Σάββατο, 14 Μαρ, 2026

Κέικ καρότου

Σήμερα, θα φτιάξουμε ένα κέικ καρότου, με μια δική μου ανατροπή. Η συνταγή είναι απλή, αλλά εσείς μπορείτε να την εμπλουτίσετε με ξηρούς καρπούς και σταφίδες. Η ζάχαρη μπορεί να αντικατασταθεί με στέβια, σιρόπι αγαύης ή άλλα γλυκαντικά.

Υλικά

  • 1 κούπα παρθένο ελαιόλαδο
  • 1 κούπα ζάχαρη
  • 1 κούπα φρέσκο χυμό καρότου
  • 1 κούπα καρότο τριμμένο
  • 1 φακελάκι μπέικιν πάουντερ
  • 1 πρέζα αλάτι
  • 1 πρέζα βανίλια
  • 2,5 κούπες αλεύρι
  • 1 κούπα γιαούρτι
  • 1/2 κ.γλ. σόδα
  • ξύσμα από ένα ακέρωτο λεμόνι
  • χυμό από μισό λεμόνι
  • ζάχαρη άχνη και φιλέ αμυγδάλου για το πασπάλισμα

Παρασκευή

Τρίβουμε το καρότο και το στύβουμε καλά, φυλάσσοντας τον χυμό του σε μία κούπα.

Κοσκινίζουμε το αλεύρι και προσθέτουμε το μπέικιν πάουντερ.

Σε ένα κατσαρολάκι, ζεσταίνουμε το ελαιόλαδο και ρίχνουμε το τριμμένο καρότο για 2-3 λεπτά. Το αποσύρουμε από  τη φωτιά και το αφήνουμε για λίγο να κρυώσει. Προσθέτουμε το γιαούρτι και ανακατεύουμε το μείγμα καλά.

Στην κούπα με το χυμό καρότου, ρίχνουμε τον χυμό από μισό λεμόνι και 1/3 κουταλάκι του γλυκού μαγειρική σόδα. Αν δεν έχει γεμίσει η κούπα μέχρι επάνω, ρίχνουμε λίγο νερό, ανακατεύουμε καλά και το προσθέτουμε στο μείγμα με το γιαούρτι.

Προσθέτουμε αλάτι, ξύσμα λεμονιού, βανίλια και το κοσκινισμένο αλεύρι με το μπέικιν πάουντερ και ανακατεύουμε καλά με το σύρμα. Το μείγμα πρέπει να κυλά στη φόρμα.

Σκεπάζουμε ένα ταψάκι με λαδόκολλα, την αλείφουμε με ελαιόλαδο και ρίχνουμε μέσα τη ζύμη. Ψήνουμε για 35 λεπτά, στους 180 βαθμούς Κελσίου. Για να επιβεβαιώσουμε ότι είναι έτοιμο, βυθίζουμε ένα αμβλύ μαχαίρι βουτύρου στο κέντρο. Αν το μαχαίρι βγει καθαρό, μπορούμε να βγάλουμε το κέικ από τον φούρνο.

Αφήνουμε το κέικ να κρυώσει πριν το βγάλουμε από τη φόρμα. Κατόπιν, το πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη και φιλέ αμυγδάλου. Αν θέλουμε να δώσουμε μια έξτρα γλύκα, τρίβουμε και λευκή σοκολάτα.

Κέικ καρότου (Βαλεντίνα Λισάκ/The Epoch Times)

 

Καλή σας όρεξη!

Ειρηνικοί χοροί στην αρχαία Ελλάδα: Μέρος της κοινωνίας και του πολιτισμού

Οι ειρηνικοί χοροί στην αρχαία Ελλάδα αποτελούσαν βασικό στοιχείο της κοινωνικής και πνευματικής ζωής. Σε αντίθεση με τους πολεμικούς χορούς, είχαν ήπιο χαρακτήρα και εξέφραζαν τη χαρά, τη λατρεία, τη λύπη, τη θεατρική έκφραση και τη συνοχή της κοινότητας. Μέσα από αυτούς, οι αρχαίοι Έλληνες καλλιεργούσαν την αρμονία του σώματος και της ψυχής και εξέφραζαν τη φιλοσοφία του μέτρου — αξίες που εξακολουθούν να επηρεάζουν τον ελληνικό πολιτισμό μέχρι σήμερα

Λατρευτικοί χοροί

Οι λατρευτικοί χοροί είχαν κεντρική θέση στις θρησκευτικές τελετές. Χορεύονταν προς τιμήν των θεών και αποτελούσαν πράξη σεβασμού και επικοινωνίας με το θείο. Συνδέονταν κυρίως με τον Απόλλωνα, τις Μούσες, την Άρτεμη και τη Δήμητρα. Εκτελούνταν σε ιερούς χώρους, κατά τη διάρκεια εορτών και θυσιών.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του χορού της αρχαίας Ελλάδος κατέχουν οι Διονυσιακοί ή  Βακχικοί χοροί που χορεύονταν προς τιμήν του θεού Διονύσου (ή Βάκχου). Ο Διόνυσος, θεός του αμπελιού, του κρασιού και της χαράς, ήταν ο θεός της ξέφρενης έκστασης. Οι Βακχικοί χοροί χορεύονταν από γυναίκες που συνόδευαν τον Διόνυσο και ονομαζόταν Βακχίδες ή Μαινάδες, καθώς και από τους Σάτυρους και τους Σειληνούς, μυθικά πλάσματα με ανθρώπινα και ζωικά χαρακτηριστικά μαζί. Οι χορευτές και οι χορεύτριες φορούσαν στεφάνια από κισσό, κρατούσαν στα χέρια θύρσους (κοντάρια τυλιγμένα με αμπελόφυλλα ή με κισσό, τα οποία στην κορυφή τους είχαν από ένα κουκουνάρι) και χόρευαν με συνοδεία αυλών, τυμπάνων, κροτάλων κλπ.

Ο Επιλήνιος χορευόταν στους λινούς (πατητήρια), κατά τη διάρκεια του τρύγου και του πατήματος των σταφυλιών. Ο Νόννος (5ος αι. μ.Χ.), στο έργο του Διονυσιακά, περιγράφει μία σκηνή κατά την οποία μία ομάδα Σατύρων πατούν τα σταφύλια σε ένα υπαίθριο λινό με ρυθμικά βήματα και πηδήματα, τραγουδώντας τον Βακχικό Ύμνο.

Θεατρικοί χοροί

Στο θέατρο, ο χορός λειτουργούσε ως μέσο αφήγησης και συναισθηματικής μετάδοσης: συνέδεε τον λόγο με το συναίσθημα και αποτελούσε βασικό φορέα παιδείας.

Στην τραγωδία κυριαρχούσε η Εμμέλεια, με ήπιες και μετρημένες κινήσεις. Ο χορός σχολίαζε τα γεγονότα και καθοδηγούσε το κοινό στην κατανόηση του δράματος. Η κίνηση ήταν λιτή, χωρίς ένταση, προσανατολισμένη στη συγκίνηση και τη σκέψη. Περιελάμβανε αρμονικές και επιβλητικές κινήσεις ανάμεσα στις οποίες σημαντική θέση κατείχαν οι χειρονομίες. Ο χορευτής μπορούσε με μιμητικές κινήσεις, κυρίως των χεριών του, να αναπαραστήσει την υπόθεση του έργου χωρίς να μιλήσει. Πρόκειται μάλλον για έναν τύπο χορών που μιμούνται τα δρώμενα με χειρονομίες εκφραστικές και περιγραφικές μεν, σοβαρές και μετρημένες δε.

Ο Κόρδακας, χορός της κωμωδίας, χαρακτηριζόταν από άσεμνες και κωμικές κινήσεις, διακωμωδώντας τα ανθρώπινα κουσούρια, ειδικότερα τις δυσμορφίες ή το περπάτημα των μέθυσων. Ο Κόρδακας χορευόταν από έναν ή περισσότερους χορευτές χωριστά, που έκαναν γελοίες και πρόστυχες φιγούρες.

Πιο γρήγορος από τον Κόρδακα, ο Σίκκινις ήταν χορός του σατυρικού δράματος.  Χορευόταν από Σατύρους και Σειληνούς με συνοδεία εμπαικτικών ασμάτων. Αποτελούνταν από ζωηρές κινήσεις, απότομα πηδήματα και εκφραστικές κινήσεις των μπράτσων και των χεριών.

Σε αντίθεση με τους σοβαρούς χορούς της τραγωδίας, οι χοροί της κωμωδίας είχαν ελεύθερο και εύθυμο χαρακτήρα, εκφράζοντας τη χαρά της ζωής και τη δυνατότητα της κοινωνίας να αυτοσαρκάζεται.

