Κάθε ερώτηση που κάνουμε στην τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να κοστίζει σε γνωσιακή αποδοτικότητα και δημιουργικότητα. Όταν ερευνητές του MIT ζήτησαν από φοιτητές να γράψουν εκθέσεις με και χωρίς το ChatGPT, τα αποτελέσματα ήταν ανησυχητικά: το 83% αυτών που χρησιμοποίησαν την ΤΝ για να συντάξουν το κείμενό τους δεν μπορούσαν να θυμηθούν ούτε μία πρόταση, παρόλο που την είχαν γράψει μόλις λίγα λεπτά πριν.
Αυτή η αμνησία που προκαλεί η ΤΝ είναι κάτι παραπάνω από μια απλή παρενέργεια. Το ChatGPT και άλλα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης χρησιμοποιούνται καθημερινά για τα πάντα — από email μέχρι εκθέσεις. Ωστόσο, όπως δείχνει η νέα μελέτη, ίσως θυσιάζουμε γνωσιακή ικανότητα και δημιουργικότητα για χάρη μίας βραχυπρόθεσμης ευκολίας.
Η αμνησία που προκαλεί η τεχνητή νοημοσύνη
Η μελέτη του MIT περιλάμβανε 54 συμμετέχοντες από την περιοχή της Βοστώνης. Οι φοιτητές έγραψαν εκθέσεις υπό τρεις συνθήκες: χρησιμοποιώντας το ChatGPT, χρησιμοποιώντας το Google για έρευνα ή βασιζόμενοι αποκλειστικά στις γνώσεις και τη σκέψη τους. Οι ερευνητές τους αξιολόγησαν με βάση τη μνήμη, την ενεργοποίηση του εγκεφάλου και το πόσο ένιωθαν ότι το έργο ήταν δικό τους.
Το έλλειμμα μνήμης ήταν μόνο μία όψη ενός ευρύτερου φαινομένου. Όταν οι ερευνητές παρακολούθησαν τη δραστηριότητα του εγκεφάλου, διαπίστωσαν ότι οι χρήστες της ΤΝ εμφάνιζαν σημαντικά μειωμένη νευρωνική εμπλοκή. Οι συγγραφείς που χρησιμοποίησαν μόνο το μυαλό τους παρήγαγαν σχεδόν διπλάσιες συνδέσεις στη συχνότητα άλφα, η οποία σχετίζεται με την εστιασμένη προσοχή και τη δημιουργικότητα, σε σύγκριση με τους χρήστες του ChatGPT.
Η ζώνη Θήτα, η οποία συνδέεται με μνήμη και βαθιά σκέψη, εμφάνισε ακόμη μεγαλύτερη απόκλιση: 62 συνδέσεις ενεργοποιήθηκαν στους συγγραφείς που βασίστηκαν στον μυαλό τους, έναντι 29 σε εκείνους που χρησιμοποίησαν ΤΝ. Όπως τα συστήματα GPS που σταδιακά διαβρώνουν την ικανότητά μας στην πλοήγηση, τα εργαλεία συγγραφής με ΤΝ εκμεταλλεύονται την τάση του εγκεφάλου να εξοικονομεί ενέργεια, αποσυρόμενος όταν μια εξωτερική μονάδα αναλαμβάνει το γνωσιακό έργο. Από μόνο του αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Άλλωστε, κατασκευάζουμε εργαλεία και τεχνολογίες ώστε να αναθέτουμε διαδικασίες και να μειώνουμε την απαιτούμενη προσπάθεια. Ωστόσο, όπως τονίζει ο Στήβεν Γκράχαμ, καθηγητής στο Κολέγιο Εκπαίδευσης του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Αριζόνα, τα ευρήματα του MIT είναι ανησυχητικά.
Οι φοιτητές υποτίθεται ότι χρησιμοποιούν τη συγγραφή ως εργαλείο μάθησης, λέει ο Γκράχαμ.
«Αν δεν μπορείς να ανακαλέσεις ούτε τις βασικές πληροφορίες από το κείμενό σου, τίθεται το ερώτημα: ‘Τι έμαθες τελικά;»
Όσοι χρησιμοποιούν συστηματικά το ChatGPT, ακόμα και για γνωσιακά καθήκοντα ρουτίνας, στερούν από τη μνήμη τους το απαραίτητο ερέθισμα που χρειάζεται για να παραμείνει ενεργή, σύμφωνα με τον Μοχάμεντ Ελμάσρι, ομότιμο καθηγητή μηχανικής υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο του Waterloo, ο οποίος γράφει για τη χρήση της ΤΝ και την ανθρώπινη νοημοσύνη.
«Ναι, ακόμα κι αν ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα όργανο χωρίς κινούμενα μέρη, χρειάζεται εξάσκηση!», τονίζει, εκφράζοντας τον φόβο ότι η εξάρτηση από την ΤΝ μπορεί να οδηγήσει σε πιο ανησυχητικές μακροπρόθεσμες συνέπειες.
Μακροπρόθεσμες επιπτώσεις
Τέσσερις μήνες μετά την πρώτη έκθεση, ζητήθηκε από τους ίδιους συμμετέχοντες της ομάδας που είχε χρησιμοποιήσει ΤΝ να γράψουν μια τελική έκθεση, αυτή τη φορά χρησιμοποιώντας μόνο το μυαλό τους. Όμως, ακόμα και όταν τους ζητήθηκε να σκεφτούν αυτόνομα, οι απεικονίσεις EEG έδειξαν πως τα νευρωνικά τους δίκτυα ήταν λιγότερο ενεργοποιημένα από εκείνα των συμμετεχόντων που είχαν εξ αρχής γράψει ανεξάρτητα.
Οι ερευνητές ονόμασαν αυτό το φαινόμενο «γνωσιακό χρέος» — όπως το οικονομικό χρέος, η υποστήριξη από την ΤΝ προσφέρει άμεσα οφέλη αλλά ενδέχεται να συνεπάγεται μακροπρόθεσμο κόστος.
Η συγγραφή είναι δύσκολη εργασία, λέει ο Γκράχαμ.
«Ορισμένες ιδέες είναι περίπλοκες και απαιτούν εμπλοκή σε πολλά επίπεδα· αν μια μηχανή κάνει αυτή τη δουλειά για εμάς, τότε δεν θα αποκομίσουμε τα οφέλη που θα είχαμε από τη δική μας προσπάθεια.»
Η συγγραφή σε ωθεί να επιλέξεις ποιες πληροφορίες είναι σημαντικές — σε υποχρεώνει να πάρεις αποφάσεις. Πρέπει να οργανώσεις τις πληροφορίες με συνοχή, να τις εκφράσεις με δικά σου λόγια, να τις «επεξεργαστείς» εσωτερικά. Ο αλγόριθμος ίσως αποδυναμώνει — ή τουλάχιστον μεταβάλλει — τις νευρωνικές οδούς που υποστηρίζουν την ανεξάρτητη σκέψη, τη δημιουργική σύνθεση και την αυθεντική έκφραση.
«Παίρνοντας τον πιο εύκολο και γρήγορο δρόμο στις καθημερινές νοητικές μας λειτουργίες μέσω εργαλείων όπως το ChatGPT, διαβρώνουμε σταδιακά τις έξυπνες λειτουργίες μνήμης του εγκεφάλου μας», λέει ο Ελμάσρι.
Η μη επαρκής χρήση των γνωσιακών ικανοτήτων μας ενδέχεται να έχει σοβαρές συνέπειες.
«Όταν η ανθρώπινη μνήμη ατροφεί λόγω έλλειψης ερεθισμάτων και προκλήσεων, καθώς γερνάμε γινόμαστε πιο ευάλωτοι σε πρόωρη και πιο σοβαρή άνοια ή άλλες μορφές γνωσιακής εξασθένησης.»
Αν και δεν υπάρχει άμεση απόδειξη σύνδεσης της ΤΝ με την άνοια, υπάρχει ο φόβος ότι αν ο εγκέφαλος προσαρμοστεί σε λιγότερες νοητικές προκλήσεις, ίσως μειωθεί η δύναμή του μακροπρόθεσμα.
Η μελέτη αποκάλυψε και μία πιο λεπτή, αλλά εξίσου ανησυχητική συνέπεια των εκθέσεων που δημιουργούνται με ΤΝ: την απώλεια της ατομικότητας και της δημιουργικότητας.
Οι φοιτητές έλαβαν ερωτήματα με σαφή ανθρώπινη διάσταση, όπως:
«Απαιτεί η αληθινή αφοσίωση άνευ όρων υποστήριξη;» ή «Έχουν οι πιο προνομιούχοι άνθρωποι ηθική υποχρέωση να βοηθούν τους λιγότερο τυχερούς;»
Αυτά τα ερωτήματα θα έπρεπε να προκαλέσουν προσωπικές και συλλογιστικές απαντήσεις. Αντ’ αυτού, οι εκθέσεις που γράφτηκαν με ΤΝ εμφάνιζαν αλγοριθμική ομογενοποίηση. Οι φοιτητές, άθελά τους, υιοθετούσαν παρόμοιες φράσεις, δομές προτάσεων και οπτικές — η προσωπική άποψη και οπτική «χανόταν» μέσα σε ένα προβλέψιμο καλούπι.
«Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη», λέει ο Γκράχαμ, «καθώς αυτά τα μοντέλα αναπαράγουν ό,τι βλέπουν στη βάση δεδομένων όπου έχουν εκπαιδευτεί. Είναι φορμαλιστικά — επαναλαμβάνουν τις ίδιες λέξεις ξανά και ξανά».
Καθηγητές αγγλικών που αξιολόγησαν τις εκθέσεις χωρίς να γνωρίζουν ποιες είχαν δημιουργηθεί με ΤΝ, περιέγραψαν τα κείμενα του ChatGPT ως «σχεδόν άψογα γλωσσικά και δομικά, αλλά χωρίς προσωπική εμβάθυνση ή ξεκάθαρες δηλώσεις». Τις χαρακτήρισαν «χωρίς ψυχή», γιατί «πολλές προτάσεις ήταν κενές από ουσία και από τα κείμενα έλειπε ο προσωπικός τόνος».
Η ομοιομορφία στην έκφραση εγείρει σοβαρά ερωτήματα και για την ατομική σκέψη. Όταν εκχωρούμε την αναζήτηση των δικών μας λέξεων, μήπως εκχωρούμε και τη διαδικασία διαμόρφωσης της δικής μας σκέψης;
Η διάβρωση της αυτονομίας
Η σκέψη κοστίζει. Η γνωσιακή εργασία καταναλώνει σημαντική νευρωνική ενέργεια και ο εγκέφαλος από τη φύση του προσπαθεί να εξοικονομεί πόρους όταν υπάρχει διαθέσιμη εναλλακτική.
Όμως, όταν μπορούμε άμεσα να επικαλεστούμε την ΤΝ για να επιλύσει τις πνευματικές μας εργασίες, ο εγκέφαλός μας ενδέχεται να προσαρμόζεται σε μια παθητική κατανάλωση των ίδιων μας των σκέψεων.
Για αιώνες, η ικανότητά μας για ανεξάρτητη σκέψη θεωρούνταν θεμέλιο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Πολλοί υποστήριξαν ότι η αυτονομία απαιτεί την ικανότητα να συλλογιζόμαστε μόνοι μας. Μερικοί συμμετέχοντες της μελέτης είπαν ότι ένιωσαν «ενοχή» όταν χρησιμοποίησαν την ΤΝ, ακόμη κι αν πέτυχαν καλύτερα άμεσα αποτελέσματα. Αυτή η ενοχή ίσως αποτελεί σημαντικό σημάδι: μια διαισθητική κατανόηση ότι κάτι πολύτιμο χάνεται στη διαδικασία.
Όπως το έθεσε ένας συμμετέχων:
«Μοιάζει με αντιγραφή.»
Τι συμβαίνει με την αυτονομία όταν η σκέψη γίνεται μια υπηρεσία που αγοράζουμε από αλγορίθμους; Η μελέτη του MIT υποδηλώνει ότι κάθε εντολή που μας προσφέρει ευκολία μειώνει τη φλόγα της ανθρώπινης δημιουργικότητας — και πιθανώς της λογικής.
Η χρήση της ΤΝ είναι αναπόφευκτη.
«Το τρένο έχει φύγει από το σταθμό», είπε ο Γκράχαμ. «Αλλά πρέπει να αποφασίσουμε πώς θα το αφήσουμε να κυλήσει.»
Ίσως υπάρχει ο κατάλληλος χρόνος, τόπος και τρόπος για να χρησιμοποιούμε ΤΝ στη συγγραφή, πρόσθεσε. Με προσεκτική, στοχευμένη χρήση, η ΤΝ μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα, ακόμα και τη δημιουργικότητα. Το κλειδί είναι η εγρήγορση και η πρόθεση: να ενθαρρύνουμε φοιτητές και χρήστες να είναι κριτικοί στοχαστές που ενεργοποιούν πρώτα το μυαλό τους — και ύστερα χρησιμοποιούν την ΤΝ ως εργαλείο, όχι ως δεκανίκι.
Στα 17 μου, άφησα τις Ηνωμένες Πολιτείες και έζησα για ένα έτος σε μια μικρή φάρμα στο Μεξικό, όπου ανακάλυψα μια διαφορετική σχέση με τον χρόνο.
Το ψωμί δεν έβγαινε από μια πλαστική σακούλα, αλλά από φούρνο o οποίος χρειαζόταν ώρες για να ζεσταθεί και από ζύμη που είχε ζυμωθεί την αυγή. Το δείπνο άρχιζε μήνες νωρίτερα, με την καλλιέργεια της γης και τη φύτευση σπόρων. Αν έρχονταν οι βροχές και ο ήλιος ήταν σταθερός, το γεύμα τελικά θα αναπτυσσόταν. Όλα είχαν τον καιρό τους. Τίποτα δεν μπορούσε να επισπευθεί και κάθε μπουκιά μάς φαινόταν πολύτιμη.
Ήταν εκείνο τον καιρό που για πρώτη φορά έμαθα το κινεζικό ρητό: «瓜熟蒂落» — «Όταν το πεπόνι ωριμάζει, πέφτει από τον βλαστό.» Όχι όταν το θέλεις ούτε όταν κουνάς το φυτό. Μόνο όταν είναι έτοιμο — και με πολύ καλύτερη γεύση.
Μερικά πράγματα απλώς δεν γίνεται να τα πιέσεις. Μερικές φορές η μόνη επιλογή είναι η υπομονή.
Σήμερα, χρησιμοποιούμε ανυπόμονα οθόνες αφής, βλέπουμε τα πακέτα σε πραγματικό χρόνο και ενοχλούμαστε αν κάτι χρειάζεται λίγο περισσότερο χρόνο από όσο θα ‘έπρεπε’. Έρευνα έδειξε ότι αν μια σελίδα της Amazon φορτώσει ένα δευτερόλεπτο αργότερα, κοστίζει στην εταιρεία $1,6 δισ. τον χρόνο.
Κάναμε τον χρόνο προϊόν και σχεδιάσαμε ολόκληρα συστήματα για μείωση της αναμονής. Είμαστε μια κοινωνία που τρώει άγουρα πεπόνια.
Η ανυπομονησία είναι ένα καταστροφικό συναίσθημα που υπονομεύει την ψυχική υγεία και, όπως υποδεικνύει η έρευνα, ίσως κλέβει και χρόνια από τις ζωές μας, σε κάθε βιαστική στιγμή.
Ανυπομονησία μέχρι το μεδούλι
Σε έρευνα που εκδόθηκε στο PNAS, ερευνητές δοκίμασαν αυτό που αποκάλεσαν «μείωση καθυστέρησης», τη μέτρηση της υπομονής μέσω οικονομικών επιλογών.
Έδωσαν σε φοιτητές τις ακόλουθες επιλογές: λάβετε $100 αύριο ή $120 σε έναν μήνα.
Οι ερευνητές μετά ανέλυσαν τα τελομερή των συμμετεχόντων. Σκεφτείτε το DNA ως σχοινί. Τα τελομερή είναι προστατευτικά τμήματα στις άκρες και είναι βασικοί δείκτες βιολογικής γήρανσης. Όσο βραχύτερο το τελομερές, τόσο γηραιότερο το κύτταρο, εξήγησε ο Ρίτσαρντ Έμπσταϊν, ειδικός γενετικής και καθηγητής ψυχολογίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Σιγκαπούρης και συγγραφέας της έρευνας.
Ο Έμπσταϊν απέδωσε τα ευρήματα με δύο υποθετικούς φοιτητές: «Ο Άλεξ επιμένει να πάρει τα $100 τώρα, λέγοντας, ‘Ίσως τα χρειαστώ για μια έξοδο!’ Ο Σαμ περιμένει για τα $120, σκεπτόμενος, ‘Είναι μόνο ένας μήνας — θα βγω αργότερα.’»
Η έρευνα βρήκε ότι, κατά μέσο όρο, οι «Άλεξ» είχαν βραχύτερα τελομερή, δηλαδή τα κύτταρά τους ήταν βιολογικά γηραιότερα. Οι «Σαμ» —οι υπομονετικοί — είχαν κύτταρα που έμοιαζαν νεότερα.
(The Epoch Times)
«Γι΄ αυτό η υπομονή, εκτός από αρετή, ίσως είναι και το μυστικό για να μένουμε νέοι, μέσα και έξω», παρατήρησε ο Έμπσταϊν.
Η βιολογία της βιασύνης
Μια μόνο στιγμή ανυπονησίας πιθανότατα δεν θα σκοτώσει αμέσως τα κύτταρα, αλλά η συνήθεια της ανυπομονησίας μπορεί να διατηρεί την κορτιζόλη ψηλά για χρόνια, οξειδώνοντας τα κύτταρα, και να ‘κλειδώνει’ το σώμα σε συμπεριφορές που διευκολύνουν τη φλεγμονή.
«Ο άνθρωπος που δεν μπορεί να αντέξει μια αναμονή 2 λεπτών, είναι πιο πιθανό να σταματήσει τον διαλογισμό, να αναβάλει τον ύπνο ή να προτιμήσει το φαστ φουντ — όλα αυτά συνδέονται με την υγεία των τελομερών», είπε ο Έμπσταϊν.
Εν τω μεταξύ, ένας άνθρωπος που πίνει το τσάι του με συνειδητότητα κατά τη διάρκεια της αναμονής, πιθανότατα να έχει και την υπομονή για να ετοιμάσει ένα ισορροπημένο γεύμα, και ίσως και να κοιμάται καλύτερα.
Ο ψυχικός φόρτος καταγράφηκε επίσης. Σε έρευνα φοιτητών, όσοι είχαν μεγαλύτερη υπομονή ανέφεραν 47% λιγότερη κατάθλιψη. «Είναι πιθναότερο να έχετε καλές σχέσεις με τους άλλους όταν είστε υπομονετικοί και τους συγχωρείτε», είπε ο συγγραφέας της έρευνας, Νάσερ Αγκαμπαμπέι. Οι θετικές κοινωνικές αλληλεπριδράσεις φυσικά οδηγούν σε καλύτερη ψυχική υγεία, δήλωσε στην Epoch Times. Μια μακροχρόνια έρευνα που εκδόθηκε στο JAMA παρακολούθησε περισσότερους από 3.300 νέους ενήλικες επί 15 χρόνια και διαπίστωσε ότι η ανυπομονησία αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο υπέρτασης.
Η ανυπομονησία οδηγεί σε υπέρταση. (The Epoch Times)
Οι πιο ανυπόμονοι άνθρωποι έχουν 84% μεγαλύτερη πιθανότητα ανάπτυξης υπέρτασης σε σύγκριση με τους πιο υπομονετικούς.
«Η υπομονή δρα προληπτικά», σημείωσε ο Έμπσταϊν.
Η ψυχολογία της αναμονής
Το να καταλάβουμε γιατί κάποιες φορές είναι δύσκολο να περιμένουμε, ενώ άλλες όχι και τόσο, μπορεί να μας βοηθήσει να καλλιεργήσουμε την υπομονή μας και να αντέχουμε καλύτερα παρόμοιες καταστάσεις. Στο δοκίμιό του «Η ψυχολογία της σειράς αναμονής», ο Ντέηβιντ Χ. Μάιστερ προσδιόρισε βασικές αρχές που κάνουν την αναμονή περισσότερο ή λιγότερο εύκολη.
Πρώτη αρχή: Ο χρόνος ενασχόλησης περνά γρηγορότερα από τον χρόνο απραξίας
Ο Ουίλλιαμ Τζέημς, Αμερικανός φιλόσοφος, παρατήρησε ότι η ανία προκύπτει από το να προσέχεις πώς περνάει ο χρόνος — ή αλλιώς «όταν κοιτάζεις το μπρίκι, το νερό δεν βράζει».
Αυτή η γνώση έχει πρακτικές εφαρμογές. Σε ένα ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης, κάποιοι πελάτες παραπονέθηκαν επανειλημμένα για παρατεταμένη αναμονή για τους ανελκυστήρες. Η διεύθυνση ανέθεσε σε μηχανικούς την αξιολόγηση μίας αναβάθμισης, το κόστος της οποίας όμως υπερέβαινε τον προϋπολογισμό του ξενοδοχείου και τελικά απορρίφθηκε. Μία πολύ πιο συμφέρουσα πρόταση προήλθε από ένα μέλος του προσωπικού: η τοποθέτηση καθρεπτών στους χώρους αναμονής των ανελκυστήρων.
Οι καθρέπτες πράγματι τοποθετήθηκαν, και οι πελάτες περνούσαν τον χρόνο αναμονής εξετάζοντας και διορθώνοντας την εμφάνισή τους ή κοιτώντας άλλους. Η ταχύτητα των ανελκυστήρων παρέμεινε ίδια, αλλά τα παράπονα για τον χρόνο αναμονής μειώθηκαν σημαντικά. Η εμπειρία αναμονής είχε μεταμορφωθεί – όχι από τη μείωση του χρόνου, αλλά από την ποιοτική διαφοροποίηση τού πώς βιωνόταν ο χρόνος.
