Πέμπτη, 30 Απρ, 2026

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποχωρούν από τον ΟΠΕΚ

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) ανακοίνωσαν στις 28 Απριλίου ότι αποχωρούν από τον ΟΠΕΚ και τη διευρυμένη συμμαχία. Το υπουργείο Ενέργειας των ΗΑΕ ανέφερε ότι η απόφαση ακολούθησε μια συνολική επανεξέταση της πολιτικής παραγωγής της χώρας και της τρέχουσας και μελλοντικής παραγωγικής της ικανότητας και βασίζεται στο εθνικό συμφέρον, καθώς και στη δέσμευση της χώρας να συμβάλει αποτελεσματικά στην κάλυψη της αγοράς.

Η απόφαση αυτή ενδέχεται να αποτελέσει σοβαρό πλήγμα για τον οργανισμό εξαγωγής πετρελαίου: από τότε που εντάχθηκαν το 1967 — επτά χρόνια μετά την ίδρυση του — τα ΗΑΕ έχουν εξελιχθεί στον τρίτο μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου εντός του ΟΠΕΚ, μετά τη Σαουδική Αραβία και το Ιράκ, συμβάλλοντας με 3-4,5 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου ημερησίως.

Αν και τα ΗΑΕ δεν διευκρίνισαν ρητά τον λόγο αποχώρησης από την 12μελή ομάδα, η χώρα εμπλέκεται εδώ και χρόνια σε διάφορες εσωτερικές διαφωνίες, γεγονός που σημαίνει ότι η απώλειά της θα μπορούσε να εντείνει περαιτέρω τις διαιρέσεις εντός του ΟΠΕΚ, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωσή του σε μια περίοδο παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης λόγω του πολέμου στο Ιράν.

Οι παραγωγοί του Κόλπου αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξαγωγή πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ, μιας στενής θαλάσσιας διόδου μεταξύ του Ιράν και της Αραβικής Χερσονήσου, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προμήθειας αργού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, καθώς και διάφορα καταναλωτικά και εμπορικά αγαθά, από λιπάσματα έως φαρμακευτικά προϊόντα. Η κίνηση των δεξαμενόπλοιων έχει ουσιαστικά ακινητοποιηθεί, ενώ τα Στενά βρίσκονται στο επίκεντρο των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν.

Ο ΟΠΕΚ ανέφερε ότι η παραγωγή της ομάδας τον Μάρτιο μειώθηκε κατά 7,7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, πέφτοντας κάτω από τα 21 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ενώ τα ΗΑΕ έχασαν περισσότερα από 1,5 εκατομμύριο βαρέλια παραγωγής τον περασμένο μήνα. Στη Μηνιαία Έκθεση για την Αγορά Πετρελαίου, ο ΟΠΕΚ σημείωσε ότι οι διαταραχές στις ναυτιλιακές δραστηριότητες στην περιοχή αύξησαν τις διαρκείς ανησυχίες για τις ροές προμήθειας, ενώ η ισχυρή ζήτηση για άμεσες ποσότητες στην αγορά, οι περικοπές παραγωγής και οι δηλώσεις ανωτέρας βίας ενίσχυσαν περαιτέρω την ανοδική δυναμική των τιμών.

Η αποχώρηση του Άμπου Ντάμπι θα μπορούσε να αποδειχθεί θετική εξέλιξη για τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εδώ και χρόνια επικρίνει τακτικά τον ΟΠΕΚ. Πριν από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2018, κατά την πρώτη του θητεία ως πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, είχε δηλώσει ότι ο ΟΠΕΚ και οι χώρες-μέλη εκμεταλλεύονται τον υπόλοιπο κόσμο επιβάλλοντας υψηλές τιμές πετρελαίου, επισημαίνοντας παράλληλα ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες υπερασπίζονται πολλές από αυτές τις χώρες χωρίς αντάλλαγμα, εκείνες εκμεταλλεύονται αυτή τη σχέση.

Τα ΗΑΕ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή. Ο Τραμπ αποκάλυψε την περασμένη εβδομάδα ότι η Ουάσιγκτον και το Άμπου Ντάμπι ενδέχεται να συνεργαστούν για τη δημιουργία μιας γραμμής ανταλλαγής νομισμάτων δολαρίου–ντίρχαμ, εν μέσω της αστάθειας που προκαλεί η σύγκρουση.

Αξιωματούχοι των ΗΑΕ έχουν επίσης επικρίνει έντονα περιφερειακούς εταίρους για την αποτυχία τους να προστατεύσουν τη χώρα από ιρανικές επιθέσεις. Ο Ανουάρ Γκαργκάς, διπλωματικός σύμβουλος του προέδρου των ΗΑΕ Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ Αλ Ναχιάν, ανέφερε σε συνέδριο, στις 27 Απριλίου, ότι οι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου υποστήριξαν η μία την άλλη σε επίπεδο υλικοτεχνικής υποστήριξης, αλλά πολιτικά και στρατιωτικά η στάση τους ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, η πιο αδύναμη ιστορικά. Όπως παρατήρησε, η αδυναμία του Αραβικού Συνδέσμου ήταν αναμενόμενη, αλλά τον εξέπληξε η στάση του Συμβουλίου Συνεργασίας.

Οι διεθνείς αγορές ενέργειας είχαν ήδη κινηθεί ανοδικά πριν από την ανακοίνωση των ΗΑΕ. Η τιμή του αργού πετρελαίου West Texas Intermediate — δείκτης αναφοράς για τις τιμές πετρελαίου στις ΗΠΑ — αυξήθηκε κατά 4% κατά τη συνεδρίαση της 28ης Απριλίου, φθάνοντας τα 100 δολάρια (~93 ευρώ) ανά βαρέλι στο Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης, ενώ η τιμή του Brent, που αποτελεί το παγκόσμιο σημείο αναφοράς, αυξήθηκε κατά 3%, φθάνοντας περίπου τα 105 δολάρια (περίπου 98 ευρώ) ανά βαρέλι στις διεθνείς αγορές.

Ανάσα στις αγορές από την προσωρινή εκεχειρία ΗΠΑ-Ιράν — Κάτω από τα 100 δολάρια το πετρέλαιο

Οι τιμές του αμερικανικού αργού πετρελαίου υποχώρησαν κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και οι μετοχές κατέγραψαν άνοδο στις συναλλαγές προθεσμιακών συμβολαίων, αφού ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ συμφώνησε υπό όρους να αναστείλει τις επιθέσεις κατά του Ιράν για δύο εβδομάδες, εφόσον η Τεχεράνη επιτρέψει την ασφαλή διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ.

Η τιμή του βαρελιού του West Texas Intermediate —σημείο αναφοράς για το αμερικανικό πετρέλαιο— μειώθηκε σχεδόν κατά 16% και διαμορφώθηκε κοντά στα 95 δολάρια στο Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης, ενώ νωρίτερα είχε καταγράψει πτώση έως και 19% πριν περιορίσει μέρος των απωλειών της. Ο πρόεδρος Τραμπ ανέφερε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η εκεχειρία των δύο εβδομάδων εξαρτάται από τη συμφωνία του Ιράν να διασφαλίσει την ασφαλή διέλευση μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Οι αγορές μετοχών αντέδρασαν επίσης θετικά στην προσωρινή αποκλιμάκωση, με τους βασικούς δείκτες να καταγράφουν άνοδο στις μετασυνεδριακές συναλλαγές. Ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones σημείωσε άνοδο έως και 1.000 μονάδων, ο τεχνολογικός Nasdaq σχεδόν 700 μονάδων και ο ευρύτερος S&P 500 περισσότερων από 100 μονάδων.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης οι μετοχές παρουσίασαν έντονες διακυμάνσεις, καθώς οι επενδυτές δεν ήταν βέβαιοι αν η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη θα καταλήξουν σε συμφωνία. Στο κλείσιμο της αγοράς οι δείκτες παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητοι· ο Dow Jones υποχώρησε κατά 0,2%, ο S&P 500 ενισχύθηκε κατά 0,1% και ο Nasdaq κατέγραψε οριακή άνοδο 0,1%.

Το τοπίο μετά την αποκλιμάκωση

Παρά την εξέλιξη αυτή, οι παρατηρητές της αγοράς εκτιμούν ότι ούτε οι μετοχές ούτε οι αγορές ενέργειας θα επιστρέψουν άμεσα σε κανονικές συνθήκες, με καθοριστικό παράγοντα τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχονται περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και προϊόντων πετρελαίου ημερησίως.

