Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Μάρβιν Γιουτζίν Βόλφγκανγκ: Έργο-θεμέλιο για την εγκληματολογία τού σήμερα

Στο προηγούμενο άρθρο για τον κοινωνιολόγο-εγκληματολόγο Μάρβιν Γιουτζίν Βόλφγκανγκ (Marvin Eugene Wolfgang) εξετάσαμε την πορεία του στον χώρο της εγκληματολογία: είδαμε ότι βραβεύτηκε πολλές φορές για τα επιτεύγματα του στον κλάδο της εγκληματολογίας, ότι συνεργάστηκε με άλλα σπουδαία ονόματα του αντικειμένου, ότι προσκλήθηκε από πανεπιστήμια από όλον τον κόσμο για να διδάξει και, τέλος, ότι οι έρευνες του και τα αποτελέσματα αυτών έθεσαν τις βάσεις για πολλά εγκληματολογικά αντικείμενα που χρησιμοποιούμε σήμερα.

Ο Βόλφγκανγκ έγραψε πολλά βιβλία και επιστημονικά άρθρα. Τέσσερα από τα βιβλία του θεωρούνται τα σημαντικότερα, με το περιεχόμενο τους να αποτελεί σπουδαία ανακάλυψη της εποχής. Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε περιληπτικά αυτά τα έργα.

Μοτίβα στην εγκληματική ανθρωποκτονία (Patterns in criminal homicide)

Ο Βόλφγκανγκ δημιούργησε το πρώτο ολοκληρωμένο σύνολο δεδομένων για τις ανθρωποκτονίες. Ήταν μία μακράς κλίμακας ανάλυση η οποία δημοσιεύτηκε το 1958. Αυτό που την κάνει ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι ότι έγινε σε μία περίοδο που δεν υπήρχαν υπολογιστές για ευρεία χρήση.

Στην ανάλυση του, ο Βόλφγκανγκ πήρε 588 ανθρωποκτονίες που διαπράχτηκαν στη Φιλαδέλφεια, ανάμεσα στα έτη 1948 και 1952. Η μελέτη είχε ως σκοπό να εξετάσει τη σχέση μεταξύ δράστη και θύματος πιο σχολαστικά από ό,τι γινόταν μέχρι τότε. Τα αποτελέσματα της έρευνας κατέρριψαν τη μέχρι τότε ισχύουσα πεποίθηση ότι ο δράστης είναι συνήθως άγνωστος, καθώς σε πάνω από τις μισές υποθέσεις και ο δράστης και το θύμα ανήκαν στον ίδιο οικογενειακό ή φιλικό κύκλο.

Επίσης ανέλυσε τις σχέσεις θύματος και δράστη στο πλαίσιο του φύλου και της φυλής. Διαπίστωσε ότι τα ποσοστά των ανδρών και των Αφροαμερικάνων που είχαν διαπράξει ανθρωποκτονία ήταν αρκετά μεγαλύτερα από των άλλων, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις ο δράστη και το θύμα ανήκαν στην ίδια φυλή. Ακόμα είδε ότι μόνο το 6% των υποθέσεων παρέμενε άλυτο.

Ο Βόλφγκανγκ είναι επίσης ο πρώτος που συστήνει τον όρο «θύμα που προκάλεσε το έγκλημα» (victim precipitation). Το θύμα στη συγκεκριμένη περίπτωση προκαλεί ευθέως μέσα από τις πράξεις του τον δράστη να τελέσει το έγκλημα, δηλαδή παίζει άμεσο ρόλο. Ο ρόλος του σύμφωνα με τον Βόλφγκανγκ είναι ότι πριν τελεστεί η ανθρωποκτονία το θύμα είναι ο πρώτος που άσκησε σωματική βία ενάντια στον δράστη. Διαπίστωσε ότι περίπου στο 25% των υποθέσεων του ήταν το «θύμα που προκάλεσε το έγκλημα» (victim precipitation).

Μέσα από την ανάλυση του, ο Βόλφγκανγκ ήταν ο πρώτος που κατέγραψε εμπειρικά και τον ρόλο της κατανάλωσης αλκοόλ στην ανθρωποκτονία. Στα 2/3 των υποθέσεων που εξέτασε, ο δράστης, το θύμα ή και οι δύο είχαν καταναλώσει αλκοόλ πριν το γεγονός λάβει μέρος.

Η μέτρηση της παραβατικότητας

Ο Βόλφγκανγκ έκρινε τις μέχρι τότε στατιστικές που απλά περιείχαν τα ποσοστά της παραβατικότητας και εγκληματικότητας και τίποτα άλλο ως ανεπαρκή. Αυτό που του κίνησε την περιέργεια ήταν το πώς η κοινωνία αντιλαμβάνεται τα διαφορετικά εγκλήματα και τη σοβαρότητα τους. Έτσι, επιχείρησε ο ίδιος να δημιουργήσει έναν πίνακα κατηγοριοποίησης των διαφορετικών εγκλημάτων από το λιγότερο σοβαρό έως το πιο σοβαρό, με βάση την άποψη της κοινωνίας.

Ο Βόλφγκανγκ ρώτησε 699 άτομα για 141 διαφορετικά αδικήματα και ύστερα πέρασε τα ευρήματα από στατιστική ανάλυση. Η κλίμακα ξεκινούσε από το 1 και έφτανε έως το 26, με το 1 να αντιπροσωπεύει τα λιγότερο σημαντικά αδικήματα, όπως κλοπή χρηματικών ποσών κάτω των είκοσι ευρώ και το 26 την ανθρωποκτονία.

Η ίδια έρευνα εφαρμόστηκε και σε άλλες χώρες. Ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι ότι τα ευρήματα ποίκιλλαν, η οποία οδήγησε στο συμπέρασμα ότι οι πολιτισμικές διαφορές επηρεάζουν την αντίληψη της εκάστοτε κοινωνίας για το έγκλημα και τη σοβαρότητα του. Σε κάποιες χώρες, η κλίμακα μέτρησης έφτανε σε μικρότερους αριθμούς, όπως το 8, πράγμα που σημαίνει ότι η διάκριση μεταξύ των σοβαρών και μη σοβαρών εγκλημάτων γινόταν πιο δύσκολη.

Η υποκουλτούρα της βίας

Το ενδιαφέρον για την υποκουλτούρα της βίας ξεκίνησε με τη συνεργασία του Βόλφγκανγκ και του Φράνκο Φερρακούτι (Franco Ferracuti) σε μία έρευνα στο Πουέρτο Ρίκο. Η θεωρία της υποκουλτούρας της βίας επιχειρεί να εξηγήσει την προέλευση της βίας. Ο Βόλφγκανγκ, επηρεασμένος από τις μελέτες του Τόρστεν Σέλιν, επιχειρεί να συνεχίσει τη θεωρία του μέντορα του.

Η θεωρία των Βόλφγκανγκ και Φερρακούτι προέρχεται από μία κοινωνιολογική ανάλυση του εγκλήματος που ισχυρίζεται πως το έγκλημα μετριάζεται από τους ψυχολογικούς παράγοντες.

Η θεωρία της υποκουλτούρας της βίας μάς λέει ότι μέσα στην κάθε κοινωνία υπάρχουν διαφορετικές ομάδες ανθρώπων, που παρόλο που είναι επηρεασμένοι όλοι τους από την ίδια κοινωνία, ως ομάδα έχουν κτίσει τα δικά τους ιδανικά και πιστεύω, δηλαδή έχει δημιουργηθεί μια υποκουλτούρα. Όταν ένα άτομο εισάγεται σε μια ομάδα η οποία θεωρεί φυσιολογική τη χρήση της βίας, αυτό το άτομο θα επηρεαστεί και θα αρχίσει να γίνεται και αυτό βίαιο. Παράδειγμα για τα παραπάνω αποτελούν οι διαφορετικές και βίαιες υποκουλτούρες που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια των πολέμων.

Οι Βόλφγκανγκ και Φεrρακούτι έγραψαν το βιβλίο «Η υποκουλτούρα της βίας» για το θέμα αυτό, εξηγώντας τη θεωρία και αναφέροντας συγκεκριμένες υποθέσεις.

Μία μακροχρόνια εγκληματολογική μελέτη (Delinquency in a Birth Cohort)

Ο Βόλφγκανγκ διεξήγαγε την πρώτη μακροχρόνια έρευνα της παραβατικότητας και εγκληματικότητας σε μεγάλο επίπεδο. Για την έρευνά του πήρε ως δείγμα 10.000 αγόρια γεννημένα στη Φιλαδέλφεια το 1945 και χρησιμοποιώντας ως πηγές τα σχολεία, την αστυνομία, και τα δικαστήρια, παρακολούθησε την πορεία της ζωής τους ως την ηλικία των δεκαοχτώ ετών. Η μελέτη αυτή υποστηρίχθηκε από τα σχολεία της Φιλαδέλφειας και την αστυνομία, και χρηματοδοτήθηκε από το Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας.

