Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

«Συνομιλώντας με τον Μότσαρτ»: Μία μουσική παράσταση για παιδιά και μία για ενήλικες, στη Λευκάδα

Στο Θέατρο Φιλαρμονικής Λευκάδος παρουσιάζεται την Παρασκευή 23 Μαΐου, στις 20:30, μία μουσική παράσταση αφιερωμένη στον Μότσαρτ, και συγκεκριμένα σε άριες από τις όπερες του και στα Divertimenti που έγραψε κατά τα τελευταία χρόνια παραμονής του στη Βιέννη, σε μεταγραφή για δύο κλαρινέτα και φαγκότο. Ερμηνεύουν οι δεξιοτέχνες Χρυσούλα Γεωργάκη και Μαρία Σαρρή στο κλαρινέτο, και η Μαρία Κολέτου στο φαγκότο (Clargott Trio).

Μαζί τους η ηθοποιός Μαίρη Παππά, η οποία διαβάζει επιστολές του Μότσαρτ μεταξύ των κομματιών, μεταφέροντάς μας στο κλίμα της εποχής και σε γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή του και αποκαλύπτοντας ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τις διάσημες άριες του. Μέσα από την αλληλογραφία του, το κοινό έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει πτυχές του χαρακτήρα του συνθέτη, των σχέσεων με την οικογένειά του, αλλά και την κοσμοθεωρία του, όπως αναδύεται από τον τρόπο που αντιμετώπιζε τα βάσανα και τις προκλήσεις του καθημερινού βίου.

Η ίδια λέει για την εμπειρία της:

«Η συμμετοχή μου σε αυτήν τη μουσική παράσταση, που ξεκίνησε το ταξίδι της τον Μάρτιο του 2024, υπήρξε ένα δώρο, καθώς μου έδωσε τη δυνατότητα να έρθω σε επαφή με ένα απαστράπτον πνεύμα και να γνωρίσω καλύτερα τη θεραπευτική διάσταση της μουσικής του Μότσαρτ. Τη χαρακτηρίζουν ελευθερία, έμπνευση, χαρά, αρμονία, αλλά και βαθιά σκέψη – όσον αφορά δε την αλληλογραφία του, αποσπάσματα της οποίας αποδίδω στην παράσταση, φανερώνουν έναν άνθρωπο που έζησε με το ιδανικό της αγάπης να έχει την κεντρική θέση στη ζωή του, που αντιμετώπισε συχνά το κόστος αυτής της επιλογής και που παρά τις δυσκολίες του βίου, διατήρησε μέχρι τέλους την αγνότητα και το χιούμορ του.

»Ως σύνολο είχαμε τη χαρά να παρουσιάσουμε την παράστασή μας σε όμορφους χώρους στην Αθήνα και στην επαρχία (Αρχαιολογικό Μουσείο Θήβας, Φεστιβάλ κλασικής μουσικής Κορώνης), όπου το κοινό την υποδέχτηκε με ενθουσιασμό, ενώ παντού αποχώρησε δηλώνοντας την αίσθηση ανάτασης και ελπίδας που είχε αποκομίσει.»

Η σύνθεση αυτή μουσικής και λόγου προτρέπει το κοινό να πλησιάσει την αστραφτερή ψυχή του και να βιώσει τη χαρά της επαφής με ένα από τα πιο λαμπρά πνεύματα της ανθρωπότητας.

«Τι φάση αυτός ο Μότσαρτ;;»

Η παράσταση για τον «Αγαπημένο του Θεού» παρουσιάζεται και στους μαθητές του Μουσικού Σχολείου Λευκάδος, το Σάββατο 24 Μαΐου, στις 12:00, στην Αίθουσα Εκδηλώσεων της Φιλαρμονικής Εταιρείας Λευκάδος, σε μία εκπαιδευτική, διαδραστική παραλλαγή.

Παιδί-θαύμα ο ίδιος, έδειξε τη μουσική του κλίση ήδη από τριών χρονών, ενώ μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής του, συνέθεσε πλήθος μουσικά αριστουργήματα, που ακόμα σήμερα, συγκινούν, θεραπεύουν και διδάσκουν. Πέρασε τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του στη Βιέννη και έγραψε πλείστα μουσικά έργα.

Τα παιδιά περιλαμβάνονται με τρόπο διαδραστικό στη ροή του έργου, όπου αποκαλύπτεται η μουσική ιδιοφυία του συνθέτη, το αστείρευτο χιούμορ του, το πόσο πίστευε και έγραφε μουσική μέσα από την αγάπη αλλά και το πώς τον φαντάζονται τα παιδιά στο σήμερα.

Επιπλέον, θα λάβουν πληροφορίες και για τα πνευστά που ακούγονται στη συναυλία: πώς δημιουργήθηκαν, πότε κ.ά.

Clargott Trio

Ο σπάνιος ηχοχρωματικός συνδυασμός των δύο κλαρινέτων και του φαγκότου κάνει το Clargott Trio μοναδικό στο είδος του στον μουσικό χώρο της Ελλάδας.

Ο πρώτος ιστορικά που χρησιμοποίησε αυτή τη σύνθεση οργάνων ήταν ο W.A.Mozart, ο οποίος έγραψε και τα αριστουργηματικά Divertimenti του. Η ψηλή ένρινη μελωδική περιοχή του κλαρινέτου με τη βουκολικότητα της χαμηλής του περιοχής και ο πλούσιος σε αρμονικούς και βιμπράτο ήχος του διπλοκάλαμου φαγκότου, είναι ικανά να περιγράψουν λεπτοφυής μουσικές εικόνες και να διεγείρουν πρωτόγνωρα συναισθήματα στο μουσικό κοινό.

Το Clargott Trio αποτελούν οι Χρυσούλα Γεωργάκη, Μαρία Σαρρή και Μαρία Κολέτου.

Η Χρυσούλα Γεωργάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λευκάδα. Έκανε τα πρώτα της μουσικά βήματα στην Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδος. Στα 18 της εισήχθη στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και ταυτόχρονα μαθήτευσε στην τάξη κλαρινέτου του Χαράλαμπου Φαραντάτου, στο Ωδείο Αθηνών, ως υπότροφος, και αποφοίτησε με άριστα παμψηφεί και τιμητική διάκριση το 2001.

Την ίδια χρονιά συνέχισε τις σπουδές της στο κλαρινέτο, στη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών της Χάγης, με καθηγητή τον Pierre Woodenberg ως υπότροφος του Ι.Κ.Υ. Αποφοίτησε το 2005 από το «Σολιστικό Τμήμα», ενώ παράλληλα εξειδικεύτηκε στο quartino (πίκολο κλαρινέτο). Μεγάλη ήταν η ενασχόληση της με τη Μουσική Δωματίου και τη Σύγχρονη Μουσική και ενώ κατά τη διάρκεια των σπουδών της παρακολούθησε σεμινάρια κλαρινέτου σε Γερμανία και Ολλανδία.

Έχει συμπράξει ως σολίστ με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών και τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βασιλικής Ακαδημίας της Χάγης. Υπήρξε συνεργάτης της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, της Καμεράτα και της Ορχήστρας των Χρωμάτων.

Επί σειρά ετών, υπήρξε μέλος του συνόλου σύγχρονης μουσικής της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών. Το 2013, δημιούργησε στη γενέτειρά της το σύνολο «Λευκαδίων Καλλιτεχνών και Φίλων». Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του κουιντέτου ξύλινων πνευστών Q_innegal, του Trio Pathetique, του Pink Quintet, του Duo Tact των Athens Winds και του Clargott Trio.

Δίδαξε στα Μουσικά Σχολεία της Αθήνας και σήμερα είναι καθηγήτρια στο «Σύγχρονο Κορινθιακό Ωδείο».

Από το 1996, είναι μόνιμο μέλος της Φιλαρμονικής Ορχήστρας Πνευστών του Δήμου Αθηναίων.

Η Μαρία Σαρρή γεννήθηκε στη Θήβα, όπου ξεκίνησε τα πρώτα μουσικά της βήματα στη Φιλαρμονική του Δήμου Θηβαίων. Το 2006, απόκτησε το Δίπλωμά της με τον τίτλο Άριστα και A΄ Βραβείο από την τάξη κλαρινέτου του Ευστάθιου Κιοσόγλου του Ωδείου Φίλιππος Νάκας, ενώ παρακολούθησε σεμινάρια και Master Classes με τους Claude Faucomprez, Ronald van Spaendonck, Ευστάθιο Κιοσόγλου και Stanley Drucker.

Είναι ιδρυτικό μέλος και μουσικός του Ensemble Mo καθώς και του συνόλου «Αέναος Έξις». Από το 2011 έως το 2020, συμμετείχε ενεργά στα μουσικά δρώμενα της περιοχής της Αλσατίας στη Γαλλία, συμπράττοντας με την Ορχήστρα Πνευστών του Waldhambach, τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Pays des Vosges du Nord (Phalsbourg) και την ορχήστρα του Ensemble Ethos (Στρασβούργο), η οποία το 2016 συνόδευσε τη χορωδία της Συμφωνικής Ορχήστρας του Κολοράντο (ΗΠΑ) σε συναυλία στον καθεδρικό ναό του Στρασβούργου.

Έχει συμπράξει με την Ορχήστρα του Grosbliederstroff, την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και την Ορχήστρα Πνευστών του Ωδείου Φίλιππος Νάκας.

Από το 2020 είναι μόνιμο μέλος της Φιλαρμονικής Ορχήστρας Πνευστών του Δήμου Αθηναίων.

Η Μαρία Κολέτου ξεκίνησε τις σπουδές φλάουτου με ράμφος στο Δημοτικό Ωδείο Κατερίνης. Το 1996 εισάγεται στο «Σολιστικό» καθώς και στο «Παιδαγωγικό» Τμήμα του Πανεπιστημίου Μουσικής και Υποκριτικής Τέχνης του Graz της Αυστρίας, από όπου αποφοίτησε και από τα δύο τμήματα αποκτώντας τους ακαδημαϊκούς τίτλους Bachelor of Art με τη Prof. Luisi και με «Άριστα παμψηφεί». Συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές και έλαβε τον ακαδημαϊκό τίτλο Master of Art με «Άριστα παμψηφεί».

Παράλληλα, φοιτά στο «Σολιστικό» και στο «Παιδαγωγικό» τμήμα του ίδιου Πανεπιστημίου, στη τάξη φαγκότου της Prof. Faludy, από όπου απέκτησε και από τα δύο τμήματα τους ακαδημαϊκούς τίτλους Bachelor of Art με «Άριστα παμψηφεί» και στη συνέχεια έναν δεύτερο ακαδημαϊκό τίτλο Master of Art στο φαγκότο, ενώ παρακολούθησε και πλήθος σεμιναρίων σε Γερμανία , Αυστρία και Ιταλία.

Έχει συνεργαστεί με την Εθνική Λυρική Σκηνή, τη Συμφωνική Ορχήστρα και με την Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της Ε.Ρ.Τ., τη Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών και την Καμεράτα Ορχήστρα Φίλων της Μουσικής.

Μεταξύ 2008-2020, δίδαξε φαγκότο και φλάουτο με ράμφος στο Σύγχρονο Κορινθιακό Ωδείο και στο Μουσικό Γυμνάσιο -Λύκειο της Παλλήνης. Σήμερα, διδάσκει φλάουτο με ράμφος και φαγκότο στο Διεθνές Καλλιτεχνικό Κέντρο Athenaeum και είναι μόνιμο μέλος της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Δήμου Αθηναίων.

Είναι υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Μαίρη Παππά

Η Μαίρη Παππά γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976.

Απόφοιτος της Γερμανικής Σχολής Αθηνών, παίρνει το πτυχίο της από τη Νομική Σχολή Αθηνών, ενώ αποκτά το μεταπτυχιακό της πάνω στο Δίκαιο των Ανθρωπίνων Σχέσεων από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης.

Παράλληλα αποφοιτά από το Θεατρικό Εργαστήρι του Κώστα Καζάκου, ενώ τα επόμενα χρόνια επικεντρώνεται στη σπουδή του Σωματικού Θεάτρου, όπου μαθητεύει στην Ανέζα Παπαδοπούλου, συμμετέχει σε σεμινάρια της Ρούλας Πατεράκη, του Θόδωρου Τερζόπουλου, της Ala Demitova, του Tapa Sudana, στη θερινή Ακαδημία Εθνικού Θεάτρου, και αλλού.

Σκηνοθέτησε τα έργα «Από τους προ της ευτυχίας χρόνους – Μια απρόσμενη συνάντηση» σε κείμενα Παπαδιαμάντη-Σαραντάρη (2023), «Νύχτες με τον Κοκτώ» (2019-2020), «Με δύναμη από την Κηφισιά» των Κεχαΐδη-Χαβιαρά (2018), τη χοροθεατρική παράσταση «Η σκελετογυναίκα» (2017-16), το έργο «Ποιος ανακάλυψε την Αμερική» της Χρ. Σπηλιώτη (2016-15), το σπονδυλωτό έργο «Περί Έρωτος» (2014,), τη σκηνική σύνθεση «Για ένα ζευγάρι ρόδα» (2009).

