Κυριακή, 31 Αυγ, 2025

Δανία: Νέος νόμος επιτρέπει τη δημιουργία αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στη χώρα

Με σημαντική πλειοψηφία, το κοινοβούλιο της Δανίας ενέκρινε την Τετάρτη νομοσχέδιο που επιτρέπει στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δημιουργία στρατιωτικών βάσεων εντός του δανικού εδάφους. Η εξέλιξη αυτή λαμβάνει χώρα στον απόηχο της επαναλαμβανόμενης επιθυμίας του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αποκτήσει τον έλεγχο της αυτόνομης βορειοαμερικανικής περιοχής της Γροιλανδίας, πρόταση την οποία ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει ως «απολύτως αναγκαία».

Η νομοθεσία προβλέπει την εγκαθίδρυση μόνιμης αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας τόσο στη μητροπολιτική Δανία όσο και σε στρατηγικά σημεία ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένης της Αρκτικής ζώνης. Ορισμένες διατάξεις αφορούν ειδικά τη Γροιλανδία, τη μεγαλύτερη νήσο του κόσμου, η οποία υπάγεται διοικητικά στη Δανία, αν και απολαμβάνει πολιτική αυτονομία που προστατεύεται από διεθνείς συνθήκες.

Το κλίμα μεταξύ Ουάσιγκτον και Κοπεγχάγης παραμένει τεταμένο μετά την ανοιχτή πρόταση του προέδρου Τραμπ για την αγορά της Γροιλανδίας από τη Δανία, η οποία το 2019 είχε κριθεί «παράλογη» από την πρωθυπουργό της χώρας, Μέτε Φρεντέρικσεν. Ωστόσο, οι γεωστρατηγικές εξελίξεις στην Αρκτική και οι αυξημένες στρατιωτικές ανάγκες των ΗΠΑ φαίνεται πως ώθησαν τη δανική κυβέρνηση να προχωρήσει σε συνεργασία, αν και αρκετά πολιτικά κόμματα εξέφρασαν ανησυχίες για τους κινδύνους που εγκυμονεί μια τέτοια συμφωνία για την κυριαρχία και την ασφάλεια της χώρας.

Η σημασία της Αρκτικής, και ειδικά της Γροιλανδίας, για τις παγκόσμιες ισορροπίες αυξάνεται συνεχώς λόγω του έντονου ανταγωνισμού Αμερικής–Ρωσίας και της κλιματικής αλλαγής που ανοίγει νέες θαλάσσιες οδούς. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία θεωρείται από την Ουάσιγκτον ως «αναγκαίο προπύργιο» για την προάσπιση των δυτικών συμφερόντων στην περιοχή, ενώ αναλυτές εκτιμούν ότι οι βάσεις αυτές θα λειτουργήσουν ως μέρος της ευρύτερης αμερικανικής στρατηγικής αναχαίτισης της ρωσικής και κινεζικής επιρροής.

Όπως σημειώνεται, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε στο παρελθόν χαρακτηρίσει τη Γροιλανδία «απολύτως απαραίτητη» για τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα, ενώ διαπραγματεύσεις για ενίσχυση της στρατιωτικής και τεχνικής συνεργασίας με τη Δανία είχαν επιταχυνθεί μετά την αποτυχία του αρχικού αιτήματος αγοράς.

Οι αντιδράσεις στη Δανία ήταν ανάμεικτες. Ορισμένοι πολιτικοί εξέφρασαν φόβους για ενδεχόμενη απώλεια κυριαρχίας και αύξηση της στρατιωτικοποίησης της χώρας, τονίζοντας ότι η αποδοχή αμερικανικών βάσεων ενδέχεται να καταστήσει τη Δανία στόχο σε υποθετικό διεθνές θερμό επεισόδιο. Άλλοι τόνισαν τα οφέλη ασφάλειας εντός της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, ενώ πολλοί κυβερνητικοί βουλευτές υπογράμμισαν τη σημασία της εθνικής κυριαρχίας και την ανάγκη διαρκούς διαβούλευσης με τις τοπικές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα της Γροιλανδίας.

Η Κοπεγχάγη σε επίσημη ανακοίνωση αναφέρει: «Η ενίσχυση της διμερούς αμυντικής συνεργασίας καταδεικνύει τον στρατηγικό ρόλο της Δανίας στην Αρκτική και διασφαλίζει ότι οι εξελίξεις πραγματοποιούνται με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και τους θεσμούς της χώρας».

Αναλυτές επισημαίνουν ότι η απόφαση ενδέχεται να επηρεάσει τις ισορροπίες τόσο στο εσωτερικό της Δανίας όσο και στο διεθνές σκηνικό. Για τη Γροιλανδία, τίθεται εκ νέου το ζήτημα της αυτονομίας και των δικαιωμάτων των τοπικών πληθυσμών, ενώ η Ρωσία και άλλες δυνάμεις αναμένεται να παρακολουθήσουν στενά τις εξελίξεις και να αντιδράσουν αναλόγως.

Η ψήφιση της νομοθεσίας ενισχύει την αμυντική συνεργασία ΗΠΑ–Δανίας, αλλά εγείρει ερωτήματα σχετικά με το μέλλον της γροιλανδικής αυτονομίας και την αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση της Αρκτικής. Το επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστικό για τις διαπραγματεύσεις σχετικά με το εύρος και το πλαίσιο των αμερικανικών εγκαταστάσεων, αλλά και για τη διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στην εθνική κυριαρχία και τις διεθνείς δεσμεύσεις της Δανίας.

Με τις εξελίξεις να αναμένονται ραγδαίες, η Δανία εισέρχεται σε μια νέα στρατηγική περίοδο, όπου το διακύβευμα της ασφάλειας και της κυριαρχίας θα βρεθεί εκ νέου στο επίκεντρο τόσο της εσωτερικής δημόσιας συζήτησης όσο και των διεθνών ισορροπιών στην ευρύτερη αρκτική περιοχή.

