Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Τίθεται σε ισχύ ο δασμός 50% του Τραμπ στην Ινδία

Από τα μεσάνυχτα της 27ης Αυγούστου, τέθηκε σε ισχύ ο πρόσθετος δασμός 25% στις εισαγωγές από την Ινδία, ανεβάζοντας το συνολικό ποσοστό σε 50% για πλήθος ινδικών προϊόντων που εισέρχονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως ανακοίνωσε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Είχε προηγηθεί τον Απρίλιο γενικότερη ανακοίνωση επιβολής δασμών από τον Τραμπ, που τότε ανήγγειλε επιπλέον φόρο 26% στα ινδικά προϊόντα, επιδιώκοντας να πιέσει την Ινδία να μειώσει τα εμπορικά της εμπόδια — ποσοστό που τελικά αναπροσαρμόστηκε ελαφρώς στο 25%.

Με προεδρικό διάταγμα στις 6 Αυγούστου, ο Τραμπ ενεργοποίησε τη νέα αυτή επιβάρυνση, δικαιολογώντας αυτή τη κίνηση: «Η κυβέρνηση της Ινδίας εισάγει άμεσα ή έμμεσα πετρέλαιο από τη Ρωσική Ομοσπονδία». Από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, η Ινδία έχει καταστεί ένας από τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους της Μόσχας, με το ετήσιο διμερές εμπόριο να αγγίζει σχεδόν τα 69 δισ. δολάρια. Η ενέργεια, κυρίως το αργό πετρέλαιο, αποτελεί τον βασικότερο σύνδεσμο μεταξύ των δύο χωρών, καθώς οι ινδικές εισαγωγές ξεπέρασαν τα 52 δισ. δολάρια το 2023, ενώ εκτιμάται ότι η Ινδία απορροφά το ένα τρίτο των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου, εκμεταλλευόμενη τις εκπτώσεις που προκάλεσαν οι κυρώσεις.

Οι G7 επέβαλαν πλαφόν 60 δολαρίων το βαρέλι στο ρωσικό αργό τύπου Oυράλης τον Δεκέμβριο, θέλοντας να περιορίσει τα έσοδα της Ρωσίας. Ωστόσο, καθώς οι διεθνείς τιμές πετρελαίου υποχώρησαν, η διαφορά τιμής υπέρ των Ινδών εξασθένησε. Ο οικονομολόγος ενέργειας Άνας Αλ-Χάτζι τόνισε πως η Ινδία αντικατέστησε ακριβότερο αργό πετρέλαιο από ΗΠΑ, Νότια Αμερική και Αφρική με φθηνότερο ρώσικο, σημειώνοντας: «Περίπου 932 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως ακριβότερης ή ανακατευθυνόμενης παραγωγής προς διυλιστήρια σε Κουβέιτ και Ομάν, αντικαταστάθηκαν από ρωσικές εισαγωγές».

Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι οι αγορές αυτές από πλευράς Ινδίας συμβάλλουν άμεσα στη χρηματοδότηση της ρωσικής πολεμικής μηχανής στην Ουκρανία. Σε ανάρτησή του στο Truth Social στις 4 Αυγούστου, ο Τραμπ δήλωσε χαρακτηριστικά: «Η Ινδία εκμεταλλεύεται το φθηνό ρωσικό αργό, πουλώντας το στη διεθνή αγορά με μεγάλα κέρδη. Δεν τους νοιάζει πόσοι σκοτώνονται στην Ουκρανία από τη ρωσική πολεμική μηχανή».

Η κυβέρνηση της Ινδίας απέρριψε τις κατηγορίες αυτές, δηλώνοντας στην εφημερίδα The Epoch Times ότι οι συγκεκριμένες αγορές επιδιώκουν απλώς να εξασφαλίσουν προσιτή ενέργεια για τον πληθυσμό του 1,5 δισ. πολιτών. Εκπρόσωπος του ινδικού υπουργείου Εξωτερικών σημείωσε: «Υπό το φως αυτών των δεδομένων, η στοχοποίηση της Ινδίας είναι αδικαιολόγητη και παράλογη».

Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και ο επικεφαλής σύμβουλος του Λευκού Οίκου για το εμπόριο, Πίτερ Ναβάρο, ο οποίος δήλωσε σε δημοσιογράφους: «Η Ινδία βγάζει υπερκέρδη από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Δεν φαίνεται να αναγνωρίζει τις συνέπειες που έχει ο ρόλος της στο αιματοκύλισμα». Εξέφρασε ακόμη ανησυχία πως «οι παρούσες εμπορικές πολιτικές της Ινδίας βλάπτουν τις ΗΠΑ. Το εμπορικό μας έλλειμμα με την Ινδία είναι πολύ υψηλό — αυτό πλήττει Αμερικανούς εργαζόμενους, αμερικανικές επιχειρήσεις. Τα χρήματα που παίρνουν πουλώντας μας προϊόντα τα χρησιμοποιούν για να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο, το διυλίζουν και επωφελούνται διπλά. Τελικά, τα έσοδα αυτά αξιοποιούνται από τη Ρωσία για νέους εξοπλισμούς, με αποτέλεσμα να σκοτώνονται περισσότεροι Ουκρανοί και οι Αμερικανοί φορολογούμενοι να καλούνται να χρηματοδοτήσουν περαιτέρω στρατιωτική βοήθεια στο Κίεβο».

Σύμφωνα με το Αμερικανικό Γραφείο του Εκπροσώπου Εμπορίου, το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την Ινδία διαμορφώθηκε σχεδόν στα 46 δισ. δολάρια το 2024, σημειώνοντας αύξηση 5,9% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Οι νέοι δασμοί αναμένεται να προκαλέσουν τριγμούς στο διμερές εμπόριο που υπερβαίνει τα 200 δισ. δολάρια ετησίως. Πρόσφατα στοιχεία του Γραφείου Οικονομικής Ανάλυσης καταγράφουν μικρή πτώση των ινδικών εισαγωγών κατά 3% τον Ιούνιο σε σχέση με τον Μάιο, αλλά με ετήσια άνοδο 29%.

Από τα στοιχεία της εταιρείας Descartes Systems Group προκύπτει επίσης σημαντική αύξηση των αμερικανικών θαλάσσιων εισαγωγών — πάνω από 18% τον Ιούλιο σε σύγκριση με τον Ιούνιο. Η παγκόσμια έκθεσή τους τον Αύγουστο υπογραμμίζει άνοδο 14% στις παραγγελίες από Ινδία, υποδεικνύοντας συντονισμένες κινήσεις προσαρμογής ενόψει των δασμών. Παραμένει, ωστόσο, έντονη αβεβαιότητα στην αγορά, καθώς οι Αμερικανοί εισαγωγείς επανεξετάζουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους λόγω των νέων μέτρων αλλά και της ενδεχόμενης λήξης της εμπορικής εκεχειρίας ΗΠΑ–Κίνας.

Σε οικονομικό φόρουμ της εφημερίδας Economic Times στο Νέο Δελχί, ο Ινδός υπουργός Εξωτερικών, Σουμπραμάνιαμ Τζαϊσανκάρ, ανέφερε ότι οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται, υπογραμμίζοντας: «Υπάρχουν κόκκινες γραμμές που οφείλουμε να διαφυλάξουμε και να υπερασπιστούμε. Είναι δικαίωμά μας να ενεργούμε προς το εθνικό μας συμφέρον».

Οι οικονομολόγοι της ING προειδοποιούν ότι οι προοπτικές ανάπτυξης της Ινδίας διαγράφονται αβέβαιες εν μέσω ενδεχόμενης εμπορικής σύγκρουσης, με τη γενική πρόβλεψη να δείχνει ανάπτυξη 6,6% το δεύτερο τρίμηνο, από 7,4% το πρώτο τρίμηνο του 2025. Επισημαίνουν ότι το αυξημένο κόστος λόγω δασμών και η αστάθεια στην εμπορική πολιτική αποτελούν σημαντικούς κινδύνους για τη δυναμική της ινδικής οικονομίας. Η ινδική κυβέρνηση εκμεταλλεύεται τη συγκυρία ώστε να προωθήσει εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, όπως την αναθεώρηση στον φόρο αγαθών και υπηρεσιών, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει και τις διπλωματικές της σχέσεις με την Κίνα, καθώς ο πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι ετοιμάζεται να συναντήσει τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ.

Ο Τζο Μαρ, βοηθός οικονομολόγος της Capital Economics, προειδοποίησε ότι ο δασμός 50% μπορεί να επηρεάσει αισθητά την ανάπτυξη του ΑΕΠ της Ινδίας, σημειώνοντας: «Αν διατηρηθεί, η συνεπακόλουθη μείωση στις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ μπορεί να περιορίσει την αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,8% φέτος και το επόμενο έτος».

Απέλαση Ιρανού πρέσβη από την Αυστραλία λόγω επιθέσεων σε εβραϊκούς στόχους

Μετά από ευρήματα που αποδίδουν στην Ισλαμική Επαναστατική Φρουρά του Ιράν (IRGC) συμμετοχή σε αντισημιτικές εμπρηστικές επιθέσεις σε εβραϊκούς στόχους στη Μελβούρνη και το Σίδνεϊ, η Αυστραλία απέλασε τον Ιρανό πρέσβη, Αχμάντ Σαντεγκί, και ανέστειλε τη λειτουργία της πρεσβείας της στην Τεχεράνη.

