Τετάρτη, 18 Μαρ, 2026

Ο Τραμπ καλεί την Ουκρανία να επισπεύσει τη συμφωνία με τη Ρωσία ενόψει συνομιλιών στη Γενεύη

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, κάλεσε στις 16 Φεβρουαρίου το Κίεβο να επιδιώξει άμεση συμφωνία με τη Μόσχα, λίγο πριν από τις τριμερείς διαβουλεύσεις που θα πραγματοποιηθούν στη Γενεύη της Ελβετίας, με στόχο τον τερματισμό της σύγκρουσης στην Ουκρανία. «Η Ουκρανία καλύτερα να προσέλθει στο τραπέζι γρήγορα», δήλωσε σε δημοσιογράφους στο προεδρικό αεροσκάφος Air Force One, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του προς την Ουάσιγκτον, προσθέτοντας: «Αυτό μόνο σας λέω».

Οι αμερικανικές, ουκρανικές και ρωσικές αντιπροσωπείες ετοιμάζονται να συναντηθούν στη Γενεύη στις 17 Φεβρουαρίου, για τον τρίτο γύρο τριμερών συνομιλιών. Το ζήτημα της επικράτειας παραμένει το πλέον δυσεπίλυτο στις διαπραγματεύσεις, καθώς η Ρωσία επιμένει να αναγνωρίσει η Ουκρανία απώλεια εδαφών. Από το 2014, οπότε η Μόσχα προσάρτησε την Κριμαία και μέχρι τη νέα εισβολή το 2022, τα ρωσικά στρατεύματα έχουν διευρύνει την κατοχή τους και ελέγχουν πλέον περίπου το 20% της ουκρανικής επικράτειας όπως ήταν πριν το 2014.

Στη συντριπτική πλειονότητα της επαρχίας Ντονέτσκ κυριαρχούν οι ρωσικές δυνάμεις, ενώ ζητούν από το Κίεβο να παραχωρήσει και το υπόλοιπο 20% που δεν κατάφεραν να καταλάβουν δια της βίας — κάτι στο οποίο η ουκρανική πλευρά αντιστέκεται σθεναρά.

Την ίδια ημέρα, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι εμφανίστηκε ανυποχώρητος στο θέμα των εδαφών, ζητώντας εγγυήσεις ασφαλείας με τη σφραγίδα του Κογκρέσου των ΗΠΑ πριν το Κίεβο συναινέσει σε οποιαδήποτε τελική συμφωνία με τη Μόσχα. «Νομίζω ότι πρώτα χρειάζονται εγγυήσεις ασφαλείας. Δεύτερον, δεν θα παραδώσουμε τις περιοχές μας επειδή είμαστε έτοιμοι για συμβιβασμό. Τι είδους συμβιβασμό είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε; Όχι εκείνον που θα επιτρέψει στη Ρωσία να ανασυνταχθεί γρήγορα, να επιστρέψει και να μας καταλάβει ξανά. Αυτό είναι το σημαντικό», τόνισε.

Ο επικεφαλής της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών της Ουκρανίας, Κυρίλο Μποντάνοφ, συναντά τον πρόεδρο της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, στο Κίεβο της Ουκρανίας, σε αυτή τη φωτογραφία που δημοσιεύθηκε στις 2 Ιανουαρίου 2026. Υπηρεσία Τύπου του Προέδρου της Ουκρανίας/Δελτίο Τύπου μέσω Reuters

 

Οι δηλώσεις του Ζελένσκι ακολούθησαν τα μηνύματά του από τις 14 Φεβρουαρίου, όπου είχε εκφράσει την ελπίδα πως οι επερχόμενες τριμερείς διαπραγματεύσεις θα είναι «σοβαρές, ουσιαστικές, ωφέλιμες για όλους μας, αλλά ειλικρινά, μερικές φορές έχει κανείς την αίσθηση πως οι πλευρές μιλούν για εντελώς διαφορετικά πράγματα».

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, επεσήμανε πως αυτός ο γύρος συνομιλιών θα είναι ευρύτερος από τις προηγούμενες διαβουλεύσεις που είχαν διεξαχθεί στο Αμπού Ντάμπι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, δηλώνοντας: «Αυτή τη φορά σκοπεύουμε να συζητήσουμε μια ευρύτερη ατζέντα, εστιάζοντας στα θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν τα εδάφη και άλλες απαιτήσεις». Πρόσθεσε επίσης: «Γι’ αυτό απαιτείται η παρουσία του επικεφαλής διαπραγματευτή μας, του Μεντίνσκι».

Στις 16 Φεβρουαρίου, ο Πεσκόφ ανέφερε ακόμη: «Δεν έχουμε σκοπό να κάνουμε δηλώσεις ή σχόλια» σχετικά με την πρόοδο των συνομιλιών. Δήλωσε ότι δεν προβλέπεται επίσημη ανακοίνωση από την αμερικανική κυβέρνηση για τη σύνθεση της αποστολής στη Γενεύη, σημειώνοντας ωστόσο πως στους προηγούμενους γύρους συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ και ο γαμπρός του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ.

Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών στην Ελβετία, αμερικανοί αξιωματούχοι αναμένεται παράλληλα να πραγματοποιήσουν επαφές και με Ιρανούς αξιωματούχους για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, μετατρέποντας τη Γενεύη σε διπλωματικό κέντρο για την Ουάσιγκτον.

Επικεφαλής της ρωσικής αποστολής είναι ο σύμβουλος του προέδρου Πούτιν, Βλαντιμίρ Μεντίνσκι, με τη συμμετοχή του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Μιχαήλ Γκαλουζίν και του Ιγκόρ Κοστιούκοφ, επικεφαλής της γενικής διεύθυνσης του ρωσικού Γενικού Επιτελείου, σύμφωνα με το πρακτορείο TASS.

Από ουκρανικής πλευράς, η αποστολή θα ηγηθεί ο γραμματέας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας της Ουκρανίας, Ρουστάμ Γιουμάροφ, με τη συνοδεία του Κίριλ Ομπιουντίνοφ, επικεφαλής της κύριας διεύθυνσης πληροφοριών, και του Σεργκέι Κίσλιτσια, ανώτερου συμβούλου του Ζελένσκι, όπως ανέφερε ο Γιουμάροφ σε ανάρτησή του στις 13 Φεβρουαρίου.

Ο Ζελένσκι ζητά εγγυήσεις ασφάλειας από το Κογκρέσο των ΗΠΑ πριν από κάθε ειρηνευτική συμφωνία με τη Μόσχα

Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι ζήτησε στις 16 Φεβρουαρίου δεσμευτικές εγγυήσεις ασφάλειας που να έχουν εγκριθεί από το Κογκρέσο των ΗΠΑ, προτού προχωρήσει οποιαδήποτε συμφωνία ειρήνης μεταξύ Κιέβου και Μόσχας.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Ζελένσκι υπογράμμισε πως οι αμερικανικές εγγυήσεις θα είναι ουσιαστικές μόνο αφού περάσουν με ψηφοφορία από το Κογκρέσο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Ουάσιγκτον πιέζει την Ουκρανία να παραχωρήσει εδάφη προτού δοθούν τέτοιες διαβεβαιώσεις.

«Όταν ζητάς συμβιβασμούς από ανθρώπους που βρίσκονται υπό επίθεση και δεν είναι οι επιτιθέμενοι, τι τους προσφέρεις; Δεν εμπιστεύονται κανέναν. Δεν εμπιστεύονται κανέναν επειδή έχουμε το Μνημόνιο της Βουδαπέστης. Αυτό ήταν εγγυήσεις ασφάλειας. Εγκαταλείψαμε τα πυρηνικά και άλλα όπλα, μεγάλο αριθμό αεροσκαφών, δεκάδες μαχητικά. Τα παραδώσαμε και λάβαμε εγγυήσεις για την κυριαρχία και την ανεξαρτησία μας. Τελικά, δεν έχουμε αυτά τα όπλα και δεν έχουμε εγγυήσεις ασφάλειας. Κανείς δεν έσωσε την ανεξαρτησία μας», τόνισε ο Ουκρανός πρόεδρος.