Ο διαχειριστής χαρτοφυλακίου της Catalyst Funds, Σάιμον Λακ, ανέφερε σε σημείωμά του προς την εφημερίδα The Epoch Times ότι, κατά πάσα πιθανότητα, στο τέλος του πολέμου τα Στενά θα ανοίξουν εκ νέου και οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, ιδίως εκτός ΗΠΑ, θα υποχωρήσουν, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η ενεργειακή ασφάλεια θα αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία για τους αγοραστές λόγω των αναταράξεων, κάτι που αναμένεται να ευνοήσει τους προμηθευτές από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το πετρέλαιο θέρμανσης υποχώρησαν επίσης κατά 17%, κάτω από τα 3,72 δολάρια ανά γαλόνι (περίπου 0,90 ευρώ ανά λίτρο), ωστόσο, παρά τη σημαντική αυτή πτώση, οι οδηγοί αναμένεται να αντιμετωπίσουν υψηλότερες τιμές βενζίνης λόγω της ασύμμετρης μετακύλισης τιμών. Όταν οι τιμές του αργού αυξάνονται, τα πρατήρια καυσίμων ανεβάζουν άμεσα τις τιμές για να καλύψουν το κόστος των επόμενων παραδόσεων, ενώ όταν υποχωρούν, η τιμή της βενζίνης μειώνεται πιο σταδιακά, ώστε να διατηρούνται τα περιθώρια κέρδους και να απορροφώνται τα παλαιότερα, ακριβότερα αποθέματα.

Ο Λακ σημείωσε ακόμη ότι, εάν οι τιμές του πετρελαίου συνεχίσουν να κινούνται ανοδικά σε σχέση με τα προηγούμενα επίπεδα, θα ενταθούν οι κίνδυνοι ύφεσης στην παγκόσμια οικονομία, εξηγώντας ότι, παρότι τα τρέχοντα επίπεδα τιμών είναι διαχειρίσιμα, μια άνοδος πάνω από τα 200 δολάρια θα οδηγούσε πιθανότατα σε ύφεση στις περισσότερες χώρες. Πρόσθεσε επίσης ότι η κατανάλωση ενέργειας στις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένει εντυπωσιακά σταθερή, με τις τιμές να παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερες διακυμάνσεις από τους όγκους, και ότι δεν θα ήταν επιθυμητό να επιβραδυνθεί η οικονομία και να εισέλθει σε ύφεση λόγω υψηλών ενεργειακών τιμών.

Χρυσός, Bitcoin και δολάριο

Άλλα περιουσιακά στοιχεία αντέδρασαν επίσης θετικά στην αποκλιμάκωση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, με τα συμβόλαια χρυσού και αργύρου να ενισχύονται κατά 4% και 6% αντίστοιχα και το Bitcoin να καταγράφει άνοδο 3%, πλησιάζοντας τα 72.000 δολάρια. Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών ομολόγων υποχώρησαν, με το δεκαετές να διαμορφώνεται στο 4,27% και τις αποδόσεις των 20ετών και 30ετών τίτλων κοντά στο 4,85%, ενώ το ασφάλιστρο κινδύνου του δολαρίου μειώθηκε.

Ο δείκτης δολαρίου ΗΠΑ —που δείχνει την αξία του δολαρίου σε σχέση με τα βασικά διεθνή νομίσματα— υποχώρησε περίπου κατά 0,9%, μετά από περίοδο κατά την οποία το αμερικανικό νόμισμα συγκαταλεγόταν μεταξύ των ισχυρότερων παγκοσμίως, καθώς οι επενδυτές αναζητούσαν καταφύγιο σε παραδοσιακά ασφαλή περιουσιακά στοιχεία κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, η οποία διαρκούσε ήδη έξι εβδομάδες.

Με τη συμβολή του Sam Dorman

Τραμπ: Το Ιράν άνοιξε το Ορμούζ σε 10 δεξαμενόπλοια ως χειρονομία καλής θέλησης

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 26 Μαρτίου ότι το Ιράν προσέφερε στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα «δώρο», αποστέλλοντας αρκετά πλοία με πετρέλαιο. «Για να δείξουν πως είναι σοβαροί και αξιόπιστοι, το Ιράν είχε σχεδιάσει να στείλει οκτώ μεγάλα δεξαμενόπλοια με πετρέλαιο», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Τραμπ.

Κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου, ο Τραμπ επανέλαβε ότι η κυβέρνησή του βρίσκεται σε ουσιαστικές συνομιλίες με την Τεχεράνη για την επίλυση της κρίσης. «Ιρανοί αξιωματούχοι χάρισαν στις Ηνωμένες Πολιτείες δέκα πλοία με αργό πετρέλαιο για να αποδείξουν τη σοβαρότητά τους κατά τις διαπραγματεύσεις. Νομίζω πως διαπραγματευόμαστε με τους κατάλληλους ανθρώπους», συμπλήρωσε. Μερικές ημέρες πριν, ο Τραμπ είχε υπαινιχθεί ότι η Τεχεράνη προσφέρει στις ΗΠΑ ένα πολύτιμο «δώρο», σχετικό με πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Σύμφωνα με το ναυτιλιακό πρακτορείο πληροφοριών Lloyd’s List, τις τελευταίες ημέρες το Ιράν εφαρμόζει ένα καθεστώς υποβολής εγγράφων και ελέγχου για τη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, σημειώνεται ότι το Σώμα των Φρουρών της Επαναστάσεως της Ισλαμικής Δημοκρατίας εισπράττει τέλος διέλευσης. Ανάλυση των στοιχείων του Lloyd’s List δείχνει ότι τουλάχιστον δεκαέξι (16) πλοία έχουν διασχίσει το Ορμούζ από την Παρασκευή, σύμφωνα με έκθεση της 25ης Μαρτίου. Δεκατρία πλοία κατευθύνθηκαν ανατολικά, φεύγοντας από τον Περσικό Κόλπο, ενώ τρία μπήκαν πλέοντας προς δυσμάς. Παραμένει ασαφές αν η αναφορά του Τραμπ στα δέκα δεξαμενόπλοια σχετίζεται με αυτή τη ροή.

Οι δηλώσεις αυτές έγιναν λίγες ώρες αφότου ο Τραμπ έγραψε στο Truth Social: «Θα είναι καλό να σοβαρευτούν οι ηγέτες του Ιράν πριν να είναι αργά. […] Οι Ιρανοί διαπραγματευτές είναι πολύ διαφορετικοί και παράξενοι. Παρακαλούν να κάνουμε συμφωνία — όπως θα έπρεπε, μιας και έχουν υποστεί ολοκληρωτική στρατιωτική συντριβή, χωρίς καμία ελπίδα αντεπίθεσης — αλλά δημόσια δηλώνουν πως απλώς εξετάζουν την πρότασή μας. Σφάλμα».

Ο ειδικός απεσταλμένος Στηβ Γουίτκοφ επιβεβαίωσε, κατά τη συνεδρίαση, πως παρέδωσε στην Τεχεράνη πρόταση δεκαπέντε σημείων με στόχο τον τερματισμό των εχθροπραξιών.

Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ εξέφρασε την εκτίμηση ότι οι τιμές της ενέργειας θα αποκλιμακωθούν όταν αποκατασταθεί η ναυσιπλοΐα στη ζωτικής σημασίας θαλάσσια αρτηρία ανάμεσα στο Ιράν και το Ομάν. «Περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και προϊόντων διέρχονται ημερησίως από αυτό το παγκόσμιο σημείο συμφόρησης, με την πλειονότητα να προορίζεται για την Ασία. Είμαι βέβαιος ότι η κυκλοφορία θα συνεχίσει να αυξάνεται καθημερινά, ακόμη και πριν εξασφαλίσουμε πλήρως τον πορθμό», δήλωσε ο Μπέσσεντ.

Οι τιμές του αργού εκτοξεύθηκαν μετά το ξέσπασμα της σύρραξης στο Ιράν, αν και παρατηρείται απόκλιση μεταξύ των αμερικανικών και παγκόσμιων δεικτών αναφοράς. Στις 26 Μαρτίου, το αμερικανικό WTI σημείωσε άνοδο σχεδόν 5%, ξεπερνώντας τα 94 δολάρια στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, ενώ το Brent — διεθνές σημείο αναφοράς — ενισχύθηκε επίσης σχεδόν 5%, στα 102 δολάρια το βαρέλι. Παρότι στις ΗΠΑ οι τιμές είχαν εκτιναχθεί στα 119 δολάρια/βαρέλι, στη συνέχεια αποκλιμακώθηκαν, χάρη σε πληθώρα μέτρων της σημερινής κυβέρνησης.

Ο Λευκός Οίκος θέσπισε πρόγραμμα ασφάλισης πολιτικών κινδύνων ύψους 20 δισ. δολαρίων, ανέστειλε προσωρινά τον Νόμο Jones που ίσχυε επί έναν αιώνα, και ήρε προσωρινά τις κυρώσεις σε ιρανικό και ρωσικό πετρέλαιο. Οι ΗΠΑ και δεκάδες άλλες χώρες προσέφυγαν στα στρατηγικά τους αποθέματα.

