Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Υφαίνοντας μία αλληγορία: Οι ταπισερί «Η δέσποινα και ο μονόκερως»

Ο μονόκερως είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μυθικά ζώα του μεσαιωνικού κόσμου. Αποτελούσε δημοφιλές θέμα πολλών έργων τέχνης, αλλά όσον αφορά τις ταπισερί, μόνο δύο γνωστές σειρές με μονόκερους έχουν επιβιώσει. Οι «ταπισερί με μονόκερους» στο Met Cloisters στη Νέα Υόρκη είναι από τα εξέχοντα κομμάτια των συλλογών του μουσείου. Η δεύτερη σειρά, της ίδιας περίπου εποχής, είναι επίσης αριστουργηματική. Έχει τον τίτλο «Η δέσποινα και ο μονόκερως» και βρίσκεται στην Ευρώπη, στο Μουσείο Κλυνύ, το Εθνικό Μεσαιωνικό Μουσείο του Παρισιού – το μοναδικό εθνικό μουσείο της Γαλλίας αφιερωμένο στη μεσαιωνική τέχνη, με περισσότερα από 24.000 έργα τέχνης.

Οι έξι ταπισερί της σειράς «Η δέσποινα και ο μονόκερως» εκτίθενται σε ειδική αίθουσα. Την ομορφιά τους τη συναγωνίζεται μόνο το μυστήριο τους, αφού η προέλευση και η ιστορία που αφηγούνται διχάζουν ακόμα τους μελετητές.

Ο ασύλληπτος μονόκερως

Ντομενιτσίνο, «Παρθένος με μονόκερω», περ. 1602. Τοιχογραφία, Παλάτι Φαρνέζε, Ρώμη. (Public Domain)

 

Στη δυτική κουλτούρα, η πρώτη αναφορά σε ένα ζώο με ένα μόνο κέρατο μπορεί να εντοπιστεί στην αφήγηση ενός Έλληνα ταξιδιώτη στην Ινδία το 400 π.Χ. Οι μεσαιωνικοί λαοί πίστευαν ότι οι μονόκεροι ήταν πραγματικά, αν και ασύλληπτα, πλάσματα και ότι τα κέρατα τους είχαν μαγικές, προστατευτικές ιδιότητες. Στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, οι μονόκεροι εμφανίζονταν εν αφθονία στις τέχνες: σε πίνακες ζωγραφικής, τοιχογραφίες, εκτυπώσεις, ταπισερί, κοσμήματα και εικονογραφημένα χειρόγραφα.

Η ύπαρξη αυτών των ζώων αποδεικνυόταν από κέρατα που βρίσκονταν, τα οποία αποτελούσαν αντικείμενο έντονης εμπορίας. Τα «κέρατα μονόκερω» ήταν πολύτιμα και φυλάσσονταν σε εκκλησίες, καθώς και σε πριγκιπικές και αριστοκρατικές συλλογές. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για χαυλιόδοντες από φάλαινα μονόκερω (μονόδων μονόκερως ή ναρβάλ) και όχι κέρατα μονόκερω. Τα ναρβάλ είναι θαλάσσια θηλαστικά που ζουν στα παράκτια ύδατα της Αρκτικής. Το ένα από τα δύο δόντια τους αναπτύσσεται μέσα από το άνω χείλος τους ως ένας τεράστιος σπειροειδής χαυλιόδοντας. Είναι ενδιαφέρον ότι κατά την αρχαιότητα και τον πρώιμο Μεσαίωνα, οι μονόκεροι απεικονίζονταν στις τέχνες με ένα ίσιο, λείο κέρατο. Η στυλιζαρισμένη εικόνα ενός σπειροειδούς κέρατου, όπως φαίνεται στη σειρά «Η δέσποινα και ο μονόκερως», προέκυψε όταν οι Σκανδιναβοί ναυτικοί άρχισαν να εμπορεύονται χαυλιόδοντες από ναρβάλ.

Για αιώνες, ο χαυλιόδοντας του αρσενικού ναρβάλ θεωρούνταν κέρατο μονόκερω. (Wellcome Images/CC BY 4.0)

 

Η Μόνα Λίζα του Μεσαίωνα

Οι ταπισερί της σειράς «Η δέσποινα και ο μονόκερος» υφάνθηκαν γύρω στο 1500. Μπορεί να κατασκευάστηκαν στη Φλάνδρα, μια περιοχή που παρήγαγε μερικές από τις καλύτερες ταπισερί της εποχής, αλλά αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά στοιχεία που συνεχίζουν να συζητώνται και να ερευνώνται. Η πρώτη τεκμηρίωση των ταπισερί μπορεί να εντοπιστεί σε μια περιγραφή του 1814 του Σατώ ντε Μπουσάκ (Château de Boussac) στην Κεντρική Γαλλία. Είκοσι επτά χρόνια αργότερα, ο Γάλλος συγγραφέας, ιστορικός, αρχαιολόγος και συγγραφέας της νουβέλας «Κάρμεν», Προσπέρ Μεριμέ, ανακάλυψε αυτά τα έργα τέχνης εκεί. Ήταν ενθουσιασμένος από το μεγαλείο τους, αλλά ανησυχούσε πολύ για την τοποθεσία όπου βρίσκονταν, εκτεθειμένα στην υγρασία και τους αρουραίους. Αυτή η παραμέληση έβλαπτε τα έργα και, επιπλέον, οι άνθρωποι από ό,τι φαίνεται τα βανδάλιζαν για να φτιάξουν χαλιά και καλύμματα καροτσιών. Ο Μεριμέ έγραψε σε έναν Γάλλο πολιτικό, ζητώντας την απομάκρυνση τους. Το 1882, το Μουσείο Κλυνύ απέκτησε τα έργα τέχνης για 25.500 φράγκα (περίπου 3.000 ευρώ).

Αυτές οι ταπισερί έχουν χαρακτηριστεί ως η «Μόνα Λίζα του Μεσαίωνα» και ο «εθνικός θησαυρός της Γαλλίας». Η φήμη τους οφείλεται εν μέρει σε λογοτεχνικές αναφορές σημαντικών ιστορικών συγγραφέων, όπως στην «Ιωάννα» της Γεωργίας Σάνδης και στις «Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε» του Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Ακόμη και σήμερα, οι ταπισερί αυτές αναφέρονται ή εμφανίζονται σε μυθιστορήματα και ταινίες.

Μια γενική συμφωνία σχετικά με το αφηγηματικό τους νόημα επετεύχθη μόλις το 1921. Οι ιστορικοί τέχνης πιστεύουν ότι τα έξι έργα της σειράς αποτελούν μεμονωμένες αναπαραστάσεις των αισθήσεων, εικονογραφημένες αλληγορίες για την αφή, τη γεύση, την όσφρηση, την ακοή και την όραση (τα μεσαιωνικά κείμενα κωδικοποιούσαν τις αισθήσεις με αυτή τη σειρά). Η τελευταία ταπισερί αντιπροσωπεύει μια «έκτη αίσθηση», όρος που χρονολογείται από τον Μεσαίωνα.

Το εραλδικό έμβλημα της οικογένειας Λε Βιστ, από τη Λυών, φοριέται από το λιοντάρι στην ταπισερί «Αφή» και από τον μονόκερω στη ταπισερί «Γεύση». (Public Domain)

 

Σε κάθε ταπισερί απεικονίζεται μια ξανθιά κοπέλα με ένα λιοντάρι στα δεξιά της και έναν μονόκερω στα αριστερά της. Τέσσερεις από τις έξι ταπισερί περιλαμβάνουν επίσης μια κυρία επί των τιμών. Τα ζώα φορούν ή φέρουν ένα κόκκινο οικόσημο με τρία ασημένια μισοφέγγαρα σε μια μπλε ταινία, εραλδικό έμβλημα που έχει συνδεθεί από ιστορικούς με την αριστοκρατική οικογένεια Λε Βίστ [Le Viste] της Λυών. Οι επιμελητές πιστεύουν ότι ένα μέλος της οικογένειας παρήγγειλε τις ταπισερί, αλλά η ταυτότητά του παραμένει άγνωστη.

Οι κύριες μορφές τοποθετούνται κεντρικά στη σύνθεση, σε μια νησίδα μπλε χρώματος σε κόκκινο φόντο. Και στις δύο αυτές περιοχές, χρησιμοποιείται το διακοσμητικό στυλ «millefleurs» («χιλιάδες λουλούδια»), με εκθαμβωτικά αποτελέσματα. Δεκάδες λουλούδια και δέντρα διακρίνονται: μπλε καμπανούλες, γαρίφαλα, νάρκισσοι, μαργαρίτες, κρίνοι, κατιφέδες, πανσέδες, βιολέτες, πουρνάρια, βελανιδιές, πορτοκαλιές και πεύκα. Επιπλέον, υπάρχει μία πληθώρα μικρότερων ζώων: πουλιά, όπως γεράκια, ερωδιοί, κίσσες, παπαγάλοι και πέρδικες, συνυπάρχουν με τσιτάχ, σκύλους, αρνιά, λεοπαρδάλεις, πίθηκους, αλεπούδες και κουνέλια.

Λεπτομέρειες από τη σειρά των ταπισερί «Η δέσποινα και ο μονόκερως» («Γεύση»), όπου απεικονίζονται ένα γεράκι, μία καρακάξα, μία μαϊμού και κουνέλια. (Public Domain)

 

Μένει να διευκρινιστεί πού υφάνθηκαν οι ταπισερί – είναι αρκετά πιθανό τα σχέδια να δημιουργήθηκαν στο Παρίσι. Με βάση τις εικόνες τους, οι επιμελητές τα έχουν συνδέσει με το έργο ενός καλλιτέχνη γνωστού ως Δασκάλου της Άννας της Βρετάνης, μιας Γαλλίδας βασίλισσας, ο οποίος ίσως ήταν ο Ζαν ντ’ Υπρ [Jean d’ Ypres], γνωστό για το εκπληκτικό του βιβλίο «Πολύ μικρές ώρες» [Très Petites Heures], που γράφτηκε για την Άννα της Βρετάνης.

Μια εικονογραφημένη σελίδα από το «Très Petites Heures» (περίπου στα τέλη του 15ου αιώνα), από τον Δάσκαλο της Άννας της Βρετάνης. (Public Domain)

 

Αντιπροσωπεύοντας τις αισθήσεις

Στην ταπισερί «Αφή», η νεαρή γυναίκα φορά στέμμα και έχει μακριά κυματιστά μαλλιά. Το σκούρο μπλε βελούδινο φόρεμά της είναι επενδεδυμένο με ερμίνα, μια γούνα που συνδέεται με τη βασιλική οικογένεια, και διακοσμητικά κεντήματα στολισμένα με χρυσό και πολύτιμους λίθους. Το θέμα της αφής γίνεται φανερό από τα δύο πράγματα που αγγίζει: με το δεξί της χέρι κρατά ένα ψηλό λάβαρο, ενώ με το αριστερό της πιάνει απαλά το κέρατο του μονόκερου. Οι μονόκεροι ήταν συχνά αλληγορικές φιγούρες σε ιστορίες αυλικών ερώτων, οπότε αυτή η σκηνή στην οποία η κοπέλα ακουμπά το ζώο θα μπορούσε να σημαίνει πόθο για έναν εραστή. Τα αιχμάλωτα ζωάκια με το περιλαίμιο που διακρίνονται γύρω από το λάβαρο ενισχύουν αυτή την ιδέα.

«Αφή», μεταξύ 1484 και 1500. Μαλλί και μετάξι, 3 x 3,5 μ. Μουσείο Κλυνύ, Παρίσι. (Public Domain)

 

Στη ταπισερί «Γεύση», η κοπέλα παίρνει ένα γλυκό από ένα πιάτο που κρατά η συνοδός της, για να ταΐσει όπως φαίνεται τον παπαγάλο που κάθεται στο χέρι της. Αντικατοπτρίζοντας αυτήν την κίνηση, η μαϊμού στη βάση της μπλε νησίδας τρώει ένα κομμάτι φρούτο. Πίσω από την κοπέλα, οριοθετώντας τη νησίδα, υπάρχει μια πέργκολα με τριαντάφυλλα. Αυτό αναφέρεται στην έννοια του «hortus conclusus», που μεταφράζεται ως κλειστός κήπος, ένα δημοφιλές μοτίβο στις απεικονίσεις αυλικής αγάπης. Ένα άλλο σύμβολο που συνδέεται με αυτήν την ιδέα και το κυνήγι του μονόκερω είναι το ρόδι, το οποίο κρέμεται από τη ζώνη της γυναίκας.

«Γεύση», μεταξύ 1484 και 1500. Μαλλί και μετάξι, 3,7 x 4,5 μ. Μουσείο Κλυνύ, Παρίσι. (Public Domain)

 

Λεπτομέρεια στην οποία διακρίνονται τα ρόδια που κρέμονται από τη ζώνη της γυναίκας – ένα σύμβολο δημοφιλές στις αυλικές απεικονίσεις αγάπης. (Public Domain)

 

Τα λουλούδια, και το άρωμά τους που συνυποδηλώνεται, κυριαρχούν στην ταπισερί «Όσφρηση». Σε αυτήν την εικόνα, η κοπέλα φτιάχνει ένα στεφάνι από γαρίφαλα, παίρνοντας λουλούδια από ένα δίσκο που κρατά η κυρία επί των τιμών. Αυτό το λουλούδι θεωρούνταν σύμβολο αγάπης και γιρλάντες λουλουδιών απεικονίζονταν συχνά σε σκηνές αυλικού έρωτα. Και πάλι, η δράση του πιθήκου υπογραμμίζει την αλληγορική σημασία της ταπισερί: μυρίζει ένα τριαντάφυλλο. Τα μαλλιά της κοπέλας είναι καλυμμένα με κοσμήματα, ενώ φορά τα βραχιόλια της με μοντέρνο τρόπο: στους καρπούς της, όχι ψηλά στο μπράτσο.

«Όσφρηση», μεταξύ 1484 και 1500. Μαλλί και μετάξι. 3,6 x 3 μ. Μουσείο Κλυνύ, Παρίσι. (Public Domain)

 

Η μουσική είναι το θέμα της ταπισερί για την «Ακοή». Η κοπέλα παίζει ένα πολύτιμο μεσαιωνικό φορητό όργανο (δεν έχουν διασωθεί φυσικά δείγματα από την εποχή), στολισμένο με κοσμήματα. Ο σύντροφός της χειρίζεται τους φυσητήρες του οργάνου. Τα υφάσματα είναι ιδιαιτέρως πλούσια και βαρύτιμα σε αυτήν τη σκηνή: το όργανο βρίσκεται πάνω σε ένα ανατολίτικο χαλί – η γυναίκα φορά ένα φόρεμα με μοτίβα ροδιού, που ήταν το απόγειο της ιταλικής μόδας στις αρχές του 16ου αιώνα. Όλα της τα ρούχα και τα κοσμήματα δείχνουν την αριστοκρατική πολυτέλεια της εποχής. Στην «Ακοή», η κοπέλα φορά πάλι ένα κάλυμμα κεφαλής, γνωστό ως «αιγκρέτ» (aigrette).

«Ακοή», μεταξύ 1484 και 1500. Μαλλί και μετάξι 3,6 x 2,7 μ. Μουσείο Κλυνύ, Παρίσι. (Public Domain)

 

Στην ταπισερί «Όραση», η κυρία κάθεται έχοντας έναν μονόκερω στην αγκαλιά της, συμβολίζοντας έτσι τις πτυχές της αυλικής αγάπης. Ενώ χαϊδεύει τον μονόκερω με το αριστερό της χέρι, με το άλλο χέρι κρατά μπροστά του έναν καθρέφτη από χρυσό και πολύτιμες πέτρες – ένα αντικείμενο πολυτελείας εκείνη την εποχή. Τα ζώα στο βάθος – ένας σκύλος, ένα λιοντάρι και ένα κουνέλι – παίζουν το δικό τους παιχνίδι με τα βλέμματά τους, ενώ η γυναίκα και ο μονόκερως φαίνονται απορροφημένοι ο ένας από τον άλλον και από την αντανάκλαση του καθρέπτη, σχηματίζοντας ένα κλειστό κύκλωμα.

«Όραση», μεταξύ 1484 και 1500. Μαλλί και μετάξι. 3 x 3 μ. Μουσείο Κλυνύ, Παρίσι. (Public Domain)

 

Η αινιγματική έκτη ταπισερί είναι γνωστή ως «A mon seul désir» («Στη μόνη μου επιθυμία»). Ο τίτλος της προέρχεται από αυτήν τη φράση, η οποία είναι γραμμένη στην κορυφή της πολυτελούς μπλε σκηνής στο κέντρο της εικόνας. Η κυρία επί των τιμών δείχνει στη δέσποινα ένα κουτί κοσμημάτων με μεταλλικά εξαρτήματα. Εκείνη παίρνει – ή αφήνει; – ένα κολιέ παρόμοιο με αυτό που φοράει στη ταπισερί «Γεύση». Οι μελετητές δεν έχουν καταλήξει εάν παίρνει το κόσμημα για να το φορέσει ή αν το επιστρέφει στο κουτί. Αν το συμβαίνει το δεύτερο, σημαίνει ότι αποκηρύσσει τις εγκόσμιες απολαύσεις και τα αισθησιακά αντικείμενα των προηγούμενων ταπισερί; Υπάρχουν πολλές θεωρίες ως προς την έννοια της έκτης αίσθησης, συμπεριλαμβανομένης της ελεύθερης βούλησης. Η επικρατούσα εκτίμηση είναι ότι αναφέρεται σε μια εσωτερική αισθητηριακή εμπειρία, ένα ζήτημα της ψυχής και της καρδιάς.

«A mon seul désir» (Στη μόνη μου επιθυμία), μεταξύ 1484 και 1500. Μαλλί και μετάξι. 3,6 x 4,6 μ. Μουσείο Κλυνύ, Παρίσι. (Public Domain)

 

Η σειρά «Η δέσποινα και ο μονόκερως» είναι ένα από τα σπουδαιότερα έργα τέχνης που παράχθηκαν στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Οι προικισμένοι υφαντές που τα κατασκεύασαν πιθανότατα ξόδεψαν αρκετά χρόνια στο έργο και το κόστος θα ήταν τεράστιο. Αυτά τα έργα τέχνης συνεχίζουν να εκτιμώνται για το μυστήριο και το αισθητικό τους επίτευγμα. Εκπέμπουν μια αύρα γαλήνης με τη συνθετική τους ισορροπία και τα αρμονικά τους χρώματα,  προκαλώντας τον θαυμασμό του θεατή.

 

Οι «ιερές συνομιλίες» του Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα

Ο Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα, μια από τις ιδρυτικές μορφές της πρώιμης Ιταλικής Αναγέννησης, κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της τέχνης. Το έργο του εξυμνείται από γνώστες, συναδέλφους καλλιτέχνες και το ευρύ κοινό. Οι θιασώτες του ακολουθούν το «Μονοπάτι Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα», κάνοντας στάσεις στις ιταλικές περιοχές της Τοσκάνης και του Λε Μαρτς για να δουν αξιόλογα έργα στην αρχική τους θέση.

Οι συναρπαστικές τοιχογραφίες και οι πίνακες του ντελλα Φραντσέσκα αιχμαλωτίζουν την προσοχή του θεατή μέσω της αριστοτεχνικής δημιουργίας ενός ψευδαισθησιακού χώρου, των γλυπτικών μορφών, του έντονου φωτός, των ζωηρών χρωμάτων, και της θείας ατμόσφαιρας. Πολλά από τα υπέροχα έργα του απεικονίζουν την Παναγία και το Βρέφος σε ένα θέμα που είναι γνωστό ως «ιερές συνομιλίες».

Ο «μονάρχης» της ζωγραφικής

Εικονογράφηση του Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα από το βιβλίο του Τζόρτζο Βαζάρι «Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων» (Le vite de più eccellenti architetti, pittori, et scultori ή απλώς Vite), 1648. Αρχείο Διαδικτύου. (Public Domain)

 

Ο Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα (περ. 1415/20–1492) θεωρούνταν «μονάρχης» της ζωγραφικής όσο ζούσε. Γεννήθηκε στη μικρή πόλη Σανσεπόλκρο της Τοσκάνης, τότε γνωστή ως Μπόργκο Σαν Σεπόλκρο, κοντά στα σύνορα της Ούμπρια. Τον 15ο αιώνα η πόλη γνώρισε σημαντική ακμή, όντας πάνω σε εμπορικές και προσκυνηματικές οδούς.

Λίγα είναι γνωστά για την πρώιμη ζωή και την καλλιτεχνική κατάρτιση του ντελλα Φραντσέσκα. Η προηγμένη χρήση της γραμμικής προοπτικής (ήταν επίσης μαθηματικός) δείχνει ότι πρέπει να είχε εκτεθεί στην τέχνη της ευρύτερης Τοσκάνης, ιδιαίτερα της Φλωρεντίας. Μέχρι το 1439, εργαζόταν στη Φλωρεντία μαζί με τον Ντομένικο Βενετσάνο. Το έργο του ντελλα Φραντσέσκα αντανακλά τόσο την επιρροή του Βενετσάνο όσο και αυτή των Πάολο Ουτσέλο και Λεόν Μπατίστα Αλμπέρτι.

