Τετάρτη, 22 Απρ, 2026

Αποκλειστικό: Η κόρη του Φιντέλ Κάστρο δηλώνει ότι η αλλαγή καθεστώτος στην Κούβα είναι επιβεβλημένη

Η Αλίνα Φερνάντες Ρεβουέλτα, κόρη του πρώην ηγέτη της Κούβας Φιντέλ Κάστρο, ασκεί έντονη κριτική στο κομμουνιστικό καθεστώς που εγκαθίδρυσε ο πατέρας της το 1959, εκτιμώντας ότι η χώρα χρειάζεται εδώ και καιρό μια νέα κυβέρνηση. Η ίδια διέφυγε από την Αβάνα το 1993, σε ηλικία 37 ετών, και εγκαταστάθηκε στο Μαϊάμι, όπου ζει μια λιτή ζωή, παρόμοια με εκείνη άλλων Κουβανών εξόριστων.

Γεννημένη το 1956, η Φερνάντες μεγάλωσε στην επαναστατική Αβάνα, ως μέλος της προνομιούχου ελίτ της επανάστασης. Ωστόσο, από νεαρή ηλικία αντιλήφθηκε την πραγματικότητα του κομμουνισμού και αργότερα αναδείχθηκε σε μία από τις πιο έντονες επικρίτριες της διακυβέρνησης του πατέρα της, την οποία χαρακτήρισε καταπιεστική.

Σε αποκλειστική συνέντευξη στην εφημερίδα The Epoch Times, ανέφερε ότι η ανάγκη για αλλαγή καθεστώτος υφίσταται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Όταν πέθανε ο Φιντέλ Κάστρο, πολλοί θεωρούσαν πως το καθεστώς του θα έφτανε στο τέλος του, είπε, καθώς επρόκειτο για μια έντονα προσωποκεντρική, πατερναλιστική και ναρκισσιστική μορφή διακυβέρνησης. Ωστόσο, το καθεστώς επιβίωσε.

Η Φερνάντες είναι κόρη του Κάστρο και της κοσμικής κυρίας της Αβάνας Ναταλίας Ρεβουέλτα, οι οποίοι διατηρούσαν εξωσυζυγική σχέση στα μέσα της δεκαετίας του 1950, αν και οι δύο ήταν παντρεμένοι. Μεγάλωσε με τη μητέρα της και τον πατριό της και έμαθε ότι ο Κάστρο ήταν ο βιολογικός της πατέρας σε ηλικία 10 ετών. Όπως αποκάλυψε, εξακολουθεί να βασανίζεται από αναμνήσεις του παρελθόντος, ενώ αναφέρεται στον Κάστρο με το όνομά του, αντί να τον αποκαλεί «πατέρα».

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 πέρασε ανοιχτά στην αντιπολίτευση, κάτι που της προκάλεσε έντονο φόβο, κυρίως για την ασφάλεια της έφηβης τότε κόρης της, η οποία αναπόφευκτα επιβαρύνθηκε από την επιλογή της μητέρας της.

Επί δεκαετίες, η Κούβα εξαρτιόταν από ξένη βοήθεια, κυρίως από τη Σοβιετική Ένωση, η οποία παρείχε σημαντικές επιδοτήσεις έως την κατάρρευσή της το 1991. Η διακοπή αυτής της στήριξης οδήγησε σε μια παρατεταμένη οικονομική κρίση, γνωστή ως «Ειδική Περίοδος».

Για τη Φερνάντες, εκείνα τα χρόνια ήταν χρόνια απόλυτης δυστυχίας, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, τρόφιμα ή μέσα μαζικής μεταφοράς, ενώ τα σχολεία παρέμεναν κλειστά. Σημείωσε ότι, αν και κάποιοι θεωρούν πως η κατάσταση σήμερα είναι χειρότερη, τη δεκαετία του 1990 ήταν εξαιρετικά δύσκολη.

Η Αλίνα Φερνάντες Ρεβουέλτα με τον Φιντέλ Κάστρο, κατά τον εορτασμό του γάμου της με τον Γιόγι Χιμένεζ, το 1973. (Ευγενική παραχώρηση της Alina Fernández Revuelta)

 

Όταν της δόθηκε η ευκαιρία να διαφύγει, επέλεξε να φύγει πρώτη, αφήνοντας πίσω την κόρη της. Κατάφερε να δραπετεύσει χρησιμοποιώντας το διαβατήριο μιας Ισπανίδας τουρίστριας που δέχθηκε να τη βοηθήσει. Αρχικά ταξίδεψε στην Ισπανία και στη συνέχεια έλαβε πολιτικό άσυλο στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω της αμερικανικής πρεσβείας στη Μαδρίτη. Στις 21 Δεκεμβρίου 1993, έφτασε στην Ατλάντα.

Λίγες ημέρες αργότερα, ο πάστορας Τζέσσε Τζάκσον επισκέφθηκε την Κούβα και εξασφάλισε την έγκριση του Κάστρο για την έξοδο της εγγονής του από τη χώρα, εξέλιξη που η Φερνάντες χαρακτήρισε ως θεία παρέμβαση. Λίγο μετά, μητέρα και κόρη ήταν και πάλι μαζί, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Γιατί έφυγε από την Κούβα

Από την ηλικία περίπου των 9 ή 10 ετών, η Φερνάντες άρχισε να κατανοεί την πραγματική σημασία του κομμουνισμού και της επανάστασης. Αφετηρία της ήταν η εμπειρία της λεγόμενης «εθελοντικής εργασίας».Είχε εκφράσει στη μητέρα της την επιθυμία να μην συμμετάσχει, αλλά εκείνη της απάντησε ότι ήταν υποχρεωτικό. Το καθεστώς επέβαλλε στους Κουβανούς, ακόμη και στα παιδιά, να συμμετέχουν σε απλήρωτη εργασία για τη στήριξη της κρατικής οικονομίας, κυρίως σε αγροτικές δραστηριότητες όπως η συγκομιδή ζαχαροκάλαμου.

Διαπίστωσε τότε ότι στην Κούβα ο όρος «εθελοντικό» σήμαινε επί της ουσίας υποχρεωτικό. Αυτό αποτέλεσε ένα πρώιμο μάθημα για το πώς οι κομμουνιστές αλλοιώνουν τη γλώσσα προς όφελος του συστήματος. Συνειδητοποίησε πολύ νωρίς ότι της έλεγαν ψέματα.

 

Ο ηγέτης της Κούβας Φιντέλ Κάστρο, λίγο μετά την ανατροπή του δικτάτορα Φουλχένσιο Μπατίστα. Σιενφουέγος, Κούβα, 4 Ιανουαρίου 1959. (Prensa Latina/AFP μέσω Getty Images)

 

Όταν ήταν περίπου 10 ετών, η μητέρα της της αποκάλυψε ότι ο Κάστρο ήταν ο βιολογικός της πατέρας. Μέχρι τότε πίστευε ότι πατέρας της ήταν ο σύζυγος της μητέρας της, ο διακεκριμένος καρδιολόγος Ορλάντο Φερνάντες Φερέρ. Λόγω της νομοθεσίας της χώρας, διατήρησε το επώνυμό του αντί να υιοθετήσει εκείνο του Κάστρο. Ο πατριός της εγκατέλειψε τη χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μαζί με την αδελφή της.

Ήδη από τότε, σε σχολικά και επίσημα έγγραφα, αναγκαζόταν να καταγράφει στοιχεία που την έκαναν να αισθάνεται ότι υπήρχαν «προδότες» στην οικογένειά της. Παρέμεινε στην Κούβα με τη μητέρα της, ωστόσο η σχέση τους ήταν δύσκολη. Σύμφωνα με τη Φερνάντες, η μητέρα της υπήρξε μία από τις αρχικές μορφές της επανάστασης, συμμετέχοντας από τα πρώτα στάδια της προετοιμασίας της. Τη χαρακτήρισε ένθερμη υποστηρίκτρια και ιδιαίτερα πιστή στον Κάστρο.

Ο σεναριογράφος Χοσέ Ριβέρα και η Αλίνα Φερνάντες. (John Martinez O’Felan)

 

Η κρίση του Μαριέλ το 1980 αποτέλεσε σημείο καμπής για την ίδια. Η λεγόμενη «έξοδος του Μαριέλ» ήταν μια μαζική έξοδος από την Κούβα, που ξεκίνησε έπειτα από κρίση στην πρεσβεία του Περού στην Αβάνα, όπου περισσότεροι από 10.000 Κουβανοί ζήτησαν άσυλο λόγω της οικονομικής κατάστασης. Ως απάντηση, ο Κάστρο άνοιξε το λιμάνι του Μαριέλ, επιτρέποντας σε όσους ήθελαν να εγκαταλείψουν τη χώρα να φύγουν. Από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο του 1980, περίπου 125.000 Κουβανοί κατευθύνθηκαν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το καθεστώς χαρακτήριζε όσους έφευγαν με υποτιμητικούς όρους, όπως «σκουλήκια» και «προδότες», ενώ οργανώνονταν ομάδες για τον εκφοβισμό και την παρενόχλησή τους. Η Φερνάντες ανέφερε ότι οι πολίτες ενθαρρύνονταν να επιτίθενται σε όσους εγκατέλειπαν τη χώρα, να τους προσβάλλουν και να τους ταπεινώνουν, ακόμη και να τους σκοτώνουν σε ορισμένες περιπτώσεις επειδή επιθυμούσαν να φύγουν. Όπως υπογράμμισε, η εμπειρία αυτή αποτέλεσε για την ίδια ένα εξαιρετικά σκληρό σημείο καμπής, καθώς είδε ανθρώπους να αντιμετωπίζονται με αυτόν τον τρόπο επισήμως.

Σκάφη μεταφέρουν Κουβανούς στο Μαϊάμι από το λιμάνι του Μαριέλ. Κούβα, Μάιος του 1980. (Αρχείο AFP μέσω Getty Images)

 

Το 2014, η Φερνάντες επέστρεψε στην Αβάνα για πρώτη φορά μετά από 21 χρόνια, έχοντας λάβει άδεια από τις κουβανικές αρχές για να επισκεφθεί τη σοβαρά άρρωστη μητέρα της στο νοσοκομείο. Έκτοτε δεν έχει επιστρέψει στο νησί, αλλά, όπως πολλοί Κουβανοί που ζουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, ελπίζει να το επισκεφθεί όταν καταρρεύσει το καθεστώς.

Σήμερα δεν διατηρεί επαφή με τα μέλη της οικογένειάς της, μεταξύ των οποίων και ο θείος της και πρώην ηγέτης της Κούβας Ραούλ Κάστρο, ο οποίος είναι πλέον 94 ετών. Μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της Κούβας είναι ότι αυτή η κατάσταση δίχασε τις οικογένειες με τον πιο δραματικό τρόπο, μετατρέποντας σε εχθρούς όσους δεν συμμερίζονταν τις ίδιες απόψεις. Η Φερνάντες σημείωσε ότι αυτή η κατάσταση επικράτησε από την αρχή.

