Η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο —οι λεγόμενες χώρες E3— ανακοίνωσαν στις 28 Αυγούστου ότι προτίθενται να επαναφέρουν τις κυρώσεις κατά του Ιράν για μη συμμόρφωση με τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του 2015, δίνοντας 30ήμερο περιθώριο.
Η συμφωνία του 2015, γνωστή ως «Κοινό Συνολικό Σχέδιο Δράσης» (Joint Comprehensive Plan of Action – JCPOA), όριζε περιορισμούς στη δυνατότητα του Ιράν να συσσωρεύει και να εμπλουτίζει ουράνιο, με αντάλλαγμα την άρση διεθνών οικονομικών κυρώσεων.
«Το Ιράν παραβιάζει σοβαρά τις πυρηνικές του δεσμεύσεις για πολλά χρόνια», δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, Ντέιβιντ Λάμμυ, σε ανάρτηση στο X. «Γι’ αυτό, μαζί με τους Ευρωπαίους εταίρους μας, το Ηνωμένο Βασίλειο ενεργοποίησε τον μηχανισμό επαναφοράς κυρώσεων για να τερματιστεί η αναστολή τους απέναντι στο Ιράν».
Οι υπουργοί Εξωτερικών της Γαλλίας και της Γερμανίας, Ζαν-Νουέλ Μπαρό και Γιόχαν Βάντεφουλ αντίστοιχα, επιβεβαίωσαν την απόφαση μέσω δημοσιεύσεων στο X.
Η κίνηση επαναφοράς κυρώσεων έρχεται δύο μήνες μετά την αιφνιδιαστική αεροπορική επίθεση του Ισραήλ σε στρατιωτικές και πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, που οδήγησε σε 12ήμερη σύγκρουση, κατά την οποία το Ιράν και Ισραήλ αντάλλαξαν πυρά και οι ΗΠΑ στόχευσαν τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις με βόμβες και πυραύλους κρουζ.
Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, η Τεχεράνη φάνηκε απρόθυμη να συνεργαστεί με τους επιθεωρητές πυρηνικών όπλων.
Το 2018, οι Ηνωμένες Πολιτείες έγιναν η πρώτη χώρα που αποχώρησε μονομερώς από τη συμφωνία JCPOA. Ακολούθως, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επανέφερε τις κυρώσεις στο πλαίσιο καμπάνιας «μέγιστης πίεσης», ενώ το Ιράν άρχισε να εμπλουτίζει ουράνιο πέραν του 3,67% καθαρότητας που επέτρεπε η συμφωνία.
Το Φεβρουάριο, με την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η καμπάνια μέγιστης πίεσης επαναλήφθηκε. Η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας εκτίμησε ότι το Ιράν είχε συσσωρεύσει περίπου 272 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου στο 60%.
Η κατάσταση των συνομιλιών
Η κυβέρνηση Τραμπ συναντήθηκε με Ιρανούς αξιωματούχους σε διάφορα σημεία του 2025 για να διαπραγματευτεί νέα συμφωνία περιορισμού του πυρηνικού προγράμματος, χωρίς αποτέλεσμα.
Στις 12 Ιουνίου, το Διοικητικό Συμβούλιο της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας εξέδωσε ψήφισμα που κατέκρινε το Ιράν για ανεπαρκή συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις επιθεώρησης. Λίγες ώρες αργότερα, οι ισραηλινές δυνάμεις εξαπέλυσαν πλήγματα στο Ιράν, το οποίο ακύρωσε τις προγραμματισμένες συνομιλίες με τις ΗΠΑ στις 15 Ιουνίου.
Οι εκπρόσωποι των χωρών E3 συναντήθηκαν με Ιρανούς αξιωματούχους στην Κωνσταντινούπολη στις 25 Ιουλίου και ξανά στις 26 Αυγούστου, επιδιώκοντας να επαναφέρουν το Ιράν σε πλήρη συμμόρφωση με τη συμφωνία του 2015. Ωστόσο, η Τεχεράνη έδειξε απροθυμία να κάνει τις απαιτούμενες παραχωρήσεις.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, μιλά κατά τη διάρκεια της 59ης συνόδου του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην ευρωπαϊκή έδρα των Ηνωμένων Εθνών στη Γενεύη, στις 20 Ιουνίου 2025. (Martial Trezzini/Keystone μέσω AP)
Με την απόφαση της 28ης Αυγούστου να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός επαναφοράς κυρώσεων, το Ιράν έχει πλέον 30 ημέρες για να επαναλάβει τις πυρηνικές δεσμεύσεις που είχε εγκαταλείψει, ώστε να αποφευχθεί η επαναφορά των κυρώσεων.
Στην ανάρτησή του στο X, ο Μπαρό εξέφρασε την ελπίδα ότι το Ιράν θα δείξει διάθεση αλλαγής μέσα στον επόμενο μήνα: «Αυτό το μέτρο δεν σηματοδοτεί το τέλος της διπλωματίας. Είμαστε αποφασισμένοι να αξιοποιήσουμε πλήρως τις 30 ημέρες που ανοίγονται για διάλογο με το Ιράν. Παραμένουμε προσηλωμένοι στη διπλωματία ώστε να διασφαλιστεί ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα».
Από την πλευρά του, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί επικρίνοντας τις χώρες E3 μέσω Telegram, χαρακτήρισε την ενέργεια της 28ης Αυγούστου παραβίαση της διαδικασίας επίλυσης διαφορών του JCPOA και υπενθύμισε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες είχαν ήδη παραβιάσει τη δέσμευσή τους να άρουν τις κυρώσεις στο πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν, επιβάλλοντας νέα μέτρα στον τομέα αερομεταφορών και ναυτιλίας το 2024.
Το Οκτώβριο του 2024, η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφώνησε σε κυρώσεις κατά πολλών ιρανικών αεροπορικών εταιρειών, επιχειρηματικών φορέων και αξιωματούχων, κατηγορώντας τους για μεταφορά πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών στη Ρωσία για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Όλα τα μέλη του Οργανισμού Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ) βρίσκονται πλέον σε πορεία να δεσμεύσουν το 2% του ετήσιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος τους στις στρατιωτικές και αμυντικές δαπάνες, όπως ανακοίνωσε η Συμμαχία στις 27 Αυγούστου.
Πρόκειται για την πρώτη φορά από το 2014, όταν τέθηκε για πρώτη φορά ο στόχος, που όλα τα κράτη-μέλη φαίνεται να πλησιάζουν την επίτευξη του ορίου του 2%. Την πρώτη χρονιά μετά τη θέσπιση του στόχου, μόλις τρεις χώρες της Συμμαχίας ανταποκρίθηκαν στη δέσμευση.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας και στην προεκλογική εκστρατεία του για το 2024, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε κατ’ επανάληψη καλέσει τα υπόλοιπα μέλη του ΝΑΤΟ να τηρήσουν τον στόχο του 2% και συχνά χαρακτήριζε ως «κακοπληρωτές» τις χώρες που υστερούσαν.
Τα μέλη της Συμμαχίας καθυστέρησαν αισθητά να φτάσουν τον στόχο μέχρι προσφάτως. Τα στοιχεία του ΝΑΤΟ για το 2023 έδειξαν ότι μόλις 10 από τα 32 μέλη κάλυπταν το όριο του 2%. Η πλειοψηφία των μελών το πέτυχε μόλις τον περασμένο χρόνο.
Τα στοιχεία για το 2024 φανερώνουν πως όλα τα κράτη εκτός από 8 έχουν φτάσει τη δέσμευση. Η εντυπωσιακή αύξηση στις αμυντικές δαπάνες συμπίπτει με τη συνέχιση του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, που συμπληρώνει τέταρτο έτος.
Την ώρα που τα κράτη-μέλη δείχνουν έτοιμα να εκπληρώσουν τον στόχο που έθεσαν πριν από 11 χρόνια, το όριο των δαπανών αναμένεται να αυξηθεί.
Τον Ιούνιο, τα μέλη του ΝΑΤΟ υιοθέτησαν νέο σχέδιο, γνωστό ως Διακήρυξη της Συνόδου της Χάγης, που προβλέπει δέσμευση για αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ μέχρι το 2035.
Για να ικανοποιηθεί ο νέος αυτός στόχος, το 3,5% του ΑΕΠ κάθε χώρας προβλέπεται να διατεθεί σε βασικά αμυντικά έξοδα όπως προσωπικό, οπλισμός και εξοπλισμός, ενώ το υπόλοιπο 1,5% θα κατευθυνθεί σε ενίσχυση υποδομών, ανάπτυξη παραγωγικής ικανότητας για στρατιωτικό εξοπλισμό, καθώς και προστασία κρίσιμων υποδομών όπως αγωγοί καυσίμων και υποθαλάσσια καλώδια.
Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ —χώρας που βρισκόταν μεταξύ των τελευταίων που πέτυχαν τον στόχο του 2%—, εξέφρασε τον Ιούνιο επιφυλάξεις για το κατά πόσον η χώρα του θα καταφέρει να ανταποκριθεί στον νέο φιλόδοξο στόχο του 5%.
Τελικά, η Ισπανία υπέγραψε τη Διακήρυξη της Χάγης, ωστόσο ο υπουργός Οικονομίας, Κάρλος Κουέρπο, άφησε να εννοηθεί περίπου την ίδια περίοδο ότι εκτιμά πως η χώρα θα μπορούσε να επιτύχει τους αμυντικούς στόχους διαθέτοντας μόλις 2,1% του ΑΕΠ.
«Απλώς πρόκειται για διαφορετική εκτίμηση του κόστους, ώστε η Ισπανία να τιμήσει τις δεσμεύσεις της σχετικά με τις δυνατότητες του ΝΑΤΟ να αυτοπροστατεύεται», δήλωσε ο κ. Κουέρπο στο Bloomberg TV τον Ιούνιο.
Όταν ρωτήθηκε τον Ιούνιο για τη δέσμευση της Ισπανίας σε μελλοντικούς αμυντικούς στόχους, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, απάντησε: «Στο ΝΑΤΟ δεν υπάρχει εξαίρεση, ούτε ιδιαίτερες διευθετήσεις».
Συμπλήρωσε επίσης πως τα μέλη της Συμμαχίας διατηρούν το κυριαρχικό δικαίωμα και την ευελιξία να επιλέγουν τον τρόπο με τον οποίο θα εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις τους έναντι του οργανισμού.
Ειδικό σχέδιο ασφαλείας για την κινητοποίηση πιστών εθελοντικών μονάδων σε ολόκληρη τη χώρα ανακοίνωσε ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, στον απόηχο των αυξανόμενων εντάσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της προεδρίας, η πρωτοβουλία που ανακοινώθηκε στις 18 Αυγούστου προβλέπει την ενεργοποίηση περίπου 4,5 εκατομμυρίων μελών της πολιτοφυλακής σε όλη τη νοτιοαμερικανική χώρα. «Με αυτόν τον τρόπο», τόνισε ο Μαδούρο, «διασφαλίζονται η ειρήνη, η ηρεμία και η κυριαρχία της Βενεζουέλας».
Η κίνηση αυτή γίνεται δύο εβδομάδες αφότου το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης διπλασίασε την αμοιβή για πληροφορίες που θα οδηγήσουν στη σύλληψη του Μαδούρο, ανεβάζοντάς την στα 50 εκατ. δολάρια.
Ανακοινώνοντας την αύξηση της αμοιβής, η γενική εισαγγελέας των ΗΠΑ Παμ Μπόντι κατηγόρησε τον Μαδούρο για συνεργασία με λατινοαμερικανικές συμμορίες και καρτέλ ναρκωτικών.
Την περασμένη εβδομάδα οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέπτυξαν αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις στη νότια Καραϊβική, στο πλαίσιο επιχειρήσεων κατά των λατινοαμερικανικών καρτέλ ναρκωτικών. Η συγκεκριμένη ανάπτυξη τοποθετεί τις αμερικανικές στρατιωτικές μονάδες σχετικά κοντά στις βόρειες ακτές της Βενεζουέλας.
Σε αυτό το κλίμα έντασης, το γραφείο του Μαδούρο τόνισε πως στόχος της κινητοποίησης της πολιτοφυλακής είναι να καταστεί η Βενεζουέλα «αδιαπέραστη ζώνη απέναντι σε εγκληματικές συμμορίες, διακινητές ναρκωτικών και φασίστες μισθοφόρους που μπορεί να δρουν στην περιοχή».
Διαχρονικές εντάσεις με τις ΗΠΑ
Οι σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Βενεζουέλας είναι τεταμένες εδώ και χρόνια. Στις 11 Αυγούστου 2017, κατά την πρώτη του θητεία, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους: «Έχουμε πολλές επιλογές για τη Βενεζουέλα, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής, αν χρειαστεί».
Η διοίκηση Τραμπ δεν αναγνώρισε τις προεδρικές εκλογές του 2018, στις οποίες το Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο της Βενεζουέλας ανακήρυξε νικητή τον Μαδούρο. Το 2019, ο Τραμπ υποστήριξε τον τότε πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης, Χουάν Γκουαϊδό, όταν εκείνος αμφισβήτησε τη νίκη του Μαδούρο και αυτοανακηρύχθηκε προσωρινός αρχηγός του κράτους.
Ο Γκουαϊδό ηγήθηκε μιας σύντομης αποτυχημένης απόπειρας εξέγερσης κατά του Μαδούρο, στις 30 Απριλίου 2019.
Ομοίως, η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν απέρριψε το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών του Ιουλίου 2024, από τις οποίες, σύμφωνα με το Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο, αναδείχθηκε και πάλι νικητής ο Μαδούρο, παρά την αμφισβήτηση της νομιμότητας της εκλογικής διαδικασίας.
Κατά τη διάρκεια ενημέρωσης στις 19 Αυγούστου, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, δήλωσε: «Ο Τραμπ υπήρξε σαφής και συνεπής όσον αφορά τη Βενεζουέλα. Είναι έτοιμος να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο ισχύος των ΗΠΑ για να αποτρέψει την εισροή ναρκωτικών στη χώρα μας και να φέρει τους υπεύθυνους ενώπιον της δικαιοσύνης. […] Το καθεστώς Μαδούρο δεν είναι η νόμιμη κυβέρνηση της Βενεζουέλας. Πρόκειται για ένα ναρκο-τρομοκρατικό καρτέλ. Κατά την άποψη αυτής της κυβέρνησης, ο Μαδούρο δεν είναι νόμιμος πρόεδρος, αλλά φυγόδικος επικεφαλής του καρτέλ που έχει κατηγορηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες για διακίνηση ναρκωτικών στη χώρα».
Ο Ούγγρος υπουργός Εξωτερικών επέκρινε την Ουκρανία στις 18 Αυγούστου, ισχυριζόμενος ότι το Κίεβο κρύβεται πίσω από επίθεση που διακόπτει τη ροή ρωσικού αργού πετρελαίου προς την Ουγγαρία.
Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τη Δευτέρα, ο υπουργός Εξωτερικών Πέτερ Σεγιάρντο τόνισε: «Η Ουκρανία επιτέθηκε ξανά στον πετρελαιαγωγό προς την Ουγγαρία, διακόπτοντας την παροχή. Αυτή η νέα επίθεση στην ενεργειακή μας ασφάλεια είναι εξοργιστική και απαράδεκτη».
Ο επίμαχος αγωγός, γνωστός ως Druzba (Ντρούζμπα) ή «Γραμμή Φιλίας», διαθέτει πολλαπλά παρακλάδια και διασχίζει το ουκρανικό έδαφος για να μεταφέρει ρωσικό αργό πετρέλαιο σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ουγγαρία.
Ο Ούγγρος ΥΠΕΞ είχε κατηγορήσει την Ουκρανία και πριν από μία εβδομάδα για στόχευση της γραμμής Druzba, κάνοντας λόγο για επίθεση με μη επανδρωμένα σε κεντρικό σταθμό διανομής.
Η τελευταία αυτή διακοπή σημειώθηκε λίγες μόνο ώρες προτού ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι συναντήσει τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και άλλους Ευρωπαίους ηγέτες για να συζητήσουν τρόπους για τον τερματισμό του συνεχιζόμενου πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.
Μετά το νέο συμβάν, ο Σεγιάρντο δήλωσε: «Μίλησα με τον Ρώσο αναπληρωτή υπουργό Ενέργειας Πάβελ Σορόκιν, ο οποίος με ενημέρωσε πως καταβάλλονται προσπάθειες για την αποκατάσταση του μετασχηματιστή που απαιτείται για την επαναφορά της ροής πετρελαίου».
Ο Σεγιάρντο και άλλοι Ούγγροι αξιωματούχοι ασκούν επαναλαμβανόμενες επικρίσεις στη δυτική στήριξη προς την Ουκρανία ενάντια στη ρωσική επίθεση. Τον Ιούλιο πέρυσι, ο πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν κάλεσε την Ουκρανία να επιδιώξει εκεχειρία με τον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν.
Σε ομιλία του ενώπιον του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών τον Οκτώβριο, ο Σεγιάρντο υπογράμμισε: «Η δυτική στρατηγική των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και της αποστολής όπλων στην Ουκρανία έχει αποτύχει».
Κλείνοντας τη δήλωσή του για τη διακοπή στη γραμμή Druzba, υπογράμμισε: «Να είμαι σαφής: αυτός δεν είναι δικός μας πόλεμος. Δεν έχουμε σχέση με αυτόν και όσο εμείς κυβερνάμε, η Ουγγαρία θα μείνει εκτός».