Πιστεύεται ότι ο ντελλα Φραντσέσκα δεν εργάστηκε ποτέ στη Φλωρεντία μετά τη δεκαετία του 1430, αν και η αυξανόμενη φήμη του οδήγησε σε έργα κύρους στις αυλές της Ρώμης, του Ρίμινι, της Φεράρα και του Ουρμπίνο. Χορηγοί του ήταν προσωπικότητες όπως ο πάπας και ο δούκας του Ουρμπίνο. Ωστόσο, ο ντελλα Φραντσέσκα επέστρεφε πάντα στο Σανσεπόλκρο, όπου έζησε, δημιούργησε και πέθανε, το 1492. Το Σανσεπόλκρο εμφανίζεται στο τοπίο του πρώιμου αριστουργήματός του «Η Βάπτιση του Χριστού», του 1437–1445 περίπου.

Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα, «Η Βάπτιση του Χριστού», 1437–1445. Αυγοτέμπερα σε ξύλο λεύκας. Εθνική Πινακοθήκη, Λονδίνο. (Public Domain)

 

Για ένα μεγάλο μέρος του έργου του δεν γνωρίζουμε ούτε την ημερομηνία ούτε το νόημα. Τα έργα του των «ιερών συνομιλιών» δεν αποτελούν εξαίρεση. Ο όρος αφορά ένα έργο για τέμπλο, που παρουσιάζει την Παναγία και το Βρέφος εν μέσω αγίων. Παρά το όνομα του είδους, ήταν σπάνιο τον 15ο αιώνα οι φιγούρες ενός πίνακα να συνομιλούν – συνήθως εμφανίζονταν στοχαστικές, να κοιτάζουν προς τον θεατή. Επιπλέον, ένας από τους αγίους έκανε και μια χειρονομία η οποία προσέλκυε το βλέμμα του θεατή στο κεντρικό τμήμα του πίνακα.

«Η Παρθένος και το Βρέφος» του Κλαρκ

Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα, «Παρθένος και Βρέφος ένθρονοι, με τέσσερεις αγγέλους», περ. 1460–70. Λάδι, ενδεχομένως με λίγη τέμπερα, σε πάνελ και ύφασμα. 108 x 78 εκ. Ινστιτούτο Τέχνης Κλαρκ, Γουίλιαμσταουν, Μασαχουσέτη. (Public Domain)

 

Το έργο «Παρθένος και Βρέφος ένθρονοι, με τέσσερεις αγγέλους» είναι ένα από τα πιο φημισμένα του ντελλα Φραντσέσκα. Αυτό το μεγάλο, εντελώς άθικτο έργο τέμπλου, που αποτελεί πλέον μέρος της συλλογής του Ινστιτούτου Τέχνης Κλαρκ της Μασαχουσέτης στο Μπέρκσαϊρς, είχε δημιουργηθεί αρχικά για μία εκκλησία ή ιδιωτική κατοικία. Είναι ένα από τα επτά ενυπόγραφα έργα τέχνης του ντελλα Φραντέσκα που ανήκουν σε συλλογή αμερικανικού μουσείο – το ωραιότερο.

Στο κέντρο του βρίσκεται η ένθρονη Παναγία κρατώντας στην αγκαλιά της τον Χριστό, ο οποίος απλώνει τα χέρια Του προς ένα τριαντάφυλλο. Το τριαντάφυλλο συμβολίζει πολλά πράγματα: τη θεϊκή αγάπη, την ανθρώπινη φύση του Χριστού και τα επικείμενα Πάθη Του. Ο Χριστός δεν πτοείται από τη μοίρα του. Τείνει ούτως ή άλλως προς το λουλούδι και η Παναγία δεν το απομακρύνει. Αντίθετα, το κοιτάζει, ίσως έχοντας μια ιδέα του τι προμηνύει. Η σημασία του τριαντάφυλλου τονίζεται από τις σκαλισμένες ροζέτες στο κάτω μέρος του μαρμάρινου θρόνου της Παναγίας.

Το σκηνικό του έργου τέχνης είναι ένας ρηχός χώρος με κλασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως κίονες και κρεμαστή διακόσμηση στην κορυφή των τοίχων – ο ντελλα Φραντσέσκα συνήθιζε να αντλεί από την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Η ηρεμία των μορφών είναι σε αρμονία με τον αέρα θείας γαλήνης και αρμονίας που αποπνέει ο πίνακας.

Τέσσερεις άγγελοι περιβάλλουν την Παναγία και το Βρέφος ως κομψά μαρμάρινα αγάλματα με ενδύματα και χρωματιστά φτερά. Στα δεξιά, ο άγγελος με τα κόκκινα κοιτάζει προς τους θεατές δείχνοντας τον Χριστό. Ο άγγελος στα αριστερά, ντυμένος στα λευκά, ρίχνει τη σκιά του στη βάση του θρόνου. Αυτή η λεπτομέρεια έχει οδηγήσει τους επιμελητές να σκεφτούν ότι ο πίνακας ήταν αρχικά κρεμασμένος στα δεξιά ενός παραθύρου και ότι ο καλλιτέχνης ενσωμάτωσε στο έργο την πραγματική πηγή φωτός.

Η δεκαετία του 1450 ήταν μια παραγωγική δεκαετία για τον καλλιτέχνη. Άρχισε να εργάζεται για την Αυλή του Ουρμπίνο, για την οποία πιστεύεται ότι ζωγράφισε το περίφημο «Μαστίγωμα του Χριστού». Ξεκίνησε επίσης την παραγωγή ενός περίφημου κύκλου τοιχογραφιών στην εκκλησία του Σαν Φραντσέσκο στο Αρέτσο, γνωστή ως «Ο Θρύλος του Αληθινού Σταυρού» και ολοκλήρωσε τοιχογραφίες για το παλάτι του Βατικανού. Τις επόμενες δεκαετίες, η σχέση του με τον ηγεμόνα του Ουρμπίνο, δούκα Φεντερίκο ντα Μοντεφέλτρο, βελτιώθηκε και ο ζωγράφος έλαβε σημαντικές παραγγελίες, συμπεριλαμβανομένου ενός διπλού πορτραίτου, του ηγεμόνα και της συζύγου του, το οποίο αποτελεί από τα πλέον θαυμαστά πορτραίτα της περιόδου.

Τέμπλο του Σαν Μπερναρντίνο

Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα, «Παναγία και Βρέφος με αγγέλους, αγίους και τον Φεντερίκο ντα Μοντεφέλτρο (Τέμπλο του Σαν Μπερναρντίνο)», περ.1472. Τέμπερα σε πάνελ. Πινακοθήκη Μπρέρα, Μιλάνο, Ιταλία. (Public Domain)

 

Η «sacra conversazione» (ιερή συνομιλία) του ντελλα Φραντσέσκα με τίτλο «Παναγία και Βρέφος με αγγέλους, αγίους και τον Φεντερίκο ντα Μοντεφέλτρο (Τέμπλο του Σαν Μπερναρντίνο)» παρουσιάζει τον δούκα ανάμεσα σε αγίους και αγγέλους. Ανήκει πλέον στην Pinacoteca di Brera στο Μιλάνο. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι ο Φεντερίκο το παρήγγειλε μετά τη γέννηση του αρσενικού κληρονόμου του και τον θάνατο της συζύγου του, και ότι στον πίνακα υπάρχουν σύμβολα και των δύο γεγονότων. Η Pinacoteca γράφει ότι «το κοιμισμένο παιδί παραπέμπει στη μητρότητα και ταυτόχρονα στον θάνατο».

Για τη δημιουργία του πίνακα χρησιμοποιήθηκε τέμπερα σε πάνελ και χρονολογείται από το 1472 έως το 1474. Είναι πιθανό ότι το τέμπλο προοριζόταν να στεγαστεί στην εκκλησία του Σαν Μπερναρντίνο στο Ουρμπίνο, που χτίστηκε από τον δούκα για να στεγάσει τον δικό του τάφο. Το κλασικό σκηνικό με το καθαρό φως του είναι παρόμοιο με το «Παναγία και Βρέφος ένθρονοι, με τέσσερεις αγγέλους», αν και σε αυτό το έργο υπάρχει θόλος και αψίδα. Στο πίσω μέρος του υπάρχει ένα αναποδογυρισμένο κέλυφος κοχυλιού, από το οποίο κρέμεται ένα αυγό στρουθοκαμήλου – αυτό έχει πολλαπλές έννοιες, όπως πολλά από τα στοιχεία στο έργο του ντελλα Φραντσέσκα. Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να ερμηνευθεί ως σύμβολο του κόσμου, της μητρότητας, της Παναγίας, του οικοσήμου της οικογένειας Μοντεφέλτρο, καθώς και ως το Πάθος και η Ανάσταση. Τα δύο τελευταία συμβολίζονται επίσης από το περιδέραιο κόκκινου κοραλλιού που φορά ο Χριστός. Τα περιδέραια κοραλλιών τα φορούσαν πράγματι τότε τα παιδιά, για λόγους προστασίας και οδοντοφυΐας.

Σε ημικύκλιο γύρω από την Παναγία και το Βρέφος είναι, από αριστερά, ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο Άγιος Βερναρδίνος, ο Άγιος Ιερώνυμος που χτυπά το στήθος του με μια πέτρα, ο Άγιος Φραγκίσκος που δείχνει το στίγμα, ο Άγιος Πέτρος ο Μάρτυς με πληγή στο κεφάλι και ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής. Πίσω τους βρίσκονται στολισμένοι, ουράνιοι αρχάγγελοι. Ο δούκας φορώντας την πανοπλία του (καθώς ήταν διάσημος για τη στρατιωτική του δύναμη και την προστασία των τεχνών), γονατίζει μπροστά στην ένθρονη Μαντόνα και τον μικρό Ιησού.

Σενιγκαλλία Μαντόνα

«Μαντόνα και Βρέφος με δύο αγγέλους (Σενιγκαλλία Μαντόνα)», μεταξύ 1474 και 1478, από τον Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα. Λάδι σε πάνελ. 61 x 53 εκ. Εθνική Πινακοθήκη του Μάρκε, Ουρμπίνο, Ιταλία. (Public Domain)

 

Στο Ουρμπίνο, στην Εθνική Πινακοθήκη του Μάρκε, βρίσκεται άλλη μία «sacra conversazione» του ντελλα Φραντσέσκα από την εποχή της εργασίας του στον δούκα ντα Μοντεφέλτρο. Αυτός ο πίνακας είναι μικρότερος και περισσότερο ‘οικείος’. Το έργο «Μαντόνα και Βρέφος με δύο αγγέλους (Σενιγκαλλία Μαντόνα)» είναι ζωγραφισμένο με λάδι και τέμπερα σε πάνελ και χρονολογείται το 1474 ή το 1478. Οι μελετητές πιστεύουν ότι ο δούκας το χάρισε στην κόρη του με την ευκαιρία του γάμου της με τον Τζοβάννι ντελ λα Ρόβερε, τον άρχοντα της Σενιγκαλλία.

Ο πίνακας έχει πολύ στενή σύνθεση. Σε αυτή την εκδοχή, η Παναγία στέκεται κρατώντας το Βρέφος σε μια στάση που θυμίζει αρχαίες εικόνες, με δύο αγγέλους να στέκονται πίσω της ήρεμοι. Οι δύο άγγελοι φορούν μαργαριτάρια στο λαιμό, σύμβολα αγνότητας, ενώ ο Ιησούς φορά ένα μενταγιόν με κοράλλι και κρατά ένα λευκό τριαντάφυλλο. Αντί για σκηνικό παρεκκλησίου, οι φιγούρες βρίσκονται σε ένα εσωτερικό που μοιάζει με το Δουκικό Παλάτι του Ουρμπίνο. Ένα άνοιγμα στα αριστερά δείχνει ένα άλλο δωμάτιο, όμορφα φωτισμένο.

Το «Μαντόνα και Βρέφος με Δύο Αγγέλους» ήρθε στην Πινακοθήκη, που στεγάζεται στο παλάτι του Δούκα του Ουρμπίνο, από την εκκλησία της Σάντα Μαρία ντελλε Γκράτσιε στη Σενιγκαλλία, το 1917. Το 1975, ήταν ένας από τους τρεις πίνακες που κλάπηκαν από το Παλάτι, μαζί με άλλο ένα έργο του ντελλα Φραντσέσκα («Το μαστίγωμα του Χριστού») και ένα του Ραφαήλ. Οι κλέφτες εισέβαλαν και έκοψαν τις ζωγραφιές από τα κάδρα τους – η πράξη τους προκάλεσε μεγάλη αίσθηση και έμεινε γνωστή ως η «ληστεία του αιώνα». Χάρις σε πληροφορίες που έδωσε ένας Ρωμαίος έμπορος παλαιών αντικειμένων, τα έργα ανακτήθηκαν τον επόμενο χρόνο από την ιταλική αστυνομία στο Λοκάρνο της Ελβετίας.

Ο Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα δημιούργησε μερικά από τα πλέον σημαντικά και πρωτότυπα έργα τέχνης της Αναγέννησης. Οι πίνακές του είναι θρυλικοί για την ισορροπία και τη μεγαλοπρεπή λιτότητα της γεωμετρίας και του χρώματος, του δέους και της οδύνης, και αντανακλούν τις νέες τεχνικές της εποχής: τη σχολαστική προοπτική όπως την εξέλιξε η σχολή της Φλωρεντίας, και τον χειρισμό του φωτός, τον ρεαλισμό και τη χρήση των ελαιοχρωμάτων της ολλανδικής τέχνης. Το απαύγασμα των εκλεπτυσμένων έργων του περιλαμβάνει αυτές τις τρεις στοχαστικές «sacra conversazioni».

Νίκη της Σαμοθράκης: Η συνοπτική ιστορία ενός φτερωτού αγάλματος

Το Λούβρο προσελκύει εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως. Ανάμεσα στα πέντε κορυφαία έργα τέχνης του είναι η «Φτερωτή Νίκη της Σαμοθράκης». Υπόδειγμα κλασικής ομορφιάς, κίνησης και χάρης, το άγαλμα είναι τοποθετημένο στην πλώρη ενός πλοίου που βρίσκεται στην κορυφή της σκάλας Νταρύ του μουσείου. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Λούβρο το 1884. Από τότε, μετά από εκτεταμένη αποκατάσταση, αιχμαλωτίζει τη φαντασία του κοινού, παραμένοντας άπιαστη για τους μελετητές.

Το διάσημο άγαλμα απεικονίζει τη θεά Νίκης, προσωποποίηση της νίκης σε στρατιωτικές μάχες και αγώνες, περιλαμβανομένων των αθλητικών και καλλιτεχνικών αγώνων. Πρόκειται για θεά ευρέως σεβαστή στην αρχαιότητα, γνωστή ως Βικτώρια στους Ρωμαίους. Η θεϊκή ενσάρκωση της νίκης υπάρχει σε όλο τον κλασικό κόσμο σε διάφορα μέσα, όπως γλυπτική, ζωγραφική, κοσμήματα και νομίσματα.

(α) Ασημένιο νόμισμα με τη Νίκη να στέκεται στην πλώρη του σκάφους, κρατώντας ένα ραβδί και μια τρομπέτα. (δ) Αρχαία ρωμαϊκή τοιχογραφία με τη φτερωτής Νίκη, στην Πομπηία. (cgb.fr/CC BY-SA 3.0) Stefano Bolognini)

 

Το συνολικό ύψος του γλυπτού υπερβαίνει τα 5,5 μέτρα, ενώ η ίδια η θεά έχει ύψος 2,7 μέτρα. Η Νίκη είναι φτιαγμένη από παριανό μάρμαρο, ένα από τα υψηλότερης ποιότητας ελληνικά μάρμαρα, καθαρό λευκό, λεπτόκοκκο, ημιδιαφανές και άψογο.

Μια κατακερματισμένη Νίκη

Η «Φτερωτή Νίκη» βρέθηκε στη Σαμοθράκη, στην πλαγιά ενός λόφου που έβλεπε το Ιερό των Μεγάλων Θεών, ένα αρχαίο συγκρότημα δώδεκα ναών που προσέλκυε προσκυνητές από όλη την περιοχή. Το άγαλμα ήταν αρχικά τοποθετημένο σε σημαντικό ύψος, έτσι ώστε να είναι εύκολα ορατό από τους επισκέπτες από μακριά, πιθανότατα και από τη θάλασσα. Το Λούβρο εγκατέστησε το έργο στην κορυφή της σκάλας Νταρύ για να αναπαράγει – όσο είναι εφικτό –  τις αρχικές συνθήκες θέασης.

Το άγαλμα της θεάς, με ύψος 2,7 μέτρα, είναι φτιαγμένο από παριανό μάρμαρο, ενώ το πλοίο από γκρίζο της Ρόδου. Συνολικά, το γλυπτό υπερβαίνει τα 5,5 μέτρα. Λούβρο, Γαλλία. (Public Domain)

 

Ενώ ο γλύπτης παραμένει άγνωστος, το γεγονός ότι η ακριβής αρχική τοποθεσία του έργου είναι γνωστή είναι κάτι ασυνήθιστο για τα αρχαιοελληνικά αγάλματα. Οι μελετητές πιστεύουν ότι η «Νίκη της Σαμοθράκης» δημιουργήθηκε μεταξύ 200 και 175 π.Χ., για να τιμήσει μια ναυτική νίκη, άγνωστη ποια. Αιώνες μετά τη δημιουργία του, έπεσε από το βάθρο της και έσπασε σε αρκετά σημεία. Παρέμεινε χαμένη, μέχρι που το 1863, από έναν Γάλλο ερασιτέχνη αρχαιολόγο και διπλωμάτη, τον Σαρλ Σαμπουαζώ (Charles Champoiseau, 1830–1909).

Ο Σαμπουαζώ ανακάλυψε τη «Φτερωτή Νίκη» σε 110 θραύσματα. Το άγαλμα μεταφέρθηκε στο Παρίσι, όπου επανασυναρμολογήθηκε σύμφωνα με κριτήρια αποκατάστασης του 19ου αιώνα. Πράγματι, ολόκληρη η δεξιά πλευρά, της οποίας η αρχική κατάσταση μπορεί να σταχυολογηθεί μόνο από κομμάτια που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα, είναι κατασκευασμένη από γύψο και δημιουργήθηκε συμμετρικά προς την ακάλυπτη αριστερή πτέρυγα. Οι συντηρητές και οι επιμελητές δεν θα επέλεγαν αυτήν τη μέθοδο σήμερα, αλλά το Μουσείο αποφάσισε να διατηρήσει την αρχική λύση.

Επακόλουθη ανασκαφή, τη δεκαετία του 1870, έδωσε τη βάση του αγάλματος, που αποτελείται από μια πλίνθο και την απόδοση μιας πλώρης ενός πολεμικού πλοίου σε γκρίζο μάρμαρο της Ρόδου. Ωστόσο, το κεφάλι και τα χέρια της Νίκης δεν βρέθηκαν ποτέ.

Οι παραδεισένιοι κήποι της Αγνής Νόρθροπ

Τη θέα ενός νέου κήπο, με λουλούδια πάντα ανθισμένα,  προσφέρει τώρα τo Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης στους επισκέπτες του.

Τα λουλούδια είναι φτιαγμένα από γυαλί και συγκεκριμένα από γυαλί favrile. Αποτελούν μέρος του μνημειακού βιτρώ που κατασκεύασε η αμερικανική εταιρεία Tiffany Studios, την οποία ίδρυσε ο σπουδαίος Λούις Κόμφορτ Τίφανυ.  Ωστόσο, πίσω από το συγκεκριμένο παράθυρο κρύβεται και μία αξιόλογη γυναίκα.

Το υπέροχο τρίπτυχο παράθυρο με την ονομασία «Τοπίο Κήπου» για το Linden Hall αποκτήθηκε από το The Met τον Δεκέμβριο του 2023 και παρουσιάστηκε στο κοινό τον Νοέμβριο του 2024. Η 100ή επέτειος της εν λόγω πτέρυγας το 2024 και η προσθήκη ενός από τα πιο σημαντικά παράθυρα του Tiffany Studios είναι δύο αξιοσημείωτα γεγονότα που άξιζε να αναδειχθούν.

