Το Άστον Χολ σχεδιάστηκε από τον Άγγλο αρχιτέκτονα Τζον Θορπ και χτίστηκε για τον Σερ Τόμας Χολτ μεταξύ 1618 και 1635, σε ένα πάρκο στο Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας. Το αρχοντικό αυτό κατατάσσεται μεταξύ των τελευταίων και των σπουδαιότερων κατοικιών της ιακωβιανής περιόδου, χτισμένων από αυλικούς για τη βασιλική πρόοδο (περιοδεία του βασιλείου) του μονάρχη.
Αυτές οι ειδικές κατοικίες χτίστηκαν κατά τις περιόδους Τυδόρ, Ελισαβετιανής και Ιακωβιανής, και αντιπροσωπεύουν μια μοναδική αγγλική αντίληψη της αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής. Ο ιστορικός αρχιτεκτονικής Τζον Σάμμερσον τα θεωρούσε «τα πιο τολμηρά από όλα τα αγγλικά κτήρια». Στυλιστικά, εισήγαγαν εκλεκτικά μείγματα κλασικών, μεσαιωνικών και τοπικών παραδοσιακών αγγλικών στοιχείων.
Το Άστον Χολ αποτελεί παράδειγμα του ιακωβιανού ύφους της Αγγλίας στα τέλη του 16ου αιώνα, το οποίο εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιακώβου Α’, από το 1603 έως το 1625. Όπως τα περισσότερα ιακωβιανά αρχοντικά, το Άστον Χολ αντανακλά το τοπίο. Κατασκευάστηκε κυρίως με ντόπια υλικά: κόκκινο τούβλο, ξυλεία, και πέτρα. Τα μεγάλα περιγράμματα της εξοχικής κατοικίας είναι καθαρά κλασικά στις αναλογίες και τη συμμετρία τους, ενώ οι εξωτερικές διακοσμήσεις έχουν τις ρίζες τους στην ύστερη μεσαιωνική αγγλική αρχιτεκτονική — περιλαμβανομένων των αετωμάτων, των παραθύρων και των καμινάδων.
Το εσωτερικό του Άστον Χολ διαθέτει επένδυση από σκούρο ξύλο, περίπλοκα ξυλουργικά στοιχεία και γύψινα διακοσμητικά οροφής — κοινά στοιχεία της ιακωβιανής αρχιτεκτονικής. Κατά την κατασκευή του, ήταν δημοφιλής η κλασική ιταλική αισθητική, έτσι οι πολύχρωμοι τοίχοι κυριαρχούν στο σπίτι. Τα διακοσμητικά χαρακτηριστικά, αν και δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από δωμάτιο σε δωμάτιο, είναι επίσης ένα εκλεκτικό μείγμα.
Σήμερα, επιβιώνει ως διατηρητέο σπίτι (προστατευόμενο από το κράτος). Η ιστορία του μεγάλη: πολιορκήθηκε κατά τη διάρκεια του αγγλικού εμφυλίου πολέμου, δέχτηκε τη βασιλική αυλή, ενώ αργότερα ενέπνευσε τον Αμερικανό συγγραφέα Ουάσιγκτον Ίρβινγκ.
Χτισμένο σε ένα δημόσιο πάρκο, το εξοχικό αρχοντικό προοριζόταν να είναι ταυτόχρονα γραφικό και γαλήνιο. Η νότια πλευρά του Άστον Χολ βλέπει προς τον κήπο της κυρίας Χολτ. Τα συμμετρικά του όρια και τα μοτίβα του σχεδιάστηκαν για να εντυπωσιάζουν τους βασιλικούς επισκέπτες, δελεάζοντας τις αισθήσεις τους με σαγηνευτικά χρώματα και αρώματα. (Tony Hisgett/CC BY 2.0)
Η μπροστινή είσοδος του Άστον Χολ αναδεικνύει την πλούσια ιστορία και τον σχεδιασμό του σπιτιού. Οι πέτρινες αυλακωτές κολώνες, τα κιονόκρανα, η στρογγυλεμένη αψίδα και οι περίπλοκες γλυπτές διακοσμήσεις κάνουν την κύρια είσοδο το πιο κλασικό μέρος του εξωτερικού. (kudrik/Shutterstock)
Η αυθεντική οροφή του 17ου αιώνα της Μεγάλης Αίθουσας διαθέτει εξαιρετικά διακοσμητικά γύψινα ανάγλυφα, ένα κοινό στοιχείο της ιακωβιανής αρχιτεκτονικής που μπορεί να δει κανείς σε όλο το σπίτι. Το δωμάτιο διαθέτει επίσης περίπλοκες ξυλόγλυπτες επενδύσεις, πέτρινες καμάρες και ζωφόρο. (Tony Hisgett/CC BY 2.0)
Σχεδόν αναλλοίωτη από τότε που χτίστηκε το Άστον Χολ, η Μακριά Αίθουσα Παρουσίασης είναι το μεγαλύτερο, καλύτερα διατηρημένο δωμάτιο του αρχοντικού. Με μήκος 40 μέτρα, διαθέτει ξυλόγλυπτους τοίχους με επένδυση, μεγάλα, ομοιόμορφα κατανεμημένα παράθυρα και οροφή με γύψινα διακοσμητικά στοιχεία. Τον 17ο αιώνα, το μήκος του δωματίου παρουσίασης ενός αρχοντικού αντανακλούσε τον πλούτο και το κύρος του ιδιοκτήτη. (Oscar Gonzalez Fuentes/Shutterstock)
Με κόκκινους τοίχους, τζάκι με ανάγλυφες μορφές και στοιχεία και απλή οροφή, η Μικρή Τραπεζαρία χαρακτηρίζεται από μια νηφάλια και διακριτική κομψότητα, που θυμίζει περισσότερο τη γεωργιανή αισθητική παρά το ιακωβιανό ύφος. Μεταξύ 1771 και 1848, η Μικρή Τραπεζαρία χρησιμοποιήθηκε ως αίθουσα πρωινού. (Oscar Gonzalez Fuentes/Shutterstock)
Το Μεγάλο Δωμάτιο Δείπνου του Άστον Χολ προοριζόταν για πολύ ειδικές περιστάσεις, όπως μια επίσκεψη από τον βασιλιά Κάρολο Ι. Από τις φιγούρες στην κορυφή των τετράγωνων στηλών μέχρι την περίτεχνη ζωφόρο (κάτω από την οροφή), η τραπεζαρία περιέχει πλήθος κλασικών γλυπτικών στοιχείων. Το ιακωβιανό τζάκι απεικονίζει το οικόσημο του Χολτ. (Oscar Gonzalez Fuentes/Shutterstock)
Η Σχολή Ζωγραφικής Κάνο ήταν η κορυφαία σχολή ζωγραφικής στην Ιαπωνία για περισσότερα από 300 χρόνια, από τον 16ο αιώνα έως τον 19ο αιώνα. Η σχολή ιδρύθηκε τον 15ο αιώνα από τον Κάνο Μασανόμπου στο Κιότο και, σύμφωνα με τον ιστότοπο του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης, σύντομα έγινε η «μακροβιότερη και πιο επιδραστική σχολή ζωγραφικής στην ιαπωνική ιστορία»:
«Καθ’ όλη τη διάρκεια των αιώνων, η σχολή Κάνο αποτελούνταν από πολυάριθμα εργαστήρια, όπου ομάδες καλά εκπαιδευμένων και επιδέξιων τεχνιτών συνεργάζονταν για να εξυπηρετήσουν πελάτες από όλες σχεδόν τις πλούσιες τάξεις: τους σαμουράι, την αριστοκρατία, τον βουδιστικό κλήρο, τους σιντοϊστές ιερείς και τους όλο και πιο εύπορους εμπόρους.»
Κάνο Μοτονόμπου, «Ο Μπιακού-ε Κάνον, ο λευκοφορεμένος Μποντισάτβα της συμπόνιας», 16ος αιώνας. Μελάνι, χρώμα και χρυσός σε μετάξι. 156 x 76 εκ. Μουσείο Καλών Τεχνών Βοστώνης, Βοστώνη. (Public Domain)
Δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες γύρω από την πρακτική των σχολών Κάνο πριν από τον 19ο αιώνα. Ωστόσο, είναι αρκετές για να φανταστεί κανείς πώς θα ήταν να είναι μαθητής εκεί.
Αντλώντας από το δοκίμιο της Μπρέντα Γ. Τζόρνταν «Αντιγραφή από την αρχή ως το τέλος; Η μαθητική ζωή στη σχολή Κάνο», από το βιβλίο «Αντιγράφοντας τον δάσκαλο και κλέβοντας τα μυστικά του» (2003), θα επιχειρήσουμε ένα νοερό ταξίδι στη ζωή ενός μαθητή στη σχολή Κάνο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αντίληψη της ιαπωνικής κοινωνίας του 16ου αιώνα για τη διδασκαλία της τέχνης και τον ρόλο του καλλιτέχνη στην κοινωνία – αντίληψη που απέχει παρασάγγας από τη δυτική σκέψη και το καλλιτεχνικό πρότυπο που έχει επικρατήσει.
Η ζωή των σπουδαστών στη σχολή του Κάνο
Η μέρα στη Σχολή Ζωγραφικής του Κάνο ξεκινά νωρίς, δεδομένου ότι η μελέτη μας αρχίζει στις 7 το πρωί. Η σημερινή μέρα, όπως και οι περισσότερες, θα είναι μεγάλη και θα δουλεύουμε από τις 7 το πρωί έως τις 10 το βράδυ μαθαίνοντας την τέχνη της ζωγραφικής.
Σχεδόν όλοι μας στη σχολή προερχόμαστε από οικογένειες με υψηλόβαθμες θέσεις. Ήρθαμε εδώ όταν ήμασταν μικροί, περίπου επτά ή οκτώ ετών, για να αφιερώσουμε τη ζωή μας στην εκμάθηση της τέχνης της ζωγραφικής. Την ώρα που ξυπνάμε, οι μυρωδιές και οι εικόνες των χρωμάτων στο εργαστήριο αναζωογονούν τις αισθήσεις μας.
Όταν φτάσαμε για πρώτη φορά ως παιδιά, το ενδιαφέρον και η αφοσίωσή μας δοκιμάστηκαν. Μας υποχρέωναν να κάνουμε δουλειές, όπως να καθαρίζουμε και να βγάζουμε βόλτα τον σκύλο. Διδασκόμασταν πολύ λίγα πράγματα για τη ζωγραφική, αλλά αυτό δεν μας αποθάρρυνε. Αυτό ήταν στην πραγματικότητα μέρος της εκπαίδευσής μας: όχι μόνο μας δίδαξε να διατηρούμε το εργαστήριο μας καθαρό, αλλά μας δίδαξε επίσης τη σημασία της μάθησης μέσω της διακριτικής παρατήρησης.
Πολλοί από εμάς παρακολουθούσαμε τους πιο προχωρημένους μαθητές να εργάζονται, ενώ εμείς ολοκληρώναμε τις καθημερινές μας δουλειές. Υπάρχει μια σαφής ιεραρχία στη σχολή: ο δάσκαλος είναι στην κορυφή, οι νέοι μαθητές στη βάση, και όλοι οι άλλοι βρίσκονται στο ενδιάμεσο. Οι προχωρημένοι μαθητές κάθονται πιο κοντά στο παράθυρο, όπου υπάρχει επαρκής φωτισμός, ενώ όλοι οι άλλοι καταλαμβάνουν τις πιο απομακρυσμένες από το φως θέσεις.
Ο δάσκαλος μένει, ως επί το πλείστον, στο ιδιωτικό του δωμάτιο και εξετάζει έργα τέχνης μόνο όταν του τα φέρνουν για αυτόν τον λόγο. Σπάνια, αν όχι ποτέ, δίνει διαλέξεις για τη ζωγραφική. Έτσι, πολλοί από εμάς αρχίσαμε να μαθαίνουμε παρακολουθώντας τους άλλους μαθητές. Μάθαμε όχι μόνο για τη ζωγραφική, αλλά και πώς να συμπεριφερόμαστε όπως απαιτείται από έναν ζωγράφο.
Κάνο Μοτονόμπου, «Τα τέσσερα επιτεύγματα» (λεπτομέρεια), μέσα του 16ου αιώνα. Μελάνι και χρώμα σε χαρτί. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη. (Public Domain)
Ήταν πάντα ασαφές το πότε θα αρχίζαμε να ζωγραφίζουμε, οπότε κάποιοι από εμάς πήραμε μόνοι μας την πρωτοβουλία. Χρησιμοποιήσαμε ό,τι μάθαμε παρακολουθώντας τους άλλους μαθητές. Μάθαμε περισσότερο από το παράδειγμα παρά από τις εξηγήσεις. Όταν ξεπερνούσαμε τους φόβους μας και παίρναμε τα εργαλεία ζωγραφικής για να αρχίσουμε να εξασκούμαστε, ικανοποιούσαμε τον δάσκαλο.
Η πρακτική μας συνιστάται κυρίως στην αντιγραφή άλλων έργων. Ξεκινάμε με την αντιγραφή πινάκων ζωγραφικής απλών αντικειμένων πριν προχωρήσουμε σε πιο σύνθετα αντικείμενα. Στη συνέχεια, αντιγράφουμε τη φιγούρα και μετά τους πίνακες των δασκάλων. Αυτή η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει πάνω από δέκα χρόνια – ορισμένοι μαθητές δεν τελειώνουν ακόμη και μετά από είκοσι χρόνια.
Ο δάσκαλος, παραθέτοντας τις συμβουλές του Χαγιάσι Μοριάτσου για τη ζωγραφική, επαναλαμβάνει τη σημασία της αντιγραφής:
«Ο ζωγράφος που δεν [αντιγράφει], εμπιστευόμενος πάντα στη [δική του] βούληση, είναι ένας ανειδίκευτος, ανάξιος συνάνθρωπος… Το άτομο που επιθυμεί να ζωγραφίζει σωστά με τον σωστό τρόπο και χρησιμοποιεί [την αντιγραφή] κάθε φορά χωρίς να αλλάζει τους κανόνες των αρχαίων είναι αυτός που καταλαβαίνει ότι είναι ανεπαρκής – [αυτός] κατανοεί την ιερότητα των ανθρώπων της παλιάς εποχής, επιθυμεί να προσπαθήσει να επιτύχει το αληθινό μονοπάτι της ζωγραφικής και αποζητά να αναζητήσει το θεϊκό πνεύμα.»
«Εκτίμηση της ζωγραφικής, από ένα σύνολο των τεσσάρων επιτευγμάτων», περ. 1606, από τη Σχολή του Κάνο. Μελάνι, χρώμα, χρυσός και φύλλο χρυσού σε χαρτί. 1,82 x 7 μ. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη. (Public Domain)
Μαθαίνουμε ότι η επιτυχία μας στη ζωγραφική εξαρτάται από την επιτυχία των συμμαθητών μας, του δασκάλου μας και των γενεών πριν από εμάς. Μαθαίνοντας να ζωγραφίζουμε, μαθαίνουμε επίσης τη θέση μας μέσα στην κοινότητά μας και μαθαίνουμε να είμαστε ανιδιοτελείς.
Αντιγράφουμε και αντιγράφουμε και αντιγράφουμε, μέχρι ορισμένες κινήσεις και διαδικασίες να μας γίνουν δεύτερη φύση. Μόνο τότε ανεβαίνουμε στην ιεραρχία της σχολής, και μόνο αφού ανεβούμε στην ιεραρχία μάς αποκαλύπτονται νέοι πίνακες ζωγραφικής για να αντιγράψουμε.