Γαμήλιοι χοροί

Οι γαμήλιοι χοροί συνόδευαν τις τελετές του γάμου και είχαν έντονα κοινωνικό χαρακτήρα. Συμβόλιζαν τη γονιμότητα, τη συνέχεια της οικογένειας και τη συνοχή της κοινότητας. Ήταν χαρούμενοι αλλά μετρημένοι, χωρίς υπερβολές, και χορεύονταν από συγγενείς και φίλους. Ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα ήταν ένα κοινωνικό γεγονός και ο χορός λειτουργούσε ως δημόσια επιβεβαίωση της ένωσης.

Μετά την γαμήλια τελετή, οι φίλοι των νεονύμφων τους συνόδευαν στο γαμήλιο δωμάτιο, όπου πρώτα η νύφη και μετά οι παρευρισκόμενοι, η μητέρα και οι φίλες της, χόρευαν έναν χορό προς τιμήν του θεού του γάμου, Υμέναιου. Ο χορός ήταν γρήγορος και είχε πολλά στριφογυρίσματα.

Ειρηνικοί χοροί στην αρχαία Ελλάδα: Αρμονία σώματος και πνεύματος

Στην αρχαία Ελλάδα ο χορός αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής, θρησκευτικής και παιδαγωγικής ζωής. Εκτός από τους πολεμικούς χορούς (με πιο γνωστό τον πυρρίχιο), υπήρχαν και ειρηνικοί χοροί, οι οποίοι συνδέονταν με τη χαρά, την αρμονία, τη λατρεία, τη γονιμότητα και την κοινωνική συνοχή.

Για τους αρχαίους Έλληνες οι χοροί ήταν παιδεία, λατρεία και τρόπος έκφρασης της συλλογικής ταυτότητας. Ενώ οι πολεμικοί χοροί εξασκούσαν το σώμα για τη μάχη, οι ειρηνικοί χοροί απέδιδαν τις αξίες της αρμονίας και του μέτρου, και έθεταν σε κίνηση της φυσικές και αισθητικές ιδιότητες του ανθρώπινου σώματος. Οι ειρηνικοί χοροί περιελάμβαναν τους θρησκευτικούς, τους λατρευτικούς, τους θεατρικούς, τους γαμήλιους, των συμποσίων, του πένθους κ.ά., και συνόδευαν θρησκευτικές τελετές, θεατρικές παραστάσεις, γάμους και γιορτές, αποτυπώνοντας την αντίληψη ότι το σώμα και το πνεύμα αποτελούν ένα αδιαίρετο σύνολο.

Ο Πλάτωνας, στους Νόμους, τονίζει ότι ο χορός και η μουσική διαμορφώνουν τον χαρακτήρα του πολίτη. Η σωστή κίνηση του σώματος, σε συνδυασμό με τον ρυθμό, οδηγεί στην εσωτερική αρμονία και στην ηθική ισορροπία. Για τον φιλόσοφο, οι ήπιοι και καλαίσθητοι χοροί αποτελούσαν μέσο αγωγής, ιδιαίτερα για τους νέους.

Αντίστοιχα,ο Αριστοτέλης, στα Πολιτικά, αναγνωρίζει τη σημασία της μουσικής και του χορού ως στοιχείων ψυχικής καλλιέργειας. Δεν τους αντιμετωπίζει μόνο ως ψυχαγωγία, αλλά ως απαραίτητα εργαλεία για την καλλιέργεια του ήθους και της κοινωνικής συμπεριφοράς.

Οι ειρηνικοί χοροί είχαν ομαλό και ρυθμικό χαρακτήρα, συνοδεύονταν από μουσική (λύρα, αυλό), εκτελούνταν ομαδικά (συχνά σε κύκλο), συνδέονταν με θρησκευτικές τελετές, γιορτές, γάμους και συμπόσια, και εξέφραζαν τις έννοιες του μέτρου και της αρμονίας, βασικές αξίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.

Θρησκευτικοί χοροί

Αυτοί οι χοροί κατείχαν σημαντική θέση σε όλες τις θρησκευτικές τελετές των αρχαίων. Ήταν ήρεμοι και σοβαροί, χορεύονταν με μεγάλο σεβασμό και οι χορευτές οδηγούνταν σε τέτοια ιερή έκσταση, ώστε πίστευαν ότι ταυτίζονταν με το πνεύμα της λατρευόμενης θεότητας.

Γερανός — Χορευόταν στη Δήλο. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο χορός αυτός αποδίδεται στον Θησέα, ο οποίος αφού σκότωσε το Μινώταυρο με τη βοήθεια της Αριάδνης, φεύγοντας από την Κνωσό σταμάτησε στη Δήλο. Εκεί, αφού έστησε ένα ομοίωμα της Αφροδίτης που του είχε δώσει η Αριάδνη, χόρεψε με τους νέους και τις νέες που έσωσε από τον Μινώταυρο έναν χορό, γύρω από τον Κερασφόρο βωμό. Ο χορός αυτός συμπεριελάμβανε κυματισμούς, αναδιπλώσεις, αναπτύξεις, στροφές  ελικοειδείς και μπορούσε να θεωρηθεί σαν μία αναπαράσταση των κινήσεων του Θησέα στον λαβύρινθο της Κνωσού. Ήταν ένας κυκλικός χορός με εναλλαγές κατεύθυνσης και συμβόλιζε τη λύτρωση, τη ζωή και την ειρήνη.

Συνδεόταν με τη συλλογικότητα και τη μνήμη, και εξέφραζε τη λύτρωση, τη νίκη της ζωής και την επιστροφή στην τάξη. Παράλληλα, ενίσχυε τη συλλογική μνήμη και τη σύνδεση της κοινότητας με τον μύθο.

Παιάνας — Ο Παιάνας ξεκίνησε σαν είδος πομπής και σταδιακά εξελίχθηκε σε κανονικό χορό, συνοδευόμενο από τραγούδι, που εκτελούνταν κυρίως προς τιμή του Απόλλωνα υπό τους ήχους λύρας ή αυλού. Ήταν κρητικής προέλευσης, όπως φαίνεται από διάφορες αφηγήσεις, σύμφωνα με τις οποίες ομάδα Κρητών πήγε στους Δελφούς, χορεύοντας τον Παιάνα, με  επικεφαλής τον ίδιο τον Απόλλωνα. Στοιχεία της μουσικής και των τραγουδιών του Παιάνα που έχουν διασωθεί μάς επιτρέπουν να φανταστούμε τη μεγαλοπρέπεια με την οποία εκτελούνταν αυτός ο χορός.

Παρθένεια — Χοροί γεμάτοι ζωντάνια και χάρη που εκτελούνταν από νεαρές κοπέλες προς τιμή διαφόρων θεοτήτων ή μυθικών ηρώων. Πολλοί ποιητές, όπως ο Πίνδαρος, ο Αλκμάν και άλλοι, είχαν συνθέσει ύμνους που συνόδευαν αυτούς τους χορούς.

Ιεράκειος — Άλλος ένας γυναικείος χορός που χορευόταν στο Άργος, στις γιορτές της Ανθείας Ήρας, με τη συνοδεία αυλού.

Χορός  Καρυάτιδων — Οι αρχαίοι απέδιδαν στους Διόσκουρους την επινόηση αυτού του χορού, που χορευόταν κάθε χρόνο στις γιορτές προς τιμήν της Καρυάτιδας Άρτεμης στις Καρυές της Λακωνίας. Τον εκτελούσαν νέα κορίτσια που ανήκαν στις καλύτερες οικογένειες της Σπάρτης. Χορεύονταν με μικρά, γρήγορα βήματα και το σώμα στητό. Αυτός ο χορός αποτελούσε την έκφραση της λατρείας της ειρήνης.

Βασιλόπιτα τσουρέκι: Συνταγή, ιστορία και το φλουρί

Η βασιλόπιτα αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ελληνικά πρωτοχρονιάτικα ελληνικά έθιμα. Κάποιοι τη φτιάχνουν σαν κέικ, κάποιοι σαν ψωμί και κάποιοι σαν τσουρέκι, με την τελευταία να ξεχωρίζει για το άρωμα και την αφράτη υφή της. Πρόκειται για ένα γλυκό που συνδυάζει τη γεύση με την παράδοση και ενώνει την οικογένεια γύρω από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι.

Η ιστορία της βασιλόπιτας

Η βασιλόπιτα συνδέεται άμεσα με τον Άγιο Βασίλειο τον Μέγα, επίσκοπο Καισαρείας τον 4ο αιώνα μ.Χ.