Η Σλοβακία θα αντιταχθεί σε κυρώσεις της ΕΕ κατά της Ρωσίας που βλάπτουν τα εθνικά μας συμφέροντα, δηλώνει ο πρωθυπουργός της χώρας

Ο Σλοβάκος πρωθυπουργός Ρόμπερτ Φίκο δήλωσε στις 8 Ιουνίου ότι θα αντιταχθεί σε μελλοντικές κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Ρωσίας εάν αντιβαίνουν τα εθνικά συμφέροντα της Σλοβακίας, με το Κοινοβούλιο να εγκρίνει ψήφισμα που προέτρεπε την κυβέρνησή του να μην υποστηρίξει κανένα νέο μέτρο.

«Εάν υπάρχουν κυρώσεις που μας βλάπτουν, δεν πρόκειται να τις ψηφίσω», δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου.

Ο Φίκο, ηγέτης του κόμματος Direction-Social Democracy, γνωστό ως Smer, έχει ήδη σταματήσει την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας προς το Κίεβο.

Το κόμμα του είναι το ανώτερο μέλος του κυβερνητικού συνασπισμού της χώρας από το 2023. Αυτή είναι η τρίτη θητεία του Φίκο, έχοντας προηγουμένως διατελέσει πρωθυπουργός μεταξύ 2006 και 2010 και από το 2012 έως το 2018.

Εδώ και καιρό εκφράζει την άποψη ότι οι εμπορικοί περιορισμοί που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία πλήττουν τη Σλοβακία και την ΕΕ στο σύνολό της χειρότερα από το Κρεμλίνο.

Διευκρίνισε ακόμη ότι δεν θα εγκρίνει καμία κίνηση που εμποδίζει την Μπρατισλάβα να εισάγει καύσιμα για τους πυρηνικούς σταθμούς της από τη Ρωσία.

«Θέλω να είμαι ένας εποικοδομητικός παράγοντας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά όχι εις βάρος της Σλοβακίας», δήλωσε.

Η Μπρατισλάβα δεν έχει μπλοκάρει κανένα από τα προηγούμενα 17 πακέτα κυρώσεων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του πιο πρόσφατου γύρου που υιοθετήθηκε τον Μάιο.

Η Ουγγαρία, η οποία επίσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη ρωσική ενέργεια, έχει υιοθετήσει παρόμοια στάση με τη Σλοβακία, αντιτιθέμενη στην προσπάθεια των Βρυξελλών κατά της βιομηχανίας φυσικού αερίου και πυρηνικής ενέργειας της Μόσχας.

Τον Μάιο, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν δήλωσε ότι οποιοδήποτε σχέδιο της ΕΕ απαγορεύει την εισαγωγή ρωσικής ενέργειας θα πρέπει να αντιμετωπιστεί «με κάθε μέσο».

«Πρέπει να προσπαθήσουμε να σταματήσουμε την ουκρανική προσπάθεια για πλήρη απαγόρευση του ρωσικού φυσικού αερίου από την Ευρώπη. Πρέπει να το αποτρέψουμε με κάθε τρόπο. Επειδή δεν έχει νόημα να έχουμε αγωγό αν δεν μας επιτρέπεται να φέρουμε αέριο μέσω αυτού», δήλωσε ο Όρμπαν κατά τη διάρκεια της εβδομαδιαίας κρατικής ραδιοφωνικής του συνέντευξης, στις 23 Μαΐου.

Είπε ωστόσο ότι εάν η ΕΕ αποζημιώσει τη Βουδαπέστη για τυχόν έξοδα που προκύπτουν από μια ενεργειακή απαγόρευση, η κυβέρνησή του θα είναι ανοιχτή σε διαπραγματεύσεις.

Τόσο η Ουγγαρία όσο και η Σλοβακία εισάγουν φυσικό αέριο από τη Ρωσία μέσω του αγωγού TurkStream, ο οποίος διασχίζει τη Μαύρη Θάλασσα προς την Τουρκία και συνεχίζει προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Ο Φίκο έχει δεχτεί κριτική από άλλες χώρες της ΕΕ και για την παρουσία του στην παρέλαση της Ημέρας της Νίκης στη Ρωσία, στις 9 Μαΐου.

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του, φωτογραφήθηκε να σφίγγει τα χέρια με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος του είπε κατά τη διάρκεια διμερούς συνάντησης στο Κρεμλίνο ότι η Ρωσία «διατηρούσε πάντα φιλικές σχέσεις με τη Σλοβακία».

Σε αυτήν τη συνάντηση, ο Φίκο είπε στον Πούτιν ότι θα ασκούσε βέτο σε οποιεσδήποτε προσπάθειες των Βρυξελλών να εμποδίσουν τη Σλοβακία να αγοράσει ρωσικό φυσικό αέριο, λέγοντας ότι η διακοπή αυτών των προμηθειών θα προκαλούσε αστάθεια.

Ο Φίκο ήταν ο μόνος ηγέτης χώρας της ΕΕ που μετέβη στη Μόσχα για την παρέλαση της Ημέρας της Νίκης, στην οποία παρευρέθηκαν επίσης ο Κινέζος επικεφαλής Σι Τζινπίνγκ και εκπρόσωποι από τη Βόρεια Κορέα.

Η Σλοβακία πέρασε δεκαετίες υπό κομμουνιστική διακυβέρνηση και ήταν σύμμαχος της Σοβιετικής Ένωσης κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όταν ενώθηκε με την Τσεχική Δημοκρατία διαμορφώνοντας το κράτος της Τσεχοσλοβακίας. Τα δύο έθνη χωρίστηκαν ειρηνικά το 1992, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Το 18ο πακέτο κυρώσεων της ΕΕ κατά της Ρωσίας βρίσκεται επί του παρόντος στο στάδιο της σύνταξης και αναμένεται να εφαρμοστεί αργότερα τον Ιούνιο.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δήλωσε ότι τα νέα μέτρα θα στοχεύουν συγκεκριμένα τον ενεργειακό και τραπεζικό τομέα της Ρωσίας.