Τέλος, υπενθύμισε στους Ουκρανούς αξιωματούχους ότι «το ηλεκτρικό ρεύμα από την Ουγγαρία αποτελεί ζωτικό παράγοντα για τη λειτουργία» της χώρας τους.
Στην απάντησή του προς τον Σεγιάρντο, ο Ουκρανός υπουργός Εξωτερικών Αντρίι Σίμπιχα επέκρινε τις σχέσεις φιλίας μεταξύ Ουγγαρίας και Ρωσίας, λέγοντας: «Πέτερ, η Ρωσία και όχι η Ουκρανία ξεκίνησε αυτόν τον πόλεμο και αρνείται να τον τελειώσει. Εδώ και χρόνια σας προειδοποιούμε πως η Μόσχα δεν είναι αξιόπιστος εταίρος. Παρ’ όλα αυτά, η Ουγγαρία κάνει ό,τι μπορεί για να διατηρήσει την εξάρτησή της από τη Ρωσία, ακόμη και μετά την έναρξη της εισβολής. Τα παράπονα και τις απειλές σου μπορείς πλέον να τα απευθύνεις στους φίλους σου στη Μόσχα».
Ο Σίμπιχα δεν φάνηκε να διαψεύδει ευθέως τη φερόμενη ουκρανική εμπλοκή στην επίθεση κατά του αγωγού. Παρά τη διακηρυγμένη εναντίωση στη ρωσική στρατιωτική καμπάνια στην Ουκρανία και τις προσπάθειες οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα, τα ευρωπαϊκά κράτη εξακολουθούν να προμηθεύονται ρωσική ενέργεια.
Τον Φεβρουάριο, το Κέντρο Ερευνών για την Ενέργεια και τον Καθαρό Αέρα δημοσίευσε ανάλυση στην οποία διαπιστώνεται ότι, στο τρίτο έτος πολέμου, η Ευρωπαϊκή Ένωση δαπάνησε περισσότερα για ρωσικά ορυκτά καύσιμα απ’ όσα έχει προσφέρει σε οικονομική βοήθεια προς την Ουκρανία την ίδια περίοδο.
Την απόλυτη διαβεβαίωση ότι δεν πρόκειται να υπάρξουν αμερικανικές χερσαίες δυνάμεις στην Ουκρανία για την επιβολή ενδεχόμενης εκεχειρίας μεταξύ Κιέβου και Μόσχας, έδωσε την Τρίτη 19 Αυγούστου ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Σε τηλεφωνική συνέντευξή του στο Fox News, ο Τραμπ αναφέρθηκε στη συνάντηση που είχε με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι και Ευρωπαίους ηγέτες, στο πλαίσιο των προσπαθειών του για τον τερματισμό των εχθροπραξιών ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία.
Ο Ζελένσκι έχει επανειλημμένα ζητήσει συγκεκριμένες εγγυήσεις ασφαλείας από τη διεθνή κοινότητα για την Ουκρανία, ως μέρος μιας μελλοντικής ειρηνευτικής διαδικασίας.
Την ίδια ώρα, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν παραμένει κάθετα αντίθετος στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ μέσω ένταξης της Ουκρανίας, ειδικά στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.
Στις επαφές του με Ευρωπαίους ηγέτες τη Δευτέρα, ο Τραμπ υπογράμμισε ότι το ενδεχόμενο της ουκρανικής ένταξης στο ΝΑΤΟ έχει αποκλειστεί, χωρίς να αποκλείει όμως τη δημιουργία μιας πολυεθνικής δύναμης «τύπου ΝΑΤΟ», η οποία θα παρέχει στην Ουκρανία ορισμένες εγγυήσεις ασφαλείας.
Αναλύοντας περαιτέρω τη θέση του στο Fox & Friends, ο Τραμπ τόνισε: «Η Ουκρανία δεν θα γίνει μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά έχουμε τις ευρωπαϊκές χώρες που είναι διατεθειμένες να αναλάβουν πρωτοβουλίες, ανάμεσά τους η Γαλλία και η Γερμανία, ίσως και το Ηνωμένο Βασίλειο. Θέλουν κάποιες από τις δυνάμεις τους να πατήσουν στο έδαφος».
Ο δημοσιογράφος του Fox News, Τσάρλι Χερτ, ζήτησε ευθέως από τον Τραμπ να ξεκαθαρίσει αν οποιαδήποτε τέτοια αποστολή θα περιλαμβάνει και αμερικανικά στρατεύματα. Ο Τραμπ απάντησε: «Έχετε τη διαβεβαίωσή μου και είμαι ο πρόεδρος».
Στη συνέχεια, ο Τραμπ επαίνεσε τους Ευρωπαίους ηγέτες που είναι διατεθειμένοι να στείλουν δικές τους δυνάμεις, επισημαίνοντας: «Οι ευρωπαϊκές χώρες είναι πρόθυμες να στείλουν προσωπικό και είμαστε διατεθειμένοι να τους βοηθήσουμε σε διάφορους τομείς, ιδίως από αέρος, γιατί κανείς δεν διαθέτει ό,τι διαθέτουμε εμείς».
Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο αναζωπύρωσης της σύγκρουσης μετά από ειρηνευτική συμφωνία, ο Τραμπ δήλωσε: «Αν επιτευχθεί συμφωνία – αν και ξέρετε τι λένε για τα τελευταία διάσημα λόγια – πιστεύω πως μόλις γίνει συμφωνία ούτε η Ρωσία ούτε οι άλλοι έχουν άλλες δυνάμεις. Για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν νομίζω ότι θα υπάρξει ξανά πρόβλημα».
Περαιτέρω εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία ενδέχεται να υλοποιηθούν μέσω συνέχισης των αμερικανικών στρατιωτικών ενισχύσεων. Σε συνέντευξη Τύπου μετά τη συνάντησή του με τον Τραμπ, ο Ζελένσκι δήλωσε ότι πρότεινε την αγορά «πρόσθετων όπλων αξίας 90 δισ. δολαρίων από τις ΗΠΑ».
Αδιευκρίνιστες παραμένουν ακόμα οι λεπτομέρειες της ειρηνευτικής πρότασης Τραμπ, αν και ο ίδιος αφήνει διαρκώς να εννοηθεί ότι δεν αποκλείονται ανταλλαγές εδαφών ή παραχωρήσεις για τη διευθέτηση της σύγκρουσης.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Ας μην κοροϊδευόμαστε, η Ουκρανία θα ξαναβρεί τη ζωή της, θα σταματήσουν οι σκοτωμοί παντού, θα ανακτήσει και πολύ έδαφος. Αλλά αυτός είναι ένας πόλεμος, και η Ρωσία είναι μια ισχυρή στρατιωτικά χώρα. Είτε το θέλουν είτε όχι, πρόκειται για μια μεγάλη, πολύ πιο μεγάλη χώρα».
Από την πλευρά του, ο Ζελένσκι απορρίπτει κάθε σκέψη εγκατάλειψης εδαφικών αξιώσεων. Σε συνέντευξη Τύπου στις 17 Αυγούστου, πριν την επίσκεψή του στον Λευκό Οίκο, σημείωσε: «Το Σύνταγμα της Ουκρανίας δεν επιτρέπει την παραχώρηση ούτε την ανταλλαγή εδαφών».
Ρώσος στρατιώτης περιπολεί σε δρόμο της Μαριούπολης, Ουκρανία, 12 Απριλίου 2022. (Alexander Nemenov/AFP μέσω Getty Images)
Ερωτηθείς, κατά τη συνέντευξή του στο Fox News, αν συζήτησε το ενδεχόμενο ανταλλαγής εδαφών με τον Ζελένσκι και τους Ευρωπαίους και πώς τοποθετήθηκαν, απάντησε ότι «το καταλαβαίνουν».
Στο επίκεντρο των συζητήσεων στον Λευκό Οίκο τη Δευτέρα βρέθηκε το πώς μπορεί να οργανωθεί τελικά μια τριμερής συνάντηση μεταξύ Ρωσίας, Ουκρανίας και Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Τραμπ γνωστοποίησε ότι τηλεφώνησε στον Πούτιν την ίδια ημέρα, για να ξεκινήσει τις διαδικασίες οργάνωσης αυτής της συνάντησης.
Μιλώντας γι’ αυτό στο Fox News, ανέφερε: «Δεν το έκανα μπροστά τους, θα ήταν αγένεια προς τον πρόεδρο Πούτιν, δεν θα το έκανα γιατί οι σχέσεις δεν είναι οι θερμότερες».
