Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ φιλοξένησε την Τετάρτη στον Λευκό Οίκο ευρεία σύσκεψη με αντικείμενο ένα συνολικό σχέδιο για το μέλλον της Γάζας, την ώρα που οι ισραηλινές δυνάμεις προετοιμάζονται να καταλάβουν την Πόλη της Γάζας, την οποία θεωρούν τελευταίο προπύργιο της Χαμάς.
Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου ανέφερε πριν από τη συνάντηση ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει καταστήσει σαφές πως επιθυμεί τον τερματισμό του πολέμου και την προώθηση της ειρήνης και της ευημερίας στην περιοχή. Ο Λευκός Οίκος δεν παρείχε λεπτομέρειες για τη σύσκεψη.
Στις 27 Αυγούστου, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο συναντήθηκε στην Ουάσινγκτον με τον Ισραηλινό ομόλογό του, Γκίντεον Σάαρ. Η προγραμματισμένη σύσκεψη στον Λευκό Οίκο είχε ανακοινωθεί μία ημέρα νωρίτερα από τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή, Στιβ Γουίτκοφ, σε συνέντευξή του στο Fox News. Ο ίδιος είχε μιλήσει για «ένα μεγάλο και συνολικό σχέδιο» σχετικά με το μέλλον μετά τον πόλεμο, χωρίς να αποκαλύψει ποιοι θα συμμετάσχουν.
Η συνάντηση δεν είχε καταχωρηθεί στο επίσημο πρόγραμμα του προέδρου για τις 27 Αυγούστου.
Κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου στις 26 Αυγούστου, ο Τραμπ είχε επισημάνει ότι στόχος του είναι η απελευθέρωση των 20 ομήρων που εξακολουθούν να κρατούνται από τη Χαμάς, σημειώνοντας ότι υπάρχουν φόβοι πως ορισμένοι μπορεί να έχουν χάσει τη ζωή τους.
Ο Γουίτκοφ υποστήριξε ότι μόνο η Χαμάς εμποδίζει τον τερματισμό του πολέμου, αναφέροντας πως υπήρχε επί εβδομάδες πρόταση που προέβλεπε την απελευθέρωση 10 ομήρων, την οποία η οργάνωση καθυστερούσε να αποδεχθεί. Εκτίμησε ωστόσο ότι η έντονη ισραηλινή στρατιωτική πίεση την οδήγησε να αλλάξει στάση.
Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι ο πόλεμος θα τερματιστεί σύντομα, «σίγουρα πριν από το τέλος του έτους». Όπως σημείωσε, η Χαμάς έχει δείξει διάθεση για διαπραγμάτευση, ενώ το Ισραήλ ανακοίνωσε πακέτο ανθρωπιστικής βοήθειας ύψους 600 εκατ. δολαρίων και προθυμία να συνεχίσει τον διάλογο.
Στις 21 Αυγούστου, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε δώσει την τελική έγκριση για την επιχείρηση κατάληψης της Πόλης της Γάζας, εξουσιοδοτώντας παράλληλα την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για την απελευθέρωση όλων των Ισραηλινών ομήρων και τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Στις 27 Αυγούστου, ο ισραηλινός στρατός κάλεσε τους Παλαιστίνιους να εγκαταλείψουν την Πόλη της Γάζας, ανακοινώνοντας ότι οι οικογένειες που θα μετακινηθούν προς τον νότο θα λάβουν εκτεταμένη ανθρωπιστική βοήθεια. Ο εκπρόσωπος του στρατού, Αβιχάι Αντράι, ανέφερε ότι ήδη διανέμονται σκηνές και ανθρωπιστική βοήθεια.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε την Παρασκευή ότι δίνει περιθώριο δύο εβδομάδων στη Ρωσία και την Ουκρανία να προχωρήσουν σε συνομιλίες με στόχο τον τερματισμό του πολέμου, προειδοποιώντας ότι σε περίπτωση απουσίας προόδου θα λάβει απόφαση για τα επόμενα βήματα, τα οποία ενδέχεται να περιλαμβάνουν βαριές κυρώσεις ή δασμούς.
Ο Τραμπ ανέφερε ότι σκοπεύει να παρακολουθήσει τη στάση των δύο πλευρών στο διάστημα αυτό, προτού καθορίσει την πορεία που θα ακολουθήσει. Μίλησε για μια «πολύ σημαντική απόφαση», σημειώνοντας ότι εξετάζει το ενδεχόμενο σκληρών κυρώσεων, υψηλών δασμών ή ακόμη και το να αφήσει τις δύο χώρες να συνεχίσουν τη σύγκρουση χωρίς αμερικανική παρέμβαση.
Οι δηλώσεις έγιναν στο Οβάλ Γραφείο, στο πλαίσιο εκδήλωσης για την ανακοίνωση ότι η κλήρωση του Μουντιάλ 2026 θα πραγματοποιηθεί τον Δεκέμβριο στο Kennedy Center της Ουάσιγκτον. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, ο Τραμπ παρουσίασε φωτογραφία του με τον ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν από τη σύνοδο στην Αλάσκα την περασμένη εβδομάδα, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επίσκεψης του Πούτιν στις ΗΠΑ για το Παγκόσμιο Κύπελλο το ερχόμενο καλοκαίρι.
Παράλληλα, εξέφρασε την απογοήτευσή του για τις τελευταίες ρωσικές επιθέσεις που έπληξαν αμερικανικό εργοστάσιο στην Ουκρανία, δηλώνοντας ότι «δεν είναι ικανοποιημένος με τίποτα σχετικά με αυτόν τον πόλεμο».
Την περασμένη εβδομάδα, ο αμερικανός πρόεδρος είχε φιλοξενήσει συνομιλίες υψηλού ρίσκου με τον Πούτιν στην Αλάσκα, οι οποίες ολοκληρώθηκαν χωρίς συμφωνία για κατάπαυση πυρός. Στις 18 Αυγούστου συναντήθηκε με τον ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι και ευρωπαίους ηγέτες στον Λευκό Οίκο, με αντικείμενο τα αποτελέσματα της συνόδου και τα επόμενα βήματα. Μετά τις επαφές αυτές, ξεκίνησε τις διαδικασίες για διμερή συνάντηση Πούτιν–Ζελένσκι, η οποία θα ακολουθηθεί από τριμερή διάσκεψη, χωρίς ωστόσο να έχει οριστεί ακόμη ημερομηνία ή τόπος διεξαγωγής.
Ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, δήλωσε σε συνέντευξή του στο NBC ότι δεν υπάρχει ακόμη ατζέντα για ενδεχόμενη σύνοδο κορυφής. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Πούτιν είναι έτοιμος να συναντηθεί με τον Ζελένσκι όταν υπάρξει προετοιμασμένη ατζέντα, κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει συμβεί.
Κατά τη σύνοδο στην Αλάσκα, ο ρώσος πρόεδρος είχε συμφωνήσει να αποδεχθεί εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία μετά τον πόλεμο. Ο Τραμπ ανακοίνωσε στη συνέχεια ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα αναλάβουν τον ρόλο αυτό σε συνεργασία με τις ΗΠΑ και υποστήριξε ότι οι Ευρωπαίοι συμφώνησαν να αποστείλουν στρατεύματα στο ουκρανικό έδαφος για την αποτροπή μελλοντικών επιθέσεων.
Ο Λαβρόφ, ωστόσο, προειδοποίησε στις 20 Αυγούστου ότι μια τέτοια κίνηση θα συνιστούσε «ξένη παρέμβαση», η οποία δεν είναι αποδεκτή από τη Μόσχα. Πρόσθεσε ότι η Ρωσία δεν θα συμφωνήσει σε συλλογικές εγγυήσεις ασφαλείας που θα διαπραγματευτούν χωρίς τη συμμετοχή της, χαρακτηρίζοντας το ενδεχόμενο αυτό «δρόμο χωρίς διέξοδο».
Στις 22 Αυγούστου, ο Ζελένσκι επέκρινε τη Μόσχα, λέγοντας ότι δεν επιθυμεί να τερματίσει τον πόλεμο, αλλά να θέτει τελεσίγραφα ώστε να καθυστερεί τη διαδικασία.
Σε ανάρτησή του στις 21 Αυγούστου, ο Τραμπ τόνισε ότι η Ουκρανία δεν μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο χωρίς να εξαπολύσει επιθέσεις στο έδαφος της Ρωσίας, επικρίνοντας την πολιτική των προηγούμενων ΗΠΑ που, όπως είπε, επέτρεπε μόνο την άμυνα και όχι την αντεπίθεση. Παραλλήλισε την κατάσταση με μια αθλητική ομάδα που έχει εξαιρετική άμυνα αλλά δεν της επιτρέπεται να επιτεθεί, υποστηρίζοντας ότι έτσι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα νίκης.
Ο αμερικανός πρόεδρος άσκησε επίσης σκληρή κριτική στην προηγούμενη κυβέρνηση, κατηγορώντας τον Τζο Μπάιντεν ότι δεν άφησε το Κίεβο να «αντεπιτεθεί, αλλά μόνο να αμυνθεί», κάτι που, όπως είπε, απέτυχε. Πρόσθεσε ότι ο πόλεμος δεν θα είχε ξεσπάσει ποτέ αν ήταν ο ίδιος πρόεδρος, κάνοντας λόγο για «μηδενική πιθανότητα».
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 21 Αυγούστου μέσω της πλατφόρμας Truth Social: «Η Ουκρανία δεν μπορεί να κερδίσει τον πόλεμό της αν δεν εξαπολύσει επιθέσεις κατά της Ρωσίας», ασκώντας έντονη κριτική στην προηγούμενη αμερικανική πολιτική που επέτρεπε στο Κίεβο μόνο την άμυνα και όχι την αντεπίθεση.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να κερδίσεις έναν πόλεμο χωρίς να επιτεθείς στη χώρα του εισβολέα. Είναι σαν μια σπουδαία ομάδα σε κάποιο άθλημα, που έχει φανταστική άμυνα, αλλά δεν της επιτρέπεται να παίξει επίθεση. Δεν υπάρχει καμία ελπίδα για νίκη. Κάπως έτσι είναι τα πράγματα για την Ουκρανία και τη Ρωσία».