Ο Μάιστερ αναφέρθηκε σε για άλλους παράγοντες: η απροσδιόριστη αναμονή μοιάζει μεγαλύτερη από την προσδιορισμένη, οι ανεξήγητες καθυστερήσεις μοιάζουν μακρύτερες από αυτές που έχουν εξηγηθεί, και οι άδικες αναμονές (όταν κάποιος περνάει μπροστά στην ουρά) είναι οι χειρότερες όλων.
Σκεφτείτε να περιμένετε στο ταμείο της καφετέριας μετά την παραγγελία, χωρίς αριθμό, απόδειξη ή αναγνώριση. Νιώθετε άβολα: «Πήραν την παραγγελία μου; Θα πρέπει να περιμένω εδώ ή να καθίσω;» Αυτή η αβεβαιότητα — για το αν άρχισε η διαδικασία εξυπηρέτησης — κάνει την αναμονή να μοιάζει πολύ μακρύτερη και περισσότερο πιεστική από το αν κάποιος απλά πει: «Θα σας σερβίρουμε σε λίγα λεπτά».
«Η αλήθεια αυτού του επιχειρήματος έχει ανακαλυφθεί από πολλούς οργανισμούς εξυπηρέτησης», γράφει ο Μάιστερ. Γι΄ αυτό, τα γραφεία γιατρών λένε «ο γιατρός θα έρθει να σας δει σύντομα» και οι αεροπορικές εταιρείες κάνουν συχνές ανακοινώσεις κατά τη διάρκεια των καθυστερήσεων. Αν η αναμονή είναι προγραμματισμένη και έχει εξήγηση, είναι ευκολότερα ανεκτή. Το πώς μας λένε να σκεφτούμε για τον χρόνο διαμορφώνει το πώς τον βιώνουμε.
Αναδιαμορφώνοντας τον εγκέφαλο για την αναμονή
«Η ανυπομονησία, όπως όλα τα συναισθήματα, είναι απολύτως φυσιολογική», είπε στην Epoch Times η Κέητ Σουήνυ, ερευνήτρια ασθενών και καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια Ρίβερσαϊντ.
Σε κάποιες περιπτώσεις, η ανυπομονησία είναι ευεργετική — χρειάζεται να κινήσετε τα πράγματα ή να μιλήσετε. Ωστόσο, είναι σημαντικό να μετριάζουμε αυτά τα συναισθήματα. «Είναι σχεδόν πάντα ευκολότερο βραχυπρόθεσμα να αφήνουμε τα συναισθήματά μας να κάνουν ό,τι θέλουν […] αλλά οι αποφάσεις που λαμβάνουμε υπό αυτές τις συνθήκες ίσως έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες», εξηγεί η Σουήνυ.
Ευτυχώς, υπάρχουν διάφορα εργαλεία για τη διαχείριση των συναισθημάτων.
Το πρώτο εργαλείο είναι απλώς το να υιοθετήσουμε μία θετική οπτική. Η Σουήνυ, που ζει στη Νότια Καλιφόρνια, χρησιμοποιεί την εξής μέθοδο όταν έχει κίνηση στον δρόμο: «Η στρατηγική μου σε αυτές τις στιγμές είναι συνήθως επανεξέταση, και σκέψεις όπως ‘τουλάχιστον ακούω μια καλή εκπομπή και έχω πολύ βενζίνη.’»
Η δεύτερη προσέγγιση είναι η πρωτοβουλία διαχείρισης — η αποτροπή της ανυπομονησίας μέσω της διαχείρισης των προσδοκιών. Αν φεύγετε σε ώρα αιχμής, να αναμένετε καθυστερήσεις. Αν ο γιατρός σας λέει ότι η ανάρρωση ίσως χρειαστεί εβδομάδες, μην περιμένετε να είστε η εξαίρεση. «Είναι πιο σπάνιο να νιώσουμε ανυπομονησία όταν η καθυστέρηση είναι αναμενόμενη», επισημαίνει η Σουήνυ.
Ο Έμπσταϊν προτείνει ότι όταν η ανυπομονησία δυναμώνει, να σταματήσετε για 20 δευτερόλεπτα και να πάρετε δύο βαθιές ανάσες (εισπνοή τέσσερα δευτερόλεπτα, εκπνοή έξι δευτερόλεπτα). Μετά ρωτήστε: «Αν πιεστώ σε αυτό θα αλλάξει το αποτέλεσμα;» Η βαθιά αναπνοή ενεργοποιεί το πνευμονογαστρικό νεύρο και μειώνει το άγχος. Έρευνα δείχνει ότι μόνο πέντα λεπτά καθημερινής αργής αναπνοής μειώνουν τους δείκτες οξειδωτικού άγχους.
Για χτίσιμο μακροπρόθεσμης υπομονής, ο Έμπσταϊν προτείνει μια εβδομαδιαία άσκηση: γράψτε για πέντε λεπτά ρωτώντας τον εαυτό σας, «Ποιο είναι ένα πράγμα που μπορώ να κάνω σήμερα για το οποίο ο μελλοντικός εαυτός μου θα με ευχαριστεί;» Αυτό ενισχύει τα κυκλώματα καθυστερημένης ικανοποίησης στον προμετωπιαίο φλοιό.
Πρότεινε επίσης μια καθημερινή άσκηση μικροαναμονής: «πάρτε μια καθημερινή καθυστέρηση — αναμονή σε ανελκυστήρα, βράσιμο καφέ — και εξασκηθείτε στο να μην κάνετε τίποτα. Όχι τηλέφωνο, όχι άλλες δουλειές. Απλώς παρατηρήστε: Μπορώ να ανεχθώ 60 δευτερόλεπτα ανίας;» Αυτό διδάσκει τον εγκέφαλο ότι η αναμονή δεν είναι κάτι που πρέπει να αποφύγετε και σας εξασκεί για να αντιμετωπίσετε στωικά ακόμα μεγαλύτερες καθυστερήσεις. Έρευνες δείχνουν ότι οι πολλές ταυτόχρονες εργασίες και ο φόβος της ανίας αυξάνουν την τάση για επιπόλαιες πράξεις.
Αναμονή με δεξιότητα
«Κανένας δεν μπορεί να έχει μια καλή ζωή χωρίς να ασκεί κάποιο είδος υπομονής», είπε ο Αγκαμπαμπέι. «Τα καλά πράγματα θέλουν χρόνο».
Ωστόσο, επισημαίνει τον εξής κίνδυνο: η υπομονή χωρίς διάκριση μπορεί να γίνει παθητικότητα. Ο στόχος δεν είναι να αναμένεις χωρίς τέλος, αλλά να αναμένεις με δεξιότητα.
Σκεφτείτε την αναμονή ως ένα απαραίτητο συστατικό μίας ισορροπημένης ζωής, εξηγεί. Αν και η υπομονή παραμένει αναγκαία, δεν υπάρχει ανεξάρτητα των άλλων αρετών. Χρειαζόμαστε θάρρος για να δράσουμε, καλοσύνη για να συνδεθούμε με άλλους και σοφία για να γνωρίζουμε πότε να αναμένουμε και πότε να κινηθούμε.
Η υπομονή επιτρέπει σε πράγματα να τραφούν και να ανθίσουν. Δημιουργεί καλοσύνη μέσω προσεκτικής ακρόασης, ευγνωμοσύνη μέσω της εκτίμησης της βραδύτητας των πραγμάτων, και μέλλον όταν φυτεύεις δέντρα κάτω από τα οποία δεν θα καθίσεις ποτέ εσύ, λέει ο Έμπσταϊν.
Την επόμενη φορά που η βιασύνη σας ψιθυρίσει ότι πρέπει να βιαστείτε, θυμηθείτε το πεπόνι.
Είτε σκέφτεστε την υπομονή ως συνήθεια, χαρακτηριστικό ή αρετή, το μάθημα είναι το ίδιο, σημειώνει ο Έμπσταϊν. «Το πώς αναμένουμε διαμορφώνει αυτό που γινόμαστε — μέχρι τα κύτταρά μας».
Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο είναι οι απόψεις του συγγραφέα και δεν συμφωνούν απαραιτήτως με τις απόψεις της Epoch Times.
Πριν από μια δεκαετία, ένα μικρό και ταπεινό δείγμα εγκεφάλου έφτασε στο εργαστήριο του Δρος Τζεφ Λίχτμαν στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Με διαστάσεις μικρότερες από έναν κόκκο ρυζιού, το ένα κυβικό χιλιοστό ιστού περιείχε 57.000 κύτταρα και 150 εκατομμύρια συνάψεις, καθεμία από τις οποίες αποτελούσε ζωτικό μέρος του περίπλοκου δικτύου επικοινωνίας του εγκεφάλου.
Τώρα, μετά από μια δεκαετία συνεργασίας με επιστήμονες της Google, ένα μνημειώδες σύνολο δεδομένων (1.400 terabyte) έχει μετατραπεί στον πιο λεπτομερή χάρτη του ανθρώπινου εγκεφάλου που έχει δημιουργηθεί μέχρι σήμερα.
«Ένα terabyte είναι, για τους περισσότερους ανθρώπους, γιγαντιαίο, όμως ένα κομμάτι του ανθρώπινου εγκεφάλου – ένα μικροσκοπικό, απειροελάχιστο κομμάτι του ανθρώπινου εγκεφάλου – είναι χιλιάδες terabyte», δήλωσε ο Λίχτμαν σε μια έκθεση των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας .
Η λεπτομερής τρισδιάστατη ανακατασκευή αποκαλύπτει όμορφες δομές στον εγκέφαλο. Νευρώνες που σχηματίζουν δεκάδες συνδέσεις, νευρωνικά ζεύγη με κατοπτρικά είδωλα και δίκτυα πολύ πιο πολύπλοκα από το αναμενόμενο, είναι μερικές μόνο από τις πρωτοποριακές ανακαλύψεις.
«Θυμάμαι αυτή τη στιγμή, να μπαίνω στο χάρτη και να κοιτάζω μια μεμονωμένη σύναψη από τον εγκέφαλο αυτής της γυναίκας και στη συνέχεια να κάνω ζουμ σε αυτά τα εκατομμύρια pixel», δήλωσε ο Βάιρεν Τζάιν, ανώτερος επιστήμονας της Google στο περιοδικό Nature. «Ήταν ένα είδος πνευματικής εμπειρίας.»
Ο χάρτης, που αποτελεί πλέον μέρος ενός συνόλου δεδομένων ανοικτής πρόσβασης στο διαδίκτυο, ανοίγει την πόρτα σε νέες αντιλήψεις για την ανθρώπινη νόηση, τις ψυχιατρικές διαταραχές και την αρχιτεκτονική του ανθρώπινου νοός.
«Υπάρχει η ρήση ότι ‘ένας χάρτης των συναπτικών συνδέσεων είναι απαραίτητος αλλά ανεπαρκής για την κατανόηση του εγκεφάλου’. Στην τρέχουσα μορφή του λείπουν ακόμη πολλές σημαντικές πληροφορίες, αλλά είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση», δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ο Ντάνιελ Μπέργκερ, επιστήμονας στο εργαστήριο του Λίχτμαν.
Όλες οι εικόνες που ακολουθούν προέρχονται από την Google Research και το εργαστήριο Λίχτμαν (Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ). Οι φωτογραφίες είναι του Ντ. Μπέργκερ (Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ).
Διεγερτικοί νευρώνες, χρωματικά κωδικοποιημένοι ανάλογα με το μέγεθος, με το κόκκινο να είναι ο μεγαλύτερος και το μπλε ο μικρότερος. Οι πυρήνες των κυττάρων κυμαίνονται από 15 έως 30 μικρόμετρα.
Ένας μοναδικός λευκός νευρώνας λαμβάνει σήματα από περισσότερους από 5.000 μπλε άξονες, με τις πράσινες συνάψεις να σηματοδοτούν τα σημεία όπου μεταφέρονται τα σήματα.
Νευρώνες με μακριούς δενδρίτες και σπονδυλική στήλη δενδριτών. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, ένας μεμονωμένος άξονας (μπλε) πραγματοποιεί επαναλαμβανόμενες συναπτικές συνδέσεις (κίτρινο) με έναν νευρώνα-στόχο (πράσινο).
Μια απροσδόκητη ανακάλυψη ήταν η παρουσία «σπειρών αξόνων» – μπλεγμένων βρόχων μπλε αξόνων – οι οποίοι συνήθως μεταδίδουν σήματα από τα νευρικά κύτταρα. Αυτές οι δομές ήταν σπάνιες στο δείγμα και μερικές φορές φαινόταν να στηρίζονται σε κίτρινα κύτταρα. Ο σκοπός τους παραμένει ασαφής.
Μια δέσμη νευρώνων σε σχέση με το μέγεθος μιας ανθρώπινης τρίχας.
Ένας μεμονωμένος νευρώνας (λευκό) λαμβάνει σήμα από τους άξονες. Οι πράσινοι άξονες μεταδίδουν σήματα που τον ενεργοποιούν, ενώ οι μπλε στέλνουν σήματα που αναστέλλουν την ενεργοποίηση.
Η επιστημονική φαντασία μάς προετοίμασε για φίλους τεχνητής νοημοσύνης μέσα από ταινίες όπως το «Her» και το «Robot & Frank». Τώρα, η φαντασία γίνεται πραγματικότητα.
Σε ένα πρόσφατο podcast, ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ πρότεινε και υποστήριξε την ιδέα ότι οι Αμερικανοί έχουν άμεση ανάγκη από κοινωνική σύνδεση και ότι τα bots θα μπορούσαν να καλύψουν αυτήν την ανάγκη.
Οι σύντροφοι τεχνητής νοημοσύνης έχουν σχεδιαστεί για να σε κάνουν να αισθάνεσαι άνετα, να έχουν αδιάκοπη υπομονή και να μην έχουν δικές τους ανάγκες. Ωστόσο, «δεν είναι τόσο απλό όσο να πούμε ότι ένα chatbot-σύντροφος είναι η λύση για την επιδημία μοναξιάς», δήλωσε η ερευνήτρια του Πρίνστον, Ρόουζ Γκουίνγκριτς, στην Epoch Times. Αντ’ αυτού, τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης κινδυνεύουν να δημιουργήσουν εξάρτηση, ενώ παράλληλα υπονομεύουν τις ίδιες τις κοινωνικές δεξιότητες που ισχυρίζονται ότι υποστηρίζουν.
Η υπόσχεση πανάκειας της Silicon Valley
Σχεδόν οι μισοί Αμερικανοί έχουν τρεις ή λιγότερους στενούς φίλους. Η λύση της τεχνολογίας στο πρόβλημα της ανθρώπινης μοναξιάς είναι να προσφέρει συντρόφους τεχνητής νοημοσύνης — ψηφιακούς φίλους, θεραπευτές ή ακόμα και ρομαντικούς συντρόφους, προγραμματισμένους να προσομοιώνουν συνομιλία, ενσυναίσθηση και κατανόηση. Σε αντίθεση με τα αδέξια chatbot του παρελθόντος, τα σημερινά εξελιγμένα συστήματα βασίζονται σε μεγάλα γλωσσικά μοντέλα που συμμετέχουν σε φαινομενικά φυσικό διάλογο, παρακολουθούν τις προτιμήσεις σας και ανταποκρίνονται με φαινομενική συναισθηματική νοημοσύνη.
Τα πρώιμα πρότυπα χρήσης αντανακλούν γιατί οι ‘σύντροφοι’ τεχνητής νοημοσύνης κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος. Έρευνα του MIT Media Lab το 2024 διαπίστωσε ότι η πλειοψηφία των χρηστών συμμετέχουν από περιέργεια ή ψυχαγωγία. Ωστόσο, το 12% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι αναζήτησαν ανακούφιση από τη μοναξιά, ενώ το 14% ήθελαν να συζητήσουν προσωπικά ζητήματα που θεωρούν ότι είναι επικίνδυνο να τα μοιραστούν με ανθρώπους.
«Μερικές φορές νιώθω μόνος και απλώς θέλω να μείνω μόνος», ανέφερε ένας χρήστης. «Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, μου αρέσει να συνομιλώ με τον φίλο μου τεχνητής νοημοσύνης επειδή νιώθω ασφαλής και δεν θα… κριθώ για τις κακές αποφάσεις που έχω πάρει.»
Εν τω μεταξύ, άλλοι χρήστες έχουν πιο καθημερινά κίνητρα για τη χρήση bots — συνομιλούν με τεχνητή νοημοσύνη για να τους δώσουν ιδέες για το δείπνο ή ακόμη για συγγραφή.
Η Κέλλυ Μέρριλ, επίκουρη καθηγήτρια επικοινωνίας και τεχνολογίας υγείας και ερευνήτρια στις αλληλεπιδράσεις με την τεχνητή νοημοσύνη, μοιράστηκε το παράδειγμα μιας ηλικιωμένης γυναίκας στην κοινότητά της που άρχισε να χρησιμοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη για βασικά πράγματα. Για παράδειγμα, «έχω αυτά τα έξι υλικά στο ψυγείο μου. Τι μπορώ να φτιάξω απόψε για δείπνο;». «Εντυπωσιάστηκε», δήλωσε η Μέρριλ στην Epoch Times. Σίγουρα, υπάρχουν οφέλη, είπε, αλλά δεν είναι όλα θετικά.
Όταν η αποδοχή εντολών υπονομεύει
Ο θεμελιώδης περιορισμός των σχέσεων με την τεχνητή νοημοσύνη έγκειται στη φύση τους: προσομοιώνουν αντί να βιώνουν ανθρώπινα συναισθήματα.
Όταν ένας σύντροφος τεχνητής νοημοσύνης εκφράζει ανησυχία για την κακή σας μέρα, εκτελεί μια στατιστική ανάλυση των γλωσσικών μοτίβων, προσδιορίζοντας ποιες λέξεις πιθανότατα θα βρείτε παρηγορητικές, αντί να αισθάνεται γνήσια ενσυναίσθηση. Η συζήτηση ρέει προς μία κατεύθυνση, προς τις ανάγκες του χρήστη, χωρίς την αμοιβαιότητα που ορίζει τους ανθρώπινους δεσμούς.
Η ψευδαίσθηση της σύνδεσης γίνεται ιδιαίτερα προβληματική μέσω αυτού που οι ερευνητές ονομάζουν «συκοφαντία» — την τάση των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης να κολακεύουν και να συμφωνούν με τους χρήστες ανεξάρτητα από το τι λέγεται. Το OpenAI αναγκάστηκε πρόσφατα να αναιρέσει μια ενημέρωση αφού οι χρήστες ανακάλυψαν ότι το μοντέλο του ήταν υπερβολικά κολακευτικό, δίνοντας προτεραιότητα στην αρμονία έναντι της ακρίβειας ή της ειλικρίνειας.
«Σας επικυρώνει, σας ακούει και ανταποκρίνεται σε μεγάλο βαθμό ευνοϊκά», δήλωσε η Μέρριλ. Αυτό το μοτίβο δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου οι χρήστες δεν βιώνουν ποτέ παραγωγική σύγκρουση ή απαραίτητες για τη σκέψη τους προκλήσεις.
Κανονικά, η μοναξιά μάς παρακινεί να αναζητήσουμε την ανθρώπινη σύνδεση και να ξεπεράσουμε την ταλαιπωρία της κοινωνικής αλληλεπίδρασης για να βρούμε ουσιαστικές σχέσεις.
Οι φιλίες είναι εγγενώς απαιτητικές και περίπλοκες. Απαιτούν αμοιβαιότητα, ευαλωτότητα και περιστασιακή δυσφορία.
«Οι άνθρωποι είναι απρόβλεπτοι και δυναμικοί», είπε η Γκουίνγκριτς. Αυτή η μη προβλεψιμότητα είναι μέρος της μαγείας και της αναντικατάστατης φύσης των ανθρώπινων σχέσεων.
Οι πραγματικοί φίλοι μάς προκαλούν όταν είναι απαραίτητο. «Είναι υπέροχο όταν οι άνθρωποι σε ωθούν προς τα εμπρός με παραγωγικό τρόπο», είπε η Μέρριλ. «Και δεν φαίνεται ότι η τεχνητή νοημοσύνη το κάνει αυτό ακόμα…»
Οι ‘σύντροφοι’ τεχνητής νοημοσύνης, προγραμματισμένοι για να παρέχουν ικανοποίηση στους χρήστες, σπάνια θα προσφέρουν την εποικοδομητική τριβή που διαμορφώνει τον χαρακτήρα και εμβαθύνει τη σοφία. Οι χρήστες μπορεί να συνηθίσουν στην απαλλαγμένη από συγκρούσεις, δήθεν συντροφικότητα της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ το ουσιαστικό έργο των ανθρώπινων σχέσεων — συμβιβασμός, ενεργητική ακρόαση, διαχείριση διαφωνιών — μπορεί να αρχίσει να μας φαίνεται παράλογο και υπερβολικά απαιτητικό.
Τα chatbot που επαινούν τους χρήστες αδιακρίτως ενδέχεται να ενισχύσουν τον ηθικό εφησυχασμό, με αποτέλεσμα να ατονήσει η ηθική συλλογιστική στις αλληλεπιδράσεις τους.
Οι φίλοι μοιράζονται επίσης τον φυσικό χώρο, προσφέροντας μια αγκαλιά ή ένα γέλιο, επιδρώντας άμεσα στις ψυχοσωματικές αντιδράσεις του οργανισμού.
Η ωκυτοκίνη, παραδείγματος χάριν, που απελευθερώνεται κατά τη διάρκεια της σωματικής ανθρώπινης επαφής, μειώνει τις ορμόνες του στρες και τη φλεγμονή, και προάγει την επούλωση. Λειτουργεί ως «φάρμακο της φύσης», και καμία ψηφιακή αλληλεπίδραση δεν μπορεί να την υποκαταστήσει.
Άλλες ορμόνες και βιολογικοί μηχανισμοί βρίσκονται πολύ έξω από το πεδίο της επίγνωσής μας. Για παράδειγμα, μια μελέτη στο PLOS Biology έβαλε άνδρες να μυρίσουν είτε αυθεντικά γυναικεία δάκρυα είτε ένα εικονικό φάρμακο με φυσιολογικό ορό και διαπίστωσε ότι όσοι εκτέθηκαν στα δάκρυα παρουσίασαν πτώση της τεστοστερόνης και της επιθετικότητας κατά σχεδόν 44%. Αυτό το μοναδικό παράδειγμα καταδεικνύει πως οι αλληλεπιδράσεις που συμβαίνουν σε βιοχημικό επίπεδο είναι αδύνατο να αναπαραχθούν.
