Σάββατο, 29 Νοέ, 2025

Στους 94 οι νεκροί από τη μεγάλη πυρκαγιά στο Χονγκ Κονγκ – Η αστυνομία συλλαμβάνει τρεις υπόπτους

Ενενήντα τέσσερις άνθρωποι επιβεβαιώθηκαν ως νεκροί μέχρι τις 6 π.μ. (τοπική ώρα) της Παρασκευής 28 Νοεμβρίου, στο πιο θανατηφόρο περιστατικό πυρκαγιάς στο Χονγκ Κονγκ εδώ και δεκαετίες, ενώ οι πυροσβέστες συνεχίζουν τις έρευνες για τον εντοπισμό των αγνοουμένων, όπως ανέφερε η πυροσβεστική υπηρεσία της πόλης σε νεότερη ενημέρωση.

Η πυρκαγιά, η οποία ξεκίνησε στις 26 Νοεμβρίου σε συγκρότημα κατοικιών στην περιοχή Τάι Πο, τύλιξε στις φλόγες τα επτά από τα οκτώ κτίρια του συγκροτήματος Γουάνγκ Φουκ Κωρτ. Στις πρώτες ώρες της 28ης Νοεμβρίου, η φωτιά είχε σε μεγάλο βαθμό τεθεί υπό έλεγχο. Ο αναπληρωτής διευθυντής Επιχειρήσεων Πυροσβεστικών Υπηρεσιών, Ντέρρεκ Άρμστρονγκ Τσαν, ανέφερε ότι οι πυροσβέστες είχαν σχεδόν ολοκληρώσει την επιχείρησή τους.

Εχθές, 27 Νοεμβρίου, οι αρχές ανακοίνωσαν ότι 51 άνθρωποι είχαν εντοπιστεί νεκροί, ενώ τουλάχιστον 70 είχαν τραυματιστεί, με κακώσεις που κυμαίνονται από εγκαύματα έως αναπνευστικά προβλήματα. Σύμφωνα με τις αρχές, ένας πυροσβέστης σκοτώθηκε και άλλοι 11 τραυματίστηκαν.

Ο επικεφαλής της διοίκησης του Χονγκ Κονγκ, Τζον Λι, ανέφερε ότι συνολικά 279 άνθρωποι θεωρούνταν αγνοούμενοι την Πέμπτη, χωρίς να είναι σαφές πόσοι από αυτούς παραμένουν αγνοούμενοι.

Οι αρμόδιοι δήλωσαν ότι οι πυροσβέστες εξακολουθούσαν να επιχειρούν σε ορισμένα διαμερίσματα, προσπαθώντας φτάσουν σε όλες τις κατοικίες και των επτά κτιρίων, ώστε να επιβεβαιωθεί ότι δεν υπάρχουν άλλα θύματα.

Συλλήψεις και πιθανή αμέλεια

Την Πέμπτη 27 Νοεμβρίου, οι αρχές συνέλαβαν τρεις άνδρες με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας. Οι άνδρες, ηλικίας από 52 έως 68 ετών, είναι οι διευθυντές και ο μηχανικός σύμβουλος της εταιρείας κατασκευών που ήταν υπεύθυνη για τα κτίρια.

Η Εϊλίν Τσανγκ, ανώτερη αξιωματικός της αστυνομίας, ανέφερε ότι η αστυνομία είχε λόγους να πιστεύει πως όσοι ήταν υπεύθυνοι για την κατασκευαστική εταιρεία είχαν επιδείξει σοβαρή αμέλεια. Οι αρχές υποψιάζονται ότι ορισμένα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στους εξωτερικούς τοίχους των πολυώροφων κτιρίων πιθανότατα δεν πληρούσαν τα πρότυπα πυραντοχής, καθώς η φωτιά εξαπλώθηκε ταχύτερα από το συνηθισμένο. Ιδιαίτερα εύφλεκτα υλικά τύπου φελιζόλ, τα οποία πιστεύεται ότι είχαν τοποθετηθεί από τους κατασκευαστές, εντοπίστηκαν από την αστυνομία έξω από τα παράθυρα σε κάθε όροφο, κοντά στο φουαγιέ των ανελκυστήρων του μοναδικού κτιρίου που δεν είχε τυλιχθεί στις φλόγες.

