Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Μάρβιν Γιουτζίν Βόλφγκανγκ: Έργο-θεμέλιο για την εγκληματολογία τού σήμερα

Στο προηγούμενο άρθρο για τον κοινωνιολόγο-εγκληματολόγο Μάρβιν Γιουτζίν Βόλφγκανγκ (Marvin Eugene Wolfgang) εξετάσαμε την πορεία του στον χώρο της εγκληματολογία: είδαμε ότι βραβεύτηκε πολλές φορές για τα επιτεύγματα του στον κλάδο της εγκληματολογίας, ότι συνεργάστηκε με άλλα σπουδαία ονόματα του αντικειμένου, ότι προσκλήθηκε από πανεπιστήμια από όλον τον κόσμο για να διδάξει και, τέλος, ότι οι έρευνες του και τα αποτελέσματα αυτών έθεσαν τις βάσεις για πολλά εγκληματολογικά αντικείμενα που χρησιμοποιούμε σήμερα.

Ο Βόλφγκανγκ έγραψε πολλά βιβλία και επιστημονικά άρθρα. Τέσσερα από τα βιβλία του θεωρούνται τα σημαντικότερα, με το περιεχόμενο τους να αποτελεί σπουδαία ανακάλυψη της εποχής. Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε περιληπτικά αυτά τα έργα.

Μοτίβα στην εγκληματική ανθρωποκτονία (Patterns in criminal homicide)

Ο Βόλφγκανγκ δημιούργησε το πρώτο ολοκληρωμένο σύνολο δεδομένων για τις ανθρωποκτονίες. Ήταν μία μακράς κλίμακας ανάλυση η οποία δημοσιεύτηκε το 1958. Αυτό που την κάνει ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι ότι έγινε σε μία περίοδο που δεν υπήρχαν υπολογιστές για ευρεία χρήση.

Στην ανάλυση του, ο Βόλφγκανγκ πήρε 588 ανθρωποκτονίες που διαπράχτηκαν στη Φιλαδέλφεια, ανάμεσα στα έτη 1948 και 1952. Η μελέτη είχε ως σκοπό να εξετάσει τη σχέση μεταξύ δράστη και θύματος πιο σχολαστικά από ό,τι γινόταν μέχρι τότε. Τα αποτελέσματα της έρευνας κατέρριψαν τη μέχρι τότε ισχύουσα πεποίθηση ότι ο δράστης είναι συνήθως άγνωστος, καθώς σε πάνω από τις μισές υποθέσεις και ο δράστης και το θύμα ανήκαν στον ίδιο οικογενειακό ή φιλικό κύκλο.

Επίσης ανέλυσε τις σχέσεις θύματος και δράστη στο πλαίσιο του φύλου και της φυλής. Διαπίστωσε ότι τα ποσοστά των ανδρών και των Αφροαμερικάνων που είχαν διαπράξει ανθρωποκτονία ήταν αρκετά μεγαλύτερα από των άλλων, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις ο δράστη και το θύμα ανήκαν στην ίδια φυλή. Ακόμα είδε ότι μόνο το 6% των υποθέσεων παρέμενε άλυτο.

Ο Βόλφγκανγκ είναι επίσης ο πρώτος που συστήνει τον όρο «θύμα που προκάλεσε το έγκλημα» (victim precipitation). Το θύμα στη συγκεκριμένη περίπτωση προκαλεί ευθέως μέσα από τις πράξεις του τον δράστη να τελέσει το έγκλημα, δηλαδή παίζει άμεσο ρόλο. Ο ρόλος του σύμφωνα με τον Βόλφγκανγκ είναι ότι πριν τελεστεί η ανθρωποκτονία το θύμα είναι ο πρώτος που άσκησε σωματική βία ενάντια στον δράστη. Διαπίστωσε ότι περίπου στο 25% των υποθέσεων του ήταν το «θύμα που προκάλεσε το έγκλημα» (victim precipitation).

Μέσα από την ανάλυση του, ο Βόλφγκανγκ ήταν ο πρώτος που κατέγραψε εμπειρικά και τον ρόλο της κατανάλωσης αλκοόλ στην ανθρωποκτονία. Στα 2/3 των υποθέσεων που εξέτασε, ο δράστης, το θύμα ή και οι δύο είχαν καταναλώσει αλκοόλ πριν το γεγονός λάβει μέρος.

