Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Σφοδρές μάχες και αντικρουόμενες δηλώσεις για τον έλεγχο στη Δνιπροπετρόβσκ

Ενταμένες μάχες σημειώνονται στην ανατολικοκεντρική περιφέρεια της Δνιπροπετρόβσκ, δυτικά του Ντονέτσκ, σύμφωνα με στρατιωτικές πηγές από το Κίεβο.

Όπως δήλωσε ο εκπρόσωπος του ουκρανικού στρατού, Βίκτορ Τριχομπόφ, «ρωσικές δυνάμεις έχουν εισέλθει σε δύο οικισμούς στη Δνιπροπετρόβσκ, τη Ζαπορόζσκ και τη Νοβοχιρίβκα, όπου προσπαθούν να εδραιώσουν παρουσία».

Μιλώντας στο πρακτορείο Reuters στις 26 Αυγούστου, ο Τριχομπόφ ανέφερε ότι οι ουκρανικές δυνάμεις στην περιοχή «δίνουν μάχες για να διατηρήσουν τις θέσεις τους».

Την ίδια ημέρα, το ουκρανικό μπλογκ «Deep State War», που παρακολουθεί τις εξελίξεις στα μέτωπα, μετέδωσε μέσω Telegram ότι οι ρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν και τους δύο οικισμούς.

Ωστόσο, το ουκρανικό γενικό επιτελείο διέψευσε άμεσα αυτές τις πληροφορίες, δηλώνοντας: «Οι αναφορές περί κατάληψης των εν λόγω οικισμών από τους Ρώσους δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Οι ουκρανικές αμυντικές δυνάμεις αναχαίτισαν την προέλαση των Ρώσων εισβολέων και συνεχίζουν να ελέγχουν τη Ζαπορόζσκ παρά τις συνεχείς προσπάθειες του εχθρού».

Η ανακοίνωση συνέχισε, επισημαίνοντας: «Εξίσου σφοδρές μάχες διεξάγονται στην περιοχή της Νοβοχιρίβκα, όπου οι στρατιώτες μας προκαλούν σημαντικές απώλειες στον εχθρό».

Από ρωσικής πλευράς, η Μόσχα υποστηρίζει πως έχει καταλάβει αρκετά χωριά και οικισμούς στη Δνιπροπετρόβσκ, συμπεριλαμβανομένων της Ζαπορόζσκ και της Νοβοχιρίβκα.

Στα τέλη Ιουνίου, τα ρωσικά κρατικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν πως οι ρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν το χωριό Νταχνόι, ύστερα από μήνες αργής αλλά σταθερής προέλασης.

Ο φιλορώσος αξιωματούχος Βλαντίμιρ Ρόγκοφ ανέφερε ότι οι ρωσικά στρατεύματα απέκρουσαν μονάδες των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων από τον πρώτο οικισμό της περιφέρειας.

Πυροσβέστες εργάζονται στον τόπο ενός ρωσικού πυραυλικού χτυπήματος στο Ντνίπρο της Ουκρανίας, στις 21 Νοεμβρίου 2024. Υπηρεσία Τύπου της Κρατικής Υπηρεσίας Έκτακτης Ανάγκης της Ουκρανίας στην περιοχή Ντνίπροπετροφσκ/Φυλλάδιο μέσω Reuters

 

Έκτοτε, το ρωσικό Υπουργείο Άμυνας ισχυρίζεται πως έχει καταλάβει επιπλέον οικισμούς στην περιοχή, όπως τη Μαλεΐβκα, το Γιανβάρσκογε και το Βορονόι. Στα μέσα Αυγούστου, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας της Ρωσίας (FSB) ανακοίνωσε την καταστροφή τεσσάρων ουκρανικών μονάδων παραγωγής πυραύλων σε συνδυασμένη επιχείρηση, με το επίσημο ουκρανικό πρακτορείο αντιπληροφόρησης να διαψεύδει τους ισχυρισμούς αυτούς.

Στις 20 Αυγούστου, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι οι δυνάμεις του κατέλαβαν τη Νοβοχιρίβκα στη Δνιπροπετρόβσκ. Τέσσερις ημέρες αργότερα, ανακοίνωσε την κατάληψη της Φίλια, στο πλαίσιο επιθετικών επιχειρήσεων.

Στις 25 Αυγούστου, ρωσικά κανάλια στο Telegram μετέδωσαν πως η Ζαπορόζσκ «απελευθερώθηκε», γεγονός που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, βελτίωσε την τακτική θέση των ρωσικών δυνάμεων και επέτρεψε την περικύκλωση ουκρανικών μονάδων στην περιοχή.

Αξιωματούχος της αυτοανακηρυχθείσας Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ, που χαίρει της αναγνώρισης της Μόσχας, δήλωσε: «Η κατάληψη του οικισμού επέτρεψε στις ρωσικές δυνάμεις να περικυκλώσουν ουκρανικές ένοπλες μονάδες που βρίσκονταν στην περιοχή».

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, έχει υποβαθμίσει τη στρατηγική σημασία της ρωσικής προέλασης στη Δνιπροπετρόβσκ, εκτιμώντας πως στόχος είναι να αποκομίσει η Μόσχα επικοινωνιακά οφέλη.

Η Epoch Times δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα τους ισχυρισμούς αμφοτέρων των πλευρών σχετικά με τη διεξαγωγή των εχθροπραξιών.

Από τις αρχές του 2022, η Ρωσία έχει εμπλακεί στην κατάληψη διαφόρων περιοχών της ανατολικής και νοτιοανατολικής Ουκρανίας, ανάμεσά τους το Ντονέτσκ, το Λουγκάνσκ, τη Ζαπορίζια και τη Χερσώνα.

Αργότερα, η Μόσχα ανακοίνωσε την προσάρτηση των εν λόγω περιοχών, θεωρώντας τις πλέον τμήμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ενώ το Κίεβο παραμένει αμετακίνητο στην πρόθεσή του να τις ανακτήσει, μαζί με την Κριμαία που είχε προσαρτηθεί από τη Ρωσία το 2014.

Παρά τις πρόσφατες επιχειρήσεις, η Ρωσία δεν έχει καταφέρει να θέσει υπό τον έλεγχό της τη Δνιπροπετρόβσκ, η οποία συνορεύει με το Ντονέτσκ, τη Ζαπορίζια και τη Χερσώνα.

Η Σουέιντα εκτός των επερχόμενων εκλογών στη Συρία

Οι βουλευτικές εκλογές στη Συρία, οι πρώτες υπό τη νέα ισλαμιστική ηγεσία της χώρας και προγραμματισμένες για τον Σεπτέμβριο, δεν θα διεξαχθούν στην ταραγμένη επαρχία Σουέιντα, στη νότια Συρία, ούτε στις επαρχίες Ράκκα και Χασάκα στη βορειοανατολική χώρα, όπως δήλωσαν Σύροι αξιωματούχοι.

Σύμφωνα με το συριακό πρακτορείο ειδήσεων Ekhbariya, που επικαλέστηκε εκπρόσωπο της εκλογικής επιτροπής, η ψηφοφορία στις τρεις επαρχίες θα αναβληθεί μέχρι να διαμορφωθούν «κατάλληλες συνθήκες». Τον περασμένο μήνα, ο επικεφαλής της επιτροπής είχε δηλώσει στο κρατικό πρακτορείο SANA ότι οι εκλογές για την ανάδειξη των 210 μελών της Λαϊκής Συνέλευσης θα πραγματοποιηθούν μεταξύ 15 και 20 Σεπτεμβρίου.

Η Σουέιντα έχει γνωρίσει τις τελευταίες εβδομάδες επαναλαμβανόμενα επεισόδια σεχταριστικής βίας, με εκατοντάδες νεκρούς. Η περιοχή φιλοξενεί τη μεγαλύτερη συγκέντρωση Δρούζων στη Μέση Ανατολή, μιας μειονοτικής θρησκευτικής κοινότητας που συνδέεται με κλάδο του σιιτικού Ισλάμ.

Η βία ξέσπασε στα μέσα Ιουλίου, όταν σουνίτες ένοπλοι συγκρούστηκαν με Δρούζους μαχητές, γεγονός που οδήγησε την κυβέρνηση στην αποστολή δυνάμεων ασφαλείας για να περιορίσουν την ένταση. Ωστόσο, οι μάχες γρήγορα επεκτάθηκαν ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τους Δρούζους που αντιτάχθηκαν στην ανάπτυξη στρατού στην επαρχία.

Το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, εκτίμησε ότι οι νεκροί ξεπέρασαν τους 1.500, μεταξύ αυτών 720 κάτοικοι και τουλάχιστον 430 άνδρες των κυβερνητικών δυνάμεων.

Ύστερα από τρεις ημέρες συγκρούσεων, το υπουργείο Άμυνας της Συρίας ανακοίνωσε κατάπαυση του πυρός μετά από διαβουλεύσεις με Δρούζους ηγέτες. Παράλληλα, το Ισραήλ – όπου επίσης ζει κοινότητα Δρούζων – πραγματοποίησε επιθέσεις εναντίον συριακών κυβερνητικών θέσεων, συμπεριλαμβανομένων εγκαταστάσεων του υπουργείου Άμυνας, με το αιτιολογικό της «προστασίας» της μειονότητας.

Στις αρχές Αυγούστου, περιορισμένες συγκρούσεις ξανάρχισαν στη Σουέιντα, όταν η Δαμασκός κατηγόρησε πολιτοφυλακές Δρούζων για επιθέσεις κατά κυβερνητικών στόχων.

Την περασμένη εβδομάδα, ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ για τη Συρία Γκέιρ Πέντερσεν προειδοποίησε ότι η βία μπορεί να αναζωπυρωθεί ανά πάσα στιγμή, παρά την εύθραυστη εκεχειρία. Μιλώντας στο Συμβούλιο Ασφαλείας, τόνισε ότι «η απειλή αναζωπύρωσης των συγκρούσεων παραμένει παρούσα, όπως και οι πολιτικές φυγόκεντρες δυνάμεις που απειλούν την κυριαρχία, την ενότητα, την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας».

Αναβολή στη Ράκκα και τη Χασάκα

Στη βορειοανατολική Συρία, οι επαρχίες Ράκκα και Χασάκα, όπου επίσης ανεστάλη η εκλογική διαδικασία, βρίσκονται κυρίως υπό τον έλεγχο των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (Syrian Democratic Forces – SDF), μιας κουρδικής συμμαχίας που υποστηρίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις από τη Δημοκρατική Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας (Democratic Autonomous Administration of North and East Syria – DAANES), η οποία λειτουργεί παράλληλα με τις SDF και δηλώνει ότι ενεργεί ανεξάρτητα από την κεντρική κυβέρνηση.