Στην έρευνα συνεισέφεραν δεκαπέντε μεταπτυχιακοί φοιτητές, αρκετοί συνάδελφοι και μέλη από το Κέντρο Σέλιν. Μέχρι τότε οι σχετικές με την παραβατικότητα και την εγκληματικότητα έρευνες ακολουθούσαν τη μέθοδο της εγκάρσιας μελέτης (cross-sectional study), δηλαδή γίνονταν σε ένα ορισμένο δείγμα μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή .

Τα αποτελέσματα της έρευνάς του ήταν ότι το 67% των αγοριών δεν είχε καμία σύλληψη, το 30% είχε τουλάχιστον μία σύλληψη, ενώ το 6% είχε συλληφθεί περισσότερες από πέντε φορές. Αυτό το μικρό ποσοστό ονομάζεται χρόνιοι παραβάτες (chronic offenders) και είναι αυτοί που γεμίζουν το μεγαλύτερο ποσοστό της εγκληματικότητας της κάθε περιοχής – στη μελέτη του Βόλφγκανγκ, συγκεκριμένα, το 50%.

Ο Βόλφγκανγκ συνέχισε τη μελέτη αυτή έως τον θάνατο του, το 1998. Πήρε περίπου το 10% των αγοριών που είχε ξεκινήσει αρχικά την έρευνα και ακολούθησε την πορεία τους μέχρι την ηλικία των τριάντα.

Τα τέσσερα έργα που είδαμε παραπάνω ενέπνευσαν πολλούς, όχι μόνο του κλάδου, να τα εφαρμόσουν και να τα αναπτύξουν περαιτέρω σε διάφορες δικές τους μελέτες. Όποιος θελήσει να ασχοληθεί με το ερευνητικό πεδίο, σίγουρα αξίζει να διαβάσει για τον Μάρβιν Γιουτζίν Βόλφγκανγκ.

Ηλεκτρονικές πηγές

  1. Robert A. Silverman, Marvin Eugene Wolfgang, 14 November 1924 · 12 April 1998, πηγή: Proceedings of the American Philosophical Society , Dec., 2004, Vol. 148, No. 4 (Dec., 2004), pp. 547-554, εκδόθηκε από: American Philosophical Society στο JSTOR

Μάρβιν Γιουτζίν Βόλφγκανγκ: Η πορεία και η συνεισφορά του στον κλάδο της εγκληματολογίας

Ο Μάρβιν Γιουτζίν Βόλφγκανγκ (Marvin Eugene Wolfgang), πολυβραβευμένος κοινωνιολόγος και εγκληματολόγος, εισήγαγε όρους που χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα στον κλάδο της εγκληματολογίας. Ο Βόλφγκανγκ γεννήθηκε το 1924 στο Μίλερσμπουργκ της Πενσυλβάνια, σε οικογένεια ολλανδικής καταγωγής . Η μητέρα του πέθανε λίγο μετά τη γέννα και έτσι μεγάλωσε με τους παππούδες του οι οποίοι και τον ενθάρρυναν να λάβει τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Ο Βόλφγκανγκ υπήρξε σθεναρός υποστηρικτής της κατάργησης της θανατικής ποινής και της οπλοφορίας, λάτρης της γνώσης, διακεκριμένος και αναγνωρισμένος ανάμεσα στους σύγχρονους του τομέα του, πρωτοπόρος σε πολλά πάνω στον τομέα της εγκληματολογίας και πηγή έμπνευσης για τους φοιτητές του, οι οποίοι αργότερα ανέπτυξαν δικές τους μελέτες, με πολλούς από αυτούς να βρίσκονται ως παραπομπές στα σύγχρονα βιβλία της εγκληματολογίας.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Βόλφγκανγκ σπούδασε στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια, αλλά οι σπουδές του διακόπηκαν έναν χρόνο μετά, όταν στρατολογήθηκε για τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Ο αμερικανικός στρατός τον έστειλε στην Βόρεια Αφρική και στην συνέχεια στην Ιταλία. Παρά τις συνθήκες, ο Βόλφγκανγκ ερωτεύτηκε την Ιταλία και την ιστορία της, με αποτέλεσμα μετά τον πόλεμο να την ξαναεπισκεφτεί.

Όταν ο πόλεμος τελείωσε, επέστρεψε στις ΗΠΑ και συνέχισε τις σπουδές του με τη βοήθεια του νομοθετήματος για βετεράνους στρατιώτες «Νόμος περί Αναπροσαρμογής των Στρατιωτικών του 1944» (G.I. Bill ή αλλιώς Servicemen’s Readjustment Act of 1944) στο Κολλέγιο Ντίκινσον, λαμβάνοντας το πτυχίο του το 1948 (στα αγγλικά το Bachelor of Arts είναι προπτυχιακό και επικεντρώνεται στις τέχνες ή στις κοινωνικές επιστήμες ή στις ανθρωπιστικές σπουδές ή σε όλα τα παραπάνω). Ο Βόλφγκανγκ πήρε το μεταπτυχιακό του δίπλωμα (1950) και το διδακτορικό του (1955) στο ίδιο πεδίο, στο πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια. Επιβλέπων του διδακτορικού του ήταν ο κοινωνιολόγος Θόρστεν Σέλιν (Thorsten Sellin), ο οποίος υπήρξε μέντορας και συνεργάτης του Βόλφγκανγκ, με τη σχέση τους να παρομοιάζεται με πατέρα-γιου.

Μετά τις σπουδές του ο Βόλφγκανγκ δίδαξε σε πολλά πανεπιστήμια της Πενσυλβάνια.

Το 1957 παντρεύτηκε την Λενόρα Πόντεν (Lenora Poden), η οποία λίγο αργότερα έγινε καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Λεχάι και μαζί είχαν δύο κόρες.

Ο Βόλφγκανγκ, για τη διδακτορική του διατριβή, ήθελε να μελετήσει την Αναγεννησιακή φυλακή της Φλωρεντίας, Le Stinche, αλλά αποφάσισε να ασχοληθεί αργότερα με αυτό. Το 1957, αφού τελείωσε το βιβλίο του, «Μοτίβα στην εγκληματική ανθρωποκτονία» (Patterns in criminal homicide), και έγινε δεκτή η έκδοσή του, κέρδισε δύο βραβεία, το Fulbright και την Υποτροφία Γκούγκενχαϊμ (Guggenheim Fellowship), και τα δύο με προορισμό την Ιταλία.

Έτσι, χάρη στις υποτροφίες, το νιόπαντρο ζευγάρι κάνει τον μήνα του μέλιτος του στη Φλωρεντία μεταγράφοντας χειρόγραφα και βιβλία από το Κρατικό αρχείο της πόλης σχετικά με το έγκλημα και την τιμωρία στην περίοδο της Αναγέννησης, και για τη φυλακή Le Stinche (Λε Στίνκε). Ο Βόλφγκανγκ έγραψε αρκετά άρθρα γύρω από αυτό το θέμα, με άξονα τη σκέψη ότι στη Φλωρεντία της Αναγέννησης συνέβη και η Αναγέννηση της ποινικής σκέψης. Ο Βόλφγκανγκ είχε σκοπό να γράψει ένα βιβλίο που θα ανέλυε την σύνδεση αυτή περαιτέρω, αλλά εν τω μεταξύ απεβίωσε.

Αναγνώριση και βραβεία

Ο Βόλφγκανγκ αγαπούσε τα ταξίδια, καθώς τού παρείχαν την ευκαιρία να επισκεφτεί πανεπιστήμια και βιβλιοθήκες και να εμβαθύνει τις γνώσεις του γύρω από θέματα που τον ενδιέφεραν. Επίσης, στα ταξίδια του έκανε γνωριμίες με άλλους ενδιαφέροντες επιστήμονες του κλάδου του και αντάλλασσε γνώσεις.

Ο Βόλφγκανγκ πέρασε χρόνο στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, όπου και εξελέγη μέλος του κολεγίου Τσώρτσιλ. Την ίδια περίοδο γνώρισε τον Σερ Λεόν Ρατζίνοβιτς (Sir Leon Radzinowitz) στο Ινστιτούτο Εγκληματολογίας. Επιπλέον, έδινε διαλέξεις για ένα χρονικό διάστημα στο εβραϊκό κολέγιο του Ισραήλ και έλαβε πρόσκληση να πάει στο Πεκίνο ως ερευνητής, όπου δίδαξε σε πολλά πανεπιστήμια. Ακόμα, είχε σχέσεις ανταλλαγής γνώσεων, αλλά και πρόσβασης για έρευνα σε πολλές χώρες (Πουέρτο Ρίκο, Μεξικό, Γιουγκοσλαβία, Νορβηγία , κ.ά), στις οποίες όποτε χρειαζόταν τον καλούσαν και ως σύμβουλο. Τέλος έδωσε διαλέξεις ως επίσημος προσκεκλημένος σε διάφορες πόλεις, εντός και εκτός της Ευρώπης.

