Πέμπτη, 12 Μαρ, 2026

Ρούμπιο: Ο Λευκός Οίκος ετοιμάζει σχέδιο για σταθεροποίηση των αγορών πετρελαίου

Ο Λευκός Οίκος ετοιμάζεται να παρουσιάσει στρατηγική με στόχο τη συγκράτηση των αυξανόμενων τιμών ενέργειας, μετά τις κοινές επιχειρήσεις ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στις 2 Μαρτίου, ο Ρούμπιο ανέφερε ότι ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ και ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ θα ανακοινώσουν μέτρα για τον περιορισμό της αύξησης των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όπως σημείωσε, η κυβέρνηση γνώριζε εκ των προτέρων ότι αυτό θα αποτελούσε παράγοντα, προσθέτοντας ότι το θέμα συζητήθηκε εκ νέου, και ότι από την επόμενη ημέρα θα άρχιζε η σταδιακή εφαρμογή των φάσεων του προγράμματος με στόχο τον μετριασμό των επιπτώσεων. Ωστόσο, δεν έδωσε λεπτομέρειες για το περιεχόμενο των πρωτοβουλιών.

Οι τιμές του αργού πετρελαίου στις ΗΠΑ κατέγραψαν άνοδο άνω του 8% και έκλεισαν τη συνεδρίαση της 2ας Μαρτίου στα 71,55 δολάρια (περίπου 66 ευρώ) ανά βαρέλι στο Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης. Το Brent, διεθνές σημείο αναφοράς, αυξήθηκε κατά περίπου 9% φθάνοντας σχεδόν τα 80 δολάρια (περίπου 74 ευρώ) το βαρέλι στο ICE Futures του Λονδίνου. Πρόκειται για τα υψηλότερα επίπεδα από τον Ιούνιο του 2025, όταν είχαν δεχθεί επίθεση οι πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν.

Πριν από τα πλήγματα στο Ιράν, οι τιμές του πετρελαίου κινούνταν ήδη ανοδικά, καθώς οι συναλλασσόμενοι ενσωμάτωναν στις εκτιμήσεις τους το ενδεχόμενο επιθέσεων.

Η πρόσφατη άνοδος των τιμών του πετρελαίου επηρεάζει και τους οδηγούς. Η μέση τιμή της βενζίνης διαμορφώθηκε στα 3 δολάρια (περίπου 2,80 ευρώ) ανά γαλόνι (περίπου 3,8 λίτρα) στις 2 Μαρτίου, αυξημένη κατά περισσότερο από 4% σε σύγκριση με έναν μήνα πριν, σύμφωνα με την Αμερικανική Ένωση Αυτοκινήτου (American Automobile Association).

Το πετρέλαιο αντιστοιχεί περίπου στο ήμισυ του κόστους ενός γαλονιού βενζίνης. Οι τιμές του φυσικού αερίου αυξήθηκαν κατά 1% στις 2 Μαρτίου, φθάνοντας περίπου τα 3 δολάρια (περίπου 2,80 ευρώ) ανά εκατομμύριο βρετανικές θερμικές μονάδες. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το πετρέλαιο θέρμανσης σημείωσαν επίσης άνοδο 14%, αγγίζοντας σχεδόν τα 3 δολάρια (περίπου 2,80 ευρώ) ανά γαλόνι.

Βραχυπρόθεσμες προοπτικές

Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το αργό παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα στις μετασυνεδριακές συναλλαγές, κινούμενα γύρω στα 71 δολάρια (περίπου 66 ευρώ) το βαρέλι, καθώς οι αγορές παρακολουθούν τις εξελίξεις.

Οι τιμές παρουσίασαν διακυμάνσεις εν μέσω αντικρουόμενων αναφορών ότι τα Στενά του Ορμούζ, ζωτικής σημασίας θαλάσσιος δίαυλος για το πετρέλαιο και το υγροποιημένο φυσικό αέριο, είχαν κλείσει. Ωστόσο, εταιρείες είχαν ήδη αρχίσει να εκτρέπουν την κυκλοφορία από την περιοχή για προληπτικούς λόγους. Περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και πετρελαιοειδών διακινούνται μέσω αυτού του διαδρόμου. Το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου που εξάγεται από την περιοχή κατευθύνεται προς την Ασία, με την Κίνα να αποτελεί τον κύριο πελάτη του Ιράν.

Ενόψει των εξελίξεων, αναλυτές επισημαίνουν ότι η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ και η έκταση των αντιποίνων της Τεχεράνης θα αποτελέσουν καθοριστικούς παράγοντες για τις τιμές του πετρελαίου —καθώς και για τις ευρύτερες αγορές— εντός της εβδομάδας. Ο επικεφαλής στρατηγικής αγορών της Freedom Capital Markets, Τζέι Γουντς (Jay Woods), ανέφερε σε σημείωμα που απέστειλε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι οι συναλλασσόμενοι θα παρακολουθούν ιδίως τα Στενά του Ορμούζ, την αντίδραση της απόδοσης του 10ετούς ομολόγου και το κατά πόσον η άνοδος του αργού συνιστά απλώς μια πρόσκαιρη αντίδραση σε ειδησεογραφικούς τίτλους ή μια νέα βιώσιμη τάση. Πρόσθεσε ότι, δεδομένου πως η αγορά είχε πρόσφατα δυσκολευτεί να ενισχυθεί ακόμη και με θετικές ειδήσεις, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει αρνητική αλυσιδωτή αντίδραση και να οδηγήσει την αγορά σε φάση διόρθωσης.

Τα μακροπρόθεσμα επιτόκια κατέγραψαν άνοδο στην έναρξη της εβδομάδας διαπραγμάτευσης, με την απόδοση του 10ετούς ομολόγου αναφοράς να κινείται ελαφρώς πάνω από το 4%.

Μια παρατεταμένη σύγκρουση και διαταραχές στις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό τόσο των επιχειρήσεων όσο και των καταναλωτών, οι οποίες είχαν υποχωρήσει τους τελευταίους μήνες. Ο επικεφαλής μακροοικονομικής στρατηγικής της LPL Financial, Κρίστιαν Κερ (Kristian Kerr), ανέφερε σε ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Epoch Times ότι οποιαδήποτε παρατεταμένη διακοπή στις ροές πετρελαίου ή φυσικού αερίου, ιδίως αν είναι σοβαρή και μακράς διάρκειας, έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τις πληθωριστικές προσδοκίες, να επιβαρύνει την επιχειρηματική εμπιστοσύνη και να αυξήσει τη μεταβλητότητα σε όλες τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων.

Επεσήμανε ότι όσο πιο έντονο και παρατεταμένο είναι το γεωπολιτικό σοκ, τόσο μεγαλύτερος είναι ο πιθανός αντίκτυπος στις αγορές.

Ανοδική αντίδραση στις αγορές ενέργειας

Οι τιμές του πετρελαίου κατέγραψαν απότομη άνοδο κατά την έναρξη των συναλλαγών στις ασιατικές αγορές τη 2α Μαρτίου, φθάνοντας σε ορισμένες στιγμές έως και το 13%, καθώς η ένοπλη σύρραξη που ξέσπασε το Σάββατο με τους βομβαρδισμούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν και οι επιπτώσεις της στη Μέση Ανατολή εντείνουν τις ανησυχίες για τον διεθνή εφοδιασμό με αργό.

Περί τη 01:15 (ώρα Ελλάδας), το Brent Βόρειας Θάλασσας κατέγραφε άνοδο 9,90%, διαμορφούμενο στα 80,16 δολάρια το βαρέλι, ενώ ενδοσυνεδριακά είχε φθάσει έως και το 13%. Η αμερικανική ποικιλία West Texas Intermediate (WTI) σημείωνε άνοδο 8,25%, στα 72,55 δολάρια το βαρέλι. Συνολικά από την αρχή του έτους, το WTI έχει ενισχυθεί περίπου κατά 25% και το Brent κατά περίπου 29%, επίπεδα αισθητά υψηλότερα από τα περίπου 61 δολάρια όπου βρισκόταν το Brent στις αρχές της χρονιάς.

Παρά το γεγονός ότι οι τιμές κινούνται πλέον στα υψηλότερα επίπεδα από τον Ιούνιο του 2025, παραμένει ασαφές πόσο διατηρήσιμη θα αποδειχθεί η ανοδική πορεία. Σε σημείωμά του της 1ης Μαρτίου, ο επικεφαλής στρατηγικής εμπορευμάτων της ING, Γουόρεν Πάτερσον, ανέφερε ότι στις αγορές ενέργειας αναμένεται επιθετική αντίδραση των τιμών με το άνοιγμα των αγορών. Πρόσθεσε ότι, σε περίπτωση σημαντικών και παρατεταμένων διαταραχών στην προσφορά, οι τιμές του αργού θα μπορούσαν βραχυπρόθεσμα να φθάσουν ακόμη και τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ εάν η γεωπολιτική κατάσταση σταθεροποιηθεί γρήγορα, είναι πιθανό να μετριαστούν λόγω της άφθονης παγκόσμιας παραγωγής.

Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται το ενδεχόμενο διαταραχών στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% του πετρελαίου που καταναλώνεται παγκοσμίως — περί τα 20 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Αν και τα Στενά δεν έχουν επισήμως κλείσει, διατυπώνονται φόβοι ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να επιχειρήσει περιορισμούς στη διέλευση. Ο Πάτερσον εκτίμησε ότι ένα πλήρες κλείσιμο θα ήταν δύσκολο να επιβληθεί και πιθανότατα θα προκαλούσε ισχυρή αντίδραση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, προσθέτοντας ότι η αυξανόμενη επιφυλακτικότητα των πλοίων να διέλθουν από την περιοχή ενδέχεται, εφόσον παραταθεί, να επηρεάσει τις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Στην αγορά φυσικού αερίου, η αντίδραση ήταν πιο συγκρατημένη, με τις τιμές να ενισχύονται περίπου κατά 1% και να διαμορφώνονται γύρω στα 2,90 δολάρια ανά εκατομμύριο βρετανικές θερμικές μονάδες. Το προϊόν έχει παρουσιάσει έντονη μεταβλητότητα φέτος, κυρίως λόγω της σφοδρής χειμερινής καταιγίδας που έπληξε τις Ηνωμένες Πολιτείες τον Ιανουάριο, ενώ από την αρχή του έτους καταγράφει πτώση σχεδόν 9%.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον ενεργειακό οικονομολόγο της Energy Outlook Advisors, Άνας Αλχάτζι, οι βασικοί εμπορικοί εταίροι του Ιράν — με σημαντικότερο την Κίνα — είχαν ήδη παραλάβει τα φορτία τους πριν από την κλιμάκωση. Σε σημείωμά του της 28ης Φεβρουαρίου προς την εφημερίδα The Epoch Times, ανέφερε ότι το Ιράν είχε αποστείλει όλα τα μεγάλα πετρελαιοφόρα του εκτός Κόλπου περισσότερο από μία εβδομάδα νωρίτερα, αυξάνοντας τις εξαγωγές στα υψηλότερα επίπεδα από το 2017, και σημείωσε ότι εκείνη τη στιγμή δεν βρίσκονταν μεγάλα δεξαμενόπλοια σε ιρανικά λιμάνια στον Κόλπο. Σχεδόν το 90% των ενεργειακών εξαγωγών που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ κατευθύνεται προς την Ασία, ενώ το Ιράν παράγει περίπου 3,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως και εξάγει περί τα 1,5 εκατομμύριο βαρέλια αργού την ημέρα.

Μετοχές και αποδόσεις ομολόγων σε πτώση

Στις συναλλαγές συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, οι αμερικανικοί δείκτες υποχωρούσαν, ενώ οι επενδυτές κατευθύνονταν προς κρατικούς τίτλους χαμηλότερου κινδύνου. Ο Dow Jones κατέγραφε απώλειες άνω των 500 μονάδων ή 1,08%, ο Nasdaq Composite υποχωρούσε περισσότερο από 200 μονάδες ή σχεδόν 1%, και ο S&P 500 σημείωνε πτώση σχεδόν 1%.

Σε σημείωμά του προς την Epoch Times, ο αναλυτής της Grit Capital, Όστιν Χάνκβιτζ, ανέφερε ότι ο βασικός κίνδυνος για τις αγορές είναι η κλιμάκωση, επισημαίνοντας ότι το πετρέλαιο, οι μετοχές αμυντικών εταιρειών και οι τοποθετήσεις χαμηλότερου κινδύνου είναι πιθανό να παρουσιάσουν αυξημένη μεταβλητότητα, ενώ οι ευρύτερες προσδοκίες για την παγκόσμια ανάπτυξη ενδέχεται να εξασθενήσουν εάν οι τιμές ενέργειας εκτιναχθούν. Πρόσθεσε ότι η κατάσταση παραμένει ρευστή και ότι οι επενδυτές προετοιμάζονται για διακυμάνσεις που θα καθοδηγούνται από τις εξελίξεις, καθώς ο γεωπολιτικός κίνδυνος περνά στο επίκεντρο.

Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών κρατικών ομολόγων υποχώρησαν ελαφρώς, με την απόδοση του 10ετούς τίτλου αναφοράς να διαμορφώνεται κάτω από το 3,96%. Άνοδο κατέγραψαν και τα πολύτιμα μέταλλα μετά την επίθεση κατά του Ιράν, με τον χρυσό να ενισχύεται άνω του 2% και το ασήμι να σημειώνει άνοδο σχεδόν 2%.

Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι νέοι παγκόσμιοι δασμοί 10% του Τραμπ τίθενται σε ισχύ

Οι νέοι παγκόσμιοι δασμοί του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ύψους 10%, τέθηκαν σε ισχύ σήμερα 24 Φεβρουαρίου, ενώ σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το σαββατοκύριακο, είχε προαναγγείλει αύξηση στο 15%.

Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε στις 20 Φεβρουαρίου ότι ο Νόμος περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης (International Emergency Economic Powers Act – IEEPA) δεν παρείχε στον πρόεδρο την εξουσία να επιβάλλει δασμούς στους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ.

Η απόφαση αυτή ανέτρεψε μεγάλο μέρος των εισαγωγικών δασμών, ιδίως τους λεγόμενους αμοιβαίους δασμούς που είχαν τεθεί στο επίκεντρο τον Απρίλιο του 2025. Λίγο μετά την ετυμηγορία του ανώτατου δικαστηρίου, ο πρόεδρος Τραμπ προχώρησε άμεσα στην επιβολή οριζόντιων δασμών 10% μέσω προεδρικής διακήρυξης, επικαλούμενος το Άρθρο 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974. Η συγκεκριμένη διάταξη επιτρέπει την επιβολή νέων δασμών έως 15% για περίοδο 150 ημερών, με στόχο την αντιμετώπιση «μεγάλων και σοβαρών ελλειμμάτων στο ισοζύγιο πληρωμών». Για την παράταση των αυξημένων αυτών δασμών πέραν του χρονικού αυτού ορίου, θα απαιτηθεί έγκριση του Κογκρέσου.

Σε ανάρτησή του στις 21 Φεβρουαρίου στην πλατφόρμα Truth Social, ο Τραμπ ανέφερε ότι, υπό την ιδιότητά του ως πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, θα προχωρούσε άμεσα στην αύξηση του «παγκόσμιου δασμού 10%» στο «πλήρως επιτρεπόμενο και νομικά δοκιμασμένο» επίπεδο του 15%. Υποστήριξε ότι πολλές από τις χώρες αυτές «εκμεταλλεύονταν» τις ΗΠΑ επί δεκαετίες χωρίς αντίποινα, μέχρι την ανάληψη των καθηκόντων του. Πρόσθεσε ακόμη ότι, τους επόμενους μήνες, η κυβέρνησή του θα καθόριζε και θα ανακοίνωνε νέους, νομικά επιτρεπτούς δασμούς, οι οποίοι θα συνέχιζαν την «εξαιρετικά επιτυχημένη διαδικασία» του «Making America Great Again».

Ωστόσο, λίγες ώρες πριν από την έναρξη ισχύος του μέτρου, η Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων των ΗΠΑ (U.S. Customs and Border Protection) ενημέρωσε με υπόμνημα τους εισαγωγείς ότι ο αρχικός δασμός 10% θα εφαρμοστεί από τις 24 Φεβρουαρίου σε «εισαγόμενα προϊόντα από κάθε χώρα για περίοδο 150 ημερών, εκτός εάν προβλέπεται ρητή εξαίρεση».

Μέχρι στιγμής, ο Τραμπ δεν έχει εκδώσει νέα επίσημη οδηγία για την αύξηση του δασμού στο 15%, παρά τη σχετική ανάρτησή του.

Στις βασικές εξαιρέσεις από τον παγκόσμιο δασμό περιλαμβάνονται προϊόντα που συμμορφώνονται με τη Συμφωνία Ηνωμένων Πολιτειών–Μεξικού–Καναδά (United States-Mexico-Canada Agreement – USMCA), καθώς και φαρμακευτικά προϊόντα, κρίσιμα ορυκτά και εισαγωγές τροφίμων.

Παράλληλα, άλλα στοιχεία του υφιστάμενου καθεστώτος δασμών παραμένουν σε ισχύ: δασμοί 50% σε αλουμίνιο, προϊόντα χαλκού και χάλυβα, 25% σε αυτοκίνητα και έπιπλα, καθώς και 10% στην ξυλεία.

Η Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων επιβεβαίωσε επίσης, με σχετικό δελτίο, ότι οι δασμοί που είχαν επιβληθεί βάσει του IEEPA δεν θα εισπράττονται πλέον μετά τα μεσάνυχτα της 24ης Φεβρουαρίου.

Εν μέσω αυτής της αβεβαιότητας, ο Τραμπ προειδοποίησε στις 23 Φεβρουαρίου ότι χώρες που θα επιλέξουν να υπαναχωρήσουν από εμπορικές συμφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιμετωπίσουν ακόμη υψηλότερες επιβαρύνσεις. Σε νέα ανάρτησή του στο Truth Social ανέφερε ότι οποιαδήποτε χώρα επιχειρήσει να «παίξει παιχνίδια» με τη «γελοία απόφαση» του Ανώτατου Δικαστηρίου, ιδίως χώρες που, κατά την άποψή του, «εκμεταλλεύονταν» τις ΗΠΑ επί χρόνια ή και δεκαετίες, θα βρεθεί αντιμέτωπη με «πολύ υψηλότερους δασμούς και χειρότερους όρους» από εκείνους που μόλις πρόσφατα είχε αποδεχθεί.

Η τοποθέτηση αυτή προηγήθηκε της απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να αναστείλει τη διαδικασία επικύρωσης των εμπορικών συμφωνιών μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι ο δασμός 15% παραβιάζει διατάξεις της συμφωνίας που είχε επιτευχθεί το περασμένο καλοκαίρι.

Παράλληλα, ολοένα και περισσότερες χώρες έχουν γνωστοποιήσει ότι θα εξετάσουν προσεκτικά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Συνέντευξη Τύπου του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τους δασμούς προβάλλεται σε τηλεόραση, στον χώρο συναλλαγών του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης. ΗΠΑ, 20 Φεβρουαρίου 2026. (Michael M. Santiago/Getty Images)

 

Αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου υποστήριξαν ότι οι εταίροι των ΗΠΑ δεν έχουν αποσυρθεί από τις δεσμεύσεις τους. Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος Τζέιμσον Γκρηρ δήλωσε σε συνέντευξή του, στις 22 Φεβρουαρίου, στην εκπομπή «Face the Nation» του CBS, ότι ξένες κυβερνήσεις έχουν επικοινωνήσει με την κυβέρνηση των ΗΠΑ ζητώντας διευκρινίσεις σχετικά με την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου και ότι αναμένουν από τους εταίρους να τηρήσουν τις συμφωνίες τους, επισημαίνοντας πως μέχρι στιγμής δεν έχει ακούσει κανέναν να δηλώνει ότι η συμφωνία ακυρώνεται.

