Τετάρτη, 07 Ιαν, 2026

Κίνα: Κυρώσεις σε αμερικανικές αμυντικές εταιρείες μετά την πώληση όπλων στην Ταϊβάν

Το Πεκίνο επέβαλε νέες κυρώσεις σε αμερικανικές αμυντικές εταιρείες και στελέχη στις 26 Δεκεμβρίου, μετά την έγκριση μεγάλου πακέτο πώλησης όπλων προς την Ταϊβάν από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε ανακοίνωσή του, το υπουργείο Εξωτερικών της ΛΔΚ ανέφερε ότι οι οικονομικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε είκοσι (20) αμερικανικές εταιρείες και δέκα (10) στελέχη της αμυντικής βιομηχανίας συνίστανται σε πάγωμα των περιουσιακών τους στοιχείων στην Κίνα, καθώς και σε απαγόρευση οιασδήποτε συναλλαγής, συνεργασίας ή άλλης συναφούς δραστηριότητας με οργανισμού και άτομα εντός της Κίνας. Επιπλέον, σύμφωνα με την ανακοίνωση, τα στελέχη δεν θα μπορούν να λάβουν βίζα για να εισέλθουν στην Κίνα, συμπεριλαμβανομένων του Χονγκ Κονγκ και του Μακάο.

Το υπουργείο απέδωσε την απόφαση στις πωλήσεις όπλων, ύψους 11,1 δισ. δολαρίων, από τις ΗΠΑ στην Ταϊβάν, που εγκρίθηκαν νωρίτερα αυτόν τον μήνα.

Βάσει της «Αρχής της μίας Κίνας», η προσάρτηση της νήσου είναι δεδηλωμένος στόχος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ), χωρίς να αποκλείει το ενδεχόμενο χρήσης βίας για την επίτευξη αυτού του στόχου. Το νησί έχει ανεξάρτητη διακυβέρνηση από τότε που στην ηπειρωτική χώρα επιβλήθηκαν οι κομμουνιστικές δυνάμεις του Μάο Τσετούνγκ, οπότε το εθνικιστικό κόμμα κατέφυγε εκεί, όπου ίδρυσε τη Δημοκρατία της Κίνας ή αλλιώς Ταϊβάν. Το ΚΚΚ αρνείται να αναγνωρίσει την Ταϊβάν ως ανεξάρτητο, κυρίαρχο κράτος, και υποστηρίζει την «Αρχή της μίας Κίνας», σύμφωνα με την οποία το κομμουνιστικό καθεστώς είναι η μόνη νόμιμη κυβέρνηση και στις δύο πλευρές του Στενού της Ταϊβάν. Αυτήν τη θέση έχει επιχειρήσει να την εδραιώσει με συνθήκες που έχει υπογράψει με διάφορους διπλωματικούς του εταίρους, ωστόσο ορισμένες χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ιαπωνία την αναγνωρίζουν μεν χωρίς να την εγκρίνουν δε.

Ορισμένες από τις εταιρείες που στοχοποιήθηκαν στις 26 Δεκεμβρίου είχαν ήδη δεχθεί κυρώσεις στο παρελθόν, καθώς το ΚΚΚ καταφεύγει συστηματικά σε αντίποινα για τις αμερικανικές συμφωνίες πώλησης όπλων στην Ταϊβάν. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ο Πάλμερ Λάκυ, ιδρυτής της Anduril Industries, ο οποίος είχε ήδη μπει σε λίστα κυρώσεων από το κινεζικό καθεστώς, καθώς και οι θυγατρικές της εταιρείας Area-I, Blue Force Technologies και Dive Technologies. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Λάκυ χαρακτήρισε την κύρωση ως «χριστουγεννιάτικο δώρο» και ανέφερε ότι έγραψε μια ομιλία αποδοχής γι’ αυτό, στην οποία αστειεύεται σχετικά.

Μεταξύ των υπολοίπων που στοχοποιήθηκαν περιλαμβάνονται οι Advanced Acoustic Concepts και ο πρόεδρός της Μάικλ Τζ. Κάρνοβεϊλ, η Boeing, η Dedrone και ο διευθύνων σύμβουλος Ααντίτια Ντεβαρακόντα, η Epirus, η Gibbs & Cox, η High Point Aerotechnologies και η πρόεδρός της Αν Γουντ, η IntelliEPI, η L3Harris και ο αντιπρόεδρος Τζον Κάντιλον, η Lazarus Enterprises, η Northrop Grumman, η ReconCraft και ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος Άνσουμαν Ρόυ, η Sierra Technical Services, η Teal Drones και ο πρόεδρός της Μιτς ΜακΝτόναλντ, η Vantor και ο διευθύνων σύμβουλος Νταν Σμουτ, καθώς και η VSE Corporation και ο διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος Τζον Α. Κουόμο.

Εκπρόσωπος της Boeing αρνήθηκε να σχολιάσει.

Η εφημερίδα The Epoch Times επικοινώνησε με τις υπόλοιπες εταιρείες που τέθηκαν υπό κυρώσεις ή με τις μητρικές τους εταιρείες, αλλά δεν έλαβε απάντηση έως τη στιγμή της δημοσίευσης.

Κίνα και Ιαπωνία σε αντιπαράθεση στον ΟΗΕ για την Ταϊβάν

Σε σύγκρουση ήρθαν η Κίνα και η Ιαπωνία ήρθαν στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, καθώς το Πεκίνο ζήτησε από το Τόκυο για να ανακαλέσει πρόσφατη δήλωση της πρωθυπουργού της Ιαπωνίας Σανάε Τακαΐτσι σχετικά με την Ταϊβάν, κλιμακώνοντας περαιτέρω την ήδη τεταμένη σχέση των δύο χωρών.

Ο πρέσβης της Κίνας στα Ηνωμένα Έθνη αξιοποίησε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας στις 15 Δεκεμβρίου για να καλέσει την Ιαπωνία να αποσύρει τα σχόλια της πρωθυπουργού, η οποία είχε χαρακτηρίσει στις 7 Νοεμβρίου τυχόν ναυτικές συγκρούσεις στην περιοχή της Ταϊβάν ως «κατάσταση που απειλεί την επιβίωση της Ιαπωνίας]», παραπέμποντας σε νόμο του 2015, που είχε θεσπιστεί επί πρωθυπουργίας του εκλιπόντος Σίνζο Άμπε και που προβλέπει ότι μια τέτοια κατάσταση ενεργοποιεί τη δυνατότητα στρατιωτικής δράσης από την Ιαπωνία. Αφορμή για τη δήλωση ήταν ερωτήσεις βουλευτών σχετικά με τη στάση άμυνας της Ιαπωνίας σε περίπτωση κινεζικής επίθεσης κατά της Ταϊβάν.

Η εν λόγω δήλωση, καθώς και μία επακόλουθη ανάρτηση με βίαιο και απειλητικό περιεχόμενο («το βρόμικο κεφάλι που προβάλλει απερίσκεπτα πρέπει να κοπεί χωρίς δισταγμό»), η οποία αποδόθηκε στον Σούε Τζιαν, γενικό πρόξενο της Κίνας στην Οσάκα και η οποία αργότερα διαγράφηκε από την πλατφόρμα X, τροφοδότησαν τη συνεχιζόμενη αντιπαράθεση μεταξύ της Ιαπωνίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ). Η αντιπαράθεση αυτή περιλαμβάνει λεκτικές συγκρούσεις, οδηγίες των κινεζικών αρχών για στοχευμένη αποχή στα ιαπωνικά θαλασσινά και στον τουρισμό, καθώς και περιπολίες της κινεζικής ακτοφυλακής κοντά στην Ιαπωνία.

Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 15 Δεκεμβρίου, με αντικείμενο τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, ο Φου Κονγκ, μόνιμος αντιπρόσωπος της Κίνας στα Ηνωμένα Έθνη, επανέλαβε την απαίτηση του Πεκίνου να ανακαλέσει η Σανάε Τακαΐτσι την εσφαλμένες, κατά την Κίνα, δήλωση και κάλεσε την ιαπωνική κυβέρνηση να «μετανοήσει για το παρελθόν και να μην συνεχίσει μια λανθασμένη πορεία». Κάνοντας παραλληλισμούς με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Φου κατηγόρησε την Ιαπωνία ότι χρησιμοποιεί την Ταϊβάν ως «πρόσχημα» για να άρει τους μεταπολεμικούς στρατιωτικούς περιορισμούς της και χαρακτήρισε την ενίσχυση της αμυντικής της στάσης ως «αναβίωση του μιλιταρισμού και του φασισμού». Παράλληλα, επανέλαβε τη θέση του ΚΚΚ ότι η Ταϊβάν αποτελεί «αναπόσπαστο μέρος της κινεζικής επικράτειας» και ότι η εξεύρεση λύσης στο ζήτημα της Ταϊβάν συνιστά «εσωτερική υπόθεση της Κίνας».

Από την πλευρά του, ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ιαπωνίας στα Ηνωμένα Έθνη, Γιαμαζάκι Καζουγιούκι, δήλωσε ότι οι ισχυρισμοί του Φου είναι «αβάσιμοι» και ότι οι τοποθετήσεις του αποσκοπούν απλώς στο να σπείρουν διχασμό μεταξύ των κρατών-μελών και να υπονομεύσουν έναν χώρο εποικοδομητικού διαλόγου για το μέλλον του ΟΗΕ, ως εκ τούτου είναι ακατάλληλες και άσχετες. Υπογράμμισε δε ότι ο ισχυρισμός της Κίνας πως η Ιαπωνία θα ασκούσε το δικαίωμα της αυτοάμυνας ακόμη και χωρίς ένοπλη επίθεση είναι απολύτως εσφαλμένος. Περαιτέρω, ο Καζουγιούκι αναφέρθηκε στο μεταπολεμικό ιστορικό της Ιαπωνίας, σημειώνοντας ότι η χώρα έχει ακολουθήσει φιλειρηνική πορεία και έχει συμβάλει «αναρίθμητες φορές στην ειρήνη και την ευημερία του κόσμου», τονίζοντας ότι η αμυντική στάση της Ιαπωνίας είναι «αποκλειστικά αμυντικού χαρακτήρα» και ότι η ειρήνη και η σταθερότητα στα Στενά της Ταϊβάν έχουν παγκόσμια σημασία.

Τέλος, ξεκαθάρισε ότι η Ιαπωνία επιμένει ότι τα ζητήματα που αφορούν την Ταϊβάν θα πρέπει να επιλυθούν ειρηνικά μέσω διαλόγου. σημειώνοντας ότι αυτή η προσέγγιση είναι προς το συμφέρον ολόκληρου του κόσμου.

Η Ταϊβάν βρισκόταν υπό ιαπωνική κυριαρχία για 50 χρόνια, μέχρι την ήττα της Ιαπωνίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1945, η Ιαπωνία επέστρεψε την Ταϊβάν στο Κουομιντάνγκ, το τότε εθνικιστικό κυβερνών κόμμα της Κίνας. Λίγο αργότερα, μετά την επικράτηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, το Κουομιντάνγκ αποχώρησε από την ηπειρωτική χώρα και κατέφυγε στο νησί της Ταϊβάν, όπου διεκδικεί το αυτεξούσιο.

Το ΚΚΚ δεν έχει κυβερνήσει ποτέ την Ταϊβάν, ωστόσο έχει δηλώσει ότι επιδιώκει την απορρόφηση του νησιού και δεν έχει αποκλείσει τη χρήση βίας. Το καθεστώς υποστηρίζει ότι οι συνθήκες του με τις χώρες με τις οποίες διατηρεί διπλωματικές σχέσεις θεμελιώνουν την «αρχή της μίας Κίνας», σύμφωνα με την οποία το κομμουνιστικό καθεστώς αποτελεί τη μοναδική νόμιμη κυβέρνηση και στις δύο πλευρές των Στενών της Ταϊβάν. Χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ιαπωνία αναγνωρίζουν τη θέση αυτή χωρίς όμως να την υιοθετούν.

Παρά τις ταξιδιωτικές οδηγίες του Πεκίνου, ο αριθμός των ξένων επισκεπτών στην Ιαπωνία τον Νοέμβριο αυξήθηκε κατά 10,4% σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με τον ιαπωνικό οργανισμό τουρισμού.

Η ΕΕ παρουσιάζει σχέδιο για μείωση της εξάρτησης από την Κίνα σε ορυκτά

Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσίασε στις 3 Δεκεμβρίου σχέδια για τη μείωση των κινδύνων που αφορούν την οικονομική ασφάλεια, όπως η εξάρτηση από σπάνιες γαίες και υλικά μπαταριών που προέρχονται από την Κίνα.

Η εκτελεστική αρχή της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ανακοίνωσε ότι θα υιοθετήσει μια προληπτική προσέγγιση για την ενίσχυση της οικονομικής ασφάλειας της Ένωσης, αξιοποιώντας στο μέγιστο τα υφιστάμενα εμπορικά μέτρα και δημιουργώντας νέα εργαλεία.

Σε ανακοίνωσή της, η Επιτροπή ανέφερε ότι, για να ενισχυθεί η οικονομική ασφάλεια, η ΕΕ θα χρησιμοποιεί τα υπάρχοντα εργαλεία ανεξάρτητα από τον αρχικό σκοπό τους, θα αξιοποιεί την «εργαλειοθήκη» της πιο προληπτικά όταν χρειάζεται και θα ενισχύσει τις δυνατότητες συλλογής πληροφοριών και ανάλυσης, ώστε να στηρίζονται οι αποφάσεις της ΕΕ και να βελτιώνεται ο συντονισμός με τα κράτη-μέλη και τις επιχειρήσεις.

Το νέο δόγμα οικονομικής ασφάλειας της ΕΕ περιλαμβάνει νέες κατευθυντήριες γραμμές για τον έλεγχο των άμεσων ξένων επενδύσεων, την ενσωμάτωση της οικονομικής ασφάλειας στις έρευνες εμπορικής άμυνας και την επιδότηση έργων που δύνανται να μειώσουν τις εξαρτήσεις της ΕΕ από μεμονωμένες τρίτες χώρες.

Η Επιτροπή εντόπισε έξι τομείς προτεραιότητας υψηλού κινδύνου, μεταξύ των οποίων η μείωση στρατηγικών εξαρτήσεων σε αγαθά και υπηρεσίες, ο έλεγχος επενδύσεων που κατευθύνονται προς την ΕΕ, η ενίσχυση της άμυνας, του διαστήματος και άλλων κρίσιμων βιομηχανιών στην Ευρώπη, η διασφάλιση ηγετικού ρόλου της ΕΕ σε κρίσιμες τεχνολογίες και η προστασία ευαίσθητων πληροφοριών, δεδομένων και κρίσιμων υποδομών της.

RESourceEU: Το νέο εργαλείο για κρίσιμα ορυκτά και υλικά μπαταριών

Η Επιτροπή παρουσίασε ένα από τα νέα της εργαλεία, το RESourceEU, το οποίο έχει σχεδιαστεί για να περιορίσει την εξάρτηση από κινεζικά κρίσιμα ορυκτά και υλικά μπαταριών. Πρόκειται για πρωτοβουλία αντίστοιχη με το REPower, που ξεκίνησε στις Βρυξέλλες το 2022 με στόχο τη σταδιακή απεξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια.

