Δευτέρα, 09 Φεβ, 2026

Τραμπ: Η θρησκεία επανέρχεται στις ΗΠΑ

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, απηύθυνε ομιλία στην ετήσια Εθνική Πρωινή Προσευχή, που πραγματοποιήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου στο ξενοδοχείο Ουάσιγκτον Χίλτον, κατά την οποία αναφέρθηκε στις προσπάθειες της κυβέρνησής του για την προστασία των χριστιανών διεθνώς, καθώς και για στην επιστροφή της θρησκείας στη δημόσια ζωή της χώρας.

Η Εθνική Πρωινή Προσευχή λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο στην Ουάσιγκτον, συνήθως την πρώτη Πέμπτη του Φεβρουαρίου. Κατά την πάροδο των ετών, ο θεσμός καθιερώθηκε ως κορυφαίο γεγονός, προσελκύοντας προσωπικότητες από διάφορους χώρους. Αυτή ήταν η έκτη παρουσία του Τραμπ στην εκδήλωση, η οποία έχει στόχο την ενότητα, την πίστη και τον διακομματικό διάλογο.

Ο Τραμπ άνοιξε την ομιλία του δηλώνοντας πως «η θρησκεία είναι πιο ζωντανή από ποτέ» και ότι «υπάρχουν πολλά σημάδια ότι η θρησκεία επιστρέφει». Συνεχίζοντας, σημείωσε: «Έχω κάνει περισσότερα για τη θρησκεία από οποιονδήποτε άλλον πρόεδρο». Και πρόσθεσε με χιουμοριστικό πνεύμα: «Αυτό δεν σημαίνει και πολλά, επειδή οι περισσότεροι πρόεδροι δεν έκαναν και πολλά για τη θρησκεία».

Στην ομιλία του έδωσε έμφαση στις πολιτικές του για τις διεθνείς σχέσεις, την ενέργεια, τη μετανάστευση και την οικονομία, εκφράζοντας την ικανοποίησή του για το κυβερνητικό του επιτελείο: «Φέρνουμε τη χώρα πιο κοντά», ανέφερε, επισημαίνοντας την αυξανόμενη επενδυτική δραστηριότητα. Παράλληλα, ανέδειξε τις πρόσφατες αμερικανικές επιχειρήσεις εναντίον τρομοκρατών της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος (ISIS) στη Νιγηρία. «Όταν οι χριστιανοί δέχονται επίθεση, γνωρίζουν ότι θα δεχτούν βίαιη και σκληρή απάντηση από τον πρόεδρο Τραμπ», παρατήρησε.

Μεταξύ των παρισταμένων ήταν και ο πρόεδρος του Ελ Σαλβαδόρ, Ναγίμπ Μπουκέλε, τον οποίο ο Τραμπ χαρακτήρισε ως «έναν από τους αγαπημένους του ανθρώπους και μεγάλο σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών».

Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του το περασμένο έτος, ο Τραμπ δημιούργησε ειδικό γραφείο θρησκευτικών υποθέσεων στον Λευκό Οίκο, υπό τη διεύθυνση της πάστορος Πώλα Γουάιτ. Στην εκδήλωση, η Γουάιτ ανέφερε: «Έχω δει τη συμπόνια του όταν κανείς άλλος δεν έβλεπε. Υπήρξα μάρτυρας της γενναιοδωρίας του όταν δεν είχε τίποτα να κερδίσει».

Η πάστορας Πώλα Γουάιτ (2η από αριστερά), ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ελπιδοφόρος και άλλοι θρησκευτικοί ηγέτες προσεύχονται πίσω από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ κατά τη διάρκεια εκδήλωσης για την Εθνική Ημέρα Προσευχής, στον Λευκό Οίκο. Ουάσιγκτον, 1η Μαΐου 2025. (Jim Watson/AFP)

 

Η ιστορία της εκδήλωσης ξεκινά από τη δεκαετία του 1930, όταν ο μεθοδιστής πάστορας Αβραάμ Βερίιντ ίδρυσε ομάδες προσευχής μεταξύ επιχειρηματιών και τοπικών παραγόντων στο Σηάτλ. Αργότερα, μετακομίζοντας στην αμερικανική πρωτεύουσα, δημιούργησε αντίστοιχες ομάδες με μέλη του Κογκρέσου. Το 1953, ο τότε πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ έγινε ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που συμμετείχε σε αυτή την εκδήλωση.

Η ατζέντα του Τραμπ μετατοπίζει το βάρος των συζητήσεων στο Νταβός

Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (ΠΟΦ) στο Νταβός της Ελβετίας, που επί μακρόν είναι γνωστό για τη στήριξή του στην παγκοσμιοποίηση, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και την κοινωνική ισότητα, είχε φέτος αισθητά διαφορετικό τόνο, με την επιστροφή του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στη διεθνή σκηνή.

Θέματα που άλλοτε βρίσκονταν στο επίκεντρο της ετήσιας συνάντησης του ΠΟΦ φάνηκαν να περνούν στο περιθώριο, καθώς αντικαταστάθηκαν από πιο επείγοντα ζητήματα, όπως οι διατλαντικές εντάσεις για τη Γροιλανδία, οι διαφωνίες για τους δασμούς και η ενίσχυση των μονομερών κινήσεων.

Απών ήταν ο Κλάους Σβαμπ,  για πρώτη φορά από τότε που ίδρυσε το ΠΟΦ το 1971. Η απουσία του συνοδεύτηκε από αισθητή υποχώρηση της έμφασης στα συνήθη θέματα του φόρουμ, όπως η πολυμερής συνεργασία για τη μετάβαση σε μηδενικές εκπομπές, καθώς και πρωτοβουλίες όπως οι πολιτικές για το περιβάλλον, την κοινωνία, την εταιρική διακυβέρνηση, και ζητήματα όπως η ποικιλομορφία, η ισότητα και η συμπερίληψη.

Απούσα ήταν και η Σουηδή ακτιβίστρια Γκρέτα Τούνμπεργκ, η οποία σε παλιότερες συναντήσεις ήταν μία από τις πιο προβεβλημένες παρουσίες του Νταβός, με ομιλίες για την καταστροφή του περιβάλλοντος που ζητούσαν την κατάργηση των ορυκτών καυσίμων.

Πρωτοεμφανιζόμενος φέτος ήταν ο Έλον Μασκ,ο οποίος επί χρόνια απέρριπτε το ΠΟΦ περιγράφοντας τους συμμετέχοντας ως «μη εκλεγμένη παγκόσμια κυβέρνηση». Ο ιδρυτής της Tesla και της SpaceX, ανέβηκε στη σκηνή μαζί με τον διευθύνοντα σύμβουλο της BlackRock και προσωρινό συμπρόεδρο του ΠΟΦ, Λάρρυ Φινκ, για να συζητήσουν πώς θα δημιουργήσει η τεχνολογική πρόοδος «αφθονία αγαθών και υπηρεσιών» για την ανθρωπότητα.

Σημαντική ήταν η υποχώρηση των συζητήσεων για το κλίμα, με μόνο τέσσερις συνεδρίες να αφορούν φέτος στην κλιματική αλλαγή, έναντι των δεκαέξι του 2022. Όροι όπως «κλιματική αλλαγή» και «μηδενικές εκπομπές» απουσίαζαν εντελώς από ομιλίες ηγετών του κόσμου, μεταξύ των οποίων του Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν και του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϋ. Ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ, στέλεχος με μακρά εμπειρία στη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων, ο οποίος συμμετείχε για πρώτη φορά στο ΠΟΦ, συμμετείχε σε συνεδρία με τίτλο «Συζήτηση για το πώς θα τροφοδοτήσουμε τη ζωή μας», όπου υποστήριξε ότι ο κόσμος χρειάζεται περισσότερο πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακα και πυρηνική ενέργεια.

