Δευτέρα, 19 Ιαν, 2026

Ο Τραμπ δηλώνει αποφασισμένος για τη Γροιλανδία και προειδοποιεί για Ρωσία-Κίνα στην Αρκτική

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε την Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026 το ενδιαφέρον του να τεθεί η Γροιλανδία υπό αμερικανικό έλεγχο, επικαλούμενος την αυξανόμενη απειλή από τη Ρωσία και την Κίνα στην Αρκτική. Οι δηλώσεις του έγιναν στον απόηχο της κριτικής που δέχθηκε από ευρωπαϊκές χώρες και νατοϊκούς συμμάχους.

Όπως δήλωσε σε δημοσιογράφους στις 9 Ιανουαρίου 2026, κατά τη διάρκεια συνάντησης με στελέχη πετρελαϊκών εταιρειών στον Λευκό Οίκο, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα ανεχθούν να έχουν τη Ρωσία ή την Κίνα ως «γείτονα». Όταν ρωτήθηκε ποιο θα μπορούσε να είναι το τίμημα μιας πιθανής αγοράς της Γροιλανδίας, απάντησε ότι προς το παρόν δεν μιλά σε οικονομικό επίπεδο. Αν και ενδέχεται να το κάνει αργότερα, αυτή τη στιγμή οι Ηνωμένες Πολιτείες πρόκειται να προχωρήσουν σε ενέργειες για τη Γροιλανδία, είτε αυτό αρέσει είτε όχι στους ενδιαφερόμενους, επεσήμανε, υποστηρίζοντας ότι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κινηθούν τώρα, τότε είτε η Ρωσία είτε η Κίνα θα πάρουν τη Γροιλανδία. Συμπλήρωσε δε ότι η Ουάσιγκτον θα κάνει κάτι για τη Γροιλανδία, «είτε με τον καλό είτε με τον πιο δύσκολο τρόπο».

Από τη στιγμή που η κυβέρνηση Τραμπ συνέλαβε τον πρώην ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, σε στρατιωτική επιχείρηση στις 3 Ιανουαρίου 2026, η ρητορική της διοίκησης περί απόκτησης της Γροιλανδίας — η οποία αποτελεί έδαφος της Δανίας και την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος έχει χαρακτηρίσει ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ — έχει επανέλθει με ένταση. Η πιο πρόσφατη συζήτηση για την προτεινόμενη απόκτηση ξεκίνησε αφού ο κορυφαίος σύμβουλος του Λευκού Οίκου, Στήβεν Μίλλερ, δήλωσε στον Τζέικ Τάπερ του CNN στις 5 Ιανουαρίου 2026 ότι  «κανείς δεν πρόκειται να πολεμήσει με στρατιωτικά μέσα τις Ηνωμένες Πολιτείες για το μέλλον της Γροιλανδίας».

Παρότι ο Τραμπ και αξιωματούχοι του έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για την αγορά της Γροιλανδίας, δεν έχουν αποκλείσει το ενδεχόμενο χρήσης στρατιωτικής δύναμης, κάτι που έχει προκαλέσει τις επικρίσεις συμμάχων στο ΝΑΤΟ, πολλών Δημοκρατικών και ορισμένων Ρεπουμπλικανών.

Σε κοινή ανακοίνωση που εκδόθηκε στις 6 Ιανουαρίου 2026, οι ηγέτες της Γροιλανδίας, της Δανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Πολωνίας, της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου τόνισαν ότι μόνο η Δανία και η Γροιλανδία έχουν λόγο για ζητήματα που τις αφορούν.

Την επόμενη μέρα, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, είπε σε δημοσιογράφους ότι η αγορά της Γροιλανδίας «αυτή τη στιγμή συζητείται ενεργά από τον πρόεδρο και την ομάδα εθνικής ασφάλειας».

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Καπιτώλιο στις 7 Ιανουαρίου 2026, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ανέφερε ότι το ενδιαφέρον του Τραμπ για την απόκτηση της Γροιλανδίας δεν είναι νέο ούτε για τον ίδιο ούτε για την αμερικανική ιστορία, σημειώνοντας ότι ο πρόεδρος Χάρρυ Τρούμαν είχε επιδιώξει κάτι αντίστοιχο. Πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση θέλει να διατηρήσει στο τραπέζι την επιλογή της χρήσης βίας, εργαλείο που η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί συστηματικά στις διαπραγματεύσεις εξωτερικής πολιτικής εδώ και χρόνια.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Ρούμπιο δήλωσε ότι δεν αναφερόταν ειδικά στη Γροιλανδία αλλά γενικότερα, προσθέτοντας ότι, όταν ένας πρόεδρος εντοπίζει απειλή για την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών, κάθε πρόεδρος διατηρεί την επιλογή να την αντιμετωπίσει και με στρατιωτικά μέσα.

Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία περιλαμβάνει τη διαστημική βάση Pituffik, γνωστή στο παρελθόν ως αεροπορική βάση Thule. Ο αρκτικός αυτός χώρος, όπου υπάρχουν Αμερικανοί από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε δεχθεί επίσκεψη από τον αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς τον Μάρτιο του 2025.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Τραμπ είπε επίσης ότι δηλώνει «θαυμαστής της Δανίας», όμως πρόσθεσε ότι το γεγονός πως ένα πλοίο αποβιβάστηκε εκεί πριν από 500 χρόνια δεν σημαίνει, κατά την άποψή του, ότι η Δανία «κατέχει τη γη». Τέλος, υποστήριξε ότι, αν κανείς κοιτάξει «έξω από τη Γροιλανδία» αυτή τη στιγμή, θα δει ρωσικά και κινεζικά αντιτορπιλικά —και μεγαλύτερα— καθώς και ρωσικά υποβρύχια «παντού». Κατέληξε λέγοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρόκειται να επιτρέψουν στη Ρωσία ή την Κίνα να καταλάβουν τη Γροιλανδία.

Με τη συμβολή του Nathan Worcester

Σημαντικές επενδύσεις αναμένονται στη Βενεζουέλα από αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες

Κορυφαία στελέχη αμερικανικών πετρελαϊκών ομίλων προσκάλεσε προσφάτως ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στην Ουάσιγκτον, προκειμένου να συζητηθούν επενδυτικές προτάσεις για την αποκατάσταση των πετρελαϊκών υποδομών της Βενεζουέλας.

«Θα εξετάσουμε πώς  μπορούν να συμβάλουν αυτές οι μεγάλες αμερικανικές εταιρείες στην ταχεία ανασυγκρότηση της παραμελημένης πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας, αποδίδοντας εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου προς όφελος των Ηνωμένων Πολιτειών, του λαού της Βενεζουέλας και ολόκληρου του κόσμου», δήλωσε ο Τραμπ υποδεχόμενος τους επικεφαλής των εταιρειών. «Μαζί, Βενεζουέλα και ΗΠΑ, διαθέτουμε το 55% του πετρελαίου του κόσμου», ανέφερε υπογραμμίζοντας ότι οι ενεργειακοί κολοσσοί πρόκειται να επενδύσουν τουλάχιστον 100 δισ. δολάρια για την αποκατάσταση των παραγωγικών δυνατοτήτων και των σχετικών υποδομών στη Βενεζουέλα.

Διαβεβαίωσε τους συμμετέχοντες πως οι εταιρείες θα τύχουν εγγυήσεων ασφαλείας και πως θα απασχολήσουν κυρίως Βενεζουελάνους εργαζομένους, με την παρουσία κάποιων Αμερικανών. Στη συνάντηση έδωσαν το παρών, μεταξύ άλλων, οι Chevron, Exxon, ConocoPhillips και άλλοι πετρελαϊκοί κολοσσοί.

Προτού πραγματοποιηθεί η συνάντηση, ο Τραμπ ανήρτησε στη διαδικτυακή του πλατφόρμα Truth Social πως το αντικείμενο των συνομιλιών θα ήταν κυρίως το πετρέλαιο της Βενεζουέλας και η σχέση με τη χώρα σε βάθος χρόνου, με έμφαση στην ασφάλεια και την ευημερία του λαού της. Όπως τόνισε: «Ένας πολύ σημαντικός παράγοντας είναι η μείωση της τιμής του πετρελαίου για τον αμερικανικό λαό. Επιπλέον — και ίσως σημαντικότερο απ’ όλα — είναι ο τερματισμός της εισροής ναρκωτικών και εγκληματιών στις Ηνωμένες Πολιτείες».

