Παρασκευή, 20 Φεβ, 2026

Σχέδια των ΗΠΑ για ανάπτυξη περισσότερων εκτοξευτών πυραύλων στις Φιλιππίνες 

Η κυβέρνηση Τραμπ σχεδιάζει να αναπτύξει στις Φιλιππίνες περισσότερα προηγμένα πυραυλικά συστήματα, με στόχο να συμβάλει στην αποτροπή της επιθετικότητας του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας, μετά από συνομιλίες υψηλού επιπέδου μεταξύ ανώτερων αξιωματούχων των δύο πλευρών στη Μανίλα, στις 16 Φεβρουαρίου.

Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ εξέδωσε την ίδια ημέρα κοινή ανακοίνωση σχετικά με τον 12ο Στρατηγικό Διμερή Διάλογο Φιλιππίνων–Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος επικεντρώθηκε στη διεύρυνση των οικονομικών, πολιτικών και αμυντικών δεσμών και στην ενίσχυση της συνεργασίας με περιφερειακούς συμμάχους.

Η Ουάσιγκτον και η Μανίλα υπογράμμισαν τη σημασία της αποκατάστασης της αποτρεπτικής ισχύος στον Ινδο-Ειρηνικό και, σύμφωνα με την ανακοίνωση, καταδίκασαν τις παράνομες, εξαναγκαστικές, επιθετικές και παραπλανητικές δραστηριότητες της Κίνας στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, αναγνωρίζοντας ότι έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα, καθώς και στις οικονομίες του Ινδο-Ειρηνικού και πέραν αυτού.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκατέστησαν το 2024 στις βόρειες Φιλιππίνες πυραυλικό σύστημα μέσου βεληνεκούς, γνωστό ως Typhon, και το 2025 ανέπτυξαν εκτοξευτή πυραύλων κατά πλοίων. Το Πεκίνο έχει παροτρύνει τη Μανίλα να αποσύρει τα συστήματα αυτά από το έδαφός της, αίτημα που οι αξιωματούχοι υπό τον πρόεδρο των Φιλιππίνων Φερδινάνδο Μάρκος του νεότερου έχουν απορρίψει.

Η κοινή ανακοίνωση περιέγραψε συγκεκριμένα σχέδια άμυνας και ασφάλειας για το επόμενο έτος, μεταξύ των οποίων δέσμευση να συνεχιστούν και να αυξηθούν οι αναπτύξεις προηγμένων πυραυλικών και μη επανδρωμένων συστημάτων των ΗΠΑ στις Φιλιππίνες, καθώς και να επεκταθούν και να εκσυγχρονιστούν οι δυνατότητες κυβερνοάμυνας της χώρας, σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, και η ικανότητά της να εντοπίζει και να διακόπτει κυβερνοαπειλές.

Ο πρέσβης των Φιλιππίνων στις Ηνωμένες Πολιτείες, Χοσέ Μανουέλ Ρομουάλντες, ο οποίος συμμετείχε στον διάλογο της 16ης Φεβρουαρίου, δήλωσε ότι αξιωματούχοι άμυνας και από τις δύο πλευρές συζήτησαν το ενδεχόμενο ανάπτυξης εντός του έτους «αναβαθμισμένων» αμερικανικών εκτοξευτών πυραύλων, τους οποίους οι Φιλιππίνες ενδέχεται τελικά να επιλέξουν να αγοράσουν.

Σε δηλώσεις του στο Associated Press ανέφερε ότι πρόκειται για σύστημα εξαιρετικά προηγμένο, το οποίο θα αναπτυχθεί στη χώρα με την ελπίδα ότι, σε βάθος χρόνου, οι Φιλιππίνες θα μπορέσουν να αποκτήσουν το δικό τους. Πρόσθεσε ότι το πυραυλικό σύστημα Typhon, που αναπτύχθηκε από τον Στρατό Ξηράς των ΗΠΑ στη νήσο Λουζόν τον Απρίλιο του 2024, καθώς και ο εκτοξευτής πυραύλων που αποκαλείται Σύστημα Παρεμπόδισης Πλοίων του Εκστρατευτικού Σώματος Πεζοναυτών του Ναυτικού, ο οποίος αναπτύχθηκε τον Απρίλιο του 2025, παραμένουν στις Φιλιππίνες. Τόνισε ακόμη ότι η ανάπτυξη των αμερικανικών πυραύλων είναι αποκλειστικά αποτρεπτική και ότι κάθε φορά που η Κίνα επιδεικνύει οποιαδήποτε μορφή επιθετικότητας, ενισχύεται περαιτέρω η αποφασιστικότητα της χώρας του να διαθέτει τέτοιου είδους μέσα.

Ινδο-Ειρηνικός

Ο διάλογος, που συγκλήθηκε για πρώτη φορά το 2011, φιλοξενήθηκε για τελευταία φορά τον Απρίλιο του 2024. Στην κοινή ανακοίνωση της 16ης Φεβρουαρίου αναφέρεται ότι οι δύο πλευρές υπογράμμισαν την αταλάντευτη δέσμευσή τους να προασπίσουν έναν ελεύθερο, ανοικτό, ευημερούντα και ασφαλή Ινδο-Ειρηνικό, με βάση τον αμοιβαίο σεβασμό στην κυριαρχία, στην εδαφική ακεραιότητα, στο διεθνές δίκαιο και στην ειρηνική επίλυση διαφορών.

Παράλληλα, δεσμεύτηκαν να διατηρήσουν επαγρύπνηση στον Ινδο-Ειρηνικό ώστε να αποτραπεί σύγκρουση και να αναπτύξουν ισχυρά μέτρα, σε συνδυασμό με την αποτρεπτική ισχύ, για να παραμείνουν ανοικτές οι θαλάσσιες οδοί και να μην υπόκεινται σε αυθαίρετο έλεγχο από μία χώρα. Στην ίδια ανακοίνωση επισημαίνεται ότι η συλλογική άμυνα είναι κρίσιμη για την αποστέρηση δυνατοτήτων και την αποτροπή επιθετικότητας οπουδήποτε στην Πρώτη Αλυσίδα Νησιών.

Τα τελευταία χρόνια, η Μανίλα έχει κατηγορήσει το Πεκίνο ότι εμβολίζει τα σκάφη της, τα πλήττει με υδροβόλα και εκτοξεύει φωτοβολίδες προς τα αεροσκάφη της, με τα περισσότερα περιστατικά να σημειώνονται γύρω από τον αμφισβητούμενο ύφαλο Σαμπίνα στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Μετά από περιστατικό τον Οκτώβριο του 2025, κατά το οποίο πλοίο της κινεζικής ακτοφυλακής χτύπησε σκάφος της κυβέρνησης των Φιλιππίνων, η Ουάσιγκτον επαναβεβαίωσε τη στήριξή της, επικαλούμενη τη Συνθήκη Αμοιβαίας Άμυνας Ηνωμένων Πολιτειών–Φιλιππίνων του 1951.

Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Τόμας Πίγκοτ, είχε δηλώσει τότε ότι η συνθήκη καλύπτει ένοπλες επιθέσεις κατά των ενόπλων δυνάμεων των Φιλιππίνων, δημόσιων πλοίων ή αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της Ακτοφυλακής τους, οπουδήποτε στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας.

Η Πρώτη Αλυσίδα Νησιών, που εκτείνεται από το νοτιότερο ιαπωνικό νησί Κιούσου, την Ταϊβάν και τις Φιλιππίνες έως τη Μαλαιική Χερσόνησο, θεωρείται στρατηγικό εμπόδιο που εμποδίζει την Κίνα να αποκτήσει εύκολη πρόσβαση στον Ειρηνικό Ωκεανό για τις ναυτικές και αεροπορικές της δυνάμεις.

Η ανακοίνωση της 16ης Φεβρουαρίου επισήμανε επίσης σημαντικά ορόσημα από το 2024, μεταξύ των οποίων ήταν η συνάντηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ με τον Μάρκος τον νεότερο στην Ουάσιγκτον το 2025, καθώς και η προσχώρηση των Φιλιππίνων στις Συμφωνίες Άρτεμις υπό την ηγεσία των ΗΠΑ για συνεργασία στο Διάστημα τον Οκτώβριο του 2025. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν ακόμη στη σημασία της διατήρησης της ειρήνης και της σταθερότητας στα Στενά της Ταϊβάν.

Η Κίνα πραγματοποίησε μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την Ταϊβάν για δύο ημέρες στα τέλη του 2025, προκαλώντας διεθνή κριτική, μεταξύ άλλων από την Ουάσιγκτον και τη Μανίλα. Σύμφωνα με το Philippine News Agency, ο υπουργός Άμυνας των Φιλιππίνων, Χιλμπέρτο Τεοντόρο ο νεότερος, είχε δηλώσει τότε ότι οι ενέργειες του Πεκίνου υπονομεύουν την περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα.

Με πληροφορίες από το Associated Press

Αμερικανός πολίτης καταδικάστηκε σε φυλάκιση στη Γερμανία για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας

Σε ποινή φυλάκισης δύο ετών και οκτώ μηνών καταδικάστηκε Αμερικανός πολίτης από το Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο του Κόμπλεντς, στη δυτική Γερμανία, καθώς προσέφερε ευαίσθητες στρατιωτικές πληροφορίες των ΗΠΑ σε κινεζική υπηρεσία πληροφοριών.

Η απόφαση ελήφθη στις 11 Φεβρουαρίου, με τον κατηγορούμενο να αναφέρεται ως Μάρτιν Ντ., σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων, και καταδικάστηκε για κατασκοπεία, όπως ανακοινώθηκε επίσημα.

