Μεγάλες πιθανότητες για λήξη του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας διαβλέπει ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ μετά τη συνάντηση του ειδικού απεσταλμένου Στηβ Γουίτκοφ με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν χθες Τετάρτη.
Η συνάντηση έλαβε χώρα δύο ημέρες πριν λήξει η προθεσμία που είχε θέσει ο Αμερικανός πρόεδρος για την επιβολή νέων οικονομικών κυρώσεων και δασμών σε περίπτωση που δεν κάνει η Ρωσία ουσιαστικά βήματα προς μία συμφωνία κατάπαυσης πυρός.
Σε αυτό το φόντο, η συνάντηση χαρακτηρίστηκε «ιδιαιτέρως παραγωγική» από τον Ντ. Τραμπ σε ανάρτησή του στο Truth Social, όπου ανέφερε ότι υπήρξε σημαντική πρόοδος, για την οποία θα ενημερώσει τους Ευρωπαίους συμμάχους, και ότι υπάρχει γενικευμένη επιθυμία να τερματιστεί ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος.
Ωστόσο, η ανάρτησή του δεν περιελάμβανε κάποια ανακοίνωση για κατάπαυση πυρός πριν από την προθεσμία της 8ης Αυγούστου. Οι δασμοί και οι δευτερογενείς κυρώσεις που είχε αναγγείλει αναμένεται να εφαρμοστούν όπως προβλέπεται μέχρι τώρα, σύμφωνα με αξιωματούχο του Λευκού Οίκου, ο οποίος όμως δεν έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες.
Ερωτηθείς για το αν επίκειται συνάντηση με τον Ρώσο πρόεδρο, ο Ντ. Τραμπ δήλωσε ότι «η συζήτηση με τον πρόεδρο Πούτιν εξελίχθηκε πολύ καλά και είναι πολύ πιθανό να πλησιάζουμε στο τέλος [του πολέμου]», προσθέτοντας ότι παρά τις δυσκολίες της μακράς πορείας προς την ειρήνη, μία τέτοια συνάντηση ίσως γίνει σύντομα δυνατή.
Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, ανέφερε επίσης ότι ο πρόεδρος Τραμπ είναι διατεθειμένος να συναντήσει τον Ρώσο και τον Ουκρανό ομόλογό του, ενώ επιθυμία για συνάντηση Πούτιν-Τραμπ εξέφρασαν και Ρώσοι αξιωματούχοι κατά της διάρκεια της συνάντησης Πούτιν-Γουίτκοφ, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο.
Από τη ρωσική πλευρά, ο Γιούρι Ουσάκοφ, σύμβουλος εξωτερικών υποθέσεων του προέδρου Πούτιν, σχολίασε ότι η συζήτηση Πούτιν-Γουίτκοφ ήταν «χρήσιμη και παραγωγική», παρόλο που δεν έχει υπάρξει ακόμη κάποια αναγγελία από το Κρεμλίνο σχετικά με την αναμενόμενη κατάπαυση πυρός.
Δηλώσεις για αυξημένο ενδιαφέρον των Ρώσων για εκεχειρία έκανε ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι στις 6 Αυγούστου, ο οποίος πιστεύει ότι οι οικονομική πίεση που τους ασκείται έχει αποτέλεσμα. Οι κυρώσεις αφορούν και χώρες που προσφέρουν οικονομική στήριξη στη Ρωσία, αγοράζοντας ρωσικά αγαθά.
Πρώτη στο στόχαστρο των ΗΠΑ είναι η Ινδία, η οποία συνεχίζει να προμηθεύεται μεγάλες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου παρά τις αμερικανικές προειδοποιήσεις, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει την απειλή δασμολόγησης των εξαγωγών της προς τις ΗΠΑ με συντελεστή 50%.
Αν και η Κίνα αποτελεί εξίσου σημαντικό προμηθευτή ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, ακόμη δεν έχουν ανακοινωθεί μέτρα εναντίον της. Εν τούτοις, την περασμένη εβδομάδα, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, προειδοποίησε Κινέζους αξιωματούχους ότι και το Πεκίνο ενδέχεται να αντιμετωπίσει οικονομικές κυρώσεις εξαιτίας των εμπορικών του συναλλαγών με τη Μόσχα, κάνοντας λόγο για δασμούς μέχρι και 500% για κάθε χώρα που συνεχίζει να αγοράζει ρωσικά πετρελαϊκά προϊόντα.
Με τη συμβολή του Joseph Lord και πληροφορίες από το Reuters
Η Ρωσία ανακοίνωσε ότι δεν δεσμεύεται πλέον από τους αυτοεπιβαλλόμενους περιορισμούς στην ανάπτυξη πυραύλων μέσου βεληνεκούς, μια απόφαση που σηματοδοτεί νέα επιδείνωση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών στις 4 Αυγούστου, η Μόσχα είχε διατηρήσει ορισμένους περιορισμούς ακόμη και μετά την αποχώρηση τόσο των ΗΠΑ όσο και της Ρωσίας από τη Συνθήκη INF (Intermediate-Range Nuclear Forces) το 2019. Η συνθήκη αυτή, που είχε υπογραφεί τη δεκαετία του 1980, απαγόρευε την ανάπτυξη πυραύλων εδάφους–εδάφους, πυρηνικών και μη, με εμβέλεια μεταξύ 500 και 5.500 χιλιομέτρων.
Την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συνθήκη είχε διατάξει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, επικαλούμενος παραβιάσεις από τη ρωσική πλευρά. Ακολούθως, και η Ρωσία προχώρησε σε επίσημη αποχώρηση, αν και είχε διαμηνύσει ότι θα ασκούσε «συγκράτηση» στην ανάπτυξη νέων χερσαίων συστημάτων μέσου βεληνεκούς.
Ωστόσο, το ρωσικό ΥΠΕΞ δήλωσε πως η στάση αυτή τερματίζεται, εξαιτίας των σχεδίων της Ουάσιγκτον να προχωρήσει στην ανάπτυξη όπλων τα οποία προηγουμένως απαγορεύονταν από τη συνθήκη. Το υπουργείο υποστήριξε ότι «οι επανειλημμένες προειδοποιήσεις μας αγνοήθηκαν» και ότι η κατάσταση εξελίσσεται με τρόπο που οδηγεί στην «πραγματική εγκατάσταση αμερικανικών πυραύλων εδάφους–εδάφους εμβέλειας INF στην Ευρώπη και την περιοχή Ασίας–Ειρηνικού».
Υπό αυτές τις συνθήκες, προσέθεσε, «δεν υφίστανται πλέον οι όροι για τη διατήρηση ενός μονομερούς μορατόριουμ». Καταλήγοντας, το ρωσικό ΥΠΕΞ δήλωσε ότι η Ρωσική Ομοσπονδία δεν θεωρεί πλέον τον εαυτό της δεσμευμένο από τους σχετικούς αυτοπεριορισμούς που είχε υιοθετήσει στο παρελθόν. Δεν δόθηκαν, πάντως, λεπτομέρειες για το πού ή πότε ενδέχεται να αναπτυχθούν ρωσικά συστήματα αυτής της κατηγορίας.
Η ανακοίνωση έρχεται σε μια περίοδο αυξημένων εντάσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, με φόντο τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις διαρκείς απειλές για κυρώσεις από την Ουάσιγκτον.
Στις 14 Ιουλίου, ο Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε ότι θα επιβάλει νέες κυρώσεις και δασμούς στη Ρωσία και τους εμπορικούς της εταίρους, εάν ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δεν συναινέσει σε συμφωνία κατάπαυσης του πυρός εντός 50 ημερών. Την περασμένη εβδομάδα, ο Τραμπ περιόρισε περαιτέρω το περιθώριο, δίνοντας στη Μόσχα διορία έως τις 8 Αυγούστου.
Μετά τη δήλωση αυτή, ο αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας και πρώην πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ προειδοποίησε μέσω της πλατφόρμας X ότι τα τελεσίγραφα αυτά φέρνουν ΗΠΑ και Ρωσία πιο κοντά σε άμεση στρατιωτική σύγκρουση. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «κάθε νέο τελεσίγραφο είναι απειλή και βήμα προς τον πόλεμο – όχι με την Ουκρανία, αλλά με τη δική του χώρα».
Σε απάντηση, ο Τραμπ δήλωσε την 1η Αυγούστου ότι έδωσε εντολή για αναδιάταξη δύο αμερικανικών πυρηνικών υποβρυχίων, «σε περίπτωση που αυτές οι ανόητες και εμπρηστικές δηλώσεις δεν είναι απλώς δηλώσεις».
Δεν έχει ακόμη ξεκαθαριστεί εάν το Κρεμλίνο προτίθεται να αποδεχθεί συμφωνία κατάπαυσης του πυρός εντός των προθεσμιών που έχει θέσει ο πρόεδρος των ΗΠΑ.
Σε δηλώσεις του στους δημοσιογράφους στις 3 Αυγούστου, ο Τραμπ ανέφερε ότι ο ειδικός προεδρικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ ενδέχεται να επισκεφθεί τη Μόσχα στις 6 ή 7 Αυγούστου, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας τελευταίας προσπάθειας για επίτευξη συμφωνίας.
