Κυριακή, 11 Ιαν, 2026

Σε εκατοντάδες χιλιάδες ζωές εκτιμάται το κόστος μιας κινεζικής εισβολής στην Ταϊβάν

Το κινεζικό κομμουνιστικό καθεστώς θα υφίστατο «τεράστιες» απώλειες σε μια αποτυχημένη σύγκρουση για την Ταϊβάν, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου περίπου 100.000 στελεχών, προειδοποίησε δεξαμενή σκέψης με έδρα την Ουάσιγκτον σε έκθεση που δημοσιεύθηκε στις 5 Ιανουαρίου.

Η έκθεση του German Marshall Fund, με τίτλο «Αν η Κίνα επιτεθεί στην Ταϊβάν» («If China Attacks Taiwan»), εξετάζει τις συνέπειες για την Κίνα σε δύο σενάρια — μια «μικρή σύγκρουση» και έναν «μεγάλο πόλεμο» — που θα μπορούσαν να εκδηλωθούν κάποια στιγμή μεταξύ 2026 και 2030.

Το κινεζικό καθεστώς θεωρεί ότι η Ταϊβάν αποτελεί μέρος της επικράτειάς του και δεν έχει αποκηρύξει τη χρήση βίας για την κατάληψη της. Αμερικανοί αξιωματούχοι πιθανολογούν ότι η Κίνα θα μπορούσε να επιτεθεί στην Ταϊβάν έως το 2027.

Σύμφωνα με το σενάριο του μεγάλου πολέμου, η Κίνα θα εισέβαλλε στην Ταϊβάν με αμφίβιες δυνάμεις, συνοδευόμενες από αρχικά πυραυλικά πλήγματα κατά του στρατού της Ταϊβάν και των αμερικανικών δυνάμεων στην Ιαπωνία και στο Γκουάμ. Οι κινεζικές δυνάμεις εισβολής θα αποβιβάζονταν στην Ταϊβάν, αλλά θα δυσκολεύονταν να διατηρήσουν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις, καθώς οι ταϊβανέζικες και οι αμερικανικές δυνάμεις θα πραγματοποιούσαν συνεχή πλήγματα σε κινεζικά πλοία και αεροσκάφη που θα επιχειρούσαν να μεταφέρουν προμήθειες και ενισχύσεις μέσω του Στενού της Ταϊβάν.

Ύστερα από «αρκετούς μήνες σφοδρών μαχών», ο κινεζικός στρατός θα υποχωρούσε από την Ταϊβάν, αλλά θα διατηρούσε τον έλεγχο των ταϊβανέζικων νησιών Κίνμεν και Μάτσου, τα οποία βρίσκονται ανοικτά της ακτής, ανέφεραν οι συντάκτες.

Εκτιμάται ότι η Κίνα θα είχε 100.000 απώλειες κατά τη διάρκεια της εισβολής. Παράλληλα, σύμφωνα με την έκθεση, η Ταϊβάν θα είχε ~50.000 στρατιωτικές απώλειες και ισάριθμους θανάτους αμάχων, οι Ηνωμένες Πολιτείες 5.000 στρατιωτικές απώλειες και 1.000 απώλειες αμάχων, ενώ η Ιαπωνία θα έχανε 1.000 στρατιωτικούς και 500 αμάχους.

Ο μηχανισμός προπαγάνδας του Πεκίνου θα προσπαθούσε να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ενός τέτοιου πολέμου ως «νίκη», πιθανότατα πλαισιώνοντάς το ως «μάθημα προς την Ταϊβάν», δεδομένης της δυνατότητας των κινεζικών δυνάμεων να καταλάβουν τα δύο ταϊβανέζικα νησιά, ανέφερε η έκθεση. Ωστόσο, ο μέγεθος της στρατιωτικής απώλειας θα ήταν «πολύ μεγάλο για να αποκρυφθεί» από το κοινό και θα έπληττε τη σχέση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) με τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΛΑΣ).

Οι συντάκτες σημείωσαν ότι το στρατιωτικό προσωπικό δεν θα πειθόταν πως το αποτέλεσμα ήταν κάτι άλλο πέρα από εθνική ταπείνωση, προσθέτοντας ότι οι αρχές του ΚΚΚ θα επιχειρούσαν να μεταθέσουν την ευθύνη προχωρώντας σε «εκκαθαρίσεις» διοικητών του ΛΑΣ που θα κρίνονταν «ανίκανοι» ή «μη πιστοί». Σύμφωνα με την έκθεση, το σενάριο καταλήγει με τη μετατόπιση της υποστήριξης του Στρατού προς έναν αντίπαλο πολιτικό ηγέτη ή ακόμη και με ένα πραξικόπημα με στόχο την αποκατάσταση της εθνικής υπερηφάνειας.

Οι οικονομικές συνέπειες θα ήταν «τεράστιες» και «καταστροφικές», αναφέρουν οι συντάκτες, καθώς ο μεγάλος πόλεμος θα οδηγούσε σε «σχεδόν πλήρες εμπάργκο» στο εμπόριο με την Κίνα.

Η έκθεση υποστηρίζει ότι η απειλή για την παγκόσμια ζήτηση των κινεζικών εξαγωγών είναι πλέον πολύ πιο κρίσιμη για τη θεμελιώδη υγεία της οικονομίας της χώρας σε σχέση με πριν από πέντε χρόνια, επειδή η εγχώρια ζήτηση έχει αποδυναμωθεί τόσο απότομα. Ως αιτία ανέφερε τα προβλήματα της κινεζικής αγοράς ακινήτων και το επακόλουθο τέλος της «άνευ προηγουμένου πιστωτικής και επενδυτικής φούσκας».

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επέβαλλαν κυρώσεις στην Κίνα, πιθανότατα στοχεύοντας την κινεζική κεντρική τράπεζα, και οι κινήσεις αυτές θα οδηγούσαν σε «αποδυνάμωση του κινεζικού γουάν έναντι του αμερικανικού δολαρίου». Αυτή η υποτίμηση θα έπληττε την ικανότητα του Πεκίνου να εισάγει ενέργεια και άλλες πρώτες ύλες.

Η έκθεση υποστηρίζει ακόμη ότι το Χονγκ Κονγκ πιθανότατα θα έπαυε να είναι παγκόσμιο χρηματοοικονομικό κέντρο μόλις επιβάλλονταν κυρώσεις και εμπάργκο στο κινεζικό εμπόριο, καθώς το Πεκίνο θα είχε κίνητρο να αποτρέψει τη φυγή κεφαλαίων μέσω της πόλης.

Όσον αφορά το διεθνές κύρος, οι συντάκτες ανέφεραν ότι το σενάριο του μεγάλου πολέμου θα μπορούσε να θέσει τις κινεζικές Αρχές σε «αμυντική» διπλωματική θέση, ενώ θα αποδεικνυόταν λανθασμένο το μακροχρόνιο αφήγημα του ΚΚΚ περί «αναπόφευκτης ανόδου».

Σύμφωνα με την έκθεση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα ανακαλούσαν πιθανότατα τους πρεσβευτές τους, θα απέλαυναν προσωπικό των κινεζικών πρεσβειών και θα αποχωρούσαν από συνέδρια και άλλους διαλόγους στην Κίνα και με Κινέζους συνομιλητές. Περαιτέρω, ορισμένες χώρες ίσως αποσύρονταν από έργα της Πρωτοβουλίας «Μία ζώνη, ένας δρόμος» ή θα υποβάθμιζαν τη συνεργασία τους με τους BRICS.

Οι BRICS — ακρωνύμιο για τη Βραζιλία, τη Ρωσία, την Ινδία, την Κίνα και τη Νότια Αφρική — είναι ένα οικονομικό μπλοκ που περιλαμβάνει έντεκα (11) χώρες και αντιμετωπίζεται από το ΚΚΚ ως αντίβαρο σε μια διεθνή τάξη υπό δυτική ηγεσία.

Η Κίνα θα μπορούσε να εμπλακεί σε σύγκρουση με την Ταϊβάν λόγω λανθασμένων υπολογισμών. Η έκθεση αναφέρει ότι Κινέζοι αξιωματούχοι ενδέχεται να υπερεκτιμήσουν τις δυνατότητες του ΛΑΣ πριν από την έναρξη μιας σύγκρουσης.

Σύμφωνα με την έκθεση, δεδομένης της έκτασης και του μεγέθους των πρόσφατων εκκαθαρίσεων στον στρατό, που αποδίδονται στον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ, θα ήταν κατανοητό αν οι δυνατότητες του ΛΑΣ έχουν υπονομευθεί. Ωστόσο, αναφέρεται ότι ανώτατοι αξιωματικοί μπορεί να μην είναι πρόθυμοι να απογοητεύσουν την πολιτική ηγεσία, επιτρέποντάς της να προχωρήσει με τη λανθασμένη προσδοκία ότι η νίκη σε μια σύγκρουση είναι σχεδόν βέβαιη.

Τον Οκτώβριο, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας καθαίρεσε εννέα ανώτατους στρατιωτικούς αξιωματούχους για φερόμενη διαφθορά και κατάχρηση εξουσίας. Μεταξύ τους ήταν και ο Χε Γουεϊντόνγκ, ο οποίος υπήρξε κάποτε ο δεύτερος υψηλότερα ιστάμενος ένστολος αξιωματικός της Κίνας, ως αντιπρόεδρος της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής.

Η Ταϊβάν καταγγέλλει κλιμάκωση κυβερνοεπιθέσεων από την Κίνα — 2,63 εκατ. την ημέρα το 2025

Ο «κυβερνοστρατός» του κινεζικού καθεστώτος εξαπέλυε κατά μέσο όρο 2,63 εκατομμύρια κυβερνοεπιθέσεις ημερησίως σε κρίσιμες υποδομές της Ταϊβάν το 2025, καταγράφοντας αύξηση 6% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιοποίησε η Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας της Ταϊβάν (National Security Bureau – NSB) στις 5 Ιανουαρίου.