Η δίκη του Μάρτιν Ντ. ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2025, με την κατηγορία ότι επανειλημμένως προσφέρθηκε να διαβιβάσει ευαίσθητες στρατιωτικές πληροφορίες των ΗΠΑ σε κινεζική υπηρεσία πληροφοριών, ενώ εργαζόταν ως πολιτικός υπάλληλος σε αμερικανική στρατιωτική βάση στη Γερμανία. Ο κατηγορούμενος είχε συλληφθεί στη Φρανκφούρτη τον Νοέμβριο του 2024 και παραπέμφθηκε σε δίκη τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς.

Σύμφωνα με τη Γενική Ομοσπονδιακή Εισαγγελία της Γερμανίας, από το 2017 έως την άνοιξη του 2023, ο Μάρτιν Ντ. απασχολούνταν ως πολιτικός εργολάβος του αμερικανικού υπουργείου Αμύνης. Μέχρι το 2020 είχε τοποθετηθεί σε αμερικανική στρατιωτική βάση στη Γερμανία.

Το δικαστήριο διευκρίνισε ότι η απόφαση δεν είναι ακόμη τελεσίδικη, καθώς, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παραιτήθηκε από το δικαίωμά του για έφεση, εκπρόσωποι της Ομοσπονδιακής Εισαγγελίας άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο υποβολής ένστασης. Σύμφωνα με έκθεση της Υπηρεσίας Ερευνών του Κογκρέσου, περίπου 35.000 εν ενεργεία Αμερικανοί στρατιωτικοί βρίσκονταν μόνιμα ανεπτυγμένοι στη Γερμανία τον Μάρτιο του 2024, όπου οι ΗΠΑ διαθέτουν βάσεις στρατού και αεροπορίας.

Το δικαστήριο έκρινε ότι το κίνητρο του Μάρτιν Ντ. ήταν η έντονη διαφωνία του με τον εργοδότη του. Η εφημερίδα Die Welt ανέφερε στις 11 Φεβρουαρίου ότι ο κατηγορούμενος απολύθηκε το 2023, αφότου κατήγγειλε «αδικίες εις βάρος του αμερικανικού στρατού» τόσο στον εργοδότη του όσο και στις αμερικανικές αρχές.

«Αγανακτισμένος που οι ανησυχίες του δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν, ο άνδρας επικοινώνησε αργότερα με τις κινεζικές αρχές προσφέροντας πληροφορίες», γράφει το δημοσίευμα. Κατά τη διάρκεια της δίκης προέκυψε ότι οι πληροφορίες τις οποίες προσπάθησε να μεταφέρει δεν υπόκειντο σε ειδικές απαιτήσεις εχεμύθειας, ενώ οι κινεζικές αρχές έδειξαν περιορισμένο ενδιαφέρον, σύμφωνα πάντα με την εφημερίδα.

Οι δικαστές χαρακτήρισαν τις ενέργειες του κατηγορουμένου «ερασιτεχνικές» και τα σχέδιά του «άτσαλα και αταίριαστα με τις πρακτικές ενός κλασικού πράκτορα», όπως αναφέρει η Die Welt. Η συνήγορός του, Σαμπρίνα Γκις-Μάιερ, δήλωσε στην Epoch Times με email, στις 12 Φεβρουαρίου, ότι ελπίζει το υπόλοιπο της ποινής να ανασταλεί υπό όρους, κατά την εφαρμογή της απόφασης.

Η κα Γκις-Μάιερ δήλωσε: «Η ποινή που επέβαλε το δικαστήριο, σε σύγκριση με την πολύ πιο αυστηρή ποινή που ζήτησε η ομοσπονδιακή εισαγγελία, είναι ευνοϊκή για τον πελάτη μου. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον χαρακτήρα του, τα κίνητρά του, καθώς και το γεγονός ότι το αδίκημα τελείται ακόμη και μόνο με την προσφορά πληροφοριών σε ξένη δύναμη, χωρίς αυτές να κατέχονται, θεωρώ δικαιολογημένη την αποφυλάκισή του και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής. […] Ελπίζουμε ότι δεν θα υπάρξει ποινική δίωξη από τις ΗΠΑ και ότι δεν θα κατατεθεί σχετικό αίτημα έκδοσης», σημείωσε. «Κατά την άποψή μας, η έκδοσή του και η δίωξη στις ΗΠΑ θα ήταν δυσανάλογη και αθέμιτη».

Υπενθυμίζεται ότι τον Σεπτέμβριο του 2025, γερμανικό δικαστήριο καταδίκασε πρώην Κινέζο βοηθό του Γερμανού πολιτικού Μαξιμίλιαν Κραχ σε φυλάκιση τεσσάρων ετών και εννέα μηνών, για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας, σε υπόθεση που ο ομοσπονδιακός εισαγγελέας Στέφαν Μορβάιζερ χαρακτήρισε «τη σοβαρότερη περίπτωση κινεζικής κατασκοπείας που έχει αποκαλυφθεί στη χώρα μέχρι σήμερα».

Ο υπέρμαχος της δημοκρατίας Τζίμμυ Λάι καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκισης

Ο Τζίμμυ Λάι, πρώην μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης στο Χονγκ Κονγκ και έντονος επικριτής του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας, καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκισης σε μια εμβληματική υπόθεση εθνικής ασφάλειας, η οποία έχει προσελκύσει διεθνή προσοχή, καθώς οι ελευθερίες στην πόλη συνεχίζουν να υποχωρούν.

Ο 78χρονος Λάι, ιδρυτής της πλέον ανενεργής φιλοδημοκρατικής εφημερίδας Apple Daily, κρίθηκε ένοχος τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους για δύο κατηγορίες «συνωμοσίας με σκοπό τη σύμπραξη με ξένες δυνάμεις» βάσει του νόμου περί εθνικής ασφάλειας που επιβλήθηκε από το Πεκίνο, καθώς και για μία κατηγορία «στάσης» βάσει νόμου περί στάσης της αποικιακής περιόδου.

Πριν από την επιβολή της ποινής, είχε ήδη περάσει περισσότερες από 1.800 ημέρες σε καθεστώς κράτησης. Σύμφωνα με τον γιο του και τον δικηγόρο του, η κατάσταση της υγείας του έχει επιδεινωθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, με προβλήματα που περιλαμβάνουν διαβήτη και καρδιακές αρρυθμίες.

Η καταδίκη του Λάι προκάλεσε άμεσα την καταδίκη οργανώσεων υπεράσπισης των δικαιωμάτων.

Η διευθύνουσα σύμβουλος της Επιτροπής για την Προστασία των Δημοσιογράφων, Τζόντι Γκίνσμπεργκ (Jodie Ginsberg), ανέφερε σε δήλωσή της ότι το κράτος δικαίου στο Χονγκ Κονγκ έχει καταρρεύσει πλήρως.

Στην ίδια δήλωση σημείωσε ότι η απόφαση αυτή συνιστά την τελική πράξη για την ελευθερία του Τύπου στο Χονγκ Κονγκ και τόνισε πως η διεθνής κοινότητα οφείλει να εντείνει την πίεσή της για την απελευθέρωση του Τζίμμυ Λάι, εάν επιθυμεί να διασφαλιστεί ο σεβασμός της ελευθερίας του Τύπου οπουδήποτε στον κόσμο.

Η υπόθεση του Λάι αναδείχθηκε επίσης σε έκθεση της Διακομματικής Εκτελεστικής Επιτροπής του Κογκρέσου για την Κίνα, η οποία δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους. Στην έκθεση αναφέρεται ότι ο Λάι είχε τεθεί σε απομόνωση, περνώντας περισσότερες από 23 ώρες την ημέρα στο κελί του και στερούμενος ανεξάρτητης ιατρικής φροντίδας, σύμφωνα με όσα επικαλέστηκε η νομική του ομάδα.

Η έκθεση καλεί την Ουάσιγκτον να επιβάλει κυρώσεις σε κυβερνητικούς αξιωματούχους του Χονγκ Κονγκ, εισαγγελείς, δικαστές, την αστυνομία και ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που φέρονται να εμπλέκονται στη «συστηματική διάβρωση της αυτονομίας και των θεμελιωδών ελευθεριών του Χονγκ Κονγκ», όπως αυτές περιγράφονται σε δύο νόμους των ΗΠΑ: τον Hong Kong Human Rights and Democracy Act (Νόμο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Δημοκρατία στο Χονγκ Κονγκ) και τον Hong Kong Autonomy Act (Νόμο για την Αυτονομία του Χονγκ Κονγκ).

Η επιτροπή καλεί επίσης το Κογκρέσο να εγκρίνει τον Hong Kong Judicial Sanctions Act (Νόμο για Δικαστικές Κυρώσεις στο Χονγκ Κονγκ), ο οποίος, σύμφωνα με την έκθεση, θα επιβάλλει αυστηρότερες κυρώσεις σε αξιωματούχους που ευθύνονται για την υπονόμευση της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης διαδικασίας.

Με τη συμβολή του Reuters

Ενισχυμένη συνεργασία Ταϊβάν–ΗΠΑ κατά της κινεζικής επιρροής και κατασκοπείας

Σε οκταετή κάθειρξη καταδικάστηκε μία πολιτογραφημένη Ταϊβανέζα κινεζικής καταγωγής, με την κατηγορία ότι παραβίασε τον Νόμο Εθνικής Ασφαλείας της Ταϊβάν, ιδρύοντας οργανώσεις στη χώρα κατ’ εντολή του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας.

Η Τζόου Μάντσι, υπήκοος Κίνας που απέκτησε την ταϊβανική υπηκοότητα το 2004 μέσω γάμου με Ταϊβανό, καταδικάστηκε στις 20 Ιανουαρίου από το Εφετείο Καοσιούνγκ, στη νότια Ταϊβάν. Η απόφαση αυτή ανέτρεψε πρωτόδικη ετυμηγορία του Μαρτίου, που είχε αθωώσει την Τζόου λόγω ελλιπών αποδεικτικών στοιχείων.