Η συμμετοχή στο ΠΟΦ γίνεται μόνο κατόπιν πρόσκλησης και, σύμφωνα με το περιοδικό Fortune, οι εταιρείες καταβάλλουν ετήσιες συνδρομές από 75.000 έως 758.000 δολάρια, ανάλογα με τον τύπο της ιδιότητας μέλους. Οι εταιρείες πληρώνουν επίσης τέλος για κάθε συμμετέχοντα στη συνάντηση του Νταβός, ενώ τα προνομιούχα διακριτικά πρόσβασης φτάνουν έως και τα 35.000 δολάρια το καθένα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες συμμετείχαν στη φετινή σύνοδο με μεγάλη αντιπροσωπεία, αξιοποιώντας το φόρουμ για να προωθήσουν την ατζέντα «Πρώτα η Αμερική». Στην ομιλία του, στις 21 Ιανουαρίου, ο Τραμπ επέκρινε την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στις ευρωπαϊκές χώρες, αποκαλώντας τη «Νέα Πράσινη Απάτη» και «τη μεγαλύτερη απάτη στην ιστορία». Υποστήριξε δε ότι οι χώρες που επένδυσαν περισσότερο σε ανεμογεννήτριες υπέστησαν μεγαλύτερες απώλειες με την πάροδο των ετών.

Ο Ράιτ δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι ο Τραμπ είχε δίκιο να αναδείξει τις οικονομικές και ενεργειακές πολιτικές του στην ομιλία του, και ότι δικαιολογημένα εξήρε την αμερικανική οικονομική ανάπτυξη, την ανάσχεση της αύξησης των τιμών, την αύξηση των μισθών των Αμερικανών εργαζομένων και την υιοθέτηση μιας «κοινής λογικής» ενεργειακής πολιτικής, ώστε να είναι δυνατή η τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης και η στήριξη των γειτόνων και συμμάχων στην Ευρώπη.

Το ενδιαφέρον για τον Τραμπ ήταν εμφανές πολύ πριν από την ομιλία του, με ουρές να σχηματίζονται μιάμιση ώρα πριν από την έναρξη της. Η αίθουσα συνεδριάσεων ήταν κατάμεστη, ενώ το κοινό είχε φτάσει μέχρι τους διαδρόμους. Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν και ο Δημοκρατικός κυβερνήτης της Καλιφόρνια Γκάβιν Νιούσομ, ο οποίος θεωρείται πιθανός υποψήφιος για την προεδρία το 2028. Ο Τραμπ αναφέρθηκε στον Νιούσομ κατά την ομιλία του, λέγοντας στο ακροατήριο ότι ο Γκάβιν είναι καλός άνθρωπος και ότι παλαιότερα είχαν καλές σχέσεις. Ο Νιούσομ εθεάθη να χαμογελά και να κουνά το κεφάλι του.

Στις 22 Ιανουαρίου, ο Νιούσομ συμμετείχε σε συζήτηση, κατά την οποία κατηγόρησε το ακροατήριο του Νταβός ότι δεν αντιστέκεται στον Τραμπ. Επέκρινε δικηγορικές εταιρείες, πανεπιστήμια και επιχειρήσεις, λέγοντας ότι έχουν «ξεπουληθεί» στην κυβέρνηση Τραμπ. Άλλοι Δημοκρατικοί που παρέστησαν στο Νταβός ήταν ο κυβερνήτης του Κεντάκυ Άντυ Μπεσίρ, ένας μετριοπαθής πολιτικός που έχει εκλεγεί δύο φορές σε μια πολιτεία με ισχυρή υπεροχή των Ρεπουμπλικανών, καθώς και η κυβερνήτρια του Μίσιγκαν Γκρέτσεν Γουίτμερ, η οποία επίσης αναφέρεται ως πιθανή υποψήφια για το 2028.

Ο Τραμπ αξιοποίησε την παρουσία του στο Νταβός και για να προβάλει τη στρατιωτική και οικονομική ισχύ των ΗΠΑ, εξαίροντας τις ανοδικές χρηματιστηριακές αγορές, την αύξηση της ενεργειακής παραγωγής και την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι αναφορές του στη Γροιλανδία προσέλκυσαν σημαντική προσοχή: επανέλαβε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αποκτήσουν αυτό «το μεγάλο κομμάτι πάγου» (sic) για λόγους εθνικής ασφαλείας, και διαβεβαίωσε το ακροατήριο ότι δεν θα υπάρξει στρατιωτική κατάληψη. Στις 22 Ιανουαρίου ανακοίνωσε ότι είχε καταλήξει σε συμφωνία-πλαίσιο με το ΝΑΤΟ σχετικά με το μέλλον της νήσου, αλλά δεν επεκτάθηκε σε λεπτομέρειες. Πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες και μέσα ενημέρωσης επέκριναν τις δηλώσεις του, ωστόσο ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούττε υπερασπίστηκε τη θέση του.

Στις 26 Ιανουαρίου, μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες, ο Ρούττε επικαλέστηκε αυξημένη δραστηριότητα της Κίνας και της Ρωσίας στην Αρκτική και προειδοποίησε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ. Δήλωσε ότι ο Τραμπ έχει δίκιο και ότι υπάρχει ζήτημα με την περιοχή της Αρκτικής, παρατηρώντας πως η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρώπη δεν μπορεί να αμυνθεί χωρίς τις ΗΠΑ.

Ο Ντόναλντ Τραμπ εγκαινιάζει το Συμβούλιο Ειρήνης στο Νταβός

Τη Χάρτα του Συμβουλίου Ειρήνης υπέγραψε στις 22 Ιανουαρίου ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο Νταβός, εγκαινιάζοντας επισήμως έναν νέο διεθνή οργανισμό με στόχο την επίβλεψη της ειρηνευτικής διαδικασίας ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Χαμάς, αλλά και την αντιμετώπιση και άλλων παγκόσμιων συγκρούσεων.

«Το συμβούλιο αυτό έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς που δημιουργήθηκαν ποτέ και είναι τεράστια τιμή μου να υπηρετώ ως πρόεδρός του», δήλωσε ο Τραμπ πριν από την τελετή υπογραφής της χάρτας.

Στην εκδήλωση που φιλοξένησε ο Τραμπ συμμετείχαν εκπρόσωποι από σχεδόν είκοσι χώρες — Μπαχρέιν, Μαρόκο, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Ινδονησία, Ιορδανία, Καζακστάν, Κόσοβο, Πακιστάν, Παραγουάη, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Τουρκία, Ουζμπεκιστάν, Μογγολία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

«Η παρουσία σας σήμερα μας τιμά ιδιαίτερα», δήλωσε ο Τραμπ. «Ηγέτες κρατών — σε αρκετές περιπτώσεις ιδιαίτερα δημοφιλείς, σε άλλες όχι τόσο. Αλλά έτσι είναι η ζωή».

Καμία χώρα της Δυτικής Ευρώπης δεν έστειλε εκπρόσωπο στην τελετή. Αρκετές χώρες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν ή δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση, εκφράζοντας την ανησυχία ότι ο νέος οργανισμός θα ανταγωνιστεί ευθέως τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών.

Στις 16 Ιανουαρίου, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε τα πρώτα ονόματα που θα στελεχώσουν το Συμβούλιο Ειρήνης, τόσο από την αμερικανική κυβέρνηση όσο και από το διεθνές στερέωμα. Το συμβούλιο αποσκοπεί στην παροχή στρατηγικής καθοδήγησης, στη διεθνή κινητοποίηση πόρων και στη διασφάλιση λογοδοσίας κατά τη μεταβατική περίοδο και ανοικοδόμηση της Γάζας.

Πρόεδρος του νέου οργάνου θα είναι ο Τραμπ, ο οποίος θα έχει κεντρικό ρόλο στην επίβλεψη της επόμενης φάσης στη Γάζα. Πρόσκληση συμμετοχής έχουν λάβει δεκάδες χώρες. Τα μέλη θα αναλάβουν τη διαχείριση της διοικητικής ενδυνάμωσης της Γάζας, τη βελτίωση των περιφερειακών σχέσεων, την ανοικοδόμηση, την προσέλκυση επενδύσεων, τη συγκέντρωση και τη διάθεση κεφαλαίων, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο.

Κατά τη συνέντευξη Τύπου, στις 20 Ιανουαρίου, ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί πως το Συμβούλιο Ειρήνης θα μπορούσε ακόμη και να αντικαταστήσει τον ΟΗΕ. «Θα ήθελα ο ΟΗΕ να έκανε περισσότερα. Θα ήθελα να μην υπήρχε ανάγκη για Συμβούλιο Ειρήνης», δήλωσε στους δημοσιογράφους. «Ο ΟΗΕ δεν έχει φανεί ιδιαίτερα ωφέλιμος. Πιστεύω πολύ στις δυνατότητές του, όμως δεν τις έχει αξιοποιήσει ποτέ». Ωστόσο, παρά την κριτική, δεν αναφέρθηκε σε πιθανή διάλυσή του.

