Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Τραμπ: Τηρούν στάση αναμονής οι Ρώσοι στις συνομιλίες για κατάπαυση πυρός στην Ουκρανία

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ εξέφρασε την εκτίμηση πως οι Ρώσοι διαπραγματευτές μπορεί να επιλέγουν συνειδητά να καθυστερήσουν τις συνομιλίες για εκεχειρία στον πόλεμο με την Ουκρανία, που συνεχίζεται εδώ και περισσότερα από τρία χρόνια.

Σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό δίκτυο Newsmax, λίγες μόλις ώρες έπειτα από ανακοίνωση του Λευκού Οίκου για πρόοδο στις διαβουλεύσεις περί περιορισμένης εκεχειρίας στη Μαύρη Θάλασσα, ο πρόεδρος Τραμπ κλήθηκε να αξιολογήσει την τακτική της Μόσχας στις πρόσφατες διαπραγματεύσεις.

«Δεν γνωρίζω με σιγουριά. Θα μπορώ να σας πω περισσότερα αργότερα, αλλά θεωρώ ότι η Ρωσία επιθυμεί τον τερματισμό των συγκρούσεων», σημείωσε ο Αμερικανός πρόεδρος, προσθέτοντας ωστόσο πως «είναι πιθανόν να τηρούν στάση αναμονής και να καθυστερούν σκόπιμα».

Ο κ. Τραμπ παραδέχθηκε μάλιστα ότι και ο ίδιος, στο παρελθόν, έχει επιλέξει «στρατηγικά να καθυστερήσει διαπραγματεύσεις για διάφορους λόγους», χωρίς όμως να αναφερθεί σε συγκεκριμένα παραδείγματα.

Προσεκτικά βήματα για μερική εκεχειρία

Η πρόσφατη διαδικασία διαλόγου υπό την αιγίδα των ΗΠΑ έχει οδηγήσει τις δύο πλευρές σε κάποια αρχικά ενθαρρυντικά βήματα. Την περασμένη εβδομάδα, τόσο η Μόσχα όσο και το Κίεβο συμφώνησαν σε μία πρώτη ανακωχή διάρκειας 30 ημερών, που αφορά στην παύση αεροπορικών επιθέσεων εναντίον ενεργειακών υποδομών εκατέρωθεν. Η συμφωνία άρχισε να εφαρμόζεται επισήμως στις 18 Μαρτίου, με δυνατότητα επέκτασης της διάρκειας εάν όλα τα μέρη συναινέσουν σχετικά.

Σε ανακοίνωσή του την 25η Μαρτίου, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι ανέφερε ότι «συμφωνήθηκε με την αμερικανική πλευρά πως η κατάπαυση πυρός στον ενεργειακό μας τομέα μπορεί να ξεκινήσει άμεσα». Παράλληλα, η Ουάσινγκτον ανακοίνωσε επιπλέον και μια καταρχήν συμφωνία για περιορισμό των εχθροπραξιών και στη Μαύρη Θάλασσα, με τον Αμερικανό πρόεδρο να διευκρινίζει όμως ότι υπάρχουν ακόμη «πέντε με έξι όροι της ρωσικής πλευράς που εξετάζουμε».

Κομβικά ζητήματα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων

Την ίδια ώρα, βασικά σημεία αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο πλευρών παραμένουν αναπάντητα, με ειδικότερο παράδειγμα την τύχη της περιοχής Κουρσκ της δυτικής Ρωσίας. Εκεί, ουκρανικές δυνάμεις διατηρούν υπό τον έλεγχό τους τμήμα της ρωσικής επικράτειας από τον Αύγουστο του περασμένου έτους, πυροδοτώντας επιπρόσθετες εντάσεις.

Ο Ρώσος πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, παρόλο που έχει εκφράσει κατ’ αρχήν διάθεση συζήτησης μιας συνολικότερης εκεχειρίας, θέτει σημαντικά ερωτήματα και αμφισβητήσεις σχετικά με ζητήματα όπως η εποπτεία της εφαρμογής της ανακωχής και ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθεί μία περίοδος παύσης για ανεφοδιασμό και στρατιωτική ενίσχυση της Ουκρανίας από τους συμμάχους της.

Ο Ζελένσκι, από την πλευρά του, εμφανίζεται διατεθειμένος να επωφεληθεί της κατοχής μέρους του Κουρσκ για ανταλλαγές εδαφών με εδάφη που κατέλαβε η Μόσχα μετά το 2014. Ωστόσο, τα πρόσφατα επιτεύγματα των ρωσικών δυνάμεων στην περιοχή ενισχύουν διαπραγματευτικά τη θέση του Κρεμλίνου, περιορίζοντας τα περιθώρια ελιγμών του Ουκρανού προέδρου.

Σύνθετες ισορροπίες και αβέβαιη έκβαση

Η κατάσταση παραμένει πολύπλοκη και οι εκτιμήσεις για το κατά πόσο θα υπάρξει άμεσα μια συνολικότερη συμφωνία δεν είναι ξεκάθαρες. Τόσο η Μόσχα όσο και το Κίεβο βρίσκονται αντιμέτωπες με τη πρόκληση να διασφαλίσουν όσο το δυνατόν καλύτερους όρους πριν την τελική εκεχειρία, κάτι που ενδέχεται να παρατείνει ακόμη περισσότερο τη διαδικασία διαπραγματεύσεων.

Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί στενά, καθώς οι τυχόν περαιτέρω καθυστερήσεις επιδεινώνουν την ανθρωπιστική κρίση στην περιοχή, ενώ το ενδεχόμενο μιας σταθερής εκεχειρίας μπορεί να ανοίξει το δρόμο για την ειρήνη έπειτα από έναν καταστροφικό, μακροχρόνιο πόλεμο με βαριές απώλειες και για τις δύο χώρες.

Διαρροή συνομιλιών αξιωματούχων των ΗΠΑ: Καμία κοινοποίηση διαβαθμισμένων πληροφοριών, υποστηρίζουν Ράτκλιφ και Γκάμπαρντ

Κορυφαία στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών, ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ και η επικεφαλής των Εθνικών Υπηρεσιών Πληροφοριών (DNI) Τούλσι Γκάμπαρντ, παρουσιάστηκαν στις 25 Μαρτίου ενώπιον της Γερουσίας, προκειμένου να δώσουν διευκρινίσεις για τη δημοσιοποίηση συνομιλιών, στις οποίες μετείχαν μέσω της εφαρμογής ανταλλαγής μηνυμάτων Signal.

Η συνεδρίαση της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας αρχικά είχε προγραμματιστεί να καλύψει ζητήματα που άπτονται των παγκόσμιων απειλών για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Ωστόσο, κυριάρχησε η συζήτηση για την αποκάλυψη του δημοσιογράφου και αρχισυντάκτη του περιοδικού «The Atlantic», Τζέφρι Γκόλντμπεργκ. Σύμφωνα με δημοσίευμά του, ο Γκόλντμπεργκ βρέθηκε κατά λάθος σε ομαδική συνομιλία στο Signal, στην οποία ανώτεροι κυβερνητικοί παράγοντες φέρονται να συζητούσαν για επικείμενη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ εναντίον των ανταρτών Χούθι στην Υεμένη.

Ο κ. Ράτκλιφ επιβεβαίωσε ενώπιον των γερουσιαστών την παρουσία του στην επίμαχη συνομιλία, αλλά υπογράμμισε ότι ουδέποτε κοινοποίησε διαβαθμισμένο υλικό. «Οι επικοινωνίες μου στη συνομιλία Signal ήταν πλήρως επιτρεπτές και νόμιμες και δεν περιείχαν διαβαθμισμένες πληροφορίες», δήλωσε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής της CIA. Πρόσθεσε μάλιστα ότι η χρήση της εφαρμογής Signal ήταν εγκεκριμένη και από προηγούμενες κυβερνήσεις, «ως ένα αποδεκτό εργαλείο για την επικοινωνία σε υπηρεσιακά θέματα».

Από την πλευρά της, η διευθύντρια των Εθνικών Υπηρεσιών Πληροφοριών, Τούλσι Γκάμπαρντ, αρχικά απέφυγε να επιβεβαιώσει τη συμμετοχή της στη συνομιλία, επικαλούμενη το ότι η υπόθεση βρίσκεται υπό εξέταση από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας. Υπογράμμισε ωστόσο με έμφαση ότι «δεν υπήρξε κοινοποίηση διαβαθμισμένων πληροφοριών».

Το ζήτημα αυτό εξόργισε αρκετούς Γερουσιαστές, μεταξύ των οποίων και ο Δημοκρατικός Μάρκ Γουόρνερ, ο οποίος εξέφρασε τον προβληματισμό του σχετικά με την ελλιπή ασφάλεια στη χρήση τέτοιων εφαρμογών από κορυφαίους αξιωματούχους. «Είναι ανεξήγητο ότι τόσα υψηλόβαθμα στελέχη συμμετείχαν και κανείς δεν επαλήθευσε ποιος βρισκόταν στη συνομιλία, επιτρέποντας ακόμα και την παρουσία δημοσιογράφου», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Γουόρνερ.

Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, ο γερουσιαστής των Δημοκρατικών Μάρτιν Χάινριχ έθεσε ερωτήματα σχετικά με αναφορά του Γκόλντμπεργκ ότι στη συνομιλία συζητήθηκαν συγκεκριμένα όπλα, στόχοι και ο χρόνος της προγραμματισμένης επιχείρησης στην Υεμένη. Οι Ράτκλιφ και Γκάμπαρντ αρνήθηκαν κατηγορηματικά ότι υπήρξε τέτοια αναφορά εντός της συνομιλίας που είδαν οι ίδιοι.

Ο υπουργός Αμύνης των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, σε δηλώσεις που έκανε στις 24 Μαρτίου, υποστήριξε ότι «κανείς δεν έστειλε πολεμικά σχέδια μέσω μηνυμάτων». Σχολιάζοντας την κατάσταση, ο δημοσιογράφος Τζ. Γκόλντμπεργκ άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να δημοσιοποιήσει στο μέλλον περισσότερα στοιχεία της συνομιλίας, «μετά από προσεκτική αξιολόγηση και δημόσιο έλεγχο».