Σύμφωνα με την απόφαση, η Τζόου ήταν μέλος δύο κινεζικών συλλόγων: του «Συνδέσμου Εθελοντών Πατριωτών Σαανσί» και του «Συνδέσμου Εθελοντών Πατριωτών της Κίνας». Το δικαστήριο έκρινε πως οι σύλλογοι αυτοί συνδέονται με το Τμήμα Ενωμένου Μετώπου του καθεστώτος του Πεκίνου.

Το συγκεκριμένο τμήμα υπάγεται απευθείας στην Κεντρική Επιτροπή, υπό την καθοδήγηση του Σι Τζινπίνγκ, και συντονίζει χιλιάδες ομάδες που επιδιώκουν πολιτική επιρροή στο εξωτερικό, καταστολή αντιφρονούντων, συλλογή πληροφοριών και μεταφορά τεχνολογίας στην Κίνα. Η στρατηγική του Ενωμένου Μετώπου αποτελεί βασικό εργαλείο του ΚΚΚ για την προώθηση των οικονομικών, πολιτικών και στρατηγικών του συμφερόντων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ενεργώντας βάσει των οδηγιών των δύο κινεζικών συλλόγων, η Τζόου ίδρυσε δύο σωματεία φροντίδας μεταναστών στη Ταϊβάν — το πρώτο το 2016 με αναφορά στο «Καοσιούνγκ» και το δεύτερο το 2019 με αναφορά στην «Ταϊβάν». Μέσω αυτών των φορέων, οργάνωσε και υλοποίησε δραστηριότητες με σαφείς σκοπούς του Ενωμένου Μετώπου. «Οι στόχοι της περιελάμβαναν και άλλες Κινέζες συζύγους, όπως και νέους μετανάστες και τα παιδιά τους», αναφέρει η απόφαση.

Οι δραστηριότητες της Τζόου παρουσιαζόταν ως προώθηση των οικονομικών και πολιτιστικών ανταλλαγών μεταξύ των δύο πλευρών των στενών, σημείωσε το δικαστήριο — υπογραμμίζοντας ότι η κατηγορούμενη αναζητούσε απευθείας καθοδήγηση και οικονομική στήριξη από υψηλόβαθμα στελέχη του Ενωμένου Μετώπου.

Το 2017, η Τζόου μετέβη στην Κίνα και ζήτησε συνάντηση με τη Χουάνγκ Λανσιάνγκ, τότε επικεφαλής του Τμήματος Ενωμένου Μετώπου της Επαρχιακής Επιτροπής Χουνάν, χωρίς τελικά να γίνει δεκτή. Το 2018, σε νέα επίσκεψη, συναντήθηκε με τον Τσούι Γκουογουέι, ιδρυτή του Συλλόγου Εθελοντών Πατριωτών Σαανσί, και υπέγραψε διακήρυξη που αναγνώριζε την ηγετική ικανότητα του ΚΚΚ στην Ταϊβάν, όπως σημειώνεται στην απόφαση.

Αιτιολογώντας την ποινή, το δικαστήριο επεσήμανε: «Οι πράξεις της Τζόου συνιστούν ιδεολογική διείσδυση, αποσκοπούσαν στην υπονόμευση της επαγρύπνησης της κοινής γνώμης έναντι του ΚΚΚ και προκάλεσαν βλάβη στην εθνική ασφάλεια και κοινωνική σταθερότητα της Ταϊβάν».

Η Τζόου καταδικάστηκε σε οκταετή κάθειρξη με βάση τον Νόμο για την Εθνική Ασφάλεια της Ταϊβάν. Η Epoch Times δεν κατόρθωσε να επικοινωνήσει με τον συνήγορό της για σχόλιο.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ειδική Επιτροπή της Βουλής για την Κίνα έχει προειδοποιήσει για τις απειλές που απορρέουν από τις δραστηριότητες του ΚΚΚ μέσω της στρατηγικής του Ενωμένου Μετώπου. Σε ενημερωτικό σημείωμα του 2023, η επιτροπή ανέφερε: «Το κινεζικό καθεστώς θεωρεί τη στρατηγική αυτή ως μαγικό όπλο, για το οποίο οι ΗΠΑ δεν έχουν αντίστοιχο μέτρο αντιμετώπισης, ενώ η απειλή του παραμένει ελάχιστα κατανοητή».

Ο Ράσσελ Σιάο, διευθυντής του ανεξάρτητου ινστιτούτου Global Taiwan Institute, με έδρα την Ουάσιγκτον, έχει ζητήσει στενότερη συνεργασία Ταϊβάν–ΗΠΑ για την αντιμετώπιση της επιζήμιας επιρροής του κινεζικού καθεστώτος, χαρακτηρίζοντάς τη συλλογική πρόκληση που πρέπει να αντιμετωπιστεί από τις δύο πλευρές και άλλους ομοϊδεάτες εταίρους.

«Το πιο αποτελεσματικό αντίμετρο στην επιζήμια επιρροή είναι η μεγαλύτερη διαφάνεια», δήλωσε ο Σιάο σε εκδήλωση στη Νέα Υόρκη τον Μάρτιο, προσθέτοντας ότι απαραίτητα μέτρα είναι η πληρέστερη ενημέρωση της κοινής γνώμης, η ενίσχυση της συνεργασίας ερευνητών και κοινωνίας των πολιτών στις δύο χώρες και το κλείσιμο των νομικών κενών στα αντίστοιχα συστήματα.

Σε εκατοντάδες χιλιάδες ζωές εκτιμάται το κόστος μιας κινεζικής εισβολής στην Ταϊβάν

Το κινεζικό κομμουνιστικό καθεστώς θα υφίστατο «τεράστιες» απώλειες σε μια αποτυχημένη σύγκρουση για την Ταϊβάν, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου περίπου 100.000 στελεχών, προειδοποίησε δεξαμενή σκέψης με έδρα την Ουάσιγκτον σε έκθεση που δημοσιεύθηκε στις 5 Ιανουαρίου.

Η έκθεση του German Marshall Fund, με τίτλο «Αν η Κίνα επιτεθεί στην Ταϊβάν» («If China Attacks Taiwan»), εξετάζει τις συνέπειες για την Κίνα σε δύο σενάρια — μια «μικρή σύγκρουση» και έναν «μεγάλο πόλεμο» — που θα μπορούσαν να εκδηλωθούν κάποια στιγμή μεταξύ 2026 και 2030.

Το κινεζικό καθεστώς θεωρεί ότι η Ταϊβάν αποτελεί μέρος της επικράτειάς του και δεν έχει αποκηρύξει τη χρήση βίας για την κατάληψη της. Αμερικανοί αξιωματούχοι πιθανολογούν ότι η Κίνα θα μπορούσε να επιτεθεί στην Ταϊβάν έως το 2027.

Σύμφωνα με το σενάριο του μεγάλου πολέμου, η Κίνα θα εισέβαλλε στην Ταϊβάν με αμφίβιες δυνάμεις, συνοδευόμενες από αρχικά πυραυλικά πλήγματα κατά του στρατού της Ταϊβάν και των αμερικανικών δυνάμεων στην Ιαπωνία και στο Γκουάμ. Οι κινεζικές δυνάμεις εισβολής θα αποβιβάζονταν στην Ταϊβάν, αλλά θα δυσκολεύονταν να διατηρήσουν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις, καθώς οι ταϊβανέζικες και οι αμερικανικές δυνάμεις θα πραγματοποιούσαν συνεχή πλήγματα σε κινεζικά πλοία και αεροσκάφη που θα επιχειρούσαν να μεταφέρουν προμήθειες και ενισχύσεις μέσω του Στενού της Ταϊβάν.

Ύστερα από «αρκετούς μήνες σφοδρών μαχών», ο κινεζικός στρατός θα υποχωρούσε από την Ταϊβάν, αλλά θα διατηρούσε τον έλεγχο των ταϊβανέζικων νησιών Κίνμεν και Μάτσου, τα οποία βρίσκονται ανοικτά της ακτής, ανέφεραν οι συντάκτες.

Εκτιμάται ότι η Κίνα θα είχε 100.000 απώλειες κατά τη διάρκεια της εισβολής. Παράλληλα, σύμφωνα με την έκθεση, η Ταϊβάν θα είχε ~50.000 στρατιωτικές απώλειες και ισάριθμους θανάτους αμάχων, οι Ηνωμένες Πολιτείες 5.000 στρατιωτικές απώλειες και 1.000 απώλειες αμάχων, ενώ η Ιαπωνία θα έχανε 1.000 στρατιωτικούς και 500 αμάχους.

Ο μηχανισμός προπαγάνδας του Πεκίνου θα προσπαθούσε να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ενός τέτοιου πολέμου ως «νίκη», πιθανότατα πλαισιώνοντάς το ως «μάθημα προς την Ταϊβάν», δεδομένης της δυνατότητας των κινεζικών δυνάμεων να καταλάβουν τα δύο ταϊβανέζικα νησιά, ανέφερε η έκθεση. Ωστόσο, ο μέγεθος της στρατιωτικής απώλειας θα ήταν «πολύ μεγάλο για να αποκρυφθεί» από το κοινό και θα έπληττε τη σχέση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) με τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΛΑΣ).

Οι συντάκτες σημείωσαν ότι το στρατιωτικό προσωπικό δεν θα πειθόταν πως το αποτέλεσμα ήταν κάτι άλλο πέρα από εθνική ταπείνωση, προσθέτοντας ότι οι αρχές του ΚΚΚ θα επιχειρούσαν να μεταθέσουν την ευθύνη προχωρώντας σε «εκκαθαρίσεις» διοικητών του ΛΑΣ που θα κρίνονταν «ανίκανοι» ή «μη πιστοί». Σύμφωνα με την έκθεση, το σενάριο καταλήγει με τη μετατόπιση της υποστήριξης του Στρατού προς έναν αντίπαλο πολιτικό ηγέτη ή ακόμη και με ένα πραξικόπημα με στόχο την αποκατάσταση της εθνικής υπερηφάνειας.

