Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Νέα αναστολή στην εφαρμογή των δασμών στις κινεζικές εισαγωγές στις ΗΠΑ αναγγέλλει ο Τραμπ

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να παρατείνει για 90 ημέρες ακόμη την αποκλιμάκωση στο μέτωπο των τελωνειακών δασμών που έχει ανοίξει με την Κίνα, μερικές ώρες προτού θεωρητικά τελειώσει η ανακωχή στο πεδίο αυτό ανάμεσα στις δυο δυνάμεις, τις μεγαλύτερες οικονομίες στον πλανήτη.

Η απόφασή του αυτή προκύπτει εν μέρει από τη διήμερη συνάντηση στη Στοκχόλμη στα τέλη Ιουλίου μεταξύ των δύο κυρίαρχων οικονομιών, κατά την οποία και οι δύο πλευρές εξέφρασαν την ιδέα της παράτασης της συμφωνίας, ώστε να καταστεί δυνατή η συνέχιση των συνομιλιών.

Στις 11 Αυγούστου, λίγο πριν την υπογραφή του διατάγματος με το οποίο επικύρωσε τη νέα τρίμηνη αναστολή, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου ιδιαίτερα ικανοποιημένος από τις εμπορικές σχέσεις της χώρας του με την Κίνα, αναφερόμενους στους δασμούς που έχουν ήδη τεθεί σε ισχύ. Οι αμερικανικοί δασμοί στα κινεζικά προϊόντα ανέρχονται στο 30%, ενώ οι κινεζικοί στις αμερικανικές εισαγωγές στο 10%,  ποσοστά που διαμορφώθηκαν μετά από μία μακρά περίοδο αντιπαράθεσης, με τους επαπειλούμενους δασμούς να φτάνουν μέχρι και το 145% από την αμερικανική πλευρά και το 125% από την κινεζική.

Η νέα παράταση μέχρι τον Νοέμβριο επιτρέπει δυνητικά και μια συνάντηση μεταξύ των δύο ηγετών, αν και ο Τραμπ δηλώνει ότι δεν επιδιώκει κάτι τέτοιο.

«Μπορεί να πάω στην Κίνα, αλλά μόνο κατόπιν πρόσκλησης του Προέδρου Σι, η οποία έχει ήδη εκδοθεί. Διαφορετικά, δεν έχω κανένα ενδιαφέρον!» δήλωσε σε ανάρτησή του στο Truth Social, στις 28 Ιουλίου.

Αυτό συνέβη λίγο αφότου επιβεβαιώθηκε ότι οι εταιρείες Advanced Micro Devices (AMD) και Nvidia θα επιβαρύνονται με τέλος 15% επί των εσόδων από τις πωλήσεις τσιπ τεχνητής νοημοσύνης (TN) στην Κίνα. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να εισπράξει περίπου 2,2 δισεκατομμύρια δολάρια από τις πωλήσεις. Η ανακοίνωση δεν συνέβαλε στην άνοδο των αμερικανικών μετοχών, καθώς οι κύριοι δείκτες αναφοράς παρέμειναν στο κόκκινο. Ο δείκτης blue-chip Dow Jones Industrial Average υποχώρησε 0,4%, ενώ ο δείκτης Nasdaq Composite Index, με μεγάλη συμμετοχή εταιρειών τεχνολογίας, και ο ευρύτερος δείκτης S&P 500 υποχώρησαν 0,1%.

Σόγια

Ένας άλλος κρίσιμος τομέας οικονομικών συναλλαγών μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας είναι η σόγια, όπως φάνηκε και από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις της Α΄Φάσης, κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social στις 10 Αυγούστου, ο πρόεδρος δήλωσε ότι ελπίζει το Πεκίνο να αυξήσει τις αγορές σόγιας από τις ΗΠΑ:

«Η Κίνα ανησυχεί για την έλλειψη σόγιας. Οι εξαιρετικοί αγρότες μας παράγουν την πιο ανθεκτική σόγια. Ελπίζω η Κίνα να τετραπλασιάσει γρήγορα τις παραγγελίες σόγιας. Αυτός είναι επίσης ένας τρόπος για να μειωθεί σημαντικά το εμπορικό έλλειμμα της Κίνας με τις ΗΠΑ. Θα παρέχεται γρήγορη εξυπηρέτηση.»

Το Πεκίνο, στο πλαίσιο μιας βασικής διάταξης της εμπορικής συμφωνίας του 2020, δεσμεύτηκε να αγοράσει αμερικανικά γεωργικά προϊόντα αξίας 32 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε διάστημα δύο ετών, συμπεριλαμβανομένων τεράστιων ποσοτήτων σόγιας. Αν και η συμφωνία δεν προσδιόριζε την ακριβή ποσότητα σόγιας, Αμερικανοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι οι αγορές της Κίνας δεν άγγιξαν τους ευρύτερους στόχους.

Συγκομιδή σόγιας σε αγρόκτημα της Βόρειας Καρολίνας. ΗΠΑ, 29 Νοεμβρίου 2018. (Charles Mostoller/Reuters)

 

Αν και ο μεγαλύτερος αγοραστής της αμερικανικής σόγιας (η Κίνα αγόρασε 12,64 δισεκατομμύρια δολάρια από τις Ηνωμένες Πολιτείες πέρυσι), οι αγορές της  έχουν μειωθεί από το 2022, σύμφωνα με το υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Μεξικό είναι ο δεύτερος και τρίτος μεγαλύτερος εισαγωγέας, με συνολικά 2,45 δισεκατομμύρια δολάρια και 2,3 δισεκατομμύρια δολάρια, αντιστοίχως.

Γενικότερα, η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας σόγιας στον κόσμο, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν τα δύο τρίτα των παγκόσμιων εισαγωγών, σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Έρευνας για την Πολιτική Τροφίμων.

Μετά την ανάρτηση του προέδρου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 11 Αυγούστου, οι τιμές της σόγιας σημείωσαν άνοδο: τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης της σόγιας για τον Νοέμβριο κατά 2,3%, ή 0,2275 δολάρια, στα 10,1025 δολάρια ανά μπούσελ στο Χρηματιστήριο Σικάγου.

Τι δηλώνει ο Λευκός Οίκος

Οι επιθετικές εμπορικές διαπραγματεύσεις των ΗΠΑ στοχεύουν στην αλλαγή της παγκόσμιας οικονομικής δυναμικής. Ο Τραμπ και η ομάδα του προσπαθούν να ξαναφέρουν τις Ηνωμένες Πολιτείες στην πρωθύστερη ηγετική τους θέση του κορυφαίου κατασκευαστή, ενθαρρύνοντας παράλληλα την Κίνα να μεταβεί από μια κυρίαρχη εξαγωγική οικονομία σε μια οικονομία που βασίζεται περισσότερο στην κατανάλωση.