Ως ηθοποιός, συμμετείχε σε παραστάσεις στην Αθήνα και στα πλαίσια διαφόρων Φεστιβάλ (Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη, Τεχνοχώρος υπό σκιάν, θέατρο Φούρνος, Χυτήριο, θέατρο της Ημέρας, θέατρο Κνωσσός).

Διδάσκει θέατρο από το 2007 σε ομάδες παιδιών και ενηλίκων, σε σχολεία και ιδιωτικούς φορείς, ενώ εργάζεται στο παιδικό θέατρο ιδρύοντας το 2014 την ομάδα Κρέμα Κανέλα και δημιουργώντας παραστάσεις που παρουσιάζονται σε σχολεία και Δήμους.

Την περίοδο 2006 έως 2014, εμψύχωσε τη θεατρική ομάδα του Ελευθεριακού Συνδέσμου Απεξάρτησης, παρουσιάζοντας κάθε χρόνο παραστάσεις με συμμετοχή των απεξαρτούμενων.

Την περίοδο 2012-2015, δημιούργησε εργαστήρια Σωματικού Θεάτρου στην Αλόννησο, αντλώντας θέματα από την αρχαία ελληνική μυθολογία .

Έχει παρακολουθήσει διετή κύκλο σπουδών λογοτεχνικής μετάφρασης στην Ελληνοαμερικανική Ένωση και έχει συμμετάσχει στη συλλογική μετάφραση βιβλίων των εκδόσεων Κοχλίας και στον υποτιτλισμό ταινιών.

* * * * *

«Συνομιλώντας με τον Μότσαρτ»

Θέατρο Φιλαρμονικής Λευκάδος, Παρασκευή 23 Μαΐου, ώρα 20:30

Αίθουσα Εκδηλώσεων της Φιλαρμονικής Εταιρείας Λευκάδος, Σάββατο 24 Μαΐου, ώρα 12:00 (εκπαιδευτική, διαδραστική παραλλαγή)

Μουσική

Wolfgang Amadeus Mozart

Συντελεστές παράστασης

Χρυσούλα Γεωργάκη, κλαρινέτο

Μαρία Σαρρή, κλαρινέτο

Μαρία Κολέτου, φαγκότο

Μαίρη Παππά , αφήγηση

 

 

 

4 Tone: Καλλιεργώντας την παράδοση της κιθαροποιίας στην Ελλάδα

Η κατασκευή της κιθάρας είναι μία τέχνη που χρειάζεται τα εξής συστατικά κυρίως: αγάπη για το όργανο, επικοινωνία με το ξύλο και μεγάλη υπομονή.

Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζουν οι 4 Tone (Four Tone), μία ομάδα τεσσάρων κιθαροποιών που καινοτομεί κατασκευάζοντας κιθάρες από κοινού.

Οι Γιάννης Σεϊντουλάς, Νικόλας Βαλακάς, Γιάννης Δημόκας και Μιχάλης Μπανταλούκας είναι μαζί τα τελευταία δύο χρόνια ως ομάδα, τελειοποιώντας τις μεθόδους κατασκευής και το προϊόν τους, ώστε να δώσουν ένα αξιόλογο όργανο στην αγορά. Μετά από πολλές δοκιμές στο εργαστήριο αλλά και στη σκηνή, έχουν φτάσει στο σημείο να είναι έτοιμοι να παρουσιάσουν τη δουλειά τους στο κοινό, συμμετέχοντας και στην 1η Έκθεση Κατασκευαστών Μουσικών Οργάνων (Athens Music Instrument Show – ΑΜΙS), που διοργανώνει ο Κώστας Φονταλής και θα λάβει χώρα στις 24 & 25 Μαΐου στο Σεράφειο του δήμου Αθηναίων, στην οδό Πειραιώς.

Με αφορμή την επικείμενη έκθεση, η Epoch Times συναντήθηκε και συζήτησε με τους 4 Tone για την τέχνη της κιθαροποιίας, τα μυστικά και τις απαιτήσεις της, αλλά και για τη δημιουργία της ομάδας τους.

4 Tone

Αφετηρία για τη σύσταση του κουαρτέτου ήταν το όραμα του Γιάννη Σεϊντουλά, χρόνια κιθαροποιού: «Από όταν ξεκίνησα να φτιάχνω όργανα, είχα στο μυαλό μου ότι θα φτιάξω κάτι τέτοιο, ότι θα κάνω μαθήματα και θα φτιάξω μια ομάδα που θα μεγαλώνει συνέχεια», λέει. Είχε κάνει κάποιες απόπειρες στο παρελθόν, οι οποίες όμως δεν ευοδώθηκαν. Αυτή τη φορά, η χημεία ήταν η κατάλληλη. Ο Νικόλας, ο Γιάννης και ο Μιχάλης, μαθητές του, γνωρίστηκαν και αποφάσισαν να εξελίξουν τη μαθητεία τους, μαζί, σε κάτι μεγαλύτερο. «Είχαν δουλέψει μεμονωμένα μαζί μου – αυτό κάνει την επιτυχία [της συνεργασίας] ακόμα πιο μαγική», λέει ο Γιάννης. «Ο κάθε ένας έχει να προσφέρει το δικό του λιθαράκι.»

Oι 4 Tone στον εκθεσιακό τους χώρο: (από αριστερά) Γιάννης Δημόκας, Νικόλας Βαλακάς, Μιχάλης Μπανταλούκας και Γιάννης Σεϊντουλάς. (The Epoch Times)

 

Το ένα κίνητρο για την απόφαση να δουλέψουν ομαδικό ήταν οικονομικό: να πέσει το κόστος κατασκευής. Ενώ χρειάζονται 250-300 ώρες δουλειάς από ένα άτομο, όπως εξηγεί ο Νικόλας, για να φτιαχτεί μία κιθάρα, οι τέσσερις μαζί μπορούν να την τελειώσουν σε πολύ λιγότερο χρόνο. Αυτό κάνει το τελικό προϊόν πολύ πιο προσιτό, κάτι που είναι σημαντικό, ιδίως για ανθρώπους που δεν έχουν επαγγελματική σχέση με τη μουσική.

Μπορεί να είναι εικόνα κιθάρα
(Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

Παρά την καλύτερη αγορά και άλλες ευκολίες στο εξωτερικό, ο ίδιος δεν θέλησε να φύγει, παρόλο που έχει κάνει συνεργασίες. «Προτίμησα να μείνω εδώ, παρά τις δυσκολίες, να προσπαθήσω να υποστηρίξω τα πράγματα εδώ. Μπορούμε να έχουμε και στην Ελλάδα τη δική μας παράδοση.»

«Υπάρχουν πολλοί καλοί Έλληνες κατασκευαστές», προσθέτει, «και σολίστ, υψηλότατου επιπέδου, αλλά οι περισσότεροι φεύγουν έξω.»

Παρόλα αυτά, το επάγγελμα είναι βιώσιμο – κι αν και η λέξη ‘επάγγελμα’ τού φαίνεται αταίριαστη με τη χαρά που λαμβάνει από αυτό που κάνει, δεν είναι ακατάλληλη για την ποιότητα της δουλειάς του και τις απαιτήσεις που έχει από τον εαυτό του και τους συνεργάτες του.

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο και ξύλινο κουτάλι
Νικόλας Βαλακάς εν δράσει. (Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

Ένα δεύτερο κίνητρο για τη σύσταση των 4 Tone ήταν η ώθηση που δίνει η ομαδική δουλειά και ένα τρίτο η διάθεση των πρώην μαθητών να συνεχίσουν σε αυτήν την τέχνη, σε συνδυασμό με τη διάθεση του πρώην δασκάλου τους να τους βοηθήσει σε αυτό, να τους βάλει στον ‘κύκλο’.

«Όσο περισσότερο ασχολείσαι και φτιάχνεις τόσο καλύτερος γίνεσαι. Πόσο μάλλον όταν είμαστε τέσσερις άνθρωποι αντί για ένας και μοιραζόμαστε ιδέες και πράγματα που μπορεί εγώ να μην είχα σκεφτεί στην κατασκευή. Όλο αυτό βοηθάει», λέει ο Γιάννης.

Ο Νίκος, ο Γιάννης και ο Μιχάλης έφτασαν στο εργαστήριό του καθείς από τον δικό του δρόμο, έχοντας όμως σαν κοινό παρονομαστή το μεράκι να φτιάχνουν πράγματα και φυσικά την αγάπη για την κιθάρα. Χωρίς να έχουν κάνει όλοι σπουδές σε ωδείο, είχαν μάθει να παίζουν κλασική ή ηλεκτρική, και επιζητούσαν να κατασκευάσουν ή να τελειοποιήσουν τη δική τους κιθάρα. Έχοντας παλέψει και απελπιστεί με τα βίντεο και τα βιβλία οδηγιών, έψαχναν για κάποιον γνώστη της τέχνης.

Ένα καλά φυλαγμένο μυστικό

Ο Γιάννης Σεϊντουλάς είναι από τους λίγους οργανοποιούς που ανοίγει την πόρτα του σε μαθητές. «Κανείς δεν δέχεται», θυμάται ο Νικόλας. «Πήρα πολλά τηλέφωνα και όλοι αρνιόντουσαν», αναφέρει και οι υπόλοιποι συμφωνούν μαζί του. «Όταν ο Γιάννης συμφώνησε, δεν το περίμενα». Τα μυστικά της τέχνης φυλάσσονται ζηλότυπα, ιδίως από τους παλιούς μαστόρους, οι οποίοι, «σκέπαζαν τα πράγματά τους, όταν έμπαινε κανείς στο εργαστήριο, για να μην φανεί πώς δουλεύουν. Τώρα έχει αρχίσει να αλλάζει αυτό λίγο λίγο, οι νέοι δεν είναι έτσι», λέει ο Γιάννης, «κι αυτό είναι καλό, γιατί δεν έχουν όλοι την ευχέρεια να πάνε στην Ισπανία για να μάθουν.»

Τα μαθήματα γίνονται κατά κανόνα ατομικά, αφού η δουλειά είναι λεπτή και ο δάσκαλος πρέπει να έχει τον νου του συνεχώς και να εξηγεί πολλά. «Όταν πας να φτιάξεις τη δεύτερη κιθάρα μόνος σου», λέει ο Νικόλας, «καταλαβαίνεις ότι ακόμα δεν μπορείς χωρίς βοήθεια. Παίρνεις συνέχεια τηλέφωνο». «Έχει πολλά τεχνικά σημεία», συμπληρώνει ο Μιχάλης, «πολλά στάδια, δεν μπορείς να τα θυμάσαι όλα.»

Στον εκθεσιακό χώρο των 4 Tone υπάρχει και ένα κάδρο με την πρώτη κιθάρα που έφτιαξε ο Γιάννης Σεϊντουλάς, όπου περιέχεται και μία μινιατούρα, που έφτιαξε επίσης ο ίδιος. (The Epoch Times)

 

«Όταν φτάσεις στη δέκατη κιθάρα θα λυθούν όλα», έλεγε στον Γιάννη ο δικός του δάσκαλος, Παύλος Γύπας, και πράγματι έτσι ήταν, θυμάται.

Η μαθητεία του ξεκίνησε όταν του πρότεινε ο δάσκαλός του της κλασικής κιθάρας στο Ωδείο, ο Μιχάλης Σουρβίνος, να μάθει. Εκείνος τον πήγε στον Γύπα, όπου έμεινε 4,5 χρόνια περίπου. «Στην αρχή, απλώς παρατηρούσα. Δηλαδή, πήγαινα στο εργαστήριό του, καθόμουν σε μια γωνιά και τον παρατηρούσα.»

«Ο Πάυλος Γύπας είναι από τους πρώτους Έλληνες κατασκευαστές κλασικής κιθάρας και από τους πιο παλιούς», επισημαίνει ο Γιάννης για τον άνθρωπο που τον βοήθησε να γίνει κατασκευαστής. «Μου έμαθε τα πάντα. Μου τα έδειξε όλα, χωρίς να μου κρύψει τίποτα. Συνεργαστήκαμε κιόλας. Με βοήθησε πάρα πολύ ο Παύλος και τον ευχαριστώ για αυτό.»

Ο ίδιος ο Γύπας, όπως λέει ο Γιάννης, ήταν αυτοδίδακτος. Όπου και να πήγε για να μάθει, του έκλειναν την πόρτα, είχε πει στον μαθητή του. Τελικά, με υπομονή και μεγάλη επιμονή, κατάφερε μόνος του να φτιάξει την πρώτη του κιθάρα.

Η σύγχρονη κλασική κιθάρα

Οι 4 Tone ακολουθούν την παράδοση στην κιθαροποιία τους, βαδίζοντας στα βήματα και τους κανόνες που έχουν εξελιχθεί σταδιακά με την πάροδο των ετών και μέσα από τις ανάγκες της κάθε περιόδου.