Η διοίκηση Τραμπ στρέφεται στις μεγάλες εταιρείες του αμερικανικού ενεργειακού τομέα προκειμένου να επιβλέψουν την ανασυγκρότηση της κατεστραμμένης πετρελαϊκής υποδομής της Βενεζουέλας, μετά την απομάκρυνση του ηγέτη του καθεστώτος, Νικολάς Μαδούρο. Σε συνέντευξή του στους New York Times, ο Τραμπ ξεδίπλωσε το όραμά του: «Θα χρησιμοποιήσουμε το πετρέλαιο και θα το αξιοποιήσουμε», είπε, υποστηρίζοντας πως αυτή η στρατηγική θα συμβάλει στη μείωση των διεθνών τιμών και θα προσφέρει αναγκαίους πόρους στους Βενεζουελάνους.

Η αμερικανική κυβέρνηση αναμένει ότι οι μεγάλες εταιρείες θα αναλάβουν την εξόρυξη και τη διανομή του πετρελαίου παγκοσμίως. Το υπουργείο Ενέργειας παρουσίασε τη σχετική στρατηγική στις 7 Ιανουαρίου, διευκρινίζοντας ότι όλα τα έσοδα από τις πωλήσεις θα τελούν υπό τον έλεγχο της αμερικανικής κυβέρνησης, με στόχο να ωφελήσουν τον λαό τόσο της Βενεζουέλας όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών. 

Παράλληλα, η κυβέρνηση χαλαρώνει επιλεκτικά τις κυρώσεις στις βενεζουελάνικες εξαγωγές πετρελαίου, για να διευκολύνει τη διακίνησή του στις διεθνείς αγορές. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ, μιλώντας στη Λέσχη Οικονομίας της Μιννεσότα στις 8 Ιανουαρίου, παρατήρησε ότι οι μεγάλοι πετρελαϊκοί παίκτες συνήθως δρουν με αργούς ρυθμούς και δείχνουν περιορισμένο ενδιαφέρον για ευκαιρίες στη Βενεζουέλα. «Αντίθετα, οι μικρότερες εταιρείες δείχνουν πιο έντονο ενδιαφέρον να βρεθούν στη Βενεζουέλα — θέλουν να φτάσουν εκεί, χτες κιόλας», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Ο Τραμπ, μέσω του Truth Social, υπογράμμισε και το έντονο ενδιαφέρον των ενεργειακών κολοσσών: «Οι μεγαλύτερες πετρελαϊκές του κόσμου έρχονται στον Λευκό Οίκο στις 14:30. Όλοι θέλουν να είναι εδώ. […] Κρίμα που η μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων δεν έχει ολοκληρωθεί, γιατί θα ήταν γεμάτη. Ζητάμε συγγνώμη από όσες εταιρείες δεν μπορέσαμε να προσκαλέσουμε σήμερα».

Σε δήλωσή της, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Τέιλορ Ρότζερς σχολίασε: «Ο αμερικανικός λαός, οι ενεργειακές εταιρείες και ο λαός της Βενεζουέλας θα ωφεληθούν σημαντικά από αυτές τις άνευ προηγουμένου επενδύσεις στις πετρελαϊκές υποδομές της Βενεζουέλας».

Μετά τη σύλληψή του από τις αμερικανικές δυνάμεις στην πρωτεύουσα Καράκας, και ο Μαδούρο καθώς και η σύζυγός του, Σίλια Φλόρες, μεταφέρθηκαν στη Νέα Υόρκη, όπου κρατούνται αντιμετωπίζοντας ομοσπονδιακές κατηγορίες, μεταξύ άλλων για διακίνηση ναρκωτικών. Ο Μαδούρο, καταθέτοντας στο δικαστήριο, δήλωσε ότι παραμένει πρόεδρος της χώρας και χαρακτήρισε τη σύλληψή του «απαγωγή». Την ίδια ημέρα, η Βουλή της Βενεζουέλας όρισε ως μεταβατική πρόεδρο την αντιπρόεδρο, Ντέλσι Ροντρίγκες.

Ο Τραμπ μπλοκάρει πώληση αμερικανικής εταιρείας μικροτσίπ σε Κινέζους για λόγους εθνικής ασφάλειας

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε την Παρασκευή διάταγμα με το οποίο ακυρώνει την εξαγορά των περιουσιακών στοιχείων μικροτσίπ και παραγωγής ημιαγωγών της εταιρείας Emcor από την εταιρεία HieFo, επικαλούμενος ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.

Η εν λόγω απόφαση απαγορεύει στη HieFo, η οποία έχει έδρα στο Ντέλαγουερ αλλά ελέγχεται από Κινέζο υπήκοο, να κατέχει τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνουν τις ψηφιακές μονάδες μικροτσίπ και τις σχετιζόμενες δραστηριότητες σχεδιασμού, παραγωγής και επεξεργασίας, τα οποία είχαν αγοραστεί από την Emcor, εταιρεία με έδρα το Νιου Τζέρσεϋ.

Στο προεδρικό διάταγμα επισημαίνεται πως υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι η HieFo, αποκτώντας τα περιουσιακά στοιχεία της Emcor, θα μπορούσε να προβεί σε ενέργειες που απειλούν να βλάψουν την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, ορίζεται δε πως η εταιρεία έχει προθεσμία 180 ημερών για να εκποιήσει όλα τα εν λόγω στοιχεία, εκτός εάν η Επιτροπή Ξένων Επενδύσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες (CFIUS) παρατείνει τη διορία.

Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί διυπηρεσιακό όργανο το οποίο εξετάζει ξένες επενδύσεις στις ΗΠΑ ως προς τους πιθανούς κινδύνους για την εθνική ασφάλεια. Ο πρόεδρος πήρε την απόφαση έπειτα από σχετική γνωμοδότηση της CFIUS, που διαπίστωσε κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια λόγω της συναλλαγής, όπως ανακοίνωσε το υπουργείο Οικονομικών. Οι ανησυχίες αφορούσαν όχι μόνο την πρόσβαση της HieFo στη πνευματική ιδιοκτησία, τεχνογνωσία και ειδικές γνώσεις της Emcor, αλλά και τον κίνδυνο να μεταφερθούν τα μικροτσίπ που παράγει η Emcor εκτός ΗΠΑ.

Σύμφωνα με το διάταγμα, η HieFo και οι συνδεδεμένες εταιρείες της υποχρεούνται να εκποιήσουν κάθε συμφέρον και δικαίωμα επί των περιουσιακών στοιχείων της Emcor, όπου κι αν αυτά βρίσκονται. Σε αυτά περιλαμβάνονται συμβόλαια, αποθέματα, υλικά αγαθά, εξοπλισμός, πάγια, απαιτήσεις, άδειες λειτουργίας, ακίνητα (μισθωμένα ή ιδιόκτητα της Emcor) και διανοητική ιδιοκτησία.

Με ανακοίνωσή της το 2024, η HieFo είχε γνωστοποιήσει την ολοκλήρωση της εξαγοράς σχεδόν όλων των μη βασικών και παροπλισμένων δραστηριοτήτων παραγωγής μικροτσίπ και της μονάδας επεξεργασίας δισκίων NP της Emcor. Η συμφωνία προέβλεπε τη μεταβίβαση εξοπλισμού, συμβολαίων, διανοητικής ιδιοκτησίας και αποθεμάτων από τις εγκαταστάσεις της Emcor στην Αλάμπρα της Καλιφόρνια. Στην ίδια ανακοίνωση, οι Γκονζάο Ζανγκ και Χάρρυ Μουρ αναφέρονταν ως συνιδρυτές της νέας εταιρείας. Ο Ζανγκ, μέχρι πρότινος αντιπρόεδρος μηχανικής της Emcor, ανέλαβε διευθύνων σύμβουλος της HieFo.

«Με αξιοποίηση περισσότερων από σαράντα ετών καινοτομίας της Emcor στα οπτικο-ηλεκτρονικά, θα συνεχίσουμε να αναπτύσσουμε τις πιο καινοτόμες και ανατρεπτικές λύσεις για τους κλάδους των τηλεπικοινωνιών, της διασύνδεσης δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης», δήλωσε ο Ζανγκ. «Διαθέτοντας έμπειρη βασική ομάδα και ισχυρή οικονομική στήριξη, θα επανεκκινήσουμε τις λειτουργίες με ταχύ ρυθμό».

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τραμπ μπλοκάρει ανάλογη συμφωνία. Τον Ιούλιο είχε εκδώσει διάταγμα που ακύρωνε την εξαγορά της εταιρείας Jupiter Systems του Ντέλαγουερ από την κινεζικών συμφερόντων Suirui International. Η απόφαση ελήφθη κατόπιν γνωμοδότησης της CFIUS, η οποία διαπίστωσε κινδύνους λόγω της πιθανής χρήσης προϊόντων της Jupiter σε στρατιωτικά συστήματα και κρίσιμες υποδομές. Με το διάταγμα, ο πρόεδρος διέταξε την ακύρωση της εξαγοράς, η οποία είχε ολοκληρωθεί τον Φεβρουάριο του 2020, και την υποχρέωση της εταιρείας με έδρα το Χονγκ Κονγκ να εκποιήσει όλα τα δικαιώματά της στη Jupiter.

