Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

ΗΠΑ και Κίνα ξανακάθονται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων εν όψει της προθεσμίας του Αυγούστου

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα αναμένεται να πραγματοποιήσουν νέο γύρο εμπορικών διαπραγματεύσεων σήμερα στη Στοκχόλμη, με στόχο την επίλυση των τελευταίων διαφορών πριν από την καταληκτική προθεσμία της 12ης Αυγούστου. Εάν έως τότε δεν επιτευχθεί συμφωνία, προβλέπεται σημαντική αύξηση των αμερικανικών δασμών σε κινεζικά προϊόντα.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε, στις 27 Ιουλίου, ότι οι συνομιλίες με το Πεκίνο βρίσκονται κοντά στην ολοκλήρωση, αποφεύγοντας ωστόσο να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Κατά τη διάρκεια συνάντησής του με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στη Σκωτία, ανέφερε ότι οι δύο πλευρές «έχουν ουσιαστικά καταλήξει σε μια συμφωνία», αν και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μεταβολών.

Η συνάντηση της Στοκχόλμης έρχεται σε συνέχεια προηγούμενων διαβουλεύσεων στη Γενεύη τον Μάιο και στο Λονδίνο τον Ιούνιο. Μετά τις συνομιλίες στο Λονδίνο, ο Λευκός Οίκος είχε ανακοινώσει μια περιορισμένη συμφωνία που περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τους ελέγχους εξαγωγών και τους δασμούς. Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας, η Κίνα δεσμεύθηκε να επαναλάβει τις εξαγωγές σπάνιων γαιών προς τις ΗΠΑ, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε σε ελάφρυνση ορισμένων αντιμέτρων.

Ως συνέπεια της συμφωνίας, η αμερικανική εταιρεία μικροκυκλωμάτων Nvidia ανακοίνωσε στις 14 Ιουλίου ότι έλαβε άδεια να επανεκκινήσει τις πωλήσεις προς την Κίνα, παρά τους περιορισμούς που είχαν επιβληθεί τον Απρίλιο. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ χαρακτήρισε αυτή την εξέλιξη ως μέρος ευρύτερης στρατηγικής διαπραγμάτευσης, επισημαίνοντας σε συνέντευξή του στο Bloomberg TV ότι «υπήρχαν ανταλλάγματα και από τις δύο πλευρές» και πως η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί ότι βρίσκεται «σε πολύ καλή θέση».

Σύμφωνα με το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ, το εμπορικό έλλειμμα αγαθών με την Κίνα το 2024 ανήλθε στα 295,4 δισεκατομμύρια δολάρια. Παραμένει ασαφές αν οι συνομιλίες στη Στοκχόλμη θα οδηγήσουν σε ουσιαστικά αποτελέσματα, όπως η σημαντική μείωση του ελλείμματος ή η άρση χρόνιων εμποδίων για τις αμερικανικές επιχειρήσεις στην κινεζική αγορά.

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές παρακολουθούν στενά την προθεσμία της 12ης Αυγούστου, η οποία σηματοδοτεί τη λήξη της τρίμηνης αναστολής των δασμών μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου. Ο Μπέσσεντ, πάντως, προσπάθησε να καθησυχάσει τους επενδυτές, δηλώνοντας ότι «δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για την ημερομηνία αυτή».

Ως αντίποινα για τους αμερικανικούς δασμούς που επέβαλε ο Τραμπ τον Απρίλιο, το Πεκίνο είχε προχωρήσει σε περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμων μετάλλων, μαγνητών και σπάνιων γαιών από τις 4 Απριλίου. Αν και ο Τραμπ έχει διαμηνύσει ότι η διαμάχη αυτή έχει επιλυθεί, Αμερικανοί αξιωματούχοι εμφανίζονται επιφυλακτικοί. Ο επικεφαλής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου, Κέβιν Χάσσετ, επιβεβαίωσε σε συνέντευξή του τον Ιούνιο ότι η Κίνα έχει επανεκκινήσει τις αποστολές, οι οποίες όμως παραμένουν σε επίπεδα κατώτερα των συμφωνηθέντων.

Η Κίνα κυριαρχεί στην παγκόσμια αγορά σπάνιων γαιών και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιήσει την κυριαρχία αυτή ως εργαλείο πολιτικής πίεσης. Από την ένταξή της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001, η οικονομική άνοδος της χώρας έχει στηριχθεί σε αμφιλεγόμενες πρακτικές, όπως η κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, οι εξαναγκαστικές μεταβιβάσεις τεχνολογίας, η χειραγώγηση του νομίσματος και οι κρατικές επιδοτήσεις.

Εμπορική συμφωνία με την ΕΕ

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ο Τραμπ μίλησε επίσης για τη νέα εμπορική συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο της οποίας η ΕΕ θα αγοράσει αμερικανική ενέργεια αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ οι ΗΠΑ θα επιβάλουν δασμούς 15% στις περισσότερες ευρωπαϊκές εισαγωγές – ποσοστό μειωμένο κατά το ήμισυ σε σχέση με το 30% που είχε ανακοινωθεί αρχικά.

Ο Τραμπ έκανε επίσης λόγο για περαιτέρω εμπορικές συμφωνίες που βρίσκονται σε εξέλιξη με «τρεις ή τέσσερις ακόμη χώρες». Ανέφερε ότι έχουν ήδη σταλεί σχετικές ειδοποιήσεις και ότι εντός της εβδομάδας, αλλά πριν από την 1η Αυγούστου, αναμένεται να αποσταλούν επιστολές διευκρίνησης ή επιβεβαίωσης προς τα εμπλεκόμενα μέρη.

Κίνα: Εσωτερικές εκκαθαρίσεις φέρνουν νέα αλλαγή στην ηγεσία του στρατού

Η Κίνα απομάκρυνε χωρίς επίσημη εξήγηση τον τρίτο στην ιεραρχία των χερσαίων δυνάμεων του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (PLA), σε μια εξέλιξη που ενισχύει τις ενδείξεις ότι συνεχίζονται οι εσωτερικές εκκαθαρίσεις στην ανώτατη στρατιωτική ηγεσία της χώρας.

Σύμφωνα με πλάνα από συνάντηση με πακιστανούς στρατιωτικούς αξιωματούχους που προβλήθηκαν στις 25 Ιουλίου από το κρατικό δίκτυο CCTV, ο αντιστράτηγος Τσάι Τζιτζούν φέρεται να έχει αναλάβει καθήκοντα αρχηγού του γενικού επιτελείου των χερσαίων δυνάμεων του PLA, αντικαθιστώντας τον αντιστράτηγο Λι Τζονγκλίν, ο οποίος κατείχε τη θέση αυτή τουλάχιστον από τον Φεβρουάριο του 2023.

Οι κινεζικές αρχές δεν έχουν δώσει εξηγήσεις για την αποχώρηση του Λι, ενώ παραμένει άγνωστο εάν πρόκειται να αναλάβει άλλη θέση. Όπως επισημαίνεται, ο στρατός της Κίνας διατηρεί εδώ και καιρό πολιτική μυστικότητας, η οποία φαίνεται να έχει ενταθεί τους τελευταίους μήνες, μετά από μια σειρά απομακρύνσεων ανώτατων στελεχών, γεγονός που, σύμφωνα με αναλυτές, εγείρει ερωτήματα σχετικά με τον βαθμό πολιτικού ελέγχου του Σι Τζινπίνγκ.

Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι εδώ και εβδομάδες κυκλοφορούν φήμες περί έρευνας σε βάρος του Λι, στο πλαίσιο μιας ευρείας εκκαθάρισης στο στρατιωτικό κατεστημένο, η οποία έχει ήδη επηρεάσει περισσότερους από δώδεκα ανώτατους διοικητές και αξιωματούχους του υπουργείου Άμυνας.