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Βραζιλίας διέταξε στις 4 Αυγούστου την επιβολή κατ’ οίκον περιορισμού στον πρώην πρόεδρο Ζαΐρ Μπολσονάρου, στο πλαίσιο δίκης που διεξάγεται για τον ρόλο του σε φερόμενη απόπειρα ανατροπής του εκλογικού αποτελέσματος του 2022.
Ο δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αλεξάντρ ντε Μοράες, αιτιολόγησε την απόφαση αναφέροντας ότι ο Μπολσονάρου είχε παραβιάσει περιοριστικά μέτρα που του είχαν επιβληθεί τον προηγούμενο μήνα, μεταξύ των οποίων η απαγόρευση χρήσης μέσων κοινωνικής δικτύωσης και επαφής με ξένους αξιωματούχους.
Με βάση τη νέα απόφαση, ο πρώην πρόεδρος απαγορεύεται να χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο ή να δέχεται επισκέπτες στην οικία του, πλην των δικηγόρων του και όσων ατόμων έχουν λάβει σχετική έγκριση από το δικαστήριο.
Εκπρόσωπός του δήλωσε ότι η αστυνομία κατέσχεσε το κινητό του τηλέφωνο τη Δευτέρα, μετά την έκδοση της εντολής κατ’ οίκον περιορισμού. Οι συνήγοροί του αρνήθηκαν ότι παραβίασε οποιαδήποτε δικαστική εντολή και γνωστοποίησαν την πρόθεσή τους να ασκήσουν έφεση κατά της απόφασης.
Το Γραφείο Δυτικού Ημισφαιρίου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ καταδίκασε την απόφαση για κατ’ οίκον περιορισμό, υποστηρίζοντας ότι ο δικαστής ντε Μοράες χρησιμοποιεί τα θεσμικά όργανα της Βραζιλίας για να φιμώσει την πολιτική αντιπολίτευση και να απειλήσει τη δημοκρατία. Σύμφωνα με σχετική ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η Ουάσιγκτον ανέφερε ότι η περαιτέρω επιβολή περιορισμών στην ικανότητα του Μπολσονάρου να υπερασπιστεί δημόσια τον εαυτό του «δεν συνιστά υπηρεσία προς το κοινό», προσθέτοντας ότι «πρέπει να του επιτραπεί να μιλήσει».
Η ίδια υπηρεσία σημείωσε επίσης ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ «θα θεωρήσει υπόλογους όλους όσοι συνδράμουν ή υποκινούν κυρώσιμες συμπεριφορές», χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει ποιες ενέργειες προτίθεται να αναλάβει.
Ο Μπολσονάρου δικάζεται για κατηγορίες που σχετίζονται με φερόμενη συνωμοσία για την ανατροπή του εκλογικού αποτελέσματος του 2022. Οι εισαγγελικές αρχές τον κατηγορούν ότι συμμετείχε σε σχέδιο πραξικοπήματος, το οποίο φέρεται να περιλάμβανε ακόμη και σχέδιο δολοφονίας του νυν προέδρου Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα. Ο ίδιος αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή ή παρανομία.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε τη δίωξη του Μπολσονάρου «κυνήγι μαγισσών» και ανακοίνωσε την επιβολή δασμού 50% στις βραζιλιάνικες εισαγωγές στις ΗΠΑ, που πρόκειται να τεθεί σε ισχύ εντός του μήνα.
Σε επιστολή του στις 9 Ιουλίου, ο Τραμπ υποστήριξε ότι ο τρόπος με τον οποίο η Βραζιλία αντιμετωπίζει τον πρώην πρόεδρό της, τον οποίο χαρακτήρισε ως «παγκοσμίως σεβαστό ηγέτη», αποτελεί «διεθνή ντροπή». Παράλληλα κάλεσε τη βραζιλιάνικη κυβέρνηση να τερματίσει τη δίωξή του.
Ο πρόεδρος Λούλα, σε απάντησή του την ίδια ημέρα, ανέφερε ότι οποιαδήποτε μονομερής αύξηση δασμών εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών θα αντιμετωπιστεί βάσει του «Νόμου Οικονομικής Ανταποδοτικότητας» της Βραζιλίας. Υπερασπίστηκε τη νομιμότητα της δικαστικής διαδικασίας, υπογραμμίζοντας ότι η υπόθεση εναντίον των φερόμενων υπευθύνων για την απόπειρα πραξικοπήματος υπάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία της δικαστικής εξουσίας και δεν επιτρέπεται να επηρεάζεται από εξωτερικές παρεμβάσεις ή απειλές.
Τέλος, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ επέβαλε στις 30 Ιουλίου κυρώσεις στον δικαστή ντε Μοράες, υποστηρίζοντας ότι έκανε κατάχρηση της θέσης του για να εγκρίνει αυθαίρετες προφυλακίσεις και να καταπνίξει την ελευθερία της έκφρασης στη Βραζιλία.
Η Αυστραλία ανακοίνωσε ότι επέλεξε την Ιαπωνία ως προμηθευτή για την κατασκευή 11 φρεγατών γενικής χρήσης, κόστους περίπου 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων Αυστραλίας (5.6 δισ. ευρώ), όπως δήλωσαν ο υπουργός Άμυνας Ρίτσαρντ Μαρλς και ο υπουργός Βιομηχανίας Άμυνας Πατ Κόνροϊ.
Οι φρεγάτες θα κατασκευαστούν από την ιαπωνική Mitsubishi Heavy Industries (MHI), με το μοντέλο Mogami να υπερισχύει έναντι της γερμανικής πρότασης TKMS MEKO A-200. Οι υπουργοί εξήγησαν πως, έπειτα από μια αυστηρή και ανταγωνιστική διαδικασία επιλογής, η φρεγάτα κλάσης Mogami κρίθηκε καταλληλότερη για να καλύψει τα επιχειρησιακά και στρατηγικά κριτήρια των αυστραλιανών ενόπλων δυνάμεων.
Η συμφωνία σηματοδοτεί την πρώτη φορά που η Αυστραλία προμηθεύεται ιαπωνικό στρατιωτικό εξοπλισμό και μόλις τη δεύτερη φορά που η Ιαπωνία εξάγει τέτοιο υλικό στο εξωτερικό.
Η Αυστραλία αναμένεται να προμηθευτεί μια αναβαθμισμένη έκδοση του Mogami, γνωστή ως FFM, η οποία είναι μεγαλύτερη – εκτοπίζοντας 6.200 τόνους πλήρως φορτωμένη, έναντι των 5.500 τόνων της υπάρχουσας έκδοσης. Το νέο πλοίο θα διαθέτει δυνατότητες επιτήρησης, ναρκοπολέμου, καθώς και προηγμένα ηλεκτρονικά και αισθητήρες ηλεκτρονικού πολέμου.
Ο κ. Μαρλς ανέφερε ότι η αναβαθμισμένη φρεγάτα θα έχει εμβέλεια έως 10.000 ναυτικά μίλια, κάθετο εκτοξευτή 32 θέσεων (VLS), και θα είναι εξοπλισμένη με αντιαεροπορικούς και αντιπλοϊκούς πυραύλους.
Υπενθυμίζεται ότι ο πρώην πρωθυπουργός Τόνι Άμποτ είχε επιχειρήσει να αγοράσει ιαπωνικά υποβρύχια κλάσης Soryu την περίοδο 2013–2015, αλλά το σχέδιο εγκαταλείφθηκε μετά την αποπομπή του από την πρωθυπουργία. Τότε η Ιαπωνία δεν είχε ακόμη προχωρήσει σε εξαγωγές στρατιωτικού υλικού, αν και στη συνέχεια πούλησε ραντάρ στις Φιλιππίνες. Επίσης, η ιαπωνική κυβέρνηση είχε προσφέρει περιορισμένη υποστήριξη στην πρόταση των υποβρυχίων, σε αντίθεση με την έντονη στήριξη της παρούσας πρότασης από την MHI.
Σήμερα, οκτώ φρεγάτες Mogami βρίσκονται σε υπηρεσία με τις Ιαπωνικές Ναυτικές Δυνάμεις Αυτοάμυνας, ενώ τέσσερις ακόμη κατασκευάζονται. Η Mitsubishi μπορεί να κατασκευάζει περίπου δύο πλοία ετησίως, κάτι που εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από την Αυστραλία, η οποία επιδιώκει να αντικαταστήσει γρήγορα τις απαρχαιωμένες φρεγάτες κλάσης ANZAC.
Τα τρία πρώτα πλοία θα ναυπηγηθούν στα δύο ναυπηγεία της Mitsubishi στην Ιαπωνία, ενώ τα υπόλοιπα θα κατασκευαστούν στο ναυπηγείο Henderson της Δυτικής Αυστραλίας. Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, το πρώτο αυστραλιανό πλοίο θα ενταχθεί στο Πολεμικό Ναυτικό το 2029, νωρίτερα από τις φρεγάτες Hunter βρετανικού σχεδιασμού, οι οποίες αναμένονται περί το 2032.