Στην έκθεση αναφέρεται ότι «μια τέτοια τάση υποδηλώνει μια σκόπιμη προσπάθεια της Κίνας να θέσει σε κίνδυνο τις [κρίσιμες υποδομές] της Ταϊβάν συνολικά και να διαταράξει ή να παραλύσει τις κυβερνητικές και κοινωνικές λειτουργίες της Ταϊβάν. […] Οι κινήσεις της Κίνας ευθυγραμμίζονται με τη στρατηγική της ανάγκη να αξιοποιεί υβριδικές απειλές κατά της Ταϊβάν, τόσο σε περίοδο ειρήνης όσο και σε περίοδο πολέμου». Σύμφωνα με την NSB, οι ημερήσιες κυβερνοεπιθέσεις είχαν αυξηθεί σε μέσο όρο 2,46 εκατομμύρια το 2024, αριθμός διπλάσιος από τα 1,23 εκατομμύρια του 2023.

Τα ευρήματα αντανακλούν, σύμφωνα με την έκθεση, την κλιμακούμενη εκστρατεία του κινεζικού καθεστώτος κατά της Ταϊβάν τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο ευρύτερων προσπαθειών υπονόμευσης της κοινωνίας των πολιτών και των δημοκρατικών θεσμών του νησιού. Η κυβερνοδιείσδυση συνοδευόταν από επιχειρήσεις επιρροής και στρατιωτικές ασκήσεις, που στόχευαν στην άσκηση πίεσης στην Ταϊπέι και στον επηρεασμό της κοινής γνώμης στο νησί.

Από τις κρίσιμες υποδομές της Ταϊβάν, η ενέργεια, οι υπηρεσίες έκτακτης διάσωσης και τα νοσοκομεία ήταν οι τομείς που στοχοποιήθηκαν περισσότερο το 2025, ενώ ο ενεργειακός τομέας κατέγραψε αύξηση 1.000% σε σχέση με το 2024, σύμφωνα με την έκθεση.

Στον ενεργειακό τομέα, Κινέζοι κυβερνοεισβολείς στόχευσαν δημόσιες και ιδιωτικές εταιρείες στους κλάδους του πετρελαίου, της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ανέπτυξαν κακόβουλο λογισμικό κατά τη διάρκεια αναβαθμίσεων λογισμικού. Η NSB ανέφερε ότι το Πεκίνο επεδίωκε να μάθει πώς λειτουργούσαν αυτές οι ενεργειακές εταιρείες, πώς προμηθεύονταν πόρους και πώς λειτουργούσαν τα εφεδρικά τους συστήματα. Περαιτέρω, Κινέζοι κυβερνοεισβολείς χρησιμοποίησαν λογισμικό εκβιασμού για να παραβιάσουν νοσοκομειακά συστήματα, κλέβοντας πληροφορίες ασθενών και δεδομένα έρευνας υγείας. Σύμφωνα με την υπηρεσία, οι κυβερνοεισβολείς πούλησαν τις κλεμμένες πληροφορίες σε φόρουμ του «σκοτεινού διαδικτύου» «τουλάχιστον είκοσι φορές μέσα στο 2025».

Άλλοι τομείς που στοχοποιήθηκαν από την κινεζική κυβερνοδιείσδυση ήταν: η διοίκηση και οι υπηρεσίες, οι επικοινωνίες και τα δίκτυα μετάδοσης, οι μεταφορές, οι υδάτινοι πόροι, τα χρηματοοικονομικά, τα επιστημονικά και βιομηχανικά πάρκα και τα τρόφιμα. Κινέζοι κυβερνοεισβολείς έστειλαν ηλεκτρονικά μηνύματα σε κυβερνητικά τμήματα, με κακόβουλο λογισμικό σε συνημμένα, επιχειρώντας να εγκαταστήσουν «κερκόπορτες» και να κλέψουν πληροφορίες. Η NSB ανέφερε ότι στόχος των κινήσεων του Πεκίνου ήταν η συλλογή πληροφοριών για την κυβέρνηση της Ταϊβάν και η υπονόμευση της δημόσιας εμπιστοσύνης στις δυνατότητες κυβερνοασφάλειας της κυβέρνησης. Το Πεκίνο πραγματοποίησε κυβερνοεπιθέσεις και κατά των βιομηχανιών ημιαγωγών και της αμυντικής βιομηχανίας της Ταϊβάν, όπως ανέφερε η υπηρεσία, επιδιώκοντας να στηρίξει την αυτοδυναμία του στην τεχνολογία και την οικονομική ανάπτυξη.

Σε γενικές γραμμές, οι Κινέζοι κυβερνοεισβολείς χρησιμοποίησαν τέσσερις τακτικές: εκμετάλλευση ευπαθειών σε υλικό και λογισμικό, επιθέσεις κατανεμημένης άρνησης υπηρεσίας (Distributed Denial-of-Service – DDoS), κοινωνική μηχανική και επιθέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Οι επιθέσεις που εκμεταλλεύονταν ευπάθειες σε υλικό και λογισμικό αντιστοιχούσαν στο 57% όλων των τακτικών παραβίασης, σύμφωνα με την υπηρεσία, και ακολουθούσαν οι επιθέσεις DDoS με 21%, η κοινωνική μηχανική με 18% και οι επιθέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα με 4%.

Για τις επιθέσεις DDoS, η έκθεση αναφέρει ότι οι Κινέζοι κυβερνοεισβολείς στόχευαν στο να «καθυστερήσουν ή να παραλύσουν τις υπηρεσίες [των κρίσιμων υποδομών] και, κατ’ επέκταση, να επηρεάσουν την καθημερινή ζωή των κατοίκων της Ταϊβάν».

Οι επιθέσεις κοινωνικής μηχανικής λάμβαναν τη μορφή ηλεκτρονικών μηνυμάτων ηλεκτρονικού «ψαρέματος» και της τεχνικής ClickFix, η οποία δημιουργεί ψευδή μηνύματα σφάλματος ή ψεύτικες απαιτήσεις ενημέρωσης για να εξαπατήσει τους χρήστες ώστε να ενεργοποιήσουν ενσωματωμένο κακόβουλο λογισμικό, όπως ανέφερε η NSB.

Όσον αφορά τις επιθέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, η έκθεση αναφέρει ότι Κινέζοι κυβερνοεισβολείς επιχείρησαν να διεισδύσουν στα δίκτυα προμηθευτών κρίσιμων υποδομών, ώστε να εγκαταστήσουν και να διασπείρουν κακόβουλο λογισμικό.

Οι κορυφαίες κινεζικές ομάδες κυβερνοεισβολέων που στόχευσαν την Ταϊβάν το 2025 ήταν οι BlackTech, Flax Typhoon, Mustang Panda, APT41 και UNC3886, σύμφωνα με την έκθεση. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ομάδες κυβερνοεισβολέων που συνδέονται με την Κίνα, όπως οι Volt Typhoon και Flax Typhoon, έχουν στοχοποιήσει κρίσιμες υποδομές των ΗΠΑ, ενώ μια άλλη ομάδα με την ονομασία Salt Typhoon έχει επιτεθεί σε τηλεπικοινωνιακά δίκτυα των ΗΠΑ. Το 2020, το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ απήγγειλε κατηγορίες σε βάρος πέντε Κινέζων υπηκόων, όλοι μέλη της APT41, οι οποίοι κατηγορήθηκαν ότι έκλεψαν εμπορικά μυστικά και ευαίσθητες πληροφορίες από περισσότερες από 100 εταιρείες και οντότητες σε όλο τον κόσμο. Το FBI έχει περιλάβει τους πέντε κατηγορουμένους στη λίστα των πλέον καταζητούμενων.

Η έκθεση αναφέρει ότι η NSB δημιούργησε συνεργασία στον τομέα της κυβερνοασφάλειας με περισσότερες από 30 χώρες το 2025. Η υπηρεσία ανέφερε ότι, μέσω διαλόγου για την ασφάλεια πληροφοριών και τεχνικών συνεδρίων, η NSB επιδιώκει να αποκτά έγκαιρες πληροφορίες σχετικά με τα πρότυπα επιθέσεων του «κυβερνοστρατού» της Κίνας, προτού καλέσει «όλους τους πολίτες να ενισχύσουν την επίγνωσή τους για την κυβερνοασφάλεια και να παραμένουν σε επαγρύπνηση απέναντι στις κυβερνοαπειλές που προέρχονται από την Κίνα».

Η Ταϊβάν καταγγέλλει την Κίνα για δημοσιοποίηση προσωπικών στοιχείων βουλευτή του κυβερνώντος κόμματος

Οι αρχές της Ταϊβάν κατηγόρησαν το κινεζικό καθεστώς για άσκηση διακρατικής καταστολής, αφότου κινεζικά κρατικά μέσα δημοσιοποίησαν προσωπικά στοιχεία βουλευτή του κυβερνώντος Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος (DPP).

Στις 3 Ιανουαρίου, το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν δήλωσε ότι η απόφαση της Κίνας να διαδώσει, μέσω πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης, δορυφορικές φωτογραφίες της κατοικίας και του χώρου εργασίας του νομοθέτη του DPP Πούμα Σεν, συνιστά «κακόβουλη απόπειρα εκφοβισμού του λαού της Ταϊβάν και άσκησης μακράς εμβέλειας δικαιοδοσίας και διακρατικής καταστολής».

Το υπουργείο ανέφερε, σε ανακοίνωσή του, ότι «τέτοιου είδους συμπεριφορά δείχνει ξεκάθαρα ότι οι αρχές του Πεκίνου δεν επιδεικνύουν κανέναν σεβασμό προς τις θεμελιώδεις αξίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ιδιωτικότητας, που είναι κοινές στα πολιτισμένα έθνη». Το υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να καταδικάσει επίσης τις «ακατάλληλες μεθόδους» της Κίνας.

Το περιστατικό αποτελεί παράδειγμα της αυξημένης πίεσης (στρατιωτικής και μη) που ασκεί το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας στην Ταϊβάν από το 2016, όταν το DPP εξασφάλισε την πρώτη από τρεις διαδοχικές τετραετείς προεδρικές θητείες. Το κινεζικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της επικράτειάς του, παρότι δεν έχει ποτέ κυβερνήσει το νησί, χαρακτηρίζει όσους υποστηρίζουν τη διατήρηση της κυριαρχίας και της πολιτικής αυτονομίας της Ταϊβάν — μεταξύ αυτών και ορισμένα μέλη του κυβερνώντος κόμματος — ως «αποσχιστικούς».