Σύμφωνα με το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ, το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την Κίνα ανήλθε στα 295,5 δισεκατομμύρια δολάρια πέρυσι, σημειώνοντας αύξηση 5,7% σε σχέση με το 2023. Τα νέα στοιχεία του Γραφείου Οικονομικής Ανάλυσης δείχνουν ότι το εμπορικό έλλειμμα μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας μειώθηκε σε 9,4 δισεκατομμύρια δολάρια τον Ιούνιο, από 13,94 δισεκατομμύρια δολάρια τον Μάιο.

Τον περασμένο μήνα, μια αμερικανική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ και τον εμπορικό εκπρόσωπο Τζέημσον Γκρηρ συναντήθηκε με τους Κινέζους ομολόγους τους στη Στοκχόλμη για δύο ημέρες. Σε συνέντευξη Τύπου μετά τη συνάντηση, οι Μπέσσεντ και Γκρηρ ανέφεραν ότι εξετάζεται η δυνατότητα νέας παράτασης 90 ημερών και ότι η τελική απόφαση θα ληφθεί από τον πρόεδρο.

Από την πλευρά του, ο Μπέσσεντ δήλωσε αισιόδοξος: «Πιστεύω ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια συμφωνία. Υπάρχουν ακόμα μερικές τεχνικές λεπτομέρειες που πρέπει να διευθετηθούν από την κινεζική πλευρά. […] Πιστεύω ότι θα γίνει, αλλά δεν είναι 100% σίγουρο», παρατήρησε σε συνέντευξή του στο πρόγραμμα «Squawk Box» του CNBC, στις 31 Ιουλίου.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να επιβληθούν πρόσθετοι δασμοί στην Κίνα.

«Μπορεί να συμβεί […] Δεν μπορώ να σας πω ακόμα», δήλωσε ο Τραμπ στους δημοσιογράφους σε συνέντευξη Τύπου στις 6 Αυγούστου. «Το κάναμε με την Ινδία. Πιθανόν να το κάνουμε και με μερικές άλλες χώρες. Μία από αυτές μπορεί να είναι η Κίνα».

Συγκεκριμένα για τους δασμούς επί των ινδικών εισαγωγών, προσαυξήθηκαν κατά 25%, φθάνοντας συνολικά το 50%, με αιτιολόγηση της αύξησης τη στάση της Ινδίας απέναντι στο ρωσικό πετρέλαιο. Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, οι ογκώδεις ποσότητες που προμηθεύεται η χώρα από τη Ρωσία συμβάλλουν στην παράταση του πολέμου στην Ουκρανία, αφού παρέχουν ζωτική οικονομική στήριξη στη Μόσχα.

Σύμφωνα με το Yale Budget Lab, στις 7 Αυγούστου, ο τρέχων συνολικός μέσος πραγματικός δασμολογικός συντελεστής ήταν 18,6%, ο υψηλότερος από το 1933. Τα πρόσφατα στοιχεία της Daily Treasury Statement αποκαλύπτουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει αποκομίσει περισσότερα από 154 δισεκατομμύρια δολάρια από δασμούς κατά το τρέχον οικονομικό έτος.

 

Η Ινδία υπό πίεση για τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου

Η Ινδία ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με μια δύσκολη επιλογή ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία, καθώς η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αυξάνει την πίεση για τον περιορισμό των ενεργειακών της σχέσεων με τη Μόσχα.

Με εκτελεστικό διάταγμα της 6ης Αυγούστου, ο Αμερικανός πρόεδρος αύξησε τους τελωνειακούς δασμούς σε ινδικά προϊόντα που εισάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες στο 50%. Ο Λευκός Οίκος αιτιολόγησε την απόφαση επικαλούμενος τη συνέχιση των εισαγωγών ρωσικού αργού πετρελαίου από την Ινδία, υποστηρίζοντας ότι συμβάλλουν στη χρηματοδότηση της ρωσικής στρατιωτικής δραστηριότητας στην Ανατολική Ευρώπη.

Παρότι το Νέο Δελχί έχει εκφράσει την αντίθεσή του στις νέες δασμολογικές επιβαρύνσεις, η Ουάσιγκτον επιμένει ότι η ενεργειακή συνεργασία Ινδίας-Ρωσίας ενισχύει τη ρωσική οικονομία και δυσχεραίνει τις προσπάθειες επίλυσης της σύρραξης στην Ουκρανία.

Σε τηλεοπτική του συνέντευξη στο CNBC, στις 5 Αυγούστου, ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ινδικές αγορές ρωσικού πετρελαίου «τροφοδοτούν την πολεμική μηχανή» της Μόσχας. Οικονομολόγοι της ING σχολίασαν την ίδια ημέρα ότι δεν είναι σαφές εάν ο απώτερος στόχος των ΗΠΑ είναι η επιβολή δευτερογενών κυρώσεων στην Ινδία ή εάν πρόκειται για μοχλό πίεσης ώστε η χώρα να ανοίξει την αγορά της σε αμερικανικά γεωργικά προϊόντα ή να δεσμευτεί για εισαγωγές ενέργειας από τις ΗΠΑ.

Ενίσχυση εμπορικών σχέσεων Ινδίας–Ρωσίας

Η Ινδία έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Ρωσίας, με το διμερές εμπόριο να προσεγγίζει τα 69 δισ. δολάρια ετησίως. Η ραγδαία αύξηση αποδίδεται κυρίως στις ενεργειακές συναλλαγές: από περίπου 1 δισ. δολάρια ετησίως πριν την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι ινδικές εισαγωγές ρωσικού αργού ανήλθαν σε 25,5 δισ. δολάρια το 2022, 48,6 δισ. το 2023 και 52,7 δισ. το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία της βάσης δεδομένων Comtrade των Ηνωμένων Εθνών.

Επιπλέον, η Ινδία απορροφά το 19% των ρωσικών εξαγωγών άνθρακα από τον Δεκέμβριο του 2022, ενώ εκτιμήσεις του ινδικού ινστιτούτου Observer Research Foundation αναφέρουν ότι το Νέο Δελχί καλύπτει πάνω από το ένα τρίτο των εξαγωγών ρωσικού πετρελαίου, δεύτερο μετά από την Κίνα, η οποία εισάγει περίπου το 50%.