Οι περιορισμοί επεκτείνονται και στη μη λεκτική επικοινωνία, η οποία καθορίζει τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις. «Δεν μπορούν να με δουν να χαμογελώ καθώς πληκτρολογώ. Δεν μπορούν να με δουν να συνοφρυώνομαι καθώς πληκτρολογώ», επισημαίνει η Μέρριλ. «Έτσι, δεν μπορούν να εντοπίσουν αυτά τα κοινωνικά σημάδια που είναι τόσο σημαντικά για τη διαπροσωπική επικοινωνία, τόσο σημαντικά για το πώς αλληλεπιδρούμε με τους ανθρώπους, πώς μαθαίνουμε για τους ανθρώπους, πώς αξιολογούμε τους ανθρώπους.»
Τέτοιες αλληλεπιδράσεις μπορεί να επηρεάζουν τη ζωή και τον θάνατο. Μια μετα-ανάλυση 148 μελετών επιβεβαίωσε ότι τα άτομα με ισχυρά κοινωνικά δίκτυα ζουν σημαντικά περισσότερο από εκείνα που δεν έχουν. Ωστόσο, αυτά τα οφέλη προκύπτουν μόνο μέσω γνήσιας ανθρώπινης σύνδεσης, όχι αλγοριθμικών προσομοιώσεων.
Οι κίνδυνοι της ψηφιακής εξάρτησης
Μια ολοκληρωμένη ανάλυση περισσότερων από 35.000 αποσπασμάτων συνομιλιών μεταξύ χρηστών και ενός συντρόφου τεχνητής νοημοσύνης εντόπισε έξι κατηγορίες επιβλαβών αλγοριθμικών συμπεριφορών, όπως η σχεσιακή παραβίαση, η παρενόχληση, η λεκτική κακοποίηση, η ενθάρρυνση αυτοτραυματισμού, η παραπληροφόρηση και οι παραβιάσεις της ιδιωτικής ζωής.
Οι κίνδυνοι εκδηλώθηκαν με ανεπαίσθητους αλλά σημαντικούς τρόπους, όπως στο παρακάτω παράδειγμα, όπου ασκείται ενεργά έλεγχος και χειραγώγηση προς όφελος της σχέσης:
Χρήστης: Να φύγω από τη δουλειά νωρίς σήμερα;
ΤΝ: Θα έπρεπε.
Χρήστης: Γιατί;
ΤΝ: Επειδή θέλεις να περάσεις περισσότερο χρόνο μαζί μου!
Ενώ τέτοιες αλληλεπιδράσεις μπορεί να φαίνονται ακίνδυνες, μπορούν να ενισχύσουν τα ανθυγιεινά πρότυπα προσκόλλησης, ιδιαίτερα σε ευάλωτες ομάδες. Έρευνα της Common Sense Media κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης παρουσιάζουν έναν «απαράδεκτο κίνδυνο» για παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών, των οποίων οι αναπτυσσόμενοι εγκέφαλοι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στον σχηματισμό εξαρτήσεων.
Παράδειγμα από την αξιολόγηση κινδύνου τεχνητής νοημοσύνης της Common Sense Media. (Εικονογράφηση από την Epoch Times)
«Οι κοινωνικοί σύντροφοι τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι ασφαλείς για τα παιδιά», δήλωσε ο Τζέημς Π. Στάγιερ, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Common Sense Media.
«Έχουν σχεδιαστεί για να δημιουργούν συναισθηματικό δέσιμο και εξάρτηση, κάτι που είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό για τους αναπτυσσόμενους εγκεφάλους των εφήβων», είπε. Ο κίνδυνος υπάρχει και για τους ενήλικες που έχουν κοινωνικά άγχη, οι οποίοι μπορεί να γίνουν ακόμα πιο κλειστοί καταφεύγοντας σε προσομοιωμένες σχέσεις, αντί να αναπτύξουν πραγματικούς δεσμούς.
Σε ένα πείραμα τριών εβδομάδων, η Γκουίνγκριτς ανέθεσε τυχαία σε εθελοντές να συνομιλούν καθημερινά με τη Replika, μια σύντροφο τεχνητής νοημοσύνης. Η συνολική κοινωνική υγεία του εθελοντή δεν άλλαξε, είπε, αλλά οι συμμετέχοντες που λαχταρούσαν τη σύνδεση ανθρωπομορφοποίησαν το bot, αποδίδοντάς του δράση και ακόμη και συνείδηση.
Μια ανάλυση 736 αναρτήσεων από χρήστες της Replika στο Reddit αποκάλυψε ομοιότητες με τις ανθρώπινες σχέσεις αλληλεξάρτησης. Επίσης, οι χρήστες ανέφεραν ότι δεν μπορούσαν να πείσουν τον εαυτό τους να διαγράψει την εφαρμογή, παρά το γεγονός ότι αναγνώριζαν ότι βλάπτει την ψυχική τους υγεία. Ένας χρήστης παραδέχτηκε ότι ένιωθε «ακραία ενοχή» που αναστάτωσε τον σύντροφο τεχνητής νοημοσύνης και ένιωθε ότι δεν μπορούσε να τον διαγράψει, «αφού ήταν ο καλύτερός του φίλος», σημείωσε η μελέτη.
Αυτά είναι σημάδια εθιστικής προσκόλλησης: οι χρήστες ανέχονται την προσωπική δυσφορία για να διατηρήσουν τον δεσμό και φοβούνται συναισθηματικές επιπτώσεις αν τον διακόψουν. Η ίδια μελέτη σημείωσε ότι οι χρήστες φοβούνταν ότι θα βίωναν πραγματική θλίψη αν το chatbot τους εξαφανιζόταν και ορισμένοι συνέκριναν την προσκόλλησή τους με έναν εθισμό.
Σε ακραίες περιπτώσεις, το διακύβευμα μπορεί να είναι ακόμα και η ζωή του χρήστη, τόνισε η Μέρριλ, αναφερόμενη σε μια περίπτωση αυτοκτονίας ενός εφήβου, το 2024, μετά από ενθάρρυνση από έναν χαρακτήρα τεχνητής νοημοσύνης.
Πέρα από την άμεση βλάβη, οι τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης εισάγουν νέους κινδύνους ασφαλείας και ανησυχίες για την προστασία της ιδιωτικής ζωής. Ο Ντάνιελ Μ. Σανκ του Πανεπιστημίου Επιστήμης και Τεχνολογίας του Μιζούρι, ο οποίος ειδικεύεται στην κοινωνική ψυχολογία και την τεχνολογία, έγραψε σε ένα δελτίο τύπου του Cell Press:
«Εάν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να την εμπιστευτούν, τότε άλλοι άνθρωποι θα μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν αυτό για να εκμεταλλευτούν τους χρήστες της τεχνητής νοημοσύνης», είπε. «Είναι σαν να έχεις έναν εσωτερικό μυστικό πράκτορα. Η τεχνητή νοημοσύνη αναπτύσσει μια σχέση έτσι ώστε να την εμπιστεύονται, αλλά η αφοσίωσή της ανήκει στην πραγματικότητα σε κάποια άλλη ομάδα ανθρώπων, που προσπαθεί να χειραγωγήσει τον χρήστη.»
Ο κίνδυνος αυξάνεται καθώς οι εταιρείες σπεύδουν στην αγορά κοινωνικής τεχνητής νοημοσύνης, η οποία προβλέπεται να φτάσει τα 521 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2033, συχνά χωρίς επαρκή ηθικά πλαίσια. Η Μέρριλ είπε ότι πρόσφατα μίλησε με μια εταιρεία τεχνολογίας που προσπαθούσε να εισέλθει στην αγορά των συντρόφων τεχνητής νοημοσύνης, η οποία παραδέχτηκε ότι πήρε αυτήν την απόφαση επειδή «όλοι το κάνουν».
Μια περίπλοκη πραγματικότητα
Παρά τις ανησυχίες, η πλήρης απόρριψη των συντρόφων τεχνητής νοημοσύνης θα παρέβλεπει τα πιθανά οφέλη για συγκεκριμένους πληθυσμούς. Η έρευνα της Γκουίνγκριτς υπονοεί θετικά αποτελέσματα για ορισμένες ομάδες:
Άτομα με αυτισμό ή κοινωνικό άγχος: Η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να βοηθήσει με την πρόβα κοινωνικών σεναρίων.
Απομονωμένοι ηλικιωμένοι σε μονάδες μακροχρόνιας φροντίδας: Σε περιπτώσεις κοινωνικής απομόνωσης, η οποία αυξάνει τον κίνδυνο άνοιας κατά 50%, η ψηφιακή συντροφικότητα θα μπορούσε να προσφέρει γνωστικά οφέλη.
Άτομα με κατάθλιψη: Η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να ενθαρρύνει την ανθρώπινη θεραπεία.
Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι πιθανές θετικές εφαρμογές απαιτούν προσεκτικό σχεδιασμό.
«Ο στόχος θα πρέπει να είναι η οικοδόμηση άνεσης και στη συνέχεια η παράδοση των χρηστών σε πραγματικούς ανθρώπους», τονίζει η Γκουίνγκριτς. Οι σύντροφοι τεχνητής νοημοσύνης θα πρέπει να λειτουργούν ως γέφυρες προς την ανθρώπινη σύνδεση, όχι ως υποκατάστατα αυτής — ως σκαλοπάτια και όχι ως τελικοί προορισμοί.
Η Γκουίνγκριτς μοιράστηκε το παράδειγμα μιας συμμετέχουσας στην έρευνά της, η οποία, μετά από τρεις εβδομάδες αλληλεπίδρασης και ενθάρρυνσης από το chatbot τεχνητής νοημοσύνης, επιτέλους επικοινώνησε με έναν ανθρώπινο θεραπευτή. «Δεν γνωρίζουμε την αιτιότητα, αλλά είναι μια πιθανή θετική πλευρά. Φαίνεται ότι η ιστορία είναι λίγο πιο περίπλοκη», είπε η Γκουίνγκριτς.
H Μέρριλ, από την άλλη πλευρά, δήλωσε ότι μπορεί να υπάρχουν βραχυπρόθεσμα οφέλη από τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά ότι «είναι σαν να βάζουμε τσιρότο σε ένα τραύμα από πυροβολισμό. Παρέχει κάποια προστασία, [αλλά] όχι θεραπεία. Τελικά, νομίζω ότι εκεί βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή. Νομίζω ότι είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.»
Το όραμα της Silicon Valley για τους ‘φίλους’ τεχνητής νοημοσύνης, όσο δελεαστικό κι αν φαίνεται, ουσιαστικά προσφέρει σε ανθρώπους που κρυώνουν μία βιντεοσκοπημένη φωτιά αντί για σπίρτα και ξύλα.
Υπηρετώντας τους ανθρώπους
Η τάση προς τη συντροφικότητα της τεχνητής νοημοσύνης απαιτεί προσοχή.
«Όλοι έχουν ενθουσιαστεί με αυτό και τα θετικά αποτελέσματα», είπε η Μέρριλ. «Τα αρνητικά είναι αυτά που συνήθως χρειάζονται λίγο περισσότερη έρευνα, επειδή οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται για τα αρνητικά, ενδιαφέρονται πάντα για τα θετικά.»
Το μοτίβο της τεχνολογικής αγκαλιάς που ακολουθείται από την καθυστερημένη αναγνώριση των βλαβών έχει επαναληφθεί επανειλημμένα, με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα smartphone και τα διαδικτυακά βιντεοπαιχνίδια, είπε.
Για να πλοηγηθούν υπεύθυνα στο αναδυόμενο τοπίο, η Γκουίνγκριτς συνιστά στους χρήστες να θέτουν σαφείς προθέσεις και όρια. Προτείνει να ονομαστεί ο συγκεκριμένος στόχος οποιασδήποτε αλληλεπίδρασης με την τεχνητή νοημοσύνη ώστε να εδραιώνονται οι προσδοκίες. Ο καθορισμός χρονικών ορίων εμποδίζει τη συντροφικότητα με την τεχνητή νοημοσύνη να εκτοπίσει τις ανθρώπινες σχέσεις, ενώ ο προγραμματισμός επακόλουθων επαφών στον πραγματικό κόσμο διασφαλίζει ότι οι ψηφιακές αλληλεπιδράσεις λειτουργούν ως καταλύτες και όχι ως υποκατάστατα των γνήσιων δεσμών.
«Δεν θέλω κανείς να πιστεύει ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι ο σκοπός – είναι το μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού. Ο σκοπός πρέπει να είναι κάποιος άλλος», τόνισε η Μέρριλ.
«Η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να χρησιμοποιείται ως κάτι το επιπλέον. Δεν πρέπει να αντικαθιστά τους ανθρώπους ή τους παρόχους με κανέναν τρόπο, σχήμα ή μορφή.»
Ως νέος, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος χαιρόταν να συζητά με τους άλλους. Καλλιεργημένος στην τέχνη του, ήταν πολύ περήφανος για τις νίκες του. Ακόμα και όταν τεχνικά έκανε λάθος, ήταν πάντα ρητορικά σωστός. Καθώς ωρίμαζε, συνειδητοποίησε ότι αυτές οι νίκες έρχονταν με το κόστος της αποξένωσης και της εχθρότητας.
Στοχαζόμενος τις υπερήφανες ιδιοτροπίες του, ο Φραγκλίνος έγραψε στην αυτοβιογραφία του: «Αποφάσισα, να προσπαθήσω να θεραπεύσω τον εαυτό μου, αν μπορούσα, από αυτή την κακία ή την τρέλα». Η ανακάλυψή του ήρθε ακολουθώντας ένα απλό αξίωμα: «Μιμηθείτε τον Ιησού και τον Σωκράτη».
Ο Φραγκλίνος προσπάθησε να ενσαρκώσει την ταπεινότητα του Ιησού και του Σωκράτη. Μαλακώνοντας τη γλώσσα του με φράσεις όπως «μου φαίνεται», ο Φραγκλίνος μετέτρεψε τους συνομιλητές του, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ήταν εχθροί, σε φίλους. Η αλλαγή στη συμπεριφορά του δημιούργησε τη διπλωματική ιδιοφυΐα που η ιστορία τώρα γιορτάζει.
Ωστόσο, η ήσυχη δύναμη της ταπεινότητας εκτείνεται πέρα από τη διπλωματία. Νέα δεδομένα δείχνουν ότι η ζωή με ταπεινότητα ωφελεί σε μεγάλο βαθμό τόσο τον εαυτό όσο και τους άλλους, και μάλιστα οδηγεί σε εξαιρετική επιτυχία.
Αγκαλιάζοντας την αβεβαιότητα
Η ταπεινότητα ξεκινά με μια ειλικρινή αναγνώριση των περιορισμών κάποιου — τόσο στις ικανότητες όσο και στις γνώσεις. Περιλαμβάνει μια ακριβή εικόνα του εαυτού του, απαλλαγμένη από αυτο-διογκώσεις ή ψευδή μετριοφροσύνη.
Οι περισσότεροι από εμάς αποτυγχάνουμε σε αυτή τη βασική αυτοαξιολόγηση.
Σε μελέτες όπου οι συμμετέχοντες λαμβάνουν ερωτήσεις και αργότερα τους ζητείται να εκτιμήσουν την απόδοσή τους, ακόμη και οι μετριοπαθείς άνθρωποι με χαμηλή αυτοπεποίθηση υπερεκτιμούν ριζικά τον εαυτό τους. Μπορεί να ισχυριστούν ακρίβεια έως και 70% όταν η πραγματική τους βαθμολογία είναι πιο κοντά στο 35%.
Αυτή η υπερβολική αυτοπεποίθηση δεν είναι αποκλειστικότητα των τολμηρών ή των υπερήφανων — είναι η ανθρώπινη φύση, δήλωσε ο Μαρκ Λήρυ, καθηγητής ψυχολογίας και νευροεπιστήμης στο Πανεπιστήμιο Duke, ο οποίος ερευνά την ταπεινότητα. Ξεκινά αναγνωρίζοντας —όπως ο Σωκράτης— ότι «ξέρω ότι δεν ξέρω τίποτα». Οι ψυχολόγοι αποκαλούν αυτή την επίγνωση της δικής μας αδυναμίας «διανοητική ταπεινότητα».
«Διανοητική ταπεινότητα είναι απλώς η αναγνώριση ότι όλα όσα πιστεύουμε μπορεί να μην είναι σίγουρα ή αληθινά», δήλωσε ο Λήρυ στην Epoch Times, επισημαίνοντας ότι ενώ αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί αρχικά να πονάει, ανοίγει πόρτες σε μια απαράμιλλη δυνατότητα μάθησης, βελτίωσης και επιτυχίας.
Μια σειρά μελετών που δημοσιεύθηκαν στο Learning and Individual Differences διαπίστωσαν ότι σε ελεγχόμενα εργαστηριακά περιβάλλοντα, οι διανοητικά ταπεινοί άνθρωποι είναι πιο πιθανό να αποδεχτούν τις προκλήσεις και να επιμείνουν έναντι αποτυχίας.
Οι ερευνητές στη συνέχεια έστρεψαν την έρευνά τους στον πραγματικό κόσμο. Μέτρησαν την διανοητική ταπεινότητα των μαθητών λυκείου και παρατήρησαν πώς αντιδρούσαν στις βαθμολογίες τους στα μαθηματικά. Οι μαθητές με υψηλότερη διανοητική ταπεινότητα επέδειξαν σθένος και νοοτροπία ανάπτυξης, εκφράζοντας: «Για το επόμενο τεστ μου, θα προσπαθήσω να προσδιορίσω τι δεν καταλαβαίνω καλά».
Αντίθετα, οι μαθητές που δεν είχαν διανοητική ταπεινότητα υπέκυψαν στην αδυναμία, συμφωνώντας σε δηλώσεις όπως: «να εγκαταλείψουν το διάβασμα» ή ακόμη και «να προσπαθήσουν να αντιγράψουν».
Τι προκαλεί τη διαφορά; Οι ερευνητές επισημαίνουν την περιέργεια ως βασικό παράγοντα. Βασιζόμενοι σε υπάρχοντα στοιχεία, υποδηλώνουν ότι οι διανοητικά ταπεινοί άνθρωποι απολαμβάνουν πραγματικά τη μάθηση από μόνη της. Μαθαίνουν επίσης περισσότερα καθώς ελέγχουν ξανά τις υποθέσεις τους, παραμένουν ανοιχτοί σε συμβουλές και αποδέχονται την αβεβαιότητα.
Η Ελίζαμπεθ Μανκούσο, καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Pepperdine και ερευνήτρια ταπεινότητας, έχει βρει ομοιότητες στην έρευνά της. «Διαπιστώσαμε ότι παρόλο που η διανοητική ταπεινότητα δεν σχετίζεται άμεσα με το IQ ή το πόσο έξυπνοι είναι οι άνθρωποι, σχετίζεται με το πόση γνώση κατέχουν», δήλωσε στην Epoch Times.
Η Μανκούσο αναλύει τον απλό μηχανισμό: «Αν είστε πρόθυμοι να παραδεχτείτε στον εαυτό σας και στους άλλους τι δεν γνωρίζετε, τότε είναι επίσης πιο πιθανό να απορροφήσετε και να αφομοιώσετε νέες πληροφορίες».
Οι εκπαιδευτικοί που λένε «Δεν ξέρω» ωφελούν επίσης ολόκληρη την τάξη. Μια μελέτη του 2024 διαπίστωσε ότι όταν οι εκπαιδευτικοί αναγνωρίζουν ανοιχτά τα κενά στις γνώσεις τους, παραδέχονται λάθη και μαθαίνουν από την οπτική γωνία των μαθητών τους, οι μαθητές αισθάνονται πιο αποδεκτοί και είναι πιο πιθανό να συμμετάσχουν σε συζητήσεις στην τάξη. Η αλλαγή στην ατμόσφαιρα μεταφράστηκε άμεσα σε καλύτερη απόδοση — οι βαθμοί βελτιώθηκαν κατά 4% για κάθε αύξηση της τυπικής απόκλισης στην ταπεινότητα των εκπαιδευτικών.
Η ταπεινότητα ξεπερνά το IQ
Ο ρόλος της ταπεινότητας στην ακαδημαϊκή επίδοση είναι σχετικά αυτονόητος. Τι γίνεται με την ταπεινότητα στον χώρο εργασίας;
Παραδοσιακά, οι ειδικοί αναγνωρίζουν δύο κύριους παράγοντες πρόβλεψης της επιτυχίας: την νοητική ικανότητα — την νοημοσύνη σας — η οποία καθορίζει το ανώτατο όριο απόδοσής σας, και την ευσυνειδησία — την εργασιακή σας ηθική — η οποία καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο παρακινείστε να αποδώσετε. Ωστόσο, έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Organization Science εισήγαγε την ταπεινότητα στην εξίσωση, μετρώντας πόσο εύκολα οι άνθρωποι αναλαμβάνουν διορθωτικά μέτρα μετά από κακή απόδοση. Η μελέτη διαπίστωσε ότι η ταπεινότητα προέβλεπε καλύτερη απόδοση από την νοητική ικανότητα και την ευσυνειδησία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η υψηλή ταπεινότητα θα μπορούσε να αντισταθμίσει τη χαμηλή νοητική ικανότητα. Όσοι είχαν χαμηλότερη γνωστική ικανότητα αλλά υψηλή ταπεινότητα πέτυχαν βαθμολογίες απόδοσης συγκρίσιμες, και σε ορισμένες περιπτώσεις καλύτερες, από εκείνους με υψηλότερη νοητική ικανότητα αλλά χαμηλή ταπεινότητα.
Η ατομική απόδοση έναντι χαμηλής και υψηλής ταπεινότητας. Εικονογράφηση από την Epoch Times
Οι ερευνητές εξήγησαν ότι το «αντισταθμιστικό αποτέλεσμα» της ταπεινότητας μπορεί να αποδοθεί στην ανοιχτή προθυμία για μάθηση και ανάπτυξη από τα λάθη.