Σε ανακοίνωσή της στις 24 Αυγούστου, υποστήριξε ότι οι εκλογές «δεν είναι δημοκρατικές και δεν εκφράζουν σε καμία περίπτωση τη βούληση των Σύρων», προσθέτοντας ότι «δεν αποτελούν παρά συνέχεια μιας πολιτικής περιθωριοποίησης και αποκλεισμού».

Η διοίκηση τόνισε επίσης ότι οι επαρχίες Ράκκα και Χασάκα είναι «σχετικά ασφαλείς» σε σύγκριση με άλλες περιοχές της χώρας.

Τον περασμένο Δεκέμβριο, το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ ανατράπηκε από επίθεση αντικαθεστωτικών δυνάμεων με την υποστήριξη της Τουρκίας, υπό την ηγεσία της οργάνωσης Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ (HTS), μιας σουνιτικής ένοπλης ομάδας με παλαιότερες διασυνδέσεις με την Αλ Κάιντα.

Από τον Ιανουάριο, επικεφαλής της μεταβατικής συριακής κυβέρνησης είναι ο ηγέτης της HTS, Αχμέντ αλ Σαρά, γνωστός στο παρελθόν ως Μοχάμεντ αλ Γκολανί. Τον Φεβρουάριο ο Σαρά, ο οποίος έχει δεσμευθεί για την προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων της χώρας, είχε εκτιμήσει ότι η Συρία θα χρειαστεί έως και πέντε χρόνια πριν μπορέσει να πραγματοποιήσει την πρώτη προεδρική εκλογή μετά την εποχή Άσαντ.

Με πληροφορίες από Reuters και Associated Press

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει μετοχικό μερίδιο στην Intel

Η αμερικανική κυβέρνηση επιδιώκει να αποκτήσει μετοχικό μερίδιο στην Intel, όπως δήλωσε ο υπουργός Εμπορίου, Χάουαρντ Λούτνικ, στις 19 Αυγούστου.

Τον Νοέμβριο του 2024, η προηγούμενη κυβέρνηση είχε εγκρίνει στην Intel σχεδόν 11 δισ. δολάρια σε επιχορηγήσεις μέσω του νόμου για τα Chips and Science, ο οποίος στοχεύει στην ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής ημιαγωγών, έτσι ώστε να στηριχθούν τα επενδυτικά της σχέδια για κατασκευή εντός ΗΠΑ.

Αντί να προσφέρει απλώς επιδοτήσεις, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ πιστεύει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αποκομίσουν οφέλη από τη συμφωνία.

Σύμφωνα με τον Λούτνικ, «πρέπει να αποκτήσουμε μετοχικό μερίδιο για τα χρήματά μας, άρα θα καταβάλουμε τα κεφάλαια που έχουν ήδη δεσμευτεί από τη διοίκηση Μπάιντεν».

Ο Λούτνικ τόνισε στην εκπομπή «Squawk on the Street» του CNBC, σε συνέντευξη την Τρίτη: «Θα λάβουμε μετοχές έναντι του ποσού αυτού, εξασφαλίζοντας καλή απόδοση για τον Αμερικανό φορολογούμενο, αντί να μοιράζουμε απλώς επιχορηγήσεις».

Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν θα αποκτήσει δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχή στη διοίκηση της Intel μέσω της επένδυσης. Δεν αποκάλυψε το ακριβές ποσοστό μετοχών που προτείνεται να αποκτηθεί.

Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, σημείωσε σε ενημέρωση στις 19 Αυγούστου ότι το υπουργείο Εμπορίου συνεχίζει να ρυθμίζει τις λεπτομέρειες, ώστε να διασφαλιστεί η συμμετοχή της κυβέρνησης στην Intel.

Η Λέβιτ δήλωσε: «Ο πρόεδρος θέλει να τεθούν πάνω απ’ όλα οι ανάγκες της Αμερικής, τόσο σε θέματα ασφάλειας όσο και οικονομίας. Πρόκειται για πρωτότυπη ιδέα που δεν έχει εφαρμοστεί ξανά, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού θα επαναπατριστούν, αλλά και ότι οι ΗΠΑ θα αποκομίσουν οφέλη».

Η νέα αυτή πρωτοβουλία λαμβάνει χώρα ενώ η εταιρεία, αποτιμώμενη στα 110 δισ. δολάρια, ανακοίνωσε ότι η SoftBank της Ιαπωνίας θα επενδύσει 2 δισ. δολάρια σε κοινές μετοχές της Intel, ενισχύοντας τη δέσμευσή της στην καινοτομία τεχνολογίας και ημιαγωγών στις ΗΠΑ.

Η μετοχή της Intel έκανε άλμα έως 11% κατά τη συνεδρίαση της 19ης Αυγούστου, ανεβάζοντας τα συνολικά φετινά κέρδη της μετοχής στο περίπου 27%.

Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, ο Τραμπ κάλεσε τον διευθύνοντα σύμβουλο της Intel, Λίπου Ταν, να παραιτηθεί λόγω φερόμενων διασυνδέσεων με κινεζικές τεχνολογικές επιχειρήσεις.

«Ο διευθύνων σύμβουλος της Intel είναι έντονα διχασμένος και πρέπει να παραιτηθεί άμεσα. Δεν υπάρχει άλλη λύση», ανέφερε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στις 7 Αυγούστου, στην πλατφόρμα Truth Social.

Μερικές ημέρες αργότερα, στις 11 Αυγούστου και κατόπιν συνάντησης με τον Ταν, ο πρόεδρος σχολίασε πάλι στο Truth Social: «Η συνάντηση ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Η επιτυχία και η άνοδός του είναι μια συναρπαστική ιστορία. Ο κος Ταν και μέλη του υπουργικού μου συμβουλίου θα συνεργαστούν και θα καταθέσουν προτάσεις την επόμενη εβδομάδα».

Σε κάθε περίπτωση, ο Λούτνικ τόνισε πως «στόχος της διοίκησης είναι να βοηθήσει την Intel να πετύχει και να διασφαλίσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα καταστούν παγκόσμιος ηγέτης στην παραγωγή τσιπ.

«Θέλουμε η Intel να πετύχει στην Αμερική», είπε χαρακτηριστικά. «Θέλουμε το τρανζίστορ να κατασκευάζεται στις ΗΠΑ, έτσι δεν είναι; Θέλουμε να το κάνει ένας Αμερικανός».

Τους τελευταίους μήνες, ο πρόεδρος Τραμπ και η κυβέρνησή του ανέπτυξαν σχέσεις συνεργασίας με κορυφαίες εταιρείες στρατηγικής σημασίας.

Ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ Χάουαρντ Λούτνικ μιλάει στη Σύνοδο Κορυφής για την Ενέργεια και την Καινοτομία της Πενσυλβάνια στο Πανεπιστήμιο Carnegie Mellon. Πίτσμπουργκ, 15 Ιουλίου 2025. (Samira Bouaou/The Epoch Times)

 

Πρόσφατα εγκρίθηκαν εξαγωγικές άδειες στην Advanced Micro Devices και την NVIDIA, επιτρέποντάς τους να επαναλάβουν τις πωλήσεις συγκεκριμένων τσιπ τεχνητής νοημοσύνης στην Κίνα.

Ως αντάλλαγμα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα λαμβάνει το 15% των εσόδων που θα προκύπτουν από αυτή τη δραστηριότητα.

Τον Ιούνιο, ο Τραμπ ενέκρινε την εξαγορά της αμερικανικής U.S. Steel από τη Nippon Steel της Ιαπωνίας, αφού παραχωρήθηκε στο αμερικανικό Δημόσιο μία «χρυσή μετοχή».

Η ιδιαίτερη αυτή συμφωνία παρέχει στην κυβέρνηση το δικαίωμα διορισμού μέλους στο διοικητικό συμβούλιο και δικαίωμα βέτο σε αποφάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απολύσεις ή περικοπές επενδύσεων.

Τον προηγούμενο μήνα, το υπουργείο Άμυνας έγινε ο μεγαλύτερος μέτοχος στην εταιρεία σπάνιων γαιών MP Materials, αποκτώντας προνομιούχες μετοχές αξίας 400 εκατ. δολαρίων.

Εργασίες στο ορυχείο σπάνιων γαιών MP Materials στο Mountain Pass της Καλιφόρνια. ΗΠΑ, 30 Ιανουαρίου 2020. (Steve Marcus/Reuters)

 

Παραδοσιακά, η Ουάσιγκτον αποκτούσε απευθείας μερίδια σε εταιρείες μόνο υπό καθεστώς οικονομικής κρίσης. Στις αρχές της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης 2008-09, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έγινε μέτοχος σε ασφαλιστικό κολοσσό (American International Group), αυτοκινητοβιομηχανία (General Motors), αλλά και τράπεζες όπως η Bank of America και η Citigroup.

Η εταιρεία ηλιακών πάνελ Solyndra έλαβε δάνεια με την εγγύηση του Δημοσίου μετά την ψήφιση του νόμου Obama για την ανάκαμψη. Χρόνια αργότερα, η Solyndra κατέρρευσε, επιβαρύνοντας τους Αμερικανούς φορολογούμενους με 528 εκατ. δολάρια.

Υπάρχουν πάντως και επιφυλάξεις για το κατά πόσο η κρατική παρέμβαση μπορεί να αποτελέσει λύση για την Intel, η οποία έχει βρεθεί πίσω έναντι ανταγωνιστών όπως η AMD, η Broadcom, η NVIDIA και η TSMC τα τελευταία χρόνια.

Η Νάνσυ Τένγκλερ, διευθύνουσα σύμβουλος της Laffer Tengler Investments, σημειώνει σε δήλωσή της στην Epoch Times: «Γενικά, η Intel έχει μείνει τόσο πίσω τεχνολογικά ώστε ίσως αυτό να προσφέρει κάποιο όφελος, αλλά δεν βλέπω πλεονέκτημα για τον Αμερικανό φορολογούμενο ούτε απαραίτητα για τη βιομηχανία των τσιπ. Το να δοθεί ο έλεγχος στον ιδιωτικό τομέα θα ήταν προτιμότερο· θα επιλύσουν τα προβλήματα γρήγορα», συμπληρώνει. «Δεν έχει σημασία πόσο καλός επιχειρηματίας είσαι. Άφησέ το στον ιδιωτικό τομέα, άσε ανθρώπους σαν εμένα να είναι επικριτικοί και άφησε την κυβέρνηση να κάνει τη δουλειά της».

