Τετάρτη, 18 Φεβ, 2026

Ο Τραμπ επιλέγει τον Κέβιν Γουόρς για νέο πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε στις 30 Ιανουαρίου ότι ο πρώην διοικητής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed) των ΗΠΑ Κέβιν Γουόρς (Kevin Warsh) θα αναλάβει την ηγεσία της κεντρικής τράπεζας της χώρας.

Αν και ο νέος πρόεδρος της Fed θα διαθέτει μόνο μία ψήφο, ο Τραμπ εκτίμησε ότι και άλλα στελέχη θα αλλάξουν στάση και θα στηρίξουν τη μείωση των επιτοκίων. Όπως ανέφερε σε δημοσιογράφους κατά την πρεμιέρα της ταινίας «Melania», που είναι αφιερωμένη στην πρώτη κυρία Μελάνια Τραμπ, ο πρόεδρος δήλωσε ότι, εφόσον υπάρχει σεβασμός προς τον επικεφαλής της Fed —σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τον σημερινό πρόεδρο της τράπεζας— οι υπόλοιποι αξιωματούχοι θα ευθυγραμμιστούν πλήρως με αυτή την κατεύθυνση.

Ο Κέβιν Γουόρς διετέλεσε ειδικός βοηθός του προέδρου για θέματα οικονομικής πολιτικής κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Μπους, από το 2002 έως το 2006, ενώ υπήρξε και εκτελεστικός γραμματέας του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου.

Ο Γουόρς, ο οποίος θεωρείται υποστηρικτής της σκληρής νομισματικής γραμμής, διορίστηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας τον Ιανουάριο του 2006 και υπηρέτησε υπό τον τότε πρόεδρο της Fed, Μπεν Μπερνάνκι (Ben Bernanke). Παραιτήθηκε από τη θέση του στις αρχές του 2011. Ήταν επίσης μία από τις βασικές επιλογές του Τραμπ για την προεδρία της Fed κατά την πρώτη προεδρική του θητεία, πριν τελικά επιλεγεί ο Τζερόμ Πάουελ.

Η διαδικασία αναζήτησης αντικαταστάτη του Πάουελ ξεκίνησε το περασμένο φθινόπωρο με 11 υποψηφίους. Η λίστα περιορίστηκε σταδιακά σε λίγους επικρατέστερους, με τους τέσσερις τελικούς να είναι ο Κέβιν Γουόρς, ο διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου Κέβιν Χάσσετ (Kevin Hassett), ο επικεφαλής στέλεχος της BlackRock Ρικ Ρίντερ (Rick Rieder) και ο διοικητής της Fed Κρίστοφερ Γουόλερ (Christopher Waller).

Για εβδομάδες, οι αγορές προβλέψεων θεωρούσαν σχεδόν βέβαιο ότι ο Χάσσετ θα οριζόταν διάδοχος του Πάουελ. Ωστόσο, ο Γουόρς βρέθηκε αιφνιδιαστικά στην κορυφή όταν ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα μπορούσε να αποδεσμεύσει τον Χάσσετ από τον Λευκό Οίκο. Στη συνέχεια, έπειτα από κολακευτικά σχόλια του προέδρου για τον έμπειρο παράγοντα της Wall Street στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, ο Ρίντερ πέρασε προσωρινά στην πρώτη θέση των εκτιμήσεων. Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ γνωστοποίησε στον Τύπο ότι θα ανακοίνωνε την επιλογή του στις 30 Ιανουαρίου, ο Γουόρς κατέστη το αδιαφιλονίκητο φαβορί.

Ο Γουόρς έχει εκφράσει τη στήριξή του στην οικονομική ατζέντα της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι η Fed θα πρέπει να μειώσει τα επιτόκια και να περιορίσει το μέγεθος του ισολογισμού της. Οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής ψήφισαν με 10 ψήφους υπέρ και 2 κατά στη συνεδρίαση της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Ανοικτής Αγοράς τον Ιανουάριο, αποφασίζοντας να διατηρήσουν τα επιτόκια αμετάβλητα στο εύρος 3,5% έως 3,75%. Παράλληλα, η Fed έχει μειώσει τον ισολογισμό της, αν και διέκοψε τον κύκλο ποσοτικής σύσφιγξης στα τέλη του περασμένου έτους.

Επιπλέον, ο Γουόρς έχει ταχθεί υπέρ της εφαρμογής μεταρρυθμίσεων τόσο σε επίπεδο πολιτικής όσο και σε επίπεδο προσωπικού στο ίδρυμα, το οποίο λειτουργεί εδώ και 113 χρόνια. Σε συνέντευξή του στο CNBC και την εκπομπή «Squawk Box» στις 17 Ιουλίου, είχε ζητήσει σαρωτικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της Fed, φτάνοντας στο σημείο να προτείνει ακόμη και μια συμμαχία πολιτικής με το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ. Σύμφωνα με όσα δήλωσε τότε, υποστήριξε ότι απαιτείται αλλαγή καθεστώτος στη χάραξη πολιτικής, εκτιμώντας ότι το έλλειμμα αξιοπιστίας βαρύνει τα σημερινά στελέχη της Fed.

Ο Τζερόμ Πάουελ έχει διαφωνήσει με τις απόψεις ότι η Fed χρειάζεται ριζική αναμόρφωση του μηχανισμού λήψης αποφάσεων. Μιλώντας στη συνέντευξη Τύπου μετά τη συνεδρίαση της 28ης Ιανουαρίου, ανέφερε ότι η συγκεκριμένη ιδέα δεν έχει λογική βάση. Όπως εξήγησε, εάν το ζήτημα αφορά τη χρήση καλύτερων οικονομικών μοντέλων, η Fed είναι ανοιχτή σε αυτά και αναζητά διαρκώς τρόπους βελτίωσης, τονίζοντας παράλληλα ότι η τράπεζα βρίσκεται ήδη σε επαφή με όποιον ασχολείται με την οικονομική μοντελοποίηση.

Η θητεία του σημερινού επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας λήγει τον Μάιο, ωστόσο ο Πάουελ θα διατηρήσει τη θέση του στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας έως τον Ιανουάριο του 2028.

Βαρύ πρόστιμο της Κομισιόν στην X του Έλον Μασκ για παραβίαση του «Digital Services Act»

Μετά από διετή έρευνα στο πλαίσιο του Νόμου για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε στις 5 Δεκεμβρίου τη βαρύτατη επιβολή προστίμου ύψους 120 εκατομμυρίων ευρώ στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X, ιδιοκτησίας του δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία Έλον Μασκ.

Όπως αναφέρει η Κομισιόν, η X παραβίασε σειρά υποχρεώσεων διαφάνειας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η παραπλανητική σχεδίαση του μπλε σήματος επαλήθευσης («blue checkmark»), η έλλειψη διαφάνειας στο αποθετήριο διαφημίσεων, καθώς και η αδυναμία παροχής πρόσβασης ερευνητών στα δημόσια δεδομένα της πλατφόρμας.

Σε ένα ακόμη μέτωπο μεταξύ Βρυξελλών και αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών, η Επιτροπή δήλωσε: «Το διακριτικό επαλήθευσης της πλατφόρμας μετατράπηκε σε επί πληρωμή λειτουργία, χωρίς επαρκή έλεγχο ταυτότητας». Οι ρυθμιστικές αρχές υποστήριξαν πως με τον τρόπο αυτό παραπλανήθηκαν οι χρήστες, και παρασύρθηκαν να θεωρήσουν ορισμένους λογαριασμούς ως αυθεντικούς, με συνέπεια την έκθεσή τους σε κινδύνους πλαστοπροσωπίας, χειραγώγησης και απάτης.

Επίσης, σύμφωνα με την Κομισιόν, το αποθετήριο διαφημίσεων της X δεν πληρούσε τις προδιαγραφές προσβασιμότητας και πληρότητας του DSA, καθώς παρέλειπε κρίσιμες πληροφορίες, γεγονός που εμπόδιζε την καταπολέμηση συντονισμένης παραπληροφόρησης, παρεμβάσεων σε εκλογικές διαδικασίες και παράνομων δραστηριοτήτων.

Επιπλέον, οι αρχές σημείωσαν πως η X έθεσε εμπόδια στην πρόσβαση κατάλληλων ερευνητών σε σημαντικά στατιστικά στοιχεία, όπως εντυπώσεις, επισημάνσεις «μου αρέσει» και κοινοποιήσεις. Οι όροι χρήσης της πλατφόρμας απαγορεύουν την ανεξάρτητη πρόσβαση των ερευνητών στα δημόσια δεδομένα και υιοθετούν διαδικασίες με περιττούς περιορισμούς.

Η Χάνα Βερκίνεν, εκτελεστική αντιπρόεδρος της Επιτροπής για την Τεχνολογική Κυριαρχία, την Ασφάλεια και τη Δημοκρατία, υπογράμμισε: «Με την πρώτη απόφαση μη συμμόρφωσης βάσει του DSA, κρατάμε την X υπόλογη για την υπονόμευση των δικαιωμάτων των χρηστών και την αποφυγή λογοδοσίας». Σημείωσε δε πως η X διαθέτει προθεσμία 60 ημερών για να ενημερώσει την Επιτροπή πώς θα αντιμετωπίσει τα αποκαλούμενα παραπλανητικά «μπλε σήματα», και 90 ημερών για να καταθέσει σχέδιο διόρθωσης για τις διαφημίσεις και τα δημόσια δεδομένα. «Η μη συμμόρφωση με την απόφαση ενδέχεται να επιφέρει περιοδικές χρηματικές κυρώσεις», προειδοποίησε η Επιτροπή.

Πριν από την ανακοίνωση της Κομισιόν, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς σχολίασε: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπρεπε να υπερασπίζεται την ελευθερία του λόγου, όχι να στοχοποιεί αμερικανικές εταιρείες με ανυπόστατες κατηγορίες». Κάλεσε την Ένωση να στηρίξει την ελευθερία λόγου, καθώς φημολογείται ότι η Επιτροπή σκοπεύει να επιβάλει στην X επιπλέον πρόστιμο εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για μη λογοκρισία περιεχομένου.

Το πρόστιμο στην X επεβλήθη μία ημέρα μετά την εκκίνηση έρευνας κατά της Meta από την Ευρωπαϊκή Ένωση για πιθανή παραβίαση των κανόνων ανταγωνισμού, όσον αφορά την πρόσβαση παρόχων τεχνητής νοημοσύνης στο WhatsApp.