Μόνο στο πρώτο εξάμηνο του 2025, οι ινδικές εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στα 1,75 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.

Διυλιστήριο της Gazprom Neft στο Ομσκ. Ρωσία, 10 Φεβρουαρίου 2020. (Alexey Malgavko/Reuters)

 

Η επιβολή πλαφόν τιμής στα 60 δολάρια ανά βαρέλι από την Ομάδα των Επτά (G7) και την Ευρωπαϊκή Ένωση επέτρεψε σε χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο με έκπτωση. Ωστόσο, καθώς οι διεθνείς αγορές πετρελαίου έχουν σταθεροποιηθεί, το όφελος για την Ινδία έχει περιοριστεί. Η τιμή του Brent – διεθνές σημείο αναφοράς για το πετρέλαιο – διαμορφώνεται σήμερα στα περίπου 68 δολάρια ανά βαρέλι στο ICE Futures του Λονδίνου, καταγράφοντας πτώση 9% από τις αρχές του έτους.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η G7 και η ΕΕ εξετάζουν την πιθανότητα περαιτέρω μείωσης του πλαφόν, ώστε να ενταθεί η πίεση στη Μόσχα.

Η ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας

Η Ινδία καλύπτει σχεδόν το σύνολο των ενεργειακών της αναγκών μέσω εισαγωγών. Η διαχρονική στρατηγική της εξωτερικής της πολιτικής έχει στηριχθεί στην ισορροπία σχέσεων με τις μεγάλες δυνάμεις – ΗΠΑ και Κίνα – χωρίς δέσμευση σε συμμαχίες.

Καθώς το πλαφόν της G7 δεν συνιστά καθολική απαγόρευση, χώρες που δεν συμμετέχουν – όπως η Ινδία – δεν υποχρεούνται να σταματήσουν τις αγορές ρωσικού πετρελαίου.

Ινδοί αξιωματούχοι τόνισαν πως οι αυξημένες αγορές από τη Ρωσία κατέστησαν αναγκαίες όταν οι προμήθειες από παραδοσιακούς προμηθευτές διοχετεύθηκαν στην Ευρώπη. Εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Ινδίας ανέφερε στις 5 Αυγούστου ότι η χώρα αναγκάστηκε να στραφεί στη ρωσική αγορά για να εξασφαλίσει επαρκή και οικονομικά προσιτή ενέργεια για τον πληθυσμό της, ο οποίος ανέρχεται σε 1,46 δισεκατομμύρια.

Παρά τη σταθεροποίηση των τιμών του πετρελαίου κάτω από τα προπολεμικά επίπεδα, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η Ινδία δεν έχει μειώσει τη ζήτηση για ρωσική ενέργεια. Σύμφωνα με ανάλυση του Observer Research Foundation, ινδικά διυλιστήρια έχουν αυξήσει τις εισαγωγές ρωσικού αργού, χωρίς ενδείξεις ανησυχίας από την πολιτική ηγεσία.

Οι ΗΠΑ έχουν κατηγορήσει την Ινδία για μεταπώληση ρωσικού πετρελαίου στη διεθνή αγορά, αποκομίζοντας κέρδη και ενισχύοντας έμμεσα τη ρωσική οικονομία. Στο εκτελεστικό διάταγμα της 6ης Αυγούστου αναφέρεται ότι η Ινδία, μέσω της μεταπώλησης, «επιτρέπει επιπλέον χρηματοδότηση της επιθετικότητας της Ρωσικής Ομοσπονδίας».

Εμπόριο με ΗΠΑ και Ρωσία

Οι εμπορικοί δεσμοί Ινδίας–Ρωσίας είχαν αρχίσει να ενισχύονται ήδη πριν τον πόλεμο. Τον Δεκέμβριο του 2021, οι πρόεδροι Πούτιν και Μόντι υπέγραψαν σειρά συμφωνιών σε τομείς όπως το εμπόριο και η άμυνα. Τον Ιούλιο του 2024 ακολούθησαν εννέα ακόμη συμφωνίες, που κάλυπταν από την έρευνα έως την κλιματική πολιτική.

Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν κομβικής σημασίας για την ινδική οικονομία. Ο διμερής όγκος εμπορίου ΗΠΑ–Ινδίας ανήλθε σε περίπου 212 δισ. δολάρια, με την Ινδία να διατηρεί πλεόνασμα. Ο Τραμπ έχει κατ’ επανάληψη επικρίνει τους ινδικούς δασμούς, χαρακτηρίζοντάς τους «υπερβολικούς» και «ενοχλητικούς».

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social την περασμένη εβδομάδα, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι «δεν έχουμε κάνει ουσιαστικό εμπόριο με την Ινδία – οι δασμοί τους είναι εξαιρετικά υψηλοί, από τους υψηλότερους παγκοσμίως».

Σύμφωνα με το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ, το εμπορικό έλλειμμα αγαθών με την Ινδία ανήλθε σε σχεδόν 46 δισ. δολάρια το 2024, αυξημένο κατά 5,9% σε σχέση με το 2023.

Η Ντιπάλι Μπαρκάβα, επικεφαλής ανάλυσης για την Ασία και τον Ειρηνικό στην ING, εκτίμησε ότι οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ αντιστοιχούν περίπου στο 18% του συνόλου των ινδικών εξαγωγών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τη Ρωσία δεν ξεπερνά το 1%. Όπως σημείωσε σε ανάλυσή της, στις 6 Αυγούστου, το αυξημένο δασμολογικό καθεστώς «θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά την ανάπτυξη του ΑΕΠ».

Στο δεύτερο τρίμηνο του 2025, η ανάπτυξη του ινδικού ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 7,4%, από 6,4% στο πρώτο τρίμηνο. Οι πρώιμες εκτιμήσεις δείχνουν ότι η τάση θα συνεχιστεί και το τρίτο τρίμηνο.

Η Μπαρκάβα εκτίμησε ότι οι δύο χώρες θα συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η Ινδία να μειώσει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου με αντάλλαγμα χαμηλότερους δασμούς. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η επενδυτική εμπιστοσύνη προς την Ινδία, εσωτερικά και διεθνώς, ενδέχεται να αποδυναμωθεί, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει την Κεντρική Τράπεζα της Ινδίας σε μείωση των επιτοκίων πριν το τέλος του έτους.

Η εφημερίδα The Epoch Times έχει ζητήσει επίσημο σχόλιο από την ινδική κυβέρνηση.

