Δευτέρα, 23 Φεβ, 2026

Ο Τραμπ ανακοινώνει δέσμευση 10 δισ. δολαρίων των ΗΠΑ για το Συμβούλιο Ειρήνης

Την αμερικανική δέσμευση ύψους 10 δισ. δολαρίων στο νεοσύστατο Συμβούλιο Ειρήνης ανακοίνωσε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στις 19 Φεβρουαρίου, κατά την εναρκτήρια συνεδρίαση του οργάνου στην Ουάσιγκτον. Η συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις του Ινστιτούτου Ειρήνης Ντόναλντ Τζ. Τραμπ, συγκέντρωσε αρχηγούς κρατών και εκπροσώπους από περισσότερες από είκοσι χώρες, με αντικείμενο το αμερικανικό σχέδιο για αποστρατιωτικοποίηση και ανασυγκρότηση της Γάζας.

«Πρόκειται για το πιο διακεκριμένο συμβούλιο που έχει συσταθεί ποτέ. Έχω δει πολλά εντυπωσιακά διοικητικά συμβούλια, αλλά αυτό τα ξεπερνάει όλα», δήλωσε ο Τραμπ, εκθειάζοντας τα μέλη του νέου διεθνούς οργανισμού. «Τα άλλα μοιάζουν ασήμαντα μπροστά σε αυτό το συμβούλιο».

Στην εναρκτήρια ομιλία του, ο Τραμπ υπογράμμισε τη σημασία της ενότητας και της κοινής αποφασιστικότητας για την επίτευξη ειρήνης στη Γάζα. «Εργαζόμαστε από κοινού για να διασφαλίσουμε ένα καλύτερο μέλλον για τον λαό της Γάζας, για τη Μέση Ανατολή και όλον τον κόσμο», ανέφερε, προσθέτοντας πως «δεν υπάρχει τίποτα σημαντικότερο από την ειρήνη».

Ευχαρίστησε τους ηγέτες του Καζακστάν, του Αζερμπαϊτζάν, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Μαρόκου, του Μπαχρέιν, του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας, του Ουζμπεκιστάν και του Κουβέιτ για τη συλλογική τους συνεισφορά, που ξεπερνά τα 7 δισ. δολάρια. Ο Τραμπ εγκαινίασε επισήμως το Συμβούλιο Ειρήνης στις 22 Ιανουαρίου, στο Νταβός της Ελβετίας, υπογράφοντας το καταστατικό του και ιδρύοντας έναν φορέα που θα εποπτεύει τη διαδικασία ειρήνευσης μεταξύ Ισραήλ και της Χαμάς, όπως και την αντιμετώπιση άλλων παγκόσμιων συγκρούσεων.

Ο ίδιος θα προεδρεύει του συμβουλίου, το οποίο θα έχει εντολή να διαχειριστεί την ανασυγκρότηση, την ασφάλεια και τη διακυβέρνηση της Γάζας κατά τη μεταβατική περίοδο. Το συμβούλιο αριθμεί ήδη περισσότερα από είκοσι μέλη, που έχουν δεσμευτεί τόσο σε οικονομική στήριξη όσο και στην αποστολή προσωπικού για τον τομέα της ασφάλειας στη Γάζα.

Κατά τη σχεδόν 45λεπτη ομιλία του, ο Τραμπ παρέπεμψε στους πολέμους που έχουν λήξει κατά τη διάρκεια της προεδρίας του και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο το Συμβούλιο Ειρήνης να διευρύνει το πεδίο δράσης του για την προώθηση της ειρήνης παγκοσμίως στο μέλλον. Εν μέσω εντεινόμενης έντασης με το Ιράν, ο Τραμπ προειδοποίησε εκ νέου την Τεχεράνη. «Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για να αποφασίσει το Ιράν να πορευτεί μαζί μας», δήλωσε. «Δεν μπορούν να συνεχίσουν να απειλούν τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής, πρέπει να συμφωνήσουν σε μία λύση». Ανέφερε ότι εντός των προσεχών δέκα ημερών αναμένεται να αποσαφηνιστεί εάν θα υπάρξει συμφωνία ή όχι. «Αν δεν βρεθεί συμφωνία, θα ακολουθήσουν δυσάρεστα γεγονότα», προειδοποίησε.

Ο Τραμπ ανακοίνωσε ακόμη πως η Νορβηγία έχει συμφωνήσει να φιλοξενήσει μελλοντική συνεδρίαση του Συμβουλίου Ειρήνης. Η FIFA, όπως είπε, θα συγκεντρώσει 75 εκατ. δολάρια για έργα στη Γάζα, ενώ το Γραφείο Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ κινητοποιεί βοήθεια ύψους 2 δισ. δολαρίων. Η Ιαπωνία θα διοργανώσει ξεχωριστή εκστρατεία συγκέντρωσης βοήθειας.

Στις 16 Ιανουαρίου, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε τον διορισμό σειράς αξιωματούχων της κυβέρνησης των ΗΠΑ και διεθνών προσωπικοτήτων σε θέσεις-κλειδιά του Συμβουλίου Ειρήνης, με αποστολή να παρέχουν στρατηγική καθοδήγηση, να κινητοποιήσουν διεθνείς πόρους και να διασφαλίσουν τη λογοδοσία καθ’ όλη τη μεταβατική περίοδο και την ανασυγκρότηση της Γάζας.

Κατά την ομιλία του, ο Τραμπ αναγνώρισε την παρουσία πολλών ηγετών, εναλλάσσοντας επαίνους με χιούμορ. Στάθηκε αρχικά στη συμφωνία ειρήνης μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας, έπειτα από δεκαετίες σύγκρουσης, και ανακάλεσε την πρώτη του συνάντηση με τον πρωθυπουργό της Αρμενίας Νικόλ Πασινιάν και τον πρόεδρο του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγιεφ, στον Λευκό Οίκο. «Και οι δυο είναι σκληρά καρύδια», είπε χαρακτηριστικά. «Νομίζετε ότι ήταν εύκολο; Δεν ήταν καθόλου εύκολο».

Αναφέρθηκε επίσης στον πρόεδρο της Αργεντινής, Χαβιέρ Μιλέι, και τον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, Βίκτορ Ορμπάν, σημειώνοντας ότι ορισμένοι ηγέτες, όπως ο Μιλέι, κέρδισαν με συντριπτική διαφορά όταν τους υποστήριξε. «Δεν αρέσει σε όλους τους Ευρωπαίους αυτή η στήριξη, αλλά δεν πειράζει», πρόσθεσε για τον Ορμπάν.

Ο Αμερικανός πρόεδρος εξήρε τον πρωθυπουργό του Κατάρ, σεΐχη Μοχάμεντ Μπιν Αμπντουραχμάν αλ Θάνι, χαρακτηρίζοντάς τον «σπουδαίο άνθρωπο και ισχυρό σύμμαχο». «Πάντα λέω ότι χρειάζεστε ένα γραφείο δημοσίων σχέσεων», αστειεύτηκε ο Τραμπ. «Κάνετε τόσο καλό, και η εικόνα σας σας αδικεί, ενώ βοηθάτε πάρα πολύ».

Δε δίστασε να πειράξει και τον υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, υπενθυμίζοντας τη σύντομη ομιλία του στο Μόναχο που απέσπασε θερμό χειροκρότημα. «Μάρκο, μη γίνεις καλύτερος απ’ όσο ήσουν στο Μόναχο γιατί τότε… δε θα κάθεσαι εδώ», σχολίασε γελώντας.

Την παραμονή της συγκέντρωσης, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι περισσότερες από σαράντα χώρες και η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφώνησαν να αποστείλουν εκπροσώπους στην πρώτη συνεδρίαση του Συμβουλίου, ακόμη και ορισμένα κράτη που δεν αποδέχτηκαν την πρόσκληση Τραμπ να ενταχθούν ως μέλη. Παρόντα ήταν τα κράτη: Αλβανία, Αργεντινή, Αρμενία, Αυστρία, Αζερμπαϊτζάν, Μπαχρέιν, Βουλγαρία, Καμπότζη, Κροατία, Κύπρος, Τσεχία, Αίγυπτος, Ελ Σαλβαδόρ, Φινλανδία, Γερμανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ινδία, Ινδονησία, Ισραήλ, Ιταλία, Ιαπωνία, Ιορδανία, Καζακστάν, Κόσοβο, Κουβέιτ, Μεξικό, Μογγολία, Μαρόκο, Ολλανδία, Νορβηγία, Ομάν, Πακιστάν, Παραγουάη, Πολωνία, Κατάρ, Ρουμανία, Σαουδική Αραβία, Σλοβακία, Νότια Κορέα, Ελβετία, Ταϊλάνδη, Τουρκία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ηνωμένο Βασίλειο, Ουζμπεκιστάν και Βιετνάμ.

