Δευτέρα, 13 Ιούλ, 2026

Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα ανοίγει τη συζήτηση για την επόμενη ημέρα της Συμμαχίας

Οι ηγέτες των 32 κρατών-μελών του ΝΑΤΟ συναντώνται στις 7 και 8 Ιουλίου στην Άγκυρα, με βασικό αντικείμενο την πρόοδο στην εφαρμογή των δεσμεύσεων για αύξηση των αμυντικών δαπανών και τον επιμερισμό των βαρών μεταξύ των συμμάχων. Η Σύνοδος φιλοξενείται από τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση Τραμπ συνεχίζει να πιέζει, κυρίως τους Ευρωπαίους συμμάχους, να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος των ευθυνών για την ασφάλεια της Συμμαχίας.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αναμένεται να αφιχθεί στην Άγκυρα το απόγευμα της 7ης Ιουλίου, όπου ο Ερντογάν θα τον υποδεχθεί με επίσημη τελετή και επιθεώρηση τιμητικού αγήματος. Στη συνέχεια, οι δύο ηγέτες θα πραγματοποιήσουν διμερή συνάντηση, πριν από το δείπνο των ηγετών του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με την εκπρόσωπο του Λευκού Οίκου Άννα Κέλλυ.

Στις 8 Ιουλίου, ο Τραμπ θα παραστεί στην επίσημη τελετή υποδοχής, στην καθιερωμένη ομαδική φωτογράφηση και στη συνεδρίαση εργασίας των ηγετών της Συμμαχίας. Στο περιθώριο της Συνόδου έχουν επίσης προγραμματιστεί διμερείς συναντήσεις με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι και τον πρόεδρο της Συρίας Αχμέντ Αλ Σαρά. Πριν αναχωρήσει από την Άγκυρα, ο Αμερικανός πρόεδρος θα παραχωρήσει συνέντευξη Τύπου.

Αμυντικές δαπάνες και η συμφωνία της Χάγης

Στην περσινή Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη, οι σύμμαχοι συμφώνησαν να αυξήσουν τον στόχο των αμυντικών δαπανών στο 5% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), ακολουθώντας την πρόταση του Ντόναλντ Τραμπ. Η συμφωνία προβλέπει ότι έως το 2035 τα κράτη-μέλη θα διαθέτουν τουλάχιστον το 3,5% του ΑΕΠ τους ετησίως για βασικές αμυντικές ανάγκες, ενώ επιπλέον 1,5% θα κατευθύνεται σε κρίσιμες υποδομές, κυβερνοασφάλεια, πολιτική ετοιμότητα, καινοτομία και ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανικής βάσης. Παράλληλα, δεσμεύθηκαν να υποβάλλουν ετήσια σχέδια που θα αποδεικνύουν την πορεία τους προς την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί.

Η Σύνοδος της Άγκυρας θα αξιολογήσει την πρόοδο ως προς τη Δέσμευση Αμυντικών Δαπανών της Χάγης, όπως ανέφερε ο πρέσβης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ Ματ Γουίτακερ. Παρότι οι συνολικές αμυντικές δαπάνες έχουν αυξηθεί, η πρόοδος εξακολουθεί να είναι άνιση μεταξύ των συμμάχων. Τα στοιχεία για το 2025 δείχνουν ότι η δυναμική ενισχύεται. Μετά τη Σύνοδο της Χάγης, οι σύμμαχοι δεσμεύθηκαν για σχεδόν 139 δισ. δολάρια σε αμυντικές δαπάνες, εκ των οποίων περίπου τα μισά αφορούν αμερικανικής κατασκευής εξοπλισμό, οπλικά συστήματα και πυρομαχικά.

Τον Ιούνιο του 2026, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούττε ανακοίνωσε ότι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και ο Καναδάς αύξησαν τις βασικές αμυντικές τους δαπάνες κατά περισσότερα από 90 δισ. δολάρια μόνο μέσα στο 2025. Όπως επεσήμανε κατά τη σύνοδο των υπουργών Άμυνας στις Βρυξέλλες, το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε αύξηση σχεδόν 20% μέσα σε έναν χρόνο, ενώ έχουν ήδη προγραμματιστεί περαιτέρω αυξήσεις για το 2026. Η Γερμανία, η Πολωνία, οι χώρες της Βαλτικής και οι σκανδιναβικές χώρες έχουν αυξήσει σημαντικά τους αμυντικούς τους προϋπολογισμούς, ενώ η Ισπανία, ο Καναδάς και το Ηνωμένο Βασίλειο συγκαταλέγονται στις χώρες που εξακολουθούν να υστερούν.

Ο Γουίτακερ υπογράμμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν υπερήφανο μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά ως η μοναδική υπερδύναμη έχουν ευθύνες και σε άλλες περιοχές του κόσμου. Παράλληλα, μετέφερε την προσδοκία του προέδρου Τραμπ ότι όλοι οι σύμμαχοι θα αναλάβουν άμεσα τις ευθύνες που τους αναλογούν, χαρακτηρίζοντας τη Σύνοδο της Άγκυρας ως την κατάλληλη στιγμή για να γίνει αυτό. Πέρυσι, ο Τραμπ είχε χαρακτηρίσει τη συμφωνία «ιστορικό ορόσημο», υποστηρίζοντας ότι σχεδόν κανείς δεν πίστευε πως θα μπορούσε να επιτευχθεί.

Αμερικανική παρουσία στην Ευρώπη

Ένα ακόμη βασικό θέμα της Συνόδου είναι το μέλλον της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα διαμηνύσει ότι η Ουάσιγκτον αναμένει από την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την άμυνα της ηπείρου. Την ίδια στιγμή, το Πεντάγωνο πραγματοποιεί συνολική επανεξέταση της διάταξης των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ευρώπη.

Ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος ανέφερε ότι τόσο η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας όσο και η Στρατηγική Εθνικής Άμυνας των ΗΠΑ δίνουν προτεραιότητα στη μεταφορά μεγαλύτερου μέρους των αμυντικών βαρών στους Ευρωπαίους συμμάχους. Η επανεξέταση αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση των αμερικανικών στρατευμάτων και στρατιωτικών μέσων που σταθμεύουν στην Ευρώπη, χωρίς ωστόσο να έχει ληφθεί ακόμη οριστική απόφαση.

Γροιλανδία 

Η Γροιλανδία, αυτόνομο έδαφος της Δανίας, αναμένεται επίσης να βρεθεί στην ατζέντα της Συνόδου. Το ενδιαφέρον του Τραμπ για την απόκτηση του νησιού επανήλθε στο προσκήνιο την περασμένη εβδομάδα, όταν ο ειδικός απεσταλμένος του προέδρου για τη Γροιλανδία και κυβερνήτης της Λουιζιάνα, Τζεφ Λάντρυ, αποκάλυψε σε συνέντευξή του στο Breitbart ότι ο Τραμπ τού είπε πρόσφατα πως οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αποκτήσουν τη Γροιλανδία, προσθέτοντας ότι ο πρόεδρος δεν έχει εγκαταλείψει αυτή την επιδίωξη.

Οι δηλώσεις έγιναν παρά τη συμφωνία που επιτεύχθηκε νωρίτερα φέτος μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, της Δανίας και της Γροιλανδίας για τη διεξαγωγή διπλωματικών διαπραγματεύσεων υψηλού επιπέδου με στόχο την αποκλιμάκωση της έντασης γύρω από το ζήτημα. Αν και η Δανία είναι σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, η κυβέρνηση Τραμπ έχει εκφράσει ανησυχίες σχετικά με την άμυνα του νησιού.

Ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος ανέφερε ότι υπάρχει ευρεία συμφωνία μεταξύ των συμμάχων του ΝΑΤΟ πως οι ανησυχίες για την ασφάλεια της Γροιλανδίας έχουν ενταθεί σημαντικά λόγω της αυξημένης ναυτικής δραστηριότητας στην Αρκτική. Σημείωσε ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να θεωρεί πως η καλύτερη μακροπρόθεσμη λύση είναι η απόκτηση της Γροιλανδίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η κυβέρνηση εξετάζει παράλληλα και άλλους πιθανούς μηχανισμούς.

Στόχος του προέδρου Τραμπ είναι να δοθεί μια μόνιμη λύση στο ζήτημα και όχι να παραμείνει άλυτο για τους επόμενους προέδρους.

Ο Τραμπ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο επιχείρησης στην Κούβα

Στις 19 Ιουνίου, σε συνέντευξή του στο Axios, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αναφέρθηκε εκ νέου στο ενδεχόμενο αμερικανικής επιχείρησης στην Κούβα, μιλώντας για ευελιξία σχετικά με τον χρόνο πιθανής εκτέλεσής της. Ερωτηθείς αν μια τέτοια επιχείρηση θα μπορούσε να θυμίζει την επιδρομή με ελικόπτερα της 3ης Ιανουαρίου στη Βενεζουέλα, δεν απέκλεισε μια τέτοια προοπτική. Στο παρελθόν, έχει επίσης αναφερθεί στην πιθανότητα μιας «φιλικής ανάληψης ελέγχου» της Κούβας, η οποία βρίσκεται περίπου 145 χιλιόμετρα νότια της Φλόριντα.

Στην εν λόγω αποστολή, γνωστή ως επιχείρηση «Absolute Resolve», ειδικές δυνάμεις εισέβαλαν σε οχυρωμένο συγκρότημα και συνέλαβαν τον Μαδούρο και τη σύζυγό του, τους οποίους και μετέφεραν στις ΗΠΑ για να δικαστούν. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται έκτοτε σε στενή συνεργασία με τη μεταβατική κυβέρνηση της Βενεζουέλας.

Ο Τραμπ δήλωσε ακόμη ότι ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο συμμετέχει στη διαμόρφωση της πολιτικής για την Κούβα, χαρακτηρίζοντάς τον ιδιαίτερα αποτελεσματικό και υπογραμμίζοντας τη σημασία της κουβανικής καταγωγής της οικογένειάς του, καθώς οι γονείς του γεννήθηκαν στο νησί.

Αντιπαραβάλλοντας την επιχείρηση στη Βενεζουέλα με τη στρατιωτική εκστρατεία εναντίον του Ιράν, ο Τραμπ επεσήμανε ότι η επιχείρηση στο Ιράν ήταν πολύ μεγαλύτερη από πολλές απόψεις.

Υπογράμμισε τη σημασία της απόστασης, καθώς και την ανάγκη για περισσότερα οπλικά συστήματα στη Μέση Ανατολή, ενώ αναφέρθηκε και στην ύπαρξη πετρελαίου στο Ιράν (όπως και στη Βενεζουέλα). Η Κούβα, από την άλλη, διαθέτει ελκυστικά ακίνητα και εκτεταμένες παράκτιες περιοχές, παρατήρησε.

Η πίεση στην Κούβα αυξήθηκε με την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025, αφού η κυβέρνησή του επανέφερε την πολιτική της «μέγιστης πίεσης», οδηγώντας σε κατάρρευση των επίσημων σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Μετά από τη στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα, η Ουάσιγκτον περιόρισε τις αποστολές πετρελαίου προς την Κούβα, τερματίζοντας τις φθηνές προμήθειες από τη Βενεζουέλα και στερώντας από την Αβάνα το βασικό οικονομικό της στήριγμα. Ως αποτέλεσμα, η χώρα έχει βυθιστεί σε σοβαρή οικονομική και ενεργειακή κρίση.

Τους τελευταίους μήνες, η κυβέρνηση Τραμπ έχει εντείνει την πίεση, επεκτείνοντας τις κυρώσεις σε κρατικές επιχειρήσεις, κυβερνητικούς οργανισμούς και ανώτερους αξιωματούχους. Στις 20 Μαΐου σημειώθηκε μία από τις σημαντικότερες κλιμακώσεις μετά από τον Ψυχρό Πόλεμο, όταν απαγγέλθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες κατηγορίες για ανθρωποκτονία σε βάρος του πρώην προέδρου της Κούβας Ραούλ Κάστρο.