Στο πλαίσιο του RESourceEU, η Επιτροπή σκοπεύει να διαθέσει σχεδόν 3 δισ. ευρώ μέσα στο επόμενο έτος για τη χρηματοδότηση έργων σχετικών με κρίσιμες πρώτες ύλες, όπως το έργο εξόρυξης μολυβδαινίου στο Μάλμπιεργκ από την καναδική εταιρεία Greenland Resources και το έργο εξαγωγής λιθίου της Vulcan στη Γερμανία.

Άλλα σκέλη της πρωτοβουλίας περιλαμβάνουν τη μείωση της γραφειοκρατίας ώστε να επιταχύνονται οι αδειοδοτήσεις έργων, κοινές αγορές και δημιουργία αποθεμάτων, τη σύσταση κέντρου κρίσιμων πρώτων υλών για τον συντονισμό της προσπάθειας διαφοροποίησης και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας, καθώς και τη διατήρηση υλικών εντός της ΕΕ ώστε να ανακυκλώνονται εκεί.

Στόχοι έως το 2030

Σύμφωνα με ενημερωτικό δελτίο της Επιτροπής, το 2025 η ΕΕ εξαρτάται από την Κίνα κατά 90% για τους μόνιμους μαγνήτες, κατά 95% για την εξόρυξη σπάνιων γαιών και 100% για την επεξεργασία και ανακύκλωση σπάνιων γαιών. Με την υλοποίηση των έργων, η Επιτροπή εκτίμησε ότι τα εν λόγω ποσοστά θα μειωθούν σε 80%, 42% και 60%, αντίστοιχα, έως το 2030.

Για άλλες πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται σε μπαταρίες ή στην άμυνα, το ποσοστό εξάρτησης φέτος κυμάνθηκε από 29% έως 89%, ενώ το ίδιο έγγραφο ανέφερε ότι η πρόβλεψη της Επιτροπής για το 2030 εκτιμά τα ποσοστά από μηδενικά έως 64%.

Ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Επιτροπής, Στεφάν Σεζουρνέ, χαρακτήρισε την εξάρτηση της ΕΕ από μία μόνο χώρα για κρίσιμες πρώτες ύλες ως «ανησυχητική», καθώς, όπως είπε, οι άδειες εξαγωγών δίνονται με φειδώ και μόνο με αντάλλαγμα πληροφορίες που εμπίπτουν στην κατηγορία των εμπορικών μυστικών.

Ο Ευρωπαίος επίτροπος Εμπορίου, Μάρος Σέφτσοβιτς, δήλωσε ότι είναι «επιτακτικό η Ευρώπη να ενισχύσει την οικονομική της ασφάλεια», καθώς το εμπόριο εργαλειοποιείται και βάλλεται από υπερπροσφορές και άλλα μέσα αθέμιτου ανταγωνισμού. Σημείωσε ακόμη ότι στόχος είναι να αποτραπούν βραχυπρόθεσμες διαταραχές, να μειωθούν σταθερά οι υπάρχουσες ριψοκίνδυνες εξαρτήσεις, και να αποφευχθούν νέες.

Η ΕΕ καταργεί την ατέλεια για δέματα κάτω των 150 ευρώ

Οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφώνησαν να τερματίσουν ήδη από το επόμενο έτος το καθεστώς ατέλειας για τα φθηνά δέματα, αντί για το 2028 όπως είχε αρχικά προγραμματιστεί, σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε την Πέμπτη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Βάσει του κανόνα για τα ελάχιστα (de minimis), τα εισαγόμενα αγαθά αξίας μικρότερης των 150 ευρώ απαλλάσσονται από τελωνειακούς δασμούς. Ο κανόνας αυτός έχει ωφελήσει ηλεκτρονικές πλατφόρμες που πωλούν φθηνά προϊόντα από την Κίνα, όπως οι AliExpress, Amazon, Shein και Temu.

Ανακοινώνοντας την απόφαση για επίσπευση της κατάργησης του ορίου των 150 ευρώ, ο επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ, Μάρος Σέφκοβιτς, ανέφερε ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ζητούν κατ’ επανάληψη να καταργηθεί ο κανόνας «χωρίς καθυστέρηση». Σημείωσε πως οι υπουργοί εμφανίζονται «αποφασισμένοι» να τον καταργήσουν «το συντομότερο δυνατό μέσα στο επόμενο έτος».

Ο Σέφκοβιτς τόνισε ότι η επίτευξη πολιτικής συμφωνίας για την κατάργηση του ισχύοντος ορίου για τα ελάχιστα στα 150 ευρώ εκπέμπει «ισχυρό μήνυμα» ότι η Ευρώπη είναι σοβαρή ως προς τη δίκαιη ανταγωνιστικότητα και την προστασία των συμφερόντων των επιχειρήσεών της.

Η ΕΕ σχεδίαζε αρχικά να καταργήσει το όριο το 2028 στο πλαίσιο συνολικής αναμόρφωσης του τελωνειακού της συστήματος. Σύμφωνα με το νέο σχέδιο, θα εφαρμοστεί μια «απλή, προσωρινή» λύση για την είσπραξη δασμών από τα ηλεκτρονικά δέματα έως το 2028, οπότε και θα τεθεί σε ισχύ η τελωνειακή μεταρρύθμιση.

Οι αλλαγές θα χρειαστούν έγκριση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Κατακόρυφη αύξηση των φθηνών αποστολών

Η Επιτροπή ανέφερε ότι 4,6 δισεκατομμύρια δέματα χαμηλής αξίας στάλθηκαν σε καταναλωτές της ΕΕ το 2024, σχεδόν διπλάσια σε σχέση με το 2023 (2,4 δισ.) και υπερτριπλάσια σε σχέση με το 2022 (1,4 δισ.).

Από αυτά, τα 4,17 δισεκατομμύρια —δηλαδή το 91%— προήλθαν από την Κίνα, έναντι 1,9 δισ. το 2023.

Η Επιτροπή τόνισε ότι η έκρηξη αυτή συμπίπτει με την εξαιρετικά ταχεία ανάπτυξη ορισμένων διαδικτυακών αγορών· ιδιαίτερα η Temu και η Shein αναπτύχθηκαν εκθετικά στην αγορά της ΕΕ, φθάνοντας πάνω από 75 εκατομμύρια χρήστες μέσα σε λίγους μήνες το 2024.

Ο ευρωβουλευτής Ντιρκ Γκότινκ, εισηγητής για τη νέα τελωνειακή νομοθεσία, σημείωσε ότι έχει ήδη παραληφθεί μεγαλύτερος όγκος δεμάτων από ό,τι σε ολόκληρο το 2024, ενώ η Black Friday και τα Χριστούγεννα βρίσκονται προ των πυλών.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σημείωσε ότι ο κανόνας για τα ελάχιστα έχει ενθαρρύνει μη ευρωπαϊκές εταιρείες να διαχωρίζουν τις αποστολές τους σε μικρότερα δέματα, προκαλώντας περιβαλλοντικές ανησυχίες. Πρόσθεσε ότι ο κανόνας έχει τύχει εκμετάλλευσης, καθώς εκτιμάται ότι το 65% των μικρών δεμάτων δηλώνονται σε χαμηλότερη αξία από την πραγματική.

Η εφημερίδα The Epoch Times έχει επικοινωνήσει με τις Alibaba Group, Amazon, Shein και Temu για σχόλιο.

Νωρίτερα φέτος, η ΕΕ διαπίστωσε ότι η Temu και η AliExpress δεν αξιολόγησαν ούτε μετρίασαν κινδύνους που σχετίζονται με τη διάδοση παράνομων προϊόντων. Η Shein βρίσκεται αυτήν την περίοδο στο επίκεντρο αντιδράσεων έπειτα από την ανεύρεση στην ιστοσελίδα της σεξουαλικών ομοιωμάτων που θύμιζαν παιδιά.

Το σχέδιο επίσπευσης του τέλους της ατέλειας για τα φθηνά δέματα έγινε δεκτό θετικά σε όλη την ήπειρο.