Ο Τραμπ φάνηκε διατεθειμένος να δώσει το «πράσινο φως» για περισσότερες ουκρανικές επιθέσεις στη Ρωσία, ασκώντας ταυτόχρονα δριμεία κριτική στην προηγούμενη διακυβέρνηση: «Ο τέως πρόεδρος Τζο Μπάιντεν δεν άφησε την Ουκρανία να αντεπιτεθεί, μόνο να αμυνθεί. Πώς τους βγήκε αυτό; Όπως και να ‘χει, αυτός ο πόλεμος δεν θα είχε ποτέ ξεκινήσει αν ήμουν εγώ πρόεδρος [τότε], μηδενική πιθανότητα. Ενδιαφέρουσες εποχές μπροστά μας», πρόσθεσε.
Οι δηλώσεις αυτές έγιναν μετά τις ειρηνευτικές συνομιλίες που διεξήχθησαν την περασμένη εβδομάδα στην Αλάσκα, παρουσίᾳ του προέδρου της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν και συζητήσεων του Τραμπ με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, καθώς και Ευρωπαίους ηγέτες στον Λευκό Οίκο, στις 18 Αυγούστου.
Σε άλλη ανάρτηση, την ίδια ημέρα, ο Τραμπ δημοσίευσε δύο φωτογραφίες: στη μία απαθανατίζεται ο ίδιος να δείχνει απειλητικά το δάχτυλό του στο στήθος του Πούτιν κατά τη διάρκεια της πρόσφατης ιδιωτικής τους συζήτησης σε στρατιωτική βάση της Αλάσκας· στη δεύτερη, τραβηγμένη το 1959, διακρίνεται ο τότε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον να κάνει παρόμοια κίνηση προς τον τότε ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης Νικίτα Χρουστσόφ.
Ο Τραμπ είχε επικρίνει παλιότερα τη διοίκηση Μπάιντεν επειδή επέτρεψε στην Ουκρανία να χρησιμοποιήσει αμερικανικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς σε στόχους εντός της Ρωσίας, υποστηρίζοντας πως αυτή η κλιμάκωση είναι επιζήμια.
Τότε είχε δηλώσει: «Διαφωνώ απόλυτα με το να στέλνουμε πυραύλους σε βάθος εκατοντάδων μιλίων στη Ρωσία. Γιατί το κάνουμε αυτό; Το μόνο που καταφέρνουμε είναι να κλιμακώνουμε τον πόλεμο και να τον κάνουμε χειρότερο», όπως ανέφερε σε συνέντευξή του στο περιοδικό Time δημοσιευμένη τον Δεκέμβριο του 2024, σχεδόν έναν μήνα μετά την εκλογική του επικράτηση. «Αυτό δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε επιτραπεί. Τώρα δεν μιλάμε μόνο για πυραύλους, αλλά και για άλλα οπλικά συστήματα. Και θεωρώ ότι πρόκειται για τεράστιο σφάλμα, τεράστιο σφάλμα».
Στις συνομιλίες με Ευρωπαίους ηγέτες αυτής της εβδομάδας, ο Τραμπ τόνισε πως σημειώθηκε πρόοδος στη σύνοδο της Αλάσκας όταν ο Πούτιν συμφώνησε να δεχθεί εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία.
Εξήγησε ότι τα ευρωπαϊκά κράτη θα συντονιστούν με τις ΗΠΑ για την παροχή αυτών των εγγυήσεων και πρότεινε την ανάπτυξη ευρωπαϊκών δυνάμεων στο ουκρανικό έδαφος για την αποτροπή μελλοντικών επιθέσεων.
Παράλληλα, κινήθηκε η διαδικασία διμερούς συνάντησης – σε τοποθεσία που ακόμη δεν έχει οριστεί – μεταξύ Πούτιν και Ζελένσκι. Μετά τη συνάντηση αυτή, προανήγγειλε πως θα ακολουθήσει τριμερής σύνοδος κορυφής.
Από την πλευρά της Ρωσίας, ο υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ σχολίασε στις 20 Αυγούστου ότι οι ευρωπαϊκές προτάσεις για αποστολή στρατευμάτων στην Ουκρανία μετά τον πόλεμο συνιστούν ξένη παρέμβαση, την οποία η Μόσχα δεν μπορεί να αποδεχθεί.
Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, ο Λαβρόφ τόνισε: «Η Μόσχα δεν θα συναινέσει σε συλλογικές εγγυήσεις ασφαλείας που θα συζητηθούν χωρίς τη συμμετοχή της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Πρόκειται για αδιέξοδο».
ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ – Κατά τη δεύτερη θητεία του, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αναδιαμόρφωσε την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας τους δασμούς όχι μόνο ως οικονομικό μέσο πίεσης, αλλά και ως βασικό εργαλείο διπλωματίας.
Η κυβέρνησή του άσκησε οικονομική πίεση για να αντιμετωπίσει παγκόσμιες συγκρούσεις και να εξασφαλίσει παραχωρήσεις από άλλες χώρες, σηματοδοτώντας μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ τις τελευταίες δεκαετίες.
Ο Τραμπ κατέστησε σαφείς τις φιλοδοξίες του μόλις λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, δηλώνοντας ότι η δεύτερη θητεία του θα είναι πολύ διαφορετική από την πρώτη.
«Την πρώτη φορά είχα δύο πράγματα να κάνω: να διοικήσω τη χώρα και να επιβιώσω. Είχα να αντιμετωπίσω όλους αυτούς τους διεφθαρμένους τύπους. Τη δεύτερη φορά, διοικώ τη χώρα και τον κόσμο», δήλωσε στο περιοδικό The Atlantic σε συνέντευξή του τον Απρίλιο.
Ο Τραμπ έχει υπογραμμίσει ότι η στρατηγική του για τους δασμούς – η οποία οδήγησε σε εμπορικές παραχωρήσεις συμμάχων όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Νότια Κορέα, καθώς και σε σημαντικές εξελίξεις σε συγκρούσεις – είναι απόδειξη ότι η νέα προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική αποφέρει αποτελέσματα.
Οι εμπορικές απειλές του έχουν ήδη συμβάλει στον τερματισμό αρκετών συγκρούσεων, συμπεριλαμβανομένης της πρόσφατης συνοριακής σύγκρουσης μεταξύ Ταϊλάνδης και Καμπότζης και της κρίσης μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν.
Στις 27 Ιουνίου, ο Τραμπ υποδέχτηκε τους υπουργούς Εξωτερικών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και της Ρουάντα στον Λευκό Οίκο, όπου υπέγραψαν ειρηνευτική συμφωνία για τον τερματισμό του τριακονταετούς πολέμου μεταξύ των δύο χωρών.
Ο Μάικλ Γουόλς, ανώτερος ερευνητής στο πρόγραμμα για την Αφρική του Ινστιτούτου Ερευνών Εξωτερικής Πολιτικής, δήλωσε ότι ο Λευκός Οίκος έχει αποδείξει ότι μπορεί να προωθήσει την περιφερειακή σταθερότητα χρησιμοποιώντας οικονομικά κίνητρα.
«Πιστεύουν ακράδαντα ότι αν μπορείς να δείξεις στις χώρες ότι έχουν οικονομικό κίνητρο να μην πολεμούν μεταξύ τους, αλλά να συνεργάζονται μεταξύ τους και με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τότε μπορείς να επιλύσεις πολλές συγκρούσεις στον κόσμο», δήλωσε ο Γουόλς στην εφημερίδα The Epoch Times.
Παρατήρησε δε ότι η προσέγγιση του Τραμπ στην Αφρική, η οποία δίνει προτεραιότητα στο εμπόριο έναντι της βοήθειας, έχει αποδειχθεί πιο αποτελεσματική από τη στρατηγική που ακολουθούσαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις.
Η κυβέρνηση Τραμπ συνεχίζει την εμπλοκή της στην Αφρική, στρέφοντας τώρα την προσοχή της στη σύγκρουση στο Σουδάν, η οποία συχνά χαρακτηρίζεται ως «ξεχασμένος πόλεμος» και στην οποία έχουν χάσει τη ζωή τους περίπου 150.000 άνθρωποι, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων.
Αν και μέχρι στιγμής δεν έχει επιτευχθεί καμία σημαντική πρόοδος, ο Γουόλς δήλωσε ότι το Σουδάν και άλλες περιοχές της Αφρικής παραμένουν προτεραιότητα για τις ειρηνευτικές προσπάθειες των ΗΠΑ.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ μαζί με τον υπουργό Εξωτερικών και Συνεργασίας της Ρουάντα Ολιβιέ Ντουχουνγκιρέ (α) και την υπουργό Εξωτερικών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, Τερέζ Καγικουάμπα Βάγκνερ (δ), στο Οβάλ Γραφείο, στις 27 Ιουνίου 2025. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε μετά από μια ειρηνευτική συμφωνία που επιτεύχθηκε με διαμεσολάβηση του Λευκού Οίκου και υπογράφηκε από αξιωματούχους και των δύο χωρών με σκοπό τον τερματισμό της σύγκρουσης στο ανατολικό Κονγκό. Η κυβέρνησηπροσβλέπει στην προώθηση της περιφερειακής σταθερότητας μέσω οικονομικών κινήτρων. (Joe Raedle/Getty Images)
Οι δασμοί ενδέχεται να αποδυναμώσουν τη Ρωσία και τις λοιπές χώρες των BRICS
Πρόσφατα, ο Τραμπ άρχισε να ασκεί πιέσεις στην Κίνα και την Ινδία να σταματήσουν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο που υπόκειται σε κυρώσεις, στο πλαίσιο των προσπαθειών του να αποδυναμώσει το Κρεμλίνο ώστε να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Την 1η Αυγούστου, ο Τραμπ επέκρινε τη Μόσχα μέσω του Truth Social για τον μεγάλο αριθμό θυμάτων τόσο στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία.
«Αυτός είναι ένας πόλεμος που δεν έπρεπε να είχε συμβεί ποτέ», έγραψε. «Είμαι εδώ για να δω αν μπορώ να τον σταματήσω!»
Η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί τους δασμούς στις διαπραγματεύσεις με την Κίνα και την Ινδία για να απομονώσει τη Ρωσία, σύμφωνα με τον Κρις Τανγκ, καθηγητή στο Anderson School of Management του UCLA, ο οποίος χαρακτήρισε την εξέλιξη ως «μια πολύ ενδιαφέρουσα δυναμική».