Ωστόσο, ο Τραμπ εκτιμά πως η αντίδραση των αγορών δεν ήταν τόσο έντονη όσο πίστευε αρχικά. «Οι τιμές δεν ανέβηκαν όσο φοβόμουν. Όλα θα επανέλθουν στα πρότερα επίπεδα — και ίσως ακόμη χαμηλότερα», ανέφερε.

Τα αμερικανικά χρηματιστήρια είδαν σημαντικό περιορισμό στα κέρδη τους μέσα στην εβδομάδα, με τους βασικούς δείκτες να καταγράφουν απώλειες έως 1,5% στις 26 Μαρτίου. Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν, ενώ ο δείκτης δολαρίου ενισχύθηκε σχεδόν 0,3%. Ο Τραμπ σχολίασε: «Η πιθανή οικονομική ζημία θα αντιστραφεί μόλις τελειώσει ο πόλεμος. Οι προβλέψεις μου επιβεβαιώθηκαν».

Το οικονομικό τοπίο εξακολουθεί να επισκιάζεται από τη σύγκρουση με το Ιράν. Κάποιοι εκτιμούν πως ο κίνδυνος ύφεσης — διαδοχικών τριμήνων με αρνητική ανάπτυξη — παραμένει αυξημένος, ενώ άλλοι υποστηρίζουν πως η αμερικανική οικονομία παραμένει θωρακισμένη απέναντι σε σοκ τιμών πετρελαίου και τις αναταράξεις στη Μέση Ανατολή.

Με τη συμβολή του Ryan Morgan

Ρούμπιο: Ο Λευκός Οίκος ετοιμάζει σχέδιο για σταθεροποίηση των αγορών πετρελαίου

Ο Λευκός Οίκος ετοιμάζεται να παρουσιάσει στρατηγική με στόχο τη συγκράτηση των αυξανόμενων τιμών ενέργειας, μετά τις κοινές επιχειρήσεις ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στις 2 Μαρτίου, ο Ρούμπιο ανέφερε ότι ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ και ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ θα ανακοινώσουν μέτρα για τον περιορισμό της αύξησης των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όπως σημείωσε, η κυβέρνηση γνώριζε εκ των προτέρων ότι αυτό θα αποτελούσε παράγοντα, προσθέτοντας ότι το θέμα συζητήθηκε εκ νέου, και ότι από την επόμενη ημέρα θα άρχιζε η σταδιακή εφαρμογή των φάσεων του προγράμματος με στόχο τον μετριασμό των επιπτώσεων. Ωστόσο, δεν έδωσε λεπτομέρειες για το περιεχόμενο των πρωτοβουλιών.

Οι τιμές του αργού πετρελαίου στις ΗΠΑ κατέγραψαν άνοδο άνω του 8% και έκλεισαν τη συνεδρίαση της 2ας Μαρτίου στα 71,55 δολάρια (περίπου 66 ευρώ) ανά βαρέλι στο Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης. Το Brent, διεθνές σημείο αναφοράς, αυξήθηκε κατά περίπου 9% φθάνοντας σχεδόν τα 80 δολάρια (περίπου 74 ευρώ) το βαρέλι στο ICE Futures του Λονδίνου. Πρόκειται για τα υψηλότερα επίπεδα από τον Ιούνιο του 2025, όταν είχαν δεχθεί επίθεση οι πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν.

Πριν από τα πλήγματα στο Ιράν, οι τιμές του πετρελαίου κινούνταν ήδη ανοδικά, καθώς οι συναλλασσόμενοι ενσωμάτωναν στις εκτιμήσεις τους το ενδεχόμενο επιθέσεων.

Η πρόσφατη άνοδος των τιμών του πετρελαίου επηρεάζει και τους οδηγούς. Η μέση τιμή της βενζίνης διαμορφώθηκε στα 3 δολάρια (περίπου 2,80 ευρώ) ανά γαλόνι (περίπου 3,8 λίτρα) στις 2 Μαρτίου, αυξημένη κατά περισσότερο από 4% σε σύγκριση με έναν μήνα πριν, σύμφωνα με την Αμερικανική Ένωση Αυτοκινήτου (American Automobile Association).

Το πετρέλαιο αντιστοιχεί περίπου στο ήμισυ του κόστους ενός γαλονιού βενζίνης. Οι τιμές του φυσικού αερίου αυξήθηκαν κατά 1% στις 2 Μαρτίου, φθάνοντας περίπου τα 3 δολάρια (περίπου 2,80 ευρώ) ανά εκατομμύριο βρετανικές θερμικές μονάδες. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το πετρέλαιο θέρμανσης σημείωσαν επίσης άνοδο 14%, αγγίζοντας σχεδόν τα 3 δολάρια (περίπου 2,80 ευρώ) ανά γαλόνι.

Βραχυπρόθεσμες προοπτικές

Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το αργό παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα στις μετασυνεδριακές συναλλαγές, κινούμενα γύρω στα 71 δολάρια (περίπου 66 ευρώ) το βαρέλι, καθώς οι αγορές παρακολουθούν τις εξελίξεις.

Οι τιμές παρουσίασαν διακυμάνσεις εν μέσω αντικρουόμενων αναφορών ότι τα Στενά του Ορμούζ, ζωτικής σημασίας θαλάσσιος δίαυλος για το πετρέλαιο και το υγροποιημένο φυσικό αέριο, είχαν κλείσει. Ωστόσο, εταιρείες είχαν ήδη αρχίσει να εκτρέπουν την κυκλοφορία από την περιοχή για προληπτικούς λόγους. Περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και πετρελαιοειδών διακινούνται μέσω αυτού του διαδρόμου. Το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου που εξάγεται από την περιοχή κατευθύνεται προς την Ασία, με την Κίνα να αποτελεί τον κύριο πελάτη του Ιράν.

Ενόψει των εξελίξεων, αναλυτές επισημαίνουν ότι η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ και η έκταση των αντιποίνων της Τεχεράνης θα αποτελέσουν καθοριστικούς παράγοντες για τις τιμές του πετρελαίου —καθώς και για τις ευρύτερες αγορές— εντός της εβδομάδας. Ο επικεφαλής στρατηγικής αγορών της Freedom Capital Markets, Τζέι Γουντς (Jay Woods), ανέφερε σε σημείωμα που απέστειλε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι οι συναλλασσόμενοι θα παρακολουθούν ιδίως τα Στενά του Ορμούζ, την αντίδραση της απόδοσης του 10ετούς ομολόγου και το κατά πόσον η άνοδος του αργού συνιστά απλώς μια πρόσκαιρη αντίδραση σε ειδησεογραφικούς τίτλους ή μια νέα βιώσιμη τάση. Πρόσθεσε ότι, δεδομένου πως η αγορά είχε πρόσφατα δυσκολευτεί να ενισχυθεί ακόμη και με θετικές ειδήσεις, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει αρνητική αλυσιδωτή αντίδραση και να οδηγήσει την αγορά σε φάση διόρθωσης.

Τα μακροπρόθεσμα επιτόκια κατέγραψαν άνοδο στην έναρξη της εβδομάδας διαπραγμάτευσης, με την απόδοση του 10ετούς ομολόγου αναφοράς να κινείται ελαφρώς πάνω από το 4%.

Μια παρατεταμένη σύγκρουση και διαταραχές στις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό τόσο των επιχειρήσεων όσο και των καταναλωτών, οι οποίες είχαν υποχωρήσει τους τελευταίους μήνες. Ο επικεφαλής μακροοικονομικής στρατηγικής της LPL Financial, Κρίστιαν Κερ (Kristian Kerr), ανέφερε σε ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Epoch Times ότι οποιαδήποτε παρατεταμένη διακοπή στις ροές πετρελαίου ή φυσικού αερίου, ιδίως αν είναι σοβαρή και μακράς διάρκειας, έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τις πληθωριστικές προσδοκίες, να επιβαρύνει την επιχειρηματική εμπιστοσύνη και να αυξήσει τη μεταβλητότητα σε όλες τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων.

Επεσήμανε ότι όσο πιο έντονο και παρατεταμένο είναι το γεωπολιτικό σοκ, τόσο μεγαλύτερος είναι ο πιθανός αντίκτυπος στις αγορές.

Ανοδική αντίδραση στις αγορές ενέργειας

Οι τιμές του πετρελαίου κατέγραψαν απότομη άνοδο κατά την έναρξη των συναλλαγών στις ασιατικές αγορές τη 2α Μαρτίου, φθάνοντας σε ορισμένες στιγμές έως και το 13%, καθώς η ένοπλη σύρραξη που ξέσπασε το Σάββατο με τους βομβαρδισμούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν και οι επιπτώσεις της στη Μέση Ανατολή εντείνουν τις ανησυχίες για τον διεθνή εφοδιασμό με αργό.

