Σε μία κίνηση που αντικατοπτρίζει τις αυξανόμενες ανησυχίες για τις κινεζικές εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, το Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολούμπια (UBC) στον Καναδά ανακοίνωσε την απαγόρευση του κινεζικού εργαλείου τεχνητής νοημοσύνης DeepSeek από όλες τις συσκευές και τα δίκτυα του ιδρύματος.
Σοβαρές ανησυχίες για την ασφάλεια και την ιδιωτικότητα
Σε ανακοίνωση που εξέδωσε στις 20 Μαρτίου, το UBC διευκρίνισε ότι η απόφαση ελήφθη αφότου η εφαρμογή χαρακτηρίστηκε «υψηλού κινδύνου» σε σχέση με την ιδιωτικότητα και την ασφάλεια των δεδομένων.
«Οι εφαρμογές του DeepSeek εγείρουν ανησυχίες για την ιδιωτικότητα και την ασφάλεια, ιδιαίτερα όσον αφορά την εκτεταμένη συλλογή και κοινή χρήση δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων προσωπικών πληροφοριών και του δικαιώματος καταγραφής πληκτρολογήσεων, μαζί με αδύναμες πρακτικές κρυπτογράφησης και ασφάλειας», ανέφερε το πανεπιστήμιο.
Η απόφαση βασίστηκε σε εκτενή αξιολόγηση δημόσιων πληροφοριών και αξιολογήσεων τρίτων για το DeepSeek, συμπεριλαμβανομένων ευρημάτων από κορυφαίους ερευνητές κυβερνοασφάλειας, αναλύσεις εταιρειών ασφαλείας και κατευθυντήριες γραμμές από ομοσπονδιακές και επαρχιακές κυβερνήσεις.
Αυστηροί περιορισμοί και συνέπειες μη συμμόρφωσης
Το UBC όχι μόνο περιορίζει την εγκατάσταση και χρήση των εφαρμογών DeepSeek στο πανεπιστήμιο, αλλά «συνιστά έντονα» να αποφεύγεται η χρήση ή εγκατάστασή του ακόμη και σε προσωπικές συσκευές, ειδικά σε αυτές που χρησιμοποιούνται για πανεπιστημιακές δραστηριότητες.
Η απαγόρευση περιλαμβάνει:
– Συσκευές του πανεπιστημίου
– Ασύρματα δίκτυα του UBC
– Συστήματα βιβλιοθήκης
– Άλλα συστήματα που απαιτούν όνομα χρήστη και κωδικό πρόσβασης
Το πανεπιστήμιο προειδοποιεί ότι θα χρησιμοποιήσει «προληπτικά μέτρα για να αποκλείσει τις εφαρμογές DeepSeek για τους χρήστες» στα δίκτυά του, ενώ τονίζει ότι οι χρήστες που δεν συμμορφώνονται με τα πρότυπα του UBC θα υπόκεινται σε «πλήρες φάσμα πειθαρχικών ενεργειών», που μπορεί να περιλαμβάνουν ακόμη και την απώλεια πρόσβασης σε προνόμια υπολογιστών και δίκτυα του πανεπιστημίου.
Αξιοσημείωτο είναι ότι, σύμφωνα με εκπρόσωπο του UBC, το DeepSeek είναι το μοναδικό εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης που έχει απαγορευτεί στο πανεπιστήμιο, το οποίο δεν σχεδιάζει να περιορίσει άλλες παρόμοιες εφαρμογές.
Μέρος ενός ευρύτερου κύματος απαγορεύσεων
Η απόφαση του UBC ακολουθεί ένα κύμα παρόμοιων απαγορεύσεων παγκοσμίως. Το DeepSeek, που έγινε μία από τις πιο δημοφιλείς δωρεάν εφαρμογές στο App Store της Apple όταν κυκλοφόρησε στα τέλη Ιανουαρίου, γρήγορα βρέθηκε στο επίκεντρο λόγω ανησυχιών για την ασφάλεια.
Τον Φεβρουάριο, η καναδική κυβέρνηση απαγόρευσε το DeepSeek από τις κυβερνητικές συσκευές, με τον διευθύνοντα σύμβουλο Πληροφορικής του Καναδά, Ντομινίκ Ροσόν, να επικαλείται «σοβαρές ανησυχίες για την ιδιωτικότητα, που σχετίζονται με την ακατάλληλη συλλογή και διατήρηση ευαίσθητων προσωπικών πληροφοριών».
Παράλληλες απαγορεύσεις έχουν επιβληθεί και από άλλες χώρες:
– Η Αυστραλία απαγόρευσε την εφαρμογή στις 4 Φεβρουαρίου, χαρακτηρίζοντάς την «απαράδεκτο κίνδυνο»
– Η Ταϊβάν ανακοίνωσε απαγόρευση για τις δημόσιες υπηρεσίες λόγω ανησυχιών εθνικής ασφάλειας
– Αμερικανοί νομοθέτες, από διαφορετικές πολιτικές παρατάξεις, εισήγαγαν νομοσχέδιο τον Φεβρουάριο που επιδιώκει να απαγορεύσει τη χρήση της κινεζικής εφαρμογής σε κυβερνητικές συσκευές
Ανησυχίες για προπαγάνδα και λογοκρισία του ΚΚΚ
Πέρα από τις ανησυχίες για την ασφάλεια των δεδομένων, επικριτές του κινεζικού καθεστώτος έχουν εκφράσει προβληματισμούς σχετικά με τον πιθανό ρόλο του DeepSeek στην προώθηση της περιστολής ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της λογοκρισίας από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ).
Η εκτενής εξέταση της εφαρμογής που έκανε η Epoch Times τον προηγούμενο μήνα έδειξε ότι το πρόγραμμα ακολουθεί στενά την ιδεολογία του ΚΚΚ, λογοκρίνοντας απαντήσεις επικριτικές προς το καθεστώς και προωθώντας απόψεις ευνοϊκές προς αυτό.
Η αυξανόμενη τάση απαγορεύσεων του DeepSeek αντικατοπτρίζει τις ευρύτερες ανησυχίες για την ασφάλεια των κινεζικών τεχνολογικών προϊόντων και τη δυνητική τους χρήση για στόχους που υπερβαίνουν τις συνήθεις εμπορικές εφαρμογές.
Η Βρετανία θα φιλοξενήσει σήμερα Πέμπτη κεκλεισμένων των θυρών συνάντηση για τις ειρηνευτικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία, φέρνοντας σε επαφή κορυφαίους στρατιωτικούς ηγέτες από την Ευρώπη και πέραν αυτής, καθώς ο σχεδιασμός για τη συγκρότηση ειρηνευτικής δύναμης στη χώρα εισέρχεται σε «επιχειρησιακή φάση».
Περισσότεροι από 20 στρατιωτικοί ηγέτες αναμένεται να συμμετάσχουν στη συνάντηση που θα πραγματοποιηθεί στο Μόνιμο Κοινό Αρχηγείο του Ηνωμένου Βασιλείου στο βορειοδυτικό Λονδίνο, σύμφωνα με το BBC.
Η πρωτοβουλία Στάρμερ-Μακρόν και ο «συνασπισμός προθύμων»
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ αναμένεται να παραστεί στη συνάντηση μετά την επίσκεψή του στην πόλη Μπάροου, όπου θα συμμετάσχει στην τελετή τοποθέτησης της καρίνας του πρώτου υποβρυχίου της βασιλικής ναυτικής κλάσης Dreadnought, μέρος του στόλου των τεσσάρων σκαφών που θα αποτελέσουν την επόμενη γενιά πυρηνικής αποτροπής της χώρας.
