Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Σύγκρουση ΗΠΑ-Κίνας στη συνάντηση του ΟΗΕ για τη διώρυγα του Παναμά

Κινέζοι και Αμερικανοί εκπρόσωποι συγκρούστηκαν τη Δευτέρα σε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ σχετικά με τη Διώρυγα του Παναμά, εν μέσω της συνεχιζόμενης διαμάχης για τον έλεγχο της πλωτής οδού που συνδέει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Η αναπληρώτρια πρέσβης των ΗΠΑ Ντόροθυ Σέυ εξέφρασε ανησυχίες για την «υπερβολική επιρροή» του Πεκίνου στην περιοχή, ενώ ο Κινέζος πρέσβης Φου Κονγκ αρνήθηκε ότι η κινεζική επιρροή στα λιμάνια έχει επηρεάσει την ουδετερότητα της διώρυγας.

Η σύγκρουση έλαβε χώρα σε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ με θέμα την ασφάλεια στη θάλασσα, όπου ο πρόεδρος της συνεδρίασης και πρόεδρος του Παναμά, Χοσέ Ραούλ Μουλίνο, τόνισε την ουδετερότητα της διώρυγας και την κυριότητα της χώρας του επί της θαλάσσιας οδού.

Ο Φου δήλωσε ότι ο Παναμάς «διαχειρίζεται με συνέπεια και αποτελεσματικότητα τη διώρυγα» και ότι το Πεκίνο «πάντα σεβόταν τη μόνιμη ουδετερότητα της διώρυγας».

Η Σέυ δήλωσε ότι το κινεζικό καθεστώς έχει «υπερβολική επιρροή στην περιοχή της διώρυγας του Παναμά, ειδικά σε κρίσιμες υποδομές και λιμενικές δραστηριότητες», και ότι η επιρροή αυτή «δεν αποτελεί κίνδυνο μόνο για τον Παναμά και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και για το παγκόσμιο εμπόριο και την ασφάλεια».

Ως απάντηση, ο Μουλίνο υπογράμμισε την κυριαρχία του Παναμά «όσον αφορά την ιδιοκτησία του καναλιού» και τη πολυμερή συνθήκη που διέπει τη διαχείρισή του, και δήλωσε ότι η ουδετερότητα του καναλιού είναι «η μόνη και καλύτερη άμυνα» έναντι οποιωνδήποτε συγκεκριμένων ή παγκόσμιων απειλών.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατασκεύασαν τη διώρυγα μεταξύ 1904 και 1914 και ήλεγχαν την περιοχή μέχρι το 1999, όταν παρέδωσαν τον έλεγχο στον Παναμά βάσει μιας συνθήκης του 1977 που υπογράφηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζίμμυ Κάρτερ και τον στρατιωτικό ηγέτη του Παναμά Ομάρ Τορίχος.

Ο έλεγχος της πλωτής οδού αποτελεί αντικείμενο αυξημένου ενδιαφέροντος του νυν προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος πρότεινε να την ανακτήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες με την αιτιολογία της επιρροής της Κίνας στο κανάλι και της υποτιθέμενης υπερβολικής χρέωσης των αμερικανικών πλοίων για τη χρήση της πλωτής οδού.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, είχε επίσης εκφράσει την ανησυχία του για τον έλεγχο των λιμενικών εγκαταστάσεων και στις δύο άκρες της διώρυγας από κινεζική εταιρεία, κατά τη διάρκεια της ακρόασής του για την επικύρωση του διορισμού του τον Ιανουάριο, λέγοντας ότι το καθεστώς θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη διώρυγα «ως βρόχο για να στραγγαλίσει το εμπόριο σε περίπτωση σύγκρουσης».

Από τον Μάρτιο, μια κοινοπραξία με επικεφαλής την αμερικανική επενδυτική εταιρεία BlackRock και την εδρεύουσα στην Ελβετία Mediterranean Shipping Company επιδιώκει να αγοράσει την Panama Ports Company από την εδρεύουσα στο Χονγκ Κονγκ CK Hutchison, συμφωνία που απαιτεί την έγκριση του κινεζικού καθεστώτος.

Από την ημέρα της ανακοίνωσης της συμφωνίας, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Κίνας έχουν ξεκινήσει μια συντονισμένη προπαγανδιστική εκστρατεία κατά της CK Hutchison και του ιδρυτή της, του 97χρονου δισεκατομμυριούχου Λι Κα-Σινγκ.

Η CK Hutchison δήλωσε τον Ιούλιο ότι επιδιώκει να προσθέσει «έναν σημαντικό στρατηγικό επενδυτή από την ηπειρωτική Κίνα» στην ομάδα των αγοραστών, «προκειμένου η συναλλαγή να λάβει την έγκριση όλων των αρμόδιων ρυθμιστικών αρχών και τμημάτων».

Εν τω μεταξύ, ο Μουλίνο ανακοίνωσε τον Ιούλιο ότι ο Παναμάς ενδέχεται να αναλάβει τον έλεγχο δύο λιμανιών στα δύο άκρα της διώρυγας του Παναμά, απειλώντας ενδεχομένως την προγραμματισμένη πώληση των λιμανιών στο αμερικανικό κονσόρτιουμ.

Με τη συμβολή του Bill Pan και πληροφορίες από το Associated Press

Αυξημένη δραστηριότητα κινεζικών ερευνητικών σκαφών στην αρκτική ζώνη των ΗΠΑ

Τα κινεζικά ερευνητικά σκάφη έχουν αυξήσει τη δραστηριότητά τους στην αμερικανική αρκτική περιοχή τα τελευταία τρία χρόνια, ανακοίνωσε η Αμερικανική Ακτοφυλακή (USCG) στις 8 Αυγούστου.

Η Ακτοφυλακή δήλωσε ότι παρακολουθούσε πέντε παρόμοια κινεζικά σκάφη κοντά στην περιοχή της αμερικανικής Αρκτικής, μετά την ανταπόκρισή της στα σκάφη Ji Di και Zhong Shan Da Xue Ji Di, τα οποία έπλεαν βορειοανατολικά στη Θάλασσα του Μπέρινγκ στις 5 Αυγούστου.

«Η παρουσία αυτών των σκαφών είναι σύμφωνη με την τριετή τάση αυξημένης δραστηριότητας των κινεζικών ερευνητικών σκαφών που δραστηριοποιούνται στην αμερικανική Αρκτική. Πέρυσι, τρία κινεζικά ερευνητικά σκάφη διεξήγαγαν ερευνητικές δραστηριότητες βόρεια του Βερίγγειου Πορθμού», ανέφερε η Ακτοφυλακή.

Στις 6 Αυγούστου, το πλήρωμα του σκάφους Waesche της Αμερικανικής Ακτοφυλακής ανταποκρίθηκε εκ νέου στο Zhong Shan Da Xue Ji Di, καθώς αυτό ταξίδευε βόρεια στη Θάλασσα Τσούκτσι, πάνω από τον Αρκτικό Κύκλο, αφού είχε περάσει από το Στενό του Μπέρινγκ.

Η Αμερικανική Ακτοφυλακή δήλωσε ότι τα αεροσκάφη και τα σκάφη της, τα οποία περιπολούσαν στο πλαίσιο της επιχείρησης Frontier Sentinel, ανταποκρίθηκαν στα κινεζικά παγοθραυστικά για να «αντιμετωπίσουν κακόβουλες δραστηριότητες, να υπερασπιστούν τα κυρίαρχα συμφέροντα και να προωθήσουν τη συμπεριφορά στη θάλασσα σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και τους κανόνες».

Τον Ιούλιο, η Αμερικανική Ακτοφυλακή ανταποκρίθηκε επίσης στο κινεζικό ερευνητικό σκάφος Xue Long ΙΙ βόρεια του Utqiagvik, στην Αλάσκα.

Η Epoch Times ζήτησε από το κινεζικό υπουργείου Εξωτερικών να σχολιάσει τις παρατηρήσεις της Αμερικανικής Ακτοφυλακής.

Σε ομιλία της τον Δεκέμβριο του 2024, σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών, δεξαμενή σκέψης με έδρα την Ουάσιγκτον, η τότε αναπληρώτρια υφυπουργός Άμυνας για την Αρκτική και την Παγκόσμια Ανθεκτικότητα, Ίρις Φέργκιουσον, δήλωσε ότι είχε αυξηθεί ο ανταγωνισμός στην Αρκτική, με την Κίνα, έναν σχετικά νέο παίκτη στην περιοχή, να εκδηλώνει έντονα την παρουσία της.