Περί τη 01:15 (ώρα Ελλάδας), το Brent Βόρειας Θάλασσας κατέγραφε άνοδο 9,90%, διαμορφούμενο στα 80,16 δολάρια το βαρέλι, ενώ ενδοσυνεδριακά είχε φθάσει έως και το 13%. Η αμερικανική ποικιλία West Texas Intermediate (WTI) σημείωνε άνοδο 8,25%, στα 72,55 δολάρια το βαρέλι. Συνολικά από την αρχή του έτους, το WTI έχει ενισχυθεί περίπου κατά 25% και το Brent κατά περίπου 29%, επίπεδα αισθητά υψηλότερα από τα περίπου 61 δολάρια όπου βρισκόταν το Brent στις αρχές της χρονιάς.

Παρά το γεγονός ότι οι τιμές κινούνται πλέον στα υψηλότερα επίπεδα από τον Ιούνιο του 2025, παραμένει ασαφές πόσο διατηρήσιμη θα αποδειχθεί η ανοδική πορεία. Σε σημείωμά του της 1ης Μαρτίου, ο επικεφαλής στρατηγικής εμπορευμάτων της ING, Γουόρεν Πάτερσον, ανέφερε ότι στις αγορές ενέργειας αναμένεται επιθετική αντίδραση των τιμών με το άνοιγμα των αγορών. Πρόσθεσε ότι, σε περίπτωση σημαντικών και παρατεταμένων διαταραχών στην προσφορά, οι τιμές του αργού θα μπορούσαν βραχυπρόθεσμα να φθάσουν ακόμη και τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ εάν η γεωπολιτική κατάσταση σταθεροποιηθεί γρήγορα, είναι πιθανό να μετριαστούν λόγω της άφθονης παγκόσμιας παραγωγής.

Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται το ενδεχόμενο διαταραχών στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% του πετρελαίου που καταναλώνεται παγκοσμίως — περί τα 20 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Αν και τα Στενά δεν έχουν επισήμως κλείσει, διατυπώνονται φόβοι ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να επιχειρήσει περιορισμούς στη διέλευση. Ο Πάτερσον εκτίμησε ότι ένα πλήρες κλείσιμο θα ήταν δύσκολο να επιβληθεί και πιθανότατα θα προκαλούσε ισχυρή αντίδραση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, προσθέτοντας ότι η αυξανόμενη επιφυλακτικότητα των πλοίων να διέλθουν από την περιοχή ενδέχεται, εφόσον παραταθεί, να επηρεάσει τις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Στην αγορά φυσικού αερίου, η αντίδραση ήταν πιο συγκρατημένη, με τις τιμές να ενισχύονται περίπου κατά 1% και να διαμορφώνονται γύρω στα 2,90 δολάρια ανά εκατομμύριο βρετανικές θερμικές μονάδες. Το προϊόν έχει παρουσιάσει έντονη μεταβλητότητα φέτος, κυρίως λόγω της σφοδρής χειμερινής καταιγίδας που έπληξε τις Ηνωμένες Πολιτείες τον Ιανουάριο, ενώ από την αρχή του έτους καταγράφει πτώση σχεδόν 9%.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον ενεργειακό οικονομολόγο της Energy Outlook Advisors, Άνας Αλχάτζι, οι βασικοί εμπορικοί εταίροι του Ιράν — με σημαντικότερο την Κίνα — είχαν ήδη παραλάβει τα φορτία τους πριν από την κλιμάκωση. Σε σημείωμά του της 28ης Φεβρουαρίου προς την εφημερίδα The Epoch Times, ανέφερε ότι το Ιράν είχε αποστείλει όλα τα μεγάλα πετρελαιοφόρα του εκτός Κόλπου περισσότερο από μία εβδομάδα νωρίτερα, αυξάνοντας τις εξαγωγές στα υψηλότερα επίπεδα από το 2017, και σημείωσε ότι εκείνη τη στιγμή δεν βρίσκονταν μεγάλα δεξαμενόπλοια σε ιρανικά λιμάνια στον Κόλπο. Σχεδόν το 90% των ενεργειακών εξαγωγών που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ κατευθύνεται προς την Ασία, ενώ το Ιράν παράγει περίπου 3,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως και εξάγει περί τα 1,5 εκατομμύριο βαρέλια αργού την ημέρα.

Μετοχές και αποδόσεις ομολόγων σε πτώση

Στις συναλλαγές συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, οι αμερικανικοί δείκτες υποχωρούσαν, ενώ οι επενδυτές κατευθύνονταν προς κρατικούς τίτλους χαμηλότερου κινδύνου. Ο Dow Jones κατέγραφε απώλειες άνω των 500 μονάδων ή 1,08%, ο Nasdaq Composite υποχωρούσε περισσότερο από 200 μονάδες ή σχεδόν 1%, και ο S&P 500 σημείωνε πτώση σχεδόν 1%.

Σε σημείωμά του προς την Epoch Times, ο αναλυτής της Grit Capital, Όστιν Χάνκβιτζ, ανέφερε ότι ο βασικός κίνδυνος για τις αγορές είναι η κλιμάκωση, επισημαίνοντας ότι το πετρέλαιο, οι μετοχές αμυντικών εταιρειών και οι τοποθετήσεις χαμηλότερου κινδύνου είναι πιθανό να παρουσιάσουν αυξημένη μεταβλητότητα, ενώ οι ευρύτερες προσδοκίες για την παγκόσμια ανάπτυξη ενδέχεται να εξασθενήσουν εάν οι τιμές ενέργειας εκτιναχθούν. Πρόσθεσε ότι η κατάσταση παραμένει ρευστή και ότι οι επενδυτές προετοιμάζονται για διακυμάνσεις που θα καθοδηγούνται από τις εξελίξεις, καθώς ο γεωπολιτικός κίνδυνος περνά στο επίκεντρο.

Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών κρατικών ομολόγων υποχώρησαν ελαφρώς, με την απόδοση του 10ετούς τίτλου αναφοράς να διαμορφώνεται κάτω από το 3,96%. Άνοδο κατέγραψαν και τα πολύτιμα μέταλλα μετά την επίθεση κατά του Ιράν, με τον χρυσό να ενισχύεται άνω του 2% και το ασήμι να σημειώνει άνοδο σχεδόν 2%.

Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι νέοι παγκόσμιοι δασμοί 10% του Τραμπ τίθενται σε ισχύ

Οι νέοι παγκόσμιοι δασμοί του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ύψους 10%, τέθηκαν σε ισχύ σήμερα 24 Φεβρουαρίου, ενώ σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το σαββατοκύριακο, είχε προαναγγείλει αύξηση στο 15%.

Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε στις 20 Φεβρουαρίου ότι ο Νόμος περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης (International Emergency Economic Powers Act – IEEPA) δεν παρείχε στον πρόεδρο την εξουσία να επιβάλλει δασμούς στους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ.

Η απόφαση αυτή ανέτρεψε μεγάλο μέρος των εισαγωγικών δασμών, ιδίως τους λεγόμενους αμοιβαίους δασμούς που είχαν τεθεί στο επίκεντρο τον Απρίλιο του 2025. Λίγο μετά την ετυμηγορία του ανώτατου δικαστηρίου, ο πρόεδρος Τραμπ προχώρησε άμεσα στην επιβολή οριζόντιων δασμών 10% μέσω προεδρικής διακήρυξης, επικαλούμενος το Άρθρο 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974. Η συγκεκριμένη διάταξη επιτρέπει την επιβολή νέων δασμών έως 15% για περίοδο 150 ημερών, με στόχο την αντιμετώπιση «μεγάλων και σοβαρών ελλειμμάτων στο ισοζύγιο πληρωμών». Για την παράταση των αυξημένων αυτών δασμών πέραν του χρονικού αυτού ορίου, θα απαιτηθεί έγκριση του Κογκρέσου.

Σε ανάρτησή του στις 21 Φεβρουαρίου στην πλατφόρμα Truth Social, ο Τραμπ ανέφερε ότι, υπό την ιδιότητά του ως πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, θα προχωρούσε άμεσα στην αύξηση του «παγκόσμιου δασμού 10%» στο «πλήρως επιτρεπόμενο και νομικά δοκιμασμένο» επίπεδο του 15%. Υποστήριξε ότι πολλές από τις χώρες αυτές «εκμεταλλεύονταν» τις ΗΠΑ επί δεκαετίες χωρίς αντίποινα, μέχρι την ανάληψη των καθηκόντων του. Πρόσθεσε ακόμη ότι, τους επόμενους μήνες, η κυβέρνησή του θα καθόριζε και θα ανακοίνωνε νέους, νομικά επιτρεπτούς δασμούς, οι οποίοι θα συνέχιζαν την «εξαιρετικά επιτυχημένη διαδικασία» του «Making America Great Again».

Ωστόσο, λίγες ώρες πριν από την έναρξη ισχύος του μέτρου, η Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων των ΗΠΑ (U.S. Customs and Border Protection) ενημέρωσε με υπόμνημα τους εισαγωγείς ότι ο αρχικός δασμός 10% θα εφαρμοστεί από τις 24 Φεβρουαρίου σε «εισαγόμενα προϊόντα από κάθε χώρα για περίοδο 150 ημερών, εκτός εάν προβλέπεται ρητή εξαίρεση».