Το Μπακού καταδικάζει τα ρωσικά πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις του Αζερμπαϊτζάν στην Ουκρανία

Ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν, Ιλχάμ Αλίεφ, καταδίκασε τα ρωσικά αεροπορικά πλήγματα στην Ουκρανία, τα οποία είχαν ως στόχο εγκαταστάσεις ενέργειας που ανήκουν στη Socar, τη κρατική εταιρεία πετρελαίου και φυσικού αερίου του Αζερμπαϊτζάν.

Ο Αλίεφ εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας στις 10 Αυγούστου με τον Ουκρανό ομόλογό του, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, σύμφωνα με ανακοίνωση του γραφείου τύπου του Αζέρου προέδρου.

Στη συνομιλία, οι δύο ηγέτες καταδίκασαν τα σκόπιμα αεροπορικά πλήγματα της Ρωσίας εναντίον αποθηκευτικής μονάδας πετρελαίου της Socar καθώς και άλλων αζερικών εγκαταστάσεων και ενός σταθμού συμπίεσης φυσικού αερίου που μεταφέρει αζερικό αέριο στην Ουκρανία.

Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση: «Οι δύο ηγέτες υπογράμμισαν την πεποίθησή τους ότι αυτές οι επιθέσεις δεν θα πλήξουν τη συνεργασία των δύο χωρών στον τομέα της ενέργειας.»

Την περασμένη εβδομάδα, οι αρχές στο Κίεβο ανακοίνωσαν ότι η Ρωσία έπληξε αντλιοστάσιο ιδιοκτησίας του Μπακού στη νότια περιφέρεια της Οδησσού, το οποίο χρησιμοποιούνταν για την εισαγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου από το Αζερμπαϊτζάν και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το ουκρανικό Υπουργείο Ενέργειας δήλωσε τότε: «Πρόκειται για καθαρό ρωσικό χτύπημα σε υποδομές αμιγώς πολιτικές, με στόχο τον ενεργειακό τομέα και, ταυτόχρονα, τις σχέσεις με το Αζερμπαϊτζάν, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους εταίρους στην Ευρώπη.»

Με ανακοίνωση της 6ης Αυγούστου, την οποία επικαλέστηκε το κρατικό πρακτορείο TASS, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας επιβεβαίωσε ότι οι ρωσικές δυνάμεις έπληξαν εγκαταστάσεις του συστήματος μεταφοράς φυσικού αερίου που στηρίζουν τη λειτουργία του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος της Ουκρανίας.

Τον περασμένο μήνα, η Ουκρανία διοχέτευσε για πρώτη φορά αζερικό αέριο μέσω της διαδρομής Τρανσβαλκανικός, ενώ ανακοίνωσε σχέδια για αύξηση των εισαγωγών από το Αζερμπαϊτζάν.

Από την εισβολή της Ρωσίας στην ανατολική Ουκρανία το 2022, οι ρωσικές επιθέσεις σε ουκρανικές ενεργειακές υποδομές έχουν πολλαπλασιαστεί, με χρήση κυρίως πυραύλων και drones.

Η Ουκρανία απαντά με σχεδόν καθημερινές επιθέσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε διάφορους στόχους στη δυτική Ρωσία, συχνά πλήττοντας ενεργειακές εγκαταστάσεις. Αμφότερες οι πλευρές, πάντως, ισχυρίζονται ότι χρησιμοποιούν όπλα ακριβείας εναντίον αποκλειστικά στρατιωτικών στόχων, επιδιώκοντας να μην υπάρξουν θύματα μεταξύ των αμάχων.

Κρίση στις σχέσεις Μόσχας – Μπακού

Τους τελευταίους μήνες, οι σχέσεις Ρωσίας και Αζερμπαϊτζάν, μιας μικρής χώρας στον νότιο Καύκασο, έχουν επιδεινωθεί αισθητά έπειτα από δεκαετίες σταθερότητας.

Το πρώτο μεγάλο ρήγμα σημειώθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο, όταν αεροσκάφος επιβατικής πτήσης του Αζερμπαϊτζάν, που εκτελούσε το δρομολόγιο Μπακού–Γκρόζνι στη νοτιοανατολική Ρωσία, συνετρίβη στο Καζακστάν.

Ομάδες έκτακτης ανάγκης στον τόπο συντριβής ενός επιβατικού αεροσκάφους της Azerbaijan Airlines κοντά στο Ακτάου του Καζακστάν, στις 25 Δεκεμβρίου 2024. Issa Tazhenbayev/AFP μέσω Getty Images

 

Το Αζερμπαϊτζάν κατηγόρησε τη ρωσική αντιαεροπορική άμυνα ότι χτύπησε κατά λάθος το αεροπλάνο, προκαλώντας τη συντριβή και τον θάνατο 38 επιβατών.

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν εξέφρασε στη συνέχεια τη λύπη του για το τραγικό γεγονός, αποφεύγοντας ωστόσο να αναλάβει ευθύνη εκ μέρους της Μόσχας.

Οι σχέσεις επιδεινώθηκαν και άλλο τον Ιούλιο, όταν συνελήφθησαν στο Αζερμπαϊτζάν αρκετοί Ρώσοι υπήκοοι, ανάμεσά τους και δύο δημοσιογράφοι, με διάφορες κατηγορίες.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, οι ρωσικές αρχές είχαν συλλάβει αρκετούς ομογενείς Αζέρους, δύο εκ των οποίων πέθαναν υπό κράτηση, ως ύποπτοι για συμμετοχή σε οργανωμένο έγκλημα.

Σε αντίποινα, το Μπακού ανακοίνωσε πανεθνική απαγόρευση όλων των προγραμματισμένων ρωσικών πολιτιστικών εκδηλώσεων και αρνήθηκε να συμμετάσχει στη συνεδρίαση του Οικονομικού Συμβουλίου της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (CIS), που πραγματοποιήθηκε στις 18 Ιουλίου στη Μόσχα.

Το Αζερμπαϊτζάν αποτελεί διαχρονικό μέλος της CIS, μπλοκ υπό ρωσική ηγεσία που περιλαμβάνει εννέα πρώην σοβιετικές δημοκρατίες.

Σε μια ακόμη αιχμηρή δήλωση κατά της Μόσχας στις 19 Ιουλίου, ο Αλίεφ δήλωσε στους δημοσιογράφους πως η Ουκρανία «…δεν πρέπει ποτέ να αποδεχθεί την κατοχή από ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις».

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποδέχεται τον Πρόεδρο του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίεφ στο Λευκό Οίκο στις 8 Αυγούστου 2025. Madalina Kilroy/The Epoch Times

 

Στις 8 Αυγούστου, το Αζερμπαϊτζάν και η Αρμενία υπέγραψαν στην Ουάσιγκτον ιστορική συμφωνία για τον τερματισμό δεκαετιών συγκρούσεων στον Νότιο Καύκασο, περιοχή την οποία η Μόσχα ανέκαθεν θεωρεί ζωτική για τα συμφέροντά της.

Σε τελετή με οικοδεσπότη τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο Αλίεφ και ο πρωθυπουργός της Αρμενίας, Νικόλ Πασινιάν, υπέγραψαν συμφωνία που ανοίγει τον δρόμο για ένα διμερές αμερικανικής πρωτοβουλίας διάδρομο διαμετακόμισης.

Με πληροφορίες από το Reuters

Συμφωνία Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν: Ο νέος «Διάδρομος Τραμπ» αλλάζει το γεωπολιτικό τοπίο στον Νότιο Καύκασο

Ένα νέο κεφάλαιο ανοίγει για τον Νότιο Καύκασο, καθώς Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν υπέγραψαν στις 8 Αυγούστου κοινή διακήρυξη, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών, με στόχο να τερματίσουν δεκαετίες συγκρούσεων μεταξύ των δύο χωρών. Στο πλευρό τους, στον Λευκό Οίκο και με οικοδεσπότη τον Ντόναλντ Τραμπ, ο πρωθυπουργός της Αρμενίας Νικόλ Πασινιάν και ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγιεφ υπέγραψαν, επίσης, δεύτερη συμφωνία που ανοίγει τον δρόμο για την κατασκευή περιφερειακού διαδρόμου, ανεπτυγμένου από αμερικανικούς φορείς. Η επίμαχη χερσαία αρτηρία, που θα φέρει το όνομα «Διάδρομος Τραμπ για Διεθνή Ειρήνη και Ευημερία», θα συνδέει το Αζερμπαϊτζάν με τον θύλακα του Ναχιτσεβάν, ο οποίος βρίσκεται αποκομμένος από την υπόλοιπη χώρα λόγω Αρμενίας και συνορεύει με την Τουρκία.

Όπως επισημαίνει η γεωπολιτική αναλύτρια Άνα Μαρία Έβανς, «ο σχεδιαζόμενος διάδρομος μπορεί να προκαλέσει σημαντικές γεωπολιτικές, οικονομικές και γεωστρατηγικές ανακατατάξεις τόσο στην περιοχή όσο και πέραν αυτής. Μια αποτελεσματική εμπορική διασύνδεση μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας μπορεί να αναδείξει και τις δύο σε κύριους παίκτες των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων», τονίζει η καθηγήτρια στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λισαβόνας στην Epoch Times.

Ο Μαμούκιτ Σαρατέλι, ανώτερος εταίρος στο Central Asia Caucasus Institute του American Foreign Policy Council, αναφέρει: «Αυτή η πρωτοβουλία αναμένεται να δημιουργήσει μακροχρόνιες ευκαιρίες για ελεύθερη και ανοιχτή συνδεσιμότητα μεταξύ της ευρύτερης Κεντρικής Ασίας, της Ευρώπης και της Μεσογείου μέσω του Νοτίου Καυκάσου».

Κατά την τελετή υπογραφής, ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε τον σχεδιαζόμενο διάδρομο ως «ειδική ζώνη διέλευσης που θα επιτρέψει στο Αζερμπαϊτζάν πλήρη πρόσβαση στο Ναχιτσεβάν, πάντα με απόλυτο σεβασμό στην κυριαρχία της Αρμενίας». Πρόσθεσε ότι η Αρμενία θα συνάψει αποκλειστική σύμπραξη με τις ΗΠΑ για την ανάπτυξη του διαδρόμου, διάρκειας έως 99 ετών. «Περιμένουμε μεγάλη ανάπτυξη υποδομών από αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες ανυπομονούν να επενδύσουν στις δύο χώρες», τόνισε χαρακτηριστικά.