Σε ισχύ οι νέοι δασμοί των ΗΠΑ

Σε ισχύ τέθηκαν από τα μεσάνυχτα της 7ης Αυγούστου οι νέοι δασμοί που αποφάσισε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εις βάρος δεκάδων χωρών, στο πλαίσιο του αναθεωρημένου εμπορικού του δόγματος. Η εφαρμογή του μέτρου είχε αρχικά οριστεί για την 1η Αυγούστου, ωστόσο αναβλήθηκε κατά μία εβδομάδα, προκειμένου να οριστικοποιηθεί το σχετικό ρυθμιστικό πλαίσιο.

Βάσει της σχετικής προεδρικής εντολής, σχεδόν 70 εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ θα αντιμετωπίζουν δασμούς που θα κυμαίνονται από 10% έως 41%. Εξαίρεση αποτελούν προϊόντα που είχαν ήδη αποσταλεί προς αμερικανικά λιμάνια πριν από την ημερομηνία εφαρμογής και θα εισέλθουν στη χώρα για κατανάλωση έως τις 5 Οκτωβρίου.

Ιδιαίτερη πρόβλεψη υπάρχει για τα προϊόντα διαμετακόμισης, δηλαδή αγαθά που παράγονται σε μία χώρα και επαναδρομολογούνται μέσω τρίτης χώρας για να αποφύγουν δασμούς. Για αυτά προβλέπεται επιβάρυνση εισαγωγής 40% καθώς και επιπλέον πρόστιμα, σύμφωνα με το διάταγμα.

Η εντολή του Τραμπ καθιερώνει και επισήμως τους λεγόμενους «ανταποδοτικούς δασμούς», που είχε εξαγγείλει τέσσερις μήνες νωρίτερα, αλλά ήταν σε αναστολή 90 ημερών για την προώθηση διαπραγματεύσεων. Σε αυτό το διάστημα, ο Λευκός Οίκος απέστειλε επιστολές σε πολλούς ξένους ηγέτες – οι οποίες δημοσιεύθηκαν και στην πλατφόρμα Truth Social – ενώ έχει συνάψει νέες εμπορικές συμφωνίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα.

Αναφερόμενος στις ανησυχίες για τις επιπτώσεις στην επιχειρηματική δραστηριότητα και τις παγκόσμιες εμπορικές ροές, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, υποστήριξε σε συνέντευξή του στο CNBC στις 29 Ιουλίου ότι δεν πρόκειται για «το τέλος του κόσμου». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι προσωρινοί αυτοί δασμοί θα μπορούσαν να διατηρηθούν για «λίγες ημέρες ή εβδομάδες», εφόσον οι εμπλεκόμενες χώρες διαπραγματεύονται καλή τη πίστει.

Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος Εμπορίου των ΗΠΑ, Τζέημσον Γκρηρ, δήλωσε στις 3 Αυγούστου στο δίκτυο CBS ότι οι τρέχοντες δασμοί «είναι σε μεγάλο βαθμό οριστικοί» και δεν αναμένεται να μειωθούν σύντομα. Ωστόσο, ανέφερε ότι οι ξένες κυβερνήσεις μπορούν ακόμη να επικοινωνήσουν με την Ουάσιγκτον και να επιδιώξουν καλύτερες συμφωνίες. Κατά την άποψή του, «ο κόσμος βλέπει πλέον καθαρά τα βασικά χαρακτηριστικά της δασμολογικής πολιτικής του προέδρου».

Σύμφωνα με στοιχεία του Yale Budget Lab, ο μέσος αποτελεσματικός δασμός στις ΗΠΑ ανέρχεται πλέον στο 18,3% – το υψηλότερο ποσοστό από το 1934.

Προαναγγελία επιπλέον μέτρων

Ο πρόεδρος Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο για περαιτέρω επιβολή δασμών. Όπως δήλωσε στις 6 Αυγούστου, οι δασμοί που αφορούν ημιαγωγούς και υπολογιστικά μικροκυκλώματα θα φτάσουν «περίπου το 100%». Διευκρίνισε, πάντως, ότι επιχειρήσεις που κατασκευάζουν εντός των ΗΠΑ δεν θα υπόκεινται σε επιβαρύνσεις, ακόμα κι αν η παραγωγή τους δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Δεν διευκρινίστηκε πότε θα τεθούν σε ισχύ οι συγκεκριμένοι δασμοί.

Παράλληλα, ο πρόεδρος επιβεβαίωσε ότι θα επιβληθούν δασμοί και σε φαρμακευτικά προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον ίδιο, στην αρχική φάση θα εφαρμόζεται ένας «μικρός δασμός», ενώ μετά από ένα έτος και πλέον, προβλέπεται «ανώτατος» δασμός που μπορεί να φτάσει έως και το 250%. Όπως ανέφερε, στόχος είναι η επανεγκατάσταση της φαρμακευτικής παραγωγής εντός των ΗΠΑ.

Φάρμακα σε φαρμακείο στο Λος Άντζελες. Καλιφόρνια, ΗΠΑ, 12 Μαΐου 2025. (Eric Thayer/Getty Images)

 

Λίγες ώρες πριν από την έναρξη ισχύος των μέτρων, ο Τραμπ υπέγραψε προεδρικό διάταγμα με το οποίο επιβάλλεται επιπλέον δασμός 25% σε προϊόντα από την Ινδία, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στο 50% – το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών που πλήττονται από τα νέα μέτρα.

Στην αιτιολόγηση του διατάγματος, αναφέρεται ότι η ινδική κυβέρνηση «εισάγει άμεσα ή έμμεσα πετρέλαιο από τη Ρωσική Ομοσπονδία». Η Ουάσιγκτον έχει εντείνει τις πιέσεις προς τη Μόσχα για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ ο Τραμπ – παρότι χαρακτήρισε τον Ινδό πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι «φίλο» – ζήτησε από το Νέο Δελχί να περιορίσει τις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας.

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, οι ινδικές εισαγωγές ρωσικού αργού πετρελαίου ανήλθαν σχεδόν στα 53 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024, έναντι μόλις 1 δισεκατομμυρίου πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η Ινδία είναι πλέον ο δεύτερος μεγαλύτερος πελάτης ρωσικού πετρελαίου, απορροφώντας πάνω από το ένα τρίτο των εξαγωγών αργού της Μόσχας.