Σύγχυση για τις επιστροφές δασμών

Οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αναμένουν σαφή εικόνα σχετικά με την πορεία των αιτημάτων τους για επιστροφή δασμών. Μετά την απόφαση του δικαστηρίου, εκτιμάται ότι πολλοί εισαγωγείς θα υποβάλουν σχετικές αιτήσεις, ενώ δεκάδες εταιρείες έχουν ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση από το καλοκαίρι.

Σύμφωνα με εκτίμηση του Penn Wharton Budget Model, το συνολικό ύψος των επιστροφών θα μπορούσε να φτάσει τα 175 δισ. δολάρια.

Αναλυτές της αγοράς προειδοποιούν ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να δημιουργήσει βραχυπρόθεσμες πιέσεις χρηματοδότησης για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Ο επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής μετοχών Τζεφ Μπούχμπάιντερ (Jeff Buchbinder) ανέφερε, σε σημείωμα που απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην εφημερίδα The Epoch Times, ότι ακόμη και αν οι επιστροφές πραγματοποιηθούν σταδιακά, δημιουργείται νέα άμεση χρηματοδοτική ανάγκη για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Πρόσθεσε ότι οποιαδήποτε σημαντική έκδοση χρέους για την κάλυψη των σχετικών εκροών θα επικεντρωθεί πιθανότατα στο βραχυπρόθεσμο τμήμα της καμπύλης αποδόσεων, οδηγώντας σε ελαφρά αύξηση της κλίσης της.

Αξιωματούχοι της κυβέρνησης άφησαν να εννοηθεί ότι οι επιστροφές ενδέχεται να καθυστερήσουν λόγω των δικαστικών διαδικασιών, έως ότου τα δικαστήρια παράσχουν σαφή καθοδήγηση. Ο Γκρηρ δήλωσε στις 22 Φεβρουαρίου, σε εμφάνισή του στην εκπομπή «This Week» του ABC, ότι η κυβέρνηση χρειάζεται οδηγίες από το δικαστήριο, καθώς ακυρώθηκαν οι δασμοί χωρίς να δοθεί καμία κατεύθυνση για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το ζήτημα. Εξέφρασε την εκτίμηση ότι θα χρειαστεί να παρέμβει το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου, ομοσπονδιακό δικαστήριο σε επίπεδο περιφέρειας, και να διευκρινίσει τη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου τού αν οι ενάγοντες όφειλαν να έχουν υποβάλει σχετικό αίτημα, υπογραμμίζοντας ότι απαιτείται σαφής δικαστική καθοδήγηση.

Στις 23 Φεβρουαρίου, η Federal Express κατέθεσε αγωγή κατά της κυβέρνησης των ΗΠΑ, ζητώντας «πλήρη επιστροφή» των δασμών που κατέβαλε το προηγούμενο έτος. Σε προσφυγή 11 σελίδων, η εταιρεία ανέφερε ότι οι ενάγοντες ζητούν πλήρη επιστροφή όλων των δασμών βάσει του IEEPA που έχουν καταβάλει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η FedEx προστίθεται σε έναν αυξανόμενο αριθμό επιχειρήσεων που επιδιώκουν να ανακτήσουν τα δισεκατομμύρια που κατέβαλαν σε δασμούς. Τους τελευταίους μήνες, δεκάδες εταιρείες — από τον κολοσσό λιανικής Costco έως την εταιρεία καλλυντικών Revlon — έχουν προσφύγει στη Δικαιοσύνη, επιδιώκοντας την επιστροφή των ποσών που κατέβαλαν στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Με τη συμβολή των Victoria Friedman και Jill McLaughlin

Ο Τραμπ επιλέγει τον Κέβιν Γουόρς για νέο πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε στις 30 Ιανουαρίου ότι ο πρώην διοικητής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed) των ΗΠΑ Κέβιν Γουόρς (Kevin Warsh) θα αναλάβει την ηγεσία της κεντρικής τράπεζας της χώρας.

Αν και ο νέος πρόεδρος της Fed θα διαθέτει μόνο μία ψήφο, ο Τραμπ εκτίμησε ότι και άλλα στελέχη θα αλλάξουν στάση και θα στηρίξουν τη μείωση των επιτοκίων. Όπως ανέφερε σε δημοσιογράφους κατά την πρεμιέρα της ταινίας «Melania», που είναι αφιερωμένη στην πρώτη κυρία Μελάνια Τραμπ, ο πρόεδρος δήλωσε ότι, εφόσον υπάρχει σεβασμός προς τον επικεφαλής της Fed —σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τον σημερινό πρόεδρο της τράπεζας— οι υπόλοιποι αξιωματούχοι θα ευθυγραμμιστούν πλήρως με αυτή την κατεύθυνση.

Ο Κέβιν Γουόρς διετέλεσε ειδικός βοηθός του προέδρου για θέματα οικονομικής πολιτικής κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Μπους, από το 2002 έως το 2006, ενώ υπήρξε και εκτελεστικός γραμματέας του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου.

Ο Γουόρς, ο οποίος θεωρείται υποστηρικτής της σκληρής νομισματικής γραμμής, διορίστηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας τον Ιανουάριο του 2006 και υπηρέτησε υπό τον τότε πρόεδρο της Fed, Μπεν Μπερνάνκι (Ben Bernanke). Παραιτήθηκε από τη θέση του στις αρχές του 2011. Ήταν επίσης μία από τις βασικές επιλογές του Τραμπ για την προεδρία της Fed κατά την πρώτη προεδρική του θητεία, πριν τελικά επιλεγεί ο Τζερόμ Πάουελ.

Η διαδικασία αναζήτησης αντικαταστάτη του Πάουελ ξεκίνησε το περασμένο φθινόπωρο με 11 υποψηφίους. Η λίστα περιορίστηκε σταδιακά σε λίγους επικρατέστερους, με τους τέσσερις τελικούς να είναι ο Κέβιν Γουόρς, ο διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου Κέβιν Χάσσετ (Kevin Hassett), ο επικεφαλής στέλεχος της BlackRock Ρικ Ρίντερ (Rick Rieder) και ο διοικητής της Fed Κρίστοφερ Γουόλερ (Christopher Waller).

Για εβδομάδες, οι αγορές προβλέψεων θεωρούσαν σχεδόν βέβαιο ότι ο Χάσσετ θα οριζόταν διάδοχος του Πάουελ. Ωστόσο, ο Γουόρς βρέθηκε αιφνιδιαστικά στην κορυφή όταν ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα μπορούσε να αποδεσμεύσει τον Χάσσετ από τον Λευκό Οίκο. Στη συνέχεια, έπειτα από κολακευτικά σχόλια του προέδρου για τον έμπειρο παράγοντα της Wall Street στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, ο Ρίντερ πέρασε προσωρινά στην πρώτη θέση των εκτιμήσεων. Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ γνωστοποίησε στον Τύπο ότι θα ανακοίνωνε την επιλογή του στις 30 Ιανουαρίου, ο Γουόρς κατέστη το αδιαφιλονίκητο φαβορί.

Ο Γουόρς έχει εκφράσει τη στήριξή του στην οικονομική ατζέντα της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι η Fed θα πρέπει να μειώσει τα επιτόκια και να περιορίσει το μέγεθος του ισολογισμού της. Οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής ψήφισαν με 10 ψήφους υπέρ και 2 κατά στη συνεδρίαση της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Ανοικτής Αγοράς τον Ιανουάριο, αποφασίζοντας να διατηρήσουν τα επιτόκια αμετάβλητα στο εύρος 3,5% έως 3,75%. Παράλληλα, η Fed έχει μειώσει τον ισολογισμό της, αν και διέκοψε τον κύκλο ποσοτικής σύσφιγξης στα τέλη του περασμένου έτους.

Επιπλέον, ο Γουόρς έχει ταχθεί υπέρ της εφαρμογής μεταρρυθμίσεων τόσο σε επίπεδο πολιτικής όσο και σε επίπεδο προσωπικού στο ίδρυμα, το οποίο λειτουργεί εδώ και 113 χρόνια. Σε συνέντευξή του στο CNBC και την εκπομπή «Squawk Box» στις 17 Ιουλίου, είχε ζητήσει σαρωτικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της Fed, φτάνοντας στο σημείο να προτείνει ακόμη και μια συμμαχία πολιτικής με το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ. Σύμφωνα με όσα δήλωσε τότε, υποστήριξε ότι απαιτείται αλλαγή καθεστώτος στη χάραξη πολιτικής, εκτιμώντας ότι το έλλειμμα αξιοπιστίας βαρύνει τα σημερινά στελέχη της Fed.

Ο Τζερόμ Πάουελ έχει διαφωνήσει με τις απόψεις ότι η Fed χρειάζεται ριζική αναμόρφωση του μηχανισμού λήψης αποφάσεων. Μιλώντας στη συνέντευξη Τύπου μετά τη συνεδρίαση της 28ης Ιανουαρίου, ανέφερε ότι η συγκεκριμένη ιδέα δεν έχει λογική βάση. Όπως εξήγησε, εάν το ζήτημα αφορά τη χρήση καλύτερων οικονομικών μοντέλων, η Fed είναι ανοιχτή σε αυτά και αναζητά διαρκώς τρόπους βελτίωσης, τονίζοντας παράλληλα ότι η τράπεζα βρίσκεται ήδη σε επαφή με όποιον ασχολείται με την οικονομική μοντελοποίηση.

Η θητεία του σημερινού επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας λήγει τον Μάιο, ωστόσο ο Πάουελ θα διατηρήσει τη θέση του στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας έως τον Ιανουάριο του 2028.

Βαρύ πρόστιμο της Κομισιόν στην X του Έλον Μασκ για παραβίαση του «Digital Services Act»

Μετά από διετή έρευνα στο πλαίσιο του Νόμου για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε στις 5 Δεκεμβρίου τη βαρύτατη επιβολή προστίμου ύψους 120 εκατομμυρίων ευρώ στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X, ιδιοκτησίας του δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία Έλον Μασκ.