Για τη διευθυντική επιτροπή του Συμβουλίου Ειρήνης επελέγησαν, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Στηβ Γουίτκοφ, ο γαμπρός του Τραμπ Τζάρεντ Κούσνερ και ο πρώην Βρετανός πρωθυπουργός Τόνυ Μπλαιρ. Συμμετέχουν επίσης ο επικεφαλής επενδυτικού ομίλου Μαρκ Ρόουαν, ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας Αζάι Μπάγκα και ο αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ Ρόμπερτ Γκάμπριελ.

Επικεφαλής της Εθνικής Επιτροπής που θα συσταθεί για την προσωρινή διαχείριση της Γάζας θα είναι ο Παλαιστίνιος αξιωματούχος Αλί Αμπντέλ Χαμίντ Σάαθ. Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα κατά την τελετή ίδρυσης του Συμβουλίου, ο Σάαθ ανακοίνωσε πως το πέρασμα της Ράφα στα σύνορα Αιγύπτου και Γάζας θα ανοίξει και προς τις δύο κατευθύνσεις μέσα στην επόμενη εβδομάδα.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο βήμα, κατά τη διάρκεια δεξίωσης για επιχειρηματικούς ηγέτες στην ετήσια συνάντηση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) στο Νταβός. Ελβετία, 21 Ιανουαρίου 2026. (Chip Somodevilla/Getty Images)

 

Ύπατος εκπρόσωπος για τη Γάζα τοποθετήθηκε ο Βούλγαρος διπλωμάτης και πρώην απεσταλμένος του ΟΗΕ στη Μέση Ανατολή, Νικολάι Μλαντένοφ. Ο συγκεκριμένος ρόλος προβλέπει τον συντονισμό μεταξύ του Συμβουλίου Ειρήνης και της Εθνικής Επιτροπής Διοίκησης της Γάζας.

Στο πλαίσιο της ειρηνευτικής διαδικασίας, η Χαμάς συμφώνησε στον αφοπλισμό της. Ο Τραμπ, μιλώντας στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός στις 21 Ιανουαρίου, προειδοποίησε για σοβαρές συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης της συμφωνίας, δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως «η Χαμάς θα αφανιστεί».

«Συνολικά, 59 χώρες συμμετέχουν σε αυτή τη συμφωνία ειρήνης», ανέφερε στην ομιλία του. «Και θέλουν να εμπλακούν, να εξουδετερώσουν τη Χαμάς. Θέλουν να βοηθήσουν με κάθε τρόπο. Στον Λίβανο υπάρχει πρόβλημα με τη Χεζμπολάχ — θα δούμε τι θα γίνει εκεί».

Ο Τραμπ αναμένεται να επιστρέψει στην Ουάσιγκτον αμέσως μετά την ολοκλήρωση των επαφών του στο αλπικό χωριό.

Με τη συμβολή του Ryan Morgan

Ο Τραμπ δηλώνει αποφασισμένος για τη Γροιλανδία και προειδοποιεί για Ρωσία-Κίνα στην Αρκτική

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε την Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026 το ενδιαφέρον του να τεθεί η Γροιλανδία υπό αμερικανικό έλεγχο, επικαλούμενος την αυξανόμενη απειλή από τη Ρωσία και την Κίνα στην Αρκτική. Οι δηλώσεις του έγιναν στον απόηχο της κριτικής που δέχθηκε από ευρωπαϊκές χώρες και νατοϊκούς συμμάχους.

Όπως δήλωσε σε δημοσιογράφους στις 9 Ιανουαρίου 2026, κατά τη διάρκεια συνάντησης με στελέχη πετρελαϊκών εταιρειών στον Λευκό Οίκο, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα ανεχθούν να έχουν τη Ρωσία ή την Κίνα ως «γείτονα». Όταν ρωτήθηκε ποιο θα μπορούσε να είναι το τίμημα μιας πιθανής αγοράς της Γροιλανδίας, απάντησε ότι προς το παρόν δεν μιλά σε οικονομικό επίπεδο. Αν και ενδέχεται να το κάνει αργότερα, αυτή τη στιγμή οι Ηνωμένες Πολιτείες πρόκειται να προχωρήσουν σε ενέργειες για τη Γροιλανδία, είτε αυτό αρέσει είτε όχι στους ενδιαφερόμενους, επεσήμανε, υποστηρίζοντας ότι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κινηθούν τώρα, τότε είτε η Ρωσία είτε η Κίνα θα πάρουν τη Γροιλανδία. Συμπλήρωσε δε ότι η Ουάσιγκτον θα κάνει κάτι για τη Γροιλανδία, «είτε με τον καλό είτε με τον πιο δύσκολο τρόπο».

Από τη στιγμή που η κυβέρνηση Τραμπ συνέλαβε τον πρώην ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, σε στρατιωτική επιχείρηση στις 3 Ιανουαρίου 2026, η ρητορική της διοίκησης περί απόκτησης της Γροιλανδίας — η οποία αποτελεί έδαφος της Δανίας και την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος έχει χαρακτηρίσει ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ — έχει επανέλθει με ένταση. Η πιο πρόσφατη συζήτηση για την προτεινόμενη απόκτηση ξεκίνησε αφού ο κορυφαίος σύμβουλος του Λευκού Οίκου, Στήβεν Μίλλερ, δήλωσε στον Τζέικ Τάπερ του CNN στις 5 Ιανουαρίου 2026 ότι  «κανείς δεν πρόκειται να πολεμήσει με στρατιωτικά μέσα τις Ηνωμένες Πολιτείες για το μέλλον της Γροιλανδίας».

Παρότι ο Τραμπ και αξιωματούχοι του έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για την αγορά της Γροιλανδίας, δεν έχουν αποκλείσει το ενδεχόμενο χρήσης στρατιωτικής δύναμης, κάτι που έχει προκαλέσει τις επικρίσεις συμμάχων στο ΝΑΤΟ, πολλών Δημοκρατικών και ορισμένων Ρεπουμπλικανών.

Σε κοινή ανακοίνωση που εκδόθηκε στις 6 Ιανουαρίου 2026, οι ηγέτες της Γροιλανδίας, της Δανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Πολωνίας, της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου τόνισαν ότι μόνο η Δανία και η Γροιλανδία έχουν λόγο για ζητήματα που τις αφορούν.

Την επόμενη μέρα, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, είπε σε δημοσιογράφους ότι η αγορά της Γροιλανδίας «αυτή τη στιγμή συζητείται ενεργά από τον πρόεδρο και την ομάδα εθνικής ασφάλειας».

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Καπιτώλιο στις 7 Ιανουαρίου 2026, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ανέφερε ότι το ενδιαφέρον του Τραμπ για την απόκτηση της Γροιλανδίας δεν είναι νέο ούτε για τον ίδιο ούτε για την αμερικανική ιστορία, σημειώνοντας ότι ο πρόεδρος Χάρρυ Τρούμαν είχε επιδιώξει κάτι αντίστοιχο. Πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση θέλει να διατηρήσει στο τραπέζι την επιλογή της χρήσης βίας, εργαλείο που η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί συστηματικά στις διαπραγματεύσεις εξωτερικής πολιτικής εδώ και χρόνια.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Ρούμπιο δήλωσε ότι δεν αναφερόταν ειδικά στη Γροιλανδία αλλά γενικότερα, προσθέτοντας ότι, όταν ένας πρόεδρος εντοπίζει απειλή για την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών, κάθε πρόεδρος διατηρεί την επιλογή να την αντιμετωπίσει και με στρατιωτικά μέσα.

Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία περιλαμβάνει τη διαστημική βάση Pituffik, γνωστή στο παρελθόν ως αεροπορική βάση Thule. Ο αρκτικός αυτός χώρος, όπου υπάρχουν Αμερικανοί από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε δεχθεί επίσκεψη από τον αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς τον Μάρτιο του 2025.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Τραμπ είπε επίσης ότι δηλώνει «θαυμαστής της Δανίας», όμως πρόσθεσε ότι το γεγονός πως ένα πλοίο αποβιβάστηκε εκεί πριν από 500 χρόνια δεν σημαίνει, κατά την άποψή του, ότι η Δανία «κατέχει τη γη». Τέλος, υποστήριξε ότι, αν κανείς κοιτάξει «έξω από τη Γροιλανδία» αυτή τη στιγμή, θα δει ρωσικά και κινεζικά αντιτορπιλικά —και μεγαλύτερα— καθώς και ρωσικά υποβρύχια «παντού». Κατέληξε λέγοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρόκειται να επιτρέψουν στη Ρωσία ή την Κίνα να καταλάβουν τη Γροιλανδία.

Με τη συμβολή του Nathan Worcester

Σημαντικές επενδύσεις αναμένονται στη Βενεζουέλα από αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες

Κορυφαία στελέχη αμερικανικών πετρελαϊκών ομίλων προσκάλεσε προσφάτως ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στην Ουάσιγκτον, προκειμένου να συζητηθούν επενδυτικές προτάσεις για την αποκατάσταση των πετρελαϊκών υποδομών της Βενεζουέλας.

«Θα εξετάσουμε πώς  μπορούν να συμβάλουν αυτές οι μεγάλες αμερικανικές εταιρείες στην ταχεία ανασυγκρότηση της παραμελημένης πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας, αποδίδοντας εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου προς όφελος των Ηνωμένων Πολιτειών, του λαού της Βενεζουέλας και ολόκληρου του κόσμου», δήλωσε ο Τραμπ υποδεχόμενος τους επικεφαλής των εταιρειών. «Μαζί, Βενεζουέλα και ΗΠΑ, διαθέτουμε το 55% του πετρελαίου του κόσμου», ανέφερε υπογραμμίζοντας ότι οι ενεργειακοί κολοσσοί πρόκειται να επενδύσουν τουλάχιστον 100 δισ. δολάρια για την αποκατάσταση των παραγωγικών δυνατοτήτων και των σχετικών υποδομών στη Βενεζουέλα.

Διαβεβαίωσε τους συμμετέχοντες πως οι εταιρείες θα τύχουν εγγυήσεων ασφαλείας και πως θα απασχολήσουν κυρίως Βενεζουελάνους εργαζομένους, με την παρουσία κάποιων Αμερικανών. Στη συνάντηση έδωσαν το παρών, μεταξύ άλλων, οι Chevron, Exxon, ConocoPhillips και άλλοι πετρελαϊκοί κολοσσοί.

Προτού πραγματοποιηθεί η συνάντηση, ο Τραμπ ανήρτησε στη διαδικτυακή του πλατφόρμα Truth Social πως το αντικείμενο των συνομιλιών θα ήταν κυρίως το πετρέλαιο της Βενεζουέλας και η σχέση με τη χώρα σε βάθος χρόνου, με έμφαση στην ασφάλεια και την ευημερία του λαού της. Όπως τόνισε: «Ένας πολύ σημαντικός παράγοντας είναι η μείωση της τιμής του πετρελαίου για τον αμερικανικό λαό. Επιπλέον — και ίσως σημαντικότερο απ’ όλα — είναι ο τερματισμός της εισροής ναρκωτικών και εγκληματιών στις Ηνωμένες Πολιτείες».

Η διοίκηση Τραμπ στρέφεται στις μεγάλες εταιρείες του αμερικανικού ενεργειακού τομέα προκειμένου να επιβλέψουν την ανασυγκρότηση της κατεστραμμένης πετρελαϊκής υποδομής της Βενεζουέλας, μετά την απομάκρυνση του ηγέτη του καθεστώτος, Νικολάς Μαδούρο. Σε συνέντευξή του στους New York Times, ο Τραμπ ξεδίπλωσε το όραμά του: «Θα χρησιμοποιήσουμε το πετρέλαιο και θα το αξιοποιήσουμε», είπε, υποστηρίζοντας πως αυτή η στρατηγική θα συμβάλει στη μείωση των διεθνών τιμών και θα προσφέρει αναγκαίους πόρους στους Βενεζουελάνους.

Η αμερικανική κυβέρνηση αναμένει ότι οι μεγάλες εταιρείες θα αναλάβουν την εξόρυξη και τη διανομή του πετρελαίου παγκοσμίως. Το υπουργείο Ενέργειας παρουσίασε τη σχετική στρατηγική στις 7 Ιανουαρίου, διευκρινίζοντας ότι όλα τα έσοδα από τις πωλήσεις θα τελούν υπό τον έλεγχο της αμερικανικής κυβέρνησης, με στόχο να ωφελήσουν τον λαό τόσο της Βενεζουέλας όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών. 

Παράλληλα, η κυβέρνηση χαλαρώνει επιλεκτικά τις κυρώσεις στις βενεζουελάνικες εξαγωγές πετρελαίου, για να διευκολύνει τη διακίνησή του στις διεθνείς αγορές. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ, μιλώντας στη Λέσχη Οικονομίας της Μιννεσότα στις 8 Ιανουαρίου, παρατήρησε ότι οι μεγάλοι πετρελαϊκοί παίκτες συνήθως δρουν με αργούς ρυθμούς και δείχνουν περιορισμένο ενδιαφέρον για ευκαιρίες στη Βενεζουέλα. «Αντίθετα, οι μικρότερες εταιρείες δείχνουν πιο έντονο ενδιαφέρον να βρεθούν στη Βενεζουέλα — θέλουν να φτάσουν εκεί, χτες κιόλας», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Ο Τραμπ, μέσω του Truth Social, υπογράμμισε και το έντονο ενδιαφέρον των ενεργειακών κολοσσών: «Οι μεγαλύτερες πετρελαϊκές του κόσμου έρχονται στον Λευκό Οίκο στις 14:30. Όλοι θέλουν να είναι εδώ. […] Κρίμα που η μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων δεν έχει ολοκληρωθεί, γιατί θα ήταν γεμάτη. Ζητάμε συγγνώμη από όσες εταιρείες δεν μπορέσαμε να προσκαλέσουμε σήμερα».

Σε δήλωσή της, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Τέιλορ Ρότζερς σχολίασε: «Ο αμερικανικός λαός, οι ενεργειακές εταιρείες και ο λαός της Βενεζουέλας θα ωφεληθούν σημαντικά από αυτές τις άνευ προηγουμένου επενδύσεις στις πετρελαϊκές υποδομές της Βενεζουέλας».

Μετά τη σύλληψή του από τις αμερικανικές δυνάμεις στην πρωτεύουσα Καράκας, και ο Μαδούρο καθώς και η σύζυγός του, Σίλια Φλόρες, μεταφέρθηκαν στη Νέα Υόρκη, όπου κρατούνται αντιμετωπίζοντας ομοσπονδιακές κατηγορίες, μεταξύ άλλων για διακίνηση ναρκωτικών. Ο Μαδούρο, καταθέτοντας στο δικαστήριο, δήλωσε ότι παραμένει πρόεδρος της χώρας και χαρακτήρισε τη σύλληψή του «απαγωγή». Την ίδια ημέρα, η Βουλή της Βενεζουέλας όρισε ως μεταβατική πρόεδρο την αντιπρόεδρο, Ντέλσι Ροντρίγκες.

Ο Τραμπ μπλοκάρει πώληση αμερικανικής εταιρείας μικροτσίπ σε Κινέζους για λόγους εθνικής ασφάλειας

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε την Παρασκευή διάταγμα με το οποίο ακυρώνει την εξαγορά των περιουσιακών στοιχείων μικροτσίπ και παραγωγής ημιαγωγών της εταιρείας Emcor από την εταιρεία HieFo, επικαλούμενος ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.

Η εν λόγω απόφαση απαγορεύει στη HieFo, η οποία έχει έδρα στο Ντέλαγουερ αλλά ελέγχεται από Κινέζο υπήκοο, να κατέχει τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνουν τις ψηφιακές μονάδες μικροτσίπ και τις σχετιζόμενες δραστηριότητες σχεδιασμού, παραγωγής και επεξεργασίας, τα οποία είχαν αγοραστεί από την Emcor, εταιρεία με έδρα το Νιου Τζέρσεϋ.