Η Φέργκιουσον δήλωσε ότι το υπουργείο Άμυνας (DOD) ανησυχεί για τα στρατηγικά συμφέροντα του κινεζικού καθεστώτος στην περιοχή και για την «αυξανόμενη συνεργασία» του καθεστώτος με τη Ρωσία με «πρωτοφανείς τρόπους», όπως η κοινή στρατιωτική άσκηση στο Βερίγγειο Πορθμό το 2023, η κοινή περιπολία βομβαρδιστικών αεροσκαφών τον Ιούλιο του 2024 και η αυξημένη συνεργασία της Ακτοφυλακής το 2024.

Σύμφωνα με την Αρκτική Στρατηγική του Πενταγώνου, που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2024, το κινεζικό καθεστώς επιδιώκει να αυξήσει την επιρροή και τις δραστηριότητές του στην Αρκτική.

«Αν και δεν είναι αρκτική χώρα, η [Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας] προσπαθεί να αξιοποιήσει τη μεταβαλλόμενη δυναμική στην Αρκτική για να επιτύχει μεγαλύτερη επιρροή και πρόσβαση,  να εκμεταλλευτεί τους πόρους της Αρκτικής και να διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο στην περιφερειακή διακυβέρνηση», αναφέρει το έγγραφο.

Το υπουργείο Άμυνας δήλωσε ότι η αυξημένη συνεργασία μεταξύ Ρωσίας και Κίνας, πέραν των άλλων προκλήσεων, «ενδέχεται να αλλάξει τη σταθερότητα και τις δεδομένες έως τώρα απειλές στην Αρκτική», ενώ δίνει στο υπουργείο Άμυνας την ευκαιρία να «ενισχύσει την ασφάλεια στην περιοχή, εμβαθύνοντας τη συνεργασία με τους συμμάχους και τους εταίρους».

Τον περασμένο μήνα, οι νομοθέτες ψήφισαν τον νόμο One Big Beautiful Bill Act, σύμφωνα με τον οποίο περισσότερα από 8,6 δισεκατομμύρια δολάρια προβλέπεται να διατεθούν για την προμήθεια πολικών παγοθραυστικών πλοίων με σκοπό την επέκταση της αμερικανικής παρουσίας στην Αρκτική.

Πρόστιμο 1 εκατ. ευρώ στη Shein από τις ιταλικές αρχές για παραπλανητικούς περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς

Πρόστιμο ύψους 1 εκατομμυρίου ευρώ επέβαλε η Ιταλική Επιτροπή Ανταγωνισμού και Αγοράς (Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato – AGCM) στην κινεζική πλατφόρμα ταχείας μόδας Shein, κατηγορώντας τη για «παραπλανητικούς» και «ψευδείς» περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς, σύμφωνα με ανακοίνωση της 4ης Αυγούστου.

Το πρόστιμο επιβλήθηκε στην εταιρεία Infinite Styles Services Co. Ltd, με έδρα το Δουβλίνο, η οποία διαχειρίζεται τις ευρωπαϊκές ιστοσελίδες της Shein.

Σύμφωνα με ανακοίνωση της AGCM, η εταιρεία προέβαλε περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς σε τμήματα της ιστοσελίδας της όπως #SHEINTHEKNOW, evoluSHEIN και Social Responsibility (Κοινωνική Ευθύνη), οι οποίοι ήταν κατά περίπτωση «ασαφείς, γενικόλογοι και/ή υπερβολικά εμφατικοί», ενώ σε άλλες περιπτώσεις κρίθηκαν «παραπλανητικοί ή ελλιπείς».

Οι δηλώσεις σχετικά με ένα «κυκλικό σύστημα» παραγωγής ή με την ανακυκλωσιμότητα των προϊόντων της Shein θεωρήθηκαν από την Αρχή ως ψευδείς ή τουλάχιστον παραπλανητικές.

Η εταιρεία φέρεται επίσης να τόνιζε τη χρήση «πράσινων» ινών στη συλλογή evoluSHEIN, χωρίς να προσδιορίζει τα συγκεκριμένα περιβαλλοντικά οφέλη, ούτε να διευκρινίζει ότι η εν λόγω σειρά αποτελεί μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό της συνολικής παραγωγής της.

Οι εν λόγω ισχυρισμοί, κατά την Αρχή, ενδέχεται να δημιουργούν την εντύπωση στους καταναλωτές ότι η συλλογή evoluSHEIN είναι πλήρως κατασκευασμένη από «βιώσιμα» υλικά και ότι τα προϊόντα είναι πλήρως ανακυκλώσιμα – κάτι που, λόγω των χρησιμοποιούμενων ινών και των υφιστάμενων συστημάτων ανακύκλωσης, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Η AGCM αμφισβήτησε επίσης τις δεσμεύσεις της εταιρείας περί μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 25% έως το 2030 και μηδενικών εκπομπών έως το 2050, τις οποίες χαρακτήρισε «γενικόλογες και αόριστες», επικαλούμενη την αύξηση των εκπομπών της εταιρείας το 2023 και το 2024.

Σύμφωνα με την εφημερίδα The Epoch Times, η Shein δεν απάντησε σε σχετικό αίτημα σχολιασμού μέχρι τη δημοσίευση του ρεπορτάζ. Ωστόσο, σε δήλωσή της στο Reuters, η εταιρεία ανέφερε ότι συνεργάστηκε πλήρως με την AGCM και έλαβε άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση των θεμάτων που επισημάνθηκαν.

«Έχουμε ενισχύσει τις εσωτερικές μας διαδικασίες ελέγχου και βελτιώσαμε την ιστοσελίδα μας, ώστε όλοι οι περιβαλλοντικοί ισχυρισμοί να είναι σαφείς, επαληθεύσιμοι και συμβατοί με τους κανονισμούς», δήλωσε η εταιρεία.

Η Shein, ένας διαδικτυακός λιανοπωλητής με έδρα τη Σιγκαπούρη, που ιδρύθηκε το 2008 από τον Κινέζο δισεκατομμυριούχο Κρις Σου (Chris Xu), εξάγει φθηνά προϊόντα μόδας κυρίως από την Κίνα προς καταναλωτές παγκοσμίως.

Τον Μάιο, η Shein και άλλοι Κινέζοι ηλεκτρονικοί λιανοπωλητές επηρεάστηκαν από την απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να τερματίσει το καθεστώς απαλλαγής από δασμούς για μικρής αξίας δέματα από την Κίνα. Στις 30 Ιουλίου, η Ουάσιγκτον επέκτεινε την απόφαση αυτή παγκοσμίως, επηρεάζοντας και τους προμηθευτές των εταιρειών εκτός Κίνας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δήλωσε τον Μάιο ότι η δική της έρευνα διαπίστωσε παραβιάσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή από πλευράς Shein, περιλαμβανομένων παραπλανητικών ισχυρισμών περί βιωσιμότητας, πλασματικών εκπτώσεων, εσφαλμένων ή ανακριβών πληροφοριών, παραπλανητικής επισήμανσης προϊόντων και πιεστικών τακτικών πωλήσεων.

Παράλληλα, η εταιρεία αντιμετωπίζει αντιδράσεις από Βρετανούς βουλευτές αναφορικά με την προσπάθειά της να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Επιχειρήσεων και Εμπορίου του βρετανικού κοινοβουλίου Λίαμ Μπερν, ένας από τους κύριους επικριτές της εισαγωγής της Shein, έχει ζητήσει διευκρινίσεις για το κατά πόσον η εταιρεία χρησιμοποιεί καταναγκαστική εργασία στην κινεζική επαρχία Σιντζιάνγκ, όπου, σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας καταπιέζει συστηματικά την τοπική μουσουλμανική μειονότητα των Ουιγούρων.

Η Γινάν Τζου (Yinan Zhu), επικεφαλής νομική σύμβουλος της Shein στην Ευρώπη, φέρεται να δήλωσε στην επιτροπή ότι η εταιρεία δεν απαγορεύει τη χρήση κινεζικού βαμβακιού στα προϊόντα της.

Η εταιρεία είχε δηλώσει παλαιότερα στην Epoch Times ότι εφαρμόζει πολιτική μηδενικής ανοχής στην καταναγκαστική εργασία και απαιτεί από τους προμηθευτές της να χρησιμοποιούν πρώτες ύλες μόνο από εγκεκριμένες περιοχές.