Η τελευταία δημόσια εμφάνιση του πρώην διοικητή των χερσαίων δυνάμεων καταγράφηκε τον Αύγουστο του 2023, όταν συνόδευσε τον τότε υπουργό Άμυνας Λι Σανγκφού σε επίσημη επίσκεψη στη Λευκορωσία. Μετά το ταξίδι, ο Λι Σανγκφού εξαφανίστηκε από τη δημόσια σφαίρα για περίπου δύο μήνες και τελικά αποπέμφθηκε από τη θέση του τον Οκτώβριο του 2023. Τον Ιούνιο του 2024, αποπέμφθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα με την κατηγορία της διαφθοράς.

Κατόπιν της απομάκρυνσης του υπουργού, άλλος ένας ανώτατος αξιωματικός, ο ναύαρχος Μιάο Χούα — ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με την πολιτική αφοσίωση του συνόλου των ενόπλων δυνάμεων και θεωρείτο στενός σύμμαχος του Σι — τέθηκε υπό έρευνα τον Νοέμβριο του 2024 και απομακρύνθηκε από την Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή (CMC) στις 27 Ιουνίου.

Την ίδια ημέρα, οι κινεζικές αρχές ανακοίνωσαν και την αποπομπή του υποναυάρχου Λι Χαντζούν, αρχηγού επιτελείου του Πολεμικού Ναυτικού, από το κοινοβουλευτικό σώμα που ελέγχεται από το Κόμμα, υποδηλώνοντας ότι και ο τρίτος στην ιεραρχία του ναυτικού εντάχθηκε στη λίστα στόχων της εκστρατείας αντιδιαφθοράς.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το υπουργείο Άμυνας της Κίνας αφαίρεσε από την επίσημη ιστοσελίδα του την ενότητα που παρουσίαζε την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων.

Στο μεταξύ, σύμφωνα με πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της PLA Daily της 21ης Ιουλίου, η CMC εξέδωσε νέο κανονισμό για την πολιτική ηγεσία του στρατεύματος. Το πλήρες κείμενο του κανονισμού δεν δόθηκε στη δημοσιότητα, ούτε προσδιορίστηκε πότε ακριβώς εκδόθηκε. Ωστόσο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, σκοπός της νέας οδηγίας είναι να «εκκαθαρίσει πλήρως τις τοξικές επιρροές και να αποκαταστήσει την εικόνα και την αξιοπιστία των πολιτικών ηγετών» του στρατού.

Της Dorothy Li

ΕΕ-Κίνα: Στη σκιά του εμπορίου, οι ΜΚΟ ζητούν δράση για τα ανθρώπινα δικαιώματα

Την παραμονή της Συνόδου Κορυφής Ευρωπαϊκής Ένωσης-Κίνας, που διεξάγεται στο Πεκίνο στις 24 και 25 Ιουλίου, 17 οργανώσεις προάσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανάμεσά τους η Διεθνής Αμνηστία και η Human Rights Watch, απηύθυναν ανοιχτή έκκληση προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν, και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να δώσει προτεραιότητα στα ανθρώπινα δικαιώματα με την ίδια αποφασιστικότητα που δείχνει για το εμπόριο και την ασφάλεια.

Η έκκληση των ΜΚΟ υπογραμμίζει ότι η συνεχώς εντεινόμενη καταστολή του Πεκίνου δεν περιορίζεται μόνο εντός των συνόρων. Από τις αυθαίρετες συλλήψεις ακτιβιστών και την εθνοτική καταπίεση των Ουιγούρων, μέχρι τη διακρατική καταστολή και τις πρακτικές εκφοβισμού σε ευρωπαϊκό έδαφος, η Κίνα «λειτουργεί με ατιμωρησία», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην επιστολή.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί και η μακροχρόνια καταστολή της πολυπληθέστερης ομάδας των κρατουμένων συνείδησης που είναι οι ασκούμενοι της πνευματικής πρακτικής Φάλουν Γκονγκ (ή αλλιώς Φάλουν Ντάφα), μιας αρχαίας κινεζικής πρακτικής και φιλοσοφίας βασισμένης στις αρχές Αλήθεια, Καλοσύνη, Ανεκτικότητα, η οποία διώκεται από το 1999 μέχρι σήμερα.

Οι καταδίκες χωρίς αποτέλεσμα δεν αρκούν

Αν και οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν κατά καιρούς καταδικάσει περιπτώσεις αυθαίρετης κράτησης, οι οργανώσεις θεωρούν ότι οι κινήσεις αυτές δεν έχουν επαρκή αντίκτυπο. Όπως τονίζουν, η κινεζική ηγεσία, με επικεφαλής τον Σι Τζινπίνγκ, όχι μόνο συνεχίζει αμείωτα την εγχώρια καταστολή, αλλά επιχειρεί και να αναθεωρήσει τους διεθνείς κανόνες ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να αποδυναμώσει παγκόσμιους θεσμούς.

Σαφείς απαιτήσεις: Απελευθέρωση κρατουμένων, σεβασμός θρησκευτικής ελευθερίας και κατάργηση αυταρχικών νόμων

Η επιστολή ζητά άμεσα μέτρα, με βασικό αίτημα την άνευ όρων απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων. Ζητά επίσης να επιβεβαιωθούν οι δεσμεύσεις που ανέλαβε η G7 για τον τερματισμό της διεθνικής καταστολής που ασκεί η κινεζική κυβέρνηση, τόσο εντός των κρατών-μελών της ΕΕ όσο και αλλού, μέσω εκφοβισμού, παρακολούθησης, ψηφιακής καταστολής, απειλών ή πράξεων σωματικής βίας, απειλών κατά οικογενειακών μελών, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής παρενόχλησης των γυναικών. Οι οργανώσεις θέτουν επίσης στο προσκήνιο την ανάγκη σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας, εν όψει της αμφιλεγόμενης προσπάθειας του Πεκίνου να ελέγξει τη διαδοχή του Δαλάι Λάμα, και απαιτούν την κατάργηση του Νόμου Εθνικής Ασφάλειας του Χονγκ Κονγκ, ο οποίος, όπως σημειώνουν παραβιάζει κατάφωρα το Διεθνές Δίκαιο.

Ευρωπαϊκή στροφή

Η ΕΕ έχει πρόσφατα ακυρώσει οικονομικό και εμπορικό διάλογο με την Κίνα, επικαλούμενη σοβαρές διαφωνίες. Για τις ΜΚΟ, αυτό αποτελεί ένδειξη πως η Ευρώπη είναι έτοιμη να πιέσει το Πεκίνο με νέα μέσα. Ωστόσο προειδοποιούν: χωρίς μια σαφή και συνεπή στρατηγική υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κινδυνεύουν όχι μόνο οι πολίτες της Κίνας αλλά και οι Ευρωπαίοι, από την επέκταση των αυταρχικών μεθόδων της κινεζικής κυβέρνησης.

Μια στιγμή κρίσιμη για τη στάση της Ευρώπης

Πενήντα χρόνια μετά την έναρξη των διπλωματικών σχέσεων ΕΕ-Κίνας, η παρούσα Σύνοδος Κορυφής αποτελεί κρίσιμη ευκαιρία για την Ευρωπαϊκή Ένωση να επανατοποθετηθεί απέναντι στο Πεκίνο. Όχι μόνο ως εμπορικός εταίρος, αλλά και ως θεσμικός υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η Ευρώπη καλείται να αποδείξει ότι δεν θα σιωπήσει μπροστά στην καταπίεση ούτε θα θυσιάσει τις θεμελιώδεις αξίες της στον βωμό των εμπορικών συμφερόντων. Η στάση της στη Σύνοδο θα αποτελέσει δείκτη αξιοπιστίας, τόσο απέναντι στους λαούς όσο και στη διεθνή κοινότητα.

Αντιδράσεις σε πολλές επαρχίες της Κίνας για νερό με οσμή και υφή λυμάτων

Την περασμένη εβδομάδα, κάτοικοι από διάφορες επαρχίες της Κίνας κατέφυγαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να αναφέρουν ανησυχητικές συνθήκες στο νερό της βρύσης τους – από δυσάρεστες οσμές που θυμίζουν λύματα έως αποχρωματισμό και λιπαρή υφή.