Η υιοθέτηση νέων κυρώσεων, καθώς και η παράταση των υφιστάμενων, απαιτεί ομόφωνη έγκριση από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ρούττε: Αύξηση 400% στην αεροπορική και πυραυλική άμυνα του ΝΑΤΟ

Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε, ζήτησε αύξηση κατά 400% στις αεροπορικές και πυραυλικές δυνατότητες της Συμμαχίας, σε ομιλία του στις 9 Ιουνίου στο Chatham House, μίας δεξαμενής σκέψης διεθνών υποθέσεων, στο Λονδίνο.

Ο Ρούττε, που ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Οκτώβριο του 2024, υποστήριξε πως η αύξηση αυτή είναι απαραίτητη για να διατηρηθεί η αξιοπιστία της αποτροπής και της άμυνας του ΝΑΤΟ.

Σε αποσπάσματα από την ομιλία, ο ίδιος επισημαίνει ότι «βλέπουμε στην Ουκρανία πώς επιτίθεται η Ρωσία από αέρος, γι’ αυτό θα ενισχύσουμε την ασπίδα που προστατεύει τους ουρανούς μας». Ο Ρούττε τόνισε επίσης την ανάγκη για «ποσοτικό άλμα στη συλλογική μας άμυνα», τονίζοντας πως «χρειαζόμαστε περισσότερες δυνάμεις για να εφαρμόσουμε πλήρως τα σχέδια άμυνας μας». Πρόσθεσε δε ότι «ο κίνδυνος δεν θα εξαφανιστεί, ακόμα και όταν τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία», υπογραμμίζοντας την ανάγκη για «αύξηση 400% στην αεροπορική και πυραυλική άμυνα».

Επιπλέον, δήλωσε ότι οι στρατοί των κρατών-μελών χρειάζονται «χιλιάδες ακόμα θωρακισμένα οχήματα και άρματα μάχης, εκατομμύρια περισσότερες οβίδες πυροβολικού, και πρέπει να διπλασιάσουμε τις υποστηρικτικές δυνατότητες όπως η εφοδιαστική, η μεταφορά και η ιατρική υποστήριξη».

Κατά την παραμονή του στο Λονδίνο, ο Ρούττε θα συναντηθεί με τον Βρετανό πρωθυπουργό Κηρ Στάρμερ, εν όψει της συνόδου κορυφής των ηγετών του ΝΑΤΟ που θα διεξαχθεί αυτόν τον μήνα στη Χάγη.

Η συγκεκριμένη σύνοδος είναι η πρώτη συνάντηση των ηγετών της Συμμαχίας μετά τις αλλαγές σε κορυφαίες θέσεις, καθώς από την προηγούμενη σύνοδο στην Ουάσιγκτον, το 2024, έχει αλλάξει η ηγεσία στις ΗΠΑ, τη Γερμανία, τον Καναδά και το ΝΑΤΟ. Προηγουμένως, ο Ρούττε, που υπήρξε πρωθυπουργός της Ολλανδίας πριν αναλάβει τη θέση του γ.γ. του ΝΑΤΟ πέρυσι, είχε ζητήσει από τα κράτη-μέλη να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες τους στο 3,5% του ΑΕΠ και να δεσμευθούν για περαιτέρω 1,5% σε δαπάνες σχετικές με την υποδομή ασφαλείας.

Η πρωτοβουλία για αύξηση των δαπανών πυροδοτήθηκε από την απαίτηση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να φτάσουν τα κράτη-μέλη στο 5% του ΑΕΠ για τις αμυντικές δαπάνες, ποσοστό σημαντικά πάνω από το τρέχον όριο του 2% που απαιτεί η Συμμαχία. Υπό την πίεση του πολέμου στην Ουκρανία και της αλλαγής της αμερικανικής πολιτικής, που απαιτεί  αύξηση της συμμετοχής των Ευρωπαίων στην άμυνα της ηπείρου, οι ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται αντιμέτωπες με την ανάγκη να επενδύσουν μεγαλύτερο ποσοστό του προϋπολογισμού τους σε στρατιωτικές δαπάνες.

Προς το παρόν, κανένα κράτος-μέλος δεν αφιερώνει το 5% του ΑΕΠ στην άμυνα. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, μόνο η Πολωνία βρίσκεται κοντά στον στόχο, με 4,12%. Πολλές χώρες, όμως, όπως η Ισπανία, η Ιταλία και ο Καναδάς, δεν έχουν φτάσει καν το σημερινό όριο του 2%.

Η ρωσική πλευρά έχει ήδη επικρίνει τις δηλώσεις Ρούττε, χαρακτηρίζοντάς τες ως μια ακόμη προσπάθεια να αποσπαστούν χρήματα από τους φορολογούμενους των κρατών-μελών της Συμμαχίας με πρόσχημα «μια πρόσκαιρη απειλή». Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, ανέφερε σύμφωνα με το ρωσικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων TASS ότι «οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι θα ξοδέψουν χρήματα για να αντιμετωπίσουν μια απειλή που, όπως λένε, προέρχεται από τη χώρα μας, όμως αυτό δεν είναι παρά μια πρόσκαιρη απειλή», και πρόσθεσε ότι «εάν οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών και τα μέλη της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας θέλουν να συμπεριφέρονται έτσι στους φορολογούμενούς τους, τότε ας το κάνουν».

Την προηγούμενη εβδομάδα, ο Ρούττε διοργάνωσε σύνοδο υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, όπου συζητήθηκε επίσης η προτεινόμενη αύξηση των αμυντικών δαπανών. Ορισμένα κράτη έχουν ήδη δεσμευτεί για αύξηση των δαπανών τους, με το Ηνωμένο Βασίλειο να υπόσχεται άνοδο από το 2,3% στο 2,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2027, και μετέπειτα στο 3% του ΑΕΠ, σε αόριστο χρόνο. Η Γερμανία επίσης έχει ανακοινώσει ότι θα χρειαστεί περίπου 50.000 έως 60.000 επιπλέον ενεργούς στρατιώτες, σύμφωνα με τους νέους στόχους του ΝΑΤΟ.