Ωστόσο, σύμφωνα με ανάλυση της Epoch Times βάσει στοιχείων της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Κίνας, άνω του 90% του κινεζικού βαμβακιού τα τελευταία τρία χρόνια παράγεται στη Σιντζιάνγκ.

Η Ταϊβάν εξετάζει το ενδεχόμενο ελέγχου των εξαγωγών ημιαγωγών λόγω της υποβάθμισης της de facto πρεσβείας της Νότιας Αφρικής

Η Ταϊβάν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής περιορισμών στις εξαγωγές μικροτσίπ προς τη Νότια Αφρική, μετά την απόφαση της κυβέρνησης της Πρετόρια να υποβαθμίσει μονομερώς το καθεστώς της άτυπης πρεσβείας της Ταϊπέι, σύμφωνα με ανακοίνωση του ταϊβανέζικου υπουργείου Εξωτερικών (MOFA) την Τρίτη.

Στις 21 Ιουλίου, η νοτιοαφρικανική κυβέρνηση δημοσίευσε επίσημη ειδοποίηση, με την οποία μετέτρεπε τα Γραφεία Συνδέσμου της Ταϊβάν σε «Εμπορικά Γραφεία», επικαλούμενη τη δέσμευσή της στην πολιτική της «Μίας Κίνας» και την Απόφαση 2758 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Όπως αναφέρεται, από τις 31 Μαρτίου η Πρετόρια δεν αναγνωρίζει πλέον την ταϊβανέζικη διπλωματική εκπροσώπηση στην πρωτεύουσα.

Το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν, ωστόσο, ανέφερε πως τα γραφεία της χώρας στην Πρετόρια και το Κέιπ Τάουν συνεχίζουν να λειτουργούν κανονικά.

Μιλώντας σε τακτική συνέντευξη Τύπου την Τρίτη, ο επικεφαλής του Τμήματος Δυτικής Ασίας και Αφρικής του ΥΠΕΞ, Φίλιπ Γεν Τσια-Λιανγκ, δήλωσε πως η κυβέρνηση εξετάζει αντίμετρα σε συνεργασία με άλλα υπουργεία, περιλαμβανομένων περιορισμών στις εξαγωγές μικροτσίπ προς τη Νότια Αφρική, προκειμένου – όπως είπε – να προστατευθούν «η εθνική κυριαρχία και αξιοπρέπεια» της Ταϊβάν.

Ο αξιωματούχος χαρακτήρισε την ενέργεια της Πρετόρια ως «συνέχεια της υποταγής στις πιέσεις της Κίνας», εκφράζοντας τη «βαθιά λύπη» του ΥΠΕΞ και καλώντας τη νοτιοαφρικανική κυβέρνηση να ξεκινήσει άμεσες διαβουλεύσεις. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Νότια Αφρική επικαλείται εσφαλμένα τόσο την Απόφαση 2758 όσο και την πολιτική της «Μίας Κίνας», επισημαίνοντας πως η εν λόγω απόφαση δεν κάνει καμία αναφορά στην κυριαρχία της Ταϊβάν ούτε περιλαμβάνει τον όρο «Ταϊβάν».

Η νοτιοαφρικανική εκδοχή της πολιτικής της «Μίας Κίνας» ευθυγραμμίζεται με την αρχή που προβάλλει το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ), αλλά διαφέρει από εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες δεν αναγνωρίζουν την ταυτότητα της Ταϊβάν ως αυτόματα ενταγμένη στην επικράτεια της Κίνας.

Η εφημερίδα The Epoch Times ζήτησε σχόλιο από το υπουργείο Διεθνών Σχέσεων και Συνεργασίας της Νότιας Αφρικής (Department of International Relations and Cooperation – DIRCO), αλλά δεν υπήρξε άμεση απάντηση.

Η Απόφαση 2758 του ΟΗΕ, η οποία εγκρίθηκε το 1971, αναγνώρισε τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (ΛΔΚ) ως τον μοναδικό εκπρόσωπο της Κίνας στον Οργανισμό, αντικαθιστώντας την εκπροσώπηση της Δημοκρατίας της Κίνας (Republic of China – RoC). Η τελευταία ιδρύθηκε το 1912 στην ηπειρωτική Κίνα, αλλά μετέφερε την έδρα της στην Ταϊβάν το 1949, όταν οι εθνικιστές ηττήθηκαν στον εμφύλιο πόλεμο από τους κομμουνιστές. Η απόφαση του ΟΗΕ δεν έκλεισε τον εμφύλιο ούτε καθόρισε το διεθνές καθεστώς της Ταϊβάν, καθώς ουδέποτε υπογράφηκε ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ του ΚΚΚ και της RoC.

Το Πεκίνο, αν και δεν έχει ποτέ ασκήσει κυριαρχία στην Ταϊβάν, τη θεωρεί μέρος της κινεζικής επικράτειας και έχει δηλώσει ότι προτίθεται να την επανενώσει με την Κίνα, ειρηνικά ή δια της βίας. Η ΛΔΚ έχει επανειλημμένα υπονομεύσει την ενίσχυση των διεθνών σχέσεων της Ταϊβάν και τη συμμετοχή της σε διεθνείς οργανισμούς, απαιτώντας από άλλα κράτη να τηρούν την αρχή της «Μίας Κίνας».

Το 2017, η Ταϊβάν είχε αναγκαστεί να μετονομάσει τα γραφεία της σε Νιγηρία, Μπαχρέιν, Ισημερινό, Ιορδανία και Ντουμπάι. Επιπλέον, το γραφείο της Νιγηρίας μεταφέρθηκε από την πρωτεύουσα Αμπούτζα στο Λάγος, τη μεγαλύτερη πόλη της χώρας.

Πριν από την επίσημη ανακοίνωση της 21ης Ιουλίου, η Νότια Αφρική είχε ζητήσει από την Ταϊβάν ήδη από πέρυσι να μετονομάσει τα Γραφεία Συνδέσμου και να τα μεταφέρει από την Πρετόρια στο Γιοχάνεσμπουργκ, υποστηρίζοντας ότι η αλλαγή θα «διόρθωνε την ανωμαλία» της παρουσίας της Ταϊβάν στην πρωτεύουσα. Η Κίνα χαιρέτισε τη νοτιοαφρικανική απόφαση, κάνοντάς λόγο για «σωστή επιλογή».

Η Ταϊβάν αρνήθηκε να συμμορφωθεί, ενώ φέρεται να επιχείρησε να έρθει σε διάλογο με τη νοτιοαφρικανική πλευρά χωρίς, όμως, αποτέλεσμα, καθώς, σύμφωνα με τον Γεν, η Πρετόρια δεν ανταποκρίθηκε.

Σε πολιτικό επίπεδο, ο βουλευτής Κρις Σμιθ (R-N.J.), ένας από τους προέδρους της Εκτελεστικής Επιτροπής του Κογκρέσου των ΗΠΑ για την Κίνα, δήλωσε ότι το Κογκρέσο παρακολουθεί την υπόθεση «πολύ στενά» και προειδοποίησε πως «οποιαδήποτε απόκλιση από το υπάρχον καθεστώς θα εκληφθεί πολύ αρνητικά».

Μιλώντας στις 22 Ιουλίου, κατά τη διάρκεια συνεδρίασης της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, ο Σμιθ υπενθύμισε ότι η Νότια Αφρική έχει συνάψει συμφωνία με την Ταϊβάν από το 1997, με την οποία επιτρεπόταν η ύπαρξη γραφείου εκπροσώπησης στην Πρετόρια με συγκεκριμένα προνόμια και διαπιστεύσεις. Τόνισε ότι οποιαδήποτε μονομερής απόπειρα παραβίασης της συμφωνίας αυτής δεν θα είναι αποδεκτή.

Πρόσθεσε πως η συνεχιζόμενη πίεση που ασκεί το ΚΚΚ σε πολλά επίπεδα αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής φθοράς και καθυπόταξης της Ταϊβάν, την οποία χαρακτήρισε «δημοκρατικό εταίρο των Ηνωμένων Πολιτειών». Προειδοποίησε επίσης ότι οι δημοκρατικές χώρες δεν πρέπει να ενδίδουν στις απαιτήσεις του Πεκίνου.

Διακομματικές νομοθετικές πρωτοβουλίες στις ΗΠΑ κατά των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Κίνα

Μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου από το Δημοκρατικό και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα παρουσίασαν νέες νομοθετικές προτάσεις που στοχεύουν στις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ), τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας, σε μια περίοδο κατά την οποία Ουάσιγκτον και Πεκίνο συνεχίζουν τις εμπορικές συνομιλίες τους στη Στοκχόλμη.

Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες υποστηρίζονται στη Γερουσία από τους γερουσιαστές Τζεφ Μέρκλεϋ (D-Ore.) και Νταν Σάλλιβαν (R-Alaska), μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής του Κογκρέσου για την Κίνα (Congressional Executive Commission on China – CECC).

Μία από τις προτάσεις επικεντρώνεται στη «διακρατική καταστολή», δηλαδή σε ενέργειες ξένων κυβερνήσεων και συνεργατών τους που στοχεύουν αντιφρονούντες, δημοσιογράφους και άλλες ομάδες στο εξωτερικό. Το σχετικό νομοσχέδιο στη Βουλή των Αντιπροσώπων υποστηρίζεται από τους Κρις Σμιθ (R-N.J.) και Τζέημς ΜακΓκόβερν (D-Mass.).

Κατά τη διάρκεια ακρόασης της CECC τον Σεπτέμβριο του 2023, ο Μέρκλεϋ είχε αναφέρει ότι η διακρατική καταστολή αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής του ΚΚΚ για τη φίμωση των επικριτών της κινεζικής πολιτικής παγκοσμίως. Στην ετήσια έκθεση της Επιτροπής για το 2024 σημειώνεται ότι το καθεστώς της Κίνας συνέχισε μια πολύπλευρη εκστρατεία υπερεθνικής καταστολής με σκοπό τον εκφοβισμό και τον έλεγχο αντιφρονούντων, Ουιγούρων, κατοίκων του Χονγκ Κονγκ και άλλων ομάδων.

Η ίδια έκθεση τονίζει ότι οι Αρχές εξακολούθησαν να παρακολουθούν, να συλλαμβάνουν και να φυλακίζουν ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ. Νωρίτερα μέσα στον μήνα, σε εκδήλωση για τη συμπλήρωση 26 ετών από την έναρξη της δίωξης του Φάλουν Γκονγκ, ο βουλευτής Σμιθ χαρακτήρισε τις ενέργειες του Πεκίνου στις Ηνωμένες Πολιτείες ως μορφή «διακρατικής τρομοκρατίας».

Ένα δεύτερο νομοσχέδιο, επίσης υποστηριζόμενο από τον Σμιθ και τον βουλευτή Τομ Σουόζι (D-N.Y.), αποσκοπεί στην επέκταση των κυρώσεων για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εναντίον των Ουιγούρων μουσουλμάνων στην Κίνα. Προβλέπεται να καλύπτει ένα ευρύτερο φάσμα πράξεων και προσώπων που ευθύνονται για τη διακρατική καταστολή της μειονότητας των Ουιγούρων.

Σύμφωνα με διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην κινεζική επαρχία Σιντζιάνγκ έχουν σημειωθεί μαζικές κρατήσεις Ουιγούρων, με εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για περίπου 1 εκατομμύριο άτομα σε δίκτυο στρατοπέδων «επανεκπαίδευσης» και άλλες μορφές περιορισμού. Επιζώντες των στρατοπέδων έχουν καταγγείλει καταναγκαστική εργασία, στείρωση, πολιτική πλύση εγκεφάλου και άλλες μορφές κακοποίησης.

Ένα τρίτο νομοσχέδιο, το οποίο εισάγει ο γερουσιαστής Μέρκλεϋ σε συνεργασία με τον συνάδελφό του Τζον Κέρτις (R-Utah), εστιάζει στην ενίσχυση της υποστήριξης προς την Ταϊβάν, καθώς το νησί δέχεται αυξανόμενη πίεση από το Πεκίνο. Η πρόταση περιλαμβάνει μέτρα για τη στήριξη κρατών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής που διατηρούν επίσημες διπλωματικές σχέσεις με την Ταϊβάν, ενώ παράλληλα επιδιώκεται η ενίσχυση του διμερούς συντονισμού με την Ταϊπέι.

Αν και το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας δεν έχει ποτέ κυβερνήσει την Ταϊβάν, θεωρεί το νησί ως μέρος της επικράτειάς του και έχει επανειλημμένα απειλήσει με χρήση βίας για την προσάρτησή του. Περαιτέρω, το Πεκίνο υπονομεύει τις διεθνείς σχέσεις της Ταϊβάν και μπλοκάρει τη συμμετοχή της σε διεθνείς οργανισμούς, προβάλλοντας την πολιτική της «Μίας Κίνας», σύμφωνα με την οποία η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας αποτελεί τη μόνη νόμιμη κυβέρνηση και των δύο πλευρών του Στενού της Ταϊβάν.

Σε δήλωσή του, ο Μέρκλεϋ υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να εμφανίζονται αδύναμες απέναντι στην Κίνα και τη διεθνή επιθετικότητά της. Επεσήμανε ότι ανεξαρτήτως τού ποιος βρίσκεται στον Λευκό Οίκο, οι αξίες της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να παραμένουν θεμέλια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Οι νομοθετικές αυτές πρωτοβουλίες ανακοινώθηκαν τη στιγμή που αντιπροσωπείες των ΗΠΑ και της Κίνας ξεκίνησαν νέο κύκλο εμπορικών διαβουλεύσεων στη Στοκχόλμη. Της αμερικανικής πλευράς ηγείται ο επικεφαλής του υπουργείου Οικονομικών, Σκοτ Μπέσσεντ, με στόχο την προετοιμασία ενδεχόμενης επίσκεψης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο.

Η Κίνα έχει προθεσμία έως τις 12 Αυγούστου για την επίτευξη μιας διαρκούς συμφωνίας σχετικά με τους δασμούς, μετά τις προκαταρκτικές συμφωνίες του Μαΐου και του Ιουνίου, που επεδίωξαν τον τερματισμό του πολέμου δασμών και τη διακοπή των εξαγωγών σπάνιων ορυκτών. Ο Μπέσσεντ δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι ενδέχεται να δοθεί παράταση στην προθεσμία, ενώ οι συνομιλίες αναμενόταν να συνεχιστούν την Τρίτη.

Με πληροφορίες από το Reuters

Έκθεση: Αμερικανοί οι κυριότεροι στόχοι των ασιατικών κέντρων απάτης που συνδέονται με την Κίνα

Οι Αμερικανοί έχουν γίνει κορυφαίοι στόχοι ομάδων απάτης που συνδέονται με την Κίνα στη Νοτιοανατολική Ασία, καθώς οι επιλεκτικές καταστολές του Πεκίνου ώθησαν τους εγκληματίες να στοχεύσουν περισσότερους Αμερικανούς, σύμφωνα με έκθεση του Κογκρέσου που δημοσιεύθηκε αυτόν τον μήνα.

Ενώ η Κίνα ανέφερε μείωση 30% στα χρήματα που χάθηκαν από διαδικτυακές απάτες το 2024, η απώλεια των Ηνωμένων Πολιτειών αυξήθηκε κατά 42%, δήλωσε η Επιτροπή Οικονομίας και Ασφάλειας ΗΠΑ-Κίνας (USCC) στις 18 Ιουλίου.

Σε ένα παράδειγμα, η έκθεση περιέγραφε πώς ένας 82χρονος άνδρας από τη Βιρτζίνια, ονόματι Ντέννις, έγινε φίλος με μια «γυναίκα» ονόματι «Τζέσσι» στο Facebook. Μετά από μήνες συνομιλίας, η «Τζέσσι» εξαφανίστηκε, μαζί με τις οικονομίες μιας ζωής του Ντέννις, αμέσως μόλις ο Ντέννις πείστηκε να επενδύσει τα χρήματα σε κρυπτονομίσματα. Ο Ντέννις αυτοκτόνησε.

Η ιστορία του Ντένις είναι μια τυπική απάτη «σφαγής χοίρων», στην οποία ένας απατεώνας χτίζει μια προσωπική σχέση με ένα θύμα, που ονομάζεται «πάχυνση του χοίρου», πριν το πείσει να επενδύσει σε ψεύτικα σχέδια ή «σφαγή του χοίρου».

Αυτοί οι απατεώνες, πολλοί από τους οποίους είναι και οι ίδιοι θύματα εμπορίας ανθρώπων, συχνά φυλακίζονται σε κέντρα απάτης βιομηχανικής κλίμακας που διευθύνονται από κινεζικά εγκληματικά δίκτυα στη Νοτιοανατολική Ασία. Το USCC δήλωσε ότι τα κέντρα απάτης έχουν «εξελιχθεί σε μια τεράστια εγκληματική βιομηχανία που ανταγωνίζεται το παγκόσμιο εμπόριο ναρκωτικών – συμπεριλαμβανομένης της αγοράς φαιντανύλης – σε κλίμακα και πολυπλοκότητα».

