Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) ανακοίνωσαν στις 28 Απριλίου ότι αποχωρούν από τον ΟΠΕΚ και τη διευρυμένη συμμαχία. Το υπουργείο Ενέργειας των ΗΑΕ ανέφερε ότι η απόφαση ακολούθησε μια συνολική επανεξέταση της πολιτικής παραγωγής της χώρας και της τρέχουσας και μελλοντικής παραγωγικής της ικανότητας και βασίζεται στο εθνικό συμφέρον, καθώς και στη δέσμευση της χώρας να συμβάλει αποτελεσματικά στην κάλυψη της αγοράς.
Η απόφαση αυτή ενδέχεται να αποτελέσει σοβαρό πλήγμα για τον οργανισμό εξαγωγής πετρελαίου: από τότε που εντάχθηκαν το 1967 — επτά χρόνια μετά την ίδρυση του — τα ΗΑΕ έχουν εξελιχθεί στον τρίτο μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου εντός του ΟΠΕΚ, μετά τη Σαουδική Αραβία και το Ιράκ, συμβάλλοντας με 3-4,5 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου ημερησίως.
Αν και τα ΗΑΕ δεν διευκρίνισαν ρητά τον λόγο αποχώρησης από την 12μελή ομάδα, η χώρα εμπλέκεται εδώ και χρόνια σε διάφορες εσωτερικές διαφωνίες, γεγονός που σημαίνει ότι η απώλειά της θα μπορούσε να εντείνει περαιτέρω τις διαιρέσεις εντός του ΟΠΕΚ, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωσή του σε μια περίοδο παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης λόγω του πολέμου στο Ιράν.
Οι παραγωγοί του Κόλπου αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξαγωγή πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ, μιας στενής θαλάσσιας διόδου μεταξύ του Ιράν και της Αραβικής Χερσονήσου, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προμήθειας αργού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, καθώς και διάφορα καταναλωτικά και εμπορικά αγαθά, από λιπάσματα έως φαρμακευτικά προϊόντα. Η κίνηση των δεξαμενόπλοιων έχει ουσιαστικά ακινητοποιηθεί, ενώ τα Στενά βρίσκονται στο επίκεντρο των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν.
Ο ΟΠΕΚ ανέφερε ότι η παραγωγή της ομάδας τον Μάρτιο μειώθηκε κατά 7,7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, πέφτοντας κάτω από τα 21 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ενώ τα ΗΑΕ έχασαν περισσότερα από 1,5 εκατομμύριο βαρέλια παραγωγής τον περασμένο μήνα. Στη Μηνιαία Έκθεση για την Αγορά Πετρελαίου, ο ΟΠΕΚ σημείωσε ότι οι διαταραχές στις ναυτιλιακές δραστηριότητες στην περιοχή αύξησαν τις διαρκείς ανησυχίες για τις ροές προμήθειας, ενώ η ισχυρή ζήτηση για άμεσες ποσότητες στην αγορά, οι περικοπές παραγωγής και οι δηλώσεις ανωτέρας βίας ενίσχυσαν περαιτέρω την ανοδική δυναμική των τιμών.
Η αποχώρηση του Άμπου Ντάμπι θα μπορούσε να αποδειχθεί θετική εξέλιξη για τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εδώ και χρόνια επικρίνει τακτικά τον ΟΠΕΚ. Πριν από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2018, κατά την πρώτη του θητεία ως πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, είχε δηλώσει ότι ο ΟΠΕΚ και οι χώρες-μέλη εκμεταλλεύονται τον υπόλοιπο κόσμο επιβάλλοντας υψηλές τιμές πετρελαίου, επισημαίνοντας παράλληλα ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες υπερασπίζονται πολλές από αυτές τις χώρες χωρίς αντάλλαγμα, εκείνες εκμεταλλεύονται αυτή τη σχέση.
Τα ΗΑΕ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή. Ο Τραμπ αποκάλυψε την περασμένη εβδομάδα ότι η Ουάσιγκτον και το Άμπου Ντάμπι ενδέχεται να συνεργαστούν για τη δημιουργία μιας γραμμής ανταλλαγής νομισμάτων δολαρίου–ντίρχαμ, εν μέσω της αστάθειας που προκαλεί η σύγκρουση.
Αξιωματούχοι των ΗΑΕ έχουν επίσης επικρίνει έντονα περιφερειακούς εταίρους για την αποτυχία τους να προστατεύσουν τη χώρα από ιρανικές επιθέσεις. Ο Ανουάρ Γκαργκάς, διπλωματικός σύμβουλος του προέδρου των ΗΑΕ Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ Αλ Ναχιάν, ανέφερε σε συνέδριο, στις 27 Απριλίου, ότι οι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου υποστήριξαν η μία την άλλη σε επίπεδο υλικοτεχνικής υποστήριξης, αλλά πολιτικά και στρατιωτικά η στάση τους ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, η πιο αδύναμη ιστορικά. Όπως παρατήρησε, η αδυναμία του Αραβικού Συνδέσμου ήταν αναμενόμενη, αλλά τον εξέπληξε η στάση του Συμβουλίου Συνεργασίας.
Οι διεθνείς αγορές ενέργειας είχαν ήδη κινηθεί ανοδικά πριν από την ανακοίνωση των ΗΑΕ. Η τιμή του αργού πετρελαίου West Texas Intermediate — δείκτης αναφοράς για τις τιμές πετρελαίου στις ΗΠΑ — αυξήθηκε κατά 4% κατά τη συνεδρίαση της 28ης Απριλίου, φθάνοντας τα 100 δολάρια (~93 ευρώ) ανά βαρέλι στο Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης, ενώ η τιμή του Brent, που αποτελεί το παγκόσμιο σημείο αναφοράς, αυξήθηκε κατά 3%, φθάνοντας περίπου τα 105 δολάρια (περίπου 98 ευρώ) ανά βαρέλι στις διεθνείς αγορές.