Στο μεταξύ, τα μέλη της Επιτροπής Γερουσιαστών των Ρεπουμπλικάνων, Μάικ Ράουντς και Τοντ Γιανγκ, σημείωσαν ότι σκοπεύουν να διευκρινίσουν περισσότερα για το συμβάν κατά την κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση.

Η υπόθεση προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία σχετικά με τον τρόπο που οι κορυφαίοι αξιωματούχοι χειρίζονται ευαίσθητες πληροφορίες εθνικής ασφάλειας. «Είναι σαφές πως εάν οποιοδήποτε άλλο στέλεχος των υπηρεσιών πληροφοριών έπραττε με παρόμοιο τρόπο, ενδεχομένως να αντιμετώπιζε συνέπειες», σχολίασε χαρακτηριστικά ο γερουσιαστής Γουόρνερ, καταδεικνύοντας τη σημασία ασφαλούς ανταλλαγής ευαίσθητων δεδομένων.

Η εξέταση του συμβάντος συνεχίζεται, ενώ οι διευθυντές των υπηρεσιών πληροφοριών διαβεβαιώνουν πως δεν θίχθηκε η εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Ωστόσο, το περιστατικό επαναφέρει στο επίκεντρο τη συζήτηση για την τήρηση των πρωτοκόλλων ασφαλείας σε υψηλότατο πολιτικό και στρατηγικό επίπεδο.

Δημοσιογράφος φέρεται να εισήλθε κατά λάθος σε κυβερνητική συζήτηση για το χτύπημα κατά των Χούθι

Ο αρχισυντάκτης του περιοδικού Atlantic προστέθηκε κατά λάθος σε γραπτή κυβερνητική συζήτηση με αντικείμενο την ανανεωμένη εκστρατεία αεροπορικών επιδρομών των ΗΠΑ εναντίον των τρομοκρατών Χούθι στην Υεμένη, λίγες ώρες μετά την ρίψη των πρώτων βομβών, επιβεβαίωσε ο Λευκός Οίκος.

Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Atlantic στις 24 Μαρτίου, ο δημοσιογράφος και αρχισυντάκτης Τζέφρυ Γκόλντμπεργκ αφηγήθηκε ότι προστέθηκε σε μια ομαδική συνομιλία στην κρυπτογραφημένη εφαρμογή ανταλλαγής μηνυμάτων Signal στις 15 Μαρτίου, σχεδόν τρεις ώρες πριν η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακοινώσει επίσημα ότι είχε ξαναρχίσει μια εκστρατεία χτυπημάτων με στόχο τους Χούθι.

Εξιστορώντας το περιστατικό για το Atlantic, ο Γκόλντμπεργκ ανέφερε ότι ένα άτομο, που πιστεύει ότι ήταν ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Λευκού Οίκου, Μάικ Γουόλτς, τον πρόσθεσε σε μια ομαδική συνομιλία στις 11:44 π.μ. τοπική ώρα, στις 15 Μαρτίου. Στις 2:29 μ.μ. της ίδιας μέρας, ο Τραμπ ανακοίνωσε δημόσια τα νέα χτυπήματα των ΗΠΑ στην Υεμένη στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Truth Social.

Ο Γκόλντμπεργκ έγραψε ότι ο χρήστης του Signal που τον πρόσθεσε στην ομαδική συνομιλία, προφανώς χωρίς προτροπή, ονομαζόταν «Μάικλ Γουόλτς».

«Υπέθεσα ότι ο εν λόγω Μάικλ Γουόλτς ήταν ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ», έγραψε.

Ο Γκόλντμπεργκ ανέφερε ότι άλλα ονόματα στην ομαδική συνομιλία περιελάμβαναν τους «JD Vance», «TG» (που ο Γκόλντμπεργκ πιστεύει ότι ήταν η διευθύντρια της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Τάλσι Γκάμπαρντ), «Scott B» (πιθανόν ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ), «Pete Hegseth», «John Ratcliffe» και «MAR» (τα αρχικά του υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, σύμφωνα με τον Γκόλντμπεργκ).

Απαντώντας σε αίτημα για σχολιασμό της Epoch Times, ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου, Μπράιαν Χιουζ, είπε ότι η ομαδική συνομιλία στην οποία συμπεριλήφθηκε ο Γκόλντμπεργκ φαινόταν αυθεντική.

«Αυτήν τη στιγμή, το νήμα του μηνύματος που αναφέρθηκε φαίνεται να είναι αυθεντικό και εξετάζουμε τον τρόπο με τον οποίο ένας τυχαίος τηλεφωνικός αριθμός προστέθηκε στα μηνύματα», έγραψε ο Χιουζ. «Το νήμα είναι μια απόδειξη του βαθέως και στοχαστικού συντονισμού πολιτικής μεταξύ των ανώτερων αξιωματούχων.»

«Η επιτυχία της επιχείρησης Χούθι αποδεικνύει ότι δεν υπήρξαν απειλές για τους στρατιώτες μας ή την εθνική μας ασφάλεια.»

Τραμπ: «Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτό»

Όταν ρωτήθηκε για τη φερόμενη ακούσια διαρροή ευαίσθητων συζητήσεων περί εθνικής ασφάλειας σε δημοσιογράφο, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είπε ότι δεν γνώριζε το συμβάν.

«Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτό. Δεν είμαι μεγάλος θαυμαστής του Atlantic. Είναι, για μένα, ένα περιοδικό που σβήνει», είπε ο Τραμπ σε δημοσιογράφους σε εκδήλωση στον Λευκό Οίκο στις 24 Μαρτίου. «Νομίζω ότι δεν αξίζει πολύ σαν περιοδικό, αλλά δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτό.»

Ο Τραμπ έχει συγκρουστεί στο παρελθόν με το Atlantic γενικά και με τον Γκόλντμπεργκ ειδικότερα.

Σε άρθρο του Σεπτεμβρίου 2020 του περιοδικού, ο Γκόλντμπεργκ μοιράστηκε ισχυρισμούς από ανώνυμες πηγές ότι ο Τραμπ είχε κάνει απαξιωτικά σχόλια για στρατιώτες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κατά τη διάρκεια επίσκεψης του 2018 σε ένα πολεμικό νεκροταφείο στο Παρίσι. Οι νυν και πρώην αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς στο άρθρο του Γκόλντμπεργκ.

Απαντώντας στο άρθρο του Γκόλντμπεργκ για το 2020, ο Τραμπ έγραψε στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X, «Το περιοδικό Atlantic πεθαίνει, όπως τα περισσότερα περιοδικά, έτσι φτιάχνουν μια ψεύτικη ιστορία για να αποκτήσουν κάποια δημοτικότητα».

Αφηγούμενος ότι προστέθηκε στη συνομιλία του Signal νωρίτερα αυτόν τον μήνα, ο Γκόλντμπεργκ έγραψε: «Το θεώρησα κάπως ασυνήθιστο, δεδομένης της αμφιλεγόμενης σχέσης της κυβέρνησης Τραμπ με τους δημοσιογράφους – και της περιοδικής προσήλωσης του Τραμπ σε εμένα ειδικά».

Εσωτερικές συζητήσεις

Καθώς ο χρήστης «Μάικλ Γουόλτς» απευθυνόταν στα μέλη της συνομιλίας της ομάδας Signal εν όψει των ανανεωμένων χτυπημάτων στην Υεμένη, σύμφωνα με τον Γκόλντμπεργκ, έγραψε: «Ομάδα – δημιουργώντας μια ομάδα αρχών [sic] για συντονισμό στους Χούθι, ιδιαίτερα για τις επόμενες 72 ώρες. Ο αναπληρωτής μου Άλεξ Γουόνγκ συγκεντρώνει μια ομάδα-τίγρη σε επίπεδο υποδιευθυντών/επικεφαλής προσωπικού υπουργείων μετά την συνάντηση στο Sit Room αυτό το πρωί για αντικείμενα δράσης και θα το στείλει αργότερα σήμερα το απόγευμα.»

Το μήνυμα από τον «Waltz» συνέχιζε: «Σας παρακαλούμε, παρέχετε το καλύτερο προσωπικό POC από την ομάδα σας για να συντονιστούμε τις επόμενες δύο ημέρες και το σαββατοκύριακο. Ευχαριστώ.»

Στη συνέχεια, τα μέλη της συνομιλίας του Signal υπέβαλαν ονόματα εκπροσώπων. Για παράδειγμα, το «MAR» έγραψε: «Μάικ Νίνταμ από Εξωτερικών,» ενώ το «TG» έγραψε: «Τζο Κεντ για το DNI,» σύμφωνα με τον Γκόλντμπεργκ.

Τα ανανεωμένα χτυπήματα των ΗΠΑ αυτόν τον μήνα έγιναν όταν οι Χούθι απείλησαν να συνεχίσουν τη δική τους εκστρατεία επιθέσεων με drone και πυραύλους με στόχο την εμπορική ναυτιλία στην Ερυθρά Θάλασσα και τις παρακείμενες πλωτές οδούς.

Οι Χούθι — τους οποίους η κυβέρνηση Τραμπ επαναπροσδιόρισε πρόσφατα ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση — είπαν ότι θα συνεχίσουν να πραγματοποιούν αυτές τις επιθέσεις σε εμπορικά πλοία όσο ο ισραηλινός στρατός συνεχίζει να πολεμά την επίσης χαρακτηρισμένη ως τρομοκρατική ομάδα Χαμάς, στη Λωρίδα της Γάζας.

Η Ερυθρά Θάλασσα αντιπροσωπεύει μία βασική διεθνή ναυτιλιακή λωρίδα, που συνδέει την Ανατολική Αφρική και τη Νότια Ασία με την Ευρώπη.

Εκκλήσεις για έρευνα

Η προφανής διαρροή έχει εγείρει εκκλήσεις για έρευνα.

