδίσει τους πολιτικούς, τους υποψηφίους ή τους χρήστες στην ΕΕ να αναρτούν πολιτικό περιεχόμενο.

Από την πλευρά τους, αξιωματούχοι της ΕΕ έχουν δηλώσει ότι οι νέοι κανονισμοί κρίνονται απαραίτητοι για την αντιμετώπιση κρυφών εκστρατειών επιρροής και την προστασία των εκλογών από «παραπληροφόρηση».

Το 2024, όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε τον νόμο και τον απέστειλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την τελική έγκριση, ο εισηγητής Σάντρο Γκόζι είχε χαρακτηρίσει τον TTPA βασικό εργαλείο προστασίας των δημοκρατικών και εκλογικών διαδικασιών της Ένωσης. Είχε τονίσει πως οι ψηφιακές τεχνολογίες καθιστούν τους πολίτες πιο ευάλωτους σε παραπληροφόρηση και ξένη παρέμβαση και ότι οι κανόνες αυτοί βοηθούν τους πολίτες να αναγνωρίζουν ποιος βρίσκεται πίσω από ένα πολιτικό μήνυμα και να κάνουν ενημερωμένες επιλογές στις κάλπες.

Ο Γκόζι σχολίασε αρνητικά την ανακοίνωση της Meta για την αναστολή των πολιτικών διαφημίσεων στην ΕΕ, χαρακτηρίζοντάς την ως ένδειξη άρνησης της εταιρείας να συμμορφωθεί με βασικά πρότυπα διαφάνειας. Συγκεκριμένα, έγραψε σε ανάρτησή του στο X ότι η απόφαση της Meta αποκαλύπτει «βαθιά αλλεργία στη διαφάνεια, την προστασία δεδομένων και τη δημοκρατική λογοδοσία».

Πρόσθεσε ότι η εταιρεία ισχυρίζεται πως μάχεται την παραπληροφόρηση ενώ ταυτόχρονα κερδίζει από αυτήν, και ότι η αποχώρησή της ανοίγει το δρόμο σε άλλες ευρωπαϊκές εταιρείες που συμμορφώνονται με τους κανόνες.

Τον Νοέμβριο του προηγούμενου έτους, και η Google είχε ανακοινώσει παρόμοια απόφαση, δηλώνοντας ότι θα διακόψει τις πολιτικές διαφημίσεις στην Ένωση ενόψει της εφαρμογής του TTPA. Τότε, η εταιρεία είχε εξηγήσει ότι το ευρύ πεδίο εφαρμογής και η ασαφής διατύπωση του νόμου την έκαναν αδύνατη τη συμμόρφωση, παρά τις επενδύσεις ετών σε εργαλεία διαφάνειας.

Κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας, η Google είχε εκφράσει στους ευρωβουλευτές ανησυχίες, περιλαμβάνοντας προειδοποιήσεις ότι οι ευρείες ορισμοί των «πολιτικών διαφημίσεων» ενδέχεται να περιλάβουν κανονικό περιεχόμενο κοινωνικού ενδιαφέροντος, ότι οι τεχνικές απαιτήσεις θα μπορούσαν να καθιστούν τη συμμόρφωση αδύνατη και ότι τα συστήματα σηματοδότησης από χρήστες θα μπορούσαν να καταχρηστούν για να φιμώσουν νόμιμο λόγο.

Παρόμοιες ανησυχίες διατύπωσε και η Civil Liberties Union for Europe (Ένωση για τις Πολιτικές Ελευθερίες στην Ευρώπη), μια οργάνωση υπεράσπισης δικαιωμάτων, που υποστήριξε ότι η αόριστη διατύπωση του νόμου ενδέχεται να περιορίσει την ελευθερία έκφρασης, ιδιαίτερα σε θέματα κοινωνικά και δημόσιας συζήτησης. Η οργάνωση τόνισε σε σχετική ανακοίνωση ότι ο πολύ ευρύς ορισμός θα μπορούσε να εμποδίσει τον πολιτικό διάλογο και το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης πολιτικών απόψεων και συμμετοχής στη δημόσια πολιτική συζήτηση.

Παράλληλα, κάλεσε την Επιτροπή να περιορίσει την ερμηνεία της πολιτικής διαφήμισης σε επερχόμενες κατευθυντήριες οδηγίες, ώστε να διαφυλαχθεί ένας υγιής δημόσιος χώρος και να υποστηριχθεί η κοινωνία των πολιτών σε ένα όλο και πιο περιοριστικό περιβάλλον.