Κανένας εκπρόσωπος από τη Δυτική Ευρώπη δεν παρέστη στην τελετή υπογραφής στο Νταβός. Αρκετά κράτη, μεταξύ των οποίων και η Γαλλία, είχαν προηγουμένως αρνηθεί να συμμετάσχουν στο συμβούλιο, εκφράζοντας ανησυχίες ότι ο νέος οργανισμός θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ανταγωνιστή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ).

Στην εκτελεστική επιτροπή του Συμβουλίου Ειρήνης τοποθετήθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Μάρκο Ρούμπιο, ο ειδικός απεσταλμένος του προέδρου Στηβ Γουίτκοφ, ο σύμβουλος και γαμπρός του Τραμπ Τζάρεντ Κούσνερ και ο πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας Τόνυ Μπλαιρ.

Μήνυμα στρατηγικής αναθεώρησης από τον Ρούμπιο στο Μόναχο

Η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ολοκληρώθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2026, όμως η ομιλία του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη.

Στη φετινή διοργάνωση, ο Ρούμπιο εκφώνησε ομιλία στις 14 Φεβρουαρίου 2026, απευθύνοντας μια ισχυρή προειδοποίηση προς τους Ευρωπαίους ηγέτες, λέγοντας ότι από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έχουν εγκλωβιστεί σε μια «επικίνδυνη αυταπάτη». Υποστήριξε ότι η «ευφορία αυτού του θριάμβου» οδήγησε σε μια εσφαλμένη πεποίθηση πως κάθε χώρα θα μετατρεπόταν σε φιλελεύθερη δημοκρατία, πως τα σύνορα δεν θα είχαν πλέον σημασία και πως οι κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου θα αντικαθιστούσαν τα εθνικά οικονομικά συμφέροντα.

Η ομιλία του έκανε πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες να νιώσουν άβολα, ωστόσο ο ίδιος έλαβε θερμό χειροκρότημα με το ακροατήριο όρθιο. Παρατηρητές ανέφεραν ότι το μήνυμά του έμοιαζε με προγενέστερες προειδοποιήσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προς την Ευρώπη, αν και παρουσιάστηκε με πιο στρατηγικό τρόπο. Ο Φρεντ Φλάιτζ, ο οποίος υπηρέτησε στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ, είπε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι αυτό που φάνηκε ήταν ένα «υπόδειγμα διπλωματίας» από έναν Αμερικανό πολιτικό με σημαντική εμπειρία.

Σύμφωνα με τον Φλάιτζ, η αποτελεσματική στρατηγική του Ρούμπιο ήταν ότι άνοιξε την ομιλία του απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς πως η κυβέρνηση Τραμπ είναι αντιευρωπαϊκή, ότι σχεδιάζει να αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ ή ότι πιστεύει πως έχει τελειώσει η παγκόσμια τάξη που βασίζεται σε κανόνες. Ο ίδιος, που σήμερα είναι αντιπρόεδρος στο America First Policy Institute, πρόσθεσε ότι ο Ρούμπιο το πέτυχε εξηγώντας πως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη έχουν μια μακρά και ιστορική σχέση, πως οι ΗΠΑ χρειάζονται την Ευρώπη και πως η Αμερική είναι «παιδί της Ευρώπης».

Κατά την ομιλία του, ο Ρούμπιο υπογράμμισε τους ισχυρούς ιστορικούς δεσμούς μεταξύ των δύο πλευρών, οι οποίοι, όπως είπε, έχουν ρίζες στην «κοινή ιστορία, τη χριστιανική πίστη, τον πολιτισμό, την κληρονομιά, τη γλώσσα, την καταγωγή και τις θυσίες που έκαναν μαζί οι πρόγονοί μας».

Η ομιλία του Ρούμπιο θεωρήθηκε λιγότερο συγκρουσιακή από εκείνη του αντιπροέδρου Τζ. Ντ. Βανς, ο οποίος τον Φεβρουάριο 2025, στην ίδια διάσκεψη, είχε επικρίνει Ευρωπαίους ηγέτες ότι περιορίζουν την ελευθερία του λόγου και επιτρέπουν τη μαζική μετανάστευση, υποστηρίζοντας ότι η μεγαλύτερη απειλή για την Ευρώπη είναι «η απειλή από μέσα, η υποχώρηση της Ευρώπης από ορισμένες από τις πιο θεμελιώδεις αξίες της — αξίες που μοιράζεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής».

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες υποδέχθηκαν θετικά τον τόνο του Ρούμπιο. Ο Λουκ Νίκτερ, καθηγητής προεδρικών σπουδών στο Chapman University στο Όραντζ της Καλιφόρνια, είπε στην Epoch Times ότι η ομιλία περιείχε πολλά και δεν ήταν μόνο «μαστίγιο», αλλά είχε και αρκετό «καρότο», προσθέτοντας ότι σε μεγάλο τμήμα της ομιλίας ο υπουργός Εξωτερικών εξέφρασε την επιθυμία του να γίνει η Ευρώπη ισχυρότερη πολιτισμικά, οικονομικά και στρατιωτικά.

Σύμφωνα με τον Φλάιτζ, η ομιλία θα ενθαρρύνει κινήματα της αντιπολίτευσης στην Ευρώπη, καθώς οι σημερινοί ηγέτες δεν πρόκειται, όπως υποστήριξε, να αλλάξουν στάση ως προς τη μετανάστευση και το κλίμα. Πρόσθεσε ότι κινήματα της αντιπολίτευσης στη Γαλλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γερμανία ήδη κάνουν εκστρατείες πάνω σε αυτά τα ζητήματα και ότι η παρέμβαση Ρούμπιο θα τους δώσει επιχειρήματα, εκτιμώντας πως αν οι σημερινοί ηγέτες δεν αλλάξουν πολιτική, θα απομακρυνθούν μέσω της κάλπης.

Η ελεγχόμενη παρακμή της Δύσης

Ο Ρούμπιο επέκρινε πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, τις οποίες χαρακτήρισε ως παράγοντες που συνέβαλαν σε αυτό που αποκάλεσε «ελεγχόμενη παρακμή της Δύσης», σημειώνοντας ότι αυτά τα λάθη έγιναν από κοινού. Υποστήριξε ότι η υπερβολική διόγκωση των κρατών πρόνοιας έγινε σε βάρος της εθνικής άμυνας, επισημαίνοντας ότι αντίπαλοι των ΗΠΑ αύξησαν τις στρατιωτικές δαπάνες και χρησιμοποίησαν σκληρή ισχύ για να προωθήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα, και κάλεσε την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική της άμυνα.

Συνέχισε λέγοντας ότι, «για να κατευναστεί μια λατρεία του κλίματος», επιβλήθηκαν ενεργειακές πολιτικές που φτωχαίνουν τους πολίτες, ενώ χαρακτήρισε «ανόητες» τις πολιτικές δεκαετιών αποβιομηχάνισης και απώλειας κυριαρχίας στις αλυσίδες εφοδιασμού. Πρόσθεσε ότι η μαζική μετανάστευση παραμένει κρίση που αποσταθεροποιεί κοινωνίες σε ολόκληρη τη Δύση και ανέφερε ότι, υπό τον Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες εργάζονται πλέον για να διορθώσουν την πορεία τους, καλώντας την Ευρώπη να συμμετάσχει σε αυτή την προσπάθεια.

Ο Μάικλ Γουόλς, ειδικός στην εξωτερική πολιτική, είπε στην Epoch Times σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι η ομιλία ήταν συνεπής με το πρόσφατα δημοσιοποιημένο στρατηγικό σχέδιο της υπηρεσίας για το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ και ότι αυτό ήταν το βασικό θέμα για τον ευρωπαϊκό πυλώνα, παρουσιασμένο απλώς με λιγότερο τυποποιημένο ύφος. Η έκθεση που δημοσιοποιήθηκε τον Ιανουάριο ανέφερε ότι η Ευρώπη πρέπει να ανακτήσει τη δύναμή της «για να παραμείνει χρήσιμος εταίρος για τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Η αντίδραση της Ευρώπης

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες απάντησαν με μετρημένες αντιδράσεις. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είπε στο γερμανικό μέσο Deutsche Welle ότι ένιωσε σε μεγάλο βαθμό καθησυχασμένη από τον Ρούμπιο, προσθέτοντας ότι τον γνωρίζουν και ότι είναι καλός φίλος και ισχυρός σύμμαχος. Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ δήλωσε στο ίδιο μέσο ότι δεν υπάρχει εκατό τοις εκατό ταύτιση προτεραιοτήτων μεταξύ των δύο πλευρών, αλλά εκτίμησε ότι υπάρχει κοινό έδαφος για ένα φωτεινό μέλλον μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης.