Η φωτιά ξεκίνησε από τις εξωτερικές σκαλωσιές ενός από τα κτίρια των 32 ορόφων και τελικά εξαπλώθηκε στο εσωτερικό του, προτού μεταδοθεί στα παρακείμενα κτήρια. Η διάδοσή της φαίνεται να ενισχύθηκε από τους ισχυρούς ανέμους.

Ο Λι δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα επικεντρωθεί στη διαχείριση της καταστροφής και θα αναστείλει προσωρινά τις προετοιμασίες για τις εκλογές του Νομοθετικού Συμβουλίου της 7ης Δεκεμβρίου. Αν και ο Λι δεν διευκρίνισε αν οι εκλογές θα αναβληθούν, τόνισε ότι οι σχετικές αποφάσεις θα ληφθούν «λίγες ημέρες αργότερα».

Το συγκρότημα των πολυώροφων κατοικιών, το οποίο είχε ανεγερθεί τη δεκαετία του 1980 και είχε πρόσφατα υποστεί σημαντική ανακαίνιση, αποτελείται από οκτώ κτίρια με σχεδόν 2.000 διαμερίσματα και περίπου 48.000 κατοίκους. Πολλοί από τους ενοίκους είναι ηλικιωμένοι.

Με πληροφορίες από το Associated Press

Ο Τραμπ προχωρά στον χαρακτηρισμό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως τρομοκρατικής οργάνωσης

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είπε στις 23 Νοεμβρίου ότι σχεδιάζει να ορίσει τη Μουσουλμανική Αδελφότητα ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση, μια κίνηση την οποία εξετάζει από την πρώτη του θητεία. Σε πρωινή συνέντευξή του στο Just the News ανέφερε ότι η διαδικασία «θα γίνει με τους πιο ισχυρούς και κατηγορηματικούς όρους», προσθέτοντας πως «τα τελικά έγγραφα βρίσκονται υπό εκπόνηση».

Η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ είχε ξεκινήσει τη διαδικασία χαρακτηρισμού της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως ξένης τρομοκρατικής οργάνωσης, χωρίς όμως να ενταχθεί μαζί με άλλα κράτη που έχουν ήδη αποδώσει αυτόν τον χαρακτηρισμό στη συγκεκριμένη ισλαμική ομάδα. Στις 12 Αυγούστου, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι η τωρινή κυβέρνηση Τραμπ επανέλαβε τη διαδικασία.

Ο Ρούμπιο είχε ερωτηθεί τότε γιατί η κυβέρνηση Τραμπ δεν προχωρούσε στον χαρακτηρισμό τόσο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας όσο και του Συμβουλίου Αμερικανικών-Ισλαμικών Σχέσεων (Council on American-Islamic Relations – CAIR) ως ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων. Είχε απαντήσει ότι όλα αυτά βρίσκονται «σε εξέλιξη», σημειώνοντας πως υπάρχουν διαφορετικοί κλάδοι της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και ότι θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ο καθένας ξεχωριστά. Προσέθεσε επίσης ότι η διαδικασία αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε νομικές προκλήσεις.

Είχε επισημάνει ότι τέτοιες αποφάσεις «πρόκειται να αμφισβητηθούν στα δικαστήρια», και υπενθύμισε πως «οποιαδήποτε ομάδα μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν είναι πραγματικά τρομοκρατική».

