Ο Φλωρεντινός Σάντρο Μποττιτσέλλι ζωγράφισε μερικά από τα πιο όμορφα και αγαπημένα έργα τέχνης της Ιταλικής Αναγέννησης. Τα θέματα του κυμαίνονταν από τη μυθολογία, με διάσημα παραδείγματα όπως «Η γέννηση της Αφροδίτης» και «Η άνοιξη», έως μεγαλοπρεπείς θρησκευτικές ζωγραφιές της Παναγίας με το Βρέφος, καθώς και πορτρέτα ισχυρών προσώπων, μεταξύ των οποίων μέλη της οικογένειας των Μεδίκων.
Στην ιστορία της τέχνης, εδώ και πολύ καιρό υποστηρίζεται ότι χρησιμοποίησε την ευγενή Σιμονέττα Βεσπούτσι ως μοντέλο σε όλο το έργο του. Μια σε βάθος εξερεύνηση αυτού του μύθου αποκαλύπτει την αλήθεια και τη μυθοπλασία, την κουλτούρα και την πολιτική της Φλωρεντίας του 15ου αιώνα, καθώς και τη λαμπρή καλλιτεχνική δεξιοτεχνία του Μποττιτσέλλι.
Ο Φλωρεντινός δάσκαλος

Ο Μποττιτσέλλι (1444/45–1510) ήταν γιος τσαγκάρη, που είχε το εργαστήριο του στη συνοικία Ονισσάντι της Φλωρεντίας. Από μικρή ηλικία έδειξε το ταλέντο του στη ζωγραφική και πιθανότατα ξεκίνησε τη μαθητεία του σε χρυσοχόο πριν ενταχθεί στο εργαστήριο του διακεκριμένου Φρα Φιλίππο Λίππι (περίπου 1406–1469), ο οποίος δεχόταν παραγγελίες από επιφανείς οικογένειες της Φλωρεντίας.
Μέχρι το 1470, είχε ιδρύσει το δικό του εργαστήριο στη Via Nuova d’Ognissanti (σημερινή Via del Porcellana), αξιοποιώντας τις σχέσεις που είχε δημιουργήσει κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τον Φρα Φιλίππο.
Οι πιο σημαντικοί προστάτες του Μποττιτσέλλι ήταν οι Μέδικοι, μια οικογένεια τραπεζιτών που κυβερνούσε τη Φλωρεντία, και η Αυλή τους.
Από όσο γνωρίζουμε, ο Μποττιτσέλλι εργάστηκε εκτός της πατρίδας του μόνο μία φορά, το 1481, όταν ο Πάπας τού ανέθεσε να φιλοτεχνήσει τοιχογραφίες για την νεόδμητη Καπέλα Σιξτίνα. Στη συνέχεια, επέστρεψε στην Ονισσάντι. Μετά το θάνατό του, το 1510, τάφηκε στην εκκλησία Chiesa di San Salvatore di Ognissanti.
Πρότυπο γυναικείας ομορφιάς

Τα έργα του Μποττιτσέλλι χαρακτηρίζονται από τη διακοσμητική χρήση της γραμμής, τις κλασικές αναφορές και τις αρμονικές συνθέσεις.
Τα πιο δημιουργικά χρόνια του ήταν από το 1478 έως το 1490. Δύο σημαντικά έργα από αυτή την περίοδο είναι το «Εξιδανικευμένο πορτρέτο μιας κυρίας (Σιμονέττα Βεσπούτσι)», το οποίο βρίσκεται στην Gemäldegalerie του Βερολίνου, και το «Πορτρέτο νεαρής γυναίκας (Πορτρέτο της Σιμονέττα Βεσπούτσι ως νύμφης)», το οποίο βρίσκεται στη συλλογή του Μουσείου Städel, στη Φρανκφούρτη.