Το μέλλον της Κούβας

Η κουβανική επανάσταση ξεκίνησε το 1953 ως ένοπλη εξέγερση που ανέτρεψε τελικά τη δικτατορία του Φουλχένσιο Μπατίστα. Την 1η Ιανουαρίου 1959, ο Φιντέλ Κάστρο ανέλαβε την εξουσία και σύντομα μετέτρεψε την Κούβα σε κομμουνιστική χώρα.

Περισσότεροι από δώδεκα πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών επιχείρησαν έκτοτε να επηρεάσουν, να αλλάξουν ή να ανατρέψουν το κουβανικό καθεστώς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν το 1960 οικονομικό εμπάργκο και κυρώσεις, που ενισχύονταν με την πάροδο του χρόνου. Μεταξύ άλλων ενεργειών περιλαμβάνονται η αποτυχημένη απόβαση στον Κόλπο των Χοίρων το 1961 επί προεδρίας Τζον Φ. Κέννεντυ, η αποβολή της Κούβας από τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών και η επιβολή ταξιδιωτικών περιορισμών.

Τις τελευταίες εβδομάδες, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι η Κούβα ενδέχεται να αποτελέσει τον επόμενο στόχο, μετά τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο με στρατιωτική επέμβαση στις 3 Ιανουαρίου, και την έναρξη επιθέσεων κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου. Σε δηλώσεις του, στις 29 Μαρτίου, ανέφερε ότι πρόκειται για μια χώρα που καταρρέει και ότι σύντομα θα έρθει η σειρά της, προσθέτοντας ότι μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα θα καταρρεύσει αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να τη βοηθήσουν.

Μετά τη σύλληψη του Μαδούρο, οι αποστολές πετρελαίου προς την Κούβα σταμάτησαν, γεγονός που βύθισε το νησί σε μία από τις χειρότερες οικονομικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών. Μεγάλες διαδηλώσεις ξέσπασαν στο νησί, με φόντο τις συχνές διακοπές ρεύματος, τις σοβαρές ελλείψεις τροφίμων και την περιορισμένη πρόσβαση σε φάρμακα. Ωστόσο, η Φερνάντες εκτίμησε ότι μια ουσιαστική αλλαγή εκ των έσω είναι απίθανη στο άμεσο μέλλον, επισημαίνοντας ότι μορφές διαμαρτυρίας όπως το χτύπημα κατσαρολικών δεν επαρκούν για την ανατροπή του καθεστώτος.

Ο σεναριογράφος Χοσέ Ριβέρα και η Αλίνα Φερνάντες. (John Martinez O’Felan)

 

Εξήγησε ότι το κομμουνιστικό σύστημα παραμένει βαθιά εδραιωμένο, με την εξουσία να είναι έντονα συγκεντρωμένη και πολλούς από τους αρχικούς ηγέτες να εξακολουθούν να βρίσκονται σε θέσεις επιρροής, αν και ορισμένοι έχουν αποβιώσει.

Μετά την αποχώρησή της από την Αβάνα, αναδείχθηκε σε ένθερμη υπέρμαχο της ελευθερίας για την πατρίδα της. Το 1998 δημοσίευσε τα απομνημονεύματά της με τίτλο Castro’s Daughter: An Exile’s Memoir of Cuba («Η κόρη του Κάστρο: Απομνημονεύματα μιας εξόριστης από την Κούβα»), ενώ κατά καιρούς αντιμετωπίζει αντιδράσεις για το έργο της στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Πρόσφατα συμμετείχε σε ντοκιμαντέρ με τίτλο Revolution’s Daughter («Η κόρη της επανάστασης»), το οποίο θα κάνει πρεμιέρα στο Μαϊάμι στις 10 Απριλίου. Τα τελευταία χρόνια έχει περιορίσει τις δημόσιες εμφανίσεις της.

Η Φερνάντες παρέμεινε σιωπηλή για πολλά χρόνια, έχοντας την αίσθηση ότι είχε ήδη πει όσα είχε να πει.

Τραμπ: Νέα εποχή για τη Μέση Ανατολή μετά τον πόλεμο με το Ιράν

Μιλώντας σε επενδυτική σύνοδο στο Μαϊάμι που διοργανώθηκε με τη στήριξη της Σαουδικής Αραβίας την Παρασκευή, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η Μέση Ανατολή θα μεταμορφωθεί και το μέλλον της θα είναι πιο ελπιδοφόρο από ποτέ, μόλις ολοκληρωθεί ο πόλεμος με το Ιράν.

Παράλληλα, κάλεσε το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία να ανοίξουν ένα νέο κεφάλαιο μέσω της εξομάλυνσης των διπλωματικών τους σχέσεων, ενθαρρύνοντας το Ριάντ να ενταχθεί στις Συμφωνίες του Αβραάμ. Ανέφερε ότι πλέον έχει έρθει η ώρα και εξέφρασε την ελπίδα ότι όλες οι χώρες θα συμμετάσχουν στις Συμφωνίες του Αβραάμ.

Η σύνοδος Future Investment Initiative Priority Summit αποτελεί ετήσια διοργάνωση του Δημόσιου Επενδυτικού Ταμείου της Σαουδικής Αραβίας. Η φετινή σύνοδος στο Μαϊάμι, η τέταρτη κατά σειρά, πραγματοποιήθηκε από τις 25 έως τις 27 Μαρτίου. Ο πρόεδρος Τραμπ εκφώνησε την καταληκτική ομιλία της συνόδου, στην οποία συμμετείχαν χρηματοοικονομικοί παράγοντες, στελέχη τεχνολογικών εταιρειών και πολιτικοί ηγέτες, συζητώντας επενδυτικές ευκαιρίες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ο Τραμπ ξεκίνησε την ομιλία του αναφερόμενος στον πόλεμο με το Ιράν, δηλώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτυγχάνουν κάθε στρατιωτικό στόχο που είχαν θέσει στην αρχή της επιχείρησης. Εξέφρασε την πεποίθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έσωσαν τη Μέση Ανατολή — όχι μόνο το Ισραήλ, αλλά ολόκληρη την περιοχή, σημειώνοντας ότι αυτό αποδείχθηκε από τις επιθέσεις με πυραύλους που δέχθηκαν οι χώρες του Κόλπου και ότι η Σαουδική Αραβία επλήγη επανειλημμένα.

Από την έναρξη της σύγκρουσης, στις 28 Φεβρουαρίου, το Ιράν έχει εκτοξεύσει χιλιάδες μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους κατά κρατών του Κόλπου, προκαλώντας ζημιές σε πολιτικές, ενεργειακές και στρατιωτικές υποδομές. Μεταξύ των βασικών στόχων στη Σαουδική Αραβία ήταν τα διυλιστήρια Ras Tanura και SAMREF, τα οποία αναγκάστηκαν προσωρινά να διακόψουν τη λειτουργία τους.

Ο Τραμπ επανέλαβε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε συνομιλίες με το Ιράν, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι θα ήταν ιδιαίτερα θετικό αν μπορούσε να επιτευχθεί κάποια συμφωνία.

Ποιοι είναι οι πραγματικοί σύμμαχοι

Κατά την ομιλία του, ο Τραμπ άσκησε επίσης κριτική στο ΝΑΤΟ, εκφράζοντας απογοήτευση για το γεγονός ότι οι σύμμαχοι δεν παρείχαν υποστήριξη για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Αντιθέτως, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ συμμετείχαν στις επιχειρήσεις, ακόμη και αν, όπως είπε σκωπτικά, κατέρριψαν τρία αμερικανικά αεροσκάφη.

Μέσα από αυτές τις εξελίξεις γίνεται σαφές ποιοι είναι οι πραγματικοί φίλοι, παρατήρησε, προσθέτοντας ότι με βάση τις ενέργειες των συμμάχων, δεν βλέπει τον λόγο οι Ηνωμένες Πολιτείες να συνεχίσουν να προστατεύουν τα μέλη του ΝΑΤΟ, διερωτώμενος γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες να στηρίζουν συμμάχους που δεν ανταποδίδουν την υποστήριξη. Χαρακτήρισε τη δήλωση αυτή ως «είδηση της τελευταίας στιγμής».

Προώθησε επίσης την πολιτική «Πρώτα η Αμερική», καλώντας τους επενδυτές να τοποθετήσουν κεφάλαια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αναφερόμενος στην αμερικανική οικονομία και στο χρηματιστήριο, εκτίμησε ότι μετά το πέρας του πολέμου η ανάπτυξη θα είναι εκρηκτική. Κεντρικός ‘παίκτης’ για τον Τραμπ είναι η Σαουδική Αραβία .

Ο Στήβεν Κουκ, ανώτερος συνεργάτης στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, σημείωσε σε πρόσφατη έκθεση ότι τα κράτη του Κόλπου βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Βρίσκονται στην πρώτη γραμμή ενός πολέμου που δεν επιθυμούσαν, αλλά ταυτόχρονα θέλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες να ολοκληρώσουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αν η κυβέρνηση Τραμπ τερματίσει πρόωρα τις επιχειρήσεις και επιτρέψει στο Ιράν να ελέγξει τα Στενά του Ορμούζ, οι χώρες αυτές θα καταστούν πιο ευάλωτες.

Στις 26 Μαρτίου, ο Τραμπ ανακοίνωσε καθυστέρηση δέκα ημερών σε ενδεχόμενα πλήγματα κατά ιρανικών ενεργειακών εγκαταστάσεων, επικαλούμενος πρόοδο στις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη. Είχε προηγουμένως ζητήσει από το Ιράν να αποκαταστήσει την εμπορική διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ εντός 48 ωρών, διαφορετικά θα αντιμετώπιζε πλήγματα, ωστόσο στη συνέχεια παρέτεινε την προθεσμία κατά πέντε ημέρες, επικαλούμενος εκ νέου πρόοδο στις συνομιλίες. Η νέα προθεσμία έχει οριστεί για τις 6 Απριλίου.

Τον Μάιο του 2025, ο Τραμπ επέλεξε τη Σαουδική Αραβία ως πρώτο σταθμό της πρώτης μεγάλης διεθνούς περιοδείας της δεύτερης θητείας του. Τον περασμένο Νοέμβριο, υποδέχθηκε στον Λευκό Οίκο τον πρίγκιπα διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, με τον οποίον συνυπέγραψε συμφωνίες στους τομείς της άμυνας, της πυρηνικής ενέργειας και της τεχνητής νοημοσύνης.

Το Δημόσιο Επενδυτικό Ταμείο αποτελεί το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Σαουδικής Αραβίας και διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία ύψους σχεδόν 925 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το ταμείο επενδύει σε μεγάλα έργα υποδομών στη Σαουδική Αραβία, καθώς και σε τομείς όπως η τεχνολογία, η ψυχαγωγία, ο αθλητισμός, η ανανεώσιμη ενέργεια και τα ηλεκτρικά οχήματα.

Σύμφωνα με τους διοργανωτές, σχεδόν 1.500 προσκεκλημένοι συμμετείχαν στη φετινή, κλειστού τύπου διάσκεψη, η οποία αποσκοπεί στη διασύνδεση αμερικανικών εταιρειών με τους σημαντικούς επενδυτικούς πόρους της Σαουδικής Αραβίας. Στη σύνοδο, που πραγματοποιήθηκε στο πολυτελές ξενοδοχείο Faena στο Μαϊάμι, μίλησαν επίσης ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο ειδικός απεσταλμένος για τη Μέση Ανατολή Στηβ Γουίτκοφ.