Οι οικονομικές συνέπειες θα ήταν «τεράστιες» και «καταστροφικές», αναφέρουν οι συντάκτες, καθώς ο μεγάλος πόλεμος θα οδηγούσε σε «σχεδόν πλήρες εμπάργκο» στο εμπόριο με την Κίνα.

Η έκθεση υποστηρίζει ότι η απειλή για την παγκόσμια ζήτηση των κινεζικών εξαγωγών είναι πλέον πολύ πιο κρίσιμη για τη θεμελιώδη υγεία της οικονομίας της χώρας σε σχέση με πριν από πέντε χρόνια, επειδή η εγχώρια ζήτηση έχει αποδυναμωθεί τόσο απότομα. Ως αιτία ανέφερε τα προβλήματα της κινεζικής αγοράς ακινήτων και το επακόλουθο τέλος της «άνευ προηγουμένου πιστωτικής και επενδυτικής φούσκας».

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επέβαλλαν κυρώσεις στην Κίνα, πιθανότατα στοχεύοντας την κινεζική κεντρική τράπεζα, και οι κινήσεις αυτές θα οδηγούσαν σε «αποδυνάμωση του κινεζικού γουάν έναντι του αμερικανικού δολαρίου». Αυτή η υποτίμηση θα έπληττε την ικανότητα του Πεκίνου να εισάγει ενέργεια και άλλες πρώτες ύλες.

Η έκθεση υποστηρίζει ακόμη ότι το Χονγκ Κονγκ πιθανότατα θα έπαυε να είναι παγκόσμιο χρηματοοικονομικό κέντρο μόλις επιβάλλονταν κυρώσεις και εμπάργκο στο κινεζικό εμπόριο, καθώς το Πεκίνο θα είχε κίνητρο να αποτρέψει τη φυγή κεφαλαίων μέσω της πόλης.

Όσον αφορά το διεθνές κύρος, οι συντάκτες ανέφεραν ότι το σενάριο του μεγάλου πολέμου θα μπορούσε να θέσει τις κινεζικές Αρχές σε «αμυντική» διπλωματική θέση, ενώ θα αποδεικνυόταν λανθασμένο το μακροχρόνιο αφήγημα του ΚΚΚ περί «αναπόφευκτης ανόδου».

Σύμφωνα με την έκθεση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα ανακαλούσαν πιθανότατα τους πρεσβευτές τους, θα απέλαυναν προσωπικό των κινεζικών πρεσβειών και θα αποχωρούσαν από συνέδρια και άλλους διαλόγους στην Κίνα και με Κινέζους συνομιλητές. Περαιτέρω, ορισμένες χώρες ίσως αποσύρονταν από έργα της Πρωτοβουλίας «Μία ζώνη, ένας δρόμος» ή θα υποβάθμιζαν τη συνεργασία τους με τους BRICS.

Οι BRICS — ακρωνύμιο για τη Βραζιλία, τη Ρωσία, την Ινδία, την Κίνα και τη Νότια Αφρική — είναι ένα οικονομικό μπλοκ που περιλαμβάνει έντεκα (11) χώρες και αντιμετωπίζεται από το ΚΚΚ ως αντίβαρο σε μια διεθνή τάξη υπό δυτική ηγεσία.

Η Κίνα θα μπορούσε να εμπλακεί σε σύγκρουση με την Ταϊβάν λόγω λανθασμένων υπολογισμών. Η έκθεση αναφέρει ότι Κινέζοι αξιωματούχοι ενδέχεται να υπερεκτιμήσουν τις δυνατότητες του ΛΑΣ πριν από την έναρξη μιας σύγκρουσης.

Σύμφωνα με την έκθεση, δεδομένης της έκτασης και του μεγέθους των πρόσφατων εκκαθαρίσεων στον στρατό, που αποδίδονται στον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ, θα ήταν κατανοητό αν οι δυνατότητες του ΛΑΣ έχουν υπονομευθεί. Ωστόσο, αναφέρεται ότι ανώτατοι αξιωματικοί μπορεί να μην είναι πρόθυμοι να απογοητεύσουν την πολιτική ηγεσία, επιτρέποντάς της να προχωρήσει με τη λανθασμένη προσδοκία ότι η νίκη σε μια σύγκρουση είναι σχεδόν βέβαιη.

Τον Οκτώβριο, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας καθαίρεσε εννέα ανώτατους στρατιωτικούς αξιωματούχους για φερόμενη διαφθορά και κατάχρηση εξουσίας. Μεταξύ τους ήταν και ο Χε Γουεϊντόνγκ, ο οποίος υπήρξε κάποτε ο δεύτερος υψηλότερα ιστάμενος ένστολος αξιωματικός της Κίνας, ως αντιπρόεδρος της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής.

Η Ταϊβάν καταγγέλλει κλιμάκωση κυβερνοεπιθέσεων από την Κίνα — 2,63 εκατ. την ημέρα το 2025

Ο «κυβερνοστρατός» του κινεζικού καθεστώτος εξαπέλυε κατά μέσο όρο 2,63 εκατομμύρια κυβερνοεπιθέσεις ημερησίως σε κρίσιμες υποδομές της Ταϊβάν το 2025, καταγράφοντας αύξηση 6% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιοποίησε η Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας της Ταϊβάν (National Security Bureau – NSB) στις 5 Ιανουαρίου.

Στην έκθεση αναφέρεται ότι «μια τέτοια τάση υποδηλώνει μια σκόπιμη προσπάθεια της Κίνας να θέσει σε κίνδυνο τις [κρίσιμες υποδομές] της Ταϊβάν συνολικά και να διαταράξει ή να παραλύσει τις κυβερνητικές και κοινωνικές λειτουργίες της Ταϊβάν. […] Οι κινήσεις της Κίνας ευθυγραμμίζονται με τη στρατηγική της ανάγκη να αξιοποιεί υβριδικές απειλές κατά της Ταϊβάν, τόσο σε περίοδο ειρήνης όσο και σε περίοδο πολέμου». Σύμφωνα με την NSB, οι ημερήσιες κυβερνοεπιθέσεις είχαν αυξηθεί σε μέσο όρο 2,46 εκατομμύρια το 2024, αριθμός διπλάσιος από τα 1,23 εκατομμύρια του 2023.

Τα ευρήματα αντανακλούν, σύμφωνα με την έκθεση, την κλιμακούμενη εκστρατεία του κινεζικού καθεστώτος κατά της Ταϊβάν τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο ευρύτερων προσπαθειών υπονόμευσης της κοινωνίας των πολιτών και των δημοκρατικών θεσμών του νησιού. Η κυβερνοδιείσδυση συνοδευόταν από επιχειρήσεις επιρροής και στρατιωτικές ασκήσεις, που στόχευαν στην άσκηση πίεσης στην Ταϊπέι και στον επηρεασμό της κοινής γνώμης στο νησί.

Από τις κρίσιμες υποδομές της Ταϊβάν, η ενέργεια, οι υπηρεσίες έκτακτης διάσωσης και τα νοσοκομεία ήταν οι τομείς που στοχοποιήθηκαν περισσότερο το 2025, ενώ ο ενεργειακός τομέας κατέγραψε αύξηση 1.000% σε σχέση με το 2024, σύμφωνα με την έκθεση.

Στον ενεργειακό τομέα, Κινέζοι κυβερνοεισβολείς στόχευσαν δημόσιες και ιδιωτικές εταιρείες στους κλάδους του πετρελαίου, της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ανέπτυξαν κακόβουλο λογισμικό κατά τη διάρκεια αναβαθμίσεων λογισμικού. Η NSB ανέφερε ότι το Πεκίνο επεδίωκε να μάθει πώς λειτουργούσαν αυτές οι ενεργειακές εταιρείες, πώς προμηθεύονταν πόρους και πώς λειτουργούσαν τα εφεδρικά τους συστήματα. Περαιτέρω, Κινέζοι κυβερνοεισβολείς χρησιμοποίησαν λογισμικό εκβιασμού για να παραβιάσουν νοσοκομειακά συστήματα, κλέβοντας πληροφορίες ασθενών και δεδομένα έρευνας υγείας. Σύμφωνα με την υπηρεσία, οι κυβερνοεισβολείς πούλησαν τις κλεμμένες πληροφορίες σε φόρουμ του «σκοτεινού διαδικτύου» «τουλάχιστον είκοσι φορές μέσα στο 2025».

Άλλοι τομείς που στοχοποιήθηκαν από την κινεζική κυβερνοδιείσδυση ήταν: η διοίκηση και οι υπηρεσίες, οι επικοινωνίες και τα δίκτυα μετάδοσης, οι μεταφορές, οι υδάτινοι πόροι, τα χρηματοοικονομικά, τα επιστημονικά και βιομηχανικά πάρκα και τα τρόφιμα. Κινέζοι κυβερνοεισβολείς έστειλαν ηλεκτρονικά μηνύματα σε κυβερνητικά τμήματα, με κακόβουλο λογισμικό σε συνημμένα, επιχειρώντας να εγκαταστήσουν «κερκόπορτες» και να κλέψουν πληροφορίες. Η NSB ανέφερε ότι στόχος των κινήσεων του Πεκίνου ήταν η συλλογή πληροφοριών για την κυβέρνηση της Ταϊβάν και η υπονόμευση της δημόσιας εμπιστοσύνης στις δυνατότητες κυβερνοασφάλειας της κυβέρνησης. Το Πεκίνο πραγματοποίησε κυβερνοεπιθέσεις και κατά των βιομηχανιών ημιαγωγών και της αμυντικής βιομηχανίας της Ταϊβάν, όπως ανέφερε η υπηρεσία, επιδιώκοντας να στηρίξει την αυτοδυναμία του στην τεχνολογία και την οικονομική ανάπτυξη.