Σύμφωνα με την παράδοση, όταν ένας άρχοντας απαίτησε υπέρογκους φόρους από τους κατοίκους της περιοχής, ο Βασίλειος συγκέντρωσε κοσμήματα και νομίσματα για να τους προστατεύσει. Όταν ο άρχοντας μετανόησε, ο Βασίλειος έπρεπε να επιστρέψει τα τιμαλφή στους κατόχους τους. Για να γίνει αυτό δικαιώματα — αφού δεν θυμόταν τι ακριβώς είχε δώσει ποιος — έφτιαξε ψωμιά (ή γλυκίσματα) και έκρυψε μέσα σε αυτά τα νομίσματα. Με θαυματουργό τρόπο, κάθε οικογένεια βρήκε στο ψωμί που έλαβε αυτά που είχε προσφέρει. Από αυτήν την παράδοση γεννήθηκε η βασιλόπιτα, ως σύμβολο ευλογίας, δικαιοσύνης και καλοτυχίας για το νέο έτος.

Τοπικές παραλλαγές της βασιλόπιτας ανά την Ελλάδα

Η βασιλόπιτα απαντά σε όλη την Ελλάδα, με μικρές αλλά χαρακτηριστικές διαφοροποιήσεις από περιοχή σε περιοχή, που αντανακλούν την τοπική γαστρονομία και έθιμα.

Μακεδονία-Θράκη: Η βασιλόπιτα γίνεται συνήθως με ζύμη τσουρεκιού, με έντονα αρώματα από μαχλέπι και μαστίχα. Σε ορισμένες περιοχές χαράσσουν επάνω της σταυρό, πριν το ψήσιμο.

 Ήπειρος: Κυριαρχεί η πιο λιτή βασιλόπιτα, χωρίς πολλά μπαχαρικά, με έμφαση στο ψωμί ως σύμβολο αφθονίας. Το κόψιμο συνοδεύεται από ευχές για καλή σοδειά.

Θεσσαλία: Συναντάμε τόσο γλυκές όσο και αλμυρές εκδοχές, ενώ το φλουρί θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό για την τύχη του σπιτιού.

Πελοπόννησος: Η βασιλόπιτα τσουρέκι είναι και εδώ ιδιαίτερα διαδεδομένη, συχνά στολισμένη με αμύγδαλα και ζάχαρη. Σε κάποιες περιοχές προσθέτουν στο επάνω μέρος τη χρονολογία με ζυμάρι.

Αιγαίο: Υπάρχουν παραλλαγές με μέλι, σουσάμι ή τοπικά αρώματα. Η μαστίχα δίνει ξεχωριστό χαρακτήρα στη βασιλόπιτα.

Κρήτη: Συνηθίζεται η βασιλόπιτα τύπου ψωμιού ή γλυκού άρτου, ενώ το κόψιμο συνοδεύεται από μαντινάδες ή ευχές.

Ζάκυνθος: Η παραδοσιακή συνταγή δίνει ένα είδος γλυκού, κάπως μαστιχωτού ψωμιού, με ξηρούς καρπούς και αποξηραμένα φρούτα. Παλιότερα, την έκοβαν τα Χριστούγεννα, αλλά αυτό το έθιμο έχει πλέον σχεδόν εκλείψει.

Το φλουρί και ο συμβολισμός του

Το φλουρί που κρύβουμε μέσα στη βασιλόπιτα συμβολίζει την καλή τύχη, την ευημερία και τη θεία ευλογία για όλη τη χρονιά.

Η αξία του δεν είναι τόσο υλική όσο συμβολική: όποιος το βρει στο κομμάτι του, θα έχει μια χρονιά γεμάτη υγεία και χαρά. Συνήθως, το νόμισμα που χρησιμοποιείται τυλίγεται σε αλουμινόχαρτο, για λόγους υγείας, και τοποθετείται κατά προτίμηση κατά το ζύμωμα, πριν το ψήσιμο, ώστε να μην φαίνεται κάποιο σημάδι που προδίδει τη θέση του.

Κάποτε, όσοι είχαν τη δυνατότητα, έβαζαν μία χρυσή λίρα. Τώρα, πολλές φορές, ορίζεται κάποιο δώρο για τον τυχερό.

Παραδοσιακή συνταγή  για βασιλόπιτα-τσουρέκι

Υλικά

  • 1 κιλό αλεύρι
  • 200 γρ. βούτυρο αγελάδος
  • 200 γρ. ζάχαρη
  • 4 αυγά
  • 250 ml γάλα χλιαρό
  • 1 κύβο νωπή μαγιά ή 2 φακελάκια ξηρή
  • 1 κ.γ. μαχλέπι
  • 1/2 κ.γλ. μαστίχα (κοπανισμένη)
  • 1 κούπα ζουμί απο βρασμένο γλυκάνισο
  • Ξύσμα από ένα πορτοκάλι
  • 1 πρέζα αλάτι
  • 1 αυγό για άλειμμα
  • Αμύγδαλο φιλέ ή σουσάμι (προαιρετικά)
  • 1 νόμισμα

Παρασκευή

Διαλύουμε τη μαγιά στο χλιαρό γάλα με λίγη ζάχαρη και την αφήνουμε 10΄ να ενεργοποιηθεί.

Σε μεγάλο μπολ, χτυπάμε τα αυγά με λίγη ζάχαρη μέχρι να αφρατέψουν.

Προσθέτουμε το λιωμένο βούτυρο, το ξύσμα πορτοκαλιού, το μαχλέπι, τη μαστίχα και το ζουμί από γλυκάνισο.

Ρίχνουμε τη μαγιά και σταδιακά το αλεύρι με το αλάτι. Ζυμώνουμε μέχρι να έχουμε μια μαλακή και ελαστική ζύμη που δεν κολλάει. Σκεπάζουμε και αφήνουμε σε ζεστό μέρος* να φουσκώσει, για 1,5-2 ώρες (ανάλογα τη θερμοκρασία, μπορεί να χρειαστεί περισσότερος χρόνος).

Όταν η ζύμη μας έχει φουσκώσει, την ξαναζυμώνουμε και την πλάθουμε σε στρογγυλό σχήμα, τοποθετώντας και το φλουρί, τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο ή λαδόχαρτο. Τη βάζουμε σε ταψί και την αφήνουμε σε ζεστό μέρος για να φουσκώσει κι άλλο, περίπου 45΄.

Πριν το ψήσιμο, προσθέτουμε με ζυμάρι ό,τι στολίδια θέλουμε ή τη χρονολογία του νέου έτους. Ύστερα, την αλείφουμε με αυγό και πασπαλίζουμε από πάνω με φιλέ αμυγδάλου ή σουσάμι. Ψήνουμε στους 170° C , για 40-45΄, μέχρι να ροδίσει.

* Για να φουσκώσει το ζυμάρι μας, πρέπει να τοποθετηθεί σε ζεστό σημείο. Μια απλή λύση είναι να το βάλετε σκεπασμένο με μία καθαρή πετσέτα στον φούρνο, στους 30° C ή να το σκεπάσετε με κουβέρτες ή με ένα πάπλωμα.

Κόβοντας τη βασιλόπιτα

Το κόψιμο της βασιλόπιτας είναι τελετουργικό και γίνεται είτε με την αλλαγή του έτους, μετά τις 00:00, είτε το πρωινό της 1ης Ιανουαρίου, παρουσίᾳ όλης της οικογένειας.

Τα πρώτα κομμάτια αφιερώνονται στον Χριστό, στον Άγιο Βασίλειο και στο σπίτι. Ακολουθούν τα μέλη της οικογένειας με σειρά ηλικίας από τον μεγαλύτερο στον μικρότερο, και τέλος τυχόν καλεσμένοι.

Αυτή η σειρά δείχνει την έμφαση στην οικογένεια, της οποίας κάθε μέλος προηγείται κάθε φιλοξενούμενου, αλλά ακόμα σημαντικότερο, απηχεί το αρχαιότερο του χριστιανισμού έθιμο της προσφοράς στο θείο, της αναγνώρισης της ανώτερης δύναμης που χαρίζει την ευλογία της και της ταπεινότητα που οφείλουν οι άνθρωποι να δείχνουν.

Χριστουγεννιάτικη σούπα αυγολέμονο: Η ζεστασιά των γιορτών στο πιάτο σας

Η σούπα αυγολέμονο είναι από τα πιο αγαπημένα και διαχρονικά εδέσματα του ελληνικού χριστουγεννιάτικου τραπεζιού. Ζεστή, αρωματική και θρεπτική, συνδέεται με την οικογενειακή θαλπωρή και τη φροντίδα, αποτελώντας ιδανικό πρώτο πιάτο για τις γιορτινές ημέρες. Ο πλούσιος ζωμός, το τρυφερό κρέας και το βελούδινο αυγολέμονο δημιουργούν μια γεύση άρρηκτα συνδεδεμένη με το σπίτι και την παράδοση.