Οι δορυφορικές εικόνες είχαν αναρτηθεί αρχικά την 1η Ιανουαρίου από έναν γνωστό Κινέζο στο Weibo, το κινεζικό αντίστοιχο της πλατφόρμας X, συνοδευόμενες από προειδοποίηση προς τον Σεν, η οποία έλεγε: «Ας δούμε πού μπορείς να τρέξεις». Η ανάρτηση στο Weibo κοινοποιήθηκε αργότερα από αρκετά κινεζικά κρατικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το Straits Today, τηλεοπτική εκπομπή που ανήκει στον κρατικό όμιλο Fujian Media Group.

Σε ανάρτησή του στο Facebook στις 3 Ιανουαρίου, ο Σεν κοινοποίησε στιγμιότυπο οθόνης από ανάρτηση του Straits Today στο Facebook, η οποία αναπαρήγαγε το αρχικό μήνυμα και τις φωτογραφίες του Weibo. Ο Σεν δήλωσε ότι στοχοποιήθηκε από μια «επίθεση ακριβείας» της Κίνας, επειδή το Πεκίνο απέτυχε να εκφοβίσει τους Ταϊβανούς μέσω των πρόσφατων στρατιωτικών ασκήσεών του που περικύκλωσαν την Ταϊβάν, κάτι που, όπως είπε, φάνηκε από την ισχυρή επίδοση του νησιού στην τοπική χρηματιστηριακή αγορά.

Ο Σεν είπε ότι επέλεξε να αγνοήσει τη δημοσιοποίηση των προσωπικών του στοιχείων για τρεις ημέρες, επειδή πίστευε ότι το Πεκίνο επεδίωκε να τον πανικοβάλει ώστε να αντιδράσει στις δορυφορικές φωτογραφίες. Είπε ότι, εάν είχε αντιδράσει, το Πεκίνο θα είχε δημοσιοποιήσει πιο καθαρές εικόνες, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι πράκτορές του βρίσκονται παντού. Σημείωσε ότι «αυτού του είδους ο ψυχολογικός πόλεμος είναι αναποτελεσματικός στην Ταϊβάν» και πρόσθεσε ότι η κίνηση του Πεκίνου στην πραγματικότητα αποκάλυψε το «συλλογικό σύμπλεγμα κατωτερότητας [της Κίνας] απέναντι στη δημοκρατική Ταϊβάν».

Στις 4 Ιανουαρίου, το υπουργείο Ψηφιακών Υποθέσεων της Ταϊβάν ανακοίνωσε ότι, έπειτα από αίτημά του, οι εταιρείες Meta και Google αφαίρεσαν τις δορυφορικές φωτογραφίες και σχετικές αναρτήσεις και βίντεο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το υπουργείο Ψηφιακών Υποθέσεων καταδίκασε τον «ψηφιακό εξαναγκασμό» που άσκησαν τα κινεζικά κρατικά μέσα και κάλεσε όλες τις πλατφόρμες να «εκπληρώσουν την κοινωνική τους ευθύνη και να συνεργαστούν για την προάσπιση των ψηφιακών δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών».

Το Συμβούλιο Υποθέσεων Ηπειρωτικής Κίνας της Ταϊβάν, σε ανακοίνωσή του που εκδόθηκε στις 3 Ιανουαρίου, κάλεσε το Πεκίνο να αφαιρέσει τις δορυφορικές φωτογραφίες και το σχετικό περιεχόμενο από κινεζικές ιστοσελίδες. Το συμβούλιο ανέφερε ότι «η ανοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) προς τα κρατικά μέσα, όταν αυτά εμπλέκονται σε αυτού του είδους την παράνομη και ανεξέλεγκτη ‘ψηφιακή βία’, όχι μόνο δεν συμβάλλει σε θετικές διασυνοριακές σχέσεις, αλλά αποκαλύπτει επίσης την άγνοιά του σχετικά με το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα». Το συμβούλιο κάλεσε επίσης το Πεκίνο να ζητήσει συγγνώμη από τον Σεν.

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που το Πεκίνο επιλέγει να στοχοποιήσει τον συγκεκριμένο βουλευτή. Τον Οκτώβριο του 2024, το κινεζικό Γραφείο Υποθέσεων για την Ταϊβάν, υπηρεσία υπαγόμενη στο Κρατικό Συμβούλιο της Κίνας, ανακοίνωσε κυρώσεις κατά του Σεν, απαγορεύοντας σε εκείνον και την οικογένειά του την είσοδο στην Κίνα, στο Χονγκ Κονγκ και στο Μακάο, λόγω των «αποσχιστικών» του δραστηριοτήτων σε σχέση με την Kuma Academy, της οποίας είναι ιδρυτικό μέλος. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της, η ακαδημία έχει ως αποστολή να «μεταδώσει μια προπολεμική νοοτροπία στους πολίτες» και να «καλλιεργήσει την ικανότητα αυτοάμυνας και τη βούληση υπεράσπισης της Ταϊβάν», μέσω των μαθημάτων της.

Στις 28 Οκτωβρίου του περασμένου έτους, το κινεζικό κρατικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Xinhua μετέδωσε ότι το δημοτικό γραφείο δημόσιας ασφάλειας στη μεγαλούπολη Τσόνγκτσινγκ της Κίνας είχε ξεκινήσει έρευνα για τις φερόμενες «αποσχιστικές» δραστηριότητες του Σεν στην Ταϊβάν, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου του στην Ακαδημία Κούμα.

Ως απάντηση στην κινεζική έρευνα, εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ είχε δηλώσει στο κρατικό Κεντρικό Πρακτορείο Ειδήσεων της Ταϊβάν ότι «οι ενέργειες της Κίνας απειλούν την ελευθερία του λόγου και διαβρώνουν τους κανόνες που στηρίζουν το υφιστάμενο καθεστώς στα στενά για δεκαετίες». Ο ίδιος εκπρόσωπος είχε προσθέσει τότε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «παροτρύνουν την Κίνα να εμπλακεί σε ουσιαστικό διάλογο με την Ταϊβάν για την επίλυση των διαφορών τους. Οι συνεχείς απειλές και η νομική πίεση μόνο υπονομεύουν την ειρηνική επίλυση των ζητημάτων που το Πεκίνο ισχυρίζεται ότι επιδιώκει».

Ο Σεν είναι σήμερα επίσης επίκουρος καθηγητής στη Μεταπτυχιακή Σχολή Εγκληματολογίας του Εθνικού Πανεπιστημίου της Ταϊπέι της Ταϊβάν.

Η Κίνα εκτοξεύει 27 πυραύλους στα ύδατα της Ταϊβάν κατά τη δεύτερη ημέρα στρατιωτικών ασκήσεων

Η Κίνα εκτόξευσε είκοσι επτά ρουκέτες από την επαρχία Φουτζιάν στα ύδατα βόρεια και νότια της Ταϊβάν, τη Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου, δεύτερη ημέρα μιας νέας σειράς στρατιωτικών ασκήσεων, οι οποίες, σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν, στοχεύουν στην υπονόμευση της εμπιστοσύνης των Ταϊβανών στις δυνατότητες αυτοάμυνας του νησιού.

«Δέκα από τις ρουκέτες κατέληξαν εντός της νότιας συνεχόμενης ζώνης των 24 ναυτικών μιλίων της Ταϊβάν, γεγονός που συνιστά το μικρότερο καταγεγραμμένο προσεγγιστικό όριο στα κινεζικά στρατιωτικά γυμνάσια με πραγματικά πυρά», ανέφερε το υπουργείο Άμυνας κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου το απόγευμα της Τρίτης σχετικά με την επιχείρηση που το Πεκίνο ονομάζει «Αποστολή Δικαιοσύνης 2025».

Το υπουργείο επεσήμανε ότι οι υπόλοιπες δεκαεπτά ρουκέτες έπεσαν εκτός της συνεχόμενης ζώνης βόρεια της Ταϊβάν, ενώ τόνισε πως καμία εκ των είκοσι επτά ρουκετών δεν πέρασε πάνω από το νησί.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ταϊβάν ανακοίνωσαν πως από τις 6 π.μ. της Δευτέρας έως τις 6 π.μ. της Τρίτης, κατέγραψαν εκατόν τριάντα αναχαιτίσεις κινεζικών στρατιωτικών αεροσκαφών, καθώς και την παρουσία δεκατεσσάρων σκαφών του ναυτικού και οκτώ πλοίων κρατικών υπηρεσιών της Κίνας στην ευρύτερη περιοχή του νησιού. Από αυτές τις περιπτώσεις, ενενήντα αεροσκάφη διέσχισαν τη νοητή γραμμή του Στενού της Ταϊβάν, εισχωρώντας σε διάφορες ζώνες αεράμυνας του νησιού. Επιπλέον, τις επόμενες εννέα ώρες (6 π.μ. – 3 μ.μ. Τρίτης), παρατηρήθηκαν 71 έξοδοι κινεζικών αεροσκαφών, 13 πολεμικά πλοία, 15 σκάφη της Ακτοφυλακής και ένας σχηματισμός αμφίβιων αποβατικών σκαφών αποτελούμενος από τέσσερα πλοία.

Υπογραμμίστηκε, πάντως, ότι κανένα από τα κινεζικά σκάφη δεν παραβίασε τα χωρικά ύδατα της Ταϊβάν, τα οποία εκτείνονται σε ακτίνα 12 ναυτικών μιλίων από τις ακτές.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου, Ταϊβανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι επεσήμαναν ότι το κινεζικό καθεστώς συνδυάζει στρατιωτικές ασκήσεις με επιχειρήσεις γνωσιακού πολέμου. Κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης υποστήριξαν ότι έγινε αποκλεισμός τεσσάρων λιμανιών της Ταϊβάν, κάτι που χαρακτηρίστηκε από τις ταϊβανικές Αρχές ως «παντελώς ψευδής πληροφόρηση».