Η Μουσουλμανική Αδελφότητα ιδρύθηκε στην Αίγυπτο το 1928 από τον Χασάν αλ Μπάννα. Πρόκειται για το παλαιότερο και ένα από τα πιο επιδραστικά σύγχρονα ισλαμιστικά κινήματα παγκοσμίως, το οποίο αντιλαμβάνεται το Ισλάμ ως ένα πλήρες και περιεκτικό σύστημα που υπερέχει και εποπτεύει κάθε πτυχή της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής.

Σύμφωνα με το Πρόγραμμα για τον Εξτρεμισμό του George Washington University, η οργάνωση «υποστηρίζει έναν σταδιακό εξισλαμισμό της κοινωνίας, ο οποίος, ξεκινώντας από τη βάση, θα οδηγήσει τελικά στη δημιουργία μιας καθαρά ισλαμικής κοινωνίας και πολιτικής οντότητας».

Η Μουσουλμανική Αδελφότητα έχει απαγορευτεί ή χαρακτηριστεί ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση σε πολλές χώρες, όπως η Αυστρία, το Μπαχρέιν, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ιορδανία.

Η Ιορδανία αποφάσισε να απαγορεύσει την οργάνωση φέτος, με το υπουργείο Εσωτερικών να αναφέρει ότι «έχει αποδειχθεί πως μέλη της ομάδας δραστηριοποιούνται στο σκοτάδι και εμπλέκονται σε ενέργειες που θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν τη χώρα». Το ίδιο υπουργείο συμπλήρωσε ότι «μέλη της διαλυθείσας Μουσουλμανικής Αδελφότητας έχουν υπονομεύσει την ασφάλεια και την εθνική ενότητα και έχουν διαταράξει την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη».

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει διακομματικές προσπάθειες στις Ηνωμένες Πολιτείες για τον χαρακτηρισμό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως ξένης τρομοκρατικής οργάνωσης.

Τον Ιούλιο, οι βουλευτές Μάριο Ντίαζ-Μπαλάρτ (R-Fl.) και Τζάρεντ Μόσκοβιτς (D-Fl.), πρόεδροι της Ομάδας Φίλων της Αιγύπτου, κατέθεσαν το «Νομοσχέδιο για τον Χαρακτηρισμό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως Τρομοκρατικής Οργάνωσης του 2025». Το νομοσχέδιο θα δίνει εντολή στον πρόεδρο και στον Ρούμπιο να «χρησιμοποιήσουν τη θεσμοθετημένη εξουσία τους για να επιβάλουν κυρώσεις στη Μουσουλμανική Αδελφότητα ως τρομοκρατική οργάνωση».

Της ανακοίνωσης του Τραμπ στις 23 Νοεμβρίου είχε προηγηθεί η απόφαση του κυβερνήτη του Τέξας, Γκρεγκ Άμποτ, να χαρακτηρίσει τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και το CAIR ως «ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις και διεθνείς εγκληματικές οργανώσεις». Ο Άμποτ έγραψε στην πλατφόρμα X ότι η απόφαση αυτή «απαγορεύει στα συγκεκριμένα σχήματα να αγοράζουν ή να αποκτούν γη στο Τέξας και εξουσιοδοτεί τον γενικό εισαγγελέα να κινηθεί νομικά για το κλείσιμό τους». Το διάταγμα του κυβερνήτη περιέγραψε το CAIR ως «οργάνωση-διάδοχο» της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

Το CAIR αρνήθηκε ότι ο χαρακτηρισμός αυτός ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και απάντησε καταθέτοντας μήνυση κατά του Άμποτ και του γενικού εισαγγελέα του Τέξας, Κεν Πάξτον. Πριν από την ανακοίνωση της μήνυσης, ο οργανισμός είχε δηλώσει ότι δεν αποθαρρύνεται από τις ενέργειες του κυβερνήτη και ότι «θα συνεχίσει το έργο του για τα πολιτικά δικαιώματα στο Τέξας, υπερασπιζόμενο σθεναρά το δικαίωμά του να το πράττει». Κατηγόρησε δε τον κυβερνήτη ότι «σπιλώνει τον οργανισμό».

