Σάββατο, 29 Νοέ, 2025

Απίθανη η προσάρτηση της Ταϊβάν με στρατιωτικά μέσα στο εγγύς μέλλον

Το κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) υιοθέτησε πιο ήπιο λόγο σχετικά με την προσάρτηση της Ταϊβάν, έπειτα από την επίσημη καθαίρεση αρκετών στρατηγών που κατείχαν θέσεις-κλειδιά στη ζώνη του Στενού της Ταϊβάν, κατά τη διάρκεια της Δ΄Ολομέλειας, του ανώτατου πολιτικού συνεδρίου του που διεξήχθη πρόσφατα.

Αναλυτές δήλωσαν ότι είναι απίθανο το ΚΚΚ να εισβάλει στην Ταϊβάν στο άμεσο μέλλον, λόγω της εσωτερικής αναταραχής που έχει προκαλέσει η έντονη ενδοκομματική διαμάχη. Ωστόσο, η προσάρτηση του νησιού παραμένει ως μακροπρόθεσμος στόχος.

Το επίσημο ανακοινωθέν της Δ΄ Ολομέλειας, που δημοσιεύτηκε από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Κίνας στις 24 Οκτωβρίου, ανέφερε ότι στο 15ο Πενταετές Σχέδιο (2026-2030) το ΚΚΚ στοχεύει να «προωθήσει την ειρηνική ανάπτυξη των σχέσεων εκατέρωθεν του Στενού της Ταϊβάν και να προαγάγει την υπόθεση της εθνικής επανένωσης».

Σε αντίθεση με προηγούμενες δηλώσεις, το σχέδιο δεν εκφράζει καμία αίσθηση κατεπείγοντος ή συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την «επανένωση» ούτε υπονοεί ότι το ΚΚΚ διατηρεί την επιλογή της στρατιωτικής βίας.

Κατά την Δ΄ Ολομέλεια, που διεξήχθη από τις 20 έως τις 23 Οκτωβρίου, το ΚΚΚ ανακοίνωσε την αποπομπή εννέα ανώτατων στρατηγών από το κόμμα και τον στρατό, έπειτα από την ανακοίνωση του υπουργείου Άμυνας στις 17 Οκτωβρίου για έρευνα εις βάρος τους.

Οι στρατηγοί αυτοί θεωρούνταν καθοριστικοί σε ένα πιθανό σχέδιο εισβολής στην Ταϊβάν. Μεταξύ αυτών, οι Χε Γουεϊντόνγκ, Μιάο Χουά, Λιν Σιανγκγιάνγκ, Τσιν Σουτόνγκ και Γουάνγκ Σιουμπίν είχαν υπηρετήσει στην 31η Στρατιά, με έδρα στη Σιάμεν της επαρχίας Φουτζιέν, απέναντι από το νησί.

Η 31η Στρατιά αναδιοργανώθηκε το 2017 σε 73η Στρατιά, υπό τη Διοίκηση του Ανατολικού Θεάτρου του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (PLA), που είναι υπεύθυνη για τις επιχειρήσεις στο Στενό της Ταϊβάν. Οι Χε Χονγκτζουν, Γιουάν Χουάζι και Γουάνγκ Χουμπίν ήταν πρώην υφιστάμενοι του Μιάο Χουάνγκ, ενώ ο Γουάνγκ Τσουνίνγκ είχε επίσης υπηρετήσει στην ίδια διοίκηση.

Η βάση του ηγέτη του ΚΚΚ, Σι Τζινπίνγκ, ήταν στη Φουτζιέν, και η 31η Στρατιά θεωρούνταν «οικογενειακός στρατός του Σι».

Ο Σι έχει δηλώσει ότι η «επανένωση» με την Ταϊβάν είναι «αναπόφευκτη» και ότι το ΚΚΚ δεν έχει ποτέ αποκλείσει το ενδεχόμενο στρατιωτικής εισβολής. Η κατάληψη της Ταϊβάν αποτελεί βασική φιλοδοξία του, καθώς θα ενίσχυε τη θέση και την υστεροφημία του εντός του κόμματος.

Ο Γε Γιαο-γιουάν [Yeh Yao-yuan], καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο St. Thomas, εκτίμησε ότι η πιο ήπια ρητορική για την «επανένωση» με την Ταϊβάν στο πλαίσιο της Ολομέλειας «ενδέχεται να σχετίζεται με την επικείμενη συνάντηση του Σι Τζινπίνγκ με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ».

Ο Λευκός Οίκος επιβεβαίωσε ότι ο Τραμπ θα συναντηθεί με τον Σι στις 30 Οκτωβρίου, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής της Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού στη Νότια Κορέα.

Σύμφωνα με δήλωση του Γε στην εφημερίδα The Epoch Times, το ΚΚΚ αποφεύγει να κάνει δηλώσεις που θα μπορούσαν να ενοχλήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με την ασφάλεια στο Στενό της Ταϊβάν, πριν από τη συνάντηση των δύο ηγετών. Επεσήμανε ακόμη ότι «η ρητορική στο ανακοινωθέν είναι απλώς θέμα τού τι επιλέγει το ΚΚΚ να πει και πότε», προσθέτοντας ότι «το κόμμα δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την ιδέα της προσάρτησης της Ταϊβάν με στρατιωτική βία».

Το κινεζικό καθεστώς έχει εντείνει τα τελευταία χρόνια τις στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την Ταϊβάν και ενώ έχουν πολλαπλασιαστεί οι παραβιάσεις του εναέριου χώρου της.

Ένα κινεζικό στρατιωτικό ελικόπτερο πετά πάνω από τουρίστες σε σημείο θέασης του Στενού της Ταϊβάν, στο νησί Πινγκτάν – το πλησιέστερο σημείο προς την Ταϊβάν – στην επαρχία Φουτζιέν της Κίνας, στις 7 Απριλίου 2023. (Greg Baker/AFP μέσω Getty Images)

 

Ωστόσο, από το 2022 έως το 2025, η κλίμακα των ασκήσεων του ΚΚΚ μειώθηκε, ενώ «φαίνεται ότι αποφεύγεται η χρήση πραγματικών πυρών», σύμφωνα με τον Σεν Μινγκ-σί [Shen Ming-shih], ερευνητή στο Ινστιτούτο Εθνικής Άμυνας και Έρευνας Ασφαλείας της Ταϊβάν.

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι «οι ασκήσεις του Απριλίου επικεντρώθηκαν έντονα στην προπαγάνδα και στερούνταν πραγματικής μαχητικής αποτελεσματικότητας», επισημαίνοντας ότι έχει πλέον αποδειχθεί πως ούτε ο Χε Γουεντόνγκ ούτε ο Λιν Σιανγκγιάνγκ είχαν την επιχειρησιακή διοίκηση.

Η Λάι Ρονγκγουέι [Lai Rongwei)], Ταϊβανή ερευνήτρια διεθνών σχέσεων και διευθύνουσα σύμβουλος της φιλοδημοκρατικής μη κερδοσκοπικής οργάνωσης Taiwan Inspirational Association, δήλωσε ότι μένει να αποδειχθεί αν ο Σι διατηρεί πλήρη έλεγχο επί του στρατού μετά την Ολομέλεια, γεγονός που αποτελεί «σημαντική μεταβλητή».

Σημείωσε ότι «βραχυπρόθεσμα, οι αλλαγές στο προσωπικό του στρατού θα επηρεάσουν πράγματι τη διάθεση του ΚΚΚ να χρησιμοποιήσει βία εναντίον της Ταϊβάν, όμως ο μακροπρόθεσμος στόχος της προσάρτησης παραμένει». Όταν σταθεροποιηθεί η σύνθεση του στρατεύματος, το ΚΚΚ «θα ενισχύσει τη συνολική του στρατιωτική ισχύ για να αποσταθεροποιήσει το Στενό της Ταϊβάν» και, όπως πρόσθεσε, «θα συνεχίσει να προωθεί [τη στρατιωτική προσάρτηση της Ταϊβάν]».

Ημέρα Επανένωσης της Ταϊβάν

Στις 24 Οκτωβρίου, το Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο του κινεζικού καθεστώτος καθιέρωσε την 25η Οκτωβρίου ως «Ημέρα Μνήμης της Επανένωσης της Ταϊβάν» και το ΚΚΚ διοργάνωσε για πρώτη φορά εκδήλωση υψηλού προφίλ για τον εορτασμό της. Στην Ταϊβάν, η ημέρα αυτή είναι γνωστή ως «Ημέρα Επανένωσης της Ταϊβάν».

Η Δημοκρατία της Κίνας (ΔτΚ) κυβέρνησε την ηπειρωτική Κίνα από το 1911 έως το 1949. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ταϊβάν – η οποία βρισκόταν υπό ιαπωνική κατοχή από το 1895 έως το 1945 –  επεστράφη στη Δημοκρατία της Κίνας, με την επίσημη παράδοση να ολοκληρώνεται στις 25 Οκτωβρίου 1945. Μετά την ήττα της από τους κομμουνιστές το 1949, η δημοκρατική κυβέρνηση αποσύρθηκε στην Ταϊβάν, ενώ το ΚΚΚ ίδρυσε στην ηπειρωτική χώρα τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (ΛΔΚ). Η ΛΔΚ δεν έχει ποτέ κυβερνήσει την Ταϊβάν, της οποίας το επίσημο όνομα παραμένει Δημοκρατία της Κίνας, όπως αναγράφεται στα διαβατήρια των πολιτών της.

Οι δυνάμεις της ΔτΚ υπήρξαν η κύρια στρατιωτική δύναμη που πολέμησε ενάντια στην ιαπωνική εισβολή κατά τον πόλεμο.

Σπουδαστές της Στρατιωτικής Ακαδημίας της Δημοκρατίας της Κίνας (ΔτΚ) παρελαύνουν κατά τη διάρκεια της τελετής για τη συμπλήρωση 100 ετών από την ίδρυση της Ακαδημίας, στο Καοσιούνγκ. Ταϊβάν, 16 Ιουνίου 2024. (Sam Yeh/AFP μέσω Getty Images)

 

Το Συμβούλιο Υποθέσεων της Ηπειρωτικής Κίνας της ΔτΚ καταδίκασε αμέσως την ενέργεια του Πεκίνου, χαρακτηρίζοντάς την «προσπάθεια να υποβαθμίσει τη χώρα μας και να κατασκευάσει τον ψευδή ισχυρισμό ότι η Ταϊβάν ανήκει στη ΛΔΚ».

Στην ανακοίνωση της 24ης Οκτωβρίου, το Συμβούλιο τόνισε ότι η «Ημέρα Επανένωσης της Ταϊβάν δεν έχει καμία σχέση με τη ΛΔΚ ούτε με το ΚΚΚ, το οποίο δεν συνέβαλε θετικά στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας».

Προσέθεσε ότι «ο λαός της Ταϊβάν δεν θα αποδεχθεί ποτέ» αυτή την ενέργεια ούτε το «ψευδές ιστορικό αφήγημα και το μονομερές πολιτικό πλαίσιο του ‘ενός κράτους εκατέρωθεν του Στενού της Ταϊβάν’ και του ‘ενός κράτους διεθνώς’» που προωθεί το ΚΚΚ.

Ο Γε επεσήμανε ότι το κόμμα χρησιμοποιεί τη διφορούμενη φράση «η Ταϊβάν απελευθερώθηκε από την Κίνα [από την ιαπωνική κατοχή]» για να παραπλανήσει, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η ΛΔΚ απελευθέρωσε την Ταϊβάν.

«Πρόκειται για μορφή γνωσιακού πολέμου», εξήγησε, προσθέτοντας ότι το ΚΚΚ «συνεχίζει να προωθεί στην ηπειρωτική Κίνα το αφήγημά του πως το Στενό της Ταϊβάν αποτελεί κινεζική εσωτερική θάλασσα».

Τέτοια ψευδή αφηγήματα, κατέληξε, «ενδέχεται να εξαπατούν Κινέζους της ηπειρωτικής χώρας που αγνοούν την ιστορία εξαιτίας των παραποιημένων σχολικών βιβλίων του ΚΚΚ, αλλά είναι αναποτελεσματικές έναντι των πολιτών της Ταϊβάν».

Με τη συμβολή των Cheng Wen, Luo Ya και Yi Ru

Η Ινδία αποκαλύπτει σχέδιο υδροηλεκτρικής ανάπτυξης 66 δισ. ευρώ εν μέσω γεωπολιτικού ανταγωνισμού με την Κίνα

Η Κεντρική Αρχή Ηλεκτρισμού (ΚΑΗ) της Ινδίας ανακοίνωσε ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο ύψους 66 δισ. ευρώ για την ανάπτυξη υδροηλεκτρικών έργων στη λεκάνη του ποταμού Βραχμαπούτρα, με στόχο να αντιμετωπίσει το κινεζικό έργο υπερφράγματος στα ανάντη τμήματα του ίδιου ποταμού.*

Πρόκειται για την πιο πρόσφατη κίνηση σε έναν μακροχρόνιο αγώνα ισχύος ανάμεσα στις δύο χώρες για τον έλεγχο των υδάτων που πηγάζουν από το Θιβέτ — έναν ανταγωνισμό που, σύμφωνα με ειδικούς, υπερβαίνει τα ζητήματα υδροηλεκτρικής ενέργειας και αγγίζει βαθύτερες οικονομικές και γεωπολιτικές εντάσεις, καθώς και μακροχρόνιες συνοριακές διαφορές.

Η Ινδία σχεδιάζει να αναπτύξει υδροηλεκτρική δυναμικότητα 76 γιγαβάτ (GW) έως το 2047, με συνολικό κόστος 6,4 τρισεκατομμύρια ρουπίες (62 δισ. ευρώ). Η πρώτη φάση, έως το 2035, θα κοστίσει 1,91 τρισ. ρουπίες (18 δισ. ευρώ), ενώ η δεύτερη θα απαιτήσει 4,52 τρισ. ρουπίες (44 δισ. ευρώ).