Σε γενικές γραμμές, οι Κινέζοι κυβερνοεισβολείς χρησιμοποίησαν τέσσερις τακτικές: εκμετάλλευση ευπαθειών σε υλικό και λογισμικό, επιθέσεις κατανεμημένης άρνησης υπηρεσίας (Distributed Denial-of-Service – DDoS), κοινωνική μηχανική και επιθέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Οι επιθέσεις που εκμεταλλεύονταν ευπάθειες σε υλικό και λογισμικό αντιστοιχούσαν στο 57% όλων των τακτικών παραβίασης, σύμφωνα με την υπηρεσία, και ακολουθούσαν οι επιθέσεις DDoS με 21%, η κοινωνική μηχανική με 18% και οι επιθέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα με 4%.

Για τις επιθέσεις DDoS, η έκθεση αναφέρει ότι οι Κινέζοι κυβερνοεισβολείς στόχευαν στο να «καθυστερήσουν ή να παραλύσουν τις υπηρεσίες [των κρίσιμων υποδομών] και, κατ’ επέκταση, να επηρεάσουν την καθημερινή ζωή των κατοίκων της Ταϊβάν».

Οι επιθέσεις κοινωνικής μηχανικής λάμβαναν τη μορφή ηλεκτρονικών μηνυμάτων ηλεκτρονικού «ψαρέματος» και της τεχνικής ClickFix, η οποία δημιουργεί ψευδή μηνύματα σφάλματος ή ψεύτικες απαιτήσεις ενημέρωσης για να εξαπατήσει τους χρήστες ώστε να ενεργοποιήσουν ενσωματωμένο κακόβουλο λογισμικό, όπως ανέφερε η NSB.

Όσον αφορά τις επιθέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, η έκθεση αναφέρει ότι Κινέζοι κυβερνοεισβολείς επιχείρησαν να διεισδύσουν στα δίκτυα προμηθευτών κρίσιμων υποδομών, ώστε να εγκαταστήσουν και να διασπείρουν κακόβουλο λογισμικό.

Οι κορυφαίες κινεζικές ομάδες κυβερνοεισβολέων που στόχευσαν την Ταϊβάν το 2025 ήταν οι BlackTech, Flax Typhoon, Mustang Panda, APT41 και UNC3886, σύμφωνα με την έκθεση. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ομάδες κυβερνοεισβολέων που συνδέονται με την Κίνα, όπως οι Volt Typhoon και Flax Typhoon, έχουν στοχοποιήσει κρίσιμες υποδομές των ΗΠΑ, ενώ μια άλλη ομάδα με την ονομασία Salt Typhoon έχει επιτεθεί σε τηλεπικοινωνιακά δίκτυα των ΗΠΑ. Το 2020, το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ απήγγειλε κατηγορίες σε βάρος πέντε Κινέζων υπηκόων, όλοι μέλη της APT41, οι οποίοι κατηγορήθηκαν ότι έκλεψαν εμπορικά μυστικά και ευαίσθητες πληροφορίες από περισσότερες από 100 εταιρείες και οντότητες σε όλο τον κόσμο. Το FBI έχει περιλάβει τους πέντε κατηγορουμένους στη λίστα των πλέον καταζητούμενων.

Η έκθεση αναφέρει ότι η NSB δημιούργησε συνεργασία στον τομέα της κυβερνοασφάλειας με περισσότερες από 30 χώρες το 2025. Η υπηρεσία ανέφερε ότι, μέσω διαλόγου για την ασφάλεια πληροφοριών και τεχνικών συνεδρίων, η NSB επιδιώκει να αποκτά έγκαιρες πληροφορίες σχετικά με τα πρότυπα επιθέσεων του «κυβερνοστρατού» της Κίνας, προτού καλέσει «όλους τους πολίτες να ενισχύσουν την επίγνωσή τους για την κυβερνοασφάλεια και να παραμένουν σε επαγρύπνηση απέναντι στις κυβερνοαπειλές που προέρχονται από την Κίνα».

Η Ταϊβάν καταγγέλλει την Κίνα για δημοσιοποίηση προσωπικών στοιχείων βουλευτή του κυβερνώντος κόμματος

Οι αρχές της Ταϊβάν κατηγόρησαν το κινεζικό καθεστώς για άσκηση διακρατικής καταστολής, αφότου κινεζικά κρατικά μέσα δημοσιοποίησαν προσωπικά στοιχεία βουλευτή του κυβερνώντος Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος (DPP).

Στις 3 Ιανουαρίου, το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν δήλωσε ότι η απόφαση της Κίνας να διαδώσει, μέσω πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης, δορυφορικές φωτογραφίες της κατοικίας και του χώρου εργασίας του νομοθέτη του DPP Πούμα Σεν, συνιστά «κακόβουλη απόπειρα εκφοβισμού του λαού της Ταϊβάν και άσκησης μακράς εμβέλειας δικαιοδοσίας και διακρατικής καταστολής».

Το υπουργείο ανέφερε, σε ανακοίνωσή του, ότι «τέτοιου είδους συμπεριφορά δείχνει ξεκάθαρα ότι οι αρχές του Πεκίνου δεν επιδεικνύουν κανέναν σεβασμό προς τις θεμελιώδεις αξίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ιδιωτικότητας, που είναι κοινές στα πολιτισμένα έθνη». Το υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να καταδικάσει επίσης τις «ακατάλληλες μεθόδους» της Κίνας.

Το περιστατικό αποτελεί παράδειγμα της αυξημένης πίεσης (στρατιωτικής και μη) που ασκεί το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας στην Ταϊβάν από το 2016, όταν το DPP εξασφάλισε την πρώτη από τρεις διαδοχικές τετραετείς προεδρικές θητείες. Το κινεζικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της επικράτειάς του, παρότι δεν έχει ποτέ κυβερνήσει το νησί, χαρακτηρίζει όσους υποστηρίζουν τη διατήρηση της κυριαρχίας και της πολιτικής αυτονομίας της Ταϊβάν — μεταξύ αυτών και ορισμένα μέλη του κυβερνώντος κόμματος — ως «αποσχιστικούς».

Οι δορυφορικές εικόνες είχαν αναρτηθεί αρχικά την 1η Ιανουαρίου από έναν γνωστό Κινέζο στο Weibo, το κινεζικό αντίστοιχο της πλατφόρμας X, συνοδευόμενες από προειδοποίηση προς τον Σεν, η οποία έλεγε: «Ας δούμε πού μπορείς να τρέξεις». Η ανάρτηση στο Weibo κοινοποιήθηκε αργότερα από αρκετά κινεζικά κρατικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το Straits Today, τηλεοπτική εκπομπή που ανήκει στον κρατικό όμιλο Fujian Media Group.

Σε ανάρτησή του στο Facebook στις 3 Ιανουαρίου, ο Σεν κοινοποίησε στιγμιότυπο οθόνης από ανάρτηση του Straits Today στο Facebook, η οποία αναπαρήγαγε το αρχικό μήνυμα και τις φωτογραφίες του Weibo. Ο Σεν δήλωσε ότι στοχοποιήθηκε από μια «επίθεση ακριβείας» της Κίνας, επειδή το Πεκίνο απέτυχε να εκφοβίσει τους Ταϊβανούς μέσω των πρόσφατων στρατιωτικών ασκήσεών του που περικύκλωσαν την Ταϊβάν, κάτι που, όπως είπε, φάνηκε από την ισχυρή επίδοση του νησιού στην τοπική χρηματιστηριακή αγορά.

Ο Σεν είπε ότι επέλεξε να αγνοήσει τη δημοσιοποίηση των προσωπικών του στοιχείων για τρεις ημέρες, επειδή πίστευε ότι το Πεκίνο επεδίωκε να τον πανικοβάλει ώστε να αντιδράσει στις δορυφορικές φωτογραφίες. Είπε ότι, εάν είχε αντιδράσει, το Πεκίνο θα είχε δημοσιοποιήσει πιο καθαρές εικόνες, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι πράκτορές του βρίσκονται παντού. Σημείωσε ότι «αυτού του είδους ο ψυχολογικός πόλεμος είναι αναποτελεσματικός στην Ταϊβάν» και πρόσθεσε ότι η κίνηση του Πεκίνου στην πραγματικότητα αποκάλυψε το «συλλογικό σύμπλεγμα κατωτερότητας [της Κίνας] απέναντι στη δημοκρατική Ταϊβάν».

Στις 4 Ιανουαρίου, το υπουργείο Ψηφιακών Υποθέσεων της Ταϊβάν ανακοίνωσε ότι, έπειτα από αίτημά του, οι εταιρείες Meta και Google αφαίρεσαν τις δορυφορικές φωτογραφίες και σχετικές αναρτήσεις και βίντεο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το υπουργείο Ψηφιακών Υποθέσεων καταδίκασε τον «ψηφιακό εξαναγκασμό» που άσκησαν τα κινεζικά κρατικά μέσα και κάλεσε όλες τις πλατφόρμες να «εκπληρώσουν την κοινωνική τους ευθύνη και να συνεργαστούν για την προάσπιση των ψηφιακών δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών».

Το Συμβούλιο Υποθέσεων Ηπειρωτικής Κίνας της Ταϊβάν, σε ανακοίνωσή του που εκδόθηκε στις 3 Ιανουαρίου, κάλεσε το Πεκίνο να αφαιρέσει τις δορυφορικές φωτογραφίες και το σχετικό περιεχόμενο από κινεζικές ιστοσελίδες. Το συμβούλιο ανέφερε ότι «η ανοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) προς τα κρατικά μέσα, όταν αυτά εμπλέκονται σε αυτού του είδους την παράνομη και ανεξέλεγκτη ‘ψηφιακή βία’, όχι μόνο δεν συμβάλλει σε θετικές διασυνοριακές σχέσεις, αλλά αποκαλύπτει επίσης την άγνοιά του σχετικά με το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα». Το συμβούλιο κάλεσε επίσης το Πεκίνο να ζητήσει συγγνώμη από τον Σεν.