Η γυναίκα που απεικονίζεται σε αυτούς τους πίνακες, η Σιμονέττα Βεσπούτσι (1453-1476), ήταν μια Ιταλίδα ευγενής της οικογένειας Καττάνεο, γεννημένη στη Γένοβα ή στο Πορτοβένερε. Παντρεύτηκε τον Φλωρεντίνο Μάρκο Βεσπούτσι, εξάδελφο του Αμέριγκο Βεσπούτσι (του εξερευνητή που έδωσε το όνομα του στην νεοανακαλυφθείσα ήπειρο, την Αμερική), ο οποίος είχε στενές σχέσεις με τους Μεδίκους.
Το ζευγάρι ζούσε στη Φλωρεντία, όπου η Σιμονέττα θεωρούνταν η καλλονή της πόλης.
Υπάρχει ο μύθος ότι αναπτύχθηκε ένας ρομαντικός δεσμός μεταξύ εκείνης και του Τζουλιάνο των Μεδίκων (1453–1478). Ωστόσο, πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η σχέση τους πρέπει να ερμηνευθεί περισσότερο ως πλατωνικός, ευγενής έρωτας, με τον Τζουλιάνο να συμμετέχει με επιτυχία σε μια δημόσια κονταρομαχία ως υπερασπιστής της.
Η Σιμονέττα έχαιρε μεγάλου σεβασμού στη φλωρεντινή κοινωνία και ήταν η Μούσα των ποιητών, όχι μόνο λόγω των φυσικών της χαρακτηριστικών, αλλά και λόγω του χαρακτήρα της, και συγκεκριμένα της αρετής της: ο συνδυασμός κάλλους και αρετής την καθιστούσε πρότυπο γυναικείας ομορφιάς εκείνη την εποχή. Η ιδέα της μεταμόρφωσης μιας πραγματικής γυναίκας σε αλληγορική φιγούρα μπορεί να ανιχνευθεί στην ποίηση του πρώιμου ιταλικού αναγεννησιακού ανθρωπιστή Πετράρχη, τα γραπτά του οποίου θαύμαζαν και μιμούνταν οι Μέδικοι και η Αυλή τους.
Η Σιμονέττα μπορεί να είχε ποζάρει για μερικούς από τους πίνακες του Μποττιτσέλλι, αν και η ιδέα ότι η εικόνα της εμφανίζεται επανειλημμένα στο έργο του ή ότι ο καλλιτέχνης ήταν ερωτευμένος μαζί της θεωρείται από τους σημερινούς ειδικούς ως υπερβολική. Η Σιμονέττα πέθανε σε ηλικία 22 ή 23 ετών, πιθανώς από φυματίωση. Θάφτηκε στην εκκλησία Chiesa di San Salvatore di Ognissanti. Σε μια αποκρυφιστική ιστορία, ο Μποττιτσέλλι ζήτησε να ταφεί δίπλα της (δείγμα της μεγάλης αγάπης του για εκείνη, σύμφωνα με ορισμένους)· οι οικογενειακοί τάφοι και των δύο βρίσκονταν στην ίδια εκκλησία.

Ο Τζουλιάνο πέθανε επίσης νέος. Δολοφονήθηκε στον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας κατά τη διάρκεια της Συνωμοσίας των Πάτσι, μιας αποτυχημένης απόπειρας ανατροπής των Μεδίκων από μέλη της οικογένειας Πάτσι.
Ο Μποττιτσέλλι φιλοτέχνησε μια σειρά πορτρέτων του Τζουλιάνο γύρω στα 1478, στα οποία τον απεικονίζει με το βλέμμα χαμηλωμένο, στοιχείο ασυνήθιστο. Δεν είναι σαφές αν ο Τζουλιάνο ήταν ακόμα ζωντανός εκείνη την εποχή ή αν είχε ήδη δολοφονηθεί. Οι ειδικοί διαφωνούν για το αν η στάση του αναφέρεται στον ίδιο τον θάνατό του, σε ένα πένθιμο αφιέρωμα στη Σιμονέττα ή σε κάτι άλλο.