Σε συζήτηση πάνελ στο πλαίσιο της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου που φιλοξενήθηκε από το Euronews, η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κάγια Κάλας απέρριψε την άποψη ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή, λέγοντας ότι, αντίθετα με όσα υποστηρίζουν ορισμένοι, η «αφυπνισμένη» και παρακμασμένη Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει πολιτισμική εξαφάνιση και ότι εξακολουθούν να υπάρχουν χώρες που επιθυμούν να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σύμφωνα με παρατηρητές, πολλοί Ευρωπαίοι πολιτικοί ήταν δυσαρεστημένοι με το μήνυμα, αν και απέφυγαν να το επικρίνουν δημόσια. Ο Νίκτερ σχολίασε ότι οι περισσότεροι βλέπουν την πολιτική από τις «φθηνές θέσεις», όπου μοιάζει με ένα είδος θεάτρου τελετουργικής παράστασης, και ότι όσα λέγονται δημόσια μπορεί να διαφέρουν σημαντικά από όσα λέγονται κατ’ ιδίαν. Ο Φλάιτζ ανέφερε ότι, παρότι οι περισσότεροι χειροκρότησαν έντονα τον Ρούμπιο, δεν τους άρεσε η ομιλία, προσθέτοντας ότι δεν επιθυμούν να αλλάξουν τις πολιτικές τους.

Δεν είναι σαφές αν ο Ρούμπιο έγραψε ο ίδιος την ομιλία του ή αν έλαβε βοήθεια από συντάκτη ομιλιών, καθώς το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο. Πριν ενταχθεί στην κυβέρνηση Τραμπ ως υπουργός Εξωτερικών, εκπροσώπησε τη Φλόριντα στη Γερουσία των ΗΠΑ από το 2011 έως τον Ιανουάριο 2025, υπηρετώντας σε βασικές επιτροπές, μεταξύ των οποίων η Επιτροπή Πληροφοριών και η Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας. Σύμφωνα με τον Φλάιτζ, το υπόβαθρο και η εμπειρία του εξηγούν την αυθεντία που εξέπεμψε κατά την ομιλία, επισημαίνοντας ότι δεν επρόκειτο απλώς για ανάγνωση κειμένου, αλλά ότι γνώριζε σε βάθος το αντικείμενο.

Καμία οριστική συμφωνία μετά τη συνάντηση με τον Νετανιάχου

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποδέχθηκε τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο στις 11 Φεβρουαρίου, εν μέσω συνεχιζόμενων εντάσεων με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Μετά τη συνάντηση, ο Τραμπ δήλωσε ότι δεν επιτεύχθηκε τελική συμφωνία. Ο Νετανιάχου αναμενόταν να επιδιώξει την ενσωμάτωση των ανησυχιών του Ισραήλ για την ασφάλειά του σε οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία με την Τεχεράνη.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Τραμπ χαρακτήρισε τη συνάντηση «πολύ καλή», σημειώνοντας ότι δεν υπήρξε κάτι οριστικό, πέραν του ότι ο ίδιος επέμεινε στη συνέχιση των διαπραγματεύσεων με το Ιράν, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν μπορεί να συναφθεί συμφωνία. Πρόσθεσε ότι, εφόσον αυτό καταστεί δυνατό, είχε καταστήσει σαφές στον πρωθυπουργό πως αυτή θα ήταν η προτιμητέα εξέλιξη. Αν δεν καταστεί δυνατό, ανέφερε ότι θα φανεί ποιο θα είναι το αποτέλεσμα.

Αυτή ήταν η έβδομη επίσκεψη του Νετανιάχου στις Ηνωμένες Πολιτείες από τότε που ο Τραμπ ανέλαβε τα καθήκοντά του στις αρχές του 2025. Η συνάντηση ακολούθησε τον πρώτο γύρο συνομιλιών της Ουάσιγκτον με το Ιράν στο Ομάν, στις 6 Φεβρουαρίου.

Ο Νετανιάχου είχε εκφράσει νωρίτερα ανησυχίες για τις συνομιλίες και είχε δηλώσει ότι οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη θα πρέπει να περιλαμβάνουν περιορισμούς στα βαλλιστικά πυραυλικά προγράμματα και τον τερματισμό της υποστήριξης προς τον λεγόμενο ιρανικό άξονα, ο οποίος περιλαμβάνει εξτρεμιστικές οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς, που έχουν χαρακτηριστεί τρομοκρατικές.

Πριν αναχωρήσει για την Ουάσιγκτον, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι θα παρουσίαζε στον Τραμπ αρχές για τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν, οι οποίες είναι σημαντικές όχι μόνο για το Ισραήλ, αλλά και για όλους όσοι επιδιώκουν την ειρήνη και την ασφάλεια.

Ισραηλινοί αξιωματούχοι είχαν περιγράψει τη συνάντηση με τον Τραμπ ως συνεδρίαση στρατηγικού χαρακτήρα, με επίκεντρο τις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Ιράν και τα πιθανά σενάρια σε περίπτωση αποτυχίας των συνομιλιών, συμπεριλαμβανομένου ενδεχόμενου αμερικανικού στρατιωτικού πλήγματος.

Ο Τραμπ έχει πρόσφατα δώσει εντολή για ενίσχυση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή και έχει απειλήσει με νέα πλήγματα κατά του Ιράν, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης σχετικά με το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Στην ίδια ανάρτηση στο Truth Social, ανέφερε ότι την προηγούμενη φορά το Ιράν είχε κρίνει πως το συνέφερε να μην προχωρήσει σε συμφωνία και ότι τότε δέχθηκε το πλήγμα με την «Επιχείρηση Midnight Hammer», κάτι που δεν λειτούργησε υπέρ του. Εξέφρασε την ελπίδα ότι αυτή τη φορά η ιρανική πλευρά θα είναι πιο λογική και υπεύθυνη.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε επίσης ότι στη συνάντηση με τον Νετανιάχου συζητήθηκε «η τεράστια πρόοδος που σημειώνεται στη Γάζα και στην περιοχή γενικότερα», προσθέτοντας ότι, όπως έγραψε, «υπάρχει πραγματικά ειρήνη στη Μέση Ανατολή».

Ο Νετανιάχου έφθασε στην Ουάσιγκτον το βράδυ της 10ης Φεβρουαρίου και λίγο αργότερα συναντήθηκε στην προεδρική επίσημη κατοικία φιλοξενίας Blair House με τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ και τον γαμπρό του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Γουίτκοφ και ο Κούσνερ ενημέρωσαν τον Ισραηλινό ηγέτη για τον πρώτο γύρο συνομιλιών με το Ιράν που πραγματοποιήθηκε στο Ομάν. Ο Νετανιάχου συναντήθηκε επίσης με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο το πρωί της 11ης Φεβρουαρίου στο Blair House και υπέγραψε επισήμως τη συμμετοχή του στο Συμβούλιο της Ειρήνης, διεθνή οργανισμό που ίδρυσε ο Τραμπ για την εποπτεία της Λωρίδας της Γάζας.

Στις 7 Φεβρουαρίου, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί δήλωσε στο Al Jazeera ότι τα πυραυλικά προγράμματα της χώρας του δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Ο Αραγτσί συμμετείχε στην ιρανική αντιπροσωπεία στις συνομιλίες του Ομάν.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο προεδρικό αεροσκάφος Air Force One στις 6 Φεβρουαρίου, ο Τραμπ ανέφερε ότι το Ιράν «θέλει πολύ να συνάψει συμφωνία».

Τον Ιανουάριο, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι είχε διατάξει την αποστολή «μεγάλου στόλου» στην περιοχή του Κόλπου. Το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln και πλοία της ομάδας κρούσης του έχουν έκτοτε ανακατευθυνθεί προς τη Μέση Ανατολή. Εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο αποστολής δεύτερου αεροπλανοφόρου με τη συνοδεία του στην περιοχή, σε περίπτωση αποτυχίας των συνομιλιών.

Σε δηλώσεις του στο Axios στις 10 Φεβρουαρίου, ο Τραμπ ανέφερε ότι ένας στόλος κατευθύνεται ήδη προς την περιοχή και ότι ενδέχεται να ακολουθήσει και δεύτερος. Πρόσθεσε ότι είτε θα επιτευχθεί συμφωνία είτε θα χρειαστεί να ληφθούν πολύ σκληρά μέτρα, όπως την προηγούμενη φορά, αναφερόμενος στα αμερικανικά πλήγματα του Ιουνίου 2025 που στόχευσαν τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Με τη συμβολή του Ryan Morgan

Τραμπ: Η θρησκεία επανέρχεται στις ΗΠΑ

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, απηύθυνε ομιλία στην ετήσια Εθνική Πρωινή Προσευχή, που πραγματοποιήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου στο ξενοδοχείο Ουάσιγκτον Χίλτον, κατά την οποία αναφέρθηκε στις προσπάθειες της κυβέρνησής του για την προστασία των χριστιανών διεθνώς, καθώς και για στην επιστροφή της θρησκείας στη δημόσια ζωή της χώρας.