«Εάν οι Ρεπουμπλικανοί της Βουλής δεν πραγματοποιήσουν ακρόαση για το πώς συνέβη αυτό ΑΜΕΣΑ, θα το κάνω [υβριστικό] μόνος μου», δήλωσε ο βουλευτής Πατ Ράιαν (Δ-N.Y.), πρώην αξιωματικός πληροφοριών του αμερικανικού στρατού που υπηρετεί στην Επιτροπή Ενόπλων Υπηρεσιών της Βουλής, σε ανάρτηση στο X στις 24 Μαρτίου.

Σε ομιλία του στη Γερουσία, ο επικεφαλής μειονότητας της Γερουσίας Τσακ Σούμερ (Δ-N.Y.) είπε ότι το Signal είναι μια μη ασφαλής εφαρμογή που δεν έχει εγκριθεί για ευαίσθητες στρατιωτικές επιχειρήσεις όπως αυτή που είδε ο Γκόλντμπεργκ.

«Αυτή η καταστροφή απαιτεί πλήρη έρευνα για το πώς συνέβη αυτό, τη ζημιά που προκάλεσε και πώς μπορούμε να το αποφύγουμε στο μέλλον, εάν τα στρατιωτικά μυστικά του έθνους μας φυλάσσονται σε μη ασφαλείς αλυσίδες κειμένου», είπε ο Σούμερ.

Είπε ότι εάν οι βαθμοφόροι κρατικοί υπάλληλοι ή το στρατιωτικό προσωπικό είχαν μοιραστεί πληροφορίες με αυτόν τον τρόπο, θα αντιμετωπίσουν έρευνες και σοβαρές συνέπειες.

Την περασμένη εβδομάδα, το Αμερικανικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι ξεκίνησε έρευνα για διαρροές ευαίσθητων πληροφοριών εθνικής ασφάλειας από υπαλλήλους του τμήματος. Ο Αρχηγός του Επιτελείου του Πενταγώνου, Τζο Κάσπερ, ανέφερε ότι τέτοιες έρευνες θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη χρήση πολυγραφικών συνεντεύξεων και ότι το τμήμα θα μπορούσε να παραπέμψει ύποπτους για ποινική δίωξη.

Μιλώντας με δημοσιογράφους, ο επικεφαλής πλειοψηφίας της Γερουσίας, Τζον Θουν (Ρ-Ν.Ντ.), είπε ότι η Γερουσία θα εξετάσει το θέμα: «Μόλις το ανακαλύπτουμε, αλλά, προφανώς, πρέπει να το συζητήσουμε και να καταλάβουμε τι συνέβη».

Ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Μάικ Τζόνσον (Ρ-Λα.), είπε: «Νομίζω ότι η κυβέρνηση αναγνώρισε ότι ήταν λάθος και θα πάρουν μέτρα και θα βεβαιωθούν ότι δεν θα συμβεί ξανά», προσθέτοντας ότι η αποστολή των αμερικανικών επιθέσεων στην Υεμένη ήταν επιτυχής και ότι «κανείς δεν κινδύνεψε» ως αποτέλεσμα της διαρροής.

Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, τόνισε επίσης την επιτυχία των ανανεωμένων επιχειρήσεων των ΗΠΑ στην Υεμένη.

«Ο πρόεδρος Τραμπ συνεχίζει να έχει τη μέγιστη εμπιστοσύνη στην ομάδα της εθνικής ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένου του συμβούλου εθνικής ασφάλειας Μάικ Γουόλτς», είπε χαρακτηριστικά η Λέβιτ.

Ο Μάικλ Γουόλτς, συνεργαζόμενος ερευνητής στη Σχολή Εξωτερικών Υπηρεσιών του Τζορτζτάουν, είπε στην Epoch Times ότι αυτό το περιστατικό θα επηρεάσει όχι μόνο τη μελλοντική συλλογή πληροφοριών αλλά και την ανταλλαγή πληροφοριών από συμμάχους και εταίρους των ΗΠΑ.

«Φανταστείτε ότι είστε ένας Ιρανός στρατιωτικός, ένας Κινέζος πολιτικός ή ένας αξιωματούχος του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου. Αφού ακούσετε αυτήν την ιστορία, σας πλησιάζει ένας αξιωματικός πληροφοριών από την κυβέρνηση των ΗΠΑ ή ένας στενός σύμμαχος. Θα εμπιστευόσασταν τη ζωή σας στην κυβέρνηση των ΗΠΑ και στους συμμάχους της;», ρώτησε ο Γουόλτς.

«Θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε περαιτέρω γραφειοκρατική τμηματοποίηση εντός της κυβέρνησής μας», πρόσθεσε ο Γουόλτς.

Με τη συμβολή της Emel Akan 

ΗΠΑ: Στην Boeing ανατίθεται η κατασκευή του νέου μαχητικού αεροσκάφους F-47

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ ανέθεσε στην Boeing σύμβαση για την ανάπτυξη του μυστικού μαχητικού αεροσκάφους επόμενης γενιάς της αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι το νέο αυτό μαχητικό αεροσκάφος θα ονομαστεί F-47. «Είναι ένας ωραίος αριθμός», δήλωσε ο 47ος πρόεδρος των ΗΠΑ.

«Μετά από έναν αυστηρό και διεξοδικό διαγωνισμό μεταξύ των κορυφαίων αμερικανικών αεροδιαστημικών εταιρειών, η Πολεμική Αεροπορία πρόκειται να αναθέσει τη σύμβαση για την πλατφόρμα αεροπορικής κυριαρχίας επόμενης γενιάς στην Boeing», δήλωσε ο Τραμπ σε ανακοίνωσή του από τον Λευκό Οίκο σήμερα.

Ο πρόεδρος δήλωσε ότι μια πειραματική έκδοση του αεροσκάφους F-47 της Boeing πετούσε μυστικά για σχεδόν πέντε χρόνια.

«Και είμαστε βέβαιοι ότι υπερέχει κατά πολύ των δυνατοτήτων οποιουδήποτε άλλου έθνους», είπε.

Οι λεπτομέρειες σχετικά με τον σχεδιασμό του αεροσκάφους παραμένουν μυστικές και ο Τραμπ δήλωσε ότι δεν θα καθορίσει την τιμή για το πρόγραμμα, επειδή κάτι τέτοιο θα έδινε ενδείξεις για το μέγεθος του αεροσκάφους και για μέρος της τεχνολογίας που θα περιλαμβάνει.

Η προσπάθεια της Πολεμικής Αεροπορίας να κατασκευάσει ένα νέο μαχητικό αεροσκάφος, γνωστό ως πρόγραμμα Next Generation Air Dominance (NGAD), απαιτεί ένα αεροσκάφος που θα έχει νέες προηγμένες δυνατότητες προώθησης και μυστικότητας. Η Πολεμική Αεροπορία έχει οραματιστεί ένα προηγμένο επανδρωμένο αεροσκάφος που θα μπορούσε να συνδυαστεί με ‘αόρατα’ μαχητικά αεροσκάφη που αναπτύσσονται σε μια παράλληλη προσπάθεια γνωστή ως πρόγραμμα Collaborative Combat Aircraft.

Το NGAD βρίσκεται σε εξέλιξη τουλάχιστον από το 2014, αλλά βρίσκεται σε αναμονή από το καλοκαίρι του 2024 εν μέσω ανησυχιών σχετικά με τον προϋπολογισμό της υπηρεσίας για νέα οπλικά προγράμματα.

Σε ένδειξη ότι το NGAD σημειώνει νέα πρόοδο, η Πολεμική Αεροπορία ανακοίνωσε νωρίτερα αυτόν τον μήνα ότι έχει αποδώσει τον χαρακτηρισμό του μαχητικού αεροσκάφους σε δύο ξεχωριστά πρωτότυπα μη επανδρωμένα αεροσκάφη που αναπτύσσονται για το πρόγραμμα Collaborative Combat Aircraft. Τα πρωτότυπα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, που αναπτύχθηκαν από την General Atomics και την Anduril Industries, είναι τα πρώτα αμερικανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη που φέρουν ποτέ χαρακτηρισμούς μαχητικού αεροσκάφους και επί του παρόντος προβλέπεται να αρχίσουν δοκιμές πτήσης αυτό το καλοκαίρι.

Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας στρατηγός Ντέηβιντ Όλβιν δήλωσε ότι το F-47 θα αποτελέσει ένα σημαντικό άλμα στην τεχνολογία των μαχητικών αεροσκαφών.

«Με το F-47, δεν κατασκευάζουμε απλώς άλλο ένα μαχητικό – διαμορφώνουμε το μέλλον του πολέμου και προειδοποιούμε τους εχθρούς μας», δήλωσε ο Όλβιν σε δήλωση Τύπου την Παρασκευή. «Αυτή η πλατφόρμα θα είναι το πιο προηγμένο, θανατηφόρο και προσαρμόσιμο μαχητικό που έχει αναπτυχθεί ποτέ – σχεδιασμένο να ξεπερνά και να ξεγελά κάθε αντίπαλο που θα τολμήσει να προκαλέσει τους γενναίους αεροπόρους μας.»

«Πρόκειται για μια ιστορική επένδυση του αμερικανικού στρατού, της αμερικανικής βιομηχανικής βάσης, της αμερικανικής βιομηχανίας, η οποία θα συμβάλει στην αναβίωση του ήθους του πολεμιστή στον στρατό μας», δήλωσε ο υπουργός Άμυνας Πητ Χέγκσεθ, ο οποίος ήταν παρών στο Οβάλ Γραφείο όταν έγινε ανακοίνωση της σύμβασης.

Η ανακοίνωση της σύμβασης της Παρασκευής αποτελεί ευλογία για την Boeing, η οποία αντιμετώπισε πρόσφατα απεργίες εργαζομένων και επιχειρησιακές προκλήσεις. Η εταιρεία αεροδιαστημικής και άμυνας αντιμετώπισε πρόσφατα αγωγές για ελαττώματα και ατυχήματα με τα εμπορικά αεροσκάφη της, καθυστερήσεις σε μία σύμβαση για την παράδοση της επόμενης σειράς προεδρικών μεταγωγικών αεροσκαφών και προβλήματα στη λειτουργία του διαστημικού σκάφους Boeing Starliner κατά τη διάρκεια μίας πρόσφατης διαστημικής αποστολής.