Ο πρωθυπουργός, Άντονι Αλμπανέζι, ανακοίνωσε την απέλαση αφού ο Οργανισμός Ασφάλειας και Πληροφοριών Αυστραλίας (ASIO) επιβεβαίωσε τα ευρήματά του για την υπόθεση.

«Το ASIO έχει πλέον συγκεντρώσει αρκετές αξιόπιστες πληροφορίες ώστε να καταλήξει σε ένα βαθιά ανησυχητικό συμπέρασμα: η ιρανική κυβέρνηση κατεύθυνε τουλάχιστον δύο από αυτές τις επιθέσεις», δήλωσε ο Αλμπανέζι. Μεταξύ των περιστατικών που αναφέρονται συγκαταλέγεται ο εμπρησμός του εστιατορίου Lewis Continental Kitchen στο Σίδνεϊ στις 20 Οκτωβρίου 2024 και η επίθεση με βόμβες μολότοφ στην συναγωγή Adas Israel στη Μελβούρνη στις 6 Δεκεμβρίου 2024.

Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε τις ενέργειες αυτές «εξαιρετικές και επικίνδυνες πράξεις επιθετικότητας, οργανωμένες από ξένο κράτος σε αυστραλιανό έδαφος» και τόνισε πως ήταν σκόπιμες προσπάθειες να πληγεί η κοινωνική συνοχή και να καλλιεργηθεί διχόνοια στην κοινότητα.

Ζημιές που προκλήθηκαν από εμπρηστική επίθεση στη συναγωγή Adass Israel στη Μελβούρνη της Αυστραλίας στις 9 Δεκεμβρίου 2024. AAP Image/Yumi Rosenbaum

 

Αναφερόμενη στις αποκαλύψεις αυτές, η υπουργός Εξωτερικών, Πένι Γουόνγκ, τόνισε: «Είναι η πρώτη φορά στη μεταπολεμική περίοδο που η Αυστραλία απελαύνει πρέσβη και λάβαμε αυτή την απόφαση επειδή οι ενέργειες του Ιράν είναι απολύτως απαράδεκτες». Επιβεβαίωσε πως όλοι οι Αυστραλοί διπλωμάτες στο Ιράν έχουν μεταφερθεί σε τρίτη χώρα και συνέστησε στους Αυστραλούς πολίτες που βρίσκονται στο Ιράν να αποχωρήσουν, εφόσον το επιτρέπει η ασφάλεια: «Το μήνυμά μας είναι σαφές: αν είστε Αυστραλός στο Ιράν, φύγετε τώρα».

Ο Αλμπανέζι ανακοίνωσε επίσης ότι η IRGC θα χαρακτηριστεί ως τρομοκρατική οργάνωση βάσει του ποινικού κώδικα της Αυστραλίας, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ισχυρή και αποφασιστική αντίδραση. Ο υπουργός Εσωτερικών, Τόνι Μπερκ, υπογράμμισε: «Οι επιθέσεις προκάλεσαν βαθιά τραύματα… Η Αυστραλία δέχθηκε επίθεση και υπέστη βλάβη».

Μέλη της εβραϊκής κοινότητας διαβάζουν μηνύματα που είναι κολλημένα στο φράχτη της συναγωγής Adass Israel στο προάστιο Ripponlea της Μελβούρνης στην Αυστραλία, στις 9 Δεκεμβρίου 2024. Martin Keep/AFP μέσω Getty Images

 

Ο επικεφαλής του ASIO, Μάικ Μπέρτζες, τόνισε ότι ο αντισημιτισμός έχει εξελιχθεί σε κορυφαία προτεραιότητα για την υπηρεσία και αποκάλυψε πως τα στοιχεία οδηγούν σε διασυνδέσεις μεταξύ των φερόμενων εγκλημάτων και αξιωματικών της IRGC. «Οι ενέργειες του Ιράν είναι εντελώς απαράδεκτες. Έθεσαν σε κίνδυνο ζωές, τρόμαξαν την κοινότητα και υπονόμευσαν την κοινωνική μας συνοχή», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η πρεσβεία του Ισραήλ στην Αυστραλία εξέφρασε τη στήριξή της στις αυστραλιανές αποφάσεις, δηλώνοντας: «Χαιρετίζουμε την απόφαση της Αυστραλίας να χαρακτηρίσει την IRGC ως τρομοκρατική οργάνωση. Πρόκειται για ένα βήμα που επί μακρόν ζητούσαμε. Το ιρανικό καθεστώς δεν αποτελεί απειλή μόνο για τους Εβραίους ή το Ισραήλ, αλλά θέτει σε κίνδυνο ολόκληρο τον ελεύθερο κόσμο, συμπεριλαμβανομένης και της Αυστραλίας».

Σε ευρύτερο πλαίσιο, ο Αλμπανέζι προειδοποίησε ότι το Ιράν επιχειρεί να μεταφέρει τις συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής στην Αυστραλία, επισημαίνοντας πως «οι ενέργειες της κυβέρνησής μου στέλνουν ξεκάθαρο μήνυμα… πως η επιθετικότητά σας δεν θα γίνει ανεκτή».

Η αυστραλιανή κυβέρνηση έχει ήδη επιβάλει κυρώσεις σε περισσότερα από 200 φυσικά πρόσωπα και οντότητες του Ιράν με διασύνδεση στο πυραυλικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, σε συντονισμό με διεθνείς εταίρους, για την αντιμετώπιση απειλών κατά της παγκόσμιας ασφάλειας.

Νέες διαπραγματεύσεις ΕΕ-Ιράν εν μέσω απειλών επαναφοράς κυρώσεων

Νέο γύρο διαπραγματεύσεων με το Ιράν ξεκίνησαν η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο—γνωστά ως E3—στις 26 Αυγούστου στη Γενεύη της Ελβετίας, στον απόηχο των συνομιλιών που είχαν προηγηθεί στην Κωνσταντινούπολη στις 25 Ιουλίου.

Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών ανακοίνωσε τη συνάντηση στις 25 Αυγούστου, υπενθυμίζοντας ότι πλησιάζει η προθεσμία για την εκ νέου επιβολή των αυτοματοποιημένων (snapback) κυρώσεων.

Το εν λόγω μηχανισμό προβλέπει το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA) του 2015, που διαπραγματεύτηκε η κυβέρνηση Ομπάμα, βάσει του οποίου οι κυρώσεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών θα μπορούσαν να τεθούν εκ νέου σε ισχύ.

Η πρόνοια αυτή λήγει στις 18 Οκτωβρίου, όμως οι E3 δήλωσαν ότι θα εκκινήσουν τη διαδικασία επαναφοράς των κυρώσεων εάν το Ιράν δεν προβεί στις απαραίτητες παραχωρήσεις έως τις 31 Αυγούστου.

Το «snapback» επιτρέπει την αυτόματη επαναφορά των κυρώσεων χωρίς δυνατότητα βέτο από τη Ρωσία ή την Κίνα—μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Σε κοινή επιστολή που δημοσιεύθηκε στις 8 Αυγούστου, οι E3 υπογράμμισαν: «Σε διάστημα άνω των 20 ετών διπλωματικών προσπαθειών, οι E3 παραμένουν ενωμένοι στον στόχο τους: το Ιράν να μην επιδιώξει, αποκτήσει, ή αναπτύξει ποτέ πυρηνικό όπλο, και μια διαπραγματευμένη λύση που προσφέρει αξιόπιστες εγγυήσεις προς αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να επιτευχθεί μέσω διπλωματικών μέσων».

Σε περίπτωση επαναφοράς, οι κυρώσεις θα μοιάζουν με εκείνες που επιβλήθηκαν βάσει του Ψηφίσματος 1929 του ΟΗΕ το 2010 και θα περιλαμβάνουν εμπάργκο σε συμβατικά όπλα, πάγωμα περιουσιακών στοιχείων, απαγόρευση τραπεζικών συναλλαγών με το Ιράν και ταξιδιωτικές απαγορεύσεις για κρίσιμα πρόσωπα.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αποχώρησε από το JCPOA τον Μάιο του 2018 κατά την πρώτη του θητεία και εν συνεχεία επανέφερε τις αμερικανικές κυρώσεις εις βάρος του Ιράν.

Επανέλαβε τη στρατηγική της «μέγιστης πίεσης» κατά του ιρανικού καθεστώτος στις 4 Φεβρουαρίου, λίγο μετά την έναρξη της δεύτερης θητείας του. Μέχρι τότε, το Ιράν είχε ήδη εμπλουτίσει ουράνιο σε καθαρότητα 60%, πλησιάζοντας το 90% που απαιτείται για κατασκευή πυρηνικών όπλων.

Το Ιράν διαψεύδει τις βλέψεις για πυρηνικά όπλα

Το Ιράν, επί δεκαετίες, ισχυρίζεται ότι οι πυρηνικές του δραστηριότητες έχουν ειρηνικό χαρακτήρα και δεν στοχεύουν σε ανάπτυξη όπλων.

Η ιστοσελίδα του Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας της Ισλαμικής Δημοκρατίας μεταφέρει δήλωση του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ: «Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θεωρεί τη χρήση πυρηνικών και χημικών όπλων μέγιστο και ασυγχώρητο αμάρτημα. Υψώνουμε το σύνθημα “Μέση Ανατολή χωρίς πυρηνικά όπλα” και παραμένουμε αφοσιωμένοι σε αυτό».

Στις 12 Ιουνίου, το 35μελές Διοικητικό Συμβούλιο του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ) ψήφισε υπέρ ψηφίσματος που κηρύσσει το Ιράν εκτός συμμόρφωσης και παραβιάζοντα τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τη Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων.