Ενσωμάτωση με τα συστήματα των ΗΠΑ
Το νέο σχέδιο υποστηρίζει την ενσωμάτωση συστημάτων που συνεργάζονται πλήρως με τα αμερικανικά, ενισχύοντας τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των ναυτικών δυνάμεων Αυστραλίας, ΗΠΑ και Ιαπωνίας.
Κάθε φρεγάτα θα επανδρώνεται από 90 ναύτες – αριθμός μειωμένος στο μισό σε σχέση με τα υφιστάμενα πλοία – και θα έχει διάρκεια ζωής 40 ετών. Αυτό αναμένεται να μειώσει το συνολικό κόστος χρήσης, αντισταθμίζοντας τη διαφορά τιμής, η οποία εκτιμάται ότι ανήλθε σε 20% παραπάνω από τη γερμανική πρόταση.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ Ιαπωνίας και Γερμανίας υπήρξε έντονος, με τη γερμανική πλευρά να διοργανώνει επισκέψεις δημοσιογράφων σε ναυπηγεία και να επικρίνει την περιορισμένη εμπειρία της Ιαπωνίας στις εξαγωγές αμυντικού εξοπλισμού.
Ο πρόεδρος της Mitsubishi Heavy Industries, Σέιτζι Ιζουμιζάουα, παρουσίασε την τελική προσφορά στην Καμπέρα, δηλώνοντας πρόθυμος να ενισχύσει τη συνεργασία με την Αυστραλία στους τομείς της άμυνας και του διαστήματος. Σε δεξίωση που διοργάνωσε η πρεσβεία της Ιαπωνίας, ανέφερε ότι οι δύο χώρες είναι «ομοϊδεάτισσες» και μπορούν να συμβάλουν από κοινού στην ευημερία της περιοχής και του κόσμου.
Ο Τακέσι Ισικάουα, επίτροπος της Ιαπωνικής Υπηρεσίας Προμηθειών και Τεχνολογίας του υπουργείου Άμυνας, υποστήριξε ότι η ενίσχυση της τριμερούς συνεργασίας Ιαπωνίας–ΗΠΑ–Αυστραλίας συμβάλλει στη διατήρηση της σταθερότητας στον Ινδο-Ειρηνικό.
Οι φρεγάτες Mogami διαθέτουν έναν αεριοστρόβιλο Rolls-Royce και δύο πετρελαιοκινητήρες MAN, επιτυγχάνοντας ταχύτητες άνω των 30 κόμβων (περίπου 55,5 χλμ./ώρα). Φέρουν πυροβόλο BAE Systems Mark 45 των 127 χιλιοστών, δύο τηλεχειριζόμενα συστήματα των 12,7 χιλιοστών της Japan Steel Works, καθώς και το σύστημα κάθετης εκτόξευσης Lockheed Martin 32 κελιών – διπλάσιο από αυτό του Meko A-200.
Μπορούν επίσης να εκτοξεύουν οκτώ αντιπλοϊκούς πυραύλους τύπου 12 της MHI, ενώ διαθέτουν και το σύστημα SeaRAM της Raytheon για την τελική άμυνα κατά εισερχόμενων πυραύλων ή μικρών σκαφών. Οι φρεγάτες είναι εξοπλισμένες και για ναρκοπόλεμο, με δυνατότητα πόντισης ναρκών.
Η αυξημένη ικανότητα μεταφοράς πυραύλων σημαίνει λιγότερα ταξίδια επαναφόρτωσης ή, εάν ακολουθηθεί η αμερικανική τακτική, δυνατότητα επανεξοπλισμού εν πλω – αν και πρόκειται για διαδικασία υψηλών απαιτήσεων.
Ο Έρικ Λις, ερευνητής στρατηγικής συμμαχιών στο Ινστιτούτο Αμυντικής Πολιτικής της Αυστραλίας (ASPI), ανέφερε ότι η αναλογία πληρώματος προς αριθμό εκτοξευτών είναι εξαιρετικά αποδοτική – 2,8 ναύτες ανά κελί στη Mogami, έναντι 3,4 στην αμερικανική κλάση Arleigh Burke και 7,5 στο γερμανικό Meko A-200. Αυτό, υποστήριξε, ευθυγραμμίζεται με τη στρατηγική «άμυνας μέσω αποτροπής» της Αυστραλίας.
Αν και η γερμανική πρόταση βασιζόταν σε σύστημα μάχης συγγενές με αυτό των ANZAC, γεγονός που προσέφερε ομαλότερη ενσωμάτωση, η αναβάθμιση παλαιότερων συστημάτων συνεπάγεται αυξανόμενο κόστος και τεχνολογικούς περιορισμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των αμερικανικών αντιτορπιλικών, το οποίο κοστίζει περίπου 17 δισ. δολάρια (14,73 δισ. ευρώ) για 20 πλοία.
Το σύστημα διαχείρισης μάχης της Mogami αναπτύχθηκε παράλληλα με το ίδιο το πλοίο, από το 2015, στοιχείο που ενδέχεται να επιφέρει μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη. Ωστόσο, όπως εκτίμησε ο Λις, το Αυστραλιανό Πολεμικό Ναυτικό θα χρειαστεί χρόνο προσαρμογής, ενώ θα υπάρξει πρόσθετο κόστος για την ενσωμάτωση οπλικών συστημάτων που χρησιμοποιεί η Αυστραλία αλλά όχι η Ιαπωνία.
Παρά τις προσπάθειες των αρχών για την πάταξη της παράνομης εξόρυξης χρυσού, χιλιάδες Κινέζοι πολίτες φέρονται να παραμένουν στη Γκάνα και να δραστηριοποιούνται παράνομα στον τομέα, σύμφωνα με πηγές της αστυνομίας στην πρωτεύουσα Άκρα.
Οι ίδιες πηγές εκτιμούν ότι οι παράνομοι μεταλλωρύχοι εκμεταλλεύονται την εκτόξευση της τιμής του χρυσού, η οποία άγγιξε τα 3.500 δολάρια ανά ουγγιά τον Απρίλιο, ενώ σημαντικές ποσότητες του πολύτιμου μετάλλου φέρεται να διακινούνται λαθραία προς την Κίνα.
Οργανωμένες εγκληματικές ομάδες, με επικεφαλής συχνά άτομα που φαίνονται να είναι Κινέζοι επιχειρηματίες, έχουν κατακλύσει τη Γκάνα με εξελιγμένα μηχανήματα για την εξόρυξη χρυσού σε κλίμακα που δεν έχει ξαναδεί σε ορισμένες περιοχές, με αποτέλεσμα την εκτεταμένη περιβαλλοντική καταστροφή και την αύξηση της ανεργίας, ανέφερε εμπειρογνώμονας στην εφημερίδα The Epoch Times.
Σύμφωνα με αναλυτές, η κινεζική εμπλοκή στην παράνομη εξόρυξη χρυσού στη Γκάνα και σε άλλα αφρικανικά κράτη ερμηνεύεται ως ένδειξη του πραγματικού κινήτρου του Πεκίνου για την αυξανόμενη παρουσία του στην ήπειρο: την εκμετάλλευση των φυσικών της πόρων.
Η αστυνομία της Γκάνας προχωρά συχνά σε συλλήψεις Κινέζων υπηκόων με την κατηγορία της κλοπής χρυσού, γεγονός που έχει εντείνει τις εντάσεις στις σχέσεις μεταξύ της κυβέρνησης του προέδρου Τζον Μαχάμα και του Πεκίνου.
Αξιωματούχοι της Γκάνας εκφράζουν απογοήτευση για την απουσία επαρκούς δράσης εκ μέρους των κινεζικών αρχών ώστε να αποτραπεί η εγκληματική δραστηριότητα των υπηκόων τους σε μία από τις ισχυρότερες οικονομίες της Δυτικής Αφρικής.
Ωστόσο, ο πρέσβης της Κίνας στην Άκρα, Τονγκ Ντεφά, φέρεται να υποστήριξε ότι η τοπική πρακτική της «galamsey» —όρος που χρησιμοποιείται για την παράνομη μικρής κλίμακας εξόρυξη— είναι αυτή που προσελκύει Κινέζους εργάτες στην περιοχή. Σύμφωνα με δηλώσεις του στην Epoch Times, οι περισσότεροι συλληφθέντες είναι μετανάστες που ήρθαν για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην.
Η εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας της Γκάνας, Γκρέις Άνσα-Ακρόφι, εξέφρασε διαφορετική άποψη, λέγοντας πως, ενώ υπάρχουν περιπτώσεις όπως εκείνες που περιέγραψε ο πρέσβης, είναι υπερβολικό να υποστηρίζεται ότι οι Γκανέζοι είναι αυτοί που στρατολογούν Κινέζους για να διαπράξουν εγκλήματα. Όπως ανέφερε, υπάρχουν ντόπιοι που είναι πρόθυμοι να προβούν σε τέτοιες πράξεις, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι καλούν ξένους να τις διαπράξουν για λογαριασμό τους.