Η υπουργός Οικονομίας της Δανίας, Στέφανι Λόζε, δήλωσε ότι η κατάργηση της εξαίρεσης θα κλείσει μακροχρόνια «παραθυράκια» που έχουν συστηματικά αξιοποιηθεί για την αποφυγή τελωνειακών δασμών.

Η Zalando, διαδικτυακός λιανέμπορος από τη Γερμανία, υπογράμμισε ότι η κατάργηση πρέπει να επισπευσθεί. Ενώσεις λιανικού εμπορίου και ηλεκτρονικού εμπορίου από τη Σουηδία και τη Γερμανία χαρακτήρισαν το μέτρο πρώτο βήμα προς δικαιότερο ανταγωνισμό, ενώ ο Λούκα Σμπουρλάτι, πρόεδρος της Confindustria Moda, του ιταλικού λόμπι της μόδας, δήλωσε ότι η επιβολή δασμών σε δέματα αξίας κάτω των 150 ευρώ είναι «ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του κλάδου υφάσματος και ένδυσης».

Εθνικές χρεώσεις και ενιαία αγορά

Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατήργησαν τη δική τους πολιτική για τα ελάχιστα, που επέτρεπε την αδασμολόγητη είσοδο δεμάτων αξίας κάτω των 800 δολαρίων, γεγονός που προκάλεσε ανησυχίες ότι τα φθηνά κινεζικά προϊόντα θα κατευθυνθούν περισσότερο προς την Ευρώπη.

Οι χώρες της ΕΕ έχουν αρχίσει να εφαρμόζουν εθνικές χρεώσεις διαχείρισης, πιέζοντας την ΕΕ να κινηθεί ταχύτερα στην κατάργηση του δικού της κανόνα για τα ελάχιστα. Η Ρουμανία έχει προτείνει επιβολή χρέωσης 25 λέι (5,73 δολαρίων) για δέματα χαμηλής αξίας, ενώ η Ιταλία εξετάζει την επιβολή φόρου για την προστασία της βιομηχανίας μόδας της, σύμφωνα με όσα δήλωσε την Τετάρτη ο υπουργός Βιομηχανίας Αντόλφο Ούρσο.

Η EuroCommerce, λόμπι λιανέμπορων και χονδρεμπόρων της Ευρώπης, προειδοποίησε ότι η επιβολή διαφορετικών εθνικών χρεώσεων αντί μίας ενιαίας για ολόκληρη την ΕΕ θα μπορούσε να υπονομεύσει την ενιαία αγορά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε χρέωση 2 ευρώ, αλλά δεν είναι σαφές πότε θα εφαρμοστεί ή αν θα είναι αποτελεσματική.

Ο Αλεξάντρ Μπομπάρ, διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Carrefour, υποστήριξε ότι χρέωση 2 ευρώ για δέματα χαμηλής αξίας αποτελεί «αστείο». Ο Ματέο ντελ Φάντε, διευθύνων σύμβουλος της Poste Italiane, εταιρείας που διαχειρίζεται εκατομμύρια δέματα ετησίως, ανέφερε την Πέμπτη ότι συνήθως η αγορά αυτορυθμίζεται και ότι «ένα ή δύο ευρώ δεν θα αλλάξουν πραγματικά την ελκυστικότητα αυτών των πλατφορμών».

Με πληροφορίες από το Reuters

Διεθνής πίεση για να σταματήσουν οι εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων στην Κίνα

Ομάδα νομοθετών από 28 χώρες δεσμεύτηκε ότι θα προωθήσει νόμους που θα αποτρέπουν τη συνέργεια στις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων που διαπράττονται στην Κίνα κατ’ εντολή του καθεστώτος, ανακοίνωσε στις 12 Νοεμβρίου η Διακοινοβουλευτική Συμμαχία για την Κίνα (Inter-Parliamentary Alliance on China – IPAC).

Η ομάδα εξέδωσε κοινό ανακοινωθέν μετά την πέμπτη ετήσια σύνοδό της, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 8 Νοεμβρίου στις Βρυξέλλες. Συζητήθηκαν επίσης ζητήματα σχετικά με το Θιβέτ, την Ταϊβάν και τη Θάλασσας της Νότιας Κίνας, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο το κινεζικό καθεστώς εκμεταλλεύεται το μονοπώλιό του στον τομέα της παραγωγής και της επεξεργασίας των κρίσιμων πρώτων υλών.

Σε σχετική δήλωση, η IPAC ανέφερε ότι τα μέλη της καταδικάζουν «την αποτρόπαια πρακτική» της κρατικά υποστηριζόμενης αφαίρεσης και εμπορίας οργάνων που λαμβάνει χώρα στην Κίνα. Υποσχέθηκαν ότι θα προωθήσουν «νομοθεσία σχεδιασμένη να εξαλείψει αυτή την πρακτική και να αποτρέψει τη συνέργεια ατόμων, θεσμών ή κυβερνήσεων», περιλαμβάνοντας την απαγόρευση του μεταμοσχευτικού τουρισμού, κυρώσεις κατά των δραστών, διαφάνεια στις μεταμοσχεύσεις και περιορισμούς στη συνεργασία στον τομέα της μεταμοσχευτικής ιατρικής.

Το ιστορικό των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων

Οι εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων στην Κίνα είναι μια κρατικά ενορχηστρωμένη πρακτική, που στοχεύει κυρίως κρατούμενους συνείδησης από τους οποίους αφαιρούνται ζωτικά όργανα ενώ είναι ακόμα ζωντανοί και χωρίς τη συναίνεσή τους με σκοπό τη μεταμόσχευση.

Μαρτυρίες δείχνουν ότι το φαινόμενο υφίσταται από τη δεκαετία του 1990, αλλά η έκτασή του εκτοξεύθηκε στις αρχές του 21ου αιώνα, σε στενή χρονική συσχέτιση με τη δίωξη που εξαπέλυσε το καθεστώς το 1999 κατά των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ (ή Φάλουν Ντάφα), μιας πνευματικής άσκησης βασισμένης στις αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας.

Η άσκηση παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο κοινό στην Κίνα το 1992 και εξαπλώθηκε ταχύτατα από στόμα σε στόμα, φτάνοντας, σύμφωνα με εκτιμήσεις, τα 70-100 εκατομμύρια ασκούμενους μέχρι το 1999.

Ερευνητές και ακτιβιστές υποστηρίζουν ότι οι μαζικές φυλακίσεις των ασκουμένων, σε συνδυασμό με τον υγιεινό τρόπο ζωής τους, τους κατέστησε ιδανική «δεξαμενή οργάνων» για αυτό που σύντομα εξελίχθηκε σε μια προσοδοφόρο βιομηχανία μεταμοσχεύσεων, αξίας 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων.

Το 2019, ανεξάρτητο δικαστήριο για την Κίνα (China Tribunal) στο Λονδίνο, υπό την προεδρία του γνωστού δικηγόρου και δικαστή Σερ Τζόφρεϋ Νάις, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κινεζικό καθεστώς έχει διαπράξει βασανιστήρια και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας μέσω κρατικά οργανωμένων εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων από κρατούμενους συνείδησης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα θύματα ήταν κυρίως ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ και ότι η πρακτική εφαρμοζόταν σε μεγάλη κλίμακα.

Στη συνέχεια, ερευνητές εντόπισαν αποδείξεις ότι Ουιγούροι και άλλες εθνοτικές μειονότητες έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί ως άκοντες ‘δότες’ οργάνων..

Τα τελευταία χρόνια, νομοθέτες διαφόρων χωρών υιοθετούν ρυθμίσεις που αποτρέπουν τους πολίτες τους από το να ταξιδεύουν στην Κίνα για μεταμοσχεύσεις.