Στη συνέχεια, οι ισραηλινές δυνάμεις εξαπέλυσαν βομβαρδισμούς εναντίον πυρηνικών εγκαταστάσεων και άλλων στόχων στο εσωτερικό του Ιράν. Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε στις 13 Ιουνίου: «Πριν λίγα λεπτά, το Ισραήλ ξεκίνησε την Επιχείρηση “Rising Lion”, μια στοχευμένη στρατιωτική ενέργεια για την ανάσχεση της ιρανικής απειλής κατά της ίδιας της ύπαρξης του Ισραήλ. Η επιχείρηση αυτή θα διαρκέσει όσες ημέρες χρειαστεί για να αρθεί η απειλή».

Καπνός υψώνεται μετά τις επιθέσεις των ισραηλινών δυνάμεων στην Τεχεράνη του Ιράν, στις 13 Ιουνίου 2025. Vahid Salemi/AP Photo

 

Διαπραγματεύσεις για μια νέα συμφωνία σε αντικατάσταση του JCPOA βρίσκονταν σε εξέλιξη, με έκτο γύρο να έχει προγραμματιστεί στη Μουσκάτ του Ομάν στις 15 Ιουνίου, ο οποίος όμως ακυρώθηκε λόγω των ισραηλινών χτυπημάτων.

Ο γενικός διευθυντής του ΔΟΑΕ, Ραφαέλ Γκρόσι, ανέφερε στις 18 Ιουνίου: «Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε την ύπαρξη συστηματικής προσπάθειας στο Ιράν για κατασκευή πυρηνικού όπλου».

Ως απάντηση, το Ιράν εξαπέλυσε πυραυλικά και μη επανδρωμένα πλήγματα κατά του Ισραήλ. Στις 24 Ιουνίου συνομολογήθηκε κατάπαυση πυρός, αφού το Ιράν επιτέθηκε με πυραύλους σε αμερικανική στρατιωτική βάση στο Κατάρ σε αντίποινα για αμερικανικούς βομβαρδισμούς στο Φερντόου, το Νατάνζ και το Ισφαχάν.

Πριν και μετά την αμερικανική βομβιστική επίθεση της 21ης Ιουνίου στο εργοστάσιο εμπλουτισμού ουρανίου του Φορντόου, βόρεια της Κωμ, στο Ιράν. Εικονογράφηση από The Epoch Times, Reuters, Shutterstock

 

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί επιβεβαίωσε σε συνέντευξή του στις 21 Ιουλίου στο Fox News ότι οι αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές κατέστρεψαν τις πυρηνικές εγκαταστάσεις της Τεχεράνης, διευκρινίζοντας ωστόσο πως το Ιράν θα συνεχίσει τον εμπλουτισμό ουρανίου.

Σε ανακοίνωσή τους στις 8 Αυγούστου, οι E3 δήλωσαν: «Δεν συμμετείχαμε ούτε στον σχεδιασμό ούτε στην εκτέλεση οποιασδήποτε στρατιωτικής ενέργειας κατά του Ιράν».

Ένας χάρτης δείχνει την αμερικανική αεροπορική βάση Al Udeid στο Κατάρ, την οποία το Ιράν χτύπησε με πολλαπλά πυραύλους στις 23 Ιουνίου ως αντίποινα για την αμερικανική επίθεση στις πυρηνικές του εγκαταστάσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χτύπησαν τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις — Fordow, Natanz και Isfahan — τον Ιούνιο. Εικονογράφηση από The Epoch Times

 

Έθεσαν επίσης ως καταληκτική ημερομηνία τα τέλη Αυγούστου για την ενεργοποίηση του μηχανισμού «snapback» σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του Ιράν ως προς συγκεκριμένες απαιτήσεις, όπως η παροχή πλήρους πρόσβασης στους επιθεωρητές του ΟΗΕ σε όλες τις ιρανικές εγκαταστάσεις και η καταγραφή των 400 κιλών ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού.

Επιπλέον προϋπόθεση ήταν η επανέναρξη άμεσων διαπραγματεύσεων ΗΠΑ-Ιράν σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα.

Σε ομιλία του στις 24 Αυγούστου, ο Χαμενεΐ απέρριψε κάθε ενδεχόμενο άμεσης διαπραγμάτευσης με τις ΗΠΑ: «Οι ΗΠΑ απαιτούν από το Ιράν να είναι υποταγμένο.

Ο ιρανικός λαός νιώθει βαθιά προσβεβλημένος από τόσο μεγάλη προσβολή και θα σταθεί με όλες του τις δυνάμεις ενάντια σε όσους τρέφουν τέτοιες ψευδείς προσδοκίες».

Βάσει του JCPOA, το Ιράν επιτρεπόταν να εμπλουτίζει ουράνιο μόνο μέχρι 3,67% και να διατηρεί απόθεμα όχι μεγαλύτερο των 300 κιλών.

Ωστόσο, σε νέα ανακοίνωση στις 8 Αυγούστου, οι E3 αναφέρουν ότι το Ιράν έχει εγκαταστήσει και λειτουργεί χιλιάδες νέες, προηγμένες φυγοκεντρητές που απαγορεύονται από τη συμφωνία, ενώ το συνολικό του απόθεμα σε εμπλουτισμένο ουράνιο έχει φθάσει στους 8.400 κιλoύς—περισσότερο από 40 φορές το όριο της συμφωνίας—εκ των οποίων πάνω από 400 κιλά έχουν εμπλουτιστεί σε ποσοστό 60%.

Οι γερμανικές αρχές απαγγέλλουν κατηγορίες σε Αμερικανό πολίτη για απόπειρα κατασκοπείας υπέρ της Κίνας

Οι γερμανικές αρχές απήγγειλαν κατηγορίες για κατασκοπεία σε βάρος ενός Αμερικανού υπηκόου, ο οποίος φέρεται να επιχείρησε να πουλήσει ευαίσθητες στρατιωτικές πληροφορίες των ΗΠΑ στην Κίνα, όπως ανακοίνωσε η ομοσπονδιακή εισαγγελία της Γερμανίας στις 25 Αυγούστου.

Ο κατηγορούμενος, αναφερόμενος από τους εισαγγελείς ως Μάρτιν Δ., σύμφωνα με τους γερμανικούς κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων, βρίσκεται υπό προφυλάκιση από τη σύλληψή του στη Φρανκφούρτη τον Νοέμβριο του 2024.

Σύμφωνα με ανακοίνωση της εισαγγελίας, ο πρώην συνεργάτης του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας επικοινώνησε επανειλημμένα με κινεζικές κρατικές υπηρεσίες το καλοκαίρι του 2024, προσφέροντας να μεταβιβάσει «ευαίσθητες στρατιωτικές πληροφορίες των ΗΠΑ» σε κινεζική υπηρεσία πληροφοριών.

«Ο κατηγορούμενος θεωρείται ύποπτος ότι δήλωσε την ετοιμότητά του να συμμετάσχει σε δραστηριότητες κατασκοπείας για λογαριασμό ξένης υπηρεσίας πληροφοριών σε ιδιαίτερα σοβαρή περίπτωση», ανέφερε η εισαγγελία, σύμφωνα με μετάφραση του πρωτότυπου γερμανικού κειμένου.

Οι κατηγορίες κατατέθηκαν στις 13 Αυγούστου.

Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, ο Αμερικανός υπήκοος υπηρέτησε ως πολιτικός συνεργάτης του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας από το 2017 έως το 2023 και εργαζόταν σε αμερικανική στρατιωτική βάση στη Γερμανία τουλάχιστον από το 2020.

Έκθεση του 2024 από το Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε καταφέρει να μεταβιβάσει πληροφορίες στο κινεζικό καθεστώς πριν από τη σύλληψή του.

Η υπόθεση έρχεται εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών για κατασκοπεία που καθοδηγείται από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) εκτός των συνόρων της Κίνας, μετά από μια σειρά συλλήψεων στις ΗΠΑ, τη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Τον Ιανουάριο, γερμανικοί εισαγγελείς απήγγειλαν κατηγορίες σε τρία άτομα που φέρονται να παρέδωσαν πληροφορίες και τεχνολογίες με πιθανές στρατιωτικές εφαρμογές στο ΚΚΚ. Οι κατηγορούμενοι, όλοι Γερμανοί υπήκοοι, φέρεται επίσης να αγόρασαν τρία «ειδικά λέιζερ» από τη Γερμανία, οι οποίοι χρηματοδοτήθηκαν τελικά από την κορυφαία υπηρεσία κατασκοπείας του ΚΚΚ και στάλθηκαν στην Κίνα χωρίς την απαραίτητη άδεια, σύμφωνα με ανακοίνωση της εισαγγελίας.

Οι γερμανικές αρχές δεν αποκάλυψαν περισσότερες λεπτομέρειες για τα λέιζερ, αλλά διευκρίνισαν ότι τα αντικείμενα εμπίπτουν στους κανονισμούς ελέγχου εξαγωγών διπλής χρήσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τον Απρίλιο του 2024, ένας παλαιός συνεργάτης Γερμανού βουλευτή και μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συνελήφθη με την κατηγορία κατασκοπείας υπέρ του κινεζικού καθεστώτος.

Ο Τζιάν Γ., Γερμανός υπήκοος, φέρεται να μετέφερε επανειλημμένα πληροφορίες για συζητήσεις και αποφάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην υπηρεσία πληροφοριών του ΚΚΚ, αποκτώντας περισσότερα από 500 έγγραφα, ορισμένα εκ των οποίων χαρακτηρίζονται ως ιδιαίτερα ευαίσθητα από το Κοινοβούλιο.