Την ίδια περίοδο, οι συνθήκες στην Κούβα συνέχισαν να επιδεινώνονται, με καθημερινές διακοπές ρεύματος και σοβαρές ελλείψεις σε τρόφιμα, καθαρό νερό και βασικά φάρμακα, ενώ η δυσαρέσκεια των πολιτών τροφοδοτεί διαμαρτυρίες σε ολόκληρο το νησί.

Η συμφωνία με το Ιράν και ο πόλεμος στην Ουκρανία κυριάρχησαν την πρώτη ημέρα της G7

Η 16η Ιουνίου, πρώτη ημέρα της συνόδου της G7, που λαμβάνει χώρα στη Γαλλία αυτές τις ημέρες, επικεντρώθηκε στο Ιράν και την Ουκρανία. Πραγματοποιήθηκε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης στην οποία συμμετείχε και ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι, καθώς και διμερείς συναντήσεις μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και των ηγετών του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, κατά τις οποίες συζητήθηκαν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η συμφωνία με το Ιράν. Το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε με πολιτιστική εκδήλωση και επίσημο δείπνο.

Ακολουθούν τα βασικά συμπεράσματα από την πρώτη ημέρα της συνόδου.

Η συμφωνία με το Ιράν

Ο Τραμπ υπερασπίστηκε τη συμφωνία με το Ιράν, απορρίπτοντας τις αμφιβολίες ότι το μνημόνιο κατανόησης είχε επιτύχει ελάχιστα.

Σε κοινή εμφάνιση με τον εμίρη του Κατάρ, σεΐχη Ταμίμ μπιν Χαμάντ Αλ Θάνι, στο περιθώριο της συνόδου της G7, ο Τραμπ δήλωσε ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα, κάτι που αναφέρεται ξεκάθαρα στη συμφωνία, σημειώνοντας ότι εάν το πράξει παρόλα αυτά, θα υποστεί αδιανόητες συνέπειες. Αν και δεν διευκρίνισε ποια θα ήταν η αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών σε περίπτωση παραβίασης της συμφωνίας από το Ιράν, τη χαρακτήρισε ως την πλέον ακραία δυνατή.

Η παρουσίαση των όρων της συμφωνίας από Αμερικανούς αξιωματούχους στις 15 Ιουνίου προκάλεσε αντιδράσεις, με επικριτές να εκφράζουν ανησυχίες στην τηλεόραση και στο διαδίκτυο, υποστηρίζοντας ότι το μνημόνιο κατανόησης εξασφάλιζε απλώς το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ για εξήντα ημέρες και τίποτε περισσότερο. Στο Κογκρέσο, τόσο πολιτικοί αντίπαλοι του προέδρου όσο και ορισμένοι σύμμαχοί του αντιμετώπισαν τη συμφωνία με σκεπτικισμό.

Ο γερουσιαστής Λίντσεϋ Γκράχαμ (R-S.C.) ανήρτησε στην πλατφόρμα X στις 14 Ιουνίου ότι τον ανησυχεί το γεγονός πως η αντίληψη του Ιράν για τη συμφωνία φαίνεται να διαφέρει από όσα υποστηρίζει η αμερικανική διαπραγματευτική ομάδα. Επεσήμανε δε ότι η αμερικανική νομοθεσία απαιτεί κάθε πυρηνική συμφωνία με το Ιράν να αποστέλλεται στο Κογκρέσο για εξέταση και ψηφοφορία.

Ερωτηθείς εάν η Τεχεράνη θα μπορούσε να ξεκινήσει άμεσα εξαγωγές πετρελαίου βάσει του μνημονίου, ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι πρόκειται για συμφωνία που βασίζεται στην τήρηση συγκεκριμένων δεσμεύσεων και ότι το Ιράν μπορεί να επωφεληθεί από αυτήν μόνο εφόσον συμμορφωθεί πλήρως με όσα έχει συμφωνήσει. Η Τεχεράνη θα πρέπει να αποδείξει ότι εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις της, μεταξύ άλλων ότι δεν αναπτύσσει πυρηνικά όπλα, ότι θέτει εκτός χρήσης το υπάρχον εμπλουτισμένο πυρηνικό υλικό και ότι επιτρέπει την ελεύθερη διέλευση πλοίων μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Στο επίκεντρο της συνόδου ο Τραμπ

Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν κατά τη διάρκεια του πολέμου προκάλεσε αναταραχή στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επλήγη ιδιαίτερα, καθώς η σύγκρουση ενίσχυσε τους φόβους για στασιμοπληθωρισμό, δηλαδή συνδυασμό υψηλού πληθωρισμού και χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης σε πολλές χώρες της Ένωσης.

Πριν από τη συνάντησή του με τον Τραμπ, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν εξέφρασε αισιοδοξία για το άνοιγμα της θαλάσσιας οδού σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό δίκτυο TF1 στις 15 Ιουνίου, αποφεύγοντας να αναφερθεί στις λεπτομέρειες της συμφωνίας, της οποίας ορισμένα παραρτήματα θα οριστικοποιηθούν στις 19 Ιουνίου. Υπογράμμισε δε ότι η διεθνής κοινότητα πρέπει να διασφαλίσει πως η εφαρμογή της θα αποτελέσει μόνιμη πραγματικότητα, εκφράζοντας παράλληλα την ελπίδα να μην επιβληθούν τέλη διέλευσης στα Στενά του Ορμούζ και να μην αυξηθούν ξανά οι τιμές του πετρελαίου.

Οι τιμές του πετρελαίου Brent και WTI συνέχισαν να υποχωρούν στις 16 Ιουνίου, αγγίζοντας τα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων τριών μηνών.

Παραμένει ασαφές πόσες λεπτομέρειες της συμφωνίας μοιράστηκε ο Τραμπ με τους υπόλοιπους ηγέτες της G7 κατά τις συναντήσεις της δεύτερης ημέρας της συνόδου. Ερωτηθείς σχετικά με το περιεχόμενο του μνημονίου κατανόησης, δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι προτιμά να ανακοινώσει τη συμφωνία σύντομα σε επίσημο πλαίσιο. Πρόσθεσε ότι πιθανότατα θα παραχωρήσει συνέντευξη Τύπου και θα διαβάσει τη συμφωνία λέξη προς λέξη, ώστε τα μέσα ενημέρωσης να την καλύψουν με ακρίβεια.

Συνάντηση με τον Ζελένσκι

Ο Τραμπ δήλωσε ότι πλέον θέλει να επικεντρωθεί στην Ουκρανία, εκτιμώντας ότι το Ιράν σύντομα θα περάσει σε δεύτερο πλάνο.

Μετά τη συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι και άλλους ηγέτες της G7, την οποία χαρακτήρισε πολύ καλή, ανέφερε ότι η Ρωσία θα πρέπει να καταλήξει σε συμφωνία, καθώς και τα δύο εμπόλεμα μέρη έχουν υποστεί τεράστιες ανθρώπινες απώλειες. Νωρίτερα είχε κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Ουκρανό πρόεδρο, ενώ για τον τερματισμό του πολέμου δήλωσε ότι θα κάνει ό,τι μπορεί.

Ερωτηθείς εάν σκοπεύει να αυξήσει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, απάντησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να τις επαναφέρουν τώρα που τα Στενά του Ορμούζ έχουν ανοίξει ξανά.

Σε διμερή συνάντηση με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, σεΐχη Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ Αλ Ναχιάν, στο περιθώριο της συνόδου της G7, δήλωσε ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί σύντομα, καθώς το πετρέλαιο ρέει και πάλι κανονικά. Σημείωσε ότι οι κυρώσεις είχαν αρθεί επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιθυμούσαν να επιβαρύνουν τη δική τους οικονομία και ότι πλέον βρίσκονται σε θέση να προχωρήσουν εκ νέου σε σχετικές ενέργειες.

Η Ουάσιγκτον είχε περιορίσει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας τον Μάρτιο, επιτρέποντας την αγορά ρωσικού πετρελαίου που μεταφέρεται διά θαλάσσης, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έλλειψη ενεργειακού εφοδιασμού που προκλήθηκε από τον πόλεμο με το Ιράν. Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ παρέτεινε την εξαίρεση, με καταληκτική ημερομηνία την 17η Ιουνίου.

Με τη συμβολή του Tom Ozimek

Νέες εμπορικές συμφωνίες και ευαίσθητα θέματα στην ατζέντα του Τραμπ για το Πεκίνο

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αναμένεται να επιστρέψει από το ταξίδι του στο Πεκίνο με νέες, ωφέλιμες για τις τις Ηνωμένες Πολιτείες, συμφωνίες, δήλωσαν αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου στις 10 Μαΐου.

Η προγραμματισμένη σύνοδος κορυφής στο Πεκίνο, από τις 14 έως τις 15 Μαΐου, μεταξύ του Τραμπ και του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ, θεωρείται σημαντική δοκιμασία για τις σχέσεις των δύο χωρών. Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, ο Τραμπ αναμένεται να θέσει επί τάπητος αρκετά ευαίσθητα ζητήματα, μεταξύ των οποίων οι εξαγωγές σπάνιων γαιών, το εμπόριο και οι δεσμεύσεις αγορών, η Ταϊβάν, το Ιράν, η Ρωσία, η τεχνητή νοημοσύνη και οι κυβερνοαπειλές.

Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άννα Κέλλυ δήλωσε σε δημοσιογράφους, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής ενημέρωσης στις 10 Μαΐου, ότι πρόκειται για επίσκεψη με τεράστια συμβολική σημασία, παρατηρώντας ωστόσο ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ταξιδεύει ποτέ μόνο για συμβολικούς λόγους. Σύμφωνα με την Κέλλυ, οι Αμερικανοί πολίτες μπορούν να αναμένουν ότι ο πρόεδρος θα εξασφαλίσει περισσότερες επωφελείς συμφωνίες για λογαριασμό της χώρας.

Ο Τραμπ αναμένεται να υπογράψει νέες συμφωνίες με την Κίνα σε διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένων της αεροδιαστημικής, της γεωργίας και της ενέργειας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν δεσμεύσεις αγορών αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, δήλωσε ανώτερος αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης κατά την ίδια ενημέρωση. Ο αξιωματούχος ανέφερε ότι η Boeing θα συμμετάσχει στην επιχειρηματική αντιπροσωπεία που θα συνοδεύσει τον Τραμπ, ενώ η εταιρεία βρίσκεται σε συνομιλίες με το Πεκίνο για την πώληση έως και 500 αεροσκαφών.

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, οι δύο πλευρές θα συζητήσουν επίσης τη δημιουργία συμβουλίου εμπορίου και συμβουλίου επενδύσεων, τα οποία θα επιτρέπουν στις δύο χώρες να διαχειρίζονται τις διμερείς εμπορικές και επενδυτικές ροές, δήλωσε η Κέλλυ.

Πρόγραμμα επίσκεψης στο Πεκίνο

Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε το πρόγραμμα του Τραμπ για τη διήμερη επίσκεψη. Ο Αμερικανός πρόεδρος θα φτάσει στο Πεκίνο το βράδυ της 13ης Μαΐου. Στις 14 Μαΐου, θα παραστεί σε τελετή υποδοχής και θα πραγματοποιήσει διμερή συνάντηση με τον Σι το πρωί. Το απόγευμα, οι δύο ηγέτες θα επισκεφθούν τον Ναό του Ουρανού και το βράδυ θα παρακαθήσουν σε επίσημο κρατικό δείπνο.