Μέχρι στιγμής, ο Τραμπ δεν έχει εκδώσει νέα επίσημη οδηγία για την αύξηση του δασμού στο 15%, παρά τη σχετική ανάρτησή του.

Στις βασικές εξαιρέσεις από τον παγκόσμιο δασμό περιλαμβάνονται προϊόντα που συμμορφώνονται με τη Συμφωνία Ηνωμένων Πολιτειών–Μεξικού–Καναδά (United States-Mexico-Canada Agreement – USMCA), καθώς και φαρμακευτικά προϊόντα, κρίσιμα ορυκτά και εισαγωγές τροφίμων.

Παράλληλα, άλλα στοιχεία του υφιστάμενου καθεστώτος δασμών παραμένουν σε ισχύ: δασμοί 50% σε αλουμίνιο, προϊόντα χαλκού και χάλυβα, 25% σε αυτοκίνητα και έπιπλα, καθώς και 10% στην ξυλεία.

Η Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων επιβεβαίωσε επίσης, με σχετικό δελτίο, ότι οι δασμοί που είχαν επιβληθεί βάσει του IEEPA δεν θα εισπράττονται πλέον μετά τα μεσάνυχτα της 24ης Φεβρουαρίου.

Εν μέσω αυτής της αβεβαιότητας, ο Τραμπ προειδοποίησε στις 23 Φεβρουαρίου ότι χώρες που θα επιλέξουν να υπαναχωρήσουν από εμπορικές συμφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιμετωπίσουν ακόμη υψηλότερες επιβαρύνσεις. Σε νέα ανάρτησή του στο Truth Social ανέφερε ότι οποιαδήποτε χώρα επιχειρήσει να «παίξει παιχνίδια» με τη «γελοία απόφαση» του Ανώτατου Δικαστηρίου, ιδίως χώρες που, κατά την άποψή του, «εκμεταλλεύονταν» τις ΗΠΑ επί χρόνια ή και δεκαετίες, θα βρεθεί αντιμέτωπη με «πολύ υψηλότερους δασμούς και χειρότερους όρους» από εκείνους που μόλις πρόσφατα είχε αποδεχθεί.

Η τοποθέτηση αυτή προηγήθηκε της απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να αναστείλει τη διαδικασία επικύρωσης των εμπορικών συμφωνιών μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι ο δασμός 15% παραβιάζει διατάξεις της συμφωνίας που είχε επιτευχθεί το περασμένο καλοκαίρι.

Παράλληλα, ολοένα και περισσότερες χώρες έχουν γνωστοποιήσει ότι θα εξετάσουν προσεκτικά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Συνέντευξη Τύπου του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τους δασμούς προβάλλεται σε τηλεόραση, στον χώρο συναλλαγών του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης. ΗΠΑ, 20 Φεβρουαρίου 2026. (Michael M. Santiago/Getty Images)

 

Αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου υποστήριξαν ότι οι εταίροι των ΗΠΑ δεν έχουν αποσυρθεί από τις δεσμεύσεις τους. Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος Τζέιμσον Γκρηρ δήλωσε σε συνέντευξή του, στις 22 Φεβρουαρίου, στην εκπομπή «Face the Nation» του CBS, ότι ξένες κυβερνήσεις έχουν επικοινωνήσει με την κυβέρνηση των ΗΠΑ ζητώντας διευκρινίσεις σχετικά με την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου και ότι αναμένουν από τους εταίρους να τηρήσουν τις συμφωνίες τους, επισημαίνοντας πως μέχρι στιγμής δεν έχει ακούσει κανέναν να δηλώνει ότι η συμφωνία ακυρώνεται.

Σύγχυση για τις επιστροφές δασμών

Οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αναμένουν σαφή εικόνα σχετικά με την πορεία των αιτημάτων τους για επιστροφή δασμών. Μετά την απόφαση του δικαστηρίου, εκτιμάται ότι πολλοί εισαγωγείς θα υποβάλουν σχετικές αιτήσεις, ενώ δεκάδες εταιρείες έχουν ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση από το καλοκαίρι.

Σύμφωνα με εκτίμηση του Penn Wharton Budget Model, το συνολικό ύψος των επιστροφών θα μπορούσε να φτάσει τα 175 δισ. δολάρια.

Αναλυτές της αγοράς προειδοποιούν ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να δημιουργήσει βραχυπρόθεσμες πιέσεις χρηματοδότησης για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Ο επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής μετοχών Τζεφ Μπούχμπάιντερ (Jeff Buchbinder) ανέφερε, σε σημείωμα που απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην εφημερίδα The Epoch Times, ότι ακόμη και αν οι επιστροφές πραγματοποιηθούν σταδιακά, δημιουργείται νέα άμεση χρηματοδοτική ανάγκη για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Πρόσθεσε ότι οποιαδήποτε σημαντική έκδοση χρέους για την κάλυψη των σχετικών εκροών θα επικεντρωθεί πιθανότατα στο βραχυπρόθεσμο τμήμα της καμπύλης αποδόσεων, οδηγώντας σε ελαφρά αύξηση της κλίσης της.

Αξιωματούχοι της κυβέρνησης άφησαν να εννοηθεί ότι οι επιστροφές ενδέχεται να καθυστερήσουν λόγω των δικαστικών διαδικασιών, έως ότου τα δικαστήρια παράσχουν σαφή καθοδήγηση. Ο Γκρηρ δήλωσε στις 22 Φεβρουαρίου, σε εμφάνισή του στην εκπομπή «This Week» του ABC, ότι η κυβέρνηση χρειάζεται οδηγίες από το δικαστήριο, καθώς ακυρώθηκαν οι δασμοί χωρίς να δοθεί καμία κατεύθυνση για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το ζήτημα. Εξέφρασε την εκτίμηση ότι θα χρειαστεί να παρέμβει το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου, ομοσπονδιακό δικαστήριο σε επίπεδο περιφέρειας, και να διευκρινίσει τη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου τού αν οι ενάγοντες όφειλαν να έχουν υποβάλει σχετικό αίτημα, υπογραμμίζοντας ότι απαιτείται σαφής δικαστική καθοδήγηση.

Στις 23 Φεβρουαρίου, η Federal Express κατέθεσε αγωγή κατά της κυβέρνησης των ΗΠΑ, ζητώντας «πλήρη επιστροφή» των δασμών που κατέβαλε το προηγούμενο έτος. Σε προσφυγή 11 σελίδων, η εταιρεία ανέφερε ότι οι ενάγοντες ζητούν πλήρη επιστροφή όλων των δασμών βάσει του IEEPA που έχουν καταβάλει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η FedEx προστίθεται σε έναν αυξανόμενο αριθμό επιχειρήσεων που επιδιώκουν να ανακτήσουν τα δισεκατομμύρια που κατέβαλαν σε δασμούς. Τους τελευταίους μήνες, δεκάδες εταιρείες — από τον κολοσσό λιανικής Costco έως την εταιρεία καλλυντικών Revlon — έχουν προσφύγει στη Δικαιοσύνη, επιδιώκοντας την επιστροφή των ποσών που κατέβαλαν στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Με τη συμβολή των Victoria Friedman και Jill McLaughlin

Ο Τραμπ επιλέγει τον Κέβιν Γουόρς για νέο πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε στις 30 Ιανουαρίου ότι ο πρώην διοικητής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed) των ΗΠΑ Κέβιν Γουόρς (Kevin Warsh) θα αναλάβει την ηγεσία της κεντρικής τράπεζας της χώρας.

Αν και ο νέος πρόεδρος της Fed θα διαθέτει μόνο μία ψήφο, ο Τραμπ εκτίμησε ότι και άλλα στελέχη θα αλλάξουν στάση και θα στηρίξουν τη μείωση των επιτοκίων. Όπως ανέφερε σε δημοσιογράφους κατά την πρεμιέρα της ταινίας «Melania», που είναι αφιερωμένη στην πρώτη κυρία Μελάνια Τραμπ, ο πρόεδρος δήλωσε ότι, εφόσον υπάρχει σεβασμός προς τον επικεφαλής της Fed —σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τον σημερινό πρόεδρο της τράπεζας— οι υπόλοιποι αξιωματούχοι θα ευθυγραμμιστούν πλήρως με αυτή την κατεύθυνση.

Ο Κέβιν Γουόρς διετέλεσε ειδικός βοηθός του προέδρου για θέματα οικονομικής πολιτικής κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Μπους, από το 2002 έως το 2006, ενώ υπήρξε και εκτελεστικός γραμματέας του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου.