Συγκεκριμένα, το Ηνωμένο Βασίλειο, το 2022, ψήφισε νομοθεσία που απαγορεύει στους κατοίκους του να αγοράζουν, να πωλούν ή να διευκολύνουν συναλλαγές ανθρώπινων οργάνων οπουδήποτε στον κόσμο.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ψηφίστηκαν δύο νομοσχέδια που αντιστρατεύονται τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων: ο Νόμος Προστασίας των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ και ο Νόμος για τον Τερματισμό των Εξαναγκαστικών Αφαιρέσεων Οργάνων.

Ταϊβάν

Η IPAC, η οποία περιλαμβάνει νομοθέτες από 44 κοινοβούλια, επανέλαβε την αντίθεσή της σε οποιαδήποτε μονομερή αλλαγή του status quo στα στενά της Ταϊβάν.

Σύμφωνα με τη δήλωση που εξέδωσε, ενέργειες που συνιστούν παραβίαση του status quo περιλαμβάνουν την παρεμπόδιση της Ταϊβάν να ασκεί ανεξάρτητη διακυβέρνηση, έλεγχο των συνόρων της (συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων), διατήρηση εύρυθμης οικονομίας, καθώς και να προστατεύει την κοινωνία από κακόβουλες πολιτικές παρεμβάσεις.

Η παρεμπόδιση των διεθνών σχέσεων της Ταϊβάν και η επιβολή πολιτικών διευθετήσεων χωρίς τη συναίνεση των Ταϊβανών πολιτών θεωρούνται επίσης παραβίαση του status quo και πρέπει να αντιμετωπίζονται με ανάλογο τρόπο από τη διεθνή κοινότητα, σημείωσε η IPAC.

Η επίσημη ονομασία της Ταϊβάν, «Δημοκρατία της Κίνας», ήταν το όνομα της ηπειρωτικής Κίνας έως το 1949, όταν οι εθνικιστές ηττήθηκαν από τους κομμουνιστές και μεταφέρθηκαν στο νησί.

Το ΚΚΚ δεν έχει κυβερνήσει ποτέ την Ταϊβάν, αλλά θεωρεί το αυτοδιοικούμενο νησί μέρος της επικράτειάς του και έχει δεσμευτεί ότι θα το προσαρτήσει, ακόμα και με τη βία.

Το καθεστώς έχει αποστείλει πολεμικά πλοία και αεροσκάφη γύρω από το νησί, έχει υπονομεύσει τις διπλωματικές του σχέσεις και έχει μπλοκάρει τη συμμετοχή της Ταϊβάν σε διεθνείς οργανισμούς. Το Πεκίνο ζητά από τα άλλα κράτη να ακολουθούν την «Αρχή της μίας Κίνας», σύμφωνα με την οποία το κομμουνιστικό καθεστώς είναι η μόνη νόμιμη κυβέρνηση και στις δύο πλευρές των στενών.

Η IPAC ανέφερε ότι τα μέλη της θα επικεντρωθούν και στη μείωση της εξάρτησης από τις κρίσιμες πρώτες ύλες που προέρχονται από την Κίνα, θα καλέσουν το Πεκίνο να συμμορφωθεί με το Διεθνές Δίκαιο στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και θα βοηθήσουν τον θιβετιανό λαό να «διατηρήσει την πολιτιστική, θρησκευτική, γλωσσική και εθνική του ταυτότητα».

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητά εναλλακτικές πηγές για τα σπάνια μέταλλα της Κίνας

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) επιδιώκει να απεξαρτηθεί από τα σπάνια μέταλλα που προμηθεύεται από την Κίνα, όπως δήλωσε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

Μιλώντας στο Berlin Global Dialogue, στις 25 Οκτωβρίου, η φον ντερ Λάιεν ανέφερε ότι η ΕΕ εργάζεται πάνω σε ένα νέο σχέδιο με την ονομασία RESource EU, το οποίο θα βασίζεται στο πρότυπο της πρωτοβουλίας REPower, που είχε εγκαινιαστεί το 2022 με στόχο τη σταδιακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη ρωσική ενέργεια.

Η πρόεδρος της Κομισιόν εξήγησε ότι σκοπός του νέου σχεδίου είναι να διασφαλίσει την πρόσβαση των ευρωπαϊκών βιομηχανιών σε εναλλακτικές πηγές κρίσιμων πρώτων υλών βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Ο αντίκτυπος των κινεζικών περιορισμών

Στις 9 Οκτωβρίου, το κινεζικό καθεστώς προχώρησε σε αυστηροποίηση των ελέγχων στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και υλικών για μπαταρίες, στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης εμπορικής αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η φον ντερ Λάιεν τόνισε ότι αυτή η απόφαση έχει «τεράστιο αντίκτυπο» στη βιομηχανία της ΕΕ, ιδιαίτερα στους τομείς της αυτοκινητοβιομηχανίας, των ημιαγωγών, της αεροδιαστημικής και της άμυνας, προειδοποιώντας πως πάνω από το 90% των αναγκών της Ένωσης σε μαγνήτες σπάνιων γαιών καλύπτεται από κινεζικές εισαγωγές. Σύμφωνα με την ίδια, η εξάρτηση αυτή «εγκυμονεί σημαντικό κίνδυνο» για την ΕΕ.

Χωρίς να κατονομάσει συγκεκριμένη χώρα, η πρόεδρος της Επιτροπής υπογράμμισε ότι «τα παραδοσιακά εργαλεία της διπλωματίας χρησιμοποιούνται για να μετατραπεί η αλληλεξάρτηση σε όπλα και να αξιοποιηθούν οι συμμαχίες ως μέσα άσκησης πίεσης σε χώρες και βιομηχανίες, προκειμένου να επιβληθεί έλεγχος και καταναγκασμός».

Η φον ντερ Λάιεν σημείωσε ότι η ΕΕ θα επιδιώξει να συνεργαστεί με Κινέζους αξιωματούχους για την εξεύρεση βραχυπρόθεσμων λύσεων, ενώ παράλληλα θα συνεργαστεί με τους εταίρους της Ομάδας των Επτά (G7) για έναν συντονισμένο τρόπο αντιμετώπισης.

Όπως ανέφερε, το σχέδιο RESource EU θα περιλαμβάνει τη δημιουργία μιας «κυκλικής οικονομίας», μέσω ανακύκλωσης των υλικών. Επεσήμανε ότι ορισμένες εταιρείες έχουν τη δυνατότητα να ανακυκλώνουν έως και το 95% των κρίσιμων πρώτων υλών και των μπαταριών, κάτι που σημαίνει, όπως είπε, επαναξαγωγή πολύτιμων υλικών, μείωση των αποβλήτων και προώθηση βιώσιμης διαχείρισης των πόρων.

Άλλες πτυχές του σχεδίου, πρόσθεσε, θα περιλαμβάνουν κοινές αγορές, δημιουργία αποθεμάτων και επενδύσεις σε έργα τόσο εντός όσο και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι σπάνιες γαίες και οι παγκόσμιες ελλείψεις

Από τα 17 σπάνια μέταλλα στα οποία η Κίνα έχει επιβάλει περιορισμούς εξαγωγής, τα 12 θεωρούνται κρίσιμα για προϊόντα όπως τα ηλεκτρικά οχήματα, οι κινητήρες αεροσκαφών και τα στρατιωτικά ραντάρ. Οι εξαγωγικοί περιορισμοί που τέθηκαν σε ισχύ από τον Απρίλιο είχαν προκαλέσει ελλείψεις παγκοσμίως, πριν μια σειρά συμφωνιών με την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες συμβάλλει στην ανακούφιση της κρίσης εφοδιασμού.

Οι νέοι κινεζικοί περιορισμοί στις εξαγωγές υλικών για μπαταρίες και σπάνιων γαιών αναμένεται να τεθούν σε ισχύ στις 8 Νοεμβρίου και την 1η Δεκεμβρίου, αντίστοιχα.