Ο Ρούττε πρότεινε να επιτευχθεί ο στόχος του 5% έως το 2032, αν και ορισμένες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης θεωρούν το χρονοδιάγραμμα αυτό υπερβολικά μεγάλο, ενώ άλλες που βρίσκονται μακρύτερα από τα ρωσικά σύνορα το θεωρούν πολύ σύντομο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα τρέχοντα επίπεδα δαπανών, την παραγωγική ικανότητα και την κατάσταση των οικονομιών τους.

Ζελένσκι: «Αυξήστε την πίεση στη Ρωσία» μετά τη μαζική νυχτερινή επίθεση

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, κάλεσε τους συμμάχους του στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη να αυξήσουν την πίεση στη Μόσχα, μετά τη μαζική επίθεση με drones και πυραύλους που εξαπέλυσε η Ρωσία εναντίον της χώρας του τα ξημερώματα της Παρασκευής.

«Όποιος δεν ασκεί πίεση, επιτρέποντας στον πόλεμο να αφαιρεί ζωές, καθίσταται συνένοχος. Πρέπει να δράσουμε αποφασιστικά», έγραψε ο Ουκρανός πρόεδρος στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X.

«Η Ρωσία πρέπει να λογοδοτήσει. Από το πρώτο λεπτό αυτού του πολέμου, χτυπά πόλεις και χωριά για να καταστρέψει ζωές. Σε συνεργασία με τη διεθνή κοινότητα, έχουμε καταφέρει πολλά ώστε η Ουκρανία να μπορεί να αμυνθεί. Αλλά τώρα ακριβώς είναι η στιγμή που η Αμερική, η Ευρώπη και ολόκληρος ο κόσμος μπορούν να σταματήσουν αυτόν τον πόλεμο, ασκώντας από κοινού αποφασιστική πίεση στη Ρωσία».

Σύμφωνα με την πολεμική αεροπορία της Ουκρανίας, οι δυνάμεις της κατέρριψαν 406 από τα 452 ρωσικά drones και πυραύλους κατά τη διάρκεια της νυχτερινής επίθεσης στο Κίεβο και σε άλλες περιοχές. Ο Ζελένσκι πρόσθεσε ότι τρεις άνθρωποι σκοτώθηκαν και 49 τραυματίστηκαν από τη ρωσική αεροπορική επίθεση.

Η επίθεση αυτή ακολούθησε την προειδοποίηση του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν ότι η Μόσχα θα απαντούσε στα πλήγματα της Ουκρανίας εναντίον στρατηγικών στόχων βαθιά εντός της ρωσικής επικράτειας.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Πούτιν ενημέρωσε τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής τους επικοινωνίας ότι σκόπευε να ανταποδώσει. Φαίνεται πως προχώρησε στην επίθεση παρά τις παραινέσεις του Αμερικανού ομολόγου του για αυτοσυγκράτηση.

«Δέχθηκαν επίθεση. Και τους χτύπησαν αρκετά σκληρά. Προχώρησαν βαθιά στη Ρωσία, και στην ουσία μου είπε: “Δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να απαντήσουμε”. Και μάλλον δεν θα είναι ωραίο», φέρεται να δήλωσε ο Τραμπ σε συνάντησή του με τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτζ. «Δεν μου αρέσει. Του είπα: “Μην το κάνεις, δεν πρέπει να το κάνεις. Πρέπει να το σταματήσεις”. Αλλά και πάλι, υπάρχει πολύ μίσος».

Η ουκρανική επίθεση ευρείας κλίμακας νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Ιστός Αράχνης» (Operation Spiderweb), έπληξε στόχους σε πολλαπλές ζώνες ώρας σε όλη τη Ρωσία. Μεταξύ των στόχων ήταν μια αεροπορική βάση σε απόσταση άνω των 4.000 χιλιομέτρων από την Ουκρανία, η οποία επλήγη από τροποποιημένα εμπορικά drones που εκτοξεύτηκαν από φορτηγά.

Τα πλήγματα αυτά ακολούθησε και μια ισχυρή έκρηξη που προκάλεσε σοβαρές ζημιές στη Γέφυρα του Κερτς, η οποία συνδέει τη Ρωσία με την Κριμαία, σύμφωνα με την ουκρανική υπηρεσία πληροφοριών (SBU).

Από τη ρωσική πλευρά, ο δήμαρχος της Μόσχας, Σεργκέι Σομπιάνιν, ανακοίνωσε ότι καταρρίφθηκαν δέκα ουκρανικά drones που είχαν προορισμό την πρωτεύουσα. Οι πτήσεις στα αεροδρόμια της πόλης διακόπηκαν προσωρινά ως προληπτικό μέτρο. Ταυτόχρονα, ουκρανικά drones στόχευσαν τρεις ακόμη ρωσικές περιφέρειες, προκαλώντας ζημιές σε κτίρια και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, με τις αρχές να αναφέρουν τρεις τραυματίες.

Το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε από την πλευρά του ότι η αεράμυνα κατέρριψε συνολικά 174 ουκρανικά drones πάνω από 13 περιφέρειες, καθώς και τρεις πυραύλους Neptune πάνω από τη Μαύρη Θάλασσα.

Η κλιμάκωση αυτή έρχεται λίγες ημέρες μετά την κατάρρευση του δεύτερου γύρου των διαπραγματεύσεων για κατάπαυση του πυρός μεταξύ Μόσχας και Κιέβου, με τις συνομιλίες στην Κωνσταντινούπολη να διαρκούν μόλις μία ώρα.

Νωρίτερα την εβδομάδα, ο Κιθ Κέλογκ, ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ για την Ουκρανία, είχε προειδοποιήσει ότι η ουκρανική επίθεση της 1ης Ιουνίου θα μπορούσε να οδηγήσει τον πόλεμο σε απρόβλεπτη κλιμάκωση.

ΝΑΤΟ: Σίγουρος ο Χέγκσεθ για τη δέσμευση των μελών στον στόχο του 5% για αμυντικές δαπάνες

Με αυτοπεποίθηση εμφανίστηκε ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πητ Χέγκσεθ, την Πέμπτη, στις Βρυξέλλες, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ θα ανταποκριθούν στην απαίτηση της Ουάσιγκτον για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ. Η δήλωση του Χέγκσεθ πραγματοποιήθηκε λίγο πριν από την έναρξη της συνεδρίασης των υπουργών Άμυνας των χωρών-μελών της συμμαχίας.