Ο Γουόρς, ο οποίος θεωρείται υποστηρικτής της σκληρής νομισματικής γραμμής, διορίστηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας τον Ιανουάριο του 2006 και υπηρέτησε υπό τον τότε πρόεδρο της Fed, Μπεν Μπερνάνκι (Ben Bernanke). Παραιτήθηκε από τη θέση του στις αρχές του 2011. Ήταν επίσης μία από τις βασικές επιλογές του Τραμπ για την προεδρία της Fed κατά την πρώτη προεδρική του θητεία, πριν τελικά επιλεγεί ο Τζερόμ Πάουελ.

Η διαδικασία αναζήτησης αντικαταστάτη του Πάουελ ξεκίνησε το περασμένο φθινόπωρο με 11 υποψηφίους. Η λίστα περιορίστηκε σταδιακά σε λίγους επικρατέστερους, με τους τέσσερις τελικούς να είναι ο Κέβιν Γουόρς, ο διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου Κέβιν Χάσσετ (Kevin Hassett), ο επικεφαλής στέλεχος της BlackRock Ρικ Ρίντερ (Rick Rieder) και ο διοικητής της Fed Κρίστοφερ Γουόλερ (Christopher Waller).

Για εβδομάδες, οι αγορές προβλέψεων θεωρούσαν σχεδόν βέβαιο ότι ο Χάσσετ θα οριζόταν διάδοχος του Πάουελ. Ωστόσο, ο Γουόρς βρέθηκε αιφνιδιαστικά στην κορυφή όταν ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα μπορούσε να αποδεσμεύσει τον Χάσσετ από τον Λευκό Οίκο. Στη συνέχεια, έπειτα από κολακευτικά σχόλια του προέδρου για τον έμπειρο παράγοντα της Wall Street στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, ο Ρίντερ πέρασε προσωρινά στην πρώτη θέση των εκτιμήσεων. Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ γνωστοποίησε στον Τύπο ότι θα ανακοίνωνε την επιλογή του στις 30 Ιανουαρίου, ο Γουόρς κατέστη το αδιαφιλονίκητο φαβορί.

Ο Γουόρς έχει εκφράσει τη στήριξή του στην οικονομική ατζέντα της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι η Fed θα πρέπει να μειώσει τα επιτόκια και να περιορίσει το μέγεθος του ισολογισμού της. Οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής ψήφισαν με 10 ψήφους υπέρ και 2 κατά στη συνεδρίαση της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Ανοικτής Αγοράς τον Ιανουάριο, αποφασίζοντας να διατηρήσουν τα επιτόκια αμετάβλητα στο εύρος 3,5% έως 3,75%. Παράλληλα, η Fed έχει μειώσει τον ισολογισμό της, αν και διέκοψε τον κύκλο ποσοτικής σύσφιγξης στα τέλη του περασμένου έτους.

Επιπλέον, ο Γουόρς έχει ταχθεί υπέρ της εφαρμογής μεταρρυθμίσεων τόσο σε επίπεδο πολιτικής όσο και σε επίπεδο προσωπικού στο ίδρυμα, το οποίο λειτουργεί εδώ και 113 χρόνια. Σε συνέντευξή του στο CNBC και την εκπομπή «Squawk Box» στις 17 Ιουλίου, είχε ζητήσει σαρωτικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της Fed, φτάνοντας στο σημείο να προτείνει ακόμη και μια συμμαχία πολιτικής με το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ. Σύμφωνα με όσα δήλωσε τότε, υποστήριξε ότι απαιτείται αλλαγή καθεστώτος στη χάραξη πολιτικής, εκτιμώντας ότι το έλλειμμα αξιοπιστίας βαρύνει τα σημερινά στελέχη της Fed.

Ο Τζερόμ Πάουελ έχει διαφωνήσει με τις απόψεις ότι η Fed χρειάζεται ριζική αναμόρφωση του μηχανισμού λήψης αποφάσεων. Μιλώντας στη συνέντευξη Τύπου μετά τη συνεδρίαση της 28ης Ιανουαρίου, ανέφερε ότι η συγκεκριμένη ιδέα δεν έχει λογική βάση. Όπως εξήγησε, εάν το ζήτημα αφορά τη χρήση καλύτερων οικονομικών μοντέλων, η Fed είναι ανοιχτή σε αυτά και αναζητά διαρκώς τρόπους βελτίωσης, τονίζοντας παράλληλα ότι η τράπεζα βρίσκεται ήδη σε επαφή με όποιον ασχολείται με την οικονομική μοντελοποίηση.

Η θητεία του σημερινού επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας λήγει τον Μάιο, ωστόσο ο Πάουελ θα διατηρήσει τη θέση του στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας έως τον Ιανουάριο του 2028.

Βαρύ πρόστιμο της Κομισιόν στην X του Έλον Μασκ για παραβίαση του «Digital Services Act»

Μετά από διετή έρευνα στο πλαίσιο του Νόμου για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε στις 5 Δεκεμβρίου τη βαρύτατη επιβολή προστίμου ύψους 120 εκατομμυρίων ευρώ στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X, ιδιοκτησίας του δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία Έλον Μασκ.

Όπως αναφέρει η Κομισιόν, η X παραβίασε σειρά υποχρεώσεων διαφάνειας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η παραπλανητική σχεδίαση του μπλε σήματος επαλήθευσης («blue checkmark»), η έλλειψη διαφάνειας στο αποθετήριο διαφημίσεων, καθώς και η αδυναμία παροχής πρόσβασης ερευνητών στα δημόσια δεδομένα της πλατφόρμας.

Σε ένα ακόμη μέτωπο μεταξύ Βρυξελλών και αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών, η Επιτροπή δήλωσε: «Το διακριτικό επαλήθευσης της πλατφόρμας μετατράπηκε σε επί πληρωμή λειτουργία, χωρίς επαρκή έλεγχο ταυτότητας». Οι ρυθμιστικές αρχές υποστήριξαν πως με τον τρόπο αυτό παραπλανήθηκαν οι χρήστες, και παρασύρθηκαν να θεωρήσουν ορισμένους λογαριασμούς ως αυθεντικούς, με συνέπεια την έκθεσή τους σε κινδύνους πλαστοπροσωπίας, χειραγώγησης και απάτης.

Επίσης, σύμφωνα με την Κομισιόν, το αποθετήριο διαφημίσεων της X δεν πληρούσε τις προδιαγραφές προσβασιμότητας και πληρότητας του DSA, καθώς παρέλειπε κρίσιμες πληροφορίες, γεγονός που εμπόδιζε την καταπολέμηση συντονισμένης παραπληροφόρησης, παρεμβάσεων σε εκλογικές διαδικασίες και παράνομων δραστηριοτήτων.

Επιπλέον, οι αρχές σημείωσαν πως η X έθεσε εμπόδια στην πρόσβαση κατάλληλων ερευνητών σε σημαντικά στατιστικά στοιχεία, όπως εντυπώσεις, επισημάνσεις «μου αρέσει» και κοινοποιήσεις. Οι όροι χρήσης της πλατφόρμας απαγορεύουν την ανεξάρτητη πρόσβαση των ερευνητών στα δημόσια δεδομένα και υιοθετούν διαδικασίες με περιττούς περιορισμούς.

Η Χάνα Βερκίνεν, εκτελεστική αντιπρόεδρος της Επιτροπής για την Τεχνολογική Κυριαρχία, την Ασφάλεια και τη Δημοκρατία, υπογράμμισε: «Με την πρώτη απόφαση μη συμμόρφωσης βάσει του DSA, κρατάμε την X υπόλογη για την υπονόμευση των δικαιωμάτων των χρηστών και την αποφυγή λογοδοσίας». Σημείωσε δε πως η X διαθέτει προθεσμία 60 ημερών για να ενημερώσει την Επιτροπή πώς θα αντιμετωπίσει τα αποκαλούμενα παραπλανητικά «μπλε σήματα», και 90 ημερών για να καταθέσει σχέδιο διόρθωσης για τις διαφημίσεις και τα δημόσια δεδομένα. «Η μη συμμόρφωση με την απόφαση ενδέχεται να επιφέρει περιοδικές χρηματικές κυρώσεις», προειδοποίησε η Επιτροπή.

Πριν από την ανακοίνωση της Κομισιόν, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς σχολίασε: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπρεπε να υπερασπίζεται την ελευθερία του λόγου, όχι να στοχοποιεί αμερικανικές εταιρείες με ανυπόστατες κατηγορίες». Κάλεσε την Ένωση να στηρίξει την ελευθερία λόγου, καθώς φημολογείται ότι η Επιτροπή σκοπεύει να επιβάλει στην X επιπλέον πρόστιμο εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για μη λογοκρισία περιεχομένου.

Το πρόστιμο στην X επεβλήθη μία ημέρα μετά την εκκίνηση έρευνας κατά της Meta από την Ευρωπαϊκή Ένωση για πιθανή παραβίαση των κανόνων ανταγωνισμού, όσον αφορά την πρόσβαση παρόχων τεχνητής νοημοσύνης στο WhatsApp.