Η μέτρηση της παραβατικότητας

Ο Βόλφγκανγκ έκρινε τις μέχρι τότε στατιστικές που απλά περιείχαν τα ποσοστά της παραβατικότητας και εγκληματικότητας και τίποτα άλλο ως ανεπαρκή. Αυτό που του κίνησε την περιέργεια ήταν το πώς η κοινωνία αντιλαμβάνεται τα διαφορετικά εγκλήματα και τη σοβαρότητα τους. Έτσι, επιχείρησε ο ίδιος να δημιουργήσει έναν πίνακα κατηγοριοποίησης των διαφορετικών εγκλημάτων από το λιγότερο σοβαρό έως το πιο σοβαρό, με βάση την άποψη της κοινωνίας.

Ο Βόλφγκανγκ ρώτησε 699 άτομα για 141 διαφορετικά αδικήματα και ύστερα πέρασε τα ευρήματα από στατιστική ανάλυση. Η κλίμακα ξεκινούσε από το 1 και έφτανε έως το 26, με το 1 να αντιπροσωπεύει τα λιγότερο σημαντικά αδικήματα, όπως κλοπή χρηματικών ποσών κάτω των είκοσι ευρώ και το 26 την ανθρωποκτονία.

Η ίδια έρευνα εφαρμόστηκε και σε άλλες χώρες. Ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι ότι τα ευρήματα ποίκιλλαν, η οποία οδήγησε στο συμπέρασμα ότι οι πολιτισμικές διαφορές επηρεάζουν την αντίληψη της εκάστοτε κοινωνίας για το έγκλημα και τη σοβαρότητα του. Σε κάποιες χώρες, η κλίμακα μέτρησης έφτανε σε μικρότερους αριθμούς, όπως το 8, πράγμα που σημαίνει ότι η διάκριση μεταξύ των σοβαρών και μη σοβαρών εγκλημάτων γινόταν πιο δύσκολη.

Η υποκουλτούρα της βίας

Το ενδιαφέρον για την υποκουλτούρα της βίας ξεκίνησε με τη συνεργασία του Βόλφγκανγκ και του Φράνκο Φερρακούτι (Franco Ferracuti) σε μία έρευνα στο Πουέρτο Ρίκο. Η θεωρία της υποκουλτούρας της βίας επιχειρεί να εξηγήσει την προέλευση της βίας. Ο Βόλφγκανγκ, επηρεασμένος από τις μελέτες του Τόρστεν Σέλιν, επιχειρεί να συνεχίσει τη θεωρία του μέντορα του.

Η θεωρία των Βόλφγκανγκ και Φερρακούτι προέρχεται από μία κοινωνιολογική ανάλυση του εγκλήματος που ισχυρίζεται πως το έγκλημα μετριάζεται από τους ψυχολογικούς παράγοντες.

Η θεωρία της υποκουλτούρας της βίας μάς λέει ότι μέσα στην κάθε κοινωνία υπάρχουν διαφορετικές ομάδες ανθρώπων, που παρόλο που είναι επηρεασμένοι όλοι τους από την ίδια κοινωνία, ως ομάδα έχουν κτίσει τα δικά τους ιδανικά και πιστεύω, δηλαδή έχει δημιουργηθεί μια υποκουλτούρα. Όταν ένα άτομο εισάγεται σε μια ομάδα η οποία θεωρεί φυσιολογική τη χρήση της βίας, αυτό το άτομο θα επηρεαστεί και θα αρχίσει να γίνεται και αυτό βίαιο. Παράδειγμα για τα παραπάνω αποτελούν οι διαφορετικές και βίαιες υποκουλτούρες που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια των πολέμων.

Οι Βόλφγκανγκ και Φεrρακούτι έγραψαν το βιβλίο «Η υποκουλτούρα της βίας» για το θέμα αυτό, εξηγώντας τη θεωρία και αναφέροντας συγκεκριμένες υποθέσεις.