Την ίδια στιγμή, οι διαπραγματεύσεις με τον Καναδά και το Μεξικό δεν έχουν ακόμη αποδώσει καρπούς. Ο Τραμπ συμφώνησε πρόσφατα σε παράταση 90 ημερών για να μην αυξηθούν οι δασμοί στο Μεξικό, διατηρώντας ωστόσο τους ισχύοντες: 50% σε χάλυβα, αλουμίνιο και χαλκό, και 25% σε αυτοκίνητα.

Την 1η Αυγούστου, οι ΗΠΑ αύξησαν τους δασμούς στα μη συμμορφούμενα προς τη συμφωνία USMCA καναδικά προϊόντα από 25% σε 35%, ενώ επιβλήθηκε και επιπλέον δασμός 40% για προϊόντα διαμετακόμισης από τον Καναδά.

Ανάμεικτες αντιδράσεις στις αγορές

Παρά την ένταση γύρω από τη δασμολογική πολιτική, οι αμερικανικές χρηματιστηριακές αγορές κατέγραψαν άνοδο στις 6 Αυγούστου, λίγο πριν την εφαρμογή των νέων μέτρων.

Ο δείκτης Nasdaq ενισχύθηκε κατά 1,2% (253 μονάδες) και έκλεισε στις 21.169 μονάδες, ενώ ο Dow Jones σημείωσε μικρή άνοδο 0,18% (81 μονάδες), φτάνοντας στις 44.193. Ο ευρύτερος δείκτης S&P 500 κινήθηκε επίσης ανοδικά κατά 0,73% (46 μονάδες), στις 6.345 μονάδες.

Αναλυτές επισημαίνουν ότι ενώ οι αρχικές εξαγγελίες των δασμών είχαν προκαλέσει πτώση στις αγορές, πλέον υπάρχει μεγαλύτερη αισιοδοξία για την κατεύθυνση των εμπορικών σχέσεων. Ο Ντέηβιντ Μίλλερ, επικεφαλής επενδύσεων στην Catalyst Funds, εκτίμησε – σε σχόλιό του προς την εφημερίδα The Epoch Times – ότι η τρέχουσα δασμολογική στρατηγική ενδέχεται να λειτουργήσει «καθαρά θετικά» για την οικονομία και τις αγορές. Κατά τον ίδιο, η στροφή αυτή συνοδεύεται από ισχυρές εμπορικές συμφωνίες, περισσότερη αμοιβαιότητα και δεσμεύσεις επενδύσεων ύψους τρισεκατομμυρίων δολαρίων εντός των ΗΠΑ.

Την ίδια ώρα, το δολάριο δεν κατάφερε να διατηρήσει την ορμή που είχε πριν από την έναρξη του Αυγούστου. Ο δείκτης δολαρίου (DXY), που το συγκρίνει με άλλα βασικά νομίσματα όπως το γεν και η στερλίνα, υποχώρησε κατά 0,6% – με συνολική πτώση 9,5% από την αρχή του έτους.

Η απειλή Τραμπ για 100% δασμούς στη Ρωσία επηρεάζει άμεσα Κίνα και Ινδία

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε στις 14 Ιουλίου ότι σκοπεύει να επιβάλει «πολύ αυστηρούς» δευτερεύοντες δασμούς στη Ρωσία, σε περίπτωση που ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δεν συμφωνήσει σε κατάπαυση του πυρός με την Ουκρανία εντός 50 ημερών.

Όπως ανέφερε, εάν δεν υπάρξει συμφωνία εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, οι ΗΠΑ θα προχωρήσουν στην επιβολή δευτερευόντων δασμών ύψους 100%. Οι εν λόγω δασμοί θα αφορούν χώρες που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με τη Μόσχα, όπως για παράδειγμα η Κίνα, η οποία προμηθεύεται ρωσικό πετρέλαιο. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι αμερικανικές εξαγωγές προς το Πεκίνο θα επιβαρύνονταν με νέους δασμούς.

Ο Τραμπ σημείωσε από το Οβάλ Γραφείο, κατά τη διάρκεια συνάντησής του με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε, ότι κάνει εκτενή χρήση του εμπορίου ως μέσου άσκησης πίεσης, προσθέτοντας ότι είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό για την επίλυση συγκρούσεων.

Ήδη από τις αρχές του έτους είχε προειδοποιήσει πως, αν δεν επιτευχθεί συμφωνία με τον Πούτιν για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, τότε θα επιβάλει δευτερεύοντες δασμούς στο ρωσικό πετρέλαιο και συνολικά στις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων από τη Ρωσία.

Οι κυριότερες εξαγωγές της Ρωσίας περιλαμβάνουν αργό πετρέλαιο, προϊόντα διύλισης, φυσικό αέριο και άνθρακα. Δεν είναι η πρώτη φορά φέτος που ο Τραμπ εξετάζει την επιβολή δευτερευόντων δασμών. Τον Μάρτιο, είχε ήδη εφαρμόσει επιπλέον δασμό 25% σε χώρες που εισάγουν αργό πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα, ενώ τον Μάιο απείλησε με παρόμοια μέτρα για τις εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου.

Υπέρ του σχεδίου Τραμπ τάχθηκαν οι γερουσιαστές Λίντσεϊ Γκρέιχαμ (R-S.C.) και Ρίτσαρντ Μπλούμενθαλ (D-Conn.), χαρακτηρίζοντας τους δασμούς «ένα πραγματικό κυβερνητικό μέσο πίεσης για την επαναφορά των εμπλεκομένων στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων». Στην κοινή δήλωσή τους, υποστήριξαν ότι οι οικονομικοί υποστηρικτές των ρωσικών εγκλημάτων στην Ουκρανία πρέπει να πληρώσουν το τίμημα για την αγορά φθηνών ενεργειακών προϊόντων τα οποία, όπως είπαν, επανεισάγονται με κέρδος στις οικονομίες τους. Τόνισαν ότι η περίοδος χωρίς συνέπειες πλησιάζει στο τέλος της.

Αμερικανοί αξιωματούχοι διευκρίνισαν αργότερα ότι τα μέτρα θα στοχεύουν σε χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο.

Ποιες χώρες επηρεάζονται περισσότερο

Μετά την έναρξη ισχύος του εμπάργκο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα ρωσικά πετρελαϊκά προϊόντα τον Φεβρουάριο του 2023, η Κίνα, η Ινδία και η Τουρκία έχουν εξελιχθεί στους βασικούς αγοραστές ρωσικής ενέργειας, εκμεταλλευόμενες τις χαμηλότερες τιμές εξαιτίας των δυτικών κυρώσεων.

Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις του Reuters, η τιμή του ρωσικού αργού τύπου Urals κυμαίνεται γύρω στα 58 δολάρια ανά βαρέλι — κάτω από το πλαφόν των 60 δολαρίων που είχαν θέσει ΗΠΑ και G7 στα τέλη του 2022. Για σύγκριση, το Brent διαπραγματεύεται πάνω από τα 69 δολάρια στο ICE του Λονδίνου.

Το 2024, η Ρωσία κάλυψε περίπου το 22% των συνολικών εισαγωγών πετρελαίου της Κίνας, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 16% προ του πολέμου. Στο διάστημα Δεκεμβρίου 2022 – Ιουνίου 2025, η Κίνα έχει απορροφήσει το 47% των ρωσικών εξαγωγών αργού. Σύμφωνα με το Κέντρο Έρευνας για την Ενέργεια και τον Καθαρό Αέρα (Center for Research on Energy and Clean Air – CREA), το 64% των ρωσικών εξαγωγών προς την Κίνα αφορά αργό πετρέλαιο.

Παρ’ όλα αυτά, οι εμπορικές σχέσεις Ρωσίας – Κίνας παρουσιάζουν κάμψη: το πρώτο εξάμηνο του 2025, ο διμερής όγκος συναλλαγών μειώθηκε κατά 9% σε ετήσια βάση, φθάνοντας τα 106,48 δισ. δολάρια.

Ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι , ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ στη σύνοδο κορυφής των BRICS. Καζάν της Ρωσίας, στις 23 Οκτωβρίου 2024. (Maxim Shipenkov/AFP)

 

Η Ινδία αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο πελάτη της Ρωσίας στον τομέα του πετρελαίου. Σύμφωνα με τα δεδομένα της εταιρείας Kpler, η Ινδία αγόρασε πάνω από 2 εκατομμύρια βαρέλια ρωσικού αργού την ημέρα τον Ιούνιο — το υψηλότερο επίπεδο εδώ και έναν χρόνο. Την ίδια περίοδο, ενώ οι συνολικές εισαγωγές αργού από το εξωτερικό μειώθηκαν κατά 6%, οι ρωσικές εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 8%. Πάνω από το 50% αυτών πραγματοποιήθηκαν από τρία διυλιστήρια τα οποία στη συνέχεια εξάγουν προϊόντα προς τις χώρες της G7+.

Από τον Δεκέμβριο του 2022, η Ινδία έχει αγοράσει το 38% των εξαγωγών ρωσικού αργού. Στη σύνοδο Ινδίας – Ρωσίας τον Ιούλιο του 2024, οι δύο πλευρές επαναβεβαίωσαν τη στρατηγική σημασία της ενεργειακής τους συνεργασίας, επισημαίνοντας την πρόθεσή τους να εξετάσουν νέες μακροπρόθεσμες συμφωνίες.

Η Τουρκία, αν και έχει μειώσει τη σχετική εξάρτηση, εξακολουθεί να είναι ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ρωσικών ενεργειακών προϊόντων. Τον Μάιο του 2025, οι εξαγωγές ρωσικού μαζούτ προς την Τουρκία αυξήθηκαν κατά 75% σε μηνιαία βάση, φθάνοντας τους 430.000 τόνους.

Στον τομέα του υγροποιημένου φυσικού αερίου (Liquefied Natural Gas – LNG), η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ο μεγαλύτερος αγοραστής, με ποσοστό 51% επί των ρωσικών εξαγωγών, ακολουθούμενη από την Κίνα (21%) και την Ιαπωνία (18%).

Προοπτικές και επιπτώσεις

Σύμφωνα με τους αναλυτές της ING, η επιβολή επιπρόσθετων κυρώσεων στη Ρωσία θα μπορούσε να μεταβάλει δραστικά τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, καθώς χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία θα αναγκάζονταν να αναθεωρήσουν τις αγορές τους. Οι ίδιοι σημείωσαν ότι, αν τα μέτρα εφαρμοστούν αυστηρά, είναι πιθανό να προκύψει σημαντικό έλλειμμα προσφοράς, το οποίο η παραγωγική ικανότητα του ΟΠΕΚ δεν επαρκεί να καλύψει — με αποτέλεσμα να προκληθεί περαιτέρω άνοδος των τιμών.

Εκτιμούν επίσης ότι, δεδομένης της πάγιας επιθυμίας του Τραμπ για χαμηλές τιμές πετρελαίου, είναι αβέβαιο αν θα προχωρήσει τελικά σε μια τόσο δραστική ενέργεια.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προβλέπει ότι η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου θα αυξηθεί φέτος κατά 700.000 βαρέλια ημερησίως, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009 (εξαιρουμένων των ετών της πανδημίας). Αντίστοιχα, ο ΟΠΕΚ έχει κάνει πιο συντηρητικές προβλέψεις του για το 2025, εκτιμώντας ότι η παγκόσμια ζήτηση θα φθάσει τα 105 εκατ. βαρέλια ημερησίως.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η τιμή του West Texas Intermediate (WTI) υποχώρησε κατά περίπου 2% στις αρχές της εβδομάδας, πλησιάζοντας τα 67 δολάρια ανά βαρέλι στη Νέα Υόρκη.

Με πληροφορίες από το Reuters

Οι ελιγμοί του Πεκίνου για την αποφυγή των δασμών και οι αντιδράσεις των ΗΠΑ

Κεντρικό σημείο της νέας εμπορικής συμφωνίας του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με το Βιετνάμ είναι ένας μεγάλος δασμός 40% σε αγαθά μετάβασης μέσω της ασιατικής χώρας.

Η μετάβαση μέσω τρίτης χώρας είναι μια εμπορική στρατηγική που χρησιμοποιείται από χώρες για να αποφύγουν δασμούς και άλλα εμπορικά εμπόδια. Συνήθως, προϊόντα από μια χώρα αποστέλλονται σε μια άλλη όπου υπόκεινται σε ελάχιστη επεξεργασία, ανασυσκευάζονται ή τους τοποθετείται νέα ετικέτα για να φαίνονται ότι κατασκευάστηκαν στη δεύτερη χώρα.

Το κινεζικό καθεστώς εδώ και καιρό χρησιμοποιεί αυτήν την πρακτική για να αποφύγει εμπορικούς περιορισμούς των ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας το Βιετνάμ και άλλες χώρες ως διαμέσους για τα αγαθά του. Αυτό ουσιαστικά επιτρέπει στην Κίνα ικανή να αποφύγει υψηλότερους δασμούς.