Στο προεδρικό διάταγμα επισημαίνεται πως υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι η HieFo, αποκτώντας τα περιουσιακά στοιχεία της Emcor, θα μπορούσε να προβεί σε ενέργειες που απειλούν να βλάψουν την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, ορίζεται δε πως η εταιρεία έχει προθεσμία 180 ημερών για να εκποιήσει όλα τα εν λόγω στοιχεία, εκτός εάν η Επιτροπή Ξένων Επενδύσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες (CFIUS) παρατείνει τη διορία.

Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί διυπηρεσιακό όργανο το οποίο εξετάζει ξένες επενδύσεις στις ΗΠΑ ως προς τους πιθανούς κινδύνους για την εθνική ασφάλεια. Ο πρόεδρος πήρε την απόφαση έπειτα από σχετική γνωμοδότηση της CFIUS, που διαπίστωσε κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια λόγω της συναλλαγής, όπως ανακοίνωσε το υπουργείο Οικονομικών. Οι ανησυχίες αφορούσαν όχι μόνο την πρόσβαση της HieFo στη πνευματική ιδιοκτησία, τεχνογνωσία και ειδικές γνώσεις της Emcor, αλλά και τον κίνδυνο να μεταφερθούν τα μικροτσίπ που παράγει η Emcor εκτός ΗΠΑ.

Σύμφωνα με το διάταγμα, η HieFo και οι συνδεδεμένες εταιρείες της υποχρεούνται να εκποιήσουν κάθε συμφέρον και δικαίωμα επί των περιουσιακών στοιχείων της Emcor, όπου κι αν αυτά βρίσκονται. Σε αυτά περιλαμβάνονται συμβόλαια, αποθέματα, υλικά αγαθά, εξοπλισμός, πάγια, απαιτήσεις, άδειες λειτουργίας, ακίνητα (μισθωμένα ή ιδιόκτητα της Emcor) και διανοητική ιδιοκτησία.

Με ανακοίνωσή της το 2024, η HieFo είχε γνωστοποιήσει την ολοκλήρωση της εξαγοράς σχεδόν όλων των μη βασικών και παροπλισμένων δραστηριοτήτων παραγωγής μικροτσίπ και της μονάδας επεξεργασίας δισκίων NP της Emcor. Η συμφωνία προέβλεπε τη μεταβίβαση εξοπλισμού, συμβολαίων, διανοητικής ιδιοκτησίας και αποθεμάτων από τις εγκαταστάσεις της Emcor στην Αλάμπρα της Καλιφόρνια. Στην ίδια ανακοίνωση, οι Γκονζάο Ζανγκ και Χάρρυ Μουρ αναφέρονταν ως συνιδρυτές της νέας εταιρείας. Ο Ζανγκ, μέχρι πρότινος αντιπρόεδρος μηχανικής της Emcor, ανέλαβε διευθύνων σύμβουλος της HieFo.

«Με αξιοποίηση περισσότερων από σαράντα ετών καινοτομίας της Emcor στα οπτικο-ηλεκτρονικά, θα συνεχίσουμε να αναπτύσσουμε τις πιο καινοτόμες και ανατρεπτικές λύσεις για τους κλάδους των τηλεπικοινωνιών, της διασύνδεσης δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης», δήλωσε ο Ζανγκ. «Διαθέτοντας έμπειρη βασική ομάδα και ισχυρή οικονομική στήριξη, θα επανεκκινήσουμε τις λειτουργίες με ταχύ ρυθμό».

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τραμπ μπλοκάρει ανάλογη συμφωνία. Τον Ιούλιο είχε εκδώσει διάταγμα που ακύρωνε την εξαγορά της εταιρείας Jupiter Systems του Ντέλαγουερ από την κινεζικών συμφερόντων Suirui International. Η απόφαση ελήφθη κατόπιν γνωμοδότησης της CFIUS, η οποία διαπίστωσε κινδύνους λόγω της πιθανής χρήσης προϊόντων της Jupiter σε στρατιωτικά συστήματα και κρίσιμες υποδομές. Με το διάταγμα, ο πρόεδρος διέταξε την ακύρωση της εξαγοράς, η οποία είχε ολοκληρωθεί τον Φεβρουάριο του 2020, και την υποχρέωση της εταιρείας με έδρα το Χονγκ Κονγκ να εκποιήσει όλα τα δικαιώματά της στη Jupiter.

Στις 21 Φεβρουαρίου 2025, ο Τραμπ είχε υπογράψει υπόμνημα για την αντιμετώπιση των απειλών στην εθνική ασφάλεια που πηγάζουν από κινεζικές επενδύσεις στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με το υπόμνημα, «οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αξιοποιήσουν κάθε νόμιμο μέσο, συμπεριλαμβανομένης της CFIUS, για να περιορίσουν τις κινεζικές επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς όπως η τεχνολογία, οι υποδομές, η υγεία, η γεωργία, η ενέργεια και οι πρώτες ύλες».

Όπως τόνισε ο Λευκός Οίκος σε ενημερωτικό σημείωμα, «οι Ηνωμένες Πολιτείες θα θεσπίσουν νέους κανόνες για να αποτρέψουν την εκμετάλλευση του κεφαλαίου, της τεχνολογίας και της γνώσης της χώρας από εχθρικές δυνάμεις, όπως η Κίνα, διασφαλίζοντας ότι μόνο επενδύσεις που εξυπηρετούν τα αμερικανικά συμφέροντα θα εγκρίνονται».

Οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν προσωρινά τη διακυβέρνηση στη Βενεζουέλα μετά τη σύλληψη του Μαδούρο

Στις 3 Ιανουαρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάβουν ουσιαστικά τη διακυβέρνηση της Βενεζουέλας έως ότου επιτευχθεί ειρηνική μετάβαση της εξουσίας, έπειτα από τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις νωρίτερα την ίδια ημέρα.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, ο Τραμπ δήλωσε: «Θα αναλάβουμε τη διοίκηση της χώρας μέχρι να επιτευχθεί η ασφαλής, ομαλή και δίκαιη μετάβαση της εξουσίας. Δεν θέλουμε να εμπλακούμε στο ποιος θα ανεβεί στην ηγεσία. Θέλουμε ειρήνη, ελευθερία και δικαιοσύνη για τον λαό της Βενεζουέλας — και αυτό αφορά πολλούς Βενεζουελάνους που ζουν σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες και επιθυμούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Είναι η γη τους».

Ο Τραμπ ανήγγειλε επίσης την επιστροφή μεγάλων αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών στη Βενεζουέλα: «Οι μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρίες μας, οι μεγαλύτερες στον κόσμο, θα πάνε να δαπανήσουν δισεκατομμύρια δολάρια, να διορθώσουν τις σοβαρά κατεστραμμένες πετρελαϊκές υποδομές και να αρχίσουν δημιουργούν εισόδημα για τη χώρα». Απευθυνόμενος στους Βενεζουελάνους, ο Τραμπ υπογράμμισε την προοπτική ευημερίας: «Θα έχετε ειρήνη, δικαιοσύνη, θα αποκτήσετε τα πλούτη που έπρεπε να απολαμβάνετε εδώ και καιρό. Σας τα στέρησαν». Αυτή τη στιγμή, η Chevron είναι η μοναδική μεγάλη αμερικανική πετρελαϊκή εταιρία που λειτουργεί στη Βενεζουέλα.

Εν τω μεταξύ, το εμπάργκο των ΗΠΑ στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας παραμένει σε πλήρη ισχύ, ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ θα παραμείνουν εκεί μέχρι οι απαιτήσεις των ΗΠΑ να ικανοποιηθούν πλήρως, συμπλήρωσε ο Αμερικανός πρόεδρος. «Η αμερικανική αρμάδα παραμένει σε ετοιμότητα στη θέση της, και οι ΗΠΑ διατηρούν όλες τις στρατιωτικές επιλογές μέχρι οι απαιτήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών να εκπληρωθούν και να ικανοποιηθούν πλήρως».

Για τη διαχείριση της χώρας θα οριστεί ειδική ομάδα, η οποία θα περιλαμβάνει τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και τον υπουργό Πολέμου Πητ Χέγκσεθ, οι οποίοι ήταν παρόντες στη συνέντευξη Τύπου. «Εκείνοι θα ηγηθούν μέχρι να επανέλθει η χώρα στην ομαλότητα», τόνισε ο Τραμπ.