Μία μακροχρόνια εγκληματολογική μελέτη (Delinquency in a Birth Cohort)

Ο Βόλφγκανγκ διεξήγαγε την πρώτη μακροχρόνια έρευνα της παραβατικότητας και εγκληματικότητας σε μεγάλο επίπεδο. Για την έρευνά του πήρε ως δείγμα 10.000 αγόρια γεννημένα στη Φιλαδέλφεια το 1945 και χρησιμοποιώντας ως πηγές τα σχολεία, την αστυνομία, και τα δικαστήρια, παρακολούθησε την πορεία της ζωής τους ως την ηλικία των δεκαοχτώ ετών. Η μελέτη αυτή υποστηρίχθηκε από τα σχολεία της Φιλαδέλφειας και την αστυνομία, και χρηματοδοτήθηκε από το Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας.

Στην έρευνα συνεισέφεραν δεκαπέντε μεταπτυχιακοί φοιτητές, αρκετοί συνάδελφοι και μέλη από το Κέντρο Σέλιν. Μέχρι τότε οι σχετικές με την παραβατικότητα και την εγκληματικότητα έρευνες ακολουθούσαν τη μέθοδο της εγκάρσιας μελέτης (cross-sectional study), δηλαδή γίνονταν σε ένα ορισμένο δείγμα μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή .

Τα αποτελέσματα της έρευνάς του ήταν ότι το 67% των αγοριών δεν είχε καμία σύλληψη, το 30% είχε τουλάχιστον μία σύλληψη, ενώ το 6% είχε συλληφθεί περισσότερες από πέντε φορές. Αυτό το μικρό ποσοστό ονομάζεται χρόνιοι παραβάτες (chronic offenders) και είναι αυτοί που γεμίζουν το μεγαλύτερο ποσοστό της εγκληματικότητας της κάθε περιοχής – στη μελέτη του Βόλφγκανγκ, συγκεκριμένα, το 50%.

Ο Βόλφγκανγκ συνέχισε τη μελέτη αυτή έως τον θάνατο του, το 1998. Πήρε περίπου το 10% των αγοριών που είχε ξεκινήσει αρχικά την έρευνα και ακολούθησε την πορεία τους μέχρι την ηλικία των τριάντα.

Τα τέσσερα έργα που είδαμε παραπάνω ενέπνευσαν πολλούς, όχι μόνο του κλάδου, να τα εφαρμόσουν και να τα αναπτύξουν περαιτέρω σε διάφορες δικές τους μελέτες. Όποιος θελήσει να ασχοληθεί με το ερευνητικό πεδίο, σίγουρα αξίζει να διαβάσει για τον Μάρβιν Γιουτζίν Βόλφγκανγκ.

Ηλεκτρονικές πηγές

  1. Robert A. Silverman, Marvin Eugene Wolfgang, 14 November 1924 · 12 April 1998, πηγή: Proceedings of the American Philosophical Society , Dec., 2004, Vol. 148, No. 4 (Dec., 2004), pp. 547-554, εκδόθηκε από: American Philosophical Society στο JSTOR

Νέα ανακάλυψη: Τα καρκινικά κύτταρα «συνεργάζονται» για να επιβιώσουν

Τα καρκινικά κύτταρα, που επί μακρόν θεωρούνταν ανταγωνιστικά μεταξύ τους, στην πραγματικότητα συνεργάζονται για να αντλήσουν θρεπτικά συστατικά όταν δεν τα βρίσκουν εύκολα στο περιβάλλον τους, σύμφωνα με νέα μελέτη.

Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης εντόπισαν ένα συγκεκριμένο ένζυμο που προάγει αυτή τη συνεργασία, επιτρέποντας στα καρκινικά κύτταρα να μοιράζονται τους πόρους, όταν τα θρεπτικά συστατικά είναι σε έλλειψη. Όταν το ένζυμο αυτό μπλοκαρίστηκε, τα καρκινικά κύτταρα δεν μπορούσαν να τραφούν και πέθαιναν εντελώς.