Παράλληλα, Ευρωπαίοι κατασκευαστές αυτοκινήτων προειδοποιούν για σοβαρές διαταραχές στην παραγωγή τους, εάν το Πεκίνο συνεχίσει να απαγορεύει τις εξαγωγές μικροτσίπ από τη Nexperia China, λόγω της διαμάχης της εταιρείας με τα κεντρικά της στην Ολλανδία.

Στις 21 Οκτωβρίου, ο Επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ Μάρος Σέφκοβιτς και ο υπουργός Εμπορίου της Κίνας, Γουάνγκ Γουεντάο, συμφώνησαν να πραγματοποιηθούν συνομιλίες την επόμενη εβδομάδα σχετικά με τους ελέγχους στις εξαγωγές.

Microsoft: Απότομη αύξηση κυβερνοεπιθέσεων με χρήση ΑΙ από τη Ρωσία και την Κίνα

Οι αντίπαλοι των ΗΠΑ χρησιμοποιούν ολοένα και περισσότερο την τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ/ΑΙ) στις επιχειρήσεις κυβερνοεπιρροής τους, με τις δραστηριότητες να αυξάνονται «επιθετικά» μέσα στο 2025, όπως ανακοίνωσε η Microsoft στις 16 Οκτωβρίου.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση Digital Defense Report της εταιρείας, τον Ιούλιο η Microsoft εντόπισε περισσότερα από 200 περιστατικά περιεχομένου που δημιουργήθηκε με χρήση ΑΙ από αντιπάλους των ΗΠΑ —αριθμός υπερτετραπλάσιος σε σχέση με τον Ιούλιο του 2024 και πάνω από δεκαπλάσιος σε σχέση με τον Ιούλιο του 2023.

Η έκθεση επισημαίνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πλέον να δημιουργεί εξαιρετικά πειστικά ηλεκτρονικά μηνύματα και να παράγει ψηφιακά αντίγραφα ανώτερων κυβερνητικών αξιωματούχων ή παρουσιαστών ειδήσεων. Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των εργαλείων ΑΙ καθιστά τις επιχειρήσεις «ευκολότερες στην κλιμάκωση, πιο αποτελεσματικές και δυσκολότερες στην ανίχνευση», ενώ ταυτόχρονα καθίσταται ολοένα δυσκολότερο να γίνει διάκριση μεταξύ κρατικών και μη κρατικών δραστών.

Για απατεώνες και κυβερνοεγκληματίες, η τεχνητή νοημοσύνη διευκολύνει τη δημιουργία πιο πειστικών ιστοσελίδων, προφίλ, ηλεκτρονικών μηνυμάτων και ταυτοτήτων, σημειώνει η έκθεση. Η Microsoft ανέφερε ότι μπλόκαρε 1,6 εκατομμύρια απόπειρες δημιουργίας ψεύτικων λογαριασμών ανά ώρα στις πλατφόρμες της.

Η αντιπρόεδρος της Microsoft για την ασφάλεια και εμπιστοσύνη πελατών, Έιμυ Χόγκαν-Μπέρνι, η οποία επέβλεψε την έκθεση, δήλωσε ότι όλοι —από τον ιδιωτικό τομέα έως την κυβέρνηση— οφείλουν να ενεργούν προληπτικά ώστε να συμβαδίζουν με τους ολοένα πιο εξελιγμένους κυβερνοεισβολείς και να διασφαλίζουν πως οι αμυνόμενοι παραμένουν ένα βήμα μπροστά από τους αντιπάλους.

Οι ΗΠΑ στο επίκεντρο των επιθέσεων

Από τις κυβερνοεπιθέσεις που εντόπισε η Microsoft το πρώτο εξάμηνο του έτους, το 24,8% είχε ως στόχο τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ το 5,6% τη Βρετανία, η οποία ήταν η δεύτερη πιο συχνά στοχοποιημένη χώρα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτέλεσαν επίσης τον κυριότερο στόχο κρατικών ομάδων απειλής από την Κίνα, τη Ρωσία, το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα.

Μέσα σε διάστημα δώδεκα μηνών έως τον Ιούνιο, η Microsoft εντόπισε 623 κρατικά υποκινούμενες επιχειρήσεις εναντίον των ΗΠΑ. Άλλοι βασικοί στόχοι περιελάμβαναν το Ισραήλ, την Ουκρανία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Βρετανία και την Ταϊβάν.

Η έκθεση ανέφερε ότι «το εύρος και η κλίμακα των επιχειρήσεων στοχοποίησης από την Κίνα εξακολουθούν να ξεχωρίζουν από εκείνες κρατικά υποκινούμενων φορέων», επισημαίνοντας ότι οι κινεζικές εκστρατείες κατασκοπείας στόχευσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ασία, τη Βόρεια Αφρική και τη Λατινική Αμερική, επιδιώκοντας οικονομικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Η Ρωσία και το Ιράν, σύμφωνα με την έκθεση, έχουν επεκτείνει τους στόχους τους πέρα από τους παραδοσιακούς πολεμικούς αντιπάλους. Η Microsoft εντόπισε αυξανόμενο αριθμό ρωσικών επιθέσεων εναντίον χωρών του ΝΑΤΟ και μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε κράτη που στηρίζουν την Ουκρανία, ενώ το Ιράν επιτέθηκε σε ναυτιλιακές και εταιρείες μεταφορών και διανομής, πιθανώς επιδιώκοντας παρεμβάσεις στις εμπορικές θαλάσσιες δραστηριότητες, σύμφωνα με τη Χόγκαν-Μπέρνι.

Η ίδια πρόσθεσε ότι η Βόρεια Κορέα έχει αναπτύξει χιλιάδες κρατικά συνδεδεμένους απομακρυσμένους εργαζόμενους πληροφορικής, οι οποίοι υποβάλλουν αιτήσεις για εργασία σε ξένες εταιρείες με σκοπό την αύξηση των εσόδων του καθεστώτος· όταν όμως αποκαλύπτεται η ταυτότητα τους, στρέφονται σε εκβιασμούς.

Χρήση εσωτερικών συνεργών και υποκλοπών

Οι ξένοι αντίπαλοι στρέφονται ολοένα περισσότερο και στη χρήση μη κρατικών συνεργών για την υλοποίηση επιχειρήσεων από το εσωτερικό, είτε στρατολογώντας υπαλλήλους είτε υποκλέπτοντας τους κωδικούς πρόσβασής τους.

Η έκθεση αναφέρει ότι η Κίνα και η Ρωσία έχουν χρησιμοποιήσει ακαδημαϊκές ή επαγγελματικές διασυνδέσεις για να στοχοποιήσουν τομείς τόσο με οικονομική όσο και με στρατιωτική αξία —όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι κβαντικές τεχνολογίες, η βιοτεχνολογία και η άμυνα.

Η Χόγκαν-Μπέρνι σχολίασε ότι οι αντίπαλοι πλέον δεν «εισβάλλουν» αλλά «συνδέονται», υπονοώντας πως προτιμούν την απόκτηση πρόσβασης μέσω νόμιμων στοιχείων παρά μέσω παραβίασης.

Το δωδεκάμηνο έως τον Ιούνιο, οι επιθέσεις μέσω κωδικών πρόσβασης αντιστοιχούσαν σε πάνω από το 97% των επιθέσεων ταυτότητας που εντόπισε η Microsoft, ενώ ο συνολικός όγκος αυτών των επιθέσεων αυξήθηκε σχεδόν κατά ένα τρίτο μόνο στο πρώτο εξάμηνο του 2025.

Η ASML προετοιμάζεται για τους κινεζικούς περιορισμούς στις σπάνιες γαίες, λέει ο οικονομικός διευθυντής

Η ASML είναι προετοιμασμένη για τους αυστηρότερους περιορισμούς του κινεζικού καθεστώτος στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, δήλωσε την Τετάρτη ο οικονομικός διευθυντής της εταιρείας, Ρότζερ Ντάσεν.