Εάν η στρατηγική πετύχει, θα μπορούσε να οδηγήσει τη Ρωσία σε οικονομική κατάρρευση, δήλωσε στην Epoch Times.
Τον περασμένο μήνα, ο Τραμπ έβαλε στο στόχαστρο τη συμμαχία BRICS – με σημαντικότερους εταίρους τη Βραζιλία, τη Ρωσία, την Ινδία, την Κίνα και τη Νότια Αφρική – και τις προσπάθειές τους να αμφισβητήσουν την παγκόσμια κυριαρχία του αμερικανικού δολαρίου.
Ένας στρατιώτης της 24ης Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας της Ουκρανίας πυροβολεί με ολμοβόλο τις ρωσικές δυνάμεις κοντά στο Χασίβ Γιαρ της Ουκρανίας, στις 18 Νοεμβρίου 2024. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ άρχισε να ασκεί πίεση στην Κίνα και την Ινδία για να σταματήσουν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο που υπόκειται σε κυρώσεις, σε μια προσπάθεια να τερματιστεί ο ρωσοουκρανικός πόλεμος. (Oleg Petrasiuk/24η Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία King Danylo των Ουκρανικών Ένοπλων Δυνάμεων/Αρχείο Φωτογραφίας/Δελτίο Τ)
Τον Φεβρουάριο, λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη της δεύτερης θητείας του, ο Τραμπ επέβαλε δασμούς 25% σε προϊόντα από τον Καναδά και το Μεξικό και πρόσθεσε φόρο 10% στις κινεζικές εισαγωγές, προκειμένου να πιέσει αυτές τις χώρες να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της διακίνησης φαιντανύλης.
Πρόσφατα, απείλησε τη Βραζιλία με δασμούς 50% στις εξαγωγές της προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, δημοσιεύοντας στο Truth Social μια επιστολή προς τον πρόεδρο της Βραζιλίας Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα. Στην επιστολή, ο Τραμπ κατηγορεί τη Βραζιλία ότι «εξευτελίζεται διεθνώς» λόγω της συνεχιζόμενης δίκης του πρώην προέδρου της Βραζιλίας Ζαΐρ Μπολσονάρο, στενού συμμάχου του Τραμπ.
Η στρατηγική του Τραμπ για τους δασμούς έχει ήδη αρχίσει να αποδίδει καρπούς. Τον Ιούνιο, ο Καναδάς απέσυρε το σχέδιό του να επιβάλει φόρο 3% στις ψηφιακές υπηρεσίες των μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας, μετά την αναστολή των εμπορικών διαπραγματεύσεων από τον Τραμπ και την απειλή του να επιβάλει υψηλότερους δασμούς στις καναδικές εισαγωγές.
Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, η αμερικανική κυβέρνηση έχει εισπράξει περισσότερα από 150 δισεκατομμύρια δολάρια από δασμούς τους τελευταίους έξι μήνες. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου προέβλεψε τον Ιούνιο ότι το ποσό αυτό θα μπορούσε να αυξηθεί σε 2,8 τρισεκατομμύρια δολάρια την επόμενη δεκαετία.
Ο Κηθ Κραχ, ο οποίος υπηρέτησε ως υφυπουργός Εξωτερικών για την οικονομική ανάπτυξη, την ενέργεια και το περιβάλλον στην πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, δήλωσε ότι ο Τραμπ χρησιμοποιεί τους δασμούς ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για να αναδιαμορφώσει το παγκόσμιο εμπόριο και να εξασφαλίσει την κυριαρχία της Αμερικής στη διεθνή σκηνή.
«Ο πρόεδρος Τραμπ πάντα θεωρούσε τους δασμούς ως στρατηγικό εργαλείο», δήλωσε ο Κραχ στην Epoch Times. «Στην πρώτη θητεία του, τους χρησιμοποίησε σαν νυστέρι, στοχεύοντας τον χάλυβα, το αλουμίνιο και συγκεκριμένα εμπορικά κενά. Τώρα, αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομικής πολιτικής του».
Βασικές παραχωρήσεις
Πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η δύναμη της στρατηγικής του Τραμπ σε θέματα δασμών πηγάζει από την οικονομική και στρατιωτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών. Ως μεγαλύτερη οικονομία και καταναλωτική αγορά στον κόσμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ασκήσουν πίεση με τρόπο που άλλες χώρες δεν μπορούν.
Αυτή η επιρροή ήταν εμφανής στις πρόσφατες διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μετά από την αρχική ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου για δασμούς 30%, η ΕΕ και οι ΗΠΑ τελικά συμφώνησαν στο 15%, ποσοστό σημαντικά μεγαλύτερο από τον προηγούμενο μέσο όρο του 4,8%, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Ο Λευκός Οίκος δήλωσε ότι οι νέοι δασμοί στα ευρωπαϊκά προϊόντα θα «αποφέρουν ετήσια έσοδα δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων».
Επιπλέον, η ΕΕ συμφώνησε να επενδύσει 600 δισεκατομμύρια δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια της θητείας του Τραμπ και να αγοράσει αμερικανική ενέργεια αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε διάστημα τριών ετών.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανταλλάσσουν χειραψία μετά την επίτευξη εμπορικής συμφωνίας, στο γήπεδο γκολφ Trump Turnberry στο Τέρνμπερρυ της Σκωτίας, στις 27 Ιουλίου 2025. Σύμφωνα με τη συμφωνία, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιβάλουν δασμούς 15% στις εξαγωγές της ΕΕ, ενώ η Ένωση θα αγοράσει αμερικανική ενέργεια αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων και θα επενδύσει 600 δισεκατομμύρια δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες έως το 2028. (Jacquelyn Martin/AP Photo)
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, τη χαρακτήρισε ως «συμφωνία του αιώνα», ενώ η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, την αποκάλεσε «τεράστια συμφωνία».
«Θα φέρει σταθερότητα, θα φέρει προβλεψιμότητα. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για τις επιχειρήσεις και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού», δήλωσε η φον ντερ Λάιεν.
Ωστόσο, άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες αντέδρασαν επέκριναν τη συμφωνία.
Μεταξύ αυτών ο Γάλλος πρωθυπουργός Φρανσουά Μπαϊρού, ο οποίος δήλωσε στο X ότι η εμπορική συμφωνία ήταν «μια μαύρη μέρα» για την ΕΕ και «υποταγή» στον Τραμπ.
Η Μαρίν Λε Πεν, ηγέτης του δεξιού κόμματος Εθνική Συμμαχία της Γαλλίας, καταδίκασε επίσης τη συμφωνία ως «πολιτικό, οικονομικό και ηθικό φιάσκο».
Από την πλευρά του, ο Γερμανός καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς προειδοποίησε ότι «η γερμανική οικονομία θα υποστεί σημαντική ζημιά εξαιτίας αυτών των δασμών».
Στην Ασία, η Ιαπωνία συμφώνησε επίσης σε δασμούς 15% και δεσμεύτηκε να επενδύσει 550 δισεκατομμύρια δολάρια στην οικονομία των ΗΠΑ, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να λαμβάνουν το 90% των κερδών από αυτά τα έργα.
Σύμφωνα με την τελευταία συμφωνία με τη Νότια Κορέα, οι εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες θα υπόκεινται σε δασμό 15%, ενώ τα αμερικανικά προϊόντα που εισέρχονται στη Νότια Κορέα θα απαλλάσσονται από οποιονδήποτε δασμό.
Επιπλέον, η Σεούλ δεσμεύτηκε να επενδύσει 350 δισεκατομμύρια δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες και να αγοράσει αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο, αργό πετρέλαιο και άνθρακα αξίας 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Στις 31 Ιουλίου, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που καθιερώνει αμοιβαία δασμολογικά ποσοστά για δεκάδες χώρες. Ωστόσο, αρκετές χώρες, μεταξύ των οποίων το Μεξικό, ο Καναδάς, η Ινδία και η Κίνα, δεν έχουν ακόμη οριστικοποιήσει τις συμφωνίες τους με την κυβέρνηση Τραμπ.
Ο Κέβιν Χάσσετ, διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου του Λευκού Οίκου, δήλωσε ότι η κυβέρνηση έχει ήδη εξασφαλίσει εμπορικές συμφωνίες με οκτώ βασικούς εμπορικούς εταίρους, που καλύπτουν «περίπου το 55% του παγκόσμιου ΑΕΠ».
Ο Κέβιν Χάσσετ, διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου του Λευκού Οίκου, στις 30 Ιουνίου 2025. Ο Χάσσετ δήλωσε ότι το Πεκίνο εξακολουθεί να μην τηρεί τις δεσμεύσεις του σχετικά με τις αποστολές σπάνιων γαιών, παρά τις πρόσφατες αυξήσεις. (Andrew Caballero-Reynolds/AFP μέσω Getty Images)
Αυτές οι εμπορικές συμφωνίες έχουν σε μεγάλο βαθμό οριστικοποιηθεί, αν και ενδέχεται να υπάρχουν ακόμη κάποιες «αμφιταλαντεύσεις» σχετικά με συγκεκριμένους όρους, δήλωσε ο Χάσσετ στο πρόγραμμα «Meet the Press» του NBC News στις 3 Αυγούστου.
Οι χώρες που δεν έχουν οριστικοποιήσει τις συμφωνίες τους θα αντιμετωπίσουν σύντομα «αμοιβαίους δασμούς», ενώ αναμένεται να συνεχιστούν οι περαιτέρω διαπραγματεύσεις, σημείωσε.
Η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε επίσης ένα νέο δασμό 40% στις μεταφορτώσεις, μια τακτική αποφυγής δασμών που αφορά κυρίως κινεζικά προϊόντα που τροποποιούνται ελάχιστα ή απλώς ξανασυσκευάζονται σε άλλες χώρες, πριν αποσταλλούν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη εξασφαλίσει τη δέσμευση ορισμένων χωρών, συμπεριλαμβανομένου του Βιετνάμ, να εμποδίσουν την εισροή φθηνών κινεζικών προϊόντων στις αγορές τους για μεταφόρτωση.