Ο αντιστράτηγος Σι Τζιασίνγκ, αναπληρωτής αρχηγός Γενικού Επιτελείου Πληροφοριών του υπουργείου Άμυνας της Ταϊβάν, απέρριψε τα περί αποκλεισμού, δηλώνοντας: «Στην πραγματικότητα, αποκλεισμός δεν υπήρξε ποτέ. Ο λόγος που τα λένε αυτά είναι για να κάνουν τον κόσμο να πιστέψει ότι πέτυχαν τους στόχους τους».

«Τα γυμνάσια της Δευτέρας και της Τρίτης ήταν τα ευρύτερα σε έκταση και τα εγγύτερα που έχουν γίνει ποτέ στην Ταϊβάν», σημείωσαν τα τοπικά μέσα ενημέρωσης. Ο αντιστράτηγος Σι υπογράμμισε: «Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις διαφορετικές ζώνες που χάραξε για τις ασκήσεις η Κίνα, το Πεκίνο θέλει να στείλει το μήνυμα ότι το Στενό της Ταϊβάν είναι χωρικά του ύδατα και όχι διεθνής θαλάσσιος διάδρομος». Ο Καναδάς, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο πραγματοποιούν κατά καιρούς διελεύσεις πολεμικών τους σκαφών από το Στενό της Ταϊβάν, για να διασφαλίσουν ότι ο δίαυλος παραμένει ανοικτός.

Το Ανατολικό Θέατρο Επιχειρήσεων της Κίνας συντόνισε τα στρατιωτικά γυμνάσια περικύκλωσης της Ταϊβάν, τα οποία συνδύασαν ασκήσεις με πραγματικά πυρά στον βορρά και τον νότο του νησιού, εξομοίωση επιθέσεων, δράσεις αεράμυνας και αντιυποβρυχιακές επιχειρήσεις. Η κινεζική διοίκηση τα χαρακτήρισε ως μια «ολοκληρωμένη πρόβα αποκλεισμού του νησιού». Το Ανατολικό Θέατρο έχει επιπλέον αναπτύξει αποβατικά σκάφη, αντιτορπιλικά και μη επανδρωμένα αεροσκάφη ανατολικά της Ταϊβάν, στο πλαίσιο ασκήσεων για κατάληψη στρατηγικών λιμανιών και στοχευμένες επιθέσεις κατά καίριων στόχων. Στη δημοσιότητα δόθηκαν και προπαγανδιστικές αφίσες με επίκεντρο τη στρατιωτική ισχύ, όπως μία με τον τίτλο «Σφυριά Δικαιοσύνης», που απεικονίζει τη συντριβή ενός αυτονομιστή από σφυριά.

Παράλληλα, ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας Ουάνγκ Γι επιτέθηκε στις δυνάμεις υπέρ της ανεξαρτησίας της Ταϊβάν, καθώς και στις πρόσφατες αμερικανικές πωλήσεις όπλων, χαρακτηρίζοντας τις στρατιωτικές ασκήσεις απάντηση σε επανειλημμένες προκλήσεις. Η πώληση αμυντικού υλικού ύψους 11,1 δισ. δολαρίων των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν περιλαμβάνει βασικό εξοπλισμό, σύμφωνα με ανακοίνωση του Πενταγώνου στις 17 Δεκεμβρίου.

Την αντίθεσή τους στις ασκήσεις εξέφρασαν ορισμένα μέλη του Κογκρέσου των ΗΠΑ: «Η τελευταία επιθετική ενέργεια της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας κατά της Ταϊβάν είναι απαράδεκτη. Η απερίσκεπτη στάση του Πεκίνου στην περιοχή συνεχίζει να υποσκάπτει την παγκόσμια ασφάλεια», δήλωσε ο γερουσιαστής Τοντ Γιανγκ, ο οποίος βεβαίωσε πως οι ΗΠΑ θα στηρίξουν αποφασιστικά τους συμμάχους τους στον Ινδο-Ειρηνικό.

Ο βουλευτής Γκρεγκ Στάντον εξέφρασε παρόμοιες ανησυχίες, υποστηρίζοντας ότι τα γυμνάσια μοιάζουν λιγότερο με ασκήσεις ετοιμότητας και περισσότερο με πρόβα πολεμικής σύγκρουσης. «Αν η Κίνα πιστεύει ότι η κλιμάκωση των στρατιωτικών ασκήσεων θα αποτρέψει τη στήριξη των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν, τότε παρανοεί τόσο την αποφασιστικότητά μας όσο και την οικονομική και αμυντική μας συνεργασία με την Ταϊβάν», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο πρόεδρος της Ταϊβάν Λάι Τσινγκ-τε καταδίκασε την κινεζική στάση τονίζοντας μέσω Facebook ότι η Κίνα δεν είναι υπεύθυνη μεγάλη δύναμη. Δήλωσε: «Η διατήρηση της ειρήνης στο Στενό της Ταϊβάν και στον Ινδο-Ειρηνικό είναι κοινή απαίτηση της διεθνούς κοινότητας και δέσμευση που αναλαμβάνει η Ταϊβάν ως υπεύθυνο μέλος της περιοχής», προσθέτοντας ότι η χώρα του δεν θα προκαλέσει αντιπαράθεση με την Κίνα.

Το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν κάλεσε την Κίνα να τερματίσει τις προκλητικές στρατιωτικές της ενέργειες, επισημαίνοντας πως τέτοιες κινήσεις υπονομεύουν το Διεθνές Δίκαιο και θέτουν σε κίνδυνο το παγκόσμιο εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα.

Η ηγέτιδα της αντιπολίτευσης στην Ταϊβάν δηλώνει πρόθυμη να συναντήσει τον Σι Τσινπίνγκ το 2026

Η επικεφαλής της αντιπολίτευσης στην Ταϊβάν εξέφρασε την ελπίδα ότι θα μπορούσε να συναντηθεί με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στο πρώτο εξάμηνο του 2026, καθώς το Πεκίνο εντείνει τη στρατιωτική πίεση και τις πρακτικές εξαναγκασμού απέναντι στην Ταϊβάν υπό τη διοίκηση του προέδρου Λάι Τσινγκ-τε.

Η Τσενγκ Λι-γουέν, πρώην νομοθέτις που ανέλαβε πρόεδρος του Κουομιντάνγκ (KMT) τον Νοέμβριο, έκανε τις δηλώσεις αυτές σε ραδιοφωνική συνέντευξη σε τοπικό σταθμό στις 26 Δεκεμβρίου 2025. Ανέφερε ότι δεν θα ταξίδευε στην Κίνα, εκτός αν είχε κανονιστεί συνάντηση με τον Σι, σημειώνοντας ότι θα προτιμούσε το προγραμματισμένο ταξίδι να γίνει στο πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους και όχι στο δεύτερο, λόγω του φορτωμένου προγράμματός της με τις γενικές εκλογές της Ταϊβάν το 2026, κατά τις οποίες οι ψηφοφόροι θα επιλέξουν δημάρχους πόλεων, δημοτικούς συμβούλους, επικεφαλής κομητειών και συμβούλους κομητειών.

Οι δηλώσεις της Τσενγκ έγιναν ενώ η διοίκηση Λάι και η αντιπολίτευση είναι βυθισμένες σε μια σπάνια πολιτική κρίση. Η αντιπολίτευση, που αποτελείται από το Κουομιντάνγκ και τον πολύ μικρότερο σύμμαχό του, το Κόμμα του Λαού της Ταϊβάν (TPP), έχει αξιοποιήσει την πλειοψηφία της στο κοινοβούλιο για να μπλοκάρει ή να παρεμποδίσει βασικές κυβερνητικές προτάσεις, μεταξύ των οποίων και τον προϋπολογισμό.

Οι εκλογές του 2026 στην Ταϊβάν θεωρούνται σημαντικό βαρόμετρο της κομματικής στήριξης εν όψει των προεδρικών και βουλευτικών εκλογών του νησιού στις αρχές του 2028. Η νίκη του Λάι στις προεδρικές εκλογές τον Ιανουάριο 2024 άνοιξε τον δρόμο στο Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα (DPP) για μια πρωτοφανή τρίτη συνεχόμενη θητεία από το 2016.

Στην Ταϊβάν, ταξίδια στην Κίνα από προβεβλημένα κομματικά στελέχη ή εκλεγμένους αξιωματούχους τείνουν να εγείρουν ανησυχίες ασφαλείας, δεδομένης της στρατηγικής του «ενιαίου μετώπου» του Πεκίνου και των εξαναγκαστικών τακτικών που χρησιμοποιεί για την προσέλκυση ατόμων και ομάδων, κάτι που θα μπορούσε να υπονομεύσει τις ελευθερίες της Ταϊβάν.

Στις 26 Δεκεμβρίου 2025, το Εκτελεστικό Γιουάν, το ανώτατο διοικητικό όργανο της Ταϊβάν, ενέκρινε τροπολογίες στον νόμο που διέπει τις σχέσεις μεταξύ των κατοίκων της Περιοχής της Ταϊβάν και της Ηπειρωτικής Περιοχής. Αν οι τροπολογίες περάσουν από τη νομοθετική εξουσία, θα απαιτείται οι νομοθέτες και όλοι οι δημόσιοι υπαλλήλοι να λαμβάνουν κυβερνητική έγκριση πριν ταξιδέψουν στην Κίνα.

Σε ένα περιβάλλον έντονης επιφυλακτικότητας για τις σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών, η διοίκηση Λάι είχε προηγουμένως αφήσει να εννοηθεί ότι είναι υπό όρους ανοιχτή σε διάλογο. Τον Οκτώβριο, αφού η Τσενγκ εξελέγη πρόεδρος του Κουομιντάνγκ αλλά πριν αναλάβει καθήκοντα, ο πρωθυπουργός της Ταϊβάν Τσο Τζουνγκ-τάι δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι θα καλωσόριζε συνομιλίες μεταξύ της Τσενγκ και του Σι, υπό την προϋπόθεση ότι θα διαφυλασσόταν η κυριαρχία της Ταϊβάν και ο ελεύθερος και δημοκρατικός τρόπος ζωής του λαού της, όπως ανέφεραν τα εθνικά μέσα της Ταϊβάν και το Κεντρικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Τη Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2025, η Κίνα ξεκίνησε νέο γύρο στρατιωτικών ασκήσεων που περικυκλώνουν την Ταϊβάν, δύο εβδομάδες σχεδόν μετά από ανακοίνωση της Ουάσιγκτον για σημαντική πώληση οπλικών συστημάτων στο νησί, ύψους 11,1 δισ. δολαρίων. Με αφορμή τις κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις, η Τσενγκ κατηγόρησε τον Λάι ότι «προκαλεί» το Πεκίνο, λέγοντας ότι οι Ταϊβανοί είναι άνθρωποι που «αγαπούν την ελευθερία», και απέδωσε τον κίνδυνο στρατιωτικής σύγκρουσης σε λανθασμένους πολιτικούς και διπλωματικούς χειρισμούς. Όπως είπε, ο πρόεδρος Λάι Τσινγκ-τε επανειλημμένα προκαλεί και να περνά «κόκκινες γραμμές», δείχνοντας ότι δεν θέλει να αμβλύνει τις διασυνοριακές σχέσεις.