Λίγο πριν τις υπογραφές, ανώτατος αξιωματούχος του Λευκού Οίκου ανέφερε πως στην υλοποίηση του έργου θα συμμετάσχει πιθανότατα κοινοπραξία για τη διαχείριση των σχετικών υποδομών. Ο Σαρατέλι, μιλώντας στην Epoch Times, χαρακτήρισε την παρούσα συμφωνία ως «πλαίσιο εργασίας», επισημαίνοντας ότι μένουν πολλά να διευκρινιστούν. Ωστόσο, τόνισε ότι ο αμερικανικός ρόλος στο σχήμα αυτό συνιστά γεωπολιτική τομή, που εδραιώνει μακροπρόθεσμη αμερικανική παρουσία στην περιοχή. Πρόσθεσε πάντως ότι «η συμμετοχή των ΗΠΑ απαιτεί περαιτέρω διευκρινήσεις».

Η ιδέα ενός διαδρόμου που θα ενώνει με χερσαίο τρόπο το Αζερμπαϊτζάν με τον θύλακα του Ναχιτσεβάν μέσω Αρμενίας έχει επανέλθει τα τελευταία πέντε χρόνια, με πρωτοβουλία κυρίως του Αζερμπαϊτζάν και της Τουρκίας, η οποία τον αποκαλεί «Διάδρομο Ζανγκεζούρ» μετά τον πόλεμο του 2020, οπότε το Αζερμπαϊτζάν –με τη στήριξη της Άγκυρας– ανέκτησε την επίμαχη περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Για την Άγκυρα, που μοιράζεται μικρό αλλά καίριο σύνορο με τον Ναχιτσεβάν, ο διάδρομος θεωρείται μέσο για δυναμική ανατολική επέκταση και εδραίωση γέφυρας προς τον ιστορικό της σύμμαχο, το Αζερμπαϊτζάν, και στη συνέχεια προς την Κασπία Θάλασσα.

Σύμφωνα με τον Σαρατέλι, «το αμερικανικό σχήμα, παραμερίζοντας παλιές αντιπαλότητες, θα άρει τα τεχνητά εμπόδια στο διμερές εμπόριο μεταξύ Αζερμπαϊτζάν, Αρμενίας και Τουρκίας. Παράλληλα, θα διαμορφώσει πολλαπλές διαδρομές — από την Κασπία διά του Αζερμπαϊτζάν προς Αρμενία, με διέλευση από τον Ναχιτσεβάν στην Τουρκία· ή μέσω Αζερμπαϊτζάν–Γεωργίας προς Τουρκία ή τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας».

Η Έβανς συμφωνεί ότι «το συγκεκριμένο έργο θα ενισχύσει την οικονομική ενσωμάτωση Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν μετά από δεκαετίες εχθρότητας». Σε ό,τι αφορά τις ευρύτερες προοπτικές, επισημαίνει πως «μία σταθερή διαμετακομιστική λειτουργία με ορθολογικές διαδικασίες ελέγχου και τελωνείων θα αυξήσει τη μεταφορική ικανότητα του λεγόμενου Middle Corridor, μειώνοντας χρόνους και κόστος διαμετακόμισης μεταξύ Κίνας και Ευρώπης».

Ο Διεθνής Μεταφορικός Διάδρομος Υπερκαυκάσου, γνωστός χαλαρά ως Middle Corridor, είναι μια πολυτροπική ανατολικοδυτική διαδρομή που εκτείνεται από το λιμάνι Λιενγιουνγκάνγκ της Κίνας έως την Ανατολική Ευρώπη. Με μήκος πάνω από 3.000 χιλιόμετρα, περνά από το Καζακστάν, στην Κασπία, και έπειτα διασχίζει Αζερμπαϊτζάν, Γεωργία και Τουρκία. Το Πεκίνο εντάσσει τον συγκεκριμένο διάδρομο στη στρατηγική του «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», με στόχο την ενίσχυση της διασύνδεσής του με την Ευρώπη και την αύξηση της επιρροής του στην Κεντρική Ασία και τον Νότιο Καύκασο, υπερφαλαγγίζοντας ανταγωνιστές.

«Ο διάδρομος θα επιτρέψει τη διακίνηση εμπορευμάτων διαμέσου του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας χωρίς τη μεσολάβηση Ρωσίας, Ιράν ή Κίνας. Οι “χαμένοι” εδώ είναι Κίνα, Ρωσία και Ιράν», ανέφερε ανώτατος αξιωματούχος του Λευκού Οίκου λίγο πριν τις υπογραφές. «Οι “κερδισμένοι” είναι η Δύση», πρόσθεσε. «Η ισχύς που θα προσφέρει αυτό στις αμερικανικές επιχειρήσεις και στην ενεργειακή ασφάλεια στην Ευρώπη θα είναι τεράστια».

Η Έβανς συμφωνεί ότι «Κίνα, Ρωσία και Ιράν δεν θα δουν με καλό μάτι τη σταθερή αμερικανική παρουσία και τα δικαιώματα εκμετάλλευσης στον προγραμματιζόμενο διάδρομο· αυτός πρόκειται να μετατραπεί σε κρίσιμο κόμβο των ανατολικών–δυτικών εφοδιαστικών αλυσίδων. Η αμερικανική επένδυση στις υποδομές διαμετακόμισης εξασφαλίζει ποικιλία εφοδιαστικής και μειώνει την εξάρτηση από Ρωσία και Κίνα», σημειώνει. «Η Κίνα, π.χ., αναμένεται τελικά να δει περιορισμένο όφελος από τη δική της επένδυση στο λιμάνι Ανακλία της Γεωργίας, σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις», προσθέτει.

Η ίδια χαρακτηρίζει το έργο «μια αναπάντεχη και καλοδεχούμενη ανατροπή της κινεζικής στρατηγικής κυριαρχίας στους παγκόσμιους διαδρόμους μέσω μεταφορικής υποδομής. Η αμερικανική επένδυση συνιστά καινοτόμο διπλωματική κίνηση που θα αντισταθμίσει τη ρωσο-κινεζική επιρροή στην παγκόσμια εφοδιαστική». Παρά το ότι «θα απαιτηθεί χρόνος, μόλις ο διάδρομος τεθεί σε λειτουργία, θα μειώσει περαιτέρω τον ρόλο του υφιστάμενου Βόρειου Διαδρόμου και θα φέρει την αμερικανική παρουσία στα σύνορα του Ιράν».

Ο Βόρειος Διάδρομος, άλλη διαμετακομιστική οδός που συνδέει Κίνα και Ευρώπη, διέρχεται από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Μετά τη ρωσική εισβολή στην ανατολική Ουκρανία το 2022, η Δύση έχει επιβάλει πολλαπλές κυρώσεις στη Ρωσία, αποσκοπώντας στον περιορισμό του διαμετακομιστικού ρόλου της συγκεκριμένης διαδρομής. Αν υλοποιηθεί, ο νέος διάδρομος θα διασχίζει τη νότια Αρμενία, βόρεια του ιρανικού συνόρου, ενδεχομένως πλήττοντας και τον ρωσοϊρανικό βορρά–νότο εμπορικό άξονα.

Στις 27 Ιουλίου, ο Αλί Ακμπαρ Βελαγιατί, σύμβουλος του ανώτατου ηγέτη του Ιράν αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, δήλωσε: «Ο διάδρομος των ΗΠΑ θα αποκόψει το Ιράν από τον Καύκασο, επιβάλλοντας χερσαίο αποκλεισμό στο Ιράν και τη Ρωσία στη νότια περιοχή». Ο Σαρατέλι θεωρεί τις δηλώσεις αυτές συναισθηματική αντίδραση. «Το Ιράν, παρότι αποδυναμωμένο από τις ιδεολογικές και γεωπολιτικές του επιλογές, παραμένει παίκτης στην περιοχή», εξηγεί. Το διμερές εμπόριο Ιράν–Ρωσίας βασίζεται κυρίως σε υφιστάμενους διαδρόμους μέσω της Κασπίας αλλά και μέσω Αζερμπαϊτζάν διαμέσου του Διεθνούς Διαδρόμου Βορρά–Νότου. Ο συγκεκριμένος διάδρομος, υπό κατασκευή, θα συνδέσει μόλις ολοκληρωθεί τη βόρεια Ευρώπη και τη κεντρική Ρωσία μέσω Αζερμπαϊτζάν με τα λιμάνια του Ινδικού Ωκεανού.

Στις 9 Αυγούστου, εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών δήλωσε πως «η συμφιλίωση Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν οφείλει να στηρίζεται στον απεριόριστο σεβασμό στις προτεραιότητες των πλευρών και των γειτονικών κρατών. Η συμμετοχή εξωπεριφερειακών δυνάμεων πρέπει να ενισχύει την ειρηνευτική ατζέντα και να μη δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια ή διαχωριστικές γραμμές», σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων TASS.

Συμφωνία ειρήνης Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν: Μία πολυετής σύγκρουση λαμβάνει τέλος

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, φιλοξένησε στις 8 Αυγούστου στον Λευκό Οίκο τους ηγέτες της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν, όπου υπέγραψαν κοινές διακηρύξεις που σηματοδοτούν το τέλος δεκαετιών σύρραξης και ανοίγουν τον δρόμο για έναν διάδρομο διαμετακόμισης μέσω του Νότιου Καυκάσου. Ο σχεδιαζόμενος διάδρομος, που αποκαλείται «Διαδρομή Τραμπ για τη Διεθνή Ειρήνη και Ευημερία», θα διασχίζει το νότιο τμήμα της Αρμενίας, βόρεια των συνόρων με το Ιράν. Ακολουθεί το ιστορικό της μακρόχρονης σύγκρουσης και τι μπορεί να σημάνει ο νέος διαμετακομιστικός διάδρομος.

Δεκαετίες σύγκρουσης

Πριν ακόμη την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, το Αζερμπαϊτζάν και η Αρμενία, δύο μικρά κράτη στον Νότιο Καύκασο, παρέμεναν αμείλικτοι εχθροί. Οι Αζέροι είναι τουρκικής καταγωγής και παραδοσιακά σιίτες μουσουλμάνοι, ενώ οι Αρμένιοι ανήκουν στη μεγάλη ινδοευρωπαϊκή οικογένεια, με τη συντριπτική πλειονότητα να ασπάζεται τον χριστιανισμό. Τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες, οι δυο πρώην σοβιετικές δημοκρατίες έχουν εμπλακεί σε δύο μεγάλης κλίμακας πολέμους και αμέτρητες συγκρούσεις για την ορεινή περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ ή Αρτσάχ στα αρμενικά.