«Οφείλουμε να διασφαλίσουμε ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες και οι επιχειρήσεις θα αποκομίσουν πλήρως τα οφέλη αυτής της τεχνολογικής επανάστασης, και να αποτρέψουμε τους ισχυρούς ψηφιακούς παίκτες από το να καταχρώνται τη θέση τους, αποκλείοντας καινοτόμους ανταγωνιστές», δήλωσε στις 4 Δεκεμβρίου η Επίτροπος Ανταγωνισμού, Τερέζα Ριμπέιρου.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, σχολίασε: «Το πρόστιμο των 140 εκατομμυρίων δολαρίων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν αποτελεί μόνο επίθεση κατά της X, αλλά και εναντίον όλων των αμερικανικών τεχνολογικών πλατφορμών και του αμερικανικού λαού από ξένες κυβερνήσεις». Δήλωσε ακόμη πως «οι μέρες κατά τις οποίες λογοκρίνονταν οι Αμερικανοί στο διαδίκτυο έχουν πλέον τελειώσει».

Η ΕΕ υιοθέτησε τον Νόμο για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες το 2022, θέτοντας αυστηρούς κανόνες για τη λειτουργία των διαδικτυακών υπηρεσιών, από την προστασία του χρήστη έως τη διαφάνεια στη διαφήμιση. Όσοι επικρίνουν τον νόμο ισχυρίζονται ότι ο κανονισμός απειλεί την ελευθερία του λόγου και ενδέχεται να οδηγήσει σε ένα παγκόσμιο καθεστώς λογοκρισίας.

Φωτογραφία με τα λογότυπα των μεγαλύτερων πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης και εταιρειών. (AAP Image/Lukas Coch)

 

Η Αντίνα Περτάρου, ανώτερη νομική σύμβουλος του Ευρωπαϊκού παραρτήματος της Alliance Defending Freedom International, επεσήμανε: «Ο Νόμος για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες ενδέχεται να εγκαθιδρύσει ένα παγκόσμιο καθεστώς λογοκρισίας και είναι η μεγαλύτερη απειλή για την ελευθερία έκφρασης στον δυτικό κόσμο σήμερα. Θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για την προστασία της ελεύθερης έκφρασης έναντι της λογοκρισίας και του DSA, ώστε να παραμείνει η ψηφιακή δημόσια σφαίρα ελεύθερη».

Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επίσης επικρίνει τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς για την ψηφιακή οικονομία τους τελευταίους μήνες. Ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ, Χάουαρντ Λούτνικ, σε συνέντευξή του στο Bloomberg Television στις 24 Νοεμβρίου, παρατήρησε ότι «οι ευρωπαϊκοί κανόνες και κανονισμοί στοχεύουν άδικα την Amazon, τη Google και τη Microsoft» και κάλεσε την ΕΕ να διαμορφώσει ένα λογικό πλαίσιο δράσης για τις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες στην ευρωπαϊκή αγορά, σημειώνοντας: «Επιθυμούν να συμπεριλάβουν τον χάλυβα και το αλουμίνιο σε αυτό το πλαίσιο, και θεωρούμε ιδιαίτερα κρίσιμο να κατανοήσουν τους όρους λειτουργίας των ψηφιακών μας εταιρειών και να επανεξετάσουν τους ψηφιακούς κανονισμούς ώστε να γίνουν πιο προσιτοί για τις μεγάλες εταιρείες μας».

Η ΕΕ επιχειρεί να απλοποιήσει το κανονιστικό της πλαίσιο για την ψηφιακή οικονομία. Τον περασμένο μήνα, η Επιτροπή παρουσίασε ένα ευρύ «ψηφιακό omnibus» με στόχο την απλούστευση των τρεχόντων κανονισμών για την τεχνητή νοημοσύνη, την κυβερνοασφάλεια και τα δεδομένα, με αξιωματούχους να τονίζουν πως η πρωτοβουλία αυτή θα ενισχύσει την καινοτομία, θα διευκολύνει τη συμμόρφωση και θα περιορίσει τη γραφειοκρατία.

Ο Πούτιν ανοίγει ένα παράθυρο για ειρηνευτικό σχέδιο στην Ουκρανία

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δήλωσε στις 27 Νοεμβρίου ότι ένα ειρηνευτικό σχέδιο με την υποστήριξη των ΗΠΑ θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Το τελευταίο διάστημα, οι προσπάθειες αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης Ουκρανίας–Ρωσίας κερδίζουν έδαφος, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρωπαίοι εταίροι προωθούν παράλληλα ειρηνευτικά πλαίσια για την υπέρβαση του αδιεξόδου.

Σε συνέντευξη Τύπου στο Κιργιστάν, ο Πούτιν εξέφρασε τη διάθεσή του για σοβαρές συνομιλίες πάνω στο εν λόγω σχέδιο. «Εν γένει, συμφωνούμε ότι αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για μελλοντικές συμφωνίες», ανέφερε, μετά από σύνοδο με τους ηγέτες της Λευκορωσίας, του Καζακστάν και του Τατζικιστάν, στο πλαίσιο του Οργανισμού Συλλογικής Ασφάλειας. Επρόκειτο για την πρώτη δημόσια τοποθέτηση του Πούτιν σε ειρηνευτική πρωτοβουλία, ύστερα από αρκετές ημέρες έντονης αμερικανο-ουκρανικής διπλωματίας.

Ο Λευκός Οίκος επιβεβαίωσε την περασμένη εβδομάδα ότι εργάζεται σε ένα ειρηνευτικό σχέδιο 28 σημείων για την επίλυση της κρίσης στην Ανατολική Ευρώπη. Σύμφωνα με το προσχέδιο, η Ουκρανία θα πρέπει να προχωρήσει σε σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις, να περιορίσει τις δυνάμεις της και να εγκαταλείψει κάθε φιλοδοξία ένταξης στο ΝΑΤΟ. Το σχέδιο προβλέπει επίσης άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, ανακατεύθυνση των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, καθώς και δέσμευση της Μόσχα να μην επιτεθεί στην Ουκρανία ή σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Στις 24 Νοεμβρίου, μετά από συνομιλίες στη Γενεύη μία μέρα νωρίτερα, ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι ανακοίνωσε πως αμερικανική αντιπροσωπεία υπό την ηγεσία του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, σε συνεργασία με Ουκρανούς αξιωματούχους, αποφάσισαν να απλοποιήσουν το προσχέδιο. Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Ζελένσκι έγραψε πως οι τροποποιήσεις «αντανακλούν τη σωστή προσέγγιση», προσθέτοντας: «Υπάρχει ακόμη δουλειά για όλους μας ώστε να ολοκληρωθεί το κείμενο και πρέπει όλα να γίνουν με αξιοπρέπεια».

Ο Πούτιν αποκάλυψε πως το νέο σχέδιο απεστάλη ήδη στη Μόσχα, εξηγώντας: «Αποφάσισαν μεταξύ τους πως τα είκοσι οκτώ σημεία θα πρέπει να διαχωριστούν σε τέσσερα ξεχωριστά σκέλη». Παρατήρησε ότι το προσχέδιο απαιτεί διπλωματική επεξεργασία στη γλώσσα και χαρακτήρισε αστεία διατύπωση την πρόβλεψη περί δέσμευσης της Ρωσίας να μην επιτεθεί στην Ευρώπη, λέγοντας πως «η Ρωσία δεν έχει σκοπό να κατακτήσει την Ευρώπη». Παρά ταύτα, δήλωσε πρόθυμος να συμμετάσχει σε ευρύτερο διάλογο σχετικά με την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Υπογράμμισε δε ότι οι εχθροπραξίες θα λήξουν μόλις οι ουκρανικές δυνάμεις αποσυρθούν από τα εδάφη που ελέγχουν.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, σε συνάντηση στον Λευκό Οίκο. Ουάσιγκτον, 18 Αυγούστου 2025. (Mandel Ngan/AFP μέσω Getty Images)

 

Για τη δήμευση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τα διαθέσιμα της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας που έχουν «παγώσει» δυτικές κυβερνήσεις, κυρίως στην Ευρώπη, από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου 2022, ο Πούτιν δηλώνει ότι θα έχει αρνητικές συνέπειες στο διεθνές οικονομικό σύστημα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ εξετάζουν το ενδεχόμενο χρήσης του ποσού, που ανέρχεται στα 300 δισεκατομμύρια δολάρια, για την άμυνα και την ανασυγκρότηση της Ουκρανίας, ωστόσο το σχέδιο δεν τυγχάνει ευρείας αποδοχής. Οι υπέρμαχοι του μέτρου υποστηρίζουν πως θα προσφέρει ουσιαστική οικονομική υποστήριξη στο Κίεβο, ενώ οι επικριτές προειδοποιούν ότι θα υπονομεύσει το κύρος της κρατικής ασυλίας, θα αποσταθεροποιήσει τις διεθνείς αγορές και θα προκαλέσει ρωσικά αντίμετρα.

 Οι δηλώσεις του Πούτιν υπερθεματίζουν τη δεύτερη άποψη: «Βεβαίως, θα υπάρξουν ολέθριες συνέπειες, επειδή η εμπιστοσύνη στην ευρωζώνη θα καταρρεύσει δραματικά». Επεσήμανε δε ότι η Ρωσία εξετάζει τρόπους αντίδρασης σε ενδεχόμενη δήμευση των περιουσιακών της στοιχείων, χωρίς ωστόσο να ορίσει κάποιο χρονοδιάγραμμα.

Χωρίς χρονοδιάγραμμα κινείται και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, όσον αφορά τον τερματισμό του πολέμου και τη σύναψη συμφωνίας ανάμεσα στις δύο πλευρές, παρόλο που δηλώνει πως αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα. Στις 25 Νοεμβρίου, είπε σε δημοσιογράφους: «Η δική μου προθεσμία είναι να τελειώσει ο πόλεμος. Η Ρωσία έχει πολύ περισσότερους ανθρώπους, πολύ περισσότερους στρατιώτες. Πιστεύω πως αν η Ουκρανία καταφέρει να φτάσει σε μια συμφωνία, θα είναι θετικό – θα είναι καλό και για τους δύο. Ειλικρινά, πιστεύω ότι θα είναι καλό και για τους δύο».

Την ίδια ημέρα, σε ανάρτησή του στο Truth Social, ο Τραμπ σημείωσε: «Ελπίζω να συναντήσω σύντομα τον πρόεδρο Ζελένσκι και τον πρόεδρο Πούτιν, αλλά μόνο όταν η συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου έχει ολοκληρωθεί ή βρίσκεται στο τελικό της στάδιο».