Στη συνέχεια υπογράμμισε: «Γι’ αυτό οι πολίτες πρέπει να δουν πώς θα μοιάζουν οι εγγυήσεις ασφάλειας. Πρώτα, θέλουμε εγγυήσεις ασφάλειας. Δεύτερον, δεν πρόκειται να εγκαταλείψουμε τα εδάφη μας επειδή είμαστε έτοιμοι για συμβιβασμό. Σε τι είδους συμβιβασμό είμαστε διατεθειμένοι; Όχι σε εκείνον που αφήνει στη Ρωσία τη δυνατότητα να ανακάμψει γρήγορα και να επιστρέψει για να μας καταλάβει ξανά. Αυτό είναι το ουσιώδες ζήτημα».

Η Epoch Times επικοινώνησε με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και τον Λευκό Οίκο για να ζητήσει σχόλιο, αλλά δεν έλαβε απάντηση έως τη δημοσίευση του άρθρου.

Οι δηλώσεις του Ζελένσκι έρχονται να προστεθούν σε τοποθετήσεις του κατά την επίσκεψή του στο Βίλνιους της Λιθουανίας τον Ιανουάριο, όπου είχε αναφέρει ότι το αμερικανικό κείμενο με τις εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία είναι έτοιμο και το μόνο που απομένει είναι να υπογραφεί. «Για εμάς, οι εγγυήσεις ασφαλείας σημαίνουν κατά κύριο λόγο εγγυήσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το έγγραφο είναι έτοιμο στο 100% και περιμένουμε από τους εταίρους μας να επιβεβαιώσουν την ημερομηνία και τον τόπο για την υπογραφή», δήλωσε ο Ζελένσκι σε συνέντευξη Τύπου στο Βίλνιους.

Πρόσθεσε ότι, μετά την υπογραφή του σχετικού εγγράφου, αυτό θα διαβιβαστεί προς επικύρωση τόσο στο Κογκρέσο των ΗΠΑ όσο και στην ουκρανική Βουλή. Αν και δεν έδωσε τότε λεπτομέρειες για το περιεχόμενο των εγγυήσεων, δεν έχει προβεί σε περαιτέρω διευκρινίσεις έκτοτε.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ζελένσκι έρχονται μία ημέρα πριν τον επόμενο γύρο τριμερών ειρηνευτικών συνομιλιών ανάμεσα σε Ουκρανία, Ρωσία και Ηνωμένες Πολιτείες, που ξεκινούν στη Γενεύη της Ελβετίας στις 17 Φεβρουαρίου. Η Μόσχα ανέφερε στις 16 Φεβρουαρίου ότι αυτή τη φορά οι συζητήσεις θα καλύψουν ευρύτερη θεματολογία σε σύγκριση με τις προηγούμενες διαβουλεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Αμπού Ντάμπι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, σημείωσε σχετικά: «Αυτή τη φορά σκοπεύουμε να συζητήσουμε περισσότερα ζητήματα, εστιάζοντας στα βασικά που αφορούν τα εδάφη και άλλες απαιτήσεις. Για αυτό είναι απαραίτητη η παρουσία του επικεφαλής διαπραγματευτή μας, Μεντίνσκι».

Το θέμα της επικράτειας παραμένει αγκάθι στις διαπραγματεύσεις, καθώς η Ρωσία έχει καταλάβει την Κριμαία από το 2014. Από την έναρξη της νέας εισβολής το Φεβρουάριο του 2022, οι ρωσικές δυνάμεις έχουν κάνει εδαφικές προόδους και πλέον ελέγχουν περίπου το 20% της Ουκρανίας βάσει των συνόρων του 2014. Η Ρωσία διατηρεί τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της επαρχίας Ντονέτσκ και ζητεί από το Κίεβο να παραχωρήσει και το υπόλοιπο 20% της επαρχίας που ακόμη δεν έχουν θέσει υπό τον έλεγχό τους οι ρωσικές δυνάμεις. Το Κίεβο αντιστέκεται σθεναρά σε αυτό το ενδεχόμενο.

Στην Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου στις 14 Φεβρουαρίου, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, τόνισε ότι τα ζητήματα που παραμένουν προς διαπραγμάτευση συνιστούν τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την επίτευξη ειρήνης.

Όπως σημείωσε: «Το θετικό είναι ότι τα θέματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν για να τελειώσει ο πόλεμος έχουν περιοριστεί. Το αρνητικό όμως είναι πως έχουν απομείνει οι πιο δύσκολες ερωτήσεις και μένει ακόμη δουλειά». Ο Ρούμπιο επεσήμανε επίσης ότι, παρά τις συνεχιζόμενες συνομιλίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να επιβάλλουν οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας.

Με τη συμβολή των Ράιαν Μόργκαν και Τζόζεφ Λορντ

Τουλάχιστον 7.000 νεκροί στις διαδηλώσεις στο Ιράν, λένε ακτιβιστές

Τουλάχιστον 7.002 άνθρωποι — 6.506 διαδηλωτές, 216 ανήλικοι, 214 «δυνάμεις προσκείμενες στην κυβέρνηση» και 66 «μη πολίτες, μη διαδηλωτές» — έχουν χάσει τη ζωή τους στο πλαίσιο των κινητοποιήσεων στο Ιράν, σύμφωνα με την HRANA, ιρανική οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων με έδρα τη Βιρτζίνια.

Η HRANA διασταυρώνει τις πληροφορίες της μέσω υποστηρικτών της στο Ιράν. Όπως έχει δηλώσει και παλιότερα, τα στοιχεία της βασίζονται αποκλειστικά σε «επαληθευμένες ατομικές αναφορές» και, σε αυτή την περίπτωση, είναι πιθανό οι αριθμοί να είναι στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτεροι. Σύμφωνα με την οργάνωση, περίπου 52.941 άνθρωποι συνελλήφθησαν στις διαδηλώσεις. Η εφημερίδα The Epoch Times σημειώνει ότι δεν είναι σε θέση να επαληθεύσει ανεξάρτητα τα στοιχεία.

Ο αριθμός της HRANA είναι υπερδιπλάσιος από τον απολογισμό που έχει δώσει η ιρανική κυβέρνηση, η οποία ανέφερε στις 21 Ιανουαρίου ότι είχαν σκοτωθεί 3.117 άνθρωποι, σύμφωνα με αναφορά του κρατικού Islamic Republic News Agency (IRNA). Η κυβέρνηση του Ιράν, στο παρελθόν, έχει υποεκτιμήσει ή δεν έχει αναφέρει απώλειες από αναταραχές, σύμφωνα με αναφορές του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, που επικαλούνται οργανώσεις δικαιωμάτων. Ακόμα και έτσι, ο αριθμός ξεπερνά τα θύματα της Ισλαμικής Επανάστασης του 1979.

Οι διαδηλώσεις πυροδοτήθηκαν από την εκτίναξη του πληθωρισμού και την κατάρρευση του ιρανικού ριάλ, όμως σταδιακά το επίκεντρό τους διευρύνθηκε, με ορισμένους να ζητούν την ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος στην Τεχεράνη, το οποίο συμπλήρωσε 39 χρόνια στην εξουσία στις 11 Φεβρουαρίου. Σε εκδήλωση για την επέτειο, ο πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, ζήτησε συγγνώμη από όσους επηρεάστηκαν από την αναταραχή.