Στις 21 Φεβρουαρίου 2025, ο Τραμπ είχε υπογράψει υπόμνημα για την αντιμετώπιση των απειλών στην εθνική ασφάλεια που πηγάζουν από κινεζικές επενδύσεις στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με το υπόμνημα, «οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αξιοποιήσουν κάθε νόμιμο μέσο, συμπεριλαμβανομένης της CFIUS, για να περιορίσουν τις κινεζικές επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς όπως η τεχνολογία, οι υποδομές, η υγεία, η γεωργία, η ενέργεια και οι πρώτες ύλες».

Όπως τόνισε ο Λευκός Οίκος σε ενημερωτικό σημείωμα, «οι Ηνωμένες Πολιτείες θα θεσπίσουν νέους κανόνες για να αποτρέψουν την εκμετάλλευση του κεφαλαίου, της τεχνολογίας και της γνώσης της χώρας από εχθρικές δυνάμεις, όπως η Κίνα, διασφαλίζοντας ότι μόνο επενδύσεις που εξυπηρετούν τα αμερικανικά συμφέροντα θα εγκρίνονται».

Οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν προσωρινά τη διακυβέρνηση στη Βενεζουέλα μετά τη σύλληψη του Μαδούρο

Στις 3 Ιανουαρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάβουν ουσιαστικά τη διακυβέρνηση της Βενεζουέλας έως ότου επιτευχθεί ειρηνική μετάβαση της εξουσίας, έπειτα από τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις νωρίτερα την ίδια ημέρα.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, ο Τραμπ δήλωσε: «Θα αναλάβουμε τη διοίκηση της χώρας μέχρι να επιτευχθεί η ασφαλής, ομαλή και δίκαιη μετάβαση της εξουσίας. Δεν θέλουμε να εμπλακούμε στο ποιος θα ανεβεί στην ηγεσία. Θέλουμε ειρήνη, ελευθερία και δικαιοσύνη για τον λαό της Βενεζουέλας — και αυτό αφορά πολλούς Βενεζουελάνους που ζουν σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες και επιθυμούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Είναι η γη τους».

Ο Τραμπ ανήγγειλε επίσης την επιστροφή μεγάλων αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών στη Βενεζουέλα: «Οι μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρίες μας, οι μεγαλύτερες στον κόσμο, θα πάνε να δαπανήσουν δισεκατομμύρια δολάρια, να διορθώσουν τις σοβαρά κατεστραμμένες πετρελαϊκές υποδομές και να αρχίσουν δημιουργούν εισόδημα για τη χώρα». Απευθυνόμενος στους Βενεζουελάνους, ο Τραμπ υπογράμμισε την προοπτική ευημερίας: «Θα έχετε ειρήνη, δικαιοσύνη, θα αποκτήσετε τα πλούτη που έπρεπε να απολαμβάνετε εδώ και καιρό. Σας τα στέρησαν». Αυτή τη στιγμή, η Chevron είναι η μοναδική μεγάλη αμερικανική πετρελαϊκή εταιρία που λειτουργεί στη Βενεζουέλα.

Εν τω μεταξύ, το εμπάργκο των ΗΠΑ στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας παραμένει σε πλήρη ισχύ, ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ θα παραμείνουν εκεί μέχρι οι απαιτήσεις των ΗΠΑ να ικανοποιηθούν πλήρως, συμπλήρωσε ο Αμερικανός πρόεδρος. «Η αμερικανική αρμάδα παραμένει σε ετοιμότητα στη θέση της, και οι ΗΠΑ διατηρούν όλες τις στρατιωτικές επιλογές μέχρι οι απαιτήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών να εκπληρωθούν και να ικανοποιηθούν πλήρως».

Για τη διαχείριση της χώρας θα οριστεί ειδική ομάδα, η οποία θα περιλαμβάνει τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και τον υπουργό Πολέμου Πητ Χέγκσεθ, οι οποίοι ήταν παρόντες στη συνέντευξη Τύπου. «Εκείνοι θα ηγηθούν μέχρι να επανέλθει η χώρα στην ομαλότητα», τόνισε ο Τραμπ.

Ωστόσο, επικρατεί αβεβαιότητα για το ποιος θα αναλάβει τελικά την ηγεσία της Βενεζουέλας. Η Μαρία Καρίνα Ματσάδο, εξέχουσα μορφή της αντιπολίτευσης και βραβευμένη με το Νόμπελ Ειρήνης, αποκλείστηκε από την υποψηφιότητα για την προεδρία από το Ανώτατο Δικαστήριο του Μαδούρο τον Ιανουάριο του 2024. Μετά τις αμφιλεγόμενες εκλογές του 2024, οι Ηνωμένες Πολιτείες,  ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Αργεντινή, η Χιλή και η Ευρώπη αναγνώρισαν τον Εντμούντο Γκονθάλεθ ως τον νόμιμο νεοεκλεγέντα πρόεδρο της Βενεζουέλας. Η Ματσάδο δήλωσε: «Μια κυβέρνηση υπό τον Γκονθάλεθ, τον ηγέτη που επέλεξε ο λαός μας πριν από έναν χρόνο, είναι έτοιμη να αναλάβει την εξουσία».

Από τη Νορβηγία, η Ματσάδο διαμήνυσε ότι ο Γκονθάλεθ, ο οποίος διαμένει στην Ισπανία, είναι έτοιμος να επιστρέψει στο Καράκας εντός των πρώτων 100 ωρών και να σχηματίσει νέα κυβέρνηση μέσα σε 100 ημέρες. Κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να στηρίξει τη διαδικασία, τονίζοντας: «Είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε τη διακυβέρνηση. Έχουμε τις ομάδες, έχουμε τα σχέδια. Ζητάμε από τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής και της Ευρώπης να δημοσιοποιήσουν πλήρως όλες τις πληροφορίες που έχουν, και γνωρίζουμε ότι έχουν, σχετικά με τις εγκληματικές δραστηριότητες του Μαδούρο και των συνεργατών του».

Σχετικά με την προοπτική ηγεσίας της Ματσάδο, ο Τραμπ εξέφρασε επιφυλάξεις κατά τη συνέντευξη Τύπου: «Θα ήταν πολύ δύσκολο να γίνει ηγέτιδα. Δεν διαθέτει την αναγκαία στήριξη ούτε τον σεβασμό μέσα στη χώρα. Είναι πολύ καλή γυναίκα, αλλά δεν έχει το απαραίτητο κύρος».

Με πληροφορίες από το ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ισχυρές εγγυήσεις ασφάλειας από τις ΗΠΑ προς την Ουκρανία στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις

Σημαντική πρόοδος σημειώθηκε το σαββατοκύριακο στις ειρηνευτικές συνομιλίες για τον τερματισμό του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, όπως ανέφεραν ανώτατοι Αμερικανοί αξιωματούχοι τη Δευτέρα.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους σε τηλεδιάσκεψη, οι αξιωματούχοι τόνισαν ότι οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε ένα ισχυρό πακέτο, το οποίο περιλαμβάνει ουσιαστική πρόοδο σε ρητές εγγυήσεις ασφάλειας προς την Ουκρανία, αντίστοιχες με τις προβλέψεις του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ.

Οι εγγυήσεις αυτές στοχεύουν στην αποτροπή νέων ρωσικών επιθέσεων και στην τιμωρία κάθε περαιτέρω παραβίασης της ουκρανικής εδαφικής ακεραιότητας από τη Μόσχα.

Αν και ορισμένες τελικές λεπτομέρειες απομένουν και το σχέδιο θα πρέπει να εγκριθεί από τη Γερουσία, οι αξιωματούχοι εμφανίστηκαν πεπεισμένοι ότι η Ρωσία θα μπορούσε να αποδεχθεί τους όρους αυτούς, κάτι το οποίο έχει ικανοποιήσει τους Ουκρανούς διαπραγματευτές.

«Αυτό που βρίσκεται σήμερα στο τραπέζι είναι πραγματικά το ανώτατο πρότυπο όσων μπορούν να προσφερθούν», υπογράμμισε Αμερικανός αξιωματούχος κατά τη διάρκεια της συνομιλίας.

«Θα πρέπει να περάσει από τη Γερουσία και ο πρόεδρος Τραμπ είναι διατεθειμένος να το προωθήσει», πρόσθεσε.