O Βόλφγκανγκ χρίστηκε τιμητικός διδάκτορας από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και από τη Μεξικανική Ακαδημία Διεθνούς Δικαίου (Academia Mexicana de Derecho Internacional). Έλαβε βραβεία όπως το βραβείο Χανς φον Χέντιγκ (Hans Von Hentig) από την Παγκόσμια Εταιρεία Θυματολογίας, το βραβείο έρευνας Αύγουστος Βόλμερ – Φθινοπωρινό Βραβείο Έρευνας Βολμερ (August Vollmer Research Autumn Vollmer Research Award) και το βραβείο Έντγουιν Σάδερλαντ (Edwin Sutherland), το οποίο απονέμεται από την αμερικανική εταιρία εγκληματολογίας. Τέλος, του απένειμαν το χρυσό μετάλλιο Μπεκαρία (Beccaria) της Γερμανικής, Αυστριακής και Ελβετικής Εταιρείας Εγκληματολογίας και το πρώτο βραβείο Guardsmark (μία ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά είναι ‘φύλακας’), το οποίο ονομάστηκε προς τιμή του.

Ο Βόλφγκανγκ, έχοντας τον Σέλιν ως μέντορα, αποφάσισε να ιδρύσει το Κέντρο Εγκληματολογίας και Ποινικού Δικαίου Σέλιν, στο πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια. Το κέντρο αυτό προσέλκυσε φοιτητές που επιθυμούσαν να εξελίξουν τις σπουδές τους στην εγκληματολογία από όλον τον κόσμο. Πολλοί από αυτούς, όταν γύρισαν πίσω στη χώρα τους, έγιναν διδάκτορες.

Ο Βόλφγκανγκ εξελέγη πρόεδρος της Αμερικανικής Εταιρείας Εγκληματολογίας, και αργότερα της Αμερικανικής Ακαδημίας Πολιτικών και Κοινωνικών σπουδών. Επίσης, υπήρξε διευθυντής έρευνας της επιτροπής του προέδρου σχετικά με τα αίτια πρόληψης της βίας, όπου και δημοσίευσε δεκατέσσερις τόμους με ευρήματα από τις έρευνες του. Κατείχε και άλλες θέσεις σε επιτροπές ως σύμβουλος, όπως για παράδειγμα στην Εθνική Επιτροπή για την Αισχρότητα και την Πορνογραφία, στο ερευνητικό ίδρυμα της Αστυνομίας, στο Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας, στο ταμείο εκπαίδευσης και νομικής άμυνας της Εθνικής Ένωσης για την Πρόοδο των Έγχρωμων Ατόμων, και στην επιτροπή του προέδρου για την επιβολή του νόμου και στο υπουργείο δικαιοσύνης.

Συνοψίζοντας, ο Βόλφγκανγκ έγραψε πολλά άρθρα και βιβλία, εκ των οποίων αρκετά από αυτά έδωσαν μία νέα οπτική στον κλάδο της εγκληματολογίας. Πραγματοποίησε έρευνες που δεν είχαν ξαναγίνει και συνέβαλε υπέρμετρα στον κλάδο. Κληρονομιά του οι έρευνες που διεξήγαγε, αλλά και οι φοιτητές που δίδαξε, οι οποίοι συνέχισαν την δική τους πορεία. Στο επόμενο άρθρο, θα εξετάσουμε τα τέσσερα βασικότερα έργα του.

Ηλεκτρονικές πηγές

  1. Robert A. Silverman, Marvin Eugene Wolfgang, 14 November 1924 · 12 April 1998, πηγή: Proceedings of the American Philosophical Society , Dec., 2004, Vol. 148, No. 4 (Dec., 2004), pp. 547-554, εκδόθηκε από: American Philosophical Society στο JSTOR 
  2. Austin T. Turk & Ruth-Ellen M. Grimes, Wolfgang, Marvin Eugene (1924–1998), Sage

Ο Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ και η σχολή της συμβολικής αλληλεπίδρασης

Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε τις θεωρίες του Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ [George Herbert Mead, 1863-1931] σχετικά με τον νου, τον εαυτό, τα δύο στάδια διαμόρφωσης του εαυτού, τους όρους «εγώ» και «εμένα», και τον γενικευμένο άλλο. Σκοπός των προηγούμενων άρθρων, όπως και αυτού, είναι η παρουσίαση των ιδεών του ώστε να δούμε τη συμβολή του στη σχολή της συμβολικής αλληλεπίδρασης.

Κοινωνία

Η κοινωνία για τον Μηντ, όπως ήδη είδαμε, προϋπάρχει του νου και του εαυτού. Η αυτοσυνείδηση και η κοινωνική συνείδηση, παρόλο που είναι ξεχωριστά φαινόμενα, είναι αλληλένδετα και αναπτύσσονται το ένα σε σχέση με το άλλο. Αυτό θυμίζει το γνωστό ερώτημα αν η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα. Η κοινωνία είναι αυτή που καθοδηγεί τις δράσεις των ανθρώπων και διαμορφώνει τον νου και τον εαυτό, αλλά οι άνθρωποι είναι αυτοί που συνιστούν μία κοινωνία.

Η κοινωνία αντιπροσωπεύει το οργανωμένο σύνολο των αποκρίσεων που ανακτώνται από το άτομο με τη μορφή του «εμένα» (βλ. προηγούμενο άρθρο), ενώ παράλληλα η κοινωνία εξαρτάται από την αυτοανακλαστική συνείδηση των μελών της.

Στο έργο του ο Μηντ  δίνει ιδιαίτερο λόγο στην έννοια της ανάδυσης. Χρησιμοποιεί τον όρο αυτό για να περιγράψει την ανάδυση της ατομικής συνείδησης μέσα από την κοινωνία, αλλά και την ανάδυση της κοινωνίας μέσα από την αλληλεπίδραση των ατομικών συνειδήσεων.

Επίσης, ο Μηντ ασχολήθηκε αρκετά με τους κοινωνικούς θεσμούς. Μέσα στους θεσμούς εντάσσει και τον «γενικευμένο άλλο». Για εκείνον, οι θεσμοί αποτελούν «μεσολαβητικά σημεία» μεταξύ του εαυτού και της κοινωνίας. Η διαμόρφωση των θεσμών επιτυγχάνεται μέσα από την πανομοιότυπη απόκριση της κοινότητας στο άτομο υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Τα άτομα παραμένουν διαρκώς φορείς αυτού του οργανωμένου συνόλου στάσεων, οι οποίες ρυθμίζουν και ελέγχουν τις πράξεις τους μέσω του «εμένα» (βλ. προηγούμενο άρθρο). Επιπλέον, το άτομο εσωτερικεύει τις κοινές συνήθειες της κοινότητας (θεσμούς) μέσα από την εκπαίδευση. Προϋπόθεση της δημιουργίας του εαυτού, καθώς επίσης και του να είναι το άτομο γνήσιο μέλος της κοινότητας, κατά τον Μηντ, είναι η υιοθέτηση αυτών των κοινών συνηθειών.

Οι θεσμοί για τον Μηντ θα πρέπει να λειτουργούν μόνο όσο απαιτείται περιοριστικά, χωρίς να καταπνίγουν την ατομικότητα και τη δημιουργικότητα του ατόμου. Αυτό όμως δεν επιτυγχάνεται πάντα.

Η συμβολή του Μηντ στη σχολή της συμβολικής αλληλεπίδρασης

Οι θεωρίες του Μηντ έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη σχολή της συμβολικής αλληλεπίδρασης. Παρακάτω θα δούμε κάποιες βασικές ιδέες της σχολής αυτής, διακρίνοντας τη συμβολή του Μηντ σε αυτές.

Σκέψη και αλληλεπίδραση

Κατ’ αρχάς, η σχολή της συμβολικής αλληλεπίδρασης υποστηρίζει ότι τα ανθρώπινα όντα είναι τα μόνα που διαθέτουν την ικανότητα της σκέψης. Η σκέψη επιτρέπει στους ανθρώπους να μη λειτουργούν μόνο με βάση το ένστικτο, αλλά να στοχάζονται. Η ιδέα που διατυπώνουν ως προς την ύπαρξη του νου είναι ότι πηγάζει μέσα από την κοινωνικοποίηση. Συγκεκριμένα, κρίνουν την ύπαρξη του εγκεφάλου απαραίτητη για αυτήν του νου, ωστόσο δεν θεωρούν ότι η ύπαρξη του εγκεφάλου συνεπάγεται και αυτήν του νου. Ως νου, αντλώντας από τη θεωρία του Μηντ, όρισαν τη διαρκή διαδικασία ερεθίσματος-απόκρισης. Ο νους σχετίζεται άμεσα με την κοινωνικοποίηση, το νόημα, τα σύμβολα, τον εαυτό, την αλληλεπίδραση και την κοινωνία.