Για την παρασκευή της χριστουγεννιάτικης σούπας αυγολέμονο απαιτούνται απλά και αγνά υλικά: 3-4 είδη κρέατος, καρότα, κρεμμύδι, ρύζι, αυγά και φρέσκο λεμόνι. Ο συνδυασμός τους δημιουργεί έναν φυσικό, αρωματικό ζωμό χωρίς την ανάγκη πρόσθετων ενισχυτικών. Αν θέλουμε να σερβίρουμε τη σούπα  χωρίς αυγολέμονο, μπορούμε να φτιάξουμε σπιτικές χυλοπίτες και να τη σερβίρουμε με λίγο μαϊντανό ή κολίανδρο.

Φροντίζουμε να ξεκινήσουμε το μαγείρεμα αρκετά νωρίτερα, ώστε να σιγοβράσουν τα κρέατα μαζί με τα λαχανικά και να δημιουργηθεί ένας πλούσιος και καθαρός ζωμός. Αφού το κρέας μαλακώσει, το ξεψαχνίζουμε και το βάζουμε σε μία πιατέλα μαζί με τα λαχανικά. Στη συνέχεια, στο κρεατόζουμο μαγειρεύουμε το ρύζι, που δίνει σώμα στη σούπα και τη μετατρέπει σε πλήρες γεύμα.

Το αυγολέμονο αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του πιάτου. Τα αυγά χτυπιούνται καλά και ενώνονται με τον χυμό λεμονιού, ενώ η προσθήκη του ζεστού ζωμού γίνεται σταδιακά για να επιτευχθεί το σωστό δέσιμο. Το μείγμα ενσωματώνεται προσεκτικά στη σούπα, χαρίζοντάς της τη χαρακτηριστική κρεμώδη υφή της και τη φρέσκια, λεμονάτη γεύση.

Το πιο σημαντικό είναι να μη βράσει η σούπα μετά την προσθήκη του αυγολέμονου, ώστε να παραμείνει λεία και βελούδινη. Λίγο φρεσκοτριμμένο πιπέρι και (προαιρετικά) ξύσμα λεμονιού απογειώνουν το άρωμα και να της δίνουν έναν πιο γιορτινό χαρακτήρα. Η χριστουγεννιάτικη σούπα αυγολέμονο δεν είναι απλώς μια συνταγή· είναι μια υπενθύμιση της απλότητας και της ουσίας της ελληνικής κουζίνας. Ένα πιάτο που φέρνει την οικογένεια γύρω από το τραπέζι και κάνει τις γιορτές πιο ζεστές και ανθρώπινες.

Σούπα αυγολέμονο

Υλικά

  • 250 γρ. γαλοπούλα
  • 250 γρ. βοδινό κρέας
  • 250 γρ. αρνάκι
  • 250 γρ. χοιρινό κρέας
  • 1  μεγάλο  κρεμμύδι
  • 1  μεγάλο καρότο
  • 1½ κούπα ρύζι
  • 3  αυγά
  • 2 λεμόνια
  • αλάτι
  • μαύρο πιπέρι σε κόκκους
  • 2 φύλλα δάφνης

Παρασκευή 

Βράστε όλα τα κρέατα μαζί, αφαιρώντας τον αφρό πριν αρχίζει να βράζει. Αλατίστε τα, χαμηλώστε τη φωτιά και αφήστε να σιγοβράσουν για δύο περίπου ώρες σε αρκετό νερό. Στη μία ώρα, προσθέστε το κρεμμύδι ολόκληρο, το καρότο, τους κόκκους μαύρου πιπεριού και τα φύλλα δάφνης.

Όταν μαλακώσουν τα κρέατα, αφαιρέστε τα από την κατσαρόλα, σουρώστε το ζουμί, βάλτε το ξανά να βράσει και ρίξτε το ρύζι. Όταν το ρύζι βράσει, ετοιμάστε το αυγολέμονο. Χτυπήστε καλά τα αυγά και προσθέστε λίγο λίγο το χυμό των λεμονιών. Κατεβάστε την κατσαρόλα από τη φωτιά. Πάρτε με τη βαθιά κουτάλα κρεατόζουμο και προσθέστε το σιγά σιγά  ανακατεύοντας συνέχεια. Τέλος, αδειάστε το αυγολέμονο στη σούπα.

Σερβίρετέ τη σούπα ζεστή με φρεσκοτριμμένο πιπέρι. Σερβίρετε το κρέας σε μία πιατέλα, με αλάτι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι.

Σε περίπτωση που δεν θέλουμε να φτιάξουμε τη σούπα με ρύζι και αυγολέμονο, μπορούμε να βράσουμε μακριές χυλοπίτες σε νερό και να τις προσθέσουμε στον ζωμό, σε κάθε πιάτο, αρταίνοντας με φρέσκο μαϊντανό ή κολίανδρο.

Καλή όρεξη και καλά Χριστούγεννα!

Πολεμικοί χοροί στην αρχαία Ελλάδα

Στην αρχαία Ελλάδα, οι χοροί δεν αποτελούσαν μόνο μορφή διασκέδασης ή θρησκευτικής έκφρασης· είχαν και στρατιωτική λειτουργία, καθώς συνδέονταν με την πειθαρχία, τη σωματική άσκηση, την εκπαίδευση των πολεμιστών και τη διαμόρφωση ομαδικού πνεύματος. Οι πολεμικοί χοροί λειτουργούσαν ως μέσο προετοιμασίας για τη μάχη, καλλιεργώντας ευκινησία, αντοχή και συγχρονισμό, ενώ οι κινήσεις τους ήταν εμπνευσμένες από πραγματικές πολεμικές τεχνικές — άλματα, εφόδους, αποφυγές, ελιγμούς, χρήση ασπίδας και δόρατος. Σε πολλές πόλεις-κράτη, ιδίως στη Σπάρτη, ο πολεμικός χορός αποτελούσε μέρος της επίσημης αγωγής.

Ο Πλάτωνας στους Νόμους και στην Πολιτεία αντιμετωπίζει τον άνθρωπο που δεν χορεύει ως άνθρωπο αμόρφωτο, ενώ αντίθετα υποστηρίζει ότι η ευχέρεια στον χορό δείχνει άνθρωπο καλλιεργημένο· αναφέρει δε ότι ο χορός, σε συνδυασμό με τη μουσική και τη γυμναστική, είναι βασικό μέσο διαμόρφωσης του ήθους των νέων. Ο ρυθμός και η αρμονία της κίνησης θεωρούνταν αναγκαία για την καλλιέργεια του σώματος και για την εξισορρόπηση της ψυχής.

Πυρρίχιος, ο ύψιστος πολεμικός χορός

Ο χορός που αναφέρεται συχνότερα στα αρχαία κείμενα είναι ο πυρρίχιος, που κατά τον Πλάτωνα είναι πιστή μίμηση των κινήσεων του οπλίτη στη μάχη, καθώς κινείται πλαγίως για να αποφύγει το χτύπημα του αντιπάλου, υποχωρεί για να πάρει φόρα, εφορμά με μεγάλο πήδημα, σκύβει για να δώσει μικρό στόχο.

Σύμφωνα με την παράδοση, τον χόρεψαν οι Κουρήτες για να καλύψουν το κλάμα του νεογέννητου Δία χτυπώντας τις ασπίδες τους, ώστε να μην τον ακούσει ο Κρόνος. Η ιστορία αυτή δείχνει τη στενή σχέση του χορού με τα όπλα και τον θόρυβο της μάχης. Από τους μύθους και τις περιγραφές των αρχαίων συγγραφέων φαίνεται πως ο πυρρίχιος είχε τρία βασικά στοιχεία: μίμηση πραγματικών πολεμικών κινήσεων, ρυθμικότητα και ομαδικότητα. Οι βασικές κινήσεις περιλαμβάνουν:

  • γρήγορες προωθήσεις προς τα εμπρός, σαν επίθεση με δόρυ
  • απότομες αποφυγές προς τα πίσω ή στο πλάι
  • κυκλικές περιστροφές για αλλαγή κατεύθυνσης ή άμυνα
  • άλματα που συμβολίζουν ελιγμούς ή υπεκφυγές
  • χαμηλώματα του σώματος σαν κάλυψη πίσω από ασπίδα
  • χτυπήματα (συμβολικά) με δόρυ ή ξίφος

Οι κινήσεις έχουν ένταση και ταχύτητα και απαιτούσαν εξαιρετική φυσική κατάσταση, ευρωστία, ισορροπία και ακρίβεια.