Ο ποταμός Βραχμαπούτρα, που ξεκινά από το Θιβέτ και διαρρέει την Ινδία και το Μπανγκλαντές, διαθέτει τεράστιες ενεργειακές δυνατότητες, ιδιαίτερα στην πολιτεία Αρουνάτσαλ Πραντές, κοντά στα ινδοκινεζικά σύνορα. Το ανάντη τμήμα του είναι γνωστό ως ποταμός Γιαρλούνγκ Τσανγκμπό.

Στόχος της Ινδίας η μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, φτάνοντας τα 500 GW παραγωγής μη ορυκτής ενέργειας έως το 2030 και επιτυγχάνοντας μηδενικό άνθρακα έως το 2070.

Οι τεράστιες δυνατότητες της λεκάνης του Βραχμαπούτρα

Η λεκάνη του ποταμού περιέχει πάνω από το 80% του ανεκμετάλλευτου υδροδυναμικού της Ινδίας. Μόνο η Αρουνάτσαλ Πραντές μπορεί να παράγει 52,2 GW — περισσότερο από το διπλάσιο της ισχύος του φράγματος των Τριών Φαραγγιών στην Κίνα (22,5 GW).

Σύμφωνα με την ΚΑΗ, το σχέδιο περιλαμβάνει 208 μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα σε 12 υπολεκάνες των βορειοανατολικών πολιτειών. Οι σημαντικότερες είναι οι υπολεκάνες Ντιμπάνγκ (8.801 MW), Σιάνγκ (18.666 MW), Λόχιτ (6.841,5 MW), Σουμπανσίρι (12.290 MW), Καμένγκ (3.258 MW), Τίστα (6.804 MW) και Μπαράκ (4.627,2 MW).

Ο Κινέζος υδρολόγος Γουάνγκ Γουεϊλούο, που ζει στη Γερμανία, εξήγησε στην εφημερίδα The Epoch Times στις 17 Οκτωβρίου ότι το ινδικό σχέδιο αφορά πρωτίστως τις επενδύσεις στο δίκτυο μεταφοράς υδροηλεκτρικής ενέργειας. Επεσήμανε ότι η συνολική επένδυση για τα πάνω από 200 έργα είναι πιθανότατα πολλαπλάσια, ίσως πέντε έως δέκα φορές μεγαλύτερη.

Το κινεζικό φράγμα και οι περιβαλλοντικές ανησυχίες

Το σχέδιο της Ινδίας παρουσιάστηκε λίγο μετά την έναρξη κατασκευής του κινεζικού υπερφράγματος ύψους 144 δισ. ευρώ στον ποταμό Γιαρλούνγκ Τσανγκμπό, κοντά στα σύνορα με την Ινδία, τον Ιούλιο. Το έργο αυτό προκαλεί ανησυχία τόσο στην Ινδία όσο και στο Μπανγκλαντές, καθώς πιθανές συνέπειες είναι οι διακοπές στη ροή των υδάτων, πλημμύρες και περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Ο ποταμός Γιαρλούνγκ Τσανγκμπό στην πόλη Λιντζί. Θιβέτ, 4 Ιουνίου 2021. (Kevin Frayer/Getty Images)

 

Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι τα κινεζικά φράγματα μπορεί να μειώσουν τη ροή του ποταμού κατά την ξηρή περίοδο έως και 85%, πλήττοντας την Ινδία και το Μπανγκλαντές. Η Ινδία έχει καλέσει την Κίνα να διασφαλίσει πως τα συμφέροντα των χωρών που βρίσκονται κατάντη* δεν θα θιγούν.

Ο Γουάνγκ τόνισε ότι η Κίνα έχει πλεόνασμα ηλεκτρικής ενέργειας και πως ο πραγματικός σκοπός του έργου είναι η τόνωση μιας οικονομίας που παραμένει υποτονική μετά την πανδημία. Ωστόσο, διεθνείς παρατηρητές σημειώνουν ότι, παρά την έναρξη του έργου, η κινεζική οικονομία δεν δείχνει σημάδια ανάκαμψης, με τη χαμηλή εμπιστοσύνη των επενδυτών και τη μείωση της εγχώριας ζήτησης να επιμένουν.

Η γεωπολιτική διάσταση 

Σύμφωνα με αναλυτές, η αντιπαράθεση Ινδίας-Κίνας για τους πόρους του ποταμού Γιαρλούνγκ Τσανγκμπό/Βραχμαπούτρα είναι πρωτίστως γεωπολιτική.

Ο Χανγκ Μινγκ-τε, ερευνητής στο Ινστιτούτο Εθνικής Άμυνας και Ασφάλειας της Ταϊβάν, δήλωσε στην Epoch Times στις 15 Οκτωβρίου ότι η Ινδία ανακοίνωσε σκόπιμα το σχέδιό της αυτή τη χρονική στιγμή, για να ενισχύσει την επιρροή της στην περιοχή. Προσέθεσε ότι, εκτός από τις συνοριακές διαφορές με την Κίνα, οι σχέσεις Ινδίας-Μπαγκλαντές έχουν επιδεινωθεί, καθώς το Μπαγκλαντές φαίνεται να πλησιάζει το Πακιστάν.

Ο ίδιος προειδοποίησε ότι τα σχέδια και των δύο χωρών για ανάπτυξη φραγμάτων στον ίδιο ποταμό θα οξύνουν τον ανταγωνισμό για το νερό, περιορίζοντας τα αποθέματα των χωρών που βρίσκονται κατάντη. Η Ινδία φοβάται ότι θα χάσει τον έλεγχο των υδάτων της από την Κίνα, ενώ το Μπανγκλαντές ανησυχεί για πιθανή εξάρτηση από την Ινδία.

Στρατηγικής σημασίας τοποθεσία και κινεζικές αντιδράσεις

Η περιοχή Μεντόγκ του Θιβέτ απέχει λιγότερο από 20 χιλιόμετρα από την Αρουνάτσαλ Πραντές της Ινδίας.

Ο Γουάνγκ επισήμανε ότι ανάμεσα στα 208 ινδικά έργα περιλαμβάνεται και το φράγμα του ποταμού Σιάνγκ, το οποίο βρίσκεται κατάντη του Γιαρλούνγκ Τσανγκμπό, μετά την έξοδό του από τη Μεντόγκ. Το έργο αυτό, όπως εξήγησε, έχει τεχνικές επιπτώσεις στα κινεζικά φράγματα στα κατώτερα τμήματα του ποταμού, λόγω του φαινομένου της παλινδρόμησης των υδάτων, που μπορεί να επηρεάσει ακόμη και την επιλογή τοποθεσίας του κινεζικού φράγματος.

Ο Γουάνγκ υπενθύμισε ότι για περισσότερο από μία δεκαετία το Πεκίνο έχει εκφράσει επανειλημμένα την αντίθεσή του στην κατασκευή φράγματος από την Ινδία σε αυτό το σημείο, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση της Ινδίας φαίνεται αυτή τη φορά αποφασισμένη να προχωρήσει.

Χάρτης των επτά κύριων ποταμών της Ασίας (κάθε ένας σημειώνεται με μπλε κουκκίδα) που πηγάζουν από το οροπέδιο του Θιβέτ. Η πορτοκαλί κουκκίδα δείχνει την περιοχή όπου ο ποταμός Γιαρλούνγκ Τσανγκμπό εισέρχεται στην Ινδία, στην Αρουνάτσαλ Πραντές, και μετονομάζεται σε ποταμό Βραχμαπούτρα. Ο χάρτης δεν είναι υπό κλίμακα. (Προσαρμογή: Venus Upadhayaya/The Epoch Times)

 

Ένα κινεζικό κρατικό μέσο, το 163.com, δημοσίευσε στις 7 Οκτωβρίου άρθρο με τίτλο Why Must the Yarlung Tsangbo River Dam Be Built Now? It’s Now or It will Be Too Late! («Γιατί πρέπει να κατασκευαστεί τώρα το φράγμα του ποταμού Γιαρλούνγκ Τσανγκμπό; Τώρα πρέπει, αλλιώς θα είναι πολύ αργά!»).

Το άρθρο υποστήριζε ότι, στο σημερινό πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής και των ελλείψεων νερού, «όποιος κατασκευάζει φράγματα και ελέγχει τη ροή κοντά στην πηγή, αποκτά τον έλεγχο». Παραδεχόταν ακόμη ότι η ανησυχία της Ινδίας για πιθανό έλεγχο της ροής από την Κίνα δεν αποτελεί θεωρία συνωμοσίας, αλλά γεωπολιτική πραγματικότητα.

Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, η κατασκευή του κινεζικού φράγματος θεωρείται «στρατηγικό σημείο ελέγχου», καθώς δεν αποτελεί απλώς ενεργειακό έργο, αλλά «σύμβολο εθνικής παρουσίας» που υποχρεώνει τις γειτονικές χώρες «να το σκεφτούν διπλά πριν κινηθούν στην περιοχή».

Οι αμφισβητούμενες συνοριακές γραμμές

Ο Γουάνγκ εξήγησε ότι υπάρχουν τρεις διαφορετικές οριοθετήσεις των συνόρων μεταξύ Κίνας και Ινδίας.

Η πρώτη είναι η γραμμή που χαράσσεται στους κινεζικούς χάρτες, σύμφωνα με την οποία η νότια περιοχή του Θιβέτ —γνωστή ως Αρουνάτσαλ Πραντές στην Ινδία— θεωρείται κινεζικό έδαφος. Τα κινεζικά υδροηλεκτρικά έργα στα κατώτερα τμήματα του ποταμού βασίζονται σε αυτή τη γραμμή.

Η δεύτερη είναι η Γραμμή ΜακΜάχον, η οποία αναγνωρίζεται διεθνώς ως το νόμιμο σύνορο, αλλά δεν αναγνωρίζεται από το Πεκίνο. Βάσει αυτής, η Αρουνάτσαλ Πραντές αποτελεί ινδικό έδαφος — γεγονός που μειώνει σημαντικά το μήκος του ποταμού στην Κίνα.

Η τρίτη γραμμή βρίσκεται περίπου 20 χιλιόμετρα βόρεια της Γραμμής ΜακΜάχον και αντιπροσωπεύει την πραγματική γραμμή ελέγχου, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τον συνοριακό πόλεμο της δεκαετίας του 1960, όταν ο Μάο Τσετούνγκ διέταξε τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό να αποσυρθεί βόρεια.

Ο Γουάνγκ υποστήριξε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) σκοπεύει να χρησιμοποιήσει την κατασκευή του μεγαλύτερου υδροηλεκτρικού έργου στον κόσμο ως μέσο για την αναζωπύρωση της συνοριακής διαμάχης και μία εκ νέου διείσδυση στη νότια περιοχή του Θιβέτ.

Με τη συμβολή του Luo Ya και πληροφορίες από το Reuters

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ανάντη: τα τμήματα που βρίσκονται πιο κοντά στις πηγές (αντώνυμο: κατάντη, τα τμήματα προς τις εκβολές)

Η JPMorgan και η Goldman Sachs παραμένουν στην Κίνα παρά τις τεταμένες σχέσεις ΗΠΑ–Πεκίνου

Οι αμερικανικές τράπεζες JPMorgan Chase και Goldman Sachs σκοπεύουν να παραμείνουν στην Κίνα, παρά την επιδείνωση των σχέσεων Ουάσιγκτον–Πεκίνου, προσαρμόζοντας ωστόσο τη στρατηγική τους στη μεταβαλλόμενη πολιτική και οικονομική πραγματικότητα.

Αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή η στάση σηματοδοτεί την είσοδο της Wall Street σε μια νέα φάση, που χαρακτηρίζεται ως «απεξάρτηση χωρίς αποσύνδεση».

Ο Ντάνιελ Πίντο (Daniel Pinto), αντιπρόεδρος της JPMorgan, δήλωσε στις 15 Οκτωβρίου ότι η μεγαλύτερη τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών εξακολουθεί να επενδύει στην Κίνα, επισημαίνοντας πως, αν οι διμερείς σχέσεις ήταν καλύτερες, «το μέγεθος των δραστηριοτήτων μας θα ήταν πολλαπλάσιο από ό,τι είναι σήμερα». Όπως ανέφερε, η JPMorgan συνεχίζει τη λειτουργία της στη χώρα, διαχειριζόμενη προσεκτικά την έκθεση, το μέγεθος, τη ρευστότητα και την ποιότητα των επενδύσεών της.

Η τράπεζα απασχολεί αρκετές χιλιάδες υπαλλήλους στην Κίνα, με τον Πίντο να επισημαίνει ότι «η επιχείρηση είναι σε ικανοποιητικό επίπεδο», προσθέτοντας ότι οι Κινέζοι ρυθμιστές υπήρξαν «αρκετά συνεργάσιμοι» όσον αφορά τη χορήγηση αδειών σε ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη του κινεζικού χρηματοοικονομικού τομέα.

Αντίστοιχα, η Goldman Sachs ανέφερε ότι διατηρεί σταθερή παρουσία στην κινεζική αγορά. Ο πρόεδρος της εταιρείας, Τζον Ουόλντρον (John Waldron), σημείωσε σε συνέδριο στην Ουάσιγκτον την ίδια ημέρα ότι η τράπεζα «δεν αποχωρεί από την Κίνα» και παραμένει «σταθερά ενεργή σε αυτές τις αγορές». Εξήγησε ότι η Goldman Sachs συνεργάστηκε φέτος με κινεζικές εταιρείες σε σημαντικές συναλλαγές στις κεφαλαιαγορές, υποστηρίζοντας την άντληση κεφαλαίων για επιχειρήσεις με έδρα την Κίνα.