Φαίνεται ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο μυστικό της ζωγραφικής που ξεκλειδώνεται μέσω της αντιγραφής. Αργά τη νύχτα, κάποιοι μαθητές προσπαθούν κρυφά να εξετάσουν λεπτομερώς τους πίνακες του δασκάλου. Κάποιοι άλλοι αναζητούν στα κρυφά κρυμμένους πίνακες για να αντιγράψουν, με την ελπίδα να αποκτήσουν τα μυστικά τους πιο γρήγορα.
Ανεβαίνοντας στην ιεραρχία, μαθαίνουμε τα πάντα για τη σχολή, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρηματικών θεμάτων. Ανάλογα με το επίπεδο των ικανοτήτων μας, θα βοηθήσουμε ενδεχομένως στη διοίκηση της σχολής ή θα βοηθήσουμε τον δάσκαλο με παραγγελίες έργων ζωγραφικής. Αν αποδειχθούμε ικανοί σε όλα τα θέματα, αποφοιτούμε από τη σχολή, παίρνουμε το όνομα του δασκάλου μας και ξεκινάμε τη ζωή μας ως επαγγελματίες ζωγράφοι.
Μέχρι τότε, ο καθένας μας έχει το χώρο του στο πάτωμα, περίπου 3 x 2 μέτρα, ένα χαλάκι τατάμι και ένα σεντούκι που περιέχει όλα τα καλλιτεχνικά μας εφόδια. Αυτός ο χώρος, που μοιραζόμαστε με τους φίλους μας, γίνεται ο κόσμος μας, ένας κόσμος μέσω του οποίου συνδεόμαστε με την αίσθηση της ομορφιάς που είχαν αυτοί που ζούσαν πριν από εμάς, μια ομορφιά που ελπίζουμε να μοιραστούμε με την ευρύτερη κοινότητά μας.
Ο Έρικ Μπες ασχολείται με την αναπαραστατική τέχνη και είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Ινστιτούτο Διδακτορικών Σπουδών στις Εικαστικές Τέχνες (IDSVA).
Στον 20ό και τον 21ο αιώνα, ο δυτικός πολιτισμός έχει να επιδείξει άφθονη διονυσιακή συμπεριφορά. Ένα από τα βασικά στοιχεία της λατρείας του Διονύσου είναι η κατανάλωση κρασιού και η έκσταση που τη συνοδεύει. Σύμφωνα με τους μύθους, ο Διόνυσος ταξίδευε στον κόσμο, συχνά συνοδευόμενος από την άγρια ακολουθία του, που αποτελούνταν από σάτυρους και μαινάδες, οι οποίοι παραδίδονταν στη θεϊκή μανία. Αν αυτό σας θυμίζει μια περιοδεία ροκ εν ρολ, δεν είναι τυχαίο – είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα.
Απόλλων εναντίον Διονύσου
Τον 19ο αιώνα, ο φιλόσοφος Φρίντριχ Νίτσε ανέπτυξε την αντίθεση μεταξύ των θεών Διονύσου και Απόλλωνα σε αρκετά έργα του, ξεκινώντας από τη «Γέννηση της τραγωδίας». Αυτή η αντίθεση μπορεί να ευθύνεται για πολλά δεινά του επόμενου αιώνα. Ανεξάρτητα από το πόσο επηρεάστηκαν ο Χίτλερ και οι συνεργάτες του από τις διδαχές του Νίτσε –είτε παρερμηνεύοντας είτε εκμεταλλευόμενοί τις – η διχοτομία που ο Νίτσε ανέδειξε μεταξύ του Απόλλωνα, του θεού της τάξης, της λογικής, της αρμονίας, της ατομικότητας και της εύτακτης ομορφιάς και του Διονύσου, που συμβολίζει το χάος, το πάθος, το συναίσθημα, την παραφροσύνη και τη συλλογική ενότητα, παραμένει αληθινή.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Νίτσε παρατήρησε ένα ιστορικό φαινόμενο: ο 18ος αιώνας, με την έναρξη του Διαφωτισμού, χαρακτηριζόταν από μια απολλώνια προσέγγιση. Ωστόσο, ακόμη και η λογική, η τάξη και η δομή φαίνεται ότι κουράστηκαν και έχασαν τη ζωντάνια τους. Για να ανανεωθεί η ζωή, έπρεπε να έρθει το χάος του Διονύσου. Έτσι, ως αντίδραση στον Διαφωτισμό, αναδύθηκε το ρομαντικό κίνημα (το οποίο ξεκίνησε δυναμικά στην Αγγλία το 1798 με τη δημοσίευση των «Λυρικών ωδών» του Ουίλιαμ Γουέρντσγουορθ και του Σάμιουελ Κόλεριτζ), σαρώνοντας τον θεό της λογικής και αντικαθιστώντας τον με τον θεό του συναισθήματος και της παραφροσύνης.
Η γέννηση του Διονύσου
Σε αντίθεση με την ξεκάθαρη προέλευση του Απόλλωνα, η γέννηση του Διονύσου είναι ασαφής και αντιφατική. Η πιο διαδεδομένη εκδοχή αναφέρει ότι είναι γιος του Δία και της θνητής πριγκίπισσας της Θήβας Σεμέλης. Η Ήρα, ζηλεύοντας τη σχέση αυτή, πείθει τη Σεμέλη να ζητήσει από τον Δία να της φανερωθεί με τη θεϊκή του μορφή. Μην μπορώντας να αντέξει το θεϊκό φως, η Σεμέλη καταστρέφεται, αλλά ο Δίας σώζει το αγέννητο παιδί τους ράβοντάς το στον μηρό του, απ’ όπου αργότερα «ξαναγεννιέται» – γι’ αυτό και ο Διόνυσος ονομάζεται «διγενής».
Ωστόσο, άλλες εκδοχές αναφέρουν ότι είναι γιος του Δία και της Περσεφόνης, βασίλισσας του Κάτω Κόσμου, και ότι διαμελίστηκε από τους Τιτάνες πριν αναγεννηθεί. Αυτή η αναγέννηση τον συνδέει με τις ορφικές παραδόσεις, οι οποίες δίνουν έμφαση στον θάνατο και την ανάστασή του, συμβολίζοντας τον κύκλο της φύσης και τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου.
Μεταξύ των δύο αφηγήσεων, υπάρχουν ορισμένα κοινά στοιχεία: πρώτον, η σύνδεσή του με τον υπέρτατο θεό, τον Δία, κάτι που υποδηλώνει ότι ο Διόνυσος αντιπροσωπεύει μία θεμελιώδη δύναμη του σύμπαντος και της ζωής. Δεύτερον, και οι δύο αφηγήσεις τον συνδέουν με τον θάνατο και την απελευθέρωση από αυτόν. Ο ψυχολόγος Τζέιμς Χίλμαν, στο βιβλίο του «Η δύναμη του χαρακτήρα», αναφέρει ότι αφού οι Τιτάνες διαμέλισαν τον Διόνυσο, η γιαγιά του, η Ρέα, συγκέντρωσε τα κομμάτια του και τον ανέστησε. Αυτή η ιστορία αντικατοπτρίζει και τον αιγυπτιακό μύθο του Όσιρι, ο οποίος επίσης διαμελίστηκε, επανασυνδέθηκε (από τη σύζυγό του) και κατέληξε να κυβερνά τον Κάτω Κόσμο. Ο Χίλμαν επισημαίνει: «Αυτή η διονυσιακή ζωτική δύναμη, που εμφανίζεται συνοδευόμενη από σάτυρους και μαινόμενους πιστούς, ταυτίζεται επίσης με τον Άδη, τον αόρατο θεό των ψυχών του κάτω κόσμου».
Η θέση του χάους στον κόσμο
Αν το σύμπαν χρειάζεται το χάος, πώς εκδηλώνεται με τρόπους που φέρνουν ισορροπία αντί για υπερβολή;
Το χάος παίζει καίριο ρόλο στο θέατρο. Ο Διόνυσος ήταν ο προστάτης της θεατρικής τέχνης, και οι διονυσιακές γιορτές — ιδιαίτερα τα Μεγάλα Διονύσια στην Αθήνα — οδήγησαν στη γέννηση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και κωμωδίας. Ο Νίτσε πίστευε ότι οι μεγαλύτεροι τραγικοί ποιητές, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής, κατάφεραν να ισορροπήσουν δύο αντίθετες δυνάμεις: το διονυσιακό στοιχείο της έντονης συγκίνησης και του χορού και το απολλώνιο στοιχείο της δομημένης πλοκής και του διαλόγου. Αντίθετα, θεωρούσε ότι ο Ευριπίδης και η ελληνική ορθολογική φιλοσοφία αποδυνάμωσαν το διονυσιακό πνεύμα προς όφελος της καθαρής λογικής, φέρνοντας την παρακμή της τραγωδίας.
Αυτή η ιδέα επεκτείνεται σε όλες τις μορφές τέχνης και, ίσως, σε κάθε μεγάλο επίτευγμα. Ο σύγχρονος αγιογράφος Έινταν Χαρτ, στο βιβλίο του «Ομορφιά, πνεύμα, ύλη: Εικόνες στον σύγχρονο κόσμο», αναφέρει ένα εγχειρίδιο κινεζικής ζωγραφικής του 17ου αιώνα, στο οποίο σημειώνεται: «Το να μην έχεις μέθοδο είναι αξιοκατάκριτο, αλλά το να εξαρτάσαι πλήρως από τη μέθοδο είναι χειρότερο». Τι σημαίνει αυτό; Η έλλειψη μεθόδου είναι διονυσιακή, ενώ η προσήλωση στη μέθοδο απολλώνια. Η ισορροπία μεταξύ των δύο είναι απαραίτητη.
Με απλά λόγια, οι καλλιτέχνες που ακολουθούν μόνο κανόνες παράγουν κατώτερα έργα, όπως και εκείνοι που δεν ακολουθούν κανέναν κανόνα δημιουργούν χαοτικά και συχνά άχρηστα έργα. Σύμφωνα με την κινεζική φιλοσοφία, «το υπερβολικό γιν είναι πρόβλημα, αλλά το ίδιο ισχύει και για το υπερβολικό γιανγκ». Ή αλλιώς «μέτρον άριστον».
Η δομή και η υπέρβασή της
Το πνεύμα της δημιουργικότητας απαιτεί μια δόση διονυσιακής ωμότητας. Χρειάζεται τη θεϊκή μανία ή έκσταση που χαρακτηρίζει τους ποιητές και τους προφήτες. Αλλά ταυτόχρονα απαιτεί και σαφή κατανόηση των κανόνων, της δομής και της τάξης. Μόνο ο αληθινός δάσκαλος μπορεί να υπερβεί τη δομή και τους κανόνες.
Στο εγκώμιό του προς τον Σαίξπηρ, ο Τζον Μίλτον έγραψε: «Ο γλυκύτερος Σαίξπηρ, παιδί της φαντασίας, τραγουδά τα άγρια δασικά του άσματα». Στα δικά μας αυτιά, αυτό ακούγεται ίσως συγκαταβατικό, αλλά αναγνωρίζει κάτι σημαντικό—τα «άγρια δασικά άσματα»—που και ο ίδιος ο Μίλτον εφάρμοσε.
Η αρχή του αριστουργήματος του Μίλτον «Χαμένος Παράδεισος» έχει τη δική του διονυσιακή στιγμή. Γενικά, το έπος είναι γραμμένο σε ανομοιοκατάληκτο στίχο, με δέκα συλλαβές ανά στίχο σε ιαμβικό μέτρο. Το ιαμβικό μέτρο ακολουθεί ένα μοτίβο πέντε τονισμένων συλλαβών, καθεμία από τις οποίες προηγείται από μια άτονη συλλαβή. Αυτός είναι ο κανόνας.
Ωστόσο, ο πρώτος από τους 10.000 στίχους λέει:
Of man’s first disobedience and the fruit (Από την πρώτη ανυπακοή του ανθρώπου και τον καρπό [του απαγορευμένου δέντρου])
Η λέξη first εισβάλλει στη ροή και αμέσως διαταράσσει το ιαμβικό μοτίβο. Η λέξη and τονίζεται, αλλά ασθενώς. Δηλαδή, έξι συλλαβές τονίζονται σε έναν στίχο που υποτίθεται ότι έχει πέντε τονισμένες συλλαβές.
Η ιδιοφυΐα αυτής της παραβίασης είναι ότι είναι μιμητική: η πρώτη ανυπακοή του Αδάμ (και, συνεκδοχικά, της ανθρωπότητας) σπάει το μοτίβο του στίχου—ένα αρχέγονο αμάρτημα, θα λέγαμε. Ο Διόνυσος εισέρχεται στο πλαίσιο, διότι χωρίς αυτή τη ρήξη του μοτίβου, χωρίς μια μικρή δόση χάους, το ποίημα θα ήταν μονότονο και λιγότερο σημαντικό.
Και έτσι, είτε πρόκειται για ποίηση, τέχνη, θέατρο, μουσική, κηπουρική, μαγειρική, ανάγνωση ή ακόμα και έναν απλό περίπατο με τον σκύλο, ίσως είναι καιρός να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε την ισορροπία των δύο καταστάσεων, βάζοντας τη δημιουργικότητα στη ζωή μας χωρίς όμως να αφηνόμαστε στη διονυσιακή μέθη, που μόνη της οδηγεί στην πραγματική τρέλα.
Τι είναι το ψηφιδωτό; Από πού πηγάζει η ονομασία του;* Ποια είναι η τεχνική αλλά και η ιστορική του διαδρομή στη διαρκή πορεία του; Ερωτήματα των οποίων την απάντηση ελπίζουμε ότι θα βρει ο αναγνώστης ακολουθώντας τη σειρά άρθρων του ψηφιδογράφου και συγγραφέα Γιάννη Λουκιανού.
Στο πρώτο μέρος, παρουσιάζονται ψηφιδωτά της ελληνιστικής περιόδου. Στο δεύτερο της ρωμαϊκής, στο τρίτο της βυζαντινής και στο τέταρτο σύγχρονα ψηφιδωτά στην Ευρώπη και την Ελλάδα. Σε ξεχωριστά άρθρα, θα παρουσιαστούν τεχνικές της ψηφιδογραφίας.
Η Ρωμαϊκή περίοδος
Στους μεγάλους πολιτισμούς είναι δύσκολο να καθορίσει κανείς με ακρίβεια πότε τελειώνει η περίοδος του προηγούμενου και πότε αρχίζει αυτή του καινούργιου. Πόσο μάλλον όταν το προϊόν της τέχνης και του πνεύματος έχει το κύρος δύο πολιτισμών όπως του Ελληνικού και του Ρωμαϊκού.
Έτσι καθίσταται αυτονόητο ότι η ρωμαϊκή περίοδος δεν ξεκινάει το 87 π.Χ. με την κατάληψη των Αθηνών από τον Σύλλα ούτε όταν ο Οκτάβιος Αύγουστος κατέλαβε την Αλεξάνδρεια το 30 π.Χ. Πώς και πόσο επηρέασε η μια περίοδος την άλλη είναι ένα πρωτεϊκό μέγεθος, όπου το εύρος και η ανάλυσή του είναι εκτός των πλαισίων του παρόντος. Η τέχνη του ψηφιδωτού είχε ήδη κάνει ένα υψηλό άλμα στα χρόνια πριν από τους Ρωμαίους. Σημαντικές τομές είχαν αφήσει τη σφραγίδα τους στην ελληνιστική εποχή. Έμενε η νέα περίοδος, που ξεκίνησε με την εξάπλωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, να δείξει τις προθέσεις της. Κάτι που δεν άργησε να φανεί, αφού το ύφος και ο χαρακτήρας αυτής της τέχνης ήταν ό,τι καλύτερο για να εκφράσει με τη λαμπρότητά της το μεγαλείο που τόσο επιθυμούσαν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες.