Σε δήλωσή του, το παράρτημα CAIR–Texas σημείωσε ότι «ο κος Άμποτ μάς συκοφαντεί και μαζί με εμάς άλλους Αμερικανούς μουσουλμάνους, επειδή είμαστε αποτελεσματικοί υπερασπιστές της δικαιοσύνης τόσο εδώ όσο και στο εξωτερικό». Προσέθεσε ότι σκοπεύει «να συνεχίσει να ασκεί τα συνταγματικά του δικαιώματα, να υπερασπίζεται τα πολιτικά δικαιώματα και να λέει την αλήθεια στην εξουσία», είτε πρόκειται για την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου, της θρησκευτικής ελευθερίας και της φυλετικής ισότητας στο Τέξας είτε για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εξωτερικό.

Το CAIR περιγράφει τον εαυτό του ως οργανισμό υπεράσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων των μουσουλμάνων και δηλώνει ότι στόχος του είναι «η ενίσχυση της κατανόησης του Ισλάμ, η προστασία των πολιτικών δικαιωμάτων, η προώθηση της δικαιοσύνης και η ενδυνάμωση των Αμερικανών μουσουλμάνων», σύμφωνα με τον ιστότοπό του.

Με τη συμβολή των Aldgra Fredly, Jackson Richman και Adam Morrow

Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί ηγέτες σκληραίνουν τη στάση τους εν όψει συνάντησης με τον Τραμπ

Οι ηγέτες των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο επιμένουν στη θέση τους εν όψει κρίσιμης συνάντησης με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, με σκοπό να αποφευχθεί η πιθανότητα προσωρινού κλεισίματος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης αυτήν την εβδομάδα, ενώ κατηγορούν ο ένας τον άλλον για τυχόν αποτυχία στις διαπραγματεύσεις της 29ης Σεπτεμβρίου.

Ο Τραμπ συμφώνησε να συναντηθεί σήμερα με τους ηγέτες της Γερουσίας και της Βουλής και από τα δύο κόμματα, με την ελπίδα να επιτευχθεί συμφωνία για την ψήφιση προσωρινού νομοσχεδίου χρηματοδότησης, ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί η κυβέρνηση μέχρι να εγκριθεί ένας μακροπρόθεσμος προϋπολογισμός.

Οι Δημοκρατικοί δηλώνουν ότι οι Ρεπουμπλικανοί πρέπει να συμφωνήσουν στην παράταση συγκεκριμένων φορολογικών επιδοτήσεων για την αγορά ασφάλισης μέσω του Νόμου για Προσιτή Περίθαλψη (γνωστού και ως Obamacare), οι οποίες θεσπίστηκαν το 2021 στο πλαίσιο του Αμερικανικού Σχεδίου Διάσωσης και λήγουν στο τέλος του έτους.

Οι Ρεπουμπλικανοί απαντούν ότι η συζήτηση για τις φορολογικές επιδοτήσεις μπορεί να γίνει μετά την ψήφιση του προσωρινού νομοσχεδίου που θα κρατήσει βραχυπρόθεσμα «ζωντανή» τη λειτουργία της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι ο Νόμος για Προσιτή Περίθαλψη βρίθει από «σπατάλες, απάτες και καταχρήσεις».

Ο ηγέτης της πλειοψηφίας στη Γερουσία Τζον Θιουν (R-S.D.) δήλωσε, στις 27 Σεπτεμβρίου, ότι το προσωρινό κλείσιμο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης είναι «αποκλειστικά θέμα των Δημοκρατικών».

«Η απόφαση είναι δική τους», είπε. «Κατά την κρίση μου, αυτήν τη στιγμή η απόφαση ανήκει σε μερικούς Δημοκρατικούς. Χρειαζόμαστε οκτώ Δημοκρατικούς για να το περάσουμε από τη Γερουσία, κάτι που δεκατρείς φορές τα τελευταία τέσσερα χρόνια, όταν οι Δημοκρατικοί είχαν την πλειοψηφία και ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν βρισκόταν στον Λευκό Οίκο, οι Ρεπουμπλικανοί βοήθησαν τους Δημοκρατικούς να το κάνουν».