Το «Τοπίο κήπου» του Linden Hall

Αυτό το εξαιρετικό βιτρώ δημιουργήθηκε το 1912 κατά παραγγελία της Σάρα Μπ. Κοκρέιν (1857–1936),  επιχειρηματία. Παιδί φτωχής αγροτικής οικογένεια στην Πενσυλβάνια, δεν μπορούσε να πηγαίνει στο σχολείο κάθε μέρα γιατί δεν είχε αρκετά ρούχα. Εργάστηκε ως υπηρέτρια στο σπίτι ενός πλούσιου βιομήχανου άνθρακα και παντρεύτηκε τον γιο του. Όταν χήρεψε σε νεαρή ηλικία, η Κοκρέιν έμεινε επικεφαλής της αυτοκρατορίας του συζύγου της. Παρέμεινε ενεργά αναμεμειγμένη στις επιχειρήσεις μέχρι τα 70 της, τριπλασιάζοντας επιτυχώς την επιχείρηση και κερδίζοντας τον τίτλο της «μόνης βασίλισσας άνθρακα του έθνους».
Επηρεασμένη από τη βρετανική αρχιτεκτονική, η Κοκρέιν έχτισε, το 1911-1913, μία έπαυλη σε στυλ Τυδώρ στο Πάρκο Σαιν Τζέημς, στο Ντώσον της Πενσυλβάνια, την οποία ονόμασε Linden Hall (Λίντεν Χωλ). Αριθμούσε περισσότερες από 30 αίθουσες, μία στάση τρένου και ένα μεγάλο βιτρώ του Tiffany που κοσμούσε την είσοδο. Ως θέμα του βιτρώ, η Κοκρέιν ζήτησε συγκεκριμένα να είναι ένας κήπος, που θα παρέπεμπε στους πραγματικούς κήπους της έπαυλης.

 

The three-part Garden Landscape window is installed in the south end of Charles Engelhard Court (Gallery 701) at the Metropolitan Museum of Art. (Courtesy of The Met)
Το «Τοπίο Κήπου» είναι πλέον εγκατεστημένο στο νότιο άκρο του Charles Engelhard Court (Gallery 701) στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης. (Ευγενική παραχώρηση: The Met)

 

Σχεδιαστής του βιτρώ δεν ήταν ο ίδιος ο Τίφανυ αλλά η Αγνή Νόρθροπ (Agnes Northrop, 1857–1953), μια από τις πιο λαμπρές καλλιτέχνιδες της εταιρείας. Ήταν μέλος των αυτοαποκαλούμενων «Tiffany Girls», μιας ομάδας εξαιρετικά ταλαντούχων γυναικών που είχαν δημιουργήσει μερικά από τα πιο φημισμένα φωτιστικά και αντικείμενα τέχνης Tiffany. Αν και τα επιτεύγματά τους ξεχάστηκαν για σχεδόν έναν αιώνα, τα τελευταία χρόνια οι ακαδημαϊκοί τα επανέφεραν στο προσκήνιο.

Cabinet card of Agnes Northrop, one of the six original workers from Tiffany Studios' Women's Glass Cutting Department, circa 1885. The Metropolitan Museum of Art, New York City. (Public Domain)
Αγνή Νόρθροπ, περίπου το 1885. (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη)

 

Ο τύπος του γυαλιού που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του «Τοπίου Κήπου» έχει μια ιριδίζουσα επιφάνεια και χαρακτηρίζεται από βαθύ πλούτο, λάμψη και ποικίλες υφές. Ονομάζεται favrile από την παλιά αγγλική λέξη fabrile, που σημαίνει «κατεργασμένο με το χέρι». Η εταιρεία Tiffany κατοχύρωσε το γυαλί favrile ως σήμα κατατεθέν της το 1894. Η άλλη μεγάλη καινοτομία της ήταν η χρήση τοπίων ως θέμα.

Η Tiffany έδινε στο Γυναικείο Τμήμα Κοπής Γυαλιού μεγάλη καλλιτεχνική ελευθερία. Οι γυναίκες δημιουργούσαν τα δικά τους σχέδια – τα οποία έπρεπε να εγκριθούν πριν από την παραγωγή – επέλεγαν τα κομμάτια γυαλιού για τις συνθέσεις τους και συμμετείχαν στη διαδικασία συναρμολόγησης. Τα έργα προβάλλονταν και διακινούνταν με το όνομα της εταιρείας και σπάνια γινόταν ονομαστική αναφορά στους υπαλλήλους.

Μια δυνατή σχεδιάστρια

Η Νόρθροπ δούλεψε πέντε δεκαετίες για την εταιρεία Tiffany. Γεννήθηκε στη γειτονιά Φλάσινγκ του Κουίνς και πέθανε στο Gramercy Park Hotel σε ηλικία 96 ετών. Η συνεργασία της με την Tiffany ξεκίνησε το 1884 – προσλήφθηκε αμέσως παρά το γεγονός ότι δεν είχε καμία γνωστή επίσημη καλλιτεχνική κατάρτιση. Μέχρι τη δεκαετία του 1890, είχε αποκτήσει όνομα στην εταιρεία και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης. Επίσης, είχε και ένα ιδιωτικό στούντιο. Για ορισμένα αντικείμενα που δημιούργησε τιμήθηκε η ίδια,. Ένα από τα βραβεία που κέρδισε ήταν το αργυρό μετάλλιο στην Έκθεση Universelle του 1900 στο Παρίσι, καθώς και μία πρόσκληση για ένα ταξίδι σχεδίου στη Γαλλία με την Tiffany και την επικεφαλής του Γυναικείου Τμήματος.

 

Γνωστή για τις απεικονίσεις περίπλοκων ανθισμένων κήπων με πλούσια βλάστηση που δημιουργούσε για τη διακόσμηση των παραθύρων, η Νόρθροπ είχε σχεδιάσει μερικά από τα πιο εντυπωσιακά βιτρώ της εταιρείας. Η διαδικασία ξεκινούσε με ένα προσχέδιο, για το οποίο αντλούσε έμπνευση από ένα προσωπικό αρχείο βοτανικών και ιστορικών θεμάτων και τις δικές της παρατηρήσεις της φύσης.

Όταν η εταιρεία ενέκρινε το προσχέδιο, η Νόρθροπ ζωγράφιζε μια πιο λεπτομερή εικόνα, η οποία παρουσιαζόταν στον πελάτη. Η αποδοχή της μακέτας από τον πελάτη οδηγούσε στο επόμενο βήμα ενός σχεδίου σε πλήρη κλίμακα όπου αποδίδονταν και τα σχήματα των γυάλινων κομματιών. Στη συνέχεια, επιλέγονταν και κόβονταν τα επιμέρους γυάλινακομμάτια. Τέλος, το παράθυρο, που αποτελούνταν από χιλιάδες κομμάτια, πήγαινε στα τμήματα μολύβδωσης και σμάλτου. Το «Τοπίου Κήπου» του Linden Hall αποδίδεται στη Νόρθροπ επειδή το σχέδιο της για το κεντρικό μέρος, που βρίσκεται στη συλλογή του The Met, φέρει την υπογραφή της.

Αυτό το τμήμα του παραθύρου τραβάει το βλέμμα του θεατή στα μαρμάρινα σκαλοπάτια που οδηγούν σε ένα κεντρικό σιντριβάνι, το οποίο περιβάλλεται από νεροκάρδαμα, παπαρούνες και ροζ και μπλε ορτανσίες. Πέρα από αυτό, απλώνεται ένα πανόραμα πλαισιωμένο από πεύκα. Η ώρα της ημέρας είναι ένα ποιητικό λυκόφως.

 

Τα δύο πλαϊνά τμήματα διαθέτουν αντίστοιχα στοιχεία και λουλούδια στο πρώτο πλάνο. Αριστερά εμφανίζονται δακτυλίδες και παιώνιες, ενώ δεξιά δενδρομολόχες. Ο Τίφανι θεώρησε το παράθυρο τόσο εξαιρετικό που το έβαλε στον εκθεσιακό του χώρο στη Νέα Υόρκη, πριν το εγκαταστήσει στο Linden Hall.

ZoomInImage
Το αριστερό και δεξί τμήμα του βιτρώ «Τοπίο Κήπου» του Linden Hall. Δημιουργός: Agnes F. Northrop, 1912. (Ευγενική παραχώρηση: The Met)

 

Τώρα, στο The Met, το «Τοπίο Κήπου» βρίσκεται δίπλα σε έναν άλλο θησαυρό της Tiffany, το «Φθινοπωρινό Τοπίο». Αυτό το μαγευτικό βιτρώ, που κατασκευάστηκε μεταξύ 1923-1924, δείχνει φθινοπωρινά φυλλώματα να ανακλούν τον απογευματινό ήλιο. Η παραγγελία είχε γίνει επίσης για τον χώρο της κεντρικής σκάλας ενός αρχοντικού, αλλά δεν εγκαταστάθηκε ποτέ. Αντ’ αυτού, το βιτρώ δωρήθηκε στο The Met, λίγο μετά την ολοκλήρωσή του. Περιλαμβάνει γυαλί που έχει ‘τσαλακωθεί’ όταν είναι ακόμα λιωμένο και ενσωματωμένες νιφάδες γυαλιού που μοιάζουν με κομφετί. Ο σχεδιασμός αυτού του παραθύρου αποδίδεται επίσης στη Νόρθροπ.

ZoomInImage
Αγνή Φ. Νόρθροπ, «Φθινοπωρινό Τοπίο», 1923–1924. Μόλυβδος και γυαλί favrile, 335 x 259 εκ. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη. (Ευγενική παραχώρηση: The Met)
Η Νόρθροπ και τα βιτρώ της έχουν αναφερθεί πρόσφατα σε διεθνείς ειδήσεις. Στις 18 Νοεμβρίου 2024, ο οίκος Sotheby’s δημοπράτησε «Το παράθυρο του μνημείου του Ντάνερ», ένα έργο τέχνης της Tiffany που σχεδίασε η Νόρθροπ. Το παράθυρο ξεπέρασε κατά πολύ την αρχική εκτίμηση των 5 – 7 εκατομμυρίων δολαρίων, φθάνοντας την τιμή των 12,4 εκατομμυρίων δολαρίων – ένα νέο ρεκόρ δημοπρασίας για ένα έργο που κατασκευάστηκε από το εργαστήριο Tiffany. Το παράθυρο του 1913 τοποθετήθηκε αρχικά σε μια εκκλησία στο Κάντον του Οχάιο. Χαρακτηρίζεται από μια πλόύσια συμφωνία χρωμάτων – καστανό, κρεμ, βυσσινί, σμαραγδί, βαθύ μπλε, ροδακινί, φιστικί, ροζ, κόκκινο, γαλανό και βιολετί – σε ένα ζωγραφικό στυλ που αποτελεί την επιτομή των σχεδίων Tiffany της Νόρθροπ.

 

ZoomInImage
«Το παράθυρο του μνημείου του Ντάνερ», 1913, σχεδιασμένο από την Αγνή Νόρθροπ για το εργαστήριο Tiffany. Γυαλί, μόλυβδο και φύλλα χαλκού. 488 x 325 εκ. (Ευγενική παραχώρηση του Οίκου Sotheby’s)

 

Τα βιτρώ Tiffany άρχισαν να δημιουργούνται το 1880 και γρήγορα καθιερώθηκαν στον αμερικανικό καλλιτεχνικό χώρο. Ο ρόλος της Νόρθροπ με τα ιδιοφυή σχέδιά της ήταν καθοριστικός για την επιτυχία τους. Το τρίπτυχο βιτρώ «Τοπίο Κήπου» είναι ένα καθηλωτικό, παραδεισένιο τοπίο που μπορούν πλέον να το απολαύσουν όλοι.

 

Εμπνευσμένος από τη βρετανική αρχιτεκτονική, ο Κόχραν έχτισε μια έπαυλη σε στυλ Tudor στο πάρκο Saint James στο Dawson της Πενσυλβάνια. Ονομάζεται Linden Hall, το μεγάλο σπίτι χτίστηκε μεταξύ 1911 και 1913 και περιείχε περισσότερα από 30 δωμάτια, μια στάση σιδηροδρόμου και ένα προσαρμοσμένο παράθυρο Τίφανι για την προσγείωση της σκάλας. Ο Κόχραν ζήτησε συγκεκριμένα το θέμα του παραθύρου: μια σκηνή κήπου που θα αναφερόταν στο πραγματικό τοπίο του κτήματος.

Εμπνευσμένος από τη βρετανική αρχιτεκτονική, ο Κόχραν έχτισε μια έπαυλη σε στυλ Tudor στο πάρκο Saint James στο Dawson της Πενσυλβάνια. Ονομάζεται Linden Hall, το μεγάλο σπίτι χτίστηκε μεταξύ 1911 και 1913 και περιείχε περισσότερα από 30 δωμάτια, μια στάση σιδηροδρόμου και ένα προσαρμοσμένο παράθυρο Τίφανι για την προσγείωση της σκάλας. Ο Κόχραν ζήτησε συγκεκριμένα το θέμα του παραθύρου: μια σκηνή κήπου που θα αναφερόταν στο πραγματικό τοπίο του κτήματος.

Ο πέμπτος τοίχος: Τρεις ιταλικές οροφογραφίες του 15ου, 16ου και 18ου αιώνα

Η οροφή χαρακτηρίζεται συχνά ως “πέμπτος τοίχος” στον σημερινό κόσμο της εσωτερικής διακόσμησης, αλλά η εικονογραφία της οροφής δεν είναι κάτι καινούργιο. Αν και το ψευδαισθητικό στυλ των εικόνων οροφής, γνωστό στα ιταλικά ως “di sotto in sù”, που σημαίνει “από κάτω προς τα πάνω”, εμφανίζεται στη Βενετία του 16ου αιώνα, η οροφογραφία έχει τις ρίζες της στις τοιχογραφίες της αρχαίας Ρώμης. Οι ιστορικές οροφογραφίες  παρουσιάζουν συχνά έναν ουρανό trompe l’oeil που μοιάζει να επεκτείνεται σε δυσθεώρητα ύψη, καθώς και μυθολογικές ή βιβλικές μορφές. Σωζόμενα δείγματα βρίσκονται σε εκκλησίες και παλάτια της Ιταλίας, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Τρεις από τους σημαντικότερους ιστορικούς καλλιτέχνες της Ιταλίας είναι φημισμένοι όχι μόνο για το ζωγραφικό τους έργο, αλλά και για τα εντυπωσιακά φρέσκο τους. Φρέσκο ή νωπογραφία ονομάζεται μια ιδιαίτερη τεχνική ζωγραφικής σε τοίχο, στην οποία το χρώμα απλώνεται σε υγρό σοβά. Οι νωπογραφίες οροφής των αναγεννησιακών καλλιτεχνών Αντρέα Μαντένια και Κορρέτζο βρίσκονται ακόμη  στη βόρεια Ιταλία, σε ένα παλάτι και έναν καθεδρικό ναό αντίστοιχα. Ο Τζοβάννι Μπαττίστα Τιέπολο, ένας καλλιτέχνης του ροκοκό που δούλεψε στο πνεύμα των μεγάλων δασκάλων της Αναγέννησης και του Μπαρόκ, δημιούργησε τοιχογραφίες τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ισπανία. Ζωγράφισε, επίσης, τη μεγαλύτερη οροφογραφία του κόσμου σε ένα γερμανικό παλάτι.

Mantegna: Η Ζωγραφισμένη Αίθουσα

ZoomInImage
Η βορειοανατολική αίθουσα (Ζωγραφισμένη Αίθουσα) του παλατιού του Δούκα της Μάντοβα. (Mor65_Mauro Piccardi/Shutterstock)

 

Ο Αντρέα Μαντένια [Andrea Mantegna, 1431-1506] γεννήθηκε κοντά στην Πάδοβα, μια πόλη πλούσια σε αρχαιότητες που του ενέπνευσε ένα δια βίου ενδιαφέρον για την κλασική τέχνη, καθορίζοντας το έργο του. Η σύζυγός του ανήκε στην οικογένεια των Μπελλίνι, μια εξέχουσα καλλιτεχνική οικογένεια της Βενετίας. Το έργο του Μαντένια χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερες συνθέσεις, που διακρίνονται για το γλυπτικό στυλ ζωγραφικής και τη μεγάλη προσοχή στις αναλογίες και την προοπτική.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, είχε μεγάλη εκτίμηση σε και επηρέασε άλλους διακεκριμένους καλλιτέχνες, όπως τον κουνιάδο του Τζοβάννι Μπελλίνι και τον Γερμανό Άλμπρεχτ Ντύρερ. Το 1460, ο Μαντένια διορίστηκε καλλιτέχνης της αυλής των ηγεμόνων της Μάντοβα, των Γκονζάγκα, όπου παρέμεινε για τρεις γενιές.

ZoomInImage
Η οροφογραφία του Μαντένια στη Ζωγραφισμένη Αίθουσα του παλατιού του Δούκα της Μάντοβα. (D-VISIONS/Shutterstock)

 

Η καλύτερη νωπογραφία του δημιουργήθηκε σε μια αίθουσα του παλατιού του Δούκα της Μάντοβα, μεταξύ 1465 και 1474. Η αίθουσα που βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα του κτιρίου ονομάζεται “Camera Picta” (“Ζωγραφισμένη Αίθουσα”), ενώ ήταν γνωστή και ως “Camera degli Sposi” (“Νυφικός Θάλαμος”). Ο Μαρκήσιος το χρησιμοποιούσε ως αίθουσα για να δέχεται κυβερνητικά στελέχη και ως επίσημο μέρος για συναντήσεις με μέλη της οικογένειας. Εικονογραφίες που εξυμνούν τους Γκονζάγκα και την αυλή τους καλύπτουν τους τοίχους με πληθωρικά τοπία που διαψεύδουν τα αρχιτεκτονικά όρια του δωματίου.

ZoomInImage
Λεπτομέρεια της οροφογραφίας του Μαντένια στη Ζωγραφισμένη Αίθουσα του παλατιού του Δούκα της Μάντοβα. (FrDr/CC BY-SA 4.0)

 

Το πιο γνωστό στοιχείο της αίθουσας είναι η καινοτόμος εικονογραφία της οροφής. Στον υποβλητικό ‘οφθαλμό’ απεικονίζεται ένας γαλανός ουρανός με λίγα σύννεφα. Γύρω από ένα κιγκλίδωμα είναι συγκεντρωμένα παιχνιδιάρικα putti (ερωτιδείς ή αγγελάκια), που ο ζωγράφος απέδωσε με έντονη προοπτική για να δημιουργήσει την αίσθηση μεγάλου ύψους.  Γυναικείες μορφές, ένα παγώνι και ένα φυτό σε γλάστρα περιλαμβάνονται επίσης στη γοητευτική εικόνα, η οποία πλαισιώνεται από γιρλάντες από φρούτα και φυλλώματα. Οι τεχνικοί και υφολογικοί πειραματισμοί του Μαντένια με την ψευδαισθητική κατασκευή του χώρου “έσπασαν τη γυάλινη οροφή” και ενέπνευσαν τους επόμενους καλλιτέχνες, ιδίως τον Κορρέτζο.

Correggio: Η Κοίμηση της Θεοτόκου 

ZoomInImage
Ένας από τους κορυφαίους ζωγράφους της εποχής του στην περιοχή της Εμίλια-Ρομάνια, ο Correggio ζωγράφισε την “Κοίμηση της Θεοτόκου” στην οροφή του ρωμανικού καθεδρικού ναού της Πάρμας. (Peter Heidelberg/Shutterstock)

 

Γεννημένος ως Αντόνιο Αλλέγκρι [Antonio Allegri, 1489-1534], αλλά περισσότερο γνωστός με το όνομα της γενέτειράς του Κορρέτζο, ο καλλιτέχνης έγινε γνωστός κυρίως για τη φωτεινότητα και το θεϊκό φως που λούζει τις εικόνες του. Ο Κορρέτζο ζωγράφισε τέμπλα, αριστοτεχνικές ψευδαισθητικές τοιχογραφίες, μυθολογικές σκηνές και μικρότερης κλίμακας λατρευτικά έργα. Θεωρείται ο μεγαλύτερος ζωγράφος της περιοχής της Εμίλια-Ρομάνια και ότι δημιούργησε τα σπουδαιότερα έργα του δουλεύοντας στην πόλη της Πάρμας.

ZoomInImage
Λεπτομέρεια από τη νωπογραφία του Κορρέτζο “Κοίμηση της Θεοτόκου” στον τρούλο του ρωμανικού καθεδρικού ναού της Πάρμας. (Renata Sedmakova/Shutterstock)

 

Στην Πάρμα δημιούργησε τρεις οροφογραφίες, από τις οποίες ξεχωρίζει η ‘Κοίμηση της Θεοτόκου’ στον οκταγωνικό τρούλο του ρωμανικού καθεδρικού ναού της πόλης, που ολοκληρώθηκε το 1530. Οι τέσσερεις προστάτες άγιοι της Πάρμας – ο Άγιος Βερνάρδος ντελ Ουμπέρτι, ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο Άγιος Ιωσήφ και ο Άγιος Ιλαρίων – είναι ζωγραφισμένοι σε ψεύτικα κελύφη στα τόξα στήριξης του τρούλου. Πάνω από αυτά, υπάρχει ένα ψεύτικο παραπέτο, παρόμοιο με αυτό του Μαντένια, μπροστά από το οποίο στέκονται οι δώδεκα Απόστολοι.