Η ικανότητα της σκέψης, σύμφωνα με τη σχολή της συμβολικής αλληλεπίδρασης και τον Μηντ, δημιουργείται μέσα από την κοινωνική αλληλεπίδραση. Η προσέγγιση αυτή οδήγησε τους θεωρητικούς να εστιάσουν σε μία συγκεκριμένη μορφή της, αυτή της κοινωνικοποίησης.

Οι οπαδοί της συμβολικής αλληλεπίδρασης ασπάζονται μία διαφορετική προσέγγιση από τους περισσότερους κοινωνιολόγους. Υποστηρίζουν ότι η κοινωνικοποίηση είναι μία δυναμική διαδικασία που επιτρέπει στους ανθρώπους την ανάπτυξη της ικανότητας της σκέψης. Ο δρων σε αυτήν τη διαδικασία έχει τη δυνατότητα διαμόρφωσης και προσαρμογής της πληροφορίας στις δικές του ανάγκες. Η σκέψη διαμορφώνει τη διαδικασία της αλληλεπίδρασης. Όλα τα είδη αλληλεπίδρασης και όχι μόνο η αλληλεπίδραση μέσα από την κοινωνικοποίηση εξελίσσουν την ικανότητα της ανθρώπινης σκέψης, καθώς στις περισσότερες μορφές της οι δρώντες πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους άλλους και να προσαρμόζουν τις ενέργειές τους ανάλογα.

Η σκέψη δεν εμπλέκεται σε όλες τις μορφές αλληλεπίδρασης. Σύμφωνα με τη θεωρία του Χέρμπερτ Μπλούμερ [Herbert Blumer] η οποία ακολουθεί αυτήν του Μηντ, υπάρχουν δύο βασικές μορφές κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Η πρώτη είναι η μη συμβολική αλληλεπίδραση, η οποία σχετίζεται με τον νευματικό διάλογο που αναφέρει ο Μηντ. Η δεύτερη είναι η συμβολική αλληλεπίδραση, η οποία έχει ως προϋπόθεση τις νοητικές διαδικασίες.

Σημαντικό ρόλο στη σχολή της συμβολικής αλληλεπίδρασης διαδραματίζει ο ρόλος του αντικειμένου και το πως ο κάθε δρων ορίζει αυτό το αντικείμενο.

Η εκμάθηση των νοημάτων και των συμβόλων

Οι οπαδοί της σχολής της συμβολικής αλληλεπίδρασης, επηρεασμένοι από τον Μηντ, έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στην κοινωνική αλληλεπίδραση από την οποία προκύπτει το νόημα. Κύριο ενδιαφέρον τους ήταν το πώς οι άνθρωποι μαθαίνουν αυτά τα νοήματα και σύμβολα μέσα από την αλληλεπίδραση (κυρίως την κοινωνικοποίηση).

Τα σύμβολα είναι διαφορετικά από τα σήματα. Στα σήματα οι άνθρωποι αντιδράνε αυτόματα χωρίς σκέψη (μη σημαντικά νεύματα, όπως στο παράδειγμα με τον σκυλοκαβγά). Αντιθέτως, στα σύμβολα ενεργοποιείται η σκέψη.

Τα σύμβολα είναι κοινωνικά αντικείμενα τα οποία χρησιμοποιούνται για την αναπαράσταση και εκπροσώπηση ενός πράγματος. Μέσω της χρήσης των συμβόλων τα άτομα γνωστοποιούν μία πληροφορία στους ίδιους. Όπως, για παράδειγμα, η εικόνα ενός ακριβού αμαξιού που παραπέμπει σε έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής.

Οι λέξεις ανήκουν στα πιο σημαντικά σύμβολα διότι επιτρέπουν την εμφάνιση όλων των άλλων συμβόλων. Χάρη στα σύμβολα ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί και να αναδημιουργεί τον κόσμο στον οποίο βρίσκεται. Επίσης, τα σύμβολα εκτελούν μία σειρά από συγκεκριμένες λειτουργίες για το άτομο. Κατ’ αρχάς, του επιτρέπουν να χειρίζεται τον υλικό και κοινωνικό κόσμο μέσα από τη δυνατότητα να ονομάζει, να κατηγοριοποιεί και να θυμάται αντικείμενα που βρίσκονται σε αυτόν. Με τη χρήση της γλώσσας τα παραπάνω λειτουργούν αποτελεσματικότερα.

Δεύτερον, τα σύμβολα βελτιώνουν τη δυνατότητα των ανθρώπων να αντιλαμβάνονται το περιβάλλον τους και βελτιώνουν την ικανότητα της σκέψης. Η σκέψη, υπό αυτό το πρίσμα, μπορεί να θεωρηθεί ως μία συμβολική αλληλεπίδραση με τον εαυτό. Ακόμα, διευρύνουν την ικανότητα των ανθρώπων για επίλυση προβλημάτων, και τους επιτρέπουν να υπερβαίνουν, τον χώρο, τον χρόνο ακόμα και τον ίδιο τους τον εαυτό μέσα από τη φαντασία. Απόρροια τούτου είναι η ικανότητα να μπαίνουν στη θέση του άλλου, δηλαδή η «ανάληψη του ρόλου του άλλου». Τέλος, τα σύμβολα επιτρέπουν στους ανθρώπους να είναι ενεργοί δράστες και όχι παθητικοί δέκτες μέσα στη κοινωνία.

Η δράση και η αλληλεπίδραση

Το κύριο ενδιαφέρον των μελετητών της συμβολικής αλληλεπίδρασης αφορά τα αποτελέσματα των νοημάτων και συμβόλων στην ανθρώπινη δράση και αλληλεπίδραση. Εδώ, είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να κατανοήσουμε τη διάκριση του Μηντ για την συμπεριφορά. Τη διέκρινε στην άδηλη συμπεριφορά, η οποία είναι η διαδικασία της σκέψης, που περιλαμβάνει τα νοήματα και τα σύμβολα, και στην έκδηλη συμπεριφορά, που την όρισε ως την πραγματική συμπεριφορά που επιδεικνύει το άτομο. Παρόλο που οι θεωρητικοί της συμβολικής αλληλεπίδρασης δίνουν περισσότερη έμφαση στην έκδηλη συμπεριφορά, συνήθως οι δύο αυτές συμπεριφορές συνυπάρχουν στις περισσότερες μορφές της ανθρώπινης δράσης.

Τα νοήματα και τα σύμβολα προσδίδουν στην ανθρώπινη κοινωνική δράση (αφορά το άτομο) και στην κοινωνική αλληλεπίδραση (αφορά δύο και περισσότερα άτομα) κάποια εμφανή χαρακτηριστικά.

Εδώ θα πρέπει να εξηγήσουμε τον όρο κοινωνική δράση. Η κοινωνική δράση είναι αυτή κατά την οποία τα άτομα πριν ενεργήσουν σκέφτονται τον άλλον. Δηλαδή, πριν από οποιαδήποτε πράξη, τα άτομα μπαίνουν στη διαδικασία να αναλογιστούν την επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη πράξη στα άλλα άτομα που εμπλέκονται σε αυτήν.

Άλλη μία ιδέα της σχολής της συμβολικής αλληλεπίδρασης που φαίνεται να έχει τη βάση της στις θεωρίες του Μηντ είναι ότι κατά την κοινωνική αλληλεπίδραση οι άνθρωποι μεταδίδουν νοήματα προς τους άλλους, τα οποία οι δέκτες τους καλούνται να ερμηνεύσουν. Οι δρώντες συμμετέχουν σε μία διαδικασία αμοιβαίας επιρροής μέσα από τα μηνύματα που στέλνουν και δέχονται. Χάρη στην ικανότητά τους να χειρίζονται αυτά τα νοήματα και σύμβολα οι άνθρωποι είναι ικανοί να λαμβάνουν αποφάσεις.

Επιπροσθέτως, για τους υποστηρικτές της σχολής της συμβολικής αλληλεπίδρασης, τα άτομα είναι ικανά να απορρίπτουν ή να αποδέχονται αυτά τα νοήματα και σύμβολα με βάση τη δική τους ερμηνεία, γεγονός που τους προσδίδει κάποια αυτονομία. Το παραπάνω αναπτύχθηκε περαιτέρω από άλλους θεωρητικούς της σχολής.