«Νηρηίδα και Ιππόκαμπος», Παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου, Ρόδος.
Έτσι, από τις ανατολικές επαρχίες στην Ασία έως τις στήλες του Ηρακλέους στη Δύση, και από τα μεσογειακά παράλια της Αφρικής μέχρι τη Βόρεια Ευρώπη και τη Βρετανία, ο τάπητας που είχε ξεκινήσει να υφαίνεται στην ύστερη ελληνιστική περίοδο βρήκε νέους ζηλωτές. Στημόνι του οι μικρές χρωματιστές ψηφίδες και υφάδι του ο ατελείωτος χρόνος, πλήρης πάθους και γνώσης γι’ αυτή την τέχνη.
Κέντρο στη νέα εποχή είναι η Ρώμη. Εκεί, στο παλάτι του Νέρωνα, τα θέματα των ψηφιδωτών που έγιναν στον τοίχο ήταν εμπνευσμένα κυρίως από την ελληνική μυθολογία, με θεότητες του Ολύμπου αλλά και θαλάσσιες, από τα μεγάλα έπη, όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια του Ομήρου και η Αινειάδα του Βιργιλίου. Έμπνευση αποτελούσαν επίσης οι σκηνές της καθημερινότητας, με βουκολικά θέματα και τοπία της φύσης, θαλάσσια όντα, άγρια μα και κατοικίδια ζώα, καθώς και οι σκηνές κυνηγιού. Όλα διανθισμένα με κάθε λογής μπορντούρες, γεωμετρικές και φυτικές.
Η ιδέα που κληρονόμησαν οι Ρωμαίοι από τα ελληνιστικά ψηφιδωτά με τα άσπρα και μαύρα βότσαλα ήταν μια πρακτική λύση γι’ αυτό που σχεδίαζαν. Τώρα πλέον κόβονταν άσπρες και μαύρες ψηφίδες από μάρμαρα, και λιγότερο ειδικευμένοι τεχνίτες (σε σχέση με αυτούς που έκαναν τονική ανάλυση του χρώματος) μπορούσαν να διακοσμήσουν τοίχους και δάπεδα των δημόσιων κτιρίων, των λουτρών και των εμπορικών κέντρων. Είναι η περίοδος κατά την οποία το ψηφιδωτό γίνεται αρχιτεκτονική – η συμβολή των Ρωμαίων είναι καθοριστική σε αυτό.
Από τα απλά εμβλήματα στα κατώφλια των μαγαζιών της Πομπηίας η διακόσμηση μεταφέρεται στα μεγάλα κτίρια, όπως, για παράδειγμα, τα λουτρά του Καρακάλα, ή σε παλάτια, όπως αυτό του Καίσαρα στη Ρώμη, δίνοντας μια νέα αίσθηση στις σκληρές επιφάνειες των κτιρίων.
Σχέδιο του Γ. Λουκιανού από εντοίχιο ψηφιδωτό των «Λουτρών του Καρακάλα», Ρώμη. Η συμβολή των Ρωμαίων στη σύζευξη αρχιτεκτονικής και ψηφιδωτού ήταν ουσιαστική.
Οι συνθέσεις αυτές, στις οποίες τα σώματα γίνονται με μαύρες ψηφίδες σε λευκό φόντο, υπάρχουν σε συλλογές και μουσεία σε όλο τον κόσμο.
Μία από τις τεχνικές που αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα στην Αντιόχεια ήταν η χρήση έντονων χρωμάτων και περίτεχνων σκηνών, που απεικόνιζαν μυθολογικά θέματα, καθημερινές στιγμές και φυσικά τοπία. Τα ψηφιδωτά της Αντιόχειας ξεχώριζαν για την εκλεπτυσμένη τεχνική τους, την ποικιλία των θεμάτων και τη ζωντάνια στις παραστάσεις τους.
Ένα άλλο σημαντικό κέντρο ψηφιδωτής τέχνης στη ρωμαϊκή Συρία ήταν η Απάμεια. Εκεί, έχουν βρεθεί εκτεταμένα δάπεδα με γεωμετρικά μοτίβα, περίτεχνες συνθέσεις και επιγραφές που αποκαλύπτουν στοιχεία για την κοινωνική ζωή και τις πολιτιστικές επιρροές της περιοχής.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολιτιστικής αλληλεπίδρασης είναι τα μνημειακά ψηφιδωτά των ρωμαϊκών επαύλεων και δημόσιων κτιρίων, όπου η ελληνιστική παράδοση συνδυάστηκε με τη ρωμαϊκή πολυτέλεια και την τοπική εικαστική γλώσσα. Αυτή η σύνθεση στοιχείων μαρτυρά την κοσμοπολίτικη φύση των ρωμαϊκών επαρχιών και τον πλούτο των πολιτιστικών τους ρευμάτων.
Γιάννης Λουκιανός, «Διόνυσος». Αντίγραφο ψηφιδωτού του 2υ αι. μ.Χ., με έμμεση ψηφοθέτηση. Δημαρχείο Ίου.
«Ευρώπη και Ταύρος», Αρχαιολογικό Μουσείο Σπάρτης.
Η διαχρονικότητα της τέχνης του ψηφιδωτού στη ρωμαϊκή εποχή αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι πολλά από τα θέματα και τις τεχνικές της επιβίωσαν και στην ύστερη αρχαιότητα, επηρεάζοντας τη βυζαντινή τέχνη και τη μεσαιωνική διακόσμηση. Τα ρωμαϊκά ψηφιδωτά αποτέλεσαν τη βάση για τη διαμόρφωση νέων αισθητικών αντιλήψεων και στυλιστικών τάσεων, οι οποίες διατηρήθηκαν ζωντανές μέσα στους αιώνες σε κατοικίες και δημόσια κτήρια. Σε αυτά μπορούμε να πούμε πως δεν διαφαίνεται ένα τοπικό ύφος, ενώ χαρακτηριστική είναι η αγάπη προς την πολυχρωμία. Οι γεωμετρικές μπορντούρες δείχνουν μια δυτική ρωμαϊκή επιρροή, ενώ τα θέματα είναι εμπνευσμένα από την ελληνική μυθολογία, από τις τραγωδίες και τα ομηρικά έπη. Πολύ σημαντικές είναι οι παραστάσεις από την «Οικία του αίθριου» και την «Οικία του πλοίου των ψυχών».
Λεπτομέρεια από τη σύνθεση «Ο Ορφέας και τα Θηρία».
Στην Ευρώπη βρίσκουμε πολύ πρώιμα ρωμαϊκά ψηφιδωτά. Στη Γαλατία υπάρχουν δάπεδα του 50 μ.Χ., ενώ στη ρωμαϊκή Βρετανία σώζονται αρκετά έργα της περιόδου του 4ου μ.Χ. αιώνα. Τα πρωιμότερα σε αυτή την περιοχή είναι του 1ου μ.Χ. αιώνα, και διακοσμούσαν τα λουτρά του Φρουρίου των Λεγεωνάριων του Έξετερ.
Στην Ιβηρική χερσόνησο συναντάμε έργα πολύ πριν από τη ρωμαϊκή περίοδο. Είναι αυτά που ανακαλύφθηκαν στους τάφους του Κάστρου της Μουέλα [Muela de Castillo] με ψηφίδες από βότσαλα, τα οποία χρονολογούνται τον 7ο π.Χ. αιώνα. Παρουσιάζουν ομοιότητες με τα αντίστοιχα του 8ου και 6ου π.Χ. αιώνα που ανακαλύφθηκαν στο Γόρδιο της Φρυγίας. Όμως, ανάμεσα σε αυτή την πολύ παλαιά περίοδο και αυτή των Ρωμαίων δεν υπάρχει κάτι που να γεφυρώνει αυτό το χάσμα. Ένα μεγάλο ψηφιδωτό από το triclinium του Οίκου του Μουτρέους στη Μερίντα δείχνει τη φιλόδοξη τάση που διαπότιζε τους καλλιτέχνες του ψηφιδωτού στη λεκάνη της Μεσογείου.
«Η Λήδα και ο Κύκνος». Παλαίπαφος Κύπρου.
Αξίζει να επαναληφθεί τούτο: Το πάθος των Ρωμαίων για την τέχνη του ψηφιδωτού που ξεκίνησε στην ελληνιστική περίοδο ήταν ο λόγος της δημιουργίας ενός τάπητα που στόλισε όλη την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Στημόνι του οι μικρές χρωματιστές ψηφίδες και υφάδι του ο ατελείωτος χρόνος, πλήρης πάθους και γνώσης γι’ αυτή την τέχνη.
Του Γιάννη Λουκιανού
Το κείμενο είναι από το βιβλίο του Γιάννη Λουκιανού «Η τέχνη του ψηφιδωτού και η τεχνική του», Αθήνα 2011, εκδόσεις βότσαλο, β΄ έκδοση. Από το ίδιο βιβλίο προέρχονται και οι εικόνες, εκτός από εκείνες των οποίων αναφέρεται η πηγή τους.
Ο Γιάννης Λουκιανός γεννήθηκε στην Ίο των Κυκλάδων, πήρε μαθήματα σχεδίου και χρώματος και επιδόθηκε στην τέχνη του ψηφιδωτού και του βοτσαλωτού, κοσμώντας κτίρια και αυλές, μεταξύ των οποίων κατοικία στη Βέρνη της Ελβετίας και η αποκατάσταση του βοτσαλωτού διάκοσμου της ιστορικής αυλής της Μητρόπολης της Σύρου και άλλων εκκλησιών.
Για την τέχνη του ψηφιδωτού και του βοτσαλωτού έχει μιλήσει σε πολλά σχολεία, σε Διεθνή Συνέδρια (Αθήνα 2010-Κύπρος 2012) καθώς και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, και έχει γράψει σε περιοδικά και σε τοπικές εφημερίδες. Έχει γράψει ακόμη αρκετά δικά του βιβλία, με σημαντικότερα τα:
«Οι βοτσαλωτές αυλές των Κυκλάδων», Αθήνα 1998, αυτοέκδοση (3 εκδόσεις) «Οι βοτσαλωτές Αυλές του Αιγαίου», Αθήνα 1999, αυτοέκδοση (εξαντλημένο) «Η τέχνη του ψηφιδωτού και η τεχνική του», Αθήνα 2002 και 20011 Έχει διδάξει την τέχνη του ψηφιδωτού σε επιδοτούμενα σεμινάρια (Σύρος, Ίος κ.ά.), καθώς και στα παιδιά του ΚΔΑΠ στην Ίο.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
* Ο όρος ‘ψηφιδωτό’ προέρχεται από το ψηφίο, τη μικρή πέτρα. Ο όρος ‘μωσαϊκό’ προέρχεται από τις Μούσες.
Ο μονόκερως είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μυθικά ζώα του μεσαιωνικού κόσμου. Αποτελούσε δημοφιλές θέμα πολλών έργων τέχνης, αλλά όσον αφορά τις ταπισερί, μόνο δύο γνωστές σειρές με μονόκερους έχουν επιβιώσει. Οι «ταπισερί με μονόκερους» στο Met Cloisters στη Νέα Υόρκη είναι από τα εξέχοντα κομμάτια των συλλογών του μουσείου. Η δεύτερη σειρά, της ίδιας περίπου εποχής, είναι επίσης αριστουργηματική. Έχει τον τίτλο «Η δέσποινα και ο μονόκερως» και βρίσκεται στην Ευρώπη, στο Μουσείο Κλυνύ, το Εθνικό Μεσαιωνικό Μουσείο του Παρισιού – το μοναδικό εθνικό μουσείο της Γαλλίας αφιερωμένο στη μεσαιωνική τέχνη, με περισσότερα από 24.000 έργα τέχνης.
Οι έξι ταπισερί της σειράς «Η δέσποινα και ο μονόκερως» εκτίθενται σε ειδική αίθουσα. Την ομορφιά τους τη συναγωνίζεται μόνο το μυστήριο τους, αφού η προέλευση και η ιστορία που αφηγούνται διχάζουν ακόμα τους μελετητές.
Στη δυτική κουλτούρα, η πρώτη αναφορά σε ένα ζώο με ένα μόνο κέρατο μπορεί να εντοπιστεί στην αφήγηση ενός Έλληνα ταξιδιώτη στην Ινδία το 400 π.Χ. Οι μεσαιωνικοί λαοί πίστευαν ότι οι μονόκεροι ήταν πραγματικά, αν και ασύλληπτα, πλάσματα και ότι τα κέρατα τους είχαν μαγικές, προστατευτικές ιδιότητες. Στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, οι μονόκεροι εμφανίζονταν εν αφθονία στις τέχνες: σε πίνακες ζωγραφικής, τοιχογραφίες, εκτυπώσεις, ταπισερί, κοσμήματα και εικονογραφημένα χειρόγραφα.
Η ύπαρξη αυτών των ζώων αποδεικνυόταν από κέρατα που βρίσκονταν, τα οποία αποτελούσαν αντικείμενο έντονης εμπορίας. Τα «κέρατα μονόκερω» ήταν πολύτιμα και φυλάσσονταν σε εκκλησίες, καθώς και σε πριγκιπικές και αριστοκρατικές συλλογές. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για χαυλιόδοντες από φάλαινα μονόκερω (μονόδων μονόκερως ή ναρβάλ) και όχι κέρατα μονόκερω. Τα ναρβάλ είναι θαλάσσια θηλαστικά που ζουν στα παράκτια ύδατα της Αρκτικής. Το ένα από τα δύο δόντια τους αναπτύσσεται μέσα από το άνω χείλος τους ως ένας τεράστιος σπειροειδής χαυλιόδοντας. Είναι ενδιαφέρον ότι κατά την αρχαιότητα και τον πρώιμο Μεσαίωνα, οι μονόκεροι απεικονίζονταν στις τέχνες με ένα ίσιο, λείο κέρατο. Η στυλιζαρισμένη εικόνα ενός σπειροειδούς κέρατου, όπως φαίνεται στη σειρά «Η δέσποινα και ο μονόκερως», προέκυψε όταν οι Σκανδιναβοί ναυτικοί άρχισαν να εμπορεύονται χαυλιόδοντες από ναρβάλ.
Για αιώνες, ο χαυλιόδοντας του αρσενικού ναρβάλ θεωρούνταν κέρατο μονόκερω. (Wellcome Images/CC BY 4.0)
Η Μόνα Λίζα του Μεσαίωνα
Οι ταπισερί της σειράς «Η δέσποινα και ο μονόκερος» υφάνθηκαν γύρω στο 1500. Μπορεί να κατασκευάστηκαν στη Φλάνδρα, μια περιοχή που παρήγαγε μερικές από τις καλύτερες ταπισερί της εποχής, αλλά αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά στοιχεία που συνεχίζουν να συζητώνται και να ερευνώνται. Η πρώτη τεκμηρίωση των ταπισερί μπορεί να εντοπιστεί σε μια περιγραφή του 1814 του Σατώ ντε Μπουσάκ (Château de Boussac) στην Κεντρική Γαλλία. Είκοσι επτά χρόνια αργότερα, ο Γάλλος συγγραφέας, ιστορικός, αρχαιολόγος και συγγραφέας της νουβέλας «Κάρμεν», Προσπέρ Μεριμέ, ανακάλυψε αυτά τα έργα τέχνης εκεί. Ήταν ενθουσιασμένος από το μεγαλείο τους, αλλά ανησυχούσε πολύ για την τοποθεσία όπου βρίσκονταν, εκτεθειμένα στην υγρασία και τους αρουραίους. Αυτή η παραμέληση έβλαπτε τα έργα και, επιπλέον, οι άνθρωποι από ό,τι φαίνεται τα βανδάλιζαν για να φτιάξουν χαλιά και καλύμματα καροτσιών. Ο Μεριμέ έγραψε σε έναν Γάλλο πολιτικό, ζητώντας την απομάκρυνση τους. Το 1882, το Μουσείο Κλυνύ απέκτησε τα έργα τέχνης για 25.500 φράγκα (περίπου 3.000 ευρώ).