Μια ομάδα παράνομων χρυσοθήρων, εργάζεται σε ένα χρυσωρυχείο στο Κίμπι της Γκάνας, στις 10 Απριλίου 2017. (Cristina Aldehuela/AFP μέσω Getty Images)
Ο ερευνητής του Ινστιτούτου Μελετών Ασφάλειας της Νότιας Αφρικής, Ίνοχ Έικινς (Enoch Aikins), εντοπίζει τις ρίζες της κρίσης στην περίοδο 2008–2013, όταν, όπως λέει, πάνω από 50.000 Κινέζοι εισήλθαν στη χώρα για να εξορύξουν χρυσό παράνομα. Από τότε, σύμφωνα με τον ίδιο, η κινεζική παρουσία στον χώρο της παράνομης εξόρυξης είναι σταθερή, καθώς οι πρώτοι μετανάστες εκμεταλλεύτηκαν την έλλειψη ελέγχου και διαφθοράς.
Το 2023, η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Παράνομη Εξόρυξη, η οποία συστάθηκε με εντολή της κυβέρνησης, δημοσίευσε μια έκθεση που εμπλέκει αρκετούς κυβερνητικούς αξιωματούχους σε παράνομες δραστηριότητες εξόρυξης. Η κυβέρνηση Μαχάμα έχει αναθέσει στον Ειδικό Εισαγγελέα τη διερεύνηση των σχετικών πληροφοριών.
Η Γκάνα παραμένει ο μεγαλύτερος παραγωγός χρυσού στην Αφρική και έκτος σε παγκόσμιο επίπεδο, με παραγωγή 151 μετρικών τόνων το 2024, σύμφωνα με στοιχεία του Συμβουλίου Χρυσού της χώρας. Όπως ανέφερε ο Έικινς, περίπου το ένα τρίτο της παραγωγής προέρχεται από χειρονακτική εξόρυξη, μέρος της οποίας γίνεται παράνομα.
Η τιμή του χρυσού, που θεωρείται ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους αβεβαιότητας, ξεπέρασε τα 3.300 δολάρια ανά ουγγιά την 1η Αυγούστου. Σε αυτό το πλαίσιο, κινεζικές εταιρείες επενδύουν δισεκατομμύρια δολάρια στον κλάδο του χρυσού στη Γκάνα, όπως ανέφερε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Φέλιξ Οφόσου (Felix Ofosu), επισημαίνοντας ότι, παρότι η κυβέρνηση αναγνωρίζει τη συμβολή της Κίνας στην οικονομία, δεν μπορεί να αγνοήσει τις καταχρήσεις στις οποίες φέρονται να προβαίνουν Κινέζοι πολίτες.
Τον Ιούνιο, η Global Initiative Against Transnational Organized Crime (GI-TOC), με έδρα τη Γενεύη, έδωσε στη δημοσιότητα έκθεση στην οποία περιγράφεται πώς ξένοι —ιδίως Κινέζοι και Μπουρκιναμπέ— έχουν εισαγάγει τεχνολογίες και εξοπλισμό που αυξάνουν μεν την παραγωγή, αλλά προκαλούν σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Η έκθεση αναφέρει ότι οι ξένοι φέρονται να συνεργάζονται με τοπικούς παραδοσιακούς αρχηγούς και πολιτικές ελίτ, διευκολύνοντας ή επωφελούμενοι από την παράνομη δραστηριότητα. Σύμφωνα με την GI-TOC, τα εγκληματικά δίκτυα φέρονται να εμπλέκονται επίσης σε ξέπλυμα χρήματος μέσω καζίνο και άλλων επιχειρήσεων.
Ο Οφόσου ανέφερε ότι από δικαστικές υποθέσεις και έρευνες προκύπτει πως οι «Κινέζοι εγκληματίες» είναι εκείνοι που χρηματοδοτούν και παρέχουν τεχνική υποστήριξη σε ντόπιους για την παράνομη εξόρυξη. Αναφέρθηκε επίσης στην υπόθεση της Εν «Αΐσα» Χουάνγκ (En “Aisha” Huang), γνωστής και ως «βασίλισσας του galamsey», η οποία είχε απελαθεί αρκετές φορές από το 2018 έως το 2022, αλλά επανήλθε, γιατί δεν μπορεί να αντισταθεί στην προοπτική πλουτισμού από τον χρυσό της Γκάνας. Τον Δεκέμβριο του 2023, η Χουάνγκ καταδικάστηκε σε 4,5 χρόνια φυλάκισης και χρηματικό πρόστιμο 4.000 δολαρίων για λειτουργία παράνομου κυκλώματος εξόρυξης.
Ο Τζέιμς Μπόαφο (James Boafo), ειδικός στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εξόρυξης στο University of Cape Coast, υποστήριξε ότι η Κίνα έχει σαφή ρόλο στην καταστροφή της χώρας του. Όπως δήλωσε, ο εξοπλισμός που έχει εισαχθεί από την Κίνα προκαλεί τεράστιες ζημιές, επισημαίνοντας ότι οι ντόπιοι χρησιμοποιούν βασικά εργαλεία για επιφανειακή εξόρυξη, ενώ σήμερα, με τη χρήση κινεζικών μηχανημάτων, επιτυγχάνεται εκμετάλλευση μεγάλου βάθους.
Ο Μπόαφο επεσήμανε ότι ποτάμια μολύνονται σε εκτεταμένη κλίμακα, καθώς η απόληψη χρυσού γίνεται με τη χρήση τοξικών ουσιών, όπως ο μόλυβδος και ο υδράργυρος. «Είτε πρόκειται για Κινέζους είτε για Αφρικανούς, φαίνεται να μην ενδιαφέρονται για τις συνέπειες», ανέφερε χαρακτηριστικά. Πρόσθεσε ότι οι ίδιες δραστηριότητες απειλούν και την καλλιέργεια κακάο, υπονομεύοντας τις γεωργικές υποδομές της χώρας.
Η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Γκάνας, Γκλάντις Άνσα (Gladys Ansah), τόνισε ότι η κυβέρνηση οφείλει να συνεχίσει τις συλλήψεις και τις διώξεις, ανεξαρτήτως εθνικότητας των δραστών. Όπως υποστήριξε, στο παρελθόν υπήρξαν πολλές επιτροπές και προγράμματα, όμως η αποτελεσματικότητά τους ήταν περιορισμένη, εν μέρει λόγω της απροθυμίας των αρχών να προκαλέσουν την κινεζική κυβέρνηση.
Η Άνσα ανέφερε ότι ήδη από το 2013, κοινή ομάδα στρατού και αστυνομίας είχε προχωρήσει στη σύλληψη 4.500 Κινέζων μεταλλωρύχων, οι οποίοι απελάθηκαν χωρίς να ασκηθεί ποινική δίωξη, με αποτέλεσμα πολλοί να επιστρέψουν και να παραμένουν ενεργοί μέχρι σήμερα.
Η αναλύτρια εξωτερικής πολιτικής από τη Νότια Αφρική, Σανούσα Νάιντου (Sanusha Naidu), σχολίασε ότι οι δεσμοί μεταξύ Κίνας και παράνομης εξόρυξης μετάλλων εδραιώνουν την εντύπωση ότι ο πραγματικός σκοπός της ισχυρής κινεζικής παρουσίας στην Αφρική είναι η εκμετάλλευση των φυσικών της πόρων, με κάθε δυνατό μέσο.
Η σουδανική κυβέρνηση, η οποία πρόσκειται στον στρατό, κατηγόρησε χθες Δευτέρα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα πως προάγουν και χρηματοδοτούν την ανάπτυξη κολομβιανών μισθοφόρων στο πλευρό των Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης (ΔΤΥ), αντιπάλων των ενόπλων δυνάμεων στην εμφύλια σύρραξη που μαίνεται από τον Απρίλιο του 2023.
Ο πόλεμος των τελευταίων δυόμισι περίπου χρόνων στη χώρα με την τρίτη μεγαλύτερη έκταση στην Αφρική έχει στοιχίσει τη ζωή σε δεκάδες αν όχι εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, έχει ξεριζώσει εκατομμύρια άλλους κι έχει προκαλέσει αυτήν που ο ΟΗΕ χαρακτηρίζει τη «χειρότερη ανθρωπιστική κρίση στον κόσμο» το τρέχον διάστημα.
Έχει επίσης σημαδευτεί από καταγγελίες για ξένες επεμβάσεις, ιδίως περί υποστήριξης των ΗΑΕ στις ΔΤΥ. Το Άμπου Ντάμπι διαψεύδει οποιαδήποτε ανάμιξή του, όμως εκθέσεις ειδικών των Ηνωμένων Εθνών και μη κυβερνητικών οργανώσεων επιμένουν.
Σε ανακοίνωσή του, το σουδανικό υπουργείο Εξωτερικών ανέφερε πως έχει στη διάθεσή του «έγγραφα και τεκμήρια που αποδεικνύουν την εμπλοκή μισθοφόρων από την Κολομβία και κάποιων γειτονικών χωρών, με πατρονία και χρηματοδότηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων».