Αυτή η ιστορία βρίσκεται σε εξέλιξη και θα ενημερωθεί με πρόσθετες λεπτομέρειες.

 

Τραμπ και Ζελένσκι σε τηλεφωνική επικοινωνία καθώς η μερική εκεχειρία Ρωσίας-Ουκρανίας ξεκινά με δυσκολίες

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχαν τηλεφωνική επικοινωνία την Τετάρτη, στο πλαίσιο των προσπαθειών του Τραμπ να μεσολαβήσει για ειρήνη μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, ενώ η περιορισμένη εκεχειρία παρουσιάζει ήδη σημάδια αστάθειας.

Τηλεφωνική επικοινωνία σε ταραγμένο κλίμα

«Μόλις ολοκλήρωσα μια πολύ καλή τηλεφωνική συνομιλία με τον Πρόεδρο Ζελένσκι της Ουκρανίας», ανέφερε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social μετά το τέλος της συνομιλίας που διήρκεσε περίπου μία ώρα.

Η επικοινωνία ακολούθησε την πολύωρη τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ Τραμπ και Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν την Τρίτη, κατά την οποία οι δύο ηγέτες συζήτησαν για μια 30ήμερη εκεχειρία όπου Ρωσία και Ουκρανία θα συμφωνούσαν να σταματήσουν τις επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές.

«Μεγάλο μέρος της συζήτησης βασίστηκε στην επικοινωνία που είχαμε χθες με τον Πρόεδρο Πούτιν, προκειμένου να ευθυγραμμιστούν τόσο η Ρωσία όσο και η Ουκρανία σε σχέση με τα αιτήματα και τις ανάγκες τους», δήλωσε ο Τραμπ αναφερόμενος στη συνομιλία του με τον Ζελένσκι.

Αλληλοκατηγορίες για παραβίαση της εκεχειρίας

Λίγες ώρες πριν από την τηλεφωνική επικοινωνία με την Ουάσιγκτον, ο Ζελένσκι κατηγόρησε τις ρωσικές δυνάμεις ότι είχαν ήδη παραβιάσει τη συμφωνία. Μιλώντας σε συνέντευξη Τύπου στη Φινλανδία, ο Ουκρανός πρόεδρος ανέφερε ότι οι ρωσικές δυνάμεις εξαπέλυσαν περίπου 150 επιθετικά drones προς την Ουκρανία στις ώρες μετά την ολοκλήρωση της επικοινωνίας Τραμπ-Πούτιν, στοχεύοντας ουκρανικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, συστήματα μεταφορών και νοσοκομεία.

Από την πλευρά τους, οι ρωσικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι ουκρανικές δυνάμεις είχαν επίσης στοχεύσει εγκατάσταση μεταφοράς πετρελαίου στην περιφέρεια Κρασνοντάρ της Ρωσίας την Τετάρτη, προκαλώντας πυρκαγιά σε δεξαμενή πετρελαίου.

Παρά τις αλληλοκατηγορίες για παραβίαση της εκεχειρίας, ο Τραμπ εμφανίστηκε αισιόδοξος, δηλώνοντας στο Truth Social: «Βρισκόμαστε σε πολύ καλό δρόμο».

Τα επόμενα βήματα για διευρυμένη εκεχειρία

Την προηγούμενη εβδομάδα, ο Ζελένσκι είχε εκφράσει την υποστήριξή του σε μια πρόταση με αμερικανική υποστήριξη για 30ήμερη εκεχειρία που θα κάλυπτε όχι μόνο τις ενεργειακές υποδομές αλλά όλες τις πτυχές του συνεχιζόμενου πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας. Ο Πούτιν είχε εκφράσει προθυμία να συμμετάσχει στην ευρύτερη προσωρινή εκεχειρία, αλλά έθεσε ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο παρακολούθησης και εφαρμογής της συμφωνίας.

Μετά την τηλεφωνική επικοινωνία Τραμπ-Πούτιν την Τρίτη, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι ο επόμενος γύρος διαπραγματεύσεων θα αφορά εκεχειρία στη θάλασσα και στη συνέχεια μια πιο ολοκληρωμένη εκεχειρία και τελικά μόνιμη ειρήνη.

«Αυτές οι διαπραγματεύσεις θα ξεκινήσουν αμέσως στη Μέση Ανατολή», ανέφερε ο Λευκός Οίκος την Τρίτη.

Οι ΗΠΑ ξανάρχισαν τις επιθέσεις εναντίον των Χούθι

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν αεροπορικές επιδρομές στην Υεμένη στις 15 Μαρτίου, στο πλαίσιο επιχείρησης αποτροπής των επιθέσεων των Χούθι σε πλοία που διέρχονται από την περιοχή. Αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη απογειώθηκαν από το αεροπλανοφόρο USS Harry S. Truman και έπληξαν στόχους των Χούθι στη δυτική Υεμένη. Ήταν η πρώτη αμερικανική επίθεση κατά της οργάνωσης εδώ και δύο μήνες.

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίστηκαν τις επόμενες ημέρες. Ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Λευκού Οίκου, Μάικ Γουόλτς, δήλωσε στο Fox News Sunday ότι οι αεροπορικές επιδρομές προκάλεσαν τον θάνατο ηγετικών στελεχών των Χούθι και την καταστροφή πυραύλων και κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών.

Ο εκπρόσωπος των Χούθι, Γιαχιά Σαρέε, ανακοίνωσε ότι 47 αμερικανικές επιθέσεις έπληξαν τις επαρχίες Σαναά, Σααντά, Αλ Μπάιντα, Χάτζα, Ντάμαρ, Μαρίμπ και Αλ Τζαούφ. Το υπουργείο Υγείας, που ελέγχεται από τους Χούθι, ανέφερε ότι 31 άμαχοι σκοτώθηκαν και 101 τραυματίστηκαν.

Οι απολογισμοί αυτοί δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.

Ο αντιπτέραρχος των ΗΠΑ Αλέξους Γκρύνκεβιτς δήλωσε ότι, σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις, τα πλήγματα προκάλεσαν δεκάδες απώλειες μεταξύ των μαχητών των Χούθι, χωρίς επιβεβαιωμένες αναφορές για θύματα αμάχων.

Επαναφορά των Χούθι στη λίστα τρομοκρατικών οργανώσεων

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ θεωρεί τους Χούθι περιφερειακό σύμμαχο του Ιράν και αποφάσισε την εκ νέου καταχώρησή τους στη λίστα των ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων, επικαλούμενη τις επιθέσεις τους με drone και πυραύλους κατά του Ισραήλ και πλοίων στη Μέση Ανατολή, από τον Οκτώβριο του 2023.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων με ανάρτησή του στις 15 Μαρτίου, απαιτώντας την άμεση διακοπή των επιθέσεων των Χούθι και προειδοποιώντας για περαιτέρω αντίποινα.

Οι Χούθι δήλωσαν ότι εξαπέλυσαν αντίποινα κατά των αμερικανικών δυνάμεων στη βόρεια Ερυθρά Θάλασσα, εκτοξεύοντας 18 βαλλιστικούς και πυραύλους κρουζ και ένα drone έως τις 16 Μαρτίου, καθώς και δύο ακόμη πυραύλους κρουζ και δύο drone έως τις 18 Μαρτίου.

Χούθι και Χαμάς

Οι Χούθι άρχισαν να επιτίθενται σε πλοία στη Μέση Ανατολή μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023. Δηλώνουν ότι στηρίζουν τη Χαμάς και ότι οι ενέργειές τους στοχεύουν στην άσκηση πίεσης στο Ισραήλ για τη διακοπή των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Λωρίδα της Γάζας.

Από τον Οκτώβριο του 2023 έως τον Ιανουάριο του 2025, οι Χούθι εξαπέλυσαν επιθέσεις με drone και πυραύλους κατά του Ισραήλ, καθώς και εναντίον περισσότερων από 100 εμπορικών πλοίων στην περιοχή. Δύο πλοία βυθίστηκαν. Τον Νοέμβριο του 2023, οι Χούθι πραγματοποίησαν αεροπορική επιδρομή με ελικόπτερα και κατέλαβαν το πλοίο Galaxy Leader, κρατώντας 25 μέλη του πληρώματος ως ομήρους.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν ανέπτυξε πολεμικά πλοία για την προστασία της ναυσιπλοΐας και αργότερα προχώρησε σε άμεσα στρατιωτικά πλήγματα στην Υεμένη.

Αεροσκάφος εκτοξεύεται από το USS Dwight D. Eisenhower (CVN 69) κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων στην Ερυθρά Θάλασσα, στις 22 Ιανουαρίου 2024. (Kaitlin Watt/Ναυτικό των ΗΠΑ μέσω AP)

 

Οι επιθέσεις των Χούθι συνεχίστηκαν έως τον Ιανουάριο του 2025, όταν Ισραήλ και Χαμάς κατέληξαν σε προσωρινή εκεχειρία. Οι Χούθι σταμάτησαν τις επιχειρήσεις τους και απελευθέρωσαν το πλήρωμα του Galaxy Leader μετά από 459 ημέρες κράτησης.

Η εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς κλονίστηκε, καθώς οι δύο πλευρές διαφωνούν για τα επόμενα βήματα. Στις 2 Μαρτίου, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου αποφάσισε τη διακοπή της παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα. Στις 11 Μαρτίου, οι Χούθι ανακοίνωσαν ότι θα ξαναρχίσουν τις επιθέσεις εναντίον ισραηλινών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα.

Ο αναλυτής Μάικλ Χόρτον, από το Jamestown Foundation, δήλωσε ότι οι Χούθι χρησιμοποιούν τη σύγκρουση στη Γάζα για να ενισχύσουν την υποστήριξή τους στην Υεμένη. Ο Ντάνιελ Φλες, αναλυτής του Heritage Foundation, ανέφερε ότι οι ΗΠΑ δεν πρέπει να αφήσουν τις ενέργειες των Χούθι χωρίς απάντηση.