Το προηγούμενο σαββατοκύριακο, οι Αμερικανοί διαπραγματευτές, ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ και ο γαμπρός του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, παρέμειναν επί δυόμισι ημέρες στην Ευρώπη, όπου συναντήθηκαν με τον πρόεδρο της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, μέλη της ουκρανικής αποστολής και Ευρωπαίους ηγέτες – μεταξύ των οποίων συμβούλους εθνικής ασφάλειας, υπουργούς Εξωτερικών και ορισμένους αρχηγούς κρατών.

Σύμφωνα με τους αξιωματούχους, στο πλαίσιο αυτής της επίσκεψης πραγματοποιήθηκαν οκτώ ώρες απευθείας συζητήσεων με τον Ζελένσκι.

«Η παροχή αυτής της εγγύησης τύπου Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ είναι κάτι που ο πρόεδρος Τραμπ εκτιμά ότι μπορεί να αποδεχθεί η Ρωσία», επισήμανε ένας αξιωματούχος.

Πρόσθεσε ότι ο τερματισμός του πολέμου αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα για τον Τραμπ, ο οποίος θεωρεί πως η ειρήνη θα φέρει πολλαπλά οφέλη στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα εδαφικά ζητήματα, εξακολουθούν να υπάρχουν διαφωνίες.

Ωστόσο, οι συνομιλίες του σαββατοκύριακου περιόρισαν σημαντικά τις διαφορές, με ορισμένα ζητήματα να έχουν επιλυθεί και πολλές εναλλακτικές λύσεις να έχουν εντοπιστεί για τα υπόλοιπα, σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο.

Η αμερικανική ομάδα διαβεβαίωσε ότι ο Τραμπ δεν προτίθεται να πιέσει την Ουκρανία να εκχωρήσει εδάφη, αφήνοντας τις κρίσιμες αποφάσεις στον Ζελένσκι.

Άλλα βασικά σημεία του πακέτου αφορούν ενδεχόμενη αποδοχή από την πλευρά της Ρωσίας της ευρωπαϊκής πορείας της Ουκρανίας και ένα πλαίσιο οικονομικής στήριξης με τη συμμετοχή της Παγκόσμιας Τράπεζας και του διευθύνοντος συμβούλου της BlackRock, Λάρι Φινκ, για την οικονομική ανασυγκρότηση της Ουκρανίας.

Επένδυση 1 τρισ. δολαρίων στις ΗΠΑ από τον πρίγκιπα Μπιν Σαλμάν

Ο πρίγκιπας διάδοχος της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, δήλωσε κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ στις 18 Νοεμβρίου ότι θα ενισχύσει τη στρατηγική επενδυτική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αυξάνοντας το συνολικό ύψος των επενδύσεων από τα 600 δισ. στο 1 τρισ. δολάρια.

Ο πρίγκιπας ανέφερε στους δημοσιογράφους: «Ανακοίνωση θα γίνει σήμερα και αύριο σχετικά με τη νέα επενδυτική δέσμευση». Οι επενδύσεις θα επικεντρωθούν, όπως είπε, σε «πραγματικές ευκαιρίες», σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη και τα μαγνητικά υλικά.

Ο Τραμπ χαιρέτισε τη δέσμευση από το Ριάντ, λέγοντας: «Χαίρομαι που το ανακοινώσατε εσείς. Δεν ήθελα να είμαι εγώ αυτός που θα το πει, αλλά είναι εξαιρετικά νέα». Ο Μπιν Σαλμάν απάντησε χαμογελώντας: «Κύριε πρόεδρε, κάθε φορά που αυξάνετε τις ευκαιρίες, αυξάνεται και το ενδιαφέρον».

Ο Τραμπ υποδέχθηκε τον πρίγκιπα διάδοχο στον Λευκό Οίκο, στην πρώτη του επίσκεψη μετά από επτά χρόνια, με επίσημη τελετή στον νότιο κήπο, κατά την οποία έλαβε χώρα πτήση έξι μαχητικών αεροσκαφών της Πολεμικής Αεροπορίας των Ηνωμένων Πολιτειών: τριών F-35 και τριών F-15. Μετά την τελετή, ο πρόεδρος ξενάγησε τον πρίγκιπα διάδοχο στη νέα προεδρική «Λεωφόρο της Δόξας» που δημιούργησε κατά μήκος της κιονοστοιχίας της Δυτικής Πτέρυγας.

Οι δύο ηγέτες αναμένεται να συζητήσουν ένα ευρύ φάσμα διμερών και περιφερειακών θεμάτων στις συναντήσεις τους στο Οβάλ Γραφείο, τις οποίες θα ακολουθήσει διμερές γεύμα στην αίθουσα του Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο. Το βράδυ, ο πρόεδρος και η πρώτη κυρία θα παραθέσουν επίσημο δείπνο προς τιμήν του πρίγκιπα διαδόχου στην Αίθουσα της Ανατολής.

Το υπουργείο Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας ανέφερε σε ανάρτηση στο X στις 17 Νοεμβρίου ότι ο πρίγκιπας διάδοχος, ευρέως γνωστός ως MBS, θα συναντήσει τον Ντόναλντ Τραμπ ώστε να συζητήσουν τις διμερείς σχέσεις, τις δυνατότητες ενίσχυσής τους σε διάφορους τομείς και διάφορα ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος.

Η εργασιακή επίσκεψη του πρίγκιπα διαδόχου πραγματοποιείται μία ημέρα αφότου ο Τραμπ δήλωσε ότι σκοπεύει να εγκρίνει την πώληση υπερσύγχρονων μαχητικών αεροσκαφών F-35 Lightning II στη Σαουδική Αραβία, κίνηση που θα ενισχύσει σημαντικά τις στρατιωτικές δυνατότητες του βασιλείου. Μιλώντας στους δημοσιογράφους τη Δευτέρα, τόνισε: «Σκοπεύω να το κάνω. Ήταν ένας πολύτιμος σύμμαχος, θα τους πουλήσουμε F-35».

Σε εκδήλωση του Carnegie Endowment for International Peace στις 17 Νοεμβρίου, ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στη Σαουδική Αραβία, Μάικλ Ράτνερ, σχολίασε: «Η αγορά F-35 ενδεχομένως να έρχεται σε αντίθεση με τον μακροπρόθεσμο στόχο του Ριάντ για ανάπτυξη εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Η Σαουδική Αραβία ίσως ενδιαφέρεται περισσότερο για μια μακροπρόθεσμη και προβλέψιμη συμφωνία ασφαλείας με τις ΗΠΑ».

Σημείωσε ακόμη ότι ο Τραμπ ίσως προτείνει ένα σύμφωνο ασφαλείας μέσω προεδρικού διατάγματος, όπως έκανε με το Κατάρ, αλλά προειδοποίησε πως παρόμοιες συμφωνίες, αν δεν επικυρωθούν από τη Γερουσία ως συνθήκες, υπάρχει κίνδυνος να καταρρεύσουν μετά τον τερματισμό της θητείας Τραμπ. «Αυτό που επιδιώκουν, στην ουσία, είναι κάτι μακροχρόνιο και σταθερό», είπε χαρακτηριστικά.

Παραμένει ασαφές αν ο Τραμπ θα θέσει ως προϋπόθεση για την πώληση των F-35 να προσχωρήσει η Σαουδική Αραβία στις Συμφωνίες του Αβραάμ — τις διπλωματικές συμφωνίες ομαλοποίησης που υπογράφηκαν το 2020 μεταξύ του Ισραήλ και αρκετών αραβικών κρατών.

Την περασμένη εβδομάδα, ο Τραμπ δήλωσε την πεποίθησή του ότι η Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να προσχωρήσει σύντομα, καθώς η Ουάσιγκτον επιδιώκει τη διατήρηση της εκεχειρίας στη Γάζα και τη διεύρυνση της περιφερειακής σταθερότητας. Το Ριάντ έχει δηλώσει δημοσίως ότι η ομαλοποίηση με το Ισραήλ εξαρτάται από ουσιαστικά βήματα προς την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους, όρος που απορρίπτει η σημερινή ισραηλινή κυβέρνηση.

Ένα F-35A Lightning II προετοιμάζεται για τροχοδρόμηση από πιλότο της 61ης Μοίρας Μαχητικών και αρχηγούς πληρώματος της 61ης Μονάδας Συντήρησης Αεροσκαφών, στη Βάση Αεροπορίας Luke, στην Αριζόνα. ΗΠΑ, 15 Ιανουαρίου 2019. (Αεροπόρος 1ης Τάξης Jacob Wongwai/Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ)

 

Η πρέσβης της Σαουδικής Αραβίας στις ΗΠΑ, πριγκίπισσα Ρίμα Μπαντάρ αλ Σαούντ, χαρακτήρισε την επίσκεψη του πρίγκιπα διαδόχου σε ανάρτησή της στις 17 Νοεμβρίου ως «ένα νέο και συναρπαστικό κεφάλαιο στις σαουδαμερικανικές σχέσεις, που συνεχίζει να ενδυναμώνει τους λαούς μας, να ενισχύει το κοινό μέλλον μας και να συμβάλλει θετικά στη διεθνή σταθερότητα».