Η Εθνική Πρωινή Προσευχή λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο στην Ουάσιγκτον, συνήθως την πρώτη Πέμπτη του Φεβρουαρίου. Κατά την πάροδο των ετών, ο θεσμός καθιερώθηκε ως κορυφαίο γεγονός, προσελκύοντας προσωπικότητες από διάφορους χώρους. Αυτή ήταν η έκτη παρουσία του Τραμπ στην εκδήλωση, η οποία έχει στόχο την ενότητα, την πίστη και τον διακομματικό διάλογο.

Ο Τραμπ άνοιξε την ομιλία του δηλώνοντας πως «η θρησκεία είναι πιο ζωντανή από ποτέ» και ότι «υπάρχουν πολλά σημάδια ότι η θρησκεία επιστρέφει». Συνεχίζοντας, σημείωσε: «Έχω κάνει περισσότερα για τη θρησκεία από οποιονδήποτε άλλον πρόεδρο». Και πρόσθεσε με χιουμοριστικό πνεύμα: «Αυτό δεν σημαίνει και πολλά, επειδή οι περισσότεροι πρόεδροι δεν έκαναν και πολλά για τη θρησκεία».

Στην ομιλία του έδωσε έμφαση στις πολιτικές του για τις διεθνείς σχέσεις, την ενέργεια, τη μετανάστευση και την οικονομία, εκφράζοντας την ικανοποίησή του για το κυβερνητικό του επιτελείο: «Φέρνουμε τη χώρα πιο κοντά», ανέφερε, επισημαίνοντας την αυξανόμενη επενδυτική δραστηριότητα. Παράλληλα, ανέδειξε τις πρόσφατες αμερικανικές επιχειρήσεις εναντίον τρομοκρατών της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος (ISIS) στη Νιγηρία. «Όταν οι χριστιανοί δέχονται επίθεση, γνωρίζουν ότι θα δεχτούν βίαιη και σκληρή απάντηση από τον πρόεδρο Τραμπ», παρατήρησε.

Μεταξύ των παρισταμένων ήταν και ο πρόεδρος του Ελ Σαλβαδόρ, Ναγίμπ Μπουκέλε, τον οποίο ο Τραμπ χαρακτήρισε ως «έναν από τους αγαπημένους του ανθρώπους και μεγάλο σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών».

Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του το περασμένο έτος, ο Τραμπ δημιούργησε ειδικό γραφείο θρησκευτικών υποθέσεων στον Λευκό Οίκο, υπό τη διεύθυνση της πάστορος Πώλα Γουάιτ. Στην εκδήλωση, η Γουάιτ ανέφερε: «Έχω δει τη συμπόνια του όταν κανείς άλλος δεν έβλεπε. Υπήρξα μάρτυρας της γενναιοδωρίας του όταν δεν είχε τίποτα να κερδίσει».

Η πάστορας Πώλα Γουάιτ (2η από αριστερά), ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ελπιδοφόρος και άλλοι θρησκευτικοί ηγέτες προσεύχονται πίσω από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ κατά τη διάρκεια εκδήλωσης για την Εθνική Ημέρα Προσευχής, στον Λευκό Οίκο. Ουάσιγκτον, 1η Μαΐου 2025. (Jim Watson/AFP)

 

Η ιστορία της εκδήλωσης ξεκινά από τη δεκαετία του 1930, όταν ο μεθοδιστής πάστορας Αβραάμ Βερίιντ ίδρυσε ομάδες προσευχής μεταξύ επιχειρηματιών και τοπικών παραγόντων στο Σηάτλ. Αργότερα, μετακομίζοντας στην αμερικανική πρωτεύουσα, δημιούργησε αντίστοιχες ομάδες με μέλη του Κογκρέσου. Το 1953, ο τότε πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ έγινε ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που συμμετείχε σε αυτή την εκδήλωση.

Η ατζέντα του Τραμπ μετατοπίζει το βάρος των συζητήσεων στο Νταβός

Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (ΠΟΦ) στο Νταβός της Ελβετίας, που επί μακρόν είναι γνωστό για τη στήριξή του στην παγκοσμιοποίηση, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και την κοινωνική ισότητα, είχε φέτος αισθητά διαφορετικό τόνο, με την επιστροφή του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στη διεθνή σκηνή.

Θέματα που άλλοτε βρίσκονταν στο επίκεντρο της ετήσιας συνάντησης του ΠΟΦ φάνηκαν να περνούν στο περιθώριο, καθώς αντικαταστάθηκαν από πιο επείγοντα ζητήματα, όπως οι διατλαντικές εντάσεις για τη Γροιλανδία, οι διαφωνίες για τους δασμούς και η ενίσχυση των μονομερών κινήσεων.

Απών ήταν ο Κλάους Σβαμπ,  για πρώτη φορά από τότε που ίδρυσε το ΠΟΦ το 1971. Η απουσία του συνοδεύτηκε από αισθητή υποχώρηση της έμφασης στα συνήθη θέματα του φόρουμ, όπως η πολυμερής συνεργασία για τη μετάβαση σε μηδενικές εκπομπές, καθώς και πρωτοβουλίες όπως οι πολιτικές για το περιβάλλον, την κοινωνία, την εταιρική διακυβέρνηση, και ζητήματα όπως η ποικιλομορφία, η ισότητα και η συμπερίληψη.

Απούσα ήταν και η Σουηδή ακτιβίστρια Γκρέτα Τούνμπεργκ, η οποία σε παλιότερες συναντήσεις ήταν μία από τις πιο προβεβλημένες παρουσίες του Νταβός, με ομιλίες για την καταστροφή του περιβάλλοντος που ζητούσαν την κατάργηση των ορυκτών καυσίμων.

Πρωτοεμφανιζόμενος φέτος ήταν ο Έλον Μασκ,ο οποίος επί χρόνια απέρριπτε το ΠΟΦ περιγράφοντας τους συμμετέχοντας ως «μη εκλεγμένη παγκόσμια κυβέρνηση». Ο ιδρυτής της Tesla και της SpaceX, ανέβηκε στη σκηνή μαζί με τον διευθύνοντα σύμβουλο της BlackRock και προσωρινό συμπρόεδρο του ΠΟΦ, Λάρρυ Φινκ, για να συζητήσουν πώς θα δημιουργήσει η τεχνολογική πρόοδος «αφθονία αγαθών και υπηρεσιών» για την ανθρωπότητα.

Σημαντική ήταν η υποχώρηση των συζητήσεων για το κλίμα, με μόνο τέσσερις συνεδρίες να αφορούν φέτος στην κλιματική αλλαγή, έναντι των δεκαέξι του 2022. Όροι όπως «κλιματική αλλαγή» και «μηδενικές εκπομπές» απουσίαζαν εντελώς από ομιλίες ηγετών του κόσμου, μεταξύ των οποίων του Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν και του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϋ. Ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ, στέλεχος με μακρά εμπειρία στη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων, ο οποίος συμμετείχε για πρώτη φορά στο ΠΟΦ, συμμετείχε σε συνεδρία με τίτλο «Συζήτηση για το πώς θα τροφοδοτήσουμε τη ζωή μας», όπου υποστήριξε ότι ο κόσμος χρειάζεται περισσότερο πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακα και πυρηνική ενέργεια.

Η συμμετοχή στο ΠΟΦ γίνεται μόνο κατόπιν πρόσκλησης και, σύμφωνα με το περιοδικό Fortune, οι εταιρείες καταβάλλουν ετήσιες συνδρομές από 75.000 έως 758.000 δολάρια, ανάλογα με τον τύπο της ιδιότητας μέλους. Οι εταιρείες πληρώνουν επίσης τέλος για κάθε συμμετέχοντα στη συνάντηση του Νταβός, ενώ τα προνομιούχα διακριτικά πρόσβασης φτάνουν έως και τα 35.000 δολάρια το καθένα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες συμμετείχαν στη φετινή σύνοδο με μεγάλη αντιπροσωπεία, αξιοποιώντας το φόρουμ για να προωθήσουν την ατζέντα «Πρώτα η Αμερική». Στην ομιλία του, στις 21 Ιανουαρίου, ο Τραμπ επέκρινε την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στις ευρωπαϊκές χώρες, αποκαλώντας τη «Νέα Πράσινη Απάτη» και «τη μεγαλύτερη απάτη στην ιστορία». Υποστήριξε δε ότι οι χώρες που επένδυσαν περισσότερο σε ανεμογεννήτριες υπέστησαν μεγαλύτερες απώλειες με την πάροδο των ετών.