Πρόσθεσε ότι οι φορολογικές πιστώσεις δεν λήγουν πριν το τέλος του έτους και ότι οι Δημοκρατικοί πρέπει να «απελευθερώσουν τον όμηρο», δηλαδή να σταματήσουν να μπλοκάρουν το προσωρινό νομοσχέδιο προτού συζητήσουν για την υγειονομική περίθαλψη.

«Αυτό το συγκεκριμένο πρόγραμμα χρειάζεται απεγνωσμένα μεταρρύθμιση. Είναι γεμάτο με σπατάλες, απάτες και καταχρήσεις, επομένως θα πρέπει να γίνουν μεταρρυθμίσεις αν αναλάβουμε δράση εκεί», δηλώσε ο Θιουν. «Αλλά πιστεύω ότι υπάρχει πιθανότητα λύσης».

Ο ηγέτης της μειοψηφίας στη Γερουσία Τσακ Σούμερ (D-N.Y.) είπε ότι η παράταξή του πιέζει για συνάντηση και «πραγματική διαπραγμάτευση» με τον Τραμπ παρόντα, σημειώνοντας: «Χρειαζόμαστε τον πρόεδρο ως μέρος της διαδικασίας».

«Χρειαζόμαστε τον πρόεδρο της Βουλής Τζόνσον· να καθίσουμε οι τέσσερις ηγέτες και ο πρόεδρος», είπε στις 28 Σεπτεμβρίου, αναφερόμενος στον πρόεδρο της Βουλής Μάικ Τζόνσον (R-La.) και στη συνάντηση με τον Τραμπ που έχει οριστεί για τις 29 Σεπτεμβρίου στις 14:00 (τοπική ώρα).

Ο Σούμερ τόνισε ότι οι Δημοκρατικοί εστιάζουν στην υγειονομική περίθαλψη.

«Τα αγροτικά νοσοκομεία κλείνουν. Οι άνθρωποι θα λάβουν ειδοποιήσεις για αυξήσεις 4.000 δολαρίων τον χρόνο στα ασφάλιστρά τους. Η δουλειά μας είναι να εκπροσωπούμε τον αμερικανικό λαό», είπε. «Μέχρι στιγμής έχουν μπλοκάρει και έχουν πει ότι δεν θα συζητήσουν τίποτα από αυτά· θα δούμε αν αυτό αλλάξει».

Ο Τζόνσον είπε ότι ο Τραμπ είναι πάντα ανοιχτός σε συνομιλίες αλλά θέλει να «λειτουργεί καλή τη πίστει, γι’ αυτό αποφάσισε να μας φέρει όλους μαζί».

«Θέλει να μιλήσει με τον Τσακ Σούμερ και τον Χακίμ Τζέφρις και να προσπαθήσει να τους πείσει να ακολουθήσουν την κοινή λογική και να κάνουν το σωστό για τον αμερικανικό λαό», δήλωσε ο Τζόνσον στις 28 Σεπτεμβρίου. «Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι το μόνο που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να κερδίσουμε λίγο χρόνο».

Ο ηγέτης της μειοψηφίας στη Βουλή Χακίμ Τζέφρις (D-N.Y.) είπε σε δήλωσή του ότι οι διαπραγματεύσεις θα εξαρτηθούν από το αν θα «βρεθεί μια λύση για να διορθωθεί πραγματικά το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης που οι Ρεπουμπλικανοί έχουν καταστρέψει, προς όφελος όλων», αναφερόμενος στις φορολογικές πιστώσεις που λήγουν και στις περικοπές στο Medicaid που περιλαμβάνονταν στο «Ένα Μεγάλο Όμορφο Νομοσχέδιο» του Τραμπ.