Το πρωί της 15ης Μαΐου, ο Τραμπ θα συναντηθεί εκ νέου με τον Κινέζο ηγέτη για τσάι και γεύμα εργασίας, προτού αναχωρήσει από την Κίνα. Η Κέλλυ δήλωσε ότι, κατά τη διάρκεια αυτής της επίσκεψης, ο πρόεδρος Τραμπ θα συνεχίσει την πολιτική του τελευταίου έτους, δηλαδή την εξισορρόπηση της σχέσης με την Κίνα, με προτεραιότητα στην αμοιβαιότητα και τη δικαιοσύνη, και απώτερο στόχο την αποκατάσταση της οικονομικής ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών.

Προσέθεσε ότι ο πρόεδρος σχεδιάζει να υποδεχθεί τον Σι και τη σύζυγό του σε ανταποδοτική επίσκεψη στην Ουάσιγκτον εντός του έτους.

Εξαγωγές σπάνιων γαιών

Οι σπάνιες γαίες αποτελούν ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα μεταξύ των δύο χωρών. Το 2025, η Κίνα επέβαλε αυστηρούς ελέγχους στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και μαγνητών, προκαλώντας αναταραχή στις αλυσίδες εφοδιασμού της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, των ηλεκτρικών οχημάτων και της αμυντικής βιομηχανίας.

Στα τέλη Οκτωβρίου 2025, ο Τραμπ και ο Σι συναντήθηκαν στο Μπουσάν της Νότιας Κορέας, στο περιθώριο της συνόδου της Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού. Σε εκείνη τη συνάντηση, ο Σι συμφώνησε να αναστείλει για έναν χρόνο τους ελέγχους εξαγωγών και τους κανόνες αδειοδότησης για τις σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά, διατηρώντας τις προμήθειες διαθέσιμες για την αμερικανική και την παγκόσμια αγορά. Αξιωματούχος της κυβέρνησης Τραμπ δήλωσε κατά την ενημέρωση ότι η συμφωνία εξακολουθεί να ισχύει, αλλά δεν είναι γνωστό αν θα παραταθεί.

Όπως ανέφερε, οι συνομιλίες με την κινεζική πλευρά συνεχίζονται και οποιαδήποτε παράταση θα ανακοινωθεί εν ευθέτω χρόνω.

Ταϊβάν

Η Ταϊβάν αποτελεί ακόμη ένα κρίσιμο ζήτημα στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας. Άλλος ανώτερος αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης δήλωσε κατά την ενημέρωση ότι υπάρχει συνεχής συζήτηση μεταξύ του προέδρου Τραμπ και του γενικού γραμματέα Σι Τζινπίνγκ σχετικά με την Ταϊβάν, προσθέτοντας ότι δεν αναμένονται αλλαγές στην πολιτική των ΗΠΑ στο μέλλον.

Ο Σι είχε εκφράσει στο παρελθόν την αντίθεσή του στις αμερικανικές πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν. Ο αξιωματούχος σημείωσε ότι η αμερικανική θέση σχετικά με τον αμυντικό προϋπολογισμό της Ταϊβάν παραμένει ως είχε και ότι, κατά τον πρώτο χρόνο της κυβέρνησης Τραμπ, εγκρίθηκαν σημαντικά περισσότερες πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν σε σύγκριση με εκείνες που είχε εγκρίνει η προηγούμενη κυβέρνηση σε διάστημα τεσσάρων ετών.

Ωστόσο, η Ουάσιγκτον εμφανίζεται απογοητευμένη από τις πρόσφατες περικοπές στις αμυντικές δαπάνες που επέβαλε το Κοινοβούλιο της Ταϊβάν, το οποίο ελέγχεται από την αντιπολίτευση. Σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο, η θέση των ΗΠΑ για τον αμυντικό προϋπολογισμό της Ταϊβάν, ο οποίος εγκρίθηκε συμπληρωματικά την προηγούμενη εβδομάδα, ήταν ότι το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό, καθώς ορισμένα ζητήματα που, κατά την άποψη της Ουάσιγκτον, εξακολουθούν να χρήζουν χρηματοδότησης, έμειναν εκτός.

Ιράν και Ρωσία

Η Ουάσιγκτον έχει κατηγορήσει την Κίνα ότι υποστηρίζει τη Ρωσία και το Ιράν, βοηθώντας την Τεχεράνη να πραγματοποιεί στρατιωτικά πλήγματα στη Μέση Ανατολή και στηρίζοντας το Κρεμλίνο στον πόλεμό του στην Ουκρανία.

Ο ανώτερος αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης δήλωσε ότι ο πρόεδρος είχε συνομιλήσει πολλές φορές με τον γενικό γραμματέα Σι Τζινπίνγκ για το Ιράν και τη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων που παρέχει η Κίνα στα δύο αυτά καθεστώτα.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει παροτρύνει το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας να στηρίξει τις αμερικανικές προσπάθειες για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, ενός κρίσιμου για τη μεταφορά πετρελαίου πορθμού τον οποίο έχει κλείσει το Ιράν. Ωστόσο, μέχρι στιγμής το Πεκίνο δεν έχει ανταποκριθεί. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν συναντήθηκε με τον Κινέζο υπουργό Εξωτερικών Γουάνγκ Γι την προηγούμενη εβδομάδα.

Ο αξιωματούχος δήλωσε ότι αναμένεται η συνέχιση αυτής της συζήτησης, προσθέτοντας ότι τις τελευταίες ημέρες είχαν υπάρξει ορισμένες ενέργειες από αμερικανικής πλευράς, όπως κυρώσεις, για τις οποίες εκτιμά ότι θα αποτελέσουν μέρος αυτών των συνομιλιών.

Ανησυχίες για το ταξίδι

Καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος προετοιμάζεται για το ταξίδι στο Πεκίνο, ορισμένοι επικριτές της Κίνας στην Ουάσιγκτον υποστηρίζουν ότι δεν θα ήταν ασφαλές να μεταβεί εκεί.

Ο γερουσιαστής Ρικ Σκοτ (R-Fla.) δήλωσε κατά τη διάρκεια συνέντευξης στην εκπομπή «The Glenn Beck Program» στις 8 Μαΐου ότι δεν πρόκειται να προκύψει κανένα καλό. Όπως ανέφερε, η Κίνα έχει επιλέξει να είναι εχθρός των Ηνωμένων Πολιτειών, προσθέτοντας ότι θα έπρεπε να ληφθεί υπ’ όψιν πόσους Αμερικανούς έχει σκοτώσει η φαιντανύλη, ενώ κατηγόρησε επίσης το Πεκίνο ότι επιχείρησε να καταστρέψει αμερικανικές εταιρείες και ότι απειλεί συμμάχους των ΗΠΑ.

Επεσήμανε ακόμη ότι το καθεστώς προχωρά σε εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων από τους ίδιους τους πολίτες του, και χαρακτήρισε τους ηγέτες του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας ποταπούς.

Το ταξίδι του Αμερικανού προέδρου στο Πεκίνο είχε αρχικά προγραμματιστεί για τις 31 Μαρτίου-2 Απριλίου, αλλά αναβλήθηκε εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν. Αξιωματούχος της κυβέρνησης δήλωσε ότι δεν υπάρχει σχέδιο νέας αναβολής του ταξιδιού.

Όπως σημείωσε, εκείνη την περίοδο η κατάσταση στο Ιράν ήταν πιο ενεργή, για αυτό ο Τραμπ επέλεξε να μεταθέσει την ημερομηνία της επίσκεψής του στην Κίνα.

Πυροβολισμοί στο δείπνο των Ανταποκριτών του Λευκού Οίκου — Ο Τραμπ απομακρύνθηκε, ο ύποπτος συνελήφθη

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και η Πρώτη Κυρία Μελάνια Τραμπ απομακρύνθηκαν εσπευσμένα το βράδυ του Σαββάτου από το δείπνο της Ένωσης Ανταποκριτών του Λευκού Οίκου στο ξενοδοχείο Washington Hilton, όταν ένοπλος παραβίασε σημείο ελέγχου κοντά στην αίθουσα εκδηλώσεων και πυροβόλησε πράκτορα της Μυστικής Υπηρεσίας.

(Nathan Howard/Getty Images)

 

Η Μυστική Υπηρεσία επιβεβαίωσε ότι ο πρόεδρος, η Πρώτη Κυρία και όλα τα προστατευόμενα πρόσωπα είναι ασφαλή, ενώ ο δράστης έχει συλληφθεί.

(Mandel NGAN / AFP μέσω Getty Images)

 

Δημοσιογράφοι της Epoch Times που ήταν παρόντες ανέφεραν ότι άκουσαν πυροβολισμούς περίπου στις 20:40 και έγιναν μάρτυρες της άμεσης αντίδρασης των αρχών. Αμέσως μετά από περίπου πέντε πυροβολισμούς, πράκτορες της Μυστικής Υπηρεσίας έσπευσαν στη σκηνή.

(Nathan Howard/Getty Images)

 

Αργότερα το ίδιο βράδυ, ο Τραμπ ανάρτησε στο Truth Social φωτογραφίες του υπόπτου στο έδαφος με δεμένα τα χέρια πίσω από την πλάτη, καθώς και βίντεο από κάμερες ασφαλείας που δείχνουν άνδρα να εισβάλλει στην περίμετρο ασφαλείας.

«Έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε», δήλωσε ο Τραμπ σε ενημέρωση Τύπου στον Λευκό Οίκο μετά το περιστατικό. «Τον ακινητοποίησαν πριν προχωρήσει περισσότερο· εγώ βρισκόμουν πολύ μακριά».

(Truth Social)

 

Ο πρόεδρος επιβεβαίωσε επίσης ότι ένας πράκτορας της Μυστικής Υπηρεσίας τραυματίστηκε από πυροβολισμό.

«Ένας αξιωματικός πυροβολήθηκε, αλλά σώθηκε χάρη στο γεγονός ότι φορούσε ένα πολύ καλό αλεξίσφαιρο γιλέκο. Δέχθηκε πυρά από πολύ κοντινή απόσταση με ισχυρό όπλο», ανέφερε σημειώνοντας ότι ο τραυματισμένος πράκτορας είναι «σε πολύ καλή κατάσταση».

Σύμφωνα με τον Τραμπ, ακόμη ότι ο ύποπτος προέρχεται από την Καλιφόρνια και ότι οι αρχές επρόκειτο να ερευνήσουν την κατοικία του, χαρακτηρίζοντάς τον βαριά διαταραγμένο.

Ο υπηρεσιακός υπουργός Δικαιοσύνης Τοντ Μπλανς επαίνεσε τις αστυνομικές αρχές και τόνισε ότι η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη. «Η δίωξη είναι προφανής βάσει της πράξης, ωστόσο θα υπάρξουν πολλαπλές κατηγορίες που σχετίζονται με τους πυροβολισμούς, την οπλοκατοχή και κάθε άλλο στοιχείο που μπορούμε να αποδώσουμε», δήλωσε.

Ο διευθυντής του FBI Κας Πατέλ κάλεσε το κοινό να προσφέρει πληροφορίες, σημειώνοντας ότι έχει ήδη ξεκινήσει η διερεύνηση του υποβάθρου του υπόπτου. «Θα αναλύσουμε άμεσα όλα τα στοιχεία ώστε να διαφυλάξουμε την ασφάλεια της χώρας», ανέφερε.

(Nathan Howard/Getty Images)

 

Ο Τραμπ παρευρισκόταν για πρώτη φορά στο συγκεκριμένο δείπνο ως πρόεδρος και επρόκειτο να εκφωνήσει ομιλία περί τις 21:00. Όπως είπε, αρχικά νόμισε ότι ο θόρυβος που άκουσε ήταν «ένας δίσκος που έπεσε».

Αν και τα κίνητρα του δράστη παραμένουν ασαφή, ο πρόεδρος άφησε να εννοηθεί ότι ενδέχεται να ήταν ο στόχος. «Ίσως», απάντησε όταν ρωτήθηκε σχετικά. «Αυτοί που κάνουν τα περισσότερα, αυτοί που έχουν τη μεγαλύτερη επιρροή, είναι και αυτοί που στοχοποιούνται», δήλωσε.