Αυτές οι ταπισερί έχουν χαρακτηριστεί ως η «Μόνα Λίζα του Μεσαίωνα» και ο «εθνικός θησαυρός της Γαλλίας». Η φήμη τους οφείλεται εν μέρει σε λογοτεχνικές αναφορές σημαντικών ιστορικών συγγραφέων, όπως στην «Ιωάννα» της Γεωργίας Σάνδης και στις «Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε» του Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Ακόμη και σήμερα, οι ταπισερί αυτές αναφέρονται ή εμφανίζονται σε μυθιστορήματα και ταινίες.
Μια γενική συμφωνία σχετικά με το αφηγηματικό τους νόημα επετεύχθη μόλις το 1921. Οι ιστορικοί τέχνης πιστεύουν ότι τα έξι έργα της σειράς αποτελούν μεμονωμένες αναπαραστάσεις των αισθήσεων, εικονογραφημένες αλληγορίες για την αφή, τη γεύση, την όσφρηση, την ακοή και την όραση (τα μεσαιωνικά κείμενα κωδικοποιούσαν τις αισθήσεις με αυτή τη σειρά). Η τελευταία ταπισερί αντιπροσωπεύει μια «έκτη αίσθηση», όρος που χρονολογείται από τον Μεσαίωνα.
Το εραλδικό έμβλημα της οικογένειας Λε Βιστ, από τη Λυών, φοριέται από το λιοντάρι στην ταπισερί «Αφή» και από τον μονόκερω στη ταπισερί «Γεύση». (Public Domain)
Σε κάθε ταπισερί απεικονίζεται μια ξανθιά κοπέλα με ένα λιοντάρι στα δεξιά της και έναν μονόκερω στα αριστερά της. Τέσσερεις από τις έξι ταπισερί περιλαμβάνουν επίσης μια κυρία επί των τιμών. Τα ζώα φορούν ή φέρουν ένα κόκκινο οικόσημο με τρία ασημένια μισοφέγγαρα σε μια μπλε ταινία, εραλδικό έμβλημα που έχει συνδεθεί από ιστορικούς με την αριστοκρατική οικογένεια Λε Βίστ [Le Viste] της Λυών. Οι επιμελητές πιστεύουν ότι ένα μέλος της οικογένειας παρήγγειλε τις ταπισερί, αλλά η ταυτότητά του παραμένει άγνωστη.
Οι κύριες μορφές τοποθετούνται κεντρικά στη σύνθεση, σε μια νησίδα μπλε χρώματος σε κόκκινο φόντο. Και στις δύο αυτές περιοχές, χρησιμοποιείται το διακοσμητικό στυλ «millefleurs» («χιλιάδες λουλούδια»), με εκθαμβωτικά αποτελέσματα. Δεκάδες λουλούδια και δέντρα διακρίνονται: μπλε καμπανούλες, γαρίφαλα, νάρκισσοι, μαργαρίτες, κρίνοι, κατιφέδες, πανσέδες, βιολέτες, πουρνάρια, βελανιδιές, πορτοκαλιές και πεύκα. Επιπλέον, υπάρχει μία πληθώρα μικρότερων ζώων: πουλιά, όπως γεράκια, ερωδιοί, κίσσες, παπαγάλοι και πέρδικες, συνυπάρχουν με τσιτάχ, σκύλους, αρνιά, λεοπαρδάλεις, πίθηκους, αλεπούδες και κουνέλια.
Λεπτομέρειες από τη σειρά των ταπισερί «Η δέσποινα και ο μονόκερως» («Γεύση»), όπου απεικονίζονται ένα γεράκι, μία καρακάξα, μία μαϊμού και κουνέλια. (Public Domain)
Μένει να διευκρινιστεί πού υφάνθηκαν οι ταπισερί – είναι αρκετά πιθανό τα σχέδια να δημιουργήθηκαν στο Παρίσι. Με βάση τις εικόνες τους, οι επιμελητές τα έχουν συνδέσει με το έργο ενός καλλιτέχνη γνωστού ως Δασκάλου της Άννας της Βρετάνης, μιας Γαλλίδας βασίλισσας, ο οποίος ίσως ήταν ο Ζαν ντ’ Υπρ [Jean d’ Ypres], γνωστό για το εκπληκτικό του βιβλίο «Πολύ μικρές ώρες» [Très Petites Heures], που γράφτηκε για την Άννα της Βρετάνης.
Μια εικονογραφημένη σελίδα από το «Très Petites Heures» (περίπου στα τέλη του 15ου αιώνα), από τον Δάσκαλο της Άννας της Βρετάνης. (Public Domain)
Αντιπροσωπεύοντας τις αισθήσεις
Στην ταπισερί «Αφή», η νεαρή γυναίκα φορά στέμμα και έχει μακριά κυματιστά μαλλιά. Το σκούρο μπλε βελούδινο φόρεμά της είναι επενδεδυμένο με ερμίνα, μια γούνα που συνδέεται με τη βασιλική οικογένεια, και διακοσμητικά κεντήματα στολισμένα με χρυσό και πολύτιμους λίθους. Το θέμα της αφής γίνεται φανερό από τα δύο πράγματα που αγγίζει: με το δεξί της χέρι κρατά ένα ψηλό λάβαρο, ενώ με το αριστερό της πιάνει απαλά το κέρατο του μονόκερου. Οι μονόκεροι ήταν συχνά αλληγορικές φιγούρες σε ιστορίες αυλικών ερώτων, οπότε αυτή η σκηνή στην οποία η κοπέλα ακουμπά το ζώο θα μπορούσε να σημαίνει πόθο για έναν εραστή. Τα αιχμάλωτα ζωάκια με το περιλαίμιο που διακρίνονται γύρω από το λάβαρο ενισχύουν αυτή την ιδέα.
«Αφή», μεταξύ 1484 και 1500. Μαλλί και μετάξι, 3 x 3,5 μ. Μουσείο Κλυνύ, Παρίσι. (Public Domain)
Στη ταπισερί «Γεύση», η κοπέλα παίρνει ένα γλυκό από ένα πιάτο που κρατά η συνοδός της, για να ταΐσει όπως φαίνεται τον παπαγάλο που κάθεται στο χέρι της. Αντικατοπτρίζοντας αυτήν την κίνηση, η μαϊμού στη βάση της μπλε νησίδας τρώει ένα κομμάτι φρούτο. Πίσω από την κοπέλα, οριοθετώντας τη νησίδα, υπάρχει μια πέργκολα με τριαντάφυλλα. Αυτό αναφέρεται στην έννοια του «hortus conclusus», που μεταφράζεται ως κλειστός κήπος, ένα δημοφιλές μοτίβο στις απεικονίσεις αυλικής αγάπης. Ένα άλλο σύμβολο που συνδέεται με αυτήν την ιδέα και το κυνήγι του μονόκερω είναι το ρόδι, το οποίο κρέμεται από τη ζώνη της γυναίκας.
«Γεύση», μεταξύ 1484 και 1500. Μαλλί και μετάξι, 3,7 x 4,5 μ. Μουσείο Κλυνύ, Παρίσι. (Public Domain)
Λεπτομέρεια στην οποία διακρίνονται τα ρόδια που κρέμονται από τη ζώνη της γυναίκας – ένα σύμβολο δημοφιλές στις αυλικές απεικονίσεις αγάπης. (Public Domain)
Τα λουλούδια, και το άρωμά τους που συνυποδηλώνεται, κυριαρχούν στην ταπισερί «Όσφρηση». Σε αυτήν την εικόνα, η κοπέλα φτιάχνει ένα στεφάνι από γαρίφαλα, παίρνοντας λουλούδια από ένα δίσκο που κρατά η κυρία επί των τιμών. Αυτό το λουλούδι θεωρούνταν σύμβολο αγάπης και γιρλάντες λουλουδιών απεικονίζονταν συχνά σε σκηνές αυλικού έρωτα. Και πάλι, η δράση του πιθήκου υπογραμμίζει την αλληγορική σημασία της ταπισερί: μυρίζει ένα τριαντάφυλλο. Τα μαλλιά της κοπέλας είναι καλυμμένα με κοσμήματα, ενώ φορά τα βραχιόλια της με μοντέρνο τρόπο: στους καρπούς της, όχι ψηλά στο μπράτσο.
«Όσφρηση», μεταξύ 1484 και 1500. Μαλλί και μετάξι. 3,6 x 3 μ. Μουσείο Κλυνύ, Παρίσι. (Public Domain)
Η μουσική είναι το θέμα της ταπισερί για την «Ακοή». Η κοπέλα παίζει ένα πολύτιμο μεσαιωνικό φορητό όργανο (δεν έχουν διασωθεί φυσικά δείγματα από την εποχή), στολισμένο με κοσμήματα. Ο σύντροφός της χειρίζεται τους φυσητήρες του οργάνου. Τα υφάσματα είναι ιδιαιτέρως πλούσια και βαρύτιμα σε αυτήν τη σκηνή: το όργανο βρίσκεται πάνω σε ένα ανατολίτικο χαλί – η γυναίκα φορά ένα φόρεμα με μοτίβα ροδιού, που ήταν το απόγειο της ιταλικής μόδας στις αρχές του 16ου αιώνα. Όλα της τα ρούχα και τα κοσμήματα δείχνουν την αριστοκρατική πολυτέλεια της εποχής. Στην «Ακοή», η κοπέλα φορά πάλι ένα κάλυμμα κεφαλής, γνωστό ως «αιγκρέτ» (aigrette).
«Ακοή», μεταξύ 1484 και 1500. Μαλλί και μετάξι 3,6 x 2,7 μ. Μουσείο Κλυνύ, Παρίσι. (Public Domain)
Στην ταπισερί «Όραση», η κυρία κάθεται έχοντας έναν μονόκερω στην αγκαλιά της, συμβολίζοντας έτσι τις πτυχές της αυλικής αγάπης. Ενώ χαϊδεύει τον μονόκερω με το αριστερό της χέρι, με το άλλο χέρι κρατά μπροστά του έναν καθρέφτη από χρυσό και πολύτιμες πέτρες – ένα αντικείμενο πολυτελείας εκείνη την εποχή. Τα ζώα στο βάθος – ένας σκύλος, ένα λιοντάρι και ένα κουνέλι – παίζουν το δικό τους παιχνίδι με τα βλέμματά τους, ενώ η γυναίκα και ο μονόκερως φαίνονται απορροφημένοι ο ένας από τον άλλον και από την αντανάκλαση του καθρέπτη, σχηματίζοντας ένα κλειστό κύκλωμα.
«Όραση», μεταξύ 1484 και 1500. Μαλλί και μετάξι. 3 x 3 μ. Μουσείο Κλυνύ, Παρίσι. (Public Domain)
Η αινιγματική έκτη ταπισερί είναι γνωστή ως «A mon seul désir» («Στη μόνη μου επιθυμία»). Ο τίτλος της προέρχεται από αυτήν τη φράση, η οποία είναι γραμμένη στην κορυφή της πολυτελούς μπλε σκηνής στο κέντρο της εικόνας. Η κυρία επί των τιμών δείχνει στη δέσποινα ένα κουτί κοσμημάτων με μεταλλικά εξαρτήματα. Εκείνη παίρνει – ή αφήνει; – ένα κολιέ παρόμοιο με αυτό που φοράει στη ταπισερί «Γεύση». Οι μελετητές δεν έχουν καταλήξει εάν παίρνει το κόσμημα για να το φορέσει ή αν το επιστρέφει στο κουτί. Αν το συμβαίνει το δεύτερο, σημαίνει ότι αποκηρύσσει τις εγκόσμιες απολαύσεις και τα αισθησιακά αντικείμενα των προηγούμενων ταπισερί; Υπάρχουν πολλές θεωρίες ως προς την έννοια της έκτης αίσθησης, συμπεριλαμβανομένης της ελεύθερης βούλησης. Η επικρατούσα εκτίμηση είναι ότι αναφέρεται σε μια εσωτερική αισθητηριακή εμπειρία, ένα ζήτημα της ψυχής και της καρδιάς.
«A mon seul désir» (Στη μόνη μου επιθυμία), μεταξύ 1484 και 1500. Μαλλί και μετάξι. 3,6 x 4,6 μ. Μουσείο Κλυνύ, Παρίσι. (Public Domain)
Η σειρά «Η δέσποινα και ο μονόκερως» είναι ένα από τα σπουδαιότερα έργα τέχνης που παράχθηκαν στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Οι προικισμένοι υφαντές που τα κατασκεύασαν πιθανότατα ξόδεψαν αρκετά χρόνια στο έργο και το κόστος θα ήταν τεράστιο. Αυτά τα έργα τέχνης συνεχίζουν να εκτιμώνται για το μυστήριο και το αισθητικό τους επίτευγμα. Εκπέμπουν μια αύρα γαλήνης με τη συνθετική τους ισορροπία και τα αρμονικά τους χρώματα, προκαλώντας τον θαυμασμό του θεατή.
Ως νεαρός ταξιδευτής, είχα ερωτευτεί το γραφικό χωριό του Ρότενμπουργκ, στην καρδιά της γερμανικής Φρανκονίας. Εκείνο τον καιρό, η πόλη ακόμα έτρεφε μερικά ζώα αγροκτήματος μέσα στα μεσαιωνικά της τείχη. Σήμερα οι στάβλοι της είναι ξενοδοχεία, τα ζωντανά της είναι τουρίστες, και το Ρότενμπουργκ είναι σε δρόμο να γίνει μια μεσαιωνική θεματική πόλη αναψυχής.
Αλλά το Ρότενμπουργκ είναι ακόμα η καλύτερα διατηρημένη περιτειχισμένη πόλη της Γερμανίας. Αμέτρητοι ταξιδιώτες έχουν ψάξει για το δυσεύρετο «μη τουριστικό Ρότενμπουργκ.» Υπάρχουν πολλοί ανταγωνιστές (όπως το Μίκελσταντ, Μίλτενμπεργκ, Μπάμπεργκ, Μπαντ Βίντσχαϊμ, και Ντίνκελσμπιλ), αλλά καμία δεν κρατά ούτε κερί στον βασιλιά της μεσαιωνικής κομψότητας. Ακόμα και με πλήθη, πολύ ακριβά ενθύμια, και μια σχεδόν μη βρώσιμη δημιουργία ζύμης (μια τηγανιτή μπάλα από κρούστα πίτας που λέγεται Σνέεμπαλ – χιονόμπαλα), το Ρότενμπουργκ είναι ακόμα το καλύτερο. Σώστε χρόνο και χιλιόμετρα και ικανποιηθείτε με τον νικητή.
Παρεμπιπτόντως, υπάρχουν και αρκετά άλλα «Ρότενμπουργκ» στην Γερμανία. Σιγουρευτείτε ότι πηγαίνετε στο Ρότενμπουργκ στον Τάουμπερ (στον ποταμό Τάουμπερ). Κάποιοι μερικές φορές οδηγούν ή παίρνουν το τρένο για άλλα, αδιάφορα Ρότενμπουργκ κατά λάθος.
Κατά τον Μεσαίωνα, όταν το Βερολίνο και το Μόναχο ήταν απλώς άδειες περιοχές μεταξύ πόλεων, το Ρότενμπουργκ ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Γερμανίας, με έναν συγκλονιστικό πληθυσμό των 6.000. Σήμερα, είναι η πλέον συναρπαστική μεσαιωνική πόλη της χώρας, και χαίρει μεγάλη δημοτικότητα με τουρίστες χωρίς να χάνει την γοητεία της. Υπάρχουν χίλια χρόνια ιστορίας πακεταρισμένα μεταξύ των στενών της δρόμων.