Η ιδανική γυναίκα
Το έργο του Μποττιτσέλλι «Εξιδανικευμένο πορτρέτο μιας κυρίας (Σιμονέττα Βεσπούτσι)», που χρονολογείται περί τα 1475–1480, είναι πιθανώς μια απεικόνιση της Σιμονέττα, αλλά η αυθεντικότητά του δεν έχει επιβεβαιωθεί. Ανεξάρτητα από την ταυτότητα του μοντέλου, μάλλον πρόκειται για ένα εξιδανικευμένο πορτρέτο και όχι για ρεαλιστική απεικόνιση, όπως μαρτυρά άλλωστε και ο τίτλος του. Επρόκειτο για είδος δημοφιλές στη Φλωρεντία του 15ου αιώνα.
Οι γυναίκες απεικονίζονταν συνήθως προφίλ — μια πόζα που αναγόταν στα αρχαία νομίσματα — με ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα, ροδαλά χείλη, ψηλό μέτωπο, λεπτό λαιμό και ξανθά μαλλιά. Και στα δύο πιθανά πορτρέτα της Σιμονέττα από τον Μποττιτσέλλι, η μορφή απεικονίζεται προφίλ μέχρι και το στήθος, και είναι ελαφρώς στραμμένη προς τον θεατή, κάτι που δίνει μια πιο δυναμική εικόνα. Η δεξιοτεχνία του Μποττιτσέλλι στις διακοσμητικές λεπτομέρειες είναι εμφανής και στα δύο έργα, ιδίως στα περίπλοκα χτενίσματα με τα μαργαριτάρια και τα λεπτοδουλεμένα ρούχα.

Ο πίνακας του Μουσείου Städel, που πιθανώς απεικονίζει τη Σιμονέττα, την παρουσιάζει επίσης σε εξιδανικευμένη μορφή, ως νύμφη, όπως δηλώνει ο τίτλος του πίνακα, που ήταν παραγγελία της οικογένειας των Μεδίκων. Οι πυκνές τρύπες από καρφιά γύρω από τα άκρα του υποδηλώνουν ότι αρχικά ήταν τοποθετημένος σε διακοσμητική επένδυση τοίχου, σε ένα από τα παλάτια της οικογένειας. Σε αυτό το έργο, η Σιμονέττα είναι στραμμένη προς τα δεξιά, μια στάση που συνήθως υποδηλώνει ότι το μοντέλο είναι νεκρό. Αυτό το στοχείο οδηγεί τους μελετητές να υποθέσουν ότι το έργο μπορεί να ήταν αναμνηστικός πίνακας.
Το έργο εντυπωσιάζει με το μέγεθος και τα χρώματά του: η μορφή Σιμονέττα, μπροστά από ένα σκοτεινό φόντο, ξεπερνά το φυσικό μέγεθος.. Το λευκό της φόρεμα, που θυμίζει αρχαία ενδύματα, φέρει λευκά κεντήματα, τον πρόδρομο της δαντέλας. Στα πυκνά πυρόξανθα μαλλιά της είναι πλεγμένα μαργαριτάρια — σύμβολα αγνότητας — και κορδέλες, και είναι στεφανωμένα με φτερά που τα συγκρατεί καρφίτσα. Η πραγματική Σιμονέττα, όπως και κάθε παντρεμένη ευγενής, δεν θα είχε ποτέ τα μαλλιά της τόσο χαλαρά χτενισμένα σε δημόσιο χώρο, γεγονός που ενισχύει τον φανταστικό χαρακτήρα του πορτρέτου.
Πολύτιμα κοσμήματα
Στη Φλωρεντία του 15ου αιώνα, η ελίτ λάτρευε τον κλασικό κόσμο. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού στον πίνακα είναι το μενταγιόν που φοράει η Σιμονέττα, κρεμασμένο από λεπτές χρυσές αλυσίδες γύρω από το λαιμό της. Κατά την Αναγέννηση, τα κοσμήματα αποτελούσαν σημαντική μορφή τέχνης, με συλλέκτες να αποκτούν και να εκθέτουν σύγχρονα και αρχαία. Πολλοί καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων και ο Μποτιτσέλι, εκτός από τη ζωγραφική, είχαν σπουδάσει χρυσοχοΐα και ήταν ιδιαίτερα επιδέξιοι στην απόδοσή τους.