Ο Ουόλντρον παρατήρησε επίσης ότι οι εταιρείες αναμένεται να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους, καθώς οι μεταβαλλόμενες σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας επηρεάζουν τις ροές κεφαλαίων και τις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Οι δηλώσεις των στελεχών των δύο τραπεζών ήρθαν λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση των κερδών τρίτου τριμήνου, στις 9 Οκτωβρίου, που ξεπέρασαν τις προσδοκίες της Wall Street και συνοδεύτηκαν από επαναβεβαίωση της δέσμευσής τους να συνεχίσουν τις δραστηριότητες στην Κίνα.

Επανεκκίνηση της Wall Street στην Κίνα

Ο ανεξάρτητος οικονομολόγος Ντέιβι Τζ. Γουόνγκ (Davy J. Wong), με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι το γεγονός πως οι αμερικανικές επενδυτικές τράπεζες συνεχίζουν να επενδύουν στην Κίνα, αλλά με προσαρμογές στη λειτουργία τους, σηματοδοτεί «την είσοδο της Wall Street στη φάση της ‘απεξάρτησης χωρίς αποσύνδεση’».

Αναφερόμενος στις πιθανές αλλαγές στρατηγικής, ο Γουόνγκ εκτίμησε ότι οι τράπεζες ίσως μετατοπίσουν το επίκεντρο των πελατών τους «από την εξυπηρέτηση νέων ξένων επενδυτών και τοπικών ιδιωτικών εταιρειών, προς τη στήριξη των πολυεθνικών που δραστηριοποιούνται στην Κίνα και των υπεράκτιων αναγκών κινεζικών επιχειρήσεων».

Πρόσθεσε ότι οι αμερικανικές επενδυτικές τράπεζες ενδέχεται να «περιορίσουν την παρουσία τους εντός της χώρας και να μεταφέρουν τα κέντρα διαχείρισης κινδύνου στο Χονγκ Κονγκ και τη Σιγκαπούρη», δημιουργώντας έναν «διπλό κύκλο» -τοπικό και υπεράκτιο.

Κατά τον Γουόνγκ, οι ξένες τράπεζες θα μπορούσαν να στραφούν σε προϊόντα «όπως οι συγχωνεύσεις και εξαγορές στο εξωτερικό, τα παράγωγα, η διαχείριση ρευστότητας και οι υπηρεσίες θεματοφυλακής», αντί για παραδοσιακές δραστηριότητες όπως οι εκδόσεις τίτλων και ο δανεισμός.

Σύμφωνα με τον Γουόνγκ, οι ξένες επενδυτικές τράπεζες εξακολουθούν να αποκομίζουν κέρδη στην Κίνα, παρά τις βαριές κρατικές παρεμβάσεις, λόγω των μοναδικών τους λειτουργιών για το κινεζικό καθεστώς. Όπως εξήγησε, οι αρχές «κατά καιρούς χρειάζονται τη συμμετοχή ξένων τραπεζών για να στείλουν μήνυμα ανοίγματος και σταθερότητας». Παράλληλα, «οι πολυεθνικές και οι κινεζικές εξαγωγικές εταιρείες εξαρτώνται από τα παγκόσμια δίκτυα λογαριασμών και τα κανάλια εκκαθάρισης δολαρίων των ξένων επενδυτικών τραπεζών».

Συνδυαστική φωτογραφία αρχείου δείχνει τα λογότυπα των τραπεζών UBS, Citibank, Morgan Stanley, BlackRock, JPMorgan Chase και Goldman Sachs. (Reuters)

 

Ο καθηγητής Φενγκ Τσονγκγί (Feng Chongyi) του Πανεπιστημίου Τεχνολογίας του Σίδνεϋ υπογράμμισε ότι η κινεζική οικονομία, ελεγχόμενη από το καθεστώς, δεν είναι κανονική οικονομία της αγοράς και ότι πολλές επιχειρήσεις υφίστανται τεράστιες ζημίες. Εντούτοις, ορισμένες εταιρείες που ανήκουν σε απογόνους υψηλόβαθμων αξιωματούχων του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) «έχουν δικούς τους τρόπους να κερδίζουν χρήματα» μέσα σε αυτό το σύστημα. Τα συμφέροντα αυτών των εταιρειών συχνά συμπίπτουν με εκείνα των ξένων τραπεζών, γεγονός που, σύμφωνα με τον Φενγκ, τους επιτρέπει «να εγγράφονται στην Κίνα και να παρέχουν υπηρεσίες που δεν επιτρέπονται σε άλλες τράπεζες».

Ο Γουόνγκ πρόσθεσε ότι «οι ξένες χρηματοπιστωτικές εταιρείες διαθέτουν ασύγκριτες δυνατότητες σε τομείς όπως η διεθνής εκκαθάριση, η θεματοφυλακή, η διαχείριση κινδύνου παραγώγων και η τιμολόγηση—τομείς που οι εγχώριοι ανταγωνιστές δεν μπορούν εύκολα να αντιγράψουν».

Εύθραυστη ισορροπία πολιτικών «κόκκινων γραμμών»

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η JPMorgan Chase ανακοίνωσε στις 13 Οκτωβρίου ότι θα επενδύσει έως 10 δισ. δολάρια κυρίως σε αμερικανικές εταιρείες στους τομείς της άμυνας, της ενέργειας, των κρίσιμων ορυκτών και της προηγμένης μεταποίησης, στο πλαίσιο ενός δεκαετούς προγράμματος ύψους 1,5 τρισ. δολαρίων για τη στήριξη στρατηγικών βιομηχανιών που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια και ανθεκτικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Γουόνγκ επεσήμανε ότι η επιλογή της JPMorgan να συνεχίζει τις δραστηριότητές της στην Κίνα, ενώ ταυτόχρονα επενδύει σε κρίσιμους τομείς των ΗΠΑ, αποδεικνύει πως η βασική στρατηγική της τράπεζας είναι να εξισορροπεί τις πολιτικές «κόκκινες γραμμές», διατηρώντας εμπορικούς δεσμούς χωρίς να παραβιάζει τα όρια της εθνικής ασφάλειας.

Η επιγραφή στα κεντρικά γραφεία της JPMorgan Chase & Co. στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, στις 30 Ιουνίου 2022. (Andrew Kelly/Reuters)

 

Η παρουσία αυτών των αμερικανικών τραπεζών στην Κίνα, κατά τον ίδιο, φανερώνει «πολύπλοκες πολιτικές διευθετήσεις σε υψηλό επίπεδο», που περιλαμβάνουν «εσωτερικό συντονισμό με το Πεκίνο, πολιτικά προνόμια και ενεργό άσκηση πιέσεων στην Ουάσιγκτον». Όπως είπε, οι τράπεζες εφαρμόζουν στρατηγικές «διαχωρισμού δραστηριοτήτων, μείωσης ευαισθησίας και ελαφρύτερων ισολογισμών» ώστε να διατηρήσουν περιθώρια ελιγμών ανάμεσα στις δύο δυνάμεις.

Αυξημένοι κίνδυνοι και πιθανές ανατροπές

Παρά την απροθυμία των ξένων τραπεζών να εγκαταλείψουν την κινεζική αγορά, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι αντιμετωπίζουν σοβαρούς κινδύνους, ιδίως αν οι σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας συνεχίσουν να επιδεινώνονται ή αν υπάρξει ξαφνική πολιτική αναταραχή στην Κίνα.

Οι κυριότεροι κίνδυνοι, σύμφωνα με τον Γουόνγκ, περιλαμβάνουν «έλεγχο κεφαλαίων, παγίδευση κεφαλαίων εντός της χώρας, υποτίμηση περιουσιακών στοιχείων, ρυθμιστικές επιδρομές και πολιτικές κατασχέσεις». Τόνισε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος προκύπτει από «απότομες πολιτικές μεταβολές, όπως πάγωμα λογαριασμών ή αναγκαστικές κρατικές παρεμβάσεις». Για την προστασία τους, όπως είπε, οι τράπεζες χρησιμοποιούν «πολυστρωματικά υπεράκτια σχήματα, καταπιστεύματα και απομονωμένα χαρτοφυλάκια».

Ο ίδιος επισήμανε ότι οι περισσότερες ξένες τράπεζες λειτουργούν με «ελαφριά δομή ενεργητικού» και εκκαθαρίσεις εκτός Κίνας, γεγονός που καθιστά απίθανη την πλήρη απώλεια περιουσιακών στοιχείων ή κερδών.

Την ίδια στιγμή, η αμερικανική κυβέρνηση εντείνει τον έλεγχο των χρηματοδοτήσεων που ενισχύουν τη διεθνή επέκταση του κινεζικού καθεστώτος. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσσεντ κάλεσε στις 15 Οκτωβρίου την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να σταματήσουν τη χρηματοδότηση προς την Κίνα.

Δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών μετρώνται δίπλα σε δεσμίδες κινεζικών χαρτονομισμάτων των 100 γουάν (RMB) σε τράπεζα στην Χουαϊμπέ. Κίνας, στις 24 Σεπτεμβρίου 2013. (STR/AFP μέσω Getty Images)

 

Κατά τον Γουόνγκ, η βασική ανησυχία πίσω από αυτή την έκκληση είναι ότι «τα κεφάλαια της Παγκόσμιας Τράπεζας ανακυκλώνονται από το Πεκίνο ως δευτερογενείς δανειοδοτήσεις για τα έργα της Πρωτοβουλίας ‘Μία ζώνη, ένας δρόμος’ (Belt and Road Initiative), ενισχύοντας έτσι τη γεωπολιτική επιρροή της Κίνας».

Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η Παγκόσμια Τράπεζα αποτελεί πολυμερή οργανισμό αναπτυξιακού χαρακτήρα, υποκείμενο σε άμεση πολιτική καθοδήγηση, «ενώ οι τράπεζες JPMorgan και Goldman είναι ιδιωτικές οντότητες—επομένως δεν αναμένονται γενικές απαγορεύσεις».

Ο Φενγκ συμφώνησε εν μέρει, σημειώνοντας ότι «οι δυτικές κυβερνήσεις δεν μπορούν να ελέγξουν πλήρως αυτές τις μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες, καθώς η νομοθεσία τους δεν το επιτρέπει». Υπογράμμισε ότι οποιαδήποτε απαγόρευση εις βάρος ιδιωτικών τραπεζών θα μπορούσε να επιβληθεί «μόνο υπό εξαιρετικές συνθήκες, όπως σε περίπτωση πολέμου». Επομένως, όσο η αμερικανική κυβέρνηση δεν εκδίδει απόλυτη απαγορευτική εντολή, «οι τράπεζες θα παραμείνουν στην κινεζική αγορά και θα συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους».

Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, ο Γουόνγκ προέβλεψε ότι οι αμερικανικές ρυθμιστικές αρχές πιθανότατα θα προειδοποιήσουν τις εγχώριες τράπεζες να αποφεύγουν τη χρηματοδότηση έργων που θα μπορούσαν να ενισχύσουν το διεθνές οικονομικό αποτύπωμα της Κίνας. Ανέφερε ότι «η Ουάσιγκτον ενδέχεται να επιβάλει έμμεσους περιορισμούς μέσω ελέγχου επενδύσεων, καταλόγων τομέων ή κατευθυντήριων οδηγιών εποπτείας».

Με τη συμβολή του Luo Ya και πληροφορίες από το Reuters

Μάχη με τον ιό Chikungunya στη Νότια Κίνα: Δραστικά μέτρα και ανησυχίες κατοίκων

Ο ιός Chikungunya συνεχίζει να εξαπλώνεται στην επαρχία Γκουανγκντόνγκ της νότιας Κίνας το φετινό φθινόπωρο, με την πόλη Τζιανγκμέν να αναδεικνύεται ως το νέο επίκεντρο της επιδημίας.

Το καθεστώς του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας έχει υιοθετήσει υποχρεωτικά μέτρα για την αντιμετώπιση της έξαρσης, προκαλώντας ερωτήματα και επικρίσεις από κατοίκους και επιστήμονες.

Το Επαρχιακό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων της Γκουανγκντόνγκ ανακοίνωσε στις 28 Σεπτεμβρίου ότι την περίοδο 21 έως 27 Σεπτεμβρίου καταγράφηκαν 3.153 νέα τοπικά κρούσματα chikungunya στην επαρχία.

Από αυτά, τα 2.927 αφορούσαν την Τζιανγκμέν, 78 τη Φοσάν, 68 την Γκουανγκτζού, 22 τη Σενζέν και 13 την Τζουχάι.

Σύμφωνα με κρατικά μέσα ενημέρωσης, δεν αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά ή θάνατοι. Την προηγούμενη εβδομάδα (14–20 Σεπτεμβρίου), στην Τζιανγκμέν ανακοινώθηκαν 2.238 κρούσματα chikungunya, με τις τοπικές αρχές να ενεργοποιούν το Επίπεδο 3 συναγερμού για έκτακτη ανάγκη δημόσιας υγείας, όπως έγινε γνωστό σε ενημέρωση στις 28 Σεπτεμβρίου.

Στην Κίνα υπάρχουν τέσσερα επίσημα επίπεδα αντίδρασης: 1, 2, 3 και 4. Ο ιός chikungunya είναι νόσημα που μεταδίδεται κυρίως μέσω κουνουπιών, με συμπτώματα όμοια με αυτά του δάγκειου πυρετού: πυρετός, έντονοι πόνοι στις αρθρώσεις, μυαλγίες, πονοκέφαλος, κόπωση και εξανθήματα. Οι θάνατοι είναι σπάνιοι, αλλά ενδέχεται να συμβούν, κυρίως σε ευάλωτες ομάδες, όπως άτομα με χρόνια νοσήματα.

Δεν υπάρχει εξειδικευμένη αντιική θεραπεία για το chikungunya.

Αρχικά, το επίκεντρο της επιδημίας βρισκόταν στη Φοσάν, όπου εντοπίστηκε το πρώτο κρούσμα τον Ιούλιο.