ZoomInImage
Ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής – λεπτομέρεια από την τοιχογραφία του Κορρέτζο στους παραστάτες του τρούλου, στο εσωτερικό του καθεδρικού ναού της Πάρμας. (Public Domain)

 

Μεταξύ των μορφών που βρίσκονται πάνω από το παραπέτο διακρίνεται η Παναγία να ανέρχεται στον ουρανό. Προκειμένου να είναι ορατή στον κόσμο που έρχεται από τη σκάλα που οδηγεί από τον κυρίως ναό προς την Αγία Τράπεζα, η μορφή της Θεοτόκου τοποθετήθηκε στη δυτική πλευρά του τρούλου και όχι στο κέντρο του. Η Μαρία, με ροζ χιτώνα και μπλε μανδύα, βρίσκεται στη βάση μιας λαμπρής, φαινομενικά άπειρης σπείρας από αγγέλους, χερουβείμ και σύννεφα.

ZoomInImage
Λεπτομέρεια με την Παναγία και την Εύα, από τη νωπογραφία “Κοίμηση της Θεοτόκου” του Correggio, στον τρούλο του ρωμανικού καθεδρικού ναού της Πάρμας. (Renata Sedmakova/Shutterstock)

 

Αριστερά της Μαρίας βρίσκονται οι πατριάρχες με επικεφαλής τον Αδάμ. Διακρίνονται ο Δαυίδ με το κεφάλι του Γολιάθ, ο Αβραάμ μαζί με τον γιο του Ισαάκ και τον αμνό της θυσίας, καθώς και ο Ιακώβ. Δεξιά της βρίσκεται η Εύα, περιστοιχισμένη από διάφορες άλλες γυναικείες μορφές, η οποία κρατά ένα μήλο με πράσινο βλαστό, σύμβολο σωτηρίας σε αυτό το πλαίσιο.

Η ταυτότητα της κεντρικής φιγούρας του θόλου που φωτίζεται από ουράνιο φως αποτελεί ακόμα αντικείμενο ατέρμονων διχογνωμιών. Ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι είναι ο Χριστός, που κατεβαίνει για να συναντήσει την Παρθένο. Άλλοι θεωρούν ότι πρόκειται για άγγελο που συνοδεύει την άνοδο της Θεοτόκου, επειδή η μορφή δεν έχει χαρακτηριστικά που συνδέονται με τον Χριστό, όπως γένια ή στίγματα. Επιπλέον, η μορφή με την ασυνήθιστη στάση  φοράει πράσινο και λευκό, χρώματα που δεν συνδέονται με αναπαραστάσεις του Χριστού.

Tiepolo: Η μεγαλύτερη τοιχογραφία του κόσμου

ZoomInImage
Με διαστάσεις που ξεπερνούν τα 190 x 30,5 μ., ο “Απόλλων και οι τέσσερεις ήπειροι” του Tiepolo, 1750-1753, στην Οικία Würzburg, στη Βαυαρία, είναι η μεγαλύτερη τοιχογραφία στον κόσμο. (Myriam Thyes/CC BY-SA 4.0)

 

Οι τοιχογραφίες του Κορρέτζο αποτέλεσαν σπουδαία πηγή έμπνευσης για τους συναδέλφους του στην Ιταλία και στο εξωτερικό, κατά τη διάρκεια της εποχής του μπαρόκ και του ροκοκό. Ο Τζοβάννι Μπαττίστα Τιέπολο [Giovanni Battista Tiepolo, 1696-1770] ανήκε σε επιφανή βενετσιάνικη οικογένεια. Θεωρείται ο μεγαλύτερος νωπογράφος της εποχής του, διευρύνοντας τα όρια του μέσου με τα τεχνικά του χαρίσματα και τις θεατρικές του συνθέσεις. Οι σύνθετες αφηγήσεις του περιλαμβάνουν μορφές με εξαιρετικά ενδύματα και είναι δοσμένες με θαυμαστή φαντασία. Ο Τιέπολο ήταν επίσης καινοτόμος σχεδιαστής, του οποίου τα χαρακτικά κυκλοφόρησαν ευρέως. Πολλοί από τους πίνακές του ήταν προπαρασκευαστικά έργα για τις τοιχογραφίες του ή αντίγραφα των τελειωμένων έργων.

Το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό επίτευγμα του Τιέπολο βρίσκεται στη Γερμανία, συγκεκριμένα στη βαυαρική πόλη Βούρτσμπουργκ (Würzburg), όπου και η Οικία Βούρτσμπουργκ, ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα που κατασκευάστηκε για τον κυβερνώντα πρίγκιπα-επίσκοπο. Τη μεγαλοπρεπή σκάλα των τριών ορόφων της σκεπάζει ο “Απόλλωνας και οι τέσσερις ήπειροι”, έργο που φιλοτεχνήθηκε από τον Τιέπολο μεταξύ 1750 και 1753. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη οροφογραφία στον κόσμο.

ZoomInImage
Λεπτομέρεια από το έργο του Tiepolo “Ο Απόλλωνας και οι τέσσερις ήπειροι” στην Οικία Würzburg, στη Βαυαρία, όπου απεικονίζεται η προσωποποιημένη Ευρώπη να κάθεται σε έναν θρόνο, περιτριγυρισμένη από τις αλληγορικές μορφές των τεχνών – μεταξύ τους διακρίνονται ο Τιέπολο και ο αρχιτέκτονας του κτιρίου. (Igor Plotnikov/Shutterstock)

 

Το έργο συνδυάζει τον μύθο με τη σύγχρονη πολιτική. Με σχολαστικότητα ανάλογη με αυτήν που έδειχνε ο Κορρέτζο στη δική του σύνθεση, ο Τιέπολο σχεδίασε πλήθος οπτικές γωνίες, σύμφωνα με την πιθανή πορεία ενός επισκέπτη στη σκάλα. Στη σύνθεση δεσπόζει ένας τεράστιος ουρανός, όπου διακρίνονται οι Ολύμπιοι θεοί. Ο Απόλλων, ο θεός του ήλιου και των τεχνών, ετοιμάζεται για την καθημερινή του διαδρομή με το άρμα του, για να φέρει φως στον κόσμο – στο έργο, ο καλλιτέχνης παρομοιάζει τον Απόλλωνα με τον πρίγκιπα-επίσκοπο. Οι Ώρες, γυναικείες μορφές που απεικονίζονται με φτερά πεταλούδας, πηγαίνουν τα άλογα στον Απόλλωνα, ενώ ερωτιδείς σπρώχνουν το χρυσό άρμα μέσα από τα σύννεφα. Άλλοι θεοί παρόντες είναι ο Δίας, ο Άρης, ο Ερμής και η Αφροδίτη.

ZoomInImage
Λεπτομέρεια από το έργο του Tiepolo “Ο Απόλλωνας και οι τέσσερις ήπειροι” στην Οικία Würzburg, στη Βαυαρία, όπου απεικονίζεται η προσωποποιημένη Ασία να κάθεται πάνω σε έναν ελέφαντα, περιβαλλόμενη από στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ήπειρο ως λίκνο του γραπτού λόγου, της επιστήμης και της μοναρχίας. (Myriam Thyes/CC BY-SA 4.0)

 

ZoomInImage
Λεπτομέρεια από το έργο του Tiepolo “Ο Απόλλωνας και οι τέσσερις ήπειροι” στην Οικία Würzburg, στη Βαυαρία, όπου απεικονίζεται η Αφρική προσωποποιημένη ως μια μαύρη γυναίκα με τουρμπάνι, καθισμένη πάνω σε μια καμήλα στο κέντρο μιας πολυσύχναστης αγοράς, μεταφέροντας έτσι την ιδέα της ηπείρου ως κέντρο του εμπορίου. (Myriam Thyes/CC BY-SA 4.0)

 

Το κεντρικό τμήμα της σύνθεσης πλαισιώνεται από βινιέτες γύρω από τα γείσα, που συμβολίζουν τις τέσσερεις ηπείρους του γνωστού κόσμου την εποχή του Τιέπολο: Αφρική, Αμερική, Ασία και Ευρώπη. Οι αντίστοιχες μορφές των τριών πρώτων είναι ντυμένες με ευφάνταστα φορέματα συνοδευόμενες από εξωτικά ζώα. Η ευρωπαϊκή σύνθεση είναι τοποθετημένη έτσι ώστε να αποτελεί την κορύφωση της εμπειρίας θέασης και παρουσιάζει την αυλή του Βούρτσμπουργκ. Υπάρχει ακόμη και ένα πορτρέτο του πρίγκιπα-επισκόπου, που το κρατούν οι προσωποποιήσεις της Φήμης και της Δόξας.

ZoomInImage
Λεπτομέρεια από το έργο του Tiepolo “Ο Απόλλωνας και οι τέσσερις ήπειροι” στην Οικία Würzburg, στη Βαυαρία, όπου απεικονίζεται η Αμερική προσωποποιημένη ως μια ιθαγενής Αμερικανίδα καθισμένη πάνω σε έναν αλιγάτορα, μεταφέροντας την ιδέα ενός αδάμαστου Νέου Κόσμου. (Public Domain)

 

Αυτές οι τρεις μνημειώδεις εικονογραφίες οροφής αντιπροσωπεύουν το αποκορύφωμα της λαμπρής τέχνης των τριών Ιταλών καλλιτεχνών. Ο Μαντένια, ο Κορρέτζο και ο Τιέπολο δημιούργησαν αριστουργήματα που μάγεψαν, κατέπληξαν και ενέπνευσαν τόσο τον απλό κόσμο όσο και τους συναδέλφους τους καλλιτέχνες. Οι οροφογραφίες είναι μια υπενθύμιση για να συνεχίσουμε να κοιτάμε ψηλά.

Της Michelle Plastrik

«Πέρα από τη λαμπρότητα»: Μία εντυπωσιακή έκθεση κοσμημάτων στο Μουσείου Καλών Τεχνών της Βοστώνης

Στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης, περισσότερα από τέσσερεις χιλιάδες χρόνια ιστορίας παρουσιάζονται στην έκθεση «Beyond Brilliance: Highlights from the Jewelry Collection». Ιστορίες από το μακρινό παρελθόν και το παρόν – ιστορίες αγάπης, πολέμου, θανάτου, εμπορίου, πολιτικής, επιστήμης και τέχνης – αφηγούνται μέσα από τα περισσότερα από 150 εκθέματα που εκτίθενται στη πρόσφατα ανακαινισμένη γκαλερί.

Η έκθεση, για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της οποίας χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια, «προβάλλει την εξαιρετική συλλογή κοσμημάτων του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, μια από τις πιο εκτεταμένες στον κόσμο», λέει η Έμιλυ Στέρερ [Emily Stoehrer], επιμελήτρια κοσμημάτων του μουσείου. Η κα Στέρερ είναι η μόνη επιμελήτρια μουσείου με αντικείμενο αποκλειστικά το κόσμημα, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτή η έκθεση, που άνοιξε τον Μάιο, θα είναι μόνιμη, με ετήσιες εναλλαγές ορισμένων εκθεμάτων.

Πολλά από αυτά προέρχονται από αρχαίους πολιτισμούς, άλλα από τον 19ο και από τον 20ο αιώνα, ενώ υπάρχουν και κοσμήματα κοστουμιών και σύγχρονα κοσμήματα, που συνδυάζουν παραδοσιακά θέματα με τα πιο σύγχρονα υλικά.

ZoomInImage
Από την έκθεση «Πέρα από τη λαμπρότητα: Κοσμήματα της συλλογής», στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης. Ίδρυμα της οικογένειας των Ρίτα Τζ. και Στάνλεϋ Χ. Κάπλαν. (Copyright: Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης)

 

Αρχαία και σύγχρονα κοσμήματα

Το κόσμημα αποτελεί μία από τις αρχαιότερες μορφές τέχνης στον κόσμο. Τα παλαιότερα δείγματα κοσμημάτων, η δημιουργία και χρήση των οποίων αποτελεί διαχρονική παγκόσμια ανθρώπινη τάση, δημιουργήθηκαν τουλάχιστον 100 χιλιάδες χρόνια πριν. Στα παλαιότερα δείγματα, οι χάντρες αποτελούν βασικά στοιχεία, όπως παραδείγματος χάριν, σε ένα από τα αρχαιότερα εκθέματα, την αρχαία αιγυπτιακή τραχηλιά Wesekh ή Usekh, που χρονολογείται από το 2246-2152 π.Χ.

ZoomInImage
Τραχηλιά Wesekh ή Usekh, 2246-2152 π.Χ. Χρυσός, στεατίτης, τυρκουάζ και λάπις λάζουλι. Αποστολή του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και του Μουσείου Καλών Τεχνών της Βοστώνης. (Copyright: Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης)

 

Αυτή η τραχηλιά-κόσμημα απαρτίζεται από χρυσό, σπάνιο τυρκουάζ (το οποίο πιθανώς εξορύχθηκε στη χερσόνησο του Σινά), ακριβό λάπις λάζουλι (πιθανώς από το Αφγανιστάν) και στεατίτη (ή σαπωνόλιθο). Η εξωτερική χρυσή σειρά συντίθεται από μικρά μέρη φτιαγμένα σε σχήμα σκαραβαίου, σύμβολο αναγέννησης, προστασίας και καλής τύχης στην αρχαία Αίγυπτο, που συνήθως συνόδευε τους νεκρούς. Το συγκεκριμένο κόσμημα ανακτήθηκε από τον τάφο ενός δικαστικού αξιωματούχου.

Το μουσείο χρησιμοποιεί ψηφιακά μέσα για μία αναβαθμισμένη εμπειρία θέασης. Τα βίντεο δείχνουν την μπροστινή και την πίσω όψη ορισμένων αντικειμένων και μπορείτε να κατεβάσετε μια λεπτομερή ηχητική περιήγηση από το διαδίκτυο. Ενώ εκτίθενται πολλά μεγάλα κομμάτια, ένα μικρό αρχαιοελληνικό σκουλαρίκι του 350-325 π.Χ., που απεικονίζει τη θεά Νίκη να οδηγεί ένα άρμα με δύο άλογα, είναι ένα από τα πιο εκλεκτά κομμάτια της συλλογής. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι το σκουλαρίκι ανήκε πιθανώς σε ένα βασιλικό πρόσωπο ή χρησιμοποιήθηκε για τη διακόσμηση ενός αγάλματος, δεδομένης της εκπληκτικής δεξιοτεχνίας που μαρτυρά.

ZoomInImage
Σκουλαρίκι που αναπαριστά τη Νίκη να οδηγεί άρμα, περ. 350-325 π.Χ. Χρυσός και σμάλτο. Ίδρυμα Henry Lillie Pierce. (Copyright: Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης)

 

Το σκουλαρίκι αποτελείται από περισσότερα από 100 κομμάτια συγκολλημένα μεταξύ τους. Η Νίκη φορά χιτώνα με ζώνη και κρατά τα ηνία των αλόγων. Στο πρόσωπό της ο καλλιτέχνης έχει αποτυπώσει μία έκφραση απόλυτης συγκέντρωσης. Τα λεπτοδουλεμένα φτερά της θεάς εντείνουν την αίσθηση της κίνησης. Η κορυφή του σκουλαρικιού είναι σχηματισμένη σαν ένα λουλούδι ή φρούτο.

Το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης διαθέτει επίσης μια ιδιαίτερα πλούσια συλλογή κοσμημάτων από τον 19ο και τον 20ο αιώνα. Ένα από τα εξέχοντα αντικείμενά της, μία αετόσχημη καρφίτσα του 1840 από το Κοβούργο, συνδέεται με τη βασιλική οικογένεια της Βαυαρίας. Συγκεκριμένα, ήταν μια από τις δώδεκα που δημιούργησε ο πρίγκιπας Αλβέρτος ως δώρο από τη βασίλισσα Βικτωρία της Αγγλίας στους αχθοφόρους του τρένου στο γάμο τους.

Πρόκειται για το πρώτο κομμάτι που απέκτησε αμερικανικό μουσείο. Οι βασιλικές παράνυμφοι έπαιρναν παραδοσιακά ένα περιστέρι ως δώρο. Σε αυτή την περίπτωση, ο αετός ήταν ένα κατάλληλο σύμβολο για τη γερμανική οικογένεια του Αλβέρτου, του Οίκου του Κοβούργου. Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν είναι συμβολικά: τυρκουάζ για τη μνήμη, διαμάντια για την αιωνιότητα, ρουμπίνια για το πάθος και μαργαριτάρια για την αληθινή αγάπη.

ZoomInImage
Καρφίτσα σε σχήμα αετού, από το Κοβούργο της Βαυαρίας, σχεδιασμένη από τον πρίγκιπα πρόξενο Αλβέρτο, 1840. Χρυσός, τυρκουάζ, μαργαριτάρια, ρουμπίνι και διαμάντια. Αγορά από το Μουσείο με δωρεά του Ιδρύματος Rita J. and Stanley H. Kaplan Family Foundation. (Copyright: Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης)

 

Ένα σύγχρονο γερμανικό σχέδιο που εκτίθεται είναι ένα μεγάλο ζευγάρι σκουλαρίκια με φούντα, του 2018, από τη Hemmerle, τα οποία κατασκευάστηκαν για την 125η επέτειο της εταιρείας. Οι φούντες, οι οποίες περιέχουν περισσότερα από 200 καράτια ζαφείρια, κρέμονται από βαυαρικές σιδερένιες κορώνες, που απηχούν την κληρονομιά της εταιρείας από το Μόναχο.

ZoomInImage
Ζευγάρι σκουλαρίκια με φούντες, 2018, από την Hemmerle. Μαύρος φινιρισμένος σίδηρος, λευκόχρυσος, ζαφείρια και φούντες από ζαφείρια. Δωρεά της Hemmerle με τη γενναιόδωρη συνδρομή των Κριστιάν και Γιασμίν Χέμερλε. (Ευγενική παραχώρηση του Μουσείου Καλών Τεχνών της Βοστώνης | Copyright: Hemmerle)

 

Κοσμήματα στα βήματα του παρελθόντος

Τον 19ο αιώνα είχαν μεγάλη απήχηση τα κοσμήματα που αναβίωναν παλαιότερες εποχές, κυρίως χάρις στις αρχαιολογικές ανασκαφές της εποχής, που ενέπνευσαν την ανάπτυξη αυτού του κινήματος. Από τους σπουδαιότερους δημιουργούς θεωρείται η ιταλική εταιρεία Castellani, η οποία ειδικεύεται στα μικροψηφιδωτά.

Με τον όρο αυτό εννοούμε τα ψηφιδωτά-μινιατούρες, που συναρμολογούνται από μικροσκοπικά θραύσματα γυαλιού. Ένα ωραιότατο δείγμα είναι μία στρογγυλή καρφίτσα του 1870, που περιέχει στο κέντρο της σχέδιο κεφαλής λιονταριού, σχηματισμένο με την τεχνική του μικροψηφιδωτού. Το κεφάλι του λιονταριού με το στοχαστικό του βλέμμα παραπέμπει στα μωσαϊκά δαπέδου της Πομπηίας, που είχαν ανακαλυφθεί εκείνη την περίοδο. Στην αρχαία Ρώμη, τα λιοντάρια ήταν σύμβολο δύναμης και θάρρους.

ZoomInImage
Καρφίτσα με μικροψηφιδωτό κεφαλής λιονταριού, περ. 1870, του Castellani. Χρυσός και γυαλί. Δώρο της Σούζαν Μπεθ Κάπλαν. (Copyright: Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης)

 

Ένα άλλο δημοφιλές κίνημα εκείνης της περιόδου ήταν η αναβίωση της Αναγέννησης.

Στην έκθεση περιλαμβάνεται μία εβραϊκή βέρα, η οποία κατασκευάστηκε στην Κεντρική Ευρώπη τον 19ο αιώνα, αλλά με το στυλ του 16ου αιώνα. Οι εβραϊκές βέρες γάμου είναι παραδοσιακά απλές βέρες, αλλά μερικές φορές χρησιμοποιούνται περίπλοκα σχέδια κατά τη διάρκεια της τελετής. Η δομή στην κορυφή του δακτυλιδιού, εν προκειμένω, είναι κατασκευασμένη στο σχήμα του ναού της Ιερουσαλήμ. Στο δείγμα που κατέχει το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης η οροφή ανοίγει. Αν και δεν έχει πολύτιμους λίθους, το δαχτυλίδι αυτό είναι όμορφα διακοσμημένο και επισμαλτωμένο. Ο δημιουργός του κοσμήματος πιθανότατα επηρεάστηκε από θησαυρούς που ανακαλύφθηκαν το 1800.