Συνεργασία υπό δύσκολες συνθήκες

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Nature, αναδεικνύει μια ενδιαφέρουσα πτυχή της βιολογίας του καρκίνου: ενώ τα καρκινικά κύτταρα έχουν ιστορικά θεωρηθεί ως ανταγωνιστές για θρεπτικά συστατικά και πόρους, μπορούν επίσης να επιδείξουν συνεργατική συμπεριφορά, ιδίως σε απαιτητικά περιβάλλοντα. Οι ερευνητές εξέτασαν αυτή τη δυαδικότητα σε ποντίκια και απεικόνισαν τη συνεργασία μεταξύ των οργανισμών υπό ακραίες συνθήκες.

Για παράδειγμα, σημείωσαν οι ερευνητές, μικροοργανισμοί όπως οι ζυμομύκητες συνεργάζονται για να βρουν θρεπτικά συστατικά, αλλά μόνο όταν αντιμετωπίζουν πείνα. Ομοίως, τα καρκινικά κύτταρα, τα οποία χρειάζονται θρεπτικά συστατικά για να ευδοκιμήσουν και να πολλαπλασιαστούν σε απειλητικούς για τη ζωή όγκους, συχνά βρίσκονται σε περιβάλλοντα όπου τα θρεπτικά συστατικά σπανίζουν. «Αν και ο ανταγωνισμός είναι σίγουρα κρίσιμος για την εξέλιξη των όγκων και την εξέλιξη του καρκίνου, οι συνεργατικές αλληλεπιδράσεις εντός των όγκων είναι επίσης σημαντικές, αν και ελάχιστα κατανοητές», σημείωσαν οι ερευνητές.

Επεσήμαναν ότι η έλλειψη θρεπτικών συστατικών είναι ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό του μικροπεριβάλλοντος του όγκου και υπέθεσαν ότι η φυσική επιλογή μπορεί να είναι ένας μηχανισμός, που ενθαρρύνει την επιβίωση των καρκινικών κυττάρων, που μπορούν να συνεργαστούν για την εξεύρεση θρεπτικών συστατικών.

Η επιβίωση πάνω από όλα

Για να διαπιστώσουν αν τα καρκινικά κύτταρα συνεργάζονται, οι ερευνητές παρακολούθησαν την ανάπτυξη κυττάρων από διαφορετικούς τύπους όγκων.

Παρατήρησαν ότι ενώ τα καρκινικά κύτταρα συνήθως προσλαμβάνουν αμινοξέα – τα δομικά στοιχεία των πρωτεϊνών – με ανταγωνιστικό τρόπο, αν στερηθούν τη γλουταμίνη, το πιο άφθονο αμινοξύ στον οργανισμό, θα συνεργαστούν για να αποκτήσουν τους απαραίτητους πόρους.

«Παραδόξως, παρατηρήσαμε ότι ο περιορισμός των αμινοξέων ωφέλησε τους μεγαλύτερους κυτταρικούς πληθυσμούς, αλλά όχι τους αραιούς, γεγονός που υποδηλώνει ότι πρόκειται για μια συνεργατική διαδικασία, που εξαρτάται από την πυκνότητα του πληθυσμού», δήλωσε ο Κάρλος Καρμόνα-Φοντέιν, αναπληρωτής καθηγητής βιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και κύριος συγγραφέας. «Έγινε σαφές ότι υπήρχε πραγματική συνεργασία μεταξύ των καρκινικών κυττάρων.»

Διεξάγοντας πρόσθετα πειράματα με καρκινικά κύτταρα του δέρματος, του μαστού και του πνεύμονα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι μια βασική πηγή θρεπτικών συστατικών για τα καρκινικά κύτταρα προέρχεται από τα ολιγοπεπτίδια, τα οποία είναι κομμάτια μικρών αμινοξέων που δρουν ως αγγελιοφόροι μεταξύ των κυττάρων.

Κρίσιμο ένζυμο που θα μπορούσε να στοχευθεί για να σκοτώσει τον καρκίνο

Αντί να προσλαμβάνουν απλώς πεπτίδια, τα οποία είναι μικρές πρωτεΐνες, τα καρκινικά κύτταρα αρχίζουν να συνεργάζονται, σύμφωνα με τον Καρμόνα-Φοντέιν. Απελευθερώνουν ένα ειδικό ένζυμο που ονομάζεται CNDP2, το οποίο διασπά αυτά τα πεπτίδια σε ακόμη μικρότερα κομμάτια, ελεύθερα αμινοξέα, τα οποία μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιήσουν εύκολα για ενέργεια, τροφοδοτώντας την ταχεία ανάπτυξή τους.