Για να αποφύγω τις ορδές των ημερησίων ταξιδιωτών, μου αρέσει να το επισκέπτομαι την νύχτα. Εκτός από κάποια σπάνια νύχτα Σαββάτου ή σε φεστιβάλ, το να βρεις δωμάτιο είναι εύκολο. Το Ρότενμπουργκ μοιάζει όλο δικό μου μετά την δύση του ήλιου. Στους έρημους σεληνόφωτους δρόμους, οι ήχοι του Τριακονταετούς Πολέμου ακόμα αντηχούν μέσα από επάλξεις και πύργους ρολογιών.
Μια περιήγηση με τα πόδια είναι καλή για να φέρει τις επάλξεις σε ζωή. Για τη σοβαρή πλευρά της ιστορίας του Ρότενμπουργκ, μπορείτε να κάνετε την ξενάγηση που προσφέρεται από το τουριστικό γραφείο της πόλης (ή απλώς να ακολουθήσετε τη βόλτα με οδηγό στη δωρεάν εφαρμογή Rick Steves Audio Europe). Αλλά για μια απόλυτα διασκεδαστική ώρα μεσαιωνικού θεάματος, κάντε το Night Watchman’s Tour. Ο φύλακας αστειεύεται σαν μεσαιωνικός Τζέρι Σάινφελντ, καθώς ανάβει την λάμπα του και ταξιδεύει με τους τουρίστες, ενώ αφηγείται ιστορίες χωριάτικης ζωής.
Για την καλύτερη θέα της πόλης και της γύρω εξοχής, ανεβείτε στον πύργο του Δημαρχείου. Για περισσότερη θέα, περπατήστε στον τοίχο που περιβάλλει την παλιά πόλη — μια βόλτα 1,5 μιλίου που είναι στο πιο μεσαιωνικό της πριν το πρωινό ή το ηλιοβασίλεμα.
Το Μουσείο Μεσαιωνικού Εγκλήματος και Τιμωρίας του Ρότενμπουργκ, που όλα λέγονται στα Αγγλικά, είναι γεμάτο με διαβολικά όργανα τιμωρίας και βασανιστηρίων. Κάποιοι επισκέπτες αντιδρούν με τρόμο, άλλοι επιθυμούν ένα κατάστημα δώρων.
Η Εκκλησία του Αγίου Ιακώβου περιέχει τον μοναδικό θησαυρό τέχνης που πρέπει να δείτε στην πόλη: ένα υπέροχο 500 ετών τέμπλο από τον Τίλμαν Ρίμενσνάιντερ, τον Μιχαήλ Άγγελο των Γερμανών ξυλογλυπτών. Για μια πιο κοντινή άποψη αυτής της ρεαλιστικής αναπαράστασης Βιβλικών σκηνών, ανεβείτε τις σκάλες πίσω από το όργανο. Είναι το καλύτερο κομμάτι ξυλογλυπτικής της Γερμανίας.
Προειδοποίηση: Το Ρότενμπουργκ είναι μια από τις καλύτερες εμπορικές πόλεις της Γερμανίας. Ψωνίστε εδώ, στείλτε το στο σπίτι και τελειώσατε. Οι όμορφες εκτυπώσεις, τα σκαλίσματα, τα ποτήρια κρασιού, τα στολίδια για το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα μπουκάλια μπύρας είναι δημοφιλή. (Εντάξει, το παραδέχομαι, το χριστουγεννιάτικο δέντρο μου έχει μερικά στολίδια από το Ρότενμπουργκ.)
Το μεγαλύτερο από τα καταστήματα στολιδιών έχει ένα εξαιρετικό μικρό γερμανικό χριστουγεννιάτικο μουσείο στον επάνω όροφο. Η μοναδική του συλλογή είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα κόλπο για να σας κάνει να ξοδέψετε περισσότερα χρήματα. Θα ρίξετε μια ματιά σε διακοσμήσεις δέντρων ανά τους αιώνες, βάσεις για χριστουγεννιάτικα δέντρα, μίνι δέντρα που στάλθηκαν σε κουτιά στους στρατιώτες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στο μέτωπο, παλιά εκκλησιαστικά ημερολόγια και παλιές χριστουγεννιάτικες κάρτες, όλα προσεκτικά τακτοποιημένα και περιγραφόμενα.
Για να ακούσετε τα πουλιά και να μυρίσετε τις αγελάδες, κάντε μια βόλτα στην κοιλάδα Τάουμπερ. Ένα μονοπάτι οδηγεί κατηφορικά από τους ειδυλλιακούς κήπους του κάστρου του Ρότενμπουργκ στο χαριτωμένο, μικρό κάστρο Τόππλερ, 600 ετών, το θερινό σπίτι του δημάρχου της πόλης τον 15ο αιώνα, του δημάρχου Τόππλερ. Ενώ ονομάζεται κάστρο, η κάτοψη μοιάζει περισσότερο με τετραώροφο δεντρόσπιτο. Ο δήμαρχος το έχτισε σε μια προσπάθεια να αποδείξει στους κατοίκους της πόλης ότι ήταν ασφαλές να ζεις έξω από τις επάλξεις της πυκνοκατοικημένης περιτειχισμένης πόλης.
Από το σπίτι του δημάρχου, το μονοπάτι συνεχίζει κατά μήκος του ποταμού Τάουμπερ, γεμάτο πέστροφες, μέχρι το νυσταγμένο χωριό Ντέτβανγκ. Είναι στην πραγματικότητα παλαιότερο από το Ρότενμπουργκ και έχει μια εκκλησία με ένα άλλο εντυπωσιακό τέμπλο του Ρίμενσναϊντερ. Για να δείτε περισσότερα από την αγροτική ύπαιθρο (παλιούς μύλους, μηλιές και κοτόπουλα), νοικιάστε ένα ποδήλατο για μια δροσερή βόλτα μισής ημέρας γύρω από την κοιλάδα του ποταμού.
Το βράδυ, είμαι χαρούμενος που βρίσκομαι μόνος με το Ρότενμπουργκ. Καθισμένος σε μια κόγχη με βρύα στο τείχος της πόλης, ακουμπώ τη μεσαιωνική λιθοδομή και αναλογίζομαι πώς αιώνες εργατικών αμαξών αλόγων έβαζαν αυλάκια στους λιθόστρωτους δρόμους ενώ οι άνεμοι της ιστορίας σμίλευαν μισοδουλεμένα αετώματα. Ρίχνοντας με την νοητή μου βαλλίστρα, στοχεύω στο σκοτεινό δάσος που περιβάλλει την πόλη. (Συγγνώμη, κύριε δήμαρχε.) Ακόμα και τώρα, είναι ωραίο να βρίσκεσαι πίσω από αυτά τα στιβαρά τείχη, όπου οι σύγχρονοι ταξιδιώτες συναντούν μεσαιωνικούς πεζοπόρους.
Είκοσι χρόνια πριν ξεκινήσει η Επανάσταση του 1821, ένας άλλος «πόλεμος» είχε ήδη ξεσπάσει: Ο πόλεμος για τα αρχαία! Κάπως έτσι αρχίζει ο πρόλογος του βιβλίου της αρχαιολόγου Εύης Πίνη «Η Κυρά της Ελευσίνας και άλλες ιστορίες» (εκδόσεις Πατάκη), με θέμα τρεις γνωστές και λιγότερο γνωστές λεηλασίες αρχαιοτήτων, που διέπραξαν ξένοι περιηγητές στη χώρα μας στα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αιώνα, το οποίο πήρε πρόσφατα το βραβείο παιδικής λογοτεχνίας από την Ακαδημία Αθηνών.
«Η Κυρά της Ελευσίνας…», όμως, δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά και νέους, αλλά σε αναγνώστες κάθε ηλικίας. Κι αυτό επειδή οι ιστορίες που έχει επιλέξει να παρουσιάσει η συγγραφέας του όχι μόνο στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα, που αποτυπώνουν τις καταστροφές και τις λεηλασίες των μνημείων της Ελλάδας λίγα χρόνια πριν από την Επανάσταση του 1821, αλλά έχουν προκύψει μέσα από έρευνα που η αρχαιολόγος και υπεύθυνη των εκπαιδευτικών προγραμμάτων της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πειραιώς και Νήσων διεξήγαγε σε βάθος.
Τι την παρακίνησε, όμως, να γράψει εξαρχής αυτό το βιβλίο; «Το 2021, όταν γιορτάζαμε τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση, μου προτάθηκε από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος να συμμετάσχω σε μια συλλογική έκδοση με τίτλο ’21 + 1 συγγραφείς γράφουν για το 1821′. Μάλιστα, μου ζητήθηκε στο διήγημά μου να αποτυπώνεται η ‘αρχαιολογική ματιά’ για το 1821. Αυτό με καθοδήγησε να σκεφτώ τις λεηλασίες των αρχαιοτήτων που διαπράχθηκαν από Ευρωπαίους περιηγητές λίγα χρόνια πριν ξεσπάσει η Επανάσταση και έγραψα ένα διήγημα με τίτλο ‘Ονειρεύομαι την πατρίδα’ και πρωταγωνιστή ένα γλυπτό από το ναό της Αφαίας που σήμερα βρίσκεται στο Μόναχο. Έτσι άρχισα να ασχολούμαι με το θέμα και να μελετώ τη βιβλιογραφία, όπου βρήκα πολλές ενδιαφέρουσες ιστορίες για τη δράση των περιηγητών και έτσι κάπως άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό μου η ιδέα για την ‘Κυρά της Ελευσίνας’», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Εύη Πίνη, που επικεντρώθηκε σε τρεις ιστορίες λεηλασιών αρχαιοτήτων στην Ελλάδα: την Καρυάτιδα της Ελευσίνας, την Αφροδίτη της Μήλου και τα γλυπτά της Αφαίας στην Αίγινα.
Ήταν δύσκολη η επιλογή και η δημιουργία της μυθοπλασίας με τους διαλόγους που χρησιμοποίησε; «Ομολογώ ότι η επιλογή δεν ήταν εύκολη. Είχα γράψει πολύ περισσότερες ιστορίες, αλλά κατέληξα, κουβεντιάζοντας και με τον υπεύθυνο της έκδοσης, να συμπεριλάβω στο βιβλίο δυο υποθέσεις σχετικά άγνωστες, την Καρυάτιδα του Κέιμπριτζ και τους Αιγινήτες, και μία πολύ γνωστή, την Αφροδίτη της Μήλου. Η μυθοπλασία προέκυψε εύκολα, γιατί οι πρωταγωνιστές αυτών των ιστοριών μάς άφησαν τα ημερολόγιά τους και τη μεταξύ τους αλληλογραφία. Οπότε, υπήρχε πολύ υλικό για να εμπνευστώ», απαντά η συνομιλήτρια του ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Την ίδια περίοδο, αρχές του 19ου αιώνα, λεηλατήθηκαν και τα γλυπτά του Παρθενώνα από τον Έλγιν και τους συνεργάτες του – μάλιστα ο επικεφαλής του συνεργείου του, ο Ιταλός ζωγράφος Λουζιέρι, εμφανίζεται ως … δευτεραγωνιστής σε μια από τις ιστορίες. Για ποιο λόγο η ίδια δεν έγραψε γι’ αυτήν την αρπαγή; «Στην πρώτη εκδοχή του κειμένου υπήρχε και μια ιστορία για τα γλυπτά του Παρθενώνα, αλλά αναγκαστικά, εφόσον έπρεπε να επιλέξω, η ιστορία αυτή έμεινε εκτός. Άλλωστε έχουν γραφτεί τόσα για τις λεηλασίες και τις καταστροφές που διέπραξε ο Έλγιν που μια ακόμη ιστορία ίσως δεν θα είχε να προσφέρει κάτι», επισημαίνει η Εύη Πίνη, που αισθάνθηκε «μεγάλη χαρά, όπως είναι φυσικό» για τη βράβευσή της από την Ακαδημία Αθηνών (Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη). Θυμάται δε «με συγκίνηση την τελετή βράβευσης. Και επειδή αυτό συνέβη μέσα στην περίοδο των Χριστουγέννων ήταν σαν να μου έφερε ένα μεγάλο και απρόσμενο δώρο ο Άγιος Βασίλης!», σημειώνει χαρακτηριστικά η συγγραφέας, που ετοιμάζει ένα ακόμα βιβλίο, το οποίο αφορά πάλι μια υπόθεση αρχαιοκαπηλίας.
«Είναι ένα θέμα που μας ‘καίει’ εμάς τους αρχαιολόγους και γι’ αυτό το επιλέγω, θέλοντας να μιλήσω στο νεανικό κοινό για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αυτή τη φορά όμως δεν θα είναι ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά μια υπόθεση μυστηρίου και θα εκτυλίσσεται στο σήμερα», καταλήγει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Ας αναφέρουμε κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία από το βιβλίο για τις αρχαιότητες που λεηλατήθηκαν:
Η «κυρά της Ελευσίνας»
«Η Καρυάτιδα του Κέιμπριτζ, όπως ονομάζεται πλέον το άγαλμα, χρονολογείται στον 1ο αι. π.Χ. Ήταν τοποθετημένη στα μικρά προπύλαια του ιερού της Δήμητρας στην Ελευσίνα, μαζί με μία ακόμη Καρυάτιδα, για να στηρίζουν σαν κίονες την οροφή του κτιρίου. Τα δυο γλυπτά καταστράφηκαν όταν λεηλατήθηκε το ιερό της Δήμητρας από τους Γότθους το 395 π.Χ. Η Καρυάτιδα του Κέμπριτζ βρέθηκε το 1676 από χωρικούς της περιοχής. Το άγαλμα έμεινε στη θέση του και συνδέθηκε με λαϊκές δοξασίες, καθώς οι αγρότες τη θεωρούσαν προστάτιδα των καλλιεργειών τους…»
Οι «Αιγινήτες», τα γλυπτά του ναού της Αφαίας
«Ο ναός της Αφαίας είναι κτισμένος στην κορυφή ενός πευκόφυτου λόφου, στο βορειοανατολικό τμήμα της Αίγινας, και χρονολογείται γύρω στο 500/549 π.Χ. Τα γλυπτά που διακοσμούσαν τα αετώματα του ναού της Αφαίας έχουν και τα δύο ως θέμα τους τις μυθικές εκστρατείες στην Τροία, όπου διακρίθηκαν Αιγινήτες ήρωες […] Οι ‘Αιγινήτες’, όταν εκτέθηκαν στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου το 1830, εντυπωσίασαν και εξέπληξαν τους φιλότεχνους της Ευρώπης για τις τολμηρές στάσεις των σωμάτων τους, αλλά και για το χρώμα που σωζόταν σε πολλά σημεία τους …»
Η Αφροδίτη της Μήλου
«Το άγαλμα είναι κατασκευασμένο από παριανό μάρμαρο και χρονολογείται γύρω στα 150-125 π.Χ […] Σύμφωνα με τις αναφορές της εποχής, μαζί βρέθηκαν τρία θραύσματα από χέρια, ίσως της Αφροδίτης. Ένα από τα θραύσματα ήταν το άκρο αριστερού χεριού που κρατούσε μήλο […] Η ιστορία της ανεύρεσης του αγάλματος είναι αρκετά μπλεγμένη, γι’ αυτό και οι αφηγήσεις που μας άφησαν κάποιοι από τους βασικούς πρωταγωνιστές δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Γι’ αυτό, ακόμα και σήμερα δεν είμαστε τελείως βέβαιοι πώς ακριβώς βρέθηκε η Αφροδίτη, πώς κατέληξε στα αμπάρια του Εσταφέτ, τι συνέβη στην παραλία και το πιο σημαντικό: βρέθηκαν τα χέρια μαζί με τον κορμό του αγάλματος και, αν βρέθηκαν, τι απέγιναν; … ».