Μέχρι στιγμής, αυτή η αναθεώρηση της αμερικανικής δασμολογικής πολιτικής δεν έχει προκαλέσει ευρεία αντίδραση από τους κύριους εμπορικούς εταίρους, αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα εξακολουθούν να διαπραγματεύονται μετά την αναστολή των αμοιβαίων δασμών.
«Ο πρόεδρος Τραμπ εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να επαναπροσδιορίσει τους κανόνες του παιχνιδιού. Του δίνω υψηλή βαθμολογία. Η στρατηγική του έχει ήδη αποφέρει εντυπωσιακά αποτελέσματα», δήλωσε ο Κραχ. «Κανείς δεν έχει εκμεταλλευτεί τη γενναιοδωρία μας περισσότερο από την Κίνα».
Ο Φίλιπ Λακ, διευθυντής του προγράμματος οικονομικών στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών, δήλωσε ότι ο Τραμπ κατάφερε να εφαρμόσει τη στρατηγική του «χωρίς να προκαλέσει ευρεία αντίδραση από τους εμπορικούς εταίρους».
«Αυτή η επιτυχία στην αποφυγή αντιποίνων πιθανώς οφείλεται στην ‘κυριαρχία της κλιμάκωσης’ – ουσιαστικά, όταν οι εταίροι πείθονται ότι η είσοδος σε έναν κύκλο οικονομικών αντιποίνων θα ήταν πιο δαπανηρή για αυτούς παρά για τις Ηνωμένες Πολιτείες», έγραψε ο Λακ σε πρόσφατη έκθεση που συνέταξε μαζί με την Ίνα Σιμόνοβσκα.
Οι δασμοί αναδιαμορφώνουν τις αλυσίδες εφοδιασμού
Ο Τραμπ προωθεί εδώ και καιρό την επιβολή δασμών έχοντας ως στόχο την αναβίωση της αμερικανικής βιομηχανίας και την ενίσχυση των εγχώριων θέσεων εργασίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Τανγκ, ο επαναπατρισμός θέσεων εργασίας στη χώρα παραμένει δύσκολος μετά από δεκαετίες βιομηχανικής παρακμής, έλλειψης ειδικευμένου εργατικού δυναμικού και ποικίλων εμποδίων σε επίπεδο υποδομών και κανονιστικών ρυθμίσεων.
Υπάλληλος της Independent Can Company στη γραμμή παραγωγής στο Μπελκάμπ του Μέρυλαντ, στις 25 Ιουνίου 2025. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υποστηρίζει εδώ και καιρό την επιβολή δασμών για την αναβίωση της αμερικανικής βιομηχανίας και την ενίσχυση της εγχώριας απασχόλησης. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι ο επαναπατρισμός της παραγωγής παραμένει δύσκολος μετά από δεκαετίες βιομηχανικής παρακμής, έλλειψης εργατικού δυναμικού και διαφόρων ρυθμιστικών προκλήσεων. (Ryan Collerd/AFP μέσω Getty Images)
Ορισμένες εταιρείες αποφάσισαν να μεταφέρουν την παραγωγή τους στις Ηνωμένες Πολιτείες για να αποφύγουν τους δασμούς και να εξυπηρετήσουν την εγχώρια αγορά. Ωστόσο, πολλές εξακολουθούν να εξαρτώνται από το φθηνότερο εργατικό δυναμικό στο εξωτερικό για τις διεθνείς πωλήσεις, δημιουργώντας ένα χάσμα στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
«Για τα αγαθά εγχώριας κατανάλωσης, πολλές εταιρείες θα αυξήσουν σταδιακά την παραγωγή τους στις Ηνωμένες Πολιτείες», δήλωσε ο Τανγκ. «Ωστόσο, για τη διεθνή αγορά, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να εξαρτώνται από αναδυόμενες αγορές με χαμηλότερο κόστος εργασίας».
Ο Τανγκ έφερε την περίπτωση της Eli Lilly ως παράδειγμα, σημειώνοντας ότι ο φαρμακευτικός γίγαντας σχεδιάζει να παράγει περισσότερα φάρμακα απώλειας βάρους στις Ηνωμένες Πολιτείες, επειδή η εγχώρια αγορά είναι η μεγαλύτερη.
«Είναι λογικό, λοιπόν, για την εταιρεία να παράγει εδώ», σημείωσε.
Βιομηχανίες όπως η φαρμακευτική και αυτή των ημιαγωγών ηγούνται της τάσης επαναπατρισμού λόγω των υψηλά αυτοματοποιημένων διαδικασιών παραγωγής τους, οι οποίες μειώνουν τις ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. Αυτοκινητοβιομηχανίες όπως η Volkswagen αυξάνουν επίσης τις επενδύσεις τους στις ΗΠΑ για να αποφύγουν τους δασμούς του Τραμπ. Ωστόσο, η μεταφορά ολόκληρων αλυσίδων εφοδιασμού της αυτοκινητοβιομηχανίας στην Αμερική παραμένει πρόκληση.
Ακόμη και με τους δασμούς, το υψηλό κόστος εργασίας καθιστά χώρες όπως το Μεξικό και η Κίνα πιο ελκυστικές για ορισμένα τμήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας, παρατήρησε ο Τανγκ.
Παρά τις πρόσφατες εμπορικές επιτυχίες, ο Τραμπ έχει αρκετές ακόμη μάχες μπροστά του, συμπεριλαμβανομένης μιας νέας εμπορικής συμφωνίας με την Κίνα, καθώς και τη μεταξύ τους αντιπαράθεση για τα ορυκτά σπάνιων γαιών. Ενώ οι αποστολές σπάνιων γαιών από την Κίνα έχουν αυξηθεί τις τελευταίες εβδομάδες, το Πεκίνο εξακολουθεί να μην τηρεί τις δεσμεύσεις του, σύμφωνα με τον Χάσσετ.
«Τον τελευταίο μήνα, υπήρξε μια πολύ μεγάλη αύξηση, αλλά νομίζω ότι όλοι εξακολουθούμε να ελπίζουμε για περισσότερα», σχολίασε ο Χάσσετ στην Epoch Times στις 30 Ιουλίου.
Οι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου συνεχίζουν να πιέζουν για τη μείωση της εξάρτησης των ΗΠΑ από τα επεξεργασμένα σπάνια μέταλλα από την Κίνα, υποστηρίζοντας τις εγχώριες επενδύσεις, αλλά «θα χρειαστούν μερικά χρόνια για να φτάσουμε εκεί», δήλωσε ο Τανγκ.
Κοντέινερ στο λιμάνι του Λος Άντζελες, στο Σαν Πέδρο της Καλιφόρνιας, στις 15 Απριλίου 2025. Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει συνεχείς εμπορικές αντιδικίες και εντάσεις με την Κίνα σχετικά με τα ορυκτά σπάνιων γαιών και όχι μόνο, και πιέζει για τη μείωση της εξάρτησης των ΗΠΑ από την κινεζική αλυσίδα μέσω εγχώριων επενδύσεων. (Patrick T. Fallon/AFP μέσω Getty Images)
Η αβεβαιότητα παραμένει
Παρόλο που ο Τραμπ έχει εξασφαλίσει μια σειρά από εμπορικές νίκες, παραμένουν ερωτήματα σχετικά με τη βιωσιμότητά τους μακροπρόθεσμα.
Πολλά από τα μέτρα δασμολογικού χαρακτήρα βασίζονται στην εκτελεστική εξουσία και θα μπορούσαν να ανατραπούν από μελλοντικές κυβερνήσεις. Επιπλέον, η εφαρμογή σημαντικών επενδυτικών δεσμεύσεων από τους εμπορικούς εταίρους παραμένει ασαφής.
Ένα παράδειγμα είναι η εμπορική συμφωνία του Τραμπ με την ΕΕ, η οποία περιλαμβάνει τη δέσμευση των Βρυξελλών να αγοράσουν ενέργεια από τις ΗΠΑ αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε διάστημα τριών ετών. Ωστόσο, οι αναλυτές είναι επιφυλακτικοί. Το 2024, οι εξαγωγές ενέργειας των ΗΠΑ προς την ΕΕ ανήλθαν συνολικά σε 78,5 δισεκατομμύρια δολάρια, πολύ κάτω από το ποσό που θα χρειαζόταν για την εκπλήρωση της δέσμευσης.
Η μεγαλύτερη πρόκληση, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του επενδυτή και ερευνητή ορυκτών Τζον Ζαντέχ, είναι να καταφέρουν οι ΗΠΑ να αυξήσουν τις εξαγωγές σε περίπου 250 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως μεταξύ 2025 και 2028.
«Ο κρίσιμος περιορισμός που αντιμετωπίζουν οι εξαγωγείς των ΗΠΑ δεν είναι η παραγωγική ικανότητα, αλλά μάλλον η εξαγωγική υποδομή», εξήγησε ο Ζαντέχ. «Ιδιαίτερα για το φυσικό αέριο, η διαδικασία υγροποίησης και φόρτωσης σε θαλάσσιους τερματικούς σταθμούς δημιουργεί εμπόδια που δεν μπορούν να ξεπεραστούν γρήγορα, ανεξάρτητα από την ποσότητα αερίου που παράγεται στο εσωτερικό της χώρας».
Η φον ντερ Λάιεν υποστήριξε τη συμφωνία, δηλώνοντας ότι η ΕΕ θα «αντικαταστήσει το ρωσικό φυσικό αέριο και πετρέλαιο με σημαντικές αγορές αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), πετρελαίου και πυρηνικών καυσίμων».
Οι ηγέτες του επιχειρηματικού κόσμου υποστηρίζουν επίσης με επιφύλαξη τις εμπορικές συμφωνίες του Τραμπ. Η Business Roundtable, μια ένωση που συγκεντρώνει περισσότερους από 200 διευθύνοντες συμβούλους κορυφαίων αμερικανικών εταιρειών, εξήρε μεν την προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να αποκαταστήσει την ισορροπία στο εμπόριο και να υποστηρίξει την αμερικανική βιομηχανία, αλλά προειδοποίησε και για τους κινδύνους.
«Ανησυχούμε ότι οι επίμονα υψηλοί δασμολογικοί συντελεστές ίσως βλάψουν την αμερικανική οικονομία, ειδικά τον μεταποιητικό τομέα», δήλωσε η ομάδα, προτρέποντας τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων για τη μείωση των δασμών και των μη εμπορικών φραγμών.