Αν και διεθνώς το Ναγκόρνο-Καραμπάχ αναγνωρίζεται ως τμήμα του Αζερμπαϊτζάν, μέχρι πρόσφατα κατοικούνταν κυρίως από Αρμένιους. Μετά τον πόλεμο του 1988-1994, η Αρμενία κατέλαβε την περιοχή, υποστηριζόμενη από την Τουρκία, εκδιώκοντας τον αζέρικο πληθυσμό της. Η αρμενική κυριαρχία διατηρήθηκε έως το 2020, όταν το Αζερμπαϊτζάν, με τουρκική στήριξη, ανέκτησε το μεγαλύτερο μέρος του Ναγκόρνο-Καραμπάχ στον Δεύτερο Πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η σύρραξη των έξι εβδομάδων, με χιλιάδες νεκρούς από τις δύο πλευρές, τερματίστηκε με ανακωχή υπό τη διαμεσολάβηση της Μόσχας, που παραδοσιακά θεωρεί τον Νότιο Καύκασο σφαίρα επιρροής της.

Το 2023, το Αζερμπαϊτζάν εξαπέλυσε 24ωρη επίθεση, θέτοντας ολόκληρο το Ναγκόρνο-Καραμπάχ υπό τον πλήρη έλεγχό του και προκαλώντας μαζική έξοδο των Αρμενίων της περιοχής προς τη γειτονική Αρμενία. Έκτοτε, οι δύο χώρες προσπαθούν να καταλήξουν σε οριστική συμφωνία ειρήνης και χάραξης των 1.000 χιλιομέτρων περίπου των κοινών συνόρων τους. Τον Μάρτιο, ανακοινώθηκε πως συμφώνησαν στο κείμενο μιας πιθανής συμφωνίας ειρήνης. Το Μπακού, ωστόσο, αρνείται να επικυρώσει επισήμως το κείμενο, εκτός αν η Αρμενία τροποποιήσει το σύνταγμά της ώστε να αφαιρέσει διατάξεις που αναφέρονται σε ένωση της χώρας με το Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Η «αυλή» της Ρωσίας

Παρά τη μακρά μεταξύ τους αντιπαλότητα, μέχρι πρόσφατα τόσο η Αρμενία όσο και το Αζερμπαϊτζάν διατηρούσαν καλές σχέσεις με τη Ρωσία, που συνορεύει με το Αζερμπαϊτζάν σε μήκος 338 χιλιομέτρων και έχει αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή ανάμεσα στους δύο αντιπάλους. Αμφότερα τα κράτη είναι μέλη της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών, της περιφερειακής ένωσης υπό τη ρωσική επιρροή, ενώ η Αρμενία ανήκει επίσης στον Οργανισμό της Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας, υπό ρωσική ηγεσία, με σημαντική ρωσική στρατιωτική παρουσία στην πόλη Γκιουμρί στα βορειοδυτικά. Παράλληλα, η Αρμενία είναι μέλος της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης, με έντονες εμπορικές σχέσεις με τη Ρωσία.

Αντίθετα, το Αζερμπαϊτζάν δεν συμμετέχει σε καμία από τις παραπάνω ρωσικές ενώσεις. Τον Φεβρουάριο του 2022, μόλις δύο ημέρες πριν εισβάλει η Ρωσία στην Ουκρανία, Μόσχα και Μπακού υπέγραψαν πολιτικοστρατιωτική συμφωνία. Όπως δήλωσε τότε ο πρόεδρος Ιλχάμ Αλίγεφ, «οι διμερείς σχέσεις ανυψώθηκαν στο επίπεδο της συμμαχίας», σύμφωνα με το Αζερικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Ο δυτικός προσανατολισμός της Αρμενίας

Παρά τους παραδοσιακούς δεσμούς τους με τη Ρωσία, η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν το τελευταίο διάστημα δίνουν σαφή δείγματα απεξάρτησης από τη ρωσική επιρροή. Το 2024, η Αρμενία ανέστειλε τη συμμετοχή της στον Οργανισμό της Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας, με το αιτιολογικό ότι ο οργανισμός δεν βοήθησε κατά την αζερική επίθεση του 2023 – κάτι που η Μόσχα απορρίπτει. Τον Ιανουάριο, το Ερεβάν υπέγραψε στρατηγική συμφωνία εταιρικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ, την οποία ο Αρμένιος υπουργός Εξωτερικών χαρακτήρισε στο X ως απαραίτητη για την «πλοήγηση στην περίπλοκη γεωπολιτική σκακιέρα».

Δύο μήνες αργότερα, το κοινοβούλιο της Αρμενίας ενέκρινε νομοσχέδιο που άνοιξε τον δρόμο για πιθανή ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση – εξέλιξη που η Μόσχα θεωρεί ασύμβατες με τη συμμετοχή της χώρας στην Ευρασιατική Ένωση. Οι παραπάνω επιλογές έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην εσωτερική πολιτική σκηνή. Η αντιπολίτευση κατηγορεί τον πρωθυπουργό Νικόλ Πασινιάν για υπερβολικές παραχωρήσεις στο Αζερμπαϊτζάν και για φιλοδυτική στροφή.

Τον Ιούνιο του περασμένου έτους, το Ερεβάν συγκλονίστηκε από πολυήμερες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις με επικεφαλής εξέχοντα αρχιεπίσκοπο της Αρμενικής Εκκλησίας, που απαιτούσε την παραίτηση του Πασινιάν. Τον προηγούμενο μήνα, ο αρχιεπίσκοπος συνελήφθη με την κατηγορία της συνωμοσίας για ανατροπή της κυβέρνησης, προκαλώντας οργισμένη αντίδραση από την αυτόνομη αρμενική εκκλησία. Ο Πασινιάν, του οποίου η δημοτικότητα φέρεται να έχει υποχωρήσει από το 2018, θα αντιμετωπίσει ιδιαίτερα δύσκολες βουλευτικές εκλογές το επόμενο έτος απέναντι στην ενισχυμένη αντιπολίτευση.

Οι τριγμοί μεταξύ Μπακού και Μόσχας

Η σχέση του Αζερμπαϊτζάν με τη Ρωσία δοκιμάστηκε εκ νέου τον Δεκέμβριο, όταν αζερικό επιβατικό αεροσκάφος συνετρίβη εν πτήσει από τη Μπακού προς τη ρωσική πόλη Γκρόζνι. Το Αζερμπαϊτζάν υποστηρίζει πως το αεροπλάνο επλήγη κατά λάθος από ρωσικά αντιαεροπορικά, με συνέπεια τη συντριβή στο Καζακστάν και τον θάνατο 38 επιβαινόντων. Ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν εξέφρασε τη λύπη του για το δυστύχημα, ωστόσο αρνήθηκε να αναλάβει ευθύνη, προκαλώντας την ενόχληση του Μπακού. Το κλίμα έγινε ακόμη πιο τεταμένο τον προηγούμενο μήνα, όταν συνελήφθησαν στο Μπακού αρκετοί Ρώσοι πολίτες, μεταξύ αυτών δύο δημοσιογράφοι του Sputnik, με διάφορες κατηγορίες. Η Μόσχα θεώρησε τις συλλήψεις αντίποινα για τη σύλληψη Αζέρων, εκ των οποίων δύο πέθαναν υπό αστυνομική κράτηση στη ρωσική πόλη Εκατερίνμπουργκ με υποψίες εμπλοκής σε οργανωμένο έγκλημα. Σε απάντηση, η κυβέρνηση του Μπακού ακύρωσε ρωσικές πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Ως ένδειξη διπλωματικής δυσαρέσκειας, το Μπακού δεν έστειλε εκπρόσωπο στη σύνοδο του Οικονομικού Συμβουλίου της ΚΑΚ στη Μόσχα, στις 18 Ιουλίου. Την επομένη, ο πρόεδρος Αλίγεφ επανέλαβε το αίτημά του να αναγνωρίσει η Ρωσία τον ρόλο της στην κατάρριψη του αζερικού αεροσκάφους. «Γνωρίζουμε ακριβώς τι συνέβη και μπορούμε να το αποδείξουμε», δήλωσε στους δημοσιογράφους. Μάλιστα, ο Αλίγεφ τόνισε πως η Ουκρανία δεν πρέπει να δεχθεί καμία μορφή κατοχής – μοιραία δήλωση που ερμηνεύεται ως μήνυμα προς τη Μόσχα.

Ο «Διάδρομος Ζανγκεζούρ»

Την τελευταία πενταετία έχουν διατυπωθεί κατ’ επανάληψη προτάσεις για διαμετακομιστικό διάδρομο που θα ενώνει το Αζερμπαϊτζάν με τον θύλακα του Ναχιτσεβάν μέσω της περιοχής Συούνικ στη νότια Αρμενία. Η ιδέα αυτή, που αρχικά προωθήθηκε από Άγκυρα και Μπακού ως «Διάδρομος Ζανγκεζούρ» μετά τον Δεύτερο Πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, αντιμετωπίζεται από την Τουρκία ως μηχανισμός διεύρυνσης της περιφερειακής της επιρροής, μέσω της δημιουργίας χερσαίας σύνδεσης με το Αζερμπαϊτζάν και περαιτέρω με την Κασπία Θάλασσα.

Τον προηγούμενο μήνα, ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία, Τόμας Μπάρρακ, δήλωσε πως οι ΗΠΑ ενδέχεται να ενοικιάσουν τον διάδρομο για 100 χρόνια: «Δώστε μας τα 32 χιλιόμετρα δρόμου με μίσθωση 100 ετών και μπορείτε να τον αξιοποιήσετε όλοι», είπε σε δημοσιογράφους στις 11 Ιουλίου. Λίγες μέρες αργότερα, ο Πασινιάν επιβεβαίωσε ότι η διαμετακομιστική αρτηρία θα μπορούσε να λάβει τη μορφή «κοινοπραξίας Αρμενίας-ΗΠΑ». «Η πρόταση είναι προς εξέταση και συζητούμε τις λεπτομέρειες», ανέφερε μιλώντας σε τοπικά ΜΜΕ. Η ανάμειξη των ΗΠΑ στη δημιουργία της γραμμής – η οποία θα διατρέχει τα σύνορα Αρμενίας-Ιράν – προκάλεσε επικρίσεις από Τεχεράνη και Μόσχα.

Ο Αλί Ακμπάρ Βελαγιατί, στενός σύμβουλος του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, προειδοποίησε (σύμφωνα με το πρακτορείο Tasnim) ότι το έργο θα αποκόψει το Ιράν από τον Νότιο Καύκασο και θα «επιβάλει χερσαίο αποκλεισμό μεταξύ Ιράν και Ρωσίας». Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών, με δηλώσεις που μεταφέρει το TASS, επανέλαβε κατηγορίες ότι η Δύση επιδιώκει να αποκτήσει «πάτημα» στον Νότιο Καύκασο, προκαλώντας «γεωπολιτικής αντιπαράθεσης».