Ο Τζιάν Γ. κατηγορείται επίσης για κατασκοπεία σε βάρος Κινέζων αντιφρονούντων στη Γερμανία. Η δίκη του ξεκίνησε στις 5 Αυγούστου σε γερμανικό δικαστήριο, μαζί με τη Γιάκι Χ., Κινέζα υπήκοο που κατηγορείται για βοήθεια στον Τζιάν Γ. μεταξύ Αυγούστου 2023 και Φεβρουαρίου 2024 και παροχή πληροφορίων σχετικά με πτήσεις στο αεροδρόμιο της Λειψίας για τη μεταφορά εξοπλισμού και ατόμων με συνδέσεις σε γερμανική εταιρεία όπλων.

Ο Τζιάν Γ. βρίσκεται υπό κράτηση από τον Απρίλιο του 2024 και η Γιάκι Χ. από τον Σεπτέμβριο του 2024.

Ο εκπρόσωπος του δικαστηρίου δήλωσε ότι, σε περίπτωση καταδίκης, ο Τζιάν Γ. αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης από ένα έως δέκα έτη, λόγω της σοβαρής φύσης της φερόμενης δραστηριότητας κατασκοπείας για ξένη δύναμη. Σε λιγότερο σοβαρές περιπτώσεις, η ποινή θα μπορούσε να περιοριστεί σε χρηματικό πρόστιμο ή έως πέντε έτη φυλάκισης.

Της Dorothy Li

Με πληροφορίες από το Reuters

Η πολιτική διαχωρισμού της Κίνας απειλεί την ενότητα του Φόρουμ Νησιών του Ειρηνικού

Η αυξανόμενη πίεση από το Πεκίνο προς τα μικρά νησιωτικά κράτη του Ειρηνικού, τα οποία λαμβάνουν εκτενή χρηματοδότηση είτε ως βοήθεια είτε ως επενδύσεις σε έργα που ωφελούν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ), έχει προκαλέσει ορατά «ρήγματα» στο Φόρουμ Νησιών του Ειρηνικού (Pacific Islands Forum – PIF) για πρώτη φορά.

Τα μέλη έχουν αναγκαστεί να πάρουν θέση σχετικά με την απαγόρευση της Ταϊβάν από τη συμμετοχή στην επικείμενη σύνοδο ηγετών τον Σεπτέμβριο στα Νησιά Σολομώντα. Πρόκειται για σημαντική απόκλιση από τη μακροχρόνια και μέχρι πρόσφατα ομόφωνη πολιτική του Φόρουμ, η οποία προέβλεπε ότι το PIF είναι «φίλος όλων, εχθρός κανενός».

Από την ίδρυσή του το 1971, το Φόρουμ έχει συγκεντρώσει 18 μέλη για να συζητήσουν κοινά ζητήματα. Παράλληλα, προσκαλούσε συνεργάτες ως παρατηρητές ή περιορισμένους συμμετέχοντες. Σήμερα υπάρχουν 21 αναπτυξιακοί συνεργάτες, από γειτονικές χώρες όπως η Ινδονησία μέχρι μακρινούς εταίρους όπως η Γαλλία, και από το 1990 και η Κίνα.

Το 1992, η Ταϊβάν απέκτησε τον χαμηλότερο βαθμό συνεργασίας ως εταίρος διαλόγου και παρέμεινε έτσι χωρίς ιδιαίτερα συμβάντα μέχρι το 2024, παρά τη σαφή δυσφορία του Πεκίνου. Όταν η αναφορά της Ταϊβάν εμφανίστηκε στην τελική ανακοίνωση της Συνόδου Ηγετών, η αντίδραση του Πεκίνου ήταν άμεση και αυστηρή.

Ο ειδικός απεσταλμένος της ΚΚΚ για τον Ειρηνικό, Τσιάν Μπο, δήλωσε σε δημοσιογράφους στο Νουκουαλόφα ότι επρόκειτο για «έκπληξη και λάθος που πρέπει να διορθωθεί». Λίγες ώρες αργότερα, η ανακοίνωση επανεμφανίστηκε στον ιστότοπο του Φόρουμ χωρίς καμία αναφορά στην Ταϊβάν.

Τα τελευταία χρόνια, θέματα όπως η κλιματική αλλαγή και οι επιπτώσεις της σε μικρά και χαμηλά νησιά, η ρύπανση των ωκεανών και η πιθανότητα εξόρυξης σε μεγάλα βάθη έχουν απασχολήσει ιδιαίτερα, μαζί με παραδοσιακές ανησυχίες όπως η περιφερειακή οικονομική ανάπτυξη και η εκπαίδευση.

Το τρέχον σχέδιο δράσης του Φόρουμ, με τίτλο «Στρατηγική 2050 για την Γαλάζια Ήπειρο του Ειρηνικού», αναγνωρίζει τη σημασία της περιφερειακής συνεργασίας για τη μεγιστοποίηση των οφελών για τους λαούς των νησιών και δεσμεύει τα μέλη στην επίλυση διαφορών μέσω συναίνεσης «με τον δικό μας μοναδικό Ειρηνικό Τρόπο».

Ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι ανταλλάσσει χειραψία με τον υπουργό Εξωτερικών των Φίτζι Ίνια Σερουϊράτου. Πεκίνο, στις 11 Ιουνίου 2019. (WANG ZHAO/AFP μέσω Getty Images)

 

Ωστόσο, ορισμένα κράτη άρχισαν να ανταποκρίνονται στις προσφορές βοήθειας και επενδύσεων του Πεκίνου, ανακαλύπτοντας ότι συνοδεύονται από προσδοκίες υποστήριξης της εξωτερικής πολιτικής της Κίνας.

Υποκύπτοντας στην πίεση

Μερικές χώρες, όπως τα Φίτζι, παραμένουν σταθερές στην παραδοσιακή προσέγγιση που συνέδεε τα 18 κράτη για πάνω από 50 χρόνια. Άλλες, ωστόσο, δεν κρύβουν τη διάθεσή τους να ακολουθήσουν τις οδηγίες του Πεκίνου.

Η φετινή σύνοδος πραγματοποιείται στα Νησιά Σολομώντα, τα οποία το 2019 αναγνώρισαν διπλωματικά την Κίνα και τρία χρόνια αργότερα υπέγραψαν συμφωνία ασφάλειας με το Πεκίνο. Η διοργανώτρια χώρα έχει θεωρητικά την εξουσία να προσκαλεί ή να αποκλείει όποιον επιθυμεί. Ωστόσο, το Φόρουμ δεσμεύτηκε να ενεργεί «ενωμένα και αλληλέγγυα» με τους συνεργάτες για την «προστασία των συλλογικών συμφερόντων» του.

Υπό την πίεση του Πεκίνου, οι διοργανωτές εγκατέλειψαν την αρχή τους και ανακοίνωσαν μια συμβιβαστική απόφαση: φέτος, το PIF θα γίνει λέσχη μόνο για μέλη. Κανείς—ούτε η Κίνα, ούτε η Ταϊβάν, ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες—δεν θα συμμετάσχει.

Ο πρωθυπουργός των Νήσων Σολομώντα, Τζερεμάια Μανέλε, δήλωσε ότι η απόφαση θα δώσει στους ηγέτες την ευκαιρία να εστιάσουν σε μια ανασκόπηση του τρόπου που το Φόρουμ συνεργάζεται με διπλωματικούς εταίρους, μέσω μεταρρυθμίσεων στον Μηχανισμό Συνεργασίας και Συμμετοχής. Η διαδικασία αυτή, που θα δημιουργούσε νέο σύστημα «Επιπέδου 1» και «Επιπέδου 2» συνεργατών, αναμενόταν να ισχύσει φέτος, αλλά καθυστέρησε.

Ένα αυτοκίνητο περνά από ένα υπό κατασκευή ιατρικό κέντρο που χρηματοδοτείται από την κυβέρνηση του Πεκίνου, στη Χονιάρα. Νήσοι Σολομώντα, στις 21 Απριλίου 2024. (Saeed Khan/AFP μέσω Getty Images)

 

Μέχρι την ολοκλήρωση της ανασκόπησης, είπε ο Μανέλε, έχει νόημα όλοι οι μη μέλη να απέχουν. Ωστόσο, χώρες με διπλωματικές αντιπροσωπείες στα Νησιά Σολομώντα, όπως η Κίνα και οι ΗΠΑ, θα μπορούν να συμμετέχουν περιθωριακά, κάτι που δεν ισχύει για την Ταϊβάν.

Θλιβερή απόφαση

Το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν εξέφρασε απογοήτευση, χαρακτηρίζοντας την απόφαση «κατανοητή αλλά θλιβερή». Ο πρόεδρος του Παλάου, Σουράνγκελ Ουίπς Τζούνιορ, που δημόσια είχε ζητήσει τη συμμετοχή της Ταϊβάν, έκανε λόγο για «χαμένη ευκαιρία».

Το Παλάου, το Τουβαλού και τα Νησιά Μάρσαλ είναι τα τελευταία κράτη του Ειρηνικού που διατηρούν δεσμούς με την Ταϊβάν, από έξι πριν έξι χρόνια, ενώ υπάρχουν αναφορές ότι το Τουβαλού σκέφτεται να μην παραστεί. Ο Ουίπς τόνισε ότι το Παλάου θα συμμετάσχει, αν και δεν συμφωνεί με την απόφαση.