Η εικονογράφηση έγινε από τη Λέλα Στρούτση. Φωτογραφία εξωφύλλου: Εκδόσεις Πατάκη.
Τι είναι το ψηφιδωτό; Από πού πηγάζει η ονομασία του;* Ποια είναι η τεχνική αλλά και η ιστορική του διαδρομή στη διαρκή πορεία του; Ερωτήματα των οποίων την απάντηση ελπίζουμε ότι θα βρει ο αναγνώστης ακολουθώντας τη σειρά άρθρων του ψηφιδογράφου και συγγραφέα Γιάννη Λουκιανού.
Στο πρώτο μέρος, παρουσιάζονται ψηφιδωτά της ελληνιστικής περιόδου, στο δεύτερο της ρωμαϊκής, στο τρίτο της βυζαντινής και στο τέταρτο σύγχρονα ψηφιδωτά στην Ευρώπη και την Ελλάδα. Σε ξεχωριστά άρθρα, θα παρουσιαστούν τεχνικές της ψηφιδογραφίας.
Η τάση που χαρακτηρίζει τους φίλους αυτής της τέχνης για μια ευρύτερη γνώση των ψηφιδωτών του κόσμου είναι το ίδιο αδιάπτωτη με τη δική μας ανάγκη. Επιθυμία μας, που πιστεύουμε πως είναι και του κάθε αναγνώστη, η δυνατότητα για δημοσίευση όσο το δυνατόν περισσότερων έργων.
Έτσι, εκτός από μερικά μνημειακά έργα, όπως, για παράδειγμα, το κυνήγι του ελαφιού από την Πέλλα, ή κάποιο εξαίρετο έργο της βυζαντινής τέχνης από τη Μονή Δαφνίου, παρουσιάζονται και ψηφιδωτά που δεν έχουν τύχει μεγάλης δημοσιότητας, αλλά και έργα που έχουμε τη χαρά να βλέπουμε να δημοσιεύονται για πρώτη φορά, όπως αυτά του «Κεραμεικού».
Ελληνιστική περίοδος
Καθοριστική περίοδος και απαρχή για το αντικείμενο αυτού του άρθρου/πονήματος υπήρξε η κλασική αρχαιότητα, και περισσότερο η ελληνιστική. Αυτή η τέχνη της διακόσμησης ξεκινάει δειλά σε προηγούμενες περιόδους, που μπορεί να φτάσουν μέχρι το 3000 π.Χ., σε τόπους και λαούς όπως της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας. Χαρακτηρίζεται όμως από έναν πρωτογονισμό σε σχέση με ό,τι θαυμαστό επακολούθησε στην πορεία του ψηφιδωτού.
Ψηφιδωτός διάκοσμος με κωνικά ψηφία στο ναό Εάνα στην πόλη Ουρούκ (περ 3500 π.Χ.).
Διακόσμηση δαπέδου με μικρά βότσαλα. Μάλια Κρήτης ΚρητοΜυκηναϊκή περίοδος 1400 -1200 π.Χ.
Ένα δάπεδο στο Γόρδιο της Φρυγίας, του 8ου π.Χ. αιώνα είναι από τα αρχαιότερα σωζόμενα έργα, ενώ δύο αιώνες αργότερα προπομπός σε ότι ενθουσιώδες θα ακολουθήσει είναι ένα ψηφιδωτό του 6ου π.Χ αιώνα φτιαγμένο από μικρά βότσαλα με θέμα από την ελληνική μυθολογία.
Έτσι, τα πρώτα ουσιαστικά βήματα λαμβάνουν χώρα σχεδόν δυόμιση χιλιάδες χρόνια πριν από σήμερα. Στα τέλη του 5ου προς τον 4ο π.Χ. αιώνα, διακοσμούνται τα δάπεδα κατοικιών της αρχαίας Κορίνθου και της Σικυώνας, ενώ ο Ιππόδαμος, αρχιτέκτονας από τη Μίλητο, διαπραγματεύεται μια καινούργια οικιστική άποψη στην Όλυνθο της Χαλκιδικής. Δημιουργεί μια μεσημβρινή πόλη, λουσμένη στο φως, και στολίζει τα δάπεδα των κατοικιών, κυρίως των ανδρώνων, με ψηφιδωτά.
Λίγο αργότερα, σε μια άλλη πόλη της Μακεδονίας, την Πέλλα, τη γενέτειρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τα δάπεδα πολυτελών κατοικιών στολίζονται με συνθέσεις από βότσαλα, με αποτέλεσμα ο θαυμασμός γι’ αυτά να μην τελειώνει!
Κεντρικό διάχωρο αίθουσας της «Οικίας με τα μωσαϊκά». Το κεντρικό φυτικό θέμα περιστοιχίζεται από παραστάσεις θηρίων, Αριμασπών και Γρυπών. (370 π.Χ περίπου, αρχαιολογικός χώρος Ερέτριας). Στο κάτω μέρος του έργου, η Νηρηίδα Θέτις μεταφέρει τα όπλα του Αχιλλέα.
Ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα έγγραφα για το ψηφιδωτό είναι ένα θραύσμα παπύρου από το 256-246 π.Χ., που δίνει οδηγίες για την τοποθέτηση ψηφιδωτού στο δάπεδο ενός λουτρού. Μωσαϊκά* είναι ακόμη γνωστό ότι χρησιμοποιήθηκαν σε πλοία. Επίσης στα μέσα του τρίτου αιώνα π.Χ. (246-238), γνωρίζουμε ότι ο Ιέρων Β’ των Συρακουσών έστειλε το δικό του πλοίο, τη «Συρακουσία», στην Αλεξάνδρεια για σιτηρά, αφού η ξηρασία είχε οδηγήσει σε κακή σοδειά. Το σκάφος προκάλεσε μεγάλο θαυμασμό, γιατί ορισμένες από τις καμπίνες του ήταν στολισμένες με ψηφιδωτά με θέματα από την Ιλιάδα. Ο Σουητώνιος μας λέει ότι ο Καίσαρας έπαιρνε ακόμη και πλάκες από μωσαϊκό στις εκστρατείες του, πιθανώς για να εξασφαλίσει ότι το πάτωμα της σκηνής του δεν ήταν μόνο κομψό και εντυπωσιακό, αλλά και πιο υγιεινό από τα συνηθισμένα χαλιά ή δέρματα ζώων.
Είναι βέβαιο πως όταν ο Γνώσις, ο αρχαίος Έλληνας καλλιτέχνης, τελείωνε το έργο του με θέμα το κυνήγι του ελαφιού, θα αισθανόταν ιδιαίτερα υπερήφανος. Πριν από το τέλος του 4ου π.Χ. αιώνα (325-300 π.Χ.) είχε τελειώσει ένα ψηφιδωτό από μικρά βότσαλα ποταμών, το οποίο μαζί με τα υπόλοιπα έργα θα στόλιζαν τα δάπεδα πολυτελών κατοικιών στην Πέλλα. Στο δάπεδο ενός δωματίου κοντινού με αυτό της αρπαγής της Ελένης σώζεται ένα περίτεχνο ψηφιδωτό. Οι ζωγράφοι της εποχής προτιμούσαν τα θέματα κυνηγιού. Φαίνεται ότι αποτελούσαν την κύρια διασκέδαση των Μακεδόνων βασιλέων και των ευγενών. Το θέμα περιβάλλεται από μαιάνδρους και πλούσιο φυτικό διάκοσμο. Δύο κυνηγοί νέοι στην ηλικία, σηκώνουν με μεγάλη ορμή τα όπλα τους για να πλήξουν ένα ελάφι, ενώ το σκυλί που τους συνοδεύει έχει βυθίσει τα δόντια του στο θήραμα. Πάνω δεξιά της σύνθεσης υπογράφει ο ψηφοθέτης του έργου: «ΓΝΩΣΙΣ ΕΠΟΗΣΕΝ». Ο προικισμένος αυτός καλλιτέχνης, μέσα από μια σύνθεση κίνησης, ιδιαίτερης πλαστικότητας και μιας νόησης, θα λέγαμε, ιδιότυπης, έκανε τομή στα μέχρι τότε δεδομένα και άνοιξε νέους δρόμους έκφρασης στην τέχνη της ζωγραφικής, χρήσιμους αιώνες μετά στη μετέπειτα πορεία της στον κόσμο της Δύσης.
«Το κυνήγι του ελαφιού». Δάπεδο από το «σπίτι της αρπαγής της Ελένης», στην αρχαία Πέλλα. 325 – 300 π.Χ. Αρχαιολογικό μουσείο Πέλλας. Ρεαλισμός και έντονες φωτοσκιάσεις σ’ αυτό το μοναδικό έργο, δείγμα της υψηλής αισθητικής της Ελληνιστικής περιόδου του τέλους του 4ου π.Χ. αιώνα. Θεωρείται ότι απετέλεσε την απαρχή της ευρωπαϊκής ζωγραφικής.
Έναν άλλο ομότεχνό του, τον Σώσο από την Πέργαμο, τον γνωρίζουμε από περιγραφές των έργων του από τον Πλίνιο τον πρεσβύτερο, που είναι και θαυμαστής του. Με φυσικές χρωματιστές πέτρες πλέον, κομμένες σε μικρούς κύβους, ο Σώσος γοητεύει τον κόσμο του 2ου π.Χ. αιώνα. Τα έργα του έχουν χαθεί, αλλά χάρις στον Πλίνιο τα αναγνωρίζουμε μέσα από τα αντίγραφα που φρόντισαν να αναπαράγουν με μεγάλη επιμέλεια Ρωμαίοι καλλιτέχνες.
Πριν από τα ψηφιδωτά του Γνώσιδος και των άλλων ψηφοθετών είναι αυτά που κοσμούσαν τους ανδρώνες των σπιτιών της αρχαίας Ολύνθου. Μερικές δεκάδες χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Πέλλας, στη χερσόνησο της Χαλκιδικής, μια άλλη πόλη ήκμασε στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα. Ο μυθικός ήρωας Βελλεροφόντης, έφιππος στο φτερωτό άλογό του, σκοτώνει τη Χίμαιρα. Ένα μυθολογικό θέμα που επίσης κοσμούσε δάπεδα της ελληνιστικής Ρόδου. Αυτό το θέμα, παράλληλα με Νηρηίδες, γρύπες και μαιάνδρους, στόλιζε τις πολυτελείς κατοικίες της αρχαίας αυτής πόλης.
Κατασκευασμένα με λευκά και μαύρα βότσαλα, είναι από τα αρχαιότερα έργα στον ελλαδικό χώρο. Προηγούνται, βέβαια, τα δάπεδα των ανακτόρων της μυκηναϊκής Τίρυνθας (1600-1200 π.Χ.). Της ίδιας δε περιόδου με αυτά της Ολύνθου είναι και της αρχαίας Κορίνθου, της Σικυώνας και των Μεγάρων. Κανείς δεν φανταζόταν – και οπωσδήποτε ούτε ο Ιππόδαμος, που σχεδίασε την αρχαία Όλυνθο – πως η τέχνη των βοτσαλωτών θα επιζούσε όμοια δύο χιλιάδες και πλέον χρόνια μετά, αφού θα στόλιζε τα σπίτια των νησιών του Αιγαίου, αλλά και αυτά στις ακτές της Λιγουρίας, γύρω από την Τζένοβα, στην Ιταλία. Είναι γνωστές οι σχέσεις των Γενουατών με τα νησιά του Αιγαίου και οι κτήσεις τους στην περιοχή. Και είναι πολύ πιθανόν αυτή η τέχνη να επανήλθε μέσω αυτών στον τόπο που γεννήθηκε, αφού στην υπόδουλη από τους Οθωμανούς Ελλάδα ήταν αδύνατον να επιζήσει μια περίπλοκη και αρκετά ακριβή τέχνη όπως αυτή.
Η επιλογή γι’ αυτά τα πολύ μικρά βότσαλα ήταν πολύ αυστηρή και επιτυγχανόταν όσον αφορά το μέγεθος με τη μέθοδο του κοσκινίσματος. Η συλλογή τους γινόταν στα ποτάμια, δίχως να αποκλείεται και αρκετά από αυτά να είναι από τις ακτές, ακόμη και αρκετά μακριά από την περιοχή. Ο Παυσανίας μάς πληροφορεί ότι υπήρχαν ωραιότατα βότσαλα σε μια ακτή στην Πελοπόννησο, κοντά στην Επίδαυρο.
Η συνήθεια του αρχαίου κόσμου να ψηφοθετεί με βότσαλα διατηρείται για μερικούς αιώνες και εξαπλώνεται σχεδόν σε όλη την επικράτεια των απογόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κυρίως σε πόλεις που είναι κοντά στη θάλασσα.
Εκτός από τις προαναφερθείσες πόλεις, η Αθήνα, η Δήλος, η Ερέτρια, η Ρόδος, η Πέργαμος είναι τόποι με έντονη παρουσία σε αυτό το παιχνίδι της διακοσμητικής τέχνης. Από τα θαυμάσια έργα της Πέλλας, κάποια έχουν υποστεί φθορές και άλλα έχουν συντηρηθεί και αποκολληθεί από το έδαφος, εκτίθενται δε στο αρχαιολογικό μουσείο της ομώνυμης πόλης. Στα πρώτα ανήκει μια εξαίρετη σύνθεση με θέμα την αρπαγή της Ελένης από τον Θησέα. Είναι μια αρκετά μεγάλη παράσταση (περίπου 8,50 × 2,80 μ.), στην οποία φαντάζουν περίτεχνα τα τμήματα που σώζονται.
Η Αλεξάνδρεια, η μεγάλη αυτή πόλη της ελληνιστικής εποχής, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ιστορία του ψηφιδωτού του αρχαίου κόσμου. Εκεί, κατά πάσα πιθανότητα, γεννιέται η κυβική ψηφίδα, ανοίγοντας καινούριους ορίζοντες και δημιουργώντας νέες προοπτικές, αφού η χρωματική γκάμα μεγαλώνει και η ψηφίδα κόβεται πλέον στο εργαστήριο, ικανή να ανταποκριθεί στις οποιεσδήποτε ανάγκες του σχεδίου. Οι πέτρες, αλλά κυρίως τα μάρμαρα, προσφέρουν το εξαιρετικό υλικό τους και την ποικιλία των χρωμάτων τους.
Στο μουσείο της Πέλλας εκτίθενται εκτός από το περίφημο κυνήγι του λιονταριού και άλλα έργα, όπως ο Διόνυσος που φέρεται καθήμενος πάνω σε έναν πάνθηρα, λιτά και αρμονικά σχεδιασμένος, καθώς επίσης και ένα ζεύγος Κενταύρων.
Ο Διόνυσος καθισμένος σε πάνθηρα.
Ένα άλλο έργο παρουσιάζει ένα γρύπα που επιτίθεται σε ελάφι. Σε μια κατοικία του 370 π.Χ. μιας άλλης ελληνιστικής πόλης, της Ερέτριας, ήρθαν στο φως, μετά από ανασκαφές Ελβετών αρχαιολόγων, περίτεχνα μωσαϊκά. Τα θέματα τους είναι εμπνευσμένα από την ελληνική μυθολογία και διανθίζονται με φυτικά σχέδια, ενώ στις μπορντούρες φέρουν το μαίανδρο, τον πλοχμό και βλαστούς με κισσόφυλλα.