Όπως αναφέρει η Κομισιόν, η X παραβίασε σειρά υποχρεώσεων διαφάνειας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η παραπλανητική σχεδίαση του μπλε σήματος επαλήθευσης («blue checkmark»), η έλλειψη διαφάνειας στο αποθετήριο διαφημίσεων, καθώς και η αδυναμία παροχής πρόσβασης ερευνητών στα δημόσια δεδομένα της πλατφόρμας.

Σε ένα ακόμη μέτωπο μεταξύ Βρυξελλών και αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών, η Επιτροπή δήλωσε: «Το διακριτικό επαλήθευσης της πλατφόρμας μετατράπηκε σε επί πληρωμή λειτουργία, χωρίς επαρκή έλεγχο ταυτότητας». Οι ρυθμιστικές αρχές υποστήριξαν πως με τον τρόπο αυτό παραπλανήθηκαν οι χρήστες, και παρασύρθηκαν να θεωρήσουν ορισμένους λογαριασμούς ως αυθεντικούς, με συνέπεια την έκθεσή τους σε κινδύνους πλαστοπροσωπίας, χειραγώγησης και απάτης.

Επίσης, σύμφωνα με την Κομισιόν, το αποθετήριο διαφημίσεων της X δεν πληρούσε τις προδιαγραφές προσβασιμότητας και πληρότητας του DSA, καθώς παρέλειπε κρίσιμες πληροφορίες, γεγονός που εμπόδιζε την καταπολέμηση συντονισμένης παραπληροφόρησης, παρεμβάσεων σε εκλογικές διαδικασίες και παράνομων δραστηριοτήτων.

Επιπλέον, οι αρχές σημείωσαν πως η X έθεσε εμπόδια στην πρόσβαση κατάλληλων ερευνητών σε σημαντικά στατιστικά στοιχεία, όπως εντυπώσεις, επισημάνσεις «μου αρέσει» και κοινοποιήσεις. Οι όροι χρήσης της πλατφόρμας απαγορεύουν την ανεξάρτητη πρόσβαση των ερευνητών στα δημόσια δεδομένα και υιοθετούν διαδικασίες με περιττούς περιορισμούς.

Η Χάνα Βερκίνεν, εκτελεστική αντιπρόεδρος της Επιτροπής για την Τεχνολογική Κυριαρχία, την Ασφάλεια και τη Δημοκρατία, υπογράμμισε: «Με την πρώτη απόφαση μη συμμόρφωσης βάσει του DSA, κρατάμε την X υπόλογη για την υπονόμευση των δικαιωμάτων των χρηστών και την αποφυγή λογοδοσίας». Σημείωσε δε πως η X διαθέτει προθεσμία 60 ημερών για να ενημερώσει την Επιτροπή πώς θα αντιμετωπίσει τα αποκαλούμενα παραπλανητικά «μπλε σήματα», και 90 ημερών για να καταθέσει σχέδιο διόρθωσης για τις διαφημίσεις και τα δημόσια δεδομένα. «Η μη συμμόρφωση με την απόφαση ενδέχεται να επιφέρει περιοδικές χρηματικές κυρώσεις», προειδοποίησε η Επιτροπή.

Πριν από την ανακοίνωση της Κομισιόν, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς σχολίασε: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπρεπε να υπερασπίζεται την ελευθερία του λόγου, όχι να στοχοποιεί αμερικανικές εταιρείες με ανυπόστατες κατηγορίες». Κάλεσε την Ένωση να στηρίξει την ελευθερία λόγου, καθώς φημολογείται ότι η Επιτροπή σκοπεύει να επιβάλει στην X επιπλέον πρόστιμο εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για μη λογοκρισία περιεχομένου.

Το πρόστιμο στην X επεβλήθη μία ημέρα μετά την εκκίνηση έρευνας κατά της Meta από την Ευρωπαϊκή Ένωση για πιθανή παραβίαση των κανόνων ανταγωνισμού, όσον αφορά την πρόσβαση παρόχων τεχνητής νοημοσύνης στο WhatsApp.

«Οφείλουμε να διασφαλίσουμε ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες και οι επιχειρήσεις θα αποκομίσουν πλήρως τα οφέλη αυτής της τεχνολογικής επανάστασης, και να αποτρέψουμε τους ισχυρούς ψηφιακούς παίκτες από το να καταχρώνται τη θέση τους, αποκλείοντας καινοτόμους ανταγωνιστές», δήλωσε στις 4 Δεκεμβρίου η Επίτροπος Ανταγωνισμού, Τερέζα Ριμπέιρου.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, σχολίασε: «Το πρόστιμο των 140 εκατομμυρίων δολαρίων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν αποτελεί μόνο επίθεση κατά της X, αλλά και εναντίον όλων των αμερικανικών τεχνολογικών πλατφορμών και του αμερικανικού λαού από ξένες κυβερνήσεις». Δήλωσε ακόμη πως «οι μέρες κατά τις οποίες λογοκρίνονταν οι Αμερικανοί στο διαδίκτυο έχουν πλέον τελειώσει».

Η ΕΕ υιοθέτησε τον Νόμο για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες το 2022, θέτοντας αυστηρούς κανόνες για τη λειτουργία των διαδικτυακών υπηρεσιών, από την προστασία του χρήστη έως τη διαφάνεια στη διαφήμιση. Όσοι επικρίνουν τον νόμο ισχυρίζονται ότι ο κανονισμός απειλεί την ελευθερία του λόγου και ενδέχεται να οδηγήσει σε ένα παγκόσμιο καθεστώς λογοκρισίας.

Φωτογραφία με τα λογότυπα των μεγαλύτερων πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης και εταιρειών. (AAP Image/Lukas Coch)

 

Η Αντίνα Περτάρου, ανώτερη νομική σύμβουλος του Ευρωπαϊκού παραρτήματος της Alliance Defending Freedom International, επεσήμανε: «Ο Νόμος για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες ενδέχεται να εγκαθιδρύσει ένα παγκόσμιο καθεστώς λογοκρισίας και είναι η μεγαλύτερη απειλή για την ελευθερία έκφρασης στον δυτικό κόσμο σήμερα. Θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για την προστασία της ελεύθερης έκφρασης έναντι της λογοκρισίας και του DSA, ώστε να παραμείνει η ψηφιακή δημόσια σφαίρα ελεύθερη».

Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επίσης επικρίνει τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς για την ψηφιακή οικονομία τους τελευταίους μήνες. Ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ, Χάουαρντ Λούτνικ, σε συνέντευξή του στο Bloomberg Television στις 24 Νοεμβρίου, παρατήρησε ότι «οι ευρωπαϊκοί κανόνες και κανονισμοί στοχεύουν άδικα την Amazon, τη Google και τη Microsoft» και κάλεσε την ΕΕ να διαμορφώσει ένα λογικό πλαίσιο δράσης για τις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες στην ευρωπαϊκή αγορά, σημειώνοντας: «Επιθυμούν να συμπεριλάβουν τον χάλυβα και το αλουμίνιο σε αυτό το πλαίσιο, και θεωρούμε ιδιαίτερα κρίσιμο να κατανοήσουν τους όρους λειτουργίας των ψηφιακών μας εταιρειών και να επανεξετάσουν τους ψηφιακούς κανονισμούς ώστε να γίνουν πιο προσιτοί για τις μεγάλες εταιρείες μας».

Η ΕΕ επιχειρεί να απλοποιήσει το κανονιστικό της πλαίσιο για την ψηφιακή οικονομία. Τον περασμένο μήνα, η Επιτροπή παρουσίασε ένα ευρύ «ψηφιακό omnibus» με στόχο την απλούστευση των τρεχόντων κανονισμών για την τεχνητή νοημοσύνη, την κυβερνοασφάλεια και τα δεδομένα, με αξιωματούχους να τονίζουν πως η πρωτοβουλία αυτή θα ενισχύσει την καινοτομία, θα διευκολύνει τη συμμόρφωση και θα περιορίσει τη γραφειοκρατία.

Ο Πούτιν ανοίγει ένα παράθυρο για ειρηνευτικό σχέδιο στην Ουκρανία

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δήλωσε στις 27 Νοεμβρίου ότι ένα ειρηνευτικό σχέδιο με την υποστήριξη των ΗΠΑ θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Το τελευταίο διάστημα, οι προσπάθειες αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης Ουκρανίας–Ρωσίας κερδίζουν έδαφος, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρωπαίοι εταίροι προωθούν παράλληλα ειρηνευτικά πλαίσια για την υπέρβαση του αδιεξόδου.

Σε συνέντευξη Τύπου στο Κιργιστάν, ο Πούτιν εξέφρασε τη διάθεσή του για σοβαρές συνομιλίες πάνω στο εν λόγω σχέδιο. «Εν γένει, συμφωνούμε ότι αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για μελλοντικές συμφωνίες», ανέφερε, μετά από σύνοδο με τους ηγέτες της Λευκορωσίας, του Καζακστάν και του Τατζικιστάν, στο πλαίσιο του Οργανισμού Συλλογικής Ασφάλειας. Επρόκειτο για την πρώτη δημόσια τοποθέτηση του Πούτιν σε ειρηνευτική πρωτοβουλία, ύστερα από αρκετές ημέρες έντονης αμερικανο-ουκρανικής διπλωματίας.