Με τη συμβολή των Victoria Friedman, Ryan Morgan και Tom Ozimek 

Οι ΗΠΑ πιέζουν την Ιαπωνία να διακόψει τις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας

Ο υπουργός Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Σκοτ Μπέσσεντ, δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον αναμένει από την Ιαπωνία να σταματήσει τις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας, επικαλούμενος εν εξελίξει συνομιλίες μεταξύ των δύο κυβερνήσεων.

Ο Μπέσσεντ συναντήθηκε με τον Ιάπωνα υπουργό Οικονομικών, Κατσουνόμπου Κάτο, στις 15 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο της ετήσιας συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Μπέσσεντ ανέφερε ότι οι δύο αξιωματούχοι συζήτησαν βασικά ζητήματα των αμερικανοϊαπωνικών οικονομικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης της στάσης της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στη ρωσική ενέργεια.

«Ο υπουργός Κάτο κι εγώ συζητήσαμε σημαντικά θέματα που αφορούν τη σχέση ΗΠΑ-Ιαπωνίας και την προσδοκία της κυβέρνησης ότι η Ιαπωνία θα σταματήσει να εισάγει ρωσική ενέργεια», δήλωσε ο Μπέσσεντ.

Ο Κάτο απάντησε ότι η Ιαπωνία θα κάνει ό,τι μπορεί, δείχνοντας διάθεση ευελιξίας αλλά χωρίς να δεσμευτεί ρητά.

«Η Ιαπωνία θα κάνει ό,τι μπορεί, με βάση την αρχή του συντονισμού με τις χώρες των G7, ώστε να επιτευχθεί ειρήνη στην Ουκρανία με δίκαιο τρόπο», είπε ο Κάτο.

Για πρώτη φορά από τις αρχές του 2023, η Ιαπωνία εισήγαγε τον Ιούνιο 600.000 βαρέλια αργού πετρελαίου Sakhalin Blend από τη Ρωσία.

Το Sakhalin Blend – ένα μείγμα αργού πετρελαίου και συμπυκνωμένου φυσικού αερίου, παραπροϊόν της παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) – έχει τεθεί υπό κυρώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών είχε χορηγήσει προσωρινή εξαίρεση, επιτρέποντας στην Ιαπωνία, η οποία υπήρξε σημαντικός πελάτης της Ρωσίας, να εισάγει το αργό, ώστε να διασφαλίσει τη σταθερότητα της εθνικής ενεργειακής της τροφοδοσίας.

Η Ιαπωνία είναι ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ενέργειας παγκοσμίως. Πέρυσι, το Τόκυο εισήγαγε ρωσικά ορυκτά καύσιμα αξίας περίπου 3,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων άνθρακα, LNG και διυλισμένων προϊόντων.

Για να ενταθεί η οικονομική πίεση στη Μόσχα, οι G7 συμφώνησαν αυτό τον μήνα να ενισχύσουν τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, λαμβάνοντας μέτρα εναντίον χωρών που εξακολουθούν να εισάγουν ρωσικό πετρέλαιο παρακάμπτοντας τους εμπορικούς περιορισμούς.

Η ρωσική οικονομία βρίσκεται υπό τεράστια πίεση φέτος, με αξιωματούχους να φοβούνται το ενδεχόμενο στασιμοπληθωρισμού – συνδυασμό υψηλού πληθωρισμού, ασθενούς ανάπτυξης και αυξανόμενης ανεργίας. Αυτό οφείλεται εν μέρει στη μείωση των εσόδων από τις εξαγωγές ενέργειας και στις επιθέσεις που δέχονται κρίσιμες υποδομές της.

Οι τιμές του αργού πετρελαίου έχουν πέσει κατά 18% φέτος, με το αμερικανικό σημείο αναφοράς να υποχωρεί κάτω από τα 59 δολάρια το βαρέλι στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (NYMEX).

Ινδία, Κίνα και Τουρκία

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πιέζουν όλο και περισσότερες χώρες να περιορίσουν ή να σταματήσουν τις αγορές ρωσικής ενέργειας, με στόχο την ελαχιστοποίηση των εσόδων του Κρεμλίνου και τη συνεπακόλουθη αδυναμία συντήρησης του πολέμου στην Ουκρανία.

Στις 15 Οκτωβρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι η Ινδία δεν θα αγοράζει πλέον ρωσικό πετρέλαιο.

«Δεν ήμουν καθόλου ευχαριστημένος που η Ινδία αγόραζε πετρέλαιο, και ο [πρωθυπουργός της Ινδίας] Ναρέντρα Μόντι με διαβεβαίωσε σήμερα ότι δεν θα αγοράζουν πλέον πετρέλαιο από τη Ρωσία», είπε ο Τραμπ. «Είναι ένα μεγάλο βήμα».

Ο Αμερικανός πρόεδρος προσέθεσε ότι αυτή θα είναι μία σταδιακή διαδικασία, η οποία όμως δεν θα αργήσει να ολοκληρωθεί. «Ο Μόντι είναι σπουδαίος άνθρωπος· αγαπά τον Τραμπ», συμπλήρωσε.

Ο Τραμπ επέβαλε σημαντικούς δασμούς στην Ινδία το περασμένο καλοκαίρι – αρχικά 25% στις εισαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, λόγω αποτυχίας συμφωνίας, και στη συνέχεια, επιπλέον 25% επειδή η Ινδία συνέχιζε να αγοράζει ρωσικό αργό.

Ωστόσο, ο μεγαλύτερος πελάτης της Ρωσίας παραμένει η Κίνα, που αγοράζει περίπου 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Ανώτεροι αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης έχουν καλέσει το Πεκίνο να σταματήσει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, υποστηρίζοντας ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο συμβάλλουν στη χρηματοδότηση του πολέμου.

«Η Κίνα αγοράζει το 66% της ρωσικής ενέργειας. Αγοράζει το 90% της ιρανικής. Ποιος λοιπόν τροφοδοτεί τη ρωσική πολεμική μηχανή;» παρατήρησε ο Μπέσσεντ σε συνέντευξη Τύπου στις 15 Οκτωβρίου.

Συνεχίζοντας, αποκάλυψε ότι 85 γερουσιαστές είναι έτοιμοι να δώσουν στον Τραμπ την εξουσία να επιβάλει δασμούς έως και 500% στην Κίνα για τις αγορές ρωσικού πετρελαίου.

Η Τουρκία, επίσης σημαντικός πελάτης ρωσικού πετρελαίου, έχει δεχθεί παρόμοιες πιέσεις από τον Λευκό Οίκο.

Κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο Οβάλ Γραφείο τον περασμένο μήνα, ο Τραμπ τον κάλεσε να σταματήσει τις ενεργειακές εισαγωγές από τη Μόσχα.

«Αν το έκανε, θα ήταν το καλύτερο πράγμα», δήλωσε ο Τραμπ στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε τη συνάντησή τους.

Με τη συμβολή της Emel Akan και πληροφορίες από το Reuters 

Η κυβέρνηση Τραμπ εγκρίνει σχέδιο διάσωσης 20 δισ. δολαρίων για την Αργεντινή

Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών οριστικοποίησε οικονομικό σχέδιο διάσωσης ύψους 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την Αργεντινή, όπως ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ στις 9 Οκτωβρίου.

Ο Μπέσσεντ είχε δηλώσει τον προηγούμενο μήνα ότι «όλες οι επιλογές βρίσκονται επί τάπητος» για τη στήριξη της οικονομικής ατζέντας του προέδρου της Αργεντινής, Χαβιέρ Μιλέι, μέσω πολλαπλών εργαλείων σταθεροποίησης. Σε εκτενή ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Αμερικανός αξιωματούχος επιβεβαίωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα τηρήσουν τη δέσμευσή τους, προχωρώντας στην αγορά αργεντίνικων πέσο και στην οριστικοποίηση συμφωνίας ανταλλαγής νομισμάτων ύψους 20 δισ. δολαρίων με την κεντρική τράπεζα της λατινοαμερικανικής χώρας.

Ο Μπέσσεντ ανέφερε ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών είναι έτοιμο να λάβει «άμεσα όποια έκτακτα μέτρα κριθούν αναγκαία για τη σταθεροποίηση των αγορών». Επεσήμανε ακόμη πως η Αργεντινή βρίσκεται σε «στιγμή οξείας έλλειψης ρευστότητας» και ότι η διεθνής κοινότητα στηρίζει ενιαία τη χώρα και τη «συνετή δημοσιονομική στρατηγική» της, αλλά μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τη δυνατότητα να δράσουν γρήγορα — «και θα το πράξουν».

Οι άμεσες αγορές ξένου συναλλάγματος από κυβερνήσεις ή κεντρικές τράπεζες αποτελούν πολιτική που αποσκοπεί στη σταθεροποίηση ή την επιρροή των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Αν και η πρακτική αυτή δεν έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως τα τελευταία χρόνια, ήταν συνηθισμένη τη δεκαετία του 1980, όταν χρησιμοποιήθηκε για να αντιστραφεί η έντονη ανατίμηση του αμερικανικού δολαρίου.

Ο υπουργός απέρριψε τους ισχυρισμούς ότι η παρέμβαση της κυβέρνησης συνιστά διάσωση. Όπως εξήγησε σε συνέντευξή του στο Fox News, δεν πρόκειται για «πακέτο διάσωσης», καθώς «δεν μεταφέρονται χρήματα». Τόνισε ότι το [Ταμείο Σταθεροποίησης Συναλλάγματος] δεν έχει ποτέ υποστεί ζημιές και δεν θα χάσει ούτε τώρα. Υπογράμμισε μάλιστα ότι, ύστερα από σαράντα χρόνια εμπειρίας στις αγορές, γνωρίζει πως «αγοράζεις όταν είναι χαμηλά και πουλάς όταν ανεβαίνουν», σημειώνοντας πως το αργεντίνικο πέσο είναι υποτιμημένο.

Ο υπουργός Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Σκοτ Μπέσσεντ, σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Ουάσιγκτον, 26 Αυγούστου 2025. (Chip Somodevilla/Getty Images)

 

Η ανακοίνωση έγινε μετά από τετραήμερες συνομιλίες με Αργεντινούς αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων και τον υπουργό Οικονομικών Λουίς Καπούτο.