Ο Στάρμερ, σε συνεργασία με τον Γάλλο πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν, έχει αναλάβει πρωτοβουλία για τη σύσταση ενός «συνασπισμού προθύμων» που θα συνδράμει στην εφαρμογή οποιασδήποτε ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ Κιέβου και Μόσχας.
Το περασμένο σαββατοκύριακο, ο Βρετανός πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι οι στρατιωτικοί ηγέτες θα «θέσουν ισχυρά και στιβαρά σχέδια ώστε να υποστηρίξουν μια ειρηνευτική συμφωνία και να εγγυηθούν τη μελλοντική ασφάλεια της Ουκρανίας». Ωστόσο, δεν διευκρίνισε ποια έθνη έχουν δεσμευτεί για τη συμμετοχή τους στην ειρηνευτική δύναμη, σημειώνοντας ότι οι πιθανές τους ενέργειες θα αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης στη σημερινή συνάντηση.
Συνομιλίες Τραμπ με Ζελένσκι και Πούτιν για εκεχειρία
Η συνάντηση στο Λονδίνο πραγματοποιείται μετά τη δήλωση του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι ότι «μία διαρκής ειρήνη μπορεί να επιτευχθεί εντός του έτους», μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ την Τετάρτη.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X στις 19 Μαρτίου, ο Ζελένσκι χαρακτήρισε τη συνομιλία «θετική, ουσιαστική και ειλικρινή», προσθέτοντας ότι το Κίεβο είναι έτοιμο να τερματίσει τα πλήγματα κατά ενεργειακών και άλλων μη στρατιωτικών υποδομών.
Ευχαρίστησε τον Τραμπ για τις συνομιλίες στη Σαουδική Αραβία και προσέθεσε ότι οι δύο ηγέτες συμφώνησαν πως η Ουκρανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να συνεχίσουν να συνεργάζονται για τον τερματισμό του πολέμου.
«Πιστεύουμε ότι μαζί με την Αμερική, με τον πρόεδρο Τραμπ και υπό αμερικανική ηγεσία, μία διαρκής ειρήνη μπορεί να επιτευχθεί εντός του έτους», δήλωσε ο Ζελένσκι.
Στην ίδια τηλεφωνική επικοινωνία, ο Τραμπ πρότεινε να αναλάβουν οι ΗΠΑ την ιδιοκτησία ουκρανικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με δήλωση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και του συμβούλου εθνικής ασφάλειας Μάικ Γουόλτς, η αμερικανική ιδιοκτησία αυτών των εγκαταστάσεων «θα αποτελούσε την καλύτερη προστασία για τις συγκεκριμένες υποδομές».
Εκπρόσωπος της βρετανικής κυβέρνησης δήλωσε στις 19 Μαρτίου: «Χαιρετίζουμε την πρόοδο που έχει σημειώσει ο πρόεδρος Τραμπ προς μία συμφωνία εκεχειρίας και θα συνεχίσουμε να συνεργαζόμαστε με διεθνείς εταίρους ώστε να ισχυροποιήσουμε τη θέση της Ουκρανίας. Τώρα πρέπει να διασφαλίσουμε την εφαρμογή της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός, για να επιτευχθεί μια δίκαιη και διαρκής ειρήνη στην Ουκρανία.»
Περιορισμένη εκεχειρία και η στάση της Ρωσίας
Την Τρίτη, ο Τραμπ συζήτησε την πρόταση για 30ήμερη εκεχειρία κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν.
Μετά τη συνομιλία, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ δήλωσε ότι ο Ρώσος ηγέτης συμφώνησε να σταματήσει προσωρινά τις επιθέσεις κατά ουκρανικών ενεργειακών εγκαταστάσεων, αλλά αρνήθηκε να υποστηρίξει μία πλήρη 30ήμερη εκεχειρία.
«Μπορώ να πω με μεγάλο βαθμό βεβαιότητας ότι οι πρόεδροι Πούτιν και Τραμπ κατανοούν καλά ο ένας τον άλλον, εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον και προτίθενται να εργαστούν βήμα-βήμα για την εξομάλυνση των ρωσοαμερικανικών σχέσεων», δήλωσε ο Πεσκόφ.
Η σημερινή συνάντηση στο Λονδίνο αποτελεί κρίσιμο βήμα στην προσπάθεια συγκρότησης μιας διεθνούς ειρηνευτικής δύναμης που θα μπορούσε να εγγυηθεί την εφαρμογή οποιασδήποτε ειρηνευτικής συμφωνίας στην Ουκρανία, ενώ οι διπλωματικές προσπάθειες για τερματισμό του πολέμου εντείνονται.
Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι αποκάλυψε ότι συζήτησε με τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, το ενδεχόμενο ο πυρηνικός σταθμός της Ζαπορίζια, ο οποίος βρίσκεται υπό ρωσική κατοχή, να περάσει υπό αμερικανικό έλεγχο. Η δήλωση αυτή έγινε κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, όπου ο Ζελένσκι επιβεβαίωσε ότι η συνομιλία του με τον Τραμπ επικεντρώθηκε αποκλειστικά σε αυτό το ζήτημα.
«Συζητήσαμε μόνο για έναν σταθμό, ο οποίος τελεί υπό ρωσική κατοχή», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Ουκρανός πρόεδρος, αναφερόμενος στον μεγαλύτερο πυρηνικό σταθμό της Ευρώπης, που βρίσκεται στην πόλη Ενερχοντάρ και έχει καταληφθεί από τις ρωσικές δυνάμεις από τον Μάρτιο του 2022.
Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου επιβεβαίωσε ότι ο Τραμπ μίλησε στον Ζελένσκι για το ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να αναλάβουν τον έλεγχο ουκρανικών πυρηνικών σταθμών, χωρίς να διευκρινίσει εάν αυτό αφορά μόνο τη Ζαπορίζια ή και άλλες εγκαταστάσεις.
Διεθνείς αντιδράσεις και γεωπολιτικές προεκτάσεις
Η συζήτηση αυτή έρχεται σε μια κρίσιμη στιγμή, καθώς η Ουκρανία συνεχίζει να δέχεται ρωσικές επιθέσεις, ενώ η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με ανησυχία την κατάσταση στη Ζαπορίζια. Ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ) έχει επανειλημμένα εκφράσει ανησυχίες για την ασφάλεια της εγκατάστασης, τονίζοντας τον κίνδυνο πυρηνικού ατυχήματος σε περίπτωση περαιτέρω στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Η Ρωσία, από την πλευρά της, έχει καταστήσει σαφές ότι θεωρεί τον σταθμό υπό τον έλεγχό της και έχει προχωρήσει στην τοποθέτηση δικής της διοίκησης. Οι ρωσικές αρχές δεν έχουν ακόμη σχολιάσει τις δηλώσεις Ζελένσκι, ωστόσο αναλυτές εκτιμούν ότι η Μόσχα θα αντιδράσει έντονα σε κάθε σχέδιο μεταφοράς του ελέγχου της εγκατάστασης σε τρίτη χώρα.
Πολιτικές και στρατηγικές επιπτώσεις
Το γεγονός ότι ο Τραμπ συζητά ενεργά την εμπλοκή των ΗΠΑ στον πυρηνικό τομέα της Ουκρανίας, υποδηλώνει μια πιθανή αλλαγή στη στρατηγική της Ουάσιγκτον. Αν και η τρέχουσα κυβέρνηση Μπάιντεν έχει διατηρήσει σαφείς αποστάσεις από τέτοιες ενέργειες, η στάση της Ουάσιγκτον μπορεί να επηρεαστεί ανάλογα με τις πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ.