 Η εξόντωση των κουνουπιών ως πολιτική εκστρατεία

Η Μόνιμη Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας της Τζιανγκμέν συνεδρίασε στις 26 Σεπτεμβρίου για το ξέσπασμα του chikungunya, χαρακτηρίζοντας την καταπολέμηση των κουνουπιών ως το κορυφαίο πολιτικό καθήκον της περιόδου.

Κάλεσε σε πλήρη κινητοποίηση και πανκοινωνική συμμετοχή, διατρανώνοντας πως «με κάθε κόστος πρέπει να εξολοθρεύσουμε τα ενήλικα κουνούπια και να καταστρέψουμε τα αβγά τους μέσα σε τρεις έως τέσσερις ημέρες, πριν την Εθνική Εορτή του καθεστώτος, την 1η Οκτωβρίου», σύμφωνα με κρατικά ελεγχόμενα μέσα.

Λίγες μόλις ημέρες μετά το πέρασμα του τυφώνα Ρεγκάσα, στις 24 Σεπτεμβρίου, η καθημερινότητα των κατοίκων επηρεάστηκε σημαντικά λόγω της μαζικής εκστρατείας εκκαθάρισης κουνουπιών από τις αρχές.

Η κυρία Λιανγκ, κάτοικος της Τζιανγκμέν, που ζήτησε να μην αποκαλυφθεί το πλήρες όνομά της για λόγους ασφαλείας, δήλωσε στην Epoch Times στις 30 Σεπτεμβρίου: «Ψεκάζουν διαρκώς εντομοκτόνα, και η μυρωδιά είναι πολύ έντονη και αποπνικτική. Όταν οι εργαζόμενοι του τοπικού γραφείου έρχονται για ψεκασμούς, αναγκάζομαι να εγκαταλείψω το σπίτι μου για να ξεφύγω από τη δυσοσμία».

Η ίδια περιέγραψε την κατάσταση ως ανεξέλεγκτη και πρόσθεσε: «Όσοι μολύνονται έχουν πυρετό και πόνους στις αρθρώσεις».

Ανάλογη εικόνα περιγράφει και ο κ. Γουάνγκ, επίσης κάτοικος Τζιανγκμέν, που μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας. «Τα νοσοκομεία μας είναι γεμάτα. Όλοι όσοι δέχθηκαν τσίμπημα και ανέβασαν πυρετό ψάχνουν θεραπεία. Πολυάριθμες αγορές, ακόμα και οι “υγρές” αγορές τροφίμων, έχουν κλείσει. Απαγορεύονται οι γλάστρες σε μπαλκόνια και ταράτσες. Ήρθαν και πήραν τα φυτά. Δεν μπορείς να καλλιεργήσεις ούτε χορτάρι», κατήγγειλε για τα δρακόντεια μέτρα περιορισμού.

Περιέγραψε ακόμη: «Όλη η πόλη παλεύει με τα κουνούπια. Παντού ψεκάζουν χημικά, η ατμόσφαιρα είναι γεμάτη ομίχλη, και ο κόσμος δεν αντέχει τη μυρωδιά».

Ήδη από τον Ιούλιο, Κινέζοι επιστήμονες είχαν προειδοποιήσει στον τοπικό Τύπο ότι τα κουνούπια της Γκουανγκντόνγκ έδειχναν ανθεκτικότητα στα εντομοκτόνα λόγω των επανειλημμένων, μαζικών ψεκασμών που εφαρμόζουν οι αρχές στην προσπάθεια πρόληψης του δάγκειου πυρετού.

Ο Σον Λιν, επίκουρος καθηγητής στο τμήμα βιοϊατρικών επιστημών του Feitian College και πρώην μικροβιολόγος του αμερικανικού στρατού, δήλωσε στην Epoch Times: «Είναι παράδοξο. Για τα περισσότερα νοσήματα που μεταδίδονται από κουνούπια, οι εκστρατείες εκρίζωσης έχουν άμεσα αποτελέσματα. Στην Γκουανγκντόνγκ, όμως, τα κουνούπια προσαρμόζονται στα υπάρχοντα εντομοκτόνα».

Εξέφρασε επίσης ανησυχία για την ταυτόχρονη εξάπλωση και άλλων μολυσματικών νοσημάτων, όπως ο δάγκειος πυρετός και η μηνιγγίτιδα. «Πρέπει πρώτα να ταυτοποιηθεί ο παθογόνος παράγοντας της επιδημίας. Διαφορετικά, ο έλεγχος δεν θα είναι αποτελεσματικός», τόνισε.

Δημοτικοί υπάλληλοι ψεκάζουν απολυμαντικά για την αποστείρωση και την εξόντωση των κουνουπιών στην πόλη Γκουάνγκτζου της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ στα τέλη Σεπτεμβρίου 2014. Στιγμιότυπο οθόνης/Κινεζικό Εθνικό Ραδιόφων

 

Ο Δρ Τζόναθαν Λιου, καθηγητής στο Canada Public College και υπεύθυνος του Liu’s Wisdom Healing Center, επέκρινε το γεγονός ότι οι αρχές αντιμετωπίζουν τον έλεγχο των κουνουπιών ως ύψιστο πολιτικό διακύβευμα. «Η πρόληψη επιδημιών είναι καταρχάς ιατρικό ζήτημα, άρα οφείλουν να σέβονται την επιστήμη και τον ανθρωπισμό», δήλωσε στην Epoch Times.

«Δεν υφίσταται λόγος για τόσο μεγάλη έξαρση μέτρων κατά των κουνουπιών. Πρώτον, είναι ανέφικτο να τα εξοντώσεις όλα. Στη φύση υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στα όντα – τα κουνούπια, αν και ενοχλητικά, διαδραματίζουν το ρόλο τους. Η μαζική εξάλειψή τους θα δημιουργούσε περαιτέρω ανισορροπίες».

Εκατομμύρια εργαστηριακά κουνούπια στη μάχη

Όπως αποκάλυψε η Epoch Times, το κινεζικό καθεστώς εφαρμόζει, ήδη από τον Μάιο, την απελευθέρωση δεκάδων εκατομμυρίων ειδικά επεξεργασμένων κουνουπιών κάθε μήνα, μέθοδο που προηγείται κατά δύο μήνες του ξεσπάσματος του chikungunya, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του δάγκειου πυρετού και άλλων ασθενειών.

Τα εργαστηριακά αρσενικά κουνούπια ζευγαρώνουν με τα άγρια θηλυκά, παράγοντας μη βιώσιμα αβγά – τεχνική γνωστή ως μόλυνση με Wolbachia, όπου αποικίζει τον οργανισμό τους το συνηθισμένο βακτήριο Wolbachia, περιορίζοντας την αναπαραγωγική τους επιτυχία. Οι λεγόμενες «φάμπρικες κουνουπιών» τρέφουν αυτά τα έντομα με αίμα προβάτων.

Μια τεχνικός εργαστηρίου φοράει μάσκα καθώς τοποθετεί νύμφες κουνουπιών σε ένα κλουβί στο Κέντρο Μαζικής Παραγωγής του Κοινού Κέντρου Ελέγχου Φορέων Τροπικών Ασθενειών του Πανεπιστημίου Sun Yat-Sen και του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν στο Γκουάνγκτζου της Κίνας, στις 20 Ιουνίου 2016. Kevin Frayer/Getty Images

 

Από τον Αύγουστο, οι αρχές ενέτειναν τη χρήση της μεθόδου Wolbachia, απελευθερώνοντας ολοένα και περισσότερα εργαστηριακά κουνούπια για να ελέγξουν το νέο ξέσπασμα.

Η τεχνική, ωστόσο, έχει αδυναμίες: αν εργαστηριακά θηλυκά δεν διαχωριστούν σωστά και αφεθούν στη φύση, συνεχίζουν να αναπαράγονται και να μεταδίδουν ασθένειες.

Όπως υπογραμμίζει ο Λιν, ο κίνδυνος διαφυγής θηλυκών κατά την απελευθέρωση είναι υπαρκτός. «Κανείς δεν γνωρίζει αν έχουν προκύψει μεταλλάξεις που ενισχύουν την ανθεκτικότητά τους στο περιβάλλον, καθιστώντας την εξάλειψή τους ακόμη δυσκολότερη. Είναι ένα πρόσθετο σημείο ανησυχίας».

Υποχρεωτική καραντίνα

Οι κινεζικές αρχές συνεχίζουν να εφαρμόζουν περιοριστικά μέτρα αντίστοιχα με εκείνα της πανδημίας του Covid-19, συμπεριλαμβανομένης και της υποχρεωτικής καραντίνας.

Στις 29 Σεπτεμβρίου, οι αρχές της Τζιανγκμέν ανήρτησαν στην επίσημη ιστοσελίδα ανακοίνωση κατά την οποία όλοι οι κάτοικοι οφείλουν να συμμορφώνονται με τα μέτρα ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων έρευνας, ελέγχων, λήψης δειγμάτων, απομόνωσης και πάσης φύσεως μέτρων για τη διαχείριση μολυσματικών ασθενειών. Η ανακοίνωση επισήμαινε χαρακτηριστικά: «Δεν επιτρέπεται η άρνηση καραντίνας».

Η κυρία Λιανγκ δήλωσε ότι «φοράω συνεχώς βραχιόλι κατά των κουνουπιών· αν σε τσιμπήσει κουνούπι, σε παίρνουν και σε πηγαίνουν σε καραντίνα».

Ο Λιν επισήμανε πως για την πρόληψη του chikungunya αρκούν βασικά μέτρα, όπως σίτες, κουνουπιέρες και μακρυμάνικα ρούχα. Αναφορικά με τους ακραίους χειρισμούς των αρχών, εξέφρασε την εκτίμηση πως «πιθανόν κυκλοφορούν και άλλες μολυσματικές ασθένειες στην περιοχή, εκτός από chikungunya».

Αγοραστές στο Σενζέν της Κίνας, στις 3 Απριλίου 2025. Getty Images

 

Υπογράμμισε ακόμη πως η εκμετάλλευση των κατοίκων μέσω υποχρεωτικής, αυτοχρηματοδοτούμενης καραντίνας και διαγνωστικών τεστ είναι μάλλον μόνο μία πτυχή του προβλήματος. «Η κατάσταση είναι μάλλον περίπλοκη και αξίζει διεθνούς προσοχής».

Ο Δρ Λιου συμπλήρωσε: «Η καταστολή των ασθενειών από το κινεζικό καθεστώς, όπως και κατά του Covid-19, οργανώνεται απευθείας από την ηγεσία του ΚΚΚ. Τα lockdown διήρκεσαν πολύ, αφήνοντας πολλούς ανθρώπους σε οριακή κατάσταση – κάποιοι εγκλωβίστηκαν σε πυρκαγιές, άλλοι πείνασαν μέχρι θανάτου. Πρόκειται για καταστροφή και τραγωδία ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε άλλες χώρες, απλώς ακολουθούνται οι ιατρικές πρακτικές και τα μέτρα ελέγχου χωρίς καταναγκασμούς προς τους πολίτες».

Με την συμβολή των Λούο Γιε και Λι Ζι

Η στρατηγική σημασία της θαλάσσιας γραμμής China-Europe Arctic Express

Το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας εγκαινίασε αυτήν την εβδομάδα νέα διαδρομή θαλάσσιας μεταφοράς προς την Ευρώπη μέσω της Αρκτικής, όπως μετέδωσαν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης στις 22 Σεπτεμβρίου, αναζωπυρώνοντας το διεθνές ενδιαφέρον για τις φιλοδοξίες του Πεκίνου περί «Πολικής Οδού του Μεταξιού».

Η ναυτιλιακή γραμμή Sea Legend απέστειλε το πρώτο της πλοίο, το Istanbul Bridge, από το λιμάνι Νινγκμπό-Τζουσάν της ανατολικής επαρχίας Ζετζιάνγκ με προορισμό το λιμάνι Φέλιξστοου στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua.

Αναλυτές επισημαίνουν ότι η συγκεκριμένη διαδρομή παρουσιάζει για το κινεζικό καθεστώς περισσότερο γεωστρατηγική παρά εμπορική αξία. Η έναρξη λειτουργίας της γραμμής China-Europe Arctic Express έρχεται εν μέσω προσωρινού κλεισίματος των χερσαίων συνόρων Πολωνίας–Λευκορωσίας από τις 12 έως τις 25 Σεπτεμβρίου, γεγονός που διέκοψε τη China-Europe Railway Express, μια κομβική αρτηρία μεταξύ Κίνας κι Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναστέλλοντας το μεγαλύτερο μέρος της διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων μέσω σιδηροδρόμου.

Η νέα διαδρομή αναμένεται να διαρκεί περίπου 18 ημέρες απλής μετάβασης, χρόνος σημαντικά μικρότερος από ό,τι μέσω τρένου, της διώρυγας του Σουέζ ή του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, σύμφωνα με το Xinhua. 

Η επίσημη εφημερίδα του Πεκίνου Global Times δημοσίευσε επίσης άρθρο, τονίζοντας ότι δεν πρόκειται απλώς για μια νέα γραμμή ναυσιπλοΐας.

Στο άρθρο παρομοιάζεται η διάνοιξη βόρειας θαλάσσιας οδού δια μέσου της Αρκτικής με τις ιστορικές διώρυγες του Παναμά και του Σουέζ.

Παράλληλα χαρτογραφούνται οι μακρόπνοες επιδιώξεις του κινεζικού κράτους για την Αρκτική, ενώ ασκείται κριτική σε τρίτες δυνάμεις που μεταχειρίζονται την περιοχή σαν «αυλή» τους, ανταγωνιζόμενες για τους ενεργειακούς της πόρους και ενισχύοντας στρατιωτικά ερείσματα.