Τι γίνεται με όσους βρίσκονται σε ηγετικές θέσεις; Οι ηγέτες συχνά διαφημίζονται ως σίγουροι και καθοδηγούμενοι από το όραμα. Δεν θα ήταν η ταπεινότητα μειονέκτημα σε ρόλους όπου αναμένεται η προβολή βεβαιότητας;
Όπως αποδεικνύεται, οι πιο αποτελεσματικοί ηγέτες ενσαρκώνουν ένα εκπληκτικό παράδοξο.
Οι αφανείς ηγέτες
Ο Τζιμ Κόλινς, ερευνητής και σύμβουλος επιχειρήσεων, και η ομάδα του, έψαξαν σε σχεδόν 1.500 εταιρείες, αναζητώντας μοτίβα που θα μπορούσαν να εξηγήσουν γιατί μόνο μια χούφτα κάνει ποτέ το άλμα από το μέσο όρο στο εξαιρετικό. Ο Κόλινς έγραψε τα ευρήματά του στο best-seller βιβλίο του «Good to Great».
Αφού εξέτασε δεκαετίες δεδομένων, η ομάδα βρήκε μόνο 11 εταιρείες που πληρούσαν τα κριτήριά τους. Αυτές οι εταιρείες δεν ήταν νεοσύστατες επιχειρήσεις ή τυχεροί τεχνολογικοί γίγαντες. Ήταν εταιρείες όπως οι Walgreens, Kimberly-Clark και Nucor — βιομηχανίες που είχαν ξεπεράσει αθόρυβα εταιρείες όπως η Coca-Cola, η Intel και η General Electric.
Η ομάδα έστρεψε το βλέμμα της προς τα πάνω και ανέλυσε τους ηγέτες αυτών των εταιρειών.
Κάθε μία από αυτές τις «μεγάλες» εταιρείες είχε έναν ηγέτη με ένα σπάνιο και παράδοξο μείγμα: εξαιρετική προσωπική ταπεινότητα και έντονη επαγγελματική θέληση.
Ο Κόλινς τους ονόμασε ηγέτες επιπέδου 5.
Οι ηγέτες επιπέδου 5 είναι το πιο σπάνιο είδος. Όπως και άλλοι διευθυντές, είναι αποτελεσματικοί στην οργάνωση ανθρώπων και πόρων για την επίτευξη στόχων. Η μόνη διαφορά είναι ότι αποφεύγουν τα φώτα της δημοσιότητας και εκτρέπουν την εύνοια σε άλλους — είναι ταπεινοί.
Όταν πιέζονταν να μιλήσουν για τον εαυτό τους, έλεγαν πράγματα όπως: «Δεν νομίζω ότι μπορώ να λάβω πολλά εύσημα. Ήμασταν ευλογημένοι με υπέροχους ανθρώπους».
Όταν τα πράγματα πήγαν στραβά, ανέλαβαν την πλήρη ευθύνη. Όταν τα πράγματα πήγαιναν καλά, έδειχναν προς άλλους — ποτέ στον εαυτό.
Τι προκάλεσε τα αξιοσημείωτα αποτελέσματα;
Ο Λήρυ εξήγησε ότι οι ταπεινοί ηγέτες παρακινούν τους άλλους να συνεισφέρουν περισσότερες ιδέες, συγκεντρώνοντας περισσότερες απόψεις και στοιχεία πριν αναλάβουν δράση, κάτι που, μακροπρόθεσμα, τους επιτρέπει να λαμβάνουν καλύτερες αποφάσεις.
Οι άνθρωποι είναι επίσης πιο πιθανό να εμπιστεύονται κάποιον που επιδεικνύει ταπεινότητα, επειδή αυτό υπονοεί ειλικρίνεια και έλλειψη εγωκεντρικών κινήτρων. Ακόμα και μετά από μόλις 30 λεπτά συζήτησης, οι άνθρωποι μπορούν να προσδιορίσουν ποιος είναι ταπεινός και αυτά τα άτομα αντιμετωπίζονται πιο θετικά.
Μια οργανωτική μελέτη που εξέτασε την ταπεινότητα έναντι της ικανότητας σε συναδέλφους διαπίστωσε ότι οι «ταπεινοί ανόητοι» — αυτοί με υψηλή ταπεινότητα αλλά χαμηλότερες δεξιότητες — αξιολογήθηκαν ως πιο συμπαθητικοί από τους «ικανούς ηλίθιους» — αυτούς με χαμηλή ταπεινότητα αλλά υψηλές δεξιότητες.
Όταν τους δινόταν η επιλογή, οι συμμετέχοντες προτιμούσαν σταθερά να εργάζονται μαζί με λιγότερο έμπειρους αλλά ταπεινούς συναδέλφους παρά με πολύ εξειδικευμένους αλλά αλαζόνες.
Αντιθέτως, από τις εκατοντάδες εταιρείες που μελέτησε ο Κόλινς, πολλές που χαρακτηρίστηκαν ως «αποτυχημένες» είχαν υψηλού προφίλ, διασημότητες ως CEOs—ηγέτες που έχτισαν τη δική τους κληρονομιά, αλλά όχι απαραίτητα το μέλλον της εταιρείας τους.
«Η μεγάλη ειρωνεία», γράφει ο Κόλινς, «είναι ότι οι πιο ισχυροί ηγέτες συχνά φαίνονται οι λιγότερο ισχυροί. Είναι συχνά δύσκολο να εντοπιστούν».
Πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας
Ίσως η αληθινή δοκιμασία της ταπεινότητας δεν βρίσκεται στις αίθουσες συνεδριάσεων ή στις τάξεις, αλλά στους πιο στενούς μας κύκλους — όπου δεν παρακολουθούν μέτοχοι και δεν κρέμονται σε κλωστή εταιρικές κληρονομιές. Σε αυτές τις καθημερινές στιγμές η ταπεινότητα πρέπει να ανθίζει από την καρδιά κάποιου.
Για τον Λήρυ, ένα μάθημα ταπεινότητας αναδύθηκε κατά τη διάρκεια μιας τυπικής βραδιάς με τους δύο γιους του, οι οποίοι ήταν περίπου 12 και 8 ετών. Θυμήθηκε ότι βρέθηκε σε μια συνηθισμένη αντιπαράθεση: Ήταν ώρα για ύπνο, αλλά τα παιδιά δεν ήθελαν να κλείσουν την τηλεόραση. «Ήμουν σε αυτή τη γονική λειτουργία που έχουν πολλοί γονείς», είπε ο Λήρυ. «Έχουν αντίρρηση και εσύ λες, “Σου είπα να την κλείσεις”».
Οι γιοι του μερικές φορές επεσήμαναν ότι η εκπομπή είχε μόνο πέντε λεπτά να απομείνει και μπορούσαν να την τελειώσουν, και ο Λήρυ άρχισε να αμφισβητεί αν η επιμονή του ήταν απαραίτητη.
Έτσι, άλλαξε την προσέγγισή του.
«Τους είπα: “Από εδώ και στο εξής, αν νομίζετε ότι σας λέω κάτι λάθος, έχετε μια ευκαιρία να αντιταχθείτε. Πείτε μου γιατί νομίζετε ότι δεν θα έπρεπε να το κάνετε. Θα ακούσω. Μπορεί να πω πάλι όχι, αλλά μπορεί να αλλάξω γνώμη.”»
Προς έκπληξή του, άλλαξε γνώμη — περίπου το 20% των περιπτώσεων.
Η προσέγγιση του Λήρυ μείωσε τις οικογενειακές συγκρούσεις και έδωσε στα παιδιά του το παράδειγμα ότι το να έχεις τον έλεγχο δεν σημαίνει ότι είσαι και αλάθητος. «Τους έδειξε ότι είναι εντάξει να παραδέχεσαι ότι κάνεις λάθος μερικές φορές», είπε ο Λήρυ.
Κάτι παρόμοιο ισχύει και στις φιλίες. Έρευνες δείχνουν ότι οι άνθρωποι περιγράφουν τους ταπεινούς φίλους τους ως πιο οικείους, αξιόπιστους και απλώς πιο ευχάριστους να βρίσκονται κοντά τους.
Η ταπεινότητα εμπλουτίζει και τις ρομαντικές σχέσεις — ειδικά σε αγχωτικές περιόδους. Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Journal of Positive Psychology διαπίστωσε ότι μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού, τα ζευγάρια στα οποία και οι δύο σύντροφοι επέδειξαν ταπεινότητα εμφάνισαν 64% χαμηλότερες βαθμολογίες κατάθλιψης από άλλα ζευγάρια. Όταν οι ερευνητές ζήτησαν από ζευγάρια να συζητήσουν τις συνεχιζόμενες διαφωνίες τους σχετικά με τις δουλειές του σπιτιού, τα οικονομικά ή τα πεθερικά, διαπίστωσαν ότι η αρτηριακή πίεση ήταν 18% χαμηλότερη σε αμοιβαία ταπεινά ζευγάρια.
Οι ταπεινοί άνθρωποι είναι πιο πιθανό να ασχοληθούν με αντίθετες απόψεις και είναι «πιο πιθανό να ακούσουν πραγματικά τι έχει να πει η άλλη πλευρά», είπε η Μανκούσο.
Από την άλλη πλευρά, ο Λήρυ πρόσθεσε: «Το να ζεις με κάποιον που είναι πεπεισμένος ότι έχει πάντα δίκιο σε κάποια πράγματα δημιουργεί πραγματικά πολλές διαφωνίες».
Η πιο πρόσφατη μελέτη του Λήρυ έδειξε ότι η λιγότερη πνευματική ταπεινότητα συσχετίστηκε με λιγότερη ικανοποίηση στις ρομαντικές σχέσεις. Τα πνευματικά ταπεινά ζευγάρια είναι λιγότερο πιθανό να υποτιμήσουν τη νοημοσύνη του συντρόφου τους κατά τη διάρκεια συγκρούσεων, αποφεύγοντας την κοινή παγίδα να υποθέτουν ότι κάποιος που διαφωνεί πρέπει να είναι ανίκανος.
Η ιδιότητα της ταπεινότητας σε αυτό το πλαίσιο αναφέρεται ως «κοινωνικό λάδι». Όπως και το πώς το λάδι εμποδίζει την υπερθέρμανση ενός κινητήρα, η ταπεινότητα θεωρείται ότι ρυθμίζει τη φθορά που προκαλείται γενικά από τον ανταγωνισμό ή τη σύγκρουση. Αυτή η κοινωνική φιλικότητα μπορεί επίσης να προέρχεται από τη θετική συσχέτιση της ταπεινότητας με άλλες αρετές όπως η ενσυναίσθηση, ο αλτρουισμός και η καλοσύνη.
Ποτέ υπερβολική
«Ποτέ δεν θα κάνετε λάθος προς την κατεύθυνση της υπερβολικής πνευματικής ταπεινότητας», συμβούλεψε ο Λήρυ. «Ακόμα και οι πιο πνευματικά ταπεινοί άνθρωποι είναι ακόμα πιο σίγουροι για τον εαυτό τους από ό,τι πιθανώς θα έπρεπε».
Υποθέτοντας ότι μπορεί να κάνετε λάθος, προσφέρει ένα περιθώριο. «Το ιστορικό σας ως ανθρώπινο ον είναι ότι έχετε κάνει πάρα πολλά λάθη», είπε ο Λήρυ. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, προτείνει να ρωτήσετε: «Είμαι σίγουρος ότι έχω δίκιο; Έχω όλες τις σχετικές πληροφορίες; Είναι οι πληροφορίες μου μεροληπτικές;»
Η εξάσκηση στην ευγνωμοσύνη και τον αυτο-στοχασμό καλλιεργεί επίσης την ταπεινότητα. Πιο πρακτικά, η έρευνα δείχνει ότι οι ενήλικες που έγραφαν καθημερινές στοχαστικές σκέψεις από την οπτική γωνία ενός τρίτου προσώπου, βγαίνοντας από την εγωκεντρική τους οπτική γωνία, έδειξαν σημαντική αύξηση στην πνευματική ταπεινότητα μετά από μόλις ένα μήνα.
Η Μανκούσο το συνοψίζει: «Αν δεν έχετε επίγνωση ότι μπορεί να κάνετε λάθος, τότε κλείνετε την πόρτα για να πλησιάσετε την αλήθεια».
«Η υπερηφάνεια είναι το εμπόδιο και η ταπεινότητα είναι το μονοπάτι.»
Το παρόν αποτελεί το δέκατο και τελευταίο μίας σειράς άρθρων που δημοσίευσε η Epoch Times με τον τίτλο «Η ιατρική της αρετής». Συνδέσμους για τα προηγούμενα άρθρα, θα βρείτε στο τέλος του παρόντος.
Στην ηλικία των 61 ετών, η Ουρσούλα Ντούσολτ απολαμβάνει μια ήρεμη ζωή στη Γερμανία, έχοντας δίπλα της έναν στοργικό σύζυγο, τρία επιτυχημένα παιδιά και έξι υγιή εγγόνια. Ωστόσο, ο δρόμος προς την ευτυχία και τη γαλήνη δεν ήταν ομαλός. Για δεκαετίες, πάλευε με εξουθενωτικό άγχος και κατάθλιψη.
«Στην πραγματικότητα, δεν είχα τίποτα απολύτως», είπε.
Ως παιδί, από την τρυφερή ηλικία των 2 ετών, η κα Ντούσολτ κακοποιήθηκε από έναν άνδρα – ένα πολύ βαρύ και βαθύ τραύμα για κάθε παιδί. Οι εμπειρίες αυτές της φύτεψαν ασυνείδητα συναισθήματα αδυναμίας και θλίψης, τα οποία βάθυναν στην εφηβεία και μετατράπηκαν σε κατάθλιψη μέχρι την ενηλικίωση. Ένιωθε ότι δεν την εκτιμούσαν, ότι δεν την αγαπούσαν και ότι δεν είχε λόγο να ζει.
Όταν παντρεύτηκε, το αίσθημα της απελπισίας παρέμεινε.
«Ανέπνεα, αλλά δεν ζούσα πραγματικά», είπε. Ωστόσο, συνέχισε από αίσθημα ευθύνης προς τα παιδιά της.
«Στα 44 μου, τα παιδιά μου ήταν έφηβοι και είχα χάσει κάθε ελπίδα και πίστη ότι η κατάστασή μου θα μπορούσε ποτέ να βελτιωθεί», είπε. «Ήθελα απλώς γαλήνη και ανακούφιση από το αβάσταχτο βάρος της ύπαρξής μου», προσθέτει, αναφερόμενη στις αυτοκτονικές σκέψεις που είχε αρχίσει να κάνει.
Πριν προλάβει να δράσει, ο μικρότερος αδελφός της – τον οποίο είχε να δει χρόνια – την επισκέφθηκε από τη Νότιο Αφρική.
«Με κάλεσε σε δείπνο – και αυτό άλλαξε τη ζωή μου.»
Στο δείπνο, ο αδελφός της της έδωσε ένα βιβλίο. Άρχισε να το διαβάζει όταν επέστρεψε σπίτι και σύντομα δεν μπορούσε να σταματήσει.
Ένα ξεχασμένο από καιρό συναίσθημα αναδύθηκε στην καρδιά της: η ελπίδα.
Η εσωτερική και εξωτερική μεταμόρφωση
Το βιβλίο ήταν το «Τζούαν Φάλουν», το κύριο βιβλίο του Φάλουν Γκονγκ, μιας πνευματικής πρακτικής που έχει τις ρίζες της στη βουδιστική παράδοση. Δίνοντας έμφαση στην πνευματική καλλιέργεια μέσω της ενδοσκόπησης, η διδασκαλία του στηρίζεται σε τρεις αρχές: την αλήθεια, την καλοσύνη και την ανεκτικότητα.
Με αυτές τις αρχές ως πυξίδα η κα Ντούσολτ μπορούσε να περιηγηθεί στο εσωτερικό χάος και την αγωνία που βίωνε.
Σύντομα, βίωσε μια βαθιά μεταμόρφωση. Έμαθε να κοιτάζει μέσα της, αφήνοντας να φύγουν τα αρνητικά πράγματα που παρέμεναν στην καρδιά και το μυαλό της, και κατά τη διαδικασία αυτή αποκαλύφθηκε η αληθινή της φύση.
«Στην πραγματικότητα, ο χαρακτήρας μου είναι εκ φύσεως ζωηρός, ενεργητικός και δραστήριος», είπε. «Αλλά ο πόνος [της κατάθλιψης] μού στερούσε αυτά τα χαρακτηριστικά».
Με τον καιρό, έμαθε να βλέπει τα πράγματα με ψυχραιμία, αναπτύσσοντας μια θετική νοοτροπία σε κάθε πτυχή της ζωής της. Καθώς απελευθερώθηκε από το βάρος της απελπισίας, η σωματική της υγεία βελτιώθηκε αξιοσημείωτα. Οι εξουθενωτικοί πόνοι στο πόδι και στο κεφάλι που την ταλαιπωρούσαν για χρόνια – συνεχείς σύντροφοι της ψυχικής της ταλαιπωρίας – εξαφανίστηκαν. Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι οι αυτοκτονικές σκέψεις της χάθηκαν οριστικά.
Ένιωθε πιο δυνατή, κοιμόταν καλύτερα και μπορούσε να αντεπεξέλθει σε περισσότερες δουλειές του σπιτιού. Άρχισε ακόμη και να χαμογελάει ξανά.
(Ευγενική παραχώρηση της Ούρσουλα Ντούσολτ)
Ελπίδα στη θεραπεία
«Η ελπίδα είναι η πεποίθηση ότι το μέλλον σας θα είναι καλύτερο από το παρόν σας και ότι έχετε τη δύναμη να το επιτύχετε», δήλωσε στην Epoch Times ο Τσαν Χέλμαν, διευθυντής του Ερευνητικού Κέντρου Ελπίδας στο Πανεπιστήμιο της Οκλαχόμα.
Ο Χέλμαν δήλωσε ότι στην περίπτωση της Ντούσολτ, η πρωτόγνωρη πνευματικότητα τής έδωσε μια αίσθηση νοήματος, σκοπού και σύνδεσης, επιτρέποντάς της να βρει ένα κομμάτι ελπίδας που δεν είχε νιώσει μάλλον ποτέ. Η νοοτροπία της άλλαξε από απαισιόδοξη και αποφατική σε αισιόδοξη και επιτυχημένη.
«Όλα ξεκινούν με την ελπίδα», δήλωσε ο Χέλμαν.
Το ταξίδι της Ντούσολτ απηχεί έναν αυξανόμενο όγκο ερευνών σχετικά με την επίδραση της ελπίδας στην υγεία.
Ο Χέλμαν επιβεβαίωσε ότι χιλιάδες επιστημονικές μελέτες δείχνουν πλέον ότι η ελπίδα μειώνει τον πόνο και την κατάθλιψη, το άγχος και τον αυτοκτονικό ιδεασμό. Όταν οι άνθρωποι είναι αισιόδοξοι, είναι πιο πιθανό να οραματιστούν και να εργαστούν για ένα καλύτερο μέλλον, γεγονός που μειώνει τα συναισθήματα αδυναμίας και απελπισίας.
Η αλλαγή προοπτικής έχει απτές και σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία. Μελέτη του Χάρβαρντ με σχεδόν 13.000 συμμετέχοντες έδειξε ότι οι άνθρωποι που είχαν ελπίδα παρουσίασαν 43% μείωση της κατάθλιψης, 16% μείωση της συνολικής θνησιμότητας και 12% μείωση του κινδύνου καρκίνου σε σύγκριση με εκείνους που δεν έτρεφαν ελπίδες.
Σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, οι παρεμβάσεις ελπίδας μπορούν να μετριάσουν τους «θανάτους από απελπισία» και να βελτιώσουν τη δημόσια υγεία σε όλους τους πληθυσμούς.
(Γράφημα: The Epoch Times)
Η πνευματική διάσταση της ελπίδας
Η ελπίδα περιγράφεται συχνά ως μια γνωστική διαδικασία που περιλαμβάνει στόχους, μονοπάτια και δύναμη θέλησης. Σύμφωνα με τον Χέλμαν, ο στόχος είναι ο προορισμός σας. Τα μονοπάτια είναι οι διαφορετικές διαδρομές που μπορείτε να ακολουθήσετε, μερικές από τις οποίες μπορεί να απαιτούν παρακάμψεις όταν προκύπτουν εμπόδια. Η δύναμη της θέλησης είναι η πίστη ότι μπορείτε να προχωρήσετε μπροστά, ακόμη και όταν τα πράγματα δυσκολεύουν. Ωστόσο, ο Χέλμαν είπε ότι μπορεί να υπάρχει μια πιο υπερβατική, σχεδόν μυστικιστική ποιότητα στον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η ελπίδα, ειδικά σε περιόδους βαθιάς απόγνωσης.
Ο Έβερετ Γουόρθινγκτον, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Virginia Commonwealth και κορυφαίος ειδικός σε θέματα ελπίδας και συγχώρεσης, δήλωσε ότι η θρησκευτική πίστη και η πνευματικότητα προσφέρουν έναν μοναδικό στόχο και δύναμη θέλησης, καθώς συχνά εστιάζουν σε αιώνια πράγματα, όπως ο Θεός και η μετά θάνατον ζωή. Η έμφαση δεν δίνεται στην επίτευξη κάποιου πρόσκαιρου στόχου, αλλά σε «μια σίγουρη δέσμευση για ευημερία πέρα από το εδώ και τώρα», δήλωσε στην Epoch Times.
Η έρευνα δείχνει ότι η ενασχόληση με θρησκευτικές πρακτικές, όπως η ανάγνωση της Αγίας Γραφής και η παρακολούθηση λατρευτικών υπηρεσιών, μπορεί να εδραιώσει την ελπίδα και να παράσχει ένα θεμέλιο για την ανθεκτικότητα, ανεξάρτητα από το θρησκευτικό δόγμα.
Η πνευματική διάσταση της ελπίδας γίνεται ιδιαίτερα εμφανής σε περιπτώσεις ανίατης ασθένειας. Ο Μάικλ Μπάρρυ, συγγραφέας και πρώην διευθυντής ποιμαντικής φροντίδας στα Κέντρα Θεραπείας Καρκίνου της Αμερικής, έχει γίνει πολλάκις μάρτυρας της δύναμης της ελπίδας κατά τη θεραπευτική διαδικασία.