Η συμβολή του Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ στη σχολή της συμβολικής αλληλεπίδρασης είναι περισσότερο από εμφανής. Οι ιδέες της σχολής λειτουργούν ως θεωρητικά εργαλεία για την κατανόηση αρκετών άλλων ζητημάτων και φαινομένων, όπως αυτό της βίας, και δη της ψυχολογικής. Εκτός του Μηντ, υπήρξαν αρκετοί ακόμα θεωρητικοί αυτής της σχολής με συνεισφορά εξίσου σπουδαία.

* * * * *

Βιβλιογραφία

  1. George Ritzer & Jeffrey Stepnisky, Σύγχρονη κοινωνιολογική θεωρία, επιμέλεια: Μαγδαληνή Κολοκυθά, μετάφραση: Μυρτώ Βρεττού, Γιώργος Χρηστίδης, εκδόσεις Κριτική, Επιστημονική βιβλιοθήκη, 2η έκδοση, Αθήνα 2020

* * * * *

Όλα τα άρθρα της σειράς:

  1. Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ: Το πέρασμα στην πράξη, σε τέσσερα στάδια
  2. Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ: Η χρήση των φυσικών και φωνητικών νευμάτων για την επικοινωνία
  3. Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ: Nους, εαυτός και ο γενικευμένος άλλος
  4. Ο Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ και η σχολή της συμβολικής αλληλεπίδρασης

Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ: Nους, εαυτός και ο γενικευμένος άλλος

Στο προηγούμενο άρθρο σχετικά με τις θεωρίες του Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ (George Herbert Mead) είδαμε ότι η επικοινωνία επιτυγχάνεται μέσα από τα νεύματα, με τα βασικότερα αυτών να είναι τα σημαντικά σύμβολα με κυρίαρχη θέση τα φωνητικά (ομιλία).

Πολλοί έχουν ασχοληθεί με τον ορισμό του νου και με το τι είναι ο ‘εαυτός’. Στο παρόν άρθρο θα αναφερθούμε στο ορισμό που δίνει ο Μηντ για τον νου και πώς ερμηνεύει τον εαυτό μέσα από αυτόν.

Νους

Ο Μηντ αντιλαμβάνεται τον νου ως κάτι που γεννιέται μέσα από την κοινωνία και όχι ως κάτι που ενυπάρχει στο άτομο. Όπως είδαμε και στα προηγούμενα άρθρα σχετικά με την προτεραιότητα της κοινωνικής συνείδησης έναντι της ατομικής και τον ορισμό που δίνει στη σκέψη, με τον ίδιο τρόπο βλέπει και τον νου. Για τον Μηντ, ο νους είναι μία εσωτερική συζήτηση με τον εαυτό και η κοινωνική διαδικασία υπάρχει πριν από αυτόν.

Ο Μηντ ορίζει τον νου με βάση τη λειτουργία του. Ως ξεχωριστό χαρακτηριστικό του διακρίνει την ικανότητα του ατόμου να προκαλεί την ίδια απόκριση όχι μόνο του άλλου ατόμου, αλλά και της κοινότητας συνολικά, σχηματίζοντας μία οργανωμένη απόκριση. Επίσης, διακρίνει τη δεξιότητα του ατόμου να λαμβάνει αποφάσεις σε περίπλοκες καταστάσεις. Το τελευταίο έρχεται πιο κοντά στην πραγματιστική προσέγγιση.

Εαυτός

Για τον Μηντ, ο εαυτός επίσης προαπαιτεί την κοινωνική διαδικασία, όπως και όλες οι κύριες έννοιες. Δηλαδή ο εαυτός διαμορφώνεται μέσα από την κοινωνική δραστηριότητα και την επικοινωνία με τους άλλους. Ο εαυτός, κατά τον Μηντ, συνιστά και υποκείμενο και αντικείμενο, και είναι μία εσωτερική διαδικασία, μία εσωτερική συζήτηση την οποία παρομοιάζει με τη συζήτηση με τον άλλον. Έτσι, δεν πιστεύει ότι τα ζώα διαθέτουν εαυτό ούτε και τα βρέφη, διότι δεν έχουν ακόμα επικοινωνήσει με τους άλλους.

Πιστεύει ότι αφότου αναπτυχθεί ο εαυτός υπάρχει η δυνατότητα να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς τους άλλους. Επίσης, ότι τα άτομα έχουν την ικανότητα να μην τον εκδηλώσουν εάν δεν επιθυμούν. Ο εαυτός για τον Μηντ σχετίζεται διαλεκτικά με τον νου, και το σώμα δεν αποτελεί από μόνο του εαυτό. Γενικός μηχανισμός της ανάπτυξης του εαυτού είναι η ικανότητα της τοποθέτησης του ατόμου ασυνείδητα στη θέση του άλλου, πράττοντας όπως ο άλλος. Δηλαδή, η εξέταση του εαυτού μέσα από την οπτική του άλλου.

Ο εαυτός επιτρέπει στα άτομα να σκέφτονται πριν μιλήσουν και να παίρνουν αποφάσεις για το τι θα πουν. Επίσης, προκειμένου να έχουν τα άτομα εαυτό θα πρέπει να μπορούν να αυτοαξιολογούνται. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να θέσουν τον εαυτό τους στο ίδιο πεδίο εμπειρίας που βάζουν τους άλλους. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να βιώσουν άμεσα τον εαυτό τους και η σκοπιά από την οποία τον βιώνουν είναι μέσα από την οπτική ενός ατόμου ή κοινωνικού συνόλου.

Ο Μηντ έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του εαυτού. Έδωσε σημασία στην ανάπτυξή του εαυτού κατά την παιδική ηλικία και διέκρινε δύο στάδια. Το στάδιο του παιξίματος (play) και το στάδιο του παιχνιδιού (game).

Το στάδιο του παιξίματος (play)

Το στάδιο του παιξίματος είναι το πρώτο στάδιο. Σε αυτό, το παιδί παίζοντας έχει τη δυνατότητα να μπει στον ρόλο κάποιου άλλου, καθώς μιμείται δασκάλους, γιατρούς, γονείς κ.ά. κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Μέσα από το παιχνίδι του, το παιδί οικοδομεί τον εαυτό του, μαθαίνοντας να είναι τόσο το υποκείμενο όσο και το αντικείμενο. Όμως εδώ προκύπτει ένα ζήτημα. Ένα παιδί που παίζει συγκεκριμένους ρόλους, όπως για παράδειγμα των γονιών του, είναι πολύ πιθανόν στη πορεία να αρχίσει να αξιολογεί τον εαυτό του με τον ίδιο τρόπο όπως το αξιολογούν εκείνοι. Επίσης, στην περίπτωση αυτή, η διαμόρφωση του εαυτού περιορίζεται λόγω τού ότι οι ρόλοι που αναλαμβάνει το παιδί είναι περιορισμένοι.

Το στάδιο του παιχνιδιού (game)

Το στάδιο του παιχνιδιού είναι ουσιώδες για τη δημιουργία του εαυτού. Σε αυτό το στάδιο το παιδί καλείται να αναλάβει τους ρόλους όλων όσων συμμετέχουν στο παιχνίδι και όχι μόνο κάποιων διακεκριμένων όπως στο προηγούμενο στάδιο. Ο Μηντ παρομοιάζει αυτό το στάδιο με έναν αγώνα μπέιζμπολ. Το παιδί θα πρέπει να μπορεί να αναλάβει όλους τους ρόλους και όταν η κατάσταση το απαιτεί θα πρέπει να αναδύεται ο απαιτούμενος για την αντιμετώπιση της ρόλος. Όπως, για παράδειγμα, ο ρόλος του αμυντικού στο μπέιζμπολ, όταν το παιδί παίζει ως αμυντικός.

Η διαμόρφωση της προσωπικότητας ξεκινάει από το στάδιο του παιξίματος και ολοκληρώνεται με το στάδιο του παιχνιδιού. Μέσα από τα δύο αυτά στάδια, σύμφωνα με τον Μηντ, τα παιδιά μαθαίνουν πώς να λειτουργούν και να συμπεριφέρονται μέσα σε μία συγκεκριμένη ομάδα.

Γενικευμένος άλλος

Ο γενικευμένος άλλος αποτελεί τη στάση ολόκληρης της κοινότητας. Για τη διαμόρφωση ενός πλήρους εαυτού, κρίνεται απαραίτητη η υιοθέτηση αυτής της στάσης από το άτομο. Έτσι, σε αυτό το στάδιο που προκύπτει μέσα από το στάδιο του παιχνιδιού, το άτομο οργανώνει τις ατομικές στάσεις των άλλων σε οργανωμένες κοινωνικές συμπεριφορές δημιουργώντας ένα μοτίβο αυτών, το οποίο εσωτερικεύεται στις εμπειρίες του ατόμου και κατευθύνει τη συμπεριφορά του (κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά). Επίσης, μία ομάδα απαιτεί από τα μέλη της να υιοθετήσουν τον γενικευμένο άλλον, δηλαδή να έχουν την ίδια στάση.