Η αντίδραση των αγορών

Οι τοπικές χρηματαγορές ενισχύθηκαν μετά την είδηση. Ο δείκτης S&P MERVAL, βασικός χρηματιστηριακός δείκτης της Αργεντινής, κατέγραψε άνοδο 5,8%, ενώ το Global X MSCI Argentina ETF, που παρακολουθεί μεγάλες και μεσαίες εταιρείες της χώρας, ενισχύθηκε κατά 6,47% και κέρδισε επιπλέον 0,8% στις μετασυνεδριακές συναλλαγές.

Το ομόλογο της Αργεντινής, λήξης 2035, αυξήθηκε κατά 4,6 σεντ, φτάνοντας τα 60,58 σεντ στο δολάριο, ενώ το πέσο ενισχύθηκε έως και 2% έναντι του αμερικανικού νομίσματος.

Ο πρόεδρος Μιλέι, ο οποίος αναμένεται να συναντηθεί με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Μπέσσεντ την επόμενη εβδομάδα στον Λευκό Οίκο, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του για τη στήριξη των ΗΠΑ, δηλώνοντας ότι οι δύο χώρες, «ως οι στενότεροι σύμμαχοι», θα εργαστούν για τη δημιουργία «οικονομικής ελευθερίας και ευημερίας» και θα προσπαθήσουν καθημερινά «να προσφέρουν ευκαιρίες στους λαούς τους».

Η διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, συνεχάρη επίσης τις κυβερνήσεις Ουάσιγκτον και Μπουένος Άιρες για τη συμφωνία, υπογραμμίζοντας ότι το ΔΝΤ «στηρίζει πλήρως το ισχυρό οικονομικό πρόγραμμα της χώρας, το οποίο βασίζεται στη δημοσιονομική πειθαρχία και σε ένα σταθερό καθεστώς συναλλαγματικής πολιτικής που θα διευκολύνει τη συσσώρευση αποθεμάτων».

Την περασμένη άνοιξη, το ΔΝΤ είχε εγκρίνει νέο δάνειο 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη σταθεροποίηση της οικονομίας της Αργεντινής. Οι βασικοί όροι της συμφωνίας προβλέπουν χαλάρωση των ελέγχων κεφαλαίων, εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Οικονομικό στήριγμα εν όψει των εκλογών

Το οικονομικό στήριγμα αποσκοπεί στο να προσφέρει στον Μιλέι και το κόμμα του, La Libertad Avanza, χρόνο και πολιτική ανάσα εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Οκτωβρίου. Ύστερα από την ήττα του κόμματός του στις εκλογές της επαρχίας του Μπουένος Άιρες τον Σεπτέμβριο, έναντι της αριστερής συμμαχίας Περονιστών–Κίρσνερ, οι αργεντίνικες αγορές βυθίστηκαν στο χάος. Θεσμικοί επενδυτές εξέφρασαν φόβους ότι η θέση του προέδρου θα αποδυναμωθεί και ότι δεν θα μπορέσει να εφαρμόσει το σύνολο των οικονομικών του μεταρρυθμίσεων. Οι μετοχές κατέρρευσαν, το πέσο υποχώρησε και οι τιμές των ομολόγων βούτηξαν, επιφέροντας την παρέμβαση της κυβέρνησης Τραμπ.

Όπως είχε δηλώσει ο Μπέσσεντ σε παλαιότερη συνέντευξή του στο Fox Business, το σχέδιο αυτό αποσκοπεί στο να στηρίξει τον Μιλέι «όσο συνεχίζει τις ισχυρές οικονομικές του πολιτικές, ώστε να γεφυρωθεί η περίοδος έως τις εκλογές». Είχε τονίσει ότι η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να επιτρέψει «μια ανισορροπία στις αγορές να ανακόψει τις ουσιαστικές του μεταρρυθμίσεις».

Την ίδια ώρα, αρκετοί Αμερικανοί νομοθέτες, μεταξύ τους και η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν (D-Mass.), επέκριναν το σχέδιο. Σε επιστολή της προς τον Μπέσσεντ στις 23 Σεπτεμβρίου, η Γουόρεν τόνισε ότι σε μια περίοδο όπου «οι Αμερικανοί δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν στο κόστος των βασικών αγαθών, του ενοικίου, των πιστωτικών καρτών και άλλων υποχρεώσεων», είναι «βαθιά ανησυχητικό» το γεγονός ότι ο πρόεδρος σκοπεύει να χρησιμοποιήσει «σημαντικά έκτακτα κεφάλαια για να ενισχύσει την αξία του νομίσματος μιας ξένης κυβέρνησης και να στηρίξει τις αγορές της».

Οι βουλευτικές εκλογές στην Αργεντινή έχουν προγραμματιστεί για τις 26 Οκτωβρίου. Θα ανανεωθεί η μισή Βουλή των Αντιπροσώπων (127 έδρες) και το ένα τρίτο της Γερουσίας (24 έδρες). Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το κόμμα του Μιλέι, La Libertad Avanza, κερδίζει έδαφος, ενώ το μπλοκ των Περονιστών–Κίρσνερ εμφανίζει κάμψη.

Με πληροφορίες από το Reuters

Η αντοχή και οι προοπτικές της ρωσικής οικονομίας

Μέχρι τώρα, η ρωσική οικονομία δείχνει να έχει αντέξει τις αρχικές κυρώσεις που επέβαλε η Δύση, ωστόσο τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η οικονομία της ίσως έχει αρχίσει να δοκιμάζεται, με τις εξαγωγές πετρελαίου που τη στηρίζουν να εμφανίζουν σημάδια κλονισμού.

Σε κοινή συνέντευξη Τύπου με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον Λευκό Οίκο, στις 25 Σεπτεμβρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είπε σε δημοσιογράφους ότι ήρθε η ώρα να αρχίσουν να εφαρμόζονται σκληρότερες οικονομικές πιέσεις στη Ρωσία.

«Η οικονομία [της Ρωσίας] είναι σε κακή κατάσταση αυτή τη στιγμή», είπε ο Τραμπ. «Και πιστεύω ότι είναι ντροπή αυτό που κάνουν, σκοτώνοντας πολλούς ανθρώπους χωρίς λόγο· 7.818 άνθρωποι σκοτώθηκαν την περασμένη εβδομάδα, κυρίως στρατιώτες».

Στις αρχές του μήνα, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσσεντ δήλωσε ότι είναι ένας αγώνα δρόμου ανάμεσα στο πόσο θα αντέξει ο ουκρανικός στρατός και στο πόσο θα αντέξει η ρωσική οικονομία.

Η απώλεια του «μαύρου χρυσού»

Ένα από τα προϊόντα που στηρίζουν θεμελιωδώς τη ρωσική οικονομία τα τελευταία χρόνια είναι η ενέργεια. Οι εξαγωγές ενέργειας αποτελούν τη βάση των δημοσιονομικών της εσόδων, αποφέροντας περισσότερα από 1 τρισεκατομμύριο δολάρια από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, σύμφωνα με στοιχεία της Statista.

Για φέτος, η Μόσχα προβλέπει ότι οι εξαγωγές ενέργειας θα αντιστοιχούν περίπου στο ένα τρίτο των εσόδων, συνολικά πάνω από 200 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ο συνδυασμός των δυτικών κυρώσεων και της πτώσης των παγκόσμιων τιμών ενέργειας – η τιμή του πετρελαίου Brent έχει μειωθεί κατά περίπου 7% φέτος, στα 69 δολάρια το βαρέλι – έχει ανοίξει σημαντικές «τρύπες» στον προϋπολογισμό του Κρεμλίνου. Το ομοσπονδιακό έλλειμμα έφτασε τα 60 δισεκατομμύρια δολάρια τους πρώτους επτά μήνες του 2025.

Οι αξιωματούχοι έχουν συζητήσει διάφορα μέτρα για την ενίσχυση των κρατικών οικονομικών, μεταξύ των οποίων περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων. Στις 24 Σεπτεμβρίου, το ρωσικό υπουργείο Οικονομικών πρότεινε να αυξηθεί ο ΦΠΑ κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες, στο 22%, από την επόμενη χρονιά. Υπολογίζει ότι η αύξηση θα αποφέρει 15,5 δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον έσοδα, τα οποία θα διατεθούν στην εκστρατεία στην Ουκρανία.

Αν και ο Τραμπ δεν έχει μπλοκάρει τις πωλήσεις αργού πετρελαίου, κάλεσε τις χώρες του ΝΑΤΟ να σταματήσουν να αγοράζουν ρωσικά πετρελαϊκά προϊόντα.

Σε ανάρτηση της 13ης Σεπτεμβρίου, τόνισε ότι η αγορά ρωσικού πετρελαίου «αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση έναντι της Ρωσίας», πρότεινε δε την επιβολή δασμών 50-100% στην Κίνα, που θα αποσυρθούν μετά τη λήξη του πολέμου στην Ουκρανία.

Παρά τις διεθνείς προσπάθειες μείωσης της εξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει από τους μεγαλύτερους πελάτες της Ρωσίας, ακόμη και χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου, για υγροποιημένο φυσικό αέριο και αέριο μέσω αγωγών. Σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Έρευνας για την Ενέργεια και τον Καθαρό Αέρα (Center for Research on Energy and Clean Air), η ΕΕ παρέχει περίπου το μισό των εσόδων της Ρωσίας από LNG, ενώ προμηθεύεται το 35% του αερίου αγωγών, περισσότερο από την Κίνα (30%) και την Τουρκία (28%).

Τον Αύγουστο, η Ουγγαρία ήταν ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ρωσικών ορυκτών καυσίμων στην ΕΕ, με αγορές 416 εκατομμυρίων ευρώ σε αργό πετρέλαιο και αέριο αγωγών. Ακολουθούσαν η Σλοβακία (276 εκατ. ευρώ), η Γαλλία (157 εκατ. ευρώ), η Ολλανδία (65 εκατ. ευρώ) και το Βέλγιο (64 εκατ. ευρώ).

Το καλοκαίρι, ο Τραμπ πρότεινε δευτερεύοντες δασμούς για να μειωθεί η ροή μετρητών της Ρωσίας που χρηματοδοτεί τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία. Επέβαλε επιπλέον 25% δασμούς στην Ινδία για τις αγορές ρωσικής ενέργειας, ανεβάζοντας το σύνολο των αμερικανικών δασμών στα ινδικά εισαγώμενα προϊόντα στο 50%.