«Για να είσαι συμμαχία, χρειάζεται να είσαι περισσότερα από σημαίες. Χρειάζεται να υπάρχει σχηματισμός. Χρειάζεται να είσαι περισσότερα από συνέδρια», ανέφερε χαρακτηριστικά ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, επισημαίνοντας την ανάγκη να δοθεί ουσιαστικό περιεχόμενο στη στρατιωτική συνεργασία εντός του ΝΑΤΟ.

Η πρόταση των ΗΠΑ – για αύξηση των αμυντικών δαπανών κάθε κράτους-μέλους στο 5% του ΑΕΠ – αποτελεί κομβικής σημασίας αλλαγή, δεδομένου ότι το υφιστάμενο όριο που έχουν δεσμευθεί να τηρούν τα περισσότερα μέλη ανέρχεται στο 2% του ΑΕΠ. Το μέτρο προωθείται από την Ουάσιγκτον με στόχο τη θωράκιση της συλλογικής ασφάλειας, ιδίως σε μία περίοδο διαρκών και πολύπλευρων απειλών κατά της ευρωατλαντικής συμμαχίας.

Η τοποθέτηση του Πητ Χέγκσεθ έρχεται σε μία κομβική συγκυρία, με τις συζητήσεις για το ποσοστό των αμυντικών δαπανών να αποτελούν σημείο τριβής εντός του ΝΑΤΟ τα τελευταία χρόνια. Ορισμένα μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας αλλά και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, συχνά εκφράζουν επιφυλάξεις για τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις αυτής της αύξησης, επικαλούμενα δημοσιονομικούς περιορισμούς.

«Για να υπάρχουν αποτελεσματικές συμμαχίες σε περίοδο διεθνών απειλών, χρειάζεται η ουσιαστική στρατιωτική συνεισφορά όλων, κι όχι μόνο η συμβολική συμμετοχή», υπογράμμισε ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, εστιάζοντας στην αναγκαιότητα πρακτικής ενίσχυσης της επιχειρησιακής ετοιμότητας.

Το ενδεχόμενο γενικευμένης αύξησης των αμυντικών δαπανών απασχολεί έντονα την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και κρατικές ηγεσίες διατυπώνουν ενστάσεις σχετικά με την αναλογία αμυντικών δαπανών προς κοινωνικές ανάγκες, ιδίως σε χώρες που ήδη βιώνουν αυστηρές δημοσιονομικές συνθήκες. Ωστόσο, η προοπτική ενίσχυσης της αποτρεπτικής ικανότητας της συμμαχίας, κυρίως έναντι αναδυόμενων απειλών, φαίνεται να αποτελεί το κύριο επιχείρημα της Ουάσιγκτον.

Οι ΗΠΑ παραδοσιακά διατηρούν τον ρόλο του ηγέτη εντός ΝΑΤΟ, συμβάλλοντας με το μεγαλύτερο ποσοστό στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αλλά και στις στρατιωτικές δυνάμεις. Η θέση Χέγκσεθ καταδεικνύει την πρόθεση της αμερικανικής ηγεσίας να αναδιανείμει το βάρος της συλλογικής άμυνας ανάμεσα στα μέλη.

Η αποδοχή ή απόρριψη της πρότασης για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ έχει πολυδιάστατες συνέπειες. Μια τέτοια απόφαση θα προκαλέσει σοβαρές ανακατατάξεις στα δημόσια οικονομικά των ευρωπαϊκών κρατών-μελών, ενδεχομένως σε βάρος κοινωνικών προγραμμάτων. Την ίδια στιγμή, η υλοποίηση του στόχου αυτού ενδέχεται να ενισχύσει καταλυτικά την αποτρεπτική ισχύ, σε μια συγκυρία κατά την οποία η Ρωσία και άλλες αναθεωρητικές δυνάμεις αυξάνουν την επιθετικότητά τους.

Η πρωτοβουλία του Αμερικανού υπουργού Άμυνας για γενικευμένη αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ στο ΝΑΤΟ, θέτει τα μέλη της συμμαχίας μπροστά σε κρίσιμα διλήμματα και στρατηγικές επιλογές. Η πολιτική, οικονομική και στρατιωτική ισορροπία που θα επιτευχθεί κατά τις επερχόμενες διαβουλεύσεις θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της συλλογικής ασφάλειας στην ευρωατλαντική ζώνη.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ ζητά ταχύτερη και μεγαλύτερη αύξηση των αμυντικών δαπανών

Σε βαρυσήμαντη παρέμβασή του πριν τη συνάντηση των υπουργών Άμυνας στις Βρυξέλλες, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ καλεί τα κράτη-μέλη να εντείνουν τις προσπάθειες ενίσχυσης της συλλογικής άμυνας

Ο νέος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, κάλεσε την Τετάρτη τα κράτη-μέλη της συμμαχίας να επιταχύνουν και να ενισχύσουν σημαντικά την αύξηση των αμυντικών δαπανών, υπογραμμίζοντας την αντιμετώπιση αυξημένων προκλήσεων τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον. Η τοποθέτηση του Μαρκ Ρούτε πραγματοποιήθηκε σε συνέντευξη Τύπου στις Βρυξέλλες, λίγο πριν τη συνεδρίαση των υπουργών Άμυνας των μελών του ΝΑΤΟ στην πρωτεύουσα του Βελγίου, σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία ζητήματα ασφάλειας καταλαμβάνουν κυρίαρχη θέση στην ευρωατλαντική ατζέντα.

Στην εισαγωγική του τοποθέτηση, ο Ρούτε τόνισε ότι «η συμμαχία πρέπει να προχωρήσει πιο πέρα, ταχύτερα, στην προσπάθεια αύξησης των αμυντικών δαπανών» των κρατών-μελών. Σύμφωνα με τον γγ του ΝΑΤΟ, η τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια και οι επίμονες απειλές, κυρίως λόγω της συνεχιζόμενης ρωσικής επιθετικότητας στην Ουκρανία, καθιστούν επιτακτική την ανάγκη ενίσχυσης της συλλογικής άμυνας.