Ο Μηντ εξέτασε τον εαυτό και από μία πραγματιστική σκοπιά. Σύμφωνα με όσα αναφέραμε παραπάνω για τον εαυτό, είναι πολύ πιθανό το άτομο να ακολουθήσει την κοινωνική στάση και να πράξει σύμφωνα με αυτή. Έτσι, συχνά οι πράξεις του καταλήγουν να είναι αναμενόμενες. Με τον τρόπο αυτό ο εαυτός επιτρέπει μεγαλύτερο συντονισμό με τη κοινωνία ως σύνολο.

Είναι ενδιαφέρον ότι ο Μηντ αφαιρεί το στοιχείο της ατομικότητας. Όμως τονίζει ότι το κάθε άτομο έχει ένα διαφορετικό εαυτό και πολλές φορές πάνω από έναν, καθώς δεν υπάρχει μόνο ένας γενικευμένος άλλος, αλλά πολλοί τους οποίους το άτομο μπορεί να υιοθετήσει.

Επιπλέον, ο γενικευμένος εαυτός μίας ομάδας μπορεί να αλλάξει λόγω της ανθρώπινης ικανότητας να σκέφτεται. Για την επίτευξη της αλλαγής του χρειάζεται πρώτα να δημιουργηθεί ένας ακόμα μεγαλύτερος γενικευμένος εαυτός

«Εγώ» και «εμένα»

Ο Μηντ εντόπισε δύο πλευρές του εαυτού, το «εγώ» και το «εμένα». Το «εγώ» είναι η άμεση απόκριση, η μη υπολογίσιμη, η απρόβλεπτη και δημιουργική πλευρά του ατόμου. Μέσα από το «εγώ» προέρχονται οι κοινωνικές αλλαγές. Το «εγώ», σύμφωνα με τον Μηντ, είναι κάτι που γίνεται ασυνείδητα και το γνωρίζουμε μόνο μέσα από τις αναμνήσεις μας. Τονίζει το «εγώ» για τέσσερις λόγους. Αρχικά αποτελεί βασική πηγή καινοτομίας στην κοινωνική διαδικασία. Επιπροσθέτως, στο «εγώ» βρίσκονται οι σημαντικότερες αξίες μας. Το «εγώ» αποτελεί τη συνειδητοποίηση του εαυτού, και τέλος, μέσα από το «εγώ», αναπτύσσει το άτομο μία συγκεκριμένη προσωπικότητα.

Αντίθετα το «εμένα» για τον Μηντ είναι η υιοθέτηση του γενικευμένου άλλου. Τα άτομα έχουν συνείδηση του «εμένα», μέσα από το οποίο επιτυγχάνεται ο κοινωνικός έλεγχος. Κατά την άποψή  του, οι πρωτόγονες κοινωνίες είχαν πιο πολύ το «εμένα», ενώ οι σύγχρονες έχουν περισσότερο το «εγώ». Οι δύο αυτές πλευρές είναι εξίσου σημαντικές και χαρακτηρίζουν την προσωπικότητα του ατόμου.

* * * * *

Βιβλιογραφία

  1. George Ritzer & Jeffrey Stepnisky, Σύγχρονη κοινωνιολογική θεωρία, επιμέλεια: Μαγδαληνή Κολοκυθά, μετάφραση: Μυρτώ Βρεττού, Γιώργος Χρηστίδης, 2η έκδοση, εκδόσεις Κριτική, Επιστημονική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2020
  2. George Ritzer & Jeffrey Stepnisky, Κλασική κοινωνιολογική θεωρία, επιστημονική επιμέλεια: Βασιλική Καντζάρα, μετάφραση: Αδριανός Φριλίγγος, εκδόσεις Gutenberg 2020

* * * * *

Όλα τα άρθρα της σειράς

  1. Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ: Το πέρασμα στην πράξη, σε τέσσερα στάδια
  2. Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ: Η χρήση των φυσικών και φωνητικών νευμάτων για την επικοινωνία
  3. Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ: Nους, εαυτός και ο γενικευμένος άλλος
  4. Ο Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ και η σχολή της συμβολικής αλληλεπίδρασης

Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ: Η χρήση των φυσικών και φωνητικών νευμάτων για την επικοινωνία

Στο α΄ μέρος αυτής της σειράς άρθρων για τις θεωρίες του Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ (George Herbert Mead, 1863-1931), αναφέρθηκαν συνοπτικά ορισμένα γεγονότα για τον ίδιο και για κάποιες από τις θεωρίες και ιδέες του. Συγκεκριμένα, μιλήσαμε για τη συμβολή του στη κοινωνική ψυχολογία και στον τίτλο του φιλόσοφου που του δόθηκε εξαιτίας των θεωριών του σχετικά με τον πραγματισμό και της προτεραιότητας που δίνει στη συλλογική συνείδηση (κοινωνική) έναντι της ατομικής. Το βασικότερο σημείο του προηγούμενου άρθρου υπήρξε η εξέταση των τεσσάρων σταδίων της θεωρίας του για το «πέρασμα στη πράξη». Το παρόν άρθρο (β΄μέρος) αφορά τη θεωρία του Μηντ για τα νεύματα.

Νεύματα

Ο Μηντ διαχωρίζει την πράξη που αφορά ένα άτομο από την κοινωνική πράξη η οποία αφορά δύο ή περισσότερα άτομα. Σύμφωνα με τον ίδιο, ένας από τους βασικότερους μηχανισμούς της κοινωνικής πράξης είναι το νεύμα.

Το νεύμα χρησιμοποιείται ως ερέθισμα που προκαλεί αυτόματες, κατάλληλες κοινωνικά αντιδράσεις. Εδώ φέρνει ως παράδειγμα τον σκυλοκαυγά. Το νεύμα του ενός σκύλου προκαλεί αυτόματα το νεύμα του άλλου. Την παραπάνω κατάσταση την ονόμασε «νευματικό διάλογο».

Αυτός ο νευματικός διάλογος συμβαίνει τόσο μεταξύ ανθρώπων όσο και ζώων και διακρίνεται στα μη σημαντικά νεύματα και στα σημαντικά νεύματα. Τα μη σημαντικά νεύματα είναι αυτά που προκύπτουν ενστικτωδώς και εκφράζονται αυτόματα. Αντιθέτως, τα σημαντικά νεύματα, τα οποία δεν μπορούν να γίνουν από τα ζώα, είναι αυτά που βάζουν το άτομο να σκεφτεί πώς θα αντιδράσει σε ένα συγκεκριμένο νεύμα (ερέθισμα).

Ο Μηντ θεώρησε ιδιαίτερα σημαντικά τα φωνητικά νεύματα στην εξέλιξη των σημαντικών νευμάτων. Όμως δεν είναι όλα τα φωνητικά νεύματα σημαντικά. Όπως, για παράδειγμα, κάποιοι ήχοι σαν ασυνείδητοι βρυχηθμοί που κάποιες φορές βγάζουν οι άνθρωποι.

Τα φωνητικά νεύματα έχουν ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό, ότι μπορούν να επηρεάσουν τόσο τον ομιλητή όσο και τον δέκτη. Σε αντίθεση με τα σωματικά νεύματα, που συνήθως δεν τα βλέπει ο αποστολέας – άρα δεν τα δέχεται – τα φωνητικά τα ακούει, δηλαδή τα δέχεται. Μία ακόμη διαφορά μεταξύ των δύο είναι ότι το φωνητικό νεύμα είναι πιο εύκολα ελεγχόμενο από τον πομπό. Όπως αναφέρει ο Μηντ, το φωνητικό νεύμα είναι το μέσο της κοινωνικής οργάνωσης.

Τα σημαντικά σύμβολα: Ένας άλλος τύπος νεύματος

Τα σημαντικά σύμβολα είναι το είδος νεύματος, το οποίο προκαλεί στον πομπό το ίδιο είδος απόκρισης (αν και όχι απαραίτητα πανομοιότυπο) όπως και στον δέκτη. Η επικοινωνία επιτυγχάνεται μόνο μέσω των σημαντικών συμβόλων, μεταξύ των οποίων τα φωνητικά (γλώσσα) κατέχουν την κυρίαρχη θέση λόγω των χαρακτηριστικών που αναφέραμε παραπάνω.