«Για να φτάσει εκεί που είναι πέρασε πολύς καιρός… Διαφορετικοί άνθρωποι έβαλαν τις διαφορετικές ιδέες τους, λίγο λίγο. Αν πας να το κάνεις μόνος σου – να πειραματιστείς και να τα βάλεις όλα από το μυαλό σου – νομίζω θα είναι πολύ χαοτικό. Δεν θα στηθεί ποτέ ομαλά», εξηγούν.

«Δεν θέλεις να επανεφεύρεις τον τροχό. Θέλεις να φτιάξεις μία κιθάρα. Την έχουν φτιάξει άλλοι. Οk.»

Η παράδοση της σύγχρονης κλασικής εξάχορδης κιθάρας ξεκινά από την Ισπανία, από το 1800 περίπου, με τον Μανουέλ Τόρρες να δίνει στο όργανο τη μορφή που ξέρουμε σήμερα, μεγαλώνοντας το σώμα του και αλλάζοντας το μέσα του, τις ακτίνες στήριξης του καπακιού ή καμάρια, στη γλώσσα των κιθαροποιών. Η ανάγκη αυτή, όπως εξηγεί ο Γιάννης, προήλθε από τη διεύρυνση του κοινού και τη χρήση του οργάνου σε μεγαλύτερες αίθουσες, όπου η παλιότερη, η λεγόμενη ρομαντική κιθάρα με το μικρότερο σώμα δεν επαρκούσε. Χρειαζόταν δυνατότερος ήχος, κατ’ επέκταση μεγαλύτερο σώμα, δηλαδή ηχείο.

(Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

Η ανάγκη για δυνατότερο ήχο συνεχίζεται, όμως, και οι κιθαροποιοί πρέπει να βρουν τρόπους να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις. Αυτό το πετυχαίνουν λεπταίνοντας το πάχος του καπακιού, ώστε να επιτυγχάνεται μεγαλύτερη ταλάντωση, άρα δυνατότερος ήχος. Το λεπτότερο καπάκι όμως σπάει και ευκολότερα, και έπρεπε να βρεθεί μία λύση και για αυτό. Σε αυτό το σημείο, μπήκαν στο παιχνίδι συνθετικά υλικά όπως το ανθρακόνημα, που ενσωματώνεται μεταξύ δύο πολύ λεπτών φύλλων ξύλου, αυξάνοντας σημαντικά την αντοχή του οργάνου.

Ωστόσο, υπάρχει πάντα ένα αντίτιμο – στην προκειμένη, η ποιότητα του ήχου που, σύμφωνα με τον Γιάννη, υποβαθμίζεται σε έναν βαθμό: «Οι doubletop μπορεί να έχουν χίλια δυο καλά, όμως τη χροιά και τον χαρακτήρα της παραδοσιακής κιθάρας δεν τον έχουν. Όσο αφαιρώ ξύλο, χάνω από την ποιότητα του ήχου. Άλλο να έχουμε υλικό, να έχουμε ξύλο 3 mm και άλλο να έχουμε 1 mm. […] Είναι αυτό που λέμε ένας ζωντανός οργανισμός.»

«Γνωρίζω πολλούς σολίστ, μεγάλα ονόματα, οι οποίοι παίζουν παγκόσμια, σε ρεσιτάλ, με doubletop ή με μοντέρνες κιθάρες. Όταν όμως μελετάνε στο σπίτι τους ή όταν πηγαίνουν να γράψουν έναν δίσκο, θα το κάνουν με παραδοσιακή», προσθέτει.

Μιλώντας με το ξύλο

«Όπως του μιλήσεις, έτσι θα σου μιλήσει και αυτό», λέει ο Γιάννης για το υλικό από το οποίο φτιάχνονται οι κιθάρες. «Κάτι που έμαθα από τον δάσκαλό μου, τον Γύπα, ήταν να ακούω το ξύλο, να μιλάω με αυτό.»

«Μας περνάνε για τρελούς, εμάς της οργανοποιίας, γιατί μιλάμε στα ξύλα.  Μας μιλάνε και αυτά, συνεννοούμαστε. Οι απ’ έξω λένε ‘Πάει, το ‘χασε αυτός’. Αλλά ό,τι μας μιλάει, το χρησιμοποιούμε.»

Μπορεί να είναι εικόνα κιθάρα
(Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

Για τα περισσότερα μέρη της κιθάρας η επιλογή γίνεται από μία μεγάλη γκάμα ξύλων. Μόνο στο καπάκι υπάρχουν περιορισμοί, γιατί πρέπει να είναι μαλακό το ξύλο, ώστε να πάλλεται εύκολα.

«Στο καπάκι μπαίνει κατά κανόνα έλατο ή κέδρος. Για τα πλαϊνά και την πλάτη, υπάρχουν πάρα πολλά είδη, οτιδήποτε είναι πιο σκληρό από το καπάκι: δρυς, τριανταφυλλιά, μαόνι, σφένδαμνος, καρυδιά, κυπαρίσσι… Το κυπαρίσσι είναι το μόνο ελληνικό [ξύλο] που χρησιμοποιούμε στις κιθάρες. Υπάρχουν άπειρα είδη και δεν μας ενδιαφέρει να φτιάχνουμε κάτι συγκεκριμένο πάντα. Οτιδήποτε μας μιλάει, θα του απαντήσουμε και… θα προχωρήσει η συζήτηση.»

Οι 4 Tone συμφωνούν ότι τελικά η κιθάρα θα πάρει τον χαρακτήρα της από αυτόν που την παίζει, όχι από αυτόν που την έφτιαξε. «Η κιθάρα είναι, κατ’ αρχήν, γυναίκα. Θέλει τον τρόπο της, να της μιλάς, να της φέρεσαι… και αυτή θα απαντήσει ανάλογα. Θα το αποδώσει. Είναι μία σχέση», υποστηρίζει ο Γιάννης, αναφέροντας: «Έχω δει κιθάρες μου τη μία δίπλα στην άλλη, να αλλάζουν τελείως.»

Μπορεί να είναι εικόνα κιθάρα
(Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

Δουλεύοντας με τα χέρια, το μυαλό, την ψυχή

Κατά κοινή παραδοχή της ομάδας, η αγάπη για την κιθαροποιία ξεκινά από την αγάπη για το συγκεκριμένο μουσικό όργανο.

«Ένας ξυλουργός μπορεί να φτιάξει μία κιθάρα πολύ εύκολα, ίσως πιο εύκολα κι από εμένα, όμως δεν θα μπορέσει να της βγάλει ήχο», λέει ο Γιάννης. «Επειδή δεν έχει την αγάπη για την κιθάρα, δεν θα το πάει ένα βήμα παραπάνω.»

«Θα το μεταχειριστεί σαν έπιπλο», συμπληρώνει ο Μιχάλης. «Θα δώσει το σχήμα, αλλά όχι την πνοή. Δεν θα έχει ψυχή.»

Μετά, είναι και η ανάγκη να φτιάχνεις πράγματα με τα χέρια σου. Κάθε κατασκευή είναι και ένα επίτευγμα.

Ο Νικόλας λέει πως αποφάσισε να φτιάξει τη δική του κιθάρα, όταν κατάφερε να βγάλει μόνος του τον «Κεμάλ», του Χατζηδάκι: «Είχα πει στη δασκάλα μου στο ωδείο ότι θέλω να το μάθω και μου έστειλε την παρτιτούρα, κανονίζοντας το πρώτο μάθημα για να το δουλέψουμε μαζί μετά από μία εβδομάδα. Ε, μέχρι τότε εγώ κατάφερα και το έβγαλα μόνος μου. Τότε σκέφτηκα: ‘Γιατί να μην φτιάξω και μία κιθάρα;’»

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
(Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

Παραδέχεται ότι όταν έψαχνε να αγοράσει μία καλή κιθάρα είχε αφιερώσει πάρα πολύ χρόνο στην επιλογή του, μένοντας ανικανοποίητος παρόλα αυτά. Αργότερα, πήρε μία σχετικά φτηνή και της έκανε τρύπες με το τρυπάνι για να δει πώς είναι από μέσα. Το ‘σαράκι’ τον οδήγησε να συνεχίσει το ψάξιμο πέρα από τα βιντεάκια στο YouTube, να βρει κάποιον άνθρωπο να τον διδάξει.

Αντίστοιχα και ο Μιχάλης και ο Γιάννης, που ‘έπιαναν’ τα χέρια τους και τους άρεσε να πειράζουν τα πράγματα και να τα φέρνουν στα μέτρα τους όταν κάτι δεν τους πήγαινε.

Για τον Γιάννη, αυτό που κάνουμε με τα χέρια μας επηρεάζει άμεσα και το μυαλό μας. «Έχω φίλους ψυχολόγους και άλλους που πηγαίνουν σε ψυχολόγους και όλοι λένε ότι αυτό που απασχολεί τα χέρια σου αυτόματα απασχολεί και το μυαλό σου. Αν βρεις ένα τέτοιο χόμπι, δεν χρειάζεται να ξαναπάς στον ψυχολόγο.»

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
(Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

«Είναι η φύση αυτών των εργασιών. Σε θέλουν ψυχή τε και σώματι εκεί. Κοιτάς μη φας το ένα δέκατο του χιλιοστού, οπότε ξεχνιέσαι – ξεχνάς την εφορία, ξεχνάς τα οικογενειακά σου, τα ξεχνάς όλα. Συγκεντρώνεσαι και ξεχνάς το άγχος σου», λέει ο Μιχάλης χαρακτηριστικά.

«Δεν μπορούμε να είμαστε όλη την ημέρα με το κινητό. Χρειάζεται κι αυτό, αλλά πρέπει να κάνουμε κι άλλα πράγματα», επισημαίνει ο Γιάννης. «Τα παλιά επαγγέλματα έχουν χαθεί, αλλά πρέπει να ξανάρθουν. Έχουν μια μαγεία.»

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
(Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

Η κατασκευή κιθάρας είναι με τον τρόπο της ένα είδος καλλιέργειας του χαρακτήρα και το πρώτο που καλλιεργεί είναι η υπομονή.

«Αν κάτι έμαθα από την οργανοποιία είναι η παρατήρηση, η υπομονή δηλαδή. Τεράστια υπομονή σε όλους τους κλάδους», παρατηρεί ο Γιάννης. Οι υπόλοιποι συμφωνούν και παραδέχονται ότι είναι κάτι που έχει αλλάξει τη ζωή τους και τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τα πράγματα γενικά.

«Είναι η φύση αυτής της τέχνης να παρατηρείς και να μη μιλάς.»

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο και κιθάρα
Ο Γιάννης Δημόκας κατασκευάζει μία ηλεκτρική κιθάρα. (Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

1η Έκθεση Κατασκευαστών Μουσικών Οργάνων

Αυτό το Σαββατοκύριακο, 24-25 Μαΐου, οι 4 Tone θα βρίσκονται στο Σεράφειο, συμμετέχοντας στην 1η Έκθεση Κατασκευαστών Μουσικών Οργάνων (Athens Music Instrument Show – ΑΜΙS).

Η έκθεση, που είναι η πρώτη του είδους και του μεγέθους της στην Ελλάδα, θα περιλαμβάνει ό,τι έχει να κάνει με την κατασκευή μουσικών οργάνων γενικά, όχι μόνο κιθάρας. Πιάνα, βιολιά, μπουζούκια, ζουρνάδες, τύμπανα, αλλά και πετάλια, μαγνήτες κ.ο.κ.

Την έκθεση οργανώνει ο Κώστας Φονταλής, ένας άνθρωπος με όραμα και αγάπη για τη μουσική, όπως λένε οι 4 Tone, οι οποίοι πιστεύουν ότι το εγχείρημα θα πάει πολύ καλά και ότι θα μεγαλώσει στο μέλλον. «Αφορά κυρίως Έλληνες κατασκευαστές, αλλά ελπίζουμε ότι στο μέλλον θα έρθουν και από έξω, θα πάμε κι εμείς έξω… Είναι μία πολύ ωραία απόφαση», σχολιάζουν. «Το να είμαστε τόσοι κατασκευαστές σε έναν χώρο δεν έχει ξαναγίνει στην Ελλάδα.»

Το σχήμα τους θα παρουσιάσει το Σάββατο 24/5, στις 18:00, ο μουσικός Γιώργος Μαστρογιαννόπουλος, με τη συνοδεία κιθάρας από τον Χρήστο Σέλα.

Επιπλέον, την Κυριακή 25/5, στις 14:00, ο Γιάννης Σεϊντουλάς θα δώσει μία ομιλία για τα σεμινάρια κατασκευής οργάνων.

Τα εισιτήρια για την έκθεση είναι διαθέσιμα online, αλλά και στην είσοδο της έκθεσης, τις μέρες και ώρες λειτουργίας της.

Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα και κείμενο που λέει "べも MUSIC INSYRUMIA INSTRU Musi ቁታ นทนม Η ΠΡΩΤΗ ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣ ΥΑΣΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ OPT ΟΡΓΑΝΩΝ Συμμετέχουμε και εμείς! 24 & 25 MAIOY ΣΕΡΑΦΕΙΟ AHMOY ΑΘΗΝΑΙΩΝ"

 

 

 

 

 

 

Μεγαλοπρεπή, πολυτελή και εκκεντρικά: τα κοστούμια της όπερας

Τα κοστούμια της όπερας είναι πιθανώς ο δεύτερος λόγος για τον οποίο οι θαυμαστές του είδους αγαπούν αυτήν τη μορφή τέχνης. Η υπέροχη μουσική είναι ο λόγος για τον οποίο αγοράζουν με χαρά τα εισιτήρια, αλλά η όπερα είναι μια τέχνη που περιλαμβάνει πολλές ακόμα τέχνες: ορχηστρική μουσική, ηθοποιία και εκπληκτικά ζωγραφισμένα και όμορφα κατασκευασμένα σκηνικά. Έχει κάτι για όλους. Αμέσως μετά, στη δεύτερη θέση, βρίσκονται τα κοστούμια, τα οποία μπορεί να είναι από υπέροχα έως εξαίσια.

Τα κοστούμια καλύπτουν όλο το φάσμα, από το γελοίο έως το υποβλητικό. Η επιτυχημένη σοπράνο του τέλους του 19ου αιώνα, Έμμα Άμποτ, είχε κατανοήσει τη δύναμη των όμορφων κοστουμιών. «Τα κοστούμια που αγόρασε η κυρία Άμποτ το καλοκαίρι του 1890 δεν ήταν μόνο τα πιο κομψά και ακριβά που είχε αγοράσει ποτέ, αλλά ξεπερνούσαν σε κόστος και ομορφιά όλα όσα είχαν δει ποτέ σε οποιαδήποτε σκηνή», είπε η συγγραφέας Σάντι Μάρτιν στο βιβλίο της «Η ζωή και η επαγγελματική καριέρα της Έμμα Άμποτ».

Η σοπράνο Έμμα Άμποτ εμφανίζεται ως η βασίλισσα της Ισπανίας στην όπερα «Ρουί Μπλας» του Βίκτωρα Ουγκώ. (Public Domain)

 

Πάνω από 100.000 δολάρια ξοδεύτηκαν για αξεσουάρ και κοστούμια. Σύμφωνα με τη Μάρτιν, το κοινό της Άμποτ ανυπομονούσε να δει τα πολυτελή φορέματα. «Πολλά από τα φορέματά της ήταν κεντημένα με χρυσή και ασημένια κλωστή, άλλα έφεραν πληθώρα διακοσμητικών στοιχείων, όπως χάντρες και κουμπιά από πραγματικό επιχρυσωμένο μέταλλο», είπε. Η Άμποτ αγόρασε τα πιο εξαιρετικά υφάσματα που μπορούσαν να προσφέρουν οι ευρωπαϊκοί αργαλειοί.

Υπέροχα και πολυτελή σε βαθμό που ήταν σωματικά απαιτητικά, έτσι περιγράφονται τα κοστούμια που φόρεσε η σοπράνο σούπερ σταρ Λεοντίν Πράις στην παγκόσμια πρεμιέρα της όπερας «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» του Σάμουελ Μπάρμπερ στη Μητροπολιτική Όπερα, το 1966. Η υπερπαραγωγή ήταν επίσης η εναρκτήρια παράσταση της νέας όπερας της Μητροπολιτικής Όπερας και περιελάμβανε ζωντανά άλογα, κατσίκες και μια καμήλα, εκτός από τα πολυτελή κοστούμια. Ωστόσο, δεν εντυπωσίασαν όλους.

Μερικά από τα κοστούμια της Κλεοπάτρας της Πράις φαινόταν να ζυγίζουν 18-22 κιλά, και υπήρχε επίσης ένα κάλυμμα για το κεφάλι. «Τα πιο μεγάλα εμπόδια της Κλεοπάτρας ήταν τα γκροτέσκα κοστούμια της – βαριά δημιουργήματα που τη φυλάκιζαν», έγραψε ο μουσικοκριτικός Πήτερ Γ. Ντέηβις σε ένα άρθρο της New York Times, το 2009. Στο ίδιο άρθρο, ο σκηνοθέτης Φράνκο Τζεφιρέλι περιέγραψε το κοστούμι: «Μοιάζει με μια από τις μεγαλύτερες χήρες του κόσμου, σαν μια γιγάντια ακρίδα».

Η Λεοντίν Πράις άνοιξε τη νέα Μητροπολιτική Όπερα στο Λίνκολν Σέντερ με μια πολυτελή παραγωγή του «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» του Σάμουελ Μπάρμπερ. Φωτογραφία: Λουί Μελανσόν. (Ευγενική παραχώρηση της Μητροπολιτικής Όπερας)

 

Από άποψη εκκεντρικότητας, το κοστούμι της Βασίλισσας της Νύχτας της σοπράνο Μπέβερλυ Σιλς για την παραγωγή του «Μαγικού Αυλού» του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ από τη Houston Grand Opera, το 1966, κατατάσσεται στην κορυφή. Ευτυχώς, η Βασίλισσα έχει δύο φανταστικές άριες κολορατούρα, οι οποίες δεν απαιτούν καμία κίνηση εκτός από φωνητική γυμναστική. Το μήκους 1,5 μέτρου συρματόπλεγμα, που εκτεινόταν προς τα πάνω και προς τα έξω σαν μια εφιαλτική, σκοτεινή κορώνα πίσω από τους ώμους και το κεφάλι της, απέκλειε κάθε κίνηση εκτός από το παγωμένο βλέμμα. Πιθανότατα δεν μπορούσε να κουνήσει ούτε το κεφάλι της, πάνω στο οποίο στεκόταν ένα τριγωνικό στέμμα ύψους 90 εκατοστών.

Η θρυλική ντίβα Μαρία Κάλλας φορούσε εκπληκτικά κοστούμια ως Ελισάβετ στην όπερα «Ντον Κάρλο» του Τζουζέπε Βέρντι, στη Σκάλα του Μιλάνου το 1954. Ένα βελούδινο, μαύρο φόρεμα είχε ψηλό, σούφρα λαιμόκοψη και χρυσά κεντήματα στο μπροστινό μέρος και στα μανίκια. Το σχέδιο, του Νικόλα Μπενουά, βασίστηκε σε ιστορική έρευνα και περιλάμβανε κόκκινους γυαλιστερούς λίθους και ανάγλυφα σύρματα.

Μια άλλη εκπληκτική δημιουργία του Μπενουά ήταν το κοστούμι της Κάλλας για την «Φεντόρα» του Ουμπέρτο Τζορντάνο, το 1956. Το ιβουάρ και χρυσό μπροκάρ με κεντρικό πάνελ κεντημένο με γεωμετρικά σχέδια ήταν διακοσμημένο με γυάλινες και κρυστάλλινες χάντρες.

Τα 3.700 διαμάντια που φόρεσε η ντίβα του 19ου αιώνα Αντελίνα Πάττι για να ενσαρκώσει την Αΐντα στο Κόβεντ Γκάρντεν τη βάζουν στην πρώτη θέση της λίστας των πιο πολυτελών κοστουμιών. Η αξία του κοστουμιού εκτιμάται σήμερα σε 20 εκατομμύρια δολάρια. Δεν είναι σαφές τι απέγινε αυτό το δημιούργημα.

«Τουραντότ»

Τα υπέροχα και φανταστικά κοσμήματα για την «Τουραντότ», τη σοπράνο στον ομώνυμο ρόλο της τελευταίας όπερας του Τζιάκομο Πουτσίνι, αξίζουν μια αίθουσα σε μουσείο. Το Museo del Tessuto (μουσείο υφασμάτων) στο Πράτο της Ιταλίας συμφωνεί. Μια έκθεση με τίτλο «Η Τουραντότ και η φανταστική Ανατολή από τον Πουτσίνι, τον Τσίνι και τον Καράμπα» παρουσίασε το καπέλο και «μια συλλογή από κοστούμια και σκηνικά κοσμήματα που χρονολογούνται από την παγκόσμια πρεμιέρα της Τουραντότ του Πουτσίνι», σύμφωνα με την έκδοση Finestre sull’Arte. Μακριά, λευκά φτερά που μοιάζουν με πούπουλα απλώνονται πίσω από στρογγυλά, περίτεχνα, ασημένια μενταγιόν με ασημένιες πεταλούδες στην κορυφή, και όλα είναι προσαρτημένα σε ένα ασημένιο στέμμα.

Ο Σέσιλ Μπήτον δημιούργησε το καπέλο της σοπράνο Μπίργκιτ Νίλσον για την παράσταση «Τουραντότ» της Μητροπολιτικής Όπερας το 1961. Είχε χρυσές ράβδους με χάντρες και κοσμήματα που απλώνονταν από το κεφάλι της με κρεμαστά στοιχεία που κατέληγαν σε χρυσές σταγόνες. Μία κόκκινη, χρυσοκέντητη ρόμπα ολοκλήρωνε την εκπληκτική εικόνα.

Η Μπίργκιτ Νίλσον ως Τουραντότ. Το κοστούμι που σχεδίασε ο Σέσιλ Μπήτον θα εκτίθεται σε μια έκθεση κοστουμιών σε συνδυασμό με τη σεζόν 2025-2026 της Metropolitan Opera. Φωτογραφία: Λουί Μελανσόν. (Ευγενική παραχώρηση του Αρχείου της Metropolitan Opera)

 

Η Τουραντότ του Δημοτικού Θεάτρου του Σάο Πάολο φορούσε λαμπερά μπλε φτερά με φτερά παγωνιού που απλώνονταν σαν βεντάλια. Η εξίσου λαμπερή μπλε, σατινέ ρόμπα ήταν κεντημένη με λαμπερά, περίτεχνα σχέδια.

Δεν είναι όμως όλες οι δημιουργίες εξίσου επιτυχημένες. Η εκκεντρικότητα έχει και τους κινδύνους της. Ορισμένες κοστούμια μάλιστα όχι μόνο αγγίζουν τα όρια του γελοίου, αλλά και του υπερβολικά άβολου, όπως το μωβ, πλαστικό κοστούμι που έπρεπε να φορέσει η μεσόφωνος Μέριλυν Χορν για το ντεμπούτο της στη Σκάλα. Τραγούδησε τον ρόλο της Ιοκάστης στην όπερα «Οιδίπους τύραννος» του Ιγκόρ Στραβίνσκι και θυμάται στην αυτοβιογραφία της, «Marilyn Horne, My Life», ότι «το μοτίβο ολόκληρης της παραγωγής ήταν τα αυγά. Η Ιοκάστη ήταν κυριολεκτικά κλεισμένη σε ένα μωβ πλαστικό αυγό».

Θυμάται την ταλαιπωρία της: «Περιτριγυρισμένη από αυτό το πλαστικό κέλυφος, με μόνο το κεφάλι μου ορατό, δεν είχα άλλη επιλογή από το να μείνω ακίνητη». Αδυνατώντας να κουνήσει τα χέρια και τα πόδια της, η κάλυψη την είχε επίσης κάνει κουφή.

«Όταν ο μαέστρος Κλάουντιο Αμπάντο με σταμάτησε στη μέση ενός σόλο και μου είπε: «Δεν ακούς τη μουσική σου;» κύλησα προς το μπροστινό μέρος της σκηνής και απάντησα: «Τη μουσική μου; Δεν ακούω τι είναι αυτή η όπερα!»». Το πρόβλημα λύθηκε και έλαβε θετικές κριτικές, αλλά για το ασφυκτικό κοστούμι είπε: «Έκανε τόσο ζέστη που σχεδόν εκκολάφθηκα!»

Η Μέριλυν Χορν ως Ιοκάστη, με ένα μωβ πλαστικό κοστούμι σε σχήμα αυγού, στην όπερα «Οιδίπους Τύραννος» του Στραβίνσκι. Φωτογραφία από το βιβλίο «Marilyn Horne: My Life» των Μέριλυν Χορν και Τζέην Σκόβελ. (Ευγενική παραχώρηση της Έλενας Έλλινγκ)

 

Της Helena Elling

Σάτο και Βιβάλντι στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Μία μοναδική μουσική εμπειρία αναμένεται την Τετάρτη 17 Μαΐου, στις 20:30, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου η Καμεράτα – Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής θα παρουσιάσει, υπό τη μουσική διεύθυνση του διακεκριμένου βιολονίστα Σούνσκε Σάτο, τις Τέσσερις Εποχές του Αντόνιο Βιβάλντι και σπάνιες μπαρόκ μελωδίες, με όργανα εποχής.

Ο συνθέτης εμπνεύστηκε το αριστούργημά του από τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση και δημιούργησε, μέσα από την ακραία δεξιοτεχνική γραφή του για τα έγχορδα, αξέχαστες μουσικές εικόνες. Ο Σάτο επέλεξε να πλαισίωση το έργο του Βιβάλντι με έργα σπουδαίων συνθετών του μπαρόκ.

Στο ευφάνταστο Καπρίτσιο του Κάρλο Φαρίνα, δοκιμάζονται τα τεχνικά όρια των οργάνων που ανήκουν στην οικογένεια του βιολιού, προκαλώντας τα να μιμηθούν τον ήχο άλλων οργάνων αλλά και διάφορων ζώων.