Συμπλήρωσε ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Ρώσο ηγέτη γύρω στη μία τα ξημερώματα, ώρα Μόσχας, σημειώνοντας: «Ήταν περίπου μία τα ξημερώματα, αλλά σήκωσε το τηλέφωνο με χαρά».
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ σφίγγει το χέρι του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, κατά τη συνάντησή τους για τη διαπραγμάτευση του τερματισμού του πολέμου στην Ουκρανία, στην Κοινή Βάση Elmendorf-Richardson στο Άνκορατζ. Αλάσκα, ΗΠΑ, 15 Αυγούστου 2025. (Reuters/Kevin Lamarque)
Κλείνοντας, ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε αισιοδοξία για την επιτυχία της τριμερούς συνάντησης και τη λήξη της σύγκρουσης, επισημαίνοντας: «Χρειάζονται δύο για το τανγκό».
Μεγάλες πιθανότητες για λήξη του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας διαβλέπει ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ μετά τη συνάντηση του ειδικού απεσταλμένου Στηβ Γουίτκοφ με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν χθες Τετάρτη.
Η συνάντηση έλαβε χώρα δύο ημέρες πριν λήξει η προθεσμία που είχε θέσει ο Αμερικανός πρόεδρος για την επιβολή νέων οικονομικών κυρώσεων και δασμών σε περίπτωση που δεν κάνει η Ρωσία ουσιαστικά βήματα προς μία συμφωνία κατάπαυσης πυρός.
Σε αυτό το φόντο, η συνάντηση χαρακτηρίστηκε «ιδιαιτέρως παραγωγική» από τον Ντ. Τραμπ σε ανάρτησή του στο Truth Social, όπου ανέφερε ότι υπήρξε σημαντική πρόοδος, για την οποία θα ενημερώσει τους Ευρωπαίους συμμάχους, και ότι υπάρχει γενικευμένη επιθυμία να τερματιστεί ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος.
Ωστόσο, η ανάρτησή του δεν περιελάμβανε κάποια ανακοίνωση για κατάπαυση πυρός πριν από την προθεσμία της 8ης Αυγούστου. Οι δασμοί και οι δευτερογενείς κυρώσεις που είχε αναγγείλει αναμένεται να εφαρμοστούν όπως προβλέπεται μέχρι τώρα, σύμφωνα με αξιωματούχο του Λευκού Οίκου, ο οποίος όμως δεν έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες.
Ερωτηθείς για το αν επίκειται συνάντηση με τον Ρώσο πρόεδρο, ο Ντ. Τραμπ δήλωσε ότι «η συζήτηση με τον πρόεδρο Πούτιν εξελίχθηκε πολύ καλά και είναι πολύ πιθανό να πλησιάζουμε στο τέλος [του πολέμου]», προσθέτοντας ότι παρά τις δυσκολίες της μακράς πορείας προς την ειρήνη, μία τέτοια συνάντηση ίσως γίνει σύντομα δυνατή.
Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, ανέφερε επίσης ότι ο πρόεδρος Τραμπ είναι διατεθειμένος να συναντήσει τον Ρώσο και τον Ουκρανό ομόλογό του, ενώ επιθυμία για συνάντηση Πούτιν-Τραμπ εξέφρασαν και Ρώσοι αξιωματούχοι κατά της διάρκεια της συνάντησης Πούτιν-Γουίτκοφ, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο.
Από τη ρωσική πλευρά, ο Γιούρι Ουσάκοφ, σύμβουλος εξωτερικών υποθέσεων του προέδρου Πούτιν, σχολίασε ότι η συζήτηση Πούτιν-Γουίτκοφ ήταν «χρήσιμη και παραγωγική», παρόλο που δεν έχει υπάρξει ακόμη κάποια αναγγελία από το Κρεμλίνο σχετικά με την αναμενόμενη κατάπαυση πυρός.
Δηλώσεις για αυξημένο ενδιαφέρον των Ρώσων για εκεχειρία έκανε ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι στις 6 Αυγούστου, ο οποίος πιστεύει ότι οι οικονομική πίεση που τους ασκείται έχει αποτέλεσμα. Οι κυρώσεις αφορούν και χώρες που προσφέρουν οικονομική στήριξη στη Ρωσία, αγοράζοντας ρωσικά αγαθά.
Πρώτη στο στόχαστρο των ΗΠΑ είναι η Ινδία, η οποία συνεχίζει να προμηθεύεται μεγάλες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου παρά τις αμερικανικές προειδοποιήσεις, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει την απειλή δασμολόγησης των εξαγωγών της προς τις ΗΠΑ με συντελεστή 50%.
Αν και η Κίνα αποτελεί εξίσου σημαντικό προμηθευτή ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, ακόμη δεν έχουν ανακοινωθεί μέτρα εναντίον της. Εν τούτοις, την περασμένη εβδομάδα, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, προειδοποίησε Κινέζους αξιωματούχους ότι και το Πεκίνο ενδέχεται να αντιμετωπίσει οικονομικές κυρώσεις εξαιτίας των εμπορικών του συναλλαγών με τη Μόσχα, κάνοντας λόγο για δασμούς μέχρι και 500% για κάθε χώρα που συνεχίζει να αγοράζει ρωσικά πετρελαϊκά προϊόντα.
Με τη συμβολή του Joseph Lord και πληροφορίες από το Reuters
Η Ρωσία ανακοίνωσε ότι δεν δεσμεύεται πλέον από τους αυτοεπιβαλλόμενους περιορισμούς στην ανάπτυξη πυραύλων μέσου βεληνεκούς, μια απόφαση που σηματοδοτεί νέα επιδείνωση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών στις 4 Αυγούστου, η Μόσχα είχε διατηρήσει ορισμένους περιορισμούς ακόμη και μετά την αποχώρηση τόσο των ΗΠΑ όσο και της Ρωσίας από τη Συνθήκη INF (Intermediate-Range Nuclear Forces) το 2019. Η συνθήκη αυτή, που είχε υπογραφεί τη δεκαετία του 1980, απαγόρευε την ανάπτυξη πυραύλων εδάφους–εδάφους, πυρηνικών και μη, με εμβέλεια μεταξύ 500 και 5.500 χιλιομέτρων.
Την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συνθήκη είχε διατάξει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, επικαλούμενος παραβιάσεις από τη ρωσική πλευρά. Ακολούθως, και η Ρωσία προχώρησε σε επίσημη αποχώρηση, αν και είχε διαμηνύσει ότι θα ασκούσε «συγκράτηση» στην ανάπτυξη νέων χερσαίων συστημάτων μέσου βεληνεκούς.
Ωστόσο, το ρωσικό ΥΠΕΞ δήλωσε πως η στάση αυτή τερματίζεται, εξαιτίας των σχεδίων της Ουάσιγκτον να προχωρήσει στην ανάπτυξη όπλων τα οποία προηγουμένως απαγορεύονταν από τη συνθήκη. Το υπουργείο υποστήριξε ότι «οι επανειλημμένες προειδοποιήσεις μας αγνοήθηκαν» και ότι η κατάσταση εξελίσσεται με τρόπο που οδηγεί στην «πραγματική εγκατάσταση αμερικανικών πυραύλων εδάφους–εδάφους εμβέλειας INF στην Ευρώπη και την περιοχή Ασίας–Ειρηνικού».
Υπό αυτές τις συνθήκες, προσέθεσε, «δεν υφίστανται πλέον οι όροι για τη διατήρηση ενός μονομερούς μορατόριουμ». Καταλήγοντας, το ρωσικό ΥΠΕΞ δήλωσε ότι η Ρωσική Ομοσπονδία δεν θεωρεί πλέον τον εαυτό της δεσμευμένο από τους σχετικούς αυτοπεριορισμούς που είχε υιοθετήσει στο παρελθόν. Δεν δόθηκαν, πάντως, λεπτομέρειες για το πού ή πότε ενδέχεται να αναπτυχθούν ρωσικά συστήματα αυτής της κατηγορίας.
Η ανακοίνωση έρχεται σε μια περίοδο αυξημένων εντάσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, με φόντο τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις διαρκείς απειλές για κυρώσεις από την Ουάσιγκτον.
Στις 14 Ιουλίου, ο Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε ότι θα επιβάλει νέες κυρώσεις και δασμούς στη Ρωσία και τους εμπορικούς της εταίρους, εάν ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δεν συναινέσει σε συμφωνία κατάπαυσης του πυρός εντός 50 ημερών. Την περασμένη εβδομάδα, ο Τραμπ περιόρισε περαιτέρω το περιθώριο, δίνοντας στη Μόσχα διορία έως τις 8 Αυγούστου.
Μετά τη δήλωση αυτή, ο αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας και πρώην πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ προειδοποίησε μέσω της πλατφόρμας X ότι τα τελεσίγραφα αυτά φέρνουν ΗΠΑ και Ρωσία πιο κοντά σε άμεση στρατιωτική σύγκρουση. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «κάθε νέο τελεσίγραφο είναι απειλή και βήμα προς τον πόλεμο – όχι με την Ουκρανία, αλλά με τη δική του χώρα».