Ο Λευκός Οίκος επιβεβαίωσε την περασμένη εβδομάδα ότι εργάζεται σε ένα ειρηνευτικό σχέδιο 28 σημείων για την επίλυση της κρίσης στην Ανατολική Ευρώπη. Σύμφωνα με το προσχέδιο, η Ουκρανία θα πρέπει να προχωρήσει σε σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις, να περιορίσει τις δυνάμεις της και να εγκαταλείψει κάθε φιλοδοξία ένταξης στο ΝΑΤΟ. Το σχέδιο προβλέπει επίσης άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, ανακατεύθυνση των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, καθώς και δέσμευση της Μόσχα να μην επιτεθεί στην Ουκρανία ή σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Στις 24 Νοεμβρίου, μετά από συνομιλίες στη Γενεύη μία μέρα νωρίτερα, ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι ανακοίνωσε πως αμερικανική αντιπροσωπεία υπό την ηγεσία του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, σε συνεργασία με Ουκρανούς αξιωματούχους, αποφάσισαν να απλοποιήσουν το προσχέδιο. Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Ζελένσκι έγραψε πως οι τροποποιήσεις «αντανακλούν τη σωστή προσέγγιση», προσθέτοντας: «Υπάρχει ακόμη δουλειά για όλους μας ώστε να ολοκληρωθεί το κείμενο και πρέπει όλα να γίνουν με αξιοπρέπεια».

Ο Πούτιν αποκάλυψε πως το νέο σχέδιο απεστάλη ήδη στη Μόσχα, εξηγώντας: «Αποφάσισαν μεταξύ τους πως τα είκοσι οκτώ σημεία θα πρέπει να διαχωριστούν σε τέσσερα ξεχωριστά σκέλη». Παρατήρησε ότι το προσχέδιο απαιτεί διπλωματική επεξεργασία στη γλώσσα και χαρακτήρισε αστεία διατύπωση την πρόβλεψη περί δέσμευσης της Ρωσίας να μην επιτεθεί στην Ευρώπη, λέγοντας πως «η Ρωσία δεν έχει σκοπό να κατακτήσει την Ευρώπη». Παρά ταύτα, δήλωσε πρόθυμος να συμμετάσχει σε ευρύτερο διάλογο σχετικά με την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Υπογράμμισε δε ότι οι εχθροπραξίες θα λήξουν μόλις οι ουκρανικές δυνάμεις αποσυρθούν από τα εδάφη που ελέγχουν.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, σε συνάντηση στον Λευκό Οίκο. Ουάσιγκτον, 18 Αυγούστου 2025. (Mandel Ngan/AFP μέσω Getty Images)

 

Για τη δήμευση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τα διαθέσιμα της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας που έχουν «παγώσει» δυτικές κυβερνήσεις, κυρίως στην Ευρώπη, από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου 2022, ο Πούτιν δηλώνει ότι θα έχει αρνητικές συνέπειες στο διεθνές οικονομικό σύστημα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ εξετάζουν το ενδεχόμενο χρήσης του ποσού, που ανέρχεται στα 300 δισεκατομμύρια δολάρια, για την άμυνα και την ανασυγκρότηση της Ουκρανίας, ωστόσο το σχέδιο δεν τυγχάνει ευρείας αποδοχής. Οι υπέρμαχοι του μέτρου υποστηρίζουν πως θα προσφέρει ουσιαστική οικονομική υποστήριξη στο Κίεβο, ενώ οι επικριτές προειδοποιούν ότι θα υπονομεύσει το κύρος της κρατικής ασυλίας, θα αποσταθεροποιήσει τις διεθνείς αγορές και θα προκαλέσει ρωσικά αντίμετρα.

 Οι δηλώσεις του Πούτιν υπερθεματίζουν τη δεύτερη άποψη: «Βεβαίως, θα υπάρξουν ολέθριες συνέπειες, επειδή η εμπιστοσύνη στην ευρωζώνη θα καταρρεύσει δραματικά». Επεσήμανε δε ότι η Ρωσία εξετάζει τρόπους αντίδρασης σε ενδεχόμενη δήμευση των περιουσιακών της στοιχείων, χωρίς ωστόσο να ορίσει κάποιο χρονοδιάγραμμα.

Χωρίς χρονοδιάγραμμα κινείται και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, όσον αφορά τον τερματισμό του πολέμου και τη σύναψη συμφωνίας ανάμεσα στις δύο πλευρές, παρόλο που δηλώνει πως αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα. Στις 25 Νοεμβρίου, είπε σε δημοσιογράφους: «Η δική μου προθεσμία είναι να τελειώσει ο πόλεμος. Η Ρωσία έχει πολύ περισσότερους ανθρώπους, πολύ περισσότερους στρατιώτες. Πιστεύω πως αν η Ουκρανία καταφέρει να φτάσει σε μια συμφωνία, θα είναι θετικό – θα είναι καλό και για τους δύο. Ειλικρινά, πιστεύω ότι θα είναι καλό και για τους δύο».

Την ίδια ημέρα, σε ανάρτησή του στο Truth Social, ο Τραμπ σημείωσε: «Ελπίζω να συναντήσω σύντομα τον πρόεδρο Ζελένσκι και τον πρόεδρο Πούτιν, αλλά μόνο όταν η συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου έχει ολοκληρωθεί ή βρίσκεται στο τελικό της στάδιο».

Με τη συμβολή των Victoria Friedman, Ryan Morgan και Tom Ozimek 

Οι ΗΠΑ πιέζουν την Ιαπωνία να διακόψει τις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας

Ο υπουργός Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Σκοτ Μπέσσεντ, δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον αναμένει από την Ιαπωνία να σταματήσει τις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας, επικαλούμενος εν εξελίξει συνομιλίες μεταξύ των δύο κυβερνήσεων.

Ο Μπέσσεντ συναντήθηκε με τον Ιάπωνα υπουργό Οικονομικών, Κατσουνόμπου Κάτο, στις 15 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο της ετήσιας συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Μπέσσεντ ανέφερε ότι οι δύο αξιωματούχοι συζήτησαν βασικά ζητήματα των αμερικανοϊαπωνικών οικονομικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης της στάσης της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στη ρωσική ενέργεια.

«Ο υπουργός Κάτο κι εγώ συζητήσαμε σημαντικά θέματα που αφορούν τη σχέση ΗΠΑ-Ιαπωνίας και την προσδοκία της κυβέρνησης ότι η Ιαπωνία θα σταματήσει να εισάγει ρωσική ενέργεια», δήλωσε ο Μπέσσεντ.

Ο Κάτο απάντησε ότι η Ιαπωνία θα κάνει ό,τι μπορεί, δείχνοντας διάθεση ευελιξίας αλλά χωρίς να δεσμευτεί ρητά.

«Η Ιαπωνία θα κάνει ό,τι μπορεί, με βάση την αρχή του συντονισμού με τις χώρες των G7, ώστε να επιτευχθεί ειρήνη στην Ουκρανία με δίκαιο τρόπο», είπε ο Κάτο.

Για πρώτη φορά από τις αρχές του 2023, η Ιαπωνία εισήγαγε τον Ιούνιο 600.000 βαρέλια αργού πετρελαίου Sakhalin Blend από τη Ρωσία.

Το Sakhalin Blend – ένα μείγμα αργού πετρελαίου και συμπυκνωμένου φυσικού αερίου, παραπροϊόν της παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) – έχει τεθεί υπό κυρώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών είχε χορηγήσει προσωρινή εξαίρεση, επιτρέποντας στην Ιαπωνία, η οποία υπήρξε σημαντικός πελάτης της Ρωσίας, να εισάγει το αργό, ώστε να διασφαλίσει τη σταθερότητα της εθνικής ενεργειακής της τροφοδοσίας.

Η Ιαπωνία είναι ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ενέργειας παγκοσμίως. Πέρυσι, το Τόκυο εισήγαγε ρωσικά ορυκτά καύσιμα αξίας περίπου 3,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων άνθρακα, LNG και διυλισμένων προϊόντων.

Για να ενταθεί η οικονομική πίεση στη Μόσχα, οι G7 συμφώνησαν αυτό τον μήνα να ενισχύσουν τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, λαμβάνοντας μέτρα εναντίον χωρών που εξακολουθούν να εισάγουν ρωσικό πετρέλαιο παρακάμπτοντας τους εμπορικούς περιορισμούς.

Η ρωσική οικονομία βρίσκεται υπό τεράστια πίεση φέτος, με αξιωματούχους να φοβούνται το ενδεχόμενο στασιμοπληθωρισμού – συνδυασμό υψηλού πληθωρισμού, ασθενούς ανάπτυξης και αυξανόμενης ανεργίας. Αυτό οφείλεται εν μέρει στη μείωση των εσόδων από τις εξαγωγές ενέργειας και στις επιθέσεις που δέχονται κρίσιμες υποδομές της.

Οι τιμές του αργού πετρελαίου έχουν πέσει κατά 18% φέτος, με το αμερικανικό σημείο αναφοράς να υποχωρεί κάτω από τα 59 δολάρια το βαρέλι στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (NYMEX).

Ινδία, Κίνα και Τουρκία

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πιέζουν όλο και περισσότερες χώρες να περιορίσουν ή να σταματήσουν τις αγορές ρωσικής ενέργειας, με στόχο την ελαχιστοποίηση των εσόδων του Κρεμλίνου και τη συνεπακόλουθη αδυναμία συντήρησης του πολέμου στην Ουκρανία.

Στις 15 Οκτωβρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι η Ινδία δεν θα αγοράζει πλέον ρωσικό πετρέλαιο.

«Δεν ήμουν καθόλου ευχαριστημένος που η Ινδία αγόραζε πετρέλαιο, και ο [πρωθυπουργός της Ινδίας] Ναρέντρα Μόντι με διαβεβαίωσε σήμερα ότι δεν θα αγοράζουν πλέον πετρέλαιο από τη Ρωσία», είπε ο Τραμπ. «Είναι ένα μεγάλο βήμα».

Ο Αμερικανός πρόεδρος προσέθεσε ότι αυτή θα είναι μία σταδιακή διαδικασία, η οποία όμως δεν θα αργήσει να ολοκληρωθεί. «Ο Μόντι είναι σπουδαίος άνθρωπος· αγαπά τον Τραμπ», συμπλήρωσε.

Ο Τραμπ επέβαλε σημαντικούς δασμούς στην Ινδία το περασμένο καλοκαίρι – αρχικά 25% στις εισαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, λόγω αποτυχίας συμφωνίας, και στη συνέχεια, επιπλέον 25% επειδή η Ινδία συνέχιζε να αγοράζει ρωσικό αργό.