Αναπτύσσοντας τα βασικά σημεία της τοποθέτησής του, ο Ρούτε επεσήμανε πως η διατήρηση της αποτρεπτικής ισχύος του ΝΑΤΟ εξαρτάται άμεσα από τη συνεχή και μακροπρόθεσμη αύξηση των εθνικών αμυντικών προϋπολογισμών. Σημείωσε ακόμα ότι «οι σύμμαχοι έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο», αλλά, όπως τόνισε, «οι απαιτήσεις της σημερινής εποχής μας υπαγορεύουν να κινηθούμε ακόμη πιο γρήγορα και με ακόμη μεγαλύτερη φιλοδοξία».

Είναι χαρακτηριστικό ότι, τα τελευταία έτη, το ζήτημα της αμυντικής δαπάνης αποτέλεσε σημείο αντιπαράθεσης στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ. Παρά τις συνεχείς πιέσεις από την αμερικανική πλευρά και συνολικές δεσμεύσεις για διάθεση τουλάχιστον 2% του ΑΕΠ σε αμυντικές δαπάνες, αρκετές χώρες-μέλη δεν έχουν ακόμη προσαρμοστεί στα συμφωνηθέντα πλαίσια. Ο Ρούτε υπενθύμισε πως «η ευημερία και η ασφάλεια των κοινωνιών μας δεν επιτρέπουν εφησυχασμό», διευκρινίζοντας ότι «η διατλαντική ενότητα είναι πιο απαραίτητη από ποτέ», ιδιαίτερα ενόψει των συνεχιζόμενων συγκρούσεων και αμφισβητήσεων στο διεθνές περιβάλλον.

Οι δηλώσεις του γενικού γραμματέα εντάσσονται σε μια περίοδο αυξανόμενης ανησυχίας σχετικά με τη διαχρονική αξιοπιστία της συμμαχίας, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες, πολλάκις στο παρελθόν, έχουν δεχθεί έντονη κριτική για ανεπαρκή στρατιωτική δαπάνη. Παράλληλα, η συζήτηση περί «αναδιανομής των βαρών» εντός ΝΑΤΟ παραμένει ανοικτή, με χώρες όπως οι ΗΠΑ να απαιτούν ισομερή κατανομή της οικονομικής και στρατιωτικής συνεισφοράς.

Ο Ρούτε υπογράμμισε το ρόλο της επαρκούς χρηματοδότησης για την προμήθεια σύγχρονων εξοπλισμών και την ενίσχυση της διαλειτουργικότητας των ενόπλων δυνάμεων των κρατών-μελών, ώστε η συμμαχία να είναι σε θέση να ανταποκρίνεται αυτόνομα και αποτελεσματικά σε οποιαδήποτε απειλή.

Η παρέμβαση του Μαρκ Ρούτε έρχεται να αναζωπυρώσει μια παλιά αλλά πάντα επίκαιρη συζήτηση για τη βιωσιμότητα και τη στρατηγική αυτοδυναμία της ευρωατλαντικής συμμαχίας. Η επιτάχυνση των αμυντικών δαπανών αποτελεί διαρκές αίτημα κυρίως από την Ουάσινγκτον, με την πρόσφατη παγκόσμια ανασφάλεια να επιτείνει τις σχετικές πιέσεις προς τα ευρωπαϊκά μέλη. Η ανταπόκριση των κρατών-μελών θα καθορίσει όχι μόνον το βαθμό ενίσχυσης της αποτρεπτικής δυνατότητας του ΝΑΤΟ, αλλά και το πώς θα διαμορφωθεί η εσωτερική του συνοχή σε μια περίοδο πιθανών διεθνών ανακατατάξεων.

Οι αυξανόμενες εντάσεις με τη Ρωσία, ο παράγοντας της αβεβαιότητας στις διατλαντικές σχέσεις, αλλά και ο γενικότερος επαναπροσδιορισμός της γεωστρατηγικής της Δύσης, καθιστούν το θέμα της άμυνας μείζονα προτεραιότητα για όλες τις συμμετέχουσες χώρες.

Καθώς οι υπουργοί Άμυνας του ΝΑΤΟ συνεδριάζουν, το κάλεσμα του Μαρκ Ρούτε για ταχύτερες και πιο φιλόδοξες κινήσεις στην αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών αποκτά εξαιρετικό βάρος. Το μέλλον της συμμαχίας και η αντοχή της σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον θα κριθούν τόσο από τη συλλογικότητα των αποφάσεων, όσο και από την αποφασιστικότητα στην υλοποίηση των κοινών στρατηγικών στόχων.

Η Ρωσία κατηγορεί την Ουκρανία για έλλειψη ουσιαστικής βούλησης στις ειρηνευτικές συνομιλίες

Η Ρωσία κατηγόρησε την Ουκρανία για παρεμπόδιση της πορείας των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, αυξάνοντας έτσι τις εντάσεις μεταξύ των δύο πλευρών εν μέσω των συνεχιζόμενων πολεμικών συγκρούσεων. Την Τετάρτη, η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα, δήλωσε στους δημοσιογράφους στη Μόσχα πως «για άλλη μια φορά αποδεικνύεται περίτρανα ότι το Κίεβο εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά επιθετικό και δεν είναι διατεθειμένο να βρει λογικές λύσεις».

Οι δηλώσεις της Ζαχάροβα ήρθαν σε συνέχεια πρόσφατων επεισοδίων που αφορούν επιθέσεις σε κομβικές ρωσικές υποδομές, τις οποίες η ρωσική πλευρά αποδίδει στην Ουκρανία. Η ίδια προχώρησε μάλιστα σε καταγγελίες για «τρομοκρατικές ενέργειες» της Ουκρανίας, τονίζοντας πως τέτοιου είδους επιθέσεις «καθιστούν σαφές ότι το Κίεβο δεν αναζητά πραγματικές λύσεις, αλλά προσπαθεί να κλιμακώσει περαιτέρω την κατάσταση».