Ο Τζόνσον χαρακτήρισε τη δήλωση «εντελώς παράλογη».

«Οι επιδοτήσεις του Νόμου για Προσιτή Περίθαλψη είναι ένα πολιτικό ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί έως το τέλος του έτους, στις 31 Δεκεμβρίου», είπε ο Τζόνσον. «Όχι τώρα, την ώρα που προσπαθούμε απλώς να κρατήσουμε ανοιχτή την κυβέρνηση ώστε να έχουμε όλες αυτές τις συζητήσεις».

Ο δημοσιογράφος του CNN Τζέηκ Τάπερ ρώτησε τον Τζόνσον σχετικά με ειδικούς υγείας που υποστηρίζουν ότι τα ασφάλιστρα των Αμερικανών θα μπορούσαν να αυξηθούν έως και 75% – από τον Οκτώβριο κιόλας – αν δεν παραταθούν οι επιδοτήσεις του Νόμου για Προσιτή Περίθαλψη, και τον πίεσε να απαντήσει αν «ανησυχεί μήπως οι πολίτες κατηγορήσουν τους Ρεπουμπλικανούς για το αυξημένο κόστος της ασφάλισης».

«Όχι, δεν είναι ειλικρινείς σε αυτό», απάντησε ο Τζόνσον. «Το πρόγραμμα δεν λήγει πριν το τέλος Δεκεμβρίου, επομένως έχουμε χρόνο να κάνουμε όλες αυτές τις συζητήσεις και διαπραγματεύσεις».

Με τη συμβολή του Lawrence Wilson

Τραμπ υπέγραψε διάταγμα για τον τερματισμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε ορισμένες ομοσπονδιακές υπηρεσίες

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε στις 28 Αυγούστου εκτελεστικό διάταγμα με στόχο τον τερματισμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων με ομοσπονδιακά συνδικάτα σε ορισμένα τμήματα.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, το διάταγμα αφορά συνδικάτα σε συγκεκριμένες ομοσπονδιακές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων η NASA, το Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας και Σημάτων, καθώς και το Εθνικό Μετεωρολογικό Κέντρο. Η κυβέρνηση διευκρίνισε ότι οι ρυθμίσεις θα ισχύσουν σε υπηρεσίες που επιτελούν «αποστολές εθνικής ασφάλειας».

Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις αποτελούν τη διαδικασία μέσω της οποίας τα εργατικά συνδικάτα διαπραγματεύονται με τον εργοδότη εκ μέρους των εργαζομένων για θέματα όπως οι όροι απασχόλησης, οι μισθοί και τα επιδόματα.

Το διάταγμα με τίτλο «Further Exclusions from the Federal Labor-Management Relations Program»

(«Περαιτέρω εξαιρέσεις από το Ομοσπονδιακό Πρόγραμμα Σχέσεων Εργασίας–Διοίκησης») ορίζει ότι οι υπηρεσίες ή τα τμήματα υπηρεσιών των οποίων η κύρια αποστολή αφορά «πληροφορίες, αντικατασκοπεία, έρευνα ή έργο εθνικής ασφάλειας» θα εξαιρούνται από τον «Federal Service Labor-Management Relations Statute» («Ομοσπονδιακό Νόμο για τις Σχέσεις Εργασίας–Διοίκησης»). Ο νόμος αυτός καθιέρωσε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εργαζομένων και συνδικάτων στο ομοσπονδιακό δημόσιο, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος οργάνωσης και της υποχρέωσης διαπραγμάτευσης καλόπιστα.