ZoomInImage
Εβραϊκό δαχτυλίδι γάμου, 19ος αιώνας. Χρυσός και σμάλτο. Ανώνυμο δώρο για την εκατονταετηρίδα. (Copyright: Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης)

 

Ένα κλασικό κόσμημα της υψηλής κοινωνίας, από τα τέλη του 19ου αιώνα, είναι το κολιέ με φυσικά μαργαριτάρια και διαμάντια, που ανήκε στον αυστριακό κλάδο της οικογένειας Ρόθτσιλδ. Αυτό το όμορφο κομμάτι περιέχει δέκα απόλυτα ταιριαστά φυσικά μαργαριτάρια – ένα σπάνιο επίτευγμα. Αυτά τα φυσικά μαργαριτάρια θεωρούνταν πιο πολύτιμα και από τα διαμάντια, έως ότου οι άνθρωποι κατέκτησαν τη διαδικασία δημιουργίας καλλιεργημένων μαργαριταριών στις αρχές του 20ου αιώνα. Αυτό το κολιέ ανήκε στη συλλογή της βαρόνης Κλαρίσα ντε Ρόθτσιλδ.

ZoomInImage
Κολιέ με φυσικά μαργαριτάρια και διαμάντια, περ. 1880. Ασήμι, χρυσός, φυσικά μαργαριτάρια (pinctada maxima) και διαμάντια. Δώρο των κληρονόμων της Bettina Looram de Rothschild. (Copyright: Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης)

 

Όταν οι Ναζί προσάρτησαν την Αυστρία το 1938, η βαρόνη βρισκόταν στο Λονδίνο, ταξιδεύοντας με μεγάλο μέρος της συλλογής κοσμημάτων της. Αυτό το περιδέραιο ήταν μαζί της και έτσι γλίτωσε τη λεηλασία των Ναζί. Το κόσμημα είναι αντιπροσωπευτικό του κινήματος της Belle Époque, ιδιαίτερα του στιλ ‘γιρλάντας’, το οποίο χαρακτηρίζεται από καμπυλωτά σχέδια και γραμμές.

Το περιδέραιο είναι φτιαγμένο από επαργυρωμένο χρυσό: το ασήμι θεωρούνταν πιο κατάλληλο για τα άχρωμα διαμάντια, ώστε να διατηρείται η λευκή αίσθηση. Η χρυσή βάση ήταν απαραίτητη για να αποτραπεί η αμαύρωση του δέρματος ή των ρούχων του χρήστη. Όταν δημιουργήθηκε αυτό το κολιέ, η επεξεργασία της πλατίνας ήταν ακόμα δύσκολη, κάνοντάς την ακατάλληλη για χρήση.

Όταν, αργότερα, η νέα τεχνογνωσία διευκόλυνε την επεξεργασία της, αντικατέστησε σταδιακά τον επαργυρωμένο χρυσό. Ένα ‘πατριωτικό’ παράδειγμα χρήσης της πλατίνας είναι η καρφίτσα με το σχέδιο της αμερικανικής σημαίας από τους Black, Starr and Frost, έναν από τους παλαιότερους οίκους κοσμημάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

ZoomInImage
Καρφίτσα με την αμερικανική σημαία για την Black, Starr and Frost, 1917, πιθανώς από την Oscar Heyman Bros. Πλατίνα, διαμάντια, ρουμπίνια και ζαφείρια. Δώρο της Σελίνα Φ. Λιτλ στη μνήμη της Νίνα Φλέτσερ Λιτλ. (Copyright: Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης)

 

Στην έκθεση, παρουσιάζεται επίσης η πιο διάσημη αμερικανική μάρκα κοσμημάτων Tiffany & Co. Ένα από τα προϊόντα τους είναι ένα εξωτικό κόσμημα χεριών που δημιουργήθηκε γύρω στο 1893. Ο επικεφαλής σχεδιαστής της εταιρείας, Τζορτζ Πώλντινγκ Φάρναμ, ανέπτυξε την ιδέα του.

Έμπνευσή του στάθηκε το ινδικό κατπάλ, ένα παραδοσιακό κόσμημα γάμου. Πολύχρωμοι ημιπολύτιμοι λίθοι σε χρυσό πλαίσιο περιβάλλουν τον καρπό, απλώνονται στη ράχη του χεριού και τυλίγονται στα τέσσερα δάχτυλα. Για να μπορέσει το κοινό να καταλάβει την πολυπλοκότητα του κομματιού, η παρουσίασή του γίνεται πάνω στο μοντέλο ενός χεριού.

ZoomInImage
Κόσμημα χειρός, περ.1893, σχεδιασμένο από τον Τζ. Πώλντινγκ Φάρναμ. Χρυσός, τυρκουάζ, ζαφείρια, πράσινος γρανάτης, ζιρκόν, περίδοτο, γρανάτης εσονίτης, βηρύλλιο, τουρμαλίνη, χρυσοβηρύλλιο και μαργαριτάρια. Δωρεά της Τζόντυ Σάταλοφ στη μνήμη του Τζόζεφ και της Ρουθ Σάταλοφ. (Copyright: Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης)

 

Σχέδια Art Nouveau και Art Deco

Το τέλος του 19ου και οι αρχές του 20ου αιώνα σημαδεύτηκαν από δύο από τα πιο διάσημα κινήματα κοσμήματος: το Art Nouveau και το Art Deco. Ένα ισπανικό μενταγιόν από το Fuset y Grau, που απεικονίζει ένα κορίτσι να κάνει φούσκες από μαργαριτάρια, το οποίο χρονολογείται γύρω στο 1910, αποτελεί  απολαυστικό δείγμα του πρώτου κινήματος, που χαρακτηρίζεται από ρέουσες γραμμές, φυσικά μοτίβα, γυναικείες φιγούρες και τη χρήση σμάλτου pliqué-à-jour. Αυτή η τεχνική σμάλτου δεν έχει πίσω πλευρά και μιμείται εκπληκτικά το βιτρό.

ZoomInImage
Μενταγιόν με κορίτσι που κάνει φούσκες, περ. 1910, από την Fuset y Grau. Χρυσός, πλατίνα, σμάλτο plique-a-jour, μαργαριτάρια, ελεφαντόδοντο και ζαφείρια. Αγορά από το Μουσείο με δωρεές των Σούζαν Μπ. Κάπλαν και Κάρολ Νόμπλ και του Ιδρύματος Ουίλιαμ Φράνσις Γουώρντεν προς τιμήν της Σούζαν Μπ. Κάπλαν και ανωνύμων. (Copyright: Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης)

 

Το Art Deco χρησιμοποίησε τολμηρά γεωμετρικά σχήματα, νέες πέτρες και νέα υλικά. Ένα εντυπωσιακό αντικείμενο που παρουσιάζεται στην έκθεση του Μουσείου είναι η καρφίτσα της Μάρτζορι Μέρριγουεδερ Ποστ του 1929, που κατασκευάστηκε από την Oscar Heyman Bros. για τη Marcus & Co., έναν διάσημο Αμερικανό κοσμηματοπώλη από τη Νέα Υόρκη.

Αυτή η μοντέρνα καρφίτσα από πλατίνα χρησιμοποιεί ένα ιστορικό αντικείμενο – ένα σκαλισμένο σμαράγδι 60 καρατίων από τον 17ο αιώνα. Αυτό το σμαράγδι εξορύχθηκε στη Νότια Αμερική, μεταφέρθηκε στην Ευρώπη και στη συνέχεια στην Ινδία με ένα πορτογαλικό πλοίο, όπου τελικά έναν αρχιτεχνίτης σκάλισε επάνω του λουλούδια ίριδας. Τα σμαράγδια είναι γνωστό ότι είναι δύσκολο να σκαλιστούν και οι Ινδοί τεχνίτες έγιναν ειδικοί σε αυτή την τέχνη κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Μουγκάλ. Η Ποστ συγκέντρωσε μια ιστορική συλλογή κοσμημάτων και αυτή η καρφίτσα ήταν ένα από τα πιο πολύτιμα κομμάτια της.

ZoomInImage
Καρφίτσα της Marjorie Merriweather Post, 1929, από την Oscar Heyman Bros. Πλατίνα, διαμάντια και σμαράγδια. (Αναπαραγωγή με άδεια/Πνευματικά δικαιώματα: Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης)

 

Η καρφίτσα της Ποστ εκτίθεται δίπλα σε μια σύγχρονη ινδική καρφίτσα του Μπαγκάτ. Αυτό το κόσμημα θυμίζει το «τζάλι», τη διακοσμητική σχάρα παραθύρων που βρίσκεται σε διάφορους τύπους κτιρίων στην περιοχή. Τα σμαράγδια χρησιμοποιήθηκαν για να μιμηθούν τα βρύα που φυτρώνουν σε πολλούς αρχιτεκτονικούς χώρους στη Βομβάη. Κατασκευασμένο με σμαράγδια της Κολομβίας, το κομμάτι συνδυάζει μοτίβα Μουγκάλ και Art Deco. Έφυγε από το εργαστήριο τον Φεβρουάριο του 2024 και έφτασε στο Μουσείο της Βοστώνης τον Απρίλιο, όντας έτσι το νεότερο απόκτημά της.

ZoomInImage
Καρφίτσα Jali, 2024, από την BHAGAT. Χρυσός 18 καρατίων, διαμάντια και σμαράγδια. Ίδρυμα William Francis Warden. (Πνευματικά δικαιώματα: Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης)

 

Ωστόσο, το αστέρι της έκθεσης είναι η καρφίτσα του Μπουαβέν ‘Αστερίας’, του 1937, ένα από τα πιο διάσημα κοσμήματα του 20ου αιώνα. Η καρφίτσα, σχεδιασμένη από τη διάσημη Γαλλίδα σχεδιάστρια Ζιλιέτ Μουτάρ, ανήκε στην ηθοποιό του Χόλιγουντ Κλοντέτ Κολμπέρ. Έχοντας μήκους 10 εκ., είναι κατασκευασμένη από χρυσό, 71 ρουμπίνια και 665 αμέθυστους. Πιστεύεται ότι μόνο τέσσερα δείγματα με αυτόν τον συνδυασμό λίθων κατασκευάστηκαν τη δεκαετία του 1930. Επιπλέον, η καρφίτσα είναι πλήρως αρθρωμένη, αποτελούμενη από αρθρώσεις που κινούνται, δίνοντας την εντύπωση αληθινού θαλάσσιου πλάσματος. Παρά τον περίπλοκο σχεδιασμό, είναι ένα κομψοτέχνημα.

ZoomInImage
Καρφίτσα αστερίας, 1937, της Ζυλιέτ Μουτάρ. Χρυσός 18 καρατίων, ρουμπίνια και αμέθυστοι. (Πνευματικά δικαιώματα: Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης)

 

Ο κόσμος της πανίδας και της χλωρίδας ανέκαθεν ήταν μία γόνιμη πηγή έμπνευσης για κοσμήματα. Η έκθεση παρουσιάζει πολλά παραδείγματα λουλουδιών και πεταλούδων, συμπεριλαμβανομένων δύο σύγχρονων κομματιών από Κινέζους σχεδιαστές, που έχουν ανανεώσει το σχήμα τους χρησιμοποιώντας τιτάνιο. Οι σχεδιαστές κοσμημάτων υψηλής ποιότητας προτιμούν αυτό το μέταλλο επειδή μπορεί να ανοδιωθεί για να δημιουργήσει μια πλούσια γκάμα χρωμάτων. Επιπλέον, το ελάχιστο βάρος του επιτρέπει τη δημιουργία μεγάλων, αλλά ευκολοφόρετων κομματιών.

ZoomInImage
Καρφίτσα Μαγεμένη Άνια, 2023, της Άννας Χου. Σπινέλια 8,48 καρατίων, διαμάντια στρογγυλής κοπής μπριγιάν 5,36 καρατίων και τιτάνιο. Δωρεά της Δρος Κριστίνα Σ. Γιάο. (Πνευματικά δικαιώματα: Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης)

 

Η εντυπωσιακή γλυπτική καρφίτσα πεταλούδα Forever Dancing-Bright Star του Ουώλας Τσαν είναι φτιαγμένη από χρωματιστά διαμάντια και πραγματικά δείγματα φτερών πεταλούδας. Ο Τσαν είναι ένας από τους σημαντικότερους σχεδιαστές κοσμημάτων της εποχής μας. Αυτή η καρφίτσα είναι το πρώτο έργο του Τσαν που περιλαμβάνεται στη συλλογή ενός αμερικανικού μουσείου. Στην κινεζική κουλτούρα, η πεταλούδα συμβολίζει την αιώνια αγάπη και εμφανίζεται στον παραδοσιακό ρομαντικό μύθο των Εραστών της πεταλούδας, το ανατολικό αντίστοιχο με του σαιξπηρικού Ρωμαίου και Ιουλιέττας.

ZoomInImage
Forever Dancing – καρφίτσα πεταλούδα Bright Star, 2013, του Ουώλας Τσαν. Κίτρινο διαμάντι, φανταχτερά χρωματιστά διαμάντια, κρύσταλλο από πετρώματα, φίλντισι, δείγμα πεταλούδας, μαργαριτάρια και τιτάνιο. Δωρεά των Κρίστιν Ζινγκ και Ρεξ Γουόνγκ. (Αναπαραγωγή με άδεια/Πνευματικά δικαιώματα: Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης)

 

Η έκθεση Beyond Brilliance αναδεικνύει τη δημιουργικότητα και την τεχνική ιδιοφυΐα των ανθρώπων που συμμετείχαν στη δημιουργία κάθε κομματιού και καλεί το κοινό να αιχμαλωτιστεί από την ομορφιά των αντικειμένων και των ιστοριών που έχουν να αφηγηθούν, κάτι που διευκολύνεται έντονα από την επιμέλεια. Η έκθεση καταφέρνει να αποδείξει ότι το κόσμημα είναι τέχνη, ότι ανήκει στα μουσεία και ότι αποτελεί εκπαιδευτική απόλαυση.

Της Michelle Plastrik

Μετάφραση: Βαλεντίνα Λισάκ

Επιμέλεια: Αλία Ζάε

Η commedia dell’arte στη ζωγραφική ροκοκό

Οι ζωντανοί χαρακτήρες, η στοιχειώδης πλοκή, οι αυτοσχέδιοι διάλογοι και οι υπαίθριες παραστάσεις ήταν βασικά χαρακτηριστικά της commedia dell’arte. Η θεματολογία της περιστρεφόταν κυρίως γύρω από τις δοκιμασίες και τα βάσανα νεαρών εραστών, τα οποία απέδιδε με περισσό χιούμορ.

Οι ηθοποιοί, χωρίς να περιορίζονται από σαφείς κατευθυντήριες γραμμές, μπορούσαν να διαμορφώσουν τις παραστάσεις τους σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κοινού. Συχνά έκαναν πολιτικά σχόλια και λαϊκό χιούμορ, έξω από τα όρια της λογοκρισίας. Η ιταλική θεατρική φόρμα αποτέλεσε, επίσης, ιδανικό θέμα για το κίνημα του ροκοκό του 18ου αιώνα.

Η commedia dell’arte ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στην Ευρώπη από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα ως μουσικό θέατρο. Ξεκίνησε στη βόρεια Ιταλία τον 15ο αιώνα ως αντίδραση ενάντια στην commedia erudite, ένα λόγιο και ελιτίστικο είδος θεάτρου, και στη συνέχεια εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την ήπειρο και τα βρετανικά νησιά.

Οι καλλιτέχνες του ροκοκό, από τη μεριά τους, δημιουργούσαν ανάλαφρες, παιχνιδιάρικες σκηνές αγάπης και φλερτ, συχνά τοποθετημένες σε ειδυλλιακά υπαίθρια περιβάλλοντα. Μερικοί από τους πιο γνωστούς πίνακες των Γάλλων καλλιτεχνών Αντουάν Βατώ και Νικολά Λανκρέ, καθώς και του Ιταλού Τζοβάνι Ντομένικο Τιέπολο, αναπαριστούν σκηνές και γνωστούς χαρακτήρες της commedia dell’arte.

Ο πατέρας του ροκοκό

Οι περιοδεύοντες θίασοι είχαν μεγάλη απήχηση στις ευρωπαϊκές Αυλές, ειδικά στη Γαλλία, και οι καλλιτέχνες αποτύπωσαν τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές στον καμβά. Ο πιο γνωστός ζωγράφος που χρησιμοποίησε θέματα της commedia dell’arte στους πίνακές του ήταν ο Βατώ [Antoine Watteau, 1684–1721], ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους καλλιτέχνες του 18ου αιώνα, ο οποίος θεωρείται και ο πατέρας της ζωγραφικής ροκοκό.

ZoomInImage
Ροζάλμπα Καρριέρα, προσωπογραφία του Αντουάν Βατώ, 1721. Παστέλ σε χαρτί. Μουσείο Luigi Bailo, Τρεβίζο, Ιταλία. (Nicola Quirico/CC BY-SA 4.0 DEED)

 

Το στυλ ροκοκό ξεκίνησε στο Παρίσι. Το όνομά του προέρχεται από τη γαλλική λέξη rocaille, που μεταφράζεται ως πέτρα ή σπασμένο κοχύλι. Χαρακτηρίζεται από απαλά χρώματα, καμπύλες, ασύμμετρες γραμμές, γοητευτικές φλοράλ συνθέσεις, κομψά θέματα και μικρούς καμβάδες. Οι συνθέσεις διατηρούν μια ισορροπία μεταξύ του διακοσμητικού χαρακτήρα και του νατουραλισμού, με προτίμηση στις ψυχαγωγικές και ερωτικές δραστηριότητες.

Μια νέα κατηγορία ζωγραφικής, που επινοήθηκε από τη Γαλλική Ακαδημία το 1717 για να περιγράψει τις παραλλαγές του Βατώ, ήταν η fête galante. Οι πίνακες του είδους απεικονίζουν εκλεπτυσμένους αριστοκράτες με γιορτινά ρούχα ή μασκαράτες, μέσα σε πράσινα, φανταστικά τοπία. Αν και οι καλλιτέχνες που ακολούθησαν αυτό το στυλ έτειναν να δημιουργούν μια μάλλον εορταστική ατμόσφαιρα, τα έργα του Βατώ χαρακτηρίζονται από μια μυστηριώδη μελαγχολία.

Ένα εξαιρετικό παράδειγμα του στυλ και της ατμόσφαιρας του Βατώ είναι το πρωτοποριακό αριστούργημα Mezzetin, που βρίσκεται τώρα στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης, και παλαιότερα στη συλλογή της Μεγάλης Αικατερίνης. Η ομώνυμη φιγούρα είναι ένα κωμικό αρχέτυπο από την commedia dell’arte [ο Mezzetino, όνομα που σημαίνει μισό ποτηράκι (αλκοόλ)], ο οποίος απεικονίζεται πάντα ως πονηρός και εμμονικός, αλλά και ερωτικός και συναισθηματικός. Η ιδιότητα της ανεκπλήρωτης αγάπης τονίζεται από ένα γυναικείο άγαλμα ορατό όχι πολύ μακριά, με την πλάτη του γυρισμένη στον Μετσετίν. Ο ήρωας φορά το κοστούμι που παραδοσιακά συνδέεται με τον χαρακτήρα: μαλακό καπέλο, κοντή κάπα, ριγέ σακάκι, κολάρο με φρίζες και βράκα μέχρι το γόνατο, όλα πολύ όμορφα δοσμένα. Η στολή είναι φτιαγμένη από μπλε-γκρι, ροζ και λευκό μετάξι.

ZoomInImage
Αντουάν Βατώ, «Mezzetin», περ. 1718-1720. Λάδι σε καμβά, 55 x 43 εκ. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη. (Public Domain)

 

Ο Μετσετίν κάθεται σε ένα πέτρινο παγκάκι κοντά σε ένα κτίριο, ενώ στο βάθος βλέπουμε έναν καταπράσινο κήπο σκιασμένο από μεγάλα δέντρα. Με το κεφάλι γερτό, κοιτάζει λυπημένος  μακριά, και παίζει την κιθάρα του λαχταρώντας την αγάπη(;). Ο Βατώ σχεδίασε προσεκτικά το αξύριστο πρόσωπο και τα μεγάλα χέρια του Μετσετίν. Οι ζωντανές, λεπτομερείς ποιότητες που αποτύπωσε ο ζωγράφος διατηρούνται εκπληκτικά καλά στον συγκινητικό αυτό πίνακα. Η πρακτική του Βατώ ήταν να δουλεύει με μοντέλα που παρατηρούσε προσεκτικά. Ένα προπαρασκευαστικό σχέδιο του κεφαλιού του χαρακτήρα βρίσκεται, επίσης, στη συλλογή του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης.

ZoomInImage
Αντουάν Βατώ, σπουδή ανθρώπινου κεφαλιού, περ. 1718.. Κόκκινη και μαύρη κιμωλία, 15 x 13 εκ. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη. (Public Domain)

 

Μεγάλο μέρος της ζωής του Βατώ παραμένει τυλιγμένο στο μυστήριο. Παρά την επαρχιακή του καταγωγή, το έμφυτο ταλέντο και η πρωτοτυπία του τον βοήθησαν στην καριέρα του. Έγινε δεκτός στην Ακαδημία σε ηλικία 20 ετών και είχε διακεκριμένους ιδιώτες πελάτες.