Σύμφωνα με την έκθεση, το 2023, τα κέντρα απάτης στη Βιρμανία, την Καμπότζη και το Λάος απέφεραν έσοδα ~43,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή περίπου το 40% του συνολικού ΑΕΠ των χωρών.

Σύνδεση κυβέρνησης

Πολλά από τα κέντρα εγκληματικότητας βιομηχανικής κλίμακας, τα οποία τροφοδότησαν διαφθορά και βία στις χώρες υποδοχής τους, έχουν δεσμούς με στοιχεία του κινεζικού καθεστώτος, ανέφερε η επιτροπή. «Οι Κινέζοι εγκληματίες πίσω από κέντρα απάτης έχουν χτίσει δεσμούς – μερικούς εμφανείς, άλλους αμφισβητήσιμους – με την κινεζική κυβέρνηση, υιοθετώντας πατριωτική ρητορική, υποστηρίζοντας την Πρωτοβουλία «Ένας δρόμος, μία ζώνη» (Belt and Road – BRI) της Κίνας και προωθώντας φιλο-κινεζική προπαγάνδα στο εξωτερικό.

«Ως αποτέλεσμα, τα κινεζικά συνδικάτα εγκλήματος έχουν επεκταθεί σε όλη τη Νοτιοανατολική Ασία με έμμεση – τουλάχιστον – υποστήριξη από στοιχεία της κινεζικής κυβέρνησης», αναφέρει η έκθεση.

Ω παράδειγμα ανέφερε το πώς οι Κινέζοι εγκληματίες, Σε Τζιτζιάνγκ και Γουάν Κουόκ-κόι, γνωστοί ως «Σπασμένο Δόντι», επανεφηύραν τους εαυτούς τους ως υποστηρικτές των πρωτοβουλιών του Κομμουνιστικού Κόμματος τηςΚίνας (ΚΚΚ), ώστε να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις διασυνδέσεις για να κερδίσουν υποστήριξη και πόρους και να αποφύγουν την κυβερνητική καταστολή.

Φέτος, το Πεκίνο ξεκίνησε εκ νέου την καταστολή των κέντρων απάτης, μετά την εξαφάνιση του Κινέζου ηθοποιού Ουάνγκ Σινγκ που κέρδισε τεράστια δημοσιότητα στα μέσα ενημέρωσης.

Ο Ουάνγκ, ο οποίος είχε μικρούς ρόλους στην ταινία «Ip Man 3» και στην τηλεοπτική σειρά «The Tale of Rose», εξαφανίστηκε αφού εξαπατήθηκε και ταξίδεψε στην Ταϊλάνδη με το πρόσχημα ότι θα έκανε κάποια γυρίσματα.

Όταν η κοπέλα του στράφηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να δημοσιοποιήσει την εξαφάνιση, ενεπλάκησαν οι Αρχές και ο Γουάνγκ διασώθηκε από ένα κέντρο απάτης πέρα από τα σύνορα, στη  Βιρμανία, όπου είχε ήδη εκπαιδευτεί στο πώς να πραγματοποιεί απάτες μέσω τηλεφωνικών κλήσεων.

Το USCC δήλωσε ότι η καταστολή του Πεκίνου ήταν επιλεκτική, εστιάζοντας σε κέντρα που στοχεύουν Κινέζους.

Αυτό οδήγησε «τις κινεζικές εγκληματικές οργανώσεις να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι μπορούν να αποκομίσουν μεγαλύτερα κέρδη με χαμηλότερο κίνδυνο στοχεύοντας πολίτες πλούσιων χωρών όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες», ανέφερε η έκθεση, προσθέτοντας ότι το κινεζικό καθεστώς έχει χρησιμοποιήσει το πρόβλημα ως μοχλό για να επεκτείνει την επιρροή του στη Νοτιοανατολική Ασία.

Πεκίνο: Ενίσχυση της στήριξης προς τη Μόσχα στον απόηχο προειδοποίησης Τραμπ για δασμούς

Ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ δήλωσε ότι το Πεκίνο σκοπεύει να ενισχύσει περαιτέρω τις σχέσεις με τη Μόσχα, κατά τη διάρκεια συνάντησης που είχε την Τρίτη με τον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ. Σύμφωνα με ανακοινώσεις των υπουργείων Εξωτερικών των δύο χωρών, ο Σι επανέλαβε τη δέσμευση για την «ολιστική στρατηγική εταιρική σχέση συνεργασίας» και ανέφερε ότι Κίνα και Ρωσία θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν η μία την άλλη.

Οι δηλώσεις του Κινέζου προέδρου ήρθαν μία ημέρα μετά την προειδοποίηση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ότι θα επιβάλει δασμούς 100% σε όσες χώρες εισάγουν ρωσικό πετρέλαιο, εκτός αν η Μόσχα συμφωνήσει μέσα σε 50 ημέρες σε ειρηνευτική συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Ο Λαβρόφ βρέθηκε στην Κίνα με την ευκαιρία της 25ης συνόδου των υπουργών Εξωτερικών του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης, που πραγματοποιείται στην Τιαντζίν. Στο περιθώριο της συνόδου είχε επίσης συναντήσεις με ομολόγους του από την Ινδία, το Πακιστάν και το Ιράν.

Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών ανέφερε ότι ο Λαβρόφ και ο Ινδός υπουργός Εξωτερικών, Σουμπραμάνιαμ Τζαϊσάνκαρ, επανεπιβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους για ενίσχυση της «πολύπλευρης ειδικής και προνομιούχας στρατηγικής εταιρικής σχέσης» μεταξύ Ρωσίας και Ινδίας. Ωστόσο, η συνάντηση αυτή δεν δημοσιεύτηκε στην επίσημη ιστοσελίδα του ινδικού ΥΠΕΞ.

Μετά την επιβολή εμπάργκο από την ΕΕ στα ρωσικά πετρελαϊκά προϊόντα, οι κύριοι αγοραστές ρωσικής ενέργειας έγιναν η Κίνα, η Ινδία και η Τουρκία, σύμφωνα με ανάλυση του Κέντρου Έρευνας για την Ενέργεια και τον Καθαρό Αέρα (Centre for Research on Energy and Clean Air – CREA), που δημοσιεύτηκε στις 11 Ιουλίου. Από τις 5 Δεκεμβρίου 2022 έως και τα τέλη του περασμένου μήνα, η Κίνα προμηθεύτηκε το 47% και η Ινδία το 38% των εξαγωγών ρωσικού αργού πετρελαίου. Κατά την ίδια περίοδο, η Τουρκία και η Κίνα αγόρασαν το 26% και το 13%, αντίστοιχα, των ρωσικών πετρελαϊκών προϊόντων.

Την Τρίτη, η ΕΕ δεν κατάφερε να εγκρίνει το 18ο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, δήλωσε ότι η ευθύνη μετατίθεται στη Σλοβακία και εξέφρασε την εκτίμηση ότι συμφωνία θα μπορούσε να επιτευχθεί την Τετάρτη.

Δευτερογενείς κυρώσεις 

Μιλώντας από το Οβάλ Γραφείο τη Δευτέρα, στο πλαίσιο συνάντησης με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε, ο Τραμπ έθεσε προθεσμία 50 ημερών για να υπάρξει ειρηνευτική συμφωνία και προειδοποίησε για την επιβολή δευτερογενών κυρώσεων. Εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου διευκρίνισε ότι η προειδοποίηση αφορούσε τόσο την επιβολή δασμών 100% σε ρωσικά προϊόντα όσο και δευτερογενείς κυρώσεις σε τρίτες χώρες που εισάγουν ρωσικά προϊόντα.

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, 85 από τους 100 Αμερικανούς γερουσιαστές συνυπογράφουν νομοσχέδιο που θα παρέχει στον Τραμπ την εξουσία να επιβάλει δασμούς έως και 500% σε οποιαδήποτε χώρα βοηθά τη Ρωσία. Ωστόσο, οι Ρεπουμπλικανοί ηγέτες στη Γερουσία φέρεται να περιμένουν το πράσινο φως του Τραμπ για να προχωρήσουν σε ψηφοφορία.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι ανέφερε σε ανάρτησή του στο Telegram ότι είχε συνομιλία με τον Τραμπ και τον ευχαρίστησε για την προθυμία του να στηρίξει την Ουκρανία και να συνεχίσει τις προσπάθειες για τον τερματισμό των συγκρούσεων και την επίτευξη μιας δίκαιης και διαρκούς ειρήνης.

Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν λιγότερο από 1% την Τρίτη, καθώς η περίοδος χάριτος των 50 ημερών μείωσε τις ανησυχίες για άμεση διαταραχή στην προσφορά.

Απαντώντας στην προειδοποίηση Τραμπ, ο Λαβρόφ δήλωσε ότι η Μόσχα επιθυμεί να κατανοήσει τα κίνητρα πίσω από την επιλογή της συγκεκριμένης προθεσμίας. Επισήμανε ότι στο παρελθόν υπήρχαν διορίες 24 ωρών ή και 100 ημερών και ότι, κατά την άποψή του, η Ρωσία έχει προσαρμοστεί σε ένα άνευ προηγουμένου κύμα κυρώσεων — και θα ανταπεξέλθει και σε νέες.

Εκπρόσωπος του κινεζικού ΥΠΕΞ, ο Λιν Τζιάν, δήλωσε ότι η Κίνα θεωρεί πως «ο διάλογος και οι διαπραγματεύσεις είναι η μόνη ρεαλιστική οδός επίλυσης της ουκρανικής κρίσης».

Νωρίτερα μέσα στον μήνα, ο Κινέζος ΥΠΕΞ Γουάνγκ Γι φέρεται να είπε στην Κάλας ότι το Πεκίνο δεν επιθυμεί την ήττα της Ρωσίας στον πόλεμο, εκφράζοντας ανησυχία πως μια τέτοια εξέλιξη θα στρέψει περαιτέρω την αμερικανική πίεση προς την Κίνα. Ο ίδιος αρνήθηκε επίσης τους ευρωπαϊκούς ισχυρισμούς ότι το κινεζικό καθεστώς προσφέρει υλική υποστήριξη στο ρωσικό στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα.

Ωστόσο, οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ και της Ευρώπης κατηγορούν εδώ και καιρό την Κίνα ότι επιτρέπει σε ιδιωτικές εταιρείες να διοχετεύουν εξαρτήματα οπλικών συστημάτων στη Ρωσία. Τον Φεβρουάριο, η Κάλας χαρακτήρισε την Κίνα «καταλύτη του ρωσικού επιθετικού πολέμου» και δήλωσε ότι η στάση του Πεκίνου επηρεάζει αρνητικά τις σχέσεις ΕΕ–Κίνας.

Όπως είπε, η ΕΕ έχει επιβάλει κυρώσεις σε 33 οντότητες στην Κίνα και το Χονγκ Κονγκ, επειδή διαπιστώθηκε ότι εξήγαγαν στη Ρωσία εξαρτήματα διπλής χρήσης και προηγμένης τεχνολογίας – περιλαμβανομένων και ευρωπαϊκής προέλευσης – τα οποία χρησιμοποιούνται από τον ρωσικό στρατό.

Τον Οκτώβριο του 2024, οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις σε δύο κινεζικές εταιρείες που, όπως αναφέρθηκε, ανέπτυσσαν και κατασκεύαζαν ολόκληρα οπλικά συστήματα σε συνεργασία με ρωσικές επιχειρήσεις. Τον Μάιο, το Κίεβο ανέφερε ότι είχε επιβεβαιώσει πληροφορίες για προμήθεια κινεζικού εξοπλισμού – όπως εργαλειομηχανών, χημικών ουσιών, πυρίτιδας και ηλεκτρονικά εξαρτήματα για drone – σε τουλάχιστον 20 ρωσικά εργοστάσια παραγωγής όπλων.

Με πληροφορίες από το Reuters

Η ΕΕ οριστικοποιεί τον δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές λυσίνης από την Κίνα

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ολοκλήρωσε τον δασμό αντιντάμπινγκ στις κινεζικές εισαγωγές λυσίνης, ενός αμινοξέος που βρίσκεται σε ζωοτροφές, φαρμακευτικά προϊόντα και συμπληρώματα διατροφής.

Οι οριστικοί δασμοί στα προϊόντα λυσίνης που εισάγονται από την Κίνα κυμαίνονται μεταξύ 47,7% και 58,2%, δήλωσε η εκτελεστική εξουσία της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις 11 Ιουλίου.

Οι δασμοί αντιντάμπινγκ της ΕΕ διαρκούν γενικά πέντε χρόνια και το μπλοκ μπορεί να παρατείνει τα μέτρα ή να τα τερματίσει πρόωρα μετά από αξιολογήσεις.

Ο τελικός δασμός αντικαθιστά τον προσωρινό δασμό που είχε ανακοινώσει η Επιτροπή τον Ιανουάριο, ο οποίος κυμαινόταν μεταξύ 58,3% και 84,8%, ανάλογα με τον εξαγωγέα από τον οποίο προέρχονταν τα προϊόντα.

Η απόφαση της ΕΕ να επιβάλει δασμούς αντιντάμπινγκ στα προϊόντα λυσίνης προέκυψε μετά από έρευνα του 2024 που διαπίστωσε ότι οι εισαγωγές των προϊόντων από την Κίνα «έβλαψαν τη βιομηχανία της ΕΕ», ανέφερε η επιτροπή.

Η έρευνα πυροδοτήθηκε από καταγγελία του μοναδικού παραγωγού λυσίνης της ένωσης, της γαλλικής εταιρείας Metex Noovistago, η οποία έκτοτε μετονομάστηκε σε Eurolysine και εξαγοράστηκε από την αγροτοβιομηχανική πολυεθνική Avril.

«Οι δασμοί που επιβλήθηκαν σήμερα θα επιτρέψουν στους παραγωγούς λυσίνης της ΕΕ να ανταγωνίζονται σε πιο ισότιμη βάση με τους Κινέζους ομολόγους τους», ανέφερε η επιτροπή.

Σύμφωνα με δήλωση που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο από την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Κατασκευαστών Ζωοτροφών, το 60% της λυσίνης της ΕΕ εισάγεται από την Κίνα.

Η ομάδα του κλάδου προειδοποίησε ότι οι υψηλοί δασμοί ενδέχεται να διαταράξουν τις προμήθειες λυσίνης της Ένωσης, ενώ παράλληλα προέτρεψε την Επιτροπή να αναγνωρίσει τα απαραίτητα αμινοξέα και βιταμίνες ως «κρίσιμα υλικά».

Εξέφρασε επίσης την υποστήριξή της για μέτρα για την ενίσχυση των παραγωγών της ΕΕ και τη μείωση της στρατηγικής εξάρτησης από την Κίνα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαρτώνται επίσης σε μεγάλο βαθμό από την Κίνα για τα αμινοξέα. Σύμφωνα με σημείωμα που δημοσιεύθηκε τον Μάιο από την Αμερικανική Ένωση Βιομηχανίας Ζωοτροφών, η Κίνα ελέγχει ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού αμινοξέων, συμπεριλαμβανομένου του 77% της λυσίνης, του 91% της θρεονίνης, του 84% της βαλίνης και του 27% της μεθειονίνης.

Μετά την ανακοίνωση της ΕΕ την Παρασκευή, ο διευθύνων σύμβουλος της Eurolysine, Έντυ Φέιγεν, δήλωσε ότι το μέτρο τον ενθάρρυνε να επιταχύνει την παραγωγή λυσίνης.

«Η εισαγωγή δασμών αντιντάμπινγκ για 5 χρόνια ανοίγει μεσοπρόθεσμες προοπτικές που μας ενθαρρύνουν στο σχέδιο ανάπτυξης της παραγωγής μας. Μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του 2025, το εργοστάσιό μας στην Αμιένη θα έχει επιστρέψει στον κανονικό ρυθμό παραγωγής λυσίνης και επί του παρόντος εργαζόμαστε για την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας λυσίνης κατά 20% έως το 2027», δήλωσε ο Φέιγεν σε ανακοίνωση.

Ο Ζαν-Φιλίπ Πουά, διευθύνων σύμβουλος της Avril, χαιρέτισε επίσης το μέτρο, λέγοντας ότι ο όμιλος στοχεύει στη «διατήρηση και ανάπτυξη μιας δραστηριότητας που είναι στρατηγικής σημασίας για την ευρωπαϊκή κυριαρχία και το μέλλον της βιομηχανίας ζωοτροφών».