Υπενθυμίζεται ότι έχουν προηγηθεί δύο απόπειρες δολοφονίας κατά του Τραμπ, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2024. Ωστόσο, τόνισε ότι παρά τις επιθέσεις δεν πρόκειται να σταματήσει να συμμετέχει σε δημόσιες εκδηλώσεις.

(Ulysse BELLIER / AFP/ Getty Images)

 

Σύμφωνα με τον επικεφαλής επικοινωνίας της Μυστικής Υπηρεσίας, Άντονυ Γκουλιέλμι, το περιστατικό σημειώθηκε κοντά στο κύριο σημείο ελέγχου εισόδου. Οι έρευνες γίνονται σε συνεργασία με την αστυνομία της Ουάσιγκτον.

Αρχικά ανακοινώθηκε ότι η εκδήλωση θα συνεχιστεί, ωστόσο λίγο αργότερα αποφασίστηκε η ακύρωσή της. Ο Τραμπ δήλωσε μέσω ανάρτησης ότι θα ακολουθήσει τις οδηγίες των αρχών, ενώ αργότερα επιβεβαίωσε την ακύρωση και την αποχώρηση όλων των παρευρισκομένων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα ασφαλείας. Η λεωφόρος Κοννέκτικατ, όπου βρίσκεται το ξενοδοχείο, έκλεισε τόσο για οχήματα όσο και για πεζούς.

(Andrew Harnik/Gettyimages)

 

Το δείπνο των ανταποκριτών του Λευκού Οίκου αποτελεί ετήσιο επίσημο γεγονός υψηλού κύρους, με τη συμμετοχή δημοσιογράφων, πολιτικών, επιχειρηματιών και προσωπικοτήτων της δημόσιας ζωής, με στόχο την ανάδειξη της ελευθερίας του Τύπου και του έργου των δημοσιογράφων που καλύπτουν τον Λευκό Οίκο.

Αποκλειστικό: Η κόρη του Φιντέλ Κάστρο δηλώνει ότι η αλλαγή καθεστώτος στην Κούβα είναι επιβεβλημένη

Η Αλίνα Φερνάντες Ρεβουέλτα, κόρη του πρώην ηγέτη της Κούβας Φιντέλ Κάστρο, ασκεί έντονη κριτική στο κομμουνιστικό καθεστώς που εγκαθίδρυσε ο πατέρας της το 1959, εκτιμώντας ότι η χώρα χρειάζεται εδώ και καιρό μια νέα κυβέρνηση. Η ίδια διέφυγε από την Αβάνα το 1993, σε ηλικία 37 ετών, και εγκαταστάθηκε στο Μαϊάμι, όπου ζει μια λιτή ζωή, παρόμοια με εκείνη άλλων Κουβανών εξόριστων.

Γεννημένη το 1956, η Φερνάντες μεγάλωσε στην επαναστατική Αβάνα, ως μέλος της προνομιούχου ελίτ της επανάστασης. Ωστόσο, από νεαρή ηλικία αντιλήφθηκε την πραγματικότητα του κομμουνισμού και αργότερα αναδείχθηκε σε μία από τις πιο έντονες επικρίτριες της διακυβέρνησης του πατέρα της, την οποία χαρακτήρισε καταπιεστική.

Σε αποκλειστική συνέντευξη στην εφημερίδα The Epoch Times, ανέφερε ότι η ανάγκη για αλλαγή καθεστώτος υφίσταται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Όταν πέθανε ο Φιντέλ Κάστρο, πολλοί θεωρούσαν πως το καθεστώς του θα έφτανε στο τέλος του, είπε, καθώς επρόκειτο για μια έντονα προσωποκεντρική, πατερναλιστική και ναρκισσιστική μορφή διακυβέρνησης. Ωστόσο, το καθεστώς επιβίωσε.

Η Φερνάντες είναι κόρη του Κάστρο και της κοσμικής κυρίας της Αβάνας Ναταλίας Ρεβουέλτα, οι οποίοι διατηρούσαν εξωσυζυγική σχέση στα μέσα της δεκαετίας του 1950, αν και οι δύο ήταν παντρεμένοι. Μεγάλωσε με τη μητέρα της και τον πατριό της και έμαθε ότι ο Κάστρο ήταν ο βιολογικός της πατέρας σε ηλικία 10 ετών. Όπως αποκάλυψε, εξακολουθεί να βασανίζεται από αναμνήσεις του παρελθόντος, ενώ αναφέρεται στον Κάστρο με το όνομά του, αντί να τον αποκαλεί «πατέρα».

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 πέρασε ανοιχτά στην αντιπολίτευση, κάτι που της προκάλεσε έντονο φόβο, κυρίως για την ασφάλεια της έφηβης τότε κόρης της, η οποία αναπόφευκτα επιβαρύνθηκε από την επιλογή της μητέρας της.

Επί δεκαετίες, η Κούβα εξαρτιόταν από ξένη βοήθεια, κυρίως από τη Σοβιετική Ένωση, η οποία παρείχε σημαντικές επιδοτήσεις έως την κατάρρευσή της το 1991. Η διακοπή αυτής της στήριξης οδήγησε σε μια παρατεταμένη οικονομική κρίση, γνωστή ως «Ειδική Περίοδος».

Για τη Φερνάντες, εκείνα τα χρόνια ήταν χρόνια απόλυτης δυστυχίας, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, τρόφιμα ή μέσα μαζικής μεταφοράς, ενώ τα σχολεία παρέμεναν κλειστά. Σημείωσε ότι, αν και κάποιοι θεωρούν πως η κατάσταση σήμερα είναι χειρότερη, τη δεκαετία του 1990 ήταν εξαιρετικά δύσκολη.

Η Αλίνα Φερνάντες Ρεβουέλτα με τον Φιντέλ Κάστρο, κατά τον εορτασμό του γάμου της με τον Γιόγι Χιμένεζ, το 1973. (Ευγενική παραχώρηση της Alina Fernández Revuelta)

 

Όταν της δόθηκε η ευκαιρία να διαφύγει, επέλεξε να φύγει πρώτη, αφήνοντας πίσω την κόρη της. Κατάφερε να δραπετεύσει χρησιμοποιώντας το διαβατήριο μιας Ισπανίδας τουρίστριας που δέχθηκε να τη βοηθήσει. Αρχικά ταξίδεψε στην Ισπανία και στη συνέχεια έλαβε πολιτικό άσυλο στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω της αμερικανικής πρεσβείας στη Μαδρίτη. Στις 21 Δεκεμβρίου 1993, έφτασε στην Ατλάντα.

Λίγες ημέρες αργότερα, ο πάστορας Τζέσσε Τζάκσον επισκέφθηκε την Κούβα και εξασφάλισε την έγκριση του Κάστρο για την έξοδο της εγγονής του από τη χώρα, εξέλιξη που η Φερνάντες χαρακτήρισε ως θεία παρέμβαση. Λίγο μετά, μητέρα και κόρη ήταν και πάλι μαζί, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Γιατί έφυγε από την Κούβα

Από την ηλικία περίπου των 9 ή 10 ετών, η Φερνάντες άρχισε να κατανοεί την πραγματική σημασία του κομμουνισμού και της επανάστασης. Αφετηρία της ήταν η εμπειρία της λεγόμενης «εθελοντικής εργασίας».Είχε εκφράσει στη μητέρα της την επιθυμία να μην συμμετάσχει, αλλά εκείνη της απάντησε ότι ήταν υποχρεωτικό. Το καθεστώς επέβαλλε στους Κουβανούς, ακόμη και στα παιδιά, να συμμετέχουν σε απλήρωτη εργασία για τη στήριξη της κρατικής οικονομίας, κυρίως σε αγροτικές δραστηριότητες όπως η συγκομιδή ζαχαροκάλαμου.

Διαπίστωσε τότε ότι στην Κούβα ο όρος «εθελοντικό» σήμαινε επί της ουσίας υποχρεωτικό. Αυτό αποτέλεσε ένα πρώιμο μάθημα για το πώς οι κομμουνιστές αλλοιώνουν τη γλώσσα προς όφελος του συστήματος. Συνειδητοποίησε πολύ νωρίς ότι της έλεγαν ψέματα.

 

Ο ηγέτης της Κούβας Φιντέλ Κάστρο, λίγο μετά την ανατροπή του δικτάτορα Φουλχένσιο Μπατίστα. Σιενφουέγος, Κούβα, 4 Ιανουαρίου 1959. (Prensa Latina/AFP μέσω Getty Images)

 

Όταν ήταν περίπου 10 ετών, η μητέρα της της αποκάλυψε ότι ο Κάστρο ήταν ο βιολογικός της πατέρας. Μέχρι τότε πίστευε ότι πατέρας της ήταν ο σύζυγος της μητέρας της, ο διακεκριμένος καρδιολόγος Ορλάντο Φερνάντες Φερέρ. Λόγω της νομοθεσίας της χώρας, διατήρησε το επώνυμό του αντί να υιοθετήσει εκείνο του Κάστρο. Ο πατριός της εγκατέλειψε τη χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μαζί με την αδελφή της.

Ήδη από τότε, σε σχολικά και επίσημα έγγραφα, αναγκαζόταν να καταγράφει στοιχεία που την έκαναν να αισθάνεται ότι υπήρχαν «προδότες» στην οικογένειά της. Παρέμεινε στην Κούβα με τη μητέρα της, ωστόσο η σχέση τους ήταν δύσκολη. Σύμφωνα με τη Φερνάντες, η μητέρα της υπήρξε μία από τις αρχικές μορφές της επανάστασης, συμμετέχοντας από τα πρώτα στάδια της προετοιμασίας της. Τη χαρακτήρισε ένθερμη υποστηρίκτρια και ιδιαίτερα πιστή στον Κάστρο.

Ο σεναριογράφος Χοσέ Ριβέρα και η Αλίνα Φερνάντες. (John Martinez O’Felan)

 

Η κρίση του Μαριέλ το 1980 αποτέλεσε σημείο καμπής για την ίδια. Η λεγόμενη «έξοδος του Μαριέλ» ήταν μια μαζική έξοδος από την Κούβα, που ξεκίνησε έπειτα από κρίση στην πρεσβεία του Περού στην Αβάνα, όπου περισσότεροι από 10.000 Κουβανοί ζήτησαν άσυλο λόγω της οικονομικής κατάστασης. Ως απάντηση, ο Κάστρο άνοιξε το λιμάνι του Μαριέλ, επιτρέποντας σε όσους ήθελαν να εγκαταλείψουν τη χώρα να φύγουν. Από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο του 1980, περίπου 125.000 Κουβανοί κατευθύνθηκαν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το καθεστώς χαρακτήριζε όσους έφευγαν με υποτιμητικούς όρους, όπως «σκουλήκια» και «προδότες», ενώ οργανώνονταν ομάδες για τον εκφοβισμό και την παρενόχλησή τους. Η Φερνάντες ανέφερε ότι οι πολίτες ενθαρρύνονταν να επιτίθενται σε όσους εγκατέλειπαν τη χώρα, να τους προσβάλλουν και να τους ταπεινώνουν, ακόμη και να τους σκοτώνουν σε ορισμένες περιπτώσεις επειδή επιθυμούσαν να φύγουν. Όπως υπογράμμισε, η εμπειρία αυτή αποτέλεσε για την ίδια ένα εξαιρετικά σκληρό σημείο καμπής, καθώς είδε ανθρώπους να αντιμετωπίζονται με αυτόν τον τρόπο επισήμως.

Σκάφη μεταφέρουν Κουβανούς στο Μαϊάμι από το λιμάνι του Μαριέλ. Κούβα, Μάιος του 1980. (Αρχείο AFP μέσω Getty Images)

 

Το 2014, η Φερνάντες επέστρεψε στην Αβάνα για πρώτη φορά μετά από 21 χρόνια, έχοντας λάβει άδεια από τις κουβανικές αρχές για να επισκεφθεί τη σοβαρά άρρωστη μητέρα της στο νοσοκομείο. Έκτοτε δεν έχει επιστρέψει στο νησί, αλλά, όπως πολλοί Κουβανοί που ζουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, ελπίζει να το επισκεφθεί όταν καταρρεύσει το καθεστώς.