«Οφείλουμε να διασφαλίσουμε ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες και οι επιχειρήσεις θα αποκομίσουν πλήρως τα οφέλη αυτής της τεχνολογικής επανάστασης, και να αποτρέψουμε τους ισχυρούς ψηφιακούς παίκτες από το να καταχρώνται τη θέση τους, αποκλείοντας καινοτόμους ανταγωνιστές», δήλωσε στις 4 Δεκεμβρίου η Επίτροπος Ανταγωνισμού, Τερέζα Ριμπέιρου.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, σχολίασε: «Το πρόστιμο των 140 εκατομμυρίων δολαρίων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν αποτελεί μόνο επίθεση κατά της X, αλλά και εναντίον όλων των αμερικανικών τεχνολογικών πλατφορμών και του αμερικανικού λαού από ξένες κυβερνήσεις». Δήλωσε ακόμη πως «οι μέρες κατά τις οποίες λογοκρίνονταν οι Αμερικανοί στο διαδίκτυο έχουν πλέον τελειώσει».

Η ΕΕ υιοθέτησε τον Νόμο για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες το 2022, θέτοντας αυστηρούς κανόνες για τη λειτουργία των διαδικτυακών υπηρεσιών, από την προστασία του χρήστη έως τη διαφάνεια στη διαφήμιση. Όσοι επικρίνουν τον νόμο ισχυρίζονται ότι ο κανονισμός απειλεί την ελευθερία του λόγου και ενδέχεται να οδηγήσει σε ένα παγκόσμιο καθεστώς λογοκρισίας.

Φωτογραφία με τα λογότυπα των μεγαλύτερων πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης και εταιρειών. (AAP Image/Lukas Coch)

 

Η Αντίνα Περτάρου, ανώτερη νομική σύμβουλος του Ευρωπαϊκού παραρτήματος της Alliance Defending Freedom International, επεσήμανε: «Ο Νόμος για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες ενδέχεται να εγκαθιδρύσει ένα παγκόσμιο καθεστώς λογοκρισίας και είναι η μεγαλύτερη απειλή για την ελευθερία έκφρασης στον δυτικό κόσμο σήμερα. Θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για την προστασία της ελεύθερης έκφρασης έναντι της λογοκρισίας και του DSA, ώστε να παραμείνει η ψηφιακή δημόσια σφαίρα ελεύθερη».

Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επίσης επικρίνει τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς για την ψηφιακή οικονομία τους τελευταίους μήνες. Ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ, Χάουαρντ Λούτνικ, σε συνέντευξή του στο Bloomberg Television στις 24 Νοεμβρίου, παρατήρησε ότι «οι ευρωπαϊκοί κανόνες και κανονισμοί στοχεύουν άδικα την Amazon, τη Google και τη Microsoft» και κάλεσε την ΕΕ να διαμορφώσει ένα λογικό πλαίσιο δράσης για τις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες στην ευρωπαϊκή αγορά, σημειώνοντας: «Επιθυμούν να συμπεριλάβουν τον χάλυβα και το αλουμίνιο σε αυτό το πλαίσιο, και θεωρούμε ιδιαίτερα κρίσιμο να κατανοήσουν τους όρους λειτουργίας των ψηφιακών μας εταιρειών και να επανεξετάσουν τους ψηφιακούς κανονισμούς ώστε να γίνουν πιο προσιτοί για τις μεγάλες εταιρείες μας».

Η ΕΕ επιχειρεί να απλοποιήσει το κανονιστικό της πλαίσιο για την ψηφιακή οικονομία. Τον περασμένο μήνα, η Επιτροπή παρουσίασε ένα ευρύ «ψηφιακό omnibus» με στόχο την απλούστευση των τρεχόντων κανονισμών για την τεχνητή νοημοσύνη, την κυβερνοασφάλεια και τα δεδομένα, με αξιωματούχους να τονίζουν πως η πρωτοβουλία αυτή θα ενισχύσει την καινοτομία, θα διευκολύνει τη συμμόρφωση και θα περιορίσει τη γραφειοκρατία.

Ο Πούτιν ανοίγει ένα παράθυρο για ειρηνευτικό σχέδιο στην Ουκρανία

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δήλωσε στις 27 Νοεμβρίου ότι ένα ειρηνευτικό σχέδιο με την υποστήριξη των ΗΠΑ θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Το τελευταίο διάστημα, οι προσπάθειες αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης Ουκρανίας–Ρωσίας κερδίζουν έδαφος, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρωπαίοι εταίροι προωθούν παράλληλα ειρηνευτικά πλαίσια για την υπέρβαση του αδιεξόδου.

Σε συνέντευξη Τύπου στο Κιργιστάν, ο Πούτιν εξέφρασε τη διάθεσή του για σοβαρές συνομιλίες πάνω στο εν λόγω σχέδιο. «Εν γένει, συμφωνούμε ότι αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για μελλοντικές συμφωνίες», ανέφερε, μετά από σύνοδο με τους ηγέτες της Λευκορωσίας, του Καζακστάν και του Τατζικιστάν, στο πλαίσιο του Οργανισμού Συλλογικής Ασφάλειας. Επρόκειτο για την πρώτη δημόσια τοποθέτηση του Πούτιν σε ειρηνευτική πρωτοβουλία, ύστερα από αρκετές ημέρες έντονης αμερικανο-ουκρανικής διπλωματίας.

Ο Λευκός Οίκος επιβεβαίωσε την περασμένη εβδομάδα ότι εργάζεται σε ένα ειρηνευτικό σχέδιο 28 σημείων για την επίλυση της κρίσης στην Ανατολική Ευρώπη. Σύμφωνα με το προσχέδιο, η Ουκρανία θα πρέπει να προχωρήσει σε σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις, να περιορίσει τις δυνάμεις της και να εγκαταλείψει κάθε φιλοδοξία ένταξης στο ΝΑΤΟ. Το σχέδιο προβλέπει επίσης άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, ανακατεύθυνση των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, καθώς και δέσμευση της Μόσχα να μην επιτεθεί στην Ουκρανία ή σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Στις 24 Νοεμβρίου, μετά από συνομιλίες στη Γενεύη μία μέρα νωρίτερα, ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι ανακοίνωσε πως αμερικανική αντιπροσωπεία υπό την ηγεσία του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, σε συνεργασία με Ουκρανούς αξιωματούχους, αποφάσισαν να απλοποιήσουν το προσχέδιο. Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Ζελένσκι έγραψε πως οι τροποποιήσεις «αντανακλούν τη σωστή προσέγγιση», προσθέτοντας: «Υπάρχει ακόμη δουλειά για όλους μας ώστε να ολοκληρωθεί το κείμενο και πρέπει όλα να γίνουν με αξιοπρέπεια».

Ο Πούτιν αποκάλυψε πως το νέο σχέδιο απεστάλη ήδη στη Μόσχα, εξηγώντας: «Αποφάσισαν μεταξύ τους πως τα είκοσι οκτώ σημεία θα πρέπει να διαχωριστούν σε τέσσερα ξεχωριστά σκέλη». Παρατήρησε ότι το προσχέδιο απαιτεί διπλωματική επεξεργασία στη γλώσσα και χαρακτήρισε αστεία διατύπωση την πρόβλεψη περί δέσμευσης της Ρωσίας να μην επιτεθεί στην Ευρώπη, λέγοντας πως «η Ρωσία δεν έχει σκοπό να κατακτήσει την Ευρώπη». Παρά ταύτα, δήλωσε πρόθυμος να συμμετάσχει σε ευρύτερο διάλογο σχετικά με την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Υπογράμμισε δε ότι οι εχθροπραξίες θα λήξουν μόλις οι ουκρανικές δυνάμεις αποσυρθούν από τα εδάφη που ελέγχουν.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, σε συνάντηση στον Λευκό Οίκο. Ουάσιγκτον, 18 Αυγούστου 2025. (Mandel Ngan/AFP μέσω Getty Images)

 

Για τη δήμευση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τα διαθέσιμα της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας που έχουν «παγώσει» δυτικές κυβερνήσεις, κυρίως στην Ευρώπη, από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου 2022, ο Πούτιν δηλώνει ότι θα έχει αρνητικές συνέπειες στο διεθνές οικονομικό σύστημα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ εξετάζουν το ενδεχόμενο χρήσης του ποσού, που ανέρχεται στα 300 δισεκατομμύρια δολάρια, για την άμυνα και την ανασυγκρότηση της Ουκρανίας, ωστόσο το σχέδιο δεν τυγχάνει ευρείας αποδοχής. Οι υπέρμαχοι του μέτρου υποστηρίζουν πως θα προσφέρει ουσιαστική οικονομική υποστήριξη στο Κίεβο, ενώ οι επικριτές προειδοποιούν ότι θα υπονομεύσει το κύρος της κρατικής ασυλίας, θα αποσταθεροποιήσει τις διεθνείς αγορές και θα προκαλέσει ρωσικά αντίμετρα.