Παράλληλα, η συζήτηση αυτή δημιουργεί νέα δεδομένα στην ενεργειακή και στρατηγική πολιτική της Ευρώπης, καθώς ο πυρηνικός σταθμός της Ζαπορίζια αποτελεί κομβικό σημείο τόσο για την ενεργειακή επάρκεια της Ουκρανίας όσο και για την ασφάλεια ολόκληρης της περιοχής.
Τι μέλλει γενέσθαι
Αν και προς το παρόν δεν υπάρχει κάποιο επίσημο σχέδιο για τη μεταφορά του ελέγχου του σταθμού, η συζήτηση Ζελένσκι-Τραμπ αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για την πιθανή στρατιωτικοποίηση του ενεργειακού τομέα στην Ουκρανία. Η διεθνής κοινότητα αναμένει με ενδιαφέρον τις επόμενες κινήσεις τόσο της Ουάσιγκτον όσο και της Μόσχας, καθώς και τις αντιδράσεις των ευρωπαϊκών χωρών που εξαρτώνται ενεργειακά από την Ουκρανία.
Το ζήτημα της Ζαπορίζια αναδεικνύεται πλέον ως ένα από τα πιο κρίσιμα γεωπολιτικά θέματα της παρούσας περιόδου, με πιθανές επιπτώσεις που ξεπερνούν τα σύνορα της Ουκρανίας και διαμορφώνουν νέες ισορροπίες στη διεθνή σκηνή.
Η ισραηλινή πολεμική αεροπορία πραγματοποίησε αεροπορικά πλήγματα στη Λωρίδα της Γάζας τις πρώτες πρωινές ώρες, μετά την ανακοίνωση του Ισραήλ για εντατικοποίηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η ισραηλινή κυβέρνηση χαρακτήρισε την ενέργεια αυτή ως «τελευταία προειδοποίηση» προς τους κατοίκους, με σκοπό την απελευθέρωση των ομήρων που κρατά η Χαμάς.
Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της πολιτικής προστασίας της Γάζας, Μαχμούντ Μπασάλ, τουλάχιστον 10 πολίτες σκοτώθηκαν και δεκάδες τραυματίστηκαν από επιθέσεις που στόχευσαν έξι σπίτια στην ανατολική Χαν Γιουνίς. Η πολιτική προστασία ανακοίνωσε επίσης πως οι νεκροί ανέρχονται σε τουλάχιστον 470 από την επανέναρξη των ισραηλινών βομβαρδισμών.
Οικογένειες που είχαν ήδη εκτοπιστεί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν ξανά τις κατοικίες τους λόγω των επιθέσεων, κυρίως στο βόρειο τμήμα της Γάζας. Η Χαμάς κατηγόρησε το Ισραήλ ότι παραβίασε μονομερώς τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, η οποία είχε τεθεί σε ισχύ στις 19 Ιανουαρίου, μετά από δεκαπέντε μήνες πολέμου. Ο πόλεμος είχε ξεκινήσει με την επίθεση της Χαμάς στο νότιο Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023.
Η Χαμάς δήλωσε ότι παραμένει ανοιχτή σε διαπραγματεύσεις για την ανανέωση της εκεχειρίας, αλλά επανέλαβε θέσεις που έχουν ήδη απορριφθεί από το Ισραήλ. Η κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, υποστήριξε ότι η επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων ήταν απαραίτητη για την απελευθέρωση των ομήρων.
Ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας, Ισραέλ Κατς, απηύθυνε προειδοποίηση στους κατοίκους της Γάζας να πιέσουν για την απελευθέρωση των ομήρων και να απομακρύνουν τη Χαμάς από την εξουσία. Ο ίδιος δήλωσε ότι αν δεν εκπληρωθούν αυτοί οι όροι, το Ισραήλ θα προχωρήσει σε μέτρα πρωτοφανούς κλίμακας.
Από τους 251 ομήρους που απήχθησαν στις 7 Οκτωβρίου, 58 παραμένουν στη Λωρίδα της Γάζας, εκ των οποίων 34 έχουν κηρυχθεί νεκροί από τον ισραηλινό στρατό. Ο Νετανιάχου δήλωσε ότι πλέον οι διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωσή τους θα συνεχιστούν «υπό πυρά».
Το ισραηλινό υπουργείο Εξωτερικών διερευνά τις συνθήκες του θανάτου ενός Βούλγαρου εργαζόμενου του ΟΗΕ, που σκοτώθηκε σε έκρηξη στη Ντέιρ αλ Μπάλα. Η Χαμάς κατηγόρησε το Ισραήλ, το οποίο αρνήθηκε την ευθύνη.
Στο βόρειο τμήμα της Γάζας, πολλοί άμαχοι μετακινούνταν προς τον νότο, μεταφέροντας τα υπάρχοντά τους με κάθε διαθέσιμο μέσο. Την Τρίτη, σημειώθηκαν οι πιο φονικοί αεροπορικοί βομβαρδισμοί μετά την εκεχειρία, με τον Νετανιάχου να δηλώνει ότι ήταν «μόνο η αρχή».
Στο εσωτερικό του Ισραήλ, οι πιέσεις προς τον πρωθυπουργό αυξάνονται. Στην Ιερουσαλήμ, χιλιάδες διαδηλωτές κατηγόρησαν την κυβέρνηση για αδιαφορία προς τους ομήρους, ζητώντας την παραίτηση του Νετανιάχου. Κάποιοι από τους συγκεντρωμένους δήλωσαν ότι η κυβέρνηση τούς έχει καταστήσει «ομήρους» της πολιτικής της.
Το απερχόμενο κοινοβούλιο της Γερμανίας ενέκρινε νομοθεσία την Τρίτη για την τροποποίηση αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων, την αύξηση του κρατικού δανεισμού και τη χρηματοδότηση μιας τεράστιας αύξησης δαπανών για την άμυνα και τις υποδομές.
Το πακέτο επιτρέπει στην κυβέρνηση να δανειστεί πέρα από τα κανονικά όρια χρέους για δαπάνες άμυνας και ασφάλειας, καθώς και να δώσει βοήθεια προς την Ουκρανία, αξίας άνω του 1% του ΑΕΠ.
Προβλέπει επίσης ένα ταμείο 500 δισεκατομμυρίων ευρώ, που θα χρηματοδοτηθεί με δανεισμό, για τις υποδομές της Γερμανίας τα επόμενα 12 χρόνια για να στηρίξει την οικονομία της που αντιμετωπίζει προβλήματα.
Έως και 100 δισ. ευρώ – ή το 20% του ταμείου υποδομής – έχουν δεσμευτεί για πολιτικές για το κλίμα.
Το Κοινοβούλιο ψήφισε με 513-207 στην τελική του συνεδρίαση την έγκριση των σχεδίων.
Η νομοθεσία αυτή πρέπει ακόμα να πάει στο Bundesrat, την Άνω Βουλή, η οποία εκπροσωπεί τις κυβερνήσεις των 16 ομοσπονδιακών κρατιδίων της Γερμανίας. Νομοθέτες από τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) και τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) δήλωσαν ότι αναμένουν να το εγκρίνει η Άνω Βουλή.
Ο ηγέτης του CDU και μελλοντικός καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς, ο οποίος κέρδισε τις ομοσπονδιακές εκλογές του περασμένου μήνα, είχε συγκεντρώσει υποστήριξη για το σχέδιο δαπανών μισού τρισεκατομμυρίου ευρώ που αποσκοπούσε στον εκσυγχρονισμό του στρατού και την τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης.