«Μία από της κύριες μεθόδους αποφυγής [που χρησιμοποίησε η Κίνα] ήταν η μεταφόρτωση», είπε στην Epoch Times ο Ρόμπερτ Καχατρυάν, διευθύνων της Freight Right Global Logistics.

«Όταν οι ΗΠΑ έθεσαν σε ισχύ τους δασμούς της Παραγράφου 301 σε κινεζικά προϊόντα, ύψους εκατοντάδων δισεκατομμύριων δολαρίων, οι Κινέζοι κατασκευαστές αντέδρασαν και δεν αποδέχτηκαν το κόστος.»

Ο Τραμπ έχει υπογράψει εκτελεστικές εντολές για εφαρμογή ενιαίων δασμών σε όλα τα κινεζικά προϊόντα που εισέρχονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, βάσει ανησυχιών για την εθνική ασφάλεια και της κρίσης φαιντανύλης. Αν και οι δύο πλευρές έφτασαν σε μερική εμπορική συμφωνία τον Ιούνιο, οι δασμοί της Παραγράφου 301 παραμένουν σε ισχύ.

Οι εκτιμήσεις διαφέρουν, αλλά Αμερικανοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι οι εξαγωγές της Κίνας μέσω τρίτων χωρών αντιστοιχούν σε σημαντικά ποσά.

Ο εμπορικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου Πήτερ Ναβάρρο εκτιμά ότι το ένα τρίτο των βιετναμέζικων προϊόντων που εξάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι στην πραγματικότητα κινεζικά προϊόντα. Το Πεκίνο αναμένεται να στείλει τεράστιες ποσότητες εγχώριων αγαθών — όπως ρούχα, ηλεκτρονικά και έπιπλα — στο Βιετνάμ.

«Το Βιετνάμ πουλά σε εμάς $15 για κάθε $1 που τους πουλάμε, και περίπου $5 από αυτά είναι κινεζικά προϊόντα που έρχονται μέσω Βιετνάμ. Τους κολλάνε μια ετικέτα ‘Κατασκευασμένο στο Βιετνάμ’ και τα στέλνουν εδώ», είπε ο Ναβάρρο σε συνέντευξη που παραχώρησε τον Απρίλιο στο Fox News.

Ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ, Χάουαρντ Λάτνικ, ενώπιον βουλευτών στην Επιτροπή Απόδοσης Κονδυλίων της Γερουσίας τον Ιούνιο, ανέφερε ότι το Βιετνάμ είναι «απλώς μία διαδρομή για [να φτάσει] η Κίνα [στις Ηνωμένες Πολιτείες].»

Η θαλάσσια μεταφόρτωση μέσω τρίτου είναι η πιο κοινή μορφή, αλλά τα αγαθά μπορεί να μεταφερθούν και μέσω μεγάλων κέντρων αεροπορικών μεταφορών. Η χρήση πολλαπλών οδών — η μεταφορά εμπορευμάτων μέσω πλοίων, σιδηροδρόμων και φορτηγών — είναι πιθανή.

Εργάτες αριθμούν υφάσματα σε εργοστάσιο ρούχων στην επαρχία Τάι Νγκιεν, στο Βιετνάμ, στις 2 Ιουλίου 2025. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Βιετνάμ έφτασαν σε εμπορική συμφωνία εκείνη την μέρα επιβάλλοντας 20% δασμό σε όλες τις βιετναμέζικες εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, και 40% δασμό στα αγαθά που στέλνονται μέσω τρίτων χωρών. (Nhac Nguyen/AFP μέσω Getty Images)

 

Εμπορικές συνομιλίες

Ωστόσο, αν και το Ανόι είναι η κύρια εστίαση, το Βιετνάμ δεν είναι η μόνη χώρας μεταφόρτωσης που χρησιμοποιεί η Κίνα — κάτι που περιπλέκει περαιτέρω τις εμπορικές συζητήσεις.

«Ανοίγουν κέντρα μεταφόρτωσης αγαθών όπου υπάρχει λιμένας και συμφωνία ελεύθερου εμπορίου που μπορούν αν χρησιμοποιήσουν», επεσήμανε στην Epoch Times ο Μάρτυ Μπάουερ, διευθυντής πωλήσεων και συνεταιρισμών στην πλατφόρμα ηλεκτρονικού εμπορίου Omnisend.

Είναι γνωστό ότι το κινεζικό καθεστώς εκμεταλλεύεται επίσης την Καμπότζη, την Ινδονησία, το Λάος, την Ταϊβάν και την Ταϊλάνδη για μεταφόρτωση ανταλλακτικών αυτοκινήτων, ηλεκτρονικών, μηχανών και πολλών άλλων αντικειμένων. Το Μεξικό αποτελεί μία ακόμα κρίσιμη χώρα, ενώ άλλες όπως ο Καναδάς, το Ισραήλ και η Σρι Λάνκα έχουν εμπλακεί ελάχιστα.

Όσο περισσότερο προσπαθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες να πολεμήσουν την Κίνα σε αυτόν τον τομέα τόσο περισσότερες εταιρείες θα έχουν δευτερεύουσες δραστηριότητες τελικά, παρατηρεί ο Μπάουερ.

«Αν η διοίκηση πατάξει τη μεταφόρτωση, ίσως δημιουργήσει βραχυπρόθεσμη ενόχληση [στην πρακτική], αλλά θα μπορούσε επίσης να επιταχύνει τις κινεζικές επενδύσεις στην νοτιοανατολική Ασία και τη Λατινική Αμερική», είπε.

Μια πρόσφατη ανάλυση δεδομένων εμπορίου του Ινστιτούτου Brookings αποκάλυψε ότι κινεζικές εξαγωγές σε αγορές της Νοτιοανατολικής Ασίας αυξήθηκαν σημαντικά πριν την εφαρμογή των δασμών των ΗΠΑ, ωθώντας τη διοίκηση Τραμπ να κάνει τη μεταφόρτωση κρίσιμο μέρος των εμπορικών συμφωνιών.

«Αγαθά που μεταφορτώνονται μέσω τρίτου για να αποφύγουν υψηλότερο δασμό θα υπόκεινται σε αυτόν τον υψηλότερο δασμό», έγραψε ο Τραμπ σε επιστολές προς εμπορικούς εταίρους, και ανήρτησε μετά στην πλατφόρμα Truth Social.

Το Λάος, για παράδειγμα, θα επιβαρυνθεί με δασμό 40%, ενώ οι Καμπότζη και Ταϊλάνδη με 36%.