Ο πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας, Κρίστοφερ Λάξον, δήλωσε ότι ανησυχεί και ότι η χώρα του είχε «υπερασπιστεί έντονα το καθεστώς της προηγούμενης κατάστασης». Η υπουργός Εξωτερικών της Αυστραλίας, Πένι Γουόνγκ, τόνισε ότι «η Αυστραλία υποστηρίζει τη συμμετοχή όλων των αναπτυξιακών και διαλόγου εταίρων στη Σύνοδο Ηγετών του PIF».

Η Αυστραλία, πλήρες μέλος του Φόρουμ, παρέχει σημαντική χρηματοδότηση, περίπου 36% του λειτουργικού προϋπολογισμού της Γραμματείας. Τον Ιούνιο, ανακοίνωσε πακέτο στήριξης 20 εκατ. δολαρίων για τη σύνοδο στα Νησιά Σολομώντα, καλύπτοντας οχήματα, κυβερνοασφάλεια και logistics.

Η Νέα Ζηλανδία, επίσης μέλος, δεν συνεισφέρει απευθείας στον προϋπολογισμό του Φόρουμ, αλλά διοχετεύει σημαντικό μέρος του προγράμματος αναπτυξιακής βοήθειάς της σε άλλα κράτη-μέλη, συνολικά περίπου 1,8 δισ. δολάρια για την τριετία έως τον Ιούνιο 2024.

Ο Ουίπς τόνισε ότι στο επόμενο PIF, που θα φιλοξενηθεί στο Παλάου το 2026, όλοι—συμπεριλαμβανομένων Κίνας και Ταϊβάν—θα είναι ευπρόσδεκτοι.

Του Rex Widerstrom

Η Βενεζουέλα απελευθερώνει πολιτικούς κρατούμενους, καθώς οι ΗΠΑ αυξάνουν την πίεση

Η Βενεζουέλα απελευθέρωσε την 24η Αυγούστου δεκατρείς πολιτικούς κρατούμενους, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ κλιμακώνει την πίεση στο καθεστώς του προέδρου Νικολάς Μαδούρο.

Η κίνηση αυτή πραγματοποιήθηκε εν μέσω αυξανόμενων εντάσεων μεταξύ Καράκας και Ουάσιγκτον, ενώ αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις αναπτύχθηκαν στα νερά της χώρας σε αποστολή που οι αξιωματούχοι περιέγραψαν ως καταπολέμηση των ναρκωτικών.

Οκτώ κρατούμενοι αφέθηκαν πλήρως ελεύθεροι, ενώ πέντε μεταφέρθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό, σύμφωνα με τον Ενρίκε Καπρίλες, εξέχον μέλος της αντιπολίτευσης και δύο φορές υποψήφιο για την προεδρία της Βενεζουέλας.

«Σήμερα, αρκετές οικογένειες επανασυνδέονται με τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Γνωρίζουμε ότι πολλοί παραμένουν, και δεν τους ξεχνάμε· συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε για όλους», ανήρτησε ο Καπρίλες στην πλατφόρμα X, υπενθυμίζοντας ότι έχασε οριακά από τον Μαδούρο στις αμφιλεγόμενες προεδρικές εκλογές του 2013.

Μεταξύ των απελευθερωθέντων ήταν ο Αμέρικο ντε Γκράσια, στενός σύμμαχος της Μαρίας Κορίνα Ματσάντο, δημοφιλούς ηγέτιδας της αντιπολίτευσης που ο Μαδούρο απαγόρευσε να συμμετάσχει στις προεδρικές εκλογές του 2024. Εκείνος ο γύρος έδωσε στον Μαδούρο άλλη μια εξαετή θητεία, παρά την απουσία επίσημων αποτελεσμάτων σε επίπεδο εκλογικών τμημάτων που να αποδεικνύουν τη νίκη του.

Άλλη σημαντική περίπτωση ήταν ο Πέδρο Γκουάνιπα, αδελφός του βουλευτή της αντιπολίτευσης Χουάν Πάμπλο Γκουάνιπα, ο οποίος είχε συλληφθεί τον Μάιο για φερόμενη προετοιμασία επιθέσεων εν όψει των βουλευτικών εκλογών στη Βενεζουέλα. Ο Πέδρο Γκουάνιπα βρίσκεται πλέον σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Τον Ιούλιο, ο Μαδούρο συμφώνησε να απελευθερώσει δέκα Αμερικανούς κρατούμενους και δεκάδες Βενεζουελάνους πολιτικούς κρατούμενους, σε αντάλλαγμα για την επιστροφή 250 Βενεζουελάνων που είχαν απελαθεί και κρατούνταν σε φυλακή υψίστης ασφαλείας στο Ελ Σαλβαδόρ.

Η ανταλλαγή ήταν αποτέλεσμα «μηνών διαπραγματεύσεων» με τη συμμετοχή αξιωματούχων των ΗΠΑ και του Ελ Σαλβαδόρ, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ελ Σαλβαδόρ, Ναϊμπ Μπουκέλε.

Η τελευταία απελευθέρωση συνέπεσε με την ανάπτυξη αμερικανικής αρμάδας που περιλάμβανε τρία αντιτορπιλικά κλάσης Arleigh Burke, ένα υποβρύχιο και επιπλέον ναυτικές δυνάμεις, μαζί με αμφίβια πολεμικά πλοία που μετέφεραν 4.000 πεζοναύτες.

Ο Λευκός Οίκος χαρακτήρισε την επιχείρηση μέρος της εκστρατείας του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ κατά των διεθνών καρτέλ ναρκωτικών που ευθύνονται για τη ροή ναρκωτικών προς τις ΗΠΑ.

Οι αμερικανικές αρχές κατηγορούν τον Μαδούρο ότι κατευθύνει προσωπικά το Cartel de los Soles («Καρτέλ των Ήλιων») μια εγκληματική οργάνωση ναρκωτικών που φέρεται να είναι ενσωματωμένη στις στρατιωτικές, μυστικές, νομοθετικές και δικαστικές δομές της Βενεζουέλας.

Ο Τραμπ έχει επίσης συνδέσει το καθεστώς Μαδούρο με τη φυλακή-συμμορία Tren de Aragua, χαρακτηρίζοντάς την ως κρατικά υποστηριζόμενη εισβολή και επικαλούμενος τον Alien Enemies Act («Νόμος περί Αλλοδαπών Εχθρών») για την επιτάχυνση της απέλασης των φερόμενων μελών της.

Οι ΗΠΑ δεν αναγνωρίζουν τον Μαδούρο ως νόμιμο ηγέτη της Βενεζουέλας. Τον έχουν κατηγορήσει ομοσπονδιακά για ναρκοτρομοκρατία από το 2020, όταν η Ουάσιγκτον προσέφερε αρχικά αμοιβή 10 εκατ. δολαρίων για τη σύλληψή του. Το ποσό αυξήθηκε σε 25 εκατ. στα τελευταία στάδια της κυβέρνησης Μπάιντεν και πρόσφατα διπλασιάστηκε στα 50 εκατ. από τη διοίκηση Τραμπ.

«Ο Μαδούρο χρησιμοποιεί ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις όπως [το Tren de Aragua], τη Σινάλοα και το Cartel de los Soles για να εισάγει θανατηφόρα ναρκωτικά και βία στη χώρα μας», δήλωσε η Γενική Εισαγγελέας Παμ Μπόντι στις 7 Αυγούστου, σε βίντεο με την ανακοίνωση της αμοιβής των 50 εκατ. δολαρίων.

Η Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών (Drug Enforcement Administration – DEA) έχει έως τώρα κατασχέσει 30 τόνους κοκαΐνης συνδεόμενης με το δίκτυο του Μαδούρο, ανέφερε η Μπόντι, ενώ «σχεδόν επτά τόνοι συνδέονται απευθείας με τον Μαδούρο, αποτελώντας κύρια πηγή εισοδήματος για τα θανατηφόρα καρτέλ που εδρεύουν στη Βενεζουέλα και το Μεξικό».

Μεγάλο μέρος της κοκαΐνης, σύμφωνα με την ίδια, είναι αναμεμειγμένο με φεντανύλη, συνδυασμός που έχει οδηγήσει σε «απώλεια και καταστροφή αναρίθμητων αμερικανικών ζωών».

Του Bill Pan

Με πληροφορίες από το Reuters

Ο Χαμενεΐ απορρίπτει απευθείας συνομιλίες με τις ΗΠΑ για το πυρηνικό πρόγραμμα

Ο ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, απέρριψε την προοπτική άμεσων συνομιλιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας, χαρακτηρίζοντας την παρούσα κατάσταση «άλυτη».

Η απόφαση αυτή έπεται της αναστολής των διαπραγματεύσεων με την Ουάσιγκτον μετά τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στο υπόγειο πυρηνικό συγκρότημα του Φορντό στις 21 και 22 Ιουνίου, όταν βομβαρδιστικά B-2 έπληξαν την περιοχή με βόμβες διάτρησης σκυροδέματος βάρους 13,6 τόνων.

Σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο IRNA, ο Χαμενεΐ, σε ομιλία του στις 24 Αυγούστου, υποστήριξε ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν το Ιράν να υπακούσει στις εντολές τους», προσθέτοντας ότι ο ιρανικός λαός «αισθάνεται βαθιά προσβεβλημένος από αυτή τη σοβαρή ύβρη και θα σταθεί με όλες του τις δυνάμεις απέναντι σε όσους τρέφουν μια τέτοια λανθασμένη προσδοκία». Όσους εισηγούνται άμεσες διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον τους χαρακτήρισε «επιπόλαιους».