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που το Πεκίνο επιλέγει να στοχοποιήσει τον συγκεκριμένο βουλευτή. Τον Οκτώβριο του 2024, το κινεζικό Γραφείο Υποθέσεων για την Ταϊβάν, υπηρεσία υπαγόμενη στο Κρατικό Συμβούλιο της Κίνας, ανακοίνωσε κυρώσεις κατά του Σεν, απαγορεύοντας σε εκείνον και την οικογένειά του την είσοδο στην Κίνα, στο Χονγκ Κονγκ και στο Μακάο, λόγω των «αποσχιστικών» του δραστηριοτήτων σε σχέση με την Kuma Academy, της οποίας είναι ιδρυτικό μέλος. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της, η ακαδημία έχει ως αποστολή να «μεταδώσει μια προπολεμική νοοτροπία στους πολίτες» και να «καλλιεργήσει την ικανότητα αυτοάμυνας και τη βούληση υπεράσπισης της Ταϊβάν», μέσω των μαθημάτων της.

Στις 28 Οκτωβρίου του περασμένου έτους, το κινεζικό κρατικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Xinhua μετέδωσε ότι το δημοτικό γραφείο δημόσιας ασφάλειας στη μεγαλούπολη Τσόνγκτσινγκ της Κίνας είχε ξεκινήσει έρευνα για τις φερόμενες «αποσχιστικές» δραστηριότητες του Σεν στην Ταϊβάν, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου του στην Ακαδημία Κούμα.

Ως απάντηση στην κινεζική έρευνα, εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ είχε δηλώσει στο κρατικό Κεντρικό Πρακτορείο Ειδήσεων της Ταϊβάν ότι «οι ενέργειες της Κίνας απειλούν την ελευθερία του λόγου και διαβρώνουν τους κανόνες που στηρίζουν το υφιστάμενο καθεστώς στα στενά για δεκαετίες». Ο ίδιος εκπρόσωπος είχε προσθέσει τότε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «παροτρύνουν την Κίνα να εμπλακεί σε ουσιαστικό διάλογο με την Ταϊβάν για την επίλυση των διαφορών τους. Οι συνεχείς απειλές και η νομική πίεση μόνο υπονομεύουν την ειρηνική επίλυση των ζητημάτων που το Πεκίνο ισχυρίζεται ότι επιδιώκει».

Ο Σεν είναι σήμερα επίσης επίκουρος καθηγητής στη Μεταπτυχιακή Σχολή Εγκληματολογίας του Εθνικού Πανεπιστημίου της Ταϊπέι της Ταϊβάν.

Η Κίνα εκτοξεύει 27 πυραύλους στα ύδατα της Ταϊβάν κατά τη δεύτερη ημέρα στρατιωτικών ασκήσεων

Η Κίνα εκτόξευσε είκοσι επτά ρουκέτες από την επαρχία Φουτζιάν στα ύδατα βόρεια και νότια της Ταϊβάν, τη Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου, δεύτερη ημέρα μιας νέας σειράς στρατιωτικών ασκήσεων, οι οποίες, σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν, στοχεύουν στην υπονόμευση της εμπιστοσύνης των Ταϊβανών στις δυνατότητες αυτοάμυνας του νησιού.

«Δέκα από τις ρουκέτες κατέληξαν εντός της νότιας συνεχόμενης ζώνης των 24 ναυτικών μιλίων της Ταϊβάν, γεγονός που συνιστά το μικρότερο καταγεγραμμένο προσεγγιστικό όριο στα κινεζικά στρατιωτικά γυμνάσια με πραγματικά πυρά», ανέφερε το υπουργείο Άμυνας κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου το απόγευμα της Τρίτης σχετικά με την επιχείρηση που το Πεκίνο ονομάζει «Αποστολή Δικαιοσύνης 2025».

Το υπουργείο επεσήμανε ότι οι υπόλοιπες δεκαεπτά ρουκέτες έπεσαν εκτός της συνεχόμενης ζώνης βόρεια της Ταϊβάν, ενώ τόνισε πως καμία εκ των είκοσι επτά ρουκετών δεν πέρασε πάνω από το νησί.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ταϊβάν ανακοίνωσαν πως από τις 6 π.μ. της Δευτέρας έως τις 6 π.μ. της Τρίτης, κατέγραψαν εκατόν τριάντα αναχαιτίσεις κινεζικών στρατιωτικών αεροσκαφών, καθώς και την παρουσία δεκατεσσάρων σκαφών του ναυτικού και οκτώ πλοίων κρατικών υπηρεσιών της Κίνας στην ευρύτερη περιοχή του νησιού. Από αυτές τις περιπτώσεις, ενενήντα αεροσκάφη διέσχισαν τη νοητή γραμμή του Στενού της Ταϊβάν, εισχωρώντας σε διάφορες ζώνες αεράμυνας του νησιού. Επιπλέον, τις επόμενες εννέα ώρες (6 π.μ. – 3 μ.μ. Τρίτης), παρατηρήθηκαν 71 έξοδοι κινεζικών αεροσκαφών, 13 πολεμικά πλοία, 15 σκάφη της Ακτοφυλακής και ένας σχηματισμός αμφίβιων αποβατικών σκαφών αποτελούμενος από τέσσερα πλοία.

Υπογραμμίστηκε, πάντως, ότι κανένα από τα κινεζικά σκάφη δεν παραβίασε τα χωρικά ύδατα της Ταϊβάν, τα οποία εκτείνονται σε ακτίνα 12 ναυτικών μιλίων από τις ακτές.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου, Ταϊβανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι επεσήμαναν ότι το κινεζικό καθεστώς συνδυάζει στρατιωτικές ασκήσεις με επιχειρήσεις γνωσιακού πολέμου. Κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης υποστήριξαν ότι έγινε αποκλεισμός τεσσάρων λιμανιών της Ταϊβάν, κάτι που χαρακτηρίστηκε από τις ταϊβανικές Αρχές ως «παντελώς ψευδής πληροφόρηση».

Ο αντιστράτηγος Σι Τζιασίνγκ, αναπληρωτής αρχηγός Γενικού Επιτελείου Πληροφοριών του υπουργείου Άμυνας της Ταϊβάν, απέρριψε τα περί αποκλεισμού, δηλώνοντας: «Στην πραγματικότητα, αποκλεισμός δεν υπήρξε ποτέ. Ο λόγος που τα λένε αυτά είναι για να κάνουν τον κόσμο να πιστέψει ότι πέτυχαν τους στόχους τους».

«Τα γυμνάσια της Δευτέρας και της Τρίτης ήταν τα ευρύτερα σε έκταση και τα εγγύτερα που έχουν γίνει ποτέ στην Ταϊβάν», σημείωσαν τα τοπικά μέσα ενημέρωσης. Ο αντιστράτηγος Σι υπογράμμισε: «Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις διαφορετικές ζώνες που χάραξε για τις ασκήσεις η Κίνα, το Πεκίνο θέλει να στείλει το μήνυμα ότι το Στενό της Ταϊβάν είναι χωρικά του ύδατα και όχι διεθνής θαλάσσιος διάδρομος». Ο Καναδάς, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο πραγματοποιούν κατά καιρούς διελεύσεις πολεμικών τους σκαφών από το Στενό της Ταϊβάν, για να διασφαλίσουν ότι ο δίαυλος παραμένει ανοικτός.

Το Ανατολικό Θέατρο Επιχειρήσεων της Κίνας συντόνισε τα στρατιωτικά γυμνάσια περικύκλωσης της Ταϊβάν, τα οποία συνδύασαν ασκήσεις με πραγματικά πυρά στον βορρά και τον νότο του νησιού, εξομοίωση επιθέσεων, δράσεις αεράμυνας και αντιυποβρυχιακές επιχειρήσεις. Η κινεζική διοίκηση τα χαρακτήρισε ως μια «ολοκληρωμένη πρόβα αποκλεισμού του νησιού». Το Ανατολικό Θέατρο έχει επιπλέον αναπτύξει αποβατικά σκάφη, αντιτορπιλικά και μη επανδρωμένα αεροσκάφη ανατολικά της Ταϊβάν, στο πλαίσιο ασκήσεων για κατάληψη στρατηγικών λιμανιών και στοχευμένες επιθέσεις κατά καίριων στόχων. Στη δημοσιότητα δόθηκαν και προπαγανδιστικές αφίσες με επίκεντρο τη στρατιωτική ισχύ, όπως μία με τον τίτλο «Σφυριά Δικαιοσύνης», που απεικονίζει τη συντριβή ενός αυτονομιστή από σφυριά.

Παράλληλα, ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας Ουάνγκ Γι επιτέθηκε στις δυνάμεις υπέρ της ανεξαρτησίας της Ταϊβάν, καθώς και στις πρόσφατες αμερικανικές πωλήσεις όπλων, χαρακτηρίζοντας τις στρατιωτικές ασκήσεις απάντηση σε επανειλημμένες προκλήσεις. Η πώληση αμυντικού υλικού ύψους 11,1 δισ. δολαρίων των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν περιλαμβάνει βασικό εξοπλισμό, σύμφωνα με ανακοίνωση του Πενταγώνου στις 17 Δεκεμβρίου.

Την αντίθεσή τους στις ασκήσεις εξέφρασαν ορισμένα μέλη του Κογκρέσου των ΗΠΑ: «Η τελευταία επιθετική ενέργεια της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας κατά της Ταϊβάν είναι απαράδεκτη. Η απερίσκεπτη στάση του Πεκίνου στην περιοχή συνεχίζει να υποσκάπτει την παγκόσμια ασφάλεια», δήλωσε ο γερουσιαστής Τοντ Γιανγκ, ο οποίος βεβαίωσε πως οι ΗΠΑ θα στηρίξουν αποφασιστικά τους συμμάχους τους στον Ινδο-Ειρηνικό.