Ο χορευτής κρατούσε ασπίδα (όπλον), δόρυ, ενίοτε και ξίφος. Το βάρος της ασπίδας έκανε τον χορό ιδιαίτερα απαιτητικό. Πολλές φιγούρες βασίζονταν σε χτυπήματα της ασπίδας (όπως έκαναν οι Κουρήτες), δημιουργώντας ρυθμό και θόρυβο.

Ο πυρρίχιος ήταν ομαδικός χορός, που χορευόταν από σύνολα νέων ή οπλιτών, με τέλειο συγχρονισμό. Η ομαδικότητα ενίσχυε τη συνοχή, εξασκούσε τον συντονισμό, μιμούνταν την πειθαρχημένη κίνηση μιας φάλαγγας στη μάχη. Η μουσική ήταν γρήγορη, πολεμική, και συνήθως παιζόταν από αυλό ή κρουστά. Ο ρυθμός ήταν εντονότατος και μετέφερε την ενέργεια της μάχης. Παρότι εκπαιδευτικός, ο πυρρίχιος είχε και θρησκευτική διάσταση. Χορευόταν στα Παναθήναια, σε γιορτές του Άρη ή της Αθηνάς, σε τελετές μύησης των νέων.

Λέγεται ότι η ονομασία του προήλθε από τον κρητικής καταγωγής μυθικό ήρωα Πύρριχο, που τον επινόησε και τον πρωτοχόρεψε. Η ονομασία παραπέμπει επίσης στο κόκκινο χρώμα, είτε αυτό της πυρόχρωμης ενδυμασίας είτε αυτό του αίματος. Αργότερα, ο πυρρίχιος άρχισε να χορεύεται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και μάλιστα με διαφορετικές ονομασίες. Έτσι από γραπτές μαρτυρίες διαβάζουμε ότι στην Κρήτη ονομαζόταν Ορσίτης, στην Κύπρο Πρύλις, στη Μακεδονία Τελεσίας.
Στην Κρήτη, τη Σπάρτη και την Αθήνα, ο Πυρρίχιος είχε τόσο τελετουργικό χαρακτήρα όσο και εκπαιδευτικό. Οι Σπαρτιάτες τον ενέτασσαν στην εκπαίδευση των νέων, ενώ στους Παναθηναϊκούς αγώνες οργανώνονταν πυρρίχιοι χοροί από ομάδες οπλιτών.

Ο πυρρίχιος στη Σπάρτη

Στη Σπάρτη οι πολεμικοί χοροί είχαν τη μεγαλύτερη σημασία και εφαρμογή. Για τους Σπαρτιάτες, ο χορός δεν ήταν διασκέδαση, αλλά μέρος της στρατιωτικής εκπαίδευσης των νέων.
Από 7 ετών, τα σπαρτιατόπουλα έμπαιναν στην αγωγή, ένα σύστημα εκπαίδευσης που στόχευε στη δημιουργία άριστων πολεμιστών. Οι πολεμικοί χοροί ήταν βασικό εργαλείο για την εξάσκηση στη δύναμη και την αντοχή, την ανάπτυξη ευστροφίας, την προσαρμογή στο βάρος του οπλισμού, την εκπαίδευση σε σχηματισμούς. Ακόμα, δίδασκαν συνεργασία μέσα στην ομάδα-μονάδα, μιμούνταν τη συντονισμένη κίνηση της φάλαγγας, ενίσχυαν το ηθικό και την ομοψυχία. Ο πυρρίχιος διδασκόταν συστηματικά και οι νέοι έπρεπε να εκτελούν τις κινήσεις με ακρίβεια και πειθαρχία.

Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι οι Σπαρτιάτες «πολεμούσαν σαν να χόρευαν», εξαιτίας του συγχρονισμού και της αρμονικής κίνησης τους. Αρχαίες μελέτες αναφέρουν ότι η ικανότητα των Σπαρτιατών στη μάχη οφειλόταν εν μέρει στη χορευτική-ρυθμική παιδεία τους. Οι νέοι που συμμετείχαν στην κρυπτεία (μυστικό σώμα επιτήρησης) εκπαιδεύονταν επίσης με πολεμικούς χορούς, για να αναπτύξουν αντοχή και ευκινησία.

Σε εορτές, όπως οι Γυμνοπαιδίαι, τα Υακίνθεια και τα Κάρνεια, ο πυρρίχιος ήταν κεντρικό στοιχείο. Τον χόρευαν γυμνοί ή με ελαφρά ενδυμασία, συμβολίζοντας την αγνότητα, τη δύναμη και την ετοιμότητα για μάχη.

Οι Σπαρτιάτες ήταν διάσημοι σε όλη την Ελλάδα για την τέχνη των πολεμικών χορών, και συχνά προσκαλούνταν Σπαρτιάτες εκπαιδευτές σε άλλες πόλεις-κράτη, όπως στην Αθήνα, για να διδάξουν τον πυρρίχιο.

Για τους αρχαίους Έλληνες, ο χορός ήταν έκφραση αρμονίας μεταξύ σώματος και ψυχής.  Προωθούσε την ενότητα της κοινότητας, την πειθαρχία και τη συμμετοχή στις συλλογικές αξίες. Ήταν ένας ζωντανός τρόπος έκφρασης της ταυτότητας, αλλά και μια μορφή τέχνης που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στον παγκόσμιο πολιτισμό.

Βιβλιογραφία

Μακαρόνας, Ι.,  Πυρρίχιος. Ο πολεμικός χορός των αρχαίων Ελλήνων,  Αθήνα, εκδόσεις Φιλιππότης, 1996
Μαργαρίτης, Α., Αρχαίος Ελληνικός Χορός: Μορφές, λειτουργίες και σημασίες, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήση, 1982
Λεμπέσης, Θ., Ο χορός στην αρχαία Ελλάδα,  Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2004
Κώνστας, Ι., ​​​​​​​Μουσική και Χορός στην Αρχαία Ελλάδα, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Ζήτη, 2010
Κυριακίδης, Ν., ​​​​​​​Ο χορός ως στοιχείο αγωγής στη Σπάρτη, Αθήνα, εκδόσεις Gutenberg, 2014
Ράφτης, Ά., Ο κόσμος του ελληνικού χορού, Αθήνα, εκδόσεις Πολυτύπου, 1985
Ρούμπης, Γ. Α.,  Ελληνικοί χοροί, Αθήνα, εκδόσεις Το οικονομικό, 1993

Ο χορός στην αρχαία Ελλάδα: Τελετουργία, παιδεία και πολιτισμική ταυτότητα

Ο χορός ήταν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ελληνικής πολιτισμικής παράδοσης στην αρχαιότητα. Ήταν μια πρακτική βαθιά ριζωμένη στην κοινωνική, θρησκευτική και εκπαιδευτική ζωή των πόλεων-κρατών, που συνδύαζε την κίνηση με τη μουσική, τον λόγο και τον ρυθμό. Η μελέτη της αρχαίας χορείας δεν προσφέρει μόνο μια εικόνα των καλλιτεχνικών πρακτικών της εποχής, αλλά αποκαλύπτει και τον τρόπο με τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες αντιλαμβάνονταν την αρμονία σώματος και πνεύματος, ανθρώπου και θεού, κοινωνίας και ατόμου.

Περισσότερο από μορφή ψυχαγωγίας, ο χορός λειτουργούσε ως φορέας μύθου, μέσο διαμόρφωσης ήθους και πεδίο καλλιτεχνικής έκφρασης. Μέσα από τις χορείες των εφήβων, τους τελετουργικούς διθυράμβους, τους πολεμικούς πυρρίχιους και τον θεατρικό χορό της τραγωδίας, οι αρχαίοι Έλληνες διαμόρφωσαν μια τέχνη που επηρέασε καθοριστικά τη μεταγενέστερη ευρωπαϊκή παράδοση.

Κοπέλες σε κυκλικό χορό, εμπνευσμένο από την ελληνική αρχαιότητα, περ. 1920. Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, ΗΠΑ. (Underwood & Underwood/Public Domain)

 

Οι πρώιμες μορφές χορού και οργανωμένων κινήσεων είχαν θρησκευτικό, τελετουργικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Η λέξη χορός προέρχεται από το ρήμα χορεύω («κινούμαι ρυθμικά»), ενώ η παλαιότερη μορφή χορίς φαίνεται να σχετίζεται με πρωτοελληνικές τελετουργικές πρακτικές, όπου η κίνηση, η μουσική και ο λόγος λειτουργούσαν ενιαία. Οι πρώτοι τελετουργικοί-λατρευτικοί  χοροί αργότερα εξελίχθηκαν στη δραματική τέχνη.