Με πληροφορίες από Associated Press και Reuters

Η πρώτη απευθείας πτήση από την Πιονγιάνγκ προσγειώνεται στη Μόσχα

Η πρώτη απευθείας πτήση επιβατών από την Πιονγκγιάνγκ, πρωτεύουσα της Βόρειας Κορέας, προς τη Μόσχα προσγειώθηκε στις 29 Ιουλίου στο αεροδρόμιο Σερεμέτιεβο, σύμφωνα με το ρωσικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων TASS.

Η πτήση, διάρκειας περίπου οκτώ ωρών, πραγματοποιήθηκε με Boeing 777 της ρωσικής αεροπορικής εταιρείας Nordwind Airlines. Στις 27 Ιουλίου, επανεκκινήθηκαν οι απευθείας εμπορικές πτήσεις μεταξύ των δύο πρωτευουσών μετά από διακοπή δεκαετιών, με το ίδιο αεροσκάφος να έχει προηγουμένως πραγματοποιήσει την πρώτη πτήση από τη Μόσχα προς την Πιονγκγιάνγκ.

Κατά την επίσημη τελετή υποδοχής στην Πιονγκγιάνγκ για την πρώτη πτήση, ο Ρώσος υπουργός Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Αλεξάντρ Κόζλοφ, δήλωσε: «Το γεγονός αυτό αποδεικνύει τη δέσμευση των δύο χωρών για αδελφικές σχέσεις», σύμφωνα με το TASS.

Η Ρωσική Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας έχει εγκρίνει στη Nordwind Airlines έως και δύο πτήσεις την εβδομάδα μεταξύ των πρωτευουσών. Ωστόσο, σύμφωνα με το ρωσικό υπουργείο Μεταφορών, αρχικά η εταιρεία θα πραγματοποιεί μόνο μία απλή πτήση μετ’ επιστροφής τον μήνα, προκειμένου να αξιολογηθεί η ζήτηση.

Μέχρι πρότινος, οι μόνες απευθείας αεροπορικές συνδέσεις μεταξύ των δύο χωρών εκτελούνταν από την Air Koryo, τη βορειοκορεατική εταιρεία, με προορισμό τη ρωσική πόλη Βλαδιβοστόκ στα ανατολικά σύνορα της Ρωσίας. Στην τελετή υποδοχής, ο Κόζλοφ ανέφερε ακόμη: «Η Μόσχα και η Πιονγκγιάνγκ συνεργάζονται στενά στον τομέα της εφοδιαστικής αλυσίδας». Όπως διευκρίνισε, «υλοποιείται έργο σε όλoυς τους τομείς των logistics», σύμφωνα με το TASS.

Επιπλέον, υπογράμμισε ότι «αυξάνεται η δυναμικότητα στη σιδηροδρομική διακίνηση εμπορευμάτων και επιβατών, περιλαμβανομένων των δρομολογίων μεταξύ Μόσχας και Πιονγκγιάνγκ», αναφέροντας και τον ρόλο του ως συμπροέδρου της διακυβερνητικής επιτροπής Ρωσίας-Βόρειας Κορέας για εμπορική, οικονομική και τεχνική συνεργασία.

Τον προηγούμενο μήνα, επανεκκίνησε επίσης η επιβατική σιδηροδρομική σύνδεση των δύο πρωτευουσών, ένα ταξίδι διάρκειας δέκα ημερών, μετά από πολυετή διακοπή. Τον Απρίλιο, οι δύο χώρες εγκαινίασαν γέφυρα για την οδική κυκλοφορία επί του ποταμού Τουμούν, ο οποίος αποτελεί τμήμα των κοινών τους συνόρων, όπως σημείωσε ο Κόζλοφ.

Σε αυτή τη φωτογραφία που διανεμήθηκε από το ρωσικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Sputnik, ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν περπατά μαζί με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν σε τελετή υποδοχής κατά την άφιξη του Πούτιν στην Πιονγιάνγκ στις 19 Ιουνίου 2024. GAVRIIL GRIGOROV/POOL/AFP μέσω Getty Images

 

Από τότε που η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία στις αρχές του 2022, οι σχέσεις μεταξύ Μόσχας και Πιονγκγιάνγκ έχουν καταστεί ιδιαίτερα στενές. Το 2023, το Κίεβο και οι δυτικοί σύμμαχοί του κατηγόρησαν τη Βόρεια Κορέα για παροχή πυρομαχικών και βαλλιστικών πυραύλων στη Ρωσία —κατηγορίες τις οποίες απέρριψαν και οι δύο χώρες τότε.

Τον Ιούνιο του 2024, οι ηγέτες των δύο χωρών υπέγραψαν συνθήκη συνολικής στρατηγικής εταιρικής σχέσης, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων και ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής. Μετά την τελετή υπογραφής στην Πιονγκγιάνγκ, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν δήλωσε: «Η συνθήκη δεσμεύει κάθε μέρος να υπερασπιστεί το άλλο σε περίπτωση εξωτερικής επίθεσης». Πρόσθεσε ακόμη ότι η συμφωνία προβλέπει «εμβάθυνση της συνεργασίας στους τομείς του εμπορίου, της οικονομίας και του πολιτισμού».

Δίπλα στον Πούτιν, ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ-ουν τόνισε πως «η παρούσα συνθήκη θα ανυψώσει τις διμερείς σχέσεις στο επίπεδο της συμμαχίας». Μόσχα και Πιονγκγιάνγκ επιμένουν επανειλημμένα ότι η συμφωνία είναι καθαρά αμυντικού χαρακτήρα.

Λίγο μετά την υπογραφή της συνθήκης, οι κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, της Νότιας Κορέας και της Ιαπωνίας καταδίκασαν αυτό που χαρακτήρισαν ως εμβάθυνση της στρατιωτικής συνεργασίας Ρωσίας-Βόρειας Κορέας. Σε κοινή τους ανακοίνωση επισημαίνουν: «Η συνθήκη αυτή θα πρέπει να προκαλεί σοβαρή ανησυχία σε όσους ενδιαφέρονται για τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην Κορεατική Χερσόνησο, την υποστήριξη του διεθνούς καθεστώτος μη διάδοσης (πυρηνικών όπλων), και την αλληλεγγύη προς τον λαό της Ουκρανίας».

Τον Απρίλιο, τόσο η Μόσχα όσο και η Πιονγκγιάνγκ επιβεβαίωσαν ότι στρατιώτες της Βόρειας Κορέας συνέδραμαν τους Ρώσους συναδέλφους τους στην εκδίωξη ουκρανικών δυνάμεων από τη δυτική περιφέρεια του Κουρσκ. Στα μέσα Ιουλίου, ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ, πραγματοποίησε τριήμερη επίσκεψη στη Βόρεια Κορέα, όπου συναντήθηκε με τον Κιμ στη παραθαλάσσια πόλη Ουονσάν.

Κατά τη συνάντηση, ο Κιμ διαμήνυσε: «Η χώρα μου είναι έτοιμη να στηρίξει άνευ όρων όλα τα μέτρα που λαμβάνει η ρωσική ηγεσία για την αντιμετώπιση της ρίζας της ουκρανικής κρίσης». Σύμφωνα με τα βορειοκορεατικά μέσα ενημέρωσης.

Με την συμβολή του Reuters

Σε αδιέξοδο Ρωσία και Ουκρανία καθώς καταρρέουν οι συνομιλίες για εκεχειρία

Ο τρίτος γύρος συνομιλιών για κατάπαυση του πυρός, υπό την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, μεταξύ Ρώσων και Ουκρανών αξιωματούχων στην Κωνσταντινούπολη, ολοκληρώθηκε χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, σύμφωνα με ειδικούς που εκτιμούν ότι η κατάσταση στο μέτωπο παραμένει στάσιμη.

Οι συνομιλίες της 23ης Ιουλίου διήρκεσαν μόλις 40 λεπτά, γεγονός που, σύμφωνα με αναλυτές, αντικατοπτρίζει το στρατιωτικό αδιέξοδο που επικρατεί εδώ και καιρό. Ο Ρόμπερτ Πίτερς, αναλυτής αμυντικής πολιτικής στο Heritage Foundation στην Ουάσιγκτον, υποστήριξε ότι οι γραμμές του μετώπου έχουν παραμείνει σχεδόν αμετάβλητες τα τελευταία τρία χρόνια, εκτιμώντας πως οι ρωσικές δυνάμεις έχουν προελάσει μόλις 15 χιλιόμετρα σε διάστημα τριών μηνών, δαπανώντας σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό.

Ο ίδιος εκτίμησε ότι, παρά τις μικρές εδαφικές προόδους, η ρωσική πρόοδος είναι τόσο αργή που «θα χρειαστεί ο υπόλοιπος αιώνας για να καταλάβουν το μεγαλύτερο μέρος της Ουκρανίας», χαρακτηρίζοντας τη γενική εικόνα ως «αδιέξοδο».

Παρόμοια άποψη εξέφρασε ο Άντριου Κόρμπετ, λέκτορας στο Τμήμα Αμυντικών Σπουδών του King’s College του Λονδίνου, ο οποίος συνέκρινε την παρούσα φάση του πολέμου με το 1916 στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως σημείωσε, οι δύο πλευρές συνεχίζουν τις μάχες, παρότι καμία δεν φαίνεται ικανή να πετύχει σαφή στρατιωτική νίκη, ενώ θεωρεί ότι ενδεχόμενη διακοπή των συγκρούσεων θα είχε καταστροφικές συνέπειες και για τις δύο.

Ο ίδιος παρατήρησε ότι η Ουκρανία επιδιώκει ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη για να αλλάξει την ισορροπία, ενώ η Ρωσία φαίνεται να αναμένει την αποδυνάμωση της δυτικής υποστήριξης προς το Κίεβο, κυρίως από την Ουάσιγκτον.

Καμία παραχώρηση

Δύο ημέρες πριν από τις συνομιλίες, εκπρόσωπος του Κρεμλίνου ανέφερε πως οι όροι των δύο πλευρών για κατάπαυση του πυρός είναι «διαμετρικά αντίθετοι». Η Μόσχα απαιτεί την αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από τις τέσσερις περιοχές της Ουκρανίας που έχει καταλάβει μερικώς και προσαρτήσει μονομερώς το 2022 – Ντονέτσκ, Λουχάνσκ, Χερσώνα και Ζαπορίζια – καθώς και εγγυήσεις ότι η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί ποτέ στο ΝΑΤΟ.