Το Βρετανικό Κοινοβούλιο προειδοποιεί για πίεση της Shein στους κανόνες εισαγωγής στο χρηματιστήριο

Η Επιτροπή Επιχειρήσεων και Εμπορίου του βρετανικού Κοινοβουλίου εξέφρασε ανησυχία την Πέμπτη, μετά από αναφορές ότι η εταιρεία «γρήγορης μόδας» Shein επιχείρησε να πιέσει την αρμόδια ρυθμιστική αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου να χαλαρώσει τους κανόνες εισαγωγής στο χρηματιστήριο, ώστε να μπορέσει να εισαχθεί στη Χρηματιστηριακή Αγορά του Λονδίνου.

Σε επιστολή προς την Αρχή Χρηματοπιστωτικής Συμπεριφοράς (Financial Conduct Authority – FCA), ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής Λίαμ Μπερν σημείωσε ότι η επιτροπή θα ανησυχούσε βαθύτατα σε περίπτωση αποδυνάμωσης των απαιτήσεων διαφάνειας, ιδίως όταν πρόκειται για υποθέσεις που ενδέχεται να σχετίζονται με παραβιάσεις διεθνών προτύπων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο ίδιος προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε χαλάρωση των κανόνων θα μπορούσε να πλήξει την ακεραιότητα του βρετανικού χρηματιστηριακού καθεστώτος, να βλάψει τη φήμη των χρηματοοικονομικών αγορών του Ηνωμένου Βασιλείου και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών ως προς τη δέσμευση της χώρας για την προάσπιση των υψηλότερων διεθνών εργασιακών προτύπων.

Η Shein, η οποία ιδρύθηκε στην Κίνα και σήμερα έχει έδρα τη Σιγκαπούρη, έχει ανατρέψει τα δεδομένα στη βιομηχανία «γρήγορης μόδας», αποστέλλοντας απευθείας φθηνά ρούχα από εργοστάσια της Κίνας σε καταναλωτές στο εξωτερικό, περιλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Μετά την αποτυχία εισαγωγής της στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης λόγω αντιδράσεων από Αμερικανούς βουλευτές και των εμποδίων που αντιμετώπισε από τις κινεζικές ρυθμιστικές αρχές, η εταιρεία στράφηκε στο Λονδίνο, όπου επίσης αντιμετώπισε σχολαστικό έλεγχο. Οι ανησυχίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την πιθανότητα εμπλοκής καταναγκαστικής εργασίας Ουιγούρων μουσουλμάνων για την κατασκευή των ενδυμάτων της, τα οποία ενδέχεται να κατασκευάζονται στo Σιντζιάνγκ.

Η επιστολή του Μπερν προς τη FCA ακολούθησε δημοσίευμα των Financial Times, σύμφωνα με το οποίο υπήρξε διαφωνία μεταξύ των ρυθμιστικών αρχών της Βρετανίας και της Κίνας σχετικά με τη διατύπωση των παραγόντων κινδύνου στο ενημερωτικό δελτίο της Shein. Το ίδιο ρεπορτάζ ανέφερε ότι η Shein υπέβαλε πρόσφατα προσχέδιο του δελτίου της στο χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ (HKEX), σε μια φερόμενη προσπάθεια να πιέσει τη βρετανική FCA να προχωρήσει σε χαλάρωση των κανόνων.

Η εφημερίδα The Epoch Times απευθύνθηκε στη Shein και στο Χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ για σχόλια, χωρίς να λάβει απάντηση μέχρι τη δημοσίευση. Η FCA από την πλευρά της δήλωσε ότι δεν σχολιάζει μεμονωμένες αιτήσεις.

Σύμφωνα με την κοινοβουλευτική επιτροπή, η βρετανική νομοθεσία απαιτεί από τις εισηγμένες εταιρείες να γνωστοποιούν στους επενδυτές παράγοντες κινδύνου. Αν και η FCA δεν προχωρά σε λεπτομερή έλεγχο των στοιχείων που αναφέρονται στα ενημερωτικά δελτία, έχει τη δυνατότητα να ερευνήσει μια εταιρεία μετά τη δημοσίευσή τους και να επιβάλει κυρώσεις σε περίπτωση παραπλανητικών δηλώσεων.

Σε προηγούμενη επιστολή του προς τον Μπερν, ο διευθύνων σύμβουλος της FCA, Νικίλ Ράθι, είχε διευκρινίσει ότι η ανάγκη για γνωστοποίηση έκθεσης σε προμηθευτές από το Σιντζιάνγκ εξαρτάται κυρίως από τον νομικό κίνδυνο που αυτή συνεπάγεται. Επικαλέστηκε μάλιστα δύο περιπτώσεις όπου απαιτείται τέτοια γνωστοποίηση, λόγω των ρυθμίσεων που ισχύουν στις σχετικές δικαιοδοσίες — μεταξύ αυτών και ο αμερικανικός νόμος για την Πρόληψη Καταναγκαστικής Εργασίας των Ουιγούρων (Uyghur Forced Labor Prevention Act — UFLPA), ο οποίος απαγορεύει την εισαγωγή προϊόντων από το Σιντζιάνγκ, εκτός αν αποδεικνύεται ότι δεν έχει χρησιμοποιηθεί καταναγκαστική εργασία.

Η ΕΕ έχει επίσης εγκρίνει τον Κανονισμό για την Καταναγκαστική Εργασία, ο οποίος θα τεθεί σε ισχύ το 2027, ωστόσο, σύμφωνα με τον Ράθι, δεν έχουν ακόμη καθοριστεί οι σχετικές οδηγίες.

Ακτιβιστές έχουν επανειλημμένα καλέσει τη βρετανική κυβέρνηση να εναρμονίσει τη νομοθεσία της με αυτή των ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει μετατραπεί σε «χώρο απόθεσης» προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία Ουιγούρων.

Οι Ουιγούροι υφίστανται μαζικές φυλακίσεις στην Κίνα, με εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για πάνω από ένα εκατομμύριο άτομα που κρατούνται σε δίκτυο στρατοπέδων συγκέντρωσης και άλλων εγκαταστάσεων στο Σιντζιάνγκ. Επιζώντες έχουν καταγγείλει καταναγκαστική εργασία, στείρωση, πολιτική πλύση εγκεφάλου και άλλες μορφές κακοποίησης.

Σύμφωνα με ανάλυση της Epoch Times βάσει επίσημων κινεζικών στοιχείων, πάνω από το 90% του βαμβακιού που παράγεται στην Κίνα τα τελευταία τρία χρόνια προέρχεται από τo Σιντζιάνγκ.

(Πηγή: The Epoch Times. Δημιουργήθηκε με Datawrapper)

 

Η Shein είχε δηλώσει στο παρελθόν ότι εφαρμόζει πολιτική «μηδενικής ανοχής» στην καταναγκαστική εργασία και απαιτεί από τους συνεργαζόμενους κατασκευαστές να προμηθεύονται υλικά μόνο από εγκεκριμένες περιοχές.

Σε επιστολή της 20ής Ιανουαρίου προς τον Μπερν, η νομική σύμβουλος της Shein για την Ευρώπη, Γινάν Τζου, παρέθεσε κατάλογο των κινεζικών περιφερειών από τις οποίες προέρχονται οι προμηθευτές της εταιρείας, εξαιρώντας το Σιντζιάνγκ και το Μακάο.

Σύμφωνα με την ίδια, η Shein δεν απαγορεύει τη χρήση κινεζικού βαμβακιού στα προϊόντα της εφόσον η χρήση του δεν παραβιάζει την ισχύουσα νομοθεσία στις αγορές όπου δραστηριοποιείται. Για να συμμορφωθεί με τον UFLPA, η εταιρεία συνεργάζεται με την εταιρεία ελέγχου εφοδιαστικής αλυσίδας Oritain, η οποία το 2024 εντόπισε ότι το 1,3% του βαμβακιού της Shein προερχόταν από μη εγκεκριμένες πηγές.

Η Tζου πρόσθεσε ότι η εταιρεία απαιτεί από τους προμηθευτές υφασμάτων να δεσμεύονται ότι προμηθεύονται βαμβάκι μόνο από εγκεκριμένες περιοχές και να συμμορφώνονται με τους τοπικούς νόμους, ενώ οι κατασκευαστές με τους οποίους συνεργάζεται πρέπει να χρησιμοποιούν αποκλειστικά αυτά τα υφάσματα για τα προϊόντα που προορίζονται για τις ΗΠΑ και άλλες αγορές.

Η Epoch Times επικοινώνησε και με την Oritain για σχόλιο.