Ο βουλευτής Γκρεγκ Στάντον εξέφρασε παρόμοιες ανησυχίες, υποστηρίζοντας ότι τα γυμνάσια μοιάζουν λιγότερο με ασκήσεις ετοιμότητας και περισσότερο με πρόβα πολεμικής σύγκρουσης. «Αν η Κίνα πιστεύει ότι η κλιμάκωση των στρατιωτικών ασκήσεων θα αποτρέψει τη στήριξη των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν, τότε παρανοεί τόσο την αποφασιστικότητά μας όσο και την οικονομική και αμυντική μας συνεργασία με την Ταϊβάν», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο πρόεδρος της Ταϊβάν Λάι Τσινγκ-τε καταδίκασε την κινεζική στάση τονίζοντας μέσω Facebook ότι η Κίνα δεν είναι υπεύθυνη μεγάλη δύναμη. Δήλωσε: «Η διατήρηση της ειρήνης στο Στενό της Ταϊβάν και στον Ινδο-Ειρηνικό είναι κοινή απαίτηση της διεθνούς κοινότητας και δέσμευση που αναλαμβάνει η Ταϊβάν ως υπεύθυνο μέλος της περιοχής», προσθέτοντας ότι η χώρα του δεν θα προκαλέσει αντιπαράθεση με την Κίνα.

Το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν κάλεσε την Κίνα να τερματίσει τις προκλητικές στρατιωτικές της ενέργειες, επισημαίνοντας πως τέτοιες κινήσεις υπονομεύουν το Διεθνές Δίκαιο και θέτουν σε κίνδυνο το παγκόσμιο εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα.

Η ηγέτιδα της αντιπολίτευσης στην Ταϊβάν δηλώνει πρόθυμη να συναντήσει τον Σι Τσινπίνγκ το 2026

Η επικεφαλής της αντιπολίτευσης στην Ταϊβάν εξέφρασε την ελπίδα ότι θα μπορούσε να συναντηθεί με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στο πρώτο εξάμηνο του 2026, καθώς το Πεκίνο εντείνει τη στρατιωτική πίεση και τις πρακτικές εξαναγκασμού απέναντι στην Ταϊβάν υπό τη διοίκηση του προέδρου Λάι Τσινγκ-τε.

Η Τσενγκ Λι-γουέν, πρώην νομοθέτις που ανέλαβε πρόεδρος του Κουομιντάνγκ (KMT) τον Νοέμβριο, έκανε τις δηλώσεις αυτές σε ραδιοφωνική συνέντευξη σε τοπικό σταθμό στις 26 Δεκεμβρίου 2025. Ανέφερε ότι δεν θα ταξίδευε στην Κίνα, εκτός αν είχε κανονιστεί συνάντηση με τον Σι, σημειώνοντας ότι θα προτιμούσε το προγραμματισμένο ταξίδι να γίνει στο πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους και όχι στο δεύτερο, λόγω του φορτωμένου προγράμματός της με τις γενικές εκλογές της Ταϊβάν το 2026, κατά τις οποίες οι ψηφοφόροι θα επιλέξουν δημάρχους πόλεων, δημοτικούς συμβούλους, επικεφαλής κομητειών και συμβούλους κομητειών.

Οι δηλώσεις της Τσενγκ έγιναν ενώ η διοίκηση Λάι και η αντιπολίτευση είναι βυθισμένες σε μια σπάνια πολιτική κρίση. Η αντιπολίτευση, που αποτελείται από το Κουομιντάνγκ και τον πολύ μικρότερο σύμμαχό του, το Κόμμα του Λαού της Ταϊβάν (TPP), έχει αξιοποιήσει την πλειοψηφία της στο κοινοβούλιο για να μπλοκάρει ή να παρεμποδίσει βασικές κυβερνητικές προτάσεις, μεταξύ των οποίων και τον προϋπολογισμό.

Οι εκλογές του 2026 στην Ταϊβάν θεωρούνται σημαντικό βαρόμετρο της κομματικής στήριξης εν όψει των προεδρικών και βουλευτικών εκλογών του νησιού στις αρχές του 2028. Η νίκη του Λάι στις προεδρικές εκλογές τον Ιανουάριο 2024 άνοιξε τον δρόμο στο Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα (DPP) για μια πρωτοφανή τρίτη συνεχόμενη θητεία από το 2016.

Στην Ταϊβάν, ταξίδια στην Κίνα από προβεβλημένα κομματικά στελέχη ή εκλεγμένους αξιωματούχους τείνουν να εγείρουν ανησυχίες ασφαλείας, δεδομένης της στρατηγικής του «ενιαίου μετώπου» του Πεκίνου και των εξαναγκαστικών τακτικών που χρησιμοποιεί για την προσέλκυση ατόμων και ομάδων, κάτι που θα μπορούσε να υπονομεύσει τις ελευθερίες της Ταϊβάν.

Στις 26 Δεκεμβρίου 2025, το Εκτελεστικό Γιουάν, το ανώτατο διοικητικό όργανο της Ταϊβάν, ενέκρινε τροπολογίες στον νόμο που διέπει τις σχέσεις μεταξύ των κατοίκων της Περιοχής της Ταϊβάν και της Ηπειρωτικής Περιοχής. Αν οι τροπολογίες περάσουν από τη νομοθετική εξουσία, θα απαιτείται οι νομοθέτες και όλοι οι δημόσιοι υπαλλήλοι να λαμβάνουν κυβερνητική έγκριση πριν ταξιδέψουν στην Κίνα.

Σε ένα περιβάλλον έντονης επιφυλακτικότητας για τις σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών, η διοίκηση Λάι είχε προηγουμένως αφήσει να εννοηθεί ότι είναι υπό όρους ανοιχτή σε διάλογο. Τον Οκτώβριο, αφού η Τσενγκ εξελέγη πρόεδρος του Κουομιντάνγκ αλλά πριν αναλάβει καθήκοντα, ο πρωθυπουργός της Ταϊβάν Τσο Τζουνγκ-τάι δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι θα καλωσόριζε συνομιλίες μεταξύ της Τσενγκ και του Σι, υπό την προϋπόθεση ότι θα διαφυλασσόταν η κυριαρχία της Ταϊβάν και ο ελεύθερος και δημοκρατικός τρόπος ζωής του λαού της, όπως ανέφεραν τα εθνικά μέσα της Ταϊβάν και το Κεντρικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Τη Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2025, η Κίνα ξεκίνησε νέο γύρο στρατιωτικών ασκήσεων που περικυκλώνουν την Ταϊβάν, δύο εβδομάδες σχεδόν μετά από ανακοίνωση της Ουάσιγκτον για σημαντική πώληση οπλικών συστημάτων στο νησί, ύψους 11,1 δισ. δολαρίων. Με αφορμή τις κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις, η Τσενγκ κατηγόρησε τον Λάι ότι «προκαλεί» το Πεκίνο, λέγοντας ότι οι Ταϊβανοί είναι άνθρωποι που «αγαπούν την ελευθερία», και απέδωσε τον κίνδυνο στρατιωτικής σύγκρουσης σε λανθασμένους πολιτικούς και διπλωματικούς χειρισμούς. Όπως είπε, ο πρόεδρος Λάι Τσινγκ-τε επανειλημμένα προκαλεί και να περνά «κόκκινες γραμμές», δείχνοντας ότι δεν θέλει να αμβλύνει τις διασυνοριακές σχέσεις.

Η διοίκηση Λάι έχει επικρίνει τις κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις. Το υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε ανακοίνωση καταδικάζοντας την «απειλή» του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας προς την περιφερειακή και παγκόσμια ειρήνη και σταθερότητα, ενώ σε ανάρτησή του στο Facebook, ο Λάι παρότρυνε τους Ταϊβανούς να δώσουν την «πλήρη στήριξη και ενθάρρυνσή» τους στο Λιμενικό Σώμα και στο στρατιωτικό προσωπικό της Ταϊβάν. Έγραψε ότι δεν θα επιδιώξουν κλιμάκωση ούτε θα προκαλέσουν διαμάχες και συγκρούσεις, αλλά θα διαφυλάξουν με αποφασιστικότητα την εθνική ασφάλεια και τον τρόπο ζωής της νήσου που βασίζεται στη δημοκρατία και την ελευθερία.

Ταϊβάν: Θεσμική αντιπαράθεση για τον προϋπολογισμό και τον νόμο κατανομής πόρων

Η Ταϊβάν βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σπάνια πολιτική κρίση, αφού η εκτελεστική εξουσία αρνήθηκε να θέσει σε εφαρμογή τροπολογίες σε νόμο για τις κρατικές δαπάνες που πέρασαν από τη Βουλή, η οποία ελέγχεται από την αντιπολίτευση, αναδεικνύοντας την εσωτερική πόλωση καθώς το νησί αντιμετωπίζει κλιμακούμενη στρατιωτική πίεση και εξαναγκασμό από την Κίνα.

Η κυβέρνηση του προέδρου Λάι Τσινγκ-τε έχει δηλώσει ότι οι τροπολογίες υπονομεύουν τη δημοσιονομική βιωσιμότητα και συντάχθηκαν χωρίς την απαιτούμενη διαβούλευση. Με βάση τις τροπολογίες, η κεντρική κυβέρνηση της Ταϊβάν θα υποχρεωνόταν να κατανέμει μεγαλύτερο μερίδιο των εσόδων της προς τις τοπικές κυβερνήσεις.

Ο Λάι έχει δηλώσει ότι οι τροπολογίες στον νόμο, ο οποίος επισήμως ονομάζεται Act Governing the Allocation of Government Revenues and Expenditures («Νόμος περί κατανομής των κρατικών εσόδων και δαπανών»), θα ανάγκαζαν την κεντρική κυβέρνηση να δανειστεί έως 563,7 δισ. δολάρια Ταϊβάν (περίπου 15,2 δισ. ευρώ) το 2026, παραβιάζοντας το ανώτατο όριο ελλείμματος που προβλέπεται από τον νόμο Public Debt Act («Νόμος περί δημόσιου χρέους») του νησιού.