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν στη θεϊκή προέλευση του χορού και ότι οι χορευτικές κινήσεις μιμούνταν τις κινήσεις των θεών. Κατ’ επέκταση, ο χορός ήταν μέσο προσέγγισης του θείου και συμμετοχής στο κοσμικό «ρυθμικό» γίγνεσθαι. Θεωρούταν δώρο του Διονύσου, θεού του κρασιού και της χαράς. Προστάτιδα του χορού ήταν η Τερψιχόρη, μία από τις εννέα Μούσες, τις θεότητες των τεχνών και των επιστημών. Οι Χάριτες και οι Νύμφες συνδέονταν επίσης με τη χορευτική πράξη, επιβεβαιώνοντας τον θεϊκό χαρακτήρα του χορού.

Οι εννέα Μούσες. Από αριστερά προς τα δεξιά: Κλειώ, Θάλεια, Ερατώ, Ευτέρπη, Πολύμνια, Καλλιόπη, Τερψιχόρη, Ουρανία και Μελπομένη. Σχέδιο από ανάγλυφο σε σαρκοφάγο που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου. (Public Domain)

 

Υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες για τον χορό στην αρχαία Ελλάδα, που χρονολογούνται από την εποχή του Ομήρου μέχρι την εποχή του Νόννου, οι οποίες μαρτυρούν τον σημαντικό ρόλο που έπαιζε ο χορός στη θρησκευτική και πολιτιστική ζωή στην Αρχαία Ελλάδα.

Στην Ιλιάδα, ο Όμηρος λέει, περιγράφοντας την ασπίδα του Αχιλλέα που κατασκεύασε ο Ήφαιστος: «Ξόμπλιαζε ακόμα ο κουτσοπόδαρος θεός και χοροστάσι όμοιο με εκείνο που ‘χε ο Δαίδαλος της όμορφομαλλούσας της Αριάδνης στην απλόχωρη Κνωσό παλιά φτιαγμένο. Άγουροι εκεί κι ακριβαγόραστες παρθένες είχαν στήσει χορό, κι ο ένας του άλλου εκρατούσανε πα’ στον αρμό τα χέρια».

Στην Οδύσσεια μιλάει για τη μεγάλη σημασία που έδιναν οι Φαίακες στον χορό και τη μουσική. Όταν οι γιοι του Αλκινόου, Άλιος και Λαοδάμας, έδειχναν στον Οδυσσέα της ικανότητές τους στο χορό, οι άλλοι κρατούσαν τον ρυθμό με τα δάκτυλα ή χτυπώντας παλαμάκια: «Τον Λαοδάμαντα τότε πρόσταξεν ο Αλκίνοος και τον Άλιο χορό να στήσουν, μόνοι τι ήξεραν την τέχνη κάλλιο από όλους. Πήραν και χόρευαν στη γη την πολυθρόφα, κι έκαναν χίλια δυο τσακίσματα, χτυπούσαν παλαμάκια οι άλλοι στο αλώνι μέσα νιούτσικοι και ήταν ο αχός περίσσιος».

Quatremère-de-Quincy, «Η ασπίδα του Αχιλλέα», εικόνα δημοσιευμένη στο The Jupiter Olympian. Παρίσι, Didot, 1814. (Public Domain)

 

Πέρα από την τέχνη και τη λατρεία, ο χορός λειτουργούσε ως μέσο κοινωνικής συνοχής. Οι δημόσιες χορείες ήταν πράξη συλλογικής συμμετοχής και πολιτικής ταυτότητας. Η κυκλική διάταξη των χορευτών συμβόλιζε την ενότητα των πολιτών, ενώ η συμμετρική κίνηση εξέφραζε την πολιτική αρμονία και το δημοκρατικό ιδεώδες. Ο χορός έδινε στον πολίτη την ευκαιρία να συμμετέχει ενεργά στη ζωή της πόλης, να επιδείξει αρετή και πειθαρχία, και να ενισχύσει την κοινωνική ενότητα.

Για τους αρχαίους Έλληνες, η παιδεία δεν ήταν μόνο γνώση, αλλά και άσκηση του σώματος και του χαρακτήρα. Ο χορός αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο αυτής της αγωγής. Ο Πλάτωνας τόνιζε την αξία του ρυθμού και της αρμονίας ως καθοριστικών παραγόντων για την καλλιέργεια της ψυχικής ισορροπίας, ενώ ο Αριστοτέλης θεωρούσε τον χορό μέσον έκφρασης των παθών, το οποίο εντάσσεται οργανικά στην ηθική ανάπτυξη των νέων. Σε πόλεις όπως η Σπάρτη, οι νέοι μάθαιναν πολεμικούς χορούς που ενίσχυαν την πειθαρχία και τη συνοχή των πολεμικών μονάδων. Στην Αθήνα, η εκμάθηση χορών για δημόσιες και θεατρικές εκδηλώσεις αποτελούσε πολιτικό καθήκον, που λάμβανε χορηγίες.

Χαρακτηριστικά του αρχαιοελληνικού χορού

Η αρχαία ελληνική χορογραφία συνδύαζε τρία στοιχεία: λόγο, μουσική, κίνηση. Η σύνθεση αυτή αποτελεί θεμέλιο της δυτικής θεατρικής παράδοσης, ενώ η λέξη ορχήστρα (χώρος χορού) επιβιώνει μέχρι σήμερα στο σύγχρονο λεξιλόγιο της μουσικής και της σκηνής.

Οι αρχαίοι Έλληνες χόρευαν ατομικά (μονοχορία), σε ζευγάρια (διχορία) ή σε ομάδες (πολυχορία). Αρχικά, στις ομάδες συμμετείχαν μόνο άτομα του ίδιου φύλου, ενώ αργότερα συμμετείχαν και τα δύο φύλα (μικτοί χωροί). Επίσης, οι χορευτές πιανόνταν μεταξύ τους (λαβή) και έκαναν όμοιες κινήσεις. Στη διχορία, όμως, δεν χρησιμοποιούσαν λαβή, γιατί ο καθένας είχε το δικό του μοτίβο κινήσεων. Από αγγείο του 550 π.Χ., που βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών διαπιστώνουμε την ύπαρξη αντικρυστού ζευγαρωτού χορού.

Σάτυοος χορεύει με μαινάδα. Εικονογραφική απεικόνιση σε αττικό μελανόμορφο κεραμικό αγγείο, με την υπογραφή ‘Νικοσθένης’. Petit Palais, Μουσείο Καλών Τεχνών, Παρίσι. (Public Domain)

 

Ο χορός αποτελούσε μέσο ενσωμάτωσης του ατόμου στο κοινωνικό σύνολο. Η συμμετοχή σε χορείες καλλιεργούσε την αίσθηση συλλογικής ταυτότητας, πειθαρχίας, ισοτιμίας, συμμετοχής στα κοινά. Η κυκλική διάταξη των χορευτών συμβόλιζε την κοινωνική ενότητα, ενώ η συμμετρία των κινήσεων θεωρείτο έκφραση πολιτικής και κοσμικής αρμονίας.

Ο Όμηρος ο Πλάτων ο Αριστοτέλης και ο Πλούταρχος περιγράφουν πολλά είδη χορών. Αναφερόμενοι στα κείμενα αυτών του ποιητών και φιλοσόφων της αρχαιότητας και σε πρόσφατες μελέτες ιστορικών, μπορούμε να κατατάξουμε τους χορούς σε δύο είδη: τους πολεμικούς και τους ειρηνικούς.

* * * * *

Βιβλιογραφία

Αριστοτέλης, Περί Ποιητικής 
Πλάτων, Νόμοι και Πολιτεία
Λουκιανός, Περί Ορχήσεως
Lonsdale, S. (1993). Dance and Ritual Play in Greek Religion 
Lawler, L. (1964), The Dance in Ancient Greece
Csapo, E. & Miller, M. (2007), The Origins of Theater in Ancient Greece and Beyond 
Hall, E. (2004), Greek Tragedy: Suffering Under the Sun
Neils, J. (1992), Goddess and Polis: The Panathenaic Festival in Ancient Athens 
Γιώργος Α. Ρούμπης,  Ελληνικοί Χοροί 

Μπακλαβάς χωριάτικος, με σπιτικό φύλλο

Ο χωριάτικος μπακλαβάς είναι ένα από τα πιο αυθεντικά και αγαπημένα γλυκίσματα της ελληνικής παράδοσης. Φτιαγμένος με τραγανό, χειροποίητο φύλλο, καβουρδισμένους ξηρούς καρπούς και άρωμα κανέλας, θυμίζει τις παλιές εποχές, τότε που κάθε σπίτι μοσχοβολούσε βούτυρο και σιρόπι. Σιροπιασμένος όσο πρέπει, με πλούσια γεύση και αγνό άρωμα, ο χωριάτικος μπακλαβάς δεν είναι απλώς ένα γλυκό∙ είναι μνήμη, φιλοξενία και γιορτή, κομμάτι από τις ρίζες και τις παραδόσεις του τόπου μας.