Η διοίκηση Λάι έχει επικρίνει τις κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις. Το υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε ανακοίνωση καταδικάζοντας την «απειλή» του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας προς την περιφερειακή και παγκόσμια ειρήνη και σταθερότητα, ενώ σε ανάρτησή του στο Facebook, ο Λάι παρότρυνε τους Ταϊβανούς να δώσουν την «πλήρη στήριξη και ενθάρρυνσή» τους στο Λιμενικό Σώμα και στο στρατιωτικό προσωπικό της Ταϊβάν. Έγραψε ότι δεν θα επιδιώξουν κλιμάκωση ούτε θα προκαλέσουν διαμάχες και συγκρούσεις, αλλά θα διαφυλάξουν με αποφασιστικότητα την εθνική ασφάλεια και τον τρόπο ζωής της νήσου που βασίζεται στη δημοκρατία και την ελευθερία.

Ταϊβάν: Θεσμική αντιπαράθεση για τον προϋπολογισμό και τον νόμο κατανομής πόρων

Η Ταϊβάν βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σπάνια πολιτική κρίση, αφού η εκτελεστική εξουσία αρνήθηκε να θέσει σε εφαρμογή τροπολογίες σε νόμο για τις κρατικές δαπάνες που πέρασαν από τη Βουλή, η οποία ελέγχεται από την αντιπολίτευση, αναδεικνύοντας την εσωτερική πόλωση καθώς το νησί αντιμετωπίζει κλιμακούμενη στρατιωτική πίεση και εξαναγκασμό από την Κίνα.

Η κυβέρνηση του προέδρου Λάι Τσινγκ-τε έχει δηλώσει ότι οι τροπολογίες υπονομεύουν τη δημοσιονομική βιωσιμότητα και συντάχθηκαν χωρίς την απαιτούμενη διαβούλευση. Με βάση τις τροπολογίες, η κεντρική κυβέρνηση της Ταϊβάν θα υποχρεωνόταν να κατανέμει μεγαλύτερο μερίδιο των εσόδων της προς τις τοπικές κυβερνήσεις.

Ο Λάι έχει δηλώσει ότι οι τροπολογίες στον νόμο, ο οποίος επισήμως ονομάζεται Act Governing the Allocation of Government Revenues and Expenditures («Νόμος περί κατανομής των κρατικών εσόδων και δαπανών»), θα ανάγκαζαν την κεντρική κυβέρνηση να δανειστεί έως 563,7 δισ. δολάρια Ταϊβάν (περίπου 15,2 δισ. ευρώ) το 2026, παραβιάζοντας το ανώτατο όριο ελλείμματος που προβλέπεται από τον νόμο Public Debt Act («Νόμος περί δημόσιου χρέους») του νησιού.

Η αντιπολίτευση, η οποία χαρακτήρισε τον Λάι «δικτάτορα» λόγω της απόφασής του να μην προχωρήσει στην επίσημη δημοσίευση των τροπολογιών, έχει δηλώσει ότι θα κινήσει διαδικασίες παραπομπής του στη Βουλή στις 26 Δεκεμβρίου.

Η αντιπολίτευση έχει επίσης καταθέσει αίτημα στο Control Yuan, τον ανώτατο κυβερνητικό θεσμό εποπτείας της Ταϊβάν, προκειμένου να ξεκινήσει έρευνα και να εξεταστεί το ενδεχόμενο παραπομπής του πρωθυπουργού της Ταϊβάν, Τσο Γιουνγκ-τάι, ο οποίος αρνήθηκε να προσυπογράψει τις τροπολογίες.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ταϊβάν, ο πρωθυπουργός πρέπει να προσυπογράφει τη νομοθεσία προτού ο πρόεδρος μπορέσει να την επικυρώσει και να τη θέσει σε ισχύ.

Ακολουθούν όσα οδήγησαν στην κρίση αυτή και το πώς θα μπορούσαν να εξελιχθούν τα γεγονότα.

Οι εκλογές του 2024

Τον Ιανουάριο του 2024, ο Λάι κέρδισε τις προεδρικές εκλογές με διαφορά σχεδόν 920.000 ψήφων από τον δεύτερο, τον Χόου Γιου-ιχ, υποψήφιο του Κουομιντάνγκ (KMT). Η νίκη του Λάι έδωσε στο Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα (DPP) μια πρωτοφανή τρίτη συνεχόμενη θητεία, ύστερα από οκτώ χρόνια υπό την ηγεσία της Τσάι Ινγκ-γουέν.

Παρά τη νίκη στις προεδρικές εκλογές, το DPP έχασε την πλειοψηφία στη Βουλή, η οποία πέρασε στο KMT και στον πολύ μικρότερο σύμμαχό του, το Λαϊκό Κόμμα της Ταϊβάν (TPP), μετά τις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν την ίδια ημέρα με τις προεδρικές εκλογές.

Το DPP κέρδισε 51 έδρες στη Βουλή των 113 εδρών, ενώ το KMT κέρδισε 52 έδρες και το TPP 8 έδρες.

Διατηρώντας την προεδρία, το DPP διατηρεί τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας της Ταϊβάν.

Μετά τις εκλογές του 2024, η αντιπολίτευση έχει χρησιμοποιήσει την πλειοψηφία της για να μπλοκάρει ή να παρεμποδίσει βασικές κυβερνητικές προτάσεις, συμπεριλαμβανομένου του προϋπολογισμού, ενώ ταυτόχρονα προωθεί τη δική της ατζέντα, οδηγώντας σε επαναλαμβανόμενο αδιέξοδο ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και το νομοθετικό σώμα.

Τόσο το DPP όσο και η αντιπολίτευση έχουν κατηγορήσει η μία πλευρά την άλλη ότι παραβιάζει το Σύνταγμα στη συνεχιζόμενη διαμάχη για τις κρατικές δαπάνες.

Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, μια προσπάθεια ανάκλησης που ηγήθηκαν ομάδες πολιτών και υποστηρίχθηκε από το DPP απέτυχε, καθώς και οι 31 στοχευμένοι βουλευτές του KMT διατήρησαν τις έδρες τους. Οι επικριτές των βουλευτών του KMT τους έχουν κατηγορήσει ότι είναι υπερβολικά φιλικοί προς την κομμουνιστική Κίνα, ενώ οι βουλευτές δήλωσαν ότι επιδιώκουν να προωθήσουν την ειρήνη και να αποφύγουν συγκρούσεις.

Παραπομπή

Για να παραπεμφθεί ο Λάι θα απαιτούνταν πλειοψηφία δύο τρίτων στη Βουλή, όριο που η αντιπολίτευση δεν διαθέτει αριθμητικά.

Ακόμη κι αν περνούσε, κάτι που θεωρείται εξαιρετικά απίθανο, το μέτρο θα χρειαζόταν και απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο έχει σε μεγάλο βαθμό περιέλθει σε αδράνεια λόγω ξεχωριστής διαμάχης ανάμεσα στην κυβέρνηση Λάι και την αντιπολίτευση σχετικά με τον διορισμό νέων δικαστών.

Σήμερα, το δικαστήριο των 15 εδρών έχει οκτώ δικαστές, αφού επτά ολοκλήρωσαν τη θητεία τους στα τέλη του 2024, και η αντιπολίτευση έχει απορρίψει τις υποψηφιότητες για να καλυφθούν τα κενά.

Το δικαστήριο απαιτεί πλέον ελάχιστο αριθμό 10 δικαστών για να εκδικάσει και να αποφανθεί επί υπόθεσης, μετά την έναρξη ισχύος νέων νομοθετικών τροπολογιών τον Ιανουάριο.

Υπάρχει επίσης ένα πιθανό σενάριο κατά το οποίο η αντιπολίτευση θα μπορούσε να περάσει πρόταση δυσπιστίας κατά του Τσο. Αν η πρόταση εγκριθεί, ο Λάι θα έχει τη δυνατότητα να διαλύσει τη Βουλή μέσα σε 10 ημέρες, με νέες βουλευτικές εκλογές να διεξάγονται εντός 60 ημερών.

Το DPP έχει δηλώσει ότι η αντιπολίτευση μπορεί να επιχειρήσει να απομακρύνει τον Τσο από το αξίωμά του μέσω ψήφου δυσπιστίας, ωστόσο βουλευτές του KMT έχουν υποδείξει ότι δεν σκοπεύουν να προχωρήσουν σε τέτοια κίνηση, ώστε να αποφύγουν την ενεργοποίηση νέων εκλογών.

Απειλή από την Κίνα

Η πολιτική κρίση στην Ταϊβάν εκτυλίσσεται με φόντο την κλιμακούμενη κινεζική στρατιωτική πίεση και τον εξαναγκασμό που ασκούνται κατά της Ταϊβάν και της κυβέρνησης Λάι.

Το κινεζικό κομμουνιστικό καθεστώς θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της επικράτειάς του και δεν έχει αποκλείσει τη χρήση στρατιωτικής δύναμης για να καταλάβει το νησί. Το καθεστώς θεωρεί τον Λάι «αυτονομιστή» λόγω της δημόσιας υπεράσπισής του της κυριαρχίας της Ταϊβάν.