Μετά την ψηφοφορία, ο αμερικανικός οργανισμός αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Fitch Ratings δήλωσε ότι αναμένει 900 δισ. έως 1 τρισ. ευρώ σε πρόσθετες δαπάνες από τη Γερμανία την επόμενη δεκαετία.
«Έχουμε ένα ψεύτικο αίσθημα ασφάλειας για τουλάχιστον μία δεκαετία», είπε ο Μερτς πριν από την ψηφοφορία στις 18 Μαρτίου. «Η απόφαση που λαμβάνουμε σήμερα για την αμυντική ετοιμότητα… δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο από το πρώτο σημαντικό βήμα προς μια νέα ευρωπαϊκή αμυντική κοινότητα, η οποία περιλαμβάνει επίσης χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»
Βουλευτές της δεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), των Ελεύθερων Δημοκρατών που υποστηρίζουν τις επιχειρήσεις, του Αριστερού Κόμματος και της Συμμαχίας Sahra Wagenknecht υπέβαλαν καταγγελίες την τελευταία στιγμή στο συνταγματικό δικαστήριο, αλλά απορρίφθηκαν τη Δευτέρα.
Οι συντηρητικοί του Μερτς και οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD), οι οποίοι βρίσκονται σε συνομιλίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού μετά τις εκλογές του περασμένου μήνα, πιέζουν από κοινού για τα μέτρα.
Το CDU, το SPD και οι Πράσινοι εξασφάλισαν την πλειοψηφία των δύο τρίτων που απαιτούνταν για την ψήφιση των συνταγματικών τροποποιήσεων. Στόχος τους ήταν να περάσει η νομοθεσία από το σημερινό κοινοβούλιο, καθώς θα μπορούσε να αποκλειστεί από δεξιούς και αριστερούς βουλευτές στη νέα Βουλή, η οποία συνεδριάζει στις 25 Μαρτίου.
Για να εξασφαλίσουν την απαραίτητη πλειοψηφία των δύο τρίτων, έπρεπε να ενσωματώσουν στην πρότασή τους αιτήματα της τελευταίας στιγμής των Πρασίνων.
Το περιβαλλοντικό κόμμα είπε ότι θα υποστήριζε τη χαλάρωση των κανόνων για το χρέος μόνο εάν υπήρχε πραγματική υποστήριξη για πολιτικές για το κλίμα.
Στη συνέχεια, ο Μερτς έβαλε στο σχέδιό του τα 100 δισ. ευρώ για το «καθαρό μηδέν» στο ταμείο υποδομής, κάτι που ήρε την αντίθεση των Πρασίνων.
Ακρογωνιαίος λίθος της εκστρατείας του Μερτς ήταν η διατήρηση του αυστηρού συνταγματικού ορίου δανεισμού της Γερμανίας, γνωστό ως φρένο χρέους (Schuldenbremse).
Το μανιφέστο του CDU αναφέρει: «Τώρα είναι η ώρα να διατηρήσουμε το φρένο χρέους που κατοχυρώνεται στο γερμανικό Σύνταγμα (Grundgesetz). Τα σημερινά χρέη είναι οι αυριανές αυξήσεις φόρων.»
Όσον αφορά την ενέργεια και το κλίμα, το CDU είπε: «Θα βάλουμε τέλος στις ιδεολογικά καθοδηγούμενες πολιτικές της προηγούμενης κυβέρνησης».
Ο Ραλφ Σόλχαμμερ, πολιτικός θεωρητικός και επικεφαλής του Κέντρου Εφαρμοσμένης Ιστορίας στο Mathias Corvinus Collegium, δήλωσε στην Epoch Times: «Προς το παρόν, θα έλεγα ότι οι Γερμανοί έχουν συνηθίσει να μην αλλάζει τίποτα, οπότε πιστεύω ότι πολλοί δεν γνωρίζουν τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό το ξεφάντωμα του χρέους».
Πριν από τις εκλογές, ο Σόλχαμμερ είπε ότι οι άνθρωποι ψήφισαν CDU επειδή ήθελαν μια κεντροδεξιά κυβέρνηση, αλλά προέβλεψε ότι πιθανότατα θα καταλήξουν «να αποκτήσουν μια ελαφρώς αριστερή κυβέρνηση», καθώς ο Μερτς δεσμεύτηκε να μην κυβερνήσει ποτέ με το AfD, το οποίο ήρθε δεύτερο στις γενικές εκλογές, παρόλο που κάτι τέτοιο θα εξασφάλιζε μια καθαρή πλειοψηφία.
Φρένο χρέους
Περίπου το 60% των Γερμανών είναι υπέρ της διατήρησης του φρένου του χρέους.
Η κίνηση για τη δημιουργία ενός ταμείου υποδομής και αναθεώρηση των κανόνων δανεισμού σηματοδοτεί μια σημαντική ρήξη από τη δημοσιονομική ορθότητα της εποχής Μέρκελ.
Τα μέτρα θα μπορούσαν να αυξήσουν το επίπεδο χρέους της Γερμανίας στα 3,6 τρισ.ευρώ ή περίπου το 72% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος έως το 2029, δήλωσε ο αναλυτής της Scope, Άικο Σίβερτ, νωρίτερα αυτόν τον μήνα.
Αυτό θα ήταν σημαντικά υψηλότερο από τον δείκτη 63% στο τέλος του 2024, αλλά θα εξακολουθεί να είναι χαμηλότερο από το προηγούμενο υψηλό του 80% το 2010 μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση.
Του Owen Evans
Με τη συμβολή του Guy Birchall και πληροφορίες από το Reuters
Οι υπουργοί Άμυνας του Λιβάνου και της Συρίας συμφώνησαν σε κατάπαυση του πυρός στις 17 Μαρτίου μετά από δύο ημέρες συνοριακών συγκρούσεων και δέκα νεκρούς τουλάχιστον, σύμφωνα με πληροφορίες.
Σε ξεχωριστές δηλώσεις, ο υπουργός Άμυνας του Λιβάνου Μισέλ Μενάσα, και ο Σύρος ομόλογός του, Μουρχάφ Αμπού Κάσρα, συμφώνησαν επίσης να διατηρήσουν την επαφή μεταξύ των στρατών των δύο χωρών για να αποτρέψουν περαιτέρω συγκρούσεις.
Σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας της Συρίας, τρία μέλη του στρατιωτικού μηχανισμού της χώρας σκοτώθηκαν στην πρόσφατη διασυνοριακή εμπλοκή.
Το υπουργείο Υγείας του Λιβάνου είπε ότι επτά Λιβανέζοι πολίτες σκοτώθηκαν και 52 τραυματίστηκαν μέσα σε δύο ημέρες συγκρούσεων κοντά στα σύνορα.
Ο στρατιωτικός μηχανισμός της Συρίας έχει επικεφαλής τη Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ (HTS), μια τρομοκρατική οργάνωση που έχει δεσμούς με τις τρομοκρατικές ομάδες Αλ Κάιντα και ISIS.
Στα τέλη του περασμένου έτους, η HTS — με τουρκική υποστήριξη — έκανε μια αστραπιαία επίθεση που ουσιαστικά ανέτρεψε το μακροχρόνιο καθεστώς του Σύρου προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ.
Παρά τον χαρακτηρισμό της τρομοκρατικής οργάνωσης που της έχει αποδοθεί, η HTS διοικεί τώρα την κυβέρνηση της Συρίας μετά τον Άσαντ, ενώ ο επικεφαλής της, Άχμεντ αλ Σαράα (παλαιότερα γνωστός ως Μοχάμεντ αλ Γκολάν), έχει ονομαστεί προσωρινός πρόεδρος της χώρας.