Σήμερα δεν διατηρεί επαφή με τα μέλη της οικογένειάς της, μεταξύ των οποίων και ο θείος της και πρώην ηγέτης της Κούβας Ραούλ Κάστρο, ο οποίος είναι πλέον 94 ετών. Μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της Κούβας είναι ότι αυτή η κατάσταση δίχασε τις οικογένειες με τον πιο δραματικό τρόπο, μετατρέποντας σε εχθρούς όσους δεν συμμερίζονταν τις ίδιες απόψεις. Η Φερνάντες σημείωσε ότι αυτή η κατάσταση επικράτησε από την αρχή.

Το μέλλον της Κούβας

Η κουβανική επανάσταση ξεκίνησε το 1953 ως ένοπλη εξέγερση που ανέτρεψε τελικά τη δικτατορία του Φουλχένσιο Μπατίστα. Την 1η Ιανουαρίου 1959, ο Φιντέλ Κάστρο ανέλαβε την εξουσία και σύντομα μετέτρεψε την Κούβα σε κομμουνιστική χώρα.

Περισσότεροι από δώδεκα πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών επιχείρησαν έκτοτε να επηρεάσουν, να αλλάξουν ή να ανατρέψουν το κουβανικό καθεστώς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν το 1960 οικονομικό εμπάργκο και κυρώσεις, που ενισχύονταν με την πάροδο του χρόνου. Μεταξύ άλλων ενεργειών περιλαμβάνονται η αποτυχημένη απόβαση στον Κόλπο των Χοίρων το 1961 επί προεδρίας Τζον Φ. Κέννεντυ, η αποβολή της Κούβας από τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών και η επιβολή ταξιδιωτικών περιορισμών.

Τις τελευταίες εβδομάδες, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι η Κούβα ενδέχεται να αποτελέσει τον επόμενο στόχο, μετά τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο με στρατιωτική επέμβαση στις 3 Ιανουαρίου, και την έναρξη επιθέσεων κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου. Σε δηλώσεις του, στις 29 Μαρτίου, ανέφερε ότι πρόκειται για μια χώρα που καταρρέει και ότι σύντομα θα έρθει η σειρά της, προσθέτοντας ότι μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα θα καταρρεύσει αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να τη βοηθήσουν.

Μετά τη σύλληψη του Μαδούρο, οι αποστολές πετρελαίου προς την Κούβα σταμάτησαν, γεγονός που βύθισε το νησί σε μία από τις χειρότερες οικονομικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών. Μεγάλες διαδηλώσεις ξέσπασαν στο νησί, με φόντο τις συχνές διακοπές ρεύματος, τις σοβαρές ελλείψεις τροφίμων και την περιορισμένη πρόσβαση σε φάρμακα. Ωστόσο, η Φερνάντες εκτίμησε ότι μια ουσιαστική αλλαγή εκ των έσω είναι απίθανη στο άμεσο μέλλον, επισημαίνοντας ότι μορφές διαμαρτυρίας όπως το χτύπημα κατσαρολικών δεν επαρκούν για την ανατροπή του καθεστώτος.

Ο σεναριογράφος Χοσέ Ριβέρα και η Αλίνα Φερνάντες. (John Martinez O’Felan)

 

Εξήγησε ότι το κομμουνιστικό σύστημα παραμένει βαθιά εδραιωμένο, με την εξουσία να είναι έντονα συγκεντρωμένη και πολλούς από τους αρχικούς ηγέτες να εξακολουθούν να βρίσκονται σε θέσεις επιρροής, αν και ορισμένοι έχουν αποβιώσει.

Μετά την αποχώρησή της από την Αβάνα, αναδείχθηκε σε ένθερμη υπέρμαχο της ελευθερίας για την πατρίδα της. Το 1998 δημοσίευσε τα απομνημονεύματά της με τίτλο Castro’s Daughter: An Exile’s Memoir of Cuba («Η κόρη του Κάστρο: Απομνημονεύματα μιας εξόριστης από την Κούβα»), ενώ κατά καιρούς αντιμετωπίζει αντιδράσεις για το έργο της στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Πρόσφατα συμμετείχε σε ντοκιμαντέρ με τίτλο Revolution’s Daughter («Η κόρη της επανάστασης»), το οποίο θα κάνει πρεμιέρα στο Μαϊάμι στις 10 Απριλίου. Τα τελευταία χρόνια έχει περιορίσει τις δημόσιες εμφανίσεις της.

Η Φερνάντες παρέμεινε σιωπηλή για πολλά χρόνια, έχοντας την αίσθηση ότι είχε ήδη πει όσα είχε να πει.

Τραμπ: Νέα εποχή για τη Μέση Ανατολή μετά τον πόλεμο με το Ιράν

Μιλώντας σε επενδυτική σύνοδο στο Μαϊάμι που διοργανώθηκε με τη στήριξη της Σαουδικής Αραβίας την Παρασκευή, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η Μέση Ανατολή θα μεταμορφωθεί και το μέλλον της θα είναι πιο ελπιδοφόρο από ποτέ, μόλις ολοκληρωθεί ο πόλεμος με το Ιράν.

Παράλληλα, κάλεσε το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία να ανοίξουν ένα νέο κεφάλαιο μέσω της εξομάλυνσης των διπλωματικών τους σχέσεων, ενθαρρύνοντας το Ριάντ να ενταχθεί στις Συμφωνίες του Αβραάμ. Ανέφερε ότι πλέον έχει έρθει η ώρα και εξέφρασε την ελπίδα ότι όλες οι χώρες θα συμμετάσχουν στις Συμφωνίες του Αβραάμ.

Η σύνοδος Future Investment Initiative Priority Summit αποτελεί ετήσια διοργάνωση του Δημόσιου Επενδυτικού Ταμείου της Σαουδικής Αραβίας. Η φετινή σύνοδος στο Μαϊάμι, η τέταρτη κατά σειρά, πραγματοποιήθηκε από τις 25 έως τις 27 Μαρτίου. Ο πρόεδρος Τραμπ εκφώνησε την καταληκτική ομιλία της συνόδου, στην οποία συμμετείχαν χρηματοοικονομικοί παράγοντες, στελέχη τεχνολογικών εταιρειών και πολιτικοί ηγέτες, συζητώντας επενδυτικές ευκαιρίες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ο Τραμπ ξεκίνησε την ομιλία του αναφερόμενος στον πόλεμο με το Ιράν, δηλώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτυγχάνουν κάθε στρατιωτικό στόχο που είχαν θέσει στην αρχή της επιχείρησης. Εξέφρασε την πεποίθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έσωσαν τη Μέση Ανατολή — όχι μόνο το Ισραήλ, αλλά ολόκληρη την περιοχή, σημειώνοντας ότι αυτό αποδείχθηκε από τις επιθέσεις με πυραύλους που δέχθηκαν οι χώρες του Κόλπου και ότι η Σαουδική Αραβία επλήγη επανειλημμένα.

Από την έναρξη της σύγκρουσης, στις 28 Φεβρουαρίου, το Ιράν έχει εκτοξεύσει χιλιάδες μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους κατά κρατών του Κόλπου, προκαλώντας ζημιές σε πολιτικές, ενεργειακές και στρατιωτικές υποδομές. Μεταξύ των βασικών στόχων στη Σαουδική Αραβία ήταν τα διυλιστήρια Ras Tanura και SAMREF, τα οποία αναγκάστηκαν προσωρινά να διακόψουν τη λειτουργία τους.

Ο Τραμπ επανέλαβε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε συνομιλίες με το Ιράν, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι θα ήταν ιδιαίτερα θετικό αν μπορούσε να επιτευχθεί κάποια συμφωνία.

Ποιοι είναι οι πραγματικοί σύμμαχοι

Κατά την ομιλία του, ο Τραμπ άσκησε επίσης κριτική στο ΝΑΤΟ, εκφράζοντας απογοήτευση για το γεγονός ότι οι σύμμαχοι δεν παρείχαν υποστήριξη για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Αντιθέτως, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ συμμετείχαν στις επιχειρήσεις, ακόμη και αν, όπως είπε σκωπτικά, κατέρριψαν τρία αμερικανικά αεροσκάφη.

Μέσα από αυτές τις εξελίξεις γίνεται σαφές ποιοι είναι οι πραγματικοί φίλοι, παρατήρησε, προσθέτοντας ότι με βάση τις ενέργειες των συμμάχων, δεν βλέπει τον λόγο οι Ηνωμένες Πολιτείες να συνεχίσουν να προστατεύουν τα μέλη του ΝΑΤΟ, διερωτώμενος γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες να στηρίζουν συμμάχους που δεν ανταποδίδουν την υποστήριξη. Χαρακτήρισε τη δήλωση αυτή ως «είδηση της τελευταίας στιγμής».

Προώθησε επίσης την πολιτική «Πρώτα η Αμερική», καλώντας τους επενδυτές να τοποθετήσουν κεφάλαια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αναφερόμενος στην αμερικανική οικονομία και στο χρηματιστήριο, εκτίμησε ότι μετά το πέρας του πολέμου η ανάπτυξη θα είναι εκρηκτική. Κεντρικός ‘παίκτης’ για τον Τραμπ είναι η Σαουδική Αραβία .

Ο Στήβεν Κουκ, ανώτερος συνεργάτης στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, σημείωσε σε πρόσφατη έκθεση ότι τα κράτη του Κόλπου βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Βρίσκονται στην πρώτη γραμμή ενός πολέμου που δεν επιθυμούσαν, αλλά ταυτόχρονα θέλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες να ολοκληρώσουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αν η κυβέρνηση Τραμπ τερματίσει πρόωρα τις επιχειρήσεις και επιτρέψει στο Ιράν να ελέγξει τα Στενά του Ορμούζ, οι χώρες αυτές θα καταστούν πιο ευάλωτες.

Στις 26 Μαρτίου, ο Τραμπ ανακοίνωσε καθυστέρηση δέκα ημερών σε ενδεχόμενα πλήγματα κατά ιρανικών ενεργειακών εγκαταστάσεων, επικαλούμενος πρόοδο στις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη. Είχε προηγουμένως ζητήσει από το Ιράν να αποκαταστήσει την εμπορική διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ εντός 48 ωρών, διαφορετικά θα αντιμετώπιζε πλήγματα, ωστόσο στη συνέχεια παρέτεινε την προθεσμία κατά πέντε ημέρες, επικαλούμενος εκ νέου πρόοδο στις συνομιλίες. Η νέα προθεσμία έχει οριστεί για τις 6 Απριλίου.

Τον Μάιο του 2025, ο Τραμπ επέλεξε τη Σαουδική Αραβία ως πρώτο σταθμό της πρώτης μεγάλης διεθνούς περιοδείας της δεύτερης θητείας του. Τον περασμένο Νοέμβριο, υποδέχθηκε στον Λευκό Οίκο τον πρίγκιπα διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, με τον οποίον συνυπέγραψε συμφωνίες στους τομείς της άμυνας, της πυρηνικής ενέργειας και της τεχνητής νοημοσύνης.

Το Δημόσιο Επενδυτικό Ταμείο αποτελεί το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Σαουδικής Αραβίας και διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία ύψους σχεδόν 925 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το ταμείο επενδύει σε μεγάλα έργα υποδομών στη Σαουδική Αραβία, καθώς και σε τομείς όπως η τεχνολογία, η ψυχαγωγία, ο αθλητισμός, η ανανεώσιμη ενέργεια και τα ηλεκτρικά οχήματα.