Η μουσική του Τζοβάννι Λεγκρέντσι ανήκει στην περίοδο του ώριμου μπαρόκ. Η Έκτη Σονάτα για τέσσερις βιόλες ντα γκάμπα είναι έργο ιδιαίτερα πυκνογραμμένο, με πολύχρωμες αρμονίες, ενώ η ένδειξη «όπως σας αρέσει» στον τίτλο υποδεικνύει ότι είναι εφικτός και άλλος συνδυασμός εγχόρδων.

Η Φαντασία του βιρτουόζου βιολονίστα Γιόχαν Γκέοργκ Πίζεντελ είναι μία ορχηστρική σουίτα, στην οποία όλοι οι χοροί εκτελούνται με βάση τον χαρακτήρα και τον ρυθμό τους, ο ένας μετά τον άλλο, ως ένα ενιαίο έργο.

Σούνσκε Σάτο

Ο ιαπωνικής καταγωγής Σούνσκε Σάτο είναι βιολονίστας, μαέστρος, μουσικός δωματίου, σολίστ και δάσκαλος μουσικής και κατοικεί στην Ολλανδία. Διευθύνει και εμφανίζεται ως σολίστ με σύνολα εποχής καθώς και με συμφωνικές ορχήστρες σε όλο τον κόσμο, ενώ επίσης έχει ηγηθεί και σε ανεβάσματα παραγωγών.

Για τον Σάτο, η μουσική είναι τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας. Μέσα από τη μουσική του μεταδίδει εικόνες και συναισθήματα.

Μεγάλωσε με αγγλικά και ιαπωνικά και σπούδασε σε διάφορες χώρες, με αποτέλεσμα να αναπτύξει ιδιαίτερο ενδιαφέρων για τη γλώσσα και τη γλωσσολογία, τη ρητορική και την προφορά.

Ο Σάτο σπούδασε στη σχολή Juilliard της Νέας Υόρκης, στο Κονσερβατόριο National de Région στο Παρίσι και στο Hochschule für Musik und Theater στο Μόναχο. Μερικοί από τους δασκάλους του ήταν οι: Τσιν Κιμ, Ντόροθυ Ντιλέι, Μασάο Καβασάκι, Ζεράρ Πουλέ, Αίιτσι Τσιτζίβα, και Μαρί Ούτιγκερ. Οι μέντορες του για την ορχήστρα περιλαμβάνουν τους Τζος βαν Φελντχόφεν, Χέρναν Σβάρτσμαν και Ρενέ Γκουλικέρ.

Ο Σούνσκε Σάτο έγινε μέλος του Ωδείου του Άμστερνταμ το 2013 και ξεκίνησε να παραδίδει μαθήματα ιστορικού βιολιού, κάποιες μεταπτυχιακές διαλέξεις και εργαστήρια. Για δέκα περίπου χρόνια υπήρξε διευθυντής της διάσημης Netherlands Bach Society, ένα κορυφαίο φωνητικό-οργανικό σύνολο διεθνούς φήμης. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, παρουσίασε πολυάριθμα έργα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, συμπεριλαμβανομένων έργων μεγάλης κλίμακας όπως το Κατά Ματθαίον Πάθη και το Ορατόριο των Χριστουγέννων, καθώς και τη μουσική των Παθών (χριστιανική μουσική) των Καρλ Χάινριχ Γκράουν, Κρίστοφ Γκράουπνερ, και Ράινχαρντ Κέιζερ .

Επίσης, ενορχήστρωσε την Τέχνη της Φούγκας του Μπαχ, συνεργάστηκε με την Opera2Day για να συνθέσει μία όπερα που συνυφαίνει την σύγχρονη μουσική με τις συνθέσεις του Μπάχ και οπτικοποίησε σε βίντεο τη Μουσική Προσφορά του Μπαχ, όπου ειδικά εφέ αποδίδουν οπτικά τις συνθετικές δομές.

Ο Σούνσκε Σάτο προσκαλείται συχνά να διευθύνει μουσικά σύνολα όπως την Αυστραλιανή Ορχήστρα του Βραδεμβούργου, τη Συμφωνική Ορχήστρα του Τόκυο, τη Residentie Orkest στη Χάγη, τη Συμφωνική Ορχήστρα Στάβανγκερ (Νορβηγία), τη Φιλαρμόνια Μπαρόκ (ΗΠΑ) και την Μπαρόκ Ορχήστρα της Σεβίλλης.

Μεταξύ των μαέστρων με τους οποίους έχει συνεργαστεί συγκαταλέγονται οι Άιβορ Μπόλτον, Ρίτσαρντ Έγκαρ, Φιλίπ Χέργουεγκ, Κρίστοφερ Χόγκγουντ, Ρενέ Τζέικομπς, Κεντ Ναγκάνο και Χαϊντέμι Σουζούκι. Προτού η ιστορικά τεκμηριωμένη εκτέλεση γίνει μέρος των δραστηριοτήτων του Σούνσκε Σάτο, έπαιξε ως σολίστ σε διάφορες διάσημες συμφωνικές ορχήστρες όπως η Γερμανική Όπερα Βερολίνου, η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ραδιοφώνου Βαυαρίας, η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ραδιοφώνου Γαλλίας και η Φιλαρμονική Ορχήστρα NHK.

Από το 2011, ο Σάτο συνεργάζεται στενά με το Concerto Köln (Κοντσέρτο της Κολωνίας) ως σολίστ, μαέστρος και διευθυντής. Το Κοντσέρτο της Κολωνίας είναι γνωστό για τις ερμηνείες του σε μπαρόκ και σε κλασικά έργα. Έχει κάνει αξιοσημείωτα βήματα στη σφαίρα του 19ου αιώνα, με τις πρόσφατες δραστηριότητές του να περιλαμβάνουν το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν του Ρίχαρντ Βάγκνερ με τον Κεντ Ναγκάνο, το Dresdner Festspielorchester και το Dresdner Musikfestspiele, καθώς και συμφωνίες των Άντον Μπρούκνερ, Νικολό Παγκανίνι, Έντουαρντ Έλγκαρ και Πιοτρ Τσαϊκόφσκι. Με την εμπειρία του σε αυτό το ρεπερτόριο και τις πρακτικές απόδοσής του, ο Σούνσκε Σάτο έχει κληθεί ως σύμβουλος, συνεργάτης και σολίστ.

Πρόγραμμα

CARLO FARINA
Capriccio stravagante (Εκκεντρικό καπρίτσιο)

ANTONIO VIVALDI
Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα αρ. 1 σε μι μείζονα, έργο 8, RV 269, «Άνοιξη»
Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα αρ. 2 σε σολ ελάσσονα, έργο 8, RV 315, «Καλοκαίρι»

GIOVANNI LEGRENZI
Σονάτα αρ. 6 για τέσσερις βιόλες ντα γκάμπα ή όπως σας αρέσει, έργο 10: ΙΙΙ/6

JOHANN GEORG PISENDEL
Fantasie: Imitation des caractères de la danse
(Φαντασία: Μίμηση των χαρακτήρων του χορού)

Πηγές

  1. Oι Τέσσερις Εποχές – Stravaganza Veneziana, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 2025
  2. Shunske Sato, http://www.shunskesato.com/
  3. Biography, Bach for all, Bachvereniging

Από τον Πυθαγόρα στον Μπετόβεν: η προσφορά του Κολλεγίου Χίλσντεϊλ στους φίλους της μουσικής

Οι καλύτερες αναμνήσεις του Υπερίονα Νάιτ χρονολογούνται από τότε που ήταν 4 ετών, τότε που άκουγε μαζί με τον πατέρα του μουσική, όταν εκείνος επέστρεφε στο σπίτι από τη δουλειά. Οι ηχογραφήσεις που του έβαζε ο πατέρας του έκαναν τον μικρό Υπερίονα να αγαπήσει την κλασική μουσική. Στα ένατα γενέθλιά του, ο πατέρας του του χάρισε μια ηχογράφηση των εννέα συμφωνιών του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, και «τα υπόλοιπα… είναι ιστορία».

Η Ένατη ιδίως στάθηκε καταλυτική για την καριέρα του. Από εκείνο το σημείο και μετά, ο Υπερίων σκεπτόταν μόνο τη μουσική. Έκανε το επαγγελματικό του ντεμπούτο στα 14 του χρόνια, παίζοντας το εντυπωσιακό Τέταρτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν μπροστά σε ένα καθηλωμένο κοινό. Αφού απέκτησε πτυχίο μουσικής στο Ωδείο του Σαν Φρανσίσκο, κατευθύνθηκε στο Οχάιο, όπου απέκτησε μεταπτυχιακό και διδακτορικό στη μουσική από το Ινστιτούτο Μουσικής του Κλήβελαντ.

Για την ακαδημαϊκή του διατριβή στράφηκε στα παιδικά του χρόνια, αποτίνοντας φόρο τιμής στον συνθέτη που είχε τόσο βαθύ αντίκτυπο στην καλλιτεχνική του πορεία. Η εργασία του αφορούσε τον Μπετόβεν και τη Σονάτα για πιάνο «Βάλντσταϊν».

Μια τυχαία συνάντηση

ZoomInImage
Ο πιανίστας Υπερίων Νάιτ θα διδάξει το διαδικτυακό μάθημα στο Κολλέγιο Χίλσντεϊλ. (Ευγενική παραχώρηση του Υπερίονα Νάιτ)

 

Κατά τη διάρκεια μίας κρουαζιέρας, ο κος Νάιτ γνωρίστηκε με τον  Λάρι Π. Αρν, τον πρόεδρο του χριστιανικού ιδρύματος φιλελεύθερων τεχνών με έδρα το Μίσιγκαν, του Κολλεγίου Χίλσντεϊλ.

Η κουβέντα τους ήταν καρποφόρα, οδηγώντας στη συνεργασία του πιανίστα και του κολλεγίου, αρχικά για μία σειρά διαλέξεων με θέμα τη μουσική ιστορία της Ρωσίας και κατόπιν για μία δεύτερη σειρά που θα κάλυπτε την ιστορία της μουσικής από τον Πυθαγόρα έως τον Μπετόβεν. Όλες οι διαλέξεις ήταν δωρεάν και προσφέρονταν διαδικτυακά.

Περιήγηση στην κλασική μουσική

ZoomInImage
Ο Πυθαγόρας (κάτω αριστερά) στηρίζεται με το ένα χέρι σε ένα θεώρημα, ενώ το άλλο δείχνει προς μια ομάδα σιδηρουργών, των οποίων τα σφυριά τού έδωσαν για πρώτη φορά την ιδέα της μαθηματικής βάσης της αρμονίας. Εξώφυλλο του βιβλίου «Μουσουργία παγκόσμια, τόμος Α΄», 1650, του Αθανασίου Κίρχερ. Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Κορνέλ, Νέα Υόρκη. (Public Domain)

 

«Η κλασική μουσική είναι το μεγαλύτερο πάθος μου, αυτό που εξευγενίζει την ανθρώπινη ψυχή», είχε δηλώσει ο κος Νάιτ σε τηλεφωνική συνέντευξη, ενθουσιασμένος που μοιραζόταν την ιστορία της κλασικής μουσικής.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το μάθημα αυτό ήταν «μια αναζωογονητική περιήγηση στον κόσμο της κλασικής μουσικής», που εκτεινόταν από την τεράστια συνεισφορά του αγαπημένου του κλασικού συνθέτη, του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, μέχρι την αρχαία Ελλάδα, την αυγή του δυτικού πολιτισμού. Και αυτό γιατί, όπως εξήγησε, για να κατανοήσει κανείς σωστά την κλασική μουσική, πρέπει να τολμήσει να πάει εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν όλα: τις διδασκαλίες του φιλοσόφου Πυθαγόρα.

Όταν ρωτήθηκε για τον ρόλο που έπαιξε ο Πυθαγόρας στη διαμόρφωση της μουσικής, ο κος Νάιτ είπε: «Είναι μια ιστορία που σχεδόν κανείς δεν γνωρίζει, και με αυτήν ξεκινάω την πρώτη διάλεξη. Συνοπτικά, έχει ως εξής: Από τότε που ο Πυθαγόρας επισημοποίησε για πρώτη φορά τη μουσική ως κλάδο της επιστήμης τον έκτο αιώνα π.Χ., χρειάστηκαν πάνω από 2.000 χρόνια για να συμφωνηθεί ο καλύτερος τρόπος για να κουρδιστεί μια κλίμακα. Αυτός ο συμβιβασμός, που ονομάζεται ‘ίσος συγκερασμός’, επετεύχθη τελικά κοντά στο τέλος της Αναγέννησης, από τον Μπαχ, με αποτέλεσμα τη σπουδαία μουσική της εποχής του Μπαρόκ.»

Για να δώσει έμφαση στη σημασία αυτού του μνημειώδους κατορθώματος, το συνέδεσε με ένα από τα πιο πολύτιμα καλλιτεχνικά επιτεύγματα της ιστορίας:

«Είναι λίγο σαν αυτό που είπε ο Μιχαήλ Άγγελος για τον Δαβίδ του. Ο Δαβίδ απλά περίμενε μέσα στο μάρμαρο να απελευθερωθεί. Ομοίως, οι 12 νότες της χρωματικής κλίμακας περίμεναν μέσα στη φύση για να σμιλευτούν στη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα.»