Τον Νοέμβριο, ο Λάι ανακοίνωσε νέα προτεινόμενη αμυντική δαπάνη ύψους 40 δισ. δολαρίων, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο στρατιωτικής επίθεσης του Πεκίνου στο νησί έως το 2027. Ο τελευταίος προϋπολογισμός, σύμφωνα με τον Λάι, θα κατανεμηθεί από το 2026 έως το 2033 για έργα που περιλαμβάνουν την κατασκευή ενός συστήματος αεράμυνας με την ονομασία «Taiwan Dome».

Η κυβέρνηση Λάι και η αντιπολίτευση συγκρούονται επίσης για τις νέες στρατιωτικές δαπάνες. Στις 23 Δεκεμβρίου, η αντιπολίτευση μπλόκαρε τις συνομιλίες για το νομοσχέδιο του αμυντικού προϋπολογισμού για τέταρτη φορά.

Δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε στις 22 Δεκεμβρίου από το Taiwanese Public Opinion Foundation έδειξε ότι περίπου το 54% των ερωτηθέντων αποδοκίμασε το μπλοκάρισμα της αντιπολίτευσης στην εξέταση του αμυντικού προϋπολογισμού, ενώ περίπου το 30% το ενέκρινε. Η δημοσκόπηση διεξήχθη από τις 15 έως τις 17 Δεκεμβρίου, με δείγμα 1.077 ενηλίκων ηλικίας 20 ετών ή μεγαλύτερων.

Το Πεντάγωνο, στην ετήσια έκθεσή του για τις στρατιωτικές εξελίξεις της Κίνας που δημοσιεύθηκε στις 23 Δεκεμβρίου, ανέφερε ότι «η Κίνα αναμένει πως θα μπορεί να πολεμήσει και να κερδίσει έναν πόλεμο για την Ταϊβάν έως τα τέλη του 2027».

Σύμφωνα με την έκθεση, ο κινεζικός στρατός «συνεχίζει να βελτιώνει πολλαπλές στρατιωτικές επιλογές για να επιβάλει την ενοποίηση της Ταϊβάν με ωμή βία», με αυτές τις επιλογές να περιλαμβάνουν αμφίβια εισβολή, πλήγμα ισχύος πυρός και, πιθανώς, ναυτικό αποκλεισμό.

Οι επερχόμενες εκλογές

Οι επόμενες μεγάλες εκλογές στην Ταϊβάν έχουν προγραμματιστεί για τον Νοέμβριο του 2026, όταν οι ψηφοφόροι θα επιλέξουν δημάρχους, δημοτικούς συμβούλους, επικεφαλής κομητειών και συμβούλους κομητειών.

Παρότι οι επερχόμενες εκλογές επικεντρώνονται κυρίως σε τοπικά ζητήματα, θεωρούνται ευρέως βασικός δείκτης κομματικής στήριξης ενόψει των προεδρικών και βουλευτικών εκλογών της Ταϊβάν στις αρχές του 2028.

Στις τελευταίες τοπικές εκλογές του 2022, το KMT εξασφάλισε νίκες σε 13 πόλεις και κομητείες, ενώ το DPP κέρδισε πέντε.

Με πληροφορίες από το Reuters

Οι ΗΠΑ εγκρίνουν εξοπλιστικό πακέτο αξίας 11,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την Ταϊβάν

Σε μία περίοδο που η Ταϊβάν αντιμετωπίζει αυξημένη στρατιωτική πίεση από το κινεζικό καθεστώς, η κυβέρνηση Τραμπ ενέκρινε πρωτοφανή πώληση οπλικών συστημάτων ύψους 11,1 δισ. δολαρίων στην Ταϊβάν, σηματοδοτώντας το μεγαλύτερο πακέτο αμερικανικών εξοπλισμών που έχει ποτέ προταθεί για το νησί. Η συμφωνία, την οποία ανακοίνωσε η Υπηρεσία Ασφάλειας Αμυντικής Συνεργασίας του Πενταγώνου στις 17 Δεκεμβρίου, εξυπηρετεί πολλαπλούς στόχους.

Το πακέτο περιλαμβάνει πληθώρα στρατιωτικών συστημάτων και εξαρτημάτων:

  • Πυραυλικά συστήματα πυροβολικού υψηλής κινητικότητας (HIMARS), αξίας 4,05 δισ. δολαρίων.
  • Αυτοκινούμενα πυροβόλα, που εκτιμώνται στα 4,03 δισ. δολάρια.
  • Δύο τύπους μη επανδρωμένων οχημάτων περιφερόμενων πυρομαχικών Altius και συναφή εξοπλισμό, συνολικού ύψους 1,1 δισ. δολαρίων.
  • Στρατιωτικό λογισμικό και άλλο εξοπλισμό, αξίας 1,01 δισ. δολαρίων.
  • Αντιαρματικούς πυραύλους Javelin, αξίας 375 εκατ. δολαρίων.
  • Αντιαρματικούς πυραύλους, αξίας 353 εκατ. δολαρίων.
  • Ανταλλακτικά και συστήματα επισκευής για ελικόπτερα AH-1W, αξίας 96 εκατ. δολαρίων.
  • Κιτ αναβάθμισης πυραύλων Harpoon, αξίας 91,4 εκατ. δολαρίων.

Η Υπηρεσία Ασφάλειας Αμυντικής Συνεργασίας (DSCA) δήλωσε πως η πώληση αφ’ ενός εξυπηρετεί τα αμερικανικά εθνικά, οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα αφ’ ετέρου ενισχύει την ασφάλεια της Ταϊβάν και συμβάλλει στη διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας, της στρατιωτικής ισορροπίας και της οικονομικής προόδου στην περιοχή. Επιπλέον, υποστηρίζει την προσπάθεια της Ταϊβάν να εκσυγχρονίσει τις Ένοπλες Δυνάμεις της και να διατηρήσει αξιόπιστη αμυντική ικανότητα.

Αν και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει ήδη εγκρίνει τη συμφωνία, απομένει η έγκρισή της από το Κογκρέσο, όπου η Ταϊβάν έχει διακομματική υποστήριξη για την αντιμετώπιση της κινεζικής απειλής, που θεωρεί το νησί μέρος της επικράτειας της ΛΔΚ και έχει δηλώσει ότι θα την προσαρτήσει. Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, παρουσίασε πρόσφατα πρόταση για στρατιωτικές δαπάνες ύψους 40 δισ. δολαρίων, με στόχο την αποτροπή τυχόν κινεζικής επιθετικότητας έως το 2027. Ο προϋπολογισμός, που καλύπτει την περίοδο 2026-2033, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την κατασκευή συστήματος αεράμυνας με την ονομασία «Taiwan Dome» — «Θόλος της Ταϊβάν».

Η εκπρόσωπος της Προεδρίας της Ταϊβάν, Κάρεν Κουόκ, υπογράμμισε τη σημασία της πώλησης, δηλώνοντας πως αποτυπώνει τη «στενή εταιρική σχέση Ταϊβάν–ΗΠΑ», και δήλωσε ότι «η Ταϊβάν θα συνεχίσει τη μεταρρύθμιση της εθνικής άμυνας, την ενίσχυση της κοινωνικής ανθεκτικότητας, θα δείξει τη βούλησή της για αυτοάμυνα και θα διατηρήσει την ειρήνη μέσω ισχύος». Περαιτέρω, επανέλαβε τη δέσμευση της κυβέρνησης να αυξήσει τον αμυντικό προϋπολογισμό σε άνω του 3% του ΑΕΠ έως το 2026, ενώ τόνισε ότι η Ταϊβάν θα ενισχύσει τη συνεργασία με τις ΗΠΑ και άλλες χώρες, για την υπεράσπιση των οικουμενικών αξιών της ελευθερίας και της δημοκρατίας, και τη διασφάλιση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή.

Με ανακοίνωσή του, το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν εξέφρασε ευγνωμοσύνη προς τις ΗΠΑ για τη στήριξή τους στην ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων του νησιού, τονίζοντας: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να υποστηρίζουν την Ταϊβάν στον τομέα της άμυνας και στην ταχεία ανάπτυξη ισχυρής αποτρεπτικής ισχύος, κάτι που είναι κρίσιμο για τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή».

Ο Ρούπερτ Χάμοντ Τσέιμπερς, πρόεδρος του Αμερικανο-Ταϊβανέζικου Επιχειρηματικού Συμβουλίου, επεσήμανε τη στρατηγική σημασία των συστημάτων HIMARS και των αυτοκινούμενων πυροβόλων, τα οποία θα μπορούσαν να αποδειχθούν καθοριστικά στην αντιμετώπιση των κινεζικών στρατιωτικών δυνάμεων. «Αυτό το πακέτο αποτελεί ποσό-ρεκόρ και είναι απάντηση στην κινεζική απειλή, ενισχύοντας ταυτόχρονα την απαίτηση οι εταίροι μας να αναλάβουν περισσότερες πρωτοβουλίες για την ίδια τους την ασφάλεια».

Η εθνική στρατηγική ασφάλειας της κυβέρνησης Τραμπ, που παρουσιάστηκε στις 5 Δεκεμβρίου, δίνει προτεραιότητα στην αποτροπή της σύγκρουσης στην Ταϊβάν, διασφαλίζοντάς της στρατιωτικό πλεονέκτημα έναντι της Κίνας.

Σε νομοθετικό επίπεδο, στις 2 Δεκεμβρίου ο Τραμπ υπέγραψε τον Νόμο Εφαρμογής Εγγυήσεων για την Ταϊβάν (Taiwan Assurance Implementation Act), ο οποίος υποχρεώνει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να επανεξετάζει και να επικαιροποιεί τακτικά τις κατευθυντήριες γραμμές του για τις σχέσεις με την Ταϊβάν, εδραιώνοντας περαιτέρω το πλαίσιο συνεργασίας ΗΠΑ–Ταϊβάν, παρά την απουσία επίσημων διπλωματικών σχέσεων.

Από την κινεζική πλευρά, ο Τσεν Μπινχουά, εκπρόσωπος του Γραφείου Υποθέσεων Ταϊβάν του Κρατικού Συμβουλίου, καταδίκασε την εξοπλιστική συμφωνία, χαρακτηρίζοντάς την «κατάφωρη ανάμειξη στα εσωτερικά της Κίνας».