Η επίσκεψη του πρίγκιπα διαδόχου ακολουθεί την υιοθέτηση του ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ — με εισήγηση των Ηνωμένων Πολιτειών — στις 16 Νοεμβρίου, με το οποίο εγκρίθηκε το ειρηνευτικό σχέδιο Τραμπ για τη Γάζα. Η Σαουδική Αραβία είχε στηρίξει το ψήφισμα πριν από την ψηφοφορία. Μετά από συναντήσεις με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο και άλλους Αμερικανούς αξιωματούχους, ο υπουργός Άμυνας της αραβικής χώρας, Χάλεντ μπιν Σαλμάν αλ Σαούντ, σημείωσε: «Εξετάσαμε τις σαουδαμερικανικές σχέσεις και τους τρόπους ενίσχυσης της στρατηγικής μας συνεργασίας».

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, στο παλάτι Ντιριάχ, στο Ριάντ. Σαουδική Αραβία, 18 Φεβρουαρίου 2025. (Evelyn Hockstein/Reuters)

 

Η Σαουδική Αραβία παραμένει κομβικός εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, με επενδύσεις ύψους 9,5 δισ. δολαρίων το 2023, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο. Το 2024, το διμερές εμπόριο αγαθών ανήλθε στα 25,9 δισ. δολάρια, με τις αμερικανικές εξαγωγές στα 13,2 δισ., τις εισαγωγές στα 12,7 δισ. και πλεόνασμα αγαθών υπέρ των ΗΠΑ 443 εκατ. δολαρίων, σύμφωνα με ενημερωτικό δελτίο του Λευκού Οίκου του Μαΐου.

Η επίσκεψη του Μπιν Σαλμάν στην Ουάσιγκτον είναι η πρώτη του μετά τη δολοφονία του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι στην Κωνσταντινούπολη, το 2018.

Η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων και άλλοι ακτιβιστές για την ελευθερία του Τύπου πραγματοποιούν διαμαρτυρία με κεριά μπροστά από την πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας, για να τιμήσουν την επέτειο της δολοφονίας του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι στο προξενείο του βασιλείου στην Κωνσταντινούπολη. Τουρκία, 2 Οκτωβρίου 2019. (Sarah Silbiger/Reuters)

 

Ο Κασόγκι, μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ και αρθρογράφος της Washington Post που είχε ασκήσει κριτική στις πολιτικές του πρίγκιπα διαδόχου, δολοφονήθηκε και διαμελίστηκε από ομάδα πρακτόρων με διασύνδεση με τον πρίγκιπα διάδοχο τον Οκτώβριο του 2018 στο σαουδαραβικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης.

Έκθεση του γραφείου του Διευθυντή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ τον Φεβρουάριο του 2021 ανέφερε: «Εκτιμούμε ότι ο πρίγκιπας διάδοχος της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ενέκρινε την επιχείρηση στην Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας για τη σύλληψη ή τη δολοφονία του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι». Το Ριάντ αρνήθηκε κάθε προσωπική ανάμιξη του πρίγκιπα διαδόχου, ωστόσο ο ίδιος αναγνώρισε την ευθύνη ως de facto ηγέτης του βασιλείου.

Άμυνα, F-35 και Ισραήλ: Η ατζέντα της συνάντησης Τραμπ–Μπιν Σαλμάν

Η συνάντηση της 18ης Νοεμβρίου στον Λευκό Οίκο θα είναι η πρώτη του Σαουδάραβα πρίγκιπα διαδόχου εδώ και πάνω από επτά χρόνια. Κατά το διάστημα αυτό, οι σχέσεις ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας πέρασαν περιόδους έντασης. Ωστόσο, η πρόσκληση του Προέδρου Τραμπ έχει αναζωπυρώσει προσδοκίες για επαναπροσέγγιση.

Παρότι δεν πρόκειται για επίσημη κρατική επίσκεψη, ο Τραμπ θα υποδεχτεί τον πρίγκιπα διάδοχο με τελετή άφιξης. Θα ακολουθήσουν διμερείς συναντήσεις και επίσημο δείπνο.


Αμυντική συνεργασία και πωλήσεις όπλων

Βασικό θέμα στις συνομιλίες θα είναι η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών.

Ο Σαουδάραβας υπουργός Άμυνας, Χαλίντ μπιν Σαλμάν Αλ Σαούντ, δήλωσε πρόσφατα ότι στις επαφές του με τον Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και άλλους αξιωματούχους συζητήθηκαν τρόποι ενίσχυσης της στρατηγικής συνεργασίας.

Κατά την επίσκεψή του στο Ριάντ τον Μάιο, ο Τραμπ είχε υπογράψει συμφωνία πώλησης οπλικών συστημάτων ύψους 142 δισ. δολαρίων, στο πλαίσιο συνολικής οικονομικής συμφωνίας 600 δισ. δολαρίων.

Στις 17 Νοεμβρίου, μία ημέρα πριν από τη συνάντηση με τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα εγκρίνει την πώληση των προηγμένων μαχητικών F-35 Lightning II στη Σαουδική Αραβία.

Οι συνομιλίες των δύο ηγετών αναμένεται να υπερβούν τις πωλήσεις οπλικών συστημάτων και να αγγίξουν το ζήτημα ευρύτερων δεσμεύσεων ασφαλείας. Τον Σεπτέμβριο, ο Τραμπ είχε εκδώσει εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο οι ΗΠΑ δεσμεύθηκαν να εγγυηθούν την ασφάλεια του Κατάρ σε περίπτωση επίθεσης· το Ριάντ ενδέχεται να επιδιώξει ανάλογη δέσμευση.

Ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στη Σαουδική Αραβία, Μάικλ Ράτνεϊ, προειδοποίησε ότι η αγορά F-35 μπορεί να μην ευθυγραμμίζεται με τον στόχο του Ριάντ να αναπτύξει εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Όπως είπε, η Σαουδική Αραβία πιθανόν να ενδιαφέρεται περισσότερο για μια μακροπρόθεσμη, προβλέψιμη συμφωνία ασφαλείας με τις ΗΠΑ. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα μπορούσε να προκύψει μέσω νέου εκτελεστικού διατάγματος, αλλά χωρίς την επικύρωση της Γερουσίας δεν θα ήταν δεσμευτικό για μελλοντικές κυβερνήσεις.

«Στην ουσία, αυτό που επιδιώκουν είναι κάτι σταθερό και προβλέψιμο», σημείωσε.


Εξομάλυνση σχέσεων Σαουδικής Αραβίας–Ισραήλ

Πριν από την επίσκεψη, ο Τραμπ εξέφρασε την επιθυμία να ενταχθεί η Σαουδική Αραβία στις Συμφωνίες του Αβραάμ.

«Ελπίζω ότι η Σαουδική Αραβία θα ενταχθεί σύντομα στις Συμφωνίες του Αβραάμ», δήλωσε στους δημοσιογράφους στις 14 Νοεμβρίου, μέσα στο Air Force One.

Παρότι αρκετές αραβικές χώρες συμμετείχαν στις συμφωνίες κατά την πρώτη θητεία Τραμπ, το Ριάντ παρέμενε διστακτικό. Το 2023 ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε αφήσει να εννοηθεί ότι οι δύο πλευρές βρίσκονταν κοντά σε συμφωνία, όμως η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου και ο πόλεμος στη Γάζα πάγωσαν τις διεργασίες.

Η Σαουδική Αραβία έχει δηλώσει επανειλημμένως ότι δεν θα προχωρήσει σε ομαλοποίηση χωρίς ξεκάθαρη προοπτική για τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους – απαίτηση που ο Νετανιάχου απορρίπτει.

Ο Γκρεγκ Ρόμαν, εκτελεστικός διευθυντής του Middle East Forum, εκτιμά ότι ο Τραμπ θα χρησιμοποιήσει τις συμφωνίες όπλων ως μοχλό πίεσης.

«Η προώθηση αυτών των πωλήσεων εξαρτάται από το αν οι Σαουδάραβες δώσουν τουλάχιστον ιδιωτικά τη δέσμευση ότι θα μπουν στην πορεία των Συμφωνιών του Αβραάμ», δήλωσε.


Συνεργασία στην τεχνητή νοημοσύνη

Όπως είχε κάνει και στην πρώτη του θητεία, ο Τραμπ επέλεξε τη Σαουδική Αραβία ως πρώτη χώρα που επισκέφθηκε επίσημα, υπογραμμίζοντας τον στρατηγικό ρόλο της.