Δορυφορική εικόνα που δείχνει το πλοίο Rubymar με σημαία Μπελίζ να γεμίζει νερό μετά από ζημιά που υπέστη από επίθεση των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα, την 1η Μαρτίου 2024. (Maxar Technologies μέσω AP)

 

Ο Τραμπ αυξάνει το τίμημα για το Ιράν

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών δήλωσε ότι εφ’ εξής η κυβέρνησή του θα θεωρεί τις ενέργειες των Χούθι συνδεδεμένες με το Ιράν. Σε ανάρτησή του στις 17 Μαρτίου ανέφερε ότι κάθε πυροβολισμός των Χούθι θα αποδίδεται στο Ιράν, το οποίο θα θεωρείται υπεύθυνο και θα υποστεί συνέπειες.

Ο Ντάνιελ Φλες δήλωσε ότι η προειδοποίηση προς το Ιράν αποτελεί αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής, υπογραμμίζοντας ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να καταστήσει σαφή τη στάση της απέναντι στους Χούθι και το Ιράν.

Οι Χούθι, ένα κυρίως σιιτικό ισλαμιστικό κίνημα των Ζαΐντι, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά αντιτιθέμενοι στη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Υεμένης. Το 2014, η αντάρτικη φράξια των Χούθι κατέλαβε τη Σαναά, οδηγώντας τον τότε πρόεδρο της Υεμένης Αμπντραμπούχ Μανσούρ Χάντι να παραιτηθεί και να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα της Υεμένης. Αργότερα ο Χάντι ανακάλεσε την παραίτησή του και σχημάτισε εξόριστη κυβέρνηση στην πόλη-λιμάνι της Υεμένης, το Άντεν.

Η Υεμένη παραμένει σε κατάσταση εμφυλίου από το 2014. Αυτή η εσωτερική σύγκρουση έχει επίσης γίνει μια μάχη δι’ αντιπροσώπων σε μια ευρύτερη διαμάχη για περιφερειακή επιρροή μεταξύ του αραβικού συνασπισμού υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος έχει επικεντρωθεί στην αποτροπή της εξάπλωσης των εξτρεμιστικών ιδεολογιών, και του αντιδυτικού ισλαμιστικού καθεστώτος του Ιράν.

Λίγο αφότου ο Χάντι ανασύστησε την κυβέρνησή του στο Άντεν, η Σαουδική Αραβία σχημάτισε έναν συνασπισμό αραβικών κρατών του Κόλπου, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Αιγύπτου, του Μαρόκου, της Ιορδανίας, του Μπαχρέιν, του Σουδάν και του Κουβέιτ, για να υποστηρίξει στρατιωτικά την κυβέρνηση του Χάντι. Μέχρι το 2015, οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν επίσης να παρέχουν όπλα, πληροφορίες και υλικοτεχνική υποστήριξη στον υπό σαουδαραβική ηγεσία στρατιωτικό συνασπισμό στην Υεμένη.

Από το 2015, οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν επανειλημμένα κατασχέσει πλοία που μετέφεραν όπλα στα ανοικτά των ακτών της Υεμένης, τα οποία, σύμφωνα με την εκτίμησή τους, κατευθύνονται από την Τεχεράνη σε περιοχές που ελέγχουν οι Χούθι, ωστόσο η Τεχεράνη έχει διαψεύσει την αποστολή τέτοιας στρατιωτικής βοήθειας προς την αντάρτικη παράταξη της Υεμένης.

Πλήρωμα της αμερικανικής ακτοφυλακής κατάσχει φορτίο ύποπτων ιρανικών εξαρτημάτων όπλων μετά από θαλάσσια επιδρομή στην Αραβική Θάλασσα, στις 28 Ιανουαρίου 2024. (Φωτογραφία της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ).

 

Στις 18 Μαρτίου, ο Ιρανός πρεσβευτής στον ΟΗΕ, Αμίρ Σαΐντ Ιραβανί, δήλωσε στο Συμβούλιο Ασφαλείας ότι το Ιράν δεν έχει εξοπλίσει τους Χούθι ούτε καθοδηγεί τις ενέργειές τους. Ο αναλυτής Χόρτον ανέφερε ότι το Ιράν παρέχει πληροφορίες και πιθανώς συμβουλές για την επιλογή στόχων, αλλά οι Υεμενίτες διοικητές λαμβάνουν τις περισσότερες αποφάσεις.

Τα επόμενα βήματα

Κατά το τελευταίο έτος της θητείας του προέδρου Τζο Μπάιντεν, ο αμερικανικός στρατός τοποθέτησε τέσσερεις διαφορετικές ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων για να αναχαιτίσουν τις επιθέσεις των Χούτι και να πλήξουν στόχους στην Υεμένη. Ο αμερικανικός στρατός ανέπτυξε επίσης βομβαρδιστικά stealth B-2 Spirit για την καταστροφή υπόγειων χώρων αποθήκευσης όπλων.

Στην ενημέρωση Τύπου του Πενταγώνου στις 17 Μαρτίου, σχετικά με τα τελευταία αμερικανικά πλήγματα, ο Γκρύνκεβιτς αντιμετώπισε ερωτήσεις σχετικά με το πώς αυτές οι νέες επιχειρήσεις διαφέρουν από εκείνες που έγιναν επί Μπάιντεν. Ο στρατηγός της Πολεμικής Αεροπορίας είπε ότι δεν θα υπεισέλθει σε πολλές λεπτομέρειες λόγω επιχειρησιακών ανησυχιών για την ασφάλεια, αλλά δήλωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν πλέον ένα ευρύτερο σύνολο στόχων στην Υεμένη.

Δήλωσε επίσης ότι ο Τραμπ έχει μεταβιβάσει εξουσίες προς τα κάτω στους επιχειρησιακούς διοικητές που βρίσκονται επί τόπου, μειώνοντας τις απαιτήσεις για την έγκριση διαταγής νέων επιθέσεων. «Αυτό μας επιτρέπει να έχουμε έναν ρυθμό επιχειρήσεων ανάλογο με τις ευκαιρίες που βλέπουμε στο πεδίο της μάχης, προκειμένου να συνεχίσουμε να ασκούμε πίεση στους Χούθι», είπε.

Οι Χούθι ελέγχουν μεγάλο μέρος της βορειοδυτικής Υεμένης, όπου κατοικεί σχεδόν το 80% του πληθυσμού της χώρας των 32 εκατομμυρίων κατοίκων.

Μαχητές των Χούθι πραγματοποιούν συγκέντρωση κατά των αμερικανικών και βρετανικών επιδρομών, σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις των Χούθι κοντά στη Σαναά της Υεμένης, στις 14 Ιανουαρίου 2024. (AP Photo)

 

Ο Χόρτον προειδοποίησε ότι οι απώλειες αμάχων από την εντατικοποίηση των αμερικανικών επιδρομών θα μπορούσαν να οδηγήσουν περισσότερους Υεμενίτες να υποστηρίξουν τους Χούθι. Υποστήριξε ότι οποιοδήποτε βιώσιμο σχέδιο για την αντιμετώπιση, τον περιορισμό και την ήττα των Χούτι θα πρέπει να καθοδηγείται από τους ίδιους τους Υεμενίτες.

Με πληροφορίες από τοAssociated Press

Το Ιράν αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο διαλόγου με τις ΗΠΑ για τα πυρηνικά

Το Ιράν έδειξε ότι είναι ανοιχτό σε διάλογο με την Ουάσιγκτον, εφόσον οι συνομιλίες περιοριστούν σε ζητήματα που αφορούν το πυρηνικό του πρόγραμμα. Σύμφωνα με ανάρτηση της ιρανικής αποστολής στον ΟΗΕ, στις 9 Μαρτίου, στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X, η Τεχεράνη θα μπορούσε να εξετάσει τέτοιες συζητήσεις εάν ο στόχος είναι να διασκεδαστούν οι ανησυχίες σχετικά με την πιθανή στρατιωτικοποίηση του πυρηνικού της προγράμματος.

Η ανακοίνωση αυτή ήρθε δύο ημέρες μετά τη δήλωση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ότι επεδίωξε να προσεγγίσει την ιρανική ηγεσία για να διαπραγματευτεί μια νέα πυρηνική συμφωνία που θα αντικαταστήσει εκείνη από την οποία απέσυρε τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά την πρώτη του θητεία.

Ο Τραμπ επανέλαβε πρόσφατα ότι το Ιράν δεν μπορεί να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, αναφέροντας ότι δεν αποκλείει τη χρήση στρατιωτικής δράσης προκειμένου να αποτραπεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ωστόσο, στις 8 Μαρτίου, μία ημέρα μετά τη δήλωση του Τραμπ για επαφές με την Τεχεράνη, ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, απέρριψε το ενδεχόμενο συνομιλιών με ξένες κυβερνήσεις και ηγέτες που, όπως είπε, επιδιώκουν να επιβάλουν νέους περιορισμούς στο Ιράν.

Τον Φεβρουάριο, ο Τραμπ υπέγραψε νέο μνημόνιο εθνικής ασφάλειας, διατάσσοντας την επαναφορά της πολιτικής «μέγιστης πίεσης» απέναντι στο Ιράν, την οποία είχε εφαρμόσει και στην πρώτη του θητεία. Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, ο στόχος της ανανεωμένης εκστρατείας οικονομικών κυρώσεων είναι η αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν και η αντιμετώπιση της προσπάθειας της Τεχεράνης να αναπτύξει πυραύλους και άλλες ασύμμετρες και συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες. Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος υποστήριξε ότι μέσω αυτής της πίεσης επιδιώκει την αποδυνάμωση του δικτύου των ιρανικών πληρεξουσίων στη Μέση Ανατολή.

Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, σε ανάρτησή του στις 9 Μαρτίου, ανέφερε ότι οι διαπραγματεύσεις δεν πρέπει να διεξάγονται υπό πίεση ή απειλές, καθώς, όπως τόνισε, η διαπραγμάτευση είναι διαφορετική από την επιβολή και τις διαταγές. Ο ίδιος σημείωσε ότι το Ιράν διαβουλεύεται με τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Ρωσία και την Κίνα — χώρες που παραμένουν συμβαλλόμενα μέρη της πυρηνικής συμφωνίας του 2015 — σχετικά με την εύρεση τρόπων για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης και της διαφάνειας στο πυρηνικό του πρόγραμμα, με αντάλλαγμα την άρση των «παράνομων κυρώσεων».

Αν και η ιρανική αποστολή στον ΟΗΕ διαβεβαίωσε ότι η Τεχεράνη είναι διατεθειμένη να ακούσει τις διεθνείς ανησυχίες περί απόκτησης πυρηνικών όπλων, ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει το πυρηνικό της πρόγραμμα και πως τέτοιου είδους συνομιλίες «δεν θα γίνουν ποτέ». Σύμφωνα με τον Αραγτσί, το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας ήταν και θα παραμείνει αποκλειστικά ειρηνικό και συνεπώς δεν τίθεται θέμα «πιθανής στρατιωτικοποίησής» του.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (IAEA) έχει εκφράσει ανησυχία για τη συνεχιζόμενη παραγωγή εμπλουτισμένου ουρανίου υψηλής καθαρότητας από το Ιράν. Σε έκθεση που δημοσιεύθηκε στις 26 Φεβρουαρίου, ο οργανισμός εκτίμησε ότι η Τεχεράνη έχει συσσωρεύσει περίπου 274 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου κατά 60%.

Για να παραχθεί υλικό κατάλληλο για πυρηνικά όπλα, το ουράνιο πρέπει να εμπλουτιστεί σε επίπεδο 90%.

Στην ίδια έκθεση, ο ΟΗΕ τόνισε ότι το Ιράν είναι το μοναδικό κράτος χωρίς πυρηνικά όπλα που παράγει τέτοιου είδους υλικό, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση «ιδιαίτερα ανησυχητική».

Ο χρόνος για την Τεχεράνη μπορεί να είναι περιορισμένος όσον αφορά την προοπτική συνομιλιών. Σε συνέντευξή του στο Fox Business, στις 7 Μαρτίου, ο Τραμπ δήλωσε ότι μπορούν να κάνουν μια συμφωνία που θα ήταν εξίσου καλή σαν να είχαν νικήσει στρατιωτικά, τόνισε ωστόσο ότι «ο χρόνος λιγοστεύει».

Οι ΗΠΑ επαναφέρουν τη στρατιωτική βοήθεια καθώς η Ουκρανία συμφωνεί σε 30ήμερη εκεχειρία

Το Κίεβο συμφώνησε να προχωρήσει σε 30ήμερη εκεχειρία με τη Μόσχα, στο πλαίσιο προσπαθειών για την επανέναρξη διαπραγματεύσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον τερματισμό του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.

Αντιπροσωπείες από την Ουάσιγκτον και το Κίεβο εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση στις 11 Μαρτίου, στην οποία ανακοινώθηκε η προτεινόμενη 30ήμερη παύση των εχθροπραξιών, έπειτα από έναν εκτεταμένο γύρο συνομιλιών στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας.

Τις Ηνωμένες Πολιτείες εκπροσώπησαν ο υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, και ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Λευκού Οίκου, Μάικ Ουόλτζ. Από την πλευρά της Ουκρανίας, στις συνομιλίες συμμετείχαν ο υπουργός Εξωτερικών, Αντρίι Συμπίχα, ο προεδρικός σύμβουλος, Αντρίι Γερμάκ, και ο υπουργός Άμυνας, Ρουστέμ Ουμέροφ.

Η συμφωνία της Τζέντας προβλέπει αρχικά μια 30ήμερη κατάπαυση του πυρός, με τη δυνατότητα παράτασης, εφόσον οι δύο πλευρές επιδιώξουν μια πιο μακροπρόθεσμη ειρηνευτική συμφωνία.

«Θα μεταφέρουμε τώρα αυτή την πρόταση στους Ρώσους και ελπίζουμε να πουν ναι», δήλωσε ο Ρούμπιο σε συνέντευξη Τύπου μετά τη συνάντηση.

ΗΠΑ και Ουκρανία επαναφέρουν τη συνεργασία τους

Η συνάντηση της Τρίτης έδωσε την ευκαιρία σε Ουάσινγκτον και Κίεβο να επανεκκινήσουν τις δια ζώσης διαπραγματεύσεις, μετά από μια έντονη αντιπαράθεση στις 28 Φεβρουαρίου, στο Οβάλ Γραφείο, μεταξύ του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, και του Ουκρανού ομολόγου του, Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Η διαφωνία αφορούσε την προθυμία της Ουκρανίας να διαπραγματευτεί και να κάνει συμβιβασμούς με τη Ρωσία.

Στις ημέρες που ακολούθησαν, ο Τραμπ διέταξε την αναστολή κάθε αμερικανικής βοήθειας προς την Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών.

Ωστόσο, μετά τις συνομιλίες στην Τζέντα, οι ΗΠΑ και η Ουκρανία ανακοίνωσαν ότι η Ουάσινγκτον θα άρει το «πάγωμα» στη διαμοίραση πληροφοριών και θα επαναφέρει τη στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο.

«Το πιο σημαντικό είναι να φύγουμε από εδώ με την ισχυρή αίσθηση ότι η Ουκρανία είναι έτοιμη να πάρει δύσκολες αποφάσεις», δήλωσε ο Ρούμπιο στις 10 Μαρτίου, καθ’ οδόν προς τη συνάντηση.

Ο ίδιος τόνισε ότι και η Ρωσία θα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για δύσκολες αποφάσεις, προκειμένου να διευκολυνθεί μια μελλοντική ειρηνευτική συμφωνία.

Αναζητώντας συμβιβασμό: Τι περιμένει η Ουάσιγκτον από το Κίεβο

Όταν ρωτήθηκε ποιες είναι οι συγκεκριμένες δύσκολες αποφάσεις που η κυβέρνηση Τραμπ αναμένει από την Ουκρανία, ο Ρούμπιο απάντησε ότι και οι δύο πλευρές πρέπει να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η σύγκρουση δεν μπορεί να επιλυθεί με στρατιωτικά μέσα.

«Οι Ρώσοι δεν μπορούν να κατακτήσουν ολόκληρη την Ουκρανία, αλλά ταυτόχρονα θα είναι εξαιρετικά δύσκολο για την Ουκρανία, σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα, να απωθήσει τους Ρώσους πίσω στα σύνορα του 2014», εξήγησε ο Ρούμπιο.

Προς το παρόν, μένει να φανεί πώς θα απαντήσει η Μόσχα στην πρόταση.

Επιθέσεις και από τις δύο πλευρές λίγο πριν τις συνομιλίες

Λίγες μόλις ώρες πριν από την έναρξη των συνομιλιών, οι ουκρανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν εκατοντάδες επιθετικά drones σε 10 διαφορετικές ρωσικές περιοχές. Οι ρωσικές αρχές ανέφεραν ότι κατέρριψαν 343 από αυτά, αλλά τρία άτομα σκοτώθηκαν και 18 τραυματίστηκαν, ανάμεσά τους και τρία παιδιά.

Σε ξεχωριστό περιστατικό, Ουκρανοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι η Ρωσία εξαπέλυσε 126 επιθετικά drones και έναν βαλλιστικό πύραυλο Iskander-M εναντίον της Ουκρανίας κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η ουκρανική Πολεμική Αεροπορία ανέφερε ότι κατέρριψε τον βαλλιστικό πύραυλο και 79 από τα drones, ενώ άλλα 35 drones δεν έφτασαν στους στόχους τους για αδιευκρίνιστους λόγους.

Η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη από τις εξαγωγές αμερικανικών όπλων

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αύξησαν το μερίδιό τους στο παγκόσμιο εμπόριο όπλων, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες αύξησαν την εξάρτησή τους από τις εισαγωγές ξένων όπλων την περίοδο 2020-2024, σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Διεθνούς Ινστιτούτου Ειρηνευτικών Ερευνών της Στοκχόλμης (SIPRI), που δημοσιεύθηκε στις 10 Μαρτίου.

Σύμφωνα με την έκθεση του SIPRI, οι εισαγωγές όπλων στην Ευρώπη αυξήθηκαν κατά 155% μέσα στα τέσσερα αυτά χρόνια. Μεγάλο μέρος αυτής της αλλαγής προέκυψε μετά την εισβολή των ρωσικών δυνάμεων στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022. Ως απάντηση στη ρωσική επίθεση, η Ουκρανία αύξησε τις εισαγωγές ξένων όπλων σχεδόν 100 φορές, καταγράφοντας αύξηση 9.627% από το 2020 έως το 2024.

Τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ έχουν καταβάλει προσπάθειες τα τελευταία χρόνια να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες και να ενισχύσουν τη βιομηχανία όπλων της ηπείρου. Ωστόσο, αν η Ευρώπη επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από την αμερικανική αμυντική βιομηχανία, θα πρέπει να αναστρέψει μια τάση που τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχει ευνοήσει κυρίως τους Αμερικανούς κατασκευαστές όπλων.

Κατά την περίοδο αυτή, οι Ηνωμένες Πολιτείες αύξησαν το μερίδιό τους στις παγκόσμιες εξαγωγές όπλων από 35% σε 43%. Αν και η Σαουδική Αραβία παρέμεινε ο μεγαλύτερος μεμονωμένος αποδέκτης των αμερικανικών όπλων, για πρώτη φορά εδώ και δύο δεκαετίες το μεγαλύτερο μέρος των αμερικανικών εξαγωγών όπλων κατευθύνθηκε προς την Ευρώπη. Συνολικά, οι πωλήσεις αμερικανικών όπλων προς την Ευρώπη αυξήθηκαν κατά 233% μεταξύ 2020 και 2024, με την Ουκρανία να αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο αποδέκτη αμερικανικών όπλων αυτή την περίοδο.