Σύμφωνα με το IRNA, ο Πεζεσκιάν δήλωσε ότι, ως πρόεδρος, ζητά συγγνώμη από το ιρανικό έθνος για όλες τις ελλείψεις και τις στερήσεις και ότι η 14η κυβέρνηση έχει καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να επιλύσει τα προβλήματα του λαού με ισχύ και αποφασιστικότητα. Πρόσθεσε ότι αισθάνονται ντροπή και θεωρούν καθήκον τους να υπηρετήσουν όσους  επηρεάστηκαν από τα περιστατικά, από τους «μάρτυρες» στην αστυνομία μέχρι τους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC), και από τους Μπασίτζ έως εκείνους που, συνειδητά ή ασυνείδητα, παραπλανήθηκαν και έκαναν πράγματα που δεν θα έπρεπε να είχαν γίνει.

Παράλληλα, το Ιράν βρίσκεται σε συνομιλίες με τις ΗΠΑ για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, δήλωσε σε συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε στους Financial Times στις 12 Φεβρουαρίου ότι και οι δύο πλευρές δείχνουν ευελιξία στο ζήτημα, με την Ουάσιγκτον να εμφανίζεται «πρόθυμη» να ανεχθεί κάποιο βαθμό εμπλουτισμού. Ο Φιντάν, που έχει εμπλακεί σε συνομιλίες τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με την Τεχεράνη, ανέφερε ότι είναι θετικό το ότι οι Αμερικανοί φαίνεται να είναι πρόθυμοι να ανεχθούν ιρανικό εμπλουτισμό μέσα σε σαφώς καθορισμένα όρια. Πρόσθεσε ότι οι Ιρανοί αναγνωρίζουν πλέον πως χρειάζεται να καταλήξουν σε συμφωνία με τους Αμερικανούς και ότι οι Αμερικανοί κατανοούν πως οι Ιρανοί έχουν ορισμένα όρια, επισημαίνοντας ότι δεν έχει νόημα να επιχειρείται να εξαναγκαστούν.

Στο παρελθόν, η Ουάσιγκτον ζητούσε από το Ιράν να εγκαταλείψει το απόθεμά του ουρανίου που έχει εμπλουτίσει έως και 60%, αφού απείχε ελάχιστα από το 90% που θεωρείται κατάλληλο για τη δημιουργία πυρηνικών όπλων.

Ο Φιντάν δήλωσε στους Financial Times ότι πιστεύει πως η Τεχεράνη «πραγματικά θέλει να καταλήξει σε συμφωνία» και ότι θα αποδεχόταν περιορισμούς στα επίπεδα εμπλουτισμού και ένα αυστηρό καθεστώς επιθεωρήσεων, όπως είχε πράξει στη συμφωνία του 2015 με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες. Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, το Ιράν υπέδειξε ότι θα ήταν έτοιμο να αραιώσει τα αποθέματα ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού που διαθέτει, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήραν τις κυρώσεις κατά της χώρας.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο Μοχάμαντ Εσλάμι, επικεφαλής του Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας του Ιράν, δήλωσε ότι το Ιράν ενδέχεται να εξετάσει το ενδεχόμενο μείωσης του βαθμού εμπλουτισμού των αποθεμάτων ουρανίου βαθμού 60%, εφ’ όσον καταργηθούν όλες οι κυρώσεις, σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο Iranian Students’ News Agency (ISNA), που χαρακτηρίζεται ως προσκείμενο στο καθεστώς.

Διπλωμάτες από την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη πραγματοποίησαν συνομιλίες μέσω μεσολαβητών από το Ομάν στη Μασκάτ την περασμένη εβδομάδα, σε μια προσπάθεια αναβίωσης της διπλωματίας, μετά την ανάπτυξη ναυτικής μοίρας στην περιοχή από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Τραμπ υποδέχθηκε τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, στον Λευκό Οίκο στις 11 Φεβρουαρίου, με το ιρανικό ζήτημα στην κορυφή της ατζέντας, χωρίς όμως να καταλήξουν σε συμφωνία για το Ιράν, σύμφωνα με δήλωση του Αμερικανού προέδρου. Σε ανάρτησή του στο Truth Social, ο Τραμπ ανέφερε ότι η συνάντηση ήταν πολύ καλή, αλλά δεν υπήρξε κάτι οριστικό, πέρα από το ότι ο ίδιος επέμεινε να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν, σημειώνοντας ότι ο ίδιος προτιμά να καταλήξουν σε μία συμφωνία, ωστόσο, αν δεν αυτό δεν καταστεί δυνατόν, θα πρέπει να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις.

Κύμα συλλήψεων στο Ιράν μετά τις πρόσφατες αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις

Το Ιράν προχώρησε σε σκληρή καταστολή κάθε μορφής διαφωνίας, καθώς το καθεστώς της Τεχεράνης επιδιώκει να επιβάλει εκ νέου την εξουσία του στη χώρα μετά τις μαζικές διαδηλώσεις των τελευταίων εβδομάδων. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν συλληφθεί, καθώς οι αρχές επιχειρούν να αποτρέψουν νέες κινητοποιήσεις, έπειτα από έναν μήνα που χαρακτηρίστηκε από τη φονικότερη αναταραχή από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979.

Το Κόμμα Ένωση του Ισλαμικού Έθνους του Ιράν ζήτησε την απελευθέρωση της γενικής γραμματέως του, Αζάρ Μανσούρι, σύμφωνα με δημοσίευμα της ιρανικής εφημερίδας Shargh στις 9 Φεβρουαρίου, μετά τη σύλληψή της μαζί με άλλα μέλη του Μετώπου Μεταρρυθμιστών, ενός ενιαίου μετώπου μεταρρυθμιστικών δυνάμεων στη χώρα. Η Shargh ανέφερε ότι οι Εμπραχίμ Ασγκαρζαντέχ και Μοχσέν Αμινζαντέχ συνελήφθησαν μαζί με τη Μανσούρι, η οποία θεωρείται επικεφαλής του μεταρρυθμιστικού κινήματος. Σημειώνεται ότι τουλάχιστον δύο ακόμη μέλη του Μετώπου Μεταρρυθμιστών κλήθηκαν να παρουσιαστούν στο γραφείο του εισαγγελέα στις φυλακές Εβίν της Τεχεράνης στις 3 Φεβρουαρίου.

Ο εκπρόσωπος Τύπου του Μετώπου Μεταρρυθμιστών, Τζαβάντ Ιμάμ, συνελήφθη επίσης, όπως ανέφερε στις 9 Φεβρουαρίου ο δικηγόρος της Μανσούρι, Χοτζάτ Κερμανί, επισημαίνοντας ότι δεν ήταν σαφές ποιες κατηγορίες αντιμετωπίζουν οι κρατούμενοι. Ο Κερμανί δήλωσε στο Iranian Labour News Agency ότι ουσιαστικά δεν είναι γνωστό τι προκάλεσε τις συλλήψεις, καθώς το Μέτωπο Μεταρρυθμιστών δεν έχει ακόμη εκδώσει ανακοίνωση για τα πρόσφατα γεγονότα, προσθέτοντας ότι μεμονωμένα άτομα ενδέχεται να προχώρησαν σε προσωπικές δηλώσεις, αλλά το ίδιο το Μέτωπο δεν έχει τοποθετηθεί επίσημα.