Η ιστορία του ίδιου του πολιτισμού

ZoomInImage
Μισέλ-Μπαρτελεμί Ολιβιέ, «Συναυλία του Μότσαρτ στο Σαλόνι των Τεσσάρων Παραθύρων στο Παλαί Ντυτέμπλ στην αυλή του πρίγκιπα Ντε Κοντί», 1770, Παλάτι των Βερσαλλιών. (Public Domain)

 

Η «Ιστορία της κλασικής μουσικής: Από τον Πυθαγόρα έως τον Μπετόβεν» αποτελείτο από τέσσερις διαλέξεις και κορυφωνόταν σε ένα 45λεπτο ρεσιτάλ πιάνου του κου Νάιτ, που έδινε στους φοιτητές τη δυνατότητα να ακούσουν τις συνθέσεις για τις οποίες διδάχθηκαν, διακρίνοντας στοιχεία των κομματιών που ίσως να τους είχαν διαφύγει διαφορετικά.

Οι διαλέξεις απευθύνονταν τόσο σε αρχάριους όσο και στους λάτρεις της κλασικής μουσικής, μιλώντας για το πώς διαρθρώνονται οι συνθέσεις του Μπετόβεν σαν τα σαιξπηρικά δράματα, τον σημαντικό ρόλο που παίζουν ο Μότσαρτ και οι χαρακτήρες των οπερατικών του έργων στους ακμάζοντες πολιτισμούς και τη σχέση της θρησκείας με τις συνθέσεις και γενικότερα την καλλιτεχνική παραγωγή της εποχής, μεταξύ άλλων.

Κάθε διάλεξη ήταν αυτόνομο χαρακτήρα, ενώ έμφαση δινόταν στο πώς η κλασική μουσική υπερβαίνει τους καλλιτέχνες και υφαίνεται στον ιστό της κοινωνίας:

«Η κλασική μουσική είναι κάτι περισσότερο από απλή μουσική: είναι μουσική αρχιτεκτονική, μουσική ζωγραφική, μουσική ποίηση και μουσικό δράμα – όλα τυλιγμένα σε ένα. Βασίζεται στο υψηλότερο σύνολο ιδανικών για να διαμορφωθεί σε τέλεια μορφή και μιλάει σε κάθε συναίσθημα που διαθέτουν οι άνθρωποι.»

«Η κλασική μουσική είναι μια πολύ ανθρώπινη ιστορία, [είναι] η ιστορία του ίδιου του πολιτισμού μας».

ZoomInImage
Ρούντολφ Χάουσλάιτνερ, «Το όραμα του Μπετόβενι», 1882. Λάδι σε καμβά. Ιδιωτική συλλογή. (Public Domain)

 

Της Rebecca Day

Έκθεση χειροποίητης κλασικής κιθάρας στο Εράτειο Ωδείο

Σήμερα και αύριο, 3 και 4 Μαΐου, το Εράτειο Ωδείο φιλοξενεί στον χώρο του για πρώτη φορά έκθεση χειροποίητης κλασικής κιθάρας, με τη συμμετοχή οκτώ Ελλήνων δημιουργών και μίας ομάδας.

Ο Γιάννης Σεϊντουλάς, ένας από τους συμμετέχοντες και ιδρυτής της ομάδας «Four Tone», μίλησε στην Epoch Times για την έκθεση και την ομάδα του, και προσκάλεσε το κοινό να επισκεφθεί το Εράτειο Ωδείο για να συναντήσει τους δημιουργούς, να συνομιλήσει μαζί τους και να δοκιμάσει τις κιθάρες.

Σύμφωνα με τον κο Σεϊντουλά, η διοργάνωση της έκθεσης οφείλεται στον κιθαρίστα και καθηγητή κλασικής κιθάρας Γιώργο Μαστρογιαννόπουλο, και γίνεται σε συνεργασία με το Εράτειο Ωδείο. Ο κος Μαστρογιαννόπουλος οργανώνει επίσης το φεστιβάλ κλασικής κιθάρας «Γιορτές κιθάρας» στο Ωδείο Ωρίων, στη Γλυφάδα, κάθε Δεκέμβριο ή Ιανουάριο – κοντά στις γιορτές των Χριστουγέννων.

Ο κος Σεϊντουλάς, στο εργαστήριό του, παραδίδει και μαθήματα κατασκευής κιθάρας. Από εκεί προέκυψε και η ομάδα του, οι «Four Tone». Όπως είπε ο ίδιος, πρόκειται για μία ομάδα συνεργασίας τεσσάρων ατόμων, του ιδίου και τριών μαθητών του, οι οποίοι εργάζονται από κοινού για την κατασκευή μίας κιθάρας. «Με αυτόν τον τρόπο επισπεύδεται η διαδικασία και ελαττώνεται το κόστος», είπε στην Epoch Times, συμπληρώνοντας ότι από καιρό επιθυμούσε τη δημιουργία μίας τέτοιας ομάδας. Οι τέσσερίς τους ‘έδεσαν’ και, μετά από πειραματισμούς, άρχισαν να παράγουν τα όργανα των «Four Tone».

(Ευγενική παραχώρηση του Γιάννη Σεϊντουλά)

 

Η έκθεση θα είναι ανοικτή το σαββατοκύριακο, το Σάββατο από τις 15:οο έως τις 21:30, ενώ την Κυριακή από τις 11:00 το πρωί έως τις 21:30. Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Πληροφορίες για την έκθεση μπορείτε να ζητήσετε στο τηλέφωνο 6977 880 580.

Συμμετέχουν οι:

  • Θώμος Στάθης
  • Καλαντώνης Λευτέρης
  • Κατσάνης Δημήτρης
  • Κουμρίδης Χαράλαμπος
  • Μαδημένος Ανδρέας
  • MOOV Travel Guitar
  • Πιπερίδης Δημήτρης
  • Σεϊντουλάς Γιάννης
  • 4 Tone guitars

* * * * *

Εράτειο Ωδείο, Πατρόκλου 25, Βριλήσσια

Επικοινωνία: 210 8033196, 210 8043974

 

Η δύναμη του «Nessun Dorma» του Πουτσίνι

Το «Nessun dorma», που μεταφράζεται ως «κανείς δεν κοιμάται», είναι μία άρια από την όπερα «Τουραντότ», την τελευταία του Πουτσίνι, η οποία μάλιστα έμεινε ανολοκλήρωτη λόγω του θανάτου του συνθέτη. Το τραγουδά ο Κάλαφ και αναφέρεται στην άυπνη νύχτα που πέρασε μαζί με τους άλλους μνηστήρες της πριγκίπισσας, περιμένοντας την αυγή, καθώς η Τουραντότ είχε πει ότι εκείνο το πρωί είτε θα παντρευτεί είτε θα σκοτώσει όλους τους παρευρισκόμενους.

Δυνατή στη συμπαγή της μορφή, η άρια διαρκεί μόλις τρία λεπτά στις περισσότερες παραστάσεις, ωστόσο μεταφέρει μια ολόκληρη νύχτα προσμονής. Κάτι στον τρόπο που η μελωδία της ανεβαίνει, ιδιαίτερα στις επαναλήψεις του «Vincerò» σε διαδοχικά υψηλότερες νότες, που καταλήγουν σε ένα υψηλό Σι που κρέμεται απότομα και για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι που τελικά ρίχνει μια νότα σε ένα υψηλό Λα, το οποίο, σε πολλές παραστάσεις, ακούγεται ατελείωτο.

Η διάδοση του «Nessun dorma» 

Το «Nessun dorma» ήταν ένα από τα τελευταία μουσικά κομμάτια που συνέθεσε ο Τζάκομο Πουτσίνι. Πέθανε το 1924, πριν ολοκληρώσει την παρτιτούρα της «Τουραντότ», και η εκδοχή της όπερας που παρουσιάζεται σήμερα ολοκληρώθηκε από έναν άλλο συνθέτη. Αν και υπάρχει από το 1926, όταν η «Τουραντότ» έκανε την πρεμιέρα της, και παρόλο που έκτοτε είναι αγαπημένο έργο πολλών τενόρων, ήταν ο Λουτσιάνο Παβαρότι που, στις εναρκτήριες εορταστικές εκδηλώσεις του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1990, το σύστησε σε ένα ευρύτερο κοινό. Ο Παβαρότι το τραγούδησε πρώτα σόλο και στη συνέχεια το επανέλαβε μαζί με τους συναδέλφους του τενόρους Πλάθιντο Ντομίνγκο και Χοσέ Καρέρας, ξεκινώντας το τρίο που θα γινόταν ένα από τα πιο γνωστά κλασικά σύνολα τραγουδιού των τελευταίων 50 ετών, τους Τρεις Τενόρους.

Μια διαφημιστική αφίσα για την όπερα του Τζάκομο Πουτσίνι «Τουραντότ», στις 25 Απριλίου 1926. (Δημόσιος τομέας)

 

Το «Nessun dorma» στη συνέχεια έγινε δημοφιλές. Τραγουδήθηκε από άλλους τενόρους της όπερας, φυσικά, αλλά ερμηνεύτηκε και από τραγουδιστές άλλων μουσικών ειδών όπως η Αρίθα Φράνκλιν. Ακόμα, εμφανίστηκε σε πολλές ταινίες, φτάνοντας να ενσαρκώσει την ιδέα της άριας του τενόρου και σχεδόν να συμβολίσει την ίδια την όπερα.

Τι το κάνει τόσο ξεχωριστό; Τι μας ελκύει γενικά στις άριες του Πουτσίνι;

Κάτι αποκαλύπτεται

Στο μυθιστόρημα του Τόμας Μαν «Το Μαγικό Βουνό» (1924), ο πρωταγωνιστής Χανς Κάστορπ βρίσκεται παγιδευμένος σε μια χιονοθύελλα που απειλεί να βάλει τέλος στη ζωή του. Σε μια μισοσυνειδητή-μισοπαραισθητική κατάσταση, ανατρέχει σε επεισόδια από τη ζωή του. Μια μουσική ανάμνηση προκύπτει:

«Ο Χανς Κάστορπ είχε το προνόμιο να ακούσει έναν παγκοσμίου φήμης τραγουδιστή, έναν Ιταλό τενόρο, από το λαιμό του οποίου η δύναμη της γεμάτης χάρη τέχνης είχε ξεχυθεί στις καρδιές των ανθρώπων. Είχε κρατήσει μια υψηλή νότα — όμορφη από την αρχή. Και μετά σταδιακά, από στιγμή σε στιγμή, ο παθιασμένος τόνος είχε ανοίξει, διογκωθεί, ξεδιπλωθεί, γινόταν όλο και πιο φωτεινός και πιο ακτινοβόλος. Ήταν σαν να έπεφταν πέπλα, ορατά σε κανέναν πριν, ένα προς ένα — και τώρα το τελευταίο, ή έτσι νόμιζαν, αποκαλύπτοντας το πιο αγνό, πιο έντονο φως, και μετά ένα ακόμα, το απόλυτο, και μετά, απίστευτα, το απόλυτα τελευταίο, απελευθερώνοντας μια δόξα που λαμπύριζε από δάκρυα και μια λαμπρότητα τόσο πλούσια που ένας κούφιος ήχος έκστασης είχε ανέβει από το κοινό.»

Η περιγραφή ταιριάζει στο «Nessun dorma», το οποίο απείχε ακόμη δύο χρόνια από το να ακουστεί από οποιονδήποτε εκτός του άμεσου κύκλου του Πουτσίνι. Ενσαρκώνει το ύστερο ρομαντικό συναίσθημα της άριας και, ιδιαίτερα, τον τρόπο του Πουτσίνι στη σύνθεσή της.

Πολλές από τις πιο διάσημες άριες του Πουτσίνι είναι αρχικά πραγματικές και στη συνέχεια αποκαλυπτικές. Στην αρχή, δηλώνουν μια απλή συνθήκη, όπως στην κατάσταση της ξύπνιας προσμονής στο «Nessun dorma». Στο «Un bel di vedremo» από την «Μαντάμα Μπαττερφλάι», πρόκειται για την πίστη στην επιστροφή του συζύγου. Το «E lucevan le stelle» από την «Τόσκα» βρίσκει έναν άντρα να περιμένει την εκτέλεσή του, απελπισμένος που έχει χάσει τη γυναίκα που αγαπούσε.

Ο Μαρσέλο Άλβαρεζ ως Κάλαφ στην «Τουραντότ» του Πουτσίνι. (Marty Sohl/Metropolitan Opera)

 

Στη συνέχεια, τα συναισθήματα ανοίγουν, καθώς το μουσικό εύρος διευρύνεται και η φωνή ανεβαίνει όλο και ψηλότερα. Κάτι αποκαλύπτεται. Για τον Κάλαφ στην «Τουραντότ», η νίκη εμφανίζεται μπροστά του. Καθώς οι ψηλές νότες ξεδιπλώνονται, δεν επιθυμεί απλώς να κερδίσει, ξέρει ότι θα κερδίσει. Για τον ομώνυμο χαρακτήρα της «Μαντάμα Μπαττερφλάι», το γεγονός της πίστης της αποκαλύπτει, καθώς η μουσική γίνεται εντονότερη, έναν πυρήνα αφοσίωσης. Το γεγονός ότι θα προδοθεί τραγικά δεν το αλλάζει αυτό. Και καθώς ο νεαρός επαναστάτης στην «Τόσκα» αντιμετωπίζει το γεγονός ότι θα πεθάνει σε απόγνωση, οι ψηλές νότες του αποκαλύπτουν σε αυτόν και σε εμάς ότι ποτέ πριν δεν είχε αγαπήσει τόσο βαθιά τη ζωή.