Το κόσμημα που φοράει η Σιμονέττα αντιστοιχεί σε ένα πραγματικό και εξαιρετικό κλασικό αντικείμενο από σάρδιο λίθο, γνωστό ως «Η σφραγίδα του Νέρωνα (Απόλλων, Όλυμπος και Μαρσύας)», που πιστεύεται ότι δημιουργήθηκε περίπου το 30 π.Χ.–20 μ.Χ. Απεικονίζει μια σκηνή από την ελληνική μυθολογία: την ήττα του Σειληνού Μαρσύα, ο οποίος είχε προκαλέσει τον θεό Απόλλωνα σε μουσικό διαγωνισμό. Ο φίλος (ή μαθητής) του Μαρσύα, ο Όλυμπος, ικετεύει τον θεό να χαρίσει τη ζωή στον ηττημένο.
Αν και το αντικείμενο έχει συνδεθεί με τον αυτοκράτορα Νέρωνα, εξ ου και ο τίτλος του, στην πραγματικότητα χρονολογείται πριν από τη βασιλεία του και μπορεί να ανήκε στον αυτοκράτορα Αύγουστο. Μεταγενέστεροι ιδιοκτήτες του ήταν ο Πάπας Παύλος Β΄ και ο Λορέντζο των Μεδίκων (1449-1492). Για τον Λορέντζο, αδελφό του Τζουλιάνο, επίσης λεγόταν ότι είχε σχέσεις με τη Σιμονέττα.
Λόγω της σύνδεσης του κοσμήματος με τους Μεδίκους, το μενταγιόν της Σιμονέττα θεωρήθηκε απόδειξη της στενής σχέσης της με τους δύο αδελφούς. Πρόκειται για άλλη μια ψευδή αφήγηση: το «Πορτρέτο νεαρής γυναίκας (Πορτρέτο της Σιμονέτα Βεσπούτσι ως νύμφη)» του Μποττιτσέλλι ζωγραφίστηκε το αργότερο το 1485, ενώ ο Λορέντζο αγόρασε τον εγχάρακτο λίθο το 1487. Στην πραγματικότητα, το μενταγιόν στον πίνακα είναι ανάγλυφο, όχι εγχάρακτο. Ακόμη και πριν την αποκτήσει ο Λορέντζο, η « Σφραγίδα του Νέρωνα» ήταν διάσημη και είχε εμπνεύσει και άλλα έργα τέχνης. Ο Μποττιτσέλλι χρησιμοποίησε πιθανώς ένα αντίγραφο καμέο με αντίστροφη σύνθεση ως πρότυπο.

Ο Μποττιτσέλλι ήταν επίσης εξαιρετικός σχεδιαστής, όπως φαίνεται και από μία σπουδή του για το πορτρέτο της Σιμονέττα.
Το σχέδιο είναι συνήθως κάτι πιο οικείο και οι θεατές συχνά αισθάνονται μεγαλύτερη σύνδεση με τον καλλιτέχνη όταν παρατηρούν τα προπαρασκευαστικά έργα του που αποκαλύπτουν τις σκέψεις του και προέρχονται απευθείας από τα χέρια του και όχι από τους βοηθούς του εργαστηρίου του, όπως συνηθιζόταν κατά την Αναγέννηση.
Στο συγκεκριμένο σχέδιο, το μοντέλο παραμένει τόσο αινιγματικό όσο και το πρόσωπο στον πίνακα. Ο συνδυασμός των αχνών γραμμών και των φωτεινών αντανακλάσεων δημιουργεί μια αύρα, που κάνει τη μορφή της Σιμονέττα ακόμη πιο αιθέρια.
Η ιστορία είναι γεμάτη από άγνωστες ιστορίες για ανθρώπους, γεγονότα και τέχνη. Οι σχέσεις μεταξύ της Σιμονέττα Βεσπούτσι, του Μποττιτσέλλι και των Μεδίκων συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο γοητευτικών μυστηρίων.
































