Σύμφωνα με τους διοργανωτές, σχεδόν 1.500 προσκεκλημένοι συμμετείχαν στη φετινή, κλειστού τύπου διάσκεψη, η οποία αποσκοπεί στη διασύνδεση αμερικανικών εταιρειών με τους σημαντικούς επενδυτικούς πόρους της Σαουδικής Αραβίας. Στη σύνοδο, που πραγματοποιήθηκε στο πολυτελές ξενοδοχείο Faena στο Μαϊάμι, μίλησαν επίσης ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο ειδικός απεσταλμένος για τη Μέση Ανατολή Στηβ Γουίτκοφ.

Κατά τη διάρκεια συζήτησης στο πλαίσιο της διάσκεψης, ο τελευταίος αναφέρθηκε στις δημόσιες δηλώσεις του Ιράν ότι δεν διεξάγει συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες, σημειώνοντας ότι οι δύο πλευρές ενδέχεται να έχουν διαφορετικό ορισμό για το τι συνιστά διαπραγμάτευση. Όπως παρατήρησε, ορισμένοι ηγέτες του ιρανικού καθεστώτος ενδέχεται να μην μπορούν να αναγνωρίσουν δημοσίως ότι διεξάγονται συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Εξέφρασε την εκτίμηση ότι εντός της εβδομάδας θα πραγματοποιηθούν συναντήσεις, τις οποίες αντιμετωπίζει με αισιοδοξία, ενώ σημείωσε ότι η διέλευση πλοίων αποτελεί θετικό σημάδι. Ανέφερε επίσης ότι μια συμφωνία δεκαπέντε (15) σημείων είναι εδώ και καιρό υπό συζήτηση και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αναμένουν την απάντηση του Ιράν.

Προσδοκίες για αλλαγές στη Μέση Ανατολή

Στις 27 Φεβρουαρίου, στις 15:38 (ώρα Ανατολικής Ακτής ΗΠΑ), ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ ταξίδευε προς το Τέξας με το προεδρικό αεροσκάφος Air Force One, όταν έδωσε την εντολή στις αμερικανικές δυνάμεις να πλήξουν το Ιράν, εγκρίνοντας την επιχείρηση «Epic Fury» και δίνοντας εντολή να μην υπάρξει καμία ακύρωση της αποστολής.

Η οδηγία εκδόθηκε έπειτα από μήνες κλιμακούμενων εντάσεων με την Τεχεράνη σχετικά με τις πυρηνικές της φιλοδοξίες και αποτελεί μία από τις πιο καθοριστικές αποφάσεις της προεδρίας Τραμπ, η οποία δεν αποκλείεται να αναδιαμορφώσει τη Μέση Ανατολή.

Σχεδόν δέκα ώρες αργότερα, αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις εξαπέλυσαν συντονισμένη επίθεση, στέλνοντας περισσότερα από εκατό αεροσκάφη στον ουρανό σε ένα «ενιαίο, συγχρονισμένο κύμα», όπως δήλωσε στις 2 Μαρτίου σε δημοσιογράφους ο πρόεδρος του Μεικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, στρατηγός Νταν Κέιν.

Ο ανώτατος ηγέτης Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος κυβερνούσε το Ιράν από το 1989, συγκαταλέγεται μεταξύ των νεκρών των πρώτων ωρών της επιχείρησης. Εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε σύσκεψη με το πολεμικό του συμβούλιο μέσα σε ασφαλές συγκρότημα στο κέντρο της Τεχεράνης, καθώς η ιρανική ηγεσία θεωρούσε βέβαιο ότι δεν θα σημειωνόταν επίθεση εκείνη την ώρα της ημέρας — εκτίμηση που αποδείχθηκε λανθασμένη.

Δορυφορική άποψη της Τεχεράνης, όπου φαίνεται μαύρος καπνός να υψώνεται και εκτεταμένες ζημιές στο συγκρότημα του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, μετά τα πλήγματα των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Ιράν, 28 Φεβρουαρίου 2026. (Pleiades Neo (c) Airbus DS 2026/Παραχώρηση μέσω REUTERS)

 

Σε συνεντεύξεις που παραχώρησε σε διάφορα μέσα ενημέρωσης, ο Τραμπ εμφανίστηκε έκπληκτος από τον ρυθμό της επιχείρησης, επισημαίνοντας ότι η εκστρατεία εξελίσσεται πιο γρήγορα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα. Όπως είπε, είχε εκτιμήσει ότι για να εξουδετερωθεί η ανώτατη ηγεσία του Ιράν θα χρειάζονταν έως και τέσσερις εβδομάδες.

Η αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική επιχείρηση σκότωσε 49 ανώτατους αξιωματούχους του καθεστώτος την πρώτη ημέρα, ενώ σύμφωνα με τον Τραμπ η Τεχεράνη προσπαθεί τώρα να καλύψει τα κενά στις θέσεις εξουσίας.

Παρότι ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται βέβαιος για την επιτυχία της επιχείρησης, στο εσωτερικό των ΗΠΑ αυξάνονται οι επικρίσεις. Αντιδράσεις εκφράστηκαν όχι μόνο από Δημοκρατικούς αλλά και από ορισμένες προβεβλημένες προσωπικότητες του ίδιου του κινήματος MAGA του Τραμπ, οι οποίες αμφισβήτησαν την αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Τζόελ Ρούμπιν (Joel Rubin), ειδικό σε θέματα Μέσης Ανατολής και πρώην αξιωματούχο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα, πολλοί άλλοι υποστηρίζουν σιωπηρά τη στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν.

Όπως δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times, το Ιράν αποτελεί αντίπαλο των Ηνωμένων Πολιτειών για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες και το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι τι θα συμβεί στη συνέχεια, καθώς οι εξελίξεις εκεί θα καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο θα αξιολογηθεί η επιχείρηση.

Εντεινόμενη αβεβαιότητα στο Ιράν

Ο Χαμενεΐ ηγήθηκε του Ιράν για σχεδόν 36 χρόνια, και ήταν ο μακροβιότερος ανώτατος ηγέτης στην ιστορία της χώρας. Διέθετε απόλυτη και αδιαμφισβήτητη εξουσία σε όλες τις κρατικές υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένου του διορισμού βασικών αξιωματούχων.

Πλέον, στο Ιράν επικρατεί αβεβαιότητα. Με μεγάλο μέρος της ανώτατης στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας να έχει εξουδετερωθεί, συγκροτήθηκε τριμελές συμβούλιο που έχει αναλάβει την προσωρινή διακυβέρνηση, ενώ πολλοί Αμερικανοί ανησυχούν για το πώς θα μεταβληθεί το πολιτικό περιβάλλον μετά τον πόλεμο και κατά πόσο οι Ιρανοί θα μπορέσουν να αποκτήσουν τον έλεγχο της κυβέρνησής τους.

Ο Τραμπ έχει υποδείξει ότι δεν υπάρχει ανάγκη ανάπτυξης αμερικανικών στρατευμάτων στο έδαφος. Σε πρόσφατα μηνύματά του προς τον ιρανικό λαό ανέφερε ότι το μέλλον της χώρας βρίσκεται στα χέρια των ίδιων των πολιτών. Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα, την 1η Μαρτίου, σημείωσε ότι είχε δώσει μια υπόσχεση και την τήρησε, προσθέτοντας ότι τα επόμενα βήματα εξαρτώνται από τους ίδιους τους Ιρανούς, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι εκεί για να βοηθήσουν.

Σύμφωνα με τον Τραμπ, το χειρότερο σενάριο θα ήταν η ανατροπή του σημερινού καθεστώτος και η αντικατάστασή του από μια εξίσου προβληματική ηγεσία. Κατά τη διάρκεια συνάντησης με τον καγκελάριο της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς στον Λευκό Οίκο, στις 3 Μαρτίου, ανέφερε ότι πολλές πολιτικές προσωπικότητες που θεωρούνταν πιθανοί διάδοχοι έχουν πλέον σκοτωθεί και ότι εμφανίζεται τώρα μια νέα ομάδα πιθανών διαδόχων, αν και σύμφωνα με ορισμένες αναφορές ίσως και αυτά τα πρόσωπα να έχουν επίσης σκοτωθεί, εκτιμώντας ότι ενδέχεται σύντομα να εμφανιστεί και ένα τρίτο κύμα υποψηφίων.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μιλά κατά τη διάρκεια συνάντησης με τον καγκελάριο της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς στον Λευκό Οίκο. Ουάσιγκτον, 3 Μαρτίου 2026. (ANDREW CABALLERO-REYNOLDS / AFP μέσω Getty Images)

 

Την ίδια στιγμή, ορισμένοι Ιρανοαμερικανοί προτρέπουν την Ουάσιγκτον να εξετάσει το ενδεχόμενο στήριξης του Ρεζά Παχλαβί, πρωτότοκου γιου του τελευταίου σάχη του Ιράν, ως πιθανής μεταβατικής προσωπικότητας που θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα σε δημοκρατικές εκλογές.

Ο Τραμπ, ωστόσο, εμφανίστηκε επιφυλακτικός ως προς αυτή την προοπτική. Σε δηλώσεις του, στις 3 Μαρτίου, προς δημοσιογράφους ανέφερε ότι πιθανόν θα ήταν καταλληλότερο να προκύψει μια ηγετική μορφή από το εσωτερικό της χώρας, προσθέτοντας ότι θα φανεί τι θα συμβεί, αλλά προτεραιότητα είναι να ολοκληρωθεί πρώτα η στρατιωτική επιχείρηση.

Σύμφωνα με τον Ρούμπιν, εάν η Ισλαμική Δημοκρατία αποδυναμωθεί, ενδέχεται να δημιουργηθούν ευκαιρίες για την ανάδειξη πιο μετριοπαθών και πραγματιστών ηγετών στο Ιράν.

Οι πιθανές επιπτώσεις στη Μέση Ανατολή

Ορισμένοι παρατηρητές εκτιμούν ότι υπάρχει η πιθανότητα τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα να μεταβάλουν δραματικά το τοπίο της Μέσης Ανατολής.

Ο ειδικός σε θέματα εξωτερικής πολιτικής Μάικλ Γουόλς (Michael Walsh) υποστήριξε ότι, μετά τις επιθέσεις της Χαμάς κατά του Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023, το περιφερειακό δίκτυο οργανώσεων που υποστηρίζεται από το Ιράν, ιδιαίτερα η Χαμάς και η Χεζμπολάχ, έχει αποδυναμωθεί σημαντικά και δεν λειτουργεί πλέον τόσο αποτελεσματικά ως αποτρεπτικός μηχανισμός. Για χρόνια, το Ιράν βασιζόταν σε αυτές τις ομάδες για να αποθαρρύνει αμερικανικά ή ισραηλινά στρατιωτικά πλήγματα, απειλώντας με περιφερειακή αποσταθεροποίηση.

Σύμφωνα με τον Γουόλς, η Τεχεράνη έχει μεταβάλει τη στρατηγική της, ενισχύοντας τους τελευταίους μήνες τις δικές της δυνατότητες αποτροπής, ιδιαίτερα το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων, και επιδιώκοντας συνεργασίες με χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Βόρεια Κορέα. Παρότι οι οργανώσεις-σύμμαχοι του Ιράν παραμένουν ενεργές, το μέλλον τους είναι αβέβαιο, αφού θα χάσουν τον βασικό κρατικό υποστηρικτή τους, εάν το καθεστώς στο Ιράν καταρρεύσει.