Κατά τη διάρκεια συζήτησης στο πλαίσιο της διάσκεψης, ο τελευταίος αναφέρθηκε στις δημόσιες δηλώσεις του Ιράν ότι δεν διεξάγει συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες, σημειώνοντας ότι οι δύο πλευρές ενδέχεται να έχουν διαφορετικό ορισμό για το τι συνιστά διαπραγμάτευση. Όπως παρατήρησε, ορισμένοι ηγέτες του ιρανικού καθεστώτος ενδέχεται να μην μπορούν να αναγνωρίσουν δημοσίως ότι διεξάγονται συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Εξέφρασε την εκτίμηση ότι εντός της εβδομάδας θα πραγματοποιηθούν συναντήσεις, τις οποίες αντιμετωπίζει με αισιοδοξία, ενώ σημείωσε ότι η διέλευση πλοίων αποτελεί θετικό σημάδι. Ανέφερε επίσης ότι μια συμφωνία δεκαπέντε (15) σημείων είναι εδώ και καιρό υπό συζήτηση και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αναμένουν την απάντηση του Ιράν.

Προσδοκίες για αλλαγές στη Μέση Ανατολή

Στις 27 Φεβρουαρίου, στις 15:38 (ώρα Ανατολικής Ακτής ΗΠΑ), ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ ταξίδευε προς το Τέξας με το προεδρικό αεροσκάφος Air Force One, όταν έδωσε την εντολή στις αμερικανικές δυνάμεις να πλήξουν το Ιράν, εγκρίνοντας την επιχείρηση «Epic Fury» και δίνοντας εντολή να μην υπάρξει καμία ακύρωση της αποστολής.

Η οδηγία εκδόθηκε έπειτα από μήνες κλιμακούμενων εντάσεων με την Τεχεράνη σχετικά με τις πυρηνικές της φιλοδοξίες και αποτελεί μία από τις πιο καθοριστικές αποφάσεις της προεδρίας Τραμπ, η οποία δεν αποκλείεται να αναδιαμορφώσει τη Μέση Ανατολή.

Σχεδόν δέκα ώρες αργότερα, αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις εξαπέλυσαν συντονισμένη επίθεση, στέλνοντας περισσότερα από εκατό αεροσκάφη στον ουρανό σε ένα «ενιαίο, συγχρονισμένο κύμα», όπως δήλωσε στις 2 Μαρτίου σε δημοσιογράφους ο πρόεδρος του Μεικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, στρατηγός Νταν Κέιν.

Ο ανώτατος ηγέτης Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος κυβερνούσε το Ιράν από το 1989, συγκαταλέγεται μεταξύ των νεκρών των πρώτων ωρών της επιχείρησης. Εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε σύσκεψη με το πολεμικό του συμβούλιο μέσα σε ασφαλές συγκρότημα στο κέντρο της Τεχεράνης, καθώς η ιρανική ηγεσία θεωρούσε βέβαιο ότι δεν θα σημειωνόταν επίθεση εκείνη την ώρα της ημέρας — εκτίμηση που αποδείχθηκε λανθασμένη.

Δορυφορική άποψη της Τεχεράνης, όπου φαίνεται μαύρος καπνός να υψώνεται και εκτεταμένες ζημιές στο συγκρότημα του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, μετά τα πλήγματα των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Ιράν, 28 Φεβρουαρίου 2026. (Pleiades Neo (c) Airbus DS 2026/Παραχώρηση μέσω REUTERS)

 

Σε συνεντεύξεις που παραχώρησε σε διάφορα μέσα ενημέρωσης, ο Τραμπ εμφανίστηκε έκπληκτος από τον ρυθμό της επιχείρησης, επισημαίνοντας ότι η εκστρατεία εξελίσσεται πιο γρήγορα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα. Όπως είπε, είχε εκτιμήσει ότι για να εξουδετερωθεί η ανώτατη ηγεσία του Ιράν θα χρειάζονταν έως και τέσσερις εβδομάδες.

Η αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική επιχείρηση σκότωσε 49 ανώτατους αξιωματούχους του καθεστώτος την πρώτη ημέρα, ενώ σύμφωνα με τον Τραμπ η Τεχεράνη προσπαθεί τώρα να καλύψει τα κενά στις θέσεις εξουσίας.

Παρότι ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται βέβαιος για την επιτυχία της επιχείρησης, στο εσωτερικό των ΗΠΑ αυξάνονται οι επικρίσεις. Αντιδράσεις εκφράστηκαν όχι μόνο από Δημοκρατικούς αλλά και από ορισμένες προβεβλημένες προσωπικότητες του ίδιου του κινήματος MAGA του Τραμπ, οι οποίες αμφισβήτησαν την αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Τζόελ Ρούμπιν (Joel Rubin), ειδικό σε θέματα Μέσης Ανατολής και πρώην αξιωματούχο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα, πολλοί άλλοι υποστηρίζουν σιωπηρά τη στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν.

Όπως δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times, το Ιράν αποτελεί αντίπαλο των Ηνωμένων Πολιτειών για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες και το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι τι θα συμβεί στη συνέχεια, καθώς οι εξελίξεις εκεί θα καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο θα αξιολογηθεί η επιχείρηση.

Εντεινόμενη αβεβαιότητα στο Ιράν

Ο Χαμενεΐ ηγήθηκε του Ιράν για σχεδόν 36 χρόνια, και ήταν ο μακροβιότερος ανώτατος ηγέτης στην ιστορία της χώρας. Διέθετε απόλυτη και αδιαμφισβήτητη εξουσία σε όλες τις κρατικές υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένου του διορισμού βασικών αξιωματούχων.

Πλέον, στο Ιράν επικρατεί αβεβαιότητα. Με μεγάλο μέρος της ανώτατης στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας να έχει εξουδετερωθεί, συγκροτήθηκε τριμελές συμβούλιο που έχει αναλάβει την προσωρινή διακυβέρνηση, ενώ πολλοί Αμερικανοί ανησυχούν για το πώς θα μεταβληθεί το πολιτικό περιβάλλον μετά τον πόλεμο και κατά πόσο οι Ιρανοί θα μπορέσουν να αποκτήσουν τον έλεγχο της κυβέρνησής τους.

Ο Τραμπ έχει υποδείξει ότι δεν υπάρχει ανάγκη ανάπτυξης αμερικανικών στρατευμάτων στο έδαφος. Σε πρόσφατα μηνύματά του προς τον ιρανικό λαό ανέφερε ότι το μέλλον της χώρας βρίσκεται στα χέρια των ίδιων των πολιτών. Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα, την 1η Μαρτίου, σημείωσε ότι είχε δώσει μια υπόσχεση και την τήρησε, προσθέτοντας ότι τα επόμενα βήματα εξαρτώνται από τους ίδιους τους Ιρανούς, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι εκεί για να βοηθήσουν.

Σύμφωνα με τον Τραμπ, το χειρότερο σενάριο θα ήταν η ανατροπή του σημερινού καθεστώτος και η αντικατάστασή του από μια εξίσου προβληματική ηγεσία. Κατά τη διάρκεια συνάντησης με τον καγκελάριο της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς στον Λευκό Οίκο, στις 3 Μαρτίου, ανέφερε ότι πολλές πολιτικές προσωπικότητες που θεωρούνταν πιθανοί διάδοχοι έχουν πλέον σκοτωθεί και ότι εμφανίζεται τώρα μια νέα ομάδα πιθανών διαδόχων, αν και σύμφωνα με ορισμένες αναφορές ίσως και αυτά τα πρόσωπα να έχουν επίσης σκοτωθεί, εκτιμώντας ότι ενδέχεται σύντομα να εμφανιστεί και ένα τρίτο κύμα υποψηφίων.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μιλά κατά τη διάρκεια συνάντησης με τον καγκελάριο της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς στον Λευκό Οίκο. Ουάσιγκτον, 3 Μαρτίου 2026. (ANDREW CABALLERO-REYNOLDS / AFP μέσω Getty Images)

 

Την ίδια στιγμή, ορισμένοι Ιρανοαμερικανοί προτρέπουν την Ουάσιγκτον να εξετάσει το ενδεχόμενο στήριξης του Ρεζά Παχλαβί, πρωτότοκου γιου του τελευταίου σάχη του Ιράν, ως πιθανής μεταβατικής προσωπικότητας που θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα σε δημοκρατικές εκλογές.

Ο Τραμπ, ωστόσο, εμφανίστηκε επιφυλακτικός ως προς αυτή την προοπτική. Σε δηλώσεις του, στις 3 Μαρτίου, προς δημοσιογράφους ανέφερε ότι πιθανόν θα ήταν καταλληλότερο να προκύψει μια ηγετική μορφή από το εσωτερικό της χώρας, προσθέτοντας ότι θα φανεί τι θα συμβεί, αλλά προτεραιότητα είναι να ολοκληρωθεί πρώτα η στρατιωτική επιχείρηση.

Σύμφωνα με τον Ρούμπιν, εάν η Ισλαμική Δημοκρατία αποδυναμωθεί, ενδέχεται να δημιουργηθούν ευκαιρίες για την ανάδειξη πιο μετριοπαθών και πραγματιστών ηγετών στο Ιράν.

Οι πιθανές επιπτώσεις στη Μέση Ανατολή

Ορισμένοι παρατηρητές εκτιμούν ότι υπάρχει η πιθανότητα τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα να μεταβάλουν δραματικά το τοπίο της Μέσης Ανατολής.

Ο ειδικός σε θέματα εξωτερικής πολιτικής Μάικλ Γουόλς (Michael Walsh) υποστήριξε ότι, μετά τις επιθέσεις της Χαμάς κατά του Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023, το περιφερειακό δίκτυο οργανώσεων που υποστηρίζεται από το Ιράν, ιδιαίτερα η Χαμάς και η Χεζμπολάχ, έχει αποδυναμωθεί σημαντικά και δεν λειτουργεί πλέον τόσο αποτελεσματικά ως αποτρεπτικός μηχανισμός. Για χρόνια, το Ιράν βασιζόταν σε αυτές τις ομάδες για να αποθαρρύνει αμερικανικά ή ισραηλινά στρατιωτικά πλήγματα, απειλώντας με περιφερειακή αποσταθεροποίηση.

Σύμφωνα με τον Γουόλς, η Τεχεράνη έχει μεταβάλει τη στρατηγική της, ενισχύοντας τους τελευταίους μήνες τις δικές της δυνατότητες αποτροπής, ιδιαίτερα το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων, και επιδιώκοντας συνεργασίες με χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Βόρεια Κορέα. Παρότι οι οργανώσεις-σύμμαχοι του Ιράν παραμένουν ενεργές, το μέλλον τους είναι αβέβαιο, αφού θα χάσουν τον βασικό κρατικό υποστηρικτή τους, εάν το καθεστώς στο Ιράν καταρρεύσει.