Στις 8 Φεβρουαρίου, το επίσημο ενημερωτικό μέσο της δικαστικής εξουσίας, Mizan, ανακοίνωσε ότι «τέσσερα σημαντικά πολιτικά στοιχεία που υποστηρίζουν το σιωνιστικό καθεστώς και τις Ηνωμένες Πολιτείες» παραπέμφθηκαν σε δίκη, χωρίς να κατονομάζονται. Το Mizan ανέφερε ότι τα συγκεκριμένα άτομα οργάνωναν και καθοδηγούσαν εκτεταμένες οργανωτικές δραστηριότητες με στόχο την αποσταθεροποίηση της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας, εν μέσω στρατιωτικών απειλών από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το σιωνιστικό καθεστώς. Πρόσθεσε ότι, κατά τη διάρκεια των τρομοκρατικών γεγονότων του Ιανουαρίου, τα εν λόγω πρόσωπα είχαν καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να δικαιολογήσουν τις ενέργειες των «τρομοκρατών» στους δρόμους.

Πέραν των νέων συλλήψεων, η ήδη κρατούμενη βραβευμένη με Νόμπελ Ειρήνης Ναργκές Μοχαμαντί καταδικάστηκε σε επιπλέον ποινή φυλάκισης άνω των επτά ετών στο πλαίσιο της καταστολής. Ο δικηγόρος της, Μοσταφά Νίλι, έγραψε στην πλατφόρμα X ότι, έπειτα από 59 ημέρες κράτησης, η κ. #Narges_Mohammadi τηλεφώνησε από το κέντρο κράτησης ασφαλείας στη Μασχάντ και γνωστοποίησε ότι την προηγούμενη ημέρα οδηγήθηκε στο Πρώτο Τμήμα του Επαναστατικού Δικαστηρίου της Μασχάντ για ακροαματική διαδικασία σχετικά με την τελευταία της υπόθεση και ότι, μετά το πέρας της συνεδρίασης, εκδόθηκε και της κοινοποιήθηκε επισήμως η καταδικαστική απόφαση. Ο Νίλι δήλωσε ότι στη Μοχαμαντί επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι ετών για συνωμοσία και σύμπραξη, καθώς και ποινή φυλάκισης ενάμισι έτους για δραστηριότητες προπαγανδιστικού χαρακτήρα.

Σύμφωνα με ανακοίνωση της οργάνωσης HRANA στις 5 Φεβρουαρίου, τουλάχιστον 6.495 διαδηλωτές, 214 μέλη των δυνάμεων ασφαλείας και υποστηρικτές της κυβέρνησης είχαν χάσει τη ζωή τους μετά τις διαμαρτυρίες που πυροδοτήθηκαν από την εκτόξευση του πληθωρισμού και την κατάρρευση του ιρανικού ριάλ. Η HRANA βασίζεται σε υποστηρικτές εντός του Ιράν για τη διασταύρωση των πληροφοριών της και έχει επισημάνει στο παρελθόν ότι τα στοιχεία βασίζονται αποκλειστικά σε «επαληθευμένες ατομικές αναφορές» και είναι πιθανό να είναι σημαντικά υψηλότερα. Σύμφωνα με την ίδια οργάνωση, περίπου 50.921 άνθρωποι έχουν συλληφθεί κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων.

Η εφημερίδα The Epoch Times αναφέρει ότι δεν είναι σε θέση να επαληθεύσει τα στοιχεία αυτά.

Νέες συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα

Το Ιράν και οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν νέες συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα την περασμένη εβδομάδα στο Ομάν.

Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, μιλώντας στις 8 Φεβρουαρίου σε διπλωμάτες κατά τη διάρκεια συνόδου κορυφής στην Τεχεράνη, έστειλε το μήνυμα ότι το Ιράν θα παραμείνει στη θέση του πως πρέπει να έχει τη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου, ένα από τα βασικά σημεία τριβής με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες είχαν βομβαρδίσει ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις τον Ιούνιο του 2025, κατά τη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου Ιράν–Ισραήλ.

Σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων MEHR, ο Αραγτσί δήλωσε ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να υπαγορεύει στο Ιράν τι μπορεί ή τι δεν μπορεί να διαθέτει, ότι ο εμπλουτισμός αποτελεί δικαίωμά του και πρέπει να συνεχιστεί, και ότι ακόμη και οι επιθέσεις στις εγκαταστάσεις του απέτυχαν να καταστρέψουν τις δυνατότητές του.

Ο Τραμπ δηλώνει ότι το Ιράν θέλει να συνάψει συμφωνία

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 6 Φεβρουαρίου ότι το Ιράν θέλει «πάρα πολύ» να καταλήξει σε συμφωνία. «Δεν βιαζόμαστε», είπε ο Ντόναλντ Τραμπ σε δημοσιογράφους στο προεδρικό αεροσκάφος καθ’ οδόν προς το Παλμ Μπητς. «Είναι πρόθυμοι να κάνουν πολύ περισσότερα από όσα θα έκαναν πριν από ενάμιση χρόνο… Αλλά τα αποτελέσματα μπορεί να εκπλήξουν τον κόσμο».

Τα σχόλια του Ντόναλντ Τραμπ έγιναν αφού ο κορυφαίος διπλωμάτης του Ιράν περιέγραψε μια «θετική ατμόσφαιρα» μετά από μια σειρά έμμεσων συνομιλιών με Αμερικανούς διαπραγματευτές στο Ομάν. Οι αντιπροσωπείες των ΗΠΑ και του Ιράν έφτασαν στην πρωτεύουσα του Ομάν, Μουσκάτ, την Παρασκευή για να συζητήσουν το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και άλλα ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας.

Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, δήλωσε ότι οι έμμεσες συνομιλίες διεξήχθησαν σε πολλαπλούς γύρους κατά τη διάρκεια περίπου οκτώ ωρών. «Μετά από μια μακρά περίοδο χωρίς διάλογο, οι απόψεις μας μεταφέρθηκαν και οι ανησυχίες μας εκφράστηκαν», δήλωσε ο Αμπάς Αραγτσί. Ανέφερε ότι ο διάλογος με τις Ηνωμένες Πολιτείες είχε μια θετική αρχή και ότι ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Μπαντρ Αλμπουσαΐντ, θα βοηθήσει στον καθορισμό του χρόνου και της μορφής των περαιτέρω συνομιλιών.

Ο ειδικός προεδρικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Στηβ Γουίτκοφ και ο γαμπρός του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, ηγήθηκαν της αμερικανικής αντιπροσωπείας στις συνομιλίες στη Μουσκάτ. Σύμφωνα με προηγούμενες δηλώσεις του Ιράν, οι συνομιλίες αφορούσαν κυρίως το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας. Ο Αλί Σαμχανί, σύμβουλος του Ιρανού ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, δήλωσε ότι η Τεχεράνη είναι ανοιχτή σε διαπραγματεύσεις, αλλά μόνο με την Ουάσιγκτον.

Σε δηλώσεις του στις 4 Φεβρουαρίου, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι οι διαπραγματεύσεις πρέπει να υπερβαίνουν το πυρηνικό πρόγραμμα, περιλαμβάνοντας την εμβέλεια των βαλλιστικών πυραύλων και την υποστήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων. Την Παρασκευή, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε νέες κυρώσεις που στοχεύουν σε πετρελαιοφόρα που συνδέονται με το Ιράν, περιγράφοντάς τα ως μέρος ενός «σκιώδους στόλου».

Σε συνέντευξή του στο NBC News, ο Ντόναλντ Τραμπ είπε ότι ο Αλί Χαμενεΐ πρέπει να ανησυχεί, σημειώνοντας ότι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν εξουδετερώσει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις στο Ιράν πέρυσι, δεν θα υπήρχε ειρήνη στην περιοχή. Τον Ιούνιο, ο αμερικανικός στρατός και το Ισραήλ εξαπέλυσαν αεροπορικές επιδρομές στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν κατά τη διάρκεια ενός αεροπορικού πολέμου 12 ημερών. «Εκείνα τα όμορφα βομβαρδιστικά B-2 μπήκαν μέσα και χτύπησαν τον στόχο τους… και τον εξαφάνισαν», είπε ο Ντόναλντ Τραμπ.