Η ολλανδική κατασκευάστρια μηχανημάτων ημιαγωγών είναι μεταξύ των εταιρειών που επηρεάζονται από τα νέα κινεζικά μέτρα, τα οποία ανακοινώθηκαν στις 9 Οκτωβρίου και προβλέπουν ότι από την 1η Δεκεμβρίου οι εξαγωγείς θα πρέπει να λαμβάνουν άδεια για προϊόντα που περιέχουν πάνω από 0,1% σπάνιες γαίες προερχόμενες από την Κίνα.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο Ντάσεν δήλωσε πως η εταιρεία είναι πλήρως προετοιμασμένη για πιθανές διακοπές στην εφοδιαστική αλυσίδα. Είπε ότι διαθέτουν αποθέματα και εναλλακτικές, αλλά ότι φυσικά υπάρχει άμεσος αντίκτυπος που προσπαθούν να διαχειριστούν. Πρόσθεσε ότι τα επόμενα τρία χρόνια είναι σημαντικό ο κόσμος να συνεχίσει να εμπορεύεται και να μην οδηγηθεί σε κατάσταση περιορισμών.

Η Κίνα παράγει πάνω από το 90% των επεξεργασμένων σπάνιων γαιών και μαγνητών παγκοσμίως, που αποτελούν κρίσιμα στοιχεία για τα μηχανήματα της ASML.

Την ίδια ημέρα, ο διευθύνων σύμβουλος Κριστόφ Φουκέ δήλωσε ότι αναμένει σημαντική μείωση της κινεζικής ζήτησης. Κατά την παρουσίαση των οικονομικών αποτελεσμάτων του τρίτου τριμήνου, ανέφερε ότι η ζήτηση των Κινέζων πελατών θα είναι σημαντικά χαμηλότερη το 2026 απ’ ό,τι ήταν το 2024 και το 2025, όταν η εταιρεία είχε πολύ ισχυρή δραστηριότητα στην κινεζική αγορά.

Ο Ντάσεν διευκρίνισε ότι η αναμενόμενη πτώση δεν οφείλεται σε υπερβολικές αποθεματοποιήσεις εξοπλισμού από τους Κινέζους πελάτες. Σε τηλεδιάσκεψη με επενδυτές, εξήγησε ότι οι υψηλές πωλήσεις των τελευταίων ετών ήταν αποτέλεσμα ενός σημαντικού ανεκτέλεστου υπολοίπου παραγγελιών, λόγω της προηγούμενης υποεξυπηρέτησης της κινεζικής αγοράς, αν και παραδέχθηκε πως η ASML έμεινε έκπληκτη από το πόσο ισχυρές παρέμειναν οι πωλήσεις το 2025.

Ο Φουκέ προσέθεσε ότι η ζήτηση από την Κίνα τα τελευταία δύο έως τρία χρόνια ήταν πολύ υψηλή και σε καμία περίπτωση φυσιολογική, και ότι αναμένεται να υποχωρήσει σε ένα πιο λογικό επίπεδο το 2026.

Η Κίνα παραμένει ο μεγαλύτερος αγοραστής εξοπλισμού παραγωγής μικροτσίπ από το 2020, γεγονός που προκαλεί ανησυχία στην Ουάσιγκτον. Ομάδα Αμερικανών βουλευτών κάλεσε αυτόν τον μήνα σε νέους περιορισμούς στις εξαγωγές της ASML προς την Κίνα.

Σύμφωνα με έκθεση της Ειδικής Επιτροπής του Κογκρέσου για το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ), που δημοσιεύθηκε στις 7 Οκτωβρίου, κινεζικές εταιρείες εκμεταλλεύθηκαν κενά στους ελέγχους εξαγωγών για να αγοράσουν τεράστιες ποσότητες υπερσύγχρονου εξοπλισμού παραγωγής ημιαγωγών (SME) από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιαπωνία και την Ολλανδία, ξοδεύοντας 38 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024 σε πέντε μεγάλους κατασκευαστές.

Η επιτροπή σημείωσε ότι η ASML άντλησε το 36% των εσόδων της από την Κίνα το 2024, ενώ τέσσερις άλλοι κατασκευαστές SME από την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ είχαν ποσοστά μεταξύ 36% και 44%.

Όλες οι εταιρείες συνεργάστηκαν με την έρευνα, σύμφωνα με την επιτροπή, η οποία ζητά ενίσχυση των ελέγχων εξαγωγών προς την Κίνα και προτρέπει την Ιαπωνία και την Ολλανδία να ευθυγραμμιστούν με τα αμερικανικά πρότυπα.

Εκπρόσωπος της ASML δήλωσε στην Epoch Times ότι η εταιρεία αναμένει οι πωλήσεις στην Κίνα να αντιστοιχούν σε πάνω από το 25% των συνολικών εσόδων της το 2025.

Με πληροφορίες από το Reuters

Σύγκρουση ΗΠΑ-Κίνας στη συνάντηση του ΟΗΕ για τη διώρυγα του Παναμά

Κινέζοι και Αμερικανοί εκπρόσωποι συγκρούστηκαν τη Δευτέρα σε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ σχετικά με τη Διώρυγα του Παναμά, εν μέσω της συνεχιζόμενης διαμάχης για τον έλεγχο της πλωτής οδού που συνδέει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Η αναπληρώτρια πρέσβης των ΗΠΑ Ντόροθυ Σέυ εξέφρασε ανησυχίες για την «υπερβολική επιρροή» του Πεκίνου στην περιοχή, ενώ ο Κινέζος πρέσβης Φου Κονγκ αρνήθηκε ότι η κινεζική επιρροή στα λιμάνια έχει επηρεάσει την ουδετερότητα της διώρυγας.

Η σύγκρουση έλαβε χώρα σε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ με θέμα την ασφάλεια στη θάλασσα, όπου ο πρόεδρος της συνεδρίασης και πρόεδρος του Παναμά, Χοσέ Ραούλ Μουλίνο, τόνισε την ουδετερότητα της διώρυγας και την κυριότητα της χώρας του επί της θαλάσσιας οδού.

Ο Φου δήλωσε ότι ο Παναμάς «διαχειρίζεται με συνέπεια και αποτελεσματικότητα τη διώρυγα» και ότι το Πεκίνο «πάντα σεβόταν τη μόνιμη ουδετερότητα της διώρυγας».

Η Σέυ δήλωσε ότι το κινεζικό καθεστώς έχει «υπερβολική επιρροή στην περιοχή της διώρυγας του Παναμά, ειδικά σε κρίσιμες υποδομές και λιμενικές δραστηριότητες», και ότι η επιρροή αυτή «δεν αποτελεί κίνδυνο μόνο για τον Παναμά και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και για το παγκόσμιο εμπόριο και την ασφάλεια».

Ως απάντηση, ο Μουλίνο υπογράμμισε την κυριαρχία του Παναμά «όσον αφορά την ιδιοκτησία του καναλιού» και τη πολυμερή συνθήκη που διέπει τη διαχείρισή του, και δήλωσε ότι η ουδετερότητα του καναλιού είναι «η μόνη και καλύτερη άμυνα» έναντι οποιωνδήποτε συγκεκριμένων ή παγκόσμιων απειλών.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατασκεύασαν τη διώρυγα μεταξύ 1904 και 1914 και ήλεγχαν την περιοχή μέχρι το 1999, όταν παρέδωσαν τον έλεγχο στον Παναμά βάσει μιας συνθήκης του 1977 που υπογράφηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζίμμυ Κάρτερ και τον στρατιωτικό ηγέτη του Παναμά Ομάρ Τορίχος.