Η Πέριν Στάιν, επιμεληήτρια στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, εξηγεί: «Η γλυκύτητα της παλέτας του, ένας φόρος τιμής στον Ρούμπενς, και οι αποχρώσεις της βενετσιάνικης ζωγραφικής του 16ου αιώνα, ξαναδουλεμένες σε απαλά παστέλ για να ταιριάζουν με την κλίμακα και την αισθητική του ροκοκό, διαδόθηκε ευρέως». Αν και ο Βατώ πέθανε στα 36 του, είχε τεράστια επιρροή στην επόμενη γενιά καλλιτεχνών στη Γαλλία, ειδικά στον Νικολά Λανκρέ [Nicolas Lancret, 1690–1743].

Σκηνές από την commedia dell’arte

Ο Λανκρέ, γιος ενός αμαξά, γεννήθηκε στο Παρίσι και έζησε όλη του τη ζωή στην πρωτεύουσα. Αρχικά, σκόπευε να γίνει ιστορικός ζωγράφος, κατηγορία υψηλού κύρους εκείνη την εποχή. Στη Γαλλία του 18ου αιώνα, τα έργα που είχαν οποιοδήποτε μη ιστορικό θέμα ονομάζονταν ρωπογραφίες (με σκηνές από την καθημερινή ζωή) και κατατάσσονταν χαμηλότερα από τα άλλα στην κλίμακα της Γαλλικής Ακαδημίας. Ο Λανκρέ ξεχώρισε ως ένας από τους πιο αξιόλογους καλλιτέχνες του είδους. Είχε επίσης εξέχουσα πελατεία, περιλαμβανομένων του Λουδοβίκου ΙΕ’  της Γαλλίας και του Φρειδερίκου Β΄ της Πρωσίας.

ZoomInImage
Νικολά Λανκρέ, αυτοπροσωπογραφία, περ. 1720. Λάδι σε καμβά. Ιδιωτική συλλογή. (Public Domain)

 

Αν και ποτέ δεν ήταν μαθητής του Βατώ, ο Λανκρέ εμπνεύστηκε έντονα από τις fêtes gallants του τελευταίου. Ωστόσο, άφησε το δικό του στίγμα στο είδος και τού αναγνωρίζεται ότι εισήγαγε μοντέρνα στοιχεία, εξυπνάδα και επιδέξια χρήση του χρώματος. Στις δεκαετίες του 1720 και του 1730 δημιούργησε μια σειρά έργων με χαρακτήρες της commedia dell’arte. Η τελευταία δεκαετία μάλιστα σημαδεύτηκε από ιδιαίτερα καλούς πίνακες, όπως η «Σκηνή από την commedia dell’arte με τον Αρλεκίνο και τον Πουνκινέλλο», έργο που βρίσκεται στην κατοχή του National Trust του Ηνωμένου Βασιλείου, στο κτήμα Waddesdon.

Σε αυτήν τη δουλειά, μοντέρνες κυρίες και κορίτσια διασκεδάζουν μαζί με μια ομάδα ηθοποιών της commedia dell’arte, σε ένα γραφικό πάρκο. Εμφανίζονται ή υπονοούνται πολλές αναγνωρίσιμες προσωπικότητες. Για παράδειγμα, ο Πουνκινέλλο, πανούργος και σαρκαστικός, είναι αναγνωρίσιμος από την περίμετρο της κοιλιάς και το ψηλό κωνικό καπέλο του. Αυτός ο χαρακτήρας αποτελεί την προσωποποίηση του ανθρώπου και των αδυναμιών του. Ντυμένος με ένα μουσταρδί κίτρινο κοστούμι με μπλε και κόκκινα διακοσμητικά στοιχεία, ο Πουνκινέλλο χορεύει μπροστά στον εύπιστο αντίπαλό του Αρλεκίνο, ο οποίος φοράει τη χαρακτηριστική στολή του με ρόμβους σε έντονο κόκκινο, πράσινο και μπλε χρώμα. Ο Αρλεκίνος, όπως και οι περισσότεροι χαρακτήρες της commedia dell’arte, φοράει μάσκα, αν και ο Μετσετίνο δεν φορούσε ποτέ. Η χρήση της μάσκας ανάγεται στις αρχαίες ρωμαϊκές θεατρικές κωμωδίες.

ZoomInImage
Νικολά Λανκρέ, «Σκηνή της commedia dell’arte, με τον Αρλεκίνο και τον Πουντσινέλο», 1734. Λάδι σε πάνελ, 44 x 58 εκ. Waddesdon Manor, Μπακιγχαμσάιρ, Αγγλία. (Public Domain)

 

Στα αριστερά, μια γυναίκα με καπέλο, η οποία σηκώνει θεατρικά το χέρι της, μπορεί να αναγνωριστεί ως Κολομπίνα. Είναι η έξυπνη και τσαχπίνα αγαπημένη του Αρλεκίνου. Ο Πιερότος κάθεται στην άλλη πλευρά του καμβά, ντυμένος με τα κλασικά λευκά ρούχα του. Χαρακτηριστικά του είναι η αγαθότητα, η αφέλεια, η αγάπη και η μελαγχολία. Η ερευνήτρια του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης Τζένιφερ Μήγκερ γράφει:

«Τον 19ο αιώνα, αυτός ο χαρακτήρας αναδείχθηκε από τους Γάλλους λογοτέχνες, οι οποίοι έβλεπαν τον δημιουργικό και μοναχικό Πιερότο ως μεταφορά για τους σύγχρονους καλλιτέχνες».

Το κλειστό σκηνικό του πίνακα διαθέτει ρεαλιστικά στοιχεία, περιλαμβανομένης μιας σαρωτικής σκάλας ροκοκό και ενός τοίχου διακοσμημένου με πυκνές ακανόνιστες γραμμές. Το συγκεκριμένο σκηνικό είναι εντελώς πλασματικό, όπως στο Mezzetin του Βατώ, αν και αυτό δεν συνέβαινε σε όλα τα έργα τα εμπνευσμένα από την  commedia dell’arte. Παραδείγματος χάριν, το Μινουέτο του Τιέπολο, ενός καλλιτέχνη της επόμενης γενιάς, λαμβάνει χώρα στη γενέτειρά του τη Βενετία κατά τη διάρκεια του Καρναβαλιού.

Το «Μινουέτο» του Τζ. Ντ. Τιέπολο

Ο Τζοβάνι Ντομένικο Τιέπολο [Giovanni Domenico Tiepolo, 1727–1804] ήταν γιος του Τζοβάνι Μπατίστα Τιέπολο, του μεγαλύτερου Ιταλού καλλιτέχνη της εποχής του ροκοκό. Ο υιός Τιέπολο ξεκίνησε την καριέρα του ως βοηθός του πατέρα του. Αν και η δημιουργική του κληρονομιά επισκιάστηκε από τον πατέρα του, ο οποίος φημιζόταν για τις περίπλοκες και πληθωρικές αλληγορικές τοιχογραφίες του, ο γιος ήταν με τον δικό του τρόπο και αυτός ένας ικανός καλλιτέχνης. Τα θέματα του νεαρού Τιέπολο είναι μοντέρνα, αν και εξιδανικευμένα.

ZoomInImage
Τζοβάνι Ντομένικο Τιέπολο, «Το μινουέτο», 1756. Λάδι σε καμβά, 81 x 109 εκ. Εθνικό Μουσείο Τέχνης της Καταλωνίας, Βαρκελώνη. (Public Domain)

 

Ο πίνακας «Το μινουέτο», μέρος της συλλογής του Εθνικού Μουσείου Τέχνης της Καταλωνίας, απεικονίζει την Κολομπίνα (μια παραλλαγή της Κολομπίνας) και τον Πανταλόνε να χορεύουν ανάμεσα σε μοντέρνους και μασκοφόρους καρναβαλιστές. Ο χώρος είναι ο κήπος μιας βίλας, διακοσμημένης με κλασικά γλυπτά. Η Κολομπίνα φοράει ένα φόρεμα με ρόμβους, που θυμίζει τη στολή του Αρλεκίνου. Ο Πανταλόνε, κύριος χαρακτήρας της commedia dell’arte, είναι Βενετός. Είναι τσιγκούνης και τα ενδύματά του αποτελούνται από μια μαύρη ρόμπα με κόκκινη βράκα και μανίκια. Τον 18ο αιώνα, το καρναβάλι προσέλκυε πολλούς Ευρωπαίους τουρίστες στη Βενετία.

Οι μάσκες των καρναβαλιστών τούς χάριζαν ανωνυμία, η οποία καθιστούσε δυνατή την ανάμειξη των κοινωνικών στρωμάτων. Στην ιστοσελίδα του μουσείου, ο Γιοζέπ Πουχόλ ι Κολ τονίζει ότι ο καλλιτέχνης «χρησιμοποιεί το καρναβάλι ως αφορμή για να περιγράψει τα έθιμα και την ατμόσφαιρα των ανθρώπων γύρω του: μια κοινωνία που έκρυβε την παρακμή της, καταφεύγοντας πίσω από εφήμερες εμφανίσεις, διασκεδάσεις και ασχολίες».

Την εποχή που φτιάχτηκε ο πίνακας, ένας χορός γνωστός ως μινουέτο ή μενουέτο ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Επρόκειτο για έναν αργό και κομψό χορό για δύο, σε τριπλό χρόνο. Οι παραστάσεις της commedia dell’arte συχνά τελείωναν με ένα μινουέτο. Ο Τιέπολο χρησιμοποίησε αυτόν τον χορό ως θέμα σε τρεις ακόμη πίνακες. Ο καλλιτέχνης αφιέρωσε το τελευταίο μέρος της καριέρας του απεικονίζοντας τον Πουνκινέλλο σε μια εκτενή σειρά σχεδίων και τοιχογραφιών. Το έργο του Τιέπολο στο είδος της commedia dell’arte είναι διαποτισμένο από καλλιτεχνικό ταλέντο, ασέβεια και ειρωνεία.

Αυτά τα έργα των Βατώ, Λανκρέ και Τιέπολο όχι μόνο αποτίουν φόρο τιμής στη μεταμορφωτική επιρροή της commedia dell’arte , αλλά ταυτόχρονα καταδεικνύουν τη δεξιοτεχνία τους στη δημιουργία διαχρονικής ομορφιάς.

Της Michelle Plastrik

Επιμέλεια: Βαλεντίνα Λισάκ & Αλία Ζάε

Ammi Phillips: Ένας Αμερικανός λαϊκός καλλιτέχνης που ανακαλύπτεται ξανά

Τα περισσότερα έθνη διαθέτουν πλούσιες παραδόσεις λαϊκής τέχνης, που αντανακλούν στο ύφος των επίπλων, των διακοσμητικών αντικειμένων, των γλυπτών και των πινάκων που κατασκευάζονται εντός κοινοτήτων από ντόπιους τεχνίτες, οι οποίοι, χωρίς ακαδημαϊκή κατάρτιση, αναπτύσσουν ένα τοπικό ιδίωμα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η λαϊκή τέχνη άκμασε από τα τέλη του 18ου έως τον 20ο αιώνα, με τους λαϊκούς ζωγράφους να συγκεντρώνονται κυρίως στην αγροτική βορειοανατολική περιοχή. Ένας προσωπογράφος αποκαλούνταν και limner, μια λέξη της οποίας η καλλιτεχνική χροιά εκτείνεται στη Μεσαιωνική Ευρώπη όπου χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τους καλλιτέχνες που διακοσμούσαν χειρόγραφα και άλλα αντικείμενα (illuminators).

Μεταξύ των Αμερικανών λαϊκών ζωγράφων του 19ου αιώνα, τρεις καλλιτέχνες του είδους που ήταν γνωστοί στους σύγχρονους μελετητές ήταν οι Ammi Phillips (1788–1865), Border Limner και Kent Limner. Κάποια από τα έργα έφεραν την υπογραφή του Φίλιπς, αλλά οι ιστορικοί τέχνης δεν γνώριζαν την ταυτότητα του δεύτερου και του τρίτου. Ως αποτέλεσμα, τους ονόμασαν limners, προσθέτοντας το όνομα της τοποθεσίας όπου εργάζονταν: ο ένας σε διάφορες πόλεις κατά μήκος των συνόρων (borders) της Νέας Υόρκης με τη Μασσαχουσέτη και ο άλλος στο Κεντ του Κονέκτικατ. Μόλις στα μέσα του 20ου αιώνα ανακαλύφθηκε από συλλέκτες έργων τέχνης, και αργότερα επαληθεύτηκε από έναν επαγγελματία εμπειρογνώμονα, ότι και οι τρεις καλλιτέχνες ήταν ο ίδιος άνθρωπος — ο Ammi Phillips (Άμμαϊ Φίλιπς). Το ασυνήθιστο όνομα προέρχεται από το βιβλικό βιβλίο του Ωσηέ και σημαίνει «ο λαός μου».

Ένας διαπρεπής λαϊκός καλλιτέχνης

ZoomInImage
Άμμαϊ Φίλιπς, «Ξανθό αγόρι με αναγνωστικό, ροδάκινο και σκύλο», περ. 1836. Λάδι σε καμβά, 123 x 76 εκ. Μουσείο Τέχνης της Φιλαδέλφειας. (Public Domain)

 

Δεκαετίες έρευνας αποκάλυψαν ότι ο Φίλιπς ήταν ο πιο παραγωγικός και αναμφισβήτητα ο πιο σημαντικός λαϊκός καλλιτέχνης της εποχής του. Η επιτυχημένη καριέρα του διήρκεσε 55 χρόνια και έδωσε κατά προσέγγιση 2.000 έργα, από τα οποία μόνο τα μισά είναι γνωστά. Σήμερα, οι πίνακές του είναι περιζήτητοι από μουσεία και ιδιώτες συλλέκτες. Οι απεικονίσεις παιδιών – μερικά από τα πιο αγαπημένα έργα του – αποτελούν και ένα θαυμάσιο εργαλείο για να κατανοήσουμε την κοινωνικοοικονομική και τον πολιτισμό της εποχής.

Οι περισσότεροι λαϊκοί καλλιτέχνες ταξίδευαν από μέρος σε μέρος για να βρουν πελάτες. Αντίθετα, ο Φίλιπς, ο οποίος γεννήθηκε στο Κόουλμπρουκ του Κονέκτικατ, ζούσε στο δυτικό τμήμα αυτής της πολιτείας, στη Μασαχουσέτη και τη Νέα Υόρκη, ευημερούσε και δεν ανέλαβε ποτέ μια δεύτερη γραμμή εργασίας, κάτι ασυνήθιστο.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του πειραματίστηκε με μια ποικιλία διαφορετικών στυλ. Αυτές οι αλλαγές αντικατοπτρίζουν την προσωπική του καλλιτεχνική ανάπτυξη και τις αντιδράσεις του στη μεταβαλλόμενη αισθητική της κοινωνίας. Αυτό επηρέασε την αρχική, εσφαλμένη αντίληψη για τη δουλειά του. Ωστόσο, υπάρχουν ενοποιητικά χαρακτηριστικά στο έργο του. Αν και ο σχηματισμός των μορφών του δεν ήταν τελειοποιημένος, στοιχείο συνηθισμένο στη λαϊκή τέχνη, χρησιμοποιούσε με τόλμη το κιαροσκούρο και τα έντονα χρώματα. Παρόλο που, όπως πολλοί λαϊκοί καλλιτέχνες, επιστράτευε τυποποιημένα αντικείμενα και είδη σύνθεσης για να επιταχύνει τη ζωγραφική διαδικασία, το έργο του μεταφέρει με επιτυχία την προσωπικότητα του μοντέλου.

Border, Kent και Phillips

Τα έργα που είχαν παλαιότερα αποδοθεί στον Border Limner ανήκουν στα πρώιμα έργα του Φίλιπς, μεταξύ 1812 και 1819. Εμφανίζουν μια αστραφτερή παλέτα από ανοιχτόχρωμα και ‘σπασμένα’ χρώματα, φτάνοντας μέχρι το παστέλ. Αυτές οι προσωπογραφίες έχουν μια ονειρική ποιότητα.

Ένα παράδειγμα από αυτήν την περίοδο είναι το έργο «Ρόντα Γκούντριχ (Κα Ουίλλιαμ Νόρθροπ) Μπέντλεϋ και κόρη», που βρίσκεται στο Αμερικανικό Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και που χρονολογείται από το 1815 έως το 1820. Όπως είναι χαρακτηριστικό της παραγωγής του Φίλιπς, η εικόνα είναι σχεδόν μινιμαλιστική, περιέχοντας μόνο βασικά στοιχεία. Ένα διπλό πορτρέτο μητέρας και παιδιού, στο οποίο το παιδί φορά ένα κοραλλένιο κολιέ, στοιχείο που εμφανίζεται συχνά στις προσωπογραφίες παιδιών του καλλιτέχνη.

ZoomInImage
Άμμαϊ Φίλιπς, «Ρόντα Γκούντριχ (Κα Ουίλλιαμ Νόρθροπ) Μπέντλεϋ και κόρη», περ. 1818. Λάδι σε καμβά; 86 x 69 εκ. Αμερικανικό Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, Νέα Υόρκη. (Public Domain)

 

Τα παιδικά κοσμήματα από κοράλλια είναι μία παράδοση η οποία εκτείνεται μέχρι την κλασική εποχή. Το οργανικό στοιχείο του θαλάσσιου πολύποδου θεωρούνταν ότι προστατεύει τα παιδιά από ασθένειες και άλλα κακά. Το κοράλλι εισήχθη στην αμερικανική αγορά από τη Μεσόγειο και καθιερώθηκε ως δημοφιλές στολίδι για τα παιδιά από την περίοδο της αποικιοκρατίας έως τον 19ο αιώνα. Αν και η χώρα γνώριζε αυξανόμενη ευημερία, η παιδική θνησιμότητα ήταν υψηλή. Η αναπτυσσόμενη επαρχιακή μεσαία τάξη είχε τα μέσα να παραγγέλνει προσωπογραφίες και οι λαϊκοί καλλιτέχνες ήταν μια προσιτή επιλογή. Οι προσωπογραφίες των παιδιών ήταν μια ευκαιρία να απαθανατίσουν τη μορφή τους όσο ζούσαν και να τιμήσουν και διατηρήσουν τη μνήμη τους εάν δεν έφταναν μέχρι την ενηλικίωση.

ZoomInImageΠαιδικό κολιέ από κοράλλι με καμέο, 1840–1880. Κτήμα της Δίδος Ούνα Ντάνμπαρ, Ιστορική Νέα Αγγλία, Χάβερχιλ, Μασσαχουσέτη, ΗΠΑ. (Ιστορική Νέα Αγγλία)

 

Κατά την περίοδο του Κεντ, από το 1829 έως το 1838 περίπου, ο Φίλιπς εξερεύνησε τα πλούσια, ζωντανά χρώματα, τις ευκρινείς γραμμές και τα πιο περίτεχνα ενδύματα. Στο «American Anthem: Masterworks from the American Folk Art Museum», η Στέησυ Σ. Χολάντερ γράφει ότι αυτά τα έργα «χαρακτηρίζονται από έντονες χρωματικές αντιθέσεις, από πρόσωπα που αναδύονται σαν λαμπερά κοσμήματα από το σκούρο, βελούδινο φόντο, από το τονισμένο χρώμα στα μάγουλα, από την έλλειψη διακριτών πινελιών, καθώς και από τη γεωμετρική, διακοσμητική επεξεργασία των σωμάτων».

ZoomInImage
Άμμαϊ Φίλιπς, «Το κορίτσι με τις φράουλες», περ. 1830. Λάδι σε καμβά, 66 x 57 εκ. Εθνική Πινακοθήκη Τέχνης, Ουάσιγκτον. (Public Domain)

 

Το «Κορίτσι με τις φράουλες» («The Strawberry Girl», περ. 1830, Εθνική Πινακοθήκη Τέχνης) δείχνει ένα κοριτσάκι να κάθεται σε μια πολυθρόνα. Το κεντημένο λευκό φόρεμά της τονίζεται από μία κόκκινη ζώνη κάτω από το στήθος και κόκκινους φιόγκους στους ώμους, στοιχεία που απηχούν στη διακόσμηση του σκούφου της. Στο δεξί της χέρι κρατά ένα κλαδάκι με φράουλες, ενώ στο αριστερό κρατά ένα ώριμο μούρο – και τα δύο σύμβολα νεανικής ζωτικότητας. Με φόντο το αρχετυπικό ζεστό, σκοτεινό φόντο του καλλιτέχνη, το κορίτσι παρουσιάζεται σε μια ελαφρώς γυρισμένη πόζα τριών τετάρτων, που θυμίζει αγγλική αριστοκρατική προσωπογραφία. Αποτελεί κοινή παρανόηση ότι όλοι οι λαϊκοί καλλιτέχνες ήταν ανεκπαίδευτοι. Είναι πιθανό ότι ο Φίλιπς ήταν σχετικά εξοικειωμένος με την παραδοσιακή ακαδημαϊκή τέχνη, ενσωματώνοντας ορισμένα στοιχεία στη δική του πρακτική.