Ο Ράιτ δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι ο Τραμπ είχε δίκιο να αναδείξει τις οικονομικές και ενεργειακές πολιτικές του στην ομιλία του, και ότι δικαιολογημένα εξήρε την αμερικανική οικονομική ανάπτυξη, την ανάσχεση της αύξησης των τιμών, την αύξηση των μισθών των Αμερικανών εργαζομένων και την υιοθέτηση μιας «κοινής λογικής» ενεργειακής πολιτικής, ώστε να είναι δυνατή η τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης και η στήριξη των γειτόνων και συμμάχων στην Ευρώπη.

Το ενδιαφέρον για τον Τραμπ ήταν εμφανές πολύ πριν από την ομιλία του, με ουρές να σχηματίζονται μιάμιση ώρα πριν από την έναρξη της. Η αίθουσα συνεδριάσεων ήταν κατάμεστη, ενώ το κοινό είχε φτάσει μέχρι τους διαδρόμους. Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν και ο Δημοκρατικός κυβερνήτης της Καλιφόρνια Γκάβιν Νιούσομ, ο οποίος θεωρείται πιθανός υποψήφιος για την προεδρία το 2028. Ο Τραμπ αναφέρθηκε στον Νιούσομ κατά την ομιλία του, λέγοντας στο ακροατήριο ότι ο Γκάβιν είναι καλός άνθρωπος και ότι παλαιότερα είχαν καλές σχέσεις. Ο Νιούσομ εθεάθη να χαμογελά και να κουνά το κεφάλι του.

Στις 22 Ιανουαρίου, ο Νιούσομ συμμετείχε σε συζήτηση, κατά την οποία κατηγόρησε το ακροατήριο του Νταβός ότι δεν αντιστέκεται στον Τραμπ. Επέκρινε δικηγορικές εταιρείες, πανεπιστήμια και επιχειρήσεις, λέγοντας ότι έχουν «ξεπουληθεί» στην κυβέρνηση Τραμπ. Άλλοι Δημοκρατικοί που παρέστησαν στο Νταβός ήταν ο κυβερνήτης του Κεντάκυ Άντυ Μπεσίρ, ένας μετριοπαθής πολιτικός που έχει εκλεγεί δύο φορές σε μια πολιτεία με ισχυρή υπεροχή των Ρεπουμπλικανών, καθώς και η κυβερνήτρια του Μίσιγκαν Γκρέτσεν Γουίτμερ, η οποία επίσης αναφέρεται ως πιθανή υποψήφια για το 2028.

Ο Τραμπ αξιοποίησε την παρουσία του στο Νταβός και για να προβάλει τη στρατιωτική και οικονομική ισχύ των ΗΠΑ, εξαίροντας τις ανοδικές χρηματιστηριακές αγορές, την αύξηση της ενεργειακής παραγωγής και την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι αναφορές του στη Γροιλανδία προσέλκυσαν σημαντική προσοχή: επανέλαβε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αποκτήσουν αυτό «το μεγάλο κομμάτι πάγου» (sic) για λόγους εθνικής ασφαλείας, και διαβεβαίωσε το ακροατήριο ότι δεν θα υπάρξει στρατιωτική κατάληψη. Στις 22 Ιανουαρίου ανακοίνωσε ότι είχε καταλήξει σε συμφωνία-πλαίσιο με το ΝΑΤΟ σχετικά με το μέλλον της νήσου, αλλά δεν επεκτάθηκε σε λεπτομέρειες. Πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες και μέσα ενημέρωσης επέκριναν τις δηλώσεις του, ωστόσο ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούττε υπερασπίστηκε τη θέση του.

Στις 26 Ιανουαρίου, μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες, ο Ρούττε επικαλέστηκε αυξημένη δραστηριότητα της Κίνας και της Ρωσίας στην Αρκτική και προειδοποίησε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ. Δήλωσε ότι ο Τραμπ έχει δίκιο και ότι υπάρχει ζήτημα με την περιοχή της Αρκτικής, παρατηρώντας πως η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρώπη δεν μπορεί να αμυνθεί χωρίς τις ΗΠΑ.

Ο Ντόναλντ Τραμπ εγκαινιάζει το Συμβούλιο Ειρήνης στο Νταβός

Τη Χάρτα του Συμβουλίου Ειρήνης υπέγραψε στις 22 Ιανουαρίου ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο Νταβός, εγκαινιάζοντας επισήμως έναν νέο διεθνή οργανισμό με στόχο την επίβλεψη της ειρηνευτικής διαδικασίας ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Χαμάς, αλλά και την αντιμετώπιση και άλλων παγκόσμιων συγκρούσεων.

«Το συμβούλιο αυτό έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς που δημιουργήθηκαν ποτέ και είναι τεράστια τιμή μου να υπηρετώ ως πρόεδρός του», δήλωσε ο Τραμπ πριν από την τελετή υπογραφής της χάρτας.

Στην εκδήλωση που φιλοξένησε ο Τραμπ συμμετείχαν εκπρόσωποι από σχεδόν είκοσι χώρες — Μπαχρέιν, Μαρόκο, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Ινδονησία, Ιορδανία, Καζακστάν, Κόσοβο, Πακιστάν, Παραγουάη, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Τουρκία, Ουζμπεκιστάν, Μογγολία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

«Η παρουσία σας σήμερα μας τιμά ιδιαίτερα», δήλωσε ο Τραμπ. «Ηγέτες κρατών — σε αρκετές περιπτώσεις ιδιαίτερα δημοφιλείς, σε άλλες όχι τόσο. Αλλά έτσι είναι η ζωή».

Καμία χώρα της Δυτικής Ευρώπης δεν έστειλε εκπρόσωπο στην τελετή. Αρκετές χώρες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν ή δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση, εκφράζοντας την ανησυχία ότι ο νέος οργανισμός θα ανταγωνιστεί ευθέως τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών.

Στις 16 Ιανουαρίου, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε τα πρώτα ονόματα που θα στελεχώσουν το Συμβούλιο Ειρήνης, τόσο από την αμερικανική κυβέρνηση όσο και από το διεθνές στερέωμα. Το συμβούλιο αποσκοπεί στην παροχή στρατηγικής καθοδήγησης, στη διεθνή κινητοποίηση πόρων και στη διασφάλιση λογοδοσίας κατά τη μεταβατική περίοδο και ανοικοδόμηση της Γάζας.

Πρόεδρος του νέου οργάνου θα είναι ο Τραμπ, ο οποίος θα έχει κεντρικό ρόλο στην επίβλεψη της επόμενης φάσης στη Γάζα. Πρόσκληση συμμετοχής έχουν λάβει δεκάδες χώρες. Τα μέλη θα αναλάβουν τη διαχείριση της διοικητικής ενδυνάμωσης της Γάζας, τη βελτίωση των περιφερειακών σχέσεων, την ανοικοδόμηση, την προσέλκυση επενδύσεων, τη συγκέντρωση και τη διάθεση κεφαλαίων, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο.

Κατά τη συνέντευξη Τύπου, στις 20 Ιανουαρίου, ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί πως το Συμβούλιο Ειρήνης θα μπορούσε ακόμη και να αντικαταστήσει τον ΟΗΕ. «Θα ήθελα ο ΟΗΕ να έκανε περισσότερα. Θα ήθελα να μην υπήρχε ανάγκη για Συμβούλιο Ειρήνης», δήλωσε στους δημοσιογράφους. «Ο ΟΗΕ δεν έχει φανεί ιδιαίτερα ωφέλιμος. Πιστεύω πολύ στις δυνατότητές του, όμως δεν τις έχει αξιοποιήσει ποτέ». Ωστόσο, παρά την κριτική, δεν αναφέρθηκε σε πιθανή διάλυσή του.

Για τη διευθυντική επιτροπή του Συμβουλίου Ειρήνης επελέγησαν, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Στηβ Γουίτκοφ, ο γαμπρός του Τραμπ Τζάρεντ Κούσνερ και ο πρώην Βρετανός πρωθυπουργός Τόνυ Μπλαιρ. Συμμετέχουν επίσης ο επικεφαλής επενδυτικού ομίλου Μαρκ Ρόουαν, ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας Αζάι Μπάγκα και ο αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ Ρόμπερτ Γκάμπριελ.