Ωστόσο, ο μεγαλύτερος πελάτης της Ρωσίας παραμένει η Κίνα, που αγοράζει περίπου 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Ανώτεροι αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης έχουν καλέσει το Πεκίνο να σταματήσει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, υποστηρίζοντας ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο συμβάλλουν στη χρηματοδότηση του πολέμου.

«Η Κίνα αγοράζει το 66% της ρωσικής ενέργειας. Αγοράζει το 90% της ιρανικής. Ποιος λοιπόν τροφοδοτεί τη ρωσική πολεμική μηχανή;» παρατήρησε ο Μπέσσεντ σε συνέντευξη Τύπου στις 15 Οκτωβρίου.

Συνεχίζοντας, αποκάλυψε ότι 85 γερουσιαστές είναι έτοιμοι να δώσουν στον Τραμπ την εξουσία να επιβάλει δασμούς έως και 500% στην Κίνα για τις αγορές ρωσικού πετρελαίου.

Η Τουρκία, επίσης σημαντικός πελάτης ρωσικού πετρελαίου, έχει δεχθεί παρόμοιες πιέσεις από τον Λευκό Οίκο.

Κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο Οβάλ Γραφείο τον περασμένο μήνα, ο Τραμπ τον κάλεσε να σταματήσει τις ενεργειακές εισαγωγές από τη Μόσχα.

«Αν το έκανε, θα ήταν το καλύτερο πράγμα», δήλωσε ο Τραμπ στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε τη συνάντησή τους.

Με τη συμβολή της Emel Akan και πληροφορίες από το Reuters 

Η κυβέρνηση Τραμπ εγκρίνει σχέδιο διάσωσης 20 δισ. δολαρίων για την Αργεντινή

Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών οριστικοποίησε οικονομικό σχέδιο διάσωσης ύψους 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την Αργεντινή, όπως ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ στις 9 Οκτωβρίου.

Ο Μπέσσεντ είχε δηλώσει τον προηγούμενο μήνα ότι «όλες οι επιλογές βρίσκονται επί τάπητος» για τη στήριξη της οικονομικής ατζέντας του προέδρου της Αργεντινής, Χαβιέρ Μιλέι, μέσω πολλαπλών εργαλείων σταθεροποίησης. Σε εκτενή ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Αμερικανός αξιωματούχος επιβεβαίωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα τηρήσουν τη δέσμευσή τους, προχωρώντας στην αγορά αργεντίνικων πέσο και στην οριστικοποίηση συμφωνίας ανταλλαγής νομισμάτων ύψους 20 δισ. δολαρίων με την κεντρική τράπεζα της λατινοαμερικανικής χώρας.

Ο Μπέσσεντ ανέφερε ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών είναι έτοιμο να λάβει «άμεσα όποια έκτακτα μέτρα κριθούν αναγκαία για τη σταθεροποίηση των αγορών». Επεσήμανε ακόμη πως η Αργεντινή βρίσκεται σε «στιγμή οξείας έλλειψης ρευστότητας» και ότι η διεθνής κοινότητα στηρίζει ενιαία τη χώρα και τη «συνετή δημοσιονομική στρατηγική» της, αλλά μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τη δυνατότητα να δράσουν γρήγορα — «και θα το πράξουν».

Οι άμεσες αγορές ξένου συναλλάγματος από κυβερνήσεις ή κεντρικές τράπεζες αποτελούν πολιτική που αποσκοπεί στη σταθεροποίηση ή την επιρροή των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Αν και η πρακτική αυτή δεν έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως τα τελευταία χρόνια, ήταν συνηθισμένη τη δεκαετία του 1980, όταν χρησιμοποιήθηκε για να αντιστραφεί η έντονη ανατίμηση του αμερικανικού δολαρίου.

Ο υπουργός απέρριψε τους ισχυρισμούς ότι η παρέμβαση της κυβέρνησης συνιστά διάσωση. Όπως εξήγησε σε συνέντευξή του στο Fox News, δεν πρόκειται για «πακέτο διάσωσης», καθώς «δεν μεταφέρονται χρήματα». Τόνισε ότι το [Ταμείο Σταθεροποίησης Συναλλάγματος] δεν έχει ποτέ υποστεί ζημιές και δεν θα χάσει ούτε τώρα. Υπογράμμισε μάλιστα ότι, ύστερα από σαράντα χρόνια εμπειρίας στις αγορές, γνωρίζει πως «αγοράζεις όταν είναι χαμηλά και πουλάς όταν ανεβαίνουν», σημειώνοντας πως το αργεντίνικο πέσο είναι υποτιμημένο.

Ο υπουργός Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Σκοτ Μπέσσεντ, σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Ουάσιγκτον, 26 Αυγούστου 2025. (Chip Somodevilla/Getty Images)

 

Η ανακοίνωση έγινε μετά από τετραήμερες συνομιλίες με Αργεντινούς αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων και τον υπουργό Οικονομικών Λουίς Καπούτο.

Η αντίδραση των αγορών

Οι τοπικές χρηματαγορές ενισχύθηκαν μετά την είδηση. Ο δείκτης S&P MERVAL, βασικός χρηματιστηριακός δείκτης της Αργεντινής, κατέγραψε άνοδο 5,8%, ενώ το Global X MSCI Argentina ETF, που παρακολουθεί μεγάλες και μεσαίες εταιρείες της χώρας, ενισχύθηκε κατά 6,47% και κέρδισε επιπλέον 0,8% στις μετασυνεδριακές συναλλαγές.

Το ομόλογο της Αργεντινής, λήξης 2035, αυξήθηκε κατά 4,6 σεντ, φτάνοντας τα 60,58 σεντ στο δολάριο, ενώ το πέσο ενισχύθηκε έως και 2% έναντι του αμερικανικού νομίσματος.

Ο πρόεδρος Μιλέι, ο οποίος αναμένεται να συναντηθεί με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Μπέσσεντ την επόμενη εβδομάδα στον Λευκό Οίκο, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του για τη στήριξη των ΗΠΑ, δηλώνοντας ότι οι δύο χώρες, «ως οι στενότεροι σύμμαχοι», θα εργαστούν για τη δημιουργία «οικονομικής ελευθερίας και ευημερίας» και θα προσπαθήσουν καθημερινά «να προσφέρουν ευκαιρίες στους λαούς τους».

Η διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, συνεχάρη επίσης τις κυβερνήσεις Ουάσιγκτον και Μπουένος Άιρες για τη συμφωνία, υπογραμμίζοντας ότι το ΔΝΤ «στηρίζει πλήρως το ισχυρό οικονομικό πρόγραμμα της χώρας, το οποίο βασίζεται στη δημοσιονομική πειθαρχία και σε ένα σταθερό καθεστώς συναλλαγματικής πολιτικής που θα διευκολύνει τη συσσώρευση αποθεμάτων».

Την περασμένη άνοιξη, το ΔΝΤ είχε εγκρίνει νέο δάνειο 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη σταθεροποίηση της οικονομίας της Αργεντινής. Οι βασικοί όροι της συμφωνίας προβλέπουν χαλάρωση των ελέγχων κεφαλαίων, εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Οικονομικό στήριγμα εν όψει των εκλογών

Το οικονομικό στήριγμα αποσκοπεί στο να προσφέρει στον Μιλέι και το κόμμα του, La Libertad Avanza, χρόνο και πολιτική ανάσα εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Οκτωβρίου. Ύστερα από την ήττα του κόμματός του στις εκλογές της επαρχίας του Μπουένος Άιρες τον Σεπτέμβριο, έναντι της αριστερής συμμαχίας Περονιστών–Κίρσνερ, οι αργεντίνικες αγορές βυθίστηκαν στο χάος. Θεσμικοί επενδυτές εξέφρασαν φόβους ότι η θέση του προέδρου θα αποδυναμωθεί και ότι δεν θα μπορέσει να εφαρμόσει το σύνολο των οικονομικών του μεταρρυθμίσεων. Οι μετοχές κατέρρευσαν, το πέσο υποχώρησε και οι τιμές των ομολόγων βούτηξαν, επιφέροντας την παρέμβαση της κυβέρνησης Τραμπ.

Όπως είχε δηλώσει ο Μπέσσεντ σε παλαιότερη συνέντευξή του στο Fox Business, το σχέδιο αυτό αποσκοπεί στο να στηρίξει τον Μιλέι «όσο συνεχίζει τις ισχυρές οικονομικές του πολιτικές, ώστε να γεφυρωθεί η περίοδος έως τις εκλογές». Είχε τονίσει ότι η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να επιτρέψει «μια ανισορροπία στις αγορές να ανακόψει τις ουσιαστικές του μεταρρυθμίσεις».

Την ίδια ώρα, αρκετοί Αμερικανοί νομοθέτες, μεταξύ τους και η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν (D-Mass.), επέκριναν το σχέδιο. Σε επιστολή της προς τον Μπέσσεντ στις 23 Σεπτεμβρίου, η Γουόρεν τόνισε ότι σε μια περίοδο όπου «οι Αμερικανοί δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν στο κόστος των βασικών αγαθών, του ενοικίου, των πιστωτικών καρτών και άλλων υποχρεώσεων», είναι «βαθιά ανησυχητικό» το γεγονός ότι ο πρόεδρος σκοπεύει να χρησιμοποιήσει «σημαντικά έκτακτα κεφάλαια για να ενισχύσει την αξία του νομίσματος μιας ξένης κυβέρνησης και να στηρίξει τις αγορές της».

Οι βουλευτικές εκλογές στην Αργεντινή έχουν προγραμματιστεί για τις 26 Οκτωβρίου. Θα ανανεωθεί η μισή Βουλή των Αντιπροσώπων (127 έδρες) και το ένα τρίτο της Γερουσίας (24 έδρες). Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το κόμμα του Μιλέι, La Libertad Avanza, κερδίζει έδαφος, ενώ το μπλοκ των Περονιστών–Κίρσνερ εμφανίζει κάμψη.