Σύμφωνα με τον αναλυτή Μαρκ Τέμνιτσκι σε δήλωσή του στην εφημερίδα The Epoch Times, τέτοιες στρατηγικές «θα εμβάθυναν τις απώλειες εσόδων της Ρωσίας», θα μείωναν την ικανότητά της να χρηματοδοτεί την εισβολή στην Ουκρανία και θα την οδηγούσαν βαθύτερα σε ύφεση.

Η κατάσταση της ρωσικής οικονομίας

Η ρωσική οικονομία έχει επιβραδυνθεί απότομα φέτος, οδηγώντας την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας να προχωρήσει νωρίτερα αυτόν τον μήνα σε μείωση επιτοκίων κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, στο 17%.

Οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής δηλώνουν ότι θα διατηρήσουν αυστηρή στάση το 2026 για να αντιμετωπίσουν τις πληθωριστικές πιέσεις. Η τράπεζα προβλέπει ότι ο ετήσιος πληθωρισμός θα μειωθεί στο 6-7% και θα επιστρέψει στο 4% την επόμενη χρονιά.

Τον Αύγουστο, ο ετήσιος πληθωρισμός υποχώρησε στο 8,1% από 8,8% τον προηγούμενο μήνα.

Η μείωση επιτοκίων ήταν μέρος μιας «προσεκτικά βαθμονομημένης» στρατηγικής, όπως την περιέγραψε η διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας Ελβίρα Ναμπιουλίνα, για την υποστήριξη ισορροπημένης ανάπτυξης και τη μείωση του πληθωρισμού.

Η κατάσταση της ρωσικής οικονομίας έχει επιδεινωθεί τους τελευταίους μήνες, λόγω συνδυασμού δημοσιονομικών, γεωπολιτικών και δομικών προκλήσεων. Η στατιστική υπηρεσία Rosstat ανέφερε ότι το δεύτερο τρίμηνο του 2025 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,1%, έναντι 4% την ίδια περίοδο πέρυσι.

Ως αποτέλεσμα, το υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης της Ρωσίας υποβάθμισε την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη του ΑΕΠ το 2025 στο 1,5%, από 2,5% προηγουμένως. Για το 2026, η πρόβλεψη μειώθηκε στο 1,3% από 2,4%. Αυτό ήταν σε γενικές γραμμές σύμφωνο με την εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Στην επικαιροποίηση του Ιουλίου, το ΔΝΤ μείωσε την πρόβλεψη για το 2025 στο 0,9% από 1,5%, ενώ διατήρησε την εκτίμηση του 2026 στο 1%.

Η απαισιόδοξη εικόνα δεν είναι έκπληξη, δεδομένων των πρόσφατων οικονομικών στοιχείων. Ο δείκτης PMI της S&P Global για τη μεταποίηση στη Ρωσία έδειξε ότι η βιομηχανική δραστηριότητα συρρικνώθηκε για τρίτο συνεχόμενο μήνα τον Αύγουστο, λόγω πτώσης παραγωγής, λιγότερων νέων παραγγελιών και αυξανόμενων πιέσεων στο κόστος.

Αντλία εξόρυξης που ανήκει στην εταιρεία Bashneft, κοντά στο χωριό Νικολό-Μπερεζόβκα, βορειοδυτικά της Ούφα, στο Μπασκορτοστάν. Ρωσία, 28 Ιανουαρίου 2015. (Sergei Karpukhin/Reuters)

 

Τα τελευταία δύο χρόνια, η ρωσική οικονομία «βρίσκεται υπό συνεχή πίεση», δήλωσε ο Τέμνιτσκι.

Η βιομηχανική παραγωγή έχει πληγεί από τη στρατιωτική επιστράτευση και τις διαταραχές που συνδέονται με τον πόλεμο. Οι δαπάνες του Κρεμλίνου για τον πόλεμο έχουν αυξήσει τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Η υποτίμηση του ρουβλίου και τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν μειώσει το βιοτικό επίπεδο και την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.

Αν και η Μόσχα διατηρεί την οικονομία «εν ζωή» δίνοντας έμφαση στη στρατιωτική παραγωγή, οι συνθήκες παραμένουν αναιμικές, σύμφωνα με τον Τέμνιτσκι. «Η ανάπτυξη παραμένει στάσιμη και οι δείκτες δείχνουν επικείμενη ύφεση. Οι κυρώσεις συνεχίζουν να εμποδίζουν την πρόσβαση της Ρωσίας σε προηγμένη τεχνολογία και αγορές εκτός φιλικών χωρών», είπε.

Ο Ρώσος υπουργός Οικονομικής Ανάπτυξης Μαξίμ Ρεσέτνικοφ προειδοποίησε τον Ιούνιο, στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης, ότι η χώρα βρίσκεται «στο χείλος ύφεσης».

Με πληροφορίες από το Reuters

Νέα αναστολή στην εφαρμογή των δασμών στις κινεζικές εισαγωγές στις ΗΠΑ αναγγέλλει ο Τραμπ

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να παρατείνει για 90 ημέρες ακόμη την αποκλιμάκωση στο μέτωπο των τελωνειακών δασμών που έχει ανοίξει με την Κίνα, μερικές ώρες προτού θεωρητικά τελειώσει η ανακωχή στο πεδίο αυτό ανάμεσα στις δυο δυνάμεις, τις μεγαλύτερες οικονομίες στον πλανήτη.

Η απόφασή του αυτή προκύπτει εν μέρει από τη διήμερη συνάντηση στη Στοκχόλμη στα τέλη Ιουλίου μεταξύ των δύο κυρίαρχων οικονομιών, κατά την οποία και οι δύο πλευρές εξέφρασαν την ιδέα της παράτασης της συμφωνίας, ώστε να καταστεί δυνατή η συνέχιση των συνομιλιών.

Στις 11 Αυγούστου, λίγο πριν την υπογραφή του διατάγματος με το οποίο επικύρωσε τη νέα τρίμηνη αναστολή, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου ιδιαίτερα ικανοποιημένος από τις εμπορικές σχέσεις της χώρας του με την Κίνα, αναφερόμενους στους δασμούς που έχουν ήδη τεθεί σε ισχύ. Οι αμερικανικοί δασμοί στα κινεζικά προϊόντα ανέρχονται στο 30%, ενώ οι κινεζικοί στις αμερικανικές εισαγωγές στο 10%,  ποσοστά που διαμορφώθηκαν μετά από μία μακρά περίοδο αντιπαράθεσης, με τους επαπειλούμενους δασμούς να φτάνουν μέχρι και το 145% από την αμερικανική πλευρά και το 125% από την κινεζική.

Η νέα παράταση μέχρι τον Νοέμβριο επιτρέπει δυνητικά και μια συνάντηση μεταξύ των δύο ηγετών, αν και ο Τραμπ δηλώνει ότι δεν επιδιώκει κάτι τέτοιο.

«Μπορεί να πάω στην Κίνα, αλλά μόνο κατόπιν πρόσκλησης του Προέδρου Σι, η οποία έχει ήδη εκδοθεί. Διαφορετικά, δεν έχω κανένα ενδιαφέρον!» δήλωσε σε ανάρτησή του στο Truth Social, στις 28 Ιουλίου.

Αυτό συνέβη λίγο αφότου επιβεβαιώθηκε ότι οι εταιρείες Advanced Micro Devices (AMD) και Nvidia θα επιβαρύνονται με τέλος 15% επί των εσόδων από τις πωλήσεις τσιπ τεχνητής νοημοσύνης (TN) στην Κίνα. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να εισπράξει περίπου 2,2 δισεκατομμύρια δολάρια από τις πωλήσεις. Η ανακοίνωση δεν συνέβαλε στην άνοδο των αμερικανικών μετοχών, καθώς οι κύριοι δείκτες αναφοράς παρέμειναν στο κόκκινο. Ο δείκτης blue-chip Dow Jones Industrial Average υποχώρησε 0,4%, ενώ ο δείκτης Nasdaq Composite Index, με μεγάλη συμμετοχή εταιρειών τεχνολογίας, και ο ευρύτερος δείκτης S&P 500 υποχώρησαν 0,1%.

Σόγια

Ένας άλλος κρίσιμος τομέας οικονομικών συναλλαγών μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας είναι η σόγια, όπως φάνηκε και από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις της Α΄Φάσης, κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social στις 10 Αυγούστου, ο πρόεδρος δήλωσε ότι ελπίζει το Πεκίνο να αυξήσει τις αγορές σόγιας από τις ΗΠΑ:

«Η Κίνα ανησυχεί για την έλλειψη σόγιας. Οι εξαιρετικοί αγρότες μας παράγουν την πιο ανθεκτική σόγια. Ελπίζω η Κίνα να τετραπλασιάσει γρήγορα τις παραγγελίες σόγιας. Αυτός είναι επίσης ένας τρόπος για να μειωθεί σημαντικά το εμπορικό έλλειμμα της Κίνας με τις ΗΠΑ. Θα παρέχεται γρήγορη εξυπηρέτηση.»

Το Πεκίνο, στο πλαίσιο μιας βασικής διάταξης της εμπορικής συμφωνίας του 2020, δεσμεύτηκε να αγοράσει αμερικανικά γεωργικά προϊόντα αξίας 32 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε διάστημα δύο ετών, συμπεριλαμβανομένων τεράστιων ποσοτήτων σόγιας. Αν και η συμφωνία δεν προσδιόριζε την ακριβή ποσότητα σόγιας, Αμερικανοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι οι αγορές της Κίνας δεν άγγιξαν τους ευρύτερους στόχους.

Συγκομιδή σόγιας σε αγρόκτημα της Βόρειας Καρολίνας. ΗΠΑ, 29 Νοεμβρίου 2018. (Charles Mostoller/Reuters)

 

Αν και ο μεγαλύτερος αγοραστής της αμερικανικής σόγιας (η Κίνα αγόρασε 12,64 δισεκατομμύρια δολάρια από τις Ηνωμένες Πολιτείες πέρυσι), οι αγορές της  έχουν μειωθεί από το 2022, σύμφωνα με το υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Μεξικό είναι ο δεύτερος και τρίτος μεγαλύτερος εισαγωγέας, με συνολικά 2,45 δισεκατομμύρια δολάρια και 2,3 δισεκατομμύρια δολάρια, αντιστοίχως.

Γενικότερα, η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας σόγιας στον κόσμο, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν τα δύο τρίτα των παγκόσμιων εισαγωγών, σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Έρευνας για την Πολιτική Τροφίμων.