Το άρθρο αναπτύσσει εκ νέου τη στρατηγική πολιτικής και οικονομικής επέκτασης της Κίνας στην περιοχή. Η «Πολική Οδός του Μεταξιού», που εισήγαγε για πρώτη φορά το 2017 ο ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ, φαίνεται πλέον να υλοποιείται μέσω της γραμμής China-Europe Arctic Express.

Πρόκειται για προέκταση και θεμέλιο λίθο της ευρύτερης πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», γνωστής και ως Belt and Road Initiative (BRI) – το φιλόδοξο εξωτερικό πολιτικό εγχείρημα του Πεκίνου που ξεκίνησε το 2013, με στόχο την αναβίωση των ιστορικών χερσαίων και θαλάσσιων εμπορικών αρτηριών της αρχαίας Κίνας, συνδέοντας Ασία, Ευρώπη και Αφρική στον 21ο αιώνα.

Στο πλαίσιο αυτό, κινεζικά κεφάλαια επενδύονται σε έργα υποδομών υψηλού κόστους σε περισσότερες από 60 συμμετέχουσες χώρες, μια από τις οποίες είναι και η Ελλάδα, – μια πρωτοβουλία που έχει δεχθεί έντονη κριτική για τη δημιουργία «παγίδων χρέους» και για λειτουργία ως όχημα διεύρυνσης της κινεζικής πολιτικής επιρροής.

Η τρίτη διαδρομή, η «Πολική Οδός του Μεταξιού», εισήχθη επίσημα το 2018 ως μέρος του BRI, με σκοπό την ανάπτυξη ναυτιλιακών οδών στην Αρκτική, κυρίως της Βόρειας Θαλάσσιας Οδού, και τη δημιουργία υποδομών καθ’ όλο το μήκος της.

Διπλός ρόλος

Η στρατηγική της Κίνας μέσω του BRI στοχεύει αφενός σε γεωπολιτική διείσδυση διά ξηράς και θαλάσσης, αφετέρου στην ενίσχυση της οικονομικής και εμπορευματικής της διασύνδεσης.

Ερευνητής του Ινστιτούτου Εθνικής Άμυνας και Ερευνών Ασφάλειας στην Ταϊβάν δήλωσε στη Epoch Times: «Η China-Europe Arctic Express, αυτή η καθοριστικής σημασίας εξέλιξη της «Πολικής Οδού του Μεταξιού», ενσαρκώνει διττή λειτουργία: εμπορικής διασύνδεσης και γεωστρατηγικής επέκτασης και ναυτικής παρουσίας».

Όπως υποστηρίζει ο ίδιος, «εκτός από τη διακίνηση φορτίων μέσω της συντομότερης διαδρομής της Αρκτικής προς την Ευρώπη, διευκολύνεται η διάταξη του κινεζικού πολεμικού ναυτικού στον Αρκτικό Ωκεανό, με δυνητική προβολή δυνάμεων ακόμη και προς τον Ατλαντικό, επηρεάζοντας σοβαρά μελλοντικές εξελίξεις στην ανατολική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών». Αυτό εξηγεί και τη σημασία που δίνει ο Ντόναλντ Τραμπ στη Γροιλανδία.

Ένα πλοίο του Βασιλικού Δανικού Ναυτικού ετοιμάζεται να δέσει στο λιμάνι της πόλης Νουούκ, στη Γροιλανδία, στις 4 Μαΐου 2025. John Fredricks/The Epoch Times

 

Προσθέτει: «Γι’ αυτό και η Global Times αναφέρει ότι ο δρόμος της Αρκτικής δεν είναι μόνο εμπορικός διάδρομος. Αν το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα ενισχύσει την επιρροή του στην Αρκτική, αυτό αναπόφευκτα θα διαταράξει τη γεωστρατηγική ισορροπία και ναυτική ισχύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή – μια εξέλιξη που δεν πρέπει να υποτιμηθεί».

Γεωπολιτικά, η Αρκτική είναι πλούσια σε φυσικούς πόρους και, καθώς οι πάγοι λιώνουν, η ναυσιπλοΐα και δυναμικότητα εκμετάλλευσης αυξάνονται, σχολιάζει στην Epoch Times ο καθηγητής διεθνών σχέσεων Σουν Κουιξιάν του Πανεπιστημίου Νανχουά, Ταϊβάν.

Ο Σουν επισημαίνει ότι η εμπλοκή της Κίνας στην αρκτική αποσκοπεί στη διασφάλιση ρόλου τόσο στην αξιοποίηση πόρων όσο και στη διαμόρφωση των κανόνων ναυσιπλοΐας του μέλλοντος. Τονίζει ότι αρκετές δυτικές χώρες έχουν εκφράσει ανησυχίες για την αυξανόμενη κινεζική επιρροή στην Αρκτική, που ίσως προσφέρει δικαιολογία για στρατιωτική παρουσία και κατασκοπευτικές δραστηριότητες, απειλώντας τη στρατιωτική ισορροπία και τη γεωπολιτική σταθερότητα στην περιοχή.

Περισσότερο συμβολικό, παρά πρακτικό

Για τον ανεξάρτητο οικονομολόγο Ντέιβι Τζέι Γουάνγκ, που μίλησε στην Epoch Times από τις ΗΠΑ, η China-Europe Arctic Express έχει κυρίως στρατηγική και όχι εμπορική βαρύτητα. «Η συμβολή της στη χωρητικότητα μεταφοράς είναι περιορισμένη και, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα παραδοσιακά θαλάσσια δρομολόγια ή το China-Europe Railway Express που παραμένει ο κύριος άξονας του BRI μέσω ξηράς».

Ένας γερανός μεταφέρει ένα εμπορευματοκιβώτιο σε ένα τρένο της China Railway Express με προορισμό την Ευρώπη, στην κινεζική παραμεθόρια πόλη Erenhot, στην περιοχή της Εσωτερικής Μογγολίας, στις 18 Απριλίου 2019. STR/AFP μέσω Getty Images

 

Ο Γουάνγκ εξηγεί ότι η αξιοποίηση και ομαλοποίηση της διαδρομής στην Αρκτική είναι περιορισμένη λόγω εποχικότητας, απαιτήσεων για παγοθραυστικά, ιδιαίτερης ασφάλισης και ανεπαρκούς υποδομής στήριξης.

Προς το παρόν, τονίζει, «η διαδρομή αυτή λειτουργεί μόνον ως συμπλήρωμα, όχι ως εναλλακτική στις κύριες γραμμές μεταφοράς». Συμπληρώνει ακόμη ότι τόσο η διέλευση από την Αρκτική, όσο και οι νότιες διαδρομές (π.χ. Στενό της Μαλάκκα, Θάλασσα της Νότιας Κίνας και Ινδικός Ωκεανός) είναι εξαιρετικά κοστοβόρες. «Η διαδρομή της Αρκτικής δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί πλήρως, επομένως η μεταφορική της δυναμικότητα παραμένει σχετικά χαμηλή».

Ο Σουν συμπληρώνει ότι, εκτός του υψηλού κόστους που σχετίζεται με την εποχικότητα και τα παγοθραυστικά, ζητήματα όπως η ασφάλιση, αλλά και επιπτώσεις στο περιβάλλον και την ασφάλεια — παγκόσμιοι ρύποι τύπου black carbon, διαρροές πετρελαίου, οικολογικές πιέσεις και εργασιακά — απασχολούν εντόνως την ευρωπαϊκή πλευρά και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις.

Με την συμβολή της Λούο Για

Μαζικά τεστ για τον ιό ‘τσικουνγκούνια’ στην Κίνα προκαλούν φόβους για νέα απαγόρευση κυκλοφορίας

Η εξάπλωση του ιού τσικουνγκούνια (chikungunya) στην επαρχία Γκουανγκντόνγκ της Κίνας έχει προκαλέσει ανησυχία τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και διεθνώς, καθώς οι αρχές εφαρμόζουν μέτρα που θυμίζουν εκείνα της πανδημίας COVID-19.

Σύμφωνα με τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Κίνας, έως τις 31 Ιουλίου είχαν επιβεβαιωθεί επίσημα πάνω από 6.000 κρούσματα στην πόλη Φοσάν, με το πρώτο να εντοπίζεται στις 8 Ιουλίου. Μόνο την 1η Αυγούστου, οι τοπικές αρχές ανέφεραν 333 νέα κρούσματα.

Ο ιός τσικουνγκούνια μεταδίδεται κυρίως μέσω των κουνουπιών και τα συμπτώματά του μοιάζουν με εκείνα του δάγκειου πυρετού, περιλαμβάνοντας πυρετό, έντονους πόνους στις αρθρώσεις, μυαλγίες, πονοκέφαλο, κόπωση και εξανθήματα. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη αντιική θεραπεία, και ενώ ο θάνατος είναι σπάνιος, δεν αποκλείεται κιόλας, κυρίως σε ευάλωτες ομάδες.

Το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ ανακοίνωσε ότι επιβεβαιωμένα περιστατικά έχουν καταγραφεί σε περισσότερες από δέκα πόλεις της επαρχίας. Στις 31 Ιουλίου, η Εθνική Επιτροπή Υγείας της Κίνας εξέδωσε επείγουσα οδηγία για τη διάγνωση και θεραπεία της νόσου, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει διαθέσιμο εμβόλιο και ότι απαιτούνται μέτρα καραντίνας για ύποπτα και επιβεβαιωμένα κρούσματα.

Στη Φοσάν, όπου καταγράφεται η μεγαλύτερη έξαρση, τέθηκε σε εφαρμογή Επίπεδο III κατάστασης έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία από τις 29 Ιουλίου. Στην κινεζική κλίμακα, το Επίπεδο Ι αντιστοιχεί σε «εξαιρετικά σοβαρή» κατάσταση και το Επίπεδο IV σε «γενική».

Κάτοικοι της περιοχής δήλωσαν σε τοπικά μέσα ότι έλαβαν επίσημη ειδοποίηση για μαζικά τεστ PCR διάρκειας τριών ημερών (29–31 Ιουλίου), ενώ αντίστοιχη ανακοίνωση έγινε και από την επιτροπή κατοίκων στο χωριό Σαμπιάν, στην κωμόπολη Λετσόνγκ της Φοσάν.

Σε βίντεο που κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, φαίνονται πολίτες να σχηματίζουν ουρές για τεστ, ενώ συνεργεία απολύμανσης ψεκάζουν περιοχές για την καταπολέμηση των κουνουπιών.

Επέκταση πέρα από την επαρχία Γκουανγκντόνγκ

Οι τοπικές υγειονομικές αρχές ανέφεραν ότι ο ιός είχε ήδη εξαπλωθεί στο Μακάο και στο Πεκίνο. Στην πόλη Φουζού της επαρχίας Φουτζιάν, στις 29 Ιουλίου, αναρτήθηκε ανακοίνωση που ζητούσε από όσους επέστρεφαν από τη Φοσάν να παρακολουθούν την υγεία τους για 14 ημέρες.

Το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC) εξέδωσε ταξιδιωτική οδηγία επιπέδου 2 την 1η Αυγούστου, καλώντας όσους σχεδιάζουν να ταξιδέψουν στην Κίνα να «λάβουν αυξημένες προφυλάξεις» λόγω της έξαρσης του ιού στη Φοσάν.

Υπάλληλος του Εθνικού Ιδρύματος Υγείας της Βραζιλίας πραγματοποιεί απολύμανση κατά του κουνουπιού Aedes aegypti, φορέα του δάγκειου πυρετού, του πυρετού τσικουνγκούνια και του ιού ζίκα. Γκάμα, Βραζιλία, 17 Φεβρουαρίου 2016. (Evaristo Sa/AFP/Getty Images)

 

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εξέφρασε επίσης ανησυχίες, επισημαίνοντας ότι παρατηρούνται πρώιμα σημάδια που θυμίζουν την επιδημία του τσικουνγκούνια πριν από δύο δεκαετίες, όταν ο ιός ξεκίνησε από την Κένυα και εξαπλώθηκε στον Ινδικό Ωκεανό, τη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία, καθώς και σε τροπικές περιοχές της Ευρώπης και της Αμερικής, προσβάλλοντας πάνω από 5 εκατομμύρια ανθρώπους.

Η γιατρός Ντιάνα Ρόχας Άλβαρεζ από τον ΠΟΥ δήλωσε ότι απαιτούνται άμεσα μέτρα πρόληψης ώστε να αποφευχθεί επανάληψη του φαινομένου, επισημαίνοντας πως δεν υπάρχει ειδική θεραπεία και πως είναι κρίσιμο οι πολίτες να προστατεύονται από τα κουνούπια.

Εκτιμήσεις ειδικών

Ο λοιμωξιολόγος Τσενγκ Γιουάν-γιου από την Ταϊβάν ανέφερε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι σε περιοχές με υψηλό πληθυσμό του κουνουπιού Aedes aegypti, ένας και μόνο φορέας του ιού μπορεί να οδηγήσει σε μόλυνση άνω των 2.400 ατόμων μέσα σε έναν μήνα. Τόνισε επίσης πως, εάν η επιδημία επιδεινωθεί, είναι πιθανό να εκδοθούν περαιτέρω ταξιδιωτικές προειδοποιήσεις, αλλά όχι απαγορεύσεις, καθώς η νόσος έχει χαμηλή θνησιμότητα και σπάνιες σοβαρές επιπλοκές.

Ο Σον Λιν, καθηγητής βιοϊατρικών επιστημών στο Feitian College και πρώην μικροβιολόγος του αμερικανικού στρατού, εξέφρασε παρόμοια άποψη, λέγοντας ότι δεν κρίνεται απαραίτητη η επιβολή καραντίνας, καθώς ο ιός δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά μέσω κουνουπιών. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο αποτελεσματικότερος τρόπος ελέγχου είναι η εξάλειψη των κουνουπιών και η διατήρηση καλών συνθηκών υγιεινής.