Η οικονομική συμφωνία των 600 δισ. δολαρίων που ανακοινώθηκε τον Μάιο προβλέπει μεγάλες επενδύσεις σε τομείς όπως κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης, ενεργειακές υποδομές και υγειονομική περίθαλψη.

Κατά τη συνάντηση αναμένονται νέες ανακοινώσεις σχετικά με την υλοποίηση αυτής της συνεργασίας.

Το Ριάντ επιδιώκει εδώ και χρόνια να μειώσει την εξάρτησή του από το πετρέλαιο. Η προσέλκυση αμερικανικών επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη και στις προηγμένες τεχνολογίες αποτελεί πλέον κεντρικό στόχο. Παράλληλα, σύμφωνα με τον Μάικλ Ράτνεϊ, οι Σαουδάραβες εμφανίζονται απογοητευμένοι επειδή οι ΗΠΑ δεν έχουν διαμορφώσει ένα σταθερό πλαίσιο εξαγωγών για τις πλέον προηγμένες τεχνολογίες τσιπ.

«Οι Σαουδάραβες έχουν μεγάλες φιλοδοξίες και περιμένουν επενδύσεις από μεγάλες αμερικανικές εταιρείες για την ανάπτυξη κέντρων δεδομένων», είπε. «Θέλουν να δημιουργήσουν τη δική τους βιομηχανία τεχνητής νοημοσύνης, μαζί με το απαιτούμενο επιστημονικό και τεχνολογικό υπόβαθρο».


Στρατιωτική Συνεργασία με την Κίνα

Η αυξανόμενη στρατιωτική συνεργασία της Σαουδικής Αραβίας με την Κίνα προκαλεί ανησυχία στην Ουάσινγκτον.

Τον Οκτώβριο, Κίνα και Σαουδική Αραβία πραγματοποίησαν κοινή ναυτική άσκηση με την ονομασία Blue Sword 2025, την τρίτη μεταξύ τους. Οι δύο πλευρές δεσμεύτηκαν να ενισχύσουν περαιτέρω τη στρατιωτική συνεργασία.

Αμερικανοί αναλυτές φοβούνται ότι ενδεχόμενη αγορά F-35 από τη Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την τεχνολογία των αεροσκαφών, λόγω των σχέσεων του Ριάντ με το Πεκίνο.

«Αυτό δεν είναι καθόλου θετικό για μια χώρα που ζητά να της επιτραπεί η αγορά του πιο προηγμένου μαχητικού των ΗΠΑ», σχολίασε ο Μπράντλεϊ Μπόουμαν, διευθυντής του Center on Military and Political Power στο Foundation for Defense of Democracies.

Όπως τόνισε, αν η Σαουδική Αραβία θέλει πραγματικά τα F-35, θα πρέπει να σταματήσει τη στρατιωτική συνεργασία με την Κίνα.

Νέες κυρώσεις των ΗΠΑ στη Ρωσία μετά τη συνάντηση Τραμπ–Ρούττε στον Λευκό Οίκο

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ υποδέχθηκε τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούττε στον Λευκό Οίκο, στις 22 Οκτωβρίου, προκειμένου να συζητήσουν για τον πόλεμο που διεξάγεται στην Ουκρανία.

Ο Ρούττε ευχαρίστησε τον Τραμπ για τη συμβολή του στην άρση του αδιεξόδου με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, μέσω της επανέναρξης του διαλόγου τον περασμένο Φεβρουάριο.

Ο Τραμπ ανέφερε ότι είχαν πολύ καλές συνομιλίες και σημείωσε πως η προσπάθεια για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία προχωρά αρκετά καλά, επισημαίνοντας παράλληλα τις νέες αμερικανικές κυρώσεις κατά του ρωσικού ενεργειακού τομέα.

Λίγο πριν από τη συνάντηση, ο υπουργός Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών Σκοτ Μπέσσεντ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να επιβάλουν αυστηρότερες κυρώσεις στη Ρωσία.

Σε ανακοίνωση που εκδόθηκε αργότερα την ίδια ημέρα, η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε νέες κυρώσεις που στοχεύουν τις δύο μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες της Ρωσίας, Rosneft και Lukoil, με στόχο να περιοριστούν τα ρωσικά έσοδα και κατ’ επέκταση η δυνατότητα ανανέωσης του στρατιωτικού εξοπλισμού.

Οι κυρώσεις επιβλήθηκαν από το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (Office of Foreign Assets Control – OFAC) του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών. Ο Μπέσσεντ ανέφερε στην ανακοίνωση ότι «τώρα είναι η στιγμή να σταματήσει η αιματοχυσία και να υπάρξει άμεση κατάπαυση του πυρός».

Η επίσκεψη του Ρούττε ήταν η τέταρτη του στον Λευκό Οίκο από τότε που ανέλαβε καθήκοντα ο Τραμπ. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, οι δύο ηγέτες συζήτησαν ένα σχέδιο ειρήνης δώδεκα σημείων, το οποίο έχουν επεξεργαστεί ευρωπαϊκές χώρες μαζί με το Κιέβο για τον τερματισμό του πολέμου. Το εν λόγω σχέδιο προβλέπει αύξηση της πίεσης προς τη Μόσχα μέσω αυστηρότερων κυρώσεων.

Στις 21 Οκτωβρίου, ο Τραμπ ακύρωσε τη συνάντηση που προγραμμάτιζε με τον Πούτιν στη Βουδαπέστη της Ουγγαρίας, χαρακτηρίζοντάς τη «χάσιμο χρόνου».

Το ευρωπαϊκό σχέδιο των 12 σημείων

Το ευρωπαϊκό σχέδιο για τον τερματισμό του πολέμου προβλέπει κατάπαυση του πυρός στις τρέχουσες γραμμές του μετώπου, παρόμοια με αυτό που είχε προτείνει πρόσφατα ο Τραμπ. Στις 18 Οκτωβρίου, σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε γράψει, έπειτα από συνάντηση με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο, ότι «θα πρέπει να σταματήσουν εκεί όπου βρίσκονται».

Ο Τραμπ τόνισε ότι και οι δύο πλευρές μπορούν να θεωρήσουν πως «επικράτησαν» και ότι η Ιστορία θα αποφασίσει, προσθέτοντας: «Δεν χρειάζεται άλλο αίμα ούτε άλλες απώλειες ούτε δαπάνες τεράστιων και μη βιώσιμων χρηματικών ποσών».

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο περιλαμβάνει επίσης την επιστροφή των απελαθέντων παιδιών, ανταλλαγές αιχμαλώτων, εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία, τη δημιουργία ταμείου ανοικοδόμησης, καθώς και σαφή πορεία ένταξης της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, προτείνεται και η παροχή περισσότερης στρατιωτικής βοήθειας στο Κίεβο.

Της ακύρωσης της συνάντησης κορυφής με τον Πούτιν προηγήθηκε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ.

Οι δύο διπλωμάτες επρόκειτο να συναντηθούν αυτή την εβδομάδα για να προετοιμάσουν τη συνάντηση κορυφής μεταξύ των ηγετών, αλλά, όπως ανακοινώθηκε από τον Λευκό Οίκο, η μεταξύ τους συνάντηση κρίθηκε μη αναγκαία έπειτα από την τηλεφωνική επικοινωνία.

Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, πρόεδρος Τραμπ δεν σχεδιάζει να συναντηθεί με τον Πούτιν στο άμεσο μέλλον.

Τον περασμένο Αύγουστο, οι δύο ηγέτες είχαν πραγματοποιήσει συνάντηση στην Αλάσκα, η οποία δεν απέφερε πρόοδο στις ειρηνευτικές προσπάθειες. Μετά τη σύνοδο, ο Πούτιν είχε συμφωνήσει να συναντηθεί με τον Ζελένσκι, ωστόσο η συνάντηση δεν πραγματοποιήθηκε.

Οι σχέσεις Ρούτε–Τραμπ

Στις 18 Αυγούστου, ο Ρούτε επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο για να συμμετάσχει σε πολυμερή συνάντηση με τον Τραμπ, τον Ζελένσκι και άλλους Ευρωπαίους ηγέτες.

Οι δύο άνδρες είχαν επίσης συναντηθεί στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ που πραγματοποιήθηκε στις 25 Ιουνίου στη Χάγη, όπου φάνηκε η στενή σχέση τους. Ο Ρούττε εξήρε την ηγεσία του Τραμπ στην προσπάθεια να ωθήσει τους συμμάχους του ΝΑΤΟ να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες και επαίνεσε τις ένεργειές του για την αποδόμηση των πυρηνικών δυνατοτήτων του Ιράν.

Κατά τη διάρκεια διμερούς συνάντησης στο περιθώριο της συνόδου, ο Ρούτε είχε παρομοιάσει τον Τραμπ με πατέρα, σχόλιο που έγινε αμέσως πολύ δημοφιλές. Αργότερα υπερασπίστηκε τα λόγια του, λέγοντας πως θεωρεί τον Τραμπ καλό και αξιέπαινο φίλο.