Ο έλεγχος της πλωτής οδού αποτελεί αντικείμενο αυξημένου ενδιαφέροντος του νυν προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος πρότεινε να την ανακτήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες με την αιτιολογία της επιρροής της Κίνας στο κανάλι και της υποτιθέμενης υπερβολικής χρέωσης των αμερικανικών πλοίων για τη χρήση της πλωτής οδού.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, είχε επίσης εκφράσει την ανησυχία του για τον έλεγχο των λιμενικών εγκαταστάσεων και στις δύο άκρες της διώρυγας από κινεζική εταιρεία, κατά τη διάρκεια της ακρόασής του για την επικύρωση του διορισμού του τον Ιανουάριο, λέγοντας ότι το καθεστώς θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη διώρυγα «ως βρόχο για να στραγγαλίσει το εμπόριο σε περίπτωση σύγκρουσης».

Από τον Μάρτιο, μια κοινοπραξία με επικεφαλής την αμερικανική επενδυτική εταιρεία BlackRock και την εδρεύουσα στην Ελβετία Mediterranean Shipping Company επιδιώκει να αγοράσει την Panama Ports Company από την εδρεύουσα στο Χονγκ Κονγκ CK Hutchison, συμφωνία που απαιτεί την έγκριση του κινεζικού καθεστώτος.

Από την ημέρα της ανακοίνωσης της συμφωνίας, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Κίνας έχουν ξεκινήσει μια συντονισμένη προπαγανδιστική εκστρατεία κατά της CK Hutchison και του ιδρυτή της, του 97χρονου δισεκατομμυριούχου Λι Κα-Σινγκ.

Η CK Hutchison δήλωσε τον Ιούλιο ότι επιδιώκει να προσθέσει «έναν σημαντικό στρατηγικό επενδυτή από την ηπειρωτική Κίνα» στην ομάδα των αγοραστών, «προκειμένου η συναλλαγή να λάβει την έγκριση όλων των αρμόδιων ρυθμιστικών αρχών και τμημάτων».

Εν τω μεταξύ, ο Μουλίνο ανακοίνωσε τον Ιούλιο ότι ο Παναμάς ενδέχεται να αναλάβει τον έλεγχο δύο λιμανιών στα δύο άκρα της διώρυγας του Παναμά, απειλώντας ενδεχομένως την προγραμματισμένη πώληση των λιμανιών στο αμερικανικό κονσόρτιουμ.

Με τη συμβολή του Bill Pan και πληροφορίες από το Associated Press

Αυξημένη δραστηριότητα κινεζικών ερευνητικών σκαφών στην αρκτική ζώνη των ΗΠΑ

Τα κινεζικά ερευνητικά σκάφη έχουν αυξήσει τη δραστηριότητά τους στην αμερικανική αρκτική περιοχή τα τελευταία τρία χρόνια, ανακοίνωσε η Αμερικανική Ακτοφυλακή (USCG) στις 8 Αυγούστου.

Η Ακτοφυλακή δήλωσε ότι παρακολουθούσε πέντε παρόμοια κινεζικά σκάφη κοντά στην περιοχή της αμερικανικής Αρκτικής, μετά την ανταπόκρισή της στα σκάφη Ji Di και Zhong Shan Da Xue Ji Di, τα οποία έπλεαν βορειοανατολικά στη Θάλασσα του Μπέρινγκ στις 5 Αυγούστου.

«Η παρουσία αυτών των σκαφών είναι σύμφωνη με την τριετή τάση αυξημένης δραστηριότητας των κινεζικών ερευνητικών σκαφών που δραστηριοποιούνται στην αμερικανική Αρκτική. Πέρυσι, τρία κινεζικά ερευνητικά σκάφη διεξήγαγαν ερευνητικές δραστηριότητες βόρεια του Βερίγγειου Πορθμού», ανέφερε η Ακτοφυλακή.

Στις 6 Αυγούστου, το πλήρωμα του σκάφους Waesche της Αμερικανικής Ακτοφυλακής ανταποκρίθηκε εκ νέου στο Zhong Shan Da Xue Ji Di, καθώς αυτό ταξίδευε βόρεια στη Θάλασσα Τσούκτσι, πάνω από τον Αρκτικό Κύκλο, αφού είχε περάσει από το Στενό του Μπέρινγκ.

Η Αμερικανική Ακτοφυλακή δήλωσε ότι τα αεροσκάφη και τα σκάφη της, τα οποία περιπολούσαν στο πλαίσιο της επιχείρησης Frontier Sentinel, ανταποκρίθηκαν στα κινεζικά παγοθραυστικά για να «αντιμετωπίσουν κακόβουλες δραστηριότητες, να υπερασπιστούν τα κυρίαρχα συμφέροντα και να προωθήσουν τη συμπεριφορά στη θάλασσα σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και τους κανόνες».

Τον Ιούλιο, η Αμερικανική Ακτοφυλακή ανταποκρίθηκε επίσης στο κινεζικό ερευνητικό σκάφος Xue Long ΙΙ βόρεια του Utqiagvik, στην Αλάσκα.

Η Epoch Times ζήτησε από το κινεζικό υπουργείου Εξωτερικών να σχολιάσει τις παρατηρήσεις της Αμερικανικής Ακτοφυλακής.

Σε ομιλία της τον Δεκέμβριο του 2024, σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών, δεξαμενή σκέψης με έδρα την Ουάσιγκτον, η τότε αναπληρώτρια υφυπουργός Άμυνας για την Αρκτική και την Παγκόσμια Ανθεκτικότητα, Ίρις Φέργκιουσον, δήλωσε ότι είχε αυξηθεί ο ανταγωνισμός στην Αρκτική, με την Κίνα, έναν σχετικά νέο παίκτη στην περιοχή, να εκδηλώνει έντονα την παρουσία της.

Η Φέργκιουσον δήλωσε ότι το υπουργείο Άμυνας (DOD) ανησυχεί για τα στρατηγικά συμφέροντα του κινεζικού καθεστώτος στην περιοχή και για την «αυξανόμενη συνεργασία» του καθεστώτος με τη Ρωσία με «πρωτοφανείς τρόπους», όπως η κοινή στρατιωτική άσκηση στο Βερίγγειο Πορθμό το 2023, η κοινή περιπολία βομβαρδιστικών αεροσκαφών τον Ιούλιο του 2024 και η αυξημένη συνεργασία της Ακτοφυλακής το 2024.

Σύμφωνα με την Αρκτική Στρατηγική του Πενταγώνου, που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2024, το κινεζικό καθεστώς επιδιώκει να αυξήσει την επιρροή και τις δραστηριότητές του στην Αρκτική.

«Αν και δεν είναι αρκτική χώρα, η [Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας] προσπαθεί να αξιοποιήσει τη μεταβαλλόμενη δυναμική στην Αρκτική για να επιτύχει μεγαλύτερη επιρροή και πρόσβαση,  να εκμεταλλευτεί τους πόρους της Αρκτικής και να διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο στην περιφερειακή διακυβέρνηση», αναφέρει το έγγραφο.

Το υπουργείο Άμυνας δήλωσε ότι η αυξημένη συνεργασία μεταξύ Ρωσίας και Κίνας, πέραν των άλλων προκλήσεων, «ενδέχεται να αλλάξει τη σταθερότητα και τις δεδομένες έως τώρα απειλές στην Αρκτική», ενώ δίνει στο υπουργείο Άμυνας την ευκαιρία να «ενισχύσει την ασφάλεια στην περιοχή, εμβαθύνοντας τη συνεργασία με τους συμμάχους και τους εταίρους».

Τον περασμένο μήνα, οι νομοθέτες ψήφισαν τον νόμο One Big Beautiful Bill Act, σύμφωνα με τον οποίο περισσότερα από 8,6 δισεκατομμύρια δολάρια προβλέπεται να διατεθούν για την προμήθεια πολικών παγοθραυστικών πλοίων με σκοπό την επέκταση της αμερικανικής παρουσίας στην Αρκτική.