Προειδοποίησε το Ιράν ότι αν το καθεστώς προσπαθήσει να επανεκκινήσει το πυρηνικό του πρόγραμμα, τα βομβαρδιστικά θα χρησιμοποιηθούν ξανά. Επιπλέον, με αφορμή τις εκτεταμένες διαδηλώσεις που κλιμακώθηκαν σε βίαιες συγκρούσεις διέταξε να ενισχυθεί η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Στην αναγγελία του Τραμπ για μια «τεράστια αρμάδα» που αναπτύσσεται στην περιοχή, ο Αλί Χαμενεΐ απάντησε ότι το Ιράν «θα καταφέρει ισχυρό πλήγμα κατά παντός επιτιθέμενου».

Με τη συμβολή των Emel Akan, Jack Phillips και Kimberly Hayek

Ρώσος στρατηγός δολοφονήθηκε στη Μόσχα

Ένας Ρώσος στρατηγός πυροβολήθηκε επανειλημμένα στη Μόσχα, σε αυτό που οι αρχές περιέγραψαν ως απόπειρα δολοφονίας στις 6 Φεβρουαρίου.

Ο Αντιστράτηγος του ρωσικού Υπουργείου Άμυνας, Βλαντιμίρ Αλεξέγιεφ, δέχθηκε επίθεση σε κτίριο κατοικιών στη λεωφόρο Βολοκολάμσκοε, στα βορειοδυτικά της ρωσικής πρωτεύουσας. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο μετά το συμβάν, σύμφωνα με τη Σβετλάνα Πετρένκο, εκπρόσωπο της ρωσικής Ερευνητικής Επιτροπής, όπως μετέδωσε το ρωσικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων TASS.

Η ρωσική Ερευνητική Επιτροπή ξεκίνησε ποινική δίωξη για απόπειρα δολοφονίας και παράνομη διακίνηση πυροβόλων όπλων, πρόσθεσε η Πετρένκο, αναφέροντας ότι, σύμφωνα με τους ερευνητές, ένα μέχρι στιγμής μη ταυτοποιημένο άτομο πυροβόλησε έναν άνδρα αρκετές φορές και τράπηκε σε φυγή.

Ερευνητές και ιατροδικαστικοί εμπειρογνώμονες της Ερευνητικής Επιτροπής της Μόσχας εργάζονται στον τόπο του εγκλήματος, εξετάζοντας υλικό από κάμερες ασφαλείας και παίρνοντας συνεντεύξεις από αυτόπτες μάρτυρες στο πλαίσιο της επιχείρησής τους για την ταυτοποίηση του προσώπου ή των προσώπων που εμπλέκονται, δήλωσε η ίδια. Η Εισαγγελία της Μόσχας έχει πλέον τον έλεγχο της ποινικής έρευνας, μετέδωσε το TASS.

Ο εκπρόσωπος Τύπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, επιβεβαίωσε ότι ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έχει ενημερωθεί για τους πυροβολισμούς. Ο Αλεξέγιεφ γεννήθηκε στην Ουκρανία το 1961 και υπηρετεί στη ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών εδώ και δεκαετίες, σύμφωνα με το ρωσικό κρατικό μέσο ενημέρωσης Kommersant. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, επιχείρησε στη Συρία, έλαβε πολυάριθμες στρατιωτικές τιμές και του επιβλήθηκαν κυρώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες για «κακόβουλες κυβερνοδραστηριότητες».

Μέχρι στιγμής, καμία ομάδα ή χώρα δεν έχει αναλάβει την ευθύνη για την επίθεση. Οι πυροβολισμοί είναι η τελευταία σε μια σειρά επιθέσεων εναντίον ρωσικών στρατιωτικών προσωπικοτήτων στη Μόσχα το τελευταίο διάστημα.

Ο Αντιστράτηγος Φανίλ Σαρβάροφ σκοτώθηκε από βόμβα που τοποθετήθηκε κάτω από το αυτοκίνητό του στη Μόσχα στις 22 Δεκεμβρίου 2025. Σε εκείνη την περίπτωση, η Πετρένκο δήλωσε ότι οι ερευνητές εξετάζουν διάφορες θεωρίες σε σχέση με τη δολοφονία, αναφέροντας ότι μία είναι πως «το έγκλημα οργανώθηκε από τις ουκρανικές υπηρεσίες ασφαλείας». Ο Σαρβάροφ, 56 ετών, ήταν επικεφαλής της Διεύθυνσης Επιχειρησιακής Εκπαίδευσης στο Γενικό Επιτελείο των Ρωσικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Το κέντρο στρατηγικής επικοινωνίας Spravdi της Ουκρανίας σημείωσε τον θάνατο του Σαρβάροφ σε ανάρτηση στο X: «Ρώσοι στρατηγοί συνεχίζουν να ανατινάζονται στην πατρίδα τους, τη Ρωσία, με έναν ακόμα σήμερα στη Μόσχα. Ο υποστράτηγος Φανίλ Σαρβάροφ πέθανε σήμερα το πρωί στις 7 π.μ. όταν το αυτοκίνητό του εξερράγη. Υπεύθυνος για πολλές θηριωδίες, συμμετείχε σε επιχειρήσεις κατά την εισβολή στη Γεωργία, την Τσετσενία, τη Συρία και την Ουκρανία».

Τον Απρίλιο του 2025, ένας άλλος ανώτερος Ρώσος στρατιωτικός, ο Αντιστράτηγος Γιαροσλάβ Μοσκάλικ, σκοτώθηκε επίσης από παγιδευμένο αυτοκίνητο κοντά στο κτίριο του διαμερίσματός του λίγο έξω από τη Μόσχα. Στις 17 Δεκεμβρίου 2024, ο Αντιστράτηγος Ιγκόρ Κιρίλοφ, επικεφαλής των δυνάμεων πυρηνικής, βιολογικής και χημικής προστασίας, σκοτώθηκε από βόμβα κρυμμένη σε ηλεκτρικό σκούτερ. Η υπηρεσία ασφαλείας της Ουκρανίας ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση. Ένας άνδρας από το Ουζμπεκιστάν συνελήφθη και κατηγορήθηκε για τη δολοφονία του Κιρίλοφ εκ μέρους της ουκρανικής υπηρεσίας ασφαλείας.

Η τελευταία απόπειρα δολοφονίας έρχεται μία ημέρα μετά την ανακοίνωση του ειδικού απεσταλμένου των ΗΠΑ, Στιβ Γουίτκοφ, για συμφωνία μεταξύ Κιέβου και Μόσχας για την ανταλλαγή 314 αιχμαλώτων, την πρώτη τέτοια ανταλλαγή μετά από πέντε μήνες συνομιλιών υπό τη μεσολάβηση των ΗΠΑ στο Άμπου Ντάμπι. Τόσο η Μόσχα όσο και το Κίεβο περιέγραψαν τις συνομιλίες στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ως θετικές.

Ο Ρώσος προεδρικός εκπρόσωπος Κίριλ Ντμίτριεφ δήλωσε ότι «υπάρχει πρόοδος» και «καλή, θετική κίνηση προς τα εμπρός». Ο κορυφαίος διαπραγματευτής του Κιέβου, Ρουστέμ Ουμέροφ, ανέφερε στις 4 Φεβρουαρίου στο Telegram ότι σημειώθηκε πρόοδος και ότι η εργασία ήταν «ουσιαστική και παραγωγική, εστιασμένη σε συγκεκριμένα βήματα και πρακτικές λύσεις».