Η αποδόμηση της ηγεσίας της Τεχεράνης και η αποδυνάμωση του δικτύου οργανώσεων τις οποίες στηρίζει θα αναδιαμορφώσουν την περιοχή και να ανοίξουν τον δρόμο για μεγαλύτερη σταθερότητα, σύμφωνα με τον Μπιτζάν Κιαν (Bijan Kian), πρώην Αμερικανό αξιωματούχο που υπηρέτησε στις κυβερνήσεις των προέδρων Τζορτζ Μπους και Μπαράκ Ομπάμα. Ο Κιαν δήλωσε στην Epoch Times ότι η περιοχή οδηγείται προς μια εντελώς διαφορετική Μέση Ανατολή, εκτιμώντας ότι η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν αποτελεί σήμερα τη μεγαλύτερη απειλή στην περιοχή και ότι η απομάκρυνση αυτού του καθεστώτος θα δημιουργήσει μια ειρηνική και ευημερούσα Μέση Ανατολή. Πρόσθεσε επίσης ότι ενδέχεται περισσότερες χώρες να ενταχθούν στις Συμφωνίες του Αβραάμ με το Ισραήλ.

Καθώς η αμερικανοϊσραηλινή επιχείρηση εξουδετέρωσε σημαντικό μέρος της ηγεσίας εθνικής ασφάλειας του Ιράν, διαταράσσοντας ολόκληρες αλυσίδες διοίκησης, το καθεστώς στο Ιράν αγωνίζεται πλέον για την επιβίωσή του χωρίς σαφή στρατηγική και χωρίς σταθερή ηγεσία, σύμφωνα με τον Άλεξ Βατάνκα (Alex Vatanka), ανώτερο ερευνητή στο Middle East Institute.

Σε πρόσφατη έκθεσή του σημείωσε ότι οι επιθέσεις που καθοδηγούνται από το Ιράν εναντίον αμερικανικών βάσεων στην περιοχή, του Ισραήλ και κρατών του Κόλπου έχουν σχεδιαστεί ώστε να μεταδώσουν μήνυμα αντοχής. Σύμφωνα με τον Βατάνκα, η Τεχεράνη πιστεύει ότι επιβάλλοντας συνεχή πλήγματα στους αντιπάλους της μπορεί να αναγκάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ να επανεξετάσουν τον ρυθμό ή την έκταση των επιχειρήσεών τους, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ένα ρίσκο που προκύπτει από την ανάγκη.

Από σύμμαχος, εχθρός

Μετά την επανάσταση του 1979, το Ιράν μετατράπηκε από κοσμική μοναρχία υπό τον σάχη Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί σε Ισλαμική Δημοκρατία, εξέλιξη που συνοδεύτηκε από ευρείς κοινωνικούς περιορισμούς και αυστηρούς θρησκευτικούς κανόνες, όπως η υποχρεωτική μαντίλα για τις γυναίκες , ενώ άλλαξε και η εξωτερική πολιτική της χώρας απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.

Το ίδιο έτος, Ιρανοί μαχητές κατέλαβαν την πρεσβεία των ΗΠΑ και κράτησαν ομήρους 52 Αμερικανούς για 444 ημέρες, οδηγώντας σε σοβαρή κρίση και στη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν βαριές οικονομικές κυρώσεις.

Κατά τη συνάντησή του με τον Μερτς, ο Τραμπ έκανε λόγο για ένα εξαιρετικά κακό καθεστώς και για μια ιδεολογία χωρίς προηγούμενο.

Ο Αμερικανός πρόεδρος απέρριψε τους ισχυρισμούς ότι πιέστηκε από το Ισραήλ να διατάξει την επίθεση, σημειώνοντας ότι ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις με Ιρανούς αξιωματούχους για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Τεχεράνη επρόκειτο να επιτεθεί πρώτη. Κατά την εκτίμησή του, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ενεργούσαν, το Ιράν θα εξαπέλυε πρώτο επίθεση.

Η απόφαση του Τραμπ να ξεκινήσει στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν φάνηκε σε πολλούς παρατηρητές αντιφατική, ιδίως σε σχέση με τη νέα στρατηγική εθνικής ασφαλείας της κυβέρνησής του, η οποία σηματοδοτεί στροφή στρατηγικής προς το δυτικό ημισφαίριο και λιγότερη έμφαση στη Μέση Ανατολή.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Γουόλς, το Ιράν αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση. Η λήψη αποφάσεων από έναν ηγέτη συχνά σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνονται αποφάσεις που δεν είναι δημοφιλείς, και ο Τραμπ εμφανίζεται πρόθυμος να αναλάβει το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας επιλογής, καθώς πιστεύει πραγματικά ότι το Ιράν συνιστά απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Τραμπ ανακοινώνει δέσμευση 10 δισ. δολαρίων των ΗΠΑ για το Συμβούλιο Ειρήνης

Την αμερικανική δέσμευση ύψους 10 δισ. δολαρίων στο νεοσύστατο Συμβούλιο Ειρήνης ανακοίνωσε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στις 19 Φεβρουαρίου, κατά την εναρκτήρια συνεδρίαση του οργάνου στην Ουάσιγκτον. Η συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις του Ινστιτούτου Ειρήνης Ντόναλντ Τζ. Τραμπ, συγκέντρωσε αρχηγούς κρατών και εκπροσώπους από περισσότερες από είκοσι χώρες, με αντικείμενο το αμερικανικό σχέδιο για αποστρατιωτικοποίηση και ανασυγκρότηση της Γάζας.

«Πρόκειται για το πιο διακεκριμένο συμβούλιο που έχει συσταθεί ποτέ. Έχω δει πολλά εντυπωσιακά διοικητικά συμβούλια, αλλά αυτό τα ξεπερνάει όλα», δήλωσε ο Τραμπ, εκθειάζοντας τα μέλη του νέου διεθνούς οργανισμού. «Τα άλλα μοιάζουν ασήμαντα μπροστά σε αυτό το συμβούλιο».

Στην εναρκτήρια ομιλία του, ο Τραμπ υπογράμμισε τη σημασία της ενότητας και της κοινής αποφασιστικότητας για την επίτευξη ειρήνης στη Γάζα. «Εργαζόμαστε από κοινού για να διασφαλίσουμε ένα καλύτερο μέλλον για τον λαό της Γάζας, για τη Μέση Ανατολή και όλον τον κόσμο», ανέφερε, προσθέτοντας πως «δεν υπάρχει τίποτα σημαντικότερο από την ειρήνη».

Ευχαρίστησε τους ηγέτες του Καζακστάν, του Αζερμπαϊτζάν, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Μαρόκου, του Μπαχρέιν, του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας, του Ουζμπεκιστάν και του Κουβέιτ για τη συλλογική τους συνεισφορά, που ξεπερνά τα 7 δισ. δολάρια. Ο Τραμπ εγκαινίασε επισήμως το Συμβούλιο Ειρήνης στις 22 Ιανουαρίου, στο Νταβός της Ελβετίας, υπογράφοντας το καταστατικό του και ιδρύοντας έναν φορέα που θα εποπτεύει τη διαδικασία ειρήνευσης μεταξύ Ισραήλ και της Χαμάς, όπως και την αντιμετώπιση άλλων παγκόσμιων συγκρούσεων.

Ο ίδιος θα προεδρεύει του συμβουλίου, το οποίο θα έχει εντολή να διαχειριστεί την ανασυγκρότηση, την ασφάλεια και τη διακυβέρνηση της Γάζας κατά τη μεταβατική περίοδο. Το συμβούλιο αριθμεί ήδη περισσότερα από είκοσι μέλη, που έχουν δεσμευτεί τόσο σε οικονομική στήριξη όσο και στην αποστολή προσωπικού για τον τομέα της ασφάλειας στη Γάζα.

Κατά τη σχεδόν 45λεπτη ομιλία του, ο Τραμπ παρέπεμψε στους πολέμους που έχουν λήξει κατά τη διάρκεια της προεδρίας του και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο το Συμβούλιο Ειρήνης να διευρύνει το πεδίο δράσης του για την προώθηση της ειρήνης παγκοσμίως στο μέλλον. Εν μέσω εντεινόμενης έντασης με το Ιράν, ο Τραμπ προειδοποίησε εκ νέου την Τεχεράνη. «Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για να αποφασίσει το Ιράν να πορευτεί μαζί μας», δήλωσε. «Δεν μπορούν να συνεχίσουν να απειλούν τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής, πρέπει να συμφωνήσουν σε μία λύση». Ανέφερε ότι εντός των προσεχών δέκα ημερών αναμένεται να αποσαφηνιστεί εάν θα υπάρξει συμφωνία ή όχι. «Αν δεν βρεθεί συμφωνία, θα ακολουθήσουν δυσάρεστα γεγονότα», προειδοποίησε.

Ο Τραμπ ανακοίνωσε ακόμη πως η Νορβηγία έχει συμφωνήσει να φιλοξενήσει μελλοντική συνεδρίαση του Συμβουλίου Ειρήνης. Η FIFA, όπως είπε, θα συγκεντρώσει 75 εκατ. δολάρια για έργα στη Γάζα, ενώ το Γραφείο Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ κινητοποιεί βοήθεια ύψους 2 δισ. δολαρίων. Η Ιαπωνία θα διοργανώσει ξεχωριστή εκστρατεία συγκέντρωσης βοήθειας.

Στις 16 Ιανουαρίου, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε τον διορισμό σειράς αξιωματούχων της κυβέρνησης των ΗΠΑ και διεθνών προσωπικοτήτων σε θέσεις-κλειδιά του Συμβουλίου Ειρήνης, με αποστολή να παρέχουν στρατηγική καθοδήγηση, να κινητοποιήσουν διεθνείς πόρους και να διασφαλίσουν τη λογοδοσία καθ’ όλη τη μεταβατική περίοδο και την ανασυγκρότηση της Γάζας.

Κατά την ομιλία του, ο Τραμπ αναγνώρισε την παρουσία πολλών ηγετών, εναλλάσσοντας επαίνους με χιούμορ. Στάθηκε αρχικά στη συμφωνία ειρήνης μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας, έπειτα από δεκαετίες σύγκρουσης, και ανακάλεσε την πρώτη του συνάντηση με τον πρωθυπουργό της Αρμενίας Νικόλ Πασινιάν και τον πρόεδρο του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγιεφ, στον Λευκό Οίκο. «Και οι δυο είναι σκληρά καρύδια», είπε χαρακτηριστικά. «Νομίζετε ότι ήταν εύκολο; Δεν ήταν καθόλου εύκολο».

Αναφέρθηκε επίσης στον πρόεδρο της Αργεντινής, Χαβιέρ Μιλέι, και τον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, Βίκτορ Ορμπάν, σημειώνοντας ότι ορισμένοι ηγέτες, όπως ο Μιλέι, κέρδισαν με συντριπτική διαφορά όταν τους υποστήριξε. «Δεν αρέσει σε όλους τους Ευρωπαίους αυτή η στήριξη, αλλά δεν πειράζει», πρόσθεσε για τον Ορμπάν.