Ο Ρώσος ΥΠΕΞ, Σεργκέι Λαβρόφ, δήλωσε στις 28 Ιουλίου – σύμφωνα με το πρακτορείο TASS – ότι η μη ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ αποτελεί «νόμιμη απαίτηση» της Ρωσίας, ενώ η αναγνώριση των «νέων πραγματικοτήτων» που έχουν ενσωματωθεί στο ρωσικό Σύνταγμα είναι «αδιαπραγμάτευτη».

Από την πλευρά του, το Κίεβο απορρίπτει σθεναρά αυτές τις απαιτήσεις, επιμένοντας στην ανάκτηση όλων των κατεχόμενων εδαφών, παρά την αριθμητική υπεροχή των ρωσικών στρατευμάτων. Ο Πίτερς παρατήρησε ότι η Ουκρανία «δεν δείχνει καμία πρόθεση να εγκαταλείψει τον αγώνα», προσθέτοντας ότι η διαλλακτική στάση στις διαπραγματεύσεις ίσως αποτελεί τακτική για τη διατήρηση της δυτικής υποστήριξης.

Μέσα ενημέρωσης σε δράση πριν από τον τρίτο γύρο των συνομιλιών για την κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας στο Παλάτι Ciragan. Κωνσταντινούπολη, στις 23 Ιουλίου 2025. (Chris McGrath/Getty Images)

 

Κατά την εκτίμησή του, οι δύο πλευρές είναι πιθανό να καταλήξουν τελικά σε μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, όπου η Ρωσία θα διατηρήσει μέρος των κατεχόμενων εδαφών, έχοντας εξαντλήσει σημαντικό μέρος των στρατιωτικών της αποθεμάτων. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι μια τέτοια συμφωνία θα αφήσει τη Ρωσία αντιμέτωπη με μια «βαριά εξοπλισμένη» Ουκρανία που θα λειτουργεί ως ενδιάμεσος φραγμός μεταξύ αυτής και του ΝΑΤΟ.

Η μάχη για το Ποκρόβσκ

Τον τελευταίο μήνα, η Ρωσία έχει ανακοινώσει μικρές προελάσεις στο Ντονέτσκ και το Λουχάνσκ, που συνθέτουν την περιοχή του Ντονμπάς, καθώς και σε περιοχές όπως το Σούμι, το Χάρκοβο και το Ντνιπροπετρόφσκ – αν και οι τελευταίες δεν περιλαμβάνονται στις ρωσικές εδαφικές διεκδικήσεις. Το Κίεβο δεν έχει επιβεβαιώσει επισήμως απώλειες εδαφών, ενώ δεν ήταν δυνατή η ανεξάρτητη επαλήθευση των σχετικών ισχυρισμών από την εφημερίδα The Epoch Times.

Το επίκεντρο των συγκρούσεων εντοπίζεται πλέον στην πόλη Ποκρόβσκ του Ντονέτσκ. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο για τη Μελέτη του Πολέμου (Institute for the Study of War – ISW) με έδρα την Ουάσιγκτον, ρωσικές δυνάμεις φέρονται να εισήλθαν στην πόλη για πρώτη φορά την περασμένη εβδομάδα, πραγματοποιώντας «περιορισμένες αποστολές δολιοφθοράς και αναγνώρισης» στο πλαίσιο προσπάθειας περικύκλωσης.

Η Μόσχα δεν έχει σχολιάσει επισήμως τις σχετικές πληροφορίες. Ωστόσο, ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ανέφερε σε βιντεοσκοπημένο διάγγελμά του στις 25 Ιουλίου ότι διεξάγονται σφοδρές μάχες στην περιοχή, την οποία χαρακτήρισε – επικαλούμενος τον στρατηγό Ολεξάντρ Σιρσκί – ως το κύριο μέτωπο του πολέμου.

Ο Τούρκος στρατιωτικός αναλυτής Αμπντουλάχ Αγάρ εκτίμησε ότι η διατήρηση του Ποκρόβσκ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη σταθερότητα της ουκρανικής αμυντικής γραμμής. Αν η Ρωσία καταλάβει την πόλη, προειδοποίησε, ολόκληρη η δυτική αμυντική γραμμή του Ντονέτσκ κινδυνεύει με κατάρρευση – εξέλιξη που, κατά την άποψή του, δεν μπορεί να ανατραπεί χωρίς στρατηγική ή πολιτική εξωτερική παρέμβαση.

Πρόσθεσε, τέλος, ότι τα μηνύματα δυτικής στήριξης προς το Κίεβο είναι ασαφή και αντιφατικά, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η πολιτική σταθερότητα και η εσωτερική συνοχή της Ουκρανίας.

Ο Τραμπ αυξάνει τις πιέσεις

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ανέλαβε ξανά καθήκοντα τον Ιανουάριο με την υπόσχεση να τερματίσει σύντομα τον πόλεμο, προχώρησε σε διακοπή της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία τον Μάρτιο, μετά από έντονη συνάντηση με τον Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο. Η κίνηση αυτή ερμηνεύθηκε ως προσπάθεια άσκησης πίεσης στο Κίεβο για να υποχωρήσει στις διαπραγματεύσεις.

Όταν ο Ουκρανός πρόεδρος δήλωσε πως η ειρήνη παραμένει «πολύ, πολύ μακριά», ο Τραμπ φέρεται να απάντησε πως ο Ζελένσκι «δεν επιθυμεί την ειρήνη όσο έχει τη στήριξη της Αμερικής».

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κίρ Στάρμερ συνομιλεί με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κατά τη διάρκεια διμερούς συνάντησης στο Turnberry. Σκωτία, στις 28 Ιουλίου 2025. (Christopher Furlong/Pool/AFP μέσω Getty Images)

 

Ωστόσο, στα μέσα Ιουλίου, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε αντιστροφή στάσης, δηλώνοντας ότι σκοπεύει να προμηθεύσει την Ουκρανία με σύγχρονα οπλικά συστήματα, μεταξύ των οποίων αμερικανικά πυραυλικά συστήματα Patriot, με χρηματοδότηση από συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Παράλληλα, απείλησε με την επιβολή αυστηρών δασμών σε χώρες που συνεχίζουν τις εμπορικές συναλλαγές με τη Ρωσία, εάν η Μόσχα δεν αποδεχθεί συμφωνία εκεχειρίας εντός 50 ημερών. Ο Λαβρόφ υποβάθμισε την απειλή, σημειώνοντας ότι οι υφιστάμενες δυτικές κυρώσεις είναι ήδη «άνευ προηγουμένου» και η Ρωσία θα αντεπεξέλθει.

Στις 28 Ιουλίου, ο Τραμπ επανέλαβε το τελεσίγραφο, μειώνοντας το περιθώριο συμμόρφωσης της Μόσχας σε «περίπου 10 ή 12 ημέρες», όπως δήλωσε από τη Σκωτία μετά από συνάντηση με τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ.

Ο Κόρμπετ εκτίμησε ότι και οι δύο πλευρές προσβλέπουν πλέον σε εξωτερικούς παράγοντες για την επίτευξη νίκης. Όπως σημείωσε, οι συγκρούσεις πιθανότατα θα συνεχιστούν με μικρές περιοδικές μεταβολές έως ότου η Δύση παρέμβει αποφασιστικά – είτε ενισχύοντας πλήρως την Ουκρανία είτε επιτρέποντας την υποχώρηση της υποστήριξης σε σημείο που θα προσδώσει στρατηγικό πλεονέκτημα στη Ρωσία.

Με πληροφορίες από Reuters και Associated Press

Τρεις ρωσικοί στόλοι πραγματοποιούν εκτεταμένες ασκήσεις σε Ειρηνικό και Αρκτικό Ωκεανό

Η ρωσική Πολεμική Ναυτική ξεκίνησε μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές ασκήσεις σε Ειρηνικό και Αρκτικό Ωκεανό, καθώς και στις θάλασσες Βαλτική και Κασπία, όπως ανακοίνωσε στις 23 Ιουλίου το υπουργείο Άμυνας της Μόσχας.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, που αναρτήθηκε στο κανάλι του υπουργείου στο Telegram, οι πενθήμερες ασκήσεις με την ονομασία «Καταιγίδα Ιουλίου» αποσκοπούν στον έλεγχο της ετοιμότητας του ρωσικού ναυτικού για «μη συμβατικές επιχειρησιακές αποστολές», όπως η ανάπτυξη όπλων ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς, μη επανδρωμένων συστημάτων και τεθωρακισμένου εξοπλισμού.

Το ρωσικό υπουργείο ανέφερε ότι στις ασκήσεις συμμετέχουν πάνω από 150 πλοία, 120 αεροσκάφη, 10 παράκτια συστήματα πυραυλικής άμυνας, 950 μονάδες στρατιωτικού εξοπλισμού και περισσότεροι από 15.000 στρατιώτες.

Κατά τη διάρκεια των ασκήσεων, οι ναυτικές δυνάμεις αναμένεται να αναπτυχθούν σε περιοχές επιχειρησιακής δράσης, να εκτελέσουν αντιπλοϊκές επιχειρήσεις και να προστατεύσουν βάσεις και οικονομικές δραστηριότητες, σύμφωνα με την ίδια πηγή.

Περιλαμβάνεται επίσης εξάσκηση στην απόκρουση επιθέσεων από εναέρια και θαλάσσια μη επανδρωμένα μέσα, καθώς και σε προσβολές κατά στόχων και εχθρικών ναυτικών δυνάμεων.

Όπως μετέδωσε το ρωσικό πρακτορείο TASS, στις ασκήσεις συμμετέχουν οι Στόλοι του Βορρά, του Ειρηνικού και της Βαλτικής, καθώς και ο μικρός στόλος της Κασπίας. Η ολοκλήρωσή τους αναμένεται στις 27 Ιουλίου. Τη γενική εποπτεία ασκεί ο ναύαρχος Αλεξάντρ Μοϊσέγεφ, ο οποίος ανέλαβε αρχηγός του ρωσικού ναυτικού το 2024.

Στο υπόβαθρο αυτών των κινήσεων βρίσκεται η παρατεταμένη στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η οποία ξεκίνησε το 2022 με την εισβολή και προσάρτηση εκτεταμένων περιοχών στα ανατολικά και νοτιοανατολικά της χώρας. Από την έναρξη της σύγκρουσης, το ρωσικό ναυτικό έχει υποστεί σημαντικές απώλειες, ιδίως στη Μαύρη Θάλασσα.

Ο Στόλος της Μαύρης Θάλασσας, που παραμένει σε λειτουργία, εδρεύει στην Κριμαία, την οποία η Ρωσία κατέλαβε το 2014. Η τότε φιλορωσική τοπική διοίκηση είχε προχωρήσει σε δημοψήφισμα για την απόσχιση από την Ουκρανία, το οποίο όμως δεν αναγνωρίζεται διεθνώς.