Ο 86χρονος αγιατολάχ, που βρίσκεται στην ηγεσία από το 1989, επανέλαβε ότι «το ζήτημα αυτό είναι άλυτο».

Τα σχόλια αυτά έγιναν λίγο μετά τη συμφωνία της Τεχεράνης, στις 22 Αυγούστου, να ξαναρχίσει συνομιλίες με τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Γερμανία για τον εμπλουτισμό ουρανίου. Στις 15 Ιουλίου, ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ζαν-Νοέλ Μπαρρό είχε προειδοποιήσει ότι οι τρεις ευρωπαϊκές χώρες επιφυλάσσονται του δικαιώματός τους να επαναφέρουν τις κυρώσεις εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία για ένα μακροπρόθεσμο πλαίσιο στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Στις 22 Αυγούστου, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεπουλ ανακοίνωσε ότι οι συνομιλίες θα ξεκινήσουν στις 26 Αυγούστου και προειδοποίησε ότι οι λεγόμενες «κυρώσεις επαναφοράς» του ΟΗΕ θα τεθούν σε ισχύ, εάν δεν υπάρξει επαληθεύσιμη και διαρκής συμφωνία για το ιρανικό πρόγραμμα.

Η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι επιδιώκει την ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς, αρνούμενη πως κατασκευάζει όπλα. Ωστόσο, στις 12 Ιουνίου, το Διοικητικό Συμβούλιο της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (International Atomic Energy Agency – IAEA) κατέληξε ότι το Ιράν δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της «Συνθήκης Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων».

Λίγες ώρες μετά την απόφαση αυτή, το Ισραήλ ξεκίνησε αεροπορικές επιθέσεις σε πυρηνικές εγκαταστάσεις και άλλους στόχους εντός του Ιράν, που διήρκεσαν δώδεκα ημέρες. Η Τεχεράνη απάντησε με επιθέσεις πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών εναντίον του Ισραήλ, ενώ στις 24 Ιουνίου συμφωνήθηκε εκεχειρία, μετά από συμβολικό πλήγμα του Ιράν σε αμερικανική στρατιωτική βάση στο Κατάρ, ως αντίποινα για τον βομβαρδισμό του Φορντό.

Στις 30 Ιουνίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι δεν σχεδιάζει να προσφέρει οτιδήποτε στο Ιράν και ότι δεν προτίθεται να συμμετάσχει σε συνομιλίες με το καθεστώς της Τεχεράνης.

Ο Χαμενεΐ τόνισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν εχθρική στάση απέναντι στο Ιράν από το 1979, όταν ανατράπηκε ο Σάχης και εγκαθιδρύθηκε το θεοκρατικό καθεστώς. Όπως είπε, οι αιτίες της εχθρότητας αυτής συχνά καλύπτονται με προσχήματα όπως η τρομοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η θέση της γυναίκας και η δημοκρατία. Κατά τον ίδιο, η τρέχουσα αμερικανική διοίκηση έχει ξεκαθαρίσει τον πραγματικό της στόχο, που είναι να καταστήσει το Ιράν υπάκουο.

Ο Ιρανός ηγέτης υποστήριξε ότι η χώρα παραμένει ενωμένη και ότι το ισλαμικό σύστημα δεν μπορεί να καμφθεί με τον πόλεμο. Αναφερόμενος στην κατάσταση στη Γάζα, μίλησε για «πρωτοφανή ιστορικά δεινά» των Παλαιστινίων και επέκρινε τις φραστικές καταδίκες του Ισραήλ από δυτικές κυβερνήσεις ως ανεπαρκείς.

Για το Ισραήλ, ο Χαμενεΐ το χαρακτήρισε «κακοήθη καρκίνο» και εξέφρασε την ελπίδα ότι «ο Θεός θα ευλογήσει τον αγώνα του ιρανικού έθνους και των αληθινών αναζητητών της δικαιοσύνης παγκοσμίως ώστε να ξεριζωθεί».

Παράλληλα, το ιρανικό καθεστώς, αφού επιβίωσε της στρατιωτικής πίεσης από το Ισραήλ, εμφανίζεται να ανανεώνει τις απειλές του κατά αντιφρονούντων και επικριτών στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Στις 31 Ιουλίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς και δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες εξέδωσαν κοινή δήλωση, καταδικάζοντας τον «αυξανόμενο αριθμό κρατικών απειλών» από τις ιρανικές υπηρεσίες πληροφοριών.

Στη δήλωση τονιζόταν ότι «υπάρχει ενιαία αντίθεση στις απόπειρες των ιρανικών υπηρεσιών να δολοφονήσουν, να απαγάγουν και να παρενοχλήσουν άτομα στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, σε κατάφωρη παραβίαση της κυριαρχίας μας». Υπογραμμιζόταν επίσης ότι στόχοι των ιρανικών επιχειρήσεων είναι «δημοσιογράφοι, αντιφρονούντες, εβραϊκές κοινότητες, καθώς και νυν και πρώην αξιωματούχοι στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική».

Του Chris Summers

Με πληροφορίες από το Reuters

Αδιέξοδο στις συνομιλίες του ΟΗΕ για τα πλαστικά

Οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν «ρεαλιστικές και πρακτικές προσεγγίσεις» για την αντιμετώπιση της τοξικής ρύπανσης από πλαστικά, δήλωσε το υπουργείο Εξωτερικών μετά την αποτυχία ενός ακόμη γύρου διαπραγματεύσεων στον ΟΗΕ για τη διαμόρφωση μιας συνθήκης που να είναι αποδεκτή από τα 193 κράτη-μέλη.

«Αντιτασσόμαστε σε παγκόσμιες ρυθμιστικές προσεγγίσεις, όπως οι λίστες απαγόρευσης προϊόντων ή πρόσθετων ουσιών, που περιορίζουν την καινοτομία στην παραγωγή, αυξάνουν τον πληθωρισμό στα καταναλωτικά προϊόντα και περιορίζουν τις εξαγωγές ρητίνης και προϊόντων πλαστικού», δήλωσε εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ στην εφημερίδα The Epoch Times στις 22 Αυγούστου. «Τέτοιες προσεγγίσεις δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τις διαφορετικές εθνικές συνθήκες και δεν βοηθούν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση της ρύπανσης από πλαστικά».

Οι αποτυχημένες συνομιλίες ήταν η πέμπτη προσπάθεια που ξεκίνησε η Συνέλευση Περιβάλλοντος του ΟΗΕ (United Nations Environment Assembly – UNEA) για να υπάρξει συναίνεση σχετικά με τον τερματισμό της ρύπανσης από πλαστικά. Η συνεδρίαση INC-5.2 (Intergovernmental Negotiating Committee) στη Γενεύη, από τις 5 έως τις 14 Αυγούστου, ολοκληρώθηκε χωρίς συμφωνία στο προσχέδιο της συνθήκης, παρά τις ολονύκτιες προσπάθειες για εύρεση συμβιβασμού.

Η Ίνγκερ Άντερσεν, εκτελεστική διευθύντρια του Προγράμματος Περιβάλλοντος του ΟΗΕ (U.N. Environment Programme – UNEP), δήλωσε ότι «παρά το γεγονός ότι δεν καταλήξαμε στο κείμενο της συνθήκης που ελπίζαμε, θα συνεχίσουμε την προσπάθεια κατά της ρύπανσης από πλαστικά – μια ρύπανση που βρίσκεται στα υπόγεια ύδατα, στο έδαφος, στους ποταμούς, στους ωκεανούς και στο σώμα μας».

Στις συνομιλίες συμμετείχαν περίπου 1.400 αντιπρόσωποι από 183 χώρες και 1.000 παρατηρητές εκπροσωπώντας 400 οργανισμούς, σύμφωνα με τον ΟΗΕ. Οι βαθιές διαφωνίες που είχαν εμφανιστεί ήδη στις αποτυχημένες συνομιλίες του 2024 στη Νότια Κορέα παρέμειναν, κυρίως όσον αφορά στο επίπεδο φιλοδοξίας της συνθήκης.

Χώρες με υψηλές φιλοδοξίες, όπως η ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο, Παναμάς, Κολομβία, Καναδάς, Αυστραλία, πολλές αφρικανικές χώρες και 39 μικρά νησιωτικά κράτη, επεδίωκαν περιορισμούς στην παραγωγή πρωτογενών πλαστικών. Άλλες χώρες, όπως οι Σαουδική Αραβία, Ιράν, Μαλαισία, Μαρόκο, Ινδία, Κούβα και Καζακστάν, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, πρότειναν η παγκόσμια συνθήκη να επικεντρωθεί στη «βιώσιμη» μείωση των πλαστικών αποβλήτων και στη βελτίωση των υποδομών διαχείρισης, αφήνοντας στις εκάστοτε χώρες τη δυνατότητα να επιβάλουν οποιαδήποτε υποχρεωτικά μέτρα.

Η Αυστραλία προχώρησε σε εθνικό σχέδιο, μέσω του Εθνικού Σχεδίου Πλαστικών και των Εθνικών Στόχων Συσκευασίας 2025. Υπήρχαν επίσης διαφορές σχετικά με τη ρύθμιση επικίνδυνων χημικών ουσιών που σχετίζονται με πλαστικά, όπως φθαλικές ενώσεις, και τον τρόπο χρηματοδότησης και παρακολούθησης της εφαρμογής μιας συμφωνίας.

Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ δήλωσε ότι υποστηρίζει «μια συμφωνία που επιτρέπει στις χώρες να χρησιμοποιούν προσαρμοσμένες και οικονομικά αποδοτικές λύσεις», αλλά δεν θα υποστηρίξει μέτρα που «πνίγουν την καινοτομία και αυξάνουν τον πληθωρισμό για τους καταναλωτές». Η αμερικανική αντιπροσωπεία προώθησε «ρεαλιστικές και πρακτικές προσεγγίσεις για τη μείωση της ρύπανσης από πλαστικά, προστατεύοντας παράλληλα τις βιομηχανίες που βασίζονται σε αυτά για προϊόντα υψηλής απόδοσης και χαμηλού κόστους».

Τα πλαστικά παίζουν σημαντικό ρόλο σε πολλούς τομείς λόγω της ευλυγισίας, της αντοχής, της διαφάνειας και της αντίστασής τους στην υπεριώδη ακτινοβολία, ενώ είναι σχετικά φθηνά. Ωστόσο, η μακροχρόνια χρήση τους εγείρει ανησυχίες για το περιβάλλον και την υγεία, καθώς ουσίες που μιμούνται οιστρογόνα, όπως η BPA και οι φθαλικές ενώσεις, επηρεάζουν τις αναπαραγωγικές ορμόνες, ενώ η αντοχή τους σημαίνει ότι η ρύπανση μπορεί να διαρκέσει αιώνες.

Το 2022, η UNEA ενέκρινε απόφαση για την ανάπτυξη ενός «διεθνούς νομικά δεσμευτικού μέσου κατά της ρύπανσης από πλαστικά». Η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε υποστηρίξει τη συνθήκη, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ είχε προτιμήσει κυριαρχικά μέτρα ανά χώρα.

Δεν έχει καθοριστεί ημερομηνία για τον επόμενο διαπραγματευτικό γύρο, και δεν υπάρχει υποχρέωση συνέχισης των συνομιλιών για παγκόσμια λύση. Κάποιες χώρες υποστηρίζουν εθνικές λύσεις χωρίς παγκόσμιο νομικό πλαίσιο, ενώ άλλες πιέζουν για συνθήκη ακόμα και με πλειοψηφική ψήφο αντί για ομοφωνία. Η UNEA θα συνεδριάσει ξανά τον Δεκέμβριο για περαιτέρω δράση.

Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρρες, εξέφρασε τη λύπη του για την αποτυχία των συνομιλιών, αλλά χαιρέτισε τη δέσμευση των κρατών-μελών να συνεχίσουν τις προσπάθειες κατά της ρύπανσης από πλαστικά.

Σύμφωνα με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, η παραγωγή πλαστικών αναμένεται να τριπλασιαστεί έως το 2060.

Της Melanie Sun

Με πληροφορίες από το Reuters

Ισραηλινές επιδρομές κατά των Χούθι στην πρωτεύουσα της Υεμένης

Το Ισραήλ εξαπέλυσε την Κυριακή αεροπορικές επιδρομές εναντίον θέσεων των Χούθι στην πρωτεύουσα της Υεμένης, Σαναά. Σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας που ελέγχεται από τους Χούθι, οι επιθέσεις προκάλεσαν τον θάνατο τουλάχιστον τεσσάρων ανθρώπων και τον τραυματισμό εξήντα επτά, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ αμάχων και μαχητών.

Η επίθεση σημειώθηκε λίγες ημέρες αφότου οι αντάρτες, που υποστηρίζονται από το Ιράν, εκτόξευσαν πύραυλο σε επίθεση με διασπορά κατά του Ισραήλ, όπως ανέφεραν οι ισραηλινές Αρχές.

Μέσα ενημέρωσης που συνδέονται με τους Χούθι μετέδωσαν ότι επλήγη εγκατάσταση πετρελαϊκής εταιρείας, δημοσιεύοντας βίντεο με τη μεγάλη έκρηξη που ακολούθησε.

Ο ισραηλινός στρατός ανακοίνωσε ότι οι επιδρομές στόχευσαν τους σταθμούς ηλεκτροδότησης Ασάρ και Χιζάζ, τους οποίους χαρακτήρισε «σημαντικές εγκαταστάσεις παροχής ενέργειας» για τις στρατιωτικές δραστηριότητες των Χούθι. Στο στόχαστρο βρέθηκε επίσης στρατιωτικό συγκρότημα όπου στεγάζεται και το προεδρικό μέγαρο.

Κάτοικοι της πόλης ανέφεραν εκρήξεις κοντά στο προεδρικό μέγαρο και σε στρατιωτική ακαδημία, καθώς και στήλες καπνού που υψώνονταν από την κεντρική πλατεία Σαμπίν.

Σε τηλεοπτικές δηλώσεις του, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, υποστήριξε ότι οι Χούθι «πληρώνουν βαρύ τίμημα για την επιθετικότητά τους», αναφερόμενος στην εκτόξευση πυραύλου κατά του Ισραήλ την Παρασκευή. Οι Χούθι είχαν ισχυριστεί ότι στόχευσαν το αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν. Ο ισραηλινός στρατός διευκρίνισε ότι δεν υπήρξαν ζημιές ή τραυματισμοί, καθώς ο πύραυλος διασπάστηκε στον αέρα ύστερα από αποτυχημένες προσπάθειες αναχαίτισης.

Ισραηλινοί αξιωματούχοι σημείωσαν ότι ο συγκεκριμένος τύπος πυραύλου με διασπορά είναι πιο δύσκολο να αναχαιτιστεί σε σχέση με τους συμβατικούς, προσθέτοντας ότι η τεχνολογία αυτή προήλθε από το ιρανικό καθεστώς. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, δέκα μαχητικά αεροσκάφη συμμετείχαν στην επιχείρηση αντιποίνων.

Οι Χούθι, που χαρακτηρίζονται από τις ΗΠΑ ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση, έχουν βρεθεί στο επίκεντρο τα τελευταία χρόνια λόγω των επιθέσεών τους σε εμπορικά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα αλλά και εξαιτίας επιθέσεων με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη κατά του Ισραήλ. Η Ερυθρά Θάλασσα συνδέεται με τη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και αποτελεί κρίσιμη δίοδο για το παγκόσμιο εμπόριο, αξίας σχεδόν ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων ετησίως.

Από τον Νοέμβριο του 2023 έως τον Δεκέμβριο του 2024, οι Χούθι πραγματοποίησαν πάνω από εκατό επιθέσεις σε εμπορικά και πολεμικά πλοία. Όπως υποστηρίζουν, οι ενέργειες αυτές αποτελούν απάντηση στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Γάζα, που ξεκίνησαν μετά την επίθεση της Χαμάς τον Οκτώβριο του 2023.

Τον Μάιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέληξαν σε συμφωνία με τους Χούθι για τον τερματισμό των αμερικανικών αεροπορικών επιδρομών στην Υεμένη – οι οποίες είχαν διαταχθεί από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ – με αντάλλαγμα τη διακοπή των επιθέσεων σε πλοία. Ωστόσο, η οργάνωση δήλωσε ότι θα συνεχίσει να στοχοποιεί οτιδήποτε θεωρεί ότι συνδέεται με το Ισραήλ. Τον περασμένο μήνα, απείλησε ότι θα πλήξει εμπορικά πλοία εταιρειών που συνεργάζονται με το Ισραήλ, ανεξαρτήτως σημαίας.

Εκπρόσωπος των Χούθι τόνισε επίσης ότι οι επιθέσεις κατά του Ισραήλ θα συνεχιστούν. Σε ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο αναπληρωτής επικεφαλής του γραφείου Τύπου της οργάνωσης, Νασρουντίν Άμερ, ανέφερε ότι «οι στρατιωτικές επιχειρήσεις υπέρ της Γάζας δεν θα σταματήσουν, παρά μόνο εάν τερματιστεί η επιθετικότητα και αρθεί η πολιορκία».

Την περασμένη εβδομάδα, το Ισραήλ είχε δηλώσει ότι έπληξε υποδομές ενέργειας στην Υεμένη που, όπως εκτιμούσε, χρησιμοποιούνταν από τους Χούθι. Ανάλογες αεροπορικές επιδρομές είχαν πραγματοποιηθεί και τον Μάιο στο αεροδρόμιο της Σαναά, καταστρέφοντας το κτίριο του τερματικού σταθμού και τμήματα του διαδρόμου, ενώ ζημιές υπέστησαν τουλάχιστον έξι επιβατηγά αεροσκάφη, εκ των οποίων τρία της Yemenia Airways.

Του Joseph Lord

Με πληροφορίες από το Associated Press

Οπλισμένοι οι Εθνοφρουροί στην Ουάσιγκτον – Αντιδρούν οι Δημοκρατικοί στην προοπτική εφαρμογής του μέτρου και αλλού

Η δύναμη της αμερικανικής Εθνοφρουράς που αναπτύχθηκε στην ομοσπονδιακή πρωτεύουσα Ουάσιγκτον άρχισε χθες Κυριακή το βράδυ να φέρει όπλα, ανακοίνωσε αυτό το σώμα εφεδρείας των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, μετά την απόφαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να στείλει στην πόλη τον στρατό για να την «καθαρίσει» από την εγκληματικότητα.

Όπως σημείωσε ο υπουργός Άμυνας Πητ Χέγκσεθ στη σχετική ανακοίνωσή του στο Χ, στις 22 Αυγούστου, πρόκειται για ένα βήμα «κοινής λογικής», ενώ σε ανακοίνωση του σώματος διευκρινίζεται οι στρατιωτικοί αυτοί δεν είναι εξουσιοδοτημένοι να κάνουν χρήση βίας παρά μόνο «ως μέσο υστάτης προσφυγής ως αντίδραση σε άμεση απειλή θανάτου ή σοβαρού σωματικού τραυματισμού».