Εν τω μεταξύ, η αντίδραση της αγοράς στους δασμούς 15% που επιβλήθηκαν σε βασικούς εμπορικούς εταίρους, όπως η ΕΕ και η Ιαπωνία, ήταν σε μεγάλο βαθμό συγκρατημένη. Μέχρι στιγμής, οι επενδυτές έχουν αγνοήσει τις ανησυχίες σχετικά με τον πιθανό αντίκτυπο των δασμών στην αμερικανική οικονομία και τον πληθωρισμό. Ο δείκτης S&P 500 έχει ανακάμψει περισσότερο από 25% από το χαμηλό του στις 8 Απριλίου, γεγονός που υποδηλώνει ότι η πρώτη αντίδραση των αγορών στην ανακοίνωση των δασμών, στις 2 Απριλίου, ίσως ήταν υπερβολική.
Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε στις 30 Ιουλίου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιβάλουν δασμούς ύψους 50% στις εισαγωγές ημιτελών προϊόντων χαλκού και παράγωγων με υψηλή περιεκτικότητα σε χαλκό, αρχής γενομένης από την 1η Αυγούστου. Από τους νέους δασμούς εξαιρούνται τα προϊόντα καθαρής μεταλλικής μορφής.
Οι τιμές του χαλκού στις ΗΠΑ παρουσίασαν απότομη πτώση μετά τη σχετική εξαίρεση των καθαρών μετάλλων από τους νέους δασμούς που ανακοίνωσε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Τα νέα μέτρα στοχεύουν σε ημιτελή προϊόντα, όπως σωλήνες, σύρματα, ράβδους, ελάσματα και σωλήνες χαλκού, καθώς και σε παράγωγα με υψηλή περιεκτικότητα σε χαλκό, μεταξύ των οποίων εξαρτήματα σωληνώσεων, καλώδια, συνδετήρες και ηλεκτρικά μέρη, σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση του Λευκού Οίκου.
Παράλληλα, ο Τραμπ υπέγραψε προεδρικό διάταγμα που προβλέπει την επιβολή πρόσθετου δασμού 40% στις εισαγωγές από τη Βραζιλία, ανεβάζοντας το συνολικό ποσοστό στο 50%. Η κίνηση αυτή αποσκοπεί, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, στην αντιμετώπιση των «ασυνήθιστων και εξαιρετικών πολιτικών και ενεργειών της κυβέρνησης της Βραζιλίας που βλάπτουν αμερικανικές εταιρείες, τα δικαιώματα ελεύθερης έκφρασης Αμερικανών πολιτών, την εξωτερική πολιτική και την οικονομία των ΗΠΑ».
Το διάταγμα στοχεύει επίσης στην άσκηση πίεσης προς τη βραζιλιάνικη κυβέρνηση για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως «η πολιτική δίωξη του πρώην προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρου και των υποστηρικτών του», πρακτικές που, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, υποσκάπτουν το κράτος δικαίου στη Βραζιλία.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα αναμένεται να πραγματοποιήσουν νέο γύρο εμπορικών διαπραγματεύσεων σήμερα στη Στοκχόλμη, με στόχο την επίλυση των τελευταίων διαφορών πριν από την καταληκτική προθεσμία της 12ης Αυγούστου. Εάν έως τότε δεν επιτευχθεί συμφωνία, προβλέπεται σημαντική αύξηση των αμερικανικών δασμών σε κινεζικά προϊόντα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε, στις 27 Ιουλίου, ότι οι συνομιλίες με το Πεκίνο βρίσκονται κοντά στην ολοκλήρωση, αποφεύγοντας ωστόσο να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Κατά τη διάρκεια συνάντησής του με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στη Σκωτία, ανέφερε ότι οι δύο πλευρές «έχουν ουσιαστικά καταλήξει σε μια συμφωνία», αν και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μεταβολών.
Η συνάντηση της Στοκχόλμης έρχεται σε συνέχεια προηγούμενων διαβουλεύσεων στη Γενεύη τον Μάιο και στο Λονδίνο τον Ιούνιο. Μετά τις συνομιλίες στο Λονδίνο, ο Λευκός Οίκος είχε ανακοινώσει μια περιορισμένη συμφωνία που περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τους ελέγχους εξαγωγών και τους δασμούς. Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας, η Κίνα δεσμεύθηκε να επαναλάβει τις εξαγωγές σπάνιων γαιών προς τις ΗΠΑ, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε σε ελάφρυνση ορισμένων αντιμέτρων.
Ως συνέπεια της συμφωνίας, η αμερικανική εταιρεία μικροκυκλωμάτων Nvidia ανακοίνωσε στις 14 Ιουλίου ότι έλαβε άδεια να επανεκκινήσει τις πωλήσεις προς την Κίνα, παρά τους περιορισμούς που είχαν επιβληθεί τον Απρίλιο. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ χαρακτήρισε αυτή την εξέλιξη ως μέρος ευρύτερης στρατηγικής διαπραγμάτευσης, επισημαίνοντας σε συνέντευξή του στο Bloomberg TV ότι «υπήρχαν ανταλλάγματα και από τις δύο πλευρές» και πως η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί ότι βρίσκεται «σε πολύ καλή θέση».
Σύμφωνα με το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ, το εμπορικό έλλειμμα αγαθών με την Κίνα το 2024 ανήλθε στα 295,4 δισεκατομμύρια δολάρια. Παραμένει ασαφές αν οι συνομιλίες στη Στοκχόλμη θα οδηγήσουν σε ουσιαστικά αποτελέσματα, όπως η σημαντική μείωση του ελλείμματος ή η άρση χρόνιων εμποδίων για τις αμερικανικές επιχειρήσεις στην κινεζική αγορά.
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές παρακολουθούν στενά την προθεσμία της 12ης Αυγούστου, η οποία σηματοδοτεί τη λήξη της τρίμηνης αναστολής των δασμών μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου. Ο Μπέσσεντ, πάντως, προσπάθησε να καθησυχάσει τους επενδυτές, δηλώνοντας ότι «δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για την ημερομηνία αυτή».
Ως αντίποινα για τους αμερικανικούς δασμούς που επέβαλε ο Τραμπ τον Απρίλιο, το Πεκίνο είχε προχωρήσει σε περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμων μετάλλων, μαγνητών και σπάνιων γαιών από τις 4 Απριλίου. Αν και ο Τραμπ έχει διαμηνύσει ότι η διαμάχη αυτή έχει επιλυθεί, Αμερικανοί αξιωματούχοι εμφανίζονται επιφυλακτικοί. Ο επικεφαλής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου, Κέβιν Χάσσετ, επιβεβαίωσε σε συνέντευξή του τον Ιούνιο ότι η Κίνα έχει επανεκκινήσει τις αποστολές, οι οποίες όμως παραμένουν σε επίπεδα κατώτερα των συμφωνηθέντων.
Η Κίνα κυριαρχεί στην παγκόσμια αγορά σπάνιων γαιών και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιήσει την κυριαρχία αυτή ως εργαλείο πολιτικής πίεσης. Από την ένταξή της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001, η οικονομική άνοδος της χώρας έχει στηριχθεί σε αμφιλεγόμενες πρακτικές, όπως η κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, οι εξαναγκαστικές μεταβιβάσεις τεχνολογίας, η χειραγώγηση του νομίσματος και οι κρατικές επιδοτήσεις.
Εμπορική συμφωνία με την ΕΕ
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ο Τραμπ μίλησε επίσης για τη νέα εμπορική συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο της οποίας η ΕΕ θα αγοράσει αμερικανική ενέργεια αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ οι ΗΠΑ θα επιβάλουν δασμούς 15% στις περισσότερες ευρωπαϊκές εισαγωγές – ποσοστό μειωμένο κατά το ήμισυ σε σχέση με το 30% που είχε ανακοινωθεί αρχικά.
Ο Τραμπ έκανε επίσης λόγο για περαιτέρω εμπορικές συμφωνίες που βρίσκονται σε εξέλιξη με «τρεις ή τέσσερις ακόμη χώρες». Ανέφερε ότι έχουν ήδη σταλεί σχετικές ειδοποιήσεις και ότι εντός της εβδομάδας, αλλά πριν από την 1η Αυγούστου, αναμένεται να αποσταλούν επιστολές διευκρίνησης ή επιβεβαίωσης προς τα εμπλεκόμενα μέρη.
Ο αριθμός των θυμάτων από τις φονικές πλημμύρες που σημειώθηκαν το σαββατοκύριακο στην πολιτεία του Τέξας ανήλθε τη Δευτέρα σε 104.
Στην ιδιαίτερα πληγείσα κομητεία Κερ, οι αρχές ανακοίνωσαν ότι έχουν εντοπιστεί τα πτώματα 84 ανθρώπων, ανάμεσά τους και 28 παιδιά. Άλλοι 19 θάνατοι έχουν καταγραφεί στις κομητείες Τράβις, Μπέρνετ, Κένταλ, Τομ Γκρην και Ουίλλιαμσον, ενώ οι αρμόδιοι προειδοποιούν ότι ο συνολικός απολογισμός αναμένεται να αυξηθεί.
Το Camp Mystic, χριστιανική κατασκήνωση κοριτσιών στην κομητεία Κερ, γνωστοποίησε τη Δευτέρα τον θάνατο 27 κατασκηνωτριών και στελεχών της κατασκήνωσης. Σε ανακοίνωση που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του, το Camp Mystic ανέφερε ότι «θρηνεί την απώλεια 27 μελών της κοινότητας μετά τη φονική πλημμύρα στον ποταμό Γκουαντελούπε», προσθέτοντας πως «οι καρδιές όλων είναι συντετριμμένες, όπως και των οικογενειών που βιώνουν αυτήν την αδιανόητη τραγωδία». Η διοίκηση της κατασκήνωσης ανέφερε επίσης ότι «προσεύχεται διαρκώς για τους πληγέντες».