Μετά την ανάρτηση του προέδρου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 11 Αυγούστου, οι τιμές της σόγιας σημείωσαν άνοδο: τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης της σόγιας για τον Νοέμβριο κατά 2,3%, ή 0,2275 δολάρια, στα 10,1025 δολάρια ανά μπούσελ στο Χρηματιστήριο Σικάγου.

Τι δηλώνει ο Λευκός Οίκος

Οι επιθετικές εμπορικές διαπραγματεύσεις των ΗΠΑ στοχεύουν στην αλλαγή της παγκόσμιας οικονομικής δυναμικής. Ο Τραμπ και η ομάδα του προσπαθούν να ξαναφέρουν τις Ηνωμένες Πολιτείες στην πρωθύστερη ηγετική τους θέση του κορυφαίου κατασκευαστή, ενθαρρύνοντας παράλληλα την Κίνα να μεταβεί από μια κυρίαρχη εξαγωγική οικονομία σε μια οικονομία που βασίζεται περισσότερο στην κατανάλωση.

Σύμφωνα με το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ, το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την Κίνα ανήλθε στα 295,5 δισεκατομμύρια δολάρια πέρυσι, σημειώνοντας αύξηση 5,7% σε σχέση με το 2023. Τα νέα στοιχεία του Γραφείου Οικονομικής Ανάλυσης δείχνουν ότι το εμπορικό έλλειμμα μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας μειώθηκε σε 9,4 δισεκατομμύρια δολάρια τον Ιούνιο, από 13,94 δισεκατομμύρια δολάρια τον Μάιο.

Τον περασμένο μήνα, μια αμερικανική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ και τον εμπορικό εκπρόσωπο Τζέημσον Γκρηρ συναντήθηκε με τους Κινέζους ομολόγους τους στη Στοκχόλμη για δύο ημέρες. Σε συνέντευξη Τύπου μετά τη συνάντηση, οι Μπέσσεντ και Γκρηρ ανέφεραν ότι εξετάζεται η δυνατότητα νέας παράτασης 90 ημερών και ότι η τελική απόφαση θα ληφθεί από τον πρόεδρο.

Από την πλευρά του, ο Μπέσσεντ δήλωσε αισιόδοξος: «Πιστεύω ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια συμφωνία. Υπάρχουν ακόμα μερικές τεχνικές λεπτομέρειες που πρέπει να διευθετηθούν από την κινεζική πλευρά. […] Πιστεύω ότι θα γίνει, αλλά δεν είναι 100% σίγουρο», παρατήρησε σε συνέντευξή του στο πρόγραμμα «Squawk Box» του CNBC, στις 31 Ιουλίου.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να επιβληθούν πρόσθετοι δασμοί στην Κίνα.

«Μπορεί να συμβεί […] Δεν μπορώ να σας πω ακόμα», δήλωσε ο Τραμπ στους δημοσιογράφους σε συνέντευξη Τύπου στις 6 Αυγούστου. «Το κάναμε με την Ινδία. Πιθανόν να το κάνουμε και με μερικές άλλες χώρες. Μία από αυτές μπορεί να είναι η Κίνα».

Συγκεκριμένα για τους δασμούς επί των ινδικών εισαγωγών, προσαυξήθηκαν κατά 25%, φθάνοντας συνολικά το 50%, με αιτιολόγηση της αύξησης τη στάση της Ινδίας απέναντι στο ρωσικό πετρέλαιο. Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, οι ογκώδεις ποσότητες που προμηθεύεται η χώρα από τη Ρωσία συμβάλλουν στην παράταση του πολέμου στην Ουκρανία, αφού παρέχουν ζωτική οικονομική στήριξη στη Μόσχα.

Σύμφωνα με το Yale Budget Lab, στις 7 Αυγούστου, ο τρέχων συνολικός μέσος πραγματικός δασμολογικός συντελεστής ήταν 18,6%, ο υψηλότερος από το 1933. Τα πρόσφατα στοιχεία της Daily Treasury Statement αποκαλύπτουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει αποκομίσει περισσότερα από 154 δισεκατομμύρια δολάρια από δασμούς κατά το τρέχον οικονομικό έτος.

 

Η Ινδία υπό πίεση για τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου

Η Ινδία ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με μια δύσκολη επιλογή ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία, καθώς η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αυξάνει την πίεση για τον περιορισμό των ενεργειακών της σχέσεων με τη Μόσχα.

Με εκτελεστικό διάταγμα της 6ης Αυγούστου, ο Αμερικανός πρόεδρος αύξησε τους τελωνειακούς δασμούς σε ινδικά προϊόντα που εισάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες στο 50%. Ο Λευκός Οίκος αιτιολόγησε την απόφαση επικαλούμενος τη συνέχιση των εισαγωγών ρωσικού αργού πετρελαίου από την Ινδία, υποστηρίζοντας ότι συμβάλλουν στη χρηματοδότηση της ρωσικής στρατιωτικής δραστηριότητας στην Ανατολική Ευρώπη.

Παρότι το Νέο Δελχί έχει εκφράσει την αντίθεσή του στις νέες δασμολογικές επιβαρύνσεις, η Ουάσιγκτον επιμένει ότι η ενεργειακή συνεργασία Ινδίας-Ρωσίας ενισχύει τη ρωσική οικονομία και δυσχεραίνει τις προσπάθειες επίλυσης της σύρραξης στην Ουκρανία.

Σε τηλεοπτική του συνέντευξη στο CNBC, στις 5 Αυγούστου, ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ινδικές αγορές ρωσικού πετρελαίου «τροφοδοτούν την πολεμική μηχανή» της Μόσχας. Οικονομολόγοι της ING σχολίασαν την ίδια ημέρα ότι δεν είναι σαφές εάν ο απώτερος στόχος των ΗΠΑ είναι η επιβολή δευτερογενών κυρώσεων στην Ινδία ή εάν πρόκειται για μοχλό πίεσης ώστε η χώρα να ανοίξει την αγορά της σε αμερικανικά γεωργικά προϊόντα ή να δεσμευτεί για εισαγωγές ενέργειας από τις ΗΠΑ.

Ενίσχυση εμπορικών σχέσεων Ινδίας–Ρωσίας

Η Ινδία έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Ρωσίας, με το διμερές εμπόριο να προσεγγίζει τα 69 δισ. δολάρια ετησίως. Η ραγδαία αύξηση αποδίδεται κυρίως στις ενεργειακές συναλλαγές: από περίπου 1 δισ. δολάρια ετησίως πριν την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι ινδικές εισαγωγές ρωσικού αργού ανήλθαν σε 25,5 δισ. δολάρια το 2022, 48,6 δισ. το 2023 και 52,7 δισ. το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία της βάσης δεδομένων Comtrade των Ηνωμένων Εθνών.

Επιπλέον, η Ινδία απορροφά το 19% των ρωσικών εξαγωγών άνθρακα από τον Δεκέμβριο του 2022, ενώ εκτιμήσεις του ινδικού ινστιτούτου Observer Research Foundation αναφέρουν ότι το Νέο Δελχί καλύπτει πάνω από το ένα τρίτο των εξαγωγών ρωσικού πετρελαίου, δεύτερο μετά από την Κίνα, η οποία εισάγει περίπου το 50%.

Μόνο στο πρώτο εξάμηνο του 2025, οι ινδικές εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στα 1,75 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.

Διυλιστήριο της Gazprom Neft στο Ομσκ. Ρωσία, 10 Φεβρουαρίου 2020. (Alexey Malgavko/Reuters)

 

Η επιβολή πλαφόν τιμής στα 60 δολάρια ανά βαρέλι από την Ομάδα των Επτά (G7) και την Ευρωπαϊκή Ένωση επέτρεψε σε χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο με έκπτωση. Ωστόσο, καθώς οι διεθνείς αγορές πετρελαίου έχουν σταθεροποιηθεί, το όφελος για την Ινδία έχει περιοριστεί. Η τιμή του Brent – διεθνές σημείο αναφοράς για το πετρέλαιο – διαμορφώνεται σήμερα στα περίπου 68 δολάρια ανά βαρέλι στο ICE Futures του Λονδίνου, καταγράφοντας πτώση 9% από τις αρχές του έτους.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η G7 και η ΕΕ εξετάζουν την πιθανότητα περαιτέρω μείωσης του πλαφόν, ώστε να ενταθεί η πίεση στη Μόσχα.

Η ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας

Η Ινδία καλύπτει σχεδόν το σύνολο των ενεργειακών της αναγκών μέσω εισαγωγών. Η διαχρονική στρατηγική της εξωτερικής της πολιτικής έχει στηριχθεί στην ισορροπία σχέσεων με τις μεγάλες δυνάμεις – ΗΠΑ και Κίνα – χωρίς δέσμευση σε συμμαχίες.

Καθώς το πλαφόν της G7 δεν συνιστά καθολική απαγόρευση, χώρες που δεν συμμετέχουν – όπως η Ινδία – δεν υποχρεούνται να σταματήσουν τις αγορές ρωσικού πετρελαίου.

Ινδοί αξιωματούχοι τόνισαν πως οι αυξημένες αγορές από τη Ρωσία κατέστησαν αναγκαίες όταν οι προμήθειες από παραδοσιακούς προμηθευτές διοχετεύθηκαν στην Ευρώπη. Εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Ινδίας ανέφερε στις 5 Αυγούστου ότι η χώρα αναγκάστηκε να στραφεί στη ρωσική αγορά για να εξασφαλίσει επαρκή και οικονομικά προσιτή ενέργεια για τον πληθυσμό της, ο οποίος ανέρχεται σε 1,46 δισεκατομμύρια.

Παρά τη σταθεροποίηση των τιμών του πετρελαίου κάτω από τα προπολεμικά επίπεδα, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η Ινδία δεν έχει μειώσει τη ζήτηση για ρωσική ενέργεια. Σύμφωνα με ανάλυση του Observer Research Foundation, ινδικά διυλιστήρια έχουν αυξήσει τις εισαγωγές ρωσικού αργού, χωρίς ενδείξεις ανησυχίας από την πολιτική ηγεσία.

Οι ΗΠΑ έχουν κατηγορήσει την Ινδία για μεταπώληση ρωσικού πετρελαίου στη διεθνή αγορά, αποκομίζοντας κέρδη και ενισχύοντας έμμεσα τη ρωσική οικονομία. Στο εκτελεστικό διάταγμα της 6ης Αυγούστου αναφέρεται ότι η Ινδία, μέσω της μεταπώλησης, «επιτρέπει επιπλέον χρηματοδότηση της επιθετικότητας της Ρωσικής Ομοσπονδίας».