Με πληροφορίες από τα PA Media και Reuters

Ο Κινέζος ΥΠΕΞ δηλώνει στην ΕΕ ότι το Πεκίνο δεν θέλει η Ρωσία να ηττηθεί από την Ουκρανία

Ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας Γουάνγκ Γι φέρεται να δήλωσε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ότι το Πεκίνο δεν επιθυμεί να ηττηθεί η Ρωσία στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας, καθώς κάτι τέτοιο θα επέτρεπε στις Ηνωμένες Πολιτείες να επικεντρωθούν περισσότερο στην Κίνα, σύμφωνα με δημοσιεύματα διεθνών μέσων. Η φερόμενη αυτή τοποθέτηση αποκλίνει από τη διακηρυγμένη θέση ουδετερότητας που υιοθετεί το Πεκίνο από την έναρξη της ρωσικής εισβολής.

Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 2 Ιουλίου στις Βρυξέλλες, στο πλαίσιο του 13ου Στρατηγικού Διαλόγου Κίνας–ΕΕ, μεταξύ του Γουάνγκ Γι και της αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ύπατης εκπροσώπου της ΕΕ για θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, Κάγια Κάλας. Οι δύο πλευρές συζήτησαν για το εμπόριο, τον πόλεμο στην Ουκρανία και ζητήματα της Μέσης Ανατολής.

Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη συνάντηση, η Κάλας επισήμανε ότι η υποστήριξη που φέρονται να παρέχουν κινεζικές εταιρείες στον πόλεμο της Ρωσίας συνιστά σοβαρή απειλή για την ασφάλεια της Ευρώπης. Φέρεται επίσης να κάλεσε το Πεκίνο να σταματήσει άμεσα κάθε υλική υποστήριξη προς τη ρωσική πολεμική βιομηχανία και να στηρίξει μια πλήρη και άνευ όρων κατάπαυση του πυρός, καθώς και μια δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη βασισμένη στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Η Κάλας φαίνεται επίσης να άσκησε πίεση στον Γουάνγκ για σειρά άλλων ζητημάτων, μεταξύ των οποίων η στάση της Κίνας απέναντι στο Στενό της Ταϊβάν, τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι «υβριδικές απειλές» που αποδίδονται στο Πεκίνο.

Από την πλευρά της, η Κίνα έδωσε έμφαση στις «εκτεταμένες κοινές προτεραιότητες» με την Ευρωπαϊκή Ένωση και έκανε λόγο για ανταλλαγή απόψεων σχετικά με την κρίση στην Ουκρανία, τη σύγκρουση Ισραήλ–Παλαιστίνης και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Σύμφωνα με τη South China Morning Post, που επικαλείται ανώνυμες πηγές με γνώση της συνάντησης, ο Γουάνγκ φέρεται να αρνήθηκε ότι το Πεκίνο παρέχει υλική, οικονομική ή στρατιωτική υποστήριξη στη Ρωσία, αλλά υπογράμμισε ότι η Κίνα δεν επιθυμεί να χάσει η Μόσχα, καθώς κάτι τέτοιο θα επέτρεπε στην Ουάσιγκτον να στρέψει όλη την προσοχή της προς την Κίνα. Ορισμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, κατά το ίδιο δημοσίευμα, φέρεται να αιφνιδιάστηκαν από την ειλικρίνεια των δηλώσεών του.

Το CNN, επικαλούμενο δική του πηγή, μετέδωσε ότι ο Γουάνγκ ενδέχεται να εξέφρασε την προτίμηση του Πεκίνου για μια παρατεταμένη πολεμική σύγκρουση στην Ουκρανία, προκειμένου να αποσπαστεί η προσοχή των ΗΠΑ από την Κίνα.

Σε ερώτηση για τα παραπάνω κατά τη διάρκεια ενημέρωσης στις 4 Ιουλίου, η εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα εξωτερικής πολιτικής Ανίτα Χίππερ απέφυγε να σχολιάσει τις διαρροές, σημειώνοντας ότι η ΕΕ επικεντρώνεται στην υποστήριξη της Ουκρανίας, η οποία – όπως ανέφερε – είναι το θύμα, ενώ η Ρωσία είναι ο επιτιθέμενος.

Σε ερώτηση μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εκπρόσωπος της ΕΕ παρέπεμψε εκ νέου στη συγκεκριμένη ενημέρωση.

Ο καθηγητής διεθνών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σεντ Τόμας στο Χιούστον, Γε Γιάο-γιουάν, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας επιδιώκει την παράταση του πολέμου, ώστε να αποσπάσει την προσοχή των ΗΠΑ, εκτιμώντας ότι οι κινήσεις αυτές προκαλούν πίεση στην ΕΕ στο παρασκήνιο.

Οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ και ευρωπαϊκών κρατών κατηγορούν εδώ και καιρό το Πεκίνο ότι επιτρέπει σε ιδιωτικές εταιρείες να διοχετεύουν εξαρτήματα όπλων στη Ρωσία. Τον Φεβρουάριο, η Κάλας είχε χαρακτηρίσει την Κίνα «κομβικό υποστηρικτή» της ρωσικής επιθετικότητας, υποστηρίζοντας ότι η στήριξή της έχει αρνητικές επιπτώσεις στις σχέσεις ΕΕ–Κίνας.

Είχε επίσης αναφέρει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιβάλει κυρώσεις σε 33 εταιρείες από την Κίνα και το Χονγκ Κονγκ, επειδή διαπιστώθηκε πως εξάγουν στη Ρωσία προηγμένα τεχνολογικά εξαρτήματα διπλής χρήσης – ορισμένα εκ των οποίων προέρχονται από την ίδια την ΕΕ – που αξιοποιούνται από τον ρωσικό στρατό.

Τον Οκτώβριο του 2024, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν κυρώσεις σε δύο κινεζικές εταιρείες, τις οποίες κατηγόρησαν για εμπλοκή στην ανάπτυξη και κατασκευή ολόκληρων οπλικών συστημάτων σε συνεργασία με ρωσικές επιχειρήσεις. Τον Μάιο, η Ουκρανία ανέφερε ότι διαθέτει επιβεβαιωμένες πληροφορίες πως η Κίνα προμηθεύει τουλάχιστον 20 ρωσικά εργοστάσια όπλων με μηχανήματα, χημικά, πυρίτιδα και ηλεκτρονικά εξαρτήματα για drone.

Ο Τσενγκ Τσιν-μο, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Διπλωματίας και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Tamkang στην Ταϊβάν, δήλωσε ότι το Πεκίνο ενισχύει τη Ρωσία, καθώς ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ επιδιώκει να αμφισβητήσει τη διεθνή τάξη πραγμάτων και να εγκαθιδρύσει μια ηγεμονία με πυρήνα το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας. Κατά τον ίδιο, είναι σαφές ότι ο Σι δεν πρόκειται να ασκήσει πίεση στον Βλαντίμιρ Πούτιν για τερματισμό του πολέμου· αντιθέτως, υποστήριξε, το Πεκίνο εντείνει συνεχώς τη στρατιωτική του στήριξη προς τη Ρωσία.

Η επίσκεψη Γουάνγκ στην Ευρώπη πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο εντάσεων μεταξύ ΗΠΑ, ΕΕ και Κίνας για θέματα εμπορίου και λίγο πριν από τη σύνοδο κορυφής ΕΕ–Κίνας, που είναι προγραμματισμένη για τα τέλη Ιουλίου.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησής της με τον Κινέζο ΥΠΕΞ, η Κάλας φέρεται να κάλεσε το Πεκίνο να εγκαταλείψει τις στρεβλωτικές εμπορικές πρακτικές και να σταματήσει τους περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, οι οποίοι, σύμφωνα με την Κομισιόν, ενέχουν σημαντικούς κινδύνους για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και απειλούν την αξιοπιστία των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων.

Ο Τσενγκ εκτίμησε ότι το Πεκίνο είχε πολλές ευκαιρίες τα τελευταία χρόνια να εξισορροπήσει το εμπορικό ισοζύγιο με την ΕΕ, αλλά δεν προέβη σε καμία ουσιαστική προσπάθεια. Κατά την άποψή του, οι σχέσεις ΕΕ–Κίνας βρίσκονται σήμερα σε ιδιαίτερα κακή φάση, ειδικά μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, γεγονός που – όπως τόνισε – καθιστά απίθανη οποιαδήποτε κοινή στάση Ευρώπης και Κίνας απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Με τη συμβολή του Fei Chen