Ο Αμερικανός πρόεδρος εξήρε τον πρωθυπουργό του Κατάρ, σεΐχη Μοχάμεντ Μπιν Αμπντουραχμάν αλ Θάνι, χαρακτηρίζοντάς τον «σπουδαίο άνθρωπο και ισχυρό σύμμαχο». «Πάντα λέω ότι χρειάζεστε ένα γραφείο δημοσίων σχέσεων», αστειεύτηκε ο Τραμπ. «Κάνετε τόσο καλό, και η εικόνα σας σας αδικεί, ενώ βοηθάτε πάρα πολύ».

Δε δίστασε να πειράξει και τον υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, υπενθυμίζοντας τη σύντομη ομιλία του στο Μόναχο που απέσπασε θερμό χειροκρότημα. «Μάρκο, μη γίνεις καλύτερος απ’ όσο ήσουν στο Μόναχο γιατί τότε… δε θα κάθεσαι εδώ», σχολίασε γελώντας.

Την παραμονή της συγκέντρωσης, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι περισσότερες από σαράντα χώρες και η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφώνησαν να αποστείλουν εκπροσώπους στην πρώτη συνεδρίαση του Συμβουλίου, ακόμη και ορισμένα κράτη που δεν αποδέχτηκαν την πρόσκληση Τραμπ να ενταχθούν ως μέλη. Παρόντα ήταν τα κράτη: Αλβανία, Αργεντινή, Αρμενία, Αυστρία, Αζερμπαϊτζάν, Μπαχρέιν, Βουλγαρία, Καμπότζη, Κροατία, Κύπρος, Τσεχία, Αίγυπτος, Ελ Σαλβαδόρ, Φινλανδία, Γερμανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ινδία, Ινδονησία, Ισραήλ, Ιταλία, Ιαπωνία, Ιορδανία, Καζακστάν, Κόσοβο, Κουβέιτ, Μεξικό, Μογγολία, Μαρόκο, Ολλανδία, Νορβηγία, Ομάν, Πακιστάν, Παραγουάη, Πολωνία, Κατάρ, Ρουμανία, Σαουδική Αραβία, Σλοβακία, Νότια Κορέα, Ελβετία, Ταϊλάνδη, Τουρκία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ηνωμένο Βασίλειο, Ουζμπεκιστάν και Βιετνάμ.

Κανένας εκπρόσωπος από τη Δυτική Ευρώπη δεν παρέστη στην τελετή υπογραφής στο Νταβός. Αρκετά κράτη, μεταξύ των οποίων και η Γαλλία, είχαν προηγουμένως αρνηθεί να συμμετάσχουν στο συμβούλιο, εκφράζοντας ανησυχίες ότι ο νέος οργανισμός θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ανταγωνιστή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ).

Στην εκτελεστική επιτροπή του Συμβουλίου Ειρήνης τοποθετήθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Μάρκο Ρούμπιο, ο ειδικός απεσταλμένος του προέδρου Στηβ Γουίτκοφ, ο σύμβουλος και γαμπρός του Τραμπ Τζάρεντ Κούσνερ και ο πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας Τόνυ Μπλαιρ.

Μήνυμα στρατηγικής αναθεώρησης από τον Ρούμπιο στο Μόναχο

Η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ολοκληρώθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2026, όμως η ομιλία του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη.

Στη φετινή διοργάνωση, ο Ρούμπιο εκφώνησε ομιλία στις 14 Φεβρουαρίου 2026, απευθύνοντας μια ισχυρή προειδοποίηση προς τους Ευρωπαίους ηγέτες, λέγοντας ότι από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έχουν εγκλωβιστεί σε μια «επικίνδυνη αυταπάτη». Υποστήριξε ότι η «ευφορία αυτού του θριάμβου» οδήγησε σε μια εσφαλμένη πεποίθηση πως κάθε χώρα θα μετατρεπόταν σε φιλελεύθερη δημοκρατία, πως τα σύνορα δεν θα είχαν πλέον σημασία και πως οι κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου θα αντικαθιστούσαν τα εθνικά οικονομικά συμφέροντα.

Η ομιλία του έκανε πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες να νιώσουν άβολα, ωστόσο ο ίδιος έλαβε θερμό χειροκρότημα με το ακροατήριο όρθιο. Παρατηρητές ανέφεραν ότι το μήνυμά του έμοιαζε με προγενέστερες προειδοποιήσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προς την Ευρώπη, αν και παρουσιάστηκε με πιο στρατηγικό τρόπο. Ο Φρεντ Φλάιτζ, ο οποίος υπηρέτησε στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ, είπε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι αυτό που φάνηκε ήταν ένα «υπόδειγμα διπλωματίας» από έναν Αμερικανό πολιτικό με σημαντική εμπειρία.

Σύμφωνα με τον Φλάιτζ, η αποτελεσματική στρατηγική του Ρούμπιο ήταν ότι άνοιξε την ομιλία του απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς πως η κυβέρνηση Τραμπ είναι αντιευρωπαϊκή, ότι σχεδιάζει να αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ ή ότι πιστεύει πως έχει τελειώσει η παγκόσμια τάξη που βασίζεται σε κανόνες. Ο ίδιος, που σήμερα είναι αντιπρόεδρος στο America First Policy Institute, πρόσθεσε ότι ο Ρούμπιο το πέτυχε εξηγώντας πως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη έχουν μια μακρά και ιστορική σχέση, πως οι ΗΠΑ χρειάζονται την Ευρώπη και πως η Αμερική είναι «παιδί της Ευρώπης».

Κατά την ομιλία του, ο Ρούμπιο υπογράμμισε τους ισχυρούς ιστορικούς δεσμούς μεταξύ των δύο πλευρών, οι οποίοι, όπως είπε, έχουν ρίζες στην «κοινή ιστορία, τη χριστιανική πίστη, τον πολιτισμό, την κληρονομιά, τη γλώσσα, την καταγωγή και τις θυσίες που έκαναν μαζί οι πρόγονοί μας».

Η ομιλία του Ρούμπιο θεωρήθηκε λιγότερο συγκρουσιακή από εκείνη του αντιπροέδρου Τζ. Ντ. Βανς, ο οποίος τον Φεβρουάριο 2025, στην ίδια διάσκεψη, είχε επικρίνει Ευρωπαίους ηγέτες ότι περιορίζουν την ελευθερία του λόγου και επιτρέπουν τη μαζική μετανάστευση, υποστηρίζοντας ότι η μεγαλύτερη απειλή για την Ευρώπη είναι «η απειλή από μέσα, η υποχώρηση της Ευρώπης από ορισμένες από τις πιο θεμελιώδεις αξίες της — αξίες που μοιράζεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής».

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες υποδέχθηκαν θετικά τον τόνο του Ρούμπιο. Ο Λουκ Νίκτερ, καθηγητής προεδρικών σπουδών στο Chapman University στο Όραντζ της Καλιφόρνια, είπε στην Epoch Times ότι η ομιλία περιείχε πολλά και δεν ήταν μόνο «μαστίγιο», αλλά είχε και αρκετό «καρότο», προσθέτοντας ότι σε μεγάλο τμήμα της ομιλίας ο υπουργός Εξωτερικών εξέφρασε την επιθυμία του να γίνει η Ευρώπη ισχυρότερη πολιτισμικά, οικονομικά και στρατιωτικά.

Σύμφωνα με τον Φλάιτζ, η ομιλία θα ενθαρρύνει κινήματα της αντιπολίτευσης στην Ευρώπη, καθώς οι σημερινοί ηγέτες δεν πρόκειται, όπως υποστήριξε, να αλλάξουν στάση ως προς τη μετανάστευση και το κλίμα. Πρόσθεσε ότι κινήματα της αντιπολίτευσης στη Γαλλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γερμανία ήδη κάνουν εκστρατείες πάνω σε αυτά τα ζητήματα και ότι η παρέμβαση Ρούμπιο θα τους δώσει επιχειρήματα, εκτιμώντας πως αν οι σημερινοί ηγέτες δεν αλλάξουν πολιτική, θα απομακρυνθούν μέσω της κάλπης.

Η ελεγχόμενη παρακμή της Δύσης

Ο Ρούμπιο επέκρινε πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, τις οποίες χαρακτήρισε ως παράγοντες που συνέβαλαν σε αυτό που αποκάλεσε «ελεγχόμενη παρακμή της Δύσης», σημειώνοντας ότι αυτά τα λάθη έγιναν από κοινού. Υποστήριξε ότι η υπερβολική διόγκωση των κρατών πρόνοιας έγινε σε βάρος της εθνικής άμυνας, επισημαίνοντας ότι αντίπαλοι των ΗΠΑ αύξησαν τις στρατιωτικές δαπάνες και χρησιμοποίησαν σκληρή ισχύ για να προωθήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα, και κάλεσε την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική της άμυνα.

Συνέχισε λέγοντας ότι, «για να κατευναστεί μια λατρεία του κλίματος», επιβλήθηκαν ενεργειακές πολιτικές που φτωχαίνουν τους πολίτες, ενώ χαρακτήρισε «ανόητες» τις πολιτικές δεκαετιών αποβιομηχάνισης και απώλειας κυριαρχίας στις αλυσίδες εφοδιασμού. Πρόσθεσε ότι η μαζική μετανάστευση παραμένει κρίση που αποσταθεροποιεί κοινωνίες σε ολόκληρη τη Δύση και ανέφερε ότι, υπό τον Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες εργάζονται πλέον για να διορθώσουν την πορεία τους, καλώντας την Ευρώπη να συμμετάσχει σε αυτή την προσπάθεια.

Ο Μάικλ Γουόλς, ειδικός στην εξωτερική πολιτική, είπε στην Epoch Times σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι η ομιλία ήταν συνεπής με το πρόσφατα δημοσιοποιημένο στρατηγικό σχέδιο της υπηρεσίας για το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ και ότι αυτό ήταν το βασικό θέμα για τον ευρωπαϊκό πυλώνα, παρουσιασμένο απλώς με λιγότερο τυποποιημένο ύφος. Η έκθεση που δημοσιοποιήθηκε τον Ιανουάριο ανέφερε ότι η Ευρώπη πρέπει να ανακτήσει τη δύναμή της «για να παραμείνει χρήσιμος εταίρος για τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Η αντίδραση της Ευρώπης

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες απάντησαν με μετρημένες αντιδράσεις. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είπε στο γερμανικό μέσο Deutsche Welle ότι ένιωσε σε μεγάλο βαθμό καθησυχασμένη από τον Ρούμπιο, προσθέτοντας ότι τον γνωρίζουν και ότι είναι καλός φίλος και ισχυρός σύμμαχος. Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ δήλωσε στο ίδιο μέσο ότι δεν υπάρχει εκατό τοις εκατό ταύτιση προτεραιοτήτων μεταξύ των δύο πλευρών, αλλά εκτίμησε ότι υπάρχει κοινό έδαφος για ένα φωτεινό μέλλον μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης.