«Επειδή αυτή η διαδικασία συμβαίνει έξω από τα κύτταρα, το αποτέλεσμα είναι μια κοινή δεξαμενή αμινοξέων, που γίνεται κοινό αγαθό [για τον καρκίνο]», σημείωσε.

Όταν η βεστατίνη, ένα φάρμακο που αναστέλλει τη λειτουργία του CNDP2, εφαρμόστηκε στα καρκινικά κύτταρα, αυτά δεν μπορούσαν να τραφούν από τα μικρά αμινοξέα και πέθαναν εντελώς.

Η βεστατίνη, επίσης γνωστή ως ubenimex, δεν έχει εγκριθεί για καμία θεραπεία στην Ευρώπη ή στις Ηνωμένες Πολιτείες, δήλωσε στην Epoch Times η Μαριάνα Μάτζο, πιστοποιημένη γεροντολογική νοσηλεύτρια με μεταπτυχιακό και διδακτορικό στη γεροντολογία και πιστοποιήσεις ως προχωρημένη νοσηλεύτρια παρηγορητικής φροντίδας, γεροντολογίας και ογκολογίας. Είναι όμως εγκεκριμένο και χρησιμοποιείται στην Ιαπωνία για περισσότερα από 35 χρόνια ως επικουρική θεραπεία μετά από χημειοθεραπεία.

Στις επικουρικές θεραπείες χρησιμοποιούνται επιπλέον φάρμακα, για να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα της αρχικής θεραπείας, σημείωσε η ίδια. «Στην Ιαπωνία χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της ύφεσης και της επιβίωσης στην οξεία μη λεμφοκυτταρική λευχαιμία σε ενήλικες ασθενείς», σημείωσε η Μάτζο.

Η βεστατίνη μπλόκαρε σταθερά την πρόσληψη ολιγοπεπτιδίων σε όλες τις καρκινικές κυτταρικές σειρές που δοκιμάστηκαν in vitro, οι οποίες περιλάμβαναν μια ευρεία ποικιλία κυττάρων όγκων του δέρματος, του πνεύμονα, του μαστού, του παχέος εντέρου και του παγκρέατος.

Μπλοκάροντας το γονίδιο, λιμοκτονούν τα καρκινικά κύτταρα

Έχοντας εντοπίσει το CNDP2 ως παράγοντα πίσω από τη συνεργατική διαδικασία σίτισης στα καρκινικά κύτταρα, οι επιστήμονες συνέχισαν να δοκιμάζουν τι συμβαίνει όταν λείπει το ένζυμο, χρησιμοποιώντας την τεχνολογία γονιδιακής επεξεργασίας CRISPR για να εξουδετερώσουν το γονίδιο CNDP2 στα καρκινικά κύτταρα.

Διαπίστωσαν ότι η ανάπτυξη των όγκων μειώθηκε, μια διαφορά ακόμη πιο έντονη όταν η διαγραφή του CNDP2 συνδυάστηκε με τον περιορισμό της πρόσβασης του όγκου σε αμινοξέα με τη χρήση δίαιτας χαμηλής περιεκτικότητας σε ολιγοπεπτίδια. Οι διαιτητικές πηγές ολιγοπεπτιδίων περιλαμβάνουν τρόφιμα όπως το γάλα, τα αυγά, το κρέας, η σόγια, τα φασόλια, τα δημητριακά, και σπόρους όπως η κάνναβη και ο λιναρόσπορος.

Οι ερευνητές κατάφεραν επίσης να μειώσουν την ανάπτυξη όγκων στους οποίους δεν είχε διαγραφεί το CNDP2 συνδυάζοντας αυτές τις δίαιτες με  βεστατίνη, ένας συνδυασμός που θα μπορούσε να βοηθήσει τους ασθενείς υπό κλινική φροντίδα, σύμφωνα με τους συγγραφείς.