Επικεφαλής της Εθνικής Επιτροπής που θα συσταθεί για την προσωρινή διαχείριση της Γάζας θα είναι ο Παλαιστίνιος αξιωματούχος Αλί Αμπντέλ Χαμίντ Σάαθ. Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα κατά την τελετή ίδρυσης του Συμβουλίου, ο Σάαθ ανακοίνωσε πως το πέρασμα της Ράφα στα σύνορα Αιγύπτου και Γάζας θα ανοίξει και προς τις δύο κατευθύνσεις μέσα στην επόμενη εβδομάδα.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο βήμα, κατά τη διάρκεια δεξίωσης για επιχειρηματικούς ηγέτες στην ετήσια συνάντηση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) στο Νταβός. Ελβετία, 21 Ιανουαρίου 2026. (Chip Somodevilla/Getty Images)

 

Ύπατος εκπρόσωπος για τη Γάζα τοποθετήθηκε ο Βούλγαρος διπλωμάτης και πρώην απεσταλμένος του ΟΗΕ στη Μέση Ανατολή, Νικολάι Μλαντένοφ. Ο συγκεκριμένος ρόλος προβλέπει τον συντονισμό μεταξύ του Συμβουλίου Ειρήνης και της Εθνικής Επιτροπής Διοίκησης της Γάζας.

Στο πλαίσιο της ειρηνευτικής διαδικασίας, η Χαμάς συμφώνησε στον αφοπλισμό της. Ο Τραμπ, μιλώντας στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός στις 21 Ιανουαρίου, προειδοποίησε για σοβαρές συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης της συμφωνίας, δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως «η Χαμάς θα αφανιστεί».

«Συνολικά, 59 χώρες συμμετέχουν σε αυτή τη συμφωνία ειρήνης», ανέφερε στην ομιλία του. «Και θέλουν να εμπλακούν, να εξουδετερώσουν τη Χαμάς. Θέλουν να βοηθήσουν με κάθε τρόπο. Στον Λίβανο υπάρχει πρόβλημα με τη Χεζμπολάχ — θα δούμε τι θα γίνει εκεί».

Ο Τραμπ αναμένεται να επιστρέψει στην Ουάσιγκτον αμέσως μετά την ολοκλήρωση των επαφών του στο αλπικό χωριό.

Με τη συμβολή του Ryan Morgan

Ο Τραμπ δηλώνει αποφασισμένος για τη Γροιλανδία και προειδοποιεί για Ρωσία-Κίνα στην Αρκτική

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε την Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026 το ενδιαφέρον του να τεθεί η Γροιλανδία υπό αμερικανικό έλεγχο, επικαλούμενος την αυξανόμενη απειλή από τη Ρωσία και την Κίνα στην Αρκτική. Οι δηλώσεις του έγιναν στον απόηχο της κριτικής που δέχθηκε από ευρωπαϊκές χώρες και νατοϊκούς συμμάχους.

Όπως δήλωσε σε δημοσιογράφους στις 9 Ιανουαρίου 2026, κατά τη διάρκεια συνάντησης με στελέχη πετρελαϊκών εταιρειών στον Λευκό Οίκο, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα ανεχθούν να έχουν τη Ρωσία ή την Κίνα ως «γείτονα». Όταν ρωτήθηκε ποιο θα μπορούσε να είναι το τίμημα μιας πιθανής αγοράς της Γροιλανδίας, απάντησε ότι προς το παρόν δεν μιλά σε οικονομικό επίπεδο. Αν και ενδέχεται να το κάνει αργότερα, αυτή τη στιγμή οι Ηνωμένες Πολιτείες πρόκειται να προχωρήσουν σε ενέργειες για τη Γροιλανδία, είτε αυτό αρέσει είτε όχι στους ενδιαφερόμενους, επεσήμανε, υποστηρίζοντας ότι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κινηθούν τώρα, τότε είτε η Ρωσία είτε η Κίνα θα πάρουν τη Γροιλανδία. Συμπλήρωσε δε ότι η Ουάσιγκτον θα κάνει κάτι για τη Γροιλανδία, «είτε με τον καλό είτε με τον πιο δύσκολο τρόπο».

Από τη στιγμή που η κυβέρνηση Τραμπ συνέλαβε τον πρώην ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, σε στρατιωτική επιχείρηση στις 3 Ιανουαρίου 2026, η ρητορική της διοίκησης περί απόκτησης της Γροιλανδίας — η οποία αποτελεί έδαφος της Δανίας και την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος έχει χαρακτηρίσει ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ — έχει επανέλθει με ένταση. Η πιο πρόσφατη συζήτηση για την προτεινόμενη απόκτηση ξεκίνησε αφού ο κορυφαίος σύμβουλος του Λευκού Οίκου, Στήβεν Μίλλερ, δήλωσε στον Τζέικ Τάπερ του CNN στις 5 Ιανουαρίου 2026 ότι  «κανείς δεν πρόκειται να πολεμήσει με στρατιωτικά μέσα τις Ηνωμένες Πολιτείες για το μέλλον της Γροιλανδίας».

Παρότι ο Τραμπ και αξιωματούχοι του έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για την αγορά της Γροιλανδίας, δεν έχουν αποκλείσει το ενδεχόμενο χρήσης στρατιωτικής δύναμης, κάτι που έχει προκαλέσει τις επικρίσεις συμμάχων στο ΝΑΤΟ, πολλών Δημοκρατικών και ορισμένων Ρεπουμπλικανών.

Σε κοινή ανακοίνωση που εκδόθηκε στις 6 Ιανουαρίου 2026, οι ηγέτες της Γροιλανδίας, της Δανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Πολωνίας, της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου τόνισαν ότι μόνο η Δανία και η Γροιλανδία έχουν λόγο για ζητήματα που τις αφορούν.

Την επόμενη μέρα, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, είπε σε δημοσιογράφους ότι η αγορά της Γροιλανδίας «αυτή τη στιγμή συζητείται ενεργά από τον πρόεδρο και την ομάδα εθνικής ασφάλειας».

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Καπιτώλιο στις 7 Ιανουαρίου 2026, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ανέφερε ότι το ενδιαφέρον του Τραμπ για την απόκτηση της Γροιλανδίας δεν είναι νέο ούτε για τον ίδιο ούτε για την αμερικανική ιστορία, σημειώνοντας ότι ο πρόεδρος Χάρρυ Τρούμαν είχε επιδιώξει κάτι αντίστοιχο. Πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση θέλει να διατηρήσει στο τραπέζι την επιλογή της χρήσης βίας, εργαλείο που η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί συστηματικά στις διαπραγματεύσεις εξωτερικής πολιτικής εδώ και χρόνια.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Ρούμπιο δήλωσε ότι δεν αναφερόταν ειδικά στη Γροιλανδία αλλά γενικότερα, προσθέτοντας ότι, όταν ένας πρόεδρος εντοπίζει απειλή για την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών, κάθε πρόεδρος διατηρεί την επιλογή να την αντιμετωπίσει και με στρατιωτικά μέσα.

Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία περιλαμβάνει τη διαστημική βάση Pituffik, γνωστή στο παρελθόν ως αεροπορική βάση Thule. Ο αρκτικός αυτός χώρος, όπου υπάρχουν Αμερικανοί από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε δεχθεί επίσκεψη από τον αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς τον Μάρτιο του 2025.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Τραμπ είπε επίσης ότι δηλώνει «θαυμαστής της Δανίας», όμως πρόσθεσε ότι το γεγονός πως ένα πλοίο αποβιβάστηκε εκεί πριν από 500 χρόνια δεν σημαίνει, κατά την άποψή του, ότι η Δανία «κατέχει τη γη». Τέλος, υποστήριξε ότι, αν κανείς κοιτάξει «έξω από τη Γροιλανδία» αυτή τη στιγμή, θα δει ρωσικά και κινεζικά αντιτορπιλικά —και μεγαλύτερα— καθώς και ρωσικά υποβρύχια «παντού». Κατέληξε λέγοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρόκειται να επιτρέψουν στη Ρωσία ή την Κίνα να καταλάβουν τη Γροιλανδία.

Με τη συμβολή του Nathan Worcester

Σημαντικές επενδύσεις αναμένονται στη Βενεζουέλα από αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες

Κορυφαία στελέχη αμερικανικών πετρελαϊκών ομίλων προσκάλεσε προσφάτως ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στην Ουάσιγκτον, προκειμένου να συζητηθούν επενδυτικές προτάσεις για την αποκατάσταση των πετρελαϊκών υποδομών της Βενεζουέλας.