Έχει αναφερθεί δράση μισθοφόρων στις τάξεις και των δυο αντίπαλων πλευρών. Η παρουσία μισθοφόρων από την Κολομβία αναφέρθηκε για πρώτη φορά στα τέλη του 2024, στη δυτική αχανή περιοχή Νταρφούρ, κάτι που τονίζουν ότι είναι επιβεβαιωμένο εκθέσεις ειδικών των Ηνωμένων Εθνών.
Τις τελευταίες ημέρες, συμμαχία ένοπλων παρατάξεων που πολεμά στο πλευρό του τακτικού στρατού στο Νταρφούρ έκανε λόγο περί παρουσίας 80 και πλέον κολομβιανών μισθοφόρων στις τάξεις των ΔΤΥ στη Φάσερ (Ελ Φάσερ), πρωτεύουσα του Δυτικού Νταρφούρ, τελευταία πόλη στην πολιτεία που απομένει στα χέρια των ένοπλων δυνάμεων.
Κατά τη συμμαχία, «Κολομβιανοί μισθοφόροι, εμπλεκόμενοι σε επιχειρήσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και στον συντονισμό του πυροβολικού, σκοτώθηκαν» στην πιο πρόσφατη απόπειρα των παραστρατιωτικών να κυριεύσουν τη Φάσερ, την οποία έθεσαν υπό πολιορκία τον Μάιο του 2024.
Προχθές, Κυριακή, ο τακτικός στρατός έδωσε στη δημοσιότητα βίντεο στα οποία εικονίζονται «ξένοι μισθοφόροι, που πιστεύεται πως είναι Κολομβιανοί».
Το Γαλλικό Πρακτορείο επισημαίνει πως δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει άμεσα τα βίντεο.
Χθες, το σουδανικό ΥΠΕΞ ανέφερε ότι διαβίβασε αποδείξεις για την εμπλοκή τους στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Πρόσφατη έκθεση ειδικών του ΟΗΕ αναφερόταν σε αξιόπιστες καταγγελίες για παρουσία κολομβιανών μισθοφόρων στις τάξεις των ΔΤΥ.
Σύμφωνα με το επίσημο σουδανικό πρακτορείο ειδήσεων SUNA, η κυβέρνηση ανέφερε τον Δεκέμβριο πως η Μπογοτά εξέφρασε τη λύπη της για «τη συμμετοχή ορισμένων πολιτών της στον πόλεμο» στο Σουδάν.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε στις 4 Αυγούστου την πρόθεσή του να αυξήσει σημαντικά τους δασμούς σε ινδικά προϊόντα, επικαλούμενος την αγορά ρωσικού πετρελαίου από τη χώρα, παρά την αμερικανική απαίτηση.
Δήλωσε χαρακτηριστικά: «Δεν τους ενδιαφέρει πόσοι άνθρωποι σκοτώνονται στην Ουκρανία από τη ρωσική πολεμική μηχανή. Γι’ αυτόν τον λόγο, σκοπεύω να αυξήσω σημαντικά τους δασμούς που πληρώνει η Ινδία στις ΗΠΑ».
Η κίνηση αυτή έχει ως στόχο την ενίσχυση της επιδίωξης του Αμερικανού προέδρου να προωθήσει τη λήξη του πολέμου στην Ουκρανία έως τις 8 Αυγούστου. Η Ινδία, εκτός του ότι αγοράζει τεράστιες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου, στη συνέχεια διαθέτει μεγάλο μέρος του στην ελεύθερη αγορά, αποκομίζοντας μεγάλα κέρδη.
Ωστόσο, η Ινδία υπεραμύνεται της απόφασής της να συνεχίσει τις ενεργειακές συναλλαγές με τη Ρωσία, τονίζοντας την ανάγκη για σταθερές και προσιτές τιμές ενέργειας προς τον ινδικό καταναλωτή.
Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Ινδίας, Ραντίρ Τζαϊσβάλ, επεσήμανε: «Όπως κάθε μεγάλη οικονομία, η Ινδία θα λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει τα εθνικά της συμφέροντα και την οικονομική της ασφάλεια», χαρακτηρίζοντας τη στοχοποίηση της Ινδίας από τον Τραμπ αδικαιολόγητη και παράλογη.
Την περασμένη εβδομάδα, ο Τραμπ ανακοίνωσε την επιβολή δασμών 25% στα ινδικά προϊόντα, μαζί με ένα αδιευκρίνιστο πρόστιμο για αγορά ρωσικού πετρελαίου και στρατιωτικού υλικού.
Οι εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου αποτελούν σήμερα ζωτικό έσοδο για τη Μόσχα, η οποία προσπαθεί να συντηρήσει την πολεμική της προσπάθεια στην Ουκρανία, εν μέσω εκτεταμένων δυτικών κυρώσεων.
Εκμεταλλευόμενη τις κυρώσεις, η Ινδία έχει ξεπεράσει την Κίνα και αναδειχθεί στον μεγαλύτερο αγοραστή ρωσικού αργού, απορροφώντας πάνω από το ένα τρίτο των εξαγωγών αργού της Ρωσίας το περασμένο έτος. Το 2023, το ρωσικό πετρέλαιο αντιπροσώπευσε σχεδόν το 40% των εισαγωγών πετρελαίου της Ινδίας, δραματική αύξηση από το 3% του 2021, προτού η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία κλιμακωθεί σε πλήρη πόλεμο.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, χαρακτήρισε τις στενές σχέσεις της Ινδίας με τη Ρωσία πηγή έντασης στις σχέσεις Ινδίας-ΗΠΑ.
Σε συνέντευξή του στο Fox News Radio την περασμένη εβδομάδα, ο Ρούμπιο αναγνώρισε μεν τις ενεργειακές ανάγκες της Ινδίας και τις ελκυστικές τιμές του ρωσικού πετρελαίου, αλλά υπογράμμισε ότι οι αγορές αυτές διατηρούν ζωντανή την πολεμική μηχανή της Ρωσίας, λέγοντας: «Αυτό που εκφράζεται είναι η ξεκάθαρη απογοήτευση πως, ενώ υπάρχουν τόσοι άλλοι προμηθευτές πετρελαίου, η Ινδία εξακολουθεί να αγοράζει τόσο μεγάλες ποσότητες από τη Ρωσία».
Το Νέο Δελχί δεν έχει δώσει εντολή στους Ινδούς διυλιστές να διακόψουν τις εισαγωγές ρωσικού αργού. Την 1η Αυγούστου, ο Ραντίρ Τζαϊσβάλ διέψευσε δημοσιεύματα που έκαναν λόγο για προσωρινή αναστολή των εισαγωγών, δηλώνοντας: «Λαμβάνουμε αποφάσεις με βάση την τιμή που επικρατεί στη διεθνή αγορά πετρελαίου και τις τρέχουσες παγκόσμιες συνθήκες».
Ως απάντηση στους αμερικανικούς δασμούς, ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι απηύθυνε έκκληση προς τους πολίτες του να προτιμούν εγχώρια προϊόντα, τονίζοντας: «Σήμερα, η παγκόσμια οικονομία βιώνει πολλές αβεβαιότητες. Επικρατεί κλίμα αστάθειας. Πλέον, ό,τι αγοράζουμε πρέπει να βασίζεται σε ένα μόνο κριτήριο: να προτιμάμε προϊόντα που παράγονται με τον ιδρώτα του Ινδού εργαζόμενου».
Η ρωσική κυβέρνηση αντέδρασε στις 4 Αυγούστου στη μετακίνηση δύο αμερικανικών πυρηνικών υποβρυχίων πλησιέστερα στη ρωσική επικράτεια με απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ως απάντηση σε προηγούμενες δηλώσεις του πρώην Ρώσου προέδρου.
Ο Τραμπ δήλωσε την 1η Αυγούστου ότι διέταξε τη μεταφορά των υποβρυχίων στις «κατάλληλες περιοχές», ως απάντηση στις «ιδιαίτερα προκλητικές δηλώσεις» όπως τις χαρακτήρισε του Ντμίτρι Μεντβέντεφ, πρώην προέδρου της Ρωσίας. «Πλοία με δυνατότητα πυρηνικών όπλων βρίσκονται στην περιοχή της Ρωσίας», ανέφερε χαρακτηριστικά, χωρίς να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες.
Αν και ο Τραμπ συνέδεσε τη συγκεκριμένη κίνηση με τα λεγόμενα του Μεντβέντεφ, δεν προσδιόρισε επακριβώς σε ποια αναφερόταν. Εκτιμάται ότι αφορά ανάρτηση του Μεντβέντεφ στο Telegram, όπου έγινε αναφορά στο σύστημα «νεκρού χεριού» της Ρωσίας – ένα αυτόματο σύστημα ενεργοποίησης πυρηνικών όπλων σε περίπτωση κατάρρευσης της ηγεσίας της χώρας.
Στην πρώτη δημόσια τοποθέτησή της σχετικά με την εντολή Τραμπ, η Μόσχα επιδίωξε να υποβαθμίσει τη σημασία της υπόθεσης, τονίζοντας πως δεν επιδιώκει σύγκρουση με τον Αμερικανό πρόεδρο.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε σε δημοσιογράφους: «Στην προκειμένη περίπτωση, είναι προφανές ότι τα αμερικανικά υποβρύχια ήδη τελούν σε πολεμική ετοιμότητα. Πρόκειται για μια συνεχή διαδικασία».