«Επειδή αφαιρέσαμε την ικανότητά τους να εκκρίνουν το ένζυμο και να χρησιμοποιούν τα ολιγοπεπτίδια στο περιβάλλον τους, τα κύτταρα χωρίς CNDP2 δεν μπορούν πλέον να συνεργαστούν, γεγονός που αποτρέπει την ανάπτυξη του όγκου», δήλωσε ο Καρμόνα-Φοντέιν. «Ελπίζουμε ότι η σαφέστερη κατανόηση αυτού του μηχανισμού θα μας βοηθήσει να κάνουμε τα φάρμακα πιο στοχευμένα και πιο αποτελεσματικά.»

Επιπτώσεις και μελλοντική έρευνα

Οι ερευνητές στοχεύουν να μεταφράσουν αυτά τα ευρήματα σε θεραπείες για τον καρκίνο που διαταράσσουν την κυτταρική συνεργασία. Ενώ αυτή η πρώιμη μελέτη σε ποντίκια παρέχει απόδειξη της κεντρικής ιδέας, η αποτελεσματικότητα της θεραπείας στον άνθρωπο χρειάζεται να ερευνηθεί περαιτέρω.

Οι υπάρχουσες θεραπείες για τον καρκίνο λειτουργούν με τη φυσική αφαίρεση του καρκίνου με χειρουργική επέμβαση, τη θανάτωση των κυττάρων με ακτινοβολία ή χημειοθεραπεία, την ενίσχυση της άμυνας του οργανισμού με ανοσοθεραπεία ή την αλλαγή του τρόπου ανάπτυξης των κυττάρων με στοχευμένη θεραπεία. Ωστόσο, τα νέα ευρήματα ακούγονται ελπιδοφόρα και προσφέρουν μια διαφορετική προσέγγιση στη θεραπεία του καρκίνου, επισημαίνει η Μάτζο:

«Αυτό το μοντέλο θεραπείας στηρίζεται στη λιμοκτονία των καρκινικών κυττάρων -αυτή είναι μια νέα προσέγγιση στη θεραπεία του καρκίνου.»

Κίνδυνος για την υγεία: Βακτήρια σε σφραγισμένα και αποστειρωμένα μελάνια για τατουάζ και μόνιμο μακιγιάζ

Τα μελάνια που χρησιμοποιούνται στην τέχνη της δερματοστιξίας ενέχουν κινδύνους, όπως αποκαλύφθηκε πρόσφατα από νέα μελέτη που έλαβε χώρα  στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τα ευρήματα, ακόμη και σφραγισμένα, τα δηλωμένα ως αποστειρωμένα προϊόντα μελάνης μπορεί να αποτελούν περιοχές αναπαραγωγής μολυσματικών μικροβίων.

Βακτήρια στο 35% των μελανιών

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στις 2 Ιουλίου στο περιοδικό Εφαρμοσμένη και Περιβαλλοντική Μικροβιολογία (Applied and Environmental Microbiology), ερεύνησε την παρουσία τόσο αερόβιων όσο και αναερόβιων βακτηρίων στα εμπορικά μελάνια για τατουάζ και στα μελάνια μόνιμου μακιγιάζ.

Τα αερόβια βακτήρια επιβιώνουν και ευδοκιμούν μόνο υπό την παρουσία οξυγόνου, ενώ τα αναερόβια – όπως τα βακτήρια που προκαλούν τέτανο – δεν χρειάζονται οξυγόνο για να ζήσουν και να διαδοθούν. Στην περίπτωση ενός μολυσμένου μελανιού τατουάζ, αυτά τα παθογόνα μπορούν να μολύνουν τον τραυματισμένο ανθρώπινο ιστό, και συγκεκριμένα την περιοχή κάτω από την επιδερμίδα.

Ερευνητές ανέλυσαν 75 μελάνια τατουάζ από 14 κατασκευαστές στην αγορά των ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας συνηθισμένες μεθόδους επώασης για αερόβια βακτήρια και έναν αναερόβιο θάλαμο για την ανίχνευση των αναερόβιων βακτηρίων.