Ανταλλαγή 314 αιχμαλώτων μεταξύ Κιέβου και Μόσχας με αμερικανική διαμεσολάβηση

Ο ειδικός απεσταλμένος των Ηνωμένων Πολιτειών, Στηβ Γουίτκοφ, ανακοίνωσε στις 5 Φεβρουαρίου τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ Κιέβου και Μόσχας για την ανταλλαγή 314 αιχμαλώτων, την πρώτη τέτοια κίνηση έπειτα από πέντε μήνες, στον απόηχο διαπραγματεύσεων που διαμεσολάβησε η Ουάσιγκτον στο Αμπού Ντάμπι.

Ο Γουίτκοφ δήλωσε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X: «Το αποτέλεσμα αυτό επιτεύχθηκε μέσα από ειρηνευτικές συνομιλίες που ήταν διεξοδικές και ουσιαστικές. Αν και απομένει ακόμη σημαντική δουλειά, βήματα όπως αυτό δείχνουν πως η συστηματική διπλωματική προσπάθεια αποδίδει απτά αποτελέσματα και ενισχύει τις πρωτοβουλίες για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Οι συζητήσεις θα συνεχιστούν, με περαιτέρω πρόοδο να αναμένεται τις προσεχείς εβδομάδες».

Το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε, επίσης στις 5 Φεβρουαρίου μέσω Telegram, ότι 157 Ρώσοι στρατιωτικοί απελευθερώθηκαν από εδάφη που ελέγχει το Κιέβου. Σε αντάλλαγμα, παραδόθηκαν 157 αιχμάλωτοι πολέμου των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων. Επιπλέον, επέστρεψαν στη Ρωσία τρεις πολίτες της Ομοσπονδίας, κάτοικοι της περιοχής Κουρσκ, οι οποίοι κρατούνταν παράνομα από το Κίεβο.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, επιβεβαίωσε την ανταλλαγή με ανάρτησή του στο X, γράφοντας: «157 Ουκρανοί. Μαχητές των Ενόπλων Δυνάμεων, της Εθνικής Φρουράς και της Συνοριοφυλακής. Στρατιώτες, λοχίες και αξιωματικοί. Μαζί με τους υπερασπιστές μας επιστρέφουν και πολίτες. Οι περισσότεροι από όσους επιστρέφουν κρατούνταν από τη Μόσχα από το 2022».

Τόσο η Μόσχα όσο και το Κίεβο έκαναν λόγο για θετικό κλίμα στις συνομιλίες. Ο Κιρίλ Ντμιτρίεφ, εκπρόσωπος του Ρώσου προέδρου και επικεφαλής του Ρωσικού Ταμείου Άμεσων Επενδύσεων, που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις, σχολίασε: «Υπάρχει πρόοδος και θετική δυναμική προς τα εμπρός. […] Είναι δύσκολο γι’ αυτούς, όμως προσπαθούν [να παρέμβουν στη διαδικασία]», χωρίς να δώσει περισσότερες διευκρινίσεις.

Ο Ντμιτρίεφ ανέφερε επίσης πως καταβάλλονται προσπάθειες και για την αποκατάσταση των οικονομικών σχέσεων ανάμεσα σε Μόσχα και Ουάσιγκτον: «Όπως γνωρίζετε, εργαζόμαστε ενεργά με τη διοίκηση Τραμπ για την αποκατάσταση των οικονομικών σχέσεων Ρωσίας-ΗΠΑ, μεταξύ άλλων μέσω της ρωσοαμερικανικής ομάδας οικονομικής συνεργασίας. Συναντηθήκαμε σήμερα και οι συζητήσεις εξελίσσονται θετικά».

Ο Ρουστέμ Ουμέροφ, επικεφαλής της ουκρανικής διαπραγματευτικής ομάδας, αξιολόγησε τις συνομιλίες της 4ης Φεβρουαρίου με ανάρτησή του στο Telegram: «Μετά την τριμερή συνάντηση στο Άμπου Ντάμπι, η διαπραγματευτική διαδικασία συνεχίστηκε σήμερα σε επίπεδο εργασίας ομάδων. Η εργασία ήταν ουσιαστική και παραγωγική, εστιάζοντας σε συγκεκριμένα βήματα και πρακτικές λύσεις».

Στο βραδινό του διάγγελμα στις 4 Φεβρουαρίου, ο πρόεδρος Ζελένσκι επανέλαβε: «Η θέση της Ουκρανίας είναι απολύτως ξεκάθαρη: ο πόλεμος πρέπει να τελειώσει πραγματικά. Η Ρωσία οφείλει να είναι έτοιμη, όπως και οι εταίροι μας για να διασφαλίσουν τον τερματισμό με πραγματικές εγγυήσεις ασφάλειας και ουσιαστική πίεση στον επιτιθέμενο. Ο ουκρανικός λαός πρέπει να νιώσει ότι η κατάσταση οδεύει αληθινά προς την ειρήνη και τον τερματισμό του πολέμου κι όχι προς ένα σενάριο εκμετάλλευσης από τη ρωσική πλευρά και συνέχισης των επιθέσεων».

 

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, επιβεβαίωσε στο πρακτορείο TASS στις 5 Φεβρουαρίου πως οι διαπραγματεύσεις στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βρίσκονται σε εξέλιξη, προσέθεσε όμως ότι είναι πρόωρο να εξαχθούν συμπεράσματα. Περαιτέρω, επανέλαβε τη ρωσική απαίτηση να παραχωρηθεί στη Μόσχα ο πλήρης έλεγχος της βιομηχανικής ζώνης του Ντονμπάς: «Η απόκτηση όλης της περιοχής του Ντονμπάς αποτελεί σημαντικότατη προϋπόθεση».

Σήμερα, η Ουκρανία διατηρεί τον έλεγχο περίπου στο 20% της περιφέρειας Ντονέτσκ στο Ντονμπάς, και αντιστέκεται στις ρωσικές απαιτήσεις για παραχώρηση εδαφών.

Με πληροφορίες από το Reuters

Η συνεργασία Ελλάδας-ΗΠΑ στην ενεργειακή ασφάλεια της Ουκρανίας

Η Ουκρανία παρέλαβε την πρώτη της φετινή ποσότητα υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως ανακοίνωσε στις 4 Φεβρουαρίου η κρατική εταιρεία ενέργειας Naftogaz. Σε συνεργασία με την πολωνική Orlen, η Naftogaz εξασφάλισε την παραλαβή της πρώτης παρτίδας αμερικανικού LNG που θα φτάσει στην Ουκρανία το 2026, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση της εταιρείας.

Η παραδοθείσα ποσότητα ανέρχεται σχεδόν στα 100 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, αρκετά για να καλύψουν τις ανάγκες περίπου 700.000 οικογενειών για έναν μήνα στη διάρκεια του χειμώνα. Το δεξαμενόπλοιο που μετέφερε το φυσικό αέριο χρειάστηκε 20 ημέρες για να φτάσει στην Πολωνία από τις ΗΠΑ, ενώ η Naftogaz εκτιμά ότι συνολικά οι εισαγωγές αμερικανικού LNG στην Ουκρανία θα μπορούσαν να αγγίξουν το 1 δισεκατομμύριο κυβικά μέτρα το 2026.

Η είδηση έρχεται λίγες μόλις ημέρες αφότου η ελληνική εταιρεία ενέργειας Atlantic Sea LNG Trade — προϊόν σύμπραξης δύο ελληνικών ομίλων — υπέγραψε την πρώτη της συμφωνία για τροφοδοσία της Ουκρανίας με αμερικανικό LNG, με την πρώτη παράδοση να προγραμματίζεται για τον Μάρτιο, όπως έκανε γνωστό η Atlantic Sea στις 2 Φεβρουαρίου. Το εγχείρημα αποτελεί κοινοπραξία μεταξύ της ΑΚΤΩΡ, του κατασκευαστικού ομίλου, και της ΔΕΠΑ Εμπορίας, προμηθευτή ενέργειας.