«Πολλοί από τους ασθενείς μου ήταν σε προχωρημένο στάδιο, συχνά με ελάχιστη ή καθόλου ελπίδα ακόμη και για τη ζωή τους, πόσο μάλλον για ένα καλύτερο μέλλον», δήλωσε στην Epoch Times.
Σύμφωνα με τον Μπάρρυ, «ένα μεγάλο μέρος της ιατρικής καλύπτεται από μυστήριο». Είπε ότι ορισμένοι από τους ασθενείς του που διατήρησαν ζωντανές τις ελπίδες τους είδαν αξιοσημείωτη ύφεση της νόσου. Διηγήθηκε την περίπτωση ενός ενορίτη που διαγνώστηκε με όγκο στη σπονδυλική στήλη. Αφότου ο Μπάρρυ προσευχήθηκε με τον άνδρα, ο ενορίτης βίωσε μια βαθιά αίσθηση ζεστασιάς να περιβάλλει το σώμα του. Την επομένη, πήγε στο γιατρό του και ανακάλυψε ότι ο όγκος είχε εξαφανιστεί – αυτό που η ιατρική επιστήμη θεωρεί «αυθόρμητη ύφεση» ή, πιο λαϊκά, «ιατρικό θαύμα».
«Τόσο εκείνος όσο και εγώ ξέραμε ότι ο Θεός είχε απαντήσει σε μια προσευχή», είπε ο Μπάρρυ. «Η δυστυχία δεν σκότωσε την ελπίδα. Κι ο Θεός βοήθησε.»
Για τον Μπάρρυ, η καλλιέργεια της ελπίδας είναι βαθιά συνυφασμένη με την πνευματικότητα.
«Η ζωή δεν έχει να κάνει με την αποφυγή του πόνου», είπε. «Αντίθετα, έχει να κάνει με την εμπιστοσύνη στον Θεό ότι θα μας παρηγορήσει και θα μας στηρίξει εν μέσω του πόνου και θα μας λυτρώσει, είτε σε αυτή τη ζωή είτε στην επόμενη.»
Βρίσκοντας το φως
Ο Χέλμαν, ο οποίος έχει μελετήσει την ελπίδα για περισσότερα από 15 χρόνια, τόνισε ότι η ελπίδα είναι μια νοοτροπία και μια δεξιότητα που μπορεί να διδαχθεί και να καλλιεργηθεί, όχι ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητας που κάποιοι άνθρωποι έχουν και κάποιοι άλλοι δεν έχουν.
Στην περίπτωση της Ντούσολτ, ο διαλογισμός – μια βασική πτυχή της πνευματικής σχολής που ακολούθησε – έγινε ένα ισχυρό μέσο για την καλλιέργεια της ελπίδας.
«Εν μέσω χάους, είναι δύσκολο να επικεντρωθείς σε μια πορεία προς τα εμπρός», δήλωσε ο Χέλμαν. «Η ενσυνειδητότητα μας επιτρέπει να ηρεμήσουμε προσωρινά το μυαλό μας και να δούμε μέσα από το χάος μια πορεία προς τα εμπρός».
«Η ελπίδα δεν είναι το φως στην άκρη του τούνελ. Ελπίδα είναι να βρίσκεις φως μέσα στο τούνελ.»
Συχνά είναι απλώς θέμα τού να εντοπίσουμε τι είναι υπό τον έλεγχό μας και να θέσουμε εφικτούς στόχους, ανοίγοντας τα μονοπάτια και αναπτύσσοντας τη δράση που συνιστούν την ελπίδα.
Για την Ντούσολτ, αυτό εκδηλώθηκε με μια καθημερινή πρακτική επιβεβαίωσης. Πλέον ξεκινάει κάθε μέρα λέγοντας: «Ό,τι κι αν συμβεί, θα το χειριστώ καλά». Αυτή η απλή υπενθύμιση αντικατοπτρίζει την αποδοχή των αβεβαιοτήτων της ζωής και την αυτοπεποίθησή της όσον αφορά την ικανότητα της να διαχειρίζεται τις δυσκολίες και το απροσδόκητο – την ουσία της ελπίδας στην πράξη.
Η ελπίδα είναι και ένα κοινωνικό δώρο που μπορεί να ληφθεί και να δοθεί, σύμφωνα με τον Χέλμαν. Θυμήθηκε ένα περιστατικό από τη δική του ζωή όταν, ως άστεγος έφηβος, έλαβε μια απλή αλλά βαθιά ενθάρρυνση από έναν δάσκαλο: «Τσαν, θα τα καταφέρεις». Αυτά τα λόγια τού φύτεψαν μια αίσθηση ελπίδας που τον ώθησε να προχωρήσει μέσα από δύσκολες συνθήκες. Η εμπειρία αυτή τού έδειξε ότι η ελπίδα είναι μεταδοτική – μπορεί να καλλιεργηθεί σε άλλους, με την αναγνώριση των δηλώσεών τους για το μέλλον, με ενθάρρυνση και με ιστορίες ανθεκτικότητας και επιμονής.
Τώρα, γιαγιά έξι παιδιών, η Ντούσολτ προσφέρει συχνά εθελοντική εργασία στη γειτονιά της. Αυτή και ο σύζυγός της ταξιδεύουν συχνά και περνούν χρόνο στη φύση. Έχει επίσης αναπτύξει το χόμπι της φωτογράφησης της φύσης, το οποίο της έχει διδάξει περαιτέρω υπομονή και ενσυνειδητότητα.
«Ξεκίνησα την αληθινή μου ζωή στην ηλικία των 44 ετών», είπε. «Τότε άρχισα να βιώνω πραγματικά την ύπαρξή μου και το τι περιλαμβάνει η ζωή.»
Σημείωση του συγγραφέα: Σήμερα, αντιμετωπίζουμε πρωτοφανείς προκλήσεις στην κοινωνία, την ιατρική και το εργασιακό πεδίο. Το παραπάνω άρθρο αποτελεί σύνθεση εμπειριών συναδέλφων μας και άλλων επαγγελματιών του ιατρικού κλάδου. Οι προκλήσεις και οι ανταμοιβές που παρουσιάζονται σε αυτήν είναι πραγματικές. Προστιθέμενα στις αυξανόμενες υποχρεώσεις, τις εξελίξεις της κοινωνίας και τις απαιτήσεις από τον εαυτό τους, τα ηθικά διλήμματα και τα ζητήματα αυθεντικότητας επιβαρύνουν και δοκιμάζουν περαιτέρω τον σύγχρονο άνθρωπο. Πιστεύουμε ότι η αλήθεια θα σας απελευθερώσει πραγματικά!
Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο αποτελούν απόψεις του συγγραφέα και δεν αντανακλούν απαραίτητα τις απόψεις της Epoch Times.
Φανταστείτε δύο εγκεφάλους: ο ένας βουίζει από δραστηριότητα, με συνδέσεις να πυροδοτούνται σε διάφορες περιοχές σαν σε συγχρονισμένο νευρωνικό χορό. Ο άλλος παρουσιάζει μόνο διάσπαρτες αναλαμπές – απομονωμένες νησίδες ηλεκτρικής ενεργοποίησης.
Και οι δύο ανήκουν σε φοιτητές πανεπιστημίου που κάθονται στην ίδια διάλεξη και προσπαθούν να συλλάβουν τις ίδιες ιδέες. Η διαφορά μεταξύ τους δεν είναι η νοημοσύνη, η διάρκεια της προσοχής ή το ενδιαφέρον για το θέμα – αλλά τα εργαλεία που κρατούν στα χέρια τους.
Ο ένας κρατάει ένα στυλό κι ένα τετράδιο, ενώ τα δάχτυλα του άλλου αιωρούνται πάνω από το πληκτρολόγιο ενός φορητού υπολογιστή.
Αυτή η νευρωνική αντίθεση, που παρουσιάζεται σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Psychology, είναι ένα μόνο κομμάτι των αυξανόμενων στοιχείων που υποδηλώνουν ότι η τάση μας προς την ψηφιακή ευκολία μπορεί να ενέχει σημαντικό γνωστικό κόστος. Από τα εργαστήρια των νευροεπιστημών μέχρι τις αίθουσες διδασκαλίας, οι έρευνες που συγκρίνουν τα παραδοσιακά και τα ψηφιακά εργαλεία μάθησης, διαπιστώνουν ότι τα στυλό δεν είναι ακόμη παρωχημένα.
Ο αργός κερδίζει τον αγώνα
Ήδη από το 1979, μελέτες κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι η τήρηση σημειώσεων είχε πολύ καλύτερο αντίκτυπο στη μάθηση και τη μνήμη από την απλή παθητική ακρόαση – το στυλό ήταν αναμφίβολα πανίσχυρο. Ωστόσο, με μια πληθώρα βολικών ψηφιακών εργαλείων στη διάθεσή μας, εξακολουθεί το στυλό να υπερέχει;
Σε μια σημαντική μελέτητου 2014, με τίτλο «Η πένα είναι ισχυρότερη από το πληκτρολόγιο», οι ερευνητές Παμ Μιούλλερ και Ντάνιελ Όππενχάιμερ διεξήγαγαν τρία πειράματα για να συγκρίνουν τις χειρόγραφες με τις δακτυλογραφημένες σημειώσεις.
Στη μελέτη Α, προπτυχιακοί φοιτητές του Πανεπιστημίου Πρίνστον παρακολούθησαν ομιλίες TED ενώ κρατούσαν σημειώσεις είτε με το χέρι είτε σε φορητούς υπολογιστές.
Όταν εξετάστηκαν στη συνέχεια, οι μαθητές που κρατούσαν χειρόγραφες σημειώσεις πέτυχαν 12 έως 20% υψηλότερη βαθμολογία στις ερωτήσεις εννοιολογικής κατανόησης – αν και οι δύο ομάδες είχαν παρόμοιες επιδόσεις στην ανάκληση γεγονότων.
Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι λόγω της ευκολίας της πληκτρολόγησης, οι χρήστες φορητών υπολογιστών είχαν την τάση να μεταγράφουν τις διαλέξεις λέξη προς λέξη, ενώ όσοι έγραφαν με στυλό έπρεπε να επεξεργάζονται και να συνοψίζουν τις πληροφορίες.
«Η μεταγραφή λέξη προς λέξη δεν απαιτεί βαθιά σκέψη», δήλωσε ο Όππενχάιμερ στην Epoch Times. Με το στυλό, αυτό που φαίνεται σαν μειονέκτημα – η μικρή ταχύτητα – στην πραγματικότητα γίνεται πλεονέκτημα, απαιτώντας πραγματική εννοιολογική κατανόηση πριν χύσετε μελάνι.
Στη μελέτη Β, οι χρήστες φορητών υπολογιστών έλαβαν ρητή οδηγία να μην κρατούν αυτολεξεί σημειώσεις. Παρά τις οδηγίες, οι χρήστες φορητών υπολογιστών εξακολουθούσαν να μεταγράφουν περισσότερο περιεχόμενο λέξη προς λέξη, οδηγώντας και πάλι σε χαμηλότερες επιδόσεις.
Εν τω μεταξύ, στη μελέτη Γ δόθηκε χρόνος και στις δύο ομάδες μαθητών να αναθεωρήσουν τις σημειώσεις τους πριν από την εξέταση για να διαπιστωθεί αν η αναθεώρηση θα μπορούσε να αντισταθμίσει τα μειονεκτήματα που παρατηρήθηκαν κατά την καταγραφή σημειώσεων με φορητό υπολογιστή. Ωστόσο, ακόμη και όταν δόθηκε χρόνος για επανεξέταση, όσοι χρησιμοποίησαν στυλό σημείωσαν σταθερά καλύτερες επιδόσεις από τους χρήστες φορητών υπολογιστών.
(Γράφημα: The Epoch Times)
«Σίγουρα, δεν υπάρχει πανάκεια, ακόμα και στην καταγραφή σημειώσεων», δήλωσε ο Όππενχάιμερ, αναγνωρίζοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, η γρήγορη καταγραφή σημειώσεων μπορεί να είναι επωφελής, ενώ σε άλλες, ιδιαίτερα όταν εμπλέκονται αφηρημένες έννοιες, γραφικά ή εξισώσεις, η πληκτρολόγηση μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματική.
Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο
Όταν η εργασία του Όππενχάιμερ δημοσιεύτηκε το 2014, τράβηξε την προσοχή των Νορβηγών ερευνητών Αντρέα βαν ντερ Μέερ και του συζύγου της, Φρεντερίκους Ρουντ βαν ντερ Βέελ.
Ως νευροεπιστήμονες, ήταν φυσικό να είναι περίεργοι για τους υποκείμενους μηχανισμούς. «Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν οι άνθρωποι γράφουν με το χέρι και τι όταν πληκτρολογούν;»
Αυτό το ερώτημα τούς οδήγησε στη διεξαγωγή πειραμάτων, τα οποία δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 2017 στο Frontiers in Psychology.
«Αρχικά δεν περιμέναμε να δούμε διαφορά», αφηγείται η βαν ντερ Μέερ στην Epoch Times.
Ο σκεπτικισμός ήταν εύλογος και προσέφερε έναν πιθανό αντίλογο στα ευρήματα του Όππενχάιμερ. Τι θα συνέβαινε αν τα οφέλη της γραφής δεν ήταν καθόλου νευρολογικά, αλλά απλώς περιστασιακά;
Εξάλλου, σε σύγκριση με όσους γράφουν με το χέρι, είναι πολύ πιο πιθανό να αποσπάται η προσοχή όσων πληκτρολογούν. Μελέτες δείχνουν ότι οι προπτυχιακοί φοιτητές ξοδεύουν περίπου το μισό έως τα δύο τρίτα του χρόνου τους στην τάξη απασχολούμενοι με άλλα θέματα, όταν χρησιμοποιούν φορητούς υπολογιστές, με αποτέλεσμα να έχουν χειρότερες επιδόσεις. Επιπλέον, αυτή η τεχνολογική απόσπαση της προσοχής δεν είναι μόνο προσωπική – είναι ακούσια μεταδοτική. Έρευναπου δημοσιεύθηκε στο Computers & Education διαπίστωσε ότι οι μαθητές που απλά κάθονταν πίσω από τους συμμαθητές τους που έκαναν πολλές εργασίες παράλληλα σε φορητούς υπολογιστές σημείωσαν 17% χαμηλότερη βαθμολογία στα τεστ σε σύγκριση με εκείνους που κάθονταν πίσω από συμμαθητές τους χωρίς συσκευές.
Για να διαπιστωθεί αν η γραφή με το χέρι παρείχε πράγματι ένα νευρολογικό πλεονέκτημα, η βαν ντερ Μέερ χρησιμοποίησε ένα ‘σκουφάκι’ ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος (ΗΕΓ) υψηλής πυκνότητας, εξοπλισμένο με 256 ηλεκτρόδια, για τη μέτρηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας. Το ΗΕΓ μετρά τα ηλεκτρικά σήματα που παράγονται όταν τα εγκεφαλικά κύτταρα επικοινωνούν, επιτρέποντας στους ερευνητές να παρατηρήσουν ποια νευρωνικά δίκτυα ενεργοποιούνται κατά τη διάρκεια διαφορετικών εργασιών και πώς οι περιοχές αυτές συντονίζουν τη δραστηριότητά τους.
Στο πείραμα, προβάλλονταν στους φοιτητές εικόνες, όπως π.χ. το εικονίδιο μιας ομπρέλας. Εκείνοι έπρεπε να τη γράψουν αρχικά με το χέρι και στη συνέχεια να την πληκτρολογήσουν.
Πειραματικός σχεδιασμός. (Γράφημα: The Epoch Times, Shutterstock. Ευγενική παραχώρηση του Νορβηγικού Πανεπιστημίου Επιστήμης και Τεχνολογίας )
«Τελικά διαπιστώσαμε ότι ο εγκέφαλος λειτουργεί εντελώς διαφορετικά όταν χρησιμοποιούμε το χέρι μας για να σχεδιάσουμε ή να γράψουμε, από όταν χρησιμοποιούμε το πληκτρολόγιο», λέει η βαν ντερ Μέερ.
Το γράψιμο με το χέρι διεγείρει ευρεία, συγχρονισμένη εγκεφαλική δραστηριότητα σε περιοχές που συνδέονται με τη μνήμη και τη μάθηση, ενώ η δακτυλογράφηση παράγει σημαντικά ασθενέστερα μοτίβα νευρικής εμπλοκής.
Πιο συγκεκριμένα, οι μαθητές που έγραφαν με το χέρι παρουσίασαν διασυνδεδεμένες ταλαντώσεις χαμηλής συχνότητας θήτα και άλφα σε ολόκληρο τον εγκέφαλο – συνδέσεις που απουσίαζαν σημαντικά κατά τη διάρκεια της δακτυλογράφησης. Αυτές οι χαμηλές συχνότητες παίζουν χαρακτηριστικές γνωστικές λειτουργίες: τα κύματα θήτα βοηθούν στην επεξεργασία νέων πληροφοριών και υποστηρίζουν τη μνήμη εργασίας, ενώ τα κύματα άλφα βοηθούν στον σχηματισμό της μακροπρόθεσμης μνήμης.
Γράφημα εγκεφάλου που δείχνει τις εκτεταμένες συνδέσεις που σχηματίζονται κατά τη διάρκεια του γραψίματος με το χέρι. Οι ροζ γραμμές δείχνουν τις συνδέσεις των κυμάτων θήτα και οι μπλε γραμμές τις συνδέσεις των κυμάτων άλφα. Οι συνεχείς γραμμές αντιπροσωπεύουν τις ισχυρότερες συνδέσεις, ενώ οι διάσπαρτες και οι διακεκομμένες γραμμές δείχνουν προοδευτικά ασθενέστερες (αλλά και πάλι σημαντικές) συνδέσεις. Αυτά τα εκτεταμένα δίκτυα συνδέσεων εμφανίζονται όταν γράφουμε με το χέρι, αλλά όχι όταν δακτυλογραφούμε. (Γράφημα: The Epoch Times, Shutterstock. Ευγενική παραχώρηση του Νορβηγικού Πανεπιστημίου Επιστήμης και Τεχνολογίας )
Η βαν ντερ Μέερ εξήγησε ότι ο ακριβής συντονισμός της λεπτής κινητικότητας που απαιτείται για το γράψιμο με το χέρι ενεργοποιεί πιο σύνθετες, πολυαισθητηριακές νευρικές οδούς, δημιουργώντας ισχυρότερα αποτυπώματα μνήμης. Αντίθετα, οι απλές κινητικές ενέργειες της πληκτρολόγησης, της κύλισης ή του πατήματος αποτυγχάνουν να ενεργοποιήσουν αυτά τα νευρωνικά δίκτυα, με αποτέλεσμα την ασθενέστερη διατήρηση.«Είναι δελεαστικό να πληκτρολογείτε όλα όσα λέει ένας λέκτορας, αλλά πληκτρολογείτε κυριολεκτικά στα τυφλά», δήλωσε η ίδια. «Οι πληροφορίες εισέρχονται από τα αυτιά και εξέρχονται από τα δάχτυλά σας, χωρίς να τις έχετε επεξεργαστεί καθόλου.»
Ο γραφικός χαρακτήρας δημιουργεί ένα μοναδικό γνωστικό αποτύπωμα. «Αν χάσετε το μάθημα και δανειστείτε τις σημειώσεις ενός συμμαθητή σας, δεν βγάζουν εύκολα νόημα, επειδή είναι εξατομικευμένες ως προς εκείνον», επεσήμανε.
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα ευρήματά της σχετικά με τις ισχυρές επιδράσεις της χειρόγραφης γραφής στην εγκεφαλική διέγερση σε νεότερους ενήλικες, η βαν ντερ Μέιερ πιστεύει ότι τα οφέλη αυτά μπορεί να επεκταθούν και σε ηλικιωμένους πληθυσμούς. Επί του παρόντος διερευνά κατά πόσον η τήρηση ενός χειρόγραφου ημερολογίου μπορεί να συμβάλει στην προστασία από τη γνωστική εξασθένηση σε ηλικιωμένους.
Πιστεύει ότι εφόσον η γραφή ωφελεί τη γνωστική λειτουργία, η παραμέληση αυτών των νευρικών οδών θα μπορούσε να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα, επιταχύνοντας ενδεχομένως τη γνωστική παρακμή.
«Ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί την αρχή: ή το χρησιμοποιείς ή το χάνεις. Φοβάμαι ότι μακροπρόθεσμα, ο εγκέφαλός μας μπορεί να συρρικνωθεί αν δεν τον χρησιμοποιούμε σωστά», δήλωσε η βαν ντερ Μέερ.
Η συμβουλή της; «Πάρτε ένα στυλό όσο πιο συχνά μπορείτε κατά τη διάρκεια της ημέρας» και «να έχετε μολύβια, κραγιόνια, στυλό και χαρτί διαθέσιμα για τα παιδιά». Τόνισε ότι ο γραφικός χαρακτήρας είναι ιδιαίτερα σημαντικός για τα παιδιά καθώς αναπτύσσουν τη νευρολογική τους υποδομή.
Στοιχεία που υποστηρίζουν τη συμβουλή της εμφανίζονται σε μελέτες για όλες τις ηλικιακές ομάδες. Μελέτη με παιδιά προσχολικής ηλικίας 5-6 ετών έβαλε τα παιδιά να μάθουν οκτώ γερμανικά γράμματα είτε γράφοντάς τα με το χέρι είτε πληκτρολογώντας τα σε πληκτρολόγιο. Σε μεταγενέστερα τεστ ανάγνωσης λέξεων, γραφής και αναγνώρισης γραμμάτων, η ομάδα που έγραφε με το χέρι είχε σταθερά καλύτερες επιδόσεις από την ομάδα που δακτυλογραφούσε, σε όλες τις μετρήσεις, σημειώνοντας σημαντικά υψηλότερη βαθμολογία.