«Οι φόροι σε κάποια ασιατικά έθνη καθαρά δείχνουν την Κίνα — λόγω της μεταφόρτωσης», είπε στην Epoch Times η Ιπέκ Οζκαρντέσκαγια, αναλύτρια στη Swissquote Bank, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Χώρες που εμπλέκονται στην πρακτική θα χρειάζεται να αποφασίσουν εάν η μεταφόρτωση αξίζει τον κόπο, έχοντας υπ’ όψιν τους νέους υψηλούς δασμούς — και την πορεία πάνω σε ένα διπλωματικά τεντωμένο σχοινί.

Ειδικοί λένε ότι ακόμα κι αν τα μεταφορτωμένα αγαθά δεν συνεισφέρουν σημαντικά στο εγχώριο κέρδος, οι βιετναμέζικες εταιρείες θα έχουν όφελος παρόλα αυτά από υπηρεσίες τελωνείων, μεταφορές και αποθήκες συνδεδεμένες με τη διαχείριση και τη μεταφόρτωση των αποστολών.

Εμπορευματοκιβώτια φορτώνονται σε πλοίο στον Διεθνή Σταθμό Εμπορευματοκιβωτίων στη Σουραμπάγια. Ινδονησία, Ιουλίου 2025. Το κινεζικό καθεστώς χρησιμοποιεί από καιρό τη μεταφόρτωση μέσω των Βιετνάμ, Ινδονησίας, Ταϊβάν, Μεξικού κ.ά., για να αποφύγει τους εμπορικούς περιορισμούς των ΗΠΑ. (Juni Kriswanto/AFP μέσω Getty Images)

 

Η κυβέρνηση του Βιετνάμ προσπαθεί να σταματήσει τη μεταφόρτωση αγαθών προς τις ΗΠΑ και άλλους εμπορικούς εταίρους, σύμφωνα με έγγραφα που είδε το Reuters. Υπό την καθοδήγηση του υπουργείου Εμπορίου, αξιωματούχοι εμπορίου και τελωνείων, καθώς και άλλες υπηρεσίες, πήραν εντολή να φέρουν εις πέρας αυστηρούς ελέγχους εργοστασίων και επίβλεψης των ετικετών «κατασκευασμένο στο Βιετνάμ».

Δεν αποκλείεται δε η εγκατάλειψη της πρακτικής της μεταφόρτωσης να ενέχει και κάποιο κέρδος για το Βιετνάμ, κυρίως λόγω του πλεονεκτήματος των δασμών και της μεταφοράς των λειτουργιών ξένων εταιρειών στην αγορά της νοτιοανατολικής Ασίας. Τα τελευταία χρόνια, έχει εξελιχθεί σε ένα μεγάλο κέντρο κατασκευής και συναρμολόγησης.

«Αυτό είναι ένα σημαντικό αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων, που δημιουργεί ελπίδα και προσδοκίες για δουλειά», είπε ο υπουργός Οικονομικών του Βιετνάμ Νγκεν Βαν Τανγκ σε συνάντηση υπουργών στις 2 Ιουλίου, μετά την ανακοίνωση της εμπορικής συμφωνίας ΗΠΑ-Βιετνάμ.

Το αν κι άλλα κράτη θα αποδεχθούν αυτούς τους όρους, όπως το Βιετνάμ, αναμένεται να φανεί μέσα στις επόμενες εβδομάδες.

Προκλήσεις για τους Αμερικανούς εισαγωγείς

Η Κίνα θα μπορούσε να συναντήσει σημαντικά εμπόδια αν ο Λευκός Οίκος επιβάλλει αυστηρότερες διατάξεις σε διμερείς εμπορικές συμφωνίες «μέσω υποχρεωτικών ελέγχων προέλευσης, υποχρεώσεων σήμανσης αλυσίδας εφοδιασμού ή επιβεβαίωσης πριν την αποστολή», σύμφωνα με τον Καχατρυάν.

«Πολλοί από τους εξαγωγείς βασίζονται σε αυτά τα κόλπα για να είναι ανταγωνιστικοί στην αγορά των ΗΠΑ», είπε. «Η διατάραξη αυτών των οδών θα έχει μάλλον ως αποτέλεσμα ένα κύμα είτε πραγματικής εξόδου επιχειρήσεων — πλήρης μεταφορά κατασκευής έξω από την Κίνα —  ή συστολή της αλυσίδας εφοδιασμού, που θα έχει επιπτώσεις σε όλη τη Νοτιοανατολική Ασία επίσης.»

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μιλά με δημοσιογράφους, καθώς αναχωρεί από τον Λευκό Οίκο για τη Φλόριντα, την 1η Ιουλίου 2025. Η διοίκηση Τραμπ έκανε την καταστολή της μεταφόρτωσης κρίσιμο σημείο των εμπορικών διαπραγματεύσεων. (Madalina Kilroy/The Epoch Times)

 

Την ίδια στιγμή, εγχώριες εταιρείες θα χρειαστεί επίσης να υπερβούν εμπόδια, αν σχεδιάζουν να συνεχίσουν να αγοράζουν ξένα αγαθά.

Σε περίπτωση που η διοίκηση Τραμπ εντείνει την καταστολή της μεταφόρτωσης, οι Αμερικανοί εισαγωγείς θα υποχρεωθούν σε σχολαστικό έλεγχο της αλυσίδας εφοδιασμού τους, προκειμένου να αποφύγουν παραβάσεις εξ αμελείας. Ο στενότερος έλεγχος θα μπορούσε επίσης να αυξήσει το κόστος και να οδηγήσει σε καθυστερήσεις στην παράδοση.

Επιχειρήσεις ήδη προετοιμάζονται να ενισχύσουν τις πρακτικές εισαγωγών τους στα «πάντα, από το να ζητούν έγγραφα ελέγχου εργοστασίων έως το να χρησιμοποιούν συσκευές [τύπου Internet of Things] για να ελέγχουν την προέλευση», ανέφερε ο Καχατρυάν.

«Αν η επιβολή του νόμου για τη μεταφόρτωση γίνει πολιτική προτεραιότητα ξανά, δεν θα επηρεαστεί μόνο η Κίνα — ολόκληρο το οικοσύστημα των εισαγωγών θα νιώσει τις επιπτώσεις έμμεσα.»

Το 2024, το Βιετνάμ κέρδισε περίπου $137 δισεκατομμύρια από εξαγωγές αγαθών στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια αύξηση της τάξης του 19% από το 2023, σύμφωνα με το Γραφείο του Αντιπροσώπου του Αμερικανικού Εμπορίου.