Σύμφωνα με ανακοίνωση της ΔΕΠΑ, το LNG θα προμηθεύει η βρετανική BP μέσω της αμερικανικής της μονάδας και θα το αγοράζει η Naftogaz. H Atlantic Sea επισημαίνει πως η μέγιστη ποσότητα μπορεί να φτάσει έως και 1 τεραβατώρα, αναλόγως της διαθεσιμότητας των δικτύων μεταφοράς φυσικού αερίου που εμπλέκονται στη διαδρομή.

Το φορτίο του αμερικανικού LNG θα φτάσει στον τερματικό σταθμό της Ρεβυθούσας και θα μεταφερθεί στην Ουκρανία μέσω αγωγού που συνδέει την Ελλάδα με την Ουκρανία διασχίζοντας τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη Μολδαβία, στον λεγόμενο «Κάθετο Διάδρομο». Πρόκειται για μια περιφερειακή πρωτοβουλία ενεργειακών υποδομών στη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη, που δημιουργεί έναν κάθετο διάδρομο μεταφοράς φυσικού αερίου από τον Νότο προς τον Βορρά, αξιοποιώντας και ενισχύοντας υφιστάμενα δίκτυα και διασυνδέσεις, με στόχο την παράδοση μη ρωσικού αερίου από την Ελλάδα σε Βουλγαρία, Ρουμανία, Μολδαβία, Ουκρανία, Ουγγαρία και Σλοβακία.

Ο «Κάθετος Διάδρομος» δεν αποτελεί έναν ενιαίο νέο αγωγό, αλλά εναρμονισμένο δίκτυο το οποίο στηρίζουν από κοινού οι εμπλεκόμενες χώρες, με τμήματα του παλαιού Διαβαλκανικού Αγωγού — που μετέφερε ρωσικό φυσικό αέριο προς την περιοχή — να αλλάζουν πλέον ροή. Την κίνηση αυτή είχαν στηρίξει εξ αρχής οι ΗΠΑ· ο Οργανισμός Ενέργειας των Ηνωμένων Πολιτειών το χαρακτηρίζει κεντρικό στοιχείο της ενεργειακής διαφοροποίησης στην Ευρώπη το 2025.

Την ανακοίνωση για την επερχόμενη παράδοση υποδέχθηκαν με ιδιαίτερη ικανοποίηση η πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, που την χαρακτήρισε «εξαιρετική εξέλιξη» μέσω ανάρτησής της στο X, αλλά και η πρεσβεία των ΗΠΑ στο Κίεβο, δηλώνοντας πως πρόκειται για «κέρδος και για την Ουκρανία και για την Αμερική» και αποτελεί ένα νέο δίκτυο που θα αντικαταστήσει το ρωσικό φυσικό αέριο στην Ευρώπη, αναδεικνύοντας παράλληλα τη στήριξη της αμερικανικής επιχειρηματικότητας στην ενεργειακή ασφάλεια της Ουκρανίας.

Η Ελλάδα επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της ως διαμετακομιστικός κόμβος φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή ήπειρο, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε τον περασμένο μήνα την απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού αερίου από τα τέλη του 2027. Η Atlantic Sea είχε συνάψει πέρυσι συμφωνία για εισαγωγή 700 εκατ. κυβικών μέτρων αμερικανικού LNG ετησίως, με έναρξη από το 2030 — το πρώτο μακροπρόθεσμο ελληνικό συμβόλαιο με αμερικανική εταιρεία, σε μια προσπάθεια των ΗΠΑ να καλύψουν το κενό που αφήνει η Μόσχα στην ευρωπαϊκή αγορά.

Η έλευση αμερικανικού φυσικού αερίου αποτελεί θετική είδηση για την Ουκρανία, η οποία αντιμετωπίζει την πιο βαριά ενεργειακή κρίση της εν καιρώ πολέμου, καθώς ο τομέας ενέργειας έχει πληγεί από τις ρωσικές επιθέσεις, το κρύο και τις ζημιές σχεδόν τεσσάρων ετών σύρραξης.

«Κανείς στον κόσμο δεν έχει βρεθεί μπροστά σε τέτοια πρόκληση,» δήλωσε στις 16 Ιανουαρίου ο υπουργός Ενέργειας της Ουκρανίας, Ντένις Σμίγκαλ. «Δεν έχει απομείνει ούτε ένας σταθμός παραγωγής ενέργειας στην Ουκρανία που να μην έχει χτυπηθεί από τον εχθρό. Χιλιάδες μεγαβάτ παραγωγής έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας.»

Με πληροφορίες από το Reuters

Ντμίτρι Μεντβέντεφ: Η Ρωσία δεν επιδιώκει παγκόσμιο πόλεμο

Ο πρώην πρόεδρος της Ρωσίας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, δήλωσε πως η Μόσχα δεν ενδιαφέρεται για την πρόκληση ενός παγκοσμίου πολέμου, σύμφωνα με δηλώσεις του που δημοσιεύθηκαν στις 2 Φεβρουαρίου. «Φυσικά, δεν ενδιαφερόμαστε για μια παγκόσμια σύρραξη. Δεν είμαστε τρελοί. Ποιος χρειάζεται έναν παγκόσμιο πόλεμο;» τόνισε χαρακτηριστικά.

Ο Μεντβέντεφ, που πλέον κατέχει τη θέση του αναπληρωτή προέδρου του Ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας, ανέλυσε περαιτέρω τη θέση του σε συνέντευξή του στο ρωσικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων TASS: «Ούτε και τότε επιδιώξαμε να αρχίσουμε την ειδική στρατιωτική επιχείρηση. Είχαμε επανειλημμένα προειδοποιήσει τη Δύση και τις χώρες του ΝΑΤΟ, προσκαλώντας τους σε διαπραγματεύσεις και ζητώντας να λάβουν υπόψη τα συμφέροντα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, να καθορίσουν τα όρια της περαιτέρω διεύρυνσης του ΝΑΤΟ και να εγκαταλείψουν την ιδέα της ένταξης της Ουκρανίας στη Συμμαχία, διότι ήδη τότε είχαμε εδαφική διαφορά με την Ουκρανία για την Κριμαία».

Περιέγραψε την αντίδραση της Δύσης ως «κατηγορηματική άρνηση», δηλώνοντας: «Ήταν αμετακίνητοι, λέγοντας: ‘θα κάνουμε ό,τι θέλουμε και θα ενταχθεί όποιος επιθυμεί’. Κι έτσι, δημιούργησαν ένα σοβαρό παγκόσμιο πρόβλημα».

Αναφερόμενος στη στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία, την οποία το Κίεβο και οι σύμμαχοί του χαρακτηρίζουν εισβολή μεγάλης κλίμακας, ο Μεντβέντεφ εξέφρασε ανησυχία για τον ενδεχόμενο κίνδυνο παγκοσμίου σύρραξης, παρά την επανέναρξη επαφών μεταξύ Μόσχας και Ουάσιγκτον. «Πιστεύω ότι οι κίνδυνοι είναι πολύ υψηλοί και δεν έχουν μειωθεί», ανέφερε.

Ως κρίσιμο ζήτημα που θα μπορούσε να πυροδοτήσει παγκόσμιο πόλεμο, προσδιόρισε το «όλο και χαμηλότερο όριο αντοχής», ανακαλώντας: «Παλαιότερα, όταν ήμουν νέος, οι ηγετικές χώρες – η Σοβιετική Ένωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι χώρες του ΝΑΤΟ, το Σύμφωνο της Βαρσοβίας – πάγωναν ακόμη και στη σκέψη πιθανής πυρηνικής αντιπαράθεσης. Έλεγαν: ‘αυτό δεν πρέπει να συμβεί, γιατί δεν πρέπει ποτέ να συμβεί’. Αυτή ήταν η αρχή που τηρούσαν όλοι οι πολιτικοί».