Ωστόσο, επικρατεί αβεβαιότητα για το ποιος θα αναλάβει τελικά την ηγεσία της Βενεζουέλας. Η Μαρία Καρίνα Ματσάδο, εξέχουσα μορφή της αντιπολίτευσης και βραβευμένη με το Νόμπελ Ειρήνης, αποκλείστηκε από την υποψηφιότητα για την προεδρία από το Ανώτατο Δικαστήριο του Μαδούρο τον Ιανουάριο του 2024. Μετά τις αμφιλεγόμενες εκλογές του 2024, οι Ηνωμένες Πολιτείες,  ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Αργεντινή, η Χιλή και η Ευρώπη αναγνώρισαν τον Εντμούντο Γκονθάλεθ ως τον νόμιμο νεοεκλεγέντα πρόεδρο της Βενεζουέλας. Η Ματσάδο δήλωσε: «Μια κυβέρνηση υπό τον Γκονθάλεθ, τον ηγέτη που επέλεξε ο λαός μας πριν από έναν χρόνο, είναι έτοιμη να αναλάβει την εξουσία».

Από τη Νορβηγία, η Ματσάδο διαμήνυσε ότι ο Γκονθάλεθ, ο οποίος διαμένει στην Ισπανία, είναι έτοιμος να επιστρέψει στο Καράκας εντός των πρώτων 100 ωρών και να σχηματίσει νέα κυβέρνηση μέσα σε 100 ημέρες. Κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να στηρίξει τη διαδικασία, τονίζοντας: «Είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε τη διακυβέρνηση. Έχουμε τις ομάδες, έχουμε τα σχέδια. Ζητάμε από τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής και της Ευρώπης να δημοσιοποιήσουν πλήρως όλες τις πληροφορίες που έχουν, και γνωρίζουμε ότι έχουν, σχετικά με τις εγκληματικές δραστηριότητες του Μαδούρο και των συνεργατών του».

Σχετικά με την προοπτική ηγεσίας της Ματσάδο, ο Τραμπ εξέφρασε επιφυλάξεις κατά τη συνέντευξη Τύπου: «Θα ήταν πολύ δύσκολο να γίνει ηγέτιδα. Δεν διαθέτει την αναγκαία στήριξη ούτε τον σεβασμό μέσα στη χώρα. Είναι πολύ καλή γυναίκα, αλλά δεν έχει το απαραίτητο κύρος».

Με πληροφορίες από το ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ισχυρές εγγυήσεις ασφάλειας από τις ΗΠΑ προς την Ουκρανία στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις

Σημαντική πρόοδος σημειώθηκε το σαββατοκύριακο στις ειρηνευτικές συνομιλίες για τον τερματισμό του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, όπως ανέφεραν ανώτατοι Αμερικανοί αξιωματούχοι τη Δευτέρα.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους σε τηλεδιάσκεψη, οι αξιωματούχοι τόνισαν ότι οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε ένα ισχυρό πακέτο, το οποίο περιλαμβάνει ουσιαστική πρόοδο σε ρητές εγγυήσεις ασφάλειας προς την Ουκρανία, αντίστοιχες με τις προβλέψεις του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ.

Οι εγγυήσεις αυτές στοχεύουν στην αποτροπή νέων ρωσικών επιθέσεων και στην τιμωρία κάθε περαιτέρω παραβίασης της ουκρανικής εδαφικής ακεραιότητας από τη Μόσχα.

Αν και ορισμένες τελικές λεπτομέρειες απομένουν και το σχέδιο θα πρέπει να εγκριθεί από τη Γερουσία, οι αξιωματούχοι εμφανίστηκαν πεπεισμένοι ότι η Ρωσία θα μπορούσε να αποδεχθεί τους όρους αυτούς, κάτι το οποίο έχει ικανοποιήσει τους Ουκρανούς διαπραγματευτές.

«Αυτό που βρίσκεται σήμερα στο τραπέζι είναι πραγματικά το ανώτατο πρότυπο όσων μπορούν να προσφερθούν», υπογράμμισε Αμερικανός αξιωματούχος κατά τη διάρκεια της συνομιλίας.

«Θα πρέπει να περάσει από τη Γερουσία και ο πρόεδρος Τραμπ είναι διατεθειμένος να το προωθήσει», πρόσθεσε.

Το προηγούμενο σαββατοκύριακο, οι Αμερικανοί διαπραγματευτές, ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ και ο γαμπρός του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, παρέμειναν επί δυόμισι ημέρες στην Ευρώπη, όπου συναντήθηκαν με τον πρόεδρο της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, μέλη της ουκρανικής αποστολής και Ευρωπαίους ηγέτες – μεταξύ των οποίων συμβούλους εθνικής ασφάλειας, υπουργούς Εξωτερικών και ορισμένους αρχηγούς κρατών.

Σύμφωνα με τους αξιωματούχους, στο πλαίσιο αυτής της επίσκεψης πραγματοποιήθηκαν οκτώ ώρες απευθείας συζητήσεων με τον Ζελένσκι.

«Η παροχή αυτής της εγγύησης τύπου Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ είναι κάτι που ο πρόεδρος Τραμπ εκτιμά ότι μπορεί να αποδεχθεί η Ρωσία», επισήμανε ένας αξιωματούχος.

Πρόσθεσε ότι ο τερματισμός του πολέμου αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα για τον Τραμπ, ο οποίος θεωρεί πως η ειρήνη θα φέρει πολλαπλά οφέλη στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα εδαφικά ζητήματα, εξακολουθούν να υπάρχουν διαφωνίες.

Ωστόσο, οι συνομιλίες του σαββατοκύριακου περιόρισαν σημαντικά τις διαφορές, με ορισμένα ζητήματα να έχουν επιλυθεί και πολλές εναλλακτικές λύσεις να έχουν εντοπιστεί για τα υπόλοιπα, σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο.

Η αμερικανική ομάδα διαβεβαίωσε ότι ο Τραμπ δεν προτίθεται να πιέσει την Ουκρανία να εκχωρήσει εδάφη, αφήνοντας τις κρίσιμες αποφάσεις στον Ζελένσκι.

Άλλα βασικά σημεία του πακέτου αφορούν ενδεχόμενη αποδοχή από την πλευρά της Ρωσίας της ευρωπαϊκής πορείας της Ουκρανίας και ένα πλαίσιο οικονομικής στήριξης με τη συμμετοχή της Παγκόσμιας Τράπεζας και του διευθύνοντος συμβούλου της BlackRock, Λάρι Φινκ, για την οικονομική ανασυγκρότηση της Ουκρανίας.

Επένδυση 1 τρισ. δολαρίων στις ΗΠΑ από τον πρίγκιπα Μπιν Σαλμάν

Ο πρίγκιπας διάδοχος της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, δήλωσε κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ στις 18 Νοεμβρίου ότι θα ενισχύσει τη στρατηγική επενδυτική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αυξάνοντας το συνολικό ύψος των επενδύσεων από τα 600 δισ. στο 1 τρισ. δολάρια.

Ο πρίγκιπας ανέφερε στους δημοσιογράφους: «Ανακοίνωση θα γίνει σήμερα και αύριο σχετικά με τη νέα επενδυτική δέσμευση». Οι επενδύσεις θα επικεντρωθούν, όπως είπε, σε «πραγματικές ευκαιρίες», σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη και τα μαγνητικά υλικά.

Ο Τραμπ χαιρέτισε τη δέσμευση από το Ριάντ, λέγοντας: «Χαίρομαι που το ανακοινώσατε εσείς. Δεν ήθελα να είμαι εγώ αυτός που θα το πει, αλλά είναι εξαιρετικά νέα». Ο Μπιν Σαλμάν απάντησε χαμογελώντας: «Κύριε πρόεδρε, κάθε φορά που αυξάνετε τις ευκαιρίες, αυξάνεται και το ενδιαφέρον».