Εμπόριο με ΗΠΑ και Ρωσία

Οι εμπορικοί δεσμοί Ινδίας–Ρωσίας είχαν αρχίσει να ενισχύονται ήδη πριν τον πόλεμο. Τον Δεκέμβριο του 2021, οι πρόεδροι Πούτιν και Μόντι υπέγραψαν σειρά συμφωνιών σε τομείς όπως το εμπόριο και η άμυνα. Τον Ιούλιο του 2024 ακολούθησαν εννέα ακόμη συμφωνίες, που κάλυπταν από την έρευνα έως την κλιματική πολιτική.

Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν κομβικής σημασίας για την ινδική οικονομία. Ο διμερής όγκος εμπορίου ΗΠΑ–Ινδίας ανήλθε σε περίπου 212 δισ. δολάρια, με την Ινδία να διατηρεί πλεόνασμα. Ο Τραμπ έχει κατ’ επανάληψη επικρίνει τους ινδικούς δασμούς, χαρακτηρίζοντάς τους «υπερβολικούς» και «ενοχλητικούς».

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social την περασμένη εβδομάδα, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι «δεν έχουμε κάνει ουσιαστικό εμπόριο με την Ινδία – οι δασμοί τους είναι εξαιρετικά υψηλοί, από τους υψηλότερους παγκοσμίως».

Σύμφωνα με το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ, το εμπορικό έλλειμμα αγαθών με την Ινδία ανήλθε σε σχεδόν 46 δισ. δολάρια το 2024, αυξημένο κατά 5,9% σε σχέση με το 2023.

Η Ντιπάλι Μπαρκάβα, επικεφαλής ανάλυσης για την Ασία και τον Ειρηνικό στην ING, εκτίμησε ότι οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ αντιστοιχούν περίπου στο 18% του συνόλου των ινδικών εξαγωγών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τη Ρωσία δεν ξεπερνά το 1%. Όπως σημείωσε σε ανάλυσή της, στις 6 Αυγούστου, το αυξημένο δασμολογικό καθεστώς «θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά την ανάπτυξη του ΑΕΠ».

Στο δεύτερο τρίμηνο του 2025, η ανάπτυξη του ινδικού ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 7,4%, από 6,4% στο πρώτο τρίμηνο. Οι πρώιμες εκτιμήσεις δείχνουν ότι η τάση θα συνεχιστεί και το τρίτο τρίμηνο.

Η Μπαρκάβα εκτίμησε ότι οι δύο χώρες θα συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η Ινδία να μειώσει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου με αντάλλαγμα χαμηλότερους δασμούς. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η επενδυτική εμπιστοσύνη προς την Ινδία, εσωτερικά και διεθνώς, ενδέχεται να αποδυναμωθεί, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει την Κεντρική Τράπεζα της Ινδίας σε μείωση των επιτοκίων πριν το τέλος του έτους.

Η εφημερίδα The Epoch Times έχει ζητήσει επίσημο σχόλιο από την ινδική κυβέρνηση.

Σε ισχύ οι νέοι δασμοί των ΗΠΑ

Σε ισχύ τέθηκαν από τα μεσάνυχτα της 7ης Αυγούστου οι νέοι δασμοί που αποφάσισε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εις βάρος δεκάδων χωρών, στο πλαίσιο του αναθεωρημένου εμπορικού του δόγματος. Η εφαρμογή του μέτρου είχε αρχικά οριστεί για την 1η Αυγούστου, ωστόσο αναβλήθηκε κατά μία εβδομάδα, προκειμένου να οριστικοποιηθεί το σχετικό ρυθμιστικό πλαίσιο.

Βάσει της σχετικής προεδρικής εντολής, σχεδόν 70 εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ θα αντιμετωπίζουν δασμούς που θα κυμαίνονται από 10% έως 41%. Εξαίρεση αποτελούν προϊόντα που είχαν ήδη αποσταλεί προς αμερικανικά λιμάνια πριν από την ημερομηνία εφαρμογής και θα εισέλθουν στη χώρα για κατανάλωση έως τις 5 Οκτωβρίου.

Ιδιαίτερη πρόβλεψη υπάρχει για τα προϊόντα διαμετακόμισης, δηλαδή αγαθά που παράγονται σε μία χώρα και επαναδρομολογούνται μέσω τρίτης χώρας για να αποφύγουν δασμούς. Για αυτά προβλέπεται επιβάρυνση εισαγωγής 40% καθώς και επιπλέον πρόστιμα, σύμφωνα με το διάταγμα.

Η εντολή του Τραμπ καθιερώνει και επισήμως τους λεγόμενους «ανταποδοτικούς δασμούς», που είχε εξαγγείλει τέσσερις μήνες νωρίτερα, αλλά ήταν σε αναστολή 90 ημερών για την προώθηση διαπραγματεύσεων. Σε αυτό το διάστημα, ο Λευκός Οίκος απέστειλε επιστολές σε πολλούς ξένους ηγέτες – οι οποίες δημοσιεύθηκαν και στην πλατφόρμα Truth Social – ενώ έχει συνάψει νέες εμπορικές συμφωνίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα.

Αναφερόμενος στις ανησυχίες για τις επιπτώσεις στην επιχειρηματική δραστηριότητα και τις παγκόσμιες εμπορικές ροές, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, υποστήριξε σε συνέντευξή του στο CNBC στις 29 Ιουλίου ότι δεν πρόκειται για «το τέλος του κόσμου». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι προσωρινοί αυτοί δασμοί θα μπορούσαν να διατηρηθούν για «λίγες ημέρες ή εβδομάδες», εφόσον οι εμπλεκόμενες χώρες διαπραγματεύονται καλή τη πίστει.

Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος Εμπορίου των ΗΠΑ, Τζέημσον Γκρηρ, δήλωσε στις 3 Αυγούστου στο δίκτυο CBS ότι οι τρέχοντες δασμοί «είναι σε μεγάλο βαθμό οριστικοί» και δεν αναμένεται να μειωθούν σύντομα. Ωστόσο, ανέφερε ότι οι ξένες κυβερνήσεις μπορούν ακόμη να επικοινωνήσουν με την Ουάσιγκτον και να επιδιώξουν καλύτερες συμφωνίες. Κατά την άποψή του, «ο κόσμος βλέπει πλέον καθαρά τα βασικά χαρακτηριστικά της δασμολογικής πολιτικής του προέδρου».

Σύμφωνα με στοιχεία του Yale Budget Lab, ο μέσος αποτελεσματικός δασμός στις ΗΠΑ ανέρχεται πλέον στο 18,3% – το υψηλότερο ποσοστό από το 1934.

Προαναγγελία επιπλέον μέτρων

Ο πρόεδρος Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο για περαιτέρω επιβολή δασμών. Όπως δήλωσε στις 6 Αυγούστου, οι δασμοί που αφορούν ημιαγωγούς και υπολογιστικά μικροκυκλώματα θα φτάσουν «περίπου το 100%». Διευκρίνισε, πάντως, ότι επιχειρήσεις που κατασκευάζουν εντός των ΗΠΑ δεν θα υπόκεινται σε επιβαρύνσεις, ακόμα κι αν η παραγωγή τους δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Δεν διευκρινίστηκε πότε θα τεθούν σε ισχύ οι συγκεκριμένοι δασμοί.

Παράλληλα, ο πρόεδρος επιβεβαίωσε ότι θα επιβληθούν δασμοί και σε φαρμακευτικά προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον ίδιο, στην αρχική φάση θα εφαρμόζεται ένας «μικρός δασμός», ενώ μετά από ένα έτος και πλέον, προβλέπεται «ανώτατος» δασμός που μπορεί να φτάσει έως και το 250%. Όπως ανέφερε, στόχος είναι η επανεγκατάσταση της φαρμακευτικής παραγωγής εντός των ΗΠΑ.

Φάρμακα σε φαρμακείο στο Λος Άντζελες. Καλιφόρνια, ΗΠΑ, 12 Μαΐου 2025. (Eric Thayer/Getty Images)

 

Λίγες ώρες πριν από την έναρξη ισχύος των μέτρων, ο Τραμπ υπέγραψε προεδρικό διάταγμα με το οποίο επιβάλλεται επιπλέον δασμός 25% σε προϊόντα από την Ινδία, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στο 50% – το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών που πλήττονται από τα νέα μέτρα.

Στην αιτιολόγηση του διατάγματος, αναφέρεται ότι η ινδική κυβέρνηση «εισάγει άμεσα ή έμμεσα πετρέλαιο από τη Ρωσική Ομοσπονδία». Η Ουάσιγκτον έχει εντείνει τις πιέσεις προς τη Μόσχα για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ ο Τραμπ – παρότι χαρακτήρισε τον Ινδό πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι «φίλο» – ζήτησε από το Νέο Δελχί να περιορίσει τις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας.

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, οι ινδικές εισαγωγές ρωσικού αργού πετρελαίου ανήλθαν σχεδόν στα 53 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024, έναντι μόλις 1 δισεκατομμυρίου πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η Ινδία είναι πλέον ο δεύτερος μεγαλύτερος πελάτης ρωσικού πετρελαίου, απορροφώντας πάνω από το ένα τρίτο των εξαγωγών αργού της Μόσχας.

Την ίδια στιγμή, οι διαπραγματεύσεις με τον Καναδά και το Μεξικό δεν έχουν ακόμη αποδώσει καρπούς. Ο Τραμπ συμφώνησε πρόσφατα σε παράταση 90 ημερών για να μην αυξηθούν οι δασμοί στο Μεξικό, διατηρώντας ωστόσο τους ισχύοντες: 50% σε χάλυβα, αλουμίνιο και χαλκό, και 25% σε αυτοκίνητα.

Την 1η Αυγούστου, οι ΗΠΑ αύξησαν τους δασμούς στα μη συμμορφούμενα προς τη συμφωνία USMCA καναδικά προϊόντα από 25% σε 35%, ενώ επιβλήθηκε και επιπλέον δασμός 40% για προϊόντα διαμετακόμισης από τον Καναδά.

Ανάμεικτες αντιδράσεις στις αγορές

Παρά την ένταση γύρω από τη δασμολογική πολιτική, οι αμερικανικές χρηματιστηριακές αγορές κατέγραψαν άνοδο στις 6 Αυγούστου, λίγο πριν την εφαρμογή των νέων μέτρων.