Σε ενημερωτικό σημείωμα για το διάταγμα αναφέρεται ότι επηρεάζονται φορείς ή τμήματα φορέων όπως η NASA, οι υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις του Γραφείου Αναδασώσεων, η Υπηρεσία Εθνικών Περιβαλλοντικών Δορυφόρων, Δεδομένων και Πληροφοριών (National Environmental Satellite, Data, and Information Service – NESDIS), το Εθνικό Μετεωρολογικό Κέντρο (National Weather Service – NWS), η Εθνική Υπηρεσία Ωκεανών και Ατμόσφαιρας (National Oceanic and Atmospheric Administration – NOAA), η Υπηρεσία Παγκόσμιων Μέσων Ενημέρωσης των ΗΠΑ (U.S. Agency for Global Media – USAGM) και το Γραφείο Επιτρόπου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, Διπλωμάτων και Σημάτων (Patent and Trademark Office – PTO).

Όπως σημειώνεται, η NASA «αναπτύσσει και λειτουργεί προηγμένες αεροδιαστημικές τεχνολογίες, όπως δορυφορικά, συστήματα επικοινωνίας και προώθησης, που είναι κρίσιμα για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ».

Για το Εθνικό Μετεωρολογικό Κέντρο αναφέρεται ότι «ιδρύθηκε αρχικά ως υποδιαίρεση του Σώματος Σημάτων του Στρατού των ΗΠΑ». Σήμερα, τόσο το NWS όσο και το NESDIS «παρέχουν μετεωρολογικά και κλιματικά δεδομένα που αξιοποιούνται για προβλέψεις και τον σχεδιασμό στρατιωτικών επιχειρήσεων, με την πρόγνωση καιρού να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την επιτυχία ή αποτυχία στρατιωτικών αποστολών».

Το σημείωμα επισημαίνει επίσης ότι «ορισμένες διαδικαστικές απαιτήσεις στις σχέσεις εργασίας–διοίκησης του ομοσπονδιακού δημοσίου μπορεί να προκαλέσουν καθυστερήσεις στη λειτουργία των υπηρεσιών». Σύμφωνα με την κυβέρνηση, τέτοιες καθυστερήσεις «μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα των υπηρεσιών με ευθύνες εθνικής ασφάλειας να εφαρμόσουν πολιτικές γρήγορα και να επιτελέσουν τις κρίσιμες αποστολές τους».

Με πληροφορίες από το Reuters

Η Βρετανία αναβάλλει την απόφαση για την κατασκευή της νέας πρεσβείας της Κίνας λόγω έλλειψης διαφάνειας

Η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 22 Αυγούστου την αναβολή της απόφασης για την έγκριση της κατασκευής της πρεσβείας της Κίνας στο Λονδίνο, μεταφέροντας την προθεσμία για τον Οκτώβριο, μετά την άρνηση του Πεκίνου να εξηγήσει πλήρως τους λόγους για τους οποίους ορισμένες περιοχές των σχεδίων εμφανίζονται «μαυρισμένες».

Τα τελευταία τρία χρόνια, η προσπάθεια του κινεζικού καθεστώτος να χτίσει τη μεγαλύτερη πρεσβεία του στην Ευρώπη στον χώρο ενός κτηρίου δύο αιώνων κοντά στον Πύργο του Λονδίνου έχει αντιμετωπίσει εμπόδια από βουλευτές, κατοίκους της περιοχής και φιλοδημοκράτες του Χονγκ Κονγκ στη Βρετανία.

Βρετανοί και Αμερικανοί πολιτικοί έχουν εκφράσει ανησυχίες ότι η κατασκευή της πρεσβείας από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) στο συγκεκριμένο σημείο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως βάση κατασκοπείας.

Η κινεζική συμβουλευτική εταιρεία DP9, η οποία συνεργάζεται με το καθεστώς, δήλωσε ότι θεωρεί ακατάλληλο να παρέχει πλήρη σχέδια εσωτερικής διαρρύθμισης, υποστηρίζοντας ότι τα επιπλέον σχέδια που δόθηκαν παρέχουν επαρκές επίπεδο λεπτομέρειας.