Ο Πεσκόφ επεσήμανε ακόμη πως η Ρωσία δεν επιθυμεί να εμπλακεί σε αντιπαραθέσεις για τέτοιου είδους ζητήματα και είναι «εξαιρετικά προσεκτική» με δηλώσεις που αφορούν τα πυρηνικά. Τόνισε χαρακτηριστικά: «Πιστεύουμε πως όλοι πρέπει να είναι πάρα πολύ προσεκτικοί σχετικά με τη ρητορική για τα πυρηνικά. Δεν θεωρούμε ότι πρόκειται για κάποια κλιμάκωση αυτή τη στιγμή. Είναι προφανές πως συζητούνται ζητήματα εξαιρετικά σύνθετα και ευαίσθητα, τα οποία, βεβαίως, προκαλούν έντονη συναισθηματική φόρτιση σε πολλούς ανθρώπους».
Όταν ρωτήθηκε ευθέως αν το Κρεμλίνο έχει ζητήσει από τον Μεντβέντεφ να μετριάσει τις διαδικτυακές τοποθετήσεις του, ο Πεσκόφ απέφυγε να απαντήσει, σημειώνοντας: «Το σημαντικότερο βέβαια είναι η θέση του προέδρου Πούτιν».
Ο Τραμπ έχει απειλήσει με επιβολή νέων κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας, αλλά και με δασμούς στους εταίρους που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο, συμπεριλαμβανομένης της Ινδίας και της Κίνας, δίνοντας προθεσμία στον Ρώσο πρόεδρο έως τις 8 Αυγούστου για την υιοθέτηση μέτρων που θα θέσουν τέλος στον τριετή πόλεμο στην Ουκρανία.
Αν και ο Πούτιν ανέφερε την περασμένη εβδομάδα ότι διαπιστώνεται πρόοδος στις ειρηνευτικές συνομιλίες, ξεκαθάρισε πως η Ρωσία διατηρεί το πλεονέκτημα στον πόλεμο, δίνοντας σαφώς το στίγμα ότι δεν αλλάζει στάση παρά το τελεσίγραφο.
Το πρωί της Δευτέρας, ο Τραμπ προχώρησε σε ανάρτηση στο Truth Social, εκφράζοντας την άποψη ότι η Ινδία αγοράζει «τεράστιες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου» και στη συνέχεια «το πουλά ελεύθερα στην αγορά, αποκομίζοντας μεγάλα κέρδη», προσθέτοντας πως η Ινδία δεν «νοιάζεται για το πόσοι άνθρωποι στην Ουκρανία σκοτώνονται από τη ρωσική πολεμική μηχανή». Κατέληξε δηλώνοντας: «Εξαιτίας αυτού, θα αυξήσω σημαντικά τον δασμό που πληρώνει η Ινδία».
Κινέζοι και Ρώσοι πράκτορες πληρώνουν άτομα επιρροής των κοινωνικών μέσων στην Αφρική για να διαδίδουν αντι-αμερικανικά μηνύματα σε όλο τον κόσμο, με την κυβέρνηση Τραμπ να αποτελεί τον κύριο στόχο, σύμφωνα με ειδικούς των μέσων ενημέρωσης.
Η έρευνά τους αποκαλύπτει ότι πολλά άτομα επιρροής που χρησιμοποιούν την πλατφόρμα TikTok κερδίζουν εκατοντάδες έως χιλιάδες δολάρια το μήνα διαδίδοντας παραπληροφόρηση, ψευδείς πληροφορίες και προπαγάνδα που ωφελούν το Πεκίνο και τη Μόσχα.
Τα ευρήματα αυτά συνάδουν με όσα παρουσιάστηκαν στο αμερικανικό Κογκρέσο στις 22 Ιουλίου, κατά την ακρόαση του υποψήφιου επικεφαλής της Διοίκησης Αφρικής των ΗΠΑ (AFRICOM), αντιπτεράρχου Ντάγκβιν Άντερσον.
Αναλυτές αναφέρουν ότι η Κίνα, η Ρωσία και άλλοι κακόβουλοι παράγοντες εκμεταλλεύονται το κενό πληροφόρησης που δημιουργήθηκε από την απόφαση του Λευκού Οίκου να μειώσει την οικονομική βοήθεια προς την Αφρική, η οποία είχε αντίκτυπο στη χρηματοδότηση των μέσων ενημέρωσης που προηγουμένως υποστηρίζονταν από την αμερικανική κυβέρνηση.
Το 2024, το Κέντρο Στρατηγικών Μελετών για την Αφρική με έδρα την Ουάσιγκτον κατέγραψε σχεδόν 200 εκστρατείες στα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης υπέρ του Κρεμλίνου και της Κίνας σε κάθε μεγάλη περιοχή της Αφρικής, με τους επηρεαστές του κινεζικού καθεστώτος να είναι ιδιαίτερα δραστήριοι στη Νότια και Δυτική Αφρική.
Μία από τις πιο δημοφιλείς προσωπικότητες των κοινωνικών μέσων ενημέρωσης στην Αφρική δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι λαμβάνει χρήματα για να διανέμει πληροφορίες που κάνουν τη Ρωσία και την Κίνα «ευτυχισμένες».
«Πρόκειται κυρίως για μηνύματα σχετικά με τον Τραμπ», είπε, ζητώντας να μην αποκαλυφθεί το όνομά της, ώστε να μην «θυμώσει» τους εργοδότες της και χάσει το εισόδημά της. Είπε ότι οι επιρροή που εργάζονται για τη Μόσχα και το Πεκίνο λαμβάνουν πληρωμές διαδικτυακά μέσω ιστότοπων που διευκολύνουν τις πληρωμένες προωθήσεις, με το Lit της Νότιας Αφρικής να είναι ένα από τα πιο δημοφιλή συστήματα.
«Τα χρήματα που βγάζουμε με αυτόν τον τρόπο μπορεί να είναι μερικές χιλιάδες δολάρια κάθε μήνα. Όλα εξαρτώνται από το πόσο δημοφιλείς είναι οι αναρτήσεις μας», είπε. «Δεν μπορώ να σας πω αν είναι Κινέζοι ή Ρώσοι ή ακόμα και από τον Άρη. Μου στέλνουν δεδομένα, τα επεξεργάζομαι σε τμήματα και μετά τα δημοσιεύω. Αν τους αρέσει αυτό που δημοσιεύω, με πληρώνουν», εξήγησε.
«Δεν είναι δύσκολη δουλειά, επειδή οι απόψεις τους συνάδουν με την παν-αφρικανική φιλοσοφία που έχω, και είμαι επίσης ένθερμη υποστηρίκτρια του σοσιαλισμού και αντίπαλος του δυτικού ιμπεριαλισμού. Νομίζω ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο με προσέλαβαν, για να το πω έτσι. Το ίδιο ισχύει και για πολλά άλλα άτομα επιρροής».
Μια έρευνα της Κάρεν Άλεν, συμβούλου στο Ινστιτούτο Μελετών Ασφάλειας της Νότιας Αφρικής, διαπίστωσε επίσης ότι σημαντικές προσωπικότητες στον κλάδο της επιρροής στην Αφρική πληρώνονται για να συμμετέχουν σε αυτό που η ίδια ονόμασε «διακρατικές συντονισμένες εκστρατείες», με στόχο εν μέρει την υπονόμευση των δυτικών πρωτοβουλιών και ηγετών.
Μέρος της έκθεσης της Άλεν επικεντρώθηκε σε έναν επιρροή από τη Νότια Αφρική που είπε ότι Ρώσοι πράκτορες τον πλήρωσαν για να ενισχύσει αφηγήσεις που αποσκοπούσαν στην «αποσταθεροποίηση» της Νότιας Αφρικής κατά τη διάρκεια των εκλογών του 2024.
Ένας χάρτης του 2024 δείχνει τους χορηγούς εκστρατειών παραπληροφόρησης στην Αφρική, οι οποίες έχουν τετραπλασιαστεί από το 2022, τροφοδοτώντας την αστάθεια και υπονομεύοντας τη δημοκρατία. (Africa Center for Strategic Studies/Στιγμιότυπο οθόνης μέσω The Epoch Times)
Ένα άλλο άτομο επιρροής παραδέχτηκε ότι πληρώθηκε για υλικό που ωφελούσε υποψηφίους που ήταν φιλοκινέζοι και φιλορώσοι, καθώς και για αναρτήσεις που δυσφημούσαν τα κόμματα που είχαν δυτική κατεύθυνση. Είπε ότι του δόθηκε «έτοιμο υλικό» και πληρώθηκε σχεδόν 3 δολάρια για κάθε αναρτήση του που έλαβε «like».
Ο καθηγητής Χέρμαν Βάσσερμαν, που διευθύνει το τμήμα δημοσιογραφίας και μέσων ενημέρωσης στο Πανεπιστήμιο Stellenbosch της Νότιας Αφρικής, είναι ένας άλλος εμπειρογνώμονας που έχει αποκαλύψει τη χρήση ατόμων με επιρροή που πληρώνονται στην Αφρική.