Στα χωριά, παλιά, το άρωμα από το καμένο βούτυρο, το καρύδι και την κανέλα πλημμύριζε τα σπίτια στις γιορτές, στους γάμους και στα μεγάλα πανηγύρια. Κάθε περιοχή έδινε τη δική της πινελιά, άλλες με πιο πλούσιο πρόβειο βούτυρο, άλλες με ψημένα καρύδια ή με προσθήκη σουσαμιού. Έτσι, ο μπακλαβάς ήταν πάντα μοναδικός, ένα γλυκό που ένωνε οικογένειες και γειτονιές γύρω από ένα μεγάλο ταψί.

Υλικά για παραδοσιακό, χωριάτικο μπακλαβά

1. Χειροποίητο φύλλο

Ανοιγμένο στο χέρι με αλεύρι από τον μύλο του χωριού, πασπαλισμένο με αλεύρι για να γίνει λεπτό και αλειμμένο με λάδι ή βούτυρο τοπικής παραγωγής.
→ Αυτό, μαζί με το τσίπουρο, είναι που δίνει τον πιο τραγανό και αυθεντικό χαρακτήρα.

2. Βούτυρο νωπό 

Στα ορεινά χωριά έβαζαν συχνά βούτυρο πρόβειο, που δίνει έντονο άρωμα. Στα πεδινά χρησιμοποιούσαν αγελαδινό φρέσκο βούτυρο.

3. Καρύδια 

Τα περισσότερα χωριά χρησιμοποιούσαν καρύδια, που υπήρχαν παντού, συχνά καβουρδισμένα ελαφρά στο τηγάνι για πιο δυνατό άρωμα.

4. Μπαχαρικά 

Το κλασικό κανελογαρύφαλλο· σε ορισμένες περιοχές χρησιμοποιούσαν και μοσχοκάρυδο.

5. Σιρόπι με μέλι

Το σιρόπι γινόταν είτε με μέλι (στα χωριά με μελίσσια) είτε με ζάχαρη και λεμόνι
→ Πάντα ήταν πιο «δεμένο» και πιο αρωματικό από το σύγχρονο.

6. Λίγο σουσάμι ή αμύγδαλο

Στη Θεσσαλία και Στερεά Ελλάδα έβαζαν καμιά φορά σουσάμι. Σε κυκλαδίτικα χωριά χρησιμοποιούσαν και αμύγδαλο, αναλόγως τι είχαν.

Η ποιότητα και η προέλευση των υλικών ήταν καθοριστική για την ποιότητα και τη γεύση του μπακλαβά. Το χειροποίητο φύλλο, το τοπικό βούτυρο με την πλούσια γεύση, τα καρύδια από τα δέντρα της περιοχής — ίσως και της αυλής — μαζεμένα και σπασμένα στο χέρι, το τοπικό μέλι στο σιρόπι, καθώς και το ψήσιμο σε χοντρό ταψί και μέσα στον ξυλόφουρνο, όλα συνέτειναν σε ένα αξεπέραστο αποτέλεσμα, τη χαρακτηριστική γεύση του χωριάτικου μπακλαβά

Παραδοσιακή συνταγή χωριάτικου μπακλαβά, με χειροποίητο φύλλο

(Βαλεντίνα Λισάκ/The Epoch Times)

 

Για τη ζύμη

  • 3-4 ποτήρια αλεύρι
  • 250 γρ. βούτυρο
  • 150 γρ. γιαύρτι
  • 2  κροκούς αυγού
  • 50 γρ. γάλα
  • 2 κ.σ. τσίπουρο
  • ½ κ.γλ. μαγειρική σόδα
  • μία πρέζα αλάτι
  • 300 γρ. λιωμένο βούτυρο (για να περιχύσουμε τον μπακλαβά)
  • 1 κρόκο αυγού με λίγο γάλα (για να αλείψουμε τον μπακλαβά)

Για τη γέμιση

  • 500-600 γρ. καρύδια χοντροκομμένα και καβουρδισμένα
  • 1-2 κ.σ. κανέλα
  • 2 κ.γλ. γαρύφαλλο τριμμένο
  • 1 κ.γλ. πιπερόριζα
  • 2-3 κ.σ. ζάχαρη (προαιρετικά)
  • 1 ποτήρι καβουρδισμένες φρυγανιές με λίγο βούτυρο
  • 3 ασπράδια αυγού

Για το σιρόπι

  • 3 ποτήρια ζάχαρη
  • 2 ποτήρια νερό
  • 1/2 ποτήρι μέλι
  • 1 λεμόνι (φλούδα)
  • 1 ξυλαράκι κανέλας
  • μισό πορτοκάλι
  • 2-3 γαρύφαλλα

Παρασκευή

Ετοιμάζουμε τη ζύμη

Σε μία λεκάνη κοσκινίζουμε το αλεύρι και το τρίβουμε με το μαλακό βούτυρο μέχρι να γίνει σκόνη. Προσθέτουμε το γάλα, τους κροκούς αυγού και το τσίπουρο. Ανακατεύουμε το γιαούρτι με τη σόδα και το ρίχνουμε στη ζύμη. Ζυμώνουμε μέχρι να έχουμε μία μαλακή ζύμη και τη χωρίζουμε  σε 8-10 μπαλίτσες. Την αφήνουμε να ξεκουραστεί και εν τω μεταξύ, ετοιμάζουμε το σιρόπι και την γέμιση.

Ετοιμάζουμε το σιρόπι

Ανακατεύουμε όλα τα υλικά εκτός από το μέλι και τα βράζουμε για 10 λεπτά. Κατεβάζουμε από τη φωτιά, προσθέτουμε το μέλι, ανακατεύουμε και αφήνουμε το σιρόπι να κρυώσει, για να περιχύσουμε αργότερα με αυτό τον ζεστό μπακλαβά.

Ετοιμάζουμε τη γέμιση και τα φύλλα

Καβουρδίζουμε τα καρύδια, προσθέσουμε τα μπαχαρικά, ζάχαρη προαιρετικά, τις καβουρδισμένες σε βούτυρο φρυγανιές και τα ασπράδια αυγού, και ανακατεύουμε καλά.

Βουτυρώνουμε καλά το ταψί μας. Ανοίγουμε την πρώτη μπάλα ζύμης σε λεπτό φύλλο, το απλώνουμε στο ταψί, το βουτυρώνουμε ελαφρά και βάζουμε λίγη γέμιση. Συνεχίζουμε ανοίγοντας και απλώνοντας το δεύτερο φύλλο, μέχρι να εξαντλήσουμε φύλλα και γέμιση.

Αλείφουμε το πάνω πάνω φύλλο με το μείγμα κρόκου και γάλακτος, και κόβουμε τον μπακλαβά σε ρόμβους.

(Βαλεντίνα Λισάκ/The Epoch Times)

 

Ψήσιμο

Ψήνουμε τον μπακλαβά για 15 λεπτά, τον βγάζουμε και τον περιχύνουμε με το υπόλοιπο βούτυρο. Τον ξαναβάζουμε στο φούρνο και τον ψήνουμε για άλλα 45 λεπτά (εξαρτάται από τον φούρνο σας), στους 180-200° C.

Μόλις  ο μπακλαβάς πάρει χρυσαφένιο χρώμα, τον βγάζουμε από τον φούρνο και τον περιχύνουμε με το κρύο σιρόπι που έχουμε ετοιμάσει. Αφήνουμε το γλυκό να κρυώσει.

Καλή σας όρεξη!

Μοσχαράκι στιφάδο

Το στιφάδο είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πιάτα της ελληνικής κουζίνας, ένα παραδοσιακό ελληνικό πιάτο που φτιάχνεται με κρέας (συνήθως μοσχάρι ή κουνέλι) και κρεμμυδάκια, μαγειρεμένα σε μια πλούσια σάλτσα με κρασί, ντομάτα, μπαχαρικά και βότανα.