«Θα εξετάσουμε πώς  μπορούν να συμβάλουν αυτές οι μεγάλες αμερικανικές εταιρείες στην ταχεία ανασυγκρότηση της παραμελημένης πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας, αποδίδοντας εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου προς όφελος των Ηνωμένων Πολιτειών, του λαού της Βενεζουέλας και ολόκληρου του κόσμου», δήλωσε ο Τραμπ υποδεχόμενος τους επικεφαλής των εταιρειών. «Μαζί, Βενεζουέλα και ΗΠΑ, διαθέτουμε το 55% του πετρελαίου του κόσμου», ανέφερε υπογραμμίζοντας ότι οι ενεργειακοί κολοσσοί πρόκειται να επενδύσουν τουλάχιστον 100 δισ. δολάρια για την αποκατάσταση των παραγωγικών δυνατοτήτων και των σχετικών υποδομών στη Βενεζουέλα.

Διαβεβαίωσε τους συμμετέχοντες πως οι εταιρείες θα τύχουν εγγυήσεων ασφαλείας και πως θα απασχολήσουν κυρίως Βενεζουελάνους εργαζομένους, με την παρουσία κάποιων Αμερικανών. Στη συνάντηση έδωσαν το παρών, μεταξύ άλλων, οι Chevron, Exxon, ConocoPhillips και άλλοι πετρελαϊκοί κολοσσοί.

Προτού πραγματοποιηθεί η συνάντηση, ο Τραμπ ανήρτησε στη διαδικτυακή του πλατφόρμα Truth Social πως το αντικείμενο των συνομιλιών θα ήταν κυρίως το πετρέλαιο της Βενεζουέλας και η σχέση με τη χώρα σε βάθος χρόνου, με έμφαση στην ασφάλεια και την ευημερία του λαού της. Όπως τόνισε: «Ένας πολύ σημαντικός παράγοντας είναι η μείωση της τιμής του πετρελαίου για τον αμερικανικό λαό. Επιπλέον — και ίσως σημαντικότερο απ’ όλα — είναι ο τερματισμός της εισροής ναρκωτικών και εγκληματιών στις Ηνωμένες Πολιτείες».

Η διοίκηση Τραμπ στρέφεται στις μεγάλες εταιρείες του αμερικανικού ενεργειακού τομέα προκειμένου να επιβλέψουν την ανασυγκρότηση της κατεστραμμένης πετρελαϊκής υποδομής της Βενεζουέλας, μετά την απομάκρυνση του ηγέτη του καθεστώτος, Νικολάς Μαδούρο. Σε συνέντευξή του στους New York Times, ο Τραμπ ξεδίπλωσε το όραμά του: «Θα χρησιμοποιήσουμε το πετρέλαιο και θα το αξιοποιήσουμε», είπε, υποστηρίζοντας πως αυτή η στρατηγική θα συμβάλει στη μείωση των διεθνών τιμών και θα προσφέρει αναγκαίους πόρους στους Βενεζουελάνους.

Η αμερικανική κυβέρνηση αναμένει ότι οι μεγάλες εταιρείες θα αναλάβουν την εξόρυξη και τη διανομή του πετρελαίου παγκοσμίως. Το υπουργείο Ενέργειας παρουσίασε τη σχετική στρατηγική στις 7 Ιανουαρίου, διευκρινίζοντας ότι όλα τα έσοδα από τις πωλήσεις θα τελούν υπό τον έλεγχο της αμερικανικής κυβέρνησης, με στόχο να ωφελήσουν τον λαό τόσο της Βενεζουέλας όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών. 

Παράλληλα, η κυβέρνηση χαλαρώνει επιλεκτικά τις κυρώσεις στις βενεζουελάνικες εξαγωγές πετρελαίου, για να διευκολύνει τη διακίνησή του στις διεθνείς αγορές. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ, μιλώντας στη Λέσχη Οικονομίας της Μιννεσότα στις 8 Ιανουαρίου, παρατήρησε ότι οι μεγάλοι πετρελαϊκοί παίκτες συνήθως δρουν με αργούς ρυθμούς και δείχνουν περιορισμένο ενδιαφέρον για ευκαιρίες στη Βενεζουέλα. «Αντίθετα, οι μικρότερες εταιρείες δείχνουν πιο έντονο ενδιαφέρον να βρεθούν στη Βενεζουέλα — θέλουν να φτάσουν εκεί, χτες κιόλας», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Ο Τραμπ, μέσω του Truth Social, υπογράμμισε και το έντονο ενδιαφέρον των ενεργειακών κολοσσών: «Οι μεγαλύτερες πετρελαϊκές του κόσμου έρχονται στον Λευκό Οίκο στις 14:30. Όλοι θέλουν να είναι εδώ. […] Κρίμα που η μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων δεν έχει ολοκληρωθεί, γιατί θα ήταν γεμάτη. Ζητάμε συγγνώμη από όσες εταιρείες δεν μπορέσαμε να προσκαλέσουμε σήμερα».

Σε δήλωσή της, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Τέιλορ Ρότζερς σχολίασε: «Ο αμερικανικός λαός, οι ενεργειακές εταιρείες και ο λαός της Βενεζουέλας θα ωφεληθούν σημαντικά από αυτές τις άνευ προηγουμένου επενδύσεις στις πετρελαϊκές υποδομές της Βενεζουέλας».

Μετά τη σύλληψή του από τις αμερικανικές δυνάμεις στην πρωτεύουσα Καράκας, και ο Μαδούρο καθώς και η σύζυγός του, Σίλια Φλόρες, μεταφέρθηκαν στη Νέα Υόρκη, όπου κρατούνται αντιμετωπίζοντας ομοσπονδιακές κατηγορίες, μεταξύ άλλων για διακίνηση ναρκωτικών. Ο Μαδούρο, καταθέτοντας στο δικαστήριο, δήλωσε ότι παραμένει πρόεδρος της χώρας και χαρακτήρισε τη σύλληψή του «απαγωγή». Την ίδια ημέρα, η Βουλή της Βενεζουέλας όρισε ως μεταβατική πρόεδρο την αντιπρόεδρο, Ντέλσι Ροντρίγκες.

Ο Τραμπ μπλοκάρει πώληση αμερικανικής εταιρείας μικροτσίπ σε Κινέζους για λόγους εθνικής ασφάλειας

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε την Παρασκευή διάταγμα με το οποίο ακυρώνει την εξαγορά των περιουσιακών στοιχείων μικροτσίπ και παραγωγής ημιαγωγών της εταιρείας Emcor από την εταιρεία HieFo, επικαλούμενος ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.

Η εν λόγω απόφαση απαγορεύει στη HieFo, η οποία έχει έδρα στο Ντέλαγουερ αλλά ελέγχεται από Κινέζο υπήκοο, να κατέχει τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνουν τις ψηφιακές μονάδες μικροτσίπ και τις σχετιζόμενες δραστηριότητες σχεδιασμού, παραγωγής και επεξεργασίας, τα οποία είχαν αγοραστεί από την Emcor, εταιρεία με έδρα το Νιου Τζέρσεϋ.

Στο προεδρικό διάταγμα επισημαίνεται πως υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι η HieFo, αποκτώντας τα περιουσιακά στοιχεία της Emcor, θα μπορούσε να προβεί σε ενέργειες που απειλούν να βλάψουν την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, ορίζεται δε πως η εταιρεία έχει προθεσμία 180 ημερών για να εκποιήσει όλα τα εν λόγω στοιχεία, εκτός εάν η Επιτροπή Ξένων Επενδύσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες (CFIUS) παρατείνει τη διορία.

Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί διυπηρεσιακό όργανο το οποίο εξετάζει ξένες επενδύσεις στις ΗΠΑ ως προς τους πιθανούς κινδύνους για την εθνική ασφάλεια. Ο πρόεδρος πήρε την απόφαση έπειτα από σχετική γνωμοδότηση της CFIUS, που διαπίστωσε κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια λόγω της συναλλαγής, όπως ανακοίνωσε το υπουργείο Οικονομικών. Οι ανησυχίες αφορούσαν όχι μόνο την πρόσβαση της HieFo στη πνευματική ιδιοκτησία, τεχνογνωσία και ειδικές γνώσεις της Emcor, αλλά και τον κίνδυνο να μεταφερθούν τα μικροτσίπ που παράγει η Emcor εκτός ΗΠΑ.

Σύμφωνα με το διάταγμα, η HieFo και οι συνδεδεμένες εταιρείες της υποχρεούνται να εκποιήσουν κάθε συμφέρον και δικαίωμα επί των περιουσιακών στοιχείων της Emcor, όπου κι αν αυτά βρίσκονται. Σε αυτά περιλαμβάνονται συμβόλαια, αποθέματα, υλικά αγαθά, εξοπλισμός, πάγια, απαιτήσεις, άδειες λειτουργίας, ακίνητα (μισθωμένα ή ιδιόκτητα της Emcor) και διανοητική ιδιοκτησία.