Όπως επεσήμανε, η πρόσφατη έξαρση πιθανώς συνδέεται με μεταβολές στον πληθυσμό των κουνουπιών και την ικανότητά τους να μεταφέρουν τον ιό, ενώ προσέθεσε ότι οι κινεζικές Αρχές δεν έχουν ακόμα εκδώσει έγκαιρη ερευνητική ανάλυση για την κατάσταση.

Αναφερόμενος στα μαζικά τεστ, ο Λιν υποστήριξε πως δεν είναι στην πραγματικότητα δωρεάν, καθώς σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος, η καραντίνα συνοδεύεται από επιπλέον έξοδα. Όπως είπε, το βάρος αυτό το επωμίζονται εμμέσως οι πολίτες, ενώ οι φαρμακευτικές εταιρείες επωφελούνται. Εξέφρασε επίσης αμφιβολίες για την αξία των μαζικών τεστ, σημειώνοντας ότι, ελλείψει αποτελεσματικής θεραπείας, δεν υπάρχει πρακτικό όφελος από τη διάγνωση.

Ανησυχία για πιθανή απαγόρευση κυκλοφορίας

Πολλοί πολίτες στην Κίνα δημοσίευσαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εμπειρίες που τους θυμίζουν τα μέτρα κατά της επιδημίας Covid-19. Κάτοικος της Φοσάν υποστήριξε σε βίντεο ότι του απαγορεύτηκε η έξοδος από νοσοκομείο μετά από αιμοληψία. Άλλος δήλωσε ότι τέθηκε σε υποχρεωτική καραντίνα υπό 24ωρη επιτήρηση επί τέσσερις ημέρες, ενώ σε βίντεο διακρίνονται φρουροί ασφαλείας στο κέντρο καραντίνας.

Άνθρωποι κάνουν ουρά για να υποβληθούν σε τεστ Covid-19 σε ένα κέντρο PCR. Σαγκάη, 21 Σεπτεμβρίου 2022. (Aly Song/Reuters)

 

Σχόλια για «ουρές στα τεστ» θύμισαν σε πολλούς την περίοδο της πανδημίας, ενώ πολίτες αναρωτήθηκαν αν επίκειται γενική απαγόρευση κυκλοφορίας και γιατί ζητείται ξανά η χρήση μάσκας σε καθημερινή βάση.

Στις 29 Ιουλίου, οι κινεζικές Αρχές πραγματοποίησαν τηλεδιάσκεψη για τον συντονισμό των μέτρων κατά της εξάπλωσης του τσικουνγκούνια. Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνεται εκστρατεία εξολόθρευσης των κουνουπιών. Βίντεο που κυκλοφόρησε έδειξε παρουσία ένοπλων αστυνομικών στους ψεκασμούς, γεγονός που προκάλεσε σχόλια πολιτών περί «υπερβολικής σοβαρότητας» της κατάστασης.

Με τη συμβολή των Tang Bing και Luo Ya και πληροφορίες από το Reuters

Κύμα λουκέτων στη μεταποιητική βάση της Κίνας καθώς υποχωρεί περαιτέρω ο δείκτης PMI

Σε τροχιά συρρίκνωσης παρέμεινε και τον Ιούλιο ο μεταποιητικός τομέας στην Κίνα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το Γραφείο Στατιστικής της χώρας στις 31 Ιουλίου, ενώ παράλληλα καταγράφεται αυξανόμενος αριθμός εργοστασίων που αναστέλλουν τη λειτουργία τους ή κλείνουν οριστικά, ιδίως στην ευρύτερη περιοχή του Δέλτα του Ποταμού των Μαργαριταριών.

Ο δείκτης PMI (Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών) για τη μεταποίηση υποχώρησε στις 49,3 μονάδες τον Ιούλιο, από 49,7 τον Ιούνιο — επίδοση χαμηλότερη και από τις προβλέψεις, που τον τοποθετούσαν στο 49,7. Τιμές κάτω του 50 υποδηλώνουν συρρίκνωση του τομέα. Ταυτόχρονα, οι νέες παραγγελίες έπεσαν στις 49,4 από 50,2, ενώ ο υποδείκτης νέων παραγγελιών εξαγωγών διαμορφώθηκε στις 47,1 από 47,7.

Πτωτική ήταν η τάση και στον μη μεταποιητικό τομέα (κατασκευές και υπηρεσίες), με τον αντίστοιχο δείκτη να υποχωρεί στο 50,1 από 50,5.

Ανεξάρτητος οικονομολόγος με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ντέιβυ Τζ. Γουόνγκ, δήλωσε στην εφημερίδα The  Epoch Times ότι τα δεδομένα αποτυπώνουν μια συστημική εξασθένιση της κινεζικής μεταποίησης, επισημαίνοντας ότι η πτώση σε δείκτες όπως οι νέες παραγγελίες εξαγωγών μαρτυρά επιφυλακτικότητα και απαισιοδοξία στον επιχειρηματικό κόσμο. Ο ίδιος εκτίμησε ότι δεν πρόκειται για ένα απλό κυκλικό φαινόμενο, αλλά για πρόβλημα που αγγίζει το ευρύτερο αναπτυξιακό μοντέλο της κινεζικής οικονομίας.

Παρά τη συμφωνία ΗΠΑ–Κίνας για τη μείωση των δασμών στα κινεζικά προϊόντα (από 150% σε 40–50%), οι εμπορικές εντάσεις και η εσωτερική αβεβαιότητα στην Κίνα συνεχίζουν να αποθαρρύνουν τις ξένες παραγγελίες, δυσχεραίνοντας περαιτέρω τη θέση των βιομηχανικών επιχειρήσεων.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Yee Fung Sports Technology, παλιάς εταιρείας με επενδύσεις από το Χονγκ Κονγκ και έδρα στην πόλη Τανγκσιά του Ντονγκουάν. Εργαζόμενος της εταιρείας ανέφερε στην Epoch Times ότι η παραγωγή σταμάτησε πλήρως μετά από εσωτερική ανακοίνωση στις 14 Ιουλίου, και όλοι οι εργαζόμενοι, πλην λίγων που διαχειρίζονται τις διαδικασίες παύσης, απολύθηκαν. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, τα μηχανήματα είχαν ήδη μεταφερθεί και τα κλιματιστικά είχαν αφαιρεθεί.

Η Yee Fung Group, με έτος ίδρυσης το 1977, κατασκεύαζε αθλητικά κράνη και σόλες παπουτσιών. Πηγή με γνώση των εσωτερικών της εταιρείας απέδωσε το λουκέτο στην κατακόρυφη πτώση των παραγγελιών.

Σύμφωνα με πληροφορίες της εφημερίδας, σειρά επιχειρήσεων με ξένα κεφάλαια ή ιδιωτών έχουν κλείσει από την αρχή του Ιουλίου, μεταξύ των οποίων η καναδικών συμφερόντων Tianhong Technology, που ανακοίνωσε διάλυση την 1η Ιουλίου.

Στις 22 Ιουλίου, η Wuzhu Electronic Technology Co., κορυφαία εταιρεία ημιαγωγών με ετήσιο κύκλο εργασιών 1,5 δισ. γουάν (περίπου 180 εκατ. ευρώ) και περίπου 6.000 εργαζόμενους, κατέθεσε αίτηση για πτώχευση και εκκαθάριση.

Εργάτες κατασκευάζουν πλαστικά καλούπια για παιχνίδια σε ένα εργοστάσιο στο Ντονγκουάν της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ. Κίνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2007. (Feng Li/Getty Images)

 

Η οικονομική διευθύντρια επιχείρησης με το επώνυμο Τσεν φέρεται να δήλωσε στην Epoch Times ότι ακόμη και εργοστάσια στις επαρχίες Τζιανγκσού και Τζετζιάνγκ βρίσκονται σε δεινή θέση. Όπως είπε, «δεν είναι ότι δεν θέλουν να συνεχίσουν, αλλά δεν μπορούν· δεν υπάρχει ρευστότητα, τα προϊόντα δεν πουλάνε και οι πελάτες του εξωτερικού δεν σπεύδουν πλέον να κάνουν παραγγελίες».

Η τάση δεν περιορίζεται στο Ντονγκουάν. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, στο διάστημα Ιανουαρίου–Μαΐου 2025, μόνο στην Γκουανγκζού (πρωτεύουσα της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ), διαγράφηκαν 72.769 επιχειρήσεις, δηλαδή 482 ημερησίως κατά μέσο όρο.

Η έξαρση των λουκέτων εντείνει την ανεργία σε μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές περιοχές της Κίνας.

Ο Σουν Κούο-σιάνγκ, καθηγητής διεθνών σχέσεων και επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Nanhua της Ταϊβάν, υποστήριξε ότι οι μειωμένοι δασμοί δεν έχουν αποφέρει τη σταθεροποίηση που αναμενόταν, καθώς το πλήγμα στις εξαγωγές και στη μεταποίηση παραμένει θεμελιώδες.

Ο Γουόνγκ, από την πλευρά του, εκτίμησε ότι η εκεχειρία στον εμπορικό πόλεμο μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου συνιστά περισσότερο μια «τεχνική ανάπαυλα» στο πλαίσιο πολιτικών παζαριών, παρά ουσιαστική βελτίωση. Κατά τον ίδιο, τα τρέχοντα λουκέτα δεν οφείλονται σε νέα συναλλαγματικά σοκ, αλλά σε συνδυασμό της εσωτερικής ανισορροπίας της Κίνας με τις απαιτήσεις της διεθνούς αγοράς και στη συνεχιζόμενη μείωση ξένων παραγγελιών.

Με τη συμβολή των Luo Ya και Shen Yue

Το Πεκίνο εντείνει τους περιορισμούς εξόδου από τη χώρα – Κατάσχονται διαβατήρια δημοσίων υπαλλήλων και συνταξιούχων

Οι κινεζικές Αρχές ενέτειναν περαιτέρω τους περιορισμούς εξόδου από τη χώρα, επεκτείνοντας την κατάσχεση διαβατηρίων ακόμη και σε χαμηλόβαθμους δημόσιους υπαλλήλους και συνταξιούχους, σύμφωνα με μαρτυρίες πολιτών στην Κίνα.

Παρατηρητές εκτιμούν ότι πίσω από αυτή την απόφαση βρίσκονται τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά κίνητρα.

Ήδη από τη δεκαετία του 2010, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) είχε αρχίσει να απαιτεί από ανώτερους αξιωματούχους, υπαλλήλους κρατικών υπηρεσιών σε ευαίσθητους τομείς όπως το χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά και από δασκάλους σε ορισμένες περιοχές, να παραδίδουν τα διαβατήριά τους. Για οποιοδήποτε ταξίδι στο εξωτερικό, απαιτείτο πλέον έγκριση μέσω αίτησης. Το 2024, τα μέτρα αυτά επεκτάθηκαν και σε άλλες επαγγελματικές ομάδες και περιοχές, περιλαμβάνοντας πανεπιστημιακούς και δασκάλους σχολείων.

Σύμφωνα με συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο στο Πεκίνο, ο οποίος μίλησε στην εφημερίδα The Epoch Times στις 28 Ιουλίου με το επώνυμο Γκούο, χαμηλόβαθμοι αξιωματούχοι – όπως προϊστάμενοι τμημάτων και αναπληρωτές τους – κλήθηκαν να παραδώσουν τα διαβατήρια και τις ειδικές άδειες μετακίνησης προς Χονγκ Κονγκ και Μακάο. Όπως ανέφερε, οι εργαζόμενοι αυτοί ενημερώθηκαν ότι τα ταξιδιωτικά έγγραφα θα φυλάσσονται κεντρικά και πως σε περίπτωση επιθυμίας ταξιδιού στο εξωτερικό, απαιτείται γραπτή αίτηση προς την υπηρεσία τους, υπογεγραμμένη από προϊστάμενο επιπέδου διεύθυνσης και άνω, και στη συνέχεια έγκριση από το αρμόδιο τμήμα προσωπικού.

Ο Γκούο πρόσθεσε ότι τα μέτρα επεκτείνονται και σε συνταξιούχους δημοσίους υπαλλήλους. Παράδειγμα αποτελεί πρώην διευθυντής σε μικρό νομό της επαρχίας Γκουανγκσί, ο οποίος, μολονότι απέκτησε άδεια μόνιμης διαμονής σε ξένη χώρα, υποχρεώθηκε να παραδώσει το διαβατήριό του κατά την επίσκεψή του στην Κίνα. Η υπηρεσία του εν λόγω συνταξιούχου ενέκρινε μόνο εξάμηνη παραμονή στο εξωτερικό· σε περίπτωση μη επιστροφής του εντός αυτού του χρονικού διαστήματος, η σύνταξή του θα διακοπεί, κάτι που – κατά τον Γκούο – αντίκειται στους εθνικούς κανονισμούς.

Η Σουν, επικεφαλής του τμήματος χορήγησης δανείων κρατικής επιχείρησης στη Γκουανγκντόνγκ, δήλωσε – υπό την προϋπόθεση της ανωνυμίας – ότι οι περιορισμοί για τους εργαζομένους σε κρατικές επιχειρήσεις ενισχύθηκαν περαιτέρω φέτος. Όπως είπε, πέραν της κατάσχεσης όλων των ταξιδιωτικών εγγράφων, θεσπίστηκαν περιορισμοί που επιτρέπουν μόνο ένα ταξίδι στο εξωτερικό ανά έτος – δύο σε ειδικές περιπτώσεις – και πάντα κατόπιν προηγούμενης έγκρισης, με ακριβείς ημερομηνίες που δεν επιτρέπεται να τροποποιηθούν.