Ο δείκτης Nasdaq ενισχύθηκε κατά 1,2% (253 μονάδες) και έκλεισε στις 21.169 μονάδες, ενώ ο Dow Jones σημείωσε μικρή άνοδο 0,18% (81 μονάδες), φτάνοντας στις 44.193. Ο ευρύτερος δείκτης S&P 500 κινήθηκε επίσης ανοδικά κατά 0,73% (46 μονάδες), στις 6.345 μονάδες.

Αναλυτές επισημαίνουν ότι ενώ οι αρχικές εξαγγελίες των δασμών είχαν προκαλέσει πτώση στις αγορές, πλέον υπάρχει μεγαλύτερη αισιοδοξία για την κατεύθυνση των εμπορικών σχέσεων. Ο Ντέηβιντ Μίλλερ, επικεφαλής επενδύσεων στην Catalyst Funds, εκτίμησε – σε σχόλιό του προς την εφημερίδα The Epoch Times – ότι η τρέχουσα δασμολογική στρατηγική ενδέχεται να λειτουργήσει «καθαρά θετικά» για την οικονομία και τις αγορές. Κατά τον ίδιο, η στροφή αυτή συνοδεύεται από ισχυρές εμπορικές συμφωνίες, περισσότερη αμοιβαιότητα και δεσμεύσεις επενδύσεων ύψους τρισεκατομμυρίων δολαρίων εντός των ΗΠΑ.

Την ίδια ώρα, το δολάριο δεν κατάφερε να διατηρήσει την ορμή που είχε πριν από την έναρξη του Αυγούστου. Ο δείκτης δολαρίου (DXY), που το συγκρίνει με άλλα βασικά νομίσματα όπως το γεν και η στερλίνα, υποχώρησε κατά 0,6% – με συνολική πτώση 9,5% από την αρχή του έτους.

Η απειλή Τραμπ για 100% δασμούς στη Ρωσία επηρεάζει άμεσα Κίνα και Ινδία

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε στις 14 Ιουλίου ότι σκοπεύει να επιβάλει «πολύ αυστηρούς» δευτερεύοντες δασμούς στη Ρωσία, σε περίπτωση που ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δεν συμφωνήσει σε κατάπαυση του πυρός με την Ουκρανία εντός 50 ημερών.

Όπως ανέφερε, εάν δεν υπάρξει συμφωνία εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, οι ΗΠΑ θα προχωρήσουν στην επιβολή δευτερευόντων δασμών ύψους 100%. Οι εν λόγω δασμοί θα αφορούν χώρες που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με τη Μόσχα, όπως για παράδειγμα η Κίνα, η οποία προμηθεύεται ρωσικό πετρέλαιο. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι αμερικανικές εξαγωγές προς το Πεκίνο θα επιβαρύνονταν με νέους δασμούς.

Ο Τραμπ σημείωσε από το Οβάλ Γραφείο, κατά τη διάρκεια συνάντησής του με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε, ότι κάνει εκτενή χρήση του εμπορίου ως μέσου άσκησης πίεσης, προσθέτοντας ότι είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό για την επίλυση συγκρούσεων.

Ήδη από τις αρχές του έτους είχε προειδοποιήσει πως, αν δεν επιτευχθεί συμφωνία με τον Πούτιν για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, τότε θα επιβάλει δευτερεύοντες δασμούς στο ρωσικό πετρέλαιο και συνολικά στις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων από τη Ρωσία.

Οι κυριότερες εξαγωγές της Ρωσίας περιλαμβάνουν αργό πετρέλαιο, προϊόντα διύλισης, φυσικό αέριο και άνθρακα. Δεν είναι η πρώτη φορά φέτος που ο Τραμπ εξετάζει την επιβολή δευτερευόντων δασμών. Τον Μάρτιο, είχε ήδη εφαρμόσει επιπλέον δασμό 25% σε χώρες που εισάγουν αργό πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα, ενώ τον Μάιο απείλησε με παρόμοια μέτρα για τις εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου.

Υπέρ του σχεδίου Τραμπ τάχθηκαν οι γερουσιαστές Λίντσεϊ Γκρέιχαμ (R-S.C.) και Ρίτσαρντ Μπλούμενθαλ (D-Conn.), χαρακτηρίζοντας τους δασμούς «ένα πραγματικό κυβερνητικό μέσο πίεσης για την επαναφορά των εμπλεκομένων στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων». Στην κοινή δήλωσή τους, υποστήριξαν ότι οι οικονομικοί υποστηρικτές των ρωσικών εγκλημάτων στην Ουκρανία πρέπει να πληρώσουν το τίμημα για την αγορά φθηνών ενεργειακών προϊόντων τα οποία, όπως είπαν, επανεισάγονται με κέρδος στις οικονομίες τους. Τόνισαν ότι η περίοδος χωρίς συνέπειες πλησιάζει στο τέλος της.

Αμερικανοί αξιωματούχοι διευκρίνισαν αργότερα ότι τα μέτρα θα στοχεύουν σε χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο.

Ποιες χώρες επηρεάζονται περισσότερο

Μετά την έναρξη ισχύος του εμπάργκο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα ρωσικά πετρελαϊκά προϊόντα τον Φεβρουάριο του 2023, η Κίνα, η Ινδία και η Τουρκία έχουν εξελιχθεί στους βασικούς αγοραστές ρωσικής ενέργειας, εκμεταλλευόμενες τις χαμηλότερες τιμές εξαιτίας των δυτικών κυρώσεων.

Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις του Reuters, η τιμή του ρωσικού αργού τύπου Urals κυμαίνεται γύρω στα 58 δολάρια ανά βαρέλι — κάτω από το πλαφόν των 60 δολαρίων που είχαν θέσει ΗΠΑ και G7 στα τέλη του 2022. Για σύγκριση, το Brent διαπραγματεύεται πάνω από τα 69 δολάρια στο ICE του Λονδίνου.

Το 2024, η Ρωσία κάλυψε περίπου το 22% των συνολικών εισαγωγών πετρελαίου της Κίνας, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 16% προ του πολέμου. Στο διάστημα Δεκεμβρίου 2022 – Ιουνίου 2025, η Κίνα έχει απορροφήσει το 47% των ρωσικών εξαγωγών αργού. Σύμφωνα με το Κέντρο Έρευνας για την Ενέργεια και τον Καθαρό Αέρα (Center for Research on Energy and Clean Air – CREA), το 64% των ρωσικών εξαγωγών προς την Κίνα αφορά αργό πετρέλαιο.

Παρ’ όλα αυτά, οι εμπορικές σχέσεις Ρωσίας – Κίνας παρουσιάζουν κάμψη: το πρώτο εξάμηνο του 2025, ο διμερής όγκος συναλλαγών μειώθηκε κατά 9% σε ετήσια βάση, φθάνοντας τα 106,48 δισ. δολάρια.

Ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι , ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ στη σύνοδο κορυφής των BRICS. Καζάν της Ρωσίας, στις 23 Οκτωβρίου 2024. (Maxim Shipenkov/AFP)

 

Η Ινδία αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο πελάτη της Ρωσίας στον τομέα του πετρελαίου. Σύμφωνα με τα δεδομένα της εταιρείας Kpler, η Ινδία αγόρασε πάνω από 2 εκατομμύρια βαρέλια ρωσικού αργού την ημέρα τον Ιούνιο — το υψηλότερο επίπεδο εδώ και έναν χρόνο. Την ίδια περίοδο, ενώ οι συνολικές εισαγωγές αργού από το εξωτερικό μειώθηκαν κατά 6%, οι ρωσικές εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 8%. Πάνω από το 50% αυτών πραγματοποιήθηκαν από τρία διυλιστήρια τα οποία στη συνέχεια εξάγουν προϊόντα προς τις χώρες της G7+.

Από τον Δεκέμβριο του 2022, η Ινδία έχει αγοράσει το 38% των εξαγωγών ρωσικού αργού. Στη σύνοδο Ινδίας – Ρωσίας τον Ιούλιο του 2024, οι δύο πλευρές επαναβεβαίωσαν τη στρατηγική σημασία της ενεργειακής τους συνεργασίας, επισημαίνοντας την πρόθεσή τους να εξετάσουν νέες μακροπρόθεσμες συμφωνίες.

Η Τουρκία, αν και έχει μειώσει τη σχετική εξάρτηση, εξακολουθεί να είναι ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ρωσικών ενεργειακών προϊόντων. Τον Μάιο του 2025, οι εξαγωγές ρωσικού μαζούτ προς την Τουρκία αυξήθηκαν κατά 75% σε μηνιαία βάση, φθάνοντας τους 430.000 τόνους.

Στον τομέα του υγροποιημένου φυσικού αερίου (Liquefied Natural Gas – LNG), η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ο μεγαλύτερος αγοραστής, με ποσοστό 51% επί των ρωσικών εξαγωγών, ακολουθούμενη από την Κίνα (21%) και την Ιαπωνία (18%).

Προοπτικές και επιπτώσεις

Σύμφωνα με τους αναλυτές της ING, η επιβολή επιπρόσθετων κυρώσεων στη Ρωσία θα μπορούσε να μεταβάλει δραστικά τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, καθώς χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία θα αναγκάζονταν να αναθεωρήσουν τις αγορές τους. Οι ίδιοι σημείωσαν ότι, αν τα μέτρα εφαρμοστούν αυστηρά, είναι πιθανό να προκύψει σημαντικό έλλειμμα προσφοράς, το οποίο η παραγωγική ικανότητα του ΟΠΕΚ δεν επαρκεί να καλύψει — με αποτέλεσμα να προκληθεί περαιτέρω άνοδος των τιμών.

Εκτιμούν επίσης ότι, δεδομένης της πάγιας επιθυμίας του Τραμπ για χαμηλές τιμές πετρελαίου, είναι αβέβαιο αν θα προχωρήσει τελικά σε μια τόσο δραστική ενέργεια.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προβλέπει ότι η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου θα αυξηθεί φέτος κατά 700.000 βαρέλια ημερησίως, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009 (εξαιρουμένων των ετών της πανδημίας). Αντίστοιχα, ο ΟΠΕΚ έχει κάνει πιο συντηρητικές προβλέψεις του για το 2025, εκτιμώντας ότι η παγκόσμια ζήτηση θα φθάσει τα 105 εκατ. βαρέλια ημερησίως.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η τιμή του West Texas Intermediate (WTI) υποχώρησε κατά περίπου 2% στις αρχές της εβδομάδας, πλησιάζοντας τα 67 δολάρια ανά βαρέλι στη Νέα Υόρκη.

Με πληροφορίες από το Reuters