«Η Αγία Οικογένεια με την Αγία Άννα και την Αγία Αικατερίνη της Αλεξανδρείας» είναι ένας μεγάλος καμβάς με πλούσια παλέτα χρωμάτων, που χρονολογείται από το 1648. Τα θέματα είναι η Παναγία, ο Ιησούς, ο Άγιος Ιωσήφ, η Αγία Άννα (μητέρα της Μαρίας) και η Αγία Αικατερίνη. Στο προσκήνιο, η Παναγία, ντυμένη με μπλε και κόκκινο, κρατά το θείο βρέφος. Τα κεφάλια τους ακουμπάνε το ένα με το άλλο. Ο τρόπος με τον οποίο αποδίδεται το φιλί της Αγίας Αικατερίνης στο χέρι του Ιησού εμπνέει βαθιά συγκίνηση. Τα κεφάλια και των τριών μορφών απoπνέουν ιδιαίτερη ευγένεια.

Στο βάθος, μισοκρυμμένες στο σκοτάδι, διακρίνονται οι φιγούρες του Αγίου Ιωσήφ (δεξιά) και της Αγίας Άννης, μητέρας της Παναγίας (αριστερά), η οποία κρατά ένα καλάθι με φρούτα κι ένα φωτεινό λουλούδι που ξεχωρίζει αμέσως στο σκοτεινό φόντο, προσφορά στο νεογέννητο. Καμία από τις φιγούρες δεν έχει φωτοστέφανο ή άλλα χαρακτηριστικά που να υποδηλώνουν θεϊκή φύση. Το λουλούδι είναι ένα τριαντάφυλλο, που λόγω των αγκαθιών του χρησιμοποιούνταν συχνά ως προφητικό σύμβολο για τα Πάθη του Χριστού.
Ο ζωγράφος που απέδωσε αυτή τη σκηνή ήταν ο Χοσέ ντε Ριμπέρα (1591–1652), ένας από τους μεγαλύτερους Ισπανούς καλλιτέχνες του 17ου αιώνα. Καθώς μεγάλο μέρος της ζωής του το πέρασε στην Ιταλία, έμεινε γνωστός και ως Τζουζέπε ντε Ριμπέρα.
Ο Ριμπέρα ήταν θιασώτης του Καραβάτζιο και του κιαροσκούρο, όπως γίνεται φανερό και από αυτόν τον πίνακα, τεχνική που του επέτρεπε να αποδίδει τις σκηνές με ένταση και δύναμη. Ωστόσο, ο Ισπανός χρησιμοποίησε πιο φωτεινή παλέτα από τον μεγάλο δάσκαλο, εξερευνώντας το λαμπερό φως, το χρυσό και το ασημένιο, στους πίνακές του. Τον ακολούθησε επίσης στη χρήση μοντέλων από την εργατική τάξη που πόζαραν για τις συνθέσεις του, προσδίδοντας ρεαλισμό στα έργα. Στον συγκεκριμένο πίνακα, οι μορφές του Ιωσήφ και της Αγίας Άννης που είναι ζωγραφισμένες βάσει ζωντανών μοντέλων δημιουργούν ενδιαφέρουσα αντίθεση με τις θείες, εξιδανικευμένες μορφές που βρίσκονται στο πρώτο πλάνο, λουσμένες στο φως. Εκτός αυτού, μπορεί να παρατηρήσει κανείς και άλλα στοιχεία της καθημερινότητας, όπως το ψάθινο καλάθι με ένα μαξιλάρι που χρησιμοποιείται για κεντήματα στο κάτω δεξί μέρος της σύνθεσης, και οι πλάκες του δαπέδου από τερακότα, που παραπέμπουν σε ένα συνηθισμένο οικιακό εσωτερικό. Με αυτόν τον τρόπο ο ζωγράφος συνθέτει και μεταφέρει επιδέξια τη διττή φύση του Θεανθρώπου, την ενσάρκωση του θεϊκού στοιχείου στην ύλη, που είναι και η ουσία του Χριστιανισμού.
Η αρχική τοποθεσία και ο ιδιοκτήτης του πίνακα «Η Αγία Οικογένεια με την Αγία Άννα και την Αγία Αικατερίνη της Αλεξανδρείας» παραμένουν άγνωστα. Δεδομένου του μεγέθους του καμβά, οι μελετητές πιστεύουν ότι μπορεί να ήταν ένα τέμπλο για μια εκκλησία ή για ένα ιδιωτικό παρεκκλήσι. Υπάρχει και η άποψη ότι το έργο, το οποίο θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα του Ριμπέρα, συνδέεται με ένα ποίημα του 1602 ενός Ισπανού καλλιτέχνη για τη ζωή του Αγίου Ιωσήφ. .
Άλλοι πίνακες του «Σπανιολέττο», όπως ήταν γνωστός στην Ιταλία, με θέμα τη γέννηση του Χριστού περιλαμβάνουν την «Προσκύνηση των ποιμένων» (Λούβρο) και ένα μικρό θρησκευτικό έργο με τίτλο «Παναγία και Παιδί» (Μουσείο Τέχνης της Φιλαδέλφειας, ΗΠΑ). Το τελευταίο παρουσιάζει το ίδιο μοντέλο για τη Μαρία με τον πίνακα της Αγίας Οικογένειας. Το θέμα φαίνεται να απασχόλησε τον Ριμπέρα κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του 1630 και ύστερα, μαζί με άλλες σκηνές από την πρώιμη ζωή του Χριστού.