Με ανακοίνωσή της το 2024, η HieFo είχε γνωστοποιήσει την ολοκλήρωση της εξαγοράς σχεδόν όλων των μη βασικών και παροπλισμένων δραστηριοτήτων παραγωγής μικροτσίπ και της μονάδας επεξεργασίας δισκίων NP της Emcor. Η συμφωνία προέβλεπε τη μεταβίβαση εξοπλισμού, συμβολαίων, διανοητικής ιδιοκτησίας και αποθεμάτων από τις εγκαταστάσεις της Emcor στην Αλάμπρα της Καλιφόρνια. Στην ίδια ανακοίνωση, οι Γκονζάο Ζανγκ και Χάρρυ Μουρ αναφέρονταν ως συνιδρυτές της νέας εταιρείας. Ο Ζανγκ, μέχρι πρότινος αντιπρόεδρος μηχανικής της Emcor, ανέλαβε διευθύνων σύμβουλος της HieFo.

«Με αξιοποίηση περισσότερων από σαράντα ετών καινοτομίας της Emcor στα οπτικο-ηλεκτρονικά, θα συνεχίσουμε να αναπτύσσουμε τις πιο καινοτόμες και ανατρεπτικές λύσεις για τους κλάδους των τηλεπικοινωνιών, της διασύνδεσης δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης», δήλωσε ο Ζανγκ. «Διαθέτοντας έμπειρη βασική ομάδα και ισχυρή οικονομική στήριξη, θα επανεκκινήσουμε τις λειτουργίες με ταχύ ρυθμό».

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τραμπ μπλοκάρει ανάλογη συμφωνία. Τον Ιούλιο είχε εκδώσει διάταγμα που ακύρωνε την εξαγορά της εταιρείας Jupiter Systems του Ντέλαγουερ από την κινεζικών συμφερόντων Suirui International. Η απόφαση ελήφθη κατόπιν γνωμοδότησης της CFIUS, η οποία διαπίστωσε κινδύνους λόγω της πιθανής χρήσης προϊόντων της Jupiter σε στρατιωτικά συστήματα και κρίσιμες υποδομές. Με το διάταγμα, ο πρόεδρος διέταξε την ακύρωση της εξαγοράς, η οποία είχε ολοκληρωθεί τον Φεβρουάριο του 2020, και την υποχρέωση της εταιρείας με έδρα το Χονγκ Κονγκ να εκποιήσει όλα τα δικαιώματά της στη Jupiter.

Στις 21 Φεβρουαρίου 2025, ο Τραμπ είχε υπογράψει υπόμνημα για την αντιμετώπιση των απειλών στην εθνική ασφάλεια που πηγάζουν από κινεζικές επενδύσεις στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με το υπόμνημα, «οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αξιοποιήσουν κάθε νόμιμο μέσο, συμπεριλαμβανομένης της CFIUS, για να περιορίσουν τις κινεζικές επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς όπως η τεχνολογία, οι υποδομές, η υγεία, η γεωργία, η ενέργεια και οι πρώτες ύλες».

Όπως τόνισε ο Λευκός Οίκος σε ενημερωτικό σημείωμα, «οι Ηνωμένες Πολιτείες θα θεσπίσουν νέους κανόνες για να αποτρέψουν την εκμετάλλευση του κεφαλαίου, της τεχνολογίας και της γνώσης της χώρας από εχθρικές δυνάμεις, όπως η Κίνα, διασφαλίζοντας ότι μόνο επενδύσεις που εξυπηρετούν τα αμερικανικά συμφέροντα θα εγκρίνονται».

Οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν προσωρινά τη διακυβέρνηση στη Βενεζουέλα μετά τη σύλληψη του Μαδούρο

Στις 3 Ιανουαρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάβουν ουσιαστικά τη διακυβέρνηση της Βενεζουέλας έως ότου επιτευχθεί ειρηνική μετάβαση της εξουσίας, έπειτα από τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις νωρίτερα την ίδια ημέρα.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, ο Τραμπ δήλωσε: «Θα αναλάβουμε τη διοίκηση της χώρας μέχρι να επιτευχθεί η ασφαλής, ομαλή και δίκαιη μετάβαση της εξουσίας. Δεν θέλουμε να εμπλακούμε στο ποιος θα ανεβεί στην ηγεσία. Θέλουμε ειρήνη, ελευθερία και δικαιοσύνη για τον λαό της Βενεζουέλας — και αυτό αφορά πολλούς Βενεζουελάνους που ζουν σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες και επιθυμούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Είναι η γη τους».

Ο Τραμπ ανήγγειλε επίσης την επιστροφή μεγάλων αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών στη Βενεζουέλα: «Οι μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρίες μας, οι μεγαλύτερες στον κόσμο, θα πάνε να δαπανήσουν δισεκατομμύρια δολάρια, να διορθώσουν τις σοβαρά κατεστραμμένες πετρελαϊκές υποδομές και να αρχίσουν δημιουργούν εισόδημα για τη χώρα». Απευθυνόμενος στους Βενεζουελάνους, ο Τραμπ υπογράμμισε την προοπτική ευημερίας: «Θα έχετε ειρήνη, δικαιοσύνη, θα αποκτήσετε τα πλούτη που έπρεπε να απολαμβάνετε εδώ και καιρό. Σας τα στέρησαν». Αυτή τη στιγμή, η Chevron είναι η μοναδική μεγάλη αμερικανική πετρελαϊκή εταιρία που λειτουργεί στη Βενεζουέλα.

Εν τω μεταξύ, το εμπάργκο των ΗΠΑ στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας παραμένει σε πλήρη ισχύ, ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ θα παραμείνουν εκεί μέχρι οι απαιτήσεις των ΗΠΑ να ικανοποιηθούν πλήρως, συμπλήρωσε ο Αμερικανός πρόεδρος. «Η αμερικανική αρμάδα παραμένει σε ετοιμότητα στη θέση της, και οι ΗΠΑ διατηρούν όλες τις στρατιωτικές επιλογές μέχρι οι απαιτήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών να εκπληρωθούν και να ικανοποιηθούν πλήρως».

Για τη διαχείριση της χώρας θα οριστεί ειδική ομάδα, η οποία θα περιλαμβάνει τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και τον υπουργό Πολέμου Πητ Χέγκσεθ, οι οποίοι ήταν παρόντες στη συνέντευξη Τύπου. «Εκείνοι θα ηγηθούν μέχρι να επανέλθει η χώρα στην ομαλότητα», τόνισε ο Τραμπ.

Ωστόσο, επικρατεί αβεβαιότητα για το ποιος θα αναλάβει τελικά την ηγεσία της Βενεζουέλας. Η Μαρία Καρίνα Ματσάδο, εξέχουσα μορφή της αντιπολίτευσης και βραβευμένη με το Νόμπελ Ειρήνης, αποκλείστηκε από την υποψηφιότητα για την προεδρία από το Ανώτατο Δικαστήριο του Μαδούρο τον Ιανουάριο του 2024. Μετά τις αμφιλεγόμενες εκλογές του 2024, οι Ηνωμένες Πολιτείες,  ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Αργεντινή, η Χιλή και η Ευρώπη αναγνώρισαν τον Εντμούντο Γκονθάλεθ ως τον νόμιμο νεοεκλεγέντα πρόεδρο της Βενεζουέλας. Η Ματσάδο δήλωσε: «Μια κυβέρνηση υπό τον Γκονθάλεθ, τον ηγέτη που επέλεξε ο λαός μας πριν από έναν χρόνο, είναι έτοιμη να αναλάβει την εξουσία».

Από τη Νορβηγία, η Ματσάδο διαμήνυσε ότι ο Γκονθάλεθ, ο οποίος διαμένει στην Ισπανία, είναι έτοιμος να επιστρέψει στο Καράκας εντός των πρώτων 100 ωρών και να σχηματίσει νέα κυβέρνηση μέσα σε 100 ημέρες. Κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να στηρίξει τη διαδικασία, τονίζοντας: «Είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε τη διακυβέρνηση. Έχουμε τις ομάδες, έχουμε τα σχέδια. Ζητάμε από τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής και της Ευρώπης να δημοσιοποιήσουν πλήρως όλες τις πληροφορίες που έχουν, και γνωρίζουμε ότι έχουν, σχετικά με τις εγκληματικές δραστηριότητες του Μαδούρο και των συνεργατών του».

Σχετικά με την προοπτική ηγεσίας της Ματσάδο, ο Τραμπ εξέφρασε επιφυλάξεις κατά τη συνέντευξη Τύπου: «Θα ήταν πολύ δύσκολο να γίνει ηγέτιδα. Δεν διαθέτει την αναγκαία στήριξη ούτε τον σεβασμό μέσα στη χώρα. Είναι πολύ καλή γυναίκα, αλλά δεν έχει το απαραίτητο κύρος».

Με πληροφορίες από το ΑΠΕ-ΜΠΕ