Οι περισσότεροι Εθνοφρουροί στάθηκαν στην Ουάσιγκτον από τους Ρεπουμπλικάνους κυβερνήτες της Δυτικής Βιρτζίνια, της Νότιας Καρολίνας, του Οχάιο, του Μισσισσιππή, της Λουιζιάνα και του Τεννεσσή.

Πέραν των στρατιωτικών, έχουν επίσης σταλεί στην Ουάσιγκτον μέλη ομοσπονδιακών υπηρεσιών επιβολής της τάξης, ιδίως της ομοσπονδιακής αστυνομίας (FBI), της αστυνομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδια για τη μετανάστευση (ICE) και της δίωξης ναρκωτικών (DEA).

Κατά τον Ντ. Τραμπ, η ανάπτυξη του στρατού είναι απαραίτητη για «καθαρίσει» την πρωτεύουσα από τις συμμορίες που τη λυμαίνονται. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει κατηγορήσει επανειλημμένα τη δημοκρατική δήμαρχο Μύριελ Μπάουζερ πως δίνει στη δημοσιότητα «ψευδή» στοιχεία.

Οι στατιστικές της αστυνομίας της αμερικανικής πρωτεύουσας δείχνουν πως τα βίαια εγκλήματα μειώθηκαν μεταξύ του 2023 και του 2024· ωστόσο η μείωση αυτή σημειώθηκε έπειτα από ραγδαία αύξησή της την περίοδο μετά την πανδημία του νέου κορωνοϊού.

Σύμφωνα με τη Γενική Εισαγγελέα των ΗΠΑ, Παμ Μπόντι, έχουν σημειωθεί 719 συλλήψεις και 91 κατασχέσεις παράνομων όπλων από την στιγμή της ανάπτυξης των ομοσπονδιακών δυνάμεων στην πρωτεύουσα, όπως ανακοίνωσε με ανάρτησή της στο Χ.

Κατά του οπλισμού των Εθνοφρουρών τάχθηκαν τοπικοί αξιωματούχοι, όπως ο Τσαρλς Άλλεν, μέλος του Συμβουλίου της Περιφέρειας της Κολούμπια, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε για την ύπαρξη οπλισμένων στρατιωτικών στους δρόμους των πόλεων, σημειώνοντας: «Αυτές δεν είναι πράξεις προέδρου, αλλά κάποιου που ετοιμάζεται να κάνει πραξικόπημα».

Ο Φιλ Μέντελσον, πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, σχολίασε επίσης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα «αποτελέσματα της δήθεν κατάστασης έκτακτης ανάγκης», ενώ η δημοτική σύμβουλος Μπριάν Ναντώ κοινοποίησε στο Χ τηλέφωνα και έναν σύνδεσμο όπου θα μπορούν οι πολίτες να καταγγέλλουν τυχόν ανάρμοστη συμπεριφορά των δυνάμεων ασφαλείας.

Ωστόσο, καθώς η Περιφέρεια της Κολούμπια είναι ομοσπονδιακή Περιφέρεια, ανήκει στην αρμοδιότητα του Κογκρέσου, πράγμα που σημαίνει ότι οι τοπικοί αξιωματούχοι δεν έχουν τη δύναμη να αντιταχθούν στις ομοσπονδιακές αποφάσεις.

Η αύξηση της εγκληματικότητας σε άλλες πόλεις, σύμφωνα με τη διοίκηση, ενδέχεται να επιφέρει επέκταση του μέτρου, όπως προειδοποίησε ο Τραμπ: «Νομίζω ότι το Σικάγο έπεται. Και μετά η Νέα Υόρκη».

Ζητούμενα, κατ’ αυτόν, η πάταξη της εγκληματικότητας και η αναβάθμιση των πόλεων, ιδίως της πρωτεύουσας Ουάσιγκτον, όπως φαίνεται από δηλώσεις του: «Εσείς θα αναλάβετε την ασφάλεια κι εμείς τον καλλωπισμό, και σε έξι μήνες θα είμαστε υπερήφανοι για το αποτέλεσμα», είπε απευθυνόμενος σε μέλη των δυνάμεων ασφαλείας στις 21 του τρέχοντος, μία ημέρα πριν από την ανακοίνωση του Πητ Χέγκσεθ σχετικά με το καθεστώς οπλοφορίας.

Αντιδράσεις από τους Δημοκρατικούς

Αντιπολιτευόμενοι κατηγόρησαν ξανά χθες, Κυριακή, τον Ντόναλντ Τραμπ πως «κατασκευάζει κρίσεις» για να στείλει στρατεύματα της εθνοφρουράς σε μεγαλουπόλεις που κυβερνούν Δημοκρατικοί, καθώς ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος διατείνεται πως «κυριαρχεί» σ’ αυτές η εγκληματικότητα.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, που προχωρά στην επιβολή του δρακόντειου προγράμματός του για την πάταξη της παραβατικότητας και της μετανάστευσης, απείλησε χθες να στείλει στρατεύματα σε ακόμη μια μεγάλη πόλη των ΗΠΑ, τη Βαλτιμόρη, πρωτεύουσα της πολιτείας του Μέρυλαντ, όπου ο κυβερνήτης είναι Δημοκρατικός.

Τον Ιούνιο, χιλιάδες μέλη της εθνοφρουράς και των πεζοναυτών αναπτύχθηκαν στο Λος Άντζελες, για την αντιμετώπιση μεγάλων διαδηλώσεων για τη μετανάστευση. Και, από την 12η Αυγούστου, στην ομοσπονδιακή πρωτεύουσα Ουάσιγκτον (ανατολικές ΗΠΑ), στρατιωτικά οχήματα σταθμεύουν μπροστά σε κεντρικό συγκοινωνιακό σταθμό και στην πελώρια πλατεία The National Mall, πλάι σε εθνικούς θεσμούς κι ιστορικά μνημεία.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε πρόσφατα πως ενδέχεται να διατάξει να αναπτυχθούν στρατεύματα κι ομοσπονδιακές υπηρεσίες επιβολής του νόμου στο Σικάγο (βόρεια), και κατόπιν στη Νέα Υόρκη (βορειοανατολικά), αντίστοιχα την τρίτη μεγαλύτερη και τη μεγαλύτερη μεγαλούπολη των ΗΠΑ.

Ωστόσο, όπως υποστηρίζουν μέλη της αντιπολίτευσης, οι έφεδροι της Εθνοφρουράς αναφέρονται στον κυβερνήτη κάθε αμερικανικής πολιτείας και δεν μπορούν στη θεωρία να αναπτυχθούν παρά μόνο σε περίπτωση εθνικής έκτακτης ανάγκης, για παράδειγμα φυσικής καταστροφής, κατόπιν αιτήματος του ομοσπονδιακού κράτους και με έγκριση του κυβερνήτη. Στη θεωρία, ο ρόλος τους δεν είναι να επεμβαίνουν για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, ταραχών ή διαδηλώσεων.

«Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει καμιά νομική βάση, καμιά εξουσία, για να αποπειραθεί να στείλει ομοσπονδιακά στρατεύματα στο Σικάγο», έδωσε τον τόνο στο CNN ο επικεφαλής της δημοκρατικής μειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων Χακίμ Τζέφρις. «Πρέπει να συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε τις τοπικές δυνάμεις επιβολής του νόμου και δεν μπορούμε να αφήσουμε τον Ντόναλντ Τραμπ να παίζει με τις ζωές Αμερικανών ούτε να κατασκευάζει κρίσεις για να εκτρέπει την προσοχή, καθώς είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλής».

Από την πλευρά του ο Δημοκρατικός κυβερνήτης στο Ιλλινόις, ο Τζ. Μπ. Πρίτσκερ, στην πολιτεία του οποίου βρίσκεται το Σικάγο, τόνισε μέσω X ότι «εδώ και καιρό συνεργαζόμαστε με τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες επιβολής του νόμου» για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας στην πόλη, στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών, μια περίοδο συνώνυμη της δράσης κακοποιών σε διεθνές επίπεδο. «Όμως δεν θα αφήσουμε έναν δικτάτορα να μας επιβάλλει τη θέλησή του», πρόσθεσε.

Ο κυβερνήτης της πολιτείας του Μέρυλαντ Γουές Μουρ επίσης αντέδρασε στην πολιτική Τραμπ, δηλώνοντας στο CNN και στο CBS News ότι «δεν θα εγκρίνει να χρησιμοποιηθεί η Εθνοφρουρά του Μέρυλαντ» για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, καθώς αυτό θα ήταν «αντισυνταγματικό», είπε αναφερόμενος στη 10η Τροποποίηση του αμερικανικού συντάγματος. Επιπλέον, αναφέρθηκε στο υψηλό κόστος του εγχειρήματος. Επεσήμανε δε ότι οι πόλεις με τη μεγαλύτερη εγκληματικότητα είναι αυτές που έστειλαν Εθνοφρουρούς στην Ουάσιγκτον.

Όσο για το Σικάγο, η Washington Post έγραψε προχθές Σάββατο πως το Πεντάγωνο καταρτίζει εδώ κι εβδομάδες σχεδιασμούς για την ανάπτυξη της Εθνοφρουράς και εκεί επισήμως, για να παταχθούν η εγκληματικότητα κι η μετανάστευση.

Το υπουργείο Άμυνας δεν έκανε κανένα σχόλιο.

Με πληροφορίες από το ΑΠΕ ΜΠΕ