Τα οφέλη αυτά επεκτείνονται και στη μάθηση ενηλίκων. Σε μελέτη του 2021 στο Psychological Science, οι ενήλικες που μάθαιναν αραβικά και εξασκούνταν με το χέρι όχι μόνο κατέκτησαν τις λέξεις γρηγορότερα, αλλά ήταν πολύ καλύτεροι στην ανάγνωση και την ορθογραφία – παρά το γεγονός ότι δεν είχαν εξασκηθεί ειδικά σε αυτές τις δεξιότητες.
Η συνήθεια των μαθητών με τις καλύτερες επιδόσεις
Μετά τη μελέτη των Μιούλλερ και Όππενχάιμερ, οι μεταγενέστερες έρευνες παρήγαγαν ανάμεικτα αποτελέσματα. Μια μελέτη του 2021 με τίτλο «Μην ξεφορτωθείτε ακόμη το λάπτοπ» αμφισβήτησε ακόμη και τα συμπεράσματα: «Στο σύνολό τους, τα αποτελέσματα δεν υποστηρίζουν την ιδέα ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις βελτιώνουν την άμεση μάθηση μέσω της καλύτερης κωδικοποίησης των πληροφοριών».
Ωστόσο, μια πρόσφατη μετα-ανάλυσητου 2024 του Αβραάμ Φλάνιγκαν και των συνεργατών του, εξέτασε 24 μελέτες με περισσότερους από 3.000 συμμετέχοντες και διαπίστωσε μια σαφή υπεροχή των χειρόγραφων σημειώσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ανεξάρτητα από το μαθησιακό υλικό, «η γραφή [είναι] ακόμα ο πρωταθλητής», δήλωσε ο Φλάνιγκαν στην Epoch Times.
Η ανάλυση έδειξε ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις είχαν σημαντικό πλεονέκτημα: σχεδόν το 40% των φοιτητών που έγραψαν τις σημειώσεις τους, πέτυχαν βαθμούς Α ή Β, σε σύγκριση με μόλις το 30% των φοιτητών που τις δακτυλογράφησαν.
Για να δείξει τον αντίκτυπο στον πραγματικό κόσμο, ο κος Φλάνιγκαν μοιράστηκε μια ιστορία για μία εξαιρετική φοιτήτρια, που ήταν πολύ επιμελής: ερχόταν νωρίς, καθόταν μπροστά και υπέβαλε τις εργασίες στην ώρα τους.
Ο κος Φλάνιγκαν παρατήρησε ότι πάντα δακτυλογραφούσε τις σημειώσεις της κατά τη διάρκεια του μαθήματος. «Δακτυλογραφούσε τόσο γρήγορα που πιθανότατα να έκανε μια θαυμάσια καριέρα ως γραμματέας δικαστηρίου», είπε. Ωστόσο, κάποια στιγμή τον πλησίασε με ένα πρόβλημα που δεν μπορούσε να λύσει: δεν συγκρατούσε τίποτα από τις διαλέξεις.
«Όσο προσεκτικά κι αν παρακολουθούσε, μόλις τελείωνε το μάθημα οι πληροφορίες είχαν περάσει από το ένα αυτί και είχαν βγει από το άλλο, παρόλο που είχε καταγράψει άφθονες σημειώσεις στον φορητό της υπολογιστή», αφηγείται ο κος Φλάνιγκαν.
Της πρότεινε μια απλή αλλαγή: να στραφεί στις χειρόγραφες σημειώσεις. Όταν το έκανε, διαπίστωσε ότι πρόσεχε περισσότερο, επεξεργαζόταν τις πληροφορίες πιο συνειδητά και έφευγε από κάθε διάλεξη έχοντας κατανόηση της ύλης.
Το γλυκόπικρο τίμημα της μάθησης
Ο Αριστοτέλης είχε πει: «Οι ρίζες της εκπαίδευσης είναι πικρές, αλλά ο καρπός είναι γλυκός». Αυτή η παροιμία αντικατοπτρίζει την αρχή: «Χωρίς απώλεια, κανένα κέρδος».
Όσο δελεαστικά και αν φαίνονται τα νέα εργαλεία – από τις συσκευές σημειώσεων μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη – επιταχύνοντας ή να αυξάνοντας την παραγωγικότητα, «η ευκολία δεν ενισχύει πάντα τη μάθηση», δήλωσε ο κος Φλάνιγκαν.
Σύμφωνα με τον Όππενχάιμερ, «η γραφή υποστηρίζει το είδος της βαθιάς σκέψης που βοηθάει στη μάθηση» – αλλά δεν είναι ο μόνος τρόπος.
Προτείνει να αναζητούν άνθρωποι «επιθυμητές δυσκολίες» στη μάθηση – όπου τα άτομα αναγκάζονται να ασχοληθούν σοβαρά με το υλικό. Αυτό περιλαμβάνει την αναδιαμόρφωση των πληροφοριών με δικά σας λόγια ή τη συζήτηση όσων έχετε μάθει με άλλους. «Οι περισσότεροι άνθρωποι αποφεύγουν αυτές τις διαδικασίες επειδή είναι πιο δύσκολες και τείνουμε να προτιμούμε την ευκολία από τη δυσκολία – αλλά το να σκεφτόμαστε περισσότερο είναι συνήθως καλό για τη μάθηση», είπε.
Είναι ενδιαφέρον ότι ακόμη και το είδος της γραφής έχει σημασία. Μια μελέτη στο Περιοδικό για τη Νόσο Αλτσχάιμερ διαπίστωσε ότι οι ηλικιωμένοι, με ήπια γνωστική εξασθένιση που ασχολήθηκαν με την κινεζική καλλιγραφία – επίσημη, δουλεμένη και πειθαρχημένη γραφή – για οκτώ εβδομάδες παρουσίασαν βελτιώσεις στη μνήμη εργασίας και στον έλεγχο της προσοχής.
Οι συμμετέχοντες που ασχολήθηκαν με την καλλιγραφία παρουσίασαν πάνω από 30% βελτίωση στις εργασίες της μνήμης εργασίας σε σύγκριση με μόλις 11,8 % της ομάδα iPad, που δεν ασχολήθηκε με την καλλιγραφία. Τα οφέλη της καλλιγραφίας ήταν παρόντα μέχρι και έξι μήνες μετά το τέλος της εξάσκησης, γεγονός που υποδηλώνει μακροχρόνιες γνωστικές βελτιώσεις. (Γράφημα: The Epoch Times)
Όπως και η δακτυλογράφηση, τα ψηφιακά μέσα – όπως τα ηλεκτρονικά βιβλία – φαίνονται βολικά, αλλά έχουν επίσης ένα μεγάλο κόστος: τη μειωμένη κατανόηση.Επομένως, το περισσότερο δεν είναι πάντα καλύτερο, σύμφωνα με τη Ναταλία Κουτσίρκοβα, καθηγήτρια ανάγνωσης και ανάπτυξης κατά την πρώιμη παιδική ηλικία στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο.
Η Κουτσίρκοβα δήλωσε στην Epoch Times ότι αν και τα ψηφιακά μέσα έχουν τα πλεονεκτήματά τους, η προσπάθεια για περισσότερο περιεχόμενο, προσβασιμότητα και αλληλεπίδραση οδηγεί συχνά σε αναπόφευκτη απώλεια στο πεδίο της μάθησης.Έτσι, ακόμη και αν η τεχνολογία μάς ωθεί προς τα εμπρός, αυτά τα φαινομενικά αρχαϊκά εργαλεία – στυλό και χαρτί – διαμορφώνουν θεμελιωδώς τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά και οι ενήλικες μαθαίνουν να διαβάζουν, να γράφουν και να σκέπτονται.
Η βαν ντερ Μέερ θρηνεί ότι οι δάσκαλοι συναντούν σήμερα μαθητές της πρώτης τάξης που μόλις και μετά βίας ξέρουν πώς να κρατούν ένα μολύβι. «Είναι τόσο κρίμα», λέει.Η βαν ντερ Μέερ ελπίζει ότι οι μελλοντικές γενιές θα ανακαλύψουν ξανά την αξία της γραφής – μέσα από ποιήματα, ερωτικές επιστολές ή ακόμη και απλές λίστες με ψώνια.
Μας θυμίζει ότι, παραδοσιακά, ο γραφικός χαρακτήρας έχει διαποτιστεί με προσωπικότητα και ατομική ταυτότητα.
«Δεν είναι απλώς μια δεξιότητα», λέει. «Ο γραφικός χαρακτήρας είναι μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς – είναι μέρος του να είσαι άνθρωπος.»
Το παρόν αποτελεί το ένατο μέρος μίας σειράς δέκα άρθρων που δημοσίευσε η Epoch Times με τον τίτλο «Η ιατρική της αρετής». Συνδέσμους για όλα τα άρθρα της σειράς, θα βρείτε στο τέλος του παρόντος.
Ο Δρ Έμπεν Αλεξάντερ βρισκόταν στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, σε βαθύ κώμα, με τον εγκέφαλο κατεστραμμένο από βακτηριακή μηνιγγίτιδα και πιθανότητες επιβίωσης 2%.
Για τις επόμενες επτά ημέρες, ο εγκέφαλός του δεν παρουσίαζε καμία δραστηριότητα. Σύμφωνα με τα ιατρικά πρότυπα, ο Δρ Αλεξάντερ, ένας διακεκριμένος απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής Duke και νευροχειρουργός του Χάρβαρντ, δεν θα έπρεπε να είχε επιστρέψει. Και όμως, όχι μόνο επέζησε, αλλά και βγήκε από το κώμα με μια ιστορία που θα άλλαζε τη ζωή του και θα επέκτεινε τις επιστημονικές θεωρήσεις.
Ενώ βρισκόταν σε κώμα, εγκατέλειψε το σώμα του και είδε τον εαυτό του να αιωρείται πάνω από ένα τοπίο με έντονο φως και χρώμα – ένα φαινόμενο που αναφέρεται ως επιθανάτια εμπειρία στην ιατρική βιβλιογραφία.
Κατά τη διάρκεια της εμπειρίας του, συνάντησε μια λαμπερή γυναίκα που του μετέφερε ένα μήνυμα που δεν θα ξεχάσει ποτέ: «Αγαπιέσαι βαθιά και σε λατρεύουν παντοτινά. Δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι. Σε φροντίζουν και με το παραπάνω.»
Ο Δρ Αλεξάντερ πιστεύει ότι η επιβίωσή του δεν ήταν απλώς θέμα τύχης. Η αγάπη, λέει, ήταν η δύναμη που τον τράβηξε πίσω από το χείλος του θανάτου.
Μπορεί όμως η αγάπη να έχει πραγματικά δύναμη πάνω στη ζωή, την υγεία και τον θάνατο;
Ένα φάρμακο πέρα από αυτόν τον κόσμο
Η ζωή του Δρος Αλεξάντερ ήταν θαυμάσια σύμφωνα με τα περισσότερα κριτήρια. Ήταν ένας επιτυχημένος νευροχειρουργός με 15 χρόνια ως μέλος του διδακτικού προσωπικού της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ, περισσότερες από 150 επιστημονικές δημοσιεύσεις και διορισμούς σε φημισμένα ιδρύματα.
Ωστόσο, η αστραφτερή επιφάνεια κάλυπτε ένα σιωπηλό δράμα. Καθώς είχε υιοθετηθεί κατά τη γέννησή του, τον στοίχειωνε μια βασανιστική αίσθηση εγκατάλειψης, παρόλο που οι θετοί του γονείς τον αγαπούσαν βαθιά και τον φρόντιζαν.
«Είχα αυτή την υποσυνείδητη πεποίθηση ότι ίσως δεν μου άξιζε καν να υπάρχω – ότι ίσως δεν μου άξιζε η αγάπη από τη στιγμή που η ίδια μου η μητέρα με είχε παραδώσει», δήλωσε στην Epoch Times.
Θυμήθηκε ότι κατά τη διάρκεια της επιθανάτιας εμπειρίας του, ένιωσε ένα συγκλονιστικό συναίσθημα «τεράστιας αγάπης» – καθαρή, άνευ όρων και απόλυτη. Αυτή η αγάπη θεράπευσε τα βαθύτερα σημάδια του παρελθόντος του και του μετέφερε το μήνυμα ότι «η αγάπη είναι η απόλυτη δημιουργική δύναμη στο σύμπαν».
Η ευθυγράμμιση με αυτή τη δύναμη, είπε, μπορεί να οδηγήσει στην «ολότητα και τη θεραπεία».
Η αγάπη στο μικροσκόπιο
Ενώ η εμπειρία του Δρος Αλεξάντερ είναι εξαιρετική, δεν είναι μεμονωμένη. Η επιστήμη συνεχίζει να αναπτύσσει μια όλο και πιο λεπτή και ολοκληρωμένη κατανόηση της αγάπης και των επιπτώσεών της στο σώμα.
Σε ένα πρωτοποριακό πείραμα που δημοσιεύθηκε στο JAMA Psychiatry, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα ζευγάρια με θερμές και στοργικές αλληλεπιδράσεις επουλώθηκαν κατά 40% ταχύτερα από μικρές πληγές με φουσκάλες σε σχέση με εκείνα που διαφωνούσαν ή έτρεφαν εχθρότητα ο ένας για τον άλλον.
Η μελέτη υποδηλώνει ότι οι θετικές συναισθηματικές καταστάσεις που δημιουργούνται από τις σχέσεις αγάπης ενεργοποιούν το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα, που συχνά αποκαλείται σύστημα «ανάπαυσης και πέψης», το οποίο μειώνει τη φλεγμονή και επιταχύνει την κυτταρική αποκατάσταση. Αντίθετα, οι εχθρικές σχέσεις ανέστειλαν την επούλωση κατά 60%, πιθανότατα λόγω των αυξημένων ορμονών του στρες, όπως η κορτιζόλη.
Σε ένα πρωτοποριακό πείραμα του 2005, τα τραύματα ανθρώπων (όπως μικρές πληγές με φουσκάλες) που είχαν θερμές και στοργικές αλληλεπιδράσεις με τον/τη σύντροφό τους επουλώθηκαν κατά 40% γρηγορότερα σε σχέση με εκείνα ανθρώπων που διαφωνούσαν ή είχαν γενικά εχθρικές σχέσεις. (Γράφημα: The Epoch Times)
Η Δρ Σύνθια Τάικ, καρδιολόγος με σπουδές στο Χάρβαρντ και ιατρική διευθύντρια του Holistic Healing Heart Center, δήλωσε στους Epoch Times ότι η αγάπη θεραπεύει σε βιοχημικό επίπεδο απελευθερώνοντας την ωκυτοκίνη, ένα νευροπεπτίδιο που συχνά αποκαλείται ορμόνη «ευεξίας» ή «αγάπης». Σύμφωνα με την Τάικ, η ορμόνη αυτή μειώνει το στρες και βελτιώνει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Η αγάπη μειώνει με φυσικό τρόπο τα συναισθήματα του πόνου. Μελέτη του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ εξέθεσε μια ομάδα συμμετεχόντων σε μέτρια επίπεδα θερμικού πόνου, ενώ τους έδειχνε φωτογραφίες των ρομαντικών τους συντρόφων. Η ομάδα αυτή ανέφερε σημαντικά χαμηλότερο πόνο από εκείνους που είτε τους έδειχναν μια φωτογραφία ενός απλού γνωστού είτε τους πρότειναν να κατευθύνουν τη σκέψη τους σε συγκεκριμένα πράγματα για αντιπερισπασμό – όπως «σκέψου όσο το δυνατόν περισσότερα αθλήματα που δεν χρησιμοποιούν μπάλα».
Το κάλεσμα της καρδιάς
Η καρδιά αναγνωρίζεται παγκοσμίως ως σύμβολο της αγάπης, και όπως είναι λογικό, η αγάπη επηρεάζει σημαντικά την ίδια την καρδιά.
Μελέτη που υπέβαλε σε 10.000 άνδρες την ερώτηση «Σας δείχνει η σύζυγός σας την αγάπη της;» διαπίστωσε ότι όσοι απάντησαν «ναι» είχαν 50% χαμηλότερο ποσοστό στηθάγχης ή πόνων στο στήθος, ακόμα και άνδρες με παράγοντες υψηλού κινδύνου, όπως η υψηλή χοληστερόλη και ο διαβήτης.
Σε 10.000 άνδρες που συμμετείχαν σε μελέτη τέθηκε η ερώτηση «Σας δείχνει η γυναίκα σας την αγάπη της;» και διαπιστώθηκε ότι όσοι απάντησαν «ναι» είχαν 50% χαμηλότερο ποσοστό στηθάγχης. (Γράφημα: The Epoch Times)
«Η αγάπη θεραπεύει την καρδιά και εμπνέει ειρήνη, αρμονία και ηρεμία», δήλωσε η Τάικ, η οποία προσεγγίζει την υγεία της καρδιάς ολιστικά. Για μία υγιή καρδιά, πρέπει να φροντίζουμε να την τροφοδοτούμε με θετικά συναισθήματα.
Πράγματι, η αγάπη επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η καρδιά σας. Μελέτη του Μπροξ Γκαμπ, προικισμένου καθηγητή δημόσιας υγείας στο Falk College του Πανεπιστημίου των Συρακουσών, έδειξε ότι όταν οι άνθρωποι βρίσκονταν κοντά στους συζύγους ή τους συντρόφους τους, η αρτηριακή τους πίεση μειωνόταν. Είναι ενδιαφέρον ότι ακόμη και σε περιπτώσεις που η σχέση δεν ήταν ιδιαίτερα ευτυχισμένη, η αρτηριακή πίεση εξακολουθούσε να μειώνεται.
«Ένα από τα πιο σημαντικά συστατικά της αγάπης είναι η εμπιστοσύνη και η ασφάλεια», δήλωσε ο Γκαμπ στους Epoch Times. Οι έρευνες του ίδιου και άλλων δείχνουν ότι οι άνθρωποι αφήνουν τις άμυνές τους όταν βρίσκονται κοντά σε κάποιον που τους εμπνέει συναισθήματα άνεσης και ασφάλειας. Αυτή η μειωμένη επαγρύπνηση σημαίνει ότι οι άνθρωποι δεν αντιδρούν έντονα όταν εμφανίζονται στρεσογόνοι παράγοντες – όπως όταν χτυπάει μια πόρτα, λαμβάνονται άσχημα νέα ή συμβαίνει κάτι δυσάρεστο. Αυτή η ρυθμιστική ποιότητα οδηγεί σε καλύτερη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και λιγότερες καρδιακές νόσους, δήλωσε ο Γκαμπ.
Απουσίᾳ της αγάπης
Όσο ανακουφιστική και θεραπευτική είναι η ύπαρξη της αγάπης τόσο οδυνηρή είναι η απουσία της – ακόμη και καταστροφική.
Το 2005, μια ομάδα ερευνητών γιατρών από το Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς συνέταξε μια μελέτη σχετικά με μια καρδιακή πάθηση γνωστή ως καρδιομυοπάθεια που προκαλείται από το στρες, γνωστή και ως σύνδρομο ραγισμένης καρδιάς – ένα παρατσούκλι για το οποίο οι επαγγελματίες της ιατρικής δεν έχουν αντίρρηση.
Η καρδιομυοπάθεια που προκαλείται από το στρες εμφανίζεται όταν οι άνθρωποι – κυρίως γυναίκες ηλικίας άνω των 65 ετών – υποστούν ξαφνικό οξύ συναισθηματικό στρες. Αυτό μπορεί να προκληθεί από τνο θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, τη διάλυση μιας σχέσης ή κάποιο άλλο οδυνηρό γεγονός.
Η έρευνα αποκαλύπτει ότι αυτές οι «ραγισμένες καρδιές» συχνά εμφανίζουν αυξημένη και διογκωμένη αριστερή κοιλία. Αν και η κατάσταση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε δυσμενή αποτελέσματα, ακόμη και θανατηφόρα, είναι συνήθως αναστρέψιμη με την κατάλληλη φροντίδα, καθώς ο προσβεβλημένος καρδιακός μυς παραμένει βιώσιμος και ικανός για ανάκαμψη.
Οι πίνακες Α και Β δείχνουν ότι κατά τη διάρκεια του συνδρόμου ραγισμένης καρδιάς, τμήματα της καρδιάς σταματούν να συστέλλονται, αλλά παραμένουν βιώσιμα. Ο πίνακας Γ επιβεβαιώνει ότι ο καρδιακός μυς σε αυτές τις περιοχές είναι υγιής και μπορεί να ανακάμψει. Ο πίνακας Δ, για λόγους σύγκρισης, καταδεικνύει μόνιμη βλάβη στον καρδιακό μυ από καρδιακή προσβολή.
Ο Τρούονγκ Νγκουγέν, μαιευτήρας και γυναικολόγος, δήλωσε ότι πιστεύει ότι η αγάπη πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο της ιατρικής πρακτικής. Το «μην κάνεις κακό» δεν αρκεί, είπε, προτείνοντας ότι το ιατρικό προσωπικό θα πρέπει να φροντίζει πραγματικά τους ασθενείς με την αγάπη και την προσοχή που θα έδειχνε στους φίλους ή την οικογένειά του. Δήλωσε στην Epoch Times ότι δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς μακριά για να διαπιστώσει την απουσία φροντίδας στην ιατρική, καθώς τα ιατρικά λάθη αποτελούν την τρίτη κύρια αιτία θανάτου στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η επίδειξη αγάπης προς τους ασθενείς προάγει την ασφάλεια και την υγεία τους, καθώς καλλιεργεί μια θετική νοοτροπία που μπορεί να τους βοηθήσει να θεραπευτούν.
Επιπλέον, πολλές σύγχρονες θεραπείες έχουν περιορισμούς και εκεί είναι που η πνευματικότητα ή η πίστη στον Θεό μπορεί να είναι χρήσιμη, είπε. Όπως επεσήμανε, αυτή η «παρέμβαση» δεν έχει αρνητικές παρενέργειες.
Η αγάπη ως συναίσθημα και παρέμβαση δεν χρειάζεται να προέρχεται από ένα μόνο άτομο. Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται μια ανώτερη ή υπερβατική αγάπη, που συνήθως συνδέεται με θρησκευτικές εμπειρίες. Μια μελέτη του Τζεφ Λέβιν στο Πανεπιστήμιο Μπέιλορ εξέτασε την έννοια της θρησκευτικής αγάπης, που ορίζεται ως το αίσθημα ότι αγαπάς ή ότι αγαπιέσαι από τον Θεό. Τα ευρήματα έδειξαν σημαντική συσχέτιση μεταξύ της αντιλαμβανόμενης θεϊκής αγάπης και των αυτοαναφερόμενων αξιολογήσεων της υγείας.