Ο Τζίμμυ Λάι καταδικάστηκε βάσει του νόμου εθνικής ασφάλειας στο Χονγκ Κονγκ

Ο ακτιβιστής υπέρ της δημοκρατίας στο Χονγκ Κονγκ και πρώην εκδότης εφημερίδας Τζίμμυ Λάι κρίθηκε ένοχος βάσει του νόμου για την εθνική ασφάλεια. Ο Λάι, ένας από τους πλέον σφοδρούς επικριτές του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας στην πόλη, βρέθηκε στο επίκεντρο διεθνούς προσοχής ενώ οι ελευθερίες στην περιοχή περιορίζονται όλο και περισσότερο.

Ο 78χρονος Λάι, ιδρυτής της ανενεργής πλέον φιλοδημοκρατικής εφημερίδας Apple Daily, καταδικάστηκε τη Δευτέρα, τοπική ώρα, για όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε: δύο για συνωμοσία με ξένες δυνάμεις βάσει του νόμου εθνικής ασφάλειας που επέβαλε το Πεκίνο, και μία για στάση σύμφωνα με τον νόμο περί στάσης που χρονολογείται από την εποχή της αποικιοκρατίας. Ο ίδιος αρνείται κάθε ενοχή και η ποινή του θα ανακοινωθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, με το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει ακόμη και ισόβια κάθειρξη.

Αφότου συνελήφθη τον Αύγουστο του 2020, ο Λάι βρίσκεται στη φυλακή για πάνω από 1.800 ημέρες — από τον Δεκέμβριο του 2020. Η δίκη του διήρκεσε 156 ημέρες, ενώ βουλευτές και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από όλον τον κόσμο ζητούσαν επανειλημμένως την άμεση απελευθέρωσή του.

Τον Αύγουστο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε ότι είχε θέσει το ζήτημα του Λάι απευθείας στο Πεκίνο. Έντονη ανησυχία έχει προκαλέσει η επιδείνωση της υγείας του στη φυλακή, λόγω διαβήτη, καρδιακών προβλημάτων και υπέρτασης.

Οι δικηγόροι και η οικογένειά του καταγγέλλουν ελλιπή ιατρική φροντίδα από εξειδικευμένο προσωπικό, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον διαβήτη του. Ο γιος του, Σεμπάστιαν Λάι, δήλωσε πως η κατάσταση της υγείας του πατέρα του έχει επιδεινωθεί σημαντικά, με εμφανή απώλεια βάρους και κατάρρευση. «Τα τελευταία πέντε χρόνια, ο Λάι κρατείται σε απομόνωση, χωρίς ήλιο και καθαρό αέρα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η καταδίκη του Λάι προκάλεσε την άμεση και διεθνή κατακραυγή. Η Εκτελεστική Επιτροπή του Κογκρέσου για την Κίνα σχολίασε: «Ο Τζίμμυ Λάι κρίθηκε ένοχος επειδή ασκούσε δημοσιογραφία και υπερασπιζόταν τη δημοκρατία. Είναι ακόμη μία θλιβερή υπενθύμιση πως το Χονγκ Κονγκ φυλακίζει πολιτικούς κρατουμένους τόσο αυθαίρετα όσο η Βενεζουέλα και η Μιανμάρ. Το σύστημα κράτους δικαίου για το οποίο κάποτε καυχιόταν το Χονγκ Κονγκ έχει οριστικά χαθεί. Ο Λάι δεν θα έπρεπε να είχε συλληφθεί και τώρα πρέπει να απελευθερωθεί άνευ όρων και να επιστρέψει στην οικογένειά του».

Ο Τιμπό Μπρουτέν, γενικός διευθυντής των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα, χαρακτήρισε την καταδίκη «παράνομη» και υπογράμμισε ότι αποτελεί προϊόν «κατασκευασμένων κατηγοριών εθνικής ασφάλειας». Σημείωσε: «Αυτή η παράνομη καταδίκη αναδεικνύει τη δραματική επιδείνωση της ελευθερίας του Τύπου στην περιοχή. Μην έχετε αυταπάτες — δεν δικάστηκε ένα άτομο, αλλά η ελευθερία του Τύπου, και με αυτήν την απόφαση διαλύθηκε. Οι δημοκρατίες πρέπει επιτέλους να δράσουν και μάλιστα άμεσα. Αν δεν το πράξουν, ο Λάι θα πεθάνει στη φυλακή και έτσι θα στείλουν σαφές μήνυμα στο κινεζικό καθεστώς ότι μπορεί να εξάγει το αυταρχικό του μοντέλο ατιμώρητα, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο».

Ανάλογες εκκλήσεις για άμεση απελευθέρωση διατύπωσε και ο Μπέι Λιχέ, διευθυντής Ασίας-Ειρηνικού της Επιτροπής Προστασίας Δημοσιογράφων, τονίζοντας ότι τα σοβαρά προβλήματα υγείας του Λάι «αποτελούν θανατηφόρο κίνδυνο όσο παραμένει στη φυλακή». Συμπλήρωσε: «Αυτή η ψευδής καταδίκη αποτελεί επαίσχυντη πράξη διωγμού. Η απόφαση αποκαλύπτει την παντελή περιφρόνηση του Χονγκ Κονγκ για την ελευθερία του Τύπου, η οποία υποτίθεται προστατεύεται από τη μίνι-συνταγματική του, τη Βασική Νομοθεσία. Το μόνο ‘έγκλημα’ του Τζίμμυ Λάι είναι ότι διηύθυνε μία εφημερίδα και υπερασπιζόταν τη δημοκρατία».

Έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου του Κογκρέσου επισημαίνει ακόμη πως ο Λάι παραμένει περισσότερο από 23 ώρες ημερησίως σε απομόνωση και στερείται ανεξάρτητης ιατρικής φροντίδας.

Η έκθεση καλεί την Ουάσιγκτον να επιβάλει κυρώσεις σε αξιωματούχους, εισαγγελείς, δικαστές, αστυνομία και ξένα ιδρύματα της κυβέρνησης του Χονγκ Κονγκ, για τον συστηματικό περιορισμό της αυτονομίας και των βασικών ελευθεριών στην περιοχή, υπό το πρίσμα δύο αμερικανικών νόμων: του νόμου για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία στο Χονγκ Κονγκ, και του νόμου για την αυτονομία του Χονγκ Κονγκ.

Η Επιτροπή ζητά επίσης από το Κογκρέσο να ψηφίσει τον Νόμο για κυρώσεις δικαστικών του Χονγκ Κονγκ, ώστε να επιβάλλονται αυστηρότερες κυρώσεις σε όσους υπονομεύουν τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις δέουσες νομικές διαδικασίες.

Οι ΗΠΑ στηρίζουν την Ιαπωνία μετά την στοχοποίηση ιαπωνικών αεροσκαφών με ραντάρ από την Κίνα

Την πρώτη της δημόσια επίκριση προς την Κίνα εξέδωσε η Ουάσιγκτον, μετά το επεισόδιο κατά το οποίο κινεζικά μαχητικά αεροσκάφη «κλείδωσαν» με ραντάρ τους ιαπωνικούς στρατιωτικούς στόχους πάνω από διεθνή ύδατα. Εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δήλωσε πως «οι ενέργειες της Κίνας δεν συμβάλλουν στην ειρήνη και τη σταθερότητα της περιοχής», αναφερόμενος στο περιστατικό που σημειώθηκε στις 6 Δεκεμβρίου.

Ο ίδιος τόνισε: «Η συμμαχία ΗΠΑ–Ιαπωνίας βρίσκεται στο ισχυρότερο και πιο ενωμένο σημείο της ιστορίας της. Η δέσμευσή μας προς τη σύμμαχο Ιαπωνία παραμένει αμετάβλητη και βρισκόμαστε σε στενή επικοινωνία για αυτό και άλλα ζητήματα».

Το συμβάν σημειώθηκε σε διεθνή ύδατα ανοιχτά της Οκινάουα και διήρκεσε περίπου τριάντα λεπτά, σε δύο διαδοχικές φάσεις, σύμφωνα με το Yπουργείο Άμυνας της Ιαπωνίας. Την επομένη, ο υφυπουργός Εξωτερικών Φουνακόσι Τακάιρο κάλεσε τον πρέσβη της Κίνας Γου Τζιάνγκχαο για έντονη διαμαρτυρία, δηλώνοντας πως τέτοιες επικίνδυνες ενέργειες είναι «ιδιαίτερα λυπηρές», όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση του ιαπωνικού ΥΠΕΞ.

Ο υπουργός Επικρατείας και κυβερνητικός εκπρόσωπος Μινόρου Κιχάρα χαιρέτισε τις δηλώσεις των ΗΠΑ, τονίζοντας πως αναδεικνύουν τη δύναμη της ιαπωνοαμερικανικής συμμαχίας. Την ίδια ώρα, το Πεκίνο απορρίπτει την εκδοχή του Τόκιο.

Σύμφωνα με το κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων Σινχούα, ο εκπρόσωπος του Πολεμικού Ναυτικού του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, Ουάνγκ Σουεμίν, ισχυρίστηκε ότι ιαπωνικά αεροσκάφη παρενόχλησαν επανειλημμένα κινεζικές ναυτικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια ασκήσεων ανατολικά του στενού Μιγιάκο.

Το τελευταίο διάστημα, οι εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών έχουν ενταθεί, κυρίως με αφορμή τις πιέσεις της Κίνας, τόσο σε επίπεδο οικονομίας όσο και στα ζητήματα άμυνας.

Η κλιμάκωση ακολούθησε τις δηλώσεις του Ιάπωνα πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι στις 7 Νοεμβρίου, όταν επισήμανε πως ενδεχόμενη κινεζική επίθεση στην Ταϊβάν θα αποτελέσει απειλή για την επιβίωση της Ιαπωνίας και ίσως οδηγήσει σε στρατιωτική αντίδραση της χώρας.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της επικράτειάς του και δεν έχει αποκλείσει στρατιωτική επέμβαση για να εδραιώσει τον έλεγχο στο αυτοδιοικούμενο νησί, το οποίο απέχει περίπου 111 χιλιόμετρα από το Γιαναγκούνι της Ιαπωνίας.