«Ο αιτών θεωρεί ότι το επίπεδο λεπτομέρειας που εμφανίζεται στα μη λογοκριμένα σχέδια είναι επαρκές για να αναγνωριστούν οι βασικές χρήσεις», ανέφερε η DP9 σε επιστολή προς τη βρετανική κυβέρνηση. «Σε αυτές τις συνθήκες, θεωρούμε ότι δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε κατάλληλο να παρέχουμε επιπλέον, πιο λεπτομερή σχέδια εσωτερικής διαρρύθμισης ή λεπτομέρειες».

Ως απάντηση, το υπουργείο Στέγασης του Ηνωμένου Βασιλείου ανακοίνωσε ότι η απόφαση για την έγκριση του έργου θα εκδοθεί στις 21 Οκτωβρίου αντί για τις 9 Σεπτεμβρίου, καθώς απαιτείται περισσότερος χρόνος για την αξιολόγηση των απαντήσεων.

«Οι εξηγήσεις αυτές απέχουν από το να είναι ικανοποιητικές», δήλωσε ο Λουκ ντε Πάλφορντ, εκτελεστικός διευθυντής της Διακοινοβουλευτικής Συμμαχίας για την Κίνα, οργανισμού συνδεδεμένου με διεθνές δίκτυο πολιτικών επικριτικών προς το κινεζικό καθεστώς, που αποκάλυψε την επιστολή της DP9.

Ο ντε Πάλφορντ, μακροχρόνιος επικριτής των σχεδίων για την πρεσβεία, χαρακτήρισε τις διαβεβαιώσεις «μια υπόθεση εμπιστοσύνης χωρίς τεκμηρίωση».

Η κινεζική πρεσβεία είχε δηλώσει τον Αύγουστο ότι οι κατηγορίες πως το κτήριο θα μπορούσε να περιλαμβάνει «μυστικές εγκαταστάσεις» που θα παραβίαζαν την εθνική ασφάλεια του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελούν «απαράδεκτη δυσφήμηση».

Το κινεζικό καθεστώς είχε αγοράσει τον χώρο, γνωστό ως Royal Mint Court, το 2018. Ωστόσο, το τοπικό συμβούλιο αρνήθηκε το 2022 την έγκριση για την κατασκευή της νέας πρεσβείας. Ο ηγέτης του ΚΚΚ, Σι Τζινπίνγκ, ζήτησε πέρυσι από τον Βρετανό πρωθυπουργό Κηρ Στάρμερ να παρέμβει, με την κεντρική κυβέρνηση να αναλαμβάνει τελικά τον έλεγχο της απόφασης για το σχέδιο.

Δύο κορυφαίοι Αμερικανοί βουλευτές εξέφρασαν επίσης ανησυχίες για την πρεσβεία σε επιστολή που απέστειλαν στις αρχές του έτους προς τον Βρετανό πρέσβη στις ΗΠΑ, Πήτερ Μάντελσον.

Οι βουλευτές Κρις Σμιθ (R-N.J.), ανώτερο μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, και Τζον Μούλεναρ (R-Mich.), πρόεδρος της Επιτροπής για το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας, υποστήριξαν ότι η άδεια για την κατασκευή μιας «υπερ-πρεσβείας» στο Λονδίνο θα ήταν «αντιπαραγωγική και αδικαιολόγητη ανταμοιβή» και ζήτησαν από τον Μάντελσον να μεταφέρει τις ανησυχίες τους στον Στάρμερ πριν από τη συνάντησή του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στα τέλη Φεβρουαρίου.

Εάν το έργο ολοκληρωθεί, η νέα πρεσβεία της Κίνας θα είναι δέκα φορές μεγαλύτερη από την τρέχουσα πρεσβεία της στην Portland Place του Λονδίνου και σχεδόν διπλάσια σε μέγεθος από την πρεσβεία της Κίνας στην Ουάσιγκτον.

Με τη συμβολή των Frank Fang και Eva Fu και πληροφορίες από το Reuters