Βίντεο και φωτογραφίες που κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο δείχνουν θολό κίτρινο ή μαύρο νερό να ρέει από τις βρύσες της κουζίνας, με ορισμένους να περιγράφουν τη μυρωδιά και την εμφάνισή του ως αυτή του πετρελαίου και του καφέ. Η κινεζική έκδοση του NTD κατέγραψε διάφορα βίντεο και εικόνες από τα κινεζικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η αναταραχή ξεκίνησε στην πόλη Χανγκτζού της Κίνας, όπου οι εκτεταμένες αναφορές για τη δυσάρεστο οσμή του νερού της βρύσης ώθησαν τους κατοίκους να καταφύγουν στις τοπικές εγκαταστάσεις ύδρευσης με κουβάδες και κανάτες στα χέρια τους, στις 21 Ιουλίου. Παρόλο που οι τοπικές Αρχές έχουν επανειλημμένα διαβεβαιώσει ότι το νερό πληροί τα πρότυπα ασφαλείας, το κοινό αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα αυτές τις δηλώσεις.

Όταν βίντεο που κατέγραφαν το βρώμικο νερό της βρύσης άρχισαν να κυκλοφορούν σε κινεζικές πλατφόρμες κοινωνικών μέσων όπως το Douyin (η κινεζική έκδοση του TikTok), το WeChat και το Xiaohongshu (RedNote), ενεργοποιήθηκε άμεσα ο κρατικός μηχανισμός λογοκρισίας διαγράφοντας πολλά από αυτά, θέτοντας σε σιωπηρή απαγόρευση ή περιορίζοντας την πρόσβαση σε άλλα.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να στραφούν οι Κινέζοι πολίτες σε πλατφόρμες του εξωτερικού, όπως το X και το Telegram, για να εκφράσουν τις ανησυχίες τους. Ορισμένοι σχολιαστές απέδωσαν την αδιαφορία των αρχών στο γεγονός ότι ανώτατοι αξιωματούχοι προμηθεύονται ειδικά επεξεργασμένο νερό μέσω του συστήματος «τεγκόνγκ», ενός προνομιακού μηχανισμού παροχής βασικών αγαθών στην πολιτική ελίτ.

Καταγγελίες και από άλλες περιοχές της χώρας

Αυτό που αρχικά φαινόταν ως τοπικό φαινόμενο, εξελίχθηκε σε πανεθνικό ζήτημα. Σε διάστημα λίγων ημερών, χρήστες του διαδικτύου από τουλάχιστον έξι ακόμη επαρχίες, μεταξύ των οποίων οι Γκουανγκντόνγκ, Τσονγκτσίνγκ και Χουμπέι, ανέφεραν παρόμοια προβλήματα.

Στην περιοχή Γιανγκτζιάνγκ της Γκουανγκντόνγκ, κάτοικοι δήλωσαν ότι το νερό του ποταμού είναι τόσο μολυσμένο που ούτε τα ζώα δεν το πίνουν. Στο χωριό Σου Ντονγκ της ίδιας επαρχίας, αναρτήθηκαν εικόνες από κίτρινο νερό με έντονη χημική οσμή.

Στην κομητεία Ντιεντζιάνγκ του Τσονγκτσίνγκ, ένα βίντεο που έγινε δημοφιλές στις 19 Ιουλίου δείχνει μαύρο νερό να τρέχει από τη βρύση για αρκετά λεπτά. Ο κάτοικος που το ανάρτησε φέρεται να δήλωσε ότι το πρόβλημα υφίσταται εδώ και χρόνια, χωρίς να έχει δοθεί λύση.

Παρόμοιες καταγγελίες προέρχονται και από άλλες περιοχές, όπως η κομητεία Σούι του Χουμπέι, η πόλη Μποτζόου στην Ανχούι, κωμοπόλεις στην επαρχία Φουτζιάν και η κομητεία Μπινγιάνγκ στην αυτόνομη περιοχή Γκουανγκσί. Οι περιγραφές περιλαμβάνουν χαρακτηρισμούς όπως «χειρότερο και από λασπόνερο» και «ακατάλληλο για κατανάλωση». Οι κάτοικοι ζήτησαν από τους τοπικούς προμηθευτές νερού να εξηγήσουν την αιτία της μόλυνσης.

Αντικρουόμενες εξηγήσεις από τις Αρχές

Στην Χανγκτσού, οι δημοτικές αρχές απέδωσαν τη δυσοσμία σε φυσικό φαινόμενο, κάνοντας λόγο για αναερόβια αποσύνθεση φυκιών που παράγει ενώσεις θείου.

Ωστόσο, πολλοί παραμένουν δύσπιστοι. Απόφοιτος βιολογικών επιστημών του Πανεπιστημίου Τσετσιάνγκ ανέφερε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι παρόμοια άνθηση φυκιών καταγράφεται σχεδόν κάθε χρόνο, χωρίς να προκαλεί τέτοιες οσμές. Υποστήριξε επίσης ότι οι μονάδες επεξεργασίας νερού οφείλουν να εφαρμόζουν αυστηρούς κανόνες ποιότητας, αυστηρότερους ακόμα και από αυτούς του εμφιαλωμένου νερού. Εξέφρασε την απορία του για το πώς ένα τέτοιο σύστημα μπορεί ξαφνικά να αποτύχει και συνέκρινε την κατάσταση με την πρόσφατη υπόθεση μόλυνσης με μόλυβδο στην επαρχία Γκανσού.

Σημειώνεται ότι στις αρχές του μήνα, υψηλά επίπεδα μολύβδου βρέθηκαν στο αίμα περισσότερων από 230 μαθητών και δασκάλων σε νηπιαγωγείο της Γκανσού, ενώ η αντίδραση των Αρχών συνοδεύτηκε από αντικρουόμενα αποτελέσματα εξετάσεων και λογοκρισία καταγγελιών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Διαρθρωτικό πρόβλημα υποδομών

Ανεξάρτητος περιβαλλοντολόγος στην Κίνα, ο οποίος μίλησε στην Epoch Times υπό καθεστώς ανωνυμίας φοβούμενος τις συνέπειες, ανέφερε ότι πολλές αγροτικές και περιφερειακές περιοχές της χώρας αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις στην προστασία των πηγών ύδρευσης.

Όπως εξήγησε, κατά την περίοδο των βροχών, απόβλητα ζώων, βιομηχανικά κατάλοιπα και οικιακά σκουπίδια καταλήγουν απευθείας στις πηγές, ενώ οι παρωχημένες μέθοδοι καθαρισμού και η φθαρμένη υποδομή οδηγούν σε μόλυνση του πόσιμου νερού.

Τόνισε ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για διαχρονικό και συστημικό πρόβλημα. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι δημοτικές εταιρείες ύδρευσης χρηματοδοτούνται από το Δημόσιο, αλλά οι τοπικές κυβερνήσεις βρίσκονται σε δύσκολη οικονομική θέση, με παλαιό εξοπλισμό, αυξανόμενα κόστη χημικών και απλήρωτο προσωπικό.

Παράλληλα, επεσήμανε ότι πολλοί αξιωματούχοι αδιαφορούν για την επιδείνωση των εγκαταστάσεων ύδρευσης και αγνοούν τις παράνομες βιομηχανικές απορρίψεις. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, ακόμη και όταν πολίτες αναρτούν βίντεο με μαύρο νερό ή καταγγέλλουν το πρόβλημα στο διαδίκτυο, συχνά δεν λαμβάνεται καμία ενέργεια. «Δεν πρόκειται απλώς για μία σπασμένη σωλήνα», είπε, «αλλά για σύμπτωμα θεσμικής κατάρρευσης».

Του Michael Zhuang

Με τη συμβολή της Xin Ling

Έκθεση: Αμερικανοί οι κυριότεροι στόχοι των ασιατικών κέντρων απάτης που συνδέονται με την Κίνα

Οι Αμερικανοί έχουν γίνει κορυφαίοι στόχοι ομάδων απάτης που συνδέονται με την Κίνα στη Νοτιοανατολική Ασία, καθώς οι επιλεκτικές καταστολές του Πεκίνου ώθησαν τους εγκληματίες να στοχεύσουν περισσότερους Αμερικανούς, σύμφωνα με έκθεση του Κογκρέσου που δημοσιεύθηκε αυτόν τον μήνα.