Όπως επισήμανε η Ζαχάροβα, η σταθερή και αδιάλλακτη στάση της Ουκρανίας εμποδίζει την επίτευξη μιας συμφωνίας που δυνητικά θα μπορούσε να τερματίσει τη σύγκρουση. Επιπλέον, συνδύασε τις κατηγορίες περί απροθυμίας για διάλογο με αναφορές σε πρόσφατες ουκρανικές επιχειρήσεις εναντίον ρωσικών στρατηγικών στόχων, εκτιμώντας ότι αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης τακτικής πίεσης εκ μέρους του Κιέβου.

Από την ουκρανική πλευρά, εκπρόσωποι της κυβέρνησης έχουν επανειλημμένως απορρίψει ανάλογες ρωσικές κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι η Ρωσία χρησιμοποιεί τη ρητορική αυτή ως μέσο δικαιολόγησης της συνέχισης των στρατιωτικών επιχειρήσεων και των επιθέσεων σε ουκρανικές πόλεις. Άλλωστε, παραμένει σαφής η διαφωνία ως προς τα προαπαιτούμενα και το πλαίσιο ενδεχόμενων διαπραγματεύσεων, με το Κίεβο να επιμένει στην αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων ως βασική προϋπόθεση για κάθε διάλογο.

Οι τελευταίες εξελίξεις λαμβάνουν χώρα σε ένα κλίμα αυξημένης επιφυλακής για την ασφάλεια στρατηγικών υποδομών στη Ρωσία, καθώς η Μόσχα καταγράφει σειρά περιστατικών που αποδίδει στην ουκρανική πλευρά, ενώ παράλληλα εντείνει τις επιθέσεις της στην ανατολική Ουκρανία. Την ίδια στιγμή, η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με ανησυχία τη στασιμότητα των ειρηνευτικών πρωτοβουλιών και το κλίμα αλληλοκατηγοριών που δυσχεραίνει την προοπτική επαναπροσέγγισης.

Εάν συνεχιστεί το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις, ενισχύεται η πιθανότητα περαιτέρω κλιμάκωσης της σύγκρουσης, με σοβαρές γεωπολιτικές και ανθρωπιστικές επιπτώσεις για την ευρύτερη περιοχή. Η ρητορική της Μόσχας αποσκοπεί τόσο στην ενίσχυση της εσωτερικής συνοχής όσο και στη μετάθεση ευθυνών προς το Κίεβο, ενώ η στάση της Ουκρανίας υπογραμμίζει την προσήλωσή της σε μια λύση που θα περιλαμβάνει πλήρη σεβασμό της εδαφικής της ακεραιότητας.

Η αδυναμία εξεύρεσης κοινής βάσης για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις, όπως αυτή καταγράφεται από τις πρόσφατες δηλώσεις αξιωματούχων, δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο καχυποψίας και εντάσεων, καθιστώντας κάθε προσπάθεια ειρηνευτικής προσέγγισης ακόμη πιο δύσκολη.

Σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί η αμοιβαία δυσπιστία και η ρητορική κλιμάκωσης, οι προοπτικές για επίτευξη βιώσιμης ειρήνης στην περιοχή παραμένουν αβέβαιες. Οι δηλώσεις της Μαρία Ζαχάροβα αντικατοπτρίζουν την τρέχουσα ψυχρότητα των διμερών σχέσεων και φωτίζουν τα εμπόδια που ορθώνονται μπροστά στην αναζήτηση μιας διπλωματικής διέξοδου, ενώ οι συνέπειες της αδράνειας γίνονται ολοένα και οξύτερες για όλους τους εμπλεκόμενους.

Με την συμβολή του Άνταμ Μόροου

Λι Τζε-μεόνγκ: Σαφής νίκη του ηγέτη της φιλελεύθερης αντιπολίτευσης στις προεδρικές εκλογές της Νότιας Κορέας

Ανοίγει ο δρόμος για πολιτική αλλαγή στη Νότια Κορέα μετά τη σημερινή εκλογική αναμέτρηση, καθώς ο Λι Τζε-μεόνγκ διαγράφει σαφή πορεία προς την προεδρία. Δημοσκόπηση που διενεργήθηκε από τα μεγάλα εθνικά τηλεοπτικά δίκτυα KBS, MBC και SBS εμφανίζει τον αρχηγό της φιλελεύθερης αντιπολίτευσης να συγκεντρώνει 51,7% των ψήφων, αφήνοντας σημαντική διαφορά από τον συντηρητικό αντίπαλό του, Κιμ Μουν-σου, ο οποίος ακολουθεί με 39,3%.

Η επικράτηση του Λι Τζε-μεόνγκ στην πρώτη του επίσημη υποψηφιότητα για την προεδρία σηματοδοτεί μια περίοδο πιθανής μεταστροφής στην πολιτική κατεύθυνση της χώρας. Το τελευταίο διάστημα, η Νότια Κορέα είχε βρεθεί στο επίκεντρο έντονης κοινωνικοπολιτικής αντιπαράθεσης, με βασικά ζητήματα στην ατζέντα τον εκδημοκρατισμό, τη διαφάνεια και τις οικονομικές ανισότητες.

Το αποτέλεσμα της κάλπης, εφόσον επιβεβαιωθεί, αναμένεται να διαφοροποιήσει τη στάση της Σεούλ τόσο σε εσωτερικά θέματα, όσο και στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, με έμφαση στις αναμενόμενες πρωτοβουλίες για εσωτερικές μεταρρυθμίσεις και επαναδιαπραγμάτευση γεωπολιτικών ισορροπιών.

Παρά το εντυπωσιακό αποτέλεσμα των exit polls, δεν υπήρξαν μέχρι στιγμής επίσημες δηλώσεις από τον Λι Τζε-μεόνγκ ή τον Κιμ Μουν-σου, εν αναμονή της ολοκλήρωσης της καταμέτρησης των ψήφων και της επίσημης επικύρωσης του αποτελέσματος.