Όπως ανακοινώθηκε, η κατασκήνωση βρίσκεται σε συνεχή επαφή με τις πολιτειακές και τοπικές αρχές, οι οποίες εξακολουθούν να διαθέτουν δυνάμεις για τον εντοπισμό των αγνοουμένων. Παράλληλα, ευχαρίστησε την τοπική κοινότητα και τα σωστικά συνεργεία για τη στήριξή τους, ζητώντας «σεβασμό και ιδιωτικότητα» για τις οικογένειες των θυμάτων, ενώ εξέφρασε την ευχή «ο Θεός να συνεχίσει να περιβάλει όλους με την παρουσία Του».
Διασώστες επιχειρούν σε δύσβατες περιοχές προκειμένου να εντοπίσουν αγνοούμενους, ανάμεσά τους και επιζώντες από την κατασκήνωση. Κοντά στο σημείο, συνεργεία χρησιμοποιούν βαριά μηχανήματα για την απομάκρυνση κορμών δέντρων και άλλων φερτών υλικών από τον ποταμό, με την ελπίδα να βρουν επιζώντες.
Μέχρι το απόγευμα της Κυριακής, περισσότερο από δύο ημέρες μετά τις καταστροφές στην κατασκήνωση, οι αρχές ανέφεραν ότι ακόμη αγνοούνταν αρκετά άτομα, μεταξύ αυτών κατασκηνώτριες και στελέχη του Camp Mystic.
Ο κυβερνήτης του Τέξας, Γκρεγκ Άμποτ, δήλωσε την Κυριακή ότι τουλάχιστον 41 άνθρωποι παραμένουν αγνοούμενοι σε όλη την πολιτεία, ενώ ο αριθμός αυτός ενδέχεται να αυξηθεί.
Η Υπηρεσία Διαχείρισης Εκτάκτων Αναγκών του Τέξας εξέδωσε νέες προειδοποιήσεις, καλώντας το κοινό να αποφεύγει περιοχές με αυξημένη στάθμη υδάτων και να τηρεί τις συστάσεις.
Επιπλέον, η Στρατιωτική Υπηρεσία του Τέξας ανακοίνωσε ότι από τις επιχειρήσεις της έχουν διασωθεί συνολικά 520 άτομα, κυρίως μέσω εναέριων επιχειρήσεων με ελικόπτερα Black Hawk.
Ο κυβερνήτης προειδοποίησε ότι οι έντονες βροχοπτώσεις θα συνεχιστούν έως και την Τρίτη, αυξάνοντας τον κίνδυνο για νέες πλημμύρες, ιδίως σε περιοχές που έχουν ήδη κορεστεί από τα ύδατα.
Κατάλοιπα της πλημμύρας κατά μήκος της TX-39 κοντά στο Χαντ του Τέξας, στις 5 Ιουλίου 2025. (Eric Vryn/Getty Images)
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε την Κυριακή ομοσπονδιακή διακήρυξη κατάστασης μεγάλης καταστροφής για την κομητεία Κερ, δηλώνοντας ότι πιθανότατα θα επισκεφθεί την περιοχή την Παρασκευή. Όπως ανέφερε στους δημοσιογράφους, «θα το έκανα σήμερα, αλλά θα τους παρεμποδίζαμε», προσθέτοντας πως «πρόκειται για κάτι φρικτό, απολύτως φρικτό».
Από τη Ρώμη, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ εξέφρασε τη συμπαράστασή του προς τους πληγέντες. Κατά την καθιερωμένη κυριακάτικη ευλογία στο Βατικανό, ο πρώτος Αμερικανός ποντίφικας ανέφερε ότι «εκφράζει τα ειλικρινή του συλλυπητήρια σε όλες τις οικογένειες που έχασαν αγαπημένα πρόσωπα, και ιδίως τις κόρες τους που βρίσκονταν στην καλοκαιρινή κατασκήνωση», προσευχόμενος για τα θύματα της πλημμύρας στον ποταμό Γκουαντελούπε.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ υποδέχθηκε το βράδυ της 7ης Ιουλίου τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο, σε δείπνο με επίκεντρο την επίτευξη μόνιμης ειρήνης με το Ιράν, την κατάπαυση του πυρός στη Γάζα και την επέκταση των Συμφωνιών του Αβραάμ.
Στην έναρξη της συνάντησης, ο Νετανιάχου έδωσε στον Τραμπ αντίγραφο επιστολής που είχε στείλει στη Νορβηγική Επιτροπή Νόμπελ, προτείνοντάς τον για το Νόμπελ Ειρήνης, εκφράζοντας την άποψη ότι η υποψηφιότητα ήταν «απολύτως δικαιολογημένη». Ο Τραμπ φέρεται να απάντησε πως δεν το γνώριζε αυτό και χαρακτήρισε την κίνηση «πολύ σημαντική», ειδικά επειδή προερχόταν από τον Νετανιάχου.
Ήταν η τρίτη συνάντηση των δύο ηγετών μέσα στο 2025, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διαμεσολαβήσει για μια νέα συμφωνία ανταλλαγής ομήρων μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, στο πλαίσιο μιας εκεχειρίας.
Σύμφωνα με ισραηλινές εκτιμήσεις, περισσότεροι από πενήντα όμηροι παραμένουν στη Λωρίδα της Γάζας, εκ των οποίων οι είκοσι θεωρούνται ζωντανοί. Πριν αναχωρήσει για τις ΗΠΑ, ο Νετανιάχου είχε δηλώσει ότι η επιστροφή των ομήρων αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα.
Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, δήλωσε στις 7 Ιουλίου ότι ο βασικός στόχος του προέδρου για τη Μέση Ανατολή είναι η λήξη των εχθροπραξιών και η απελευθέρωση των ομήρων.
Η πρόσφατη πρόταση εκεχειρίας των ΗΠΑ, την οποία υποστηρίζει το Ισραήλ, έχει διαβιβαστεί στη Χαμάς από διαμεσολαβητές, ωστόσο η οργάνωση δεν έχει ακόμη απαντήσει θετικά. Ο Τραμπ εμφανίζεται αισιόδοξος, δηλώνοντας στις 6 Ιουλίου ότι ενδέχεται να επιτευχθεί συμφωνία εντός της εβδομάδας, σημειώνοντας πως «υπάρχουν πολλές πιθανότητες να προκύψει συμφωνία με τη Χαμάς, που θα αφορά αρκετούς από τους ομήρους».
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή, Στηβ Γουίτκοφ, εξέφρασε αισιοδοξία παρά τις τελευταίες αναφορές για απώλειες Ισραηλινών στρατιωτών. Τόνισε ότι υπάρχει η ευκαιρία για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας και ότι προσβλέπει σε άμεσες εξελίξεις.
Αναφερόμενος σε ενδεχόμενη μετακίνηση Παλαιστινίων, ο Νετανιάχου υποστήριξε ότι πρόκειται για ζήτημα «ελεύθερης επιλογής», διευκρινίζοντας πως όσοι επιθυμούν να παραμείνουν μπορούν να το κάνουν, ενώ εκείνοι που θέλουν να φύγουν πρέπει να έχουν τη δυνατότητα. Πρόσθεσε ότι το Ισραήλ συνεργάζεται στενά με τις Ηνωμένες Πολιτείες για να βρεθούν χώρες που θα μπορούσαν να προσφέρουν στους Παλαιστίνιους ένα καλύτερο μέλλον και δήλωσε ότι η διαδικασία αυτή βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο.
Ο Τραμπ από την πλευρά του ανέφερε πως έχει λάβει «μεγάλη υποστήριξη» από χώρες της περιοχής και ότι «κάτι θετικό θα προκύψει».
Η τελευταία συμφωνία εκεχειρίας κατέρρευσε στις 18 Μαρτίου, λόγω διαφωνιών για την εφαρμογή της δεύτερης φάσης, η οποία προέβλεπε τον τερματισμό των συγκρούσεων και την απελευθέρωση των υπόλοιπων ομήρων. Πριν αναχωρήσει για την Ουάσιγκτον, ο Νετανιάχου είχε δηλώσει πως η προσπάθεια για την επίτευξη αυτής της συμφωνίας συνεχίζεται και εκτίμησε ότι ο Τραμπ μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο.
Συμφωνία με το Ιράν
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε λίγες εβδομάδες μετά από τα αμερικανικά πλήγματα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν στο Φορντό, το Ισφαχάν και τη Νατάνζ. Μετά τις επιθέσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαμεσολάβησαν για μια εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Ιράν.
Ο Τραμπ δήλωσε πως η κυβέρνησή του εργάζεται σε πολλές πρωτοβουλίες, συμπεριλαμβανομένης μιας «μόνιμης συμφωνίας» με το Ιράν. Τόνισε ότι κάτι τέτοιο προϋποθέτει η Τεχεράνη να εγκαταλείψει τις πυρηνικές φιλοδοξίες της και ισχυρίστηκε ότι οι αμερικανικές επιθέσεις «κατέστρεψαν πλήρως» τις ιρανικές εγκαταστάσεις, αναγκάζοντας το Ιράν να ξεκινήσει από την αρχή σε νέα τοποθεσία.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης με τον Νετανιάχου, ο Τραμπ δήλωσε ότι έχουν προγραμματιστεί συνομιλίες με το Ιράν και πως η ιρανική πλευρά δείχνει πρόθυμη για διάλογο, προσθέτοντας ότι πλέον είναι «πολύ διαφορετική» σε σχέση με δύο εβδομάδες πριν.
Σύμφωνα με την Άλισον Μάινορ, διευθύντρια του Ινστιτούτου N7 του Atlantic Council, στόχος του Τραμπ είναι να μετατρέψει τις πρόσφατες εκεχειρίες σε μακροπρόθεσμη σταθερότητα. Σε πρόσφατη έκθεσή της, επεσήμανε ότι η επιτυχής επίτευξη εκεχειρίας στη Γάζα θα ενίσχυε τη δυναμική για την επανεκκίνηση των Συμφωνιών του Αβραάμ, οι οποίες υπεγράφησαν το 2020 και περιελάμβαναν την εξομάλυνση σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και των χωρών της ευρύτερης περιοχής, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν, το Σουδάν και το Μαρόκο.
Ο Τραμπ φέρεται να επιθυμεί την ένταξη της Συρίας στις εν λόγω συμφωνίες. Η Μάινορ υποστήριξε ότι η σημερινή συγκυρία αποτελεί ιστορική ευκαιρία για επανακαθορισμό των συροϊσραηλινών σχέσεων, ιδίως μετά την απόφαση του Τραμπ να άρει τις κυρώσεις κατά της Συρίας.