Όλα αυτά που υπάρχουν ως περιεχόμενο στους στίχους των τραγουδιών, εξυψώνονται σε κάτι ιερό από τη μουσική.

Όλοι μας ζούμε τη ζωή σε δύο τουλάχιστον επίπεδα. Δουλεύουμε και τρώμε και κοιμόμαστε και διαχειριζόμαστε τις υποθέσεις μας, αλλά πίσω από όλα αυτά, βρίσκεται η κρυμμένη γνώση των συνδέσεων μεταξύ ημών και της ζωής και του θείου. Γνωρίζουμε πράγματα που δεν ξέρουμε ότι γνωρίζουμε. Σε ορισμένες στιγμές, αυτή η αλήθεια αποκαλύπτεται. Το «Nessun dorma» και άλλες άριες του Πουτσίνι αποτελούν τέτοιες αποκαλύψεις.

* * * * *

Με την «Τουραντότ» θα ανοίξει η αυλαία του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου στο Ηρώδειο, την Κυριακή 1η Ιουνίου, σε παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Αντρέι Σερμπάν, ενώ τα σκηνικά και τα κοστούμια έχει σχεδιάσει στην πρώτη της συνεργασία με την ΕΛΣ η διεθνής Ελληνίδα σκηνογράφος και ενδυματολόγος Χλόη Ομπολένσκι. Διευθύνει ο Πιερ Τζόρτζιο Μοράντι, ενώ τους βασικούς ρόλους ερμηνεύουν διεθνώς καταξιωμένοι καλλιτέχνες.

Danish String Quartet: Σοστακόβιτς, με βλέμμα από τον Βορρά

Με αφετηρία τη Βόρεια Ευρώπη και φήμη που ξεπερνά τα σύνορα της ηπείρου, οι τέσσερις μουσικοί του δανέζικου κουαρτέτου εγχόρδων καταθέτουν μια ερμηνεία βαθιάς ενσυναίσθησης, εκφραστικής ισορροπίας και αυθεντικής δεξιοτεχνίας.

Στην εμφάνισή τους στο Μέγαρο Μουσικής, την Πέμπτη 8 Μαΐου, αφιερωμένη εξ ολοκλήρου στον Ντμίτρι Σοστακόβιτς, αναμένεται να φωτίσουν τις εσωτερικές αντιφάσεις και την ψυχική ένταση ενός από τους πιο πολυσήμαντους συνθέτες του 20ού αιώνα, όπως πληροφορούν οι διοργανωτές.

Όλα ξεκίνησαν σε μια παιδική κατασκήνωση στην εξοχή της Δανίας, όπου τρεις νεαροί έφηβοι συνδέθηκαν με δεσμούς φιλίας, χάρη στην κοινή τους αγάπη για τη μουσική και το ποδόσφαιρο. Αρχικά, ξεκίνησαν να παίζουν μαζί μουσική. Αργότερα, όταν πια ήταν συμφοιτητές στη Μουσική Ακαδημία της Κοπεγχάγης, στην παρέα τους προστέθηκε και ένας Νορβηγός βιολοντσελίστας. Χωρίς να το επιδιώξουν, είχαν ήδη γίνει ένα κουαρτέτο που τα επόμενα χρόνια έμελλε να εξελιχθεί σε ένα από τα πιο δυναμικά σύνολα μουσικής δωματίου της Ευρώπης.

Εξαιτίας του παρουσιαστικού τους, συχνά τους παρομοιάζουν με τους Βίκινγκς. Το παίξιμό τους, ωστόσο, διαθέτει όλη την ευαισθησία, την τονική ακρίβεια, τη φαντασία και την εκφραστικότητα που απαιτεί το ρεπερτόριο που ερμηνεύουν· κινούνται με την ίδια άνεση από τον Χάυντν στον Σοστακόβιτς, χωρίς να διστάζουν να προτείνουν στο κοινό δικές τους, λόγιες προσεγγίσεις στις μουσικές παραδόσεις της Σκανδιναβίας, κάτι που θα πράξουν και στο Μέγαρο, σε μια συναυλία που αναμένεται με ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Πρόγραμμα

Dmitri Shostakovich

Κουαρτέτο εγχόρδων αρ. 3 σε φα μείζονα, έργο 73
Κουαρτέτο εγχόρδων αρ. 4 σε ρε μείζονα, έργο 83
Παραδοσιακή μουσική της Σκανδιναβίας

Danish String Quartet

Βιολί Ι Frederik Øland Rune, Tonsgaard Sørensen
Βιόλα Ι Asbjørn Nørgaard
Βιολοντσέλο Ι Fredrik Schøyen Sjölin

Η συναυλία του Danish String Quartet θα δοθεί την Πέμπτη 8 Μαΐου, ώρα 20:30, στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα του Μεγάρου.

 

«That’s What I Love About Sunday»: Ένα τραγούδι για την κυριακάτικη ραστώνη και την τέχνη του ευ ζην

Η Κυριακή είναι ίσως η σημαντικότερη ημέρα της εβδομάδας στον αμερικανικό Νότο. Εκφράσεις όπως «πιο αργός κι από την Κυριακή» φανερώνουν την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει ο τόπος στον χαλαρό ρυθμό της συγκεκριμένης ημέρας. Συνήθειες όπως οι κυριακάτικες βόλτες με το αυτοκίνητο έχουν μετατραπεί σε σύμβολα ενός τρόπου ζωής που κινείται με ήπιους ρυθμούς.

Το 2005, ο τραγουδιστής της κάντρι Κραιγκ Μόργκαν κυκλοφόρησε ένα τραγούδι που απέδωσε ιδανικά τη φιλοσοφία χαλάρωσης στο τέλος του σαββατοκύριακου. Το κομμάτι του «That’s What I Love About Sunday» («Αυτό που μου αρέσει στις Κυριακές») βρήκε πλατιά ανταπόκριση, θυμίζοντας στο κοινό ότι μια ανάσα, μια μικρή ανάπαυλα αφιερωμένη στις απλές χαρές, δεν είναι μόνο θεμιτή αλλά και αναγκαία.

Μετά από 25 χρόνια επιτυχημένης πορείας, ο Κραιγκ Μόργκαν παραμένει ένας από τους πιο εργατικούς καλλιτέχνες της κάντρι μουσικής βιομηχανίας. Οι ιστορίες που αφηγείται μέσα από τη μουσική του επικεντρώνονται πάντα στις καθημερινές στιγμές και στο πώς αυτές ομορφαίνουν τη ζωή μας.

 Καταρρίπτοντας ρεκόρ

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό Billboard το 2013, ο Μόργκαν χαρακτήρισε το «That’s What I Love About Sunday» ως «ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια της καριέρας του». Το ξεκίνημα έγινε το 2000 στην Atlantic Records, όμως λίγο καιρό αργότερα η εταιρεία διέκοψε τις εργασίες της στο Νάσβιλ. Δύο χρόνια μετά, ο Μόργκαν υπέγραψε στην ανεξάρτητη δισκογραφική Broken Bow Records, όπου γνώρισε επιτυχία με πολλά τραγούδια, όπως τη συγκινητική μπαλάντα «Almost Home», μία ιστορία για έναν περαστικό που παρεμβαίνει καθώς ένας άστεγος ζει τις τελευταίες στιγμές του ενθυμούμενος την ανέμελη εποχή της παιδικής του ηλικίας.

Ένθετο από το άλμπουμ του Κραιγκ Μόργκαν «My Kind of Livin’» (2005), και τους στίχους του τραγουδιού «That’s What I Love About Sunday». (Internet Archive/Public Domain)

 

Από όλα τα κομμάτια που κυκλοφόρησε, το «That’s What I Love About Sunday» είχε τη μεγαλύτερη επιτυχία στη Broken Bow. Ήταν το πρώτο τραγούδι ανεξάρτητης εταιρείας που έφτασε στο Νο.1 μετά το 2000, ενώ ο Μόργκαν έγινε ο πρώτος καλλιτέχνης της εταιρείας που σημείωσε Νο.1 επιτυχία. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters, ήταν το τραγούδι με τις περισσότερες ραδιοφωνικές μεταδόσεις στις ΗΠΑ το 2005.

Οι μικρές στιγμές που μας δίνουν χαρά

Παρότι ο ίδιος ο Μόργκαν γράφει συχνά δικά του τραγούδια, το «That’s What I Love about Sunday» είναι δημιούργημα των στιχουργών Άνταμ Ντόρσεϋ και Μαρκ Νάρμορ, οι οποίοι εμπνεύστηκαν τη γενική ιδέα του τραγουδιού κατά τη διάρκεια ενός γεύματος σε κινέζικο εστιατόριο.

Όπως συμβαίνει συχνά στην κάντρι μουσική, οι στίχοι του τραγουδιού ζωντανεύουν έντονες εικόνες: η κυριακάτικη λειτουργία, οικογενειακά γεύματα και παιχνίδια ποδοσφαίρου μεταξύ φίλων. Μερικοί στίχοι αναφέρονται σε υπαρκτά πρόσωπα, όπως η «γλυκιά κυρία Μπέττυ» που αν και φάλτσα, σιγοτραγουδά πάντα στην εκκλησία.

Λυσιέν Σάιμον, «Συνομιλία στο λυκόφως», 19ος αιώνας. Nationalmuseum, Στοκχόλμη, Σουηδία. (Public Domain)

 

«Γλυκιά κυρία Μπέττυ, μ’ αρέσει που τραγουδάς φάλτσα απ’ το πίσω στασίδι.»

Άλλοι χαρακτήρες είναι προϊόν φαντασίας, όπως ένα ζημιάρικο παιδί της γειτονιάς που συνοδεύει την οικογένεια Μάρτιν στην εκκλησία.

«Να, οι Μάρτιν φτάνουν ξανά / με ‘κείνο το παλιόπαιδο με τις φακίδες / που ‘σπασε το παράθυρο πριν μία εβδομάδα.»

Ο Μαρκ Νάρμορ, μιλώντας στο μουσικό site Country Music Notes, εξήγησε πως κάποιες λεπτομέρειες της ιστορίας βασίζονται σε πραγματικά περιστατικά από την παιδική του ηλικία.

«Η μητέρα μου ονομάζεται Μπέττυ… ενώ το παιδί που έσπασε το παράθυρο είναι εμπνευσμένο από ένα επεισόδιο όταν ήμουν περίπου 10 χρονών. Οι καλύτεροί μας οικογενειακοί φίλοι λέγονται πράγματι Μάρτιν, αν και δεν έχουν ένα τέτοιο παιδί!»

Σε συνέντευξη του 2007 στον Κραιγκ Χέηβιγκχερστ του Billboard, ο Μόργκαν εξήγησε γιατί η θεματολογία των τραγουδιών του αφορά συνήθως την καθημερινότητα: «Οι ακροατές λένε πως δίνω μεγάλη σημασία στα μικροπράγματα της ζωής. Και πράγματι, αυτός είμαι εγώ. Αυτές οι απλές στιγμές, όπως το άρωμα του φρεσκοκομμένου γρασιδιού, είναι που με εκφράζουν. Αυτός είναι και ο πυρήνας του ‘Sunday’».

Συναισθηματική σύνδεση με το κοινό

Αν και το τραγούδι του Μόργκαν αναδεικνύει την αξία του ελεύθερου χρόνου, η δημοτικότητά του τον οδήγησε σε ένα πυκνό πρόγραμμα εμφανίσεων. Στην αυτοβιογραφία που εξέδωσε το 2022, ο καλλιτέχνης αφηγείται τις εμπειρίες του ως μουσικός, βετεράνος στρατιωτικός, αλλά και οικογενειάρχης.

Θέματα που απαντούν συχνά στη μουσική του, όπως ο πατριωτισμός και η πίστη, είναι επίσης παρόντα στο βιβλίο. Αφιερώνει μέρος της ιστορίας στη μνήμη του γιου του Τζέρι, ο οποίος έφυγε ξαφνικά από τη ζωή το 2016 σε ηλικία μόλις 19 ετών. Παρόλο που η μουσική του είναι ήπια κατά κανόνα, οι θαυμαστές του εκτιμούν εδώ και καιρό την ικανότητά του να αντιμετωπίζει σκληρά θέματα.

Παρά τους γρήγορους ρυθμούς ζωής και τη δική του εργατικότητα, η επιτυχία του Μόργκαν τονίζει τη σημασία τού να αφιερώνουμε χρόνο σε στιγμές ηρεμίας, καθημερινά ή τουλάχιστον κάθε Κυριακή – μια συμβουλή πολύτιμη σε κάθε περίοδο και σε κάθε τόπο.