Ενώ η Κίνα ανέφερε μείωση 30% στα χρήματα που χάθηκαν από διαδικτυακές απάτες το 2024, η απώλεια των Ηνωμένων Πολιτειών αυξήθηκε κατά 42%, δήλωσε η Επιτροπή Οικονομίας και Ασφάλειας ΗΠΑ-Κίνας (USCC) στις 18 Ιουλίου.

Σε ένα παράδειγμα, η έκθεση περιέγραφε πώς ένας 82χρονος άνδρας από τη Βιρτζίνια, ονόματι Ντέννις, έγινε φίλος με μια «γυναίκα» ονόματι «Τζέσσι» στο Facebook. Μετά από μήνες συνομιλίας, η «Τζέσσι» εξαφανίστηκε, μαζί με τις οικονομίες μιας ζωής του Ντέννις, αμέσως μόλις ο Ντέννις πείστηκε να επενδύσει τα χρήματα σε κρυπτονομίσματα. Ο Ντέννις αυτοκτόνησε.

Η ιστορία του Ντένις είναι μια τυπική απάτη «σφαγής χοίρων», στην οποία ένας απατεώνας χτίζει μια προσωπική σχέση με ένα θύμα, που ονομάζεται «πάχυνση του χοίρου», πριν το πείσει να επενδύσει σε ψεύτικα σχέδια ή «σφαγή του χοίρου».

Αυτοί οι απατεώνες, πολλοί από τους οποίους είναι και οι ίδιοι θύματα εμπορίας ανθρώπων, συχνά φυλακίζονται σε κέντρα απάτης βιομηχανικής κλίμακας που διευθύνονται από κινεζικά εγκληματικά δίκτυα στη Νοτιοανατολική Ασία. Το USCC δήλωσε ότι τα κέντρα απάτης έχουν «εξελιχθεί σε μια τεράστια εγκληματική βιομηχανία που ανταγωνίζεται το παγκόσμιο εμπόριο ναρκωτικών – συμπεριλαμβανομένης της αγοράς φαιντανύλης – σε κλίμακα και πολυπλοκότητα».

Σύμφωνα με την έκθεση, το 2023, τα κέντρα απάτης στη Βιρμανία, την Καμπότζη και το Λάος απέφεραν έσοδα ~43,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή περίπου το 40% του συνολικού ΑΕΠ των χωρών.

Σύνδεση κυβέρνησης

Πολλά από τα κέντρα εγκληματικότητας βιομηχανικής κλίμακας, τα οποία τροφοδότησαν διαφθορά και βία στις χώρες υποδοχής τους, έχουν δεσμούς με στοιχεία του κινεζικού καθεστώτος, ανέφερε η επιτροπή. «Οι Κινέζοι εγκληματίες πίσω από κέντρα απάτης έχουν χτίσει δεσμούς – μερικούς εμφανείς, άλλους αμφισβητήσιμους – με την κινεζική κυβέρνηση, υιοθετώντας πατριωτική ρητορική, υποστηρίζοντας την Πρωτοβουλία «Ένας δρόμος, μία ζώνη» (Belt and Road – BRI) της Κίνας και προωθώντας φιλο-κινεζική προπαγάνδα στο εξωτερικό.

«Ως αποτέλεσμα, τα κινεζικά συνδικάτα εγκλήματος έχουν επεκταθεί σε όλη τη Νοτιοανατολική Ασία με έμμεση – τουλάχιστον – υποστήριξη από στοιχεία της κινεζικής κυβέρνησης», αναφέρει η έκθεση.

Ω παράδειγμα ανέφερε το πώς οι Κινέζοι εγκληματίες, Σε Τζιτζιάνγκ και Γουάν Κουόκ-κόι, γνωστοί ως «Σπασμένο Δόντι», επανεφηύραν τους εαυτούς τους ως υποστηρικτές των πρωτοβουλιών του Κομμουνιστικού Κόμματος τηςΚίνας (ΚΚΚ), ώστε να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις διασυνδέσεις για να κερδίσουν υποστήριξη και πόρους και να αποφύγουν την κυβερνητική καταστολή.

Φέτος, το Πεκίνο ξεκίνησε εκ νέου την καταστολή των κέντρων απάτης, μετά την εξαφάνιση του Κινέζου ηθοποιού Ουάνγκ Σινγκ που κέρδισε τεράστια δημοσιότητα στα μέσα ενημέρωσης.

Ο Ουάνγκ, ο οποίος είχε μικρούς ρόλους στην ταινία «Ip Man 3» και στην τηλεοπτική σειρά «The Tale of Rose», εξαφανίστηκε αφού εξαπατήθηκε και ταξίδεψε στην Ταϊλάνδη με το πρόσχημα ότι θα έκανε κάποια γυρίσματα.

Όταν η κοπέλα του στράφηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να δημοσιοποιήσει την εξαφάνιση, ενεπλάκησαν οι Αρχές και ο Γουάνγκ διασώθηκε από ένα κέντρο απάτης πέρα από τα σύνορα, στη  Βιρμανία, όπου είχε ήδη εκπαιδευτεί στο πώς να πραγματοποιεί απάτες μέσω τηλεφωνικών κλήσεων.

Το USCC δήλωσε ότι η καταστολή του Πεκίνου ήταν επιλεκτική, εστιάζοντας σε κέντρα που στοχεύουν Κινέζους.

Αυτό οδήγησε «τις κινεζικές εγκληματικές οργανώσεις να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι μπορούν να αποκομίσουν μεγαλύτερα κέρδη με χαμηλότερο κίνδυνο στοχεύοντας πολίτες πλούσιων χωρών όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες», ανέφερε η έκθεση, προσθέτοντας ότι το κινεζικό καθεστώς έχει χρησιμοποιήσει το πρόβλημα ως μοχλό για να επεκτείνει την επιρροή του στη Νοτιοανατολική Ασία.

Ανησυχία στις ΗΠΑ για την εξάρτηση από το γάλλιο της Κίνας, σύμφωνα με έκθεση

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να αναλάβουν δράση για τη μείωση της εξάρτησής τους από το σχεδόν απόλυτο μονοπώλιο της Κίνας στο γάλλιο, καθώς διαφορετικά ενδέχεται να σταλεί το μήνυμα ότι το Πεκίνο είναι σε θέση να προκαλέσει «ασύμμετρο πλήγμα» στις οικονομίες των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, σύμφωνα με έκθεση του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (Center for Strategic and International Studies – CSIS) που δημοσιεύθηκε στις 17 Ιουλίου.

Ο αναπληρωτής διευθυντής του προγράμματος China Power στο CSIS, Μπράιαν Χαρτ, σημείωσε ότι αν και η προσοχή εταιρειών και κυβερνήσεων στρέφεται κατά κανόνα στις σπάνιες γαίες, αγνοείται ή παραγνωρίζεται η κυριαρχία της Κίνας στο γάλλιο – ένα κρίσιμο μετάλλευμα με ιδιαίτερη σημασία για την αμυντική τεχνολογία.

Σύμφωνα με την έκθεση, η Κίνα αντιπροσωπεύει το 98% της παγκόσμιας πρωτογενούς παραγωγής γαλλίου, το οποίο δεν απαντά στη φύση σε καθαρή μορφή αλλά προκύπτει ως παραπροϊόν κατά τη διαδικασία μετατροπής του βωξίτη σε αλουμίνα, γνωστή ως διαδικασία Bayer.

Η υπεροχή της Κίνας στην παραγωγή αλουμινίου – με 43 εκατομμύρια μετρικούς τόνους το 2024, που αντιστοιχούν στο 60% της παγκόσμιας παραγωγής, από μόλις τέσσερα εκατομμύρια τόνους το 2004 – ενισχύει τη δεσπόζουσα θέση της και στο γάλλιο. Επιπλέον, σύμφωνα με τους ερευνητές, κινεζικές κρατικά υποστηριζόμενες εταιρείες έχουν επενδύσει σημαντικά σε μια ενεργοβόρα, χημικά σύνθετη και περιβαλλοντικά επιβαρυντική διαδικασία εξαγωγής του μετάλλου από το διάλυμα Bayer (υγρό κατάλοιπο του βωξίτη).