Στις 7 Ιουλίου, ο Τραμπ ανακάλεσε επίσης τον χαρακτηρισμό της Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ ως ξένης τρομοκρατικής οργάνωσης. Η οργάνωση, υπό την ηγεσία του Αχμέντ αλ Σαρά, ανέλαβε την εξουσία τον Δεκέμβριο, ύστερα από την ανατροπή του Σύρου προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ. Ο αλ Σαρά έχει πλέον αναλάβει την προεδρία της χώρας.
Αντιθέτως, η προσπάθεια του Νετανιάχου για εξομάλυνση σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία φαίνεται να έχει παγώσει, τουλάχιστον μέχρι να επιλυθεί η σύγκρουση με τη Χαμάς. Το Ριάντ φέρεται να έχει θέσει ως προϋπόθεση τη σαφή πορεία προς την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους. Η κυβέρνηση Τραμπ, ωστόσο, αποφεύγει συστηματικά να διευκρινίσει αν η λύση των δύο κρατών εξακολουθεί να αποτελεί επίσημη θέση των ΗΠΑ.
Όταν ρωτήθηκε σχετικά, ο Τραμπ έδωσε τον λόγο στον Νετανιάχου, λέγοντας ότι πρόκειται για «τον πιο κατάλληλο άνθρωπο στον κόσμο» να απαντήσει στο διαχρονικό αυτό ερώτημα. Ο Νετανιάχου απάντησε πως οι Παλαιστίνιοι πρέπει να έχουν όλα τα δικαιώματα αυτοδιοίκησης, αλλά όχι τις εξουσίες που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο το Ισραήλ, διευκρινίζοντας ότι η συνολική ευθύνη για την ασφάλεια θα παραμείνει στα χέρια του Ισραήλ.
Σχέσεις Τραμπ-Νετανιάχου
Ο Νετανιάχου διαμένει στο Blair House, την επίσημη κατοικία προσκεκλημένων του προέδρου των ΗΠΑ. Σύμφωνα με το γραφείο του, πριν από τη συνάντηση με τον Τραμπ, είχε διαβουλεύσεις με τον Στηβ Γουίτκοφ και στη συνέχεια με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Επίσης, αναμένεται να έχει επαφές με τον αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς και τον πρόεδρο της Βουλής, Μάικ Τζόνσον.
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα εκφράσει τη στήριξή του προς τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, ακόμα και στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας που αντιμετωπίζει στο Ισραήλ. Σε ανάρτησή του στο Truth Social, στις 28 Ιουνίου, χαρακτήρισε τη δίωξη του Νετανιάχου «πολιτικό κυνήγι μαγισσών» αντίστοιχο με αυτό που, όπως ισχυρίστηκε, είχε υποστεί ο ίδιος. Παρατήρησε ακόμη ότι κάτι τέτοιο υπονομεύει τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις για το Ιράν και τη Χαμάς.
Ο Νετανιάχου απάντησε με δημόσια ευχαριστήρια ανάρτηση στην πλατφόρμα Χ, γράφοντας: «Μαζί θα κάνουμε τη Μέση Ανατολή σπουδαία ξανά!»
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε στις 3 Ιουλίου ότι σύντομα θα είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν.
«Θα μιλήσω με τον Πρόεδρο Πούτιν της Ρωσίας στις 10 π.μ. Ευχαριστώ», έγραψε ο Τραμπ στη δική του πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης στις 9:39 π.μ. τοπική ώρα.
Εδώ και μήνες, ο Τραμπ πιέζει τόσο τη Μόσχα, όσο και το Κίεβο να βάλουν τέλος στον πολύχρονο πόλεμο και να διαπραγματευθούν μια μόνιμη ειρήνη.
Κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ, ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε την πρόθεσή του να μιλήσει με τον Πούτιν, αναζητώντας τρόπους για εκεχειρία. Δεν σχολίασε αν εξακολουθεί να εξετάζει το ενδεχόμενο πρόσθετων κυρώσεων εις βάρος της Ρωσίας.
Κατά τη συνάντησή του με τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς στον Λευκό Οίκο, στις 5 Ιουνίου, ο Τραμπ προειδοποίησε:
«Αν Ρωσία και Ουκρανία δεν καταλήξουν σε ειρηνευτική συμφωνία, θα ακολουθήσω πολύ σκληρή στάση. Και μπορεί να αφορά και τις δύο χώρες, για να είμαι ειλικρινής», ανέφερε.
Παράλληλα, εκτίμησε πως Ρωσία και Ουκρανία ίσως να μην είναι ακόμη έτοιμες για ειρήνη.
«Βλέπεις δύο μικρά παιδιά να τσακώνονται άγρια», είπε ο Τραμπ. «Μισιούνται, μαλώνουν στο πάρκο, προσπαθείς να τα χωρίσεις και εκείνα δεν θέλουν. Μερικές φορές είναι καλύτερο να τα αφήσεις να μαλώσουν για λίγο και μετά να τα χωρίσεις».
Στις 27 Μαΐου, ο Τραμπ είχε προειδοποιήσει τον Πούτιν ότι «παίζει με τη φωτιά», καθώς οι προσπάθειές του για ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία παρέμεναν στάσιμες.
Είχε επίσης προειδοποιήσει πως η Μόσχα ενδέχεται να αντιμετωπίσει νέες κυρώσεις μετά από μια μεγάλης κλίμακας αεροπορική επιδρομή στο Κίεβο
Ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιαμ, το περασμένο Σαββατοκύριακο, δήλωσε πως ο Τραμπ έχει στηρίξει την προώθηση του νομοσχεδίου για νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Ο νόμος «Sanctioning Russia Act of 2025» προβλέπει πρωτογενείς και δευτερογενείς κυρώσεις εις βάρος της Ρωσίας, καθώς και δασμό 500% στα εισαγόμενα αγαθά από χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Το τελευταίο διάστημα, ο Τραμπ είχε δώσει σήματα για πιο σκληρή στάση απέναντι στο Κρεμλίνο. Ωστόσο, στη σύνοδο της G7 στον Καναδά, στις 16 Ιουνίου, εμφανίστηκε να μετριάζει τη ρητορική του, δηλώνοντας:
«Οι κυρώσεις κοστίζουν πολλά χρήματα».
Παράλληλα, είχε επικρίνει τους ηγέτες της G7 για τον αποκλεισμό της Ρωσίας από την ομάδα – που αρχικά ονομαζόταν G8 – το 2014.
«Αυτό ήταν μεγάλο λάθος», ανέφερε στον Καναδό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ κατά τη διάρκεια της συνόδου. «Δεν θα είχατε αυτόν τον πόλεμο. Ο εχθρός είναι καλύτερα να κάθεται στο τραπέζι».
Με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι συναντήθηκε ο Τραμπ στις 25 Ιουνίου, στο πλαίσιο της συνόδου του ΝΑΤΟ στην Ολλανδία. Ερωτηθείς αν συζήτησαν ενδεχόμενη εκεχειρία, ο Τραμπ απάντησε:
«Όχι, απλώς ήθελα να δω πώς τα πάει. Ήταν ωραία, πραγματικά. Είχαμε κάποιες δύσκολες στιγμές», ανέφερε. «Δεν θα μπορούσε να είναι πιο ευγενικός».
Το ανακοινωθέν της φετινής συνόδου του ΝΑΤΟ αποτύπωσε αλλαγή στη γλώσσα που αφορά την Ουκρανία και τη Ρωσία. Ενώ στη διακήρυξη του 2024 αναφερόταν πως «το μέλλον της Ουκρανίας βρίσκεται στο ΝΑΤΟ», πλέον σημειώνεται:
«Οι σύμμαχοι επαναβεβαιώνουν τις διαρκείς κυρίαρχες δεσμεύσεις τους για στήριξη της Ουκρανίας, της οποίας η ασφάλεια ενισχύει και τη δική μας».
Ο Έρικ Τραμπ, αντιπρόεδρος του Οργανισμού Τραμπ και γιος του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε ότι μια πρόσφατη επίσκεψή του στο εργοστάσιο της Ford Motor Company ενίσχυσε την πίστη του στην ιδιαίτερη δύναμη της Αμερικής.
«Περπατώ δίπλα στα F-150 που παράγονται. Κάθε 57 δευτερόλεπτα, ένα ακόμα F-150 έρχεται από την γραμμή παραγωγής του εργοστασίου», είπε ο Έρικ Τραμπ σε συνέντευξή του στην εκπομπή American Thought Leaders του Γιαν Γεκίλεκ, της 28ης Ιουνίου.
«Δεν μπορώ παρά να σκεφτώ ότι η Αμερική μπορεί να ξεπεράσει την Κίνα. Η Αμερική μπορεί να ξεπεράσει την Ασία. Η Αμερική μπορεί να ξεπεράσει όλα αυτά τα μέρη», συμπλήρωσε, σημειώνοντας ότι αν και η Κίνα καυχιέται για τη μεγάλη της οικονομία και για πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πολύ πιο παραγωγικές.
«Η παραγωγικότητά μας δεν είναι απλώς μεγαλύτερη, αλλά είναι μεγαλύτερη ως παραγωγικότητα ανά άτομο», παρατήρησε. «Είναι πέντε φορές περισσότερο στην Αμερική. Το κάνουμε καλύτερα από οποιονδήποτε στον κόσμο», σκεπτόμενος, όπως είπε, το εξαιρετικό δυναμικό των Αμερικανών εργατών αν είναι εξοπλισμένοι με τα κατάλληλα εργαλεία, εκπαίδευση, και ευκαιρίες.
Οικοδομή στο Λος Άντζελες, στις 25 Ιανουαρίου 2024. (Mario Tama/Getty Images)
«Έχουμε το καλύτερο σύστημα», είπε. «Έχουμε την καλύτερη χώρα. Είμαστε οι πιο καινοτόμοι. Στέλνουμε πυραύλους στο διάστημα. Τους πιάνουμε με ξυλάκια τώρα.»
Ωστόσο, αναγνώρισε ότι δεκαετίες επιχειρηματικής μετανάστευσης είχαν το κόστος τους. Καθώς η παραγωγή μεταφερόταν στο εξωτερικό, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν όχι μόνο εργοστάσια, αλλά και πολλές από τις ικανότητες και τις γνώσεις που την είχαν κάνει κάποτε παγκόσμια κατασκευαστική δύναμη.