Παρόμοιοι περιορισμοί για δασκάλους, οι οποίοι είχαν ξεκινήσει από τις επαρχίες Φουτζιάν, Σάντονγκ και την περιοχή της Εσωτερικής Μογγολίας, επεκτάθηκαν φέτος και σε άλλες περιοχές. Κάτοικος της Γκουανγκτζού με το επώνυμο Λιάο ανέφερε ότι πλέον ακόμη και οι δάσκαλοι δημοτικών σχολείων υπόκεινται σε περιορισμούς εξόδου. Όπως ανέφερε, συνάδελφός της που εργάζεται στη δημόσια εκπαίδευση είδε το διαβατήριό του να κατάσχεται από τον εργοδότη του και χρειάστηκε να επιστρατεύσει προσωπικές επαφές με τις αρχές για να το ανακτήσει προσωρινά. Επεσήμανε ότι ακόμη και για μετάβαση στο Χονγκ Κονγκ απαιτείται αίτηση.

Σύμφωνα με την Λιάο, «η ελευθερία μετακίνησης δεν υφίσταται πλέον».

Επιβάτες ετοιμάζονται να επιβιβαστούν σε πτήση στο αεροδρόμιο της επαρχίας Τζιανγκσί, την 1η Νοεμβρίου 2022. (Ng Han Guan/AP Photo)

 

Ο Σεν Μινγκ-σι, διευθυντής του Τμήματος Εθνικής Ασφάλειας στο Ινστιτούτο Ερευνών Εθνικής Άμυνας και Ασφάλειας της Ταϊβάν, δήλωσε στην Epoch Times στις 29 Ιουλίου ότι το ΚΚΚ στοχεύει στον αυστηρότερο έλεγχο των νέων στελεχών του, καθώς οι υπάλληλοι επιπέδου τμήματος είναι συνήθως νεαρής ηλικίας και συχνά έχουν πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες εντός του κομματικού μηχανισμού. Εκτίμησε πως εάν οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι αποφασίσουν να εγκαταλείψουν τη χώρα ή να μεταναστεύσουν, θα σταλεί ένα πολιτικά επιζήμιο μήνυμα, ότι δηλαδή δεν έχουν πλέον εμπιστοσύνη στο Κόμμα.

Παράλληλα, Κινέζος δικηγόρος με το επώνυμο Ρεν εκτίμησε ότι πίσω από την επέκταση των μέτρων υπάρχουν και οικονομικά κίνητρα. Όπως είπε, η κινεζική οικονομία βρίσκεται σε δυσμενή κατάσταση και το καθεστώς αντιμετωπίζει οικονομική στενότητα, κάτι που αποτυπώνεται σε πρόσφατους κανονισμούς που δεν επιτρέπουν στους δημοσίους υπαλλήλους ούτε καν να βγουν για φαγητό ή ποτό. Ο ίδιος εκτίμησε ότι ο στόχος των περιορισμών είναι να αποτρέψουν τις δαπάνες πολιτών στο εξωτερικό και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο τα μέτρα να επεκταθούν στο μέλλον και σε πολίτες εκτός κρατικού μηχανισμού.

Τέλος, πανεπιστημιακός νομικός με το επώνυμο Λιου δήλωσε ότι η βασική επιδίωξη της ηγεσίας είναι να εμποδίσει εργαζομένους εντός του συστήματος να ταξιδέψουν σε ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης, όπου θα μπορούσαν να αποκτήσουν προσωπική εικόνα των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών. Σύμφωνα με τον Λιου, η επαφή με πιο ελεύθερα ή προηγμένα συστήματα θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήρη απώλεια εμπιστοσύνης προς το αυταρχικό καθεστώς του ΚΚΚ. Εκτίμησε δε ότι η ενίσχυση των περιορισμών αποτελεί ένδειξη «ότι το Κόμμα βρίσκεται σε αδιέξοδο».

Με τη συμβολή των Xing Du και Luo Ya

Το ΚΚ Κίνας χειραγωγεί και ελέγχει δεδομένα για να ασκήσει διακρατική καταστολή, σύμφωνα με πηγές

Τα ψηφιακά εργαλεία και η διαχείριση δεδομένων από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) επιτρέπουν την άσκηση διακρατικής καταστολής, σύμφωνα με ειδικούς που μίλησαν στην κινεζόφωνη έκδοση του The Epoch Times. Όπως επισημαίνεται από το FBI, πρόκειται για περιπτώσεις όπου ξένες κυβερνήσεις επιχειρούν να εκφοβίσουν, φιμώσουν ή βλάψουν μέλη της διασποράς και της εξόριστης κοινότητας εντός Ηνωμένων Πολιτειών.

Παρακολούθηση και καταστολή μέσω δεδομένων

Ο Τσεν Εντε, προγραμματιστής από την πόλη Τσενγκζού, δήλωσε ότι εργάστηκε σε τεχνολογικά έργα για τις εταιρείες Alibaba και Tianque Technology. Στην Cainiao Network Technology, τον βραχίονα υπηρεσιών διανομής της Alibaba, είχε την ευθύνη συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών χρηστών, οι οποίες στη συνέχεια πωλούνταν σε εταιρείες ταχυμεταφορών. Ανέφερε πως το εσωτερικό σύστημα της εταιρείας παρείχε πλήρη πρόσβαση σε δεδομένα, όπως αγορές, ονόματα παραληπτών, τηλέφωνα και διευθύνσεις.

Ο ίδιος σημείωσε ότι η Alibaba διατηρεί κομματική επιτροπή συνδεδεμένη με το ΚΚΚ, η οποία εξασφαλίζει την ευθυγράμμιση της εταιρείας με την κομματική γραμμή. «Εάν η κυβέρνηση θέλει να βάλει στο στόχαστρο κάποιον, τα δεδομένα των χρηστών μπορούσαν να διαβιβαστούν άμεσα στις αρχές και κανείς θα αρνηθεί [το αίτημα των αρχών]», σύμφωνα με τον Τσεν.

Στην Tianque Technology, εταιρεία με έδρα τη Χανγκτζού που εξυπηρετεί κυβερνητικές υπηρεσίες, εργάστηκε στο έργο του «συστημικού ελέγχου κοινοτήτων», το οποίο διαιρεί αστικά κέντρα σε μικρότερες μονάδες και καταγράφει σε πραγματικό χρόνο κάθε «ασυνήθιστη» συμπεριφορά. Το σύστημα, όπως είπε, χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση αντιφρονούντων.

Ένας επιβάτης δείχνει έναν πράσινο κωδικό QR στο κινητό του για να δείξει την κατάσταση της υγείας του στην ασφάλεια κατά την άφιξή του στο σιδηροδρομικό σταθμό Γουεντζού της Κίνας, στις 28 Φεβρουαρίου 2020. (Noel Celis/AFP μέσω Getty Images)

 

Το σύστημα υγειονομικού κώδικα, το οποίο βασίστηκε στις μαζικές διαγνωστικές εξετάσεις και τον εμβολιασμό που εφάρμοσε το Πεκίνο κατά τη διάρκεια της πανδημίας, περιόρισε την κυκλοφορία του πληθυσμού. Υποστήριξε ότι η πολιτική των αυστηρών απαγορεύσεων κυκλοφορίας συνέβαλε σε τραγωδίες, όπως πείνα και αδυναμία πρόσβασης σε ιατρική περίθαλψη.

Αφού εξέφρασε ανοιχτά την αντίθεσή του στην ηγεσία της εταιρείας λεγοντάς τους ότι η δουλειά τους ήταν να «βοηθούν και να υποθάλπουν το κακό», απολύθηκε τον Ιούλιο του 2020.

Παραποίηση στοιχείων και επιπτώσεις

Ο Σουν Κούο-σιανγκ, καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Nanhua της Ταϊβάν, εκτίμησε ότι η παραποίηση στοιχείων από το ΚΚΚ συνιστά θεσμικό πρόβλημα. Κατά την άποψή του, η αλλοίωση των επίσημων δεδομένων οδηγεί στη χάραξη πολιτικών πάνω σε αναληθείς βάσεις και συμβάλλει στη διαιώνιση κοινωνικών συγκρούσεων.

Υπογράμμισε επίσης ότι η χειραγώγηση στατιστικών από μια παγκόσμια δύναμη όπως η Κίνα μπορεί να έχει διεθνείς επιπτώσεις, προκαλώντας λανθασμένες εκτιμήσεις σε επενδύσεις, αλυσίδες εφοδιασμού και νομισματική πολιτική άλλων κρατών.

Ψηφιακή τυραννία

Σύμφωνα με τον Τσεν, από το 2016 το ΚΚΚ προωθεί το ψηφιακό γουάν και, τον Ιούλιο του 2024, εγκαινίασε επίσημα το σύστημα ψηφιακής ταυτότητας, το οποίο συνδέεται με εφαρμογές όπως το WeChat, το Taobao, το Xiaohongshu, το China Railway 12306 (τη μοναδική εξουσιοδοτημένη πλατφόρμα για αγορά εισιτηρίων των κινεζικών σιδηροδρόμων), το Κρατικό Συμβούλιο του ΚΚΚ και διάφορες τοπικές και κυβερνητικές πλατφόρμες.

Ο ίδιος προειδοποίησε ότι όταν η χρήση ψηφιακής ταυτότητας γίνει υποχρεωτική, η κατάχρηση εξουσίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήρη κοινωνικό αποκλεισμό όσων βρεθούν σε μαύρες λίστες του ΚΚΚ.

«Το μόνο που θα χρειαστεί είναι να καθίσει κάποιος σε ένα γραφείο και να χρησιμοποιήσει ένα ποντίκι για να μπλοκάρει την ψηφιακή σας ταυτότητα, στερώντας σας ουσιαστικά όλες τις ελευθερίες και τα κοινωνικά σας δικαιώματα. Δεν μπορείς να εργαστείς, να ψωνίσεις, να χρησιμοποιήσεις τα μέσα μαζικής μεταφοράς ή να πας στο γιατρό. Παρόλο που είσαι ζωντανός, σε αυτή την εποχή της πληροφορίας, είσαι σαν νεκρός», είπε ο Τσεν.

Ο καθηγητής Σουν προσέθεσε ότι κινεζικές εφαρμογές όπως το WeChat, το QQ και το Alipay απαιτούν τη χρήση πραγματικών στοιχείων ταυτότητας και μεταδίδουν δεδομένα στην κυβέρνηση, γεγονός που εγκυμονεί κινδύνους ιδίως για τους Κινέζους χρήστες εκτός Κίνας.

Τόνισε πως μέσω εταιρειών τεχνολογίας και τηλεπικοινωνιών, το ΚΚΚ αποκτά πρόσβαση σε ξένες αγορές και μπορεί να υποκλέπτει δεδομένα. Ο Σουν προειδοποίησε επίσης για τον κίνδυνο το ΚΚΚ να εξάγει την ψηφιακή τυραννία του στις αναπτυσσόμενες χώρες ως «επιτυχημένο μοντέλο διακυβέρνησης», συμπεριλαμβανομένης της χρήσης παραποίησης δεδομένων και τεχνολογίας για κοινωνικό έλεγχο.

Δίωξη αντιφρονούντων και διεθνής καταστολή

Ο Τσεν εγκατέλειψε την Κίνα το 2023 και εντάχθηκε στο εξωτερικό τμήμα του Δημοκρατικού Κόμματος της Κίνας (China Democratic Party), το οποίο έχει τεθεί εκτός νόμου στην Κίνα. «Προτιμώ να πεθάνω στον αγώνα για την ελευθερία παρά να ζήσω μέσα στο ψέμα και το φόβο», είπε. «Θα πολεμήσουμε μέχρι τέλους».

Σύμφωνα με τον ίδιο, από το 2025 οι οικογένειες του ίδιου και άλλων τριών συναδέλφων του δέχθηκαν πιέσεις από τις κινεζικές αρχές προκειμένου να σταματήσουν την παραγωγή αντικαθεστωτικού υλικού. Ο καθηγητής Σουν επισήμανε ότι το ΚΚΚ συνδυάζει την ψηφιακή παρακολούθηση με απειλές κατά συγγενών, περιουσιακών στοιχείων και κοινωνικών σχέσεων των αντιφρονούντων. Πρόσθεσε ότι το ΚΚΚ χρησιμοποιεί επίσης μεγάλης κλίμακας χειραγώγηση της κοινής γνώμης για να διαδίδει φήμες, να δυσφημεί τους αντιφρονούντες ή να τους εκφοβίζει μέσω διαδικτυακών τρολ και εικονικών λογαριασμών.

Οι κινεζικές αρχές συλλέγουν δεδομένα και προσωπικές πληροφορίες χρηστών στο εξωτερικό, «συμπεριλαμβανομένων βιομετρικών δεδομένων, δραστηριοτήτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αρχείων επικοινωνίας, μέσω των ελεγχόμενων από αυτές εταιρειών τεχνολογίας TikTok και WeChat, για να παρακολουθούν αντιφρονούντες στο εξωτερικό και εθνοτικές μειονότητες όπως οι Ουιγούροι, οι Θιβετιανοί [και] ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ», δήλωσε πρόσφατα ο Χου Ντετσένγκ, πρώην γενικός διευθυντής μιας εταιρείας επικοινωνιών στην επαρχία Χεϊλοντζιάνγκ, στην κινεζική έκδοση της εφημερίδας The Epoch Times.

Το ΚΚΚ «παραμένει ο πιο παραγωγικός δράστης» διακρατικής καταστολής την τελευταία δεκαετία, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία που δημοσίευσε η Freedom House, μια οργάνωση για τα ανθρώπινα δικαιώματα με έδρα την Ουάσιγκτον.

Το 2022, η οργάνωση για τα ανθρώπινα δικαιώματα Safeguard Defenders αποκάλυψε ότι μυστικά αστυνομικά τμήματα με δεσμούς με το ΚΚΚ είχαν δημιουργηθεί στη Δύση, μεταξύ άλλων και στη Νέα Υόρκη, με σκοπό τη διεθνοποιημένη καταστολή των αντιφρονούντων, των ακτιβιστών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, των θρησκευτικών μειονοτήτων και των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ.