Πριν από τη γρήγορη κατάρρευση της κυβέρνησης του Άσαντ και τη διάλυση του εθνικού στρατού, η Συρία ήταν βασικός σύμμαχος τόσο της Τεχεράνης όσο και της τρομοκρατικής ομάδας Χεζμπολάχ του Λιβάνου.
Μέσα στους τρεις μήνες από τότε που η HTS ανέλαβε την εξουσία στη Δαμασκό, οι εντάσεις αυξάνονται σταθερά κατά μήκος των περίπου 245 μιλίων των συνόρων της Συρίας με τον Λίβανο.
Στις 16 Μαρτίου, το υπουργείο Άμυνας της Συρίας που διευθύνεται από τη HTS κατηγόρησε τη Χεζμπολάχ ότι διέσχισε τα σύνορα και απήγαγε τρία μέλη του καινούριου στρατού της Συρίας.
Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι οι τρεις σκοτώθηκαν αργότερα εντός λιβανικού εδάφους. Η Χεζμπολάχ αρνήθηκε τις κατηγορίες.
Σύμφωνα με άλλες αναφορές, οι τρεις Σύροι εισήλθαν οικειοθελώς στο λιβανέζικο έδαφος, όπου σκοτώθηκαν από ένοπλους σιίτες που φοβούνταν μια επικείμενη επίθεση στο χωριό τους.
Σε τηλεοπτικά σχόλια, ο Χουσσεΐν Χατζ Χασσάν, μέλος του κοινοβουλίου του Λιβάνου που συνδέεται με τη Χεζμπολάχ, είπε ότι τα άτομα από τη συριακή πλευρά των συνόρων είχαν εισέλθει παράνομα σε λιβανικό έδαφος και επιτέθηκαν σε πολλά χωριά.
Οι συριακές αρχές απάντησαν βομβαρδίζοντας λιβανικές συνοριακές πόλεις, σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας της Συρίας και τον λιβανικό στρατό.
Σε ανακοίνωσή της, ο τελευταίος ανέφερε ότι απάντησε σε πυρά πυροβολικού από συριακό έδαφος και έστειλε τις ενισχύσεις του στη συνοριακή περιοχή.
Ανέφερε επίσης ότι τα πτώματα των τριών σκοτωμένων Σύρων μαχητών παραδόθηκαν στις συριακές αρχές.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X, στις 17 Μαρτίου, ο πρόεδρος του Λιβάνου Ζοζέφ Αούν δήλωσε: «Αυτό που συμβαίνει κατά μήκος των ανατολικών και βορειοανατολικών συνόρων [του Λιβάνου] δεν μπορεί να συνεχιστεί και δεν θα επιτρέψουμε να συνεχιστεί. Έχω διατάξει τον λιβανικό στρατό να αντεπιτεθεί στην πηγή του πυρός.»
Την ίδια μέρα, ο στρατιωτικός μηχανισμός της Συρίας είχε τοποθετήσει στρατεύματα και άρματα μάχης κοντά στα σύνορα του Λιβάνου.
«Μεγάλες στρατιωτικές ενισχύσεις εισήχθησαν για να ενισχύσουν τις θέσεις κατά μήκος των […] συνόρων και να αποτρέψουν τυχόν παραβιάσεις», είπε στο Reuters ο Μάχερ Ζιουάνι, επικεφαλής ενός τμήματος στρατού του Συριακού στρατού που τοποθετήθηκε κοντά στα σύνορα.
Αλαουίτες Σύροι, που διέφυγαν από τις συγκρούσεις στη δυτική Συρία, διασχίζουν τον Ναχρ ελ Καμπίρ μετά από μαζικές δολοφονίες μελών της μειονότητας των Αλαουιτών, στο Ακκάρ του Λιβάνου, στις 11 Μαρτίου 2025. (Mohamed Azakir/Reuters)
Οι τοπικές εντάσεις έχουν κλιμακωθεί από τις 7 Μαρτίου, όταν ο στρατιωτικός μηχανισμός υπό την ηγεσία της HTS λέγεται πως σκότωσε εκατοντάδες άοπλους πολίτες στη βορειοδυτική παράκτια περιοχή της Συρίας, προκαλώντας φόβους για συνεχιζόμενη θρησκευτική βία.
Τα περισσότερα από τα θύματα ανήκαν στη μειονοτική κοινότητα των Αλαουιτών της Συρίας, από την οποία προερχόταν ο Άσαντ, ο έκπτωτος πρόεδρος, και η οικογένειά του.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο προέτρεψε τις συριακές αρχές στις 9 Μαρτίου «να αποδώσουν ευθύνες στους δράστες αυτών των σφαγών».
Ο αρχηγός της HTS, Άχμεντ αλ Σαράα, μεταβατικός πρόεδρος της Συρίας, καταδίκασε τις δολοφονίες και δεσμεύτηκε να τιμωρήσει τους υπευθύνους: «Δεν θα δεχθούμε να χυθεί αίμα άδικα ή να μην τιμωρηθούν», είπε σε συνέντευξή του στις 10 Μαρτίου.
Ενώ παραδέχτηκε ότι «έγιναν πολλές παραβιάσεις» εναντίον αμάχων, ο αλ Σαράα ισχυρίστηκε ότι η βία είχε προκληθεί από στοιχεία πιστά στο καθεστώς Άσαντ.
ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ — Η άνοδος των υδάτων οδήγησε στην εκκένωση εκατοντάδων σπιτιών, αναγκάζοντας τις αρχές να κλείσουν τους δρόμους και να ακυρώσουν τη λειτουργία σχολείων, προτρέποντας τον κόσμο να τηρήσει τις προειδοποιήσεις ασφαλείας. Ένα παντρεμένο ζευγάρι αγνοείται, καθώς το όχημα στο οποίο επέβαιναν παρασύρθηκε από το νερό.
Για την εύρεση τους έχουν κινητοποιηθεί οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης στη νότια Ισπανία. Ο περιφερειακός πρόεδρος της Ανδαλουσίας Χουάνμα Μορένο Μπονίγια είπε ότι το τζιπ του ζευγαριού παρασύρθηκε την ώρα που διέσχιζε ένα ρέμα, στον δήμο Κωνσταντίνα.
«Το όχημα ανατράπηκε ενώ διέσχιζε το ρέμα και το νερό το παρέσυρε», είπε ο Μορένο. «Ζητάμε από όλους να είναι προσεκτικοί. Πολλές φορές οι άνθρωποι δεν βλέπουν τον κίνδυνο.»
Περιφερειακοί αξιωματούχοι διέταξαν την εκκένωση 365 σπιτιών στο χωριό Καμπανίγιας κοντά στην πόλη της Μάλαγα αργά τη Δευτέρα, μετά την πλημμύρα ενός γειτονικού ποταμού. Οι εκτοπισμένοι διανυκτέρευσαν σε δημοτικό αθλητικό κέντρο.
Ο αρχηγός Εσωτερικών της Ανδαλουσίας Αντόνιο Σανθ δήλωσε ότι 19 ποτάμια στην Ανδαλουσία έχουν τεθεί σε κόκκινο συναγερμό λόγω πλημμύρας την Τρίτη, καθώς η κακοκαιρία εξαπλώθηκε από τη Μάλαγα στη νότια ακτή σε ηπειρωτικές περιοχές κοντά στη Σεβίλλη και την Κόρδοβα. Συνολικά 40 αυτοκινητόδρομοι σε όλη την Ανδαλουσία, καθώς και ορισμένες σιδηροδρομικές γραμμές έπρεπε να κλείσουν λόγω της ανόδου των υδάτων.
Οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ανταποκρίθηκαν σε εκατοντάδες κλήσεις για βοήθεια. Η Πολιτική Αστυνομία βοήθησε ακόμη και στη διάσωση σκύλων που κινδύνευαν να πνιγούν σε λασπωμένα νερά, σύμφωνα με βίντεο που δημοσίευσε η αστυνομία.
Η ίδια περιοχή στη Μάλαγα επλήγη τον Νοέμβριο όταν οι έντονες βροχοπτώσεις σε μια μεγάλη περιοχή της Ισπανίας οδήγησαν σε καταστροφικές πλημμύρες στα ανατολικά της χώρας, στοιχίζοντας 233 ζωές κυρίως στη Βαλένθια.
Η Ισπανία, η οποία έχει υποφέρει από παρατεταμένη ξηρασία τα τελευταία χρόνια, δέχεται σταθερές βροχοπτώσεις τις τελευταίες δύο εβδομάδες, ειδικά στα νότια. Η τελευταία καταιγίδα ξεπέρασε τις δυνατότητες των δεξαμενών και τη χωρητικότητα των ποταμών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν αεροπορικές επιδρομές στην Υεμένη στις 15 Μαρτίου, στο πλαίσιο επιχείρησης αποτροπής των επιθέσεων των Χούθι σε πλοία που διέρχονται από την περιοχή. Αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη απογειώθηκαν από το αεροπλανοφόρο USS Harry S. Truman και έπληξαν στόχους των Χούθι στη δυτική Υεμένη. Ήταν η πρώτη αμερικανική επίθεση κατά της οργάνωσης εδώ και δύο μήνες.
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίστηκαν τις επόμενες ημέρες. Ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Λευκού Οίκου, Μάικ Γουόλτς, δήλωσε στο Fox News Sunday ότι οι αεροπορικές επιδρομές προκάλεσαν τον θάνατο ηγετικών στελεχών των Χούθι και την καταστροφή πυραύλων και κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών.
Ο εκπρόσωπος των Χούθι, Γιαχιά Σαρέε, ανακοίνωσε ότι 47 αμερικανικές επιθέσεις έπληξαν τις επαρχίες Σαναά, Σααντά, Αλ Μπάιντα, Χάτζα, Ντάμαρ, Μαρίμπ και Αλ Τζαούφ. Το υπουργείο Υγείας, που ελέγχεται από τους Χούθι, ανέφερε ότι 31 άμαχοι σκοτώθηκαν και 101 τραυματίστηκαν.
Οι απολογισμοί αυτοί δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.
Ο αντιπτέραρχος των ΗΠΑ Αλέξους Γκρύνκεβιτς δήλωσε ότι, σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις, τα πλήγματα προκάλεσαν δεκάδες απώλειες μεταξύ των μαχητών των Χούθι, χωρίς επιβεβαιωμένες αναφορές για θύματα αμάχων.
Επαναφορά των Χούθι στη λίστα τρομοκρατικών οργανώσεων
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ θεωρεί τους Χούθι περιφερειακό σύμμαχο του Ιράν και αποφάσισε την εκ νέου καταχώρησή τους στη λίστα των ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων, επικαλούμενη τις επιθέσεις τους με drone και πυραύλους κατά του Ισραήλ και πλοίων στη Μέση Ανατολή, από τον Οκτώβριο του 2023.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων με ανάρτησή του στις 15 Μαρτίου, απαιτώντας την άμεση διακοπή των επιθέσεων των Χούθι και προειδοποιώντας για περαιτέρω αντίποινα.
Οι Χούθι δήλωσαν ότι εξαπέλυσαν αντίποινα κατά των αμερικανικών δυνάμεων στη βόρεια Ερυθρά Θάλασσα, εκτοξεύοντας 18 βαλλιστικούς και πυραύλους κρουζ και ένα drone έως τις 16 Μαρτίου, καθώς και δύο ακόμη πυραύλους κρουζ και δύο drone έως τις 18 Μαρτίου.
Χούθι και Χαμάς
Οι Χούθι άρχισαν να επιτίθενται σε πλοία στη Μέση Ανατολή μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023. Δηλώνουν ότι στηρίζουν τη Χαμάς και ότι οι ενέργειές τους στοχεύουν στην άσκηση πίεσης στο Ισραήλ για τη διακοπή των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Λωρίδα της Γάζας.
Από τον Οκτώβριο του 2023 έως τον Ιανουάριο του 2025, οι Χούθι εξαπέλυσαν επιθέσεις με drone και πυραύλους κατά του Ισραήλ, καθώς και εναντίον περισσότερων από 100 εμπορικών πλοίων στην περιοχή. Δύο πλοία βυθίστηκαν. Τον Νοέμβριο του 2023, οι Χούθι πραγματοποίησαν αεροπορική επιδρομή με ελικόπτερα και κατέλαβαν το πλοίο Galaxy Leader, κρατώντας 25 μέλη του πληρώματος ως ομήρους.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν ανέπτυξε πολεμικά πλοία για την προστασία της ναυσιπλοΐας και αργότερα προχώρησε σε άμεσα στρατιωτικά πλήγματα στην Υεμένη.
Αεροσκάφος εκτοξεύεται από το USS Dwight D. Eisenhower (CVN 69) κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων στην Ερυθρά Θάλασσα, στις 22 Ιανουαρίου 2024. (Kaitlin Watt/Ναυτικό των ΗΠΑ μέσω AP)
Οι επιθέσεις των Χούθι συνεχίστηκαν έως τον Ιανουάριο του 2025, όταν Ισραήλ και Χαμάς κατέληξαν σε προσωρινή εκεχειρία. Οι Χούθι σταμάτησαν τις επιχειρήσεις τους και απελευθέρωσαν το πλήρωμα του Galaxy Leader μετά από 459 ημέρες κράτησης.
Η εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς κλονίστηκε, καθώς οι δύο πλευρές διαφωνούν για τα επόμενα βήματα. Στις 2 Μαρτίου, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου αποφάσισε τη διακοπή της παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα. Στις 11 Μαρτίου, οι Χούθι ανακοίνωσαν ότι θα ξαναρχίσουν τις επιθέσεις εναντίον ισραηλινών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα.
Ο αναλυτής Μάικλ Χόρτον, από το Jamestown Foundation, δήλωσε ότι οι Χούθι χρησιμοποιούν τη σύγκρουση στη Γάζα για να ενισχύσουν την υποστήριξή τους στην Υεμένη. Ο Ντάνιελ Φλες, αναλυτής του Heritage Foundation, ανέφερε ότι οι ΗΠΑ δεν πρέπει να αφήσουν τις ενέργειες των Χούθι χωρίς απάντηση.
Δορυφορική εικόνα που δείχνει το πλοίο Rubymar με σημαία Μπελίζ να γεμίζει νερό μετά από ζημιά που υπέστη από επίθεση των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα, την 1η Μαρτίου 2024. (Maxar Technologies μέσω AP)
Ο Τραμπ αυξάνει το τίμημα για το Ιράν
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών δήλωσε ότι εφ’ εξής η κυβέρνησή του θα θεωρεί τις ενέργειες των Χούθι συνδεδεμένες με το Ιράν. Σε ανάρτησή του στις 17 Μαρτίου ανέφερε ότι κάθε πυροβολισμός των Χούθι θα αποδίδεται στο Ιράν, το οποίο θα θεωρείται υπεύθυνο και θα υποστεί συνέπειες.