Πρακτικά μαθήματα
Η πίστη του Έρικ Τραμπ στην αναζωογόνηση της αμερικανικής παραγωγής διαμορφώνεται από τις αρχικές, πρακτικές εμπειρίες του.
«Ήμουν σε κατασκευαστικές δουλειές από την ηλικία των 11, με τον κατώτατο μισθό, δουλεύοντας σε οικοδομή, δουλεύοντας με ηλεκτρολόγους», είπε.
«Πέρασα ένα ολόκληρο καλοκαίρι κόβοντας χαλύβδινες ράβδους με φλογοβόλο ασετυλίνης. Μπορώ να λειτουργήσω κάθε είδους εκσκαφέα. Πέρασα κάθε καλοκαίρι της ζωής μου κάνοντας τέτοια πράγματα. Έχω κάλους στα χέρια μου που το αποδεικνύουν.»
Αν και αυτό μπορεί να ακούγεται ασυνήθιστο για κάποιον από πλούσια οικογένεια, ο Έρικ Τραμπ εξήγησε ότι αυτά τα νεανικά χρόνια διαμόρφωσαν τις αξίες του και την άποψή του για το εργατικό δυναμικό των ΗΠΑ.
«Ο πατέρας μου πίστευε στο να αρχίσουμε να δουλεύουμε από μικροί, ώστε να καταλάβουμε τι είναι το real estate», είπε.
Ακόμα και σήμερα, αστειεύεται, η γυναίκα του ανησυχεί γι΄ αυτόν όταν επισκευάζει πρίζες στο σπίτι.
«Αυτό έκανα κάθε καλοκαίρι της ζωής μου. […] Είναι σημαντικό να γειώσεις τα παιδιά με αυτόν τον τρόπο», είπε ο Έρικ Τραμπ.
Η ανατροφή του είναι αντίθετη από το ρεύμα που επικρατεί, με τις νέες γενιές να έχουν χάσει κάθε επαφή με τις πρακτικές δεξιότητες, όπως παρατηρεί:
«Δεν μπορούν να κρεμάσουν έναν πίνακα σε έναν τοίχο. Είναι ντροπή.»
Ο Έρικ Τραμπ (κ) με την γυναίκα του Λάρα Τραμπ (α) και τον γερουσιαστή Τζον Μπαράσσο (Ρ-Γουάιο.) πριν από το εναρκτήριο γεύμα στην Ουάσιγκτον, στις 20 Ιαν. 2025. (Kevin Dietsch/Getty Images)
Το κόστος της εξόδου επιχειρήσεων
Αυτή η άποψή του συνδέεται με την ευρύτερη κριτική του για τις αμερικανικές πολιτικές που στέλνουν στο εξωτερικό την παραγωγή.
Από τότε που η Κίνα εισήλθε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου σχεδόν 25 χρόνια πριν, ο αμερικανικός κατασκευαστικός τομέας έχει υποστεί δραστικές αλλαγές, με πολλές κωμοπόλεις οι οποίες στηρίζονταν στα τοπικά εργοστάσια για να υποστηρίξουν το σπίτι τους, την εκπαίδευση των παιδιών τους, και το καθημερινό κόστος ζωής, να χάνονται κυριολεκτικά.
Ολόκληρες πόλεις στα Μεσοδυτικά και στη Ζώνη Σκουριάς καταστράφηκαν. Ο Έρικ Τραμπ θυμάται προεκλογικές ομιλίες σε «κλειστά, χαλασμένα εργοστάσια, εργοστάσια με φράχτες αλυσίδων γύρω τους, εργοστάσια χωρίς φώτα».
«Ήταν η βάση του βιομηχανικού συμπλέγματος για την Αμερική και για τις κατασκευές, τα καλύτερα χαλυβουργεία, τα καλύτερα χυτήρια, αυτές οι απίστευτες κατασκευές με τούβλα που έμειναν χωρίς ζωή», είπε. «Αυτό δεν είναι σωστό.»
Οι υπερβολικοί νόμοι της κυβέρνησης και η επιβολή βαριάς φορολογίας έχουν θέσει τις αμερικανικές εταιρείες σε μειονεκτική θέση όλα αυτά τα χρόνια, σημείωσε.
«Μπορούμε να κατασκευάσουμε τα καλύτερα προϊόντα στον κόσμο, εδώ στην Αμερική. Μπορούμε να το κάνουμε καλύτερα. Μπορούμε να καινοτομήσουμε. Είμαστε καλύτεροι επιχειρηματίες. […] Πρέπει να τα φέρουμε πίσω στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό αποτελεί σε μεγάλο βαθμό θέση και του πατέρα μου.»
Για την αντιστροφή της κατάστασης, ο Λευκός Οίκος εστίασε στη μείωση φόρων και κανονισμών, στην επιβολή δασμών και στην προσέλκυση τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε ιδιωτικές επενδύσεις από εγχώριες και ξένες εταιρείες, με στόχο την επιστροφή της κατασκευής στην μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Εργαζόμενοι στο εργοστάσιο Τεχνολογίας Φακών στην Λιουγιάνγκ, επαρχία Χουνάν, στην Κίνα, στις 12 Μαρτίου 2015. Η εταιρεία δίνει γυαλί για οθόνες επαφής στην Apple, τη Samsung και άλλους τεχνολογικούς γίγαντες. Σύμφωνα με τον Έρικ Τραμπ, η υπερβολική νομοθεσία των ΗΠΑ και οι υψηλοί φόροι έχουν ωθήσει την παραγωγή στο εξωτερικό. (STR/AFP μέσω Getty Images)
Γεφυρώνοντας το χάσμα ικανοτήτων
Ωστόσο, μια κρίσιμη πρόκληση είναι η εύρεση προσωπικού με ικανότητες για πλήρωση αυτών των θέσεων. Ο Έρικ Τραμπ είπε πως πιστεύει ότι χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας στις ΗΠΑ, ειδικά η αντίληψη που έχουν οι νέοι για τις κατασκευαστικές δουλειές και τα πανεπιστήμια.
«Πολλοί νέοι επιδιώκουν να αποκτήσουν ένα πτυχίο από ένα δημοφιλές πανεπιστήμιο, ενώ υπάρχουν τόσες δουλειές εκεί έξω», είπε.
«Κάποιες από αυτές αποδίδουν εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια ανά έτος. Εννοώ, καταπληκτικές καριέρες. Παρόλα αυτά, ο κόσμος τις αγνοεί σε αυτήν τη χώρα.»
Το 2024, μια έρευνα της Deloitte εκτίμησε ότι 3,8 εκατομμύρια νέες θέσεις στην παραγωγή θα άνοιγαν από το 2023 αλλά μόνο οι μισές θα πληρούνταν. Οι εταιρείες δεν μπορούν να βρουν τα κατάλληλα άτομα για την κάλυψη αυτών των θέσεων.
Οι δουλειές που αναμένεται να ξεχωρίζουν στον σύγχρονο κατασκευαστικό τομέα περιλαμβάνουν υψηλά τεχνικούς και εξειδικευμένους ρόλους, όπως στη ρομποτική, στην τεχνητή νοημοσύνη και στην τρισδιάστατη εκτύπωση. Σύμφωνα με ειδικούς, η νέα γενιά εργαζομένων δεν έχει επαρκείς ικανότητες για αυτούς τους ρόλους.
Διάφορες εταιρικές έρευνες τονίζουν τις ίδιες ανησυχίες και για το μέλλον: την εύρεση εργατών με τις ικανότητες για την διεκπεραίωση της δουλειάς.
Ο Έρικ Τραμπ επιδοκίμασε τον Μάικ Ρόου (τηλεοπτική προσωπικότητα) για την προώθηση τεχνικών σχολών και εποχιακής εκπαίδευσης.
«Αυτό που κάνει ο Μάικ Ρόου είναι αξιόλογο», είπε.
Την περασμένη άνοιξη, ο πρόεδρος υπέγραψε εκτελεστική εντολή για αλλαγή και εκσυγχρονισμό των αμερικανικών προγραμμάτων εργατικού δυναμικού.
Φοιτητές μηχανικής δοκιμάζουν λογισμικό σε ένα ρομπότ σε εργαστήριο του Virginia Tech, στο Μπλάκσμπουργκ. ΗΠΑ, 9 Απριλίου 2015. (Chip Somodevilla/Getty Images)
«Δεκαετίες αποτυχημένης πολιτικής ηγεσίας έχουν αφήσει την Αμερική με μια προσέγγιση αδιαφορίας για την προετοιμασία εργατικού δυναμικού, την οποία παλαιότερες διοικήσεις προώθησαν ως ‘πανεπιστήμιο για όλους’», δήλωσε ο Λευκός Οίκος.
«Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση επενδύει πάνω από $700 δισεκατομμύρια το έτος στην αμερικανική ανώτερη εκπαίδευση, αλλά μόνο το μισό των νέων αποφοίτων πανεπιστημίων βρίσκουν εργασία που απαιτεί πτυχίο πανεπιστημίου.»
Επιπλέον της επαναφοράς των κατασκευών στις Ηνωμένες Πολιτείες, εταιρείες που υποσχέθηκαν μεγάλες επενδύσεις κεφαλαίου στην οικονομία επίσης αναζητούν προγράμματα ανάπτυξης και εκπαίδευσης εργατικού δυναμικού. Αυτό είναι πιο έντονο στις ειδικές κατασκευές και στους τομείς υψηλής τεχνολογίας.
«Πρέπει να είμαστε ικανοί να χτίζουμε», είπε ο Έρικ Τραμπ. «Πρέπει να είμαστε ικανοί να κατασκευάζουμε. Πρέπει να είμαστε ικανοί να δημιουργούμε.»
Τελικά, είπε, αν η κυβέρνηση επιτρέψει στον καπιταλισμό να ανθήσει και αφήσει τους επιχειρηματίες να χτίσουν μεγάλες εταιρείες, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ακμάσουν.
«Η Αμερική πάντα θα κερδίζει», είπε. «Θα κερδίζουμε πάντα, αν τους επιτρέψουμε να το κάνουν αυτό.»