Σε συζήτηση πάνελ στο πλαίσιο της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου που φιλοξενήθηκε από το Euronews, η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κάγια Κάλας απέρριψε την άποψη ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή, λέγοντας ότι, αντίθετα με όσα υποστηρίζουν ορισμένοι, η «αφυπνισμένη» και παρακμασμένη Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει πολιτισμική εξαφάνιση και ότι εξακολουθούν να υπάρχουν χώρες που επιθυμούν να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σύμφωνα με παρατηρητές, πολλοί Ευρωπαίοι πολιτικοί ήταν δυσαρεστημένοι με το μήνυμα, αν και απέφυγαν να το επικρίνουν δημόσια. Ο Νίκτερ σχολίασε ότι οι περισσότεροι βλέπουν την πολιτική από τις «φθηνές θέσεις», όπου μοιάζει με ένα είδος θεάτρου τελετουργικής παράστασης, και ότι όσα λέγονται δημόσια μπορεί να διαφέρουν σημαντικά από όσα λέγονται κατ’ ιδίαν. Ο Φλάιτζ ανέφερε ότι, παρότι οι περισσότεροι χειροκρότησαν έντονα τον Ρούμπιο, δεν τους άρεσε η ομιλία, προσθέτοντας ότι δεν επιθυμούν να αλλάξουν τις πολιτικές τους.

Δεν είναι σαφές αν ο Ρούμπιο έγραψε ο ίδιος την ομιλία του ή αν έλαβε βοήθεια από συντάκτη ομιλιών, καθώς το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο. Πριν ενταχθεί στην κυβέρνηση Τραμπ ως υπουργός Εξωτερικών, εκπροσώπησε τη Φλόριντα στη Γερουσία των ΗΠΑ από το 2011 έως τον Ιανουάριο 2025, υπηρετώντας σε βασικές επιτροπές, μεταξύ των οποίων η Επιτροπή Πληροφοριών και η Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας. Σύμφωνα με τον Φλάιτζ, το υπόβαθρο και η εμπειρία του εξηγούν την αυθεντία που εξέπεμψε κατά την ομιλία, επισημαίνοντας ότι δεν επρόκειτο απλώς για ανάγνωση κειμένου, αλλά ότι γνώριζε σε βάθος το αντικείμενο.

Καμία οριστική συμφωνία μετά τη συνάντηση με τον Νετανιάχου

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποδέχθηκε τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο στις 11 Φεβρουαρίου, εν μέσω συνεχιζόμενων εντάσεων με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Μετά τη συνάντηση, ο Τραμπ δήλωσε ότι δεν επιτεύχθηκε τελική συμφωνία. Ο Νετανιάχου αναμενόταν να επιδιώξει την ενσωμάτωση των ανησυχιών του Ισραήλ για την ασφάλειά του σε οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία με την Τεχεράνη.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Τραμπ χαρακτήρισε τη συνάντηση «πολύ καλή», σημειώνοντας ότι δεν υπήρξε κάτι οριστικό, πέραν του ότι ο ίδιος επέμεινε στη συνέχιση των διαπραγματεύσεων με το Ιράν, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν μπορεί να συναφθεί συμφωνία. Πρόσθεσε ότι, εφόσον αυτό καταστεί δυνατό, είχε καταστήσει σαφές στον πρωθυπουργό πως αυτή θα ήταν η προτιμητέα εξέλιξη. Αν δεν καταστεί δυνατό, ανέφερε ότι θα φανεί ποιο θα είναι το αποτέλεσμα.

Αυτή ήταν η έβδομη επίσκεψη του Νετανιάχου στις Ηνωμένες Πολιτείες από τότε που ο Τραμπ ανέλαβε τα καθήκοντά του στις αρχές του 2025. Η συνάντηση ακολούθησε τον πρώτο γύρο συνομιλιών της Ουάσιγκτον με το Ιράν στο Ομάν, στις 6 Φεβρουαρίου.

Ο Νετανιάχου είχε εκφράσει νωρίτερα ανησυχίες για τις συνομιλίες και είχε δηλώσει ότι οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη θα πρέπει να περιλαμβάνουν περιορισμούς στα βαλλιστικά πυραυλικά προγράμματα και τον τερματισμό της υποστήριξης προς τον λεγόμενο ιρανικό άξονα, ο οποίος περιλαμβάνει εξτρεμιστικές οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς, που έχουν χαρακτηριστεί τρομοκρατικές.

Πριν αναχωρήσει για την Ουάσιγκτον, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι θα παρουσίαζε στον Τραμπ αρχές για τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν, οι οποίες είναι σημαντικές όχι μόνο για το Ισραήλ, αλλά και για όλους όσοι επιδιώκουν την ειρήνη και την ασφάλεια.

Ισραηλινοί αξιωματούχοι είχαν περιγράψει τη συνάντηση με τον Τραμπ ως συνεδρίαση στρατηγικού χαρακτήρα, με επίκεντρο τις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Ιράν και τα πιθανά σενάρια σε περίπτωση αποτυχίας των συνομιλιών, συμπεριλαμβανομένου ενδεχόμενου αμερικανικού στρατιωτικού πλήγματος.

Ο Τραμπ έχει πρόσφατα δώσει εντολή για ενίσχυση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή και έχει απειλήσει με νέα πλήγματα κατά του Ιράν, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης σχετικά με το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Στην ίδια ανάρτηση στο Truth Social, ανέφερε ότι την προηγούμενη φορά το Ιράν είχε κρίνει πως το συνέφερε να μην προχωρήσει σε συμφωνία και ότι τότε δέχθηκε το πλήγμα με την «Επιχείρηση Midnight Hammer», κάτι που δεν λειτούργησε υπέρ του. Εξέφρασε την ελπίδα ότι αυτή τη φορά η ιρανική πλευρά θα είναι πιο λογική και υπεύθυνη.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε επίσης ότι στη συνάντηση με τον Νετανιάχου συζητήθηκε «η τεράστια πρόοδος που σημειώνεται στη Γάζα και στην περιοχή γενικότερα», προσθέτοντας ότι, όπως έγραψε, «υπάρχει πραγματικά ειρήνη στη Μέση Ανατολή».

Ο Νετανιάχου έφθασε στην Ουάσιγκτον το βράδυ της 10ης Φεβρουαρίου και λίγο αργότερα συναντήθηκε στην προεδρική επίσημη κατοικία φιλοξενίας Blair House με τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ και τον γαμπρό του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Γουίτκοφ και ο Κούσνερ ενημέρωσαν τον Ισραηλινό ηγέτη για τον πρώτο γύρο συνομιλιών με το Ιράν που πραγματοποιήθηκε στο Ομάν. Ο Νετανιάχου συναντήθηκε επίσης με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο το πρωί της 11ης Φεβρουαρίου στο Blair House και υπέγραψε επισήμως τη συμμετοχή του στο Συμβούλιο της Ειρήνης, διεθνή οργανισμό που ίδρυσε ο Τραμπ για την εποπτεία της Λωρίδας της Γάζας.

Στις 7 Φεβρουαρίου, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί δήλωσε στο Al Jazeera ότι τα πυραυλικά προγράμματα της χώρας του δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Ο Αραγτσί συμμετείχε στην ιρανική αντιπροσωπεία στις συνομιλίες του Ομάν.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο προεδρικό αεροσκάφος Air Force One στις 6 Φεβρουαρίου, ο Τραμπ ανέφερε ότι το Ιράν «θέλει πολύ να συνάψει συμφωνία».

Τον Ιανουάριο, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι είχε διατάξει την αποστολή «μεγάλου στόλου» στην περιοχή του Κόλπου. Το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln και πλοία της ομάδας κρούσης του έχουν έκτοτε ανακατευθυνθεί προς τη Μέση Ανατολή. Εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο αποστολής δεύτερου αεροπλανοφόρου με τη συνοδεία του στην περιοχή, σε περίπτωση αποτυχίας των συνομιλιών.

Σε δηλώσεις του στο Axios στις 10 Φεβρουαρίου, ο Τραμπ ανέφερε ότι ένας στόλος κατευθύνεται ήδη προς την περιοχή και ότι ενδέχεται να ακολουθήσει και δεύτερος. Πρόσθεσε ότι είτε θα επιτευχθεί συμφωνία είτε θα χρειαστεί να ληφθούν πολύ σκληρά μέτρα, όπως την προηγούμενη φορά, αναφερόμενος στα αμερικανικά πλήγματα του Ιουνίου 2025 που στόχευσαν τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Με τη συμβολή του Ryan Morgan

Τραμπ: Η θρησκεία επανέρχεται στις ΗΠΑ

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, απηύθυνε ομιλία στην ετήσια Εθνική Πρωινή Προσευχή, που πραγματοποιήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου στο ξενοδοχείο Ουάσιγκτον Χίλτον, κατά την οποία αναφέρθηκε στις προσπάθειες της κυβέρνησής του για την προστασία των χριστιανών διεθνώς, καθώς και για στην επιστροφή της θρησκείας στη δημόσια ζωή της χώρας.

Η Εθνική Πρωινή Προσευχή λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο στην Ουάσιγκτον, συνήθως την πρώτη Πέμπτη του Φεβρουαρίου. Κατά την πάροδο των ετών, ο θεσμός καθιερώθηκε ως κορυφαίο γεγονός, προσελκύοντας προσωπικότητες από διάφορους χώρους. Αυτή ήταν η έκτη παρουσία του Τραμπ στην εκδήλωση, η οποία έχει στόχο την ενότητα, την πίστη και τον διακομματικό διάλογο.

Ο Τραμπ άνοιξε την ομιλία του δηλώνοντας πως «η θρησκεία είναι πιο ζωντανή από ποτέ» και ότι «υπάρχουν πολλά σημάδια ότι η θρησκεία επιστρέφει». Συνεχίζοντας, σημείωσε: «Έχω κάνει περισσότερα για τη θρησκεία από οποιονδήποτε άλλον πρόεδρο». Και πρόσθεσε με χιουμοριστικό πνεύμα: «Αυτό δεν σημαίνει και πολλά, επειδή οι περισσότεροι πρόεδροι δεν έκαναν και πολλά για τη θρησκεία».

Στην ομιλία του έδωσε έμφαση στις πολιτικές του για τις διεθνείς σχέσεις, την ενέργεια, τη μετανάστευση και την οικονομία, εκφράζοντας την ικανοποίησή του για το κυβερνητικό του επιτελείο: «Φέρνουμε τη χώρα πιο κοντά», ανέφερε, επισημαίνοντας την αυξανόμενη επενδυτική δραστηριότητα. Παράλληλα, ανέδειξε τις πρόσφατες αμερικανικές επιχειρήσεις εναντίον τρομοκρατών της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος (ISIS) στη Νιγηρία. «Όταν οι χριστιανοί δέχονται επίθεση, γνωρίζουν ότι θα δεχτούν βίαιη και σκληρή απάντηση από τον πρόεδρο Τραμπ», παρατήρησε.

Μεταξύ των παρισταμένων ήταν και ο πρόεδρος του Ελ Σαλβαδόρ, Ναγίμπ Μπουκέλε, τον οποίο ο Τραμπ χαρακτήρισε ως «έναν από τους αγαπημένους του ανθρώπους και μεγάλο σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών».

Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του το περασμένο έτος, ο Τραμπ δημιούργησε ειδικό γραφείο θρησκευτικών υποθέσεων στον Λευκό Οίκο, υπό τη διεύθυνση της πάστορος Πώλα Γουάιτ. Στην εκδήλωση, η Γουάιτ ανέφερε: «Έχω δει τη συμπόνια του όταν κανείς άλλος δεν έβλεπε. Υπήρξα μάρτυρας της γενναιοδωρίας του όταν δεν είχε τίποτα να κερδίσει».

Η πάστορας Πώλα Γουάιτ (2η από αριστερά), ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ελπιδοφόρος και άλλοι θρησκευτικοί ηγέτες προσεύχονται πίσω από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ κατά τη διάρκεια εκδήλωσης για την Εθνική Ημέρα Προσευχής, στον Λευκό Οίκο. Ουάσιγκτον, 1η Μαΐου 2025. (Jim Watson/AFP)

 

Η ιστορία της εκδήλωσης ξεκινά από τη δεκαετία του 1930, όταν ο μεθοδιστής πάστορας Αβραάμ Βερίιντ ίδρυσε ομάδες προσευχής μεταξύ επιχειρηματιών και τοπικών παραγόντων στο Σηάτλ. Αργότερα, μετακομίζοντας στην αμερικανική πρωτεύουσα, δημιούργησε αντίστοιχες ομάδες με μέλη του Κογκρέσου. Το 1953, ο τότε πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ έγινε ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που συμμετείχε σε αυτή την εκδήλωση.

Η ατζέντα του Τραμπ μετατοπίζει το βάρος των συζητήσεων στο Νταβός

Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (ΠΟΦ) στο Νταβός της Ελβετίας, που επί μακρόν είναι γνωστό για τη στήριξή του στην παγκοσμιοποίηση, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και την κοινωνική ισότητα, είχε φέτος αισθητά διαφορετικό τόνο, με την επιστροφή του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στη διεθνή σκηνή.

Θέματα που άλλοτε βρίσκονταν στο επίκεντρο της ετήσιας συνάντησης του ΠΟΦ φάνηκαν να περνούν στο περιθώριο, καθώς αντικαταστάθηκαν από πιο επείγοντα ζητήματα, όπως οι διατλαντικές εντάσεις για τη Γροιλανδία, οι διαφωνίες για τους δασμούς και η ενίσχυση των μονομερών κινήσεων.

Απών ήταν ο Κλάους Σβαμπ,  για πρώτη φορά από τότε που ίδρυσε το ΠΟΦ το 1971. Η απουσία του συνοδεύτηκε από αισθητή υποχώρηση της έμφασης στα συνήθη θέματα του φόρουμ, όπως η πολυμερής συνεργασία για τη μετάβαση σε μηδενικές εκπομπές, καθώς και πρωτοβουλίες όπως οι πολιτικές για το περιβάλλον, την κοινωνία, την εταιρική διακυβέρνηση, και ζητήματα όπως η ποικιλομορφία, η ισότητα και η συμπερίληψη.

Απούσα ήταν και η Σουηδή ακτιβίστρια Γκρέτα Τούνμπεργκ, η οποία σε παλιότερες συναντήσεις ήταν μία από τις πιο προβεβλημένες παρουσίες του Νταβός, με ομιλίες για την καταστροφή του περιβάλλοντος που ζητούσαν την κατάργηση των ορυκτών καυσίμων.

Πρωτοεμφανιζόμενος φέτος ήταν ο Έλον Μασκ,ο οποίος επί χρόνια απέρριπτε το ΠΟΦ περιγράφοντας τους συμμετέχοντας ως «μη εκλεγμένη παγκόσμια κυβέρνηση». Ο ιδρυτής της Tesla και της SpaceX, ανέβηκε στη σκηνή μαζί με τον διευθύνοντα σύμβουλο της BlackRock και προσωρινό συμπρόεδρο του ΠΟΦ, Λάρρυ Φινκ, για να συζητήσουν πώς θα δημιουργήσει η τεχνολογική πρόοδος «αφθονία αγαθών και υπηρεσιών» για την ανθρωπότητα.

Σημαντική ήταν η υποχώρηση των συζητήσεων για το κλίμα, με μόνο τέσσερις συνεδρίες να αφορούν φέτος στην κλιματική αλλαγή, έναντι των δεκαέξι του 2022. Όροι όπως «κλιματική αλλαγή» και «μηδενικές εκπομπές» απουσίαζαν εντελώς από ομιλίες ηγετών του κόσμου, μεταξύ των οποίων του Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν και του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϋ. Ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ, στέλεχος με μακρά εμπειρία στη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων, ο οποίος συμμετείχε για πρώτη φορά στο ΠΟΦ, συμμετείχε σε συνεδρία με τίτλο «Συζήτηση για το πώς θα τροφοδοτήσουμε τη ζωή μας», όπου υποστήριξε ότι ο κόσμος χρειάζεται περισσότερο πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακα και πυρηνική ενέργεια.

Η συμμετοχή στο ΠΟΦ γίνεται μόνο κατόπιν πρόσκλησης και, σύμφωνα με το περιοδικό Fortune, οι εταιρείες καταβάλλουν ετήσιες συνδρομές από 75.000 έως 758.000 δολάρια, ανάλογα με τον τύπο της ιδιότητας μέλους. Οι εταιρείες πληρώνουν επίσης τέλος για κάθε συμμετέχοντα στη συνάντηση του Νταβός, ενώ τα προνομιούχα διακριτικά πρόσβασης φτάνουν έως και τα 35.000 δολάρια το καθένα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες συμμετείχαν στη φετινή σύνοδο με μεγάλη αντιπροσωπεία, αξιοποιώντας το φόρουμ για να προωθήσουν την ατζέντα «Πρώτα η Αμερική». Στην ομιλία του, στις 21 Ιανουαρίου, ο Τραμπ επέκρινε την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στις ευρωπαϊκές χώρες, αποκαλώντας τη «Νέα Πράσινη Απάτη» και «τη μεγαλύτερη απάτη στην ιστορία». Υποστήριξε δε ότι οι χώρες που επένδυσαν περισσότερο σε ανεμογεννήτριες υπέστησαν μεγαλύτερες απώλειες με την πάροδο των ετών.

Ο Ράιτ δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι ο Τραμπ είχε δίκιο να αναδείξει τις οικονομικές και ενεργειακές πολιτικές του στην ομιλία του, και ότι δικαιολογημένα εξήρε την αμερικανική οικονομική ανάπτυξη, την ανάσχεση της αύξησης των τιμών, την αύξηση των μισθών των Αμερικανών εργαζομένων και την υιοθέτηση μιας «κοινής λογικής» ενεργειακής πολιτικής, ώστε να είναι δυνατή η τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης και η στήριξη των γειτόνων και συμμάχων στην Ευρώπη.

Το ενδιαφέρον για τον Τραμπ ήταν εμφανές πολύ πριν από την ομιλία του, με ουρές να σχηματίζονται μιάμιση ώρα πριν από την έναρξη της. Η αίθουσα συνεδριάσεων ήταν κατάμεστη, ενώ το κοινό είχε φτάσει μέχρι τους διαδρόμους. Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν και ο Δημοκρατικός κυβερνήτης της Καλιφόρνια Γκάβιν Νιούσομ, ο οποίος θεωρείται πιθανός υποψήφιος για την προεδρία το 2028. Ο Τραμπ αναφέρθηκε στον Νιούσομ κατά την ομιλία του, λέγοντας στο ακροατήριο ότι ο Γκάβιν είναι καλός άνθρωπος και ότι παλαιότερα είχαν καλές σχέσεις. Ο Νιούσομ εθεάθη να χαμογελά και να κουνά το κεφάλι του.

Στις 22 Ιανουαρίου, ο Νιούσομ συμμετείχε σε συζήτηση, κατά την οποία κατηγόρησε το ακροατήριο του Νταβός ότι δεν αντιστέκεται στον Τραμπ. Επέκρινε δικηγορικές εταιρείες, πανεπιστήμια και επιχειρήσεις, λέγοντας ότι έχουν «ξεπουληθεί» στην κυβέρνηση Τραμπ. Άλλοι Δημοκρατικοί που παρέστησαν στο Νταβός ήταν ο κυβερνήτης του Κεντάκυ Άντυ Μπεσίρ, ένας μετριοπαθής πολιτικός που έχει εκλεγεί δύο φορές σε μια πολιτεία με ισχυρή υπεροχή των Ρεπουμπλικανών, καθώς και η κυβερνήτρια του Μίσιγκαν Γκρέτσεν Γουίτμερ, η οποία επίσης αναφέρεται ως πιθανή υποψήφια για το 2028.

Ο Τραμπ αξιοποίησε την παρουσία του στο Νταβός και για να προβάλει τη στρατιωτική και οικονομική ισχύ των ΗΠΑ, εξαίροντας τις ανοδικές χρηματιστηριακές αγορές, την αύξηση της ενεργειακής παραγωγής και την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι αναφορές του στη Γροιλανδία προσέλκυσαν σημαντική προσοχή: επανέλαβε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αποκτήσουν αυτό «το μεγάλο κομμάτι πάγου» (sic) για λόγους εθνικής ασφαλείας, και διαβεβαίωσε το ακροατήριο ότι δεν θα υπάρξει στρατιωτική κατάληψη. Στις 22 Ιανουαρίου ανακοίνωσε ότι είχε καταλήξει σε συμφωνία-πλαίσιο με το ΝΑΤΟ σχετικά με το μέλλον της νήσου, αλλά δεν επεκτάθηκε σε λεπτομέρειες. Πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες και μέσα ενημέρωσης επέκριναν τις δηλώσεις του, ωστόσο ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούττε υπερασπίστηκε τη θέση του.

Στις 26 Ιανουαρίου, μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες, ο Ρούττε επικαλέστηκε αυξημένη δραστηριότητα της Κίνας και της Ρωσίας στην Αρκτική και προειδοποίησε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ. Δήλωσε ότι ο Τραμπ έχει δίκιο και ότι υπάρχει ζήτημα με την περιοχή της Αρκτικής, παρατηρώντας πως η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρώπη δεν μπορεί να αμυνθεί χωρίς τις ΗΠΑ.

Ο Ντόναλντ Τραμπ εγκαινιάζει το Συμβούλιο Ειρήνης στο Νταβός

Τη Χάρτα του Συμβουλίου Ειρήνης υπέγραψε στις 22 Ιανουαρίου ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο Νταβός, εγκαινιάζοντας επισήμως έναν νέο διεθνή οργανισμό με στόχο την επίβλεψη της ειρηνευτικής διαδικασίας ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Χαμάς, αλλά και την αντιμετώπιση και άλλων παγκόσμιων συγκρούσεων.

«Το συμβούλιο αυτό έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς που δημιουργήθηκαν ποτέ και είναι τεράστια τιμή μου να υπηρετώ ως πρόεδρός του», δήλωσε ο Τραμπ πριν από την τελετή υπογραφής της χάρτας.

Στην εκδήλωση που φιλοξένησε ο Τραμπ συμμετείχαν εκπρόσωποι από σχεδόν είκοσι χώρες — Μπαχρέιν, Μαρόκο, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Ινδονησία, Ιορδανία, Καζακστάν, Κόσοβο, Πακιστάν, Παραγουάη, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Τουρκία, Ουζμπεκιστάν, Μογγολία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

«Η παρουσία σας σήμερα μας τιμά ιδιαίτερα», δήλωσε ο Τραμπ. «Ηγέτες κρατών — σε αρκετές περιπτώσεις ιδιαίτερα δημοφιλείς, σε άλλες όχι τόσο. Αλλά έτσι είναι η ζωή».