Με πληροφορίες από το Reuters

Η αντοχή και οι προοπτικές της ρωσικής οικονομίας

Μέχρι τώρα, η ρωσική οικονομία δείχνει να έχει αντέξει τις αρχικές κυρώσεις που επέβαλε η Δύση, ωστόσο τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η οικονομία της ίσως έχει αρχίσει να δοκιμάζεται, με τις εξαγωγές πετρελαίου που τη στηρίζουν να εμφανίζουν σημάδια κλονισμού.

Σε κοινή συνέντευξη Τύπου με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον Λευκό Οίκο, στις 25 Σεπτεμβρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είπε σε δημοσιογράφους ότι ήρθε η ώρα να αρχίσουν να εφαρμόζονται σκληρότερες οικονομικές πιέσεις στη Ρωσία.

«Η οικονομία [της Ρωσίας] είναι σε κακή κατάσταση αυτή τη στιγμή», είπε ο Τραμπ. «Και πιστεύω ότι είναι ντροπή αυτό που κάνουν, σκοτώνοντας πολλούς ανθρώπους χωρίς λόγο· 7.818 άνθρωποι σκοτώθηκαν την περασμένη εβδομάδα, κυρίως στρατιώτες».

Στις αρχές του μήνα, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσσεντ δήλωσε ότι είναι ένας αγώνα δρόμου ανάμεσα στο πόσο θα αντέξει ο ουκρανικός στρατός και στο πόσο θα αντέξει η ρωσική οικονομία.

Η απώλεια του «μαύρου χρυσού»

Ένα από τα προϊόντα που στηρίζουν θεμελιωδώς τη ρωσική οικονομία τα τελευταία χρόνια είναι η ενέργεια. Οι εξαγωγές ενέργειας αποτελούν τη βάση των δημοσιονομικών της εσόδων, αποφέροντας περισσότερα από 1 τρισεκατομμύριο δολάρια από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, σύμφωνα με στοιχεία της Statista.

Για φέτος, η Μόσχα προβλέπει ότι οι εξαγωγές ενέργειας θα αντιστοιχούν περίπου στο ένα τρίτο των εσόδων, συνολικά πάνω από 200 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ο συνδυασμός των δυτικών κυρώσεων και της πτώσης των παγκόσμιων τιμών ενέργειας – η τιμή του πετρελαίου Brent έχει μειωθεί κατά περίπου 7% φέτος, στα 69 δολάρια το βαρέλι – έχει ανοίξει σημαντικές «τρύπες» στον προϋπολογισμό του Κρεμλίνου. Το ομοσπονδιακό έλλειμμα έφτασε τα 60 δισεκατομμύρια δολάρια τους πρώτους επτά μήνες του 2025.

Οι αξιωματούχοι έχουν συζητήσει διάφορα μέτρα για την ενίσχυση των κρατικών οικονομικών, μεταξύ των οποίων περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων. Στις 24 Σεπτεμβρίου, το ρωσικό υπουργείο Οικονομικών πρότεινε να αυξηθεί ο ΦΠΑ κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες, στο 22%, από την επόμενη χρονιά. Υπολογίζει ότι η αύξηση θα αποφέρει 15,5 δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον έσοδα, τα οποία θα διατεθούν στην εκστρατεία στην Ουκρανία.

Αν και ο Τραμπ δεν έχει μπλοκάρει τις πωλήσεις αργού πετρελαίου, κάλεσε τις χώρες του ΝΑΤΟ να σταματήσουν να αγοράζουν ρωσικά πετρελαϊκά προϊόντα.

Σε ανάρτηση της 13ης Σεπτεμβρίου, τόνισε ότι η αγορά ρωσικού πετρελαίου «αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση έναντι της Ρωσίας», πρότεινε δε την επιβολή δασμών 50-100% στην Κίνα, που θα αποσυρθούν μετά τη λήξη του πολέμου στην Ουκρανία.

Παρά τις διεθνείς προσπάθειες μείωσης της εξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει από τους μεγαλύτερους πελάτες της Ρωσίας, ακόμη και χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου, για υγροποιημένο φυσικό αέριο και αέριο μέσω αγωγών. Σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Έρευνας για την Ενέργεια και τον Καθαρό Αέρα (Center for Research on Energy and Clean Air), η ΕΕ παρέχει περίπου το μισό των εσόδων της Ρωσίας από LNG, ενώ προμηθεύεται το 35% του αερίου αγωγών, περισσότερο από την Κίνα (30%) και την Τουρκία (28%).

Τον Αύγουστο, η Ουγγαρία ήταν ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ρωσικών ορυκτών καυσίμων στην ΕΕ, με αγορές 416 εκατομμυρίων ευρώ σε αργό πετρέλαιο και αέριο αγωγών. Ακολουθούσαν η Σλοβακία (276 εκατ. ευρώ), η Γαλλία (157 εκατ. ευρώ), η Ολλανδία (65 εκατ. ευρώ) και το Βέλγιο (64 εκατ. ευρώ).

Το καλοκαίρι, ο Τραμπ πρότεινε δευτερεύοντες δασμούς για να μειωθεί η ροή μετρητών της Ρωσίας που χρηματοδοτεί τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία. Επέβαλε επιπλέον 25% δασμούς στην Ινδία για τις αγορές ρωσικής ενέργειας, ανεβάζοντας το σύνολο των αμερικανικών δασμών στα ινδικά εισαγώμενα προϊόντα στο 50%.

Σύμφωνα με τον αναλυτή Μαρκ Τέμνιτσκι σε δήλωσή του στην εφημερίδα The Epoch Times, τέτοιες στρατηγικές «θα εμβάθυναν τις απώλειες εσόδων της Ρωσίας», θα μείωναν την ικανότητά της να χρηματοδοτεί την εισβολή στην Ουκρανία και θα την οδηγούσαν βαθύτερα σε ύφεση.

Η κατάσταση της ρωσικής οικονομίας

Η ρωσική οικονομία έχει επιβραδυνθεί απότομα φέτος, οδηγώντας την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας να προχωρήσει νωρίτερα αυτόν τον μήνα σε μείωση επιτοκίων κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, στο 17%.

Οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής δηλώνουν ότι θα διατηρήσουν αυστηρή στάση το 2026 για να αντιμετωπίσουν τις πληθωριστικές πιέσεις. Η τράπεζα προβλέπει ότι ο ετήσιος πληθωρισμός θα μειωθεί στο 6-7% και θα επιστρέψει στο 4% την επόμενη χρονιά.

Τον Αύγουστο, ο ετήσιος πληθωρισμός υποχώρησε στο 8,1% από 8,8% τον προηγούμενο μήνα.

Η μείωση επιτοκίων ήταν μέρος μιας «προσεκτικά βαθμονομημένης» στρατηγικής, όπως την περιέγραψε η διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας Ελβίρα Ναμπιουλίνα, για την υποστήριξη ισορροπημένης ανάπτυξης και τη μείωση του πληθωρισμού.

Η κατάσταση της ρωσικής οικονομίας έχει επιδεινωθεί τους τελευταίους μήνες, λόγω συνδυασμού δημοσιονομικών, γεωπολιτικών και δομικών προκλήσεων. Η στατιστική υπηρεσία Rosstat ανέφερε ότι το δεύτερο τρίμηνο του 2025 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,1%, έναντι 4% την ίδια περίοδο πέρυσι.

Ως αποτέλεσμα, το υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης της Ρωσίας υποβάθμισε την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη του ΑΕΠ το 2025 στο 1,5%, από 2,5% προηγουμένως. Για το 2026, η πρόβλεψη μειώθηκε στο 1,3% από 2,4%. Αυτό ήταν σε γενικές γραμμές σύμφωνο με την εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Στην επικαιροποίηση του Ιουλίου, το ΔΝΤ μείωσε την πρόβλεψη για το 2025 στο 0,9% από 1,5%, ενώ διατήρησε την εκτίμηση του 2026 στο 1%.

Η απαισιόδοξη εικόνα δεν είναι έκπληξη, δεδομένων των πρόσφατων οικονομικών στοιχείων. Ο δείκτης PMI της S&P Global για τη μεταποίηση στη Ρωσία έδειξε ότι η βιομηχανική δραστηριότητα συρρικνώθηκε για τρίτο συνεχόμενο μήνα τον Αύγουστο, λόγω πτώσης παραγωγής, λιγότερων νέων παραγγελιών και αυξανόμενων πιέσεων στο κόστος.

Αντλία εξόρυξης που ανήκει στην εταιρεία Bashneft, κοντά στο χωριό Νικολό-Μπερεζόβκα, βορειοδυτικά της Ούφα, στο Μπασκορτοστάν. Ρωσία, 28 Ιανουαρίου 2015. (Sergei Karpukhin/Reuters)

 

Τα τελευταία δύο χρόνια, η ρωσική οικονομία «βρίσκεται υπό συνεχή πίεση», δήλωσε ο Τέμνιτσκι.

Η βιομηχανική παραγωγή έχει πληγεί από τη στρατιωτική επιστράτευση και τις διαταραχές που συνδέονται με τον πόλεμο. Οι δαπάνες του Κρεμλίνου για τον πόλεμο έχουν αυξήσει τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Η υποτίμηση του ρουβλίου και τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν μειώσει το βιοτικό επίπεδο και την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.

Αν και η Μόσχα διατηρεί την οικονομία «εν ζωή» δίνοντας έμφαση στη στρατιωτική παραγωγή, οι συνθήκες παραμένουν αναιμικές, σύμφωνα με τον Τέμνιτσκι. «Η ανάπτυξη παραμένει στάσιμη και οι δείκτες δείχνουν επικείμενη ύφεση. Οι κυρώσεις συνεχίζουν να εμποδίζουν την πρόσβαση της Ρωσίας σε προηγμένη τεχνολογία και αγορές εκτός φιλικών χωρών», είπε.