Η αντιπολίτευση, η οποία χαρακτήρισε τον Λάι «δικτάτορα» λόγω της απόφασής του να μην προχωρήσει στην επίσημη δημοσίευση των τροπολογιών, έχει δηλώσει ότι θα κινήσει διαδικασίες παραπομπής του στη Βουλή στις 26 Δεκεμβρίου.

Η αντιπολίτευση έχει επίσης καταθέσει αίτημα στο Control Yuan, τον ανώτατο κυβερνητικό θεσμό εποπτείας της Ταϊβάν, προκειμένου να ξεκινήσει έρευνα και να εξεταστεί το ενδεχόμενο παραπομπής του πρωθυπουργού της Ταϊβάν, Τσο Γιουνγκ-τάι, ο οποίος αρνήθηκε να προσυπογράψει τις τροπολογίες.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ταϊβάν, ο πρωθυπουργός πρέπει να προσυπογράφει τη νομοθεσία προτού ο πρόεδρος μπορέσει να την επικυρώσει και να τη θέσει σε ισχύ.

Ακολουθούν όσα οδήγησαν στην κρίση αυτή και το πώς θα μπορούσαν να εξελιχθούν τα γεγονότα.

Οι εκλογές του 2024

Τον Ιανουάριο του 2024, ο Λάι κέρδισε τις προεδρικές εκλογές με διαφορά σχεδόν 920.000 ψήφων από τον δεύτερο, τον Χόου Γιου-ιχ, υποψήφιο του Κουομιντάνγκ (KMT). Η νίκη του Λάι έδωσε στο Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα (DPP) μια πρωτοφανή τρίτη συνεχόμενη θητεία, ύστερα από οκτώ χρόνια υπό την ηγεσία της Τσάι Ινγκ-γουέν.

Παρά τη νίκη στις προεδρικές εκλογές, το DPP έχασε την πλειοψηφία στη Βουλή, η οποία πέρασε στο KMT και στον πολύ μικρότερο σύμμαχό του, το Λαϊκό Κόμμα της Ταϊβάν (TPP), μετά τις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν την ίδια ημέρα με τις προεδρικές εκλογές.

Το DPP κέρδισε 51 έδρες στη Βουλή των 113 εδρών, ενώ το KMT κέρδισε 52 έδρες και το TPP 8 έδρες.

Διατηρώντας την προεδρία, το DPP διατηρεί τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας της Ταϊβάν.

Μετά τις εκλογές του 2024, η αντιπολίτευση έχει χρησιμοποιήσει την πλειοψηφία της για να μπλοκάρει ή να παρεμποδίσει βασικές κυβερνητικές προτάσεις, συμπεριλαμβανομένου του προϋπολογισμού, ενώ ταυτόχρονα προωθεί τη δική της ατζέντα, οδηγώντας σε επαναλαμβανόμενο αδιέξοδο ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και το νομοθετικό σώμα.

Τόσο το DPP όσο και η αντιπολίτευση έχουν κατηγορήσει η μία πλευρά την άλλη ότι παραβιάζει το Σύνταγμα στη συνεχιζόμενη διαμάχη για τις κρατικές δαπάνες.

Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, μια προσπάθεια ανάκλησης που ηγήθηκαν ομάδες πολιτών και υποστηρίχθηκε από το DPP απέτυχε, καθώς και οι 31 στοχευμένοι βουλευτές του KMT διατήρησαν τις έδρες τους. Οι επικριτές των βουλευτών του KMT τους έχουν κατηγορήσει ότι είναι υπερβολικά φιλικοί προς την κομμουνιστική Κίνα, ενώ οι βουλευτές δήλωσαν ότι επιδιώκουν να προωθήσουν την ειρήνη και να αποφύγουν συγκρούσεις.

Παραπομπή

Για να παραπεμφθεί ο Λάι θα απαιτούνταν πλειοψηφία δύο τρίτων στη Βουλή, όριο που η αντιπολίτευση δεν διαθέτει αριθμητικά.

Ακόμη κι αν περνούσε, κάτι που θεωρείται εξαιρετικά απίθανο, το μέτρο θα χρειαζόταν και απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο έχει σε μεγάλο βαθμό περιέλθει σε αδράνεια λόγω ξεχωριστής διαμάχης ανάμεσα στην κυβέρνηση Λάι και την αντιπολίτευση σχετικά με τον διορισμό νέων δικαστών.

Σήμερα, το δικαστήριο των 15 εδρών έχει οκτώ δικαστές, αφού επτά ολοκλήρωσαν τη θητεία τους στα τέλη του 2024, και η αντιπολίτευση έχει απορρίψει τις υποψηφιότητες για να καλυφθούν τα κενά.

Το δικαστήριο απαιτεί πλέον ελάχιστο αριθμό 10 δικαστών για να εκδικάσει και να αποφανθεί επί υπόθεσης, μετά την έναρξη ισχύος νέων νομοθετικών τροπολογιών τον Ιανουάριο.

Υπάρχει επίσης ένα πιθανό σενάριο κατά το οποίο η αντιπολίτευση θα μπορούσε να περάσει πρόταση δυσπιστίας κατά του Τσο. Αν η πρόταση εγκριθεί, ο Λάι θα έχει τη δυνατότητα να διαλύσει τη Βουλή μέσα σε 10 ημέρες, με νέες βουλευτικές εκλογές να διεξάγονται εντός 60 ημερών.

Το DPP έχει δηλώσει ότι η αντιπολίτευση μπορεί να επιχειρήσει να απομακρύνει τον Τσο από το αξίωμά του μέσω ψήφου δυσπιστίας, ωστόσο βουλευτές του KMT έχουν υποδείξει ότι δεν σκοπεύουν να προχωρήσουν σε τέτοια κίνηση, ώστε να αποφύγουν την ενεργοποίηση νέων εκλογών.

Απειλή από την Κίνα

Η πολιτική κρίση στην Ταϊβάν εκτυλίσσεται με φόντο την κλιμακούμενη κινεζική στρατιωτική πίεση και τον εξαναγκασμό που ασκούνται κατά της Ταϊβάν και της κυβέρνησης Λάι.

Το κινεζικό κομμουνιστικό καθεστώς θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της επικράτειάς του και δεν έχει αποκλείσει τη χρήση στρατιωτικής δύναμης για να καταλάβει το νησί. Το καθεστώς θεωρεί τον Λάι «αυτονομιστή» λόγω της δημόσιας υπεράσπισής του της κυριαρχίας της Ταϊβάν.

Τον Νοέμβριο, ο Λάι ανακοίνωσε νέα προτεινόμενη αμυντική δαπάνη ύψους 40 δισ. δολαρίων, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο στρατιωτικής επίθεσης του Πεκίνου στο νησί έως το 2027. Ο τελευταίος προϋπολογισμός, σύμφωνα με τον Λάι, θα κατανεμηθεί από το 2026 έως το 2033 για έργα που περιλαμβάνουν την κατασκευή ενός συστήματος αεράμυνας με την ονομασία «Taiwan Dome».

Η κυβέρνηση Λάι και η αντιπολίτευση συγκρούονται επίσης για τις νέες στρατιωτικές δαπάνες. Στις 23 Δεκεμβρίου, η αντιπολίτευση μπλόκαρε τις συνομιλίες για το νομοσχέδιο του αμυντικού προϋπολογισμού για τέταρτη φορά.

Δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε στις 22 Δεκεμβρίου από το Taiwanese Public Opinion Foundation έδειξε ότι περίπου το 54% των ερωτηθέντων αποδοκίμασε το μπλοκάρισμα της αντιπολίτευσης στην εξέταση του αμυντικού προϋπολογισμού, ενώ περίπου το 30% το ενέκρινε. Η δημοσκόπηση διεξήχθη από τις 15 έως τις 17 Δεκεμβρίου, με δείγμα 1.077 ενηλίκων ηλικίας 20 ετών ή μεγαλύτερων.

Το Πεντάγωνο, στην ετήσια έκθεσή του για τις στρατιωτικές εξελίξεις της Κίνας που δημοσιεύθηκε στις 23 Δεκεμβρίου, ανέφερε ότι «η Κίνα αναμένει πως θα μπορεί να πολεμήσει και να κερδίσει έναν πόλεμο για την Ταϊβάν έως τα τέλη του 2027».

Σύμφωνα με την έκθεση, ο κινεζικός στρατός «συνεχίζει να βελτιώνει πολλαπλές στρατιωτικές επιλογές για να επιβάλει την ενοποίηση της Ταϊβάν με ωμή βία», με αυτές τις επιλογές να περιλαμβάνουν αμφίβια εισβολή, πλήγμα ισχύος πυρός και, πιθανώς, ναυτικό αποκλεισμό.

Οι επερχόμενες εκλογές

Οι επόμενες μεγάλες εκλογές στην Ταϊβάν έχουν προγραμματιστεί για τον Νοέμβριο του 2026, όταν οι ψηφοφόροι θα επιλέξουν δημάρχους, δημοτικούς συμβούλους, επικεφαλής κομητειών και συμβούλους κομητειών.

Παρότι οι επερχόμενες εκλογές επικεντρώνονται κυρίως σε τοπικά ζητήματα, θεωρούνται ευρέως βασικός δείκτης κομματικής στήριξης ενόψει των προεδρικών και βουλευτικών εκλογών της Ταϊβάν στις αρχές του 2028.

Στις τελευταίες τοπικές εκλογές του 2022, το KMT εξασφάλισε νίκες σε 13 πόλεις και κομητείες, ενώ το DPP κέρδισε πέντε.

Με πληροφορίες από το Reuters