Η έκθεση αναφέρει ότι οι κινεζικές εταιρείες έχουν καινοτομήσει και σε χημικό επίπεδο, αναπτύσσοντας εξειδικευμένες ρητίνες που βελτιστοποιούν την ανάκτηση του γαλλίου. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη ρητίνη της κινεζικής εταιρείας Sunresin, η οποία επιτρέπει μεγαλύτερη απόδοση ανά κύκλο με μικρότερη φθορά των υλικών.

Τον Ιούλιο του 2023, το Πεκίνο απάντησε σε περιορισμούς των ΗΠΑ και της Ευρώπης στις εξαγωγές ημιαγωγών, επιβάλλοντας άδειες για την εξαγωγή γαλλίου και γερμανίου. Τον Δεκέμβριο, τα μέτρα εντάθηκαν με την πλήρη απαγόρευση εξαγωγών των δύο αυτών στοιχείων, καθώς και του αντιμονίου, προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με την έκθεση, τον Ιανουάριο προστέθηκε στους περιορισμούς και η προαναφερθείσα ρητίνη.

Οι συντάκτες της έκθεσης επεσήμαναν ότι οι παραγωγοί εκτός Κίνας είναι απίθανο να καταφέρουν να παραγάγουν την εν λόγω ρητίνη σε ανταγωνιστικές τιμές, αν δεν υπάρξουν κατάλληλα οικονομικά κίνητρα.

Επικαλούμενοι μελέτη της Γεωλογικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ (USGS) για το 2024, οι ερευνητές προειδοποίησαν ότι ένα πλήρους κλίμακας κινεζικό εμπάργκο στο γάλλιο θα μπορούσε να κοστίσει στην αμερικανική οικονομία έως και 8 δισ. δολάρια σε απώλεια ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ).

Το γάλλιο θεωρείται κρίσιμο για ένα ευρύ φάσμα τεχνολογιών, από ραντάρ προηγμένης τεχνολογίας έως ηλεκτρονικά συστήματα πολέμου. Η χρήση ημιαγωγών με βάση το νιτρίδιο του γαλλίου έχει επιτρέψει την κατασκευή μικρότερων μονάδων ραντάρ με δυνατότητα παρακολούθησης στόχων σε μεγαλύτερες αποστάσεις και με μεγαλύτερη ευκρίνεια.

Στην έκθεση επισημαίνεται επίσης ότι περισσότερα από 11.000 εξαρτήματα που χρησιμοποιούνται από το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ απαιτούν γάλλιο, ενώ σχεδόν το 85% των σχετικών αλυσίδων εφοδιασμού περιλαμβάνει τουλάχιστον έναν Κινέζο προμηθευτή.

Μεταξύ των συστάσεων που διατυπώνονται προς τις αμερικανικές αρχές περιλαμβάνεται η ένταξη 50 μετρικών τόνων γαλλίου από μη κινεζικές πηγές στο Στρατηγικό και Κρίσιμο Απόθεμα Υλικών του Πενταγώνου κατά την επόμενη πενταετία. Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση της χρηματοδότησης για την ανάκτηση γαλλίου σε υφιστάμενα διυλιστήρια αλουμίνας από τα υπουργεία Ενέργειας και Εμπορίου.

Η έκθεση εισηγείται επίσης τη δημιουργία κοινών μηχανισμών προμήθειας γαλλίου από τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Καναδά, καθώς και την αξιοποίηση της Πρωτοβουλίας Ασφαλείας Ορυκτών Πόρων, υπό αμερικανική ηγεσία, για τη διμερή συνεργασία, επενδύσεις και ανταλλαγή δεδομένων στον τομέα αυτό.

Διάσκεψη για την αστική πολιτική στην Κίνα εν μέσω οικονομικής κρίσης

Η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ) πραγματοποίησε, εν μέσω υποτονικής οικονομίας και παρατεταμένης ανεργίας, μια σπάνια κεντρική διάσκεψη για την αστική πολιτική —την πρώτη εδώ και δέκα χρόνια.

Παρατηρητές θεωρούν ότι ο στόχος της λεγόμενης «αστικής ανανέωσης» είναι η διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας στα κινεζικά αστικά κέντρα και η τόνωση του κλάδου ακινήτων μέσω υποχρεωτικών μέτρων. Ωστόσο, διατηρούν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την αποτελεσματικότητά τους.

Η Κεντρική Διάσκεψη για την Αστική Πολιτική πραγματοποιήθηκε στο Πεκίνο στις 14 και 15 Ιουλίου, με τη συμμετοχή του προέδρου Σι Τζινπίνγκ και των μελών της Μόνιμης Επιτροπής του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΚ.

Σύμφωνα με την επίσημη ατζέντα, τέθηκε ως στόχος η δημιουργία σύγχρονων πόλεων που θα είναι «καινοτόμες, βιώσιμες, όμορφες, ανθεκτικές, πολιτιστικά ζωντανές και έξυπνες», με έμφαση στην «αστική ανανέωση» και στην «ανακαίνιση αστικών χωριών και παλαιών κατοικιών». Η διάσκεψη επισήμανε επίσης την ανάγκη ενίσχυσης της δημόσιας ασφάλειας μέσω «ολοκληρωμένων μέτρων».

Από την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας το 1949, έχουν πραγματοποιηθεί μόλις τέσσερις παρόμοιες εθνικές διασκέψεις: το 1962, 1963, 1978 και 2015, σύμφωνα με τα κρατικά μέσα ενημέρωσης.

Κατά την αντίστοιχη διάσκεψη του 2015, η κυβέρνηση είχε ξεκινήσει ένα πρόγραμμα ανακαίνισης αστικών οικισμών (γνωστών και ως «παραγκουπόλεων»), με στόχο την ανακατασκευή 18 εκατομμυρίων κατοικιών σε αστικά χωριά και 10,6 εκατομμυρίων αγροτικών κατοικιών μεταξύ 2015 και 2017.

Ωστόσο, το πρόγραμμα αντιμετώπισε έντονες αντιδράσεις λόγω των χαμηλών αποζημιώσεων προς τους κατοίκους. Οι εξαναγκαστικές κατεδαφίσεις προκάλεσαν διαμαρτυρίες και βίαιες συγκρούσεις, ενώ πολλά έργα έμειναν ημιτελή λόγω έλλειψης χρηματοδότησης και αυξανόμενου χρέους των τοπικών κυβερνήσεων.

Σχολιάζοντας το φετινό σχέδιο, ο Τανγκ Τζινγκγιουάν, αναλυτής με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες, υποστήριξε ότι ο πυρήνας του δεν διαφέρει ουσιαστικά από το σχέδιο του 2015, καθώς στοχεύει και πάλι τα αστικά χωριά και παλαιές συνοικίες.

Παρόλο που η προηγούμενη ανακαίνιση συνέβαλε στην αύξηση του κινεζικού ΑΕΠ, ο Τανγκ επεσήμανε ότι το τίμημα ήταν η εκρηκτική αύξηση του τοπικού χρέους, ένα πρόβλημα που παραμένει άλυτο μέχρι σήμερα.

Ανασυγκρότηση αστικών περιοχών και ο «πληθυσμός χαμηλού εισοδήματος»

Ο κλάδος των ακινήτων, που κάποτε αποτελούσε βασικό πυλώνα της κινεζικής οικονομίας, βρίσκεται σε κρίση τα τελευταία πέντε χρόνια. Μεγάλες εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων έχουν χρεοκοπήσει και οι τοπικές κυβερνήσεις έχουν διογκώσει το χρέος τους σε επίπεδα χωρίς προηγούμενο.