Η ιστορία του στιφάδου πάει αρκετά πίσω στον χρόνο, με επιρροές από την ιταλική κουζίνα και τη Μεσόγειο γενικότερα. Η λέξη «στιφάδο» προέρχεται από το ιταλικό stufato, που σημαίνει «αργομαγειρεμένο», «βραστό» ή «μαγειρεμένο στον ατμό». Το πιάτο αυτό φαίνεται να εισήχθη στην Ελλάδα κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, ιδιαίτερα στα νησιά του Ιονίου, όπου υπήρξαν έντονες ιταλικές επιρροές.

Αρχικά, το στιφάδο ήταν φαγητό που γινόταν με κουνέλι ή άλλο κυνήγι, και αργότερα προσαρμόστηκε ώστε να φτιάχνεται και με μοσχάρι, αρνί, χταπόδι ή ακόμα και με σαλιγκάρια – ανάλογα με την περιοχή και την εποχή.  Χαρακτηριστικό του είναι τα πολλά κρεμμυδάκια και η πλούσια, γλυκόξινη σάλτσα με ντομάτα, κρασί, ξύδι, μπαχαρικά και δάφνη. Στην παραδοσιακή κουζίνα, το στιφάδο μαγειρεύεται σε πήλινο σκεύος με καπάκι ή γάστρα, αργά και σε χαμηλή φωτιά, για να ‘δέσουν’ τα αρώματα.

Παραδοσιακή συνταγή για μοσχαράκι στιφάδο

Για 4 άτομα

Υλικά 

  • 1 κιλό μοσχάρι (σπάλα ή ποντίκι), κομμένο σε κομμάτια
  • 1,5 κιλό μικρά κρεμμύδια (για στιφάδο), καθαρισμένα
  • 1 ξηρό κρεμμύδι, ψιλοκομμένο
  • 6 σκελίδες σκόρδο, ψιλοκομμένες
  • 2 φύλλα δάφνης
  • 1/2 φλιτζάνι κόκκινο κρασί
  • 1/4 φλιτζανιού ξίδι κόκκινο
  • 400 γρ. ώριμες ντομάτες, ψιλοκομμένες
  • 2 κ.σ. πελτέ ντομάτας
  • 1 κ.γλ. ζάχαρη
  • 1 φλιτζάνι ελαιόλαδο
  • 2 κ.σ. βούτυρο
  • Αλάτι και πιπέρι
  • 1 ξυλάκι κανέλας
  • 4-5 κόκκους μπαχάρι

Παρασκευή

Σε φαρδιά κατσαρόλα, ρίχνουμε το μισό ελαιόλαδο και σοτάρουμε το μοσχάρι μέχρι να ροδίσει καλά από όλες τις πλευρές. Προσθέτουμε το ψιλοκομμένο κρεμμύδι, ανακατεύουμε καλά και αφήνουμε το κρεμμύδι να μαλακώσει και να πάρει χρώμα.

Σβήνουμε με το κρασί και το ξίδι και αφήνουμε για λίγα λεπτά, να εξατμιστεί το οινόπνευμα.

Προσθέτουμε τις ντομάτες, τον πελτέ, τη ζάχαρη, τα μπαχαρικά, το σκόρδο και τη δάφνη. Βάζουμε λίγο νερό, ίσα να σκεπάσει σχεδόν το κρέας, και αλατοπιπερώνουμε κατά βούληση.

Αφήνουμε να σιγοβράσει το φαγητό για μία ώρα περίπου, μέχρι να μαλακώσει το κρέας. Εν τω μεταξύ ετοιμάζουμε τα κρεμμυδάκια.΄

Αφού τα μουσκέψουμε σε μία λεκάνη με νερό, τα στραγγίζουμε, τα καθαρίζουμε και τα αλατίζουμε ελαφρώς. Σε άλλο τηγάνι, βάζουμε το υπόλοιπο ελαιόλαδο με το βούτυρο και σοτάρουμε τα κρεμμυδάκια ολόκληρα μέχρι να ροδίσουν. Τα προσθέτουμε στην κατσαρόλα με το κρέας, κουνώντας απαλά την κατσαρόλα. Δεν ανακατεύουμε με κουτάλα, για να μη λιώσουν.

Συνεχίζουμε το σιγανό μαγείρεμα για περίπου 45 λεπτά, μέχρι να δέσει η σάλτσα και να καραμελώσουν τα κρεμμυδάκια.

Μπορείτε να συνοδεύσετε το στιφάδο με πατάτες τηγανητές, πουρέ ή πιλάφι.

Καλή σας όρεξη!

Ταρτάκια με καρύδια και μαρέγκα

Πάντα έψαχνα ένα γλυκό που να προσφέρεται εύκολα και να είναι πλούσιο σε γεύση, και αυτά τα ταρτάκια τα έχουν όλα: είναι εμφανίσιμα, νόστιμα και πολύ εύκολα στην παρασκευή.

Τα υλικά που τα ακολουθούν είναι για 12 ταρτάκια. Θα χρειαστείτε επίσης μία φόρμα σιλικόνης και χάρτινες θήκες ψησίματος 10,5 εκ.

Πρώτα φτιάχνουμε τη ζύμη. Την αφήνουμε να ξεκουραστεί για 30 λεπτά και κατόπιν φτιάχνουμε μπαλάκια 60-70 γρ. Την υπόλοιπη ζύμη τη βάζουμε στην κατάψυξη, μέχρι να ετοιμάσουμε τη γέμιση και τη μαρέγκα.

Υλικά

Για τη ζύμη

  • 250 γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • 200 γρ. βούτυρο (κρύο, σε κυβάκια)
  • 150 γρ. ζάχαρη άχνη
  • 2 κρόκους
  • 4 κ.σ. παγωμένο γάλα
  • Μια πρέζα αλάτι
  • Λίγη βανίλια ή ξύσμα λεμονιού (προαιρετικά)

Για τη γέμιση 

  • 200 γρ. καρύδια, καβουρδισμένα και ψιλοκομμένα
  • 80 γρ. ζάχαρη καστανή
  • 1 αυγό
  • 40 γρ. βούτυρο λιωμένο
  • 1 κ.γ. κανέλα
  • 1–2 κ.σ. μέλι ή λικέρ (π.χ. κονιάκ ή ρούμι)

Εναλλακτικά, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μόνο καβουρδισμένους ξηρούς καρπούς και καραμελωμένο ζαχαρούχο γάλα.

Για τη μαρέγκα 

  • 2 ασπράδια αυγών
  • 100 γρ. ζάχαρη κρυσταλλική
  • Μια πρέζα αλάτι
  • Λίγες σταγόνες χυμό λεμονιού

Εκτέλεση

Ετοιμάζουμε τη ζύμη

Τρίβουμε το βούτυρο με το αλεύρι και τη ζάχαρη άχνη μέχρι να γίνει σαν σκόνη. Προσθέτουμε τους κρόκους και το γάλα. Ζυμώνουμε γρήγορα μέχρι να ενωθούν τα υλικά. Τυλίγουμε σε μεμβράνη και αφήνουμε στο ψυγείο για 30 λεπτά.

Κατόπιν, απλώνουμε τα χαρτάκια ψησίματος  στα φορμάκια, τα αλείφουμε με βούτυρο, και από πάνω στρώνουμε τη ζύμη ομοιόμορφα.

Ετοιμάζουμε τη γέμιση

Καβουρδίζουμε τα καρύδια και τα σπάμε.

Χτυπάμε το βούτυρο με τη ζάχαρη, προσθέτουμε το αυγό, την κανέλα, το μέλι ή το λικέρ και τα καβουρδισμένα καρύδια, και ανακατεύουμε καλά. Εναλλακτικά, ανακατεύουμε τα καβουρδισμένα καρύδια με καραμελωμένο ζαχαρούχο γάλα.

Μοιράζουμε τη γέμιση στα ταρτάκια.

Ετοιμάζουμε τη μαρέγκα

Χτυπάμε τα ασπράδια με το αλάτι  μέχρι να αφρίσουν. Προσθέτουμε σταδιακά τη ζάχαρη και συνεχίζουμε μέχρι να γίνουν σφιχτή και γυαλιστερή μαρέγκα. Τότε ρίχνουμε και λίγο χυμό λεμονιού.

Με κορνέ, απλώνουμε τη μαρέγκα πάνω από τα ταρτάκια.

Για τελική πινελιά, βγάζουμε από την κατάψυξη τη ζύμη που είχε περισσέψει, και την τρίβουμε με έναν τρίφτη πάνω από τα ταρτάκια.

Ψήνουμε  τα ταρτάκια μας σε χαμηλή θερμοκρασία στους 170-180 βαθμούς Κελσίου για 30 λεπτά.

Καλή επιτυχία και καλή όρεξη!