Είπε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι αρκετοί «κακόβουλοι παράγοντες», κυρίως η Κίνα και η Ρωσία, ανταμείβουν αφρικανικές «διασημότητες» των κοινωνικών μέσων για να «διανέμουν οποιαδήποτε παραπληροφόρηση και λανθασμένη ή έγκυρη πληροφορία θεωρούν ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους» σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Ο Βάσσερμαν είπε ότι ο Τραμπ είναι «μεγάλος στόχος». «Ο Τραμπ είναι ο νούμερο ένα εχθρός της Κίνας και της Ρωσίας. Και ας το παραδεχτούμε, δίνει σε όλο τον κόσμο πολλά θέματα για συζήτηση», είπε. «Δεν είναι δύσκολο να φτιάξεις βίντεο για τον Τραμπ».
Ο Βάσσερμαν είπε ότι ορισμένοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης στην Αφρική «ξαφνικά έγιναν πολύ δραστήριοι ταυτόχρονα» όταν ο Τραμπ πρόσφατα επαίνεσε τον πρόεδρο της Λιβερίας για την άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας, που είναι η επίσημη γλώσσα της χώρας, κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης στο Λονδίνο.
«Ήταν μια υπέροχη μέρα γι’ αυτούς», είπε ο Βάσσερμαν, αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε ο Τραμπ για τα σχόλιά του. Ένα μεγάλο μέρος του υλικού ήταν στο TikTok.
Σε μια έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο, το Ινστιτούτο Reuters του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης στο Ηνωμένο Βασίλειο διαπίστωσε ότι το TikTok είναι η κύρια πηγή παραπληροφόρησης στην Αφρική, μια ήπειρο όπου το Πεκίνο ασκεί μεγαλύτερο έλεγχο στην πολιτική, τις επιχειρήσεις και την κοινή γνώμη.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ συμμετέχει σε γεύμα με Αφρικανούς ηγέτες που επισκέπτονται τον Λευκό Οίκο στις 9 Ιουλίου 2025. (Jim Watson/AFP μέσω Getty Images)
Σύμφωνα με την έκθεση, η Αφρική φιλοξενεί τρεις χώρες που συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων με τους περισσότερους χρήστες TikTok, συγκεκριμένα την Κένυα, τη Νιγηρία και τη Νότια Αφρική. Αυτές είναι επίσης τρεις από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Αφρικής, στις οποίες η Κίνα επενδύει δισεκατομμύρια δολάρια.
Καθώς η επιρροή της Κίνας επεκτείνεται στην Αφρική, είπε ο Βάσσερμαν, το ίδιο συμβαίνει και με το TikTok, με «βαθιές» επιπτώσεις στις ζωές των Αφρικανών, επειδή οι πληροφορίες που αφομοιώνουν είναι «σχεδιασμένες να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τα παγκόσμια γεγονότα και, το πιο σημαντικό, τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν την Κίνα».
Το άτομο με επιρροή που μίλησε ανώνυμα είπε ότι συχνά πληρώνεται για να δημοσιεύει πληροφορίες που παρουσιάζουν την Κίνα ως «θύμα του δυτικού ρατσισμού» και για υλικό που «ζωγραφίζει μια εικόνα του διεφθαρμένου Δυτικού κόσμου και του πόσο υποκριτικός είναι».
Αυτό συνάδει με έρευνα που ολοκληρώθηκε πρόσφατα από ακαδημαϊκούς του London School of Economics and Political Science, του Duke Kunshan University στην Κίνα και του Gustave Eiffel University στη Γαλλία.
Προτείνουν ότι υπάρχουν «τέσσερα πλαίσια» που χρησιμοποιούνται από άτομα με επιρροή για να υπερασπιστούν ή να προωθήσουν την κομμουνιστική Κίνα.
Η «δυτική υποκρισία» κατηγορεί τη Δύση για διπλά πρότυπα. Η «δυτική απειλή» παρουσιάζει τη Δύση ως μια σημαντική απειλή για την παγκόσμια ασφάλεια και ανάπτυξη. Η «ανωτερότητα του συστήματος» προωθεί το πολιτικό μοντέλο του κινεζικού καθεστώτος έναντι των δυτικών μοντέλων. Και η «κοινή μοίρα» οραματίζεται ένα ευημερούμενο μέλλον που μοιράζονται οι παγκόσμιοι εταίροι της κομμουνιστικής Κίνας.
«Υποστηρίζουμε ότι, αν και οι πολιτικές πεποιθήσεις αυτών των ατόμων με επιρροή παραμένουν ασαφείς και δύσκολο να προσδιοριστούν, έχουν καταστεί de facto συντελεστές στην προσπάθεια της Κίνας να αποκτήσει παγκόσμια φήμη στην ψηφιακή εποχή», γράφουν οι ειδικοί.
Ο Βάσσερμαν δήλωσε ότι συμφωνεί με τα ευρήματα.
«Είναι ακριβώς αυτό που βλέπω να διαδίδεται από αυτά τα άτομα με επιρροή: από βίαιες αντι-αμερικανικές απόψεις μέχρι πιο ήπιες απόψεις του τύπου «η Κίνα είναι ένα υπέροχο μέρος για διακοπές», είπε.
Ο Χαμζά Ιμπραήμ, ερευνητής μέσων ενημέρωσης και αναλυτής παραπληροφόρησης στη Νιγηρία, είπε ότι τα άτομα με επιρροή προτιμούν να χρησιμοποιούν το TikTok επειδή το θεωρούν «ασφαλές καταφύγιο». «Πιστεύουν ότι επειδή η πλατφόρμα ανήκει σε κινεζική εταιρεία και υποθέτοντας ότι οι διαχειριστές της είναι επίσης Κινέζοι, αισθάνονται ελεύθεροι να εκφράζουν φιλοκινεζικές απόψεις και να δημιουργούν περιεχόμενο στην πλατφόρμα», εξήγησε.
«Στην Αφρική, είναι ευρέως αποδεκτό ότι το TikTok είναι μια κινεζική εταιρεία που λειτουργεί με την ευλογία της κινεζικής κυβέρνησης, και δεν φαίνεται να τους πειράζει καθόλου», δήλωσε ο Ιμπραήμ στην Epoch Times.
Τα κεντρικά γραφεία της ByteDance, μητρικής εταιρείας της TikTok, στο Πεκίνο στις 16 Σεπτεμβρίου 2020. (Greg Baker/AFP μέσω Getty Images)
Η ByteDance, η εταιρεία με έδρα το Πεκίνο που είναι ιδιοκτήτρια του TikTok, έχει αρνηθεί ότι το κινεζικό καθεστώς έχει τον έλεγχο της.
Εν τω μεταξύ, η Human Rights Watch (HRW) είναι μία από τις πολλές ομάδες που αμφισβητούν την ανεξαρτησία του TikTok.
Σε δήλωση το 2023, η HRW ανέφερε ότι, ενώ η πλατφόρμα είναι επίσημα μια ιδιωτική επιχείρηση, «η άρνηση ελέγχου από την κινεζική κυβέρνηση μπορεί να μην είναι μια ασφαλής επιλογή για τα στελέχη της εταιρείας που εδρεύουν στην Κίνα, δεδομένου του ιστορικού της κυβέρνησης να τιμωρεί τα στελέχη επιχειρήσεων της χώρας που δεν ακολουθούν την γραμμή του κόμματος».
Το 2022, μια μελέτη του Ιδρύματος Mozilla διαπίστωσε ότι το TikTok χρησιμοποιήθηκε για τη διάδοση ρητορικής μίσους περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη πλατφόρμα πριν από τις εκλογές εκείνης της χρονιάς στην Κένυα, οι οποίες, όπως και άλλες στην χώρα, σημαδεύτηκαν από εθνοτικές βιαιότητες.
«Ενώ πιο ‘ώριμες’ πλατφόρμες όπως το Facebook και το Twitter δέχονται τη μεγαλύτερη κριτική σε αυτό το θέμα, το TikTok έχει σε μεγάλο βαθμό παραμείνει εκτός κριτικής — παρά το γεγονός ότι φιλοξενεί μερικές από τις πιο δραματικές εκστρατείες παραπληροφόρησης», ανέφερε το ίδρυμα στην έκθεσή του.
Το TikTok αναφέρει στον ιστότοπό του ότι έχει «αναπτύξει εργαλεία και τεχνολογία για τον εντοπισμό και την αφαίρεση επιβλαβούς περιεχομένου και συμπεριφοράς».
«Αυτά τα εργαλεία μας βοηθούν να προωθήσουμε την ασφάλεια της κοινότητάς μας και να διατηρήσουμε την ακεραιότητα της πλατφόρμας μας», σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές.
«Επιπλέον, θέτουμε υψηλότερα πρότυπα στους δημιουργούς που κερδοσκοπούν ή εκμεταλλεύονται με άλλο τρόπο την πλατφόρμα μας για να προωθήσουν τον εαυτό τους.