Ο Μηντ διέκρινε κάποιες βασικές λειτουργίες των νευμάτων, και ειδικότερα των σημαντικών συμβόλων. Αρχικά, παρατήρησε ότι το νεύμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καλούπι της κοινωνικά ορθής συμπεριφοράς. Η συμπεριφορά του ατόμου που συμμετέχει σε μία κοινωνική πράξη ρυθμίζεται από τα αντικείμενα που αφορούν την πράξη αυτή. Για παράδειγμα, ο γονιός που εκφράζει την δυσαρέσκεια του στο παιδί κάνοντας γκριμάτσα όταν αυτό κάνει κάτι κακό ή επικίνδυνο. Τα σημαντικά σύμβολα (κυρίως φωνητικά) λειτουργούν ακόμη καλύτερα, για τον λόγο όπως είδαμε παραπάνω ότι έχουν την ίδια απήχηση και στο άτομο που τα εκφράζει. Η έκφραση της δυσαρέσκειας ενός ατόμου για κάτι επιτυγχάνεται καλύτερα μέσα από τον λόγο.

Τα σημαντικά σύμβολα, σύμφωνα με τον Μηντ, είναι απαραίτητα για την ύπαρξη της σκέψης. Ο Μηντ δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη της σκέψης στα ζώα. Επίσης, η σκέψη, κατά τον ίδιο, είναι μία εσωτερική ομιλία με τον εαυτό μέσω νευμάτων και είναι το ίδιο με τη συνομιλία με τους άλλους. Η προσέγγιση του Μηντ είναι συμπεριφορική.

Τέλος, μέσα από τα σημαντικά σύμβολα καθίσταται δυνατή η συμβολική αλληλεπίδραση. Μέσα από τη μετατροπή των νευμάτων σε σημαντικά σύμβολα οι άνθρωποι επικοινωνούν είτε άμεσα (ομιλία), είτε έμμεσα μέσα από χειρονομίες που εκφράζουν συναισθήματα τα οποία περνάνε στον δέκτη.

Στο επόμενο άρθρο (γ΄μέρος), θα εξετάσουμε τον ορισμό που δίνει ο Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ για τον νου και πώς ερμηνεύει τον εαυτό μέσα από αυτόν.

* * * * *

Βιβλιογραφία

George Ritzer & Jeffrey Stepnisky, Σύγχρονη κοινωνιολογική θεωρία, μετάφραση: Μυρτώ Βρεττού, Γιώργος Χρηστίδης, επιμέλεια: Μαγδαληνή Κολοκυθά. Εκδόσεις Κριτική, επιστημονική βιβλιοθήκη, 2η έκδοση, Αθήνα 2020

* * * * *

Όλα τα άρθρα της σειράς

  1. Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ: Το πέρασμα στην πράξη, σε τέσσερα στάδια
  2. Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ: Η χρήση των φυσικών και φωνητικών νευμάτων για την επικοινωνία
  3. Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ: Nους, εαυτός και ο γενικευμένος άλλος
  4. Ο Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ και η σχολή της συμβολικής αλληλεπίδρασης

Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ: Το πέρασμα στην πράξη, σε τέσσερα στάδια

O Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ (George Herbert Mead) γεννήθηκε το 1863 στο Νότιο Χάντλεϋ της Μασσαχουσέττης των ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια της ζωής του απέκτησε τον τίτλο του φιλόσοφου και διακρίθηκε τόσο στην κοινωνική ψυχολογία όσο και για τον στοχασμό του σχετικά με τον πραγματισμό.

Ο Μηντ συνεισέφερε σημαντικά στην κοινωνική ψυχολογία μέσα από την θεωρία που ανέπτυξε, η οποία έκανε την σύνδεση μεταξύ της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και της διαμόρφωσης του εαυτού. Η προσέγγισή του πλησιάζει πολύ τη συμπεριφορική προσέγγιση. Ιδιαίτερη σημασία έδωσε στην επικοινωνία μέσω της γλώσσας.

Επίσης απέκτησε τον τίτλο του φιλόσοφου μέσα από την θεωρία του σχετικά με τον πραγματισμό. Ο Μηντ ήταν φανερά επηρεασμένος, όπως άλλωστε και αρκετοί από τους σύγχρονους του από τη θεωρία της σχετικότητας του Άλμπερτ Αϊνστάιν και την θεωρία/δόγμα της ανάδυσης (doctrine of emergence). Η φιλοσοφία που ανέπτυξε θα μπορούσε να ονομαστεί αντικειμενικός σχετικισμός. Όπως ορισμένα αντικείμενα είναι βρώσιμα, αλλά μόνο σε σχέση με το πεπτικό σύστημα, έτσι και ο Μηντ θεωρούσε την εμπειρία, τη ζωή, τη συνείδηση, την προσωπικότητα και την αξία ως αντικειμενικές ιδιότητες της φύσης που αναδύονται μόνο υπό συγκεκριμένα σύνολα συνθηκών.

Ο Μηντ άσκησε σημαντική επιρροή τόσο κατά τη διάρκεια της ζωής του όσο και μετά τον θάνατο του. Μέσα από τα έργα του και τη διδασκαλία του σε πανεπιστήμια επηρέασε και ενέπνευσε τους φοιτητές του, καθώς και τους συγχρόνους του και τους μετέπειτα ερευνητές.

Η κοινωνία εντός της οποίας αναδύεται ο νους

Για τον Μηντ η κοινωνία προηγήθηκε του ατομικού νου. Σύμφωνα με τη θεωρία του, η κοινωνική ομάδα υπάρχει πριν από το άτομο. Οι ιδέες, οι αντιλήψεις και τα θέλω του ατόμου είναι αναπόφευκτα επηρεασμένα από αυτή.

Η παραδοσιακή κοινωνική ψυχολογία ερμηνεύει μέσα από την ψυχολογία του ατόμου την κοινωνική εμπειρία. Αντίθετα, ο Μηντ δίνει προτεραιότητα στον κοινωνικό κόσμο για την κατανόηση της κοινωνικής εμπειρίας.

Το πέρασμα στην πράξη

Ο Μηντ έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο πέρασμα στη πράξη, εστιάζοντας κυρίως στον μηχανισμό ερεθίσματος-απόκρισης. Σύμφωνα με εκείνον, το άτομο αντιλαμβάνεται το ερέθισμα ως αφορμή ή ευκαιρία για την εκδήλωση της πράξης. Διέκρινε τέσσερα βασικά αλληλένδετα στάδια της πράξης από όπου περνάνε οι άνθρωποι και τα ζώα. Ο Μηντ έδειξε ενδιαφέρον για τα κοινά, αλλά περισσότερο για τις διαφορές ανάμεσα στα ζώα και στους ανθρώπους, όσον αφορά το πέρασμα στη πράξη.

Το πρώτο στάδιο είναι αυτό της παρόρμησης, στο οποίο η αντίδραση στο ερέθισμα είναι άμεση. Για παράδειγμα, ένα βασικό ερέθισμα όπως αυτό της πείνας και της δίψας κάνει το υποκείμενο να αντιδράσει άμεσα για να σβήσει την πείνα ή την δίψα του. Ο άνθρωπος, όμως, μπορεί να σκεφτεί μία καλύτερη ανταπόκριση στο ερέθισμα, όπως για παράδειγμα να φάει αργότερα.

Το δεύτερο στάδιο είναι η αντίληψη η οποία είναι αλληλένδετη με το πρώτο στάδιο. Το άτομο σε αυτό το στάδιο αναζητά και αντιδρά στα ερεθίσματα που σχετίζονται με την παρόρμηση. Οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να μετατρέπουν τα ερεθίσματα που δέχονται μέσω των αισθητήριων οργάνων τους σε νοητικές εικόνες. Σύμφωνα με τον Μηντ, οι άνθρωποι και τα αντικείμενα τα οποία αντιλαμβάνονται, ταυτίζονται. Αυτό το στηρίζει λέγοντας πως είναι η πράξη της αντίληψης ενός αντικειμένου που το καθιστά υπαρκτό για ένα άτομο, υποστηρίζοντας συνεκδοχικά ότι η αντίληψη και το αντικείμενο δεν μπορούν να διαχωριστούν (συνδέονται διαλεκτικά).

Το τρίτο στάδιο είναι ο χειρισμός. Σε αυτό το στάδιο, κατά τον Μηντ, εφόσον το άτομο έχει περάσει από τα δύο προηγούμενα στάδια, αυτό που μένει είναι το πώς θα χειριστεί το αντικείμενο που έχει.

Η απόφαση για το πώς θα χειριστεί το αντικείμενο αυτό αποτελεί το τελευταίο στάδιο της πράξης, την εκπλήρωση ή αλλιώς την ανάληψη δράσης που ικανοποιεί την αρχική του παρόρμηση. Τα παραπάνω στάδια θεώρησε πως έχουν διαλεκτική σχέση.

Ο Μηντ θεωρήθηκε ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές της σχολής της συμβολικής αλληλεπίδρασης. Σε επόμενο άρθρο θα συνεχίσουμε τη γνωριμία μας με τις ιδέες που τον καθιέρωσαν.