Παρά την ύφεση, η κυβέρνηση εξακολουθεί να προωθεί προγράμματα «ανακαίνισης αστικών χωριών» ως μέσο για την ενίσχυση της αγοράς και της τοπικής οικονομίας. Ωστόσο, λόγω της πτώσης των εσόδων, της αυξανόμενης αντίστασης στις κατεδαφίσεις και της γενικής επιδείνωσης της οικονομίας, πολλά από αυτά τα έργα έχουν παγώσει.

Σύμφωνα με τον Τανγκ, οι αρχές συνεχίζουν να επενδύουν στις ανακαινίσεις με την ελπίδα να τονώσουν την οικονομία και να αποφύγουν την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων, η οποία αντιμετωπίζει πτώση τιμών και έλλειψη εμπιστοσύνης. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι η αναγκαστική ανακαίνιση των φτωχών συνοικιών ισοδυναμεί με αφαίρεση δικαιωμάτων στέγασης από τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Οι αποζημιώσεις που παρέχει το κράτος συνήθως δεν επαρκούν για την αγορά άλλης κατοικίας εντός πόλης. Πολλοί από τους κατοίκους των «αστικών χωριών» είναι χαμηλόμισθοι ή μετανάστες εργάτες, οι οποίοι συχνά αναγκάζονται να μετακινηθούν στα προάστια ή εκτός πόλης.

Στην Κίνα, ως «μετανάστες εργάτες» χαρακτηρίζονται οι αγροτικοί κάτοικοι που μετακινούνται στις πόλεις για εργασία, κυρίως στη μεταποίηση και τις κατασκευές. Αν και ζουν για χρόνια στις πόλεις, δεν διαθέτουν αστική εγγραφή κατοικίας, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν περιορισμένη πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες, στέγαση και άλλες υποδομές.

Ένας μετανάστης εργάτης που εκδιώχθηκε από το δωμάτιό του κάθεται στην οροφή ενός σπιτιού όπου μένει, καθώς περιμένει να λάβει τον μισθό του πριν επιστρέψει στο σπίτι του. Χωριό μεταναστών στα περίχωρα του Πεκίνου, στις 11 Δεκεμβρίου 2017. (Nicolas Asfouri /AFP μέσω Getty Images)

 

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το 2024 ο αγροτικός πληθυσμός της Κίνας ανερχόταν σε 477 εκατομμύρια άτομα, εκ των οποίων περίπου 300 εκατομμύρια ήταν μετανάστες εργάτες.

Το 2017, οι αρχές του Πεκίνου είχαν εξαπολύσει εκστρατεία για την απομάκρυνση του λεγόμενου «πληθυσμού χαμηλού εισοδήματος», με αποτέλεσμα δεκάδες χιλιάδες μετανάστες να εκδιωχθούν εν μέσω χειμώνα, ενώ τα σπίτια τους κατεδαφίστηκαν.

Τον Μάιο του 2020, ο τότε πρωθυπουργός Λι Κετσιάνγκ είχε δηλώσει ότι 600 εκατομμύρια Κινέζοι είχαν μηνιαίο εισόδημα μόλις 1.000 γιουάν (περίπου 120 ευρώ), προκαλώντας ευρεία ανησυχία για τη μαζική φτώχεια στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Η οικονομική κατάσταση έχει επιδεινωθεί περαιτέρω από τότε. Εργοστάσια έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους, επιχειρήσεις έχουν χρεοκοπήσει λόγω των εντάσεων στο εμπόριο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η ανεργία έχει αυξηθεί δραματικά.

Κάτοικοι στέκονται έξω από τα σπίτια τους, μετά την παραλαβή των ειδοποιήσεων έξωσης. Περίχωρα του Πεκίνου, στις 27 Νοεμβρίου 2017. (Fred Dufour/AFP/Getty Images)

 

Ο ανεξάρτητος σχολιαστής Τσάι Σενκούν παρατήρησε ότι μέσα σε λίγες δεκαετίες οι τιμές των ακινήτων στην Κίνα έχουν αυξηθεί περισσότερο από δέκα φορές, καθιστώντας την αγορά ακινήτων απρόσιτη για τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού.

Όπως επισήμανε, οι περισσότεροι από τα 600 εκατομμύρια χαμηλόμισθους πολίτες που ανέφερε ο Λι Κετσιάνγκ δεν έχουν καμία δυνατότητα να αγοράσουν διαμέρισμα στην Κίνα.

Ο Γιε Γιάο-Γιουάν, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Σεντ Τόμας, εκτίμησε ότι ένας από τους λόγους που η κινεζική ηγεσία επέλεξε την παρούσα στιγμή για να συγκαλέσει τη διάσκεψη είναι η ανάγκη διατήρησης της πολιτικής σταθερότητας, καθώς όλο και περισσότεροι πολίτες πλήττονται από την οικονομική ύφεση. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αρχές ανησυχούν μήπως η λαϊκή δυσαρέσκεια στραφεί κατά της κεντρικής κυβέρνησης και του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Ωστόσο, ως προς την ικανότητα του σχεδίου να αναζωογονήσει τον κλάδο ακινήτων ή να δώσει ώθηση στην οικονομία, ο Γιε εμφανίστηκε απαισιόδοξος, λέγοντας ότι οι ανακοινώσεις δεν έχουν πραγματικό περιεχόμενο και λειτουργούν κυρίως ως μέσο εσωτερικής προπαγάνδας. Κατά την άποψή του, το καθεστώς προσπαθεί να παραπλανήσει το κοινό με «ωραίους επιθετικούς προσδιορισμούς», χωρίς να διαθέτει ουσιαστικό σχέδιο για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Ανάλογη ήταν και η εκτίμηση του Τανγκ, ο οποίος θεωρεί ότι οι αρχές έχουν εξαντλήσει τις ρεαλιστικές επιλογές για την αντιμετώπιση της κρίσης στον κλάδο ακινήτων και της ευρύτερης οικονομικής δυσπραγίας που αυτή έχει προκαλέσει. Όπως είπε, η νέα φάση ανακαίνισης των αστικών χωριών είναι πολύ πιο δύσκολο να χρηματοδοτηθεί και πιθανότατα θα οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση του χρέους των τοπικών κυβερνήσεων.

Ο Τσάι κατέληξε ότι η κινεζική ηγεσία αναγκάζεται να συνεχίσει την ανάπτυξη στον κλάδο των ακινήτων, γνωρίζοντας πως αν αυτός καταρρεύσει, τότε θα καταρρεύσει και συνολικά η οικονομία της χώρας. Ωστόσο, όπως επισήμανε, πλέον δεν υπάρχουν μέσα για την ενίσχυση της αγοράς, ούτε μέσω των παραδοσιακών μηχανισμών χρηματοδότησης με βάση τη γη, ενώ τα προηγούμενα σχέδια ανακαίνισης έχουν ήδη αποτύχει.

Με τη συμβολή των Ning Haizhong και Luo Ya 

Πάνω από 25 εκατομμύρια άνθρωποι επλήγησαν από φυσικές καταστροφές στην Κίνα το πρώτο εξάμηνο του 2025

Τουλάχιστον 25 εκατομμύρια άνθρωποι στην Κίνα επλήγησαν από φυσικές καταστροφές κατά το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους, με άμεσες οικονομικές απώλειες συνολικού ύψους 7,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ανέφερε το Υπουργείο Διαχείρισης Εκτάκτων Αναγκών (MEM) της Κίνας σε συνέντευξη Τύπου στις 15 Ιουλίου.

Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του MEM, Σεν Τζανλί, οι κύριοι τύποι φυσικών καταστροφών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν σεισμοί, πλημμύρες και γεωλογικές καταστροφές, με αποτέλεσμα 307 θανάτους ή αγνοούμενους, την εκκένωση 620.000 ατόμων, την κατάρρευση 29.600 σπιτιών, ζημιές σε επιπλέον 347.200 σπίτια και ζημιές σε 5,4 εκατομμύρια στρέμματα γεωργικής γης.

Ο οργανισμός ανέφερε επίσης ότι διάφοροι άλλοι φυσικοί κίνδυνοι, όπως χαλαζοπτώσεις, ξηρασίες, τυφώνες, ασυνήθιστο ψύχος, χιονοθύελλες και δασικές πυρκαγιές, σημειώθηκαν σε όλη τη χώρα κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.