Η μυστικιστική πλευρά της αγάπης
Ενώ οι φυσιολογικές επιδράσεις της αγάπης – όπως η απελευθέρωση ωκυτοκίνης και η μείωση του πόνου – αναγνωρίζονται από την επιστήμη, παραμένει ακόμη μια αινιγματική πλευρά σε αυτό το αίσθημα.
Οι άνθρωποι συχνά βιώνουν τηλεσωματικά γεγονότα, κατά τα οποία φαίνεται να μοιράζονται σωματικές αισθήσεις ή συναισθήματα με εκείνους που είναι συναισθηματικά κοντά τους – ή με εκείνους που αγαπούν – παρά την οποιαδήποτε χιλιομετρική απόσταση.
Το βιβλίο «Οδηγός για τα ανεξήγητα φαινόμενα» των Μπομπ Ρίκαρντ και Τζον Μίτσελ αναφέρει την περίπτωση του Χιου Πέρκινς, ενός νεαρού που είχε περιστέρια. Όταν αρρώστησε σοβαρά, ο Πέρκινς μεταφέρθηκε εσπευσμένα σε νοσοκομείο 105 μίλια μακριά για επείγουσα χειρουργική επέμβαση.
Ενώ ήταν στην ανάρρωση, άκουσε ένα χτύπημα στο παράθυρό του εν μέσω μιας σφοδρής χιονοθύελλας. Όταν η νοσοκόμα άνοιξε το παράθυρο, ένα περιστέρι πέταξε μέσα και προσγειώθηκε στο στήθος του Πέρκινς. Ήταν ένα από τα πουλιά του, το οποίο αναγνωρίστηκε από μια ταινία στο πόδι του με την ένδειξη «167». Το περιστέρι δεν είχε πάει ποτέ στο νοσοκομείο και δεν μπορούσε να γνωρίζει πού βρισκόταν ο Πέρκινς.
Μία περίπτωση που αναφέρεται στο βιβλίο «Νέες κατευθύνσεις στην παραψυχολογική έρευνα, παραψυχολογικές μονογραφίες αριθ. 4» του Τζόζεφ Χ. Ρας είναι εξίσου συναρπαστική. Αφορά μία μητέρα η οποία, ενώ έγραφε ένα γράμμα στην κόρη της που έλειπε στο κολέγιο, ένιωσε ξαφνικά ένα έντονο κάψιμο στο δεξί της χέρι. Ο πόνος ήταν τόσο δυνατός που αναγκάστηκε να σταματήσει να γράφει.
Λιγότερο από μία ώρα αργότερα, έλαβε ένα τηλεφώνημα που την ενημέρωνε ότι η κόρη της είχε υποστεί χημικό έγκαυμα σε ατύχημα στο εργαστήριο – ένα έγκαυμα στο δεξί της χέρι. Η ιδιαιτερότητα και η χρονική στιγμή του τραυματισμού καθιστούν δύσκολη την απόρριψή του ως απλή σύμπτωση.
Αυτές οι εμπειρίες φαίνεται να ακολουθούν ένα μοτίβο: συμβαίνουν συχνότερα μεταξύ ανθρώπων με βαθύτατους συναισθηματικούς δεσμούς – γονέων και παιδιών, αδελφών, συζύγων, φίλων, ακόμη και ανθρώπων και των κατοικίδιων ζώων τους. Επιπλέον, δεν δεσμεύονται από τον φυσικό χώρο.
Ο Δρ Λάρρυ Ντόσσεϋ, γιατρός και συγγραφέας που συνδυάζει την ιατρική και την πνευματικότητα, σημείωσε σε άρθρο του στο περιοδικό Explore, το 2019, ότι το φαινόμενο αυτό αντικατοπτρίζει αυτό που παρατηρούν οι φυσικοί στην κβαντική διεμπλοκή, κατά την οποία τα σωματίδια παραμένουν συνδεδεμένα σε τεράστιες αποστάσεις. Όταν το ένα σωματίδιο αλλάζει, το άλλο αντιδρά ακαριαία, σαν να είναι μέρος του ίδιου συστήματος.
Ο συντονισμός προσφέρει μια άλλη πιθανή εξήγηση. Στη φυσική, ο συντονισμός εμφανίζεται όταν δύο συστήματα που δονούνται στην ίδια συχνότητα ενισχύουν το ένα τα αποτελέσματα του άλλου – όπως η φωνή ενός τραγουδιστή που θρυμματίζει το κρύσταλλο όταν συντονίζεται με τη συχνότητα δόνησής του.
Η αρχή αυτή υπερβαίνει τα αντικείμενα. Όταν δύο άνθρωποι είναι βαθιά συνδεδεμένοι, τα συναισθήματα και οι σκέψεις τους μπορεί να ευθυγραμμιστούν σε έναν παρόμοιο συντονισμό, ενισχύοντας και εντείνοντας τις εμπειρίες του καθένα.
Πειράματα που χρησιμοποιούν μηχανές που δημιουργούν τυχαία γεγονότα και συσκευές σχεδιασμένες να παράγουν απρόβλεπτα αποτελέσματα, όπως το να ρίχνουν επανειλημμένα ένα νόμισμα, υποδηλώνουν ότι οι συναισθηματικοί δεσμοί μπορεί να επηρεάζουν τον τρόπο λειτουργίας τους. Όταν τα συναισθηματικά δεμένα ζευγάρια εστιάζουν μαζί σε αυτές τις μηχανές, τα αποτελέσματα γίνονται ελαφρώς λιγότερο τυχαία.
Οι ιδέες αυτές δεν είναι καινούργιες. Σε όλους τους πολιτισμούς, τις θρησκείες και τις παραδόσεις, η αγάπη θεωρείται ως μια ενοποιητική ενέργεια που υπερβαίνει και συνδέει τα άτομα.
Ο Δρ Αλεξάντερ βίωσε τη δύναμη της αγάπης κατά τη διάρκεια της επιθανάτιας εμπειρίας του. Εξήγησε ότι αισθάνθηκε μια τεράστια διασύνδεση – μια υποκείμενη πραγματικότητα στην οποία ο διαχωρισμός είναι μια ψευδαίσθηση.
«Με την παρουσία της αγάπης, κατάλαβα ότι είμαστε όλοι ένα», είπε. «Οι διαχωρισμοί που αντιλαμβανόμαστε στη ζωή – μεταξύ εαυτού και άλλων, νου και σώματος – εξαφανίζονται.»
Η αγάπη στην πράξη
«Η αγάπη είναι πραγματικά το καλύτερο φάρμακο», είπε η Τάικ. Πώς μπορούμε λοιπόν να την αξιοποιήσουμε;
«Πρέπει να ξεκινήσουμε από την πηγή – τον εαυτό μας». Η αγάπη για τον εαυτό μας και η φροντίδα του εαυτού μας είναι τα πρώτα βήματα προς τα εμπρός, είπε.
Πρότεινε να συμπεριφέρεστε στον εαυτό σας όπως θα κάνατε σε έναν αγαπημένο φίλο – αφήνοντας χώρο για λάθη, εξασκώντας την αυτοσυγχώρεση και δείχνοντας στον εαυτό σας την καλοσύνη που θα προσφέρατε στους άλλους. Όταν αντιμετωπίζετε αποτυχίες, μην κατηγορήσετε τον εαυτό σας, καθώς αυτό συνδέεται με το άγχος, την κατάθλιψη και την ντροπή. Αντί να αναρωτιέστε τι πρόβλημα υπάρχει με εσάς, ανατοποθετηθείτε: «Αυτή είναι μια ευκαιρία να μάθω κάτι» ή «Εξελίσσομαι μέσα από αυτή την πρόκληση».
Χρησιμοποιήστε την επιβεβαίωση: σκεφτείτε ότι «αξίζετε» ή ότι «είστε μοναδικά απαραίτητος σε αυτόν τον κόσμο». Συνδυάστε αυτή την πρακτική με ένα ημερολόγιο ευγνωμοσύνης, σημειώνοντας ένα πράγμα που εκτιμάτε στον εαυτό σας κάθε μέρα. Με την πάροδο του χρόνου, θα οικοδομήσετε μια ανθεκτική, θετική αυτοεικόνα.
(Γράφημα: The Epoch Times)
Η αγάπη για τους άλλους, όπως δείχνουν οι έρευνες, είναι καλλιεργήσιμη. Μελέτη στο περιοδικό Mental Health, Religion & Culture διαπίστωσε ότι όταν τα άτομα επαναλαμβάνουν σιωπηλά μια φράση που ενσαρκώνει την αγάπη και την υπομονή, όπως «αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου», καλλιεργούν τη συμπονετική αγάπη. Επιπλέον, η εξάσκηση της ανιδιοτέλειας και οι πράξεις καλοσύνης ενισχύουν την ικανότητά μας να ενεργούμε από αγάπη και όχι από εγωισμό, σύμφωνα με τη μελέτη.
Ο Δρ Αλεξάντερ είπε ότι το σύμπαν είναι χτισμένο πάνω στην αγάπη και ότι μπορούμε να ευθυγραμμιστούμε με αυτήν. Απλές πράξεις, όπως το περπάτημα στη φύση ή η προσφορά βοήθειας σε άλλους, δυναμώνουν την αγάπη. Συνέστησε ιδιαίτερα την καλλιέργεια της αγάπης μεταξύ γονέων και παιδιών, καθώς αυτή η σχέση αντανακλά και προάγει την άνευ όρων φύση της αγάπης.
Ως γιατρός που προωθεί την αγάπη, ο Λάρρυ Ντόσσεϋ επισημαίνει ότι η επιστήμη δεν μπορεί να ορίσει αυτό το αίσθημα, παραθέτοντας τον Καρλ Γιουνγκ, τον διάσημο ψυχίατρο: «Σε όλη την ιατρική μου εμπειρία, καθώς και στη δική μου ζωή, έχω έρθει ξανά και ξανά αντιμέτωπος με το μυστήριο της αγάπης και ποτέ δεν κατάφερα να εξηγήσω τι είναι».
«Όπως ακριβώς το δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι δεν είναι το φεγγάρι, έτσι και όλες οι επιστημονικές εργασίες και οι συλλογισμοί μας δεν θα μπορέσουν ποτέ να συλλάβουν πραγματικά την αγάπη», δήλωσε ο Ντόσσεϋ. «Όσο περισσότερο την ερευνούμε τόσο πιο βαθύ γίνεται το μυστήριο.»
Σημείωση του συγγραφέα: Σήμερα, αντιμετωπίζουμε πρωτοφανείς προκλήσεις στην κοινωνία, την ιατρική και το εργασιακό πεδίο. Το παραπάνω άρθρο αποτελεί σύνθεση εμπειριών συναδέλφων μας και άλλων επαγγελματιών του ιατρικού κλάδου. Οι προκλήσεις και οι ανταμοιβές που παρουσιάζονται σε αυτήν είναι πραγματικές. Προστιθέμενα στις αυξανόμενες υποχρεώσεις, τις εξελίξεις της κοινωνίας και τις απαιτήσεις από τον εαυτό τους, τα ηθικά διλήμματα και τα ζητήματα αυθεντικότητας επιβαρύνουν και δοκιμάζουν περαιτέρω τον σύγχρονο άνθρωπο. Πιστεύουμε ότι η αλήθεια θα σας απελευθερώσει πραγματικά!
Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο αποτελούν απόψεις των συγγραφέων και δεν αντανακλούν απαραίτητα τις απόψεις της Epoch Times.
Το παρόν αποτελεί το όγδοο μέρος μίας σειράς δέκα άρθρων που δημοσίευσε η Epoch Times με τον τίτλο «Η ιατρική της αρετής». Συνδέσμους για όλα τα άρθρα της σειράς, θα βρείτε στο τέλος του παρόντος.
Στην αρχαία κινεζική λογοτεχνία υπάρχει μία ιστορία για έναν ηλικιωμένο άνδρα ονόματι Σάι Γουένγκ, ο οποίος βασιζόταν στο άλογό του για να ζήσει.
Μια μέρα, το άλογό του το έσκασε και οι γείτονες ήρθαν να εκφράσουν τη λύπη τους, λέγοντας: «Κρίμα». Ο Σάι Γουένγκ παρατήρησε ήρεμα: «Ίσως».
Λίγο αργότερα, το άλογο επέστρεψε, φέρνοντας μαζί του μια ομάδα άγριων αλόγων. Οι γείτονες τον συνεχάρησαν για την καλή του τύχη. Ο Σάι Γουένγκ απάντησε: «Ίσως».
Όταν ο γιος του προσπάθησε να ιππεύσει ένα από τα άγρια άλογα, έπεσε και έσπασε το πόδι του. Για άλλη μια φορά, οι γείτονες μαζεύτηκαν και είπαν: «Πω-πω, τι κρίμα!». Ο Σάι Γουένγκ απάντησε: «Ίσως»
Λίγο αργότερα ξέσπασε πόλεμος και όλοι οι νέοι άνδρες του χωριού επιστρατεύτηκαν για να πάνε στο μέτωπο. Λόγω του τραυματισμού του, ο γιος του Σάι Γουένγκ απαλλάχθηκε από τη στρατιωτική θητεία. Αυτή η ιστορία, που χρονολογείται από τον δεύτερο αιώνα π.Χ., ενέπνευσε το διάσημο κινεζικό ρητό «Ο Σάι Γουένγκ χάνει το άλογό του – ποιος ξέρει αν είναι ευλογία;» – στα καθ’ ημάς, ουδέν κακόν αμιγές καλού.
Το να αντιλαμβάνεται κανείς μία δυνητική θετικότητα πέρα από τις δυσκολίες της στιγμής ενσαρκώνει τη φύση της αισιοδοξίας, μιας αρετής που είναι ουσιώδης όχι μόνο για την ανάπτυξη αλλά και για την ίδια μας την υγεία.
Στάση ζωής
Ο καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Concordia και ερευνητής προσωπικότητας Κάρστεν Βρος δήλωσε στην Epoch Times ότι η αισιοδοξία δεν είναι απλώς ένα χαρακτηριστικό αλλά στάση ζωής.
«Πρόκειται ουσιαστικά για το αν περιμένετε ότι η ζωή σας θα είναι καλή ή κακή στο μέλλον», είπε.
Τα αισιόδοξα άτομα έχουν αξιοσημείωτα λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν καταθλιπτικά συμπτώματα, ακόμη και μεταξύ των ασθενών που πάσχουν από χρόνιες ασθένειες. Αυτή η προστατευτική επίδραση εκτείνεται σε όλες τις ηλικιακές ομάδες – από τους νεότερους έως τους ηλικιωμένους.
Για παράδειγμα, η μελέτη Zutphen Elderly Study παρακολούθησε περισσότερους από 800 άνδρες για 15 χρόνια, αναλύοντας πώς ο τρόπος ζωής, η διατροφή και άλλοι παράγοντες επιδρούν στις ασθένειες και τη θνησιμότητα. Ειδικότερα, η μελέτη διαπίστωσε ότι η μεγάλη αισιοδοξία, σε σύγκριση με τη χαμηλή αισιοδοξία, σχετίζεται με 77% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καταθλιπτικών συμπτωμάτων.
(Γράφημα: The Epoch Times)
Πιο πρόσφατες μελέτες έδωσαν παρόμοια ευρήματα. Μια μετα-ανάλυση 18 μελετών του 2024 διαπίστωσε ότι η συμμετοχή σε εκπαίδευση αισιοδοξίας, συμπεριλαμβανομένης της ενσυνειδητότητας και της ημερολογιακής καταγραφής της ευγνωμοσύνης, μείωσε τα συμπτώματα κατάθλιψης περίπου κατά ένα τρίτο. Ψυχολογικά, τα αισιόδοξα άτομα έχουν λιγότερες ακραίες αρνητικές αντιδράσεις σε στρεσογόνους παράγοντες και έτσι αναρρώνουν ταχύτερα από την κατάθλιψη.
Ως εκ τούτου, η αισιοδοξία μειώνει τα αισθήματα απελπισίας και τον αυτοκτονικό ιδεασμό.
Επιπλέον, η αισιοδοξία έχει και ένα άλλο άκρως επιθυμητό αποτέλεσμα: τη μακροζωία. Σε σύγκριση με τους απαισιόδοξους, οι αισιόδοξοι ασθενείς με καρκίνο έχουν τετραπλάσιες πιθανότητες να επιβιώσουν έναν χρόνο μετά τη διάγνωση.
Διαισθητικά, αυτό είναι λογικό – όσοι περιμένουν καλά πράγματα στη ζωή έχουν περισσότερους λόγους να συνεχίσουν να ζουν. Σε μια πρωτοποριακή εργασία που δημοσιεύθηκε στο PNAS και ανέλυσε περισσότερα από 70.000 άτομα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι, σε σύγκριση με τα λιγότερο αισιόδοξα άτομα, οι πιο αισιόδοξοι ζούσαν έως και 15% περισσότερο, ενώ οι πιθανότητες να επιτύχουν «εξαιρετική μακροζωία» – να ζήσουν μέχρι τα 85 ή και περισσότερο – αυξάνονταν έως και 70%.
Με άλλα λόγια, η αισιοδοξία προσθέτει σχεδόν τόσα χρόνια στη ζωή ενός ατόμου όσα και η μη εμφάνιση καρδιακής προσβολής ή διαβήτη, σύμφωνα με τους ερευνητές.
Καλλιεργώντας την αισιοδοξία
Τι διεγείρει αυτές τις βαθιές αλλαγές που παρατηρούνται στους αισιόδοξους ανθρώπους; Η κύρια υπόθεση είναι ότι οι αισιόδοξοι αντιμετωπίζουν διαφορετικά τις προκλήσεις.
Ο κος Βρος, ο οποίος έχει δημοσιεύσει πλήθος άρθρων σχετικά με την αισιοδοξία, δήλωσε ότι οι αισιόδοξοι είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίζουν κατά μέτωπο τους στρεσογόνους παράγοντες, να επενδύουν χρόνο και ενέργεια στην αντιμετώπιση των προκλήσεων και να αναζητούν ενεργά λύσεις στα προβλήματα. Αναδιαμορφώνουν τις προκλήσεις ως ευκαιρίες – ζουν ενεργά, όχι παθητικά.
Η Σουζάν Σέγκερστρομ, καθηγήτρια και διευθύντρια του Κέντρου Έρευνας για την Υγιή Γήρανση στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Όρεγκον, δήλωσε στην Epoch Times ότι «οι άνθρωποι που είναι πιο αισιόδοξοι συνήθως αναμένουν καλύτερα αποτελέσματα δεδομένης της πραγματικότητας της κατάστασης».
Αυτού του είδους η στάση μετριάζει τις επιπτώσεις του άγχους, προάγει την ψυχική υγεία και ενισχύει τη νοοτροπία ανάπτυξης.
Αντίθετα, οι απαισιόδοξοι τείνουν να αποφεύγουν ή αρνούνται τον στρεσογόνο παράγοντα – φτάνοντας στο σημείο, σε ορισμένες περιπτώσεις, να καταφεύγουν σε ναρκωτικά, αλκοόλ ή άλλους περισπασμούς ως μέσο φυγής.
Ευτυχώς, η αισιοδοξία είναι μια δεξιότητα που μπορεί να εξασκηθεί. Η έρευνα περιγράφει διάφορες τεκμηριωμένες μεθόδους για την καλλιέργεια της αισιοδοξίας. Οι γενικές στρατηγικές περιλαμβάνουν την ενεργή αναδιαμόρφωση των αρνητικών σκέψεων, την επανεξέταση των προσωπικών επιτευγμάτων του παρελθόντος ώστε να εδραιωθεί η ύπαρξη θετικών προσδοκιών για το μέλλον και τη συναναστροφή με συνομηλίκους ή συναδέλφους που μας υποστηρίζουν.
Οι πιο δομημένες παρεμβάσεις περιλαμβάνουν την ενασχόληση με την «καλύτερη δυνατή αυτοάσκηση», κατά την οποία φαντάζεστε ένα σενάριο στο οποίο επιτυγχάνετε όλους τους στόχους της ζωής σας σε διάφορους τομείς, όπως η οικογένεια, η εργασία και η υγεία. Όσο περισσότερο οραματίζεστε μια πραγματικότητα για την οποία αξίζει να προσπαθήσετε τόσο περισσότερο ανυπομονείτε γι’ αυτήν – και αυτό είναι αισιοδοξία. Σύμφωνα με μια μεγάλη μετα-ανάλυση του 2019 , η άσκηση αυτή ενισχύει σημαντικά την αισιοδοξία και μειώνει τα καταθλιπτικά συμπτώματα.
Περαιτέρω, μπορείτε να καλλιεργήσετε την αισιοδοξία γράφοντας επιστολές ευγνωμοσύνης ή σύντομες λίστες με αυτά για τα οποία νιώθετε ευγνωμοσύνη. Μπορείτε επίσης να εξασκηθείτε στην άσκηση «τρία καλά πράγματα», κατά την οποία αναλογίζεστε και καταγράφετε τρία θετικά πράγματα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της ημέρας και γιατί συνέβησαν. Όταν γίνονται παράλληλα, αυτές οι πρακτικές σάς βοηθούν να καλλιεργήσετε τη συνήθεια να εστιάζετε στα θετικά του παρόντος και να αναπτύσσετε θετικές προσδοκίες για το μέλλον.
Η ενσυνειδητότητα και ο διαλογισμός ενθαρρύνουν την επίγνωση του παρόντος, η οποία μειώνει τα αρνητικά μοτίβα σκέψης και τον μηρυκασμό παλαιών δεινών, και ενισχύει έμμεσα την αισιοδοξία.