 

Οι παθιασμένοι έρωτες του Εκτόρ Μπερλιόζ

Ο Εκτόρ Μπερλιόζ είχε μια αθεράπευτα συναισθηματική προσωπικότητα. Καταθλιπτικός και δοσμένος σε ανεκπλήρωτους έρωτες, ταίριαζε απόλυτα στο στερεότυπο του ρομαντικού καλλιτέχνη. Ο έρωτάς του για μία γυναίκα ενέπνευσε και τη σπουδαιότερη σύνθεσή του, τη «Φανταστική Συμφωνία».

Ο πρώτος έρωτας

Ο Μπερλιόζ ερωτεύτηκε για πρώτη φορά σε ηλικία 12 ετών μια γειτόνισσα με ροζ παπούτσια, την Εστέλ Ντιμπέφ. Δεκαοκτώ ετών εκείνη, φυσικά τον απέρριψε και παντρεύτηκε κάποιον άλλον. Ο Μπερλιόζ δεν μπορούσε να την ξεχάσει και για παρηγοριά στράφηκε στη μουσική, μαθαίνοντας φλάουτο και μελετώντας αρμονία.

Τα πρώτα έργα του ήταν εμπνευσμένα από την Εστέλ: έγραψε δύο κουιντέτα, τα οποία αργότερα έκαψε. «Σχεδόν όλες οι μελωδίες μου ήταν στην ελάσσονα», έγραψε για το μελαγχολικό του ύφος. «Ένα μαύρο πέπλο κάλυπτε τις σκέψεις μου.»

Η μούσα του Μπερλιόζ

Ο πρώτος έρωτας του Μπερλιόζ μετατράπηκε σε ένα ιδανικό στο μυαλό του. Συνέθεσε και μια όπερα, την «Estelle et Némorin», την οποία επίσης έκαψε. Στη συνέχεια, λίγα χρόνια αργότερα, η προσοχή του στράφηκε αλλού.

Το 1827, ο Μπερλιόζ παρακολούθησε μια παράσταση του «Άμλετ» στο Παρίσι. Αργότερα θα χαρακτήριζε αυτή τη στιγμή ως «το υπέρτατο δράμα της ζωής του». Ο λόγος; Η Ιρλανδή ηθοποιός που έπαιζε την Οφηλία.

ZoomInImage
Η Χάρριετ Σμίθσον ως Οφηλία. (Public Domain)

Η Χάρριετ Κόνστανς Σμίθσον, τρία χρόνια μεγαλύτερη από τον Μπερλιόζ, δεν θεωρούνταν πρώτης τάξεως ηθοποιός. Ξέχασε ακόμη και τα λόγια της κατά τη διάρκεια της σκηνής της τρέλας. Βιώνοντας ένα κενό μνήμης, διέσχισε τη σκηνή ζαλισμένη, ξέσπασε σε δάκρυα αφού ξεκίνησε ένα τραγούδι και έπειτα αποχώρησε.

Ο Μπερλιόζ δεν είχε την παραμικρή ιδέα ότι κάτι γινόταν λάθος – δεν ήξερε καθόλου αγγλικά και δεν καταλάβαινε σχεδόν τίποτα από το έργο. Είχε συγκλονιστεί όμως από τη συναισθηματική δύναμη της ερμηνείας της Σμίθσον και από την τρεμάμενη φωνή της.

Παθιασμένος, περιπλανήθηκε στην παρισινή ύπαιθρο μέχρι που έπεσε τόσο εξαντλημένος ώστε αποκοιμήθηκε εκεί που έπεσε. Έστελνε λουλούδια στη Σμίθσον και έγραφε γράμματα στα οποία εκείνη δεν απαντούσε ποτέ. Νοίκιασε μάλιστα ένα διαμέρισμα απέναντι από τη Χάρριετ για να είναι κοντά της.

Η «Φανταστική Συμφωνία»

Αυτή η εμμονή οδήγησε τον Μπερλιόζ να συνθέσει το magnum opus του, τη «Φανταστική Συμφωνία». Ήταν, ουσιαστικά, μια περίτεχνη προσπάθεια να προσεγγίσει τη Σμίθσον. Συνέχισε να της στέλνει επιστολές, αλλά εκείνη δεν ανταποκρίθηκε ποτέ στις προτάσεις του και δεν παρευρέθηκε στην πρεμιέρα της συμφωνίας το 1830.

Δύο χρόνια αργότερα, ο Μπερλιόζ οργάνωσε μια δεύτερη πρεμιέρα στο Παρίσι. Έτυχε, δύο μέρες πριν, να συναντήσει στο κατάστημα του εκδότη του έναν Άγγλο που ήταν στενός φίλος της Σμίθσον. Μέσω αυτής της σχέσης, ο Μπερλιόζ κανόνισε να έρθει η Χάριετ στη συναυλία.

Στις 9 Δεκεμβρίου 1832, η Σμίθσον πήρε τη θέση της σε ένα θεωρείο δίπλα στην ορχήστρα. Προσπάθησε να αγνοήσει το κοινό που, για κάποιο λόγο, την κοιτούσε συνεχώς και ψιθύριζε. Διάβασε τον τίτλο του προγράμματος: «Φανταστική Συμφωνία: Ένα επεισόδιο στη ζωή ενός καλλιτέχνη» και ήταν προφανώς το μόνο άτομο εκεί που δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ήταν η ηρωίδα αυτού του ‘επεισοδίου’. Τότε, ο Μπερλιόζ εμφανίστηκε στο κοίλο της ορχήστρας, λίγα μόλις μέτρα μακριά της. Αν και είχε ξεχάσει το όνομά του, αναγνώρισε το πρόσωπό του.

«Αυτός είναι σίγουρα», αυτός που της έστελνε όλα εκείνα τα γράμματα, σκέφτηκε η Χάρριετ. «Ο καημένος ο νεαρός, σίγουρα θα με έχει ξεχάσει. Το ελπίζω.»

ZoomInImage
Σελίδα από τη χειρόγραφη παρτιτούρα της «Φανταστικής Συμφωνίας». (Public Domain)

Η «Φανταστική Συμφωνία» είναι κεντρική για την ανάπτυξη της «μουσικής προγράμματος» – της οργανικής μουσικής που αφηγείται μια ιστορία. Παρόλο που στο ίδιο το έργο δεν ακούγονται λόγια, ο Μπερλιόζ έγραψε σημειώσεις που έδινε στο κοινό.

Η Χάρριετ πιθανότατα θα διάβαζε το κείμενο που συνοδεύει το πρώτο μέρος: «Ο συγγραφέας φαντάζεται ότι ένας νεαρός μουσικός […] βλέπει για πρώτη φορά μια γυναίκα που ενώνει όλες τις χάρες του ιδανικού προσώπου που ονειρευόταν η φαντασία του και την ερωτεύεται απεγνωσμένα».

Η «idée fixe» – η εμμονή

Τα επόμενα μέρη της «Συμφωνίας» περιγράφουν λεπτομερώς τις μελαγχολικές ονειροπολήσεις και τα οράματα του καλλιτέχνη, που προκύπτουν από τη δηλητηρίαση με όπιο. Καθ’ όλη τη διάρκεια, η «αγαπημένη εικόνα» επανέρχεται στο μυαλό του καλλιτέχνη ως μουσική ιδέα, ως «idée fixe».

Ουσιαστικά ένα καθοδηγητικό μοτίβο, στο πρώτο μέρος, η «idée fixe» αρχίζει ως μια σαρωτική μελωδία. Στο δεύτερο μέρος, μετατρέπεται σε βαλς με ρυθμούς που υποδηλώνουν την εσωτερική πάλη του καλλιτέχνη. Στο τρίτο μέρος, η εμμονή επιστρέφει σε αργό ρυθμό παιγμένο από σόλο φλάουτο και βιολιά, εκφράζοντας ένα μείγμα ελπίδας και θλίψης. Στο τέταρτο μέρος, ο καλλιτέχνης, ονειρευόμενος ότι έχει σκοτώσει την αγαπημένη του, οδηγείται στο ικρίωμα. Η «idée fixe» εμφανίζεται για λίγο, παιγμένη από σόλο κλαρινέτο, αντιπροσωπεύοντας τις τελευταίες του σκέψεις. Στο πέμπτο και τελευταίο μέρος, για την κηδεία του συγκεντρώνεται μια ομάδα μαγισσών. Η εμμονή επιστρέφει για μια τελευταία φορά, και πάλι παιγμένη από το κλαρινέτο, αλλά τροποποιημένη ως μια χυδαία χορευτική μελωδία.

Η Χάρριετ πρέπει να αισθανόταν όλο και πιο άβολα καθώς προχωρούσε η εκτέλεση και καθώς σταδιακά συνέδεε τα διάφορα κομμάτια. Ο Μπερλιόζ δεν αρκούνταν στο να υπαινίσσεται απλώς το πάθος του μέσω της μουσικής και των συνοδευτικών σημειώσεων. Μετά το διάλειμμα, εκτελέστηκε ένα άλλο έργο, το «Lélio», που γράφτηκε ως συνέχεια της «Συμφωνίας».

Σε αντίθεση με το προηγούμενο έργο, αυτό είχε λόγια. Ένας ηθοποιός απήγγειλε: «Αχ, μακάρι να μπορούσα να τη βρω, αυτή την Ιουλιέττα, αυτή την Οφηλία που η καρδιά μου πάντα αναζητά!» Ακολουθούσε μια περίτεχνη περιγραφή, η οποία εμβάθυνε στην επιθυμία του Μπερλιόζ να «κοιμηθεί τον τελευταίο του ύπνο στην αγαπημένη της αγκαλιά».

Ο έρωτας της ύστερης ζωής

Την επομένη της παράστασης, ο Μπερλιόζ έλαβε την άδεια να επισκεφθεί τη Χάρριετ. Παντρεύτηκαν τον επόμενο χρόνο. Όπως συμβαίνει συχνά με τα υψηλά ιδεώδη, η πραγματικότητα τού να είναι με τη Σμίθσον, δεν ανταποκρινόταν στο όνειρο.

Τα προβλήματα άρχισαν πριν από το γάμο. Όταν η Σμίθσον εξέφρασε αμφιβολίες για το γάμο της με τον Μπερλιόζ, εκείνος ήπιε δηλητήριο, αλλά «οι διαμαρτυρίες της για αγάπη και θλίψη επανέφεραν την επιθυμία του για ζωή», όπως έγραψε σε έναν φίλο του. «Πήρα ένα εμετικό, ήμουν άρρωστος τρεις μέρες και είμαι ακόμα ζωντανός!»

Η Χάριετ εγκατέλειψε τον Μπερλιόζ μετά από 10 χρόνια, ύστερα από μια σχέση που είχε με την τραγουδίστρια της όπερας Μαρί Ρέτσιο. Όταν η Σμίθσον πέθανε, ο Μπερλιόζ παντρεύτηκε τη Ρέτσιο, το 1854. Μετά τον θάνατο της Ρέτσιο το 1862, ο Μπερλιόζ προσπάθησε να εντοπίσει την πρώτη του αγάπη, την Εστέλ Ντιμπέφ. Έμαθε ότι ζούσε ακόμη, τώρα χήρα με το επώνυμο Φορνιέ.

ZoomInImage
Πορτρέτο της Μαρί Ρέτσιο, από φωτογραφία που τραβήχτηκε στο Παρίσι. (Public Domain)

Όταν εμφανίστηκε μια μέρα στην πόρτα της Εστέλ, τον υποδέχτηκε «μια γεροδεμένη γριά κυρία ντυμένη στα μαύρα, με ένα λευκό καπέλο δεμένο κάτω από το πηγούνι της». Παρόλο που ο χρόνος δεν είχε σταθεί καλός μαζί της, ο παθιασμένος ιδεαλισμός του Μπερλιόζ παρέμεινε αμείωτος και είδε «την εκθαμβωτική ομορφιά» της προηγούμενης νιότης της.

Η Εστέλ δεν τον αναγνώρισε. Αφού ξαναγνωρίστηκαν, ωστόσο, είπε ότι είχε διαβάσει τη βιογραφία του. Ο Μπερλιόζ απέρριψε τον συγκεκριμένο τόμο και υποσχέθηκε να της στείλει την αυτοβιογραφία που έγραφε. Όταν ήρθε η ώρα να χωρίσουν, την κοίταξε με «πεινασμένα μάτια» και της φίλησε το χέρι. Εκείνη απέρριψε τις ρομαντικές του προτάσεις, αλλά συμφώνησε να την επισκεφθεί ξανά.

Καθώς ο Μπερλιόζ πέθανε έχοντας κάνει περιουσία, στη διαθήκη του άφησε στη φτωχή Εστέλ, την πρώτη και τελευταία του αγάπη, μια πρόσοδο 1.600 φράγκων. Έζησε τα τελευταία της χρόνια με άνεση.

Έτσι, παρόλο που η ζωή του συνθέτη ήταν συναισθηματικά ταραχώδης, έκλεισε με μια υψηλή νότα.

Του Andrew Benson Brown