Σε απάντηση, ο Τραμπ δήλωσε την 1η Αυγούστου ότι έδωσε εντολή για αναδιάταξη δύο αμερικανικών πυρηνικών υποβρυχίων, «σε περίπτωση που αυτές οι ανόητες και εμπρηστικές δηλώσεις δεν είναι απλώς δηλώσεις».
Δεν έχει ακόμη ξεκαθαριστεί εάν το Κρεμλίνο προτίθεται να αποδεχθεί συμφωνία κατάπαυσης του πυρός εντός των προθεσμιών που έχει θέσει ο πρόεδρος των ΗΠΑ.
Σε δηλώσεις του στους δημοσιογράφους στις 3 Αυγούστου, ο Τραμπ ανέφερε ότι ο ειδικός προεδρικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ ενδέχεται να επισκεφθεί τη Μόσχα στις 6 ή 7 Αυγούστου, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας τελευταίας προσπάθειας για επίτευξη συμφωνίας.
Νέο τελεσίγραφο προς τη Μόσχα απηύθυνε ο Ντόναλντ Τραμπ, προειδοποιώντας ότι αν δεν επιτευχθεί συμφωνία για τον τερματισμό της σύγκρουσης στην Ουκρανία εντός 50 ημερών, θα επιβάλει δασμούς 100% σε ρωσικά προϊόντα.
«Είμαι απογοητευμένος, γιατί πίστευα ότι θα είχαμε φτάσει σε συμφωνία πριν από δύο μήνες, αλλά αυτό δεν φαίνεται να συμβαίνει», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος κατά τη διάρκεια συνάντησής του με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε, στον Λευκό Οίκο στις 14 Ιουλίου, και πρόσθεσε: «Οπότε, με βάση αυτό, θα πάμε σε δευτερεύοντες δασμούς. Αν δεν έχουμε συμφωνία σε 50 ημέρες, είναι πολύ απλό: οι δασμοί θα είναι στο 100% – και έτσι έχουν τα πράγματα».
Οι δευτερεύοντες δασμοί στοχεύουν χώρες που εξακολουθούν να έχουν εμπορικές συναλλαγές με ένα κράτος που τελεί υπό κυρώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, τα μέτρα αυτά θα αφορούσαν όσες χώρες συνεχίζουν το εμπόριο με τη Ρωσία. Ο Τραμπ διευκρίνισε ότι η απειλή δασμών 100% είναι ανεξάρτητη από τη νέα νομοθετική πρόταση στο Κογκρέσο, η οποία προβλέπει δευτερεύοντες δασμούς έως και 500% στους εμπορικούς εταίρους της Ρωσίας.
«Μπορούμε να εφαρμόσουμε δευτερεύοντες δασμούς χωρίς τη Γερουσία, χωρίς τη Βουλή, αλλά αυτό που ετοιμάζουν [στο Κογκρέσο] επίσης θα μπορούσε να είναι πολύ καλό», σημείωσε ο Τραμπ.
Την ώρα που ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφραζε τη δυσαρέσκειά του για τον ρυθμό των διαπραγματεύσεων, το Κρεμλίνο επέρριψε ευθύνες στην ουκρανική κυβέρνηση για το αδιέξοδο. «Ακόμη αναμένουμε προτάσεις σχετικά με τα χρονοδιαγράμματα. Η ρωσική πλευρά είναι έτοιμη να συνεχίσει και να συμμετάσχει σε τρίτο γύρο συνομιλιών», τόνισε τη Δευτέρα ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο TASS.
Ο Μαρκ Ρούττε έφτασε στον Λευκό Οίκο το πρωί της Δευτέρας, στο πλαίσιο προγραμματισμένης διήμερης επίσκεψης, η οποία περιελάμβανε συναντήσεις τόσο με τον πρόεδρο Τραμπ όσο και με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, τον υπουργό Άμυνας Πητ Χέγκσεθ και μέλη του Κογκρέσου.
Πέραν της νέας απειλής για δασμούς κατά της Ρωσίας, ο Τραμπ ανακοίνωσε πως έχει καταρτίσει νέο πλαίσιο με βάση το οποίο οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι θα αποζημιώσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες για το κόστος παροχής στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία. «Σήμερα καταλήξαμε σε συμφωνία: θα στέλνουμε όπλα, αλλά εκείνοι θα πληρώνουν για αυτά», διευκρίνισε ο Τραμπ. Συμπλήρωσε: «Οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να καταβάλουν πληρωμή. Θα τα κατασκευάζουμε και εκείνοι θα πληρώνουν για αυτά».
Από την πλευρά του, ο Μαρκ Ρούττε χαρακτήρισε «απολύτως λογική» την πρόθεση του Τραμπ να συνεχιστεί η στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία με την Ευρώπη να καλύπτει το κόστος.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ ανέφερε επίσης πως αρκετά μέλη της συμμαχίας – μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Φινλανδία, η Δανία, η Σουηδία, η Νορβηγία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Κάτω Χώρες – ετοιμάζουν δέσμες οπλισμού προς την Ουκρανία.
«Αυτό θα επιτρέψει στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να διατηρήσουν τα δικά τους αποθέματα για άμεση ανάγκη, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι η Ουκρανία λαμβάνει μεγάλες ποσότητες στρατιωτικού εξοπλισμού», υπογράμμισε.
ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ — Το χτύπημα των Β-2 βομβαρδιστικών stealth των Ηνωμένων Πολιτειών στην εγκατάσταση εμπλουτισμού ουρανίου Φορντό του Ιράν ήταν η αποκορύφωση περισσότερων από δεκαπέντε ετών μελέτης και σχεδιασμού, σύμφωνα με τον επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, πτέραρχο Νταν Κέιν.
Σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε από κοινού με τον υπουργό Άμυνας Πητ Χέγκσεθ, στις 26 Ιουνίου, αναφέρθηκε πως οι βομβαρδισμοί της 21ης Ιουνίου στέφθηκαν με επιτυχία, θέτοντας την πυρηνική ανάπτυξη του Ιράν πολλά χρόνια πίσω.
Ο Κέιν περιέγραψε τον στρατιωτικό σχεδιασμό που άρχισε το 2009 ώστε να βρεθεί η κατάλληλη μέθοδος για την καταστροφή της εγκατάστασης Φορντό, που είναι θαμμένη εκατοντάδες μέτρα κάτω από τη γη, σε μια ορεινή περιοχή του Ιράν.
Αναφορά σε ένα κρυσφήγετο
Ο Κέιν έριξε νέο φως στον ρόλο της Defense Threat Reduction Agency (DTRA, Αμυντική Υπηρεσία Μείωσης Απειλών), έναν οργανισμό με σκοπό την προετοιμασία λύσεων για καταστροφή υψηλά ευαίσθητων στόχων, περιλαμβανομένων νέων όπλων μαζικής καταστροφής.
«Η DTRA κάνει πολλά για το έθνος μας – είναι η κορυφαία στον κόσμο για βαθιά θαμμένους, υπόγειους στόχους», είπε ο Κέιν.
«Το 2009, ένας αξιωματικός της Defense Threat Reduction Agency πήγε σε έναν υπόγειο χώρο σε μια μυστική τοποθεσία και πήρε πληροφορίες για κάτι που γίνεται στο Ιράν», ανέφερε ο Κέιν, αρνούμενος να ονομάσει τον αξιωματικό του DTRA.
Αυτός ο αξιωματούχος της DTRA, και ένας άλλος που δεν ονοματίστηκε από την υπηρεσία, έλαβαν το καθήκον να δουλέψουν με την κοινότητα πληροφοριών για να μελετήσουν την κατασκευή της εγκατάστασης Φορντό.
«Για περισσότερα από 15 χρόνια, αυτός ο αξιωματικός και ο συνάδελφός του ζούσαν και ανέπνεαν για αυτόν τον στόχο: το Φορντό, ένα κρίσιμο σημείο του μυστικού πυρηνικού προγράμματος του Ιράν», είπε ο Κέιν.
Οι δύο υπάλληλοι της DTRA πέρασαν χρόνια μελετώντας τα πάντα, από τη γεωλογία της γύρω περιοχής του Φορντό έως τα υλικά κατασκευής και άλλον εξοπλισμό που εμφανιζόταν στην εγκατάσταση, ώστε να μπορέσουν να κάνουν ένα μοντέλο της εγκατάστασης και να καταλήξουν σε ένα σχέδιο.
«Έβλεπαν αυτόν τον στόχο ακόμα και στα όνειρά τους», σχολίασε ο Κέιν.