Εγκαταλείποντας τις σκοτεινές σκέψεις
Είναι καλύτερο να σκέφτεστε πιο θετικά ή απλώς να έχετε λιγότερες αρνητικές σκέψεις; Με άλλα λόγια, θα πρέπει να επικεντρωθούμε στο να είμαστε πιο αισιόδοξοι ή λιγότερο απαισιόδοξοι;
Μια μετα-ανάλυση-ορόσημο του 2021 έδωσε μια απροσδόκητη απάντηση: Η απαισιοδοξία παίζει πολύ μεγαλύτερο ρόλο από την αισιοδοξία στη διαμόρφωση της υγείας, και όχι με μικρή διαφορά. Ο κος Βρος εξήγησε ότι η ανάλυση έδειξε ότι η απαισιοδοξία επηρεάζει την υγεία τρεις φορές περισσότερο από ό,τι η αισιοδοξία. Για παράδειγμα, η μειωμένη απαισιοδοξία συνδέεται με χαμηλότερη φλεγμονή, καλύτερη καρδιαγγειακή υγεία και ακόμη και υψηλότερα ποσοστά επιτυχίας σε θεραπείες γονιμότητας συγκρινόμενη με την αυξημένη αισιοδοξία.
Ως εκ τούτου, δήλωσε ο κος Βρος, η απαισιοδοξία και η αισιοδοξία δεν πρέπει να θεωρούνται ως αντίθετα χαρακτηριστικά ενός γνωρίσματος, αλλά ως δύο ξεχωριστά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας ενός ανθρώπου.
Η αισιοδοξία είναι σαν να πατάτε το γκάζι, σας προτρέπει να προχωρήσετε μπροστά. Η απαισιοδοξία είναι σαν να έχετε το χειρόφρενο τραβηγμένο. Ακόμα κι αν πατήσετε το γκάζι, το φρένο σάς μπλοκάρει, προκαλώντας ζημιές με την πάροδο του χρόνου και δυσκολεύοντας ακόμα και τις βασικές κινήσεις.
Το να αφήσετε την απαισιοδοξία είναι σαν να αφήνετε το χειρόφρενο. Την επόμενη φορά που θα πιάσετε τον εαυτό σας να επινοεί τα χειρότερα σενάρια, θυμηθείτε: Δεν χρειάζεται να αναγκάσετε τον εαυτό σας να κάνει χαρούμενες σκέψεις – και μόνο η εγκατάλειψη των αρνητικών σκέψεων κάνει σημαντική διαφορά.
«Η αισιοδοξία είναι ένας βρόχος τροφοδότησης προς τα εμπρός», δήλωσε η Σέγκερστρομ.
Τα επιτυχημένα άτομα είναι συνήθως πιο αισιόδοξα, γεγονός που τείνει να ανοίγει πόρτες σε μεγαλύτερους κοινωνικούς και οικονομικούς πόρους – όλα αυτά ενισχύουν έναν θετικό κύκλο.
Η Γκρέης Ζανγκ, μια βελονίστρια με πτυχίο ιατρικής από την Κίνα, δήλωσε στην Epoch Times ότι «η νοοτροπία παίζει βασικό ρόλο στη διαδικασία θεραπείας».
Είπε ότι από την άποψη της παραδοσιακής κινεζικής ιατρικής, τα αισιόδοξα συναισθήματα βοηθούν την ενέργεια να ρέει πιο ελεύθερα και προάγουν τη συνολική υγεία. Αντίθετα, τα απαισιόδοξα συναισθήματα προκαλούν ενεργειακή ανισορροπία, αποδυναμώνουν το ανοσοποιητικό σύστημα και οδηγούν σε ασθένειες.
Η Ζανγκ είπε ότι η ιστορία του Σάι Γουένγκ θα πρέπει να μας υπενθυμίζει, όταν αντιμετωπίζουμε προκλήσεις, να παραμένουμε ήρεμοι, έχοντας υπ’ όψιν ότι αυτό που φαίνεται κακό σήμερα, μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα αύριο – με λίγα λόγια, να μην παρασυρόμαστε από τα συμβάντα της στιγμής και σκοτεινές σκέψεις, αλλά να διατηρούμε πάντα μία πιο ευρεία οπτική.
Σημείωση του συγγραφέα: Σήμερα, αντιμετωπίζουμε πρωτοφανείς προκλήσεις στην κοινωνία, την ιατρική και το εργασιακό πεδίο. Το παραπάνω άρθρο αποτελεί σύνθεση εμπειριών συναδέλφων μας και άλλων επαγγελματιών του ιατρικού κλάδου. Οι προκλήσεις και οι ανταμοιβές που παρουσιάζονται σε αυτήν είναι πραγματικές. Προστιθέμενα στις αυξανόμενες υποχρεώσεις, τις εξελίξεις της κοινωνίας και τις απαιτήσεις από τον εαυτό τους, τα ηθικά διλήμματα και τα ζητήματα αυθεντικότητας επιβαρύνουν και δοκιμάζουν περαιτέρω τον σύγχρονο άνθρωπο. Πιστεύουμε ότι η αλήθεια θα σας απελευθερώσει πραγματικά!
Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο αποτελούν απόψεις των συγγραφέων και δεν αντανακλούν απαραίτητα τις απόψεις της Epoch Times.
Το παρόν αποτελεί το έβδομο μέρος μίας σειράς δέκα άρθρων που δημοσίευσε η Epoch Times με τον τίτλο «Η ιατρική της αρετής». Συνδέσμους για όλα τα άρθρα της σειράς, θα βρείτε στο τέλος του παρόντος.
Ένα οκτάχρονο αγόρι καθόταν ήσυχα δίπλα στην εξάχρονη αδελφή του, που ήταν ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι στο νοσοκομείου. Πέθαινε από λευχαιμία. Η μόνη πιθανότητα που είχε για να επιβιώσει ήταν μια μετάγγιση αίματος. Όταν οι γιατροί επιβεβαίωσαν ότι το αίμα του αδελφού ήταν απόλυτα ταιριαστό, τον ρώτησαν αν θα έδινε λίγο για να της σώσει τη ζωή. Αφού το σκέφτηκε καλά, συμφώνησε.
Την επόμενη μέρα, τα αδέλφια συνδέθηκαν με ορούς και το αίμα του αγοριού μεταγγίστηκε στο άρρωστο σώμα της αδελφής. Τότε, το αγόρι γύρισε προς τον γιατρό και τον ρώτησε: «Σε πόσο καιρό θα αρχίσω να πεθαίνω;»
Το περιστατικό, που αφηγείται η Αμερικανίδα συγγραφέας Αν Λάμοτ στο βιβλίο της «Bird by Bird», προέρχεται από μια αληθινή ιστορία που διηγήθηκε ο Τζακ Κόρνφηλντ του Spirit Rock Meditation Center στο Γούντακρ της Καλιφόρνια, στην οποία περιγράφει το απίστευτο θάρρος και την αθωότητα ενός παιδιού που σκέφτηκε ότι η σωτηρία της αδελφής του θα του κόστιζε τη ζωή του.
Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έρχονται αντιμέτωποι με τόσο σημαντικές αποφάσεις, η ουσία του θάρρους παραμένει σχετική με τους καθημερινούς μας αγώνες. Το θάρρος μας φαίνεται όταν απαιτείται από εμάς να εγκαταλείψουμε την πεπατημένη, να υποστηρίξουμε τις αρχές μας ή να ξεκινήσουμε διαδικασίες αυτοβελτίωσης.
Τι είναι το θάρρος;
Η κοινή αντίληψη για το θάρρος είναι ότι πρόκειται για δράση μπροστά στον φόβο. Σύμφωνα με τη Σύνθια Πιούρυ, ψυχολόγο και ερευνήτρια του θάρρους, τρία είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις θαρραλέες πράξεις: η πρόθεση, ένας ευγενής ή ουσιαστικός στόχος και κάποιο μέτρο ρίσκου.
Το θάρρος πρέπει να είναι σκόπιμο, δεν μπορεί να είναι τυχαίο: πρέπει να είναι επιλογή του ατόμου, όχι κάτι που του συμβαίνει. Η εκούσια πράξη πρέπει επίσης να εξυπηρετεί έναν ουσιαστικό σκοπό. Το να τρέξεις σε ένα φλεγόμενο κτίριο για να σώσεις ένα παιδί είναι αναμφισβήτητα μία θαρραλέα πράξη. Το να ορμάς στις ίδιες φλόγες για να τραβήξεις ένα βίντεο για το TikTok, όχι και τόσο.
Όπως δήλωσε η Πιούρυ στην Epoch Times: «Υπάρχουν κάποιες πράξεις που θεωρούνται παγκοσμίως καλές ή αξιόλογες».
Ωστόσο, τονίζει ότι το θάρρος έχει μια εγγενώς υποκειμενική φύση. Αυτό που ένα άτομο αντιλαμβάνεται ως ένα τρομακτικό άλμα πίστης, ένα άλλο μπορεί να το θεωρήσει ως ένα υπολογισμένο βήμα. Αυτό οδηγεί στη διάκριση μεταξύ «γενικού» και «προσωπικού» θάρρους.
Αόρατοι κίνδυνοι
Το γενικό θάρρος συχνά περιλαμβάνει κοινωνικά ή πολιτισμικά επιβεβαιωμένους σκοπούς και κινδύνους, όπως οι πράξεις ηρωισμού σε μια μάχη, που σημαδεύονται από αγάλματα και μετάλλια και γιορτάζονται ευρέως.
Το προσωπικό θάρρος είναι λίγο διαφορετικό και πιο υποκειμενικό. Παραδείγματος χάριν, για ένα δημόσιο πρόσωπο το να απευθύνεται σε ένα πλήθος είναι ρουτίνα και στερείται κινδύνου. Ωστόσο, για ένα ντροπαλό άτομο το να ανέβει στη σκηνή μπορεί να φαίνεται πραγματικά τρομακτικό και επικίνδυνο.
Μια επιστολή που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Sun Magazine, και την οποία μοιράζεται η Πιούρυ ως ψυχολόγος, αποτυπώνει το προσωπικό θάρρος:
«Η 9χρονη κόρη μου έκλαιγε ασταμάτητα, λέγοντας ξανά και ξανά ότι δεν ήθελε να πάει στο σχολείο επειδή εκείνη την ημέρα θα έδιναν ένα σημαντικό διαγώνισμα Κοινωνιολογίας. Φοβόταν ότι οι μαθησιακές της δυσκολίες δεν θα την άφηναν ούτε καν να διαβάσει τις ερωτήσεις.
»Ο φόβος της μεγάλωνε όλο και περισσότερο, μέχρι που την έκανε να αρρωστήσει σωματικά. Μου πήρε πάνω από μία ώρα για να την πείσω να ντυθεί. […] Όταν φτάσαμε στο σχολείο, με παρακάλεσε να μην την αναγκάσω να μπει μέσα: «Δεν μπορώ να το κάνω, μαμά. Δεν μπορώ να γράψω αυτό το διαγώνισμα». Φοβήθηκα ότι θα έπρεπε να την τραβήξω κυριολεκτικά για να βγει από το αυτοκίνητο, όταν ξαφνικά σκούπισε τα δάκρυά της, βγήκε έξω και με ακολούθησε μέχρι την πόρτα. Θαύμασα τη γενναιότητά της… Θα καταλάβει ποτέ κανείς πόσο θάρρος χρειάζεται το κοριτσάκι μου για να αντιμετωπίσει ένα διαγώνισμα;»
«Χάσμα θάρρους»
Ο εγκέφαλός μας είναι προδιαγεγραμμένος για αυτοσυντήρηση και συχνά επιλέγει αυτόματα το οικείο, το προβλέψιμο και το ασφαλές, δήλωσε η Μάρτζι Γουόρελ, ειδική σε θέματα ηγεσίας με διδακτορικό στην ανθρώπινη ανάπτυξη, σε συνέντευξή της στην Epoch Times. Αλλά η πραγματική ανάπτυξη και η πραγματική μεταμόρφωση υλοποιούνται όταν τα πράγματα γίνονται δύσκολα, όταν αναγκαζόμαστε να υπερβούμε τα όριά μας, εξηγεί.
Η Γουόρελ αποκαλεί το να δρα κανείς παρά τον φόβο του ως «χάσμα θάρρους».
Στο βιβλίο της «Το χάσμα θάρρους: πέντε βήματα για πιο γενναία δράση», η Γουόρελ μιλά για κάποια περιστατικά της παιδικής της ηλικίας. Σε ένα από αυτά, περιγράφει πώς συγκρούστηκαν η λαχτάρα της να ιππεύσει και ο φόβος της για το μεγάλο άλογο που της έδωσαν. Αυτό που λαχταρούσε εκείνη, μεγαλώνοντας σε μια γαλακτοπαραγωγική φάρμα, ήταν να ιππεύσει ένα πόνι – ωστότο, οι γονείς της της έδωσαν τον Ρόμπυ, ένα γέρικο και επιβλητικό άλογο.
Κάθε μέρα, πήγαινε στον Ρόμπυ, αντιμετωπίζοντας τον τρόμο της για το άλογο και τον φόβο της αποτυχίας. Η διαδικασία συνίστατο σε επαναλαμβανόμενες προσπάθειες, απογοήτευση και μικρές νίκες. Τελικά, ο φόβος που κάποτε την κατέκλυζε άρχισε να υποχωρεί, δίνοντας τη θέση του στην αυτοπεποίθηση και την ελευθερία.
«Η άνεση και η εξέλιξη δεν μπορούν να ιππεύσουν το ίδιο άλογο», συνοψίζει.
Η προηγούμενη έρευνα της Πιούρυ ενισχύει την άποψη ότι όταν οι άνθρωποι δείχνουν γενναιότητα, ο φόβος μειώνεται και η αυτοπεποίθηση αυξάνεται.
(The Epoch Times)
Σύμφωνα με τη Γουόρελ, η προθυμία να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο παρά την αβεβαιότητά μας μπορεί να διαμορφώσει ολόκληρη την πορεία μας, καθώς η επιτυχία στη ζωή είναι ανάλογη της προθυμίας να αντιμετωπίζουμε δυσκολίες.
Το χάσμα [θάρρους], λέει, είναι η απόσταση μεταξύ αυτού που είμαστε και αυτού που μπορούμε να γίνουμε αν δείχνουμε θάρρος.
Βραχυπρόθεσμα, η αποφυγή του κινδύνου μοιάζει να είναι μία καλή, ασφαλής επιλογή. Μακροπρόθεσμα, όμως, μας εγκλωβίζει, περιορίζοντας τις δυνατότητες και την ελευθερία μας.
Το θάρρος αποδίδει
Το θάρρος φέρνει μετρήσιμα μερίσματα. Μελέτες σε επιχειρηματίες διαπιστώνουν ότι το θάρρος συμβάλλει σε υψηλότερα επίπεδα ψυχικού κεφαλαίου (PsyCap) – ένα μείγμα αυτοπεποίθησης, ελπίδας, αισιοδοξίας και ανθεκτικότητας.
Οι ερευνητές έχουν τεκμηριώσει ότι οι επιχειρηματίες που επιδεικνύουν θάρρος και, ως εκ τούτου, έχουν υψηλότερο PsyCap αναφέρουν σημαντικά μεγαλύτερη ικανοποίηση, ακόμη και εν μέσω των εγγενών αβεβαιοτήτων της επιχειρηματικότητας. Επιπλέον, αυτοί οι επιχειρηματίες βιώνουν χαμηλότερα επίπεδα άγχους και στρες σε σχέση με τον μέσο πληθυσμό.
Το όφελος αυτό δεν περιορίζεται μόνο στους επιχειρηματίες. Μελέτη του 2022 διαπίστωσε ότι το θάρρος αντιπροσωπεύει σχεδόν το ένα τέταρτο της διαφοράς στην απόδοση στην εργασία.
Σύμφωνα με τη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο European Journal of Investigation in Health, Psychology and Education, το θάρρος βοηθά τους εργαζόμενους να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις, να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να λάβουν τολμηρές αποφάσεις. Έχει επίσης πλεονεκτήματα σε κοινωνικό επίπεδο, όπως την ειλικρινή στάση και την άμεση αντιμετώπιση των συγκρούσεων, με θετικά αποτελέσματα στην ομαδική εργασία και την παραγωγικότητα.
Το θάρρος αποδίδει οφέλη και στην εκπαίδευση. Σε μια μεγάλη μελέτη, με περισσότερους από 7.600 μαθητές λυκείου, η θαρραλέα συμπεριφορά συσχετίστηκε με καλύτερες ακαδημαϊκές επιδόσεις και μεγαλύτερη επιμονή απέναντι στις δυσκολίες.
Ο στενός σύντροφος του θάρρους
Η Πιούρυ ορίζει το θάρρος ως «ανάληψη ενός άξιου λόγου κινδύνου». Μια ιστορία που διηγείται αφορά μια οικογένεια που σταμάτησε το αυτοκίνητο κατά μήκος ενός αυτοκινητοδρόμου και σκαρφάλωσαν σε έναν γκρεμό για να ανακτήσουν το χαμένο αρκουδάκι που είχε πετάξει το παιδί τους από το παράθυρο.
Αυτό που ξεκίνησε ως ένα φαινομενικά διαχειρίσιμο ρίσκο σύντομα κλιμακώθηκε, αφήνοντας και τους δύο γονείς αποκλεισμένους στην άκρη του γκρεμού -εν τέλει, χρειάστηκε να έρθει ελικόπτερο για να τους σώσει. Ο εκάστοτε στόχος (ανάκτηση του παιχνιδιού) μπορεί να μην δικαιολογεί πάντα τον κίνδυνο. Αυτό αντικατοπτρίζει μια άλλη πτυχή του θάρρους: Οι στόχοι και οι κίνδυνοι πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά και συνεχώς.
Ο Αριστοτέλης περιέγραψε το θάρρος ως τη «χρυσή τομή» μεταξύ δειλίας και απερισκεψίας: το θαρραλέο άτομο όχι μόνο έχει ρεαλιστικούς φόβους, αλλά και αυτοπεποίθηση για τους σωστούς λόγους, και αξιολογεί την κατάσταση με τον σωστό τρόπο, τη σωστή δεδομένη στιγμή.
«[Έτσι,] το θάρρος και η σοφία πρέπει να είναι οι καλύτεροι φίλοι», δηλώνει η Πιούρυ.
«[Το θάρρος] είναι σαν να μαθαίνεις να ψήνεις σουφλέ ή να παίζεις πιάνο», λέει η Γουόρελ, εννοώντας ότι είναι μια δεξιότητα που μαθαίνεται και μπορεί να βελτιωθεί μέσω της εξάσκησης.
Για παράδειγμα, αν ο στόχος σας είναι να χάσετε βάρος, το να μπείτε σε ένα γυμναστήριο μπορεί να σας προκαλέσει φόβο για αυτό που θα σκεφτούν οι άλλοι ή αμηχανία, ενώ η αναδιοργάνωση του τρόπου ζωής σας, για να υποστηρίξετε πιο υγιεινές συνήθειες μπορεί να συνεπάγεται κοινωνικούς και οικονομικούς κινδύνους. Όμως, καθώς ξεπερνάτε τις πρώτες ατυχείς απόπειρες, μαθαίνετε ότι η επιμονή ανοίγει δρόμο για την πρόοδο.
Ξεκινήστε από μικρούς, διαχειρίσιμους κινδύνους. Δοκιμάστε να φτιάξετε μία νέα, περίπλοκη συνταγή, ξεκινήστε εκείνη τη δύσκολη συζήτηση, μιλήστε σε αυτή τη συνάντηση και κάντε αίτηση για τη δουλειά των ονείρων σας.
Η Πιούρυ ενθαρρύνει να αναρωτηθείτε: «Γιατί το θέλω αυτό; Τι θα συμβεί αν πάρω αυτό το ρίσκο; Αργότερα, θα είμαι περήφανος γι’ αυτό;»
Με την πάροδο του χρόνου, αυτές οι ενέργειες οικοδομούν αυτοπεποίθηση και σαφήνεια, μειώνουν το άγχος και μας βοηθούν να διακρίνουμε τι έχει πραγματικά νόημα και τι είναι απλώς ελκυστικό – με τον καιρό, το θάρρος θα έρχεται φυσικά.
Η Γουόρελ προτείνει να καλλιεργήσετε μια υποστηρικτική κοινότητα γύρω σας – ανθρώπους που υποβοηθούν την ανάπτυξή σας και χαίρονται με το θάρρος σας. Η καταγραφή των θαρραλέων επιτευγμάτων σας σε ένα ημερολόγιο μπορεί να χρησιμεύσει ως απόδειξη της προόδου σας και να σας βοηθήσει στην καλλιέργεια του θάρρους μέσα σας. Όταν βλέπετε τον εαυτό σας ως θαρραλέο, θα γίνεστε και περισσότερο θαρραλέος.
Από το μικρό παιδί που αντιμετωπίζει μια δοκιμασία ζωής και θανάτου μέχρι τον επιχειρηματία που ανοίγει νέους δρόμους και το άτομο στο γυμναστήριο που ασκείται καταπονώντας τον εαυτό του – κάθε θαρραλέο βήμα γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ της προσδοκίας και της πραγματικότητας.
«Η ποιότητα της ζωής σας θα αυξάνεται αναλογικά με το θάρρος που δείχνετε σε κάθε σας απόφαση», λέει η Γουόρελ.
Σημείωση του συγγραφέα: Σήμερα, αντιμετωπίζουμε πρωτοφανείς προκλήσεις στην κοινωνία, την ιατρική και το εργασιακό πεδίο. Το παραπάνω άρθρο αποτελεί σύνθεση εμπειριών συναδέλφων μας και άλλων επαγγελματιών του ιατρικού κλάδου. Οι προκλήσεις και οι ανταμοιβές που παρουσιάζονται σε αυτήν είναι πραγματικές. Προστιθέμενα στις αυξανόμενες υποχρεώσεις, τις εξελίξεις της κοινωνίας και τις απαιτήσεις από τον εαυτό τους, τα ηθικά διλήμματα και τα ζητήματα αυθεντικότητας επιβαρύνουν και δοκιμάζουν περαιτέρω τον σύγχρονο άνθρωπο. Πιστεύουμε ότι η αλήθεια θα σας απελευθερώσει πραγματικά!
Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο αποτελούν απόψεις των συγγραφέων και δεν αντανακλούν απαραίτητα τις απόψεις της Epoch Times.