Ο Μεντβέντεφ σχολίασε την τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία – ιδίως υπό την κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν – προειδοποιώντας: «Το ένα φέρνει το άλλο. Ένα χτύπημα, μια απάντηση. Άλλο χτύπημα, άλλη απάντηση. Και τότε όλο αυτό θα συνεχιστεί, με την αντίδραση να είναι παγκόσμια και απολύτως καταστροφική για όλους».

Επισήμανε ως μείζον πρόβλημα την άρνηση της Δύσης να αναγνωρίσει τις ρωσικές ανησυχίες, λέγοντας: «Αυτό είναι σήμερα ένα σοβαρό διεθνές πρόβλημα. Γι’ αυτό, δυστυχώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια παγκόσμια σύρραξη. Πιστεύω πως ο κίνδυνος είναι πολύ μεγάλος και διαρκώς αυξάνεται».

Όσον αφορά τη λήξη της ισχύος της Συνθήκης Νέας Μείωσης Στρατηγικών Όπλων (New START), που υπεγράφη το 2010 και εκπνέει στις 5 Φεβρουαρίου, ο Μεντβέντεφ προειδοποίησε: «Δεν θέλω να πω ότι αυτό σημαίνει αυτομάτως καταστροφή ή πυρηνικό πόλεμο, αλλά θα πρέπει να σημάνει συναγερμό σε όλους. Το ρολόι που μετρά τον χρόνο αναμφισβήτητα θα επιταχυνθεί ξανά».

Υπογράμμισε τη σημασία αυτών των συμφωνιών: «Όταν υπάρχει συνθήκη, υπάρχει εμπιστοσύνη. Όταν δεν υπάρχει, τότε αυτή εξαντλείται. Το ότι βρισκόμαστε πλέον σε αυτή την κατάσταση είναι ξεκάθαρη ένδειξη κρίσης στις διεθνείς σχέσεις. Αυτό είναι απολύτως προφανές».

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία διαθέτουν σχεδόν το 90% των πυρηνικών όπλων παγκοσμίως, με τη Ρωσία να διατηρεί περίπου 5.459 πυρηνικές κεφαλές και τις Ηνωμένες Πολιτείες περίπου 5.177, σύμφωνα με την Ομοσπονδία Αμερικανών Επιστημόνων.

Στις 15 Ιανουαρίου, η Ρωσία δήλωσε ότι εξακολουθεί να περιμένει απάντηση από την Ουάσιγκτον σχετικά με την επέκταση ή αντικατάσταση της τελευταίας εν ισχύ συμφωνίας ελέγχου πυρηνικών όπλων. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, είχε κατά το παρελθόν υποστηρίξει πως ακόμη κι αν η συνθήκη λήξει, «θα επιτύχουμε μια καλύτερη συμφωνία».

Με τη συμβολή των Reuters και Ευγενία Φιλιμιανοβα

Πρόταση της Εσθονίας για αποκλεισμό των Ρώσων μαχητών από τη ζώνη Σένγκεν

Υποστήριξη από πολλά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται να συγκεντρώνει η εσθονική πρόταση για να μπουν σε μαύρη λίστα Ρώσοι που πολέμησαν στην Ουκρανία, σύμφωνα με την επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλλας.

Κατά τη συνεδρίαση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ, στις 29 Ιανουαρίου, η κα Κάλλας τόνισε: «Αν εξετάσουμε πόσοι πρώην μαχητές υπάρχουν συγκριτικά, για παράδειγμα, με τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, πρόκειται για πολύ μεγαλύτερο αριθμό, γεγονός που αποτελεί σαφή απειλή για την Ευρώπη». Όπως επεσήμανε, οι υπουργοί συμφώνησαν να προχωρήσουν την πρόταση, σημειώνοντας: «Είναι ένα από τα μέτρα που οφείλουμε να έχουμε έτοιμα εάν υπάρξει κατάπαυση του πυρός ή κάποια λύση. Πρέπει να έχουμε απαντήσεις εκ των προτέρων. Τι κάνουμε; Ποιοι θα είναι τότε οι κίνδυνοι; Διότι και οι απειλές αλλάζουν».

Ο υπουργός Εξωτερικών της Εσθονίας, Μάγκνους Τσάκνα, είχε επισημάνει την ίδια ημέρα ότι επιθυμεί να αποτραπεί η είσοδος Ρώσων μαχητών στη ζώνη Σένγκεν, υπογραμμίζοντας: «Δεν μπορεί να υπάρξει δρόμος από την Μπούτσα στις Βρυξέλλες. Οι σκληραγωγημένοι στη μάχη Ρώσοι μαχητές αποτελούν σοβαρό κίνδυνο και δεν πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα στον χώρο Σένγκεν». Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, στις 29 Ιανουαρίου, ο κος Τσάκνα έγραψε, τονίζοντας την ανάγκη για συλλογική προστασία της ευρωπαϊκής ασφάλειας: «Πρέπει να καταρτίσουμε μία μαύρη λίστα με αυτά τα άτομα και ως χώρες της ζώνης Σένγκεν να τους απαγορεύσουμε ήδη από τώρα την είσοδο». Ο Εσθονός ΥΠΕΞ αποκάλυψε ότι η κυβέρνησή του έχει ήδη συγκεντρώσει τα ονόματα σχεδόν 300 μαχητών και έχει την πρόθεση να συνεχίσει την καταγραφή, επισημαίνοντας τη σημασία του συντονισμού της προσπάθειας σε όλη την Ένωση.

Η εσθονική πρόταση κατατίθεται τη στιγμή που στις Βρυξέλλες συνεχίζεται η συζήτηση για το 20ό πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, το οποίο αναμένεται να εγκριθεί στις 24 Φεβρουαρίου, αν και η κα Κάλλας δεν αποκάλυψε συγκεκριμένες λεπτομέρειες για το περιεχόμενό του.

Του αιτήματος του Ταλίν για τη δημιουργία μαύρης λίστας είχαν προηγηθεί παρόμοιες εισηγήσεις της Σουηδίας και της Φινλανδίας τον Ιανουάριο, που πρότειναν μεταξύ άλλων να  απαγορευτεί σε εταιρείες της ΕΕ να υποστηρίζουν τον ρωσικό στόλο πετρελαίου και φυσικού αερίου, να επιβληθούν κυρώσεις στα ρωσικά λιπάσματα και να διακοπούν οι εξαγωγές ειδών πολυτελείας προς τη Ρωσία.

Κατεστραμμένα κτίρια στο Κίεβο. Ουκρανία, 25 Νοεμβρίου 2025. (Elise Blanchard/Getty Images)

 

Από το 2022, όταν εισέβαλε η Ρωσία στην Ουκρανία, μέχρι σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιβάλει δεκαεννέα (19) πακέτα κυρώσεων κατά της πρώτης. Το τελευταίο, που τέθηκε σε ισχύ από τον Δεκέμβριο, προβλέπει αυστηρότερους περιορισμούς, απαγορεύοντας τη συνεργασία πολιτών και εταιρειών της ΕΕ, εντάσσοντας επιπλέον ρωσικές επιχειρήσεις στον κατάλογο και περιορίζοντας περαιτέρω την πρόσβαση σε ναυτιλιακές υπηρεσίες και ασφάλιση.

Συνολικά, περισσότερα από 2.600 πρόσωπα και εταιρείες έχουν τεθεί υπό κυρώσεις, ενώ από τον Ιούλιο του 2025 εφαρμόζονται δασμοί στις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ρωσία παράγει πάνω από το 20% των παγκόσμιων λιπασμάτων και καλύπτει περίπου το ένα τέταρτο των αναγκών της ΕΕ στον συγκεκριμένο τομέα.