Η αποδόμηση της ηγεσίας της Τεχεράνης και η αποδυνάμωση του δικτύου οργανώσεων τις οποίες στηρίζει θα αναδιαμορφώσουν την περιοχή και να ανοίξουν τον δρόμο για μεγαλύτερη σταθερότητα, σύμφωνα με τον Μπιτζάν Κιαν (Bijan Kian), πρώην Αμερικανό αξιωματούχο που υπηρέτησε στις κυβερνήσεις των προέδρων Τζορτζ Μπους και Μπαράκ Ομπάμα. Ο Κιαν δήλωσε στην Epoch Times ότι η περιοχή οδηγείται προς μια εντελώς διαφορετική Μέση Ανατολή, εκτιμώντας ότι η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν αποτελεί σήμερα τη μεγαλύτερη απειλή στην περιοχή και ότι η απομάκρυνση αυτού του καθεστώτος θα δημιουργήσει μια ειρηνική και ευημερούσα Μέση Ανατολή. Πρόσθεσε επίσης ότι ενδέχεται περισσότερες χώρες να ενταχθούν στις Συμφωνίες του Αβραάμ με το Ισραήλ.

Καθώς η αμερικανοϊσραηλινή επιχείρηση εξουδετέρωσε σημαντικό μέρος της ηγεσίας εθνικής ασφάλειας του Ιράν, διαταράσσοντας ολόκληρες αλυσίδες διοίκησης, το καθεστώς στο Ιράν αγωνίζεται πλέον για την επιβίωσή του χωρίς σαφή στρατηγική και χωρίς σταθερή ηγεσία, σύμφωνα με τον Άλεξ Βατάνκα (Alex Vatanka), ανώτερο ερευνητή στο Middle East Institute.

Σε πρόσφατη έκθεσή του σημείωσε ότι οι επιθέσεις που καθοδηγούνται από το Ιράν εναντίον αμερικανικών βάσεων στην περιοχή, του Ισραήλ και κρατών του Κόλπου έχουν σχεδιαστεί ώστε να μεταδώσουν μήνυμα αντοχής. Σύμφωνα με τον Βατάνκα, η Τεχεράνη πιστεύει ότι επιβάλλοντας συνεχή πλήγματα στους αντιπάλους της μπορεί να αναγκάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ να επανεξετάσουν τον ρυθμό ή την έκταση των επιχειρήσεών τους, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ένα ρίσκο που προκύπτει από την ανάγκη.

Από σύμμαχος, εχθρός

Μετά την επανάσταση του 1979, το Ιράν μετατράπηκε από κοσμική μοναρχία υπό τον σάχη Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί σε Ισλαμική Δημοκρατία, εξέλιξη που συνοδεύτηκε από ευρείς κοινωνικούς περιορισμούς και αυστηρούς θρησκευτικούς κανόνες, όπως η υποχρεωτική μαντίλα για τις γυναίκες , ενώ άλλαξε και η εξωτερική πολιτική της χώρας απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.

Το ίδιο έτος, Ιρανοί μαχητές κατέλαβαν την πρεσβεία των ΗΠΑ και κράτησαν ομήρους 52 Αμερικανούς για 444 ημέρες, οδηγώντας σε σοβαρή κρίση και στη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν βαριές οικονομικές κυρώσεις.

Κατά τη συνάντησή του με τον Μερτς, ο Τραμπ έκανε λόγο για ένα εξαιρετικά κακό καθεστώς και για μια ιδεολογία χωρίς προηγούμενο.

Ο Αμερικανός πρόεδρος απέρριψε τους ισχυρισμούς ότι πιέστηκε από το Ισραήλ να διατάξει την επίθεση, σημειώνοντας ότι ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις με Ιρανούς αξιωματούχους για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Τεχεράνη επρόκειτο να επιτεθεί πρώτη. Κατά την εκτίμησή του, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ενεργούσαν, το Ιράν θα εξαπέλυε πρώτο επίθεση.

Η απόφαση του Τραμπ να ξεκινήσει στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν φάνηκε σε πολλούς παρατηρητές αντιφατική, ιδίως σε σχέση με τη νέα στρατηγική εθνικής ασφαλείας της κυβέρνησής του, η οποία σηματοδοτεί στροφή στρατηγικής προς το δυτικό ημισφαίριο και λιγότερη έμφαση στη Μέση Ανατολή.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Γουόλς, το Ιράν αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση. Η λήψη αποφάσεων από έναν ηγέτη συχνά σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνονται αποφάσεις που δεν είναι δημοφιλείς, και ο Τραμπ εμφανίζεται πρόθυμος να αναλάβει το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας επιλογής, καθώς πιστεύει πραγματικά ότι το Ιράν συνιστά απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Τραμπ ανακοινώνει δέσμευση 10 δισ. δολαρίων των ΗΠΑ για το Συμβούλιο Ειρήνης

Την αμερικανική δέσμευση ύψους 10 δισ. δολαρίων στο νεοσύστατο Συμβούλιο Ειρήνης ανακοίνωσε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στις 19 Φεβρουαρίου, κατά την εναρκτήρια συνεδρίαση του οργάνου στην Ουάσιγκτον. Η συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις του Ινστιτούτου Ειρήνης Ντόναλντ Τζ. Τραμπ, συγκέντρωσε αρχηγούς κρατών και εκπροσώπους από περισσότερες από είκοσι χώρες, με αντικείμενο το αμερικανικό σχέδιο για αποστρατιωτικοποίηση και ανασυγκρότηση της Γάζας.

«Πρόκειται για το πιο διακεκριμένο συμβούλιο που έχει συσταθεί ποτέ. Έχω δει πολλά εντυπωσιακά διοικητικά συμβούλια, αλλά αυτό τα ξεπερνάει όλα», δήλωσε ο Τραμπ, εκθειάζοντας τα μέλη του νέου διεθνούς οργανισμού. «Τα άλλα μοιάζουν ασήμαντα μπροστά σε αυτό το συμβούλιο».

Στην εναρκτήρια ομιλία του, ο Τραμπ υπογράμμισε τη σημασία της ενότητας και της κοινής αποφασιστικότητας για την επίτευξη ειρήνης στη Γάζα. «Εργαζόμαστε από κοινού για να διασφαλίσουμε ένα καλύτερο μέλλον για τον λαό της Γάζας, για τη Μέση Ανατολή και όλον τον κόσμο», ανέφερε, προσθέτοντας πως «δεν υπάρχει τίποτα σημαντικότερο από την ειρήνη».

Ευχαρίστησε τους ηγέτες του Καζακστάν, του Αζερμπαϊτζάν, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Μαρόκου, του Μπαχρέιν, του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας, του Ουζμπεκιστάν και του Κουβέιτ για τη συλλογική τους συνεισφορά, που ξεπερνά τα 7 δισ. δολάρια. Ο Τραμπ εγκαινίασε επισήμως το Συμβούλιο Ειρήνης στις 22 Ιανουαρίου, στο Νταβός της Ελβετίας, υπογράφοντας το καταστατικό του και ιδρύοντας έναν φορέα που θα εποπτεύει τη διαδικασία ειρήνευσης μεταξύ Ισραήλ και της Χαμάς, όπως και την αντιμετώπιση άλλων παγκόσμιων συγκρούσεων.

Ο ίδιος θα προεδρεύει του συμβουλίου, το οποίο θα έχει εντολή να διαχειριστεί την ανασυγκρότηση, την ασφάλεια και τη διακυβέρνηση της Γάζας κατά τη μεταβατική περίοδο. Το συμβούλιο αριθμεί ήδη περισσότερα από είκοσι μέλη, που έχουν δεσμευτεί τόσο σε οικονομική στήριξη όσο και στην αποστολή προσωπικού για τον τομέα της ασφάλειας στη Γάζα.

Κατά τη σχεδόν 45λεπτη ομιλία του, ο Τραμπ παρέπεμψε στους πολέμους που έχουν λήξει κατά τη διάρκεια της προεδρίας του και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο το Συμβούλιο Ειρήνης να διευρύνει το πεδίο δράσης του για την προώθηση της ειρήνης παγκοσμίως στο μέλλον. Εν μέσω εντεινόμενης έντασης με το Ιράν, ο Τραμπ προειδοποίησε εκ νέου την Τεχεράνη. «Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για να αποφασίσει το Ιράν να πορευτεί μαζί μας», δήλωσε. «Δεν μπορούν να συνεχίσουν να απειλούν τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής, πρέπει να συμφωνήσουν σε μία λύση». Ανέφερε ότι εντός των προσεχών δέκα ημερών αναμένεται να αποσαφηνιστεί εάν θα υπάρξει συμφωνία ή όχι. «Αν δεν βρεθεί συμφωνία, θα ακολουθήσουν δυσάρεστα γεγονότα», προειδοποίησε.

Ο Τραμπ ανακοίνωσε ακόμη πως η Νορβηγία έχει συμφωνήσει να φιλοξενήσει μελλοντική συνεδρίαση του Συμβουλίου Ειρήνης. Η FIFA, όπως είπε, θα συγκεντρώσει 75 εκατ. δολάρια για έργα στη Γάζα, ενώ το Γραφείο Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ κινητοποιεί βοήθεια ύψους 2 δισ. δολαρίων. Η Ιαπωνία θα διοργανώσει ξεχωριστή εκστρατεία συγκέντρωσης βοήθειας.

Στις 16 Ιανουαρίου, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε τον διορισμό σειράς αξιωματούχων της κυβέρνησης των ΗΠΑ και διεθνών προσωπικοτήτων σε θέσεις-κλειδιά του Συμβουλίου Ειρήνης, με αποστολή να παρέχουν στρατηγική καθοδήγηση, να κινητοποιήσουν διεθνείς πόρους και να διασφαλίσουν τη λογοδοσία καθ’ όλη τη μεταβατική περίοδο και την ανασυγκρότηση της Γάζας.

Κατά την ομιλία του, ο Τραμπ αναγνώρισε την παρουσία πολλών ηγετών, εναλλάσσοντας επαίνους με χιούμορ. Στάθηκε αρχικά στη συμφωνία ειρήνης μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας, έπειτα από δεκαετίες σύγκρουσης, και ανακάλεσε την πρώτη του συνάντηση με τον πρωθυπουργό της Αρμενίας Νικόλ Πασινιάν και τον πρόεδρο του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγιεφ, στον Λευκό Οίκο. «Και οι δυο είναι σκληρά καρύδια», είπε χαρακτηριστικά. «Νομίζετε ότι ήταν εύκολο; Δεν ήταν καθόλου εύκολο».

Αναφέρθηκε επίσης στον πρόεδρο της Αργεντινής, Χαβιέρ Μιλέι, και τον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, Βίκτορ Ορμπάν, σημειώνοντας ότι ορισμένοι ηγέτες, όπως ο Μιλέι, κέρδισαν με συντριπτική διαφορά όταν τους υποστήριξε. «Δεν αρέσει σε όλους τους Ευρωπαίους αυτή η στήριξη, αλλά δεν πειράζει», πρόσθεσε για τον Ορμπάν.

Ο Αμερικανός πρόεδρος εξήρε τον πρωθυπουργό του Κατάρ, σεΐχη Μοχάμεντ Μπιν Αμπντουραχμάν αλ Θάνι, χαρακτηρίζοντάς τον «σπουδαίο άνθρωπο και ισχυρό σύμμαχο». «Πάντα λέω ότι χρειάζεστε ένα γραφείο δημοσίων σχέσεων», αστειεύτηκε ο Τραμπ. «Κάνετε τόσο καλό, και η εικόνα σας σας αδικεί, ενώ βοηθάτε πάρα πολύ».

Δε δίστασε να πειράξει και τον υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, υπενθυμίζοντας τη σύντομη ομιλία του στο Μόναχο που απέσπασε θερμό χειροκρότημα. «Μάρκο, μη γίνεις καλύτερος απ’ όσο ήσουν στο Μόναχο γιατί τότε… δε θα κάθεσαι εδώ», σχολίασε γελώντας.