Καμία χώρα της Δυτικής Ευρώπης δεν έστειλε εκπρόσωπο στην τελετή. Αρκετές χώρες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν ή δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση, εκφράζοντας την ανησυχία ότι ο νέος οργανισμός θα ανταγωνιστεί ευθέως τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών.

Στις 16 Ιανουαρίου, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε τα πρώτα ονόματα που θα στελεχώσουν το Συμβούλιο Ειρήνης, τόσο από την αμερικανική κυβέρνηση όσο και από το διεθνές στερέωμα. Το συμβούλιο αποσκοπεί στην παροχή στρατηγικής καθοδήγησης, στη διεθνή κινητοποίηση πόρων και στη διασφάλιση λογοδοσίας κατά τη μεταβατική περίοδο και ανοικοδόμηση της Γάζας.

Πρόεδρος του νέου οργάνου θα είναι ο Τραμπ, ο οποίος θα έχει κεντρικό ρόλο στην επίβλεψη της επόμενης φάσης στη Γάζα. Πρόσκληση συμμετοχής έχουν λάβει δεκάδες χώρες. Τα μέλη θα αναλάβουν τη διαχείριση της διοικητικής ενδυνάμωσης της Γάζας, τη βελτίωση των περιφερειακών σχέσεων, την ανοικοδόμηση, την προσέλκυση επενδύσεων, τη συγκέντρωση και τη διάθεση κεφαλαίων, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο.

Κατά τη συνέντευξη Τύπου, στις 20 Ιανουαρίου, ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί πως το Συμβούλιο Ειρήνης θα μπορούσε ακόμη και να αντικαταστήσει τον ΟΗΕ. «Θα ήθελα ο ΟΗΕ να έκανε περισσότερα. Θα ήθελα να μην υπήρχε ανάγκη για Συμβούλιο Ειρήνης», δήλωσε στους δημοσιογράφους. «Ο ΟΗΕ δεν έχει φανεί ιδιαίτερα ωφέλιμος. Πιστεύω πολύ στις δυνατότητές του, όμως δεν τις έχει αξιοποιήσει ποτέ». Ωστόσο, παρά την κριτική, δεν αναφέρθηκε σε πιθανή διάλυσή του.

Για τη διευθυντική επιτροπή του Συμβουλίου Ειρήνης επελέγησαν, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Στηβ Γουίτκοφ, ο γαμπρός του Τραμπ Τζάρεντ Κούσνερ και ο πρώην Βρετανός πρωθυπουργός Τόνυ Μπλαιρ. Συμμετέχουν επίσης ο επικεφαλής επενδυτικού ομίλου Μαρκ Ρόουαν, ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας Αζάι Μπάγκα και ο αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ Ρόμπερτ Γκάμπριελ.

Επικεφαλής της Εθνικής Επιτροπής που θα συσταθεί για την προσωρινή διαχείριση της Γάζας θα είναι ο Παλαιστίνιος αξιωματούχος Αλί Αμπντέλ Χαμίντ Σάαθ. Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα κατά την τελετή ίδρυσης του Συμβουλίου, ο Σάαθ ανακοίνωσε πως το πέρασμα της Ράφα στα σύνορα Αιγύπτου και Γάζας θα ανοίξει και προς τις δύο κατευθύνσεις μέσα στην επόμενη εβδομάδα.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο βήμα, κατά τη διάρκεια δεξίωσης για επιχειρηματικούς ηγέτες στην ετήσια συνάντηση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) στο Νταβός. Ελβετία, 21 Ιανουαρίου 2026. (Chip Somodevilla/Getty Images)

 

Ύπατος εκπρόσωπος για τη Γάζα τοποθετήθηκε ο Βούλγαρος διπλωμάτης και πρώην απεσταλμένος του ΟΗΕ στη Μέση Ανατολή, Νικολάι Μλαντένοφ. Ο συγκεκριμένος ρόλος προβλέπει τον συντονισμό μεταξύ του Συμβουλίου Ειρήνης και της Εθνικής Επιτροπής Διοίκησης της Γάζας.

Στο πλαίσιο της ειρηνευτικής διαδικασίας, η Χαμάς συμφώνησε στον αφοπλισμό της. Ο Τραμπ, μιλώντας στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός στις 21 Ιανουαρίου, προειδοποίησε για σοβαρές συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης της συμφωνίας, δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως «η Χαμάς θα αφανιστεί».

«Συνολικά, 59 χώρες συμμετέχουν σε αυτή τη συμφωνία ειρήνης», ανέφερε στην ομιλία του. «Και θέλουν να εμπλακούν, να εξουδετερώσουν τη Χαμάς. Θέλουν να βοηθήσουν με κάθε τρόπο. Στον Λίβανο υπάρχει πρόβλημα με τη Χεζμπολάχ — θα δούμε τι θα γίνει εκεί».

Ο Τραμπ αναμένεται να επιστρέψει στην Ουάσιγκτον αμέσως μετά την ολοκλήρωση των επαφών του στο αλπικό χωριό.

Με τη συμβολή του Ryan Morgan

Ο Τραμπ δηλώνει αποφασισμένος για τη Γροιλανδία και προειδοποιεί για Ρωσία-Κίνα στην Αρκτική

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε την Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026 το ενδιαφέρον του να τεθεί η Γροιλανδία υπό αμερικανικό έλεγχο, επικαλούμενος την αυξανόμενη απειλή από τη Ρωσία και την Κίνα στην Αρκτική. Οι δηλώσεις του έγιναν στον απόηχο της κριτικής που δέχθηκε από ευρωπαϊκές χώρες και νατοϊκούς συμμάχους.

Όπως δήλωσε σε δημοσιογράφους στις 9 Ιανουαρίου 2026, κατά τη διάρκεια συνάντησης με στελέχη πετρελαϊκών εταιρειών στον Λευκό Οίκο, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα ανεχθούν να έχουν τη Ρωσία ή την Κίνα ως «γείτονα». Όταν ρωτήθηκε ποιο θα μπορούσε να είναι το τίμημα μιας πιθανής αγοράς της Γροιλανδίας, απάντησε ότι προς το παρόν δεν μιλά σε οικονομικό επίπεδο. Αν και ενδέχεται να το κάνει αργότερα, αυτή τη στιγμή οι Ηνωμένες Πολιτείες πρόκειται να προχωρήσουν σε ενέργειες για τη Γροιλανδία, είτε αυτό αρέσει είτε όχι στους ενδιαφερόμενους, επεσήμανε, υποστηρίζοντας ότι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κινηθούν τώρα, τότε είτε η Ρωσία είτε η Κίνα θα πάρουν τη Γροιλανδία. Συμπλήρωσε δε ότι η Ουάσιγκτον θα κάνει κάτι για τη Γροιλανδία, «είτε με τον καλό είτε με τον πιο δύσκολο τρόπο».

Από τη στιγμή που η κυβέρνηση Τραμπ συνέλαβε τον πρώην ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, σε στρατιωτική επιχείρηση στις 3 Ιανουαρίου 2026, η ρητορική της διοίκησης περί απόκτησης της Γροιλανδίας — η οποία αποτελεί έδαφος της Δανίας και την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος έχει χαρακτηρίσει ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ — έχει επανέλθει με ένταση. Η πιο πρόσφατη συζήτηση για την προτεινόμενη απόκτηση ξεκίνησε αφού ο κορυφαίος σύμβουλος του Λευκού Οίκου, Στήβεν Μίλλερ, δήλωσε στον Τζέικ Τάπερ του CNN στις 5 Ιανουαρίου 2026 ότι  «κανείς δεν πρόκειται να πολεμήσει με στρατιωτικά μέσα τις Ηνωμένες Πολιτείες για το μέλλον της Γροιλανδίας».

Παρότι ο Τραμπ και αξιωματούχοι του έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για την αγορά της Γροιλανδίας, δεν έχουν αποκλείσει το ενδεχόμενο χρήσης στρατιωτικής δύναμης, κάτι που έχει προκαλέσει τις επικρίσεις συμμάχων στο ΝΑΤΟ, πολλών Δημοκρατικών και ορισμένων Ρεπουμπλικανών.

Σε κοινή ανακοίνωση που εκδόθηκε στις 6 Ιανουαρίου 2026, οι ηγέτες της Γροιλανδίας, της Δανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Πολωνίας, της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου τόνισαν ότι μόνο η Δανία και η Γροιλανδία έχουν λόγο για ζητήματα που τις αφορούν.

Την επόμενη μέρα, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, είπε σε δημοσιογράφους ότι η αγορά της Γροιλανδίας «αυτή τη στιγμή συζητείται ενεργά από τον πρόεδρο και την ομάδα εθνικής ασφάλειας».

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Καπιτώλιο στις 7 Ιανουαρίου 2026, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ανέφερε ότι το ενδιαφέρον του Τραμπ για την απόκτηση της Γροιλανδίας δεν είναι νέο ούτε για τον ίδιο ούτε για την αμερικανική ιστορία, σημειώνοντας ότι ο πρόεδρος Χάρρυ Τρούμαν είχε επιδιώξει κάτι αντίστοιχο. Πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση θέλει να διατηρήσει στο τραπέζι την επιλογή της χρήσης βίας, εργαλείο που η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί συστηματικά στις διαπραγματεύσεις εξωτερικής πολιτικής εδώ και χρόνια.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Ρούμπιο δήλωσε ότι δεν αναφερόταν ειδικά στη Γροιλανδία αλλά γενικότερα, προσθέτοντας ότι, όταν ένας πρόεδρος εντοπίζει απειλή για την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών, κάθε πρόεδρος διατηρεί την επιλογή να την αντιμετωπίσει και με στρατιωτικά μέσα.

Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία περιλαμβάνει τη διαστημική βάση Pituffik, γνωστή στο παρελθόν ως αεροπορική βάση Thule. Ο αρκτικός αυτός χώρος, όπου υπάρχουν Αμερικανοί από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε δεχθεί επίσκεψη από τον αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς τον Μάρτιο του 2025.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Τραμπ είπε επίσης ότι δηλώνει «θαυμαστής της Δανίας», όμως πρόσθεσε ότι το γεγονός πως ένα πλοίο αποβιβάστηκε εκεί πριν από 500 χρόνια δεν σημαίνει, κατά την άποψή του, ότι η Δανία «κατέχει τη γη». Τέλος, υποστήριξε ότι, αν κανείς κοιτάξει «έξω από τη Γροιλανδία» αυτή τη στιγμή, θα δει ρωσικά και κινεζικά αντιτορπιλικά —και μεγαλύτερα— καθώς και ρωσικά υποβρύχια «παντού». Κατέληξε λέγοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρόκειται να επιτρέψουν στη Ρωσία ή την Κίνα να καταλάβουν τη Γροιλανδία.

Με τη συμβολή του Nathan Worcester