Ένας ταλαντούχος ζωγράφος
Αν και ο Ριμπέρα ήταν ένας από τους πιο ταλαντούχους μιμητές του Καραβάτζιο, δεν περιορίστηκε στη δική του επιρροή. Το έργο του ενσωματώνει πλήθος άλλων τάσεων όσον αφορά τη χρήση του χρώματος και της σύνθεσης από ζωγράφους όπως ο αναγεννησιακός Ραφαήλ και ο μπαρόκ Γκουίντο Ρένι. Σύμφωνα με την Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον, ο Ριμπέρα θαύμαζε την ικανότητα του πρώτου να μεταδίδει τη μνημειακότητα της ανθρώπινης μορφής, αλλά και το κομψό και γλυπτικό στυλ του δεύτερου, που αναζητούσε έμπνευση στις αρχαίες κλασικές δημιουργίες. Ενσωμάτωσε επίσης βενετσιάνικες παλέτες, ισπανικό ρεαλισμό, κλασικισμό της Μπολόνια και ρωμαϊκές φόρμες.

Αυτή η πολυγλωσσία οδήγησε στη μοναδική καλλιτεχνική έκφραση του Ριμπέρα, που αποτυπώθηκε με λαμπρό τρόπο στο ύστερο έργο του «Η Αγία Οικογένεια με την Αγία Άννα και την Αγία Αικατερίνη της Αλεξανδρείας».
Ο Ριμπέρα γεννήθηκε στην επαρχία της Βαλένθια το 1591 και μετακόμισε στην Ιταλία το 1606, δουλεύοντας κυρίως στη Ρώμη και την Πάρμα. Το 1616, εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Νάπολη, παντρεύτηκε την κόρη ενός διακεκριμένου τοπικού καλλιτέχνη και έγινε ο σημαντικότερος ζωγράφος της πόλης, επηρεάζοντας μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών από κοντά και μακριά.
Εκείνη την εποχή, η Νάπολη ήταν μέρος της Ισπανικής Αυτοκρατορίας και κυβερνήτες της ήταν διορισμένοι αντιβασιλείς. Αυτοί προτιμούσαν να υποστηρίζουν τα ισπανικά ταλέντα αντί για τους άλλους καλλιτέχνες. Αυτή η προτίμηση βοήθησε τον Ριμπέρα ανέλθει στην πόλη που τον υιοθέτησε. Λάμβανε παραγγελίες από αξιωματούχους και Ισπανούς ευγενείς, όπως τον Δούκα της Οσούνα, τον Δούκα της Αλκάλα, τον Κόμη του Μοντερέι και τον Δούκα της Μεντίνα ντε λας Τόρες, οι οποίοι έστελναν τα έργα του στην Ισπανία, όπου πολλά από αυτά κατέληξαν στη βασιλική συλλογή. Ο βασιλιάς Φίλιππος IV απέκτησε περίπου 100 πίνακες του Ριμπέρα. Επιπλέον, ο ζωγράφος είχε επιφανείς προστάτες εκτός της Νάπολης, όπως ο Κόζιμο Β΄ των Μεδίκων, Μεγάλος Δούκας της Τοσκάνης, μια εποχή που αναφέρεται ως Χρυσή Εποχή για την ισπανική τέχνη. Άλλοι ζωγράφοι που έλαμψαν τότε ήταν οι Φρανσίσκο ντε Σουρμπάραν, Ντιέγκο Βελάσκεθ και Μπαρτολομέ Εστέμπαν Μουρίγιο.
Ο Ριμπέρα αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση λόγω της δεξιοτεχνίας του σε πολλαπλά μέσα. Εκτός από τη ζωγραφική, επεδίωξε και επέδειξε επίσης εκπληκτικό ταλέντο στην χαρακτική και το σχέδιο. Τα θέματα των πινάκων του ήταν πολυποίκιλα. Ενώ οι θρησκευτικές σκηνές κυριαρχούν στο έργο του και τα πιο γνωστά έργα του παρουσιάζουν βίαια θέματα με γραφικό τρόπο, ζωγράφισε επίσης σκηνές της καθημερινής ζωής, πορτρέτα, μυθολογικές ιστορίες, νεκρές φύσεις και τοπία. Εφηύρε ακόμη και το δικό του είδος: τους αρχαίους «φιλοσόφους-ζητιάνους».

































