Ο Ντάνιελ Φλες δήλωσε ότι η προειδοποίηση προς το Ιράν αποτελεί αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής, υπογραμμίζοντας ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να καταστήσει σαφή τη στάση της απέναντι στους Χούθι και το Ιράν.
Οι Χούθι, ένα κυρίως σιιτικό ισλαμιστικό κίνημα των Ζαΐντι, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά αντιτιθέμενοι στη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Υεμένης. Το 2014, η αντάρτικη φράξια των Χούθι κατέλαβε τη Σαναά, οδηγώντας τον τότε πρόεδρο της Υεμένης Αμπντραμπούχ Μανσούρ Χάντι να παραιτηθεί και να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα της Υεμένης. Αργότερα ο Χάντι ανακάλεσε την παραίτησή του και σχημάτισε εξόριστη κυβέρνηση στην πόλη-λιμάνι της Υεμένης, το Άντεν.
Η Υεμένη παραμένει σε κατάσταση εμφυλίου από το 2014. Αυτή η εσωτερική σύγκρουση έχει επίσης γίνει μια μάχη δι’ αντιπροσώπων σε μια ευρύτερη διαμάχη για περιφερειακή επιρροή μεταξύ του αραβικού συνασπισμού υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος έχει επικεντρωθεί στην αποτροπή της εξάπλωσης των εξτρεμιστικών ιδεολογιών, και του αντιδυτικού ισλαμιστικού καθεστώτος του Ιράν.
Λίγο αφότου ο Χάντι ανασύστησε την κυβέρνησή του στο Άντεν, η Σαουδική Αραβία σχημάτισε έναν συνασπισμό αραβικών κρατών του Κόλπου, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Αιγύπτου, του Μαρόκου, της Ιορδανίας, του Μπαχρέιν, του Σουδάν και του Κουβέιτ, για να υποστηρίξει στρατιωτικά την κυβέρνηση του Χάντι. Μέχρι το 2015, οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν επίσης να παρέχουν όπλα, πληροφορίες και υλικοτεχνική υποστήριξη στον υπό σαουδαραβική ηγεσία στρατιωτικό συνασπισμό στην Υεμένη.
Από το 2015, οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν επανειλημμένα κατασχέσει πλοία που μετέφεραν όπλα στα ανοικτά των ακτών της Υεμένης, τα οποία, σύμφωνα με την εκτίμησή τους, κατευθύνονται από την Τεχεράνη σε περιοχές που ελέγχουν οι Χούθι, ωστόσο η Τεχεράνη έχει διαψεύσει την αποστολή τέτοιας στρατιωτικής βοήθειας προς την αντάρτικη παράταξη της Υεμένης.
Πλήρωμα της αμερικανικής ακτοφυλακής κατάσχει φορτίο ύποπτων ιρανικών εξαρτημάτων όπλων μετά από θαλάσσια επιδρομή στην Αραβική Θάλασσα, στις 28 Ιανουαρίου 2024. (Φωτογραφία της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ).
Στις 18 Μαρτίου, ο Ιρανός πρεσβευτής στον ΟΗΕ, Αμίρ Σαΐντ Ιραβανί, δήλωσε στο Συμβούλιο Ασφαλείας ότι το Ιράν δεν έχει εξοπλίσει τους Χούθι ούτε καθοδηγεί τις ενέργειές τους. Ο αναλυτής Χόρτον ανέφερε ότι το Ιράν παρέχει πληροφορίες και πιθανώς συμβουλές για την επιλογή στόχων, αλλά οι Υεμενίτες διοικητές λαμβάνουν τις περισσότερες αποφάσεις.
Τα επόμενα βήματα
Κατά το τελευταίο έτος της θητείας του προέδρου Τζο Μπάιντεν, ο αμερικανικός στρατός τοποθέτησε τέσσερεις διαφορετικές ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων για να αναχαιτίσουν τις επιθέσεις των Χούτι και να πλήξουν στόχους στην Υεμένη. Ο αμερικανικός στρατός ανέπτυξε επίσης βομβαρδιστικά stealth B-2 Spirit για την καταστροφή υπόγειων χώρων αποθήκευσης όπλων.
Στην ενημέρωση Τύπου του Πενταγώνου στις 17 Μαρτίου, σχετικά με τα τελευταία αμερικανικά πλήγματα, ο Γκρύνκεβιτς αντιμετώπισε ερωτήσεις σχετικά με το πώς αυτές οι νέες επιχειρήσεις διαφέρουν από εκείνες που έγιναν επί Μπάιντεν. Ο στρατηγός της Πολεμικής Αεροπορίας είπε ότι δεν θα υπεισέλθει σε πολλές λεπτομέρειες λόγω επιχειρησιακών ανησυχιών για την ασφάλεια, αλλά δήλωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν πλέον ένα ευρύτερο σύνολο στόχων στην Υεμένη.
Δήλωσε επίσης ότι ο Τραμπ έχει μεταβιβάσει εξουσίες προς τα κάτω στους επιχειρησιακούς διοικητές που βρίσκονται επί τόπου, μειώνοντας τις απαιτήσεις για την έγκριση διαταγής νέων επιθέσεων. «Αυτό μας επιτρέπει να έχουμε έναν ρυθμό επιχειρήσεων ανάλογο με τις ευκαιρίες που βλέπουμε στο πεδίο της μάχης, προκειμένου να συνεχίσουμε να ασκούμε πίεση στους Χούθι», είπε.
Οι Χούθι ελέγχουν μεγάλο μέρος της βορειοδυτικής Υεμένης, όπου κατοικεί σχεδόν το 80% του πληθυσμού της χώρας των 32 εκατομμυρίων κατοίκων.
Μαχητές των Χούθι πραγματοποιούν συγκέντρωση κατά των αμερικανικών και βρετανικών επιδρομών, σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις των Χούθι κοντά στη Σαναά της Υεμένης, στις 14 Ιανουαρίου 2024. (AP Photo)
Ο Χόρτον προειδοποίησε ότι οι απώλειες αμάχων από την εντατικοποίηση των αμερικανικών επιδρομών θα μπορούσαν να οδηγήσουν περισσότερους Υεμενίτες να υποστηρίξουν τους Χούθι. Υποστήριξε ότι οποιοδήποτε βιώσιμο σχέδιο για την αντιμετώπιση, τον περιορισμό και την ήττα των Χούτι θα πρέπει να καθοδηγείται από τους ίδιους τους Υεμενίτες.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ που ενημέρωσε ο Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας Ανθρωπιστικών Υποθέσεων, Τομ Φλέτσερ, που συνεδρίασε εκτάκτως για την κατάσταση στην Λωρίδα της Γάζας, τονίζοντας ότι οι χειρότεροι φόβοι επιβεβαιώθηκαν με την επανέναρξη των αεροπορικών επιδρομών, ενώ «ανεπιβεβαίωτες αναφορές κάνουν λόγο για εκατοντάδες νεκρούς».
Ο κ. Φλέτσερ ανέφερε ότι η αναστολή της βοήθειας και των εμπορικών υλικών αντιστρέφει την πρόοδο που επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας.
«Αυτός ο πλήρης αποκλεισμός της σωτήριας βοήθειας, των βασικών αγαθών και των εμπορικών αγαθών θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τους ανθρώπους στη Γάζα, οι οποίοι εξακολουθούν να εξαρτώνται από μια σταθερή ροή βοήθειας» προειδοποίησε. Η εκεχειρία των 42 ημερών, ανέφερε, απέδειξε τι είναι δυνατό.