Η μελέτη βρήκε πως περίπου το 35% των σφραγισμένων, κλειστών μελανιών περιείχαν και τα δύο είδη βακτηρίων. Αυτό ίσχυε ακόμη και όταν η ετικέτα του προϊόντος ανέγραφε πως είναι αποστειρωμένο. Πάνω από τα μισά μελάνια χαρακτηρίζονταν αποστειρωμένα και ωστόσο ήταν μολυσμένα από βακτήρια. Αυτό υποδηλώνει πως είτε η μέθοδος αποστείρωσης ήταν αναποτελεσματική είτε ο ισχυρισμός της αποστείρωσης ήταν ανακριβής.

Τα ευρήματα «επαναλαμβάνουν τη σημασία της επαγρύπνησης σχετικά με τα σημάδια μόλυνσης μετά τη λήψη ενός τατουάζ», είπε στους Epoch Times ο Δρ Ραμάν Μαντάν, διευθυντής κοσμητικής δερματολογίας στο Northwell Health, ο οποίος δεν έλαβε μέρος στην εν λόγω έρευνα. Οι κίνδυνοι για την υγεία είναι «πολύ πραγματικοί».

Κατανοώντας τους κινδύνους της δερματοστιξίας

Σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Έρευνας Pew που διεξήχθη το 2023, πάνω από το 30% των ενηλίκων στις ΗΠΑ φέρουν τουλάχιστον ένα τατουάζ στο σώμα τους, με το 22% να έχει περισσότερα από ένα.

Κατά τη διαδικασία της δερματοστιξίας καταστρέφεται το δέρμα και ο κίνδυνος εμφάνισης δερματικών προβλημάτων αυξάνεται.

Σύμφωνα με τον Δρα Μαντάν, η μόλυνση δεν είναι ο μόνος κίνδυνος που ενέχουν τα τατουάζ. Η αλλεργική αντίδραση στο μελάνι που χρησιμοποιήθηκε είναι επίσης πιθανή, επεσήμανε. «Επιπλέον, εάν δεν χρησιμοποιηθούν καθαρά εργαλεία, υπάρχει ο κίνδυνος της διάδοσης ασθενειών όπως η ηπατίτιδα και ο HIV», πρόσθεσε.

Κάποιοι από τους κινδύνους της δερματοστιξίας είναι οι εξής:

  • Αλλεργική αντίδραση: Τα μελάνια των τατουάζ μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις, μερικές φορές και χρόνια μετά τη διαδικασία. Το κόκκινο μελάνι συγκεκριμένα είναι ιδιαίτερα προβληματικό, πιθανόν λόγω της περιεκτικότητάς του σε υδράργυρο. Αυτοί με υπάρχουσες αλλεργίες έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν αρνητικές ατνιδράσεις στα μελάνια του τατουάζ.
  • Δερματικές μολύνσεις: Τα τατουάζ μπορεί να οδηγήσουν σε λοιμώξεις από μολυσμένα μελάνια ή τα μη αποστειρωμένα εργαλεία. Τα συμπτώματα κυμαίνονται από τοπικό πόνο, οίδημα και κοκκινίλες έως και πυρετό και πρησμένους λεμφαδένες. Κάποιοι αναπτύσσουν και αλλεργία στον ήλιο στο σημείο όπου έχει γίνει το τατουάζ. Σοβαρές αντιδράσεις μπορεί να περιλαμβάνουν δυσκολία στην αναπνοή, ταχυπαλμία, σφίξιμο στο στήθος, ζαλάδα και έντονη εφίδρωση. Επιπλοκές όπως το κοκκίωμα (φλεγμονή του δέρματος) ή τα χηλοειδή (υπερανάπτυξη ουλώδους ιστού) είναι επίσης πιθανές.
  • Ασθένειες που μεταδίδονται με το αίμα: Τα μολυσμένα εργαλεία ενέχουν επίσης τον κίνδυνο της μετάδοσης ασθενειών που μεταδίδονται με το αίμα, όπως ο ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη Staphylococcus aureus (MRSA), η ηπατίτιδα Β και η ηπατίτιδα Γ.