Η εκστρατεία κατά του Φάλουν Γκονγκ

Το Φάλουν Γκονγκ, επίσης γνωστό ως Φάλουν Ντάφα, είναι μια πνευματική πρακτική που ενθαρρύνει τους ασκούμενους να τηρούν τις βασικές αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο κοινό το 1992 και η δημοτικότητά της αυξήθηκε εκθετικά, με επίσημες εκτιμήσεις να δείχνουν ότι μέχρι το 1999 είχε προσελκύσει τουλάχιστον 70 εκατομμύρια ανθρώπους στην Κίνα.

Φοβούμενο ότι η δημοτικότητα του Φάλουν Γκονγκ αποτελούσε απειλή για την εξουσία του ΚΚΚ, το καθεστώς ξεκίνησε μια βίαιη εκστρατεία για την εξάλειψη της πρακτικής τον Ιούλιο του 1999.

Έκτοτε, εκατομμύρια ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ έχουν κρατηθεί σε φυλακές, στρατόπεδα εργασίας και άλλες εγκαταστάσεις, με εκατοντάδες χιλιάδες να υποβάλλονται σε βασανιστήρια κατά τη διάρκεια της κράτησής τους, ενώ άλλοι έχουν σκοτωθεί για τα όργανά τους, σύμφωνα με το Κέντρο Πληροφόρησης Φάλουν Ντάφα.

Τα τελευταία χρόνια, το Πεκίνο έχει ασκήσει διπλωματική πίεση για να σαμποτάρει το Shen Yun Performing Arts, μια εταιρεία με έδρα τη Νέα Υόρκη που ιδρύθηκε από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ και παρουσιάζει την «Κίνα πριν από τον κομμουνισμό». Το ΚΚΚ έχει ασκήσει πίεση σε τοπικά θέατρα και αξιωματούχους σε όλο τον κόσμο να ακυρώσουν ήδη υπογεγραμμένα συμβόλαια και προγραμματισμένες παραστάσεις.

Σύμφωνα με μια έκθεση του 2024 από το Κέντρο Πληροφοριών Φάλουν Ντάφα, έχουν καταγραφεί περισσότερα από 130 περιστατικά παρεμβάσεων από Κινέζους αξιωματούχους ή τους αντιπροσώπους τους που στοχεύουν τις παραστάσεις της Shen Yun σε 38 χώρες.

Οι ψηφιακές μέθοδοι που χρησιμοποιεί το ΚΚΚ περιλαμβάνουν κυβερνοεπιθέσεις σε αντιφρονούντες στο εξωτερικό, τη διάδοση ψευδών πληροφοριών, καθώς και εκφοβισμό και λογοκρισία μέσω των πλατφορμών κοινωνικών μέσων, είπε ο Χου.

Στη διακρατική καταστολή του, είπε, «το ΚΚΚ συνδυάζει προηγμένες τεχνολογίες δεδομένων και δικτύων για να σχηματίσει ένα πολύπλοκο και αποτελεσματικό παγκόσμιο δίκτυο παρακολούθησης και καταστολής».

Με τη συμβολή των Cheng Mulan, Chang Chun και Luo Ya

Διάσκεψη για την αστική πολιτική στην Κίνα εν μέσω οικονομικής κρίσης

Η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ) πραγματοποίησε, εν μέσω υποτονικής οικονομίας και παρατεταμένης ανεργίας, μια σπάνια κεντρική διάσκεψη για την αστική πολιτική —την πρώτη εδώ και δέκα χρόνια.

Παρατηρητές θεωρούν ότι ο στόχος της λεγόμενης «αστικής ανανέωσης» είναι η διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας στα κινεζικά αστικά κέντρα και η τόνωση του κλάδου ακινήτων μέσω υποχρεωτικών μέτρων. Ωστόσο, διατηρούν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την αποτελεσματικότητά τους.

Η Κεντρική Διάσκεψη για την Αστική Πολιτική πραγματοποιήθηκε στο Πεκίνο στις 14 και 15 Ιουλίου, με τη συμμετοχή του προέδρου Σι Τζινπίνγκ και των μελών της Μόνιμης Επιτροπής του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΚ.

Σύμφωνα με την επίσημη ατζέντα, τέθηκε ως στόχος η δημιουργία σύγχρονων πόλεων που θα είναι «καινοτόμες, βιώσιμες, όμορφες, ανθεκτικές, πολιτιστικά ζωντανές και έξυπνες», με έμφαση στην «αστική ανανέωση» και στην «ανακαίνιση αστικών χωριών και παλαιών κατοικιών». Η διάσκεψη επισήμανε επίσης την ανάγκη ενίσχυσης της δημόσιας ασφάλειας μέσω «ολοκληρωμένων μέτρων».

Από την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας το 1949, έχουν πραγματοποιηθεί μόλις τέσσερις παρόμοιες εθνικές διασκέψεις: το 1962, 1963, 1978 και 2015, σύμφωνα με τα κρατικά μέσα ενημέρωσης.

Κατά την αντίστοιχη διάσκεψη του 2015, η κυβέρνηση είχε ξεκινήσει ένα πρόγραμμα ανακαίνισης αστικών οικισμών (γνωστών και ως «παραγκουπόλεων»), με στόχο την ανακατασκευή 18 εκατομμυρίων κατοικιών σε αστικά χωριά και 10,6 εκατομμυρίων αγροτικών κατοικιών μεταξύ 2015 και 2017.

Ωστόσο, το πρόγραμμα αντιμετώπισε έντονες αντιδράσεις λόγω των χαμηλών αποζημιώσεων προς τους κατοίκους. Οι εξαναγκαστικές κατεδαφίσεις προκάλεσαν διαμαρτυρίες και βίαιες συγκρούσεις, ενώ πολλά έργα έμειναν ημιτελή λόγω έλλειψης χρηματοδότησης και αυξανόμενου χρέους των τοπικών κυβερνήσεων.

Σχολιάζοντας το φετινό σχέδιο, ο Τανγκ Τζινγκγιουάν, αναλυτής με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες, υποστήριξε ότι ο πυρήνας του δεν διαφέρει ουσιαστικά από το σχέδιο του 2015, καθώς στοχεύει και πάλι τα αστικά χωριά και παλαιές συνοικίες.

Παρόλο που η προηγούμενη ανακαίνιση συνέβαλε στην αύξηση του κινεζικού ΑΕΠ, ο Τανγκ επεσήμανε ότι το τίμημα ήταν η εκρηκτική αύξηση του τοπικού χρέους, ένα πρόβλημα που παραμένει άλυτο μέχρι σήμερα.

Ανασυγκρότηση αστικών περιοχών και ο «πληθυσμός χαμηλού εισοδήματος»

Ο κλάδος των ακινήτων, που κάποτε αποτελούσε βασικό πυλώνα της κινεζικής οικονομίας, βρίσκεται σε κρίση τα τελευταία πέντε χρόνια. Μεγάλες εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων έχουν χρεοκοπήσει και οι τοπικές κυβερνήσεις έχουν διογκώσει το χρέος τους σε επίπεδα χωρίς προηγούμενο.

Παρά την ύφεση, η κυβέρνηση εξακολουθεί να προωθεί προγράμματα «ανακαίνισης αστικών χωριών» ως μέσο για την ενίσχυση της αγοράς και της τοπικής οικονομίας. Ωστόσο, λόγω της πτώσης των εσόδων, της αυξανόμενης αντίστασης στις κατεδαφίσεις και της γενικής επιδείνωσης της οικονομίας, πολλά από αυτά τα έργα έχουν παγώσει.

Σύμφωνα με τον Τανγκ, οι αρχές συνεχίζουν να επενδύουν στις ανακαινίσεις με την ελπίδα να τονώσουν την οικονομία και να αποφύγουν την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων, η οποία αντιμετωπίζει πτώση τιμών και έλλειψη εμπιστοσύνης. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι η αναγκαστική ανακαίνιση των φτωχών συνοικιών ισοδυναμεί με αφαίρεση δικαιωμάτων στέγασης από τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Οι αποζημιώσεις που παρέχει το κράτος συνήθως δεν επαρκούν για την αγορά άλλης κατοικίας εντός πόλης. Πολλοί από τους κατοίκους των «αστικών χωριών» είναι χαμηλόμισθοι ή μετανάστες εργάτες, οι οποίοι συχνά αναγκάζονται να μετακινηθούν στα προάστια ή εκτός πόλης.

Στην Κίνα, ως «μετανάστες εργάτες» χαρακτηρίζονται οι αγροτικοί κάτοικοι που μετακινούνται στις πόλεις για εργασία, κυρίως στη μεταποίηση και τις κατασκευές. Αν και ζουν για χρόνια στις πόλεις, δεν διαθέτουν αστική εγγραφή κατοικίας, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν περιορισμένη πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες, στέγαση και άλλες υποδομές.

Ένας μετανάστης εργάτης που εκδιώχθηκε από το δωμάτιό του κάθεται στην οροφή ενός σπιτιού όπου μένει, καθώς περιμένει να λάβει τον μισθό του πριν επιστρέψει στο σπίτι του. Χωριό μεταναστών στα περίχωρα του Πεκίνου, στις 11 Δεκεμβρίου 2017. (Nicolas Asfouri /AFP μέσω Getty Images)

 

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το 2024 ο αγροτικός πληθυσμός της Κίνας ανερχόταν σε 477 εκατομμύρια άτομα, εκ των οποίων περίπου 300 εκατομμύρια ήταν μετανάστες εργάτες.

Το 2017, οι αρχές του Πεκίνου είχαν εξαπολύσει εκστρατεία για την απομάκρυνση του λεγόμενου «πληθυσμού χαμηλού εισοδήματος», με αποτέλεσμα δεκάδες χιλιάδες μετανάστες να εκδιωχθούν εν μέσω χειμώνα, ενώ τα σπίτια τους κατεδαφίστηκαν.

Τον Μάιο του 2020, ο τότε πρωθυπουργός Λι Κετσιάνγκ είχε δηλώσει ότι 600 εκατομμύρια Κινέζοι είχαν μηνιαίο εισόδημα μόλις 1.000 γιουάν (περίπου 120 ευρώ), προκαλώντας ευρεία ανησυχία για τη μαζική φτώχεια στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Η οικονομική κατάσταση έχει επιδεινωθεί περαιτέρω από τότε. Εργοστάσια έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους, επιχειρήσεις έχουν χρεοκοπήσει λόγω των εντάσεων στο εμπόριο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η ανεργία έχει αυξηθεί δραματικά.

Κάτοικοι στέκονται έξω από τα σπίτια τους, μετά την παραλαβή των ειδοποιήσεων έξωσης. Περίχωρα του Πεκίνου, στις 27 Νοεμβρίου 2017. (Fred Dufour/AFP/Getty Images)

 

Ο ανεξάρτητος σχολιαστής Τσάι Σενκούν παρατήρησε ότι μέσα σε λίγες δεκαετίες οι τιμές των ακινήτων στην Κίνα έχουν αυξηθεί περισσότερο από δέκα φορές, καθιστώντας την αγορά ακινήτων απρόσιτη για τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού.

Όπως επισήμανε, οι περισσότεροι από τα 600 εκατομμύρια χαμηλόμισθους πολίτες που ανέφερε ο Λι Κετσιάνγκ δεν έχουν καμία δυνατότητα να αγοράσουν διαμέρισμα στην Κίνα.

Ο Γιε Γιάο-Γιουάν, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Σεντ Τόμας, εκτίμησε ότι ένας από τους λόγους που η κινεζική ηγεσία επέλεξε την παρούσα στιγμή για να συγκαλέσει τη διάσκεψη είναι η ανάγκη διατήρησης της πολιτικής σταθερότητας, καθώς όλο και περισσότεροι πολίτες πλήττονται από την οικονομική ύφεση. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αρχές ανησυχούν μήπως η λαϊκή δυσαρέσκεια στραφεί κατά της κεντρικής κυβέρνησης και του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Ωστόσο, ως προς την ικανότητα του σχεδίου να αναζωογονήσει τον κλάδο ακινήτων ή να δώσει ώθηση στην οικονομία, ο Γιε εμφανίστηκε απαισιόδοξος, λέγοντας ότι οι ανακοινώσεις δεν έχουν πραγματικό περιεχόμενο και λειτουργούν κυρίως ως μέσο εσωτερικής προπαγάνδας. Κατά την άποψή του, το καθεστώς προσπαθεί να παραπλανήσει το κοινό με «ωραίους επιθετικούς προσδιορισμούς», χωρίς να διαθέτει ουσιαστικό σχέδιο για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Ανάλογη ήταν και η εκτίμηση του Τανγκ, ο οποίος θεωρεί ότι οι αρχές έχουν εξαντλήσει τις ρεαλιστικές επιλογές για την αντιμετώπιση της κρίσης στον κλάδο ακινήτων και της ευρύτερης οικονομικής δυσπραγίας που αυτή έχει προκαλέσει. Όπως είπε, η νέα φάση ανακαίνισης των αστικών χωριών είναι πολύ πιο δύσκολο να χρηματοδοτηθεί και πιθανότατα θα οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση του χρέους των τοπικών κυβερνήσεων.

Ο Τσάι κατέληξε ότι η κινεζική ηγεσία αναγκάζεται να συνεχίσει την ανάπτυξη στον κλάδο των ακινήτων, γνωρίζοντας πως αν αυτός καταρρεύσει, τότε θα καταρρεύσει και συνολικά η οικονομία της χώρας. Ωστόσο, όπως επισήμανε, πλέον δεν υπάρχουν μέσα για την ενίσχυση της αγοράς, ούτε μέσω των παραδοσιακών μηχανισμών χρηματοδότησης με βάση τη γη, ενώ τα προηγούμενα σχέδια ανακαίνισης έχουν ήδη αποτύχει.

Με τη συμβολή των Ning Haizhong και Luo Ya