Την 10η Δεκεμβρίου, ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, καταδίκασε τις κινεζικές στρατιωτικές προκλήσεις δηλώνοντας: «Στεκόμαστε μαζί με τους δημοκρατικούς εταίρους μας στην αντίθεση σε αυτές τις ενέργειες και παραμένουμε αμετακίνητοι στην απόφασή μας να διασφαλίσουμε την ειρήνη». Παράλληλα, έχει προτείνει αμυντικό προϋπολογισμό 40 δισ. δολαρίων, ενόψει ενδεχόμενων κινεζικών στρατιωτικών κινήσεων κατά της Ταϊβάν έως το 2027.

Τη στήριξη των ΗΠΑ προς το Τόκιο διαμηνύει τακτικά και ο Αμερικανός πρέσβης στην Ιαπωνία, Τζορτζ Γκλας, με συχνές αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στις 20 Νοεμβρίου επιβεβαίωσε την αμερικανική συμπαράσταση στον απόηχο της κινεζικής απαγόρευσης στα ιαπωνικά θαλασσινά, ενώ στις 8 Δεκεμβρίου τόνισε εκ νέου πως η συμμαχία ΗΠΑ–Ιαπωνίας είναι «ισχυρότερη και ενωμένη όσο ποτέ».

Ο Γκλας, στην ίδια δημοσίευση, επικαλέστηκε τη στρατηγική εθνικής ασφάλειας του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτηρίζοντας τις συμμαχίες στην περιοχή Ινδοειρηνικού ως το «θεμέλιο της ασφάλειας και της ευημερίας».

Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών, υποστηρίζοντας σταθερά την Ιαπωνία από την αρχή των διπλωματικών εντάσεων, έχει χαρακτηρίσει τη συμμαχία ΗΠΑ–Ιαπωνίας «ακρογωνιαίο λίθο της ειρήνης και της ασφάλειας στον Ινδοειρηνικό», σύμφωνα με τον εκπρόσωπο Τόμι Πίγκοτ.

Στήριξη προς την Ιαπωνία εκδήλωσε και διακομματική ομάδα Αμερικανών βουλευτών. Στις 8 Δεκεμβρίου, οι βουλευτές Γκρέγκορι Μικς και Άμι Μπέρα απηύθυναν επιστολή προς τον πρόεδρο Τραμπ ζητώντας δασμολογική ελάφρυνση για την Ιαπωνία στο πλαίσιο των «εντεινόμενων οικονομικών και στρατιωτικών πιέσεων από το Πεκίνο».

Επεσήμαναν ότι ο βασικός δασμός των ΗΠΑ στα ιαπωνικά προϊόντα ανέρχεται σήμερα στο 15% και πως μια τέτοια ελάφρυνση θα έστελνε σαφές μήνυμα ενάντια στον «εξομαλυνόμενο οικονομικό εξαναγκασμό» του Πεκίνου, ενισχύοντας παράλληλα τη στήριξη των συμμάχων που υπερασπίζονται τα κυριαρχικά τους δικαιώματα.

Επιπλέον, αναφορές κάνουν λόγο για αύξηση των περιπολιών κινεζικών σκαφών ακτοφυλακής γύρω από τις διοικούμενες από την Ιαπωνία νήσους Σενκάκου (ή Τζιαγιού, όπως τις αποκαλεί το Πεκίνο) στις 10 Δεκεμβρίου, με επαναλαμβανόμενες περιπολίες να έχουν καταγραφεί και στις 15 Νοεμβρίου.

Ο πρόεδρος Τραμπ αναμένεται να επισκεφθεί την Κίνα τον Απρίλιο του επόμενου έτους, έπειτα από συνάντηση με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στη Σύνοδο Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο στη Νότια Κορέα.

Με τη συμβολή του Reuters

Ο Τραμπ υπογράφει νέο νόμο για την Ταϊβάν

Τη 2α Δεκεμβρίου, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε νέα διακομματική νομοθεσία για την Ταϊβάν, προκαλώντας άμεση διαμαρτυρία από το κινεζικό κομμουνιστικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί την Ταϊβάν τμήμα της επικράτειάς του.

Ο Τραμπ υπέγραψε τον νόμο Taiwan Assurance Implementation Act, ο οποίος υποχρεώνει το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών να επανεξετάζει και να επικαιροποιεί τις κατευθυντήριες γραμμές για τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ταϊβάν τουλάχιστον μία φορά κάθε πέντε χρόνια. Στόχος της πρωτοβουλίας είναι η εμβάθυνση των αμερικανοταϊβανέζικων σχέσεων, παρά την απουσία επίσημων διπλωματικών σχέσεων.

Στις 3 Δεκεμβρίου, ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, εξέφρασε την εκτίμησή του για την απόφαση του Τραμπ στην πλατφόρμα X, σημειώνοντας ότι αναδεικνύει τη σημασία της αμερικανικής εμπλοκής με την Ταϊβάν. «Στο εξής, θα συνεργαστούμε ακόμη στενότερα με τις ΗΠΑ σε όλους τους τομείς, ώστε να διασφαλίσουμε την ειρήνη, τη σταθερότητα και την ευημερία στην περιοχή», πρόσθεσε ο Λάι.

Η εκπρόσωπος της προεδρίας της Ταϊβάν, Κάρεν Κουό, σχολίασε τη σημασία της νομοθεσίας, δηλώνοντας: «Ο νόμος αυτός επιβεβαιώνει την αξία της αμερικανικής αλληλεπίδρασης με την Ταϊβάν, στηρίζει στενότερες ταϊβανέζικo-αμερικανικές σχέσεις και αποτελεί σταθερό σύμβολο των κοινών μας αξιών για δημοκρατία, ελευθερία και σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα».

Η Κουό τόνισε επίσης πως «μια ισχυρή ταϊβανέζικo-αμερικανική σχέση αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή Ινδικού-Ειρηνικού».

Τον Ιανουάριο του 2021, λίγο πριν τη λήξη της πρώτης θητείας Τραμπ, ο τότε υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο ήρε τους αυτοεπιβληθέντες περιορισμούς στις επαφές αξιωματούχων μεταξύ ΗΠΑ και Ταϊβάν, οι οποίοι είχαν τεθεί σε ισχύ έπειτα από τη διπλωματική αναγνώριση του Πεκίνου αντί της Ταϊπέι το 1979.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ταϊβάν, Λιν Τσι-λουνγκ, ενημέρωσε δημοσιογράφους ότι ο νέος νόμος θα διευκολύνει την είσοδο στελεχών της Ταϊβάν σε ομοσπονδιακές υπηρεσίες των ΗΠΑ για συναντήσεις, αν και το κείμενο της νομοθεσίας δεν το αναφέρει ρητά.

Σε αντίδραση προς τη νέα αμερικανική νομοθεσία, ο Λιν Τζιν, εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών του κινεζικού καθεστώτος, δήλωσε κατά την τακτική ενημέρωση των εκπροσώπων Τύπου πως «η Κίνα αντιτίθεται σθεναρά σε κάθε μορφή επίσημων επαφών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της περιφέρειας της Ταϊβάν», σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο Xinhua.

Το νομοθέτημα κατατέθηκε στη Βουλή τον Φεβρουάριο από τους εκπροσώπους Αν Γουάγκνερ, Τζέρι Κόνολι και Τεντ Λίου και εγκρίθηκε τον Μάιο με φωνητική ψηφοφορία. Στις 3 Δεκεμβρίου, η Γουάγκνερ δήλωσε: «Ο νέος νόμος θα ενισχύσει την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και θα αντιμετωπίσει την επιθετικότητα του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες στέκονται στο πλευρό της Ταϊβάν και δεν θα επιτρέψουμε στην Κίνα να αποσταθεροποιήσει τον κόσμο περισσότερο απ’ όσο έχει ήδη καταφέρει». Η ίδια προσέθεσε: «Ο νόμος Taiwan Assurance Implementation Act ενισχύει την αμερικανική υπεροχή σε μια κρίσιμη στιγμή της ιστορίας και αποτελεί ένα ισχυρό βήμα προς τα εμπρός υπέρ της αδιάλειπτης στήριξής μας στην Ταϊβάν, καθώς αυτή αντιστέκεται στην επιθετικότητα και τις επιχειρήσεις επιρροής του ΚΚΚ. Η νομοθεσία θωρακίζει τη δική μας εθνική ασφάλεια και θα μας βοηθήσει να αποτρέψουμε την Κίνα να εδραιώσει περαιτέρω επικίνδυνη παρουσία στην περιοχή και παγκοσμίως».

Το γραφείο της Γουάγκνερ τόνισε ότι οι τακτικές αξιολογήσεις και επικαιροποιήσεις που απαιτεί ο νέος νόμος θα αποτελέσουν ευκαιρίες για ενίσχυση της συνεργασίας ΗΠΑ–Ταϊβάν και για την προώθηση ειρηνικής επίλυσης ζητημάτων που αφορούν τα στενά της Ταϊβάν.

Η ίδια νομοθεσία προτάθηκε στη Γερουσία από τους γερουσιαστές Τζον Κόρνιν και Κρις Κουνς τον Μάρτιο και εγκρίθηκε τον Νοέμβριο. Ο γερουσιαστής Τοντ Γιάνγκ σχολίασε στις 3 Δεκεμβρίου: «Η στενή συνεργασία με την Ταϊβάν είναι κρίσιμη για την ανάσχεση της κινεζικής επιθετικότητας και τη διατήρηση της ειρήνης μέσω αποτροπής στον Ειρηνικό».

Πρόσφατα, ο Λίου πρότεινε αμυντικές δαπάνες ύψους 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης στρατιωτικής επίθεσης της Κίνας κατά της νήσου έως το 2027, πρόταση που έχει συγκεντρώσει ευρεία διακομματική στήριξη στο Κογκρέσο.

Ο Τραμπ, ο οποίος είχε συναντηθεί με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ κατά τη Σύνοδο Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού στη Νότια Κορέα τον Οκτώβριο, αναμένεται να επισκεφθεί την Κίνα τον ερχόμενο Απρίλιο.

Με τη συμβολή του Reuters