Ξεχωρίζει το μωσαϊκό με τη Νηρηίδα Θέτιδα καθισμένη πάνω σε έναν Ιππόκαμπο, να μεταφέρει την πανοπλία για τον Αχιλλέα. Πρόκειται για μια σκηνή εμπνευσμένη από την Ιλιάδα.
Η Θέτις μεταφέρει τα όπλα του Αχιλλέα – σκηνή από την Ιλιάδα. 370 π.Χ περίπου, αρχαιολογικός χώρος Ερέτριας.
Εκτός από αυτό το ιδιαίτερο θέμα, υπάρχουν συνθέσεις που έχουν αποδοθεί με περίσσεια χάρη, όπως η σύγκρουση μεταξύ Σφιγγών και Πανθήρων, οι μυθικές μάχες μεταξύ Γρυπών και Αριμασπών, με τους τελευταίους να αναπαρίστανται ως γυναίκες πολεμίστριες. Εξαιρετική χάρη έχει επίσης η σκηνή όπου ένα λιοντάρι επιτίθεται σε ένα άλογο.
Σταθήκαμε στην περιγραφή έργων που αναφέρονται στη γενέτειρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, την Πέλλα, καθώς επίσης και σε άλλες δύο αρχαίες πόλεις, την Όλυνθο και την Ερέτρια. Στην πρώτη γιατί πιστεύουμε πως η ποιότητα των έργων που την κοσμούσαν αποτελεί σταθμό για την ιστορία του ψηφιδωτού, ενώ η Όλυνθος, αρχαιότερη της Πέλλας, προσφέρει αρκετά στοιχεία για τη μελέτη αυτού του είδους της τέχνης. Η Ερέτρια, μια μικρή πόλη του 4ου π.Χ. αιώνα, μας προσφέρει περίτεχνα μωσαϊκά, από τα αρχαιότερα αυτού του τύπου.
Γιάννης Λουκιανός, «Το κυνήγι του λιονταριού». Απόδοση με κυβικές ψηφίδες του γνωστού βοτσαλωτού της αρχαίας Πέλλας του 4ου π.Χ αιώνα.
Είναι γεγονός ότι, καθώς οι καλλιτέχνες αυτής της περιόδου ανακαλύπτουν την κυβική ψηφίδα, γίνονται ασυγκράτητοι. Ό,τι δημιουργούν είναι αποτέλεσμα μιας υψηλής γνώσης, αισθητικής, και αγάπης για το αντικείμενο. Τα ψηφιδωτά της Πομπηίας, της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας, της Περγάμου – είτε έγιναν στο τελευταίο τρίτο της πρώτης προ Χριστού χιλιετίας είτε ανήκουν στην ύστερη αρχαιότητα είτε όχι – φέρουν ανεξίτηλη τη σφραγίδα μιας ιδιαίτερης ποιότητας που οι ψηφοθέτες αυτής της περιόδου κατάφεραν να της προσδώσουν.
Του Γιάννη Λουκιανού
Το ποίημα και τα κείμενα είναι από το βιβλίο του Γιάννη Λουκιανού«Η τέχνη του ψηφιδωτού και η τεχνική του», Αθήνα 2011, εκδόσεις βότσαλο, β΄ έκδοση. Από το ίδιο βιβλίο προέρχονται και οι εικόνες, εκτός από εκείνες των οποίων αναφέρεται η πηγή τους.
Ο Γιάννης Λουκιανός γεννήθηκε στην Ίο των Κυκλάδων, πήρε μαθήματα σχεδίου και χρώματος και επιδόθηκε στην τέχνη του ψηφιδωτού και του βοτσαλωτού, κοσμώντας κτίρια και αυλές, μεταξύ των οποίων κατοικία στη Βέρνη της Ελβετίας και η αποκατάσταση του βοτσαλωτού διάκοσμου της ιστορικής αυλής της Μητρόπολης της Σύρου και άλλων εκκλησιών.
Για την τέχνη του ψηφιδωτού και του βοτσαλωτού έχει μιλήσει σε πολλά σχολεία, σε Διεθνή Συνέδρια (Αθήνα 2010-Κύπρος 2012) καθώς και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, και έχει γράψει σε περιοδικά και σε τοπικές εφημερίδες. Έχει γράψει ακόμη αρκετά δικά του βιβλία, με σημαντικότερα τα:
«Οι βοτσαλωτές αυλές των Κυκλάδων», Αθήνα 1998, αυτοέκδοση (3 εκδόσεις)
«Οι βοτσαλωτές Αυλές του Αιγαίου», Αθήνα 1999, αυτοέκδοση (εξαντλημένο)
«Η τέχνη του ψηφιδωτού και η τεχνική του», Αθήνα 2002 και 20011
Έχει διδάξει την τέχνη του ψηφιδωτού σε επιδοτούμενα σεμινάρια (Σύρος, Ίος κ.ά.), καθώς και στα παιδιά του ΚΔΑΠ στην Ίο.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
* Ο όρος ‘ψηφιδωτό’ προέρχεται από το ψηφίο, τη μικρή πέτρα. Ο όρος ‘μωσαϊκό’ προέρχεται από τις Μούσες.
Το πιο ζωντανό και εντυπωσιακό γεγονός της πόλης με τα χίλια χρώματα πλησιάζει στην κορύφωσή του, καθώς απομένουν δυο εικοσιτετράωρα για τη μεγάλη καρναβαλική παρέλαση της Ξάνθης, που ταυτόχρονα θα σημάνει και την ολοκλήρωση των Θρακικών Λαογραφικών Εορτών (ΘΛΕ) που φέτος συμπλήρωσαν εξήντα χρόνια ζωής.
Οι Θρακικές Λαογραφικές Εορτές, που ειδικά φέτος ξεκίνησαν νωρίτερα από κάθε άλλη χρονιά, αποτελούν το μακροβιότερο πολιτιστικό γεγονός της περιοχής, με το καρναβάλι να κατέχει μια σημαντική θέση στις καρδιές μικρών και μεγάλων.
Η πόλη είναι έτοιμη να υποδεχθεί εκατοντάδες επισκέπτες το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας, όχι μόνο από τις όμορες περιοχές της ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, αλλά επίσης από τη Βουλγαρία και την Τουρκία. Κάτοικοι και επισκέπτες αναμένεται να πλημμυρίσουν τους κεντρικούς δρόμους της Ξάνθης και τα γραφικά σοκάκια της παλιάς πόλης, για να ζήσουν την αστείρευτη ενέργεια του καρναβαλιού και να θαυμάσουν την εντυπωσιακή παρέλαση με τη συμμετοχή τριάντα τεσσάρων συλλόγων και χιλιάδων καρναβαλιστών.
Ο αντιδήμαρχος Πολιτισμού του δήμου Ξάνθης Μιχάλης Τσέπελης μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ υπογραμμίζει ότι ήδη υπάρχει πληρότητα στα καταλύματα της Ξάνθης και όσοι επισκέπτες του τριημέρου δεν βρίσκουν να μείνουν στην πόλη, επιλέγουν για τη διαμονή τους την Καβάλα και την Κομοτηνή. «Η Εγνατία έχει πλέον μικρύνει τις αποστάσεις», σημειώνει ο κος Τσέπελης, «οπότε τόσο οι Έλληνες όσο και οι επισκέπτες από τη Βουλγαρία και την Τουρκία μπορούν εύκολα να έρθουν. Εξάλλου, κάθε χρόνο, ο δήμος κάνει από νωρίς μια μεγάλη προσπάθεια για την προβολή και προώθηση του καρναβαλιού και στις γειτονικές χώρες.»
Η ιστορία των ΘΛΕ μέσα από μια έκθεση
Το φετινό Καρναβάλι δεν είναι μόνο μια γιορτή διασκέδασης και κεφιού, αλλά και μια ευκαιρία για την πόλη να γιορτάσει την πολιτιστική κληρονομιά της αναδεικνύοντας παραδόσεις της Θράκης που διατηρούνται ακέραιες για πάνω από έξι δεκαετίες. «Με τα 60 χρόνια του Καρναβαλιού», σημειώνει ο κος Τσέπελης στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, «η Ξάνθη αποδεικνύει πως είναι μία πόλη που συνδυάζει το παρελθόν με το μέλλον, διατηρώντας ζωντανές τις παραδόσεις της, ενώ παράλληλα υποδέχεται με αισιοδοξία το μέλλον. Αυτό φάνηκε και στις φετινές ΘΛΕ, που ήταν χωρισμένες σε τρεις ενότητες και συγκέντρωσαν πολύ κόσμο.»
Να σημειωθεί πως η πρώτη εβδομάδα των ΘΛΕ ήταν αφιερωμένη στη λαογραφία, με την αναβίωση του εντυπωσιακού δρώμενου «ο Καλόγερος της Βιζύης». Η δεύτερη εβδομάδα ήταν αφιερωμένη στην οικογένεια, όπου γονείς και παιδιά συμμετείχαν από κοινού σε πολλές δράσεις, όπως το παραδοσιακό γαϊτανάκι.
Η τρίτη και τελευταία εβδομάδα είναι αφιερωμένη στο καρναβάλι, με πολλές μουσικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις.
Ωστόσο, την Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου, με απόφαση της διοίκησης του δήμου αναβλήθηκαν όλες οι προγραμματισμένες εκδηλώσεις λόγω της συμπλήρωσης δύο χρόνων από το τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 60 χρόνων από την ίδρυση των ΘΛΕ, οι διοργανωτές θέλησαν να κάνουν μια ιστορική αναδρομή στον θεσμό προκειμένου να φωτιστούν οι στιγμές, τα πρόσωπα και τα γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία των γιορτών. Μέσα από αυτή τη διαδρομή, αναδεικνύεται η σπουδαιότητα των ΘΛΕ όχι μόνο ως πολιτιστικού θεσμού, αλλά και ως κινητήριας δύναμης για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη του τόπου.
Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν, καθ’ όλη την διάρκεια των εορτών, πραγματοποιείται στη Δημοτική Πινακοθήκη Ξάνθης, στην παλιά πόλη, μια εντυπωσιακή αναδρομική έκθεση με φωτογραφίες, αφίσες και ενθυμήματα από την ιστορία του πολυετούς αυτού θεσμού. Η έκθεση αποδεικνύει περίτρανα πως η δύναμη του καρναβαλιού και των ΘΛΕ είναι οι άνθρωποι του, οι κάτοικοι της Ξάνθης, που ανεξαρτήτου ηλικίας συμμετέχουν ενεργά και στηρίζουν έμπρακτα αυτή την κοινή προσπάθεια.
Το μυστικό της επιτυχίας του 60ετούς θεσμού
«Το μυστικό της επιτυχίας των γιορτών του καρναβαλιού νομίζω πως κρύβεται στο ανεπτυγμένο αίσθημα εθελοντισμού και προσφοράς που έχουν οι Ξανθιώτες», επισημαίνει μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο Γιάννης Χρηστίδης, πρόεδρος του Συλλόγου Κατασκηνωτών Ξάνθης που συμμετέχουν στην παρέλαση.
Έχοντας συμπληρώσει το 62ο έτος της ηλικίας του, ο κος Χρηστίδης παραμένει ένας ενεργός και δραστήριος φίλος του καρναβαλιού. Το υπηρέτησε μάλιστα ως θεσμό από διάφορες διοικητικές θέσεις, όντας εκλεγμένος δημοτικός σύμβουλος το 1994, στη δεύτερη θητεία του αείμνηστου δημάρχου και μεγάλου οραματιστή της Ξάνθης Φίλιππου Αμοιρίδη.
Σήμερα, από τη θέση του προέδρου του Συλλόγου Κατασκηνωτών, που ιδρύθηκε το 1987 και αριθμεί 250 μέλη, ο κος Χρηστίδης συνεχίζει μια μακρά παράδοση, υπογραμμίζοντας την ανάγκη οι νέοι άνθρωποι να συμμετέχουν ενεργά στις γιορτές.
«Σε αυτά τα 60 χρόνια ο θεσμός εξελίχθηκε», αναφέρει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, «και υπήρχαν καλές και κακές χρονιές. Από τις πιο δύσκολες ήταν αυτές του covid, που οι γιορτές αναβλήθηκαν. Πάντως, αν σήμερα λείπει κάτι από το καρναβάλι, θα έλεγα πως είναι ο αυθορμητισμός και η ενεργή συμμετοχή του κόσμου στην όλη προετοιμασία. Τη δεκαετία του 1980, τα μέλη του κάθε συλλόγου έραβαν μόνοι τις στολές τους και κατασκεύαζαν οι ίδιοι τα άρματα. Δυο μήνες πριν, μαζεύονταν μεγάλες παρέες κατασκεύαζαν το άρμα τους με μουσική, τσίπουρο και μεζεδάκια. Σήμερα, τις στολές τις ράβουν οι βιοτεχνίες και τα άρματα τα κατασκευάζει ο δήμος. Και πάλι όμως ο κόσμος, τα μέλη των συλλόγων, παραμένουν η κινητήρια δύναμη αυτής της μεγάλης γιορτής. Φέτος, ο δικός μας σύλλογος συνεργάστηκε με άλλους πέντε και όλοι μαζί αναβιώσαμε τα παλιά παιχνίδια που παίζαμε στις γειτονιές. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο το χάρηκαν μικροί και μεγάλοι. Παιχνίδια από το παρελθόν που διασκεδάζουν ακόμα τα σημερινά παιδιά.»
Η ιστορία λέει πως στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ορισμένοι Ξανθιώτες με φαντασία, διάθεση και τόλμη προώθησαν την ιδέα των λαϊκών γιορτών κατά την περίοδο της Αποκριάς. Έτσι, το 1966 για πρώτη φορά οργανώθηκαν στη Ξάνθη οι Αποκριάτικες Θρακικές Γιορτές. Γεννημένος σε μια εποχή αστικοποίησης και εκβιομηχάνισης, μια εποχή κρίσιμη σε θέματα οικονομικά και ζητήματα ταυτότητας, ο θεσμός πέρασε ποικίλες φάσεις εξέλιξης φθάνοντας έως τις μέρες μας. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 οι σύλλογοι ξεκίνησαν δειλά δειλά να συμμετέχουν στο καρναβάλι, μέχρι το 1990 οπότε ο τότε δήμαρχος Αμοιρίδης αποφάσισε να τους εντάξει οργανωμένα στο θεσμό δίνοντάς τους νέα πνοή και ζωντάνια.
Ο κος Χρηστίδης τονίζει πως το καρναβάλι και οι ΘΛΕ έχουν πολλά και σημαντικά οφέλη για την Ξάνθη και προσθέτει: «Δεν είναι μόνο το οικονομικό, που σίγουρα μετράει πολύ. Το καρναβάλι δίνει την ευκαιρία στους επισκέπτες να γνωρίσουν την Ξάνθη, να μάθουν για τον πολιτισμό και τις ομορφιές της, ώστε να έρθουν να την ανακαλύψουν ξανά. Το καρναβάλι δεν είναι μόνο η παρέλαση της Κυριακής, είναι πολλά περισσότερα».
Ο Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα, μια από τις ιδρυτικές μορφές της πρώιμης Ιταλικής Αναγέννησης, κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της τέχνης. Το έργο του εξυμνείται από γνώστες, συναδέλφους καλλιτέχνες και το ευρύ κοινό. Οι θιασώτες του ακολουθούν το «Μονοπάτι Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα», κάνοντας στάσεις στις ιταλικές περιοχές της Τοσκάνης και του Λε Μαρτς για να δουν αξιόλογα έργα στην αρχική τους θέση.