«Η παράδοση βοήθειας έγινε δυνατή και αυξήσαμε την κλίμακα γρήγορα και αποτελεσματικά. Πάνω από 4.000 φορτηγά με βοήθεια κάθε εβδομάδα εισέρχονταν στη Γάζα. Φτάσαμε σε πάνω από δύο εκατομμύρια ανθρώπους. Και οι στόχοι μας για τον εμβολιασμό κατά της πολιομυελίτιδας ξεπεράστηκαν, φτάνοντας στον εμβολιασμό πάνω από 600.000 παιδιών» σημείωσε.
Ο κ. Φλέτσερ ανέφερε ότι «δεν μπορούμε και δεν πρέπει να δεχθούμε την επιστροφή σε συνθήκες προ της κατάπαυσης του πυρός ή στην πλήρη άρνηση της ανθρωπιστικής βοήθειας» και ότι «πρέπει να επιτραπεί η είσοδος της ανθρωπιστικής βοήθειας και των εμπορικών ειδών πρώτης ανάγκης στη Γάζα».
Η κατάσταση έχει οδηγήσει σε αύξηση τιμών στα βασικά αγαθά, ανέφερε, με «τις τιμές λαχανικών στον βορρά της Γάζας να έχουν ήδη τριπλασιαστεί». Μάλιστα, έξι αρτοποιεία που επιδοτούνταν από το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα έχουν κλείσει λόγω ελλείψεων.
Παρά τις δυσκολίες, τόνισε ότι οι ομάδες του ΟΗΕ συνεχίζουν να παρέχουν ελάχιστες υπηρεσίες, αλλά «δεν μπορούμε να το στηρίξουμε για πολύ ακόμα εκτός αν τα περάσματα ανοίξουν ξανά».
«Οι άμαχοι πρέπει να προστατεύονται και οι βασικές τους ανάγκες πρέπει να ικανοποιούνται. Το διεθνές δίκαιο πρέπει να γίνει σεβαστό» τόνισε.
Αναφερόμενος στη Δυτική Όχθη, εξέφρασε «σοβαρές ανησυχίες» για την προστασία των αμάχων, σημειώνοντας την ανανέωση ευρείας κλίμακας επιχειρήσεων του ισραηλινού στρατού και την εκτόπιση περίπου 40.000 Παλαιστινίων.
Δέσμευση της Ελλάδας για στήριξη της λύσης δύο κρατών στο Μεσανατολικό
Ο Έλληνας Μόνιμος Αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ, πρέσβης Ευάγγελος Σέκερης υπογράμμισε ότι η πρόσφατη «συμφωνία εκεχειρίας και απελευθέρωσης ομήρων στη Γάζα ήταν ένα εξαιρετικό παράδειγμα του τι μπορεί να επιτευχθεί με πολιτική βούληση». Παρ’ όλα αυτά, εξέφρασε σοβαρή ανησυχία για τη «συνέχιση των εχθροπραξιών στη Γάζα» και τον αυξανόμενο αριθμό θυμάτων, καλώντας όλες τις πλευρές να «επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να επανεκκινήσουν τις συνομιλίες για εκεχειρία».
Η Ελλάδα επαναβεβαίωσε την καταδίκη της για την «τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς» στις 7 Οκτωβρίου 2023 και ζήτησε την «άμεση και χωρίς όρους απελευθέρωση» των ομήρων. Ο κ. Σέκερης τόνισε ότι οι Παλαιστίνιοι της Γάζας περνούν δεύτερο σκληρό χειμώνα, με τις συνθήκες να περιγράφονται από τον κ. Φλέτσερ ως «σχεδόν πέρα από την κατανόηση μας».
Η Ελλάδα καλεί το Ισραήλ να «επιτρέψει και να διευκολύνει την ασφαλή, χωρίς όρους, μαζική και απρόσκοπτη παράδοση ανθρωπιστικής βοήθειας» και να αποκαταστήσει «την πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό», σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.
Τονίστηκε ότι «ο ρόλος της UNRWA παραμένει καθοριστικός και αναντικατάστατος», ενώ έγινε ειδική αναφορά στη στήριξη του θαλάσσιου ανθρωπιστικού διαδρόμου “Αμάλθεια” της Κύπρου και στην υποδοχή «δέκα παιδιών και των οικογενειών τους από τη Γάζα» για ιατρική περίθαλψη στην Ελλάδα.
Ο κ. Σέκερης εξέφρασε επίσης την ανησυχία για «αύξηση της βίας εποίκων στη Δυτική Όχθη» και την έκρυθμη κατάσταση στην Τζενίν.
Η Ελλάδα, ανέφερε, ζητεί «μόνιμη εκεχειρία» για την ανοικοδόμηση της Γάζας και την απελευθέρωση όλων των ομήρων.
Ο κ. Σέκερης δήλωσε την υποστήριξη της Ελλάδας στην «αραβική πρόταση που παρουσίασε η Αίγυπτος» και επισημαίνει ότι οποιοδήποτε σχέδιο δεν πρέπει να περιλαμβάνει ρόλο για τη Χαμάς, ότι η Χαμάς δεν θα αποτελέσει ποτέ απειλή για την ασφάλεια του Ισραήλ και θα πρέπει να «διασφαλίζει την ασφάλεια του Ισραήλ» και να «μην προβλέπει τον εκτοπισμό των Παλαιστινίων από τη Γάζα».
«Για να συμβεί όμως αυτό, η Παλαιστινιακή Αρχή πρέπει να στηριχθεί οικονομικά και θεσμικά και η Ελλάδα παραμένει προσηλωμένη στην παροχή βοήθειας προς αυτή την κατεύθυνση» τόνισε.
Ο εκτοπισμός, ανέφερε, θα «υπονόμευε τη σταθερότητα της περιοχής» και θα έθετε σε κίνδυνο τη λύση των δύο κρατών.
Η Ελλάδα δεσμεύθηκε να στηρίξει την Παλαιστινιακή Αρχή και επανέλαβε τη στήριξη της για τη «δημιουργία ενός κυρίαρχου Παλαιστινιακού Κράτους» βάσει της λύσης των δύο κρατών σύμφωνα με τα σχετικά Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Οι συνομιλίες για την κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία θα ξεκινήσουν την Κυριακή στην πόλη Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας, σύμφωνα με δήλωση του ειδικού απεσταλμένου της αμερικανικής προεδρίας, Στιβ Γουίτκοφ, την Τρίτη. Η ανακοίνωση αυτή ακολούθησε τηλεφωνική συνδιάλεξη μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και του προέδρου της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν.
Όσον αφορά μια περιορισμένη κατάπαυση του πυρός που θα εστιάζει στις ενεργειακές υποδομές και τη διακοπή των εχθροπραξιών στη Μαύρη Θάλασσα, ο κ. Γουίτκοφ ανέφερε ότι οι Ρώσοι έχουν αποδεχτεί τα δύο αυτά σημεία. Εξέφρασε μάλιστα την πεποίθηση ότι και οι Ουκρανοί θα τα αποδεχτούν. Όπως δήλωσε στο τηλεοπτικό δίκτυο Fox News, η κατάπαυση του πυρός αφορά τόσο την ενέργεια όσο και τις υποδομές γενικότερα.
Ο κ. Γουίτκοφ διευκρίνισε ότι η αμερικανική αντιπροσωπεία στη Σαουδική Αραβία θα επικεφαλής από τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, και τον σύμβουλο εθνικής ασφάλειας του Λευκού Οίκου, Μάικ Γουόλτς, χωρίς ωστόσο να αποκαλύψει ποιοι άλλοι θα συμμετέχουν στις συνομιλίες.