Λόγω του παρελθόντος ιστορικού των κινεζικών αρχών όσον αφορά την ελλιπή αναφορά και την απόκρυψη πληροφοριών, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η πραγματική κλίμακα και ο αντίκτυπος των φυσικών καταστροφών.

Πλημμύρες, σεισμοί

Η λεκάνη Σιτσουάν ήταν μια σημαντική ζώνη πλημμυρών φέτος. Μεταξύ 29 και 30 Ιουνίου, έντονες βροχοπτώσεις έπληξαν περισσότερα από 38.610 τετραγωνικά μίλια της περιοχής, με το σύνολο των βροχοπτώσεων να υπερβαίνει τα 14 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα σε μία μόνο ημέρα, ανέφεραν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης. Η Τσενγκντού, η πρωτεύουσα της επαρχίας, αντιμετώπισε σοβαρές πλημμύρες λόγω καταρρακτωδών βροχοπτώσεων και εκκενώσεων δεξαμενών.

Επίσης, τον Ιούνιο, ακραίες βροχοπτώσεις προκάλεσαν σοβαρές πλημμύρες στο Ρονγκτζιάνγκ, στην επαρχία Γκουιτζόου, με αποτέλεσμα κατολισθήσεις, βυθισμένες γεωργικές εκτάσεις και πλημμυρισμένα σπίτια.
Οι ντόπιοι δήλωσαν προηγουμένως στην κινεζική έκδοση της Epoch Times ότι τα νερά των πλημμυρών έφτασαν μέχρι τον τρίτο όροφο σε ορισμένα κτίρια.

Τα κρατικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν στις 26 Ιουνίου ότι τουλάχιστον έξι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και ότι οι εκτεταμένες ζημιές στις υποδομές είχαν αφήσει ορισμένες πόλεις απομονωμένες. Οι δρόμοι ήταν αποκλεισμένοι και οι γραμμές επικοινωνίας διακόπηκαν, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολο το έργο διάσωσης.

Στις 22 Μαΐου, μια σειρά κατολισθήσεων που προκλήθηκαν από βροχόπτωση έπληξαν την πόλη Μπιτζιέ στην επαρχία Γκουιτζόου, αφήνοντας τέσσερις νεκρούς και 17 αγνοούμενους, ανέφεραν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης.

Την ίδια ημέρα, ξεχωριστές κατολισθήσεις έπληξαν την κομητεία Νταφάνγκ, επίσης υπό τη δικαιοδοσία της Μπιτζιέ, θάβοντας σπίτια και κατοίκους. Συνολικά, 19 άτομα αναφέρθηκαν παγιδευμένα ή αγνοούμενα. Τα επίσημα μετεωρολογικά δεδομένα έδειξαν ότι οι τοπικές βροχοπτώσεις ξεπέρασαν τα 200 χιλιοστά σε 24 ώρες, απομακρύνοντας περίπου 2 εκατομμύρια κυβικά μέτρα χώματος και βράχου, γεγονός που περιέπλεξε τις προσπάθειες διάσωσης.

Στις 7 Ιανουαρίου, η Κίνα ανέφερε ότι ένας σεισμός μεγέθους 6,8 βαθμών έπληξε το Θιβέτ, με πολλά θύματα και υλικές ζημιές. Οι επιπτώσεις εντάθηκαν από τα κακά πρότυπα κατασκευής στις αγροτικές περιοχές, όπου τα σπίτια είναι συχνά κατασκευασμένα από τούβλα χωρίς κάποια ενίσχυση.

Ξηρασία

Από τις αρχές Φεβρουαρίου, η βόρεια Κίνα βιώνει ασυνήθιστα χαμηλά επίπεδα βροχοπτώσεων. Δέκα επαρχίες έχουν αναφέρει ποικίλους βαθμούς ξηρασίας, με την επαρχία Σαανσί να βιώνει τη χειρότερη περίοδο ξηρασίας από την έναρξη της τήρησης αρχείων το 1961, σύμφωνα με τα κρατικά μέσα ενημέρωσης.

Η Σαανσί είναι μία από τις κύριες περιοχές καλλιέργειας σιταριού της Κίνας και περισσότερα από 1 εκατομμύριο στρέμματα σιταριού έχουν πληγεί από ξηρασία, ανέφεραν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης. Οι αρχές έχουν εκφράσει ανησυχία για πιθανές μειώσεις απόδοσης στην Σαανσί και σε άλλες επαρχίες καλλιέργειας σιταριού, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν την τοπική και εθνική σιτιστική ασφάλεια.

Θανατική ποινή με αναστολή σε πρώην Κινέζο αξιωματούχο του Θιβέτ λόγω διαφθοράς

Πρώην Κινέζος αξιωματούχος, που είχε δεχθεί κυρώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά για τον ρόλο του στις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το Κομμουνιστικό Κόμμα, καταδικάστηκε από κινεζικό δικαστήριο σε θάνατο με αναστολή για υπόθεση διαφθοράς.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του Ανώτατου Λαϊκού Δικαστηρίου της Κίνας στις 15 Ιουλίου, ο Γου Γινγκτζιέ, πρώην επικεφαλής του Κόμματος στην απομακρυσμένη περιοχή του Θιβέτ, κρίθηκε ένοχος για αποδοχή δωροδοκιών συνολικού ύψους περίπου 343 εκατ. γουάν (41,1 εκατ. ευρώ), κατά τη διάρκεια της θητείας του σε διάφορες θέσεις στο Θιβέτ, την περίοδο 2006-2021.

Το δικαστήριο ανέφερε ότι στον Γου επιβλήθηκε θανατική ποινή με διετή αναστολή, ενώ αποφασίστηκε και η δήμευση της προσωπικής του περιουσίας. Όπως διευκρινίστηκε, αν επιδείξει καλή διαγωγή εντός της διετίας, η ποινή του ενδέχεται να μετατραπεί σε ισόβια κάθειρξη.

Ο 68χρονος αξιωματούχος ήταν από τα πιο προβεβλημένα στελέχη που καθαιρέθηκαν στο πλαίσιο της εκστρατείας κατά της διαφθοράς που διεξάγει το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) υπό τον Σι Τζινπίνγκ. Η έρευνα σε βάρος του είχε ξεκινήσει από την κορυφαία υπηρεσία κατά της διαφθοράς της Κίνας, τον Ιούλιο του 2024.

Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ο Γου διεγράφη από το Κομμουνιστικό Κόμμα, κατηγορούμενος για «σοβαρές παραβιάσεις νόμων και κανονισμών», περιλαμβανομένων παρεμβάσεων σε δημόσια έργα με αντάλλαγμα χρηματικά ποσά, όπως μετέδωσαν τότε κινεζικά κρατικά μέσα.

Η βαριά ποινή ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι η εκστρατεία κατά της διαφθοράς, η οποία ξεκίνησε λίγο μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Σι το 2012, δεν έχει υποχωρήσει. Η εκστρατεία έχει οδηγήσει στην απομάκρυνση ισχυρών αντιπάλων του Κινέζου προέδρου, ενώ τα τελευταία χρόνια φέρεται να έχει στραφεί και κατά προσώπων που ανήκαν στον στενό κύκλο του Σι, εν μέσω ενδοκομματικών εντάσεων.

Η πολιτική διαδρομή του Γου εξελίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στο Θιβέτ για περίπου πέντε δεκαετίες. Ξεκίνησε από την τοπική διεύθυνση εκπαίδευσης και στη συνέχεια μετακινήθηκε στο τμήμα προπαγάνδας. Το 2005, εντάχθηκε στην κομματική επιτροπή της περιοχής, σύμφωνα με διαθέσιμες δημόσιες πληροφορίες από την Κίνα.

Η σταδιοδρομία του έφθασε στο απόγειό της το 2016, όταν ανέλαβε Γραμματέας του Κόμματος στο Θιβέτ, θέση την οποία διατήρησε για πέντε χρόνια.