Ο Ρώσος υπουργός Οικονομικής Ανάπτυξης Μαξίμ Ρεσέτνικοφ προειδοποίησε τον Ιούνιο, στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης, ότι η χώρα βρίσκεται «στο χείλος ύφεσης».

Με πληροφορίες από το Reuters

Νέα αναστολή στην εφαρμογή των δασμών στις κινεζικές εισαγωγές στις ΗΠΑ αναγγέλλει ο Τραμπ

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να παρατείνει για 90 ημέρες ακόμη την αποκλιμάκωση στο μέτωπο των τελωνειακών δασμών που έχει ανοίξει με την Κίνα, μερικές ώρες προτού θεωρητικά τελειώσει η ανακωχή στο πεδίο αυτό ανάμεσα στις δυο δυνάμεις, τις μεγαλύτερες οικονομίες στον πλανήτη.

Η απόφασή του αυτή προκύπτει εν μέρει από τη διήμερη συνάντηση στη Στοκχόλμη στα τέλη Ιουλίου μεταξύ των δύο κυρίαρχων οικονομιών, κατά την οποία και οι δύο πλευρές εξέφρασαν την ιδέα της παράτασης της συμφωνίας, ώστε να καταστεί δυνατή η συνέχιση των συνομιλιών.

Στις 11 Αυγούστου, λίγο πριν την υπογραφή του διατάγματος με το οποίο επικύρωσε τη νέα τρίμηνη αναστολή, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου ιδιαίτερα ικανοποιημένος από τις εμπορικές σχέσεις της χώρας του με την Κίνα, αναφερόμενους στους δασμούς που έχουν ήδη τεθεί σε ισχύ. Οι αμερικανικοί δασμοί στα κινεζικά προϊόντα ανέρχονται στο 30%, ενώ οι κινεζικοί στις αμερικανικές εισαγωγές στο 10%,  ποσοστά που διαμορφώθηκαν μετά από μία μακρά περίοδο αντιπαράθεσης, με τους επαπειλούμενους δασμούς να φτάνουν μέχρι και το 145% από την αμερικανική πλευρά και το 125% από την κινεζική.

Η νέα παράταση μέχρι τον Νοέμβριο επιτρέπει δυνητικά και μια συνάντηση μεταξύ των δύο ηγετών, αν και ο Τραμπ δηλώνει ότι δεν επιδιώκει κάτι τέτοιο.

«Μπορεί να πάω στην Κίνα, αλλά μόνο κατόπιν πρόσκλησης του Προέδρου Σι, η οποία έχει ήδη εκδοθεί. Διαφορετικά, δεν έχω κανένα ενδιαφέρον!» δήλωσε σε ανάρτησή του στο Truth Social, στις 28 Ιουλίου.

Αυτό συνέβη λίγο αφότου επιβεβαιώθηκε ότι οι εταιρείες Advanced Micro Devices (AMD) και Nvidia θα επιβαρύνονται με τέλος 15% επί των εσόδων από τις πωλήσεις τσιπ τεχνητής νοημοσύνης (TN) στην Κίνα. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να εισπράξει περίπου 2,2 δισεκατομμύρια δολάρια από τις πωλήσεις. Η ανακοίνωση δεν συνέβαλε στην άνοδο των αμερικανικών μετοχών, καθώς οι κύριοι δείκτες αναφοράς παρέμειναν στο κόκκινο. Ο δείκτης blue-chip Dow Jones Industrial Average υποχώρησε 0,4%, ενώ ο δείκτης Nasdaq Composite Index, με μεγάλη συμμετοχή εταιρειών τεχνολογίας, και ο ευρύτερος δείκτης S&P 500 υποχώρησαν 0,1%.

Σόγια

Ένας άλλος κρίσιμος τομέας οικονομικών συναλλαγών μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας είναι η σόγια, όπως φάνηκε και από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις της Α΄Φάσης, κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social στις 10 Αυγούστου, ο πρόεδρος δήλωσε ότι ελπίζει το Πεκίνο να αυξήσει τις αγορές σόγιας από τις ΗΠΑ:

«Η Κίνα ανησυχεί για την έλλειψη σόγιας. Οι εξαιρετικοί αγρότες μας παράγουν την πιο ανθεκτική σόγια. Ελπίζω η Κίνα να τετραπλασιάσει γρήγορα τις παραγγελίες σόγιας. Αυτός είναι επίσης ένας τρόπος για να μειωθεί σημαντικά το εμπορικό έλλειμμα της Κίνας με τις ΗΠΑ. Θα παρέχεται γρήγορη εξυπηρέτηση.»

Το Πεκίνο, στο πλαίσιο μιας βασικής διάταξης της εμπορικής συμφωνίας του 2020, δεσμεύτηκε να αγοράσει αμερικανικά γεωργικά προϊόντα αξίας 32 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε διάστημα δύο ετών, συμπεριλαμβανομένων τεράστιων ποσοτήτων σόγιας. Αν και η συμφωνία δεν προσδιόριζε την ακριβή ποσότητα σόγιας, Αμερικανοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι οι αγορές της Κίνας δεν άγγιξαν τους ευρύτερους στόχους.

Συγκομιδή σόγιας σε αγρόκτημα της Βόρειας Καρολίνας. ΗΠΑ, 29 Νοεμβρίου 2018. (Charles Mostoller/Reuters)

 

Αν και ο μεγαλύτερος αγοραστής της αμερικανικής σόγιας (η Κίνα αγόρασε 12,64 δισεκατομμύρια δολάρια από τις Ηνωμένες Πολιτείες πέρυσι), οι αγορές της  έχουν μειωθεί από το 2022, σύμφωνα με το υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Μεξικό είναι ο δεύτερος και τρίτος μεγαλύτερος εισαγωγέας, με συνολικά 2,45 δισεκατομμύρια δολάρια και 2,3 δισεκατομμύρια δολάρια, αντιστοίχως.

Γενικότερα, η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας σόγιας στον κόσμο, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν τα δύο τρίτα των παγκόσμιων εισαγωγών, σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Έρευνας για την Πολιτική Τροφίμων.

Μετά την ανάρτηση του προέδρου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 11 Αυγούστου, οι τιμές της σόγιας σημείωσαν άνοδο: τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης της σόγιας για τον Νοέμβριο κατά 2,3%, ή 0,2275 δολάρια, στα 10,1025 δολάρια ανά μπούσελ στο Χρηματιστήριο Σικάγου.

Τι δηλώνει ο Λευκός Οίκος

Οι επιθετικές εμπορικές διαπραγματεύσεις των ΗΠΑ στοχεύουν στην αλλαγή της παγκόσμιας οικονομικής δυναμικής. Ο Τραμπ και η ομάδα του προσπαθούν να ξαναφέρουν τις Ηνωμένες Πολιτείες στην πρωθύστερη ηγετική τους θέση του κορυφαίου κατασκευαστή, ενθαρρύνοντας παράλληλα την Κίνα να μεταβεί από μια κυρίαρχη εξαγωγική οικονομία σε μια οικονομία που βασίζεται περισσότερο στην κατανάλωση.

Σύμφωνα με το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ, το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την Κίνα ανήλθε στα 295,5 δισεκατομμύρια δολάρια πέρυσι, σημειώνοντας αύξηση 5,7% σε σχέση με το 2023. Τα νέα στοιχεία του Γραφείου Οικονομικής Ανάλυσης δείχνουν ότι το εμπορικό έλλειμμα μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας μειώθηκε σε 9,4 δισεκατομμύρια δολάρια τον Ιούνιο, από 13,94 δισεκατομμύρια δολάρια τον Μάιο.

Τον περασμένο μήνα, μια αμερικανική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ και τον εμπορικό εκπρόσωπο Τζέημσον Γκρηρ συναντήθηκε με τους Κινέζους ομολόγους τους στη Στοκχόλμη για δύο ημέρες. Σε συνέντευξη Τύπου μετά τη συνάντηση, οι Μπέσσεντ και Γκρηρ ανέφεραν ότι εξετάζεται η δυνατότητα νέας παράτασης 90 ημερών και ότι η τελική απόφαση θα ληφθεί από τον πρόεδρο.

Από την πλευρά του, ο Μπέσσεντ δήλωσε αισιόδοξος: «Πιστεύω ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια συμφωνία. Υπάρχουν ακόμα μερικές τεχνικές λεπτομέρειες που πρέπει να διευθετηθούν από την κινεζική πλευρά. […] Πιστεύω ότι θα γίνει, αλλά δεν είναι 100% σίγουρο», παρατήρησε σε συνέντευξή του στο πρόγραμμα «Squawk Box» του CNBC, στις 31 Ιουλίου.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να επιβληθούν πρόσθετοι δασμοί στην Κίνα.

«Μπορεί να συμβεί […] Δεν μπορώ να σας πω ακόμα», δήλωσε ο Τραμπ στους δημοσιογράφους σε συνέντευξη Τύπου στις 6 Αυγούστου. «Το κάναμε με την Ινδία. Πιθανόν να το κάνουμε και με μερικές άλλες χώρες. Μία από αυτές μπορεί να είναι η Κίνα».

Συγκεκριμένα για τους δασμούς επί των ινδικών εισαγωγών, προσαυξήθηκαν κατά 25%, φθάνοντας συνολικά το 50%, με αιτιολόγηση της αύξησης τη στάση της Ινδίας απέναντι στο ρωσικό πετρέλαιο. Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, οι ογκώδεις ποσότητες που προμηθεύεται η χώρα από τη Ρωσία συμβάλλουν στην παράταση του πολέμου στην Ουκρανία, αφού παρέχουν ζωτική οικονομική στήριξη στη Μόσχα.

Σύμφωνα με το Yale Budget Lab, στις 7 Αυγούστου, ο τρέχων συνολικός μέσος πραγματικός δασμολογικός συντελεστής ήταν 18,6%, ο υψηλότερος από το 1933. Τα πρόσφατα στοιχεία της Daily Treasury Statement αποκαλύπτουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει αποκομίσει περισσότερα από 154 δισεκατομμύρια δολάρια από δασμούς κατά το τρέχον οικονομικό έτος.