«Αναμένουμε από τους δημιουργούς στο TikTok να ακολουθούν τον κώδικα δεοντολογίας των δημιουργών μας και να συμπεριφέρονται με τρόπο που δεν θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των άλλων ή την ακεραιότητα της πλατφόρμας μας».
Ένας υποστηρικτής της συμμαχίας Azimio la Umoja διαμαρτύρεται κοντά σε ένα φλεγόμενο οδόφραγμα στο Μαθάρε της Κένυας, στις 15 Αυγούστου 2022. (Luis Tato/AFP μέσω Getty Images)
«Έχουμε επίσης δει σε χώρες όπως η Κένυα ότι η ρητορική μίσους εξαπλώνεται σαν πυρκαγιά στο TikTok και σε άλλες πλατφόρμες, με τους διαχειριστές να είναι πολύ αργοί στην αφαίρεση των μισαλλόδοξων αναρτήσεων», σημείωσε.
Στο παρελθόν, η αμερικανική κυβέρνηση χρηματοδοτούσε το ραδιόφωνο και την τηλεόραση Voice of America (VOA), τα οποία, σύμφωνα με τον Ιμπραήμ, έκαναν «εξαιρετική δουλειά» στην αντιμετώπιση των αφηγημάτων που προωθούσαν το Πεκίνο και η Μόσχα.
«Είχαν ένα γραφείο στην Ουάσινγκτον που ασχολούνταν αποκλειστικά με την επαλήθευση των γεγονότων και κάθε μέρα απομυθοποιούσαν την παραπληροφόρηση και την ψευδή ενημέρωση», είπε.
Η κυβέρνηση Τραμπ ακύρωσε το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης της VOA τον Μάρτιο, κατηγορώντας την υπηρεσία ότι είναι φερέφωνο «ριζοσπαστικής προπαγάνδας», «βάρος για τον Αμερικανό φορολογούμενο» και καταφύγιο για «συμπαθούντες των τρομοκρατών».
Τον Απρίλιο, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, έκλεισε επίσης την υπηρεσία της Ουάσιγκτον που παρακολουθούσε τις ξένες εκστρατείες παραπληροφόρησης, το Κέντρο Αντιμετώπισης της Παραπληροφόρησης και της Παρεμβολής από το Εξωτερικό, κατηγορώντας την για λογοκρισία των Αμερικανών.
«Υπό την προηγούμενη κυβέρνηση, αυτό το γραφείο, το οποίο κόστιζε στους φορολογούμενους περισσότερα από 50 εκατομμύρια δολάρια ετησίως, ξόδεψε εκατομμύρια δολάρια για να σιωπήσει και να λογοκρίνει ενεργά τις φωνές των Αμερικανών που υποτίθεται ότι εξυπηρετούσε», δήλωσε ο Ρούμπιο σε ανακοίνωση.
Ο Ρούμπιο είπε επίσης κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης τον Απρίλιο με τον Μάικ Μπενζ ότι μετά το κλείσιμο του γραφείου, η αμερικανική κυβέρνηση θα συνεχίσει να προστατεύει την ελευθερία του λόγου και να χρηματοδοτεί «φιλοαμερικανικά μηνύματα».
«Θα ξοδέψουμε χρήματα για μηνύματα. Θα είναι φιλοαμερικανικά μηνύματα και θα ενθαρρύνουν και θα προστατεύουν την ελευθερία του λόγου, η οποία απειλείται σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των χωρών που είναι σύμμαχοί μας», είπε.
«Ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η παραπληροφόρηση είναι η ελευθερία του λόγου, είναι να διασφαλιστεί ότι η αλήθεια έχει ίσες ή μεγαλύτερες ευκαιρίες να επικοινωνηθεί σε σχέση με το ψέμα».
Η Epoch Times ζήτησε σχόλιο από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, αλλά δεν έλαβε απάντηση μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης.
Ο Μάρκο Ρούμπιο, καταθέτει ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων στο Καπιτώλιο. Ουάσιγκτον, στις 15 Ιανουαρίου 2025. (Madalina Vasiliu/The Epoch Times)
Στην κατάθεσή του κατά τη διάρκεια ακρόασης ενώπιον της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας στις 22 Ιουλίου στην Ουάσιγκτον, ο υποστράτηγος της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ Ντάγκβιν Άντερσον δήλωσε ότι η Αφρική βρίσκεται όλο και περισσότερο στο επίκεντρο της αντιπαλότητας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και της τρομοκρατίας.
Αυτό, όπως υπογράμμισε, οφείλεται στο γεγονός ότι η Αφρική βρίσκεται σε στρατηγική θέση μεταξύ του Ατλαντικού Ωκεανού και της περιοχής του Ινδο-Ειρηνικού.
«Η Κίνα επεκτείνει την προσέγγισή της από την εστίαση στην οικονομική επιρροή σε μεγαλύτερες στρατιωτικές και πληροφοριακές επιχειρήσεις» στην Αφρική και διαδίδει κομμουνιστική προπαγάνδα, είπε, περιγράφοντας την κατάσταση ως «ανησυχητική».
Πρόκειται πράγματι για λόγο μεγάλης ανησυχίας, είπε ο Βάσερμαν, και πρόσθεσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «δεν φαίνεται να κάνουν πολλά για αυτό». Πρόσθεσε ότι υπάρχει επί του παρόντος ένα «κενό πληροφοριών» στην Αφρική, το οποίο εκμεταλλεύονται η Κίνα και η Ρωσία.
«Επενδύουν δισεκατομμύρια δολάρια στη χρηματοδότηση των μέσων ενημέρωσης στην Αφρική, συμπεριλαμβανομένων αμφίβολων εκστρατειών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να βασίζονται σε έναν μειούμενο αριθμό αμερικανικών πρεσβειών και ένα γραφείο στο Γιοχάνεσμπουργκ για να διαδώσουν το μήνυμά τους», είπε ο Βάσσερμαν.
«Δεν είναι καθόλου αρκετό για να αντιμετωπιστούν τα ψέματα και η προπαγάνδα που διαδίδονται από τις αντιδυτικές φωνές».
Οι πέντε μεταλλωρύχοι που είχαν παγιδευτεί έπειτα από την κατάρρευση στοάς στο μεταλλείο Ελ Τενιέντε στη Χιλή εντοπίστηκαν νεκροί, ανακοίνωσε η τοπική εισαγγελία, σηματοδοτώντας τη λήξη των επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης.
Ο περιφερειακός εισαγγελέας της Ο’ Χίγκινς, Ακίλες Κουμπίγιος, επιβεβαίωσε πως εντοπίστηκε και ο τελευταίος αγνοούμενος, τονίζοντας ότι πλέον ξεκινά η φάση της διερεύνησης των αιτίων της τραγωδίας.
Η κατάρρευση σημειώθηκε την Πέμπτη σε βάθος, σε σημείο της στοάς όπου είχαν συγκεντρωθεί οι εργαζόμενοι. Το δυστύχημα αποδίδεται σε «σεισμικό συμβάν», χωρίς να έχει διευκρινιστεί ακόμη αν πρόκειται για φυσικό σεισμό ή φαινόμενο που σχετίζεται με τις εργασίες εξερεύνησης.
Το μεταλλείο Ελ Τενιέντε, με υπόγειο δίκτυο στοών μήκους 4.500 χιλιομέτρων, είναι το μεγαλύτερο κοίτασμα χαλκού του κόσμου και ανήκει στην κρατική μεταλλευτική εταιρεία Codelco. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, Μάξιμο Πατσέκο, θα καταβληθεί κάθε προσπάθεια για να διαλευκανθεί τι ακριβώς συνέβη.
Ο πρόεδρος της Χιλής, Γκαμπριέλ Μπόριτς, επισκέφθηκε την περιοχή και κήρυξε τριήμερο εθνικό πένθος. Όπως δήλωσε, «το πιο οδυνηρό στάδιο ολοκληρώθηκε» και πλέον η έρευνα περνά στο δεύτερο στάδιο, αυτό της αποσαφήνισης των γεγονότων.
Πρόκειται για μία από τις σοβαρότερες τραγωδίες στο συγκεκριμένο μεταλλείο τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Οι εργασίες στο Ελ Τενιέντε ανεστάλησαν από την Παρασκευή κατόπιν εντολής της κυβέρνησης, ενώ η υπουργός Ορυχείων και Μεταλλείων, Ορόρα Ουίλλιαμς, ανέφερε πως δεν έχει καθοριστεί ακόμη το πότε θα επαναληφθούν.
Το 2023, από το μεταλλείο εξορύχθηκαν 356.000 τόνοι χαλκού, αντιπροσωπεύοντας το 6,7% της συνολικής παραγωγής της Χιλής, η οποία παραμένει η μεγαλύτερη παραγωγός χαλκού παγκοσμίως. Η Codelco απασχολεί 4.000 εργαζομένους άμεσα και περίπου 15.000 μέσω υπεργολαβιών.
Παρά το τραγικό συμβάν, ο μεταλλευτικός τομέας της Χιλής θεωρείται από τους ασφαλέστερους στον κόσμο, με δείκτη θνησιμότητας μόλις 0,02% το 2024, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της εθνικής υπηρεσίας γεωλογίας και ορυχείων.