Ο ανώτερος ερευνητής του SIPRI Πίτερ Βέζεμαν επεσήμανε ότι, αν και τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ έχουν λάβει μέτρα για να μειώσουν την εξάρτησή τους από τις εισαγωγές όπλων και να ενισχύσουν τη βιομηχανία όπλων της ηπείρου, η διατλαντική σχέση προμήθειας όπλων έχει βαθιές ρίζες. Πρόσθεσε ότι οι εισαγωγές από τις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ έχουν ακόμα σε παραγγελία σχεδόν 500 μαχητικά αεροσκάφη και πολλά άλλα οπλικά συστήματα από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Γαλλία βρίσκεται στη δεύτερη θέση των παγκόσμιων εξαγωγέων όπλων, αλλά το μερίδιό της στην αγορά παραμένει στο ένα τέταρτο αυτού των Ηνωμένων Πολιτειών.

Πτώση των ρωσικών εξαγωγών όπλων

Πριν από την έναρξη της εισβολής στην Ουκρανία το 2022, η Ρωσία ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων στον κόσμο. Έκτοτε, έχει χάσει σημαντικούς πελάτες, ενώ η ρωσική αμυντική βιομηχανία έχει αναγκαστεί να αφιερώνει μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της στην υποστήριξη των ρωσικών στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Σύμφωνα με την ανάλυση του SIPRI σχετικά με τις τετραετείς τάσεις στις πωλήσεις όπλων που έληξαν το 2021 – τον τελευταίο πλήρη χρόνο πριν από τη ρωσική εισβολή – η Ρωσία είχε συναλλαγές με 45 χώρες. Ωστόσο, τα νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι μεταξύ 2020 και 2024, οι κύριοι πελάτες της μειώθηκαν σε 33.

Ο Βέζεμαν σημείωσε ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία επιτάχυνε περαιτέρω την πτώση των ρωσικών εξαγωγών όπλων, καθώς η Ρωσία χρειάζεται περισσότερα όπλα για το μέτωπο, οι εμπορικές κυρώσεις δυσχεραίνουν την παραγωγή και την πώληση όπλων, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους ασκούν πιέσεις σε χώρες ώστε να μην αγοράζουν ρωσικά όπλα.

Η πτώση των ρωσικών εξαγωγών είχε ξεκινήσει πριν από την εισβολή του 2022. Σύμφωνα με το SIPRI, οι ρωσικές εξαγωγές όπλων τα έτη 2020 και 2021 ήταν σημαντικά μικρότερες από οποιοδήποτε άλλο έτος των δύο προηγούμενων δεκαετιών. Οι τρεις μεγαλύτεροι πελάτες της Ρωσίας είναι η Ινδία, η Κίνα και το Καζακστάν, οι οποίοι πλέον αντιπροσωπεύουν περίπου τα δύο τρίτα των ρωσικών εξαγωγών όπλων.

Περισσότερο αυτάρκες το Πεκίνο

Η περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού υπήρξε και παραμένει μια σημαντική αγορά για τις πωλήσεις όπλων, με την Ασία και την Ωκεανία να αποτελούν τη μεγαλύτερη εισαγωγική περιοχή. Ωστόσο, η γενική τάση παρουσιάζει πτωτική πορεία. Συνολικά, το ποσοστό των εξαγωγών όπλων προς τα κράτη της περιοχής μειώθηκε από 41% την περίοδο 2015-2019 σε 33% την περίοδο 2020-2024.

Το Ινστιτούτο Διεθνών Ερευνών της Στοκχόλμης (SIPRI) διαπίστωσε ότι η Κίνα υπήρξε καθοριστικός παράγοντας στη μείωση των πωλήσεων όπλων στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Το κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας έχει οδηγήσει τη χώρα στη μείωση των εισαγωγών ξένων όπλων κατά 64% από το 2015. Σύμφωνα με ανακοίνωση του SIPRI, η Κίνα βρέθηκε εκτός της δεκάδας των μεγαλύτερων εισαγωγέων όπλων για πρώτη φορά από την περίοδο 1990-1994. Το Ινστιτούτο εκτίμησε ότι οι εισαγωγές όπλων της Κίνας πιθανότατα θα συνεχίσουν να μειώνονται, καθώς βελτιώνονται οι δυνατότητες εγχώριας στρατιωτικής παραγωγής.

Την περίοδο 2015-2019, η Κίνα ήταν ταυτόχρονα ο πέμπτος μεγαλύτερος εισαγωγέας και ο πέμπτος μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων. Στην τελευταία τετραετή περίοδο αναφοράς, το SIPRI κατέγραψε την Κίνα ως τον 16ο μεγαλύτερο εισαγωγέα ξένων όπλων και τον τέταρτο μεγαλύτερο εξαγωγέα. Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων, κατατάχθηκαν επίσης ως ο ένατος μεγαλύτερος εισαγωγέας στην πιο πρόσφατη τετραετία.

Το Πακιστάν αναδείχθηκε ως ο κορυφαίος πελάτης για τις κινεζικές εξαγωγές όπλων, απορροφώντας περίπου το 63% των ξένων μεταφορών όπλων της Κίνας. Η Σερβία και η Ταϊλάνδη κατέλαβαν τη δεύτερη και τρίτη θέση αντίστοιχα, αντιπροσωπεύοντας το 6,8% και το 4,6% των κινεζικών εξαγωγών όπλων. Το SIPRI διαπίστωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσώπευαν το 37% των συνολικών πωλήσεων όπλων στην Ασία και την Ωκεανία, ενώ η Ρωσία προμήθευσε το 17% και η Κίνα το 14%.

Παρότι η αυξανόμενη εγχώρια στρατιωτική παραγωγή της Κίνας μειώνει την εξάρτησή της από τις εισαγωγές ξένων όπλων, το SIPRI αξιολόγησε την άποψη ότι η αντίληψη περί αυξανόμενης κινεζικής απειλής επηρεάζει τις αποφάσεις εξοπλιστικών προμηθειών πολλών κρατών στην Ασία και την Ωκεανία.

Πέντε βασικά σημεία της εκρηκτικής συνάντησης Τραμπ-Ζελένσκι

Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι αποχώρησε από τον Λευκό Οίκο την Παρασκευή, αφότου η συνάντησή του με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τον αντιπρόεδρο Βανς εξελίχθηκε σε έντονη αντιπαράθεση.

Οι δύο χώρες είχαν κανονίσει τη συνάντηση ως ευκαιρία για τον Ουκρανό ηγέτη να συναντηθεί με τον Τραμπ και να οριστικοποιήσει μια συμφωνία συνεργασίας που θα έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες πρόσβαση στον πλούτο των φυσικών πόρων της Ουκρανίας.

Ο Τραμπ έχει επιδιώξει να διαπραγματευτεί μια γρήγορη λήξη του συνεχιζόμενου πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας. Έχει επίσης προωθήσει τη συμφωνία για πρόσβαση στους φυσικούς πόρους της Ουκρανίας ως τρόπο ανάκτησης μέρους των κεφαλαίων που έχουν ήδη συνεισφέρει οι Ηνωμένες Πολιτείες στην πολεμική προσπάθεια της Ουκρανίας.

Ακόμα και πριν από τη συνάντηση, ο Τραμπ και ο Ζελένσκι είχαν συγκρουστεί για τους στόχους της συμφωνίας φυσικών πόρων και τις ευρύτερες προσπάθειες του Τραμπ να προάγει τη διαπραγμάτευση μιας ειρηνικής διευθέτησης της σύγκρουσης. Την περασμένη εβδομάδα, ο Τραμπ χαρακτήρισε τον Ζελένσκι δικτάτορα, ενώ ο Ζελένσκι επέκρινε τις προσπάθειες του Τραμπ να εμπλέξει τη Μόσχα σε ειρηνευτικές συνομιλίες.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο κύριος υποστηρικτής του Κιέβου από τότε που οι ρωσικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Ουκρανία το 2022, και έχουν διαθέσει περισσότερα από 174 δισεκατομμύρια δολάρια για την Ουκρανία. Ο Ζελένσκι, εν τω μεταξύ, έχει επιμείνει ότι μια συμφωνία για τους φυσικούς πόρους της Ουκρανίας θα πρέπει να περιλαμβάνει νέες εγγυήσεις ασφαλείας των ΗΠΑ για την Ουκρανία.

Τα αντικρουόμενα οράματα του Τραμπ και του Ζελένσκι έγιναν εμφανή καθώς συζητήθηκαν μπροστά σε δημοσιογράφους, σε συνέντευξη Τύπου στο Οβάλ Γραφείο. Τελικά, ο Ζελένσκι αποχώρησε νωρίς από τον Λευκό Οίκο, και ο Τραμπ δήλωσε στην πλατφόρμα Truth Social ότι ο Ουκρανός ηγέτης «δεν είναι έτοιμος για Ειρήνη αν εμπλέκεται η Αμερική, επειδή αισθάνεται ότι η συμμετοχή μας του δίνει μεγάλο πλεονέκτημα στις διαπραγματεύσεις».

«Δεν θέλω πλεονέκτημα, θέλω ειρήνη. Ασέβησε προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στο πολύτιμο Οβάλ Γραφείο. Μπορεί να επιστρέψει όταν είναι έτοιμος για Ειρήνη», έγραψε ο Τραμπ.

Ο Ζελένσκι πιέζει για όπλα και εγγυήσεις ασφαλείας

Καθώς άνοιγε τη συνέντευξη Τύπου στο Οβάλ Γραφείο, ο Τραμπ αναγνώρισε κάποιες από τις παλαιότερες εντάσεις που είχε με τον Ζελένσκι, δηλώνοντας: «Είχαμε μια μικρή διαφωνία στις διαπραγματεύσεις, αλλά αυτό λύθηκε τέλεια».

Στη συνέχεια, στράφηκε στη συμφωνία για τους φυσικούς πόρους της Ουκρανίας, λέγοντας ότι θα συνεπαγόταν μια «μεγάλη δέσμευση από τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Η συζήτηση εξελίχθηκε καθώς οι δύο ηγέτες απαντούσαν σε ερωτήσεις του Τύπου στο Οβάλ Γραφείο. Ο Τραμπ πίεσε για την οριστικοποίηση της συμφωνίας για τα ορυκτά πριν από περαιτέρω συζητήσεις σχετικά με εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία.