Ένα λαϊκό αριστούργημα

ZoomInImage
Άμμαϊ Φίλιπς, «Κορίτσι με κόκκινο φόρεμα, γάτα και σκύλο», 1830–1835. Λάδι σε καμβά, 76 x 63 εκ. Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, Νέα Υόρκη. (Public Domain)

 

Το αριστούργημα του Φίλιπς, εμβληματικό έργο της λαϊκής τέχνης στο σύνολό της, είναι το «Κορίτσι με κόκκινο φόρεμα, γάτα και σκύλο» («Girl in Red Dress with Cat and Dog», 1830–1835, επίσης μέρος της συλλογής του Αμερικανικού Μουσείου Λαϊκής Τέχνης). Σε μια ετικέτα έκθεσης, η κα Χολάντερ συγκρίνει τη χρήση μεγάλων χρωματικών επιφανειών, τις οποίες ο Φίλιπς αποδίδει με γεωμετρική ακρίβεια, με τη μεσαιωνική θρησκευτική τέχνη. Γράφει: «Η συμβολική συσχέτιση σπάνιων και ακριβών χρωμάτων με συγκεκριμένες θρησκευτικές φιγούρες, όπως το κόκκινο βερμιγιόν που χρησιμοποιούταν για τα ενδύματα της Παρθένου, απηχεί σε αυτή την προσωπογραφία». Εκτός από το χρώμα, τα εκφραστικά χαρακτηριστικά του προσώπου της κοπέλας, που κάθεται σεμνά σε ένα παγκάκι, μεταδίδουν μια αθωότητα που αιχμαλωτίζει την προσοχή του θεατή καθώς συναντά το βλέμμα της.

Το 1998, ο πίνακας τυπώθηκε ως γραμματόσημο των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Φίλιπς ζωγράφισε τέσσερεις προσωπογραφίες μεμονωμένων παιδιών με υπέροχα κόκκινα ρούχα και μικρά σκυλιά στα πόδια τους. Στην ιστορία της τέχνης, τα σκυλιά συμβολίζουν την πίστη. Το λαγωνικό στην εικόνα, που διακρίνεται από ένα καφέ οβάλ μπάλωμα στο μέτωπό του, εμφανίζεται σε πολλές προσωπογραφίες του καλλιτέχνη. Πιστεύεται ότι ήταν το κατοικίδιο του ίδιου του Φίλιπς και ότι μπορεί να χρησιμοποιήθηκε για να κρατά ακίνητα τα νεαρά μοντέλα κατά τη διάρκεια της πόζας.

Η μοναδική διπλή προσωπογραφία παιδιού όπου ο Φίλιπς επαναλαμβάνει το μοτίβο του κόκκινου φορέματος είναι αυτή της κυρίας Μάγιερ και της κόρη της («Mrs. Mayer and Daughter», 1835-1840). Οι δύο μορφές παρουσιάζονται ως οριοθετημένα σχήματα από τολμηρά κορεσμένα χρώματα. Όπως και στο «Κορίτσι με κόκκινο φόρεμα, γάτα και σκύλο», το παιδί φορά ένα κοραλλί κολιέ. Επιπλέον, κρατά φυλλώδη κλωνάρια που παραπέμπουν σε άλλους πίνακες του Φίλιπς. Μαζί με τα επίσης κόκκινα παπούτσια της, αυτά τα χαρακτηριστικά ενισχύουν το κόκκινο χρωματικό πεδίο του φορέματός της.

ZoomInImage
Άμμαϊ Φίλιπς, «Η κυρία Μάγιερ και η κόρη της», 1835–1840. Λάδι σε καμβά, 96 x 87 εκ. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη. (Public Domain)

 

Αισθητικές συνδέσεις

Η σύνδεση μεταξύ του Άμμαϊ Φίλιπς και των πορτραίτων του Border Limner και του Kent Limner δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει χωρίς το λαμπρό ερευνητικό έργο της Μπάρμπαρα Χόλντριτζ (Barbara Holdridge), εκδότριας, και του μηχανικού συζύγου της, Λάρρυ Χόλντριτζ. Το 1958, αγόρασαν έναν υπογεγραμμένο πίνακα του Φίλιπς από ένα κατάστημα με αντίκες στο Κονέκτικατ. Περίεργοι να ανακαλύψουν πληροφορίες για τον καλλιτέχνη, βρήκαν έναν απόγονό του, ο οποίος τους βοήθησε να μάθουν περισσότερα για τη ζωή του. Στη συνέχεια, το ζευγάρι πληροφορήθηκε για μια έκθεση τέχνης κατά τη διάρκεια μιας καλοκαιρινής έκθεσης στο Κεντ που είχε πραγματοποιηθεί το 1924. Οι κάτοικοι είχαν παρουσιάσει προσωπογραφίες προγόνων, τις οποίες είχε φιλοτεχνήσει ένας καλλιτέχνης που είχε γίνει γνωστός ως Kent Limner.

Μελετώντας βιβλία που περιείχαν έργα τόσο αυτού του άγνωστου καλλιτέχνη όσο και του Border Limner, η Μπάρμπαρα εντυπωσιάστηκε από την ομοιότητά τους με τις εικόνες του Φίλιπς, ιδιαίτερα από την επανειλημμένη χρήση συγκεκριμένων κοσμημάτων και ενός βιβλίου σε όλο το έργο τους. Επικοινώνησαν και έπεισαν την εξέχουσα ιστορικό λαϊκής τέχνης Μαίρη Μπλακ, τότε διευθύντρια του Αμερικανικού Μουσείου Λαϊκής Τέχνης, με τα ευρήματά τους.

Μέχρι το 1965, ο ακαδημαϊκός κόσμος είχε αποδεχθεί ότι ο Φίλιπς είχε δημιουργήσει όλα τα έργα. Η Μπλακ και οι Χόλντριτζ συνέχισαν να υποστηρίζουν περαιτέρω έρευνες για τον Φίλιπς, αν και υπάρχουν ακόμα πολλά να αποκαλυφθούν για τη ζωή και τα θέματά του. Το ταλέντο του Φίλιπς στη δημιουργία συναρπαστικών, κομψών και όμορφων πορτρέτων έχει συμβάλει στο αυξανόμενο ενδιαφέρον και την εκτίμηση της αγοράς τέχνης και της ακαδημαϊκής κοινότητας για τη λαϊκή τέχνη και τη θέση της στην πολιτιστική ιστορία της Αμερικής.

Της Michelle Plastrik

Επιμέλεια: Βαλεντίνα Λισάκ & Αλία Ζάε

Ευρωπαϊκή πορσελάνη: Ο ‘λευκός χρυσός’ του 18ου αιώνα

Η ιστορία της πορσελάνης ξεκίνησε στην Κίνα πριν από δύο περίπου χιλιάδες χρόνια. Η πορσελάνη είναι ένα υαλώδες, ημιδιαφανές λευκό κεραμικό που συνήθως κατασκευάζεται από καολίνη, ένα είδος πηλού, και πετούντσι, ένα είδος ορυκτού που ψήνεται σε υψηλές θερμοκρασίες.

Εμφανίστηκε στη Δύση πολύ αργότερα. Η κινεζική πορσελάνη μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στην Ευρώπη τον 14ο αιώνα.

Οι Ευρωπαίοι γοητεύτηκαν από το εύθραυστο αλλά ανθεκτικό υλικό που αποκαλούσαν «λευκό χρυσό» και η αριστοκρατία συγκέντρωσε τεράστιες συλλογές. Αργότερα, θέλησαν να φτιάχνουν οι ίδιοι επιτραπέζια σκεύη και διακοσμητικά από πορσελάνη. Μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα, κανένας Ευρωπαίος δεν είχε μπορέσει να βρει τη μέθοδο παραγωγής πραγματικής πορσελάνης, γνωστής ως πορσελάνη dura.

Τα δύο μεγαλύτερα ευρωπαϊκά εργοστάσια πορσελάνης του 18ου αιώνα βρίσκονταν στο Μάισσεν και τις Σέβρες (αρχικά Vincennes). Ο εθνικισμός ενέτεινε τον ανταγωνισμό μεταξύ τους: Το Μάισσεν (Meissen) βρισκόταν στη Σαξονία (μέρος της σύγχρονης Γερμανίας) και οι Σέβρες (Sèvres) στη Γαλλία.

‘Πορσελανίτις’

ZoomInImage
Λουί ντε Σιλβέστρ, προσωπογραφία του Αύγουστου Β’ του Ισχυρού, περ. 1720. Λάδι σε καμβά. Εθνικό Μουσείο, Στοκχόλμη. (Public Domain)

 

Ο ηγεμόνας της Σαξονίας Αύγουστος Β’ είχε σχεδόν εμμονή με την πορσελάνη. Ο Εκλέκτορας, περισσότερο γνωστός ως Αύγουστος ο Ισχυρός, διέγνωσε στον εαυτό του Porzellankrankheit – ‘πορσελανίτιδα’. Κατά τη διάρκεια της ζωής του συγκέντρωσε περισσότερα από 35 χιλιάδες κομμάτια.

Ο Αύγουστος επέβαλλε στον αλχημιστή Γιόχαν Φρήντριχ Μπότγκερ [Johann Friedrich Böttger] να παραμείνει στη Δρέσδη, την πρωτεύουσα της Σαξονίας, για να πειραματιστεί με διάφορες συνταγές πορσελάνης. Οι προσπάθειές του στέφθηκαν με επιτυχία και ο Μπότγκερ και οι συνεργάτες του ήταν οι πρώτοι που κατάφεραν να αναπαράγουν πραγματική πορσελάνη στη Δύση. Το εργαστήριο Meissen ιδρύθηκε το 1710 υπό τη βασιλική αιγίδα του Αύγουστου Β΄.

Οι πορσελάνες Meissen κυριάρχησαν στην Ευρώπη για τα επόμενα 40 χρόνια έως ότου εμφανίστηκαν οι πορσελάνες του βασιλικού εργαστηρίου του Λουδοβίκου ΙΕ΄ της Γαλλίας.

Ο μύθος της Αθηνάς και της Αράχνης σε πορσελάνη Meissen

ZoomInImage
Επιτραπέζιο ρολόι (εκκρεμές) με την Αράχνη και την Αθηνά, 1727, που αποδίδεται στον Γιόχαν Γκότλιμπ Κίρχνερ, από την εταιρεία κατασκευής πορσελάνης Meissen. Πορσελάνη με επιχρυσωμένη και επιζωγραφισμένη, 44 x 21 x 13 εκ. Rijksmuseum, Άμστερνταμ. (Public Domain)

 

Ένα αριστούργημα της πρώιμης περιόδου του Meissen είναι ένα επιτραπέζιο ρολόι με εκκρεμές με την Αράχνη και την Αθηνά, το οποίο ανήκει πλέον στο Rijksmuseum. Αυτό το κομμάτι έχει πολύπλοκο διακοσμητικό σχέδιο και προέλευση. Οι μελετητές πιστεύουν ότι μπορεί να είχε κατασκευαστεί αρχικά για τον ίδιο τον Αύγουστο. Τον 19ο αιώνα άλλαξε πολλούς ιδιοκτήτες, πριν καταλήξει στη συλλογή του ζεύγους Φραντς και Μάργκαρετ Οπενχάιμερ από το Βερολίνο.

Οι Οπενχάιμερ εγκατέλειψαν την πατρίδα τους μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και κατέφυγαν στη Βιέννη, αλλά αργότερα αναγκάστηκαν να φύγουν και από εκεί. Πριν ξεφύγουν από τη δίωξη στη Βιέννη, πούλησαν τη συλλογή τους από πορσελάνες Meissen σε έναν Ολλανδό συλλέκτη, ο οποίος πέθανε αμέσως μετά και η συλλογή αγοράστηκε από τους Ναζί. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιδιοκτησία της συλλογής πέρασε στο ολλανδικό κράτος, το οποίο τη μετέφερε στο Rijksmuseum.

Το 2019, το ολλανδικό κράτος επέστρεψε τη συλλογή στους κληρονόμους των Οπενχάιμερ. Δύο χρόνια αργότερα, ο Sotheby’s την έβγαλε σε δημοπρασία για λογαριασμό τους και το Rijksmuseum αγόρασε περισσότερα από τα μισά κομμάτια, συμπεριλαμβανομένου αυτού του ρολογιού, που ήταν το εξέχον έργο της δημοπρασίας. Με αρχική αξία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, τα 200.000 με 400.000 ευρώ, πουλήθηκε για λίγο λιγότερο από 1,5 εκατομμύριο.

Ο κατάλογος του Sotheby’s περιγράφει το ρολόι ως εξής:

«Η ευκρινώς διαμορφωμένη αρχιτεκτονική μορφή ενισχύεται περαιτέρω από ένα εξαιρετικό θησαυρό διακοσμητικών τεχνικών, που περιλαμβάνει πληθωρικά ζωγραφισμένα εικονιστικά τμήματα, εμπλουτισμένα είτε με πορφυρό και σιδηρόχρωμο φυλλωτό περίγραμμα είτε με γαλάζια πλαίσια είτε με επίχρυσες σινουαζερί, πάνω από σμάλτο Μπότγκερ.»

Το γυαλιστερό σμάλτο είναι ένα ροζ-λιλά χρώμα που εφευρέθηκε από τον Μπότγκερ. Χρησιμοποιήθηκε συχνά στις πορσελάνες Meissen με σινουαζερί, μοτίβα δηλαδή και τεχνοτροπίες που μιμούνταν τα θέματα της Ανατολικής Ασίας, προσαρμόζοντάς τα στις ευρωπαϊκές προτιμήσεις.

ZoomInImage
Η Αράχνη και η Αθηνά. Λεπτομέρεια από το επιτραπέζιο ρολόι Meissen. (Public Domain)

 

Οι φιγούρες στην κορυφή του θολωτού τρούλου της θήκης του ρολογιού παραπέμπουν στον μύθο της Αθηνάς και της Αράχνης, από την ελληνική μυθολογία. Στην ιστορία, η Αράχνη, μια νεαρή υφάντρα, καυχιόταν ότι οι ικανότητές της στην ύφανση ήταν υψηλότερες από αυτές της Αθηνάς. Όταν η θεά παρουσιάστηκε μπροστά της, όχι μόνο η Αράχνη τόλμησε να διαγωνιστεί μαζί της, αλλά και απεικόνισε στο υφαντό της υβριστικά για τους θεούς θέματα. Παρά την τεχνική τελειότητα του έργου της, την οποία θαύμασε η Αθηνά, η ύβρις της κοπέλας εξόργισε τη θεά, η οποία έσκισε το υφαντό και μεταμόρφωσε την Αράχνη στο ομώνυμο έντομο, καταδικασμένη να υφαίνει διαρκώς έργα – ιστούς – που δε θα θεωρούνταν πλέον θαυμαστά αλλά οχληρά και θα καταστρέφονταν  εσαεί από τους ανθρώπους.

Η έμπνευση του ρολογιού πιθανότατα προήλθε από τα αρχαία και σύγχρονα γλυπτά που επίσης συνέλεγε ο Αύγουστος, σημειώνει η ιστορικός τέχνης Μωρήν Κάσσιντυ-Γκάιγκερ στο άρθρο του Sotheby’s «Provenance and Prestige: The Collection of Margaret and Franz Oppenheimer». Ο πρώτος καλλιτέχνης που εργάστηκε στη θήκη του ρολογιού ήταν ο Γκέοργκ Φρίσε, μέχρι που ήρθε ο γλύπτης Γιόχαν Γκότλιμπ Κίρχνερ να αναλάβει τη διακόσμηση, ο οποίος στη συνέχεια φιλοτέχνησε μερικές από τα πιο διάσημα κομμάτια Meissen.

Τα πορσελάνινα λουλούδια της Vincennes

ZoomInImage
Σύνθετο βάζο με λουλούδια (το καθεαυτό βάζο χρονολογείται πριν από το 1733, τα λουλούδια μεταξύ 1745-1750, και η βάση γύρω στα 1745-1749) από την εταιρεία κατασκευής πορσελάνης Meissen (βάζο) και την εταιρεία κατασκευής πορσελάνης Vincennes (λουλούδια). Διακόσμηση από σκληρή πορσελάνη και πολύχρωμο σμάλτο, μαλακή πορσελάνη, επιχρυσωμένο μπρούντζο. Getty Center, Λος Άντζελες. (Public Domain)

 

Η επιτυχία της Σαξονίας και του εργαστηρίου Meissen στην παραγωγή πορσελάνης παρακίνησε τη Γαλλία να προσπαθήσει να την ξεπεράσει. Το 1740, δημιουργήθηκε το εργοστάσιο Vincennes (Βενσέν) σε ένα βασιλικό κάστρο ανατολικά του Παρισιού. Το διηύθυνε ένας πρώην ξυλουργός που τελειοποίησε τη δημιουργία πιο λευκής, πιο γυαλιστερής πορσελάνης από μαλακή πάστα. Στόχος της εταιρείας ήταν να παράγει πορσελάνη που θα μπορούσε να συναγωνιστεί αυτή του Meissen. Στην αρχή, έκανε συχνά αντίγραφα δημοφιλών προϊόντων Meissen. Πέντε χρόνια μετά την ίδρυση της εταιρείας, ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ εξέδωσε βασιλικό ένταλμα για το Vincennes.

Η επιλογή των αντικειμένων που στεγάζονται στο Getty Center του Λος Άντζελες αντικατοπτρίζει αυτή την περίοδο ανταγωνισμού στην παραγωγή ευρωπαϊκής πορσελάνης. Το ζευγάρι των σύνθετων βάζων με λουλούδια θυμίζει τα βάζα Meissen που δημιουργήθηκαν πριν από το 1733. Τα πορσελάνινα βάζα φέρουν ζωγραφισμένα λουλούδια και έντομα. Για να ενισχυθεί η ρεαλιστική εντύπωση, έχουν ζωγραφιστεί και οι σκιές τους. Σύμφωνα με το Getty, «ο καλλιτέχνης τοποθέτησε προσεκτικά ορισμένα μικρά ζωύφια για να κρύψει τις ατέλειες στην πορσελάνη».

ZoomInImage
Τα λουλούδια από πορσελάνη και επιχρυσωμένο μπρούντζο του σύνθετου βάζου του Vincennes. (Public Domain)

 

Τα βάζα Meissen, τα οποία φέρουν ζωγραφισμένο με μπλε χρώμα με το μονόγραμμα του Αύγουστου του Ισχυρού (AR), εισήχθησαν στη Γαλλία γύρω στο 1745. Κατά την άφιξή τους στο Παρίσι, ο έμπορος τα τοποθέτησε σε επιχρυσωμένες μπρούτζινες βάσεις. Στη συνέχεια, οι τεχνίτες προσάρτησαν λουλούδια από πορσελάνη Vincennes σε επιχρυσωμένους μπρούντζινους μίσχους, δημιουργώντας όμορφα μπουκέτα που συμπλήρωναν τα βάζα Meissen.

Το εργοστάσιο πορσελάνης Vincennes έγινε διάσημο για τα νατουραλιστικά του χρώματα, τα οποία είχαν ιδιαίτερη επιτυχία μεταξύ των κομψών και ευγενών Παριζιάνων της δεκαετίας του 1740. Οι θιασώτες τους έφταναν να έχουν συλλογές από χιλιάδες λουλούδια, που αντιστοιχούσαν σε πολλά διαφορετικά φυσικά είδη. Χρησιμοποιούνταν για τη διακόσμηση εσωτερικών χώρων και ενίοτε περιχύνονταν με άρωμα, για να επαυξάνεται η ομοιότητά τους με τις ζωντανές συνθέσεις.

ZoomInImage
Υάκινθος Ριγκώ, «Ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ με το ένδυμα της στέψης του», 1730. Λάδι σε καμβά. Παλάτι των Βερσαλλιών, Γαλλία. (Public Domain)

 

Το 1756 το εργαστήριο μετακόμισε σε ειδικά κατασκευασμένες εγκαταστάσεις στις Σέβρες, μια περιοχή νοτιοδυτικά του Παρισιού και τα προϊόντα του έγιναν γνωστά με το όνομα της νέας του διεύθυνσης. Τρία χρόνια αργότερα, ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ έγινε ο μοναδικός ιδιοκτήτης του και τα προϊόντα του εργαστηρίου προορίζονταν κυρίως για τη γαλλική βασιλική οικογένεια και τους αυλικούς, όπως συνέβαινε με αυτά του Meissen επί Αύγουστου του Ισχυρού.

Το ροζ της κυρίας ντε Πομπαντούρ

ZoomInImage
Φρανσουά Μπουσέ, προσωπογραφία της Μαντάμ ντε Πομπαντούρ, 1756. Λάδι σε καμβά, 2 x 1,5 μέτρα. Alte Pinakothek, Μόναχο. (Public Domain)

 

Ένα ιδιόρρυθμο ζευγάρι βάζα με κεφάλια ελέφαντα, που βρίσκονται στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης και τα οποία χρονολογούνται περί το 1758, αποτελούν εκπληκτικά δείγματα ροζ εγκεκριμένου από την κυρία ντε Πομπαντούρ. Σε αυτήν την περίοδο, χάρη στην τεχνική εφευρετικότητα και τα πληθωρικά διακοσμητικά σχέδια, οι Σέβρες είχαν γίνει το κορυφαίο ευρωπαϊκό εργαστήριο μαλακής πορσελάνης. Η σκληρή πορσελάνη άρχισε να παράγεται μόλις το 1769, δύο χρόνια μετά την ανακάλυψη της καολίνη στη Λιμόζ, επίσης πόλη της Γαλλίας.