 Οι δηλώσεις του Πούτιν υπερθεματίζουν τη δεύτερη άποψη: «Βεβαίως, θα υπάρξουν ολέθριες συνέπειες, επειδή η εμπιστοσύνη στην ευρωζώνη θα καταρρεύσει δραματικά». Επεσήμανε δε ότι η Ρωσία εξετάζει τρόπους αντίδρασης σε ενδεχόμενη δήμευση των περιουσιακών της στοιχείων, χωρίς ωστόσο να ορίσει κάποιο χρονοδιάγραμμα.

Χωρίς χρονοδιάγραμμα κινείται και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, όσον αφορά τον τερματισμό του πολέμου και τη σύναψη συμφωνίας ανάμεσα στις δύο πλευρές, παρόλο που δηλώνει πως αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα. Στις 25 Νοεμβρίου, είπε σε δημοσιογράφους: «Η δική μου προθεσμία είναι να τελειώσει ο πόλεμος. Η Ρωσία έχει πολύ περισσότερους ανθρώπους, πολύ περισσότερους στρατιώτες. Πιστεύω πως αν η Ουκρανία καταφέρει να φτάσει σε μια συμφωνία, θα είναι θετικό – θα είναι καλό και για τους δύο. Ειλικρινά, πιστεύω ότι θα είναι καλό και για τους δύο».

Την ίδια ημέρα, σε ανάρτησή του στο Truth Social, ο Τραμπ σημείωσε: «Ελπίζω να συναντήσω σύντομα τον πρόεδρο Ζελένσκι και τον πρόεδρο Πούτιν, αλλά μόνο όταν η συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου έχει ολοκληρωθεί ή βρίσκεται στο τελικό της στάδιο».

Με τη συμβολή των Victoria Friedman, Ryan Morgan και Tom Ozimek 

Οι ΗΠΑ πιέζουν την Ιαπωνία να διακόψει τις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας

Ο υπουργός Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Σκοτ Μπέσσεντ, δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον αναμένει από την Ιαπωνία να σταματήσει τις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας, επικαλούμενος εν εξελίξει συνομιλίες μεταξύ των δύο κυβερνήσεων.

Ο Μπέσσεντ συναντήθηκε με τον Ιάπωνα υπουργό Οικονομικών, Κατσουνόμπου Κάτο, στις 15 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο της ετήσιας συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Μπέσσεντ ανέφερε ότι οι δύο αξιωματούχοι συζήτησαν βασικά ζητήματα των αμερικανοϊαπωνικών οικονομικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης της στάσης της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στη ρωσική ενέργεια.

«Ο υπουργός Κάτο κι εγώ συζητήσαμε σημαντικά θέματα που αφορούν τη σχέση ΗΠΑ-Ιαπωνίας και την προσδοκία της κυβέρνησης ότι η Ιαπωνία θα σταματήσει να εισάγει ρωσική ενέργεια», δήλωσε ο Μπέσσεντ.

Ο Κάτο απάντησε ότι η Ιαπωνία θα κάνει ό,τι μπορεί, δείχνοντας διάθεση ευελιξίας αλλά χωρίς να δεσμευτεί ρητά.

«Η Ιαπωνία θα κάνει ό,τι μπορεί, με βάση την αρχή του συντονισμού με τις χώρες των G7, ώστε να επιτευχθεί ειρήνη στην Ουκρανία με δίκαιο τρόπο», είπε ο Κάτο.

Για πρώτη φορά από τις αρχές του 2023, η Ιαπωνία εισήγαγε τον Ιούνιο 600.000 βαρέλια αργού πετρελαίου Sakhalin Blend από τη Ρωσία.

Το Sakhalin Blend – ένα μείγμα αργού πετρελαίου και συμπυκνωμένου φυσικού αερίου, παραπροϊόν της παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) – έχει τεθεί υπό κυρώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών είχε χορηγήσει προσωρινή εξαίρεση, επιτρέποντας στην Ιαπωνία, η οποία υπήρξε σημαντικός πελάτης της Ρωσίας, να εισάγει το αργό, ώστε να διασφαλίσει τη σταθερότητα της εθνικής ενεργειακής της τροφοδοσίας.

Η Ιαπωνία είναι ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ενέργειας παγκοσμίως. Πέρυσι, το Τόκυο εισήγαγε ρωσικά ορυκτά καύσιμα αξίας περίπου 3,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων άνθρακα, LNG και διυλισμένων προϊόντων.

Για να ενταθεί η οικονομική πίεση στη Μόσχα, οι G7 συμφώνησαν αυτό τον μήνα να ενισχύσουν τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, λαμβάνοντας μέτρα εναντίον χωρών που εξακολουθούν να εισάγουν ρωσικό πετρέλαιο παρακάμπτοντας τους εμπορικούς περιορισμούς.

Η ρωσική οικονομία βρίσκεται υπό τεράστια πίεση φέτος, με αξιωματούχους να φοβούνται το ενδεχόμενο στασιμοπληθωρισμού – συνδυασμό υψηλού πληθωρισμού, ασθενούς ανάπτυξης και αυξανόμενης ανεργίας. Αυτό οφείλεται εν μέρει στη μείωση των εσόδων από τις εξαγωγές ενέργειας και στις επιθέσεις που δέχονται κρίσιμες υποδομές της.

Οι τιμές του αργού πετρελαίου έχουν πέσει κατά 18% φέτος, με το αμερικανικό σημείο αναφοράς να υποχωρεί κάτω από τα 59 δολάρια το βαρέλι στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (NYMEX).

Ινδία, Κίνα και Τουρκία

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πιέζουν όλο και περισσότερες χώρες να περιορίσουν ή να σταματήσουν τις αγορές ρωσικής ενέργειας, με στόχο την ελαχιστοποίηση των εσόδων του Κρεμλίνου και τη συνεπακόλουθη αδυναμία συντήρησης του πολέμου στην Ουκρανία.

Στις 15 Οκτωβρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι η Ινδία δεν θα αγοράζει πλέον ρωσικό πετρέλαιο.

«Δεν ήμουν καθόλου ευχαριστημένος που η Ινδία αγόραζε πετρέλαιο, και ο [πρωθυπουργός της Ινδίας] Ναρέντρα Μόντι με διαβεβαίωσε σήμερα ότι δεν θα αγοράζουν πλέον πετρέλαιο από τη Ρωσία», είπε ο Τραμπ. «Είναι ένα μεγάλο βήμα».

Ο Αμερικανός πρόεδρος προσέθεσε ότι αυτή θα είναι μία σταδιακή διαδικασία, η οποία όμως δεν θα αργήσει να ολοκληρωθεί. «Ο Μόντι είναι σπουδαίος άνθρωπος· αγαπά τον Τραμπ», συμπλήρωσε.

Ο Τραμπ επέβαλε σημαντικούς δασμούς στην Ινδία το περασμένο καλοκαίρι – αρχικά 25% στις εισαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, λόγω αποτυχίας συμφωνίας, και στη συνέχεια, επιπλέον 25% επειδή η Ινδία συνέχιζε να αγοράζει ρωσικό αργό.

Ωστόσο, ο μεγαλύτερος πελάτης της Ρωσίας παραμένει η Κίνα, που αγοράζει περίπου 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Ανώτεροι αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης έχουν καλέσει το Πεκίνο να σταματήσει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, υποστηρίζοντας ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο συμβάλλουν στη χρηματοδότηση του πολέμου.

«Η Κίνα αγοράζει το 66% της ρωσικής ενέργειας. Αγοράζει το 90% της ιρανικής. Ποιος λοιπόν τροφοδοτεί τη ρωσική πολεμική μηχανή;» παρατήρησε ο Μπέσσεντ σε συνέντευξη Τύπου στις 15 Οκτωβρίου.

Συνεχίζοντας, αποκάλυψε ότι 85 γερουσιαστές είναι έτοιμοι να δώσουν στον Τραμπ την εξουσία να επιβάλει δασμούς έως και 500% στην Κίνα για τις αγορές ρωσικού πετρελαίου.

Η Τουρκία, επίσης σημαντικός πελάτης ρωσικού πετρελαίου, έχει δεχθεί παρόμοιες πιέσεις από τον Λευκό Οίκο.

Κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο Οβάλ Γραφείο τον περασμένο μήνα, ο Τραμπ τον κάλεσε να σταματήσει τις ενεργειακές εισαγωγές από τη Μόσχα.

«Αν το έκανε, θα ήταν το καλύτερο πράγμα», δήλωσε ο Τραμπ στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε τη συνάντησή τους.

Με τη συμβολή της Emel Akan και πληροφορίες από το Reuters