Ο Ζελένσκι, με τη σειρά του, ζητούσε επανειλημμένα πρόσθετη στρατιωτική υποστήριξη για την Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένων των αμερικανικών συστημάτων αεράμυνας. Ο Ουκρανός ηγέτης έθεσε την πιθανότητα η Ουκρανία να μοιραστεί τις άδειες παραγωγής των drone της σε αντάλλαγμα για άδειες παραγωγής αμερικανικών συστημάτων αεράμυνας.

«Ακόμη και μετά τον πόλεμο, χρειαζόμαστε το έθνος μας να είναι ήρεμο… γι’ αυτό χρειαζόμαστε αυτή την αεροπορική ασπίδα», είπε ο Ζελένσκι, επισημαίνοντας ότι οι ευρωπαϊκές χώρες είναι μεν πρόθυμες να παράσχουν τις δικές τους εγγυήσεις ασφαλείας, αλλά χωρίς περαιτέρω εγγυήσεις από τις ΗΠΑ, οι ευρωπαϊκές δεσμεύσεις δεν θα είναι «τόσο ισχυρές όσο χρειάζεται».

Ο Τραμπ έδειξε ότι θα ήταν πρόθυμος να υποστηρίξει περισσότερες αποστολές όπλων στην Ουκρανία και εξέφρασε την ελπίδα ότι οι περισσότερες από αυτές τις αποστολές δεν θα χρειαστούν αν επιτευχθεί ειρηνευτική συμφωνία με τη Μόσχα.

«Ελπίζω να μην χρειαστεί να στείλω πολλά γιατί, ελπίζω, θα το έχουμε τελειώσει», είπε ο Τραμπ.

Ο Ζελένσκι λέει «όχι στους συμβιβασμούς», αρνείται την κατάπαυση πυρός με τους όρους του Τραμπ

Καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης στο Οβάλ Γραφείο, ο Ζελένσκι έδειξε απροθυμία να συμβιβαστεί με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν για να επιτύχει κατάπαυση πυρός με τη Ρωσία. Ο Ουκρανός ηγέτης αναφέρθηκε στον Πούτιν ως «δολοφόνο και τρομοκράτη».

Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, ο Τραμπ δήλωσε ότι ο Ζελένσκι πιθανότατα θα πρέπει να κάνει συμβιβασμούς για να επιτύχει ειρήνη με τη Ρωσία. Απαντώντας στις δηλώσεις του Ζελένσκι στο Οβάλ Γραφείο, ο Τραμπ επανέλαβε: «Νομίζω ότι θα πρέπει πάντα να κάνετε συμβιβασμούς. Δεν γίνονται συμφωνίες χωρίς συμβιβασμούς, οπότε σίγουρα θα πρέπει να κάνετε κάποιους συμβιβασμούς, αλλά ελπίζουμε ότι δεν θα είναι τόσο μεγάλοι όσο νομίζουν ορισμένοι», είπε ο Τραμπ.

Ο Ζελένσκι αντέδρασε, λέγοντας ότι η Μόσχα είχε παραβιάσει 25 προηγούμενες προσπάθειες διαπραγμάτευσης μιας διευθέτησης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας πριν από την εισβολή του 2022.

«Δεν μπορούμε απλώς να μιλάμε για κατάπαυση του πυρός και να μιλάμε και να μιλάμε. Δεν θα λειτουργήσει», είπε ο Ουκρανός ηγέτης.

Ο Ζελένσκι είπε ότι ο Πούτιν ξεκίνησε τον πόλεμο, και μια ειρηνική διευθέτηση θα πρέπει να ακολουθεί την αρχή ότι αυτός που άρχισε τον πόλεμο πρέπει να πληρώσει για τις ζημιές.

Καθώς οι συζητήσεις συνεχίζονταν, ο Τραμπ αντιμετώπισε ερωτήσεις σχετικά με το αν ευθυγραμμιζόταν με τον Πούτιν μέσω της διαπραγματευτικής του στάσης. Ο Τραμπ είπε ότι δεν προσπαθεί να ευθυγραμμιστεί με κανέναν από τους δύο ηγέτες και ότι δεν γίνεται να καταδικάσει τις ενέργειες του Πούτιν και ταυτόχρονα να έχει παραγωγικές ειρηνευτικές συνομιλίες με τον Ρώσο ηγέτη.

«Θέλετε να πω τρομερά πράγματα για τον Πούτιν και μετά να πω  ‘Γεια σου Βλαντίμιρ, πώς πάμε με τη συμφωνία;’ Αυτό δεν λειτουργεί», είπε ο Τραμπ.

Ξεσπά διαφωνία καθώς ο Ζελένσκι αντιπαρατίθεται με τον Βανς και αμφισβητεί την αμερικανική διπλωματία

Καθώς η συζήτηση συνεχιζόταν, ο Βανς υπερασπίστηκε τις προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ να διαπραγματευτεί μια ειρηνική διευθέτηση. Ο Ζελένσκι απάντησε επισημαίνοντας παλαιότερες ανεπιτυχείς προσπάθειες διπλωματίας, αναφέροντας μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός και ανταλλαγής αιχμαλώτων του 2019 μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Ο Ζελένσκι είπε ότι η Ρωσία δεν τήρησε ποτέ τους όρους αυτής της συμφωνίας.

«Για τι είδους διπλωματία μιλάτε, Τζ.Ντ.;» ρώτησε ο Ζελένσκι.

«Μιλάω για το είδος της διπλωματίας που θα τερματίσει την καταστροφή της χώρας σας», απάντησε ο Βανς. «Κύριε πρόεδρε, με όλο το σεβασμό, νομίζω ότι είναι ασεβές να έρχεστε στο Οβάλ Γραφείο και να προσπαθείτε να επιχειρηματολογείτε γι’ αυτό μπροστά στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης».

Μετά από κάποια αντιπαράθεση μεταξύ του Ζελένσκι και του Βανς σχετικά με την καταλληλότητα της προσέγγισης του Ζελένσκι στο να ζητά περισσότερη βοήθεια από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ουκρανός πρόεδρος υπονόησε ότι, αν και η σύγκρουση μπορεί να μην αποτελεί άμεσο πρόβλημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, «θα το αισθανθείτε στο μέλλον».

Ο Τραμπ, που φάνηκε να προσβάλλεται από αυτή τη διατύπωση, παρενέβη:

«Δεν το ξέρετε αυτό», είπε. «Μην μας λέτε τι θα αισθανθούμε. Επειδή δεν είστε σε θέση να το υπαγορεύσετε αυτό».

Ο Τραμπ και ο Βανς λένε ότι ο Ζελένσκι στερείται διαπραγματευτικής ισχύος

Καθώς ο Ζελένσκι εξέφραζε τις αμφιβολίες του για την αποτελεσματικότητα της διπλωματίας, ο Τραμπ προειδοποίησε ξανά ότι ο Ζελένσκι στερείται  διαπραγματευτικής ισχύος για να προωθήσει μια πιο σκληρή διαπραγματευτική στάση.

«Δεν έχετε τα χαρτιά αυτή τη στιγμή. Με εμάς, αρχίζετε να έχετε χαρτιά», είπε ο Τραμπ, με διακοπές από τον Ζελένσκι.

«Δεν παίζω χαρτιά. Είμαι πολύ σοβαρός», παρενέβη ο Ουκρανός ηγέτης.

«Παίζετε τζόγο με τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. Παίζετε τζόγο με τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο», συνέχισε ο Τραμπ. «Και αυτό που κάνετε είναι πολύ ασεβές προς τη χώρα — αυτή τη χώρα — που σας υποστήριξε πολύ περισσότερο από ό,τι πολλοί είπαν ότι θα έπρεπε.»

Ο Τραμπ επαίνεσε τις ουκρανικές δυνάμεις που συνεχίζουν να πολεμούν σε έναν δύσκολο πόλεμο και απέδωσε μεγάλο μέρος αυτής της επιτυχίας στην αμερικανική υποστήριξη.

«Αν δεν είχατε τον στρατιωτικό μας εξοπλισμό, αυτός ο πόλεμος θα είχε τελειώσει σε δύο εβδομάδες», είπε ο Τραμπ.

Ο Τραμπ απειλεί να αποσύρει την αμερικανική υποστήριξη αν ο Ζελένσκι δεν κάνει συμφωνία

Καθώς οι συζητήσεις παρέμεναν τεταμένες, ο Βανς πρότεινε οι συνομιλίες να συνεχιστούν κεκλεισμένων των θυρών, αντί μπροστά στον Τύπο. «Ας πάμε να συζητήσουμε αυτές τις διαφωνίες, αντί να προσπαθούμε να τις λύσουμε μπροστά στα αμερικανικά μέσα, ενώ κάνετε λάθος», είπε ο Βανς στον Ζελένσκι.

Ο Τραμπ είπε ότι ένας από τους λόγους που επέτρεψε την εξέλιξη της διαφωνίας μπροστά στα μέσα ενημέρωσης για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν ότι θεωρούσε πως ήταν καλό για το κοινό να δει πώς κατέρρεαν οι συνομιλίες.

Σε ένα από τα τελευταία του σχόλια προτού το προσωπικό του Λευκού Οίκου οδηγήσει τους δημοσιογράφους έξω από το Οβάλ Γραφείο, ο Τραμπ είπε στον Ζελένσκι: «Ο λαός σας είναι πολύ γενναίος, αλλά είτε θα κάνετε μια συμφωνία είτε αποχωρούμε».

«Αν αποχωρήσουμε, θα πολεμήσετε μόνοι σας», συνέχισε ο Τραμπ. «Δεν νομίζω ότι θα είναι πολύ ωραία, αλλά θα πολεμήσετε.»

Μετά το δημόσιο τμήμα της συνάντησης, ο Ζελένσκι κλήθηκε να αποχωρήσει νωρίς από τον Λευκό Οίκο χωρίς να υπογράψει τη συμφωνία οικονομικής συνεργασίας.