Ο Τραμπ υποδέχθηκε τον πρίγκιπα διάδοχο στον Λευκό Οίκο, στην πρώτη του επίσκεψη μετά από επτά χρόνια, με επίσημη τελετή στον νότιο κήπο, κατά την οποία έλαβε χώρα πτήση έξι μαχητικών αεροσκαφών της Πολεμικής Αεροπορίας των Ηνωμένων Πολιτειών: τριών F-35 και τριών F-15. Μετά την τελετή, ο πρόεδρος ξενάγησε τον πρίγκιπα διάδοχο στη νέα προεδρική «Λεωφόρο της Δόξας» που δημιούργησε κατά μήκος της κιονοστοιχίας της Δυτικής Πτέρυγας.

Οι δύο ηγέτες αναμένεται να συζητήσουν ένα ευρύ φάσμα διμερών και περιφερειακών θεμάτων στις συναντήσεις τους στο Οβάλ Γραφείο, τις οποίες θα ακολουθήσει διμερές γεύμα στην αίθουσα του Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο. Το βράδυ, ο πρόεδρος και η πρώτη κυρία θα παραθέσουν επίσημο δείπνο προς τιμήν του πρίγκιπα διαδόχου στην Αίθουσα της Ανατολής.

Το υπουργείο Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας ανέφερε σε ανάρτηση στο X στις 17 Νοεμβρίου ότι ο πρίγκιπας διάδοχος, ευρέως γνωστός ως MBS, θα συναντήσει τον Ντόναλντ Τραμπ ώστε να συζητήσουν τις διμερείς σχέσεις, τις δυνατότητες ενίσχυσής τους σε διάφορους τομείς και διάφορα ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος.

Η εργασιακή επίσκεψη του πρίγκιπα διαδόχου πραγματοποιείται μία ημέρα αφότου ο Τραμπ δήλωσε ότι σκοπεύει να εγκρίνει την πώληση υπερσύγχρονων μαχητικών αεροσκαφών F-35 Lightning II στη Σαουδική Αραβία, κίνηση που θα ενισχύσει σημαντικά τις στρατιωτικές δυνατότητες του βασιλείου. Μιλώντας στους δημοσιογράφους τη Δευτέρα, τόνισε: «Σκοπεύω να το κάνω. Ήταν ένας πολύτιμος σύμμαχος, θα τους πουλήσουμε F-35».

Σε εκδήλωση του Carnegie Endowment for International Peace στις 17 Νοεμβρίου, ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στη Σαουδική Αραβία, Μάικλ Ράτνερ, σχολίασε: «Η αγορά F-35 ενδεχομένως να έρχεται σε αντίθεση με τον μακροπρόθεσμο στόχο του Ριάντ για ανάπτυξη εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Η Σαουδική Αραβία ίσως ενδιαφέρεται περισσότερο για μια μακροπρόθεσμη και προβλέψιμη συμφωνία ασφαλείας με τις ΗΠΑ».

Σημείωσε ακόμη ότι ο Τραμπ ίσως προτείνει ένα σύμφωνο ασφαλείας μέσω προεδρικού διατάγματος, όπως έκανε με το Κατάρ, αλλά προειδοποίησε πως παρόμοιες συμφωνίες, αν δεν επικυρωθούν από τη Γερουσία ως συνθήκες, υπάρχει κίνδυνος να καταρρεύσουν μετά τον τερματισμό της θητείας Τραμπ. «Αυτό που επιδιώκουν, στην ουσία, είναι κάτι μακροχρόνιο και σταθερό», είπε χαρακτηριστικά.

Παραμένει ασαφές αν ο Τραμπ θα θέσει ως προϋπόθεση για την πώληση των F-35 να προσχωρήσει η Σαουδική Αραβία στις Συμφωνίες του Αβραάμ — τις διπλωματικές συμφωνίες ομαλοποίησης που υπογράφηκαν το 2020 μεταξύ του Ισραήλ και αρκετών αραβικών κρατών.

Την περασμένη εβδομάδα, ο Τραμπ δήλωσε την πεποίθησή του ότι η Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να προσχωρήσει σύντομα, καθώς η Ουάσιγκτον επιδιώκει τη διατήρηση της εκεχειρίας στη Γάζα και τη διεύρυνση της περιφερειακής σταθερότητας. Το Ριάντ έχει δηλώσει δημοσίως ότι η ομαλοποίηση με το Ισραήλ εξαρτάται από ουσιαστικά βήματα προς την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους, όρος που απορρίπτει η σημερινή ισραηλινή κυβέρνηση.

Ένα F-35A Lightning II προετοιμάζεται για τροχοδρόμηση από πιλότο της 61ης Μοίρας Μαχητικών και αρχηγούς πληρώματος της 61ης Μονάδας Συντήρησης Αεροσκαφών, στη Βάση Αεροπορίας Luke, στην Αριζόνα. ΗΠΑ, 15 Ιανουαρίου 2019. (Αεροπόρος 1ης Τάξης Jacob Wongwai/Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ)

 

Η πρέσβης της Σαουδικής Αραβίας στις ΗΠΑ, πριγκίπισσα Ρίμα Μπαντάρ αλ Σαούντ, χαρακτήρισε την επίσκεψη του πρίγκιπα διαδόχου σε ανάρτησή της στις 17 Νοεμβρίου ως «ένα νέο και συναρπαστικό κεφάλαιο στις σαουδαμερικανικές σχέσεις, που συνεχίζει να ενδυναμώνει τους λαούς μας, να ενισχύει το κοινό μέλλον μας και να συμβάλλει θετικά στη διεθνή σταθερότητα».

Η επίσκεψη του πρίγκιπα διαδόχου ακολουθεί την υιοθέτηση του ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ — με εισήγηση των Ηνωμένων Πολιτειών — στις 16 Νοεμβρίου, με το οποίο εγκρίθηκε το ειρηνευτικό σχέδιο Τραμπ για τη Γάζα. Η Σαουδική Αραβία είχε στηρίξει το ψήφισμα πριν από την ψηφοφορία. Μετά από συναντήσεις με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο και άλλους Αμερικανούς αξιωματούχους, ο υπουργός Άμυνας της αραβικής χώρας, Χάλεντ μπιν Σαλμάν αλ Σαούντ, σημείωσε: «Εξετάσαμε τις σαουδαμερικανικές σχέσεις και τους τρόπους ενίσχυσης της στρατηγικής μας συνεργασίας».

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, στο παλάτι Ντιριάχ, στο Ριάντ. Σαουδική Αραβία, 18 Φεβρουαρίου 2025. (Evelyn Hockstein/Reuters)

 

Η Σαουδική Αραβία παραμένει κομβικός εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, με επενδύσεις ύψους 9,5 δισ. δολαρίων το 2023, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο. Το 2024, το διμερές εμπόριο αγαθών ανήλθε στα 25,9 δισ. δολάρια, με τις αμερικανικές εξαγωγές στα 13,2 δισ., τις εισαγωγές στα 12,7 δισ. και πλεόνασμα αγαθών υπέρ των ΗΠΑ 443 εκατ. δολαρίων, σύμφωνα με ενημερωτικό δελτίο του Λευκού Οίκου του Μαΐου.

Η επίσκεψη του Μπιν Σαλμάν στην Ουάσιγκτον είναι η πρώτη του μετά τη δολοφονία του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι στην Κωνσταντινούπολη, το 2018.

Η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων και άλλοι ακτιβιστές για την ελευθερία του Τύπου πραγματοποιούν διαμαρτυρία με κεριά μπροστά από την πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας, για να τιμήσουν την επέτειο της δολοφονίας του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι στο προξενείο του βασιλείου στην Κωνσταντινούπολη. Τουρκία, 2 Οκτωβρίου 2019. (Sarah Silbiger/Reuters)

 

Ο Κασόγκι, μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ και αρθρογράφος της Washington Post που είχε ασκήσει κριτική στις πολιτικές του πρίγκιπα διαδόχου, δολοφονήθηκε και διαμελίστηκε από ομάδα πρακτόρων με διασύνδεση με τον πρίγκιπα διάδοχο τον Οκτώβριο του 2018 στο σαουδαραβικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης.

Έκθεση του γραφείου του Διευθυντή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ τον Φεβρουάριο του 2021 ανέφερε: «Εκτιμούμε ότι ο πρίγκιπας διάδοχος της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ενέκρινε την επιχείρηση στην Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας για τη σύλληψη ή τη δολοφονία του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι». Το Ριάντ αρνήθηκε κάθε προσωπική ανάμιξη του πρίγκιπα διαδόχου, ωστόσο ο ίδιος αναγνώρισε την ευθύνη ως de facto ηγέτης του βασιλείου.