Δορυφορική εικόνα που δείχνει την υπόγεια εγκατάσταση Εμπλουτισμού Ουρανίου Φορντό, αφότου οι ΗΠΑ χτύπησαν την πυρηνική εγκατάσταση, κοντά στην Κουμ. Ιράν, 22 Ιουνίου 2025. (Maxar Technologies/Handout μέσω Reuters)
Ειδικές βόμβες
Στην πορεία της μελέτης τους για την εγκατάσταση Φορντό, ο Κέιν είπε ότι οι δύο αξιωματούχοι του DTRA που ήταν επικεφαλής του έργου συνειδητοποίησαν σύντομα ότι ο αμερικανικός στρατός δεν είχε όπλο που θα μπορούσε να εξουδετερώσει την πρόκληση που έθετε η ενισχυμένη πυρηνική εγκατάσταση του Ιράν.
«Έτσι, άρχισαν ένα ταξίδι συνεργασίας με τη βιομηχανία και άλλους ειδικούς για ανάπτυξη της GBU-57», είπε ο Κέιν.
Η GBU-57, επίσης γνωστή ως Μαζικό Πυρομαχικό Διείσδυσης ή διατρητική, είναι μια βόμβα 13.000 κιλών σχεδιασμένη να διεισδύει και να εκρήγνυται βαθιά υπό το έδαφος.
Στρατιωτικοί σχεδιαστές πέρασαν χρόνια δοκιμάζοντας τη βόμβα, ειδικά για την εγκατάσταση Φορντό.
«Τη δοκίμασαν ξανά και ξανά. […] Έκαναν εκατοντάδες δοκιμών, και έριξαν πολλά πλήρη όπλα κατά εξαιρετικά ρεαλιστικών στόχων με έναν σκοπό: να καταστρέψουν αυτόν τον στόχο όταν αυτό θα ζητηθεί από το έθνος μας», σημείωσε ο Κέιν, προσθέτοντας ότι κάθε GBU-57 είναι «ειδικά» σχεδιασμένη για έναν συγκεκριμένο στόχο και ότι κάθε βόμβα που έπεσε στην εγκατάσταση Φορντό «είχε μια μοναδική επιθυμητή γωνία πτώσης, άφιξης, τελικής σύγκρουσης, και ανατίναξης» σχετική με τον ρόλο της στην αποστολή.
Η Πολεμική Αεροπορία, σε συνεργασία με την Υπηρεσία Μείωσης Αμυντικών Απειλών, δοκιμάζει την GBU-57 Μαζικής Διεύσδυσης, ένα διατρητικό όπλο χτυπήματος ακριβείας, σχεδιασμένο για να καταστρέψει στόχους σε μεγάλο βάθος. Ουάσιγκτον, 11 Δεκεμβρίου 2020. Η δοκιμή έδειξε την ικανότητα της Αεροπορίας να χτυπά βαριά ενισχυμένους υπόγειους στόχους και ορεινά συμπλέγματα. (Air Force Television Pentagon/Defense Visual Information Distribution Service)
Εκτός από τις δοκιμές της GBU-57, ο Κέιν είπε ότι το πρόγραμμα για την ανάπτυξη της βαριάς διατρητικής βόμβας περιελάμβανε πολλούς και περίπλοκους υπολογισμούς.
«Στην αρχή, είχαμε πολλούς ερευνητές με διδακτορικά να δουλεύουν στο πρόγραμμα της βόμβας, να κάνουν ψηφιακές προσομοιώσεις ήσυχα και μυστικά – ήμασταν οι μεγαλύτεροι χρήστες ωρών υπερυπολογιστών εντός των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής», σχολίασε.
Επιχείρηση «Σφυρί του Μεσονυκτίου»
Οι βομβαρδισμοί των ΗΠΑ στο Φορντό ήταν μέρος μιας μεγαλύτερης αποστολής, με όνομα επιχείρηση «Σφυρί του Μεσονυκτίου» («Midnight Hammer»), που επίσης στόχευσε τις πυρηνικές εγκαταστάσεις Νατάνζ και Ισφαχάν του Ιράν.
Βομβαρδιστικά B-2 Spirit stealth που θα βομβάρδιζαν την εγκατάσταση Φορντό είχαν την αποστολή να ρίξουν τις βόμβες GBU-57 σε μια ομάδα αγωγών εξαερισμού που εξέρχονταν από την υπόγεια εγκατάσταση. Πριν από τα χτυπήματα στην εγκατάσταση Φορντό, οι στρατιωτικοί σχεδιαστές των ΗΠΑ παρατήρησαν πολύ πρόσφατες αλλαγές στην εγκατάσταση, όπως νέες οροφές από τσιμέντο στους αεραγωγούς.
Σύμφωνα με τον Κέιν, η πρώτη βόμβα που έπεσε στο Φορντό ήταν ειδικά σχεδιασμένη για να καταστρέψει τις τσιμεντένιες οροφές που προστάτευαν τους αεραγωγούς. Οι βόμβες 2, 3, 4 και 5 ήταν σχεδιασμένες για να εισέλθουν στον αεραγωγό, να τρυπήσουν έως κάτω στην υπόγεια δομή με περισσότερα από 300 μέτρα το δευτερόλεπτο, και να εκραγούν.
Αεροπόροι δίπλα σε μια βόμβα GBU-57, αλλιώς Μαζικό Όπλο Διείσδυσης, στη βάση της αεροπορίας Γουάιτμαν στο Μισσούρι, στις 2 Μαΐου 2023. (File/U.S. Air Force μέσω AP)
Ο πτέραρχος είπε ότι η έκτη βόμβα σχεδιάστηκε ως «όπλο δύναμης», σε περίπτωση που μία από τις πέντε πρώτες βόμβες δεν πετύχαινε το αναμενόμενο αποτέλεσμα.
Όσον αφορά την αξιολόγηση της πραγματικής ζημίας των χτυπημάτων, ο Κέιν είπε ότι η κοινότητα πληροφοριών των ΗΠΑ έχει τον ηγετικό ρόλο σε αυτόν τον τομέα, όχι ο στρατός.
«Δεν βαθμολογούμε την εργασία μας, η κοινότητα πληροφοριών το κάνει αυτό», δήλωσε.
Ενώ η υπηρεσία πληροφοριών ακόμα αξιολογεί την πραγματική ζημία που επέφεραν τα αμερικανικά χτυπήματα, οι στρατιωτικοί σχεδιαστές έχουν την πεποίθηση πως το χτύπημα ήταν επιτυχές, βασισμένοι στην κατανόηση των όπλων που χρησιμοποιήθηκαν, και στο ότι κάθε όπλο έδρασε όπως αναμενόταν, εξήγησε ο Κέιν.
«Τα όπλα κατασκευάστηκαν, δοκιμάστηκαν και φορτώθηκαν καταλλήλως», είπε. «Δεύτερον, τα όπλα ρίχτηκαν με σωστή ταχύτητα και με σωστές παραμέτρους. Τρίτον, τα όπλα οδηγήθηκαν στους επιθυμητούς στόχους και στα επιθυμητά σημεία. Τέταρτον, τα όπλα λειτούργησαν όπως σχεδιάστηκαν, δηλαδή ανατινάχτηκαν.»
Ο Κέιν αναφέρθηκε και σε έναν πιλότο μαχητικού των ΗΠΑ που συνόδευσε την ομάδα βομβαρδιστικών και παρατήρησε τις εκρήξεις των βομβών, ο οποίος, σύμφωνα με τον Κέιν, είπε: «Ήταν η πιο φωτεινή έκρηξη που έχω δει ποτέ. Ήταν σαν να ήταν μέρα.»
Ο επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου πτέραρχος Νταν Κέιν παρακολουθεί βίντεο δοκιμής βομβαρδισμού της GBU-57A/B Massive Ordnance Penetrator (MOP) κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Πεντάγωνο στο Άρλινγκτον, στις 26 Ιουνίου 2025. (Andrew Harnik/Getty Images)
Άλλες ομάδες, άλλοι στόχοι
Μετά την επιχείρηση «Σφυρί του Μεσονυκτίου», ο Κέιν συνάντησε και ευχαρίστησε τους δύο αξιωματούχους της DTRA που πέρασαν χρόνια στην ανάπτυξη του σχεδίου κρούσης για το Φορντό.
«Ένας από αυτούς είπε: ‘Δεν μπορώ να το πιστέψω. Είμαι υπερήφανος που είμαι μέρος αυτής της ομάδας. Νιώθω μεγάλη τιμή να είμαι μέρος αυτού’», ανέφερε ο Κέιν.