Πιστός υποστηρικτής της Ουκρανίας, ο Ρούττε υπηρετεί ως γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ από την 1η Οκτωβρίου 2024. Έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη στήριξη της Ευρώπης προς την Ουκρανία από τότε που η Ρωσία εισέβαλε στη χώρα το 2022.

Ο Ρούττε συνέβαλε επίσης στην επίτευξη δέσμευσης των μελών του ΝΑΤΟ για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035, ποσοστό που αντιπροσωπεύει σημαντική άνοδο σε σχέση με τον προηγούμενο στόχο του 2%.

Ιστορική συμφωνία για ορυκτά και άμυνα μεταξύ ΗΠΑ και Αυστραλίας

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, υποδέχθηκε στις 20 Οκτωβρίου τον πρωθυπουργό της Αυστραλίας, Άντονυ Αλμπανέζε, στον Λευκό Οίκο, στην πρώτη επίσημη συνάντησή τους, όπου οι δύο ηγέτες υπέγραψαν νέα συμφωνία για τις σπάνιες γαίες.

Ο Τραμπ υπογράμμισε στους δημοσιογράφους ότι οι δύο χώρες πρόκειται να πετύχουν πολλά, καλωσορίζοντας τον Αυστραλό πρωθυπουργό έξω από τη Δυτική Πτέρυγα. 

«Δουλεύουμε εδώ και πολύ καιρό πάνω σε αυτό», είπε ο Τραμπ αναφερόμενος στη συμφωνία για τις σπάνιες γαίες, ενώ υποδεχόταν τον Αλμπανέζε και την αντιπροσωπεία του στην Αίθουσα του Υπουργικού Συμβουλίου. «Σε περίπου ένα χρόνο από σήμερα, θα έχουμε τόσα κρίσιμα μέταλλα και σπάνιες γαίες που δεν θα ξέρουμε τι να τα κάνουμε», προσέθεσε.  

Η συμφωνία, η οποία ολοκληρώθηκε σε διάστημα τεσσάρων έως πέντε μηνών, αποτελεί προσπάθεια απεξαρτητοποίησης από τις πρώτες ύλες του Πεκίνου, που ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος των εφοδιαστικών αλυσίδων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η Κίνα ελέγχει σήμερα το 60-70% της παγκόσμιας παραγωγής μεταλλεύματος σπανίων γαιών και πάνω από το 90% της διύλισης υλικών και μαγνητών, με δεκαετίες κρατικών επιδοτήσεων και στήριξης να έχουν εδραιώσει την κυριαρχία της στην εφοδιαστική αλυσίδα των σπάνιων γαιών.  

Προσφάτως, το κινεζικό καθεστώς επιδιώκει να εκμεταλλευτεί περαιτέρω αυτό το πλεονέκτημά, επεκτείνοντας δραστικά τους ελέγχους στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και μεταλλευμάτων.  

Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα εκφράσει τη δυσφορία του για τις ενέργειες του Πεκίνου.  «Δεν θέλω να παίξουν το παιχνίδι των σπάνιων γαιών μαζί μας», δήλωσε μία ημέρα πριν από τη συνάντηση με τον Αλμπανέζε.

Οι δύο χώρες δεσμεύτηκαν να κινητοποιήσουν κρατικούς και ιδιωτικούς πόρους, επενδύοντας συνολικά 8,5 δισεκατομμύρια δολάρια στην εξόρυξη και επεξεργασία κρίσιμων μετάλλων και σπανίων γαιών.  «Ένα δισ. δολάρια θα διαθέσουν η Αυστραλία και οι ΗΠΑ μέσα στους επόμενους έξι μήνες για άμεσα διαθέσιμα έργα», ανέφερε ο Αλμπανέζε κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

Βάσει της νέας συμφωνίας, οι δύο πλευρές θα συνεργαστούν για την προστασία των εγχώριων αγορών τους από πολιτικές εκτός αγοράς και αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.  

Ο Αλμπανέζε επεσήμανε ότι τα κρίσιμα μέταλλα και το ατσάλι από σπάνιες γαίες θα αναβαθμίσουν το οικονομικό εταιρικό σχήμα μεταξύ των δύο χωρών. «Η σημερινή θα θεωρηθεί μια σημαντική ημέρα στην πορεία των σχέσεών μας», δήλωσε στους δημοσιογράφους.

Η Αυστραλία μπορεί να προμηθεύσει τις ΗΠΑ με 30 είδη σπάνιων γαιών, ενώ η κυβέρνησή της έχει δημιουργήσει φέτος εθνικό στρατηγικό απόθεμα κρίσιμων μετάλλων αξίας περίπου 780 εκατομμυρίων δολαρίων.  

Τον Αύγουστο, ο πρέσβης της Αυστραλίας στις ΗΠΑ, Κέβιν Ραντ, είχε δηλώσει σε εκδήλωση του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών ότι η Αυστραλία μπορεί να εξελιχθεί σε μεγάλη δύναμη στον τομέα των κρίσιμων μετάλλων και των σπάνιων γαιών: «Διαθέτουμε τη μεγαλύτερη βιομηχανία εξόρυξης και τις ισχυρότερες μεταλλευτικές εταιρείες στον κόσμο», είχε αναφέρει.

Ωστόσο, η Αυστραλία χρειάζεται την αμερικανική υποστήριξη για την κατεργασία και επεξεργασία των κρίσιμων μετάλλων, ώστε να ανταγωνιστεί την Κίνα.  

Στήριξη Τραμπ της συμφωνίας για τα πυρηνικά υποβρύχια

Ο Αλμπανέζε, 62 ετών, είχε πραγματοποιήσει κρατική επίσκεψη στην Ουάσιγκτον το 2023, επί προεδρίας Μπάιντεν.  

Ένα από τα βασικά θέματα στην ατζέντα ήταν η τριμερής συμμαχία ασφάλειας Αυστραλίας-Ηνωμένου Βασιλείου-ΗΠΑ (AUKUS), που είχε δημιουργηθεί το 2021 επί Μπάιντεν.

Στο πλαίσιο της συμφωνίας, η Αυστραλία θα αποκτήσει τρία υποβρύχια κλάσης Βιρτζίνια έως τις αρχές της δεκαετίας του 2030, με δυνατότητα να αποκτήσει δύο ακόμη.  

Η συμφωνία προβλέπει επίσης την κατασκευή νέου τύπου υποβρυχίου SSN AUKUS, με το πρώτο να παραδίδεται στο Βασιλικό Ναυτικό του Ηνωμένου Βασιλείου εντός της δεκαετίας του 2030 και το αντίστοιχο αυστραλιανό να εντάσσεται στο Βασιλικό Ναυτικό της Αυστραλίας στις αρχές της δεκαετίας του 2040.

Ο Τραμπ δήλωσε ότι το έργο, το οποίο κινούνταν αργά, πλέον επιταχύνεται σημαντικά.  

Επεσήμανε ότι συνεργάζεται στενά με τον Αλμπανέζε για την προώθησή του και επιβεβαίωσε τη στήριξή του στη συμφωνία, παρά τις προηγούμενες φήμες περί ενδεχόμενης ακύρωσης.  

«Διαθέτουμε τα καλύτερα υποβρύχια στον κόσμο, οπουδήποτε στον κόσμο, και κατασκευάζουμε ακόμη μερικά αυτή την περίοδο», είπε.

Ο Τραμπ χαρακτήρισε την AUKUS αποτρεπτικό παράγοντα έναντι της Κίνας στον Ινδο-Ειρηνικό, αν και εκτίμησε πως ίσως να μην καταστεί απαραίτητη. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο με διαφορά», υπογράμμισε. «Δεν συγκρίνεται με καμία άλλη, έχουμε τον καλύτερο εξοπλισμό, και όλα – κανείς δεν τολμά να μας αμφισβητήσει».

Τον Ιούνιο, το Πεντάγωνο είχε ανακοινώσει ότι θα επανεξετάσει τη συμφωνία, ώστε να διαπιστώσει αν ευθυγραμμίζεται με τις παρούσες προτεραιότητες του Τραμπ, εξέλιξη που κατέλαβε τα πρωτοσέλιδα στην Αυστραλία και προκάλεσε ανησυχία.

Η εταιρική σχέση είναι ζωτικής σημασίας για την αποτροπή της κινεζικής επιθετικότητας στη συγκεκριμένη περιοχή, δήλωσε η γερουσιαστής Τζιν Σαχίν, κορυφαίο στέλεχος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, εκφράζοντας την ικανοποίηση της  για τη στήριξη Τραμπ στην AUKUS.  