Άμυνα, F-35 και Ισραήλ: Η ατζέντα της συνάντησης Τραμπ–Μπιν Σαλμάν

Η συνάντηση της 18ης Νοεμβρίου στον Λευκό Οίκο θα είναι η πρώτη του Σαουδάραβα πρίγκιπα διαδόχου εδώ και πάνω από επτά χρόνια. Κατά το διάστημα αυτό, οι σχέσεις ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας πέρασαν περιόδους έντασης. Ωστόσο, η πρόσκληση του Προέδρου Τραμπ έχει αναζωπυρώσει προσδοκίες για επαναπροσέγγιση.

Παρότι δεν πρόκειται για επίσημη κρατική επίσκεψη, ο Τραμπ θα υποδεχτεί τον πρίγκιπα διάδοχο με τελετή άφιξης. Θα ακολουθήσουν διμερείς συναντήσεις και επίσημο δείπνο.


Αμυντική συνεργασία και πωλήσεις όπλων

Βασικό θέμα στις συνομιλίες θα είναι η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών.

Ο Σαουδάραβας υπουργός Άμυνας, Χαλίντ μπιν Σαλμάν Αλ Σαούντ, δήλωσε πρόσφατα ότι στις επαφές του με τον Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και άλλους αξιωματούχους συζητήθηκαν τρόποι ενίσχυσης της στρατηγικής συνεργασίας.

Κατά την επίσκεψή του στο Ριάντ τον Μάιο, ο Τραμπ είχε υπογράψει συμφωνία πώλησης οπλικών συστημάτων ύψους 142 δισ. δολαρίων, στο πλαίσιο συνολικής οικονομικής συμφωνίας 600 δισ. δολαρίων.

Στις 17 Νοεμβρίου, μία ημέρα πριν από τη συνάντηση με τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα εγκρίνει την πώληση των προηγμένων μαχητικών F-35 Lightning II στη Σαουδική Αραβία.

Οι συνομιλίες των δύο ηγετών αναμένεται να υπερβούν τις πωλήσεις οπλικών συστημάτων και να αγγίξουν το ζήτημα ευρύτερων δεσμεύσεων ασφαλείας. Τον Σεπτέμβριο, ο Τραμπ είχε εκδώσει εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο οι ΗΠΑ δεσμεύθηκαν να εγγυηθούν την ασφάλεια του Κατάρ σε περίπτωση επίθεσης· το Ριάντ ενδέχεται να επιδιώξει ανάλογη δέσμευση.

Ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στη Σαουδική Αραβία, Μάικλ Ράτνεϊ, προειδοποίησε ότι η αγορά F-35 μπορεί να μην ευθυγραμμίζεται με τον στόχο του Ριάντ να αναπτύξει εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Όπως είπε, η Σαουδική Αραβία πιθανόν να ενδιαφέρεται περισσότερο για μια μακροπρόθεσμη, προβλέψιμη συμφωνία ασφαλείας με τις ΗΠΑ. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα μπορούσε να προκύψει μέσω νέου εκτελεστικού διατάγματος, αλλά χωρίς την επικύρωση της Γερουσίας δεν θα ήταν δεσμευτικό για μελλοντικές κυβερνήσεις.

«Στην ουσία, αυτό που επιδιώκουν είναι κάτι σταθερό και προβλέψιμο», σημείωσε.


Εξομάλυνση σχέσεων Σαουδικής Αραβίας–Ισραήλ

Πριν από την επίσκεψη, ο Τραμπ εξέφρασε την επιθυμία να ενταχθεί η Σαουδική Αραβία στις Συμφωνίες του Αβραάμ.

«Ελπίζω ότι η Σαουδική Αραβία θα ενταχθεί σύντομα στις Συμφωνίες του Αβραάμ», δήλωσε στους δημοσιογράφους στις 14 Νοεμβρίου, μέσα στο Air Force One.

Παρότι αρκετές αραβικές χώρες συμμετείχαν στις συμφωνίες κατά την πρώτη θητεία Τραμπ, το Ριάντ παρέμενε διστακτικό. Το 2023 ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε αφήσει να εννοηθεί ότι οι δύο πλευρές βρίσκονταν κοντά σε συμφωνία, όμως η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου και ο πόλεμος στη Γάζα πάγωσαν τις διεργασίες.

Η Σαουδική Αραβία έχει δηλώσει επανειλημμένως ότι δεν θα προχωρήσει σε ομαλοποίηση χωρίς ξεκάθαρη προοπτική για τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους – απαίτηση που ο Νετανιάχου απορρίπτει.

Ο Γκρεγκ Ρόμαν, εκτελεστικός διευθυντής του Middle East Forum, εκτιμά ότι ο Τραμπ θα χρησιμοποιήσει τις συμφωνίες όπλων ως μοχλό πίεσης.

«Η προώθηση αυτών των πωλήσεων εξαρτάται από το αν οι Σαουδάραβες δώσουν τουλάχιστον ιδιωτικά τη δέσμευση ότι θα μπουν στην πορεία των Συμφωνιών του Αβραάμ», δήλωσε.


Συνεργασία στην τεχνητή νοημοσύνη

Όπως είχε κάνει και στην πρώτη του θητεία, ο Τραμπ επέλεξε τη Σαουδική Αραβία ως πρώτη χώρα που επισκέφθηκε επίσημα, υπογραμμίζοντας τον στρατηγικό ρόλο της.

Η οικονομική συμφωνία των 600 δισ. δολαρίων που ανακοινώθηκε τον Μάιο προβλέπει μεγάλες επενδύσεις σε τομείς όπως κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης, ενεργειακές υποδομές και υγειονομική περίθαλψη.

Κατά τη συνάντηση αναμένονται νέες ανακοινώσεις σχετικά με την υλοποίηση αυτής της συνεργασίας.

Το Ριάντ επιδιώκει εδώ και χρόνια να μειώσει την εξάρτησή του από το πετρέλαιο. Η προσέλκυση αμερικανικών επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη και στις προηγμένες τεχνολογίες αποτελεί πλέον κεντρικό στόχο. Παράλληλα, σύμφωνα με τον Μάικλ Ράτνεϊ, οι Σαουδάραβες εμφανίζονται απογοητευμένοι επειδή οι ΗΠΑ δεν έχουν διαμορφώσει ένα σταθερό πλαίσιο εξαγωγών για τις πλέον προηγμένες τεχνολογίες τσιπ.

«Οι Σαουδάραβες έχουν μεγάλες φιλοδοξίες και περιμένουν επενδύσεις από μεγάλες αμερικανικές εταιρείες για την ανάπτυξη κέντρων δεδομένων», είπε. «Θέλουν να δημιουργήσουν τη δική τους βιομηχανία τεχνητής νοημοσύνης, μαζί με το απαιτούμενο επιστημονικό και τεχνολογικό υπόβαθρο».


Στρατιωτική Συνεργασία με την Κίνα

Η αυξανόμενη στρατιωτική συνεργασία της Σαουδικής Αραβίας με την Κίνα προκαλεί ανησυχία στην Ουάσινγκτον.

Τον Οκτώβριο, Κίνα και Σαουδική Αραβία πραγματοποίησαν κοινή ναυτική άσκηση με την ονομασία Blue Sword 2025, την τρίτη μεταξύ τους. Οι δύο πλευρές δεσμεύτηκαν να ενισχύσουν περαιτέρω τη στρατιωτική συνεργασία.

Αμερικανοί αναλυτές φοβούνται ότι ενδεχόμενη αγορά F-35 από τη Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την τεχνολογία των αεροσκαφών, λόγω των σχέσεων του Ριάντ με το Πεκίνο.

«Αυτό δεν είναι καθόλου θετικό για μια χώρα που ζητά να της επιτραπεί η αγορά του πιο προηγμένου μαχητικού των ΗΠΑ», σχολίασε ο Μπράντλεϊ Μπόουμαν, διευθυντής του Center on Military and Political Power στο Foundation for Defense of Democracies.

Όπως τόνισε, αν η Σαουδική Αραβία θέλει πραγματικά τα F-35, θα πρέπει να σταματήσει τη στρατιωτική συνεργασία με την Κίνα.