* * * * *

Ηλεκτρονικές πηγές

  1. The editors of encyclopaedia Britannica, Kokila Manchanda, Emily Rodriguez, George Herbert Mead American philosopher, Britannica 2024

* * * * *

Βιβλιογραφία

  1. George Ritzer & Jeffrey Stepnisky, Σύγχρονη κοινωνιολογική θεωρία, μετάφραση: Μυρτώ Βρεττού, Γιώργος Χρηστίδης, επιμέλεια: Μαγδαληνή Κολοκυθά. Εκδόσεις Κριτική, Επιστημονική βιβλιοθήκη, 2η έκδοση, Αθήνα 2020, σελ. 266-270

* * * * *

Όλα τα άρθρα της σειράς

  1. Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ: Το πέρασμα στην πράξη, σε τέσσερα στάδια
  2. Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ: Η χρήση των φυσικών και φωνητικών νευμάτων για την επικοινωνία
  3. Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ: Nους, εαυτός και ο γενικευμένος άλλος
  4. Ο Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ και η σχολή της συμβολικής αλληλεπίδρασης

Οι τρεις μορφές κοινωνικής επιρροής του Κέλμαν

Ο άνθρωπος όσο παραμένει μέσα στη κοινωνία καλείται στην καθημερινότητά του και στη συναναστροφή του με τους άλλους να συμμορφωθεί με ορισμένα πρότυπα και ρόλους. Το εάν αυτά τα πρότυπα είναι ηθικά εξαρτάται από το αξιακό σύστημα της κοινωνίας στη συγκεκριμένη περίοδο.

Η κοινωνική επιρροή είναι η διαδικασία κατά την οποία τα πιστεύω, οι αξίες και η συμπεριφορά ενός ατόμου επηρεάζονται από τις πεποιθήσεις της κοινωνίας, και η προσωπικότητα του διαμορφώνεται από το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται.

Ο ψυχολόγος Χέρμπερτ Κέλμαν [Herbert Kelman, 1927-2022] ανέπτυξε τη θεωρία της κοινωνικής επιρροής το 1958. Η θεωρία αναπτύχθηκε σε μία περίοδο σημαντικών κοινωνικών και πολιτικών αναταραχών, καθώς κινήματα για τα πολιτικά δικαιώματα και αντιπολεμικές διαδηλώσεις λάμβαναν χώρα. Ο Κέλμαν, κατά τη διάρκεια αυτών των συνεχών κοινωνικοπολιτικών αλλαγών, παρατήρησε πόσο εύκολα μπορούν οι άνθρωποι να συμμορφωθούν με τους κανόνες που θέτει η κοινωνία ακόμα και εάν δεν συμφωνούν με αυτούς. Ήδη από τις αρχές του 1950 είχε διατυπώσει μία θεωρία, αλλά στην πορεία είδε πως δεν ήταν πλήρης και είχε κενά. Στα επόμενα χρόνια εμφανίζει μία πιο ολοκληρωμένη θεωρία, στην οποία προσδιορίζει τις τρεις μορφές κοινωνικής επιρροής: τη συμμόρφωση, την ταύτιση και την εσωτερίκευση.

Συμμόρφωση

Ένα άτομο όταν βρίσκεται με παρέα μπορεί να συμφωνήσει με μία άποψη που εκφράζεται χωρίς πραγματικά να συμφωνεί με αυτήν. Αλλάζει την άποψη του για μία μόνο στιγμή με τεχνητό τρόπο, για να κερδίσει την αποδοχή των μελών της ομάδας.

Ένα παράδειγμα αυτής της μορφής κοινωνικής επιρροής είναι η κατανάλωση αλκοόλ και το κάπνισμα σε μία παρέα φίλων. Κάποιος που δεν πίνει και δεν καπνίζει μπορεί, όταν βγαίνει με παρέα που έχει αυτές τις συνήθειες, να υποκύπτει στην πίεση που νιώθει και στην ανάγκη να ταιριάξει μιμούμενος τις συνήθειες των άλλων. Ένα άλλο παράδειγμα είναι κάποιος που δεν αντιδρά στον σχολικό εκφοβισμό που διαπράττεται παρουσίᾳ του, διότι αυτός που ασκεί τη βία είναι φίλος του.

Ταύτιση

Η ταύτιση υπάρχει όταν το άτομο αναλαμβάνει τον κοινωνικό ρόλο που του δίνεται και συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του. Για παράδειγμα, τον ρόλο του δασκάλου, του μαθητή, του πωλητή, του αστυφύλακα κο.κ.

Η αλλαγή της συμπεριφοράς κάποιου σύμφωνα με τον κοινωνικό ρόλο τον οποίο αναλαμβάνει χαρακτηρίζεται από στοιχεία του ρόλου, όπως τυπική ομιλία κ.ά. Η επιρροή που δεχόμαστε από ένα δημόσιο πρόσωπο ονομάζεται επίσης ταύτιση.

Παρόλο που ο τρόπος που συμπεριφέρεται αυτό το άτομο στα διαφορετικά περιβάλλοντα και ρόλους αλλάζει, οι ιδέες που έχει στην προσωπική-καθημερινή του ζωή δεν επηρεάζονται. Εδώ, ας πάρουμε για παράδειγμα το πείραμα φυλάκισης του Στάνφορντ.

Το πείραμα αυτό διεξήγαγε ο ψυχολόγος Φίλιπ Ζιμπάρντο και οι συνάδελφοί του. Έβαλαν αγγελία σε μία εφημερίδα ζητώντας άνδρες φοιτητές για να συμμετάσχουν σε μία ψυχολογική μελέτη της ζωής στις φυλακές, έναντι αμοιβής. Ο Ζιμπάρντο εξέτασε όλους τους αιτούντες προσεκτικά, απορρίπτοντας όσους είχαν κάποια ψυχική ασθένεια ή ποινικό μητρώο και κατέληξε σε εικοσιτέσσερις νέους (νοητικά υγιείς, με καλή συμπεριφορά και όχι βίαιους) άνδρες. Για τη διεξαγωγή του πειράματος, τούς χώρισε τυχαία σε κρατούμενους και δεσμοφύλακες, ενώ ο ίδιος θα έπαιζε τον ρόλο του διευθυντή της φυλακής. Το πείραμα που αρχικά ήταν να διαρκέσει δύο εβδομάδες κατέληξε να διαρκέσει μόνο έξι ημέρες, με σοκαριστικά αποτελέσματα. Η συμπεριφορά των συμμετεχόντων κατά τη διάρκεια του πειράματος απέκλινε αξιοσημείωτα από αυτήν της καθημερινότητας τους.

Εσωτερίκευση

Σε αυτή τη μορφή κοινωνικής επιρροής, το άτομο αλλάζει ριζικά τον τρόπο σκέψης του σύμφωνα με τις αξίες που έχει μία συγκεκριμένη ομάδα. Οι απόψεις της ομάδας εσωτερικεύονται και γίνονται μέρος των πεποιθήσεων του ατόμου.

Συνήθως αυτές οι απόψεις της ομάδας διαρκούν ακόμα και εάν η πλειοψηφία της δεν είναι παρούσα.

Ένα παράδειγμα της εσωτερίκευσης είναι όταν βλέπεις συχνά ή μένεις με ένα άτομο που ακολουθεί μία συγκεκριμένη διατροφή και σταδιακά αρχίζεις να την ακολουθείς και εσύ. Ανάλογα επιδρά μέσω της συναναστροφής και η μίμηση της παραβατικής συμπεριφοράς μίας παρέας. Δηλαδή εάν ένα άτομο βρίσκεται σε μία ομάδα η οποία εκδηλώνει παραβατική συμπεριφορά, ενδέχεται να μιμηθεί αυτή την συμπεριφορά, ιδίως εάν είναι ανήλικος,

Οι θεωρίες γύρω από την κοινωνική επιρροή ποικίλουν. Ο Κέλμαν ανέπτυξε περαιτέρω τη θεωρία του και το μέρος που αναφέρεται παραπάνω είναι ένα μόνο κομμάτι της. Σε επόμενα άρθρα θα εμβαθύνουμε περισσότερο και θα εξετάσουμε και άλλες παρόμοιες θεωρίες.

Ηλεκτρονικές πηγές:

  1. Saul McLeod, Social Influence Revision Notes, Simply psychology
  2. Dinara Davlembayeva, Savvas Papagiannidis, Social Influence Theory: A review, TheoryHub
  3. H ψυχολογία πίσω από τη διαφήμιση – Οι τακτικές των διαφημιστών για να μας πείσουν να αγοράσουμε, NEWSBEAST,
  4. Ίλντα Τόσκα, Πείραμα φυλάκισης του Στάνφορντ: Πώς ένα πείραμα αποκάλυψε τα πιο σκοτεινά σημεία της ανθρώπινης ψυχολογίας, in magazin,