Κατόπιν, ο Χέγκσεθ διάβασε μια λίστα δηλώσεων, περιλαμβανομένης των δηλώσεων της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας Ατόμων, της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας του Ισραήλ, του υπουργείου Εξωτερικών του Ιράν, του διευθυντή της CIA Τζον Ράτκλιφ, και άλλων, που εξέφραζαν την άποψη ότι τα χτυπήματα της 21ης Ιουνίου προκάλεσαν σημαντική βλάβη στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Ο Κέιν εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του για όσους βοήθησαν στον σχεδιασμό και εκτέλεση της βομβιστικής επίθεσης. Επίσης, παρουσίασε την επιχείρηση «Σφυρί του Μεσονυκτίου» ως μήνυμα σε πιθανούς αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών στο μέλλον:
«Οι αντίπαλοί μας ανά τον κόσμο θα πρέπει να γνωρίζουν ότι υπάρχουν κι άλλα μέλη της ομάδας DTRA που μελετούν στόχους για το ίδιο χρονικό διάστημα, και θα συνεχίσουν να το κάνουν.»
Έπειτα από δώδεκα ημέρες σφοδρών εχθροπραξιών, Ισραήλ και Ιράν συμφώνησαν να αποκλιμακώσουν μία σύγκρουση που είχε προκαλέσει έντονη ανησυχία σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Η κρίση ξεκίνησε με φόντο το αδιέξοδο στις συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να είχε πιέσει την Τεχεράνη να εγκαταλείψει πλήρως τις πυρηνικές της δραστηριότητες, την ώρα που Ιρανοί διαπραγματευτές δήλωναν απροθυμία να αποποιηθούν τις δυνατότητες εμπλουτισμού ουρανίου. Η Τεχεράνη επέμενε ότι δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων.
Τα ξημερώματα της 13ης Ιουνίου, ισραηλινά πολεμικά αεροσκάφη πραγματοποίησαν αιφνιδιαστική επίθεση με στόχο να πλήξουν το πυρηνικό πρόγραμμα και τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν. Μετά από αυτό, οι Ιρανοί ακύρωσαν συνομιλίες με τις ΗΠΑ που είχαν προγραμματιστεί για την επόμενη ημέρα στο Ομάν, περνώντας σε αντίποινα με μία σειρά επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και βαλλιστικούς πυραύλους, ορισμένοι από τους οποίους διέσπασαν τα ισραηλινά συστήματα αεράμυνας, προκαλώντας νεκρούς, τραυματισμούς και υλικές καταστροφές.
Καθώς η ένταση αυξανόταν, οι ΗΠΑ μετέφεραν την αεροναυτική δύναμη Nimitz στην περιοχή και έθεσαν τις ένοπλες δυνάμεις τους σε κατάσταση συναγερμού, διατάσσοντας τελικά αεροπορική επιχείρηση μεγάλης εμβέλειας, η οποία έπληξε τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Κύριος στόχος θεωρήθηκε η υπόγεια εγκατάσταση εμπλουτισμού ουρανίου στο Φορντό, που βρίσκεται σε βάθος δεκάδων μέτρων και εκτός εμβέλειας των περισσότερων όπλων της ισραηλινής πολεμικής αεροπορίας. Η Ουάσιγκτον χαρακτήρισε την επιχείρηση «τεράστια επιτυχία», αν και το εύρος των ζημιών στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα παραμένει ασαφές.
Ακολούθησε ιρανική απάντηση με βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον αμερικανικής βάσης στο Κατάρ, κατόπιν προειδοποίησης και χωρίς θύματα. Μετά από αυτό, και κατόπιν παρακίνησης των ΗΠΑ, Ιράν και Ισραήλ συμφώνησαν σε κατάπαυση του πυρός.
Σε ανάρτησή του στις 23 Ιουνίου στην πλατφόρμα Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος συνεχάρη τις δύο χώρες για την «αντοχή, το θάρρος και τη σοφία» που επέδειξαν ώστε να λήξει, όπως ανέφερε, ο «Δωδεκαήμερος Πόλεμος».
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζ. Ντ. Βανς, δήλωσε αργότερα στο Fox News ότι η σύντομη σύγκρουση αποτελεί ευκαιρία για ανακαθορισμό της διπλωματίας στην περιοχή.
Ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς μιλάει στην εκπομπή Special Report with Bret Baier του Fox News. Ουάσιγκτον, 23 Ιουνίου 2025. (J. Scott Applewhite/AP Photo)
Χρονολόγιο κρίσιμων γεγονότων
13 Ιουνίου
Ισραηλινά μαχητικά εξαπολύουν αιφνιδιαστικές επιδρομές σε στρατιωτικούς και πυρηνικούς στόχους εντός του Ιράν, πλήττοντας ανώτερους αξιωματούχους και επιστήμονες. Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου ισχυρίστηκε ότι το Ιράν πλησίαζε στην απόκτηση πυρηνικών όπλων και ανέφερε ότι τα πλήγματα «χτύπησαν την καρδιά» του εμπλουτισμού ουρανίου.
Ο πρόεδρος Τραμπ ανήρτησε ότι είχε δώσει στο Ιράν διορία 60 ημερών για συμφωνία, και πως η ισραηλινή επίθεση έγινε την 61η. Παρότρυνε την Τεχεράνη να περιορίσει το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Τις νυχτερινές ώρες, οι ιρανικές δυνάμεις ξεκίνησαν μαζική ανταπόδοση με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Πυροσβέστες σε κατεστραμμένο συγκρότημα κατοικιών στη βόρεια Τεχεράνη. Ιράν, 13 Ιουνίου 2025. (Vahid Salemi/AP Photo)
14 Ιουνίου
Η Τεχεράνη αποσύρει την αντιπροσωπεία της από τις συνομιλίες με τις ΗΠΑ στο Ομάν. Οι επιθέσεις συνεχίζονται εκατέρωθεν.
Iρανικοί και ισραηλινοί πύραυλοι φωτίζουν τον ουρανό πάνω από τη Βηρυτό. Λίβανος, 14 Ιουνίου 2025. (NAEL CHAHINE/Middle East Images/AFP μέσω Getty Images)
15 Ιουνίου
Ο Τραμπ δηλώνει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι πλησιάζει η ειρήνη και ότι βρίσκονται σε εξέλιξη πολλές επαφές και διαβουλεύσεις.
16 Ιουνίου
Ιρανικοί πύραυλοι πλήττουν τέσσερις περιοχές στο Ισραήλ. Ο Ιρανός ΥΠΕΞ Αμπάς Αραγτσί αναφέρει πως αν οι ΗΠΑ επιθυμούν ειλικρινά ειρήνη, θα πρέπει να συγκρατήσουν το Ισραήλ.
Η ισραηλινή αεροπορία βομβαρδίζει εγκαταστάσεις του κρατικού ιρανικού ραδιοτηλεοπτικού φορέα, κατηγορώντας τον για στρατιωτική χρήση.
Στη σύνοδο των G7 — Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιαπωνία, Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία και Καναδάς — στον Καναδά, οι ηγέτες των κρατών εξέφρασαν την υποστήριξή τους στο Ισραήλ και χαρακτήρισαν το Ιράν «κύρια πηγή αστάθειας και τρομοκρατίας».
Ο Τραμπ αποχωρεί νωρίς από τη Σύνοδο Κορυφής για να επιστρέψει στην Ουάσιγκτον, καθώς η σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Ιράν συνεχίζεται. Στο αεροσκάφος Air Force One κατά την πτήση επιστροφής, ο Τραμπ δηλώνει: «Δεν επιδιώκω κατάπαυση του πυρός. Επιδιώκουμε κάτι καλύτερο από την κατάπαυση του πυρός.»
Περιοχή που χτυπήθηκε κατά τη διάρκεια των ιρανικών πυραυλικών επιθέσεων. Χάιφα, Ισραήλ, 16 Ιουνίου 2025. (AHMAD GHARABLI/AFP μέσω Getty Images)
17 Ιουνίου
Το Ισραήλ διατάζει εκκένωση της Περιοχής 3 στην Τεχεράνη, όπου κατοικούν περίπου 330.000 άτομα. Ο Τραμπ απαιτεί μέσω ανάρτησης «άνευ όρων παράδοση».
Καπνός υψώνεται από τα ερείπια ενός κτιρίου των κρατικών μέσων ενημέρωσης του Ιράν στην Τεχεράνη, στις 16 Ιουνίου 2025. (Nikan/Middle East Images/AFP μέσω Getty Images)
18 Ιουνίου
Η αμερικανική πρεσβεία στο Ισραήλ ανακοινώνει ότι θα παραμείνει κλειστή για τρεις ημέρες. Ξεκινούν προσπάθειες απομάκρυνσης Αμερικανών πολιτών.
19 Ιουνίου
Ιρανικός πύραυλος πλήττει το νοσοκομείο Σορόκα στην Μπερ Σεβά, τραυματίζοντας 240 άτομα. Ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας απειλεί τον ανώτατο ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, λέγοντας πως «δεν θα έπρεπε να συνεχίσει να υφίσταται».