Οι συναρπαστικές τοιχογραφίες και οι πίνακες του ντελλα Φραντσέσκα αιχμαλωτίζουν την προσοχή του θεατή μέσω της αριστοτεχνικής δημιουργίας ενός ψευδαισθησιακού χώρου, των γλυπτικών μορφών, του έντονου φωτός, των ζωηρών χρωμάτων, και της θείας ατμόσφαιρας. Πολλά από τα υπέροχα έργα του απεικονίζουν την Παναγία και το Βρέφος σε ένα θέμα που είναι γνωστό ως «ιερές συνομιλίες».
Ο «μονάρχης» της ζωγραφικής
Εικονογράφηση του Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα από το βιβλίο του Τζόρτζο Βαζάρι «Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων» (Le vite de più eccellenti architetti, pittori, et scultori ή απλώς Vite), 1648. Αρχείο Διαδικτύου. (Public Domain)
Ο Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα (περ. 1415/20–1492) θεωρούνταν «μονάρχης» της ζωγραφικής όσο ζούσε. Γεννήθηκε στη μικρή πόλη Σανσεπόλκρο της Τοσκάνης, τότε γνωστή ως Μπόργκο Σαν Σεπόλκρο, κοντά στα σύνορα της Ούμπρια. Τον 15ο αιώνα η πόλη γνώρισε σημαντική ακμή, όντας πάνω σε εμπορικές και προσκυνηματικές οδούς.
Λίγα είναι γνωστά για την πρώιμη ζωή και την καλλιτεχνική κατάρτιση του ντελλα Φραντσέσκα. Η προηγμένη χρήση της γραμμικής προοπτικής (ήταν επίσης μαθηματικός) δείχνει ότι πρέπει να είχε εκτεθεί στην τέχνη της ευρύτερης Τοσκάνης, ιδιαίτερα της Φλωρεντίας. Μέχρι το 1439, εργαζόταν στη Φλωρεντία μαζί με τον Ντομένικο Βενετσάνο. Το έργο του ντελλα Φραντσέσκα αντανακλά τόσο την επιρροή του Βενετσάνο όσο και αυτή των Πάολο Ουτσέλο και Λεόν Μπατίστα Αλμπέρτι.
Πιστεύεται ότι ο ντελλα Φραντσέσκα δεν εργάστηκε ποτέ στη Φλωρεντία μετά τη δεκαετία του 1430, αν και η αυξανόμενη φήμη του οδήγησε σε έργα κύρους στις αυλές της Ρώμης, του Ρίμινι, της Φεράρα και του Ουρμπίνο. Χορηγοί του ήταν προσωπικότητες όπως ο πάπας και ο δούκας του Ουρμπίνο. Ωστόσο, ο ντελλα Φραντσέσκα επέστρεφε πάντα στο Σανσεπόλκρο, όπου έζησε, δημιούργησε και πέθανε, το 1492. Το Σανσεπόλκρο εμφανίζεται στο τοπίο του πρώιμου αριστουργήματός του «Η Βάπτιση του Χριστού», του 1437–1445 περίπου.
Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα, «Η Βάπτιση του Χριστού», 1437–1445. Αυγοτέμπερα σε ξύλο λεύκας. Εθνική Πινακοθήκη, Λονδίνο. (Public Domain)
Για ένα μεγάλο μέρος του έργου του δεν γνωρίζουμε ούτε την ημερομηνία ούτε το νόημα. Τα έργα του των «ιερών συνομιλιών» δεν αποτελούν εξαίρεση. Ο όρος αφορά ένα έργο για τέμπλο, που παρουσιάζει την Παναγία και το Βρέφος εν μέσω αγίων. Παρά το όνομα του είδους, ήταν σπάνιο τον 15ο αιώνα οι φιγούρες ενός πίνακα να συνομιλούν – συνήθως εμφανίζονταν στοχαστικές, να κοιτάζουν προς τον θεατή. Επιπλέον, ένας από τους αγίους έκανε και μια χειρονομία η οποία προσέλκυε το βλέμμα του θεατή στο κεντρικό τμήμα του πίνακα.
«Η Παρθένος και το Βρέφος» του Κλαρκ
Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα, «Παρθένος και Βρέφος ένθρονοι, με τέσσερεις αγγέλους», περ. 1460–70. Λάδι, ενδεχομένως με λίγη τέμπερα, σε πάνελ και ύφασμα. 108 x 78 εκ. Ινστιτούτο Τέχνης Κλαρκ, Γουίλιαμσταουν, Μασαχουσέτη. (Public Domain)
Το έργο «Παρθένος και Βρέφος ένθρονοι, με τέσσερεις αγγέλους» είναι ένα από τα πιο φημισμένα του ντελλα Φραντσέσκα. Αυτό το μεγάλο, εντελώς άθικτο έργο τέμπλου, που αποτελεί πλέον μέρος της συλλογής του Ινστιτούτου Τέχνης Κλαρκ της Μασαχουσέτης στο Μπέρκσαϊρς, είχε δημιουργηθεί αρχικά για μία εκκλησία ή ιδιωτική κατοικία. Είναι ένα από τα επτά ενυπόγραφα έργα τέχνης του ντελλα Φραντέσκα που ανήκουν σε συλλογή αμερικανικού μουσείο – το ωραιότερο.
Στο κέντρο του βρίσκεται η ένθρονη Παναγία κρατώντας στην αγκαλιά της τον Χριστό, ο οποίος απλώνει τα χέρια Του προς ένα τριαντάφυλλο. Το τριαντάφυλλο συμβολίζει πολλά πράγματα: τη θεϊκή αγάπη, την ανθρώπινη φύση του Χριστού και τα επικείμενα Πάθη Του. Ο Χριστός δεν πτοείται από τη μοίρα του. Τείνει ούτως ή άλλως προς το λουλούδι και η Παναγία δεν το απομακρύνει. Αντίθετα, το κοιτάζει, ίσως έχοντας μια ιδέα του τι προμηνύει. Η σημασία του τριαντάφυλλου τονίζεται από τις σκαλισμένες ροζέτες στο κάτω μέρος του μαρμάρινου θρόνου της Παναγίας.
Το σκηνικό του έργου τέχνης είναι ένας ρηχός χώρος με κλασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως κίονες και κρεμαστή διακόσμηση στην κορυφή των τοίχων – ο ντελλα Φραντσέσκα συνήθιζε να αντλεί από την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Η ηρεμία των μορφών είναι σε αρμονία με τον αέρα θείας γαλήνης και αρμονίας που αποπνέει ο πίνακας.
Τέσσερεις άγγελοι περιβάλλουν την Παναγία και το Βρέφος ως κομψά μαρμάρινα αγάλματα με ενδύματα και χρωματιστά φτερά. Στα δεξιά, ο άγγελος με τα κόκκινα κοιτάζει προς τους θεατές δείχνοντας τον Χριστό. Ο άγγελος στα αριστερά, ντυμένος στα λευκά, ρίχνει τη σκιά του στη βάση του θρόνου. Αυτή η λεπτομέρεια έχει οδηγήσει τους επιμελητές να σκεφτούν ότι ο πίνακας ήταν αρχικά κρεμασμένος στα δεξιά ενός παραθύρου και ότι ο καλλιτέχνης ενσωμάτωσε στο έργο την πραγματική πηγή φωτός.
Η δεκαετία του 1450 ήταν μια παραγωγική δεκαετία για τον καλλιτέχνη. Άρχισε να εργάζεται για την Αυλή του Ουρμπίνο, για την οποία πιστεύεται ότι ζωγράφισε το περίφημο «Μαστίγωμα του Χριστού». Ξεκίνησε επίσης την παραγωγή ενός περίφημου κύκλου τοιχογραφιών στην εκκλησία του Σαν Φραντσέσκο στο Αρέτσο, γνωστή ως «Ο Θρύλος του Αληθινού Σταυρού» και ολοκλήρωσε τοιχογραφίες για το παλάτι του Βατικανού. Τις επόμενες δεκαετίες, η σχέση του με τον ηγεμόνα του Ουρμπίνο, δούκα Φεντερίκο ντα Μοντεφέλτρο, βελτιώθηκε και ο ζωγράφος έλαβε σημαντικές παραγγελίες, συμπεριλαμβανομένου ενός διπλού πορτραίτου, του ηγεμόνα και της συζύγου του, το οποίο αποτελεί από τα πλέον θαυμαστά πορτραίτα της περιόδου.
Τέμπλο του Σαν Μπερναρντίνο
Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα, «Παναγία και Βρέφος με αγγέλους, αγίους και τον Φεντερίκο ντα Μοντεφέλτρο (Τέμπλο του Σαν Μπερναρντίνο)», περ.1472. Τέμπερα σε πάνελ. Πινακοθήκη Μπρέρα, Μιλάνο, Ιταλία. (Public Domain)
Η «sacra conversazione» (ιερή συνομιλία) του ντελλα Φραντσέσκα με τίτλο «Παναγία και Βρέφος με αγγέλους, αγίους και τον Φεντερίκο ντα Μοντεφέλτρο (Τέμπλο του Σαν Μπερναρντίνο)» παρουσιάζει τον δούκα ανάμεσα σε αγίους και αγγέλους. Ανήκει πλέον στην Pinacoteca di Brera στο Μιλάνο. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι ο Φεντερίκο το παρήγγειλε μετά τη γέννηση του αρσενικού κληρονόμου του και τον θάνατο της συζύγου του, και ότι στον πίνακα υπάρχουν σύμβολα και των δύο γεγονότων. Η Pinacoteca γράφει ότι «το κοιμισμένο παιδί παραπέμπει στη μητρότητα και ταυτόχρονα στον θάνατο».
Για τη δημιουργία του πίνακα χρησιμοποιήθηκε τέμπερα σε πάνελ και χρονολογείται από το 1472 έως το 1474. Είναι πιθανό ότι το τέμπλο προοριζόταν να στεγαστεί στην εκκλησία του Σαν Μπερναρντίνο στο Ουρμπίνο, που χτίστηκε από τον δούκα για να στεγάσει τον δικό του τάφο. Το κλασικό σκηνικό με το καθαρό φως του είναι παρόμοιο με το «Παναγία και Βρέφος ένθρονοι, με τέσσερεις αγγέλους», αν και σε αυτό το έργο υπάρχει θόλος και αψίδα. Στο πίσω μέρος του υπάρχει ένα αναποδογυρισμένο κέλυφος κοχυλιού, από το οποίο κρέμεται ένα αυγό στρουθοκαμήλου – αυτό έχει πολλαπλές έννοιες, όπως πολλά από τα στοιχεία στο έργο του ντελλα Φραντσέσκα. Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να ερμηνευθεί ως σύμβολο του κόσμου, της μητρότητας, της Παναγίας, του οικοσήμου της οικογένειας Μοντεφέλτρο, καθώς και ως το Πάθος και η Ανάσταση. Τα δύο τελευταία συμβολίζονται επίσης από το περιδέραιο κόκκινου κοραλλιού που φορά ο Χριστός. Τα περιδέραια κοραλλιών τα φορούσαν πράγματι τότε τα παιδιά, για λόγους προστασίας και οδοντοφυΐας.
Σε ημικύκλιο γύρω από την Παναγία και το Βρέφος είναι, από αριστερά, ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο Άγιος Βερναρδίνος, ο Άγιος Ιερώνυμος που χτυπά το στήθος του με μια πέτρα, ο Άγιος Φραγκίσκος που δείχνει το στίγμα, ο Άγιος Πέτρος ο Μάρτυς με πληγή στο κεφάλι και ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής. Πίσω τους βρίσκονται στολισμένοι, ουράνιοι αρχάγγελοι. Ο δούκας φορώντας την πανοπλία του (καθώς ήταν διάσημος για τη στρατιωτική του δύναμη και την προστασία των τεχνών), γονατίζει μπροστά στην ένθρονη Μαντόνα και τον μικρό Ιησού.
Σενιγκαλλία Μαντόνα
«Μαντόνα και Βρέφος με δύο αγγέλους (Σενιγκαλλία Μαντόνα)», μεταξύ 1474 και 1478, από τον Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα. Λάδι σε πάνελ. 61 x 53 εκ. Εθνική Πινακοθήκη του Μάρκε, Ουρμπίνο, Ιταλία. (Public Domain)
Στο Ουρμπίνο, στην Εθνική Πινακοθήκη του Μάρκε, βρίσκεται άλλη μία «sacra conversazione» του ντελλα Φραντσέσκα από την εποχή της εργασίας του στον δούκα ντα Μοντεφέλτρο. Αυτός ο πίνακας είναι μικρότερος και περισσότερο ‘οικείος’. Το έργο «Μαντόνα και Βρέφος με δύο αγγέλους (Σενιγκαλλία Μαντόνα)» είναι ζωγραφισμένο με λάδι και τέμπερα σε πάνελ και χρονολογείται το 1474 ή το 1478. Οι μελετητές πιστεύουν ότι ο δούκας το χάρισε στην κόρη του με την ευκαιρία του γάμου της με τον Τζοβάννι ντελ λα Ρόβερε, τον άρχοντα της Σενιγκαλλία.
Ο πίνακας έχει πολύ στενή σύνθεση. Σε αυτή την εκδοχή, η Παναγία στέκεται κρατώντας το Βρέφος σε μια στάση που θυμίζει αρχαίες εικόνες, με δύο αγγέλους να στέκονται πίσω της ήρεμοι. Οι δύο άγγελοι φορούν μαργαριτάρια στο λαιμό, σύμβολα αγνότητας, ενώ ο Ιησούς φορά ένα μενταγιόν με κοράλλι και κρατά ένα λευκό τριαντάφυλλο. Αντί για σκηνικό παρεκκλησίου, οι φιγούρες βρίσκονται σε ένα εσωτερικό που μοιάζει με το Δουκικό Παλάτι του Ουρμπίνο. Ένα άνοιγμα στα αριστερά δείχνει ένα άλλο δωμάτιο, όμορφα φωτισμένο.
Το «Μαντόνα και Βρέφος με Δύο Αγγέλους» ήρθε στην Πινακοθήκη, που στεγάζεται στο παλάτι του Δούκα του Ουρμπίνο, από την εκκλησία της Σάντα Μαρία ντελλε Γκράτσιε στη Σενιγκαλλία, το 1917. Το 1975, ήταν ένας από τους τρεις πίνακες που κλάπηκαν από το Παλάτι, μαζί με άλλο ένα έργο του ντελλα Φραντσέσκα («Το μαστίγωμα του Χριστού») και ένα του Ραφαήλ. Οι κλέφτες εισέβαλαν και έκοψαν τις ζωγραφιές από τα κάδρα τους – η πράξη τους προκάλεσε μεγάλη αίσθηση και έμεινε γνωστή ως η «ληστεία του αιώνα». Χάρις σε πληροφορίες που έδωσε ένας Ρωμαίος έμπορος παλαιών αντικειμένων, τα έργα ανακτήθηκαν τον επόμενο χρόνο από την ιταλική αστυνομία στο Λοκάρνο της Ελβετίας.
Ο Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα δημιούργησε μερικά από τα πλέον σημαντικά και πρωτότυπα έργα τέχνης της Αναγέννησης. Οι πίνακές του είναι θρυλικοί για την ισορροπία και τη μεγαλοπρεπή λιτότητα της γεωμετρίας και του χρώματος, του δέους και της οδύνης, και αντανακλούν τις νέες τεχνικές της εποχής: τη σχολαστική προοπτική όπως την εξέλιξε η σχολή της Φλωρεντίας, και τον χειρισμό του φωτός, τον ρεαλισμό και τη χρήση των ελαιοχρωμάτων της ολλανδικής τέχνης. Το απαύγασμα των εκλεπτυσμένων έργων του περιλαμβάνει αυτές τις τρεις στοχαστικές «sacra conversazioni».