Το 2021 διορίστηκε στο Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο, το οποίο λειτουργεί ως επικυρωτικό σώμα της νομοθετικής διαδικασίας στην Κίνα, και εν συνεχεία μετείχε στη Διαβουλευτική Διάσκεψη του Κινεζικού Λαού, τον ανώτατο πολιτικό συμβουλευτικό θεσμό της χώρας.

Στις 9 Δεκεμβρίου 2022, στο πλαίσιο δράσεων για την Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν κυρώσεις στον Γου για τη συμμετοχή του στις παραβιάσεις δικαιωμάτων που έχουν διαπραχθεί στο Θιβέτ, μαζί με έναν ακόμη υψηλόβαθμο Κινέζο αξιωματούχο, τον Τζανγκ Χονγκμπό.

Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανέφερε τότε ότι οι κάτοικοι του Θιβέτ είχαν υποστεί σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυθαίρετες κρατήσεις, εξωδικαστικές εκτελέσεις και σωματική κακοποίηση, στο πλαίσιο των προσπαθειών του ΚΚΚ να περιορίσει δραστικά τη θρησκευτική ελευθερία.

Παράλληλα, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε κυρώσεις εις βάρος του Τανγκ Γιονγκ, πρώην αναπληρωτή διευθυντή των φυλακών στην περιοχή Τσονγκτσίνγκ, λόγω της συνεχιζόμενης καταστολής της πνευματικής οργάνωσης Φάλουν Γκονγκ.

Η κίνηση αυτή προκάλεσε την αντίδραση του Πεκίνου. Το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας ανακοίνωσε με τη σειρά του κυρώσεις κατά δύο Αμερικανών: του Μάιλς Γιου, βασικού συμβούλου για την κινεζική πολιτική του πρώην υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο, και του Τοντ Στάιν, υποδιευθυντή της Εκτελεστικής Επιτροπής του Κογκρέσου των ΗΠΑ για την Κίνα.

Τον Δεκέμβριο του 2024, και ο Καναδάς πρόσθεσε τον Γου και επτά ακόμη Κινέζους αξιωματούχους στη λίστα κυρώσεών του, κατηγορώντας τους για συμμετοχή σε κατασταλτικές ενέργειες κατά Θιβετιανών, Ουιγούρων και μελών της κοινότητας Φάλουν Γκονγκ.

Η κινεζική κυβέρνηση απάντησε με την επιβολή κυρώσεων σε είκοσι Καναδούς πολίτες και δύο οργανώσεις που είχαν καταγγείλει δημόσια τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το Πεκίνο, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει καταδίκη από την Οττάβα.

Της Dorothy Li

Η Κίνα οριστικοποιεί νέους ελέγχους στις εξαγωγές κρίσιμων τεχνολογιών επεξεργασίας ορυκτών

Η Κίνα ανακοίνωσε νέους ελέγχους στις εξαγωγές τεχνολογιών κρίσιμων για την παραγωγή μπαταριών και την επεξεργασία στρατηγικών ορυκτών, προχωρώντας σε μια κίνηση που είχε προαναγγείλει ήδη από την πρώιμη φάση της εμπορικής αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε κοινή ανακοίνωση που εκδόθηκε στις 15 Ιουλίου, το υπουργείο Εμπορίου και το υπουργείο Επιστήμης και Τεχνολογίας της Κίνας παρουσίασαν την αναθεωρημένη έκδοση του Καταλόγου Τεχνολογιών που Απαγορεύονται ή Περιορίζονται προς Εξαγωγή.

Ο κατάλογος αυτός, μαζί με δύο επιπλέον λίστες διπλής χρήσης, αποτελεί βασικό εργαλείο της κινεζικής πολιτικής εξαγωγικών ελέγχων. Χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: τεχνολογίες που απαγορεύεται πλήρως να εξαχθούν και τεχνολογίες των οποίων η εξαγωγή επιτρέπεται μόνο υπό καθεστώς ειδικής άδειας. Όλες οι τεχνολογίες της δεύτερης κατηγορίας απαιτούν κρατική έγκριση πριν εξαχθούν.

Στη νεότερη έκδοση προστέθηκε μια νέα εγγραφή: η τεχνολογία παρασκευής καθόδων για μπαταρίες, η οποία αφορά ειδικά την παραγωγή φωσφορικού σιδήρου λιθίου (LFP), φωσφορικού μαγγανίου σιδήρου λιθίου (LMFP) και φωσφορικών πρόδρομων υλικών. Τα εν λόγω υλικά είναι θεμελιώδη για τη βιομηχανία μπαταριών ιόντων λιθίου, που χρησιμοποιούνται κυρίως στα ηλεκτρικά οχήματα.

Ο κατάλογος περιλαμβάνει επίσης αυστηρότερους περιορισμούς στην ενότητα για τη μη σιδηρούχα μεταλλουργία, επεκτείνοντας τις απαγορεύσεις σε τεχνολογίες εξαγωγής μετάλλων όπως το λίθιο και το γάλλιο – υλικό κρίσιμο για την παραγωγή ημιαγωγών.

Η παρούσα αναθεώρηση είχε τεθεί σε δημόσια διαβούλευση τον Ιανουάριο, λίγο πριν από τη δεύτερη ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε δεσμευτεί να αξιοποιήσει δασμούς και άλλα μέσα για την προστασία της αμερικανικής βιομηχανίας και την επαναφορά της ισορροπίας στο παγκόσμιο εμπόριο.

Αν και η εμπορική διένεξη ΗΠΑ–Κίνας βρίσκεται σήμερα σε μια φάση άτυπης εκεχειρίας, έχει «παγώσει» η εκτελεστική εντολή της 2ας Απριλίου του Τραμπ, η οποία προέβλεπε την επιβολή δασμών έως και 145% σε κινεζικά προϊόντα.

Η Κίνα εξακολουθεί να κυριαρχεί στην εξόρυξη και κατεργασία τόσο του λιθίου όσο και του γαλλίου παγκοσμίως. Η Αμερικανική Γεωλογική Υπηρεσία (USGS) έχει χαρακτηρίσει και τα δύο υλικά ως κρίσιμα για την εθνική ασφάλεια και την οικονομική ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με έκθεση της USGS που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν καμία εγχώρια παραγωγή για 31 βασικά στρατηγικά ορυκτά και μπορούν να επεξεργαστούν εμπορικά μόνο ένα: το βηρύλλιο. Η Κίνα, αντίθετα, είναι ο βασικός προμηθευτής για 8 από τα εν λόγω υλικά και σχεδόν αποκλειστικός πάροχος για 17 από αυτά.

Το γάλλιο ήταν ένα από τα 3 υλικά στα οποία το Πεκίνο επέβαλε ελέγχους εξαγωγών τον Δεκέμβριο του 2024. Παράλληλα, κοιτάσματα υψηλής καθαρότητας γαλλίου που εντοπίστηκαν στη Μοντάνα έχουν ήδη λάβει ταχεία έγκριση αδειοδότησης υπό τη διοίκηση Τραμπ, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας για τον επαναπατρισμό της παραγωγής στρατηγικών πρώτων υλών.

Την εξόρυξη του κοιτάσματος έχει αναλάβει η εταιρεία U.S. Critical Materials, με έδρα τη Γιούτα. Ο εκτελεστικός της διευθυντής, Χάρβεϊ Κέι, δήλωσε κατά τη διάρκεια ακρόασης στην Επιτροπή Μικρών Επιχειρήσεων της Βουλής ότι η εξόρυξη του γαλλίου θα προηγηθεί άλλων δραστηριοτήτων.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η εταιρεία σκοπεύει να ξεκινήσει την εξόρυξη εντός του έτους, ώστε –κατά την έκφρασή του– να μπορεί «να σταθεί στα σκαλοπάτια του Λευκού Οίκου ή/και του Κογκρέσου με μια σακούλα γαλλίου από τη Μοντάνα, επεξεργασμένου με αμερικανική τεχνολογία και διαθέσιμου για την άμυνα της χώρας και του ελεύθερου κόσμου».

Του Bill Pan