Ο Λευκός Οίκος δηλώνει ότι εντός δύο εβδομάδων θα αποφασίσει αν οι ΗΠΑ θα εμπλακούν απευθείας στη σύγκρουση.
Το νοσοκομείο Σορόκα μετά από ιρανική πυραυλική επίθεση στη Μπερ Σεβά. Ισραήλ, 19 Ιουνίου 2025. (JOHN WESSELS/AFP μέσω Getty Images)
20 Ιουνίου
Οι ισραηλινές δυνάμεις αναφέρουν ότι πραγματοποίησαν επιθέσεις σε δεκάδες ιρανικούς στρατιωτικούς στόχους. Ευρωπαίοι ΥΠΕΞ συναντώνται με τον Ιρανό ομόλογό τους. Η Τεχεράνη δηλώνει ότι όσο συνεχίζονται οι επιθέσεις, δεν υπάρχει περιθώριο για διάλογο.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί μιλάει κατά τη διάρκεια της 59ης συνόδου του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην ευρωπαϊκή έδρα των Ηνωμένων Εθνών. Γενεύη, 20 Ιουνίου 2025. (Martial Trezzini/Keystone μέσω AP)
21 Ιουνίου
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα (ώρα Ανατολικής Ακτής ΗΠΑ): Βομβαρδιστικά αεροσκάφη B-2 Spirit της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ απογειώνονται από την αεροπορική βάση Whiteman στο Μιζούρι και κατευθύνονται ανατολικά, διασχίζοντας τον Ατλαντικό.
5 μ.μ. (ώρα Ανατολικής Ακτής ΗΠΑ): Τα βομβαρδιστικά αεροσκάφη B-2 εισέρχονται στην περιοχή ευθύνης του Κεντρικού Στρατηγείου των ΗΠΑ, ενώ πολεμικά πλοία των ΗΠΑ αρχίζουν να εκτοξεύουν πυραύλους Tomahawk κατά της πυρηνικής εγκατάστασης του Ισφαχάν στο Ιράν.
6 μ.μ. (ώρα Ανατολικής Ακτής ΗΠΑ, 1:30 π.μ. ώρα Ιράν): Αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη που πετούν μπροστά από τα βομβαρδιστικά B-2 αρχίζουν να χτυπούν τα ιρανικά συστήματα αεροπορικής άμυνας κατά μήκος της διαδρομής προς τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Φορντό και του Νατάνζ.
Μεταξύ 6:40 μ.μ. και 7 μ.μ. (ώρα Ανατολικής Ακτής, 2-2:30 π.μ. ώρα Ιράν): Τα βομβαρδιστικά B-2 ρίχνουν βόμβες κατά των οχυρών στο Φορντό και το Νατάνζ.
7:05 μ.μ. ET: Οι τελευταίοι αμερικανικοί πύραυλοι Tomahawk πέφτουν στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ισφαχάν στο Ιράν.
7:30 μ.μ. ET (3 π.μ. ώρα Ιράν): Τα πληρώματα των βομβαρδιστικών B-2 εξέρχονται από τον ιρανικό εναέριο χώρο.
7:50 μ.μ. ET: Ο Τραμπ ανακοινώνει την αμερικανική επίθεση στο Ιράν.
Χρονοδιάγραμμα των επιχειρήσεων για την επίθεση κατά του Ιράν παρουσιάζεται κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Πεντάγωνο. Βιρτζίνια, στις 22 Ιουνίου 2025. (Andrew Harnik/Getty Images)
22 Ιουνίου
Σε συνέντευξη Τύπου, ο υπουργός Άμυνας Πητ Χέγκσεθ δηλώνει ότι ο στόχος της επιχείρησης δεν ήταν η αλλαγή του καθεστώτος στο Ιράν και ότι ήταν «σκόπιμα περιορισμένη».
Ο Τραμπ ανακοινώνει ότι τα βομβαρδιστικά B-2 έχουν επιστρέψει όλα στη βάση Whiteman, σχεδόν δύο ημέρες μετά την αναχώρησή τους.
Ο Τραμπ δημοσιεύει ένα μήνυμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στο οποίο αναφέρει: «Δεν είναι πολιτικά ορθό να χρησιμοποιείται ο όρος «αλλαγή καθεστώτος», αλλά αν το τρέχον ιρανικό καθεστώς δεν είναι σε θέση να ΚΑΝΕΙ ΤΟ ΙΡΑΝ ΜΕΓΑΛΟ ΞΑΝΑ, γιατί να μην υπάρξει αλλαγή καθεστώτος; MIGA (MAKE IRAN GREAT AGAIN)!!!»
Το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν αρχίζει διαβουλεύσεις σχετικά με το αν θα κλείσει ή όχι τα Στενά του Ορμούζ μετά τις αμερικανικές επιθέσεις.
Σε συνέντευξή του στο «Sunday Morning Futures» του Fox News, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δηλώνει ότι θα ήταν «οικονομική αυτοκτονία» για το Ιράν να μπλοκάρει τα Στενά του Ορμούζ.
Ο Ρούμπιο καλεί την Κίνα να πείσει το Ιράν να μην προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση.
Πριν και μετά τον βομβαρδισμό των ΗΠΑ στις 21 Ιουνίου στο εργοστάσιο εμπλουτισμού ουρανίου στο Φορντό, βόρεια της Κουμ, στο Ιράν. (Εικονογράφηση: The Epoch Times, Reuters, Shutterstock)
23 Ιουνίου
Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, προειδοποιεί εκ νέου το Ιράν να μην κλείσει το στενό του Ορμούζ.
Το Ιράν εξαπολύει πυραυλική επίθεση κατά της αεροπορικής βάσης Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ. Κλείνουν οι εναέριοι χώροι γύρω από το Κατάρ, το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Οι αμερικανικές δυνάμεις αναφέρουν ότι κατάφεραν να αναχαιτίσουν τους ιρανικούς πυραύλους. Ο Τραμπ αναφέρει ότι από τους δεκατέσσερις πυραύλους που εκτόξευσε το Ιράν, οι αμερικανικές δυνάμεις «κατέρριψαν» τους δεκατρείς και «άφησαν ελεύθερο» έναν άλλο που κατευθυνόταν προς μια μη απειλητική κατεύθυνση. Η κυβέρνηση του Κατάρ αναφέρει ότι εκτοξεύτηκαν δεκαεννέα πύραυλοι, με μόνο έναν να χτυπά μία στρατιωτική βάση, χωρίς να υπάρξουν θύματα.
Ο Τραμπ ανακοινώνει ότι το Ιράν προειδοποίησε εκ των προτέρων για την επίθεση και ότι δεν υπέστησαν ζημίες ούτε οι Αμερικανοί ούτε το Κατάρ.
Στις 6 μ.μ. (ώρα Ανατολικής Ακτής, 1 π.μ. ώρα Ελλάδος), ο Τραμπ ανακοινώνει ότι το Ισραήλ και το Ιράν συμφώνησαν σε κατάπαυση του πυρός, η οποία θα τεθεί σε εφαρμογή σταδιακά κατά τις επόμενες 24 ώρες.
Στις 6 μ.μ. ώρα ΗΠΑ, ο Τραμπ ανακοινώνει κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, με σταδιακή εφαρμογή.
Ένας χάρτης δείχνει την αμερικανική αεροπορική βάση Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ, την οποία το Ιράν χτύπησε με πολλαπλούς πυραύλους στις 23 Ιουνίου. (Εικονογράφηση The Epoch Times)
24 Ιουνίου
Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της κατάπαυσης του πυρός από τον Τραμπ, τόσο το Ισραήλ όσο και το Ιράν αναφέρουν επιθέσεις της άλλης πλευράς.
Καθώς αναχωρεί για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Ολλανδία, ο Τραμπ επικρίνει το Ισραήλ και το Ιράν για τη συνέχιση των επιθέσεων κατά τη διάρκεια της περιόδου κατάπαυσης του πυρός.
Ο Τραμπ αποστασιοποιείται από τις συζητήσεις για αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. «Θα ήθελα να δω τα πράγματα να ηρεμούν το συντομότερο δυνατόν», δηλώνει.
Ο Νετανιάχου ανακοινώνει ότι το Ισραήλ ακύρωσε νέες επιθέσεις κατά του Ιράν μετά από τηλεφωνική συνομιλία με τον Τραμπ.
Ο Ισραηλινός πρόεδρος Ισαάκ Χέρτζογκ μιλάει στα ΜΜΕ έξω από κτίριο όπου σκοτώθηκαν τέσσερα άτομα από ιρανική πυραυλική επίθεση στη Μπερ Σεβά. Ισραήλ, 24 Ιουνίου 2025. (Erik Marmor/Getty Images)