Πολεμικό πλοίο κατά τη διάρκεια ναυτικών ασκήσεων σε άγνωστη τοποθεσία, στις 30 Ιουλίου 2024. (Ρωσικό Υπουργείο Άμυνας/Φωτογραφία μέσω Reuters)

 

Ο μεγαλύτερος στόλος της χώρας, ο Βόρειος, επιχειρεί από το Σεβερομόρσκ κοντά στη Θάλασσα του Μπάρεντς.

Παρά τις απώλειες, η Ρωσία θεωρείται ότι διατηρεί την τρίτη ισχυρότερη ναυτική δύναμη παγκοσμίως, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Σύμφωνα με ανοικτές πηγές, το ρωσικό ναυτικό αριθμεί περίπου 160.000 εν ενεργεία στρατιωτικούς και περισσότερα από 220 πολεμικά πλοία, συμπεριλαμβανομένων 14 πυρηνοκίνητων υποβρυχίων εκτόξευσης βαλλιστικών πυραύλων.

Φιλοδοξίες 25ετίας για θαλάσσια ισχύ

Στα τέλη Μαΐου, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν ενέκρινε μια φιλόδοξη ναυτική στρατηγική διάρκειας 25 ετών, με στόχο την ενίσχυση της ρωσικής θαλάσσιας ισχύος. Όπως δήλωσε τον Ιούνιο ο Νικολάι Πατρούσεφ, κορυφαίος σύμβουλος του Κρεμλίνου, το σχετικό έγγραφο καθορίζει τις βασικές απαιτήσεις για τη μελλοντική δύναμη μάχης του στόλου και τις κύριες αποστολές του σε περιόδους ειρήνης και πολέμου.

Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Argumenty i Fakty, ο Πατρούσεφ σημείωσε ότι το έγγραφο επιδιώκει να απαντήσει στο ερώτημα ποια θα πρέπει να είναι η ναυτική ισχύς της Ρωσίας, ώστε να μπορεί να υπερασπίζεται αποτελεσματικά τα συμφέροντά της στο παγκόσμιο θαλάσσιο περιβάλλον.

Περιλαμβάνει, επίσης, αξιολόγηση της παγκόσμιας στρατιωτικοπολιτικής κατάστασης, καταγραφή πιθανών μελλοντικών εστιών έντασης και συγκριτική ανάλυση των κύριων ναυτικών δυνάμεων παγκοσμίως.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το στρατηγικό αυτό πλαίσιο λαμβάνει υπ’ όψιν την εμπειρία από την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» στην Ουκρανία και υπογραμμίζει την ανάγκη ανάπτυξης τεχνολογικών καινοτομιών που θα επιτρέπουν στη ρωσική ναυτική δύναμη να υπερτερεί των αντιπάλων της.

Ο Πατρούσεφ φέρεται να δήλωσε πως είναι αναγκαίο να σχεδιαστούν και να ναυπηγηθούν πλοία με τακτικά και τεχνικά χαρακτηριστικά ικανά να υπερβούν τις δυνατότητες ξένων στόλων. Τμήματα της συνέντευξής του επικαλέστηκε και το TASS.

Εκτός από σύμβουλος του Πούτιν, ο Πατρούσεφ είναι πρόεδρος της νεοϊδρυθείσας Ναυτικής Ακαδημίας της Ρωσίας. Η ίδρυση της Ακαδημίας το 2024 αποσκοπεί στην ενίσχυση της ναυτικής ισχύος της χώρας, την αξιοποίηση της Βόρειας Θαλάσσιας Οδού που συνδέει την Ευρασία με τον Ειρηνικό, και τη διατήρηση της ρωσικής πρόσβασης σε κρίσιμες θαλάσσιες αρτηρίες.

Η Μόσχα επιδιώκει εξομάλυνση των σχέσεων με το Αζερμπαϊτζάν παρά τη διπλωματική κρίση

Η Ρωσία επιβεβαίωσε αυτή την εβδομάδα ότι οι σχέσεις της με το Αζερμπαϊτζάν παραμένουν τεταμένες, εκφράζοντας ωστόσο την ελπίδα πως οι δύο χώρες, παρά τη δυσκολία της περιόδου, θα καταφέρουν σύντομα να γεφυρώσουν το χάσμα.

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε στις 21 Ιουλίου – σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων TASS – ότι οι δύο χώρες διατηρούν κοινά συμφέροντα και συνεργάζονται στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και του αμοιβαίου οφέλους. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι υπάρχουν στιγμές που οι σχέσεις περνούν δοκιμασίες και χαρακτήρισε την τρέχουσα συγκυρία ως μία από αυτές, εκφράζοντας την ελπίδα πως η κατάσταση θα εξομαλυνθεί.

Η διμερής κρίση κλιμακώθηκε στις αρχές Ιουλίου, όταν οι αρχές του Μπακού συνέλαβαν αρκετούς Ρώσους υπηκόους, μεταξύ των οποίων δύο δημοσιογράφους του ρωσικού κρατικού πρακτορείου Sputnik. Οι συλληφθέντες παραμένουν υπό κράτηση, με τις κατηγορίες να μην έχουν αποσαφηνιστεί.

Οι συλλήψεις ερμηνεύτηκαν ευρέως ως απάντηση σε προηγούμενη σύλληψη από τη ρωσική αστυνομία, στις 27 Ιουνίου, αρκετών Ρώσων πολιτών αζερικής καταγωγής, οι οποίοι φέρονταν να εμπλέκονται σε οργανωμένο έγκλημα, συμπεριλαμβανομένων ανθρωποκτονιών. Δύο από τους υπόπτους πέθαναν κατά τη διάρκεια της κράτησής τους, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από το Μπακού, το οποίο απέδωσε ευθύνη στις ρωσικές αρχές.

Εργαζόμενοι στο Διεθνές Αεροδρόμιο Heydar Aliyev του Μπακού μεταφέρουν φέρετρο με το πτώμα ενός θύματος της συντριβής ενός αεροσκάφους του Αζερμπαϊτζάν στο Καζακστάν. Μπακού, 28 Δεκεμβρίου 2024. (Φωτογραφία AP)

 

Ο Πεσκόφ, αναφερόμενος στο θέμα, αναγνώρισε ότι στη Ρωσία διαμένει μια μεγάλη και κατά βάση νομοταγής – κατά τα λεγόμενά του – αζερική διασπορά, η οποία χαίρει σεβασμού. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι άτομα που εμπλέκονται σε παράνομες ενέργειες θα διώκονται σύμφωνα με τον νόμο.

Σε σχέση με τους Ρώσους υπηκόους που συνελήφθησαν στο Αζερμπαϊτζάν, ο Πεσκόφ υπογράμμισε ότι η Μόσχα αναμένει από το Μπακού να αντιμετωπίζει με σεβασμό τους Ρώσους πολίτες που διαμένουν ή εργάζονται στη χώρα.

Το Αζερμπαϊτζάν έχει προβεί και σε άλλες κινήσεις αντίδρασης, όπως η ακύρωση όλων των προγραμματισμένων ρωσικών πολιτιστικών εκδηλώσεων στο έδαφός του. Όταν ρωτήθηκε σχετικά, ο Πεσκόφ απάντησε πως οι συλλήψεις στο Γεκατερίνμπουργκ αφορούν αποκλειστικά την εφαρμογή του νόμου και δεν θα έπρεπε να αποτελούν αφορμή για τέτοιες ενέργειες.

Διπλωματική κρίση

Παρά την ένταση, το Αζερμπαϊτζάν διατηρούσε έως πρόσφατα γενικά φιλικές σχέσεις με τη Ρωσία, η οποία είχε αναλάβει διαμεσολαβητικό ρόλο στη μακροχρόνια εδαφική διαμάχη μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας. Και οι δύο χώρες συμμετέχουν στην Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ), μια περιφερειακή ένωση υπό ρωσική επιρροή που απαρτίζεται από πρώην σοβιετικές δημοκρατίες.

Ενδεικτική της επιδείνωσης των σχέσεων υπήρξε η απόφαση του Αζερμπαϊτζάν να μην αποστείλει αντιπρόσωπο στη συνεδρίαση του Οικονομικού Συμβουλίου της ΚΑΚ που πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα στις 18 Ιουλίου.

Την επόμενη ημέρα, ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίεφ επανέλαβε την κατηγορία ότι η Ρωσία φέρει ευθύνη για την κατάρριψη επιβατηγού αεροσκάφους της Azerbaijan Airlines στα τέλη του προηγούμενου έτους. Υποστήριξε ότι η κυβέρνησή του γνωρίζει με ακρίβεια τι συνέβη και είναι σε θέση να το αποδείξει, ενώ εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι και οι ρωσικές αρχές γνωρίζουν τα πραγματικά περιστατικά.

Το αεροσκάφος, τύπου Embraer 190, συνετρίβη τον Δεκέμβριο του 2024 κατά τη διάρκεια πτήσης από το Μπακού προς το Γκρόζνι της νοτιοανατολικής Ρωσίας. Σύμφωνα με το Αζερμπαϊτζάν, η πτώση του προκλήθηκε από ρωσικά αντιαεροπορικά πυρά που εκτοξεύθηκαν κατά λάθος, με αποτέλεσμα να συντριβεί στο έδαφος του Καζακστάν και να σκοτωθούν και οι 38 επιβαίνοντες.

Ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν είχε ζητήσει συγγνώμη για το «τραγικό περιστατικό», χωρίς όμως να αναγνωρίσει επίσημα την ευθύνη της Μόσχας. Ο Αλίεφ απαίτησε από τη Ρωσία να αναλάβει την ευθύνη για το δυστύχημα, να τιμωρήσει τους υπαίτιους, να αποζημιώσει τις οικογένειες των θυμάτων και να καλύψει το κόστος του κατεστραμμένου αεροσκάφους. Όπως ανέφερε, αυτές είναι «τυπικές προσδοκίες στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και των σχέσεων καλής γειτονίας».

Σύμφωνα με αζερικά μέσα ενημέρωσης, ο Αλίεφ φέρεται να εξετάζει την υποβολή αγωγής κατά της Ρωσίας ενώπιον διεθνών δικαστικών οργάνων. Ερωτηθείς σχετικά, ο Πεσκόφ δήλωσε ότι μια τέτοια κίνηση αποτελεί «δικαίωμα του Αζερμπαϊτζάν», προσθέτοντας ότι η Μόσχα θα αναμείνει επίσημες αποφάσεις.