«Χαίρομαι που ο πρόεδρος Τραμπ προσφέρει τη στήριξή του στη συμφωνία AUKUS, που είναι καθοριστική τόσο για την ασφάλεια των ΗΠΑ όσο και για τη διασφάλιση ότι το βάρος της συλλογικής άμυνας θα επιμεριστεί μεταξύ των εταίρων και συμμάχων», δήλωσε.

Αυξανόμενη απειλή από την Κίνα

Για την Αυστραλία, η Κίνα αποτελεί μία διογκούμενη απειλή.  

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Τραμπ επεσήμανε ότι το Πεκίνο πληρώνει υψηλούς δασμούς στις ΗΠΑ και επανέλαβε ότι σκοπεύει να συναντηθεί σύντομα με τον ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, Σι Τζινπίνγκ.

«Πιστεύω ότι η Κίνα μάς δείχνει μεγάλο σεβασμό», τόνισε ο Τραμπ, αναφερόμενος στα δισεκατομμύρια δολάρια που κατέβαλε η χώρα σε δασμούς. «Οι δασμοί που τώρα ισχύουν στο 55% θα αυξηθούν στο 155% αν δεν καταλήξουμε σε συμφωνία με τον Σι στη συνάντησή μας στη Νότια Κορέα, τις επόμενες δύο εβδομάδες. Πιστεύω ότι θα καταλήξουμε σε συμφωνία με τον πρόεδρο Σι της Κίνας. Θα είναι κάτι συναρπαστικό, κάτι καλό και για τις δύο χώρες».

Ο Τραμπ τόνισε ότι οι ΗΠΑ έχουν ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί, καθώς αμερικανικές εταιρείες πωλούν πολλά αεροπλάνα, ανταλλακτικά και εξαρτήματα στην Κίνα.  

«Μας απείλησαν με τις σπάνιες γαίες κι εγώ τους απείλησα με δασμούς», σημείωσε. «Όμως, θα μπορούσα να τους απειλήσω και με άλλα, όπως τα αεροπλάνα. Ξέρετε τι γίνεται με τα αεροπλάνα, γιατί δεν μπορούν να βρουν ανταλλακτικά για τα δικά τους. Εμείς κατασκευάζουμε τα αεροπλάνα τους».

Υποστήριξε ότι, όσον αφορά το εμπόριο, η Κίνα βρίσκεται σε δυσχερή θέση.  

«Πιστεύω ότι έχουν μεγάλο πρόβλημα, κι εγώ δεν θέλω να έχουν τόσο σοβαρό πρόβλημα», κατέληξε ο Τραμπ.

Η Μελόνι υπερασπίζεται την Ημέρα του Κολόμβου σε μήνυμά της προς τους Ιταλοαμερικανούς

Η Τζόρτζια Μελόνι υπερασπίστηκε με θέρμη την Ημέρα του Κολόμβου σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα που απηύθυνε στους Ιταλοαμερικανούς στις 18 Οκτωβρίου, κατακρίνοντας τη διαρκώς εντεινόμενη αντιπαράθεση γύρω από την επέτειο και ό,τι η ίδια χαρακτήρισε ως «κουλτούρα της αφύπνισης» («woke culture»).

«Γνωρίζω ότι υπάρχουν δυνάμεις που επιδιώκουν να μας διχάσουν, να ξαναγράψουν την ιστορία μας και να καταστρέψουν τις κοινές μας παραδόσεις. Το ονομάζουν ‘woke κουλτούρα’. Στόχος τους είναι να ακυρώσουν τον πολιτισμό μας. Κάνουν λάθος», ανέφερε χαρακτηριστικά στο μήνυμά της στη φετινή ετήσια εορταστική εκδήλωση του Εθνικού Ιδρύματος Ιταλοαμερικανών.

Σε παρόμοιο τόνο με τις πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, η Μελόνι τόνισε: «Η προσπάθεια να καταργηθεί η Ημέρα του Κολόμβου δεν είναι απλώς επίθεση εναντίον ενός αγάλματος ή μιας ημερομηνίας στο ημερολόγιο. Είναι μία απόπειρα διαγραφής της θεμελιώδους ιστορίας των Ιταλοαμερικανών και άρνησης της δύσκολα κατακτημένης θέσης τους στο οικοδόμημα αυτού του έθνους. Δεν θα τους αφήσουμε να το κάνουν. Η Ημέρα του Κολόμβου ήρθε για να μείνει».

Φέτος, το επίσημο δείπνο για τα 50 χρόνια από την ίδρυση του National Italian American Foundation —ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που εκπροσωπεί περισσότερους από 20 εκατομμύρια Ιταλοαμερικανούς στις ΗΠΑ— σημαδεύτηκε από πολιτικές αναφορές.

Στις 9 Οκτωβρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε διάταγμα που επανέφερε την Ημέρα του Κολόμβου ως εθνική αργία, δηλώνοντας: «Ημέρα του Κολόμβου. Επιστρέψαμε, Ιταλοί. Αγαπάμε τους Ιταλούς», μετά την επίσημη υπογραφή του διατάγματος στον Λευκό Οίκο.

Η ενέργεια αυτή σηματοδότησε σημαντική αλλαγή σε σχέση με την πολιτική του τέως προέδρου Τζο Μπάιντεν, ο οποίος από το 2021 είχε καθιερώσει διπλή αναγνώριση, τιμώντας ταυτόχρονα με την Ημέρα του Κολόμβου και την Ημέρα των Αυτόχθονων Λαών.

Ο Τραμπ χαρακτήρισε τον Κολόμβο ως «τον αυθεντικό Αμερικανό ήρωα και έναν γίγαντα του δυτικού πολιτισμού», περιγράφοντας τις πρόσφατες προσπάθειες να αμαυρωθεί η κληρονομιά του ως «κατάφωρη, αιμοβόρα και ανελέητη εκστρατεία διαγραφής της ιστορίας μας, σπίλωσης των ηρώων μας και επίθεσης στην πολιτιστική μας κληρονομιά», όπως αναφερόταν και στο διάταγμα της 9ης Οκτωβρίου.

Η Ημέρα του Κολόμβου αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες από τον πρόεδρο Μπέντζαμιν Χάρισον το 1892, σε ανάμνηση των 400 ετών από το ταξίδι του Κολόμβου, αλλά και ως απάντηση στη μαζική δολοφονία έντεκα Ιταλοαμερικανών στη Νέα Ορλεάνη, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η εχθρότητα και οι προκαταλήψεις κατά των Ιταλών μεταναστών.

Τα τελευταία χρόνια, αρκετές πολιτείες και πόλεις έχουν αντικαταστήσει την Ημέρα του Κολόμβου με την Ημέρα των Αυτόχθονων Λαών, επιδιώκοντας να τιμήσουν τους ιθαγενείς πληθυσμούς που επηρεάστηκαν από τον ευρωπαϊκό αποικισμό. 

Στην εκδήλωση, ο διάσημος Ιταλός τενόρος Αντρέα Μποτσέλι τιμήθηκε με το Βραβείο Συνολικής Προσφοράς στον χώρο της Ψυχαγωγίας και τραγούδησε τρία κομμάτια, συγκινώντας έως και δακρύων αρκετούς παριστάμενους. 

Την προηγουμένη, στις 17 Οκτωβρίου, ο Μποτσέλι είχε επισκεφθεί τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο, όπου τραγούδησε αυθόρμητα στο Οβάλ Γραφείο — στιγμιότυπο που καταγράφηκε σε βίντεο και κοινοποιήθηκε από τον ιδιαίτερο βοηθό του προέδρου.

Το επίσημο δείπνο παρουσίασαν από κοινού η παρουσιάστρια του Fox Business Μαρία Μπαρτιρόμο και ο γνωστός κωμικός Τζο Πίσκοπο. Στους διακεκριμένους προσκεκλημένους συγκαταλέγονταν ο πρώην πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Κέβιν ΜακΚάρθι, ο πρώην γερουσιαστής Τζο Μάντσιν και ο ειδικός απεσταλμένος Πάολο Ζαμπόλι. Η Μελόνι και ο Τραμπ δεν παρέστησαν στη φετινή επετειακή εκδήλωση.

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, ο πρόεδρος της Ferrari και της Stellantis, Τζον Έλκαν, απευθύνθηκε στους καλεσμένους τονίζοντας: «Κάποιοι λένε ότι οι διατλαντικοί δεσμοί αποδυναμώνονται, όμως πιστεύω ότι ουδέποτε υπήρξαν ισχυρότεροι. Η Stellantis μόλις ανακοίνωσε τη μεγαλύτερη επένδυσή της στις Ηνωμένες Πολιτείες, με στόχο να αξιοποιήσει νέες ευκαιρίες για ανάπτυξη και καινοτομία».