ZoomInImage
Ζαν-Κλωντ Ντουπλεσί, «Βάζο με κεφάλια ελεφάντων» (λεπτομέρεια), περ.1758, εταιρεία κατασκευής πορσελάνης Σεβρών. (Public domain)

 

Οι Σέβρες (Sèvres) σύντομα σταμάτησαν να βασίζονται σε κομμάτια Meissen για έμπνευση. Ορισμένοι μελετητές θεωρούν τα διακοσμητικά βάζα των Σεβρών, με τα πλούσια χρώματα και την άφθονη επιχρύσωση, ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της εταιρείας. Το συμμετρικό ροζ ζευγάρι, που εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, έγινε από τον Ζαν-Κλωντ Ντουπλεσί (Jean-Claude Duplessis), έναν ιταλικής καταγωγής χρυσοχόο που πήγε στην εταιρεία των Σεβρών το 1748 και εισήγαγε νέες γλυπτικές φόρμες.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1750 δημιουργήθηκαν μερικά από τα πιο εκπληκτικά σχέδια βάζων των Σεβρών, τα οποία ήταν εξαιρετικά περίτεχνα και κοστοβόρα. Τα βάζα με κεφάλια ελέφαντα, των οποίων οι προβοσκίδες χρησίμευαν ως κηροπήγια, είχαν μεγάλη απήχηση μεταξύ των βασιλιάδων και της γαλλικής  αριστοκρατίας. Η Madame de Pompadour είχε τουλάχιστον τρία ζευγάρια.

«Οι ελέφαντες ασκούσαν μεγάλη γοητεία στην πρώιμη σύγχρονη Ευρώπη», γράφει ο επιμελητής του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης Βολφ Μπύρχαρντ στον κατάλογό του «Inspiring Walt Disney: Animation of the French Decorative Arts» (Εμπνέοντας τον Γουώλτ Ντίσνεϋ: Το animation και οι διακοσμητικές τέχνες  της Γαλλίας).

Τα βάζα του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης αγοράστηκαν αρχικά από τον Λουδοβίκο Ιωσήφ των Βουρβώνων, πρίγκιπα του Κοντέ, σε αποκλειστική πώληση στα ιδιωτικά διαμερίσματα του Λουδοβίκου ΙΕ΄ στις Βερσαλλίες. Ο πρίγκιπας αγόρασε πέντε βάζα. Η συνολική τιμή τους ήταν 4.320 λίβρες, ποσό που ξεπερνούσε τον ετήσιο μισθό ενός επαγγελματία εργάτη. Οι ιστορικοί πιστεύουν ότι μόνο 22 αγγεία με κεφάλια ελέφαντα έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα.

Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, η ιδιοκτησία του εργαστηρίου των Σεβρών πέρασε στη γαλλική κυβέρνηση. Συνεχίζει την παραγωγή του και συχνά συνεργάζεται με σύγχρονους καλλιτέχνες. Το εργοστάσιο Meissen συνεχίζει επίσης την παραγωγή του και ανήκει πλέον στο κρατίδιο της Σαξονίας. Αν και τώρα δεν αποτελεί  προτεραιότητα για τα δύο κράτη να ξεπερνούν το ένα το άλλο στην παραγωγή πορσελάνης, οι «πόλεμοι της πορσελάνης» του 18ου αιώνα είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μερικών από τα πιο όμορφα ευρωπαϊκά διακοσμητικά αντικείμενα.

Της Michelle Plastrik

Επιμέλεια: Βαλεντίνα Λισάκ & Αλία Ζάε

Το πάθος του Ντελακρουά για τα μεγάλα αιλουροειδή

Ο Ευγένιος Ντελακρουά ήταν ένας από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες της Γαλλίας του 19ου αιώνα, ηγέτης του ρομαντικού κινήματος της χώρας και δεξιοτέχνης κολορίστας. Γνωστός για μνημειώδη έργα, όπως το «Η Ελευθερία οδηγεί το λαό», θεωρείται ο τελευταίος μεγάλος ζωγράφος της ιστορίας. Η ιδιοφυΐα του εκδηλώθηκε σε τοιχογραφίες για κυβερνητικά κτίρια, πορτραίτα, τοπία και ρωπογραφίες [1].

Ο Ντελακρουά ελκόταν από την απεικόνιση εξωτικών τόπων και σκηνών με έντονο συναίσθημα και σωματικότητα, που αναδείκνυαν τις εντάσεις μεταξύ πολιτισμού και αγριότητας. Αυτά τα στοιχεία υλοποιήθηκαν στις απεικονίσεις των μεγάλων αιλουροειδών – συγκεκριμένα λιονταριών και τίγρεων. Ταυτίστηκε με αυτά τα αιλουροειδή, παρατηρώντας τα προσεκτικά και αποτυπώνοντας τη μεγαλοπρέπειά τους με διάφορα μέσα και τεχνικές καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του. Πολλοί από τους πίνακες που προέκυψαν συγκαταλέγονται στα αριστουργήματά του.

Μαέστρος του εξωτισμού

A self-portrait with Green Vest, circa 1837, by Eugène Delacroix. Oil on canvas; 25 1/2 inches by 21 2/5 inches. Louvre Museum, Paris. (Public Domain)
Ευγένιος Ντελακρουά, αυτοπροσωπογραφία με πράσινο γιλέκο, περ. 1837. Λάδι σε καμβά, 65 x 54 εκ. Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι. (Public Domain)

 

Ο Ντελακρουά (Eugène Delacroix, 1798-1863) καταγόταν από επιφανή γαλλική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν πολιτικός και η μητέρα του προερχόταν από οικογένεια τεχνιτών. Αν και σπούδασε κοντά σε έναν επαγγελματία καλλιτέχνη και φοίτησε για ένα διάστημα στη Σχολή Καλών Τεχνών, ήταν ουσιαστικά αυτοδίδακτος. Το μεγαλύτερο μέρος της εκπαίδευσής του προήλθε από τις επισκέψεις του στο Λούβρο και την αντιγραφή των παλαιών δασκάλων, ιδίως του Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς και των Βενετών καλλιτεχνών της Αναγέννησης. Το πρώιμο έργο του χαρακτηρίζεται από την υπερβολική και εκφραστική χρήση του χρώματος και τη θεματολογία που αντλούσε από τους μεγάλους λογοτέχνες, όπως ο Δάντης, ο Σαίξπηρ και ο Λόρδος Βύρων.

Ο Ντελακρουά χρησιμοποίησε τα άγρια ζώα ως θέματα για να εκφράσει το ενδιαφέρον του για την απεικόνιση της ανατομίας, της ζωτικότητας και των μακρινών χωρών. Σπάνια ταξίδευε εκτός Γαλλίας, οπότε για να τα σκιτσάρει εκ του φυσικού έκανε πολυάριθμες επισκέψεις στον ζωολογικό κήπο στο Jardin des Plantes στο Παρίσι. Άρχισε να μελετά τα αιλουροειδή γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1820. Ο Ντελακρουά έβρισκε τις επισκέψεις στο θηριοτροφείο αναζωογονητικές και χρήσιμες, καθώς όξυναν τις παρατηρήσεις του για τη φύση. Το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης διαθέτει ένα απολαυστικό σκίτσο με τίτλο «Ένα λιοντάρι, μπροστινή όψη, 30 Αυγούστου 1841», που φιλοτεχνήθηκε σε μια τέτοια επίσκεψη.

Το σχέδιο από γραφίτη περιλαμβάνει χρωματικές σημειώσεις για τη χαίτη και τη μύτη.

"A Lion, Full Face, August 30, 1841" by Eugène Delacroix. Graphite; 4 5/8 inches by 7 3/16 inches. The Metropolitan Museum of Art, New York City. (Public Domain)
Ευγένιος Ντελακρουά, «Ένα λιοντάρι, μπροστινή όψη, 30 Αυγούστου 1841». Γραφίτης σε χαρτί, 12 x 18 εκ. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη. (Public Domain)

 

Ένα σημαντικό πρώιμο έργο του με θέμα τα αιλουροειδή είναι μια λιθογραφική σειρά του 1829 με τίτλο «Βασιλική τίγρη», που θεωρείται από τις καλύτερες λιθογραφίες του 19ου αιώνα. Τοποθετημένη στην άκρη ενός γκρεμού πάνω από μια πεδιάδα, η κουλουριασμένη τίγρη φαίνεται ξεκάθαρα ότι έχει βγει για κυνήγι  – το καμπύλο σώμα της δείχνει έτοιμο να ορμήσει ανά πάσα στιγμή. Ο Ντελακρουά επιτυγχάνει μια νατουραλιστική εικόνα της τίγρης και χειρίζεται το μέσο του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προσδώσει στο έργο μια ζωγραφική ποιότητα.

"Royal Tiger," 1829, by Eugène Delacroix. Lithograph; 12 13/16 inches by 18 5/16 inches. The Cleveland Museum of Art. (Public Domain)
Ευγένιος Ντελακρουά, «Βασιλική τίγρη», 1829. Λιθογραφία, 32 x 47 εκ. Μουσείο Τέχνης του Κλήβελαντ, ΗΠΑ. (Public Domain)

 

Η λιθογραφική εκτύπωση είχε εφευρεθεί μόλις 33 χρόνια νωρίτερα. Η διαδικασία περιλαμβάνει τη σχεδίαση με ένα λιπαρό μολύβι πάνω σε μια επίπεδη πέτρινη επιφάνεια. Μετά από επεξεργασία με αραβικό κόμμι και ένα οξύ, το λίπος προσέλκυε το μελάνι. Οι τυπογράφοι πίεζαν το χαρτί πάνω στο μελάνι και παρήγαγαν μια εικόνα. Οι εκτυπώσεις του Ντελακρουά απεικονίζουν μια άγρυπνη τίγρη ξαπλωμένη στο έδαφος.

Μυστηριώδη αιλουροειδή

“Young Tiger Playing With Its Mother,” 1830, by Eugène Delacroix. Oil on canvas; 51 inches by 77 inches. Louvre Museum, Paris. (Public Domain)
Ευγένιος Ντελακρουά, «Νεαρή τίγρη που παίζει με τη μητέρα της», 1830. Λάδι σε καμβά, 130 x 195 εκ. Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι. (Public Domain)

 

Το 1832, ο Ντελακρουά πραγματοποίησε ένα ταξίδι στο Μαρόκο, την Ισπανία και την Αλγερία, που του άλλαξε τη ζωή. Αν και οι μελετητές δεν πιστεύουν ότι είδε αιλουροειδή στο φυσικό τους περιβάλλον κατά τη διάρκειά του, το ταξίδι τροφοδότησε περαιτέρω το ενδιαφέρον του για την Ανατολή. Το καλλιτεχνικό κίνημα του 19ου αιώνα, ο Οριενταλισμός, αναφέρεται στις απεικονίσεις από δυτικούς καλλιτέχνες της ζωής, αναμεμειγμένης με αρκετή φαντασία, στις ανατολικές περιοχές της Ελλάδας, της Τουρκίας, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Όσον αφορά τον Ντελακρουά, ο πιο διάσημος πίνακας του αυτού του είδους είναι ο πίνακας «Γυναίκες του Αλγερίου στο διαμέρισμά τους». Το ταξίδι του εκείνο ανακλάται, ωστόσο, και σε μεταγενέστερα έργα του με αιλουροειδή.

Το 1830, ο Ντελακρουά ζωγράφισε ένα από τα πιο αγαπημένα του έργα στο είδος των ‘μεγάλων αίλουρων’, τη «Νεαρή τίγρη που παίζει με τη μητέρα της (Σπουδή δύο τίγρεων)», το οποίο αποτελεί μέρος της συλλογής του Λούβρου. Όταν ο πίνακας εκτέθηκε για πρώτη φορά, ένας κριτικός έγραψε: «Αυτός ο μοναδικός καλλιτέχνης δεν έχει ζωγραφίσει ποτέ έναν άνθρωπο που να μοιάζει με άνθρωπο τόσο όσο η τίγρη του μοιάζει με τίγρη. […] Είναι εκπληκτικό να βλέπεις ζώα ζωγραφισμένα με μεγαλύτερη δύναμη, ακρίβεια και ομοιότητα από ό,τι οι άνθρωποι». Αυτή η γοητευτική σκηνή, που αποδίδεται με πλούσια χρώματα και υφές, παρουσιάζει δύο ευγενείς τίγρεις με προσωπικότητα, αυτοπεποίθηση και παιχνιδιάρικη διάθεση.

"Lying Lion in a landscape," 19th century, by Eugène Delacroix. Watercolor on paper; 7 5/8 inches by 10 5/8 inches. Private collection. (Public Domain)
Ευγένιος Ντελακρουά, «Ξαπλωμένο λιοντάρι σε τοπίο», 19ος αιώνας. Υδατογραφία σε χαρτί, 19 x27 εκ. Ιδιωτική συλλογή. (Public Domain)

 

Τις επόμενες δεκαετίες, ο Ντελακρουά μελέτησε τα λιοντάρια και τις τίγρεις σε καμβά και σε χαρτί. Η εξαίσια υδατογραφία «Ξαπλωμένο λιοντάρι σε τοπίο» δείχνει ένα σίγουρο και άγριο καστανοκόκκινο λιοντάρι λουσμένο στο φως να είναι ξαπλωμένο μπροστά από μια σκοτεινή σπηλιά.

“Tiger Stopped,” 1854, by Eugène Delacroix. Cliché-verre on wove paper; 6 9/16 inches by 7 13/16 inches. National Gallery of Art, Washington, D.C. (Public Domain)
Ευγένιος Ντελακρουά, «Τίγρη σε στάση», 1854. Cliché-verre σε υφαντό χαρτί, 17 x 19 εκ. Εθνική Πινακοθήκη, Ουάσιγκτον. (Public Domain)

 

Ο Ντελακρουά πειραματίστηκε αρκετά με νέες τεχνικές. Το έργο του 1854 «Τίγρη σε στάση», μέρος της συλλογής της Εθνικής Πινακοθήκης, είναι ένα cliché-verre σε υφαντό χαρτί. Η πρακτική του κλισέ-βερ είχε μόλις αναπτυχθεί. Συνδύαζε τα μέσα του σχεδίου και της χαρακτικής με τη φωτογραφία. Ένας καλλιτέχνης χάραζε ένα σχέδιο ή ζωγράφιζε μια εικόνα σε μια διάφανη γυάλινη πλάκα, η οποία στη συνέχεια επικολλούταν σε φωτοευαίσθητο χαρτί και εκτίθετο στο φως του ήλιου. Ο πάντα καινοτόμος και ευφάνταστος Ντελακρουά έβαλε τη χαρακτηριστική του ζωηρή σφραγίδα σε αυτή την απεικόνιση μιας άγριας τίγρης.

Κυνήγι λιονταριού

"Lion Hunt," 1860/61, by Eugène Delacroix. Oil on canvas' 30 inches by 38 1/2 inches. Art Institute of Chicago. (Public Domain)
Ευγένιος Ντελακρουά, «Κυνήγι λιονταριού», 1860-61. Λάδι σε καμβά, 76 x 98 εκ. Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγο. (Public Domain)

 

Ο Ντελακρουά ζωγράφισε μια σειρά πολύ δυνατών εικόνων με κυνήγια λιονταριών. Παρόλο που δεν παρέστη ποτέ σε ένα από αυτά ο ίδιος, αξιοποίησε τις μελέτες του για τη Βόρεια Αφρική, τα ζώα ζωολογικών κήπων και την ιστορία της τέχνης για να δημιουργήσει αυτά τα έργα, που χαρακτηρίζονται από έντονη θεατρικότητα. Τα προπαρασκευαστικά σχέδια του Λεονάρντο ντα Βίντσι για τον θρυλικό, ανεκτέλεστο πίνακα «Η μάχη του Ανγκιάρι» – που αργότερα αντέγραψε ο Ρούμπενς – και η σειρά κυνηγετικών εικόνων του ίδιου του Ρούμπενς ενέπνευσαν αυτόν τον κύκλο ζωγραφικής του Ντελακρουά.

Ο πρώτος πίνακας ήταν μνημειώδης. Μόλις τον είδε, ο ποιητής Σαρλ Μπωντλαίρ έγραψε: «Ποτέ δεν έχουν διοχετευτεί πιο όμορφα, πιο έντονα χρώματα μέσα από τα μάτια στην ψυχή». Δυστυχώς, καταστράφηκε εν μέρει από πυρκαγιά το 1870, και επιβιώνει σήμερα μερικώς.

Ο καλλιτέχνης ζωγράφισε επιπλέον εκδοχές αυτού του θέματος τη δεκαετία του 1850 και στις αρχές της δεκαετίας του 1860. Ένα από τα πιο θαυμάσια δείγματα είναι το «Κυνήγι λιονταριού» του 1860-61, που βρίσκεται τώρα στο Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγο. Το έργο ολοκληρώθηκε μόλις δύο χρόνια πριν από τον θάνατο του Ντελακρουά και αποτέλεσε το αποκορύφωμα των συνεχιζόμενων διερευνήσεών του για την πολύπλοκη σχέση μεταξύ ανθρώπου, ζώου και φύσης.

Στη σύνθεση, άνδρες με ενδυμασίες της βορείου Αφρικής βρίσκονται σε μια φρενήρη, βίαιη μάχη με δύο λιοντάρια. Τα δύο είδη παρουσιάζουν ομοιότητες και παραλληλισμούς.

Στο πρώτο πλάνο, το χέρι του άνδρα που πιάνει τη χαίτη του λιονταριού μοιάζει με το ίδιο το πόδι του αιλουροειδούς. Τα γόνατά τους αντιστοιχούν επίσης, ενώ ο λυγισμένος δεξιός καρπός του λιονταριού έχει μία ανθρώπινη ποιότητα. Οι συνοπτικές, γρήγορες πινελιές του Ντελακρουά ενισχύουν τον αισθησιασμό της σκηνής.

Η βία του «Κυνηγιού του λιονταριού» και των άλλων παρεμφερών εικόνων του Ντελακρουά αντισταθμίζεται από έναν στοχαστικό και συγκρατημένο αλλά ισχυρό πίνακα του 1862. Το έργο «Τίγρη που παίζει με μια χελώνα» ανήκει σε ιδιωτική συλλογή από το 2018, όταν πωλήθηκε σε δημοπρασία του οίκου Christie’s έναντι 9,87 εκατομμυρίων δολαρίων στην πώληση «Η συλλογή της Πέγκυ και του Ντέιβιντ Ροκφέλερ». Ο κατάλογος της δημοπρασίας εξηγεί ότι το έργο δείχνει «μια εκπληκτική συνάντηση μεταξύ ενός κυρίαρχου, ισχυρού θηρευτή και ενός πολύ μικρότερου και πιο αδύναμου είδους. Έχοντας παγιδεύσει τη χελώνα κάτω από το πόδι της, το δολοφονικό ένστικτο της τίγρης δίνει τη θέση του στη σύγχυση και την περιέργεια».

“Tiger Playing With a Tortoise,” 1862, by Eugène Delacroix. Oil on canvas; 17 3/4 inches by 24 1/2 inches. Private collection. (Public Domain)
Ευγένιος Ντελακρουά, «Τίγρη που παίζει με μια χελώνα», 1862. Λάδι σε καμβά, 45 x 62 εκ. Ιδιωτική συλλογή. (Public Domain)

 

Την τελευταία δεκαετία της ζωής του ο Ντελακρουά φιλοτέχνησε μια σειρά πινάκων που συσχέτιζαν άνισους αντιπάλους με ενδιαφέροντες τρόπους, ένα άλλο μέσο συμβολισμού της πολύπλοκης σχέσης του ανθρώπου με τις δυνάμεις της φύσης. Η εμβάθυνση στις διάφορες συναισθηματικές και φυσικές καταστάσεις των τίγρεων και των λιονταριών τού έγινε, όπως είπε ένας σύγχρονος του, «πραγματική εμμονή». Αυτός ο πολύπλευρος καλλιτέχνης μπορούσε να δίνει βάθος και ποικιλία σε ένα επαναλαμβανόμενο θέμα μέσω των εκφράσεων, της κίνησης και του χρώματος.

Της Michelle Plastrik

Επιμέλεια: Αλία Ζάε

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Με τον όρο ρωπογραφία περιγράφεται στις τέχνες η αναπαράσταση σκηνών της καθημερινότητας με ρεαλιστικό τρόπο. Στη διεθνή ορολογία έχει επικρατήσει με τον γαλλικό όρο genre τον οποίο πρώτος χρησιμοποίησε ο Ντιντερό τον 18ο αιώνα. (Βικιπαιδεία)