Την παραμονή της συγκέντρωσης, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι περισσότερες από σαράντα χώρες και η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφώνησαν να αποστείλουν εκπροσώπους στην πρώτη συνεδρίαση του Συμβουλίου, ακόμη και ορισμένα κράτη που δεν αποδέχτηκαν την πρόσκληση Τραμπ να ενταχθούν ως μέλη. Παρόντα ήταν τα κράτη: Αλβανία, Αργεντινή, Αρμενία, Αυστρία, Αζερμπαϊτζάν, Μπαχρέιν, Βουλγαρία, Καμπότζη, Κροατία, Κύπρος, Τσεχία, Αίγυπτος, Ελ Σαλβαδόρ, Φινλανδία, Γερμανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ινδία, Ινδονησία, Ισραήλ, Ιταλία, Ιαπωνία, Ιορδανία, Καζακστάν, Κόσοβο, Κουβέιτ, Μεξικό, Μογγολία, Μαρόκο, Ολλανδία, Νορβηγία, Ομάν, Πακιστάν, Παραγουάη, Πολωνία, Κατάρ, Ρουμανία, Σαουδική Αραβία, Σλοβακία, Νότια Κορέα, Ελβετία, Ταϊλάνδη, Τουρκία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ηνωμένο Βασίλειο, Ουζμπεκιστάν και Βιετνάμ.

Κανένας εκπρόσωπος από τη Δυτική Ευρώπη δεν παρέστη στην τελετή υπογραφής στο Νταβός. Αρκετά κράτη, μεταξύ των οποίων και η Γαλλία, είχαν προηγουμένως αρνηθεί να συμμετάσχουν στο συμβούλιο, εκφράζοντας ανησυχίες ότι ο νέος οργανισμός θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ανταγωνιστή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ).

Στην εκτελεστική επιτροπή του Συμβουλίου Ειρήνης τοποθετήθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Μάρκο Ρούμπιο, ο ειδικός απεσταλμένος του προέδρου Στηβ Γουίτκοφ, ο σύμβουλος και γαμπρός του Τραμπ Τζάρεντ Κούσνερ και ο πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας Τόνυ Μπλαιρ.

Μήνυμα στρατηγικής αναθεώρησης από τον Ρούμπιο στο Μόναχο

Η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ολοκληρώθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2026, όμως η ομιλία του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη.

Στη φετινή διοργάνωση, ο Ρούμπιο εκφώνησε ομιλία στις 14 Φεβρουαρίου 2026, απευθύνοντας μια ισχυρή προειδοποίηση προς τους Ευρωπαίους ηγέτες, λέγοντας ότι από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έχουν εγκλωβιστεί σε μια «επικίνδυνη αυταπάτη». Υποστήριξε ότι η «ευφορία αυτού του θριάμβου» οδήγησε σε μια εσφαλμένη πεποίθηση πως κάθε χώρα θα μετατρεπόταν σε φιλελεύθερη δημοκρατία, πως τα σύνορα δεν θα είχαν πλέον σημασία και πως οι κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου θα αντικαθιστούσαν τα εθνικά οικονομικά συμφέροντα.

Η ομιλία του έκανε πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες να νιώσουν άβολα, ωστόσο ο ίδιος έλαβε θερμό χειροκρότημα με το ακροατήριο όρθιο. Παρατηρητές ανέφεραν ότι το μήνυμά του έμοιαζε με προγενέστερες προειδοποιήσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προς την Ευρώπη, αν και παρουσιάστηκε με πιο στρατηγικό τρόπο. Ο Φρεντ Φλάιτζ, ο οποίος υπηρέτησε στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ, είπε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι αυτό που φάνηκε ήταν ένα «υπόδειγμα διπλωματίας» από έναν Αμερικανό πολιτικό με σημαντική εμπειρία.

Σύμφωνα με τον Φλάιτζ, η αποτελεσματική στρατηγική του Ρούμπιο ήταν ότι άνοιξε την ομιλία του απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς πως η κυβέρνηση Τραμπ είναι αντιευρωπαϊκή, ότι σχεδιάζει να αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ ή ότι πιστεύει πως έχει τελειώσει η παγκόσμια τάξη που βασίζεται σε κανόνες. Ο ίδιος, που σήμερα είναι αντιπρόεδρος στο America First Policy Institute, πρόσθεσε ότι ο Ρούμπιο το πέτυχε εξηγώντας πως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη έχουν μια μακρά και ιστορική σχέση, πως οι ΗΠΑ χρειάζονται την Ευρώπη και πως η Αμερική είναι «παιδί της Ευρώπης».

Κατά την ομιλία του, ο Ρούμπιο υπογράμμισε τους ισχυρούς ιστορικούς δεσμούς μεταξύ των δύο πλευρών, οι οποίοι, όπως είπε, έχουν ρίζες στην «κοινή ιστορία, τη χριστιανική πίστη, τον πολιτισμό, την κληρονομιά, τη γλώσσα, την καταγωγή και τις θυσίες που έκαναν μαζί οι πρόγονοί μας».

Η ομιλία του Ρούμπιο θεωρήθηκε λιγότερο συγκρουσιακή από εκείνη του αντιπροέδρου Τζ. Ντ. Βανς, ο οποίος τον Φεβρουάριο 2025, στην ίδια διάσκεψη, είχε επικρίνει Ευρωπαίους ηγέτες ότι περιορίζουν την ελευθερία του λόγου και επιτρέπουν τη μαζική μετανάστευση, υποστηρίζοντας ότι η μεγαλύτερη απειλή για την Ευρώπη είναι «η απειλή από μέσα, η υποχώρηση της Ευρώπης από ορισμένες από τις πιο θεμελιώδεις αξίες της — αξίες που μοιράζεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής».

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες υποδέχθηκαν θετικά τον τόνο του Ρούμπιο. Ο Λουκ Νίκτερ, καθηγητής προεδρικών σπουδών στο Chapman University στο Όραντζ της Καλιφόρνια, είπε στην Epoch Times ότι η ομιλία περιείχε πολλά και δεν ήταν μόνο «μαστίγιο», αλλά είχε και αρκετό «καρότο», προσθέτοντας ότι σε μεγάλο τμήμα της ομιλίας ο υπουργός Εξωτερικών εξέφρασε την επιθυμία του να γίνει η Ευρώπη ισχυρότερη πολιτισμικά, οικονομικά και στρατιωτικά.

Σύμφωνα με τον Φλάιτζ, η ομιλία θα ενθαρρύνει κινήματα της αντιπολίτευσης στην Ευρώπη, καθώς οι σημερινοί ηγέτες δεν πρόκειται, όπως υποστήριξε, να αλλάξουν στάση ως προς τη μετανάστευση και το κλίμα. Πρόσθεσε ότι κινήματα της αντιπολίτευσης στη Γαλλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γερμανία ήδη κάνουν εκστρατείες πάνω σε αυτά τα ζητήματα και ότι η παρέμβαση Ρούμπιο θα τους δώσει επιχειρήματα, εκτιμώντας πως αν οι σημερινοί ηγέτες δεν αλλάξουν πολιτική, θα απομακρυνθούν μέσω της κάλπης.

Η ελεγχόμενη παρακμή της Δύσης

Ο Ρούμπιο επέκρινε πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, τις οποίες χαρακτήρισε ως παράγοντες που συνέβαλαν σε αυτό που αποκάλεσε «ελεγχόμενη παρακμή της Δύσης», σημειώνοντας ότι αυτά τα λάθη έγιναν από κοινού. Υποστήριξε ότι η υπερβολική διόγκωση των κρατών πρόνοιας έγινε σε βάρος της εθνικής άμυνας, επισημαίνοντας ότι αντίπαλοι των ΗΠΑ αύξησαν τις στρατιωτικές δαπάνες και χρησιμοποίησαν σκληρή ισχύ για να προωθήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα, και κάλεσε την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική της άμυνα.

Συνέχισε λέγοντας ότι, «για να κατευναστεί μια λατρεία του κλίματος», επιβλήθηκαν ενεργειακές πολιτικές που φτωχαίνουν τους πολίτες, ενώ χαρακτήρισε «ανόητες» τις πολιτικές δεκαετιών αποβιομηχάνισης και απώλειας κυριαρχίας στις αλυσίδες εφοδιασμού. Πρόσθεσε ότι η μαζική μετανάστευση παραμένει κρίση που αποσταθεροποιεί κοινωνίες σε ολόκληρη τη Δύση και ανέφερε ότι, υπό τον Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες εργάζονται πλέον για να διορθώσουν την πορεία τους, καλώντας την Ευρώπη να συμμετάσχει σε αυτή την προσπάθεια.

Ο Μάικλ Γουόλς, ειδικός στην εξωτερική πολιτική, είπε στην Epoch Times σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι η ομιλία ήταν συνεπής με το πρόσφατα δημοσιοποιημένο στρατηγικό σχέδιο της υπηρεσίας για το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ και ότι αυτό ήταν το βασικό θέμα για τον ευρωπαϊκό πυλώνα, παρουσιασμένο απλώς με λιγότερο τυποποιημένο ύφος. Η έκθεση που δημοσιοποιήθηκε τον Ιανουάριο ανέφερε ότι η Ευρώπη πρέπει να ανακτήσει τη δύναμή της «για να παραμείνει χρήσιμος εταίρος για τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Η αντίδραση της Ευρώπης

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες απάντησαν με μετρημένες αντιδράσεις. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είπε στο γερμανικό μέσο Deutsche Welle ότι ένιωσε σε μεγάλο βαθμό καθησυχασμένη από τον Ρούμπιο, προσθέτοντας ότι τον γνωρίζουν και ότι είναι καλός φίλος και ισχυρός σύμμαχος. Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ δήλωσε στο ίδιο μέσο ότι δεν υπάρχει εκατό τοις εκατό ταύτιση προτεραιοτήτων μεταξύ των δύο πλευρών, αλλά εκτίμησε ότι υπάρχει κοινό έδαφος για ένα φωτεινό μέλλον μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης.

Σε συζήτηση πάνελ στο πλαίσιο της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου που φιλοξενήθηκε από το Euronews, η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κάγια Κάλας απέρριψε την άποψη ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή, λέγοντας ότι, αντίθετα με όσα υποστηρίζουν ορισμένοι, η «αφυπνισμένη» και παρακμασμένη Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει πολιτισμική εξαφάνιση και ότι εξακολουθούν να υπάρχουν χώρες που επιθυμούν να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σύμφωνα με παρατηρητές, πολλοί Ευρωπαίοι πολιτικοί ήταν δυσαρεστημένοι με το μήνυμα, αν και απέφυγαν να το επικρίνουν δημόσια. Ο Νίκτερ σχολίασε ότι οι περισσότεροι βλέπουν την πολιτική από τις «φθηνές θέσεις», όπου μοιάζει με ένα είδος θεάτρου τελετουργικής παράστασης, και ότι όσα λέγονται δημόσια μπορεί να διαφέρουν σημαντικά από όσα λέγονται κατ’ ιδίαν. Ο Φλάιτζ ανέφερε ότι, παρότι οι περισσότεροι χειροκρότησαν έντονα τον Ρούμπιο, δεν τους άρεσε η ομιλία, προσθέτοντας ότι δεν επιθυμούν να αλλάξουν τις πολιτικές τους.

Δεν είναι σαφές αν ο Ρούμπιο έγραψε ο ίδιος την ομιλία του ή αν έλαβε βοήθεια από συντάκτη ομιλιών, καθώς το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο. Πριν ενταχθεί στην κυβέρνηση Τραμπ ως υπουργός Εξωτερικών, εκπροσώπησε τη Φλόριντα στη Γερουσία των ΗΠΑ από το 2011 έως τον Ιανουάριο 2025, υπηρετώντας σε βασικές επιτροπές, μεταξύ των οποίων η Επιτροπή Πληροφοριών και η Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας. Σύμφωνα με τον Φλάιτζ, το υπόβαθρο και η εμπειρία του εξηγούν την αυθεντία που εξέπεμψε κατά την ομιλία, επισημαίνοντας ότι δεν επρόκειτο απλώς για ανάγνωση κειμένου, αλλά ότι γνώριζε σε βάθος το αντικείμενο.