Σημειώνεται πάντως ότι προεκλογικά οι δύο υποψήφιοι είχαν ακολουθήσει αντιτιθέμενες στρατηγικές στο ζήτημα της οικονομικής πολιτικής, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αντιμετώπισης της Βόρειας Κορέας. Ο Λι Τζε-μεόνγκ είχε δηλώσει επανειλημμένως τη δέσμευσή του για ενίσχυση της κοινωνικής πρόνοιας και για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς. Ο Κιμ Μουν-σου, από την πλευρά του, έκανε λόγο για ανάγκη επιστροφής σε συντηρητικές αρχές και σταθερότητα ασφαλείας.

Η εκλογική διαδικασία στη Νότια Κορέα παρακολουθήθηκε στενά από τη διεθνή κοινότητα λόγω της γεωπολιτικής σημασίας της χώρας στη Βορειοανατολική Ασία και των εντάσεων που σημειώνονται στην κορεατική χερσόνησο. Το αποτέλεσμα ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στις σχέσεις τόσο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όσο και με τη Βόρεια Κορέα, ενώ αναμένεται να εξεταστεί προσεκτικά από μεγάλες ασιατικές και δυτικές δυνάμεις.

Στις φετινές εκλογές, το ενδιαφέρον των πολιτών παρέμεινε υψηλό, με αξιοσημείωτη συμμετοχή βάσει των αρχικών στοιχείων που έδωσαν στη δημοσιότητα οι αρχές. Το προεδρικό αξίωμα στη Νότια Κορέα έχει πενταετή θητεία και δεν επιτρέπεται η επανεκλογή.

Η επίσημη ανακοίνωση των αποτελεσμάτων αναμένεται τις επόμενες ώρες. Εφόσον επιβεβαιωθεί η νίκη του Λι Τζε-μεόνγκ, η νέα προεδρική περίοδος θα αρχίσει τυπικά το προσεχές διάστημα, ενώ ήδη αναμένονται με ενδιαφέρον οι πρώτες δηλώσεις και κινήσεις του νέου προέδρου.

Πολιτικοί αναλυτές υπογραμμίζουν ότι τα αποτελέσματα της κάλπης ενδεχομένως να επηρεάσουν σε βάθος χρόνου τόσο τον κορεατικό πολιτικό χάρτη, όσο και τον ευρύτερο ρόλο της Νότιας Κορέας στην περιοχή.

Ολλανδία: Στα πρόθυρα κατάρρευσης η κυβέρνηση μετά την αποχώρηση Βίλντερς

Στα πρόθυρα της κατάρρευσης βρίσκεται η κυβέρνηση της Ολλανδίας, μετά την ανακοίνωση του ηγέτη του Κόμματος για την Ελευθερία (PVV), Γκέερτ Βίλντερς, ότι αποχωρεί από τον κυβερνητικό συνασπισμό.

Ο Βίλντερς δήλωσε ότι τα υπόλοιπα κόμματα του συνασπισμού αρνήθηκαν να υιοθετήσουν τα μέτρα του για τον τερματισμό της παράνομης μετανάστευσης, ένα αίτημα που είχε θέσει ως προϋπόθεση για τη στήριξη της κυβέρνησης την περασμένη εβδομάδα.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Βίλντερς έγραψε: «Καμία υπογραφή στα σχέδιά μας για το άσυλο. Καμία τροποποίηση στη Συμφωνία Βασικών Κατευθύνσεων. Το PVV αποχωρεί από τον συνασπισμό».

Στη συνέχεια, συμπλήρωσε: «Δεν είχαμε άλλη επιλογή. Είχα υποσχεθεί στους ψηφοφόρους τη σκληρότερη πολιτική ασύλου που υπήρξε ποτέ, αλλά αυτή η υπόσχεση δεν έγινε αποδεκτή».

Την προηγούμενη εβδομάδα, ο Βίλντερς είχε ζητήσει από τους εταίρους του συνασπισμού να στηρίξουν ένα σχέδιο για τη μείωση της παράνομης μετανάστευσης. Το σχέδιο προέβλεπε τη χρήση του στρατού για την προστασία των συνόρων, την απόρριψη όλων των παράνομων μεταναστών, την επιστροφή των Σύρων προσφύγων στη χώρα τους και το κλείσιμο των κέντρων φιλοξενίας.

Είχε προειδοποιήσει μάλιστα ότι αν η πολιτική για τη μετανάστευση δεν αυστηροποιηθεί, το PVV θα αποχωρήσει από την κυβέρνηση. Τώρα υλοποίησε αυτή την απειλή.

Η αποχώρηση του PVV αναμένεται να οδηγήσει τη χώρα σε νέες εκλογές τους επόμενους μήνες, καθώς διαλύεται ο εύθραυστος συνασπισμός που εδώ και σχεδόν έναν χρόνο δυσκολευόταν να βρει κοινό βηματισμό.

Το κόμμα του Βίλντερς είναι το μεγαλύτερο στην ολλανδική Βουλή.

Οι εταίροι του συνασπισμού αντέδρασαν στην εξέλιξη.

Η επικεφαλής του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία (VVD), Ντιλάν Γεσίλγκοζ, δήλωσε στην πλατφόρμα X: «Για ακόμη μια φορά, ο Βίλντερς βάζει το προσωπικό του συμφέρον πάνω από το συμφέρον της χώρας. Εγκαταλείπει την προσπάθεια σε μια περίοδο πρωτοφανούς αβεβαιότητας — με τον πόλεμο δίπλα μας, μια ενδεχόμενη οικονομική κρίση και πολίτες που ανησυχούν για τους λογαριασμούς τους. Η Ολλανδία χρειάζεται ώριμη και υπεύθυνη ηγεσία που να προσφέρει ασφάλεια. Ο Βίλντερς απογοητεύει τη χώρα μας».

Σε παρόμοιο ύφος, η ηγέτιδα του κεντρώου κόμματος Νέα Κοινωνική Συμφωνία (NSC), Νικολιέν φαν Βρόνχοφεν, ανέφερε: «Είναι ανεύθυνο εκ μέρους του Γκέερτ Βίλντερς να αποχωρεί από τον συνασπισμό. Τώρα ήταν η στιγμή που θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε σε αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική».

Η Καρολάιν φαν ντερ Πλας, επικεφαλής του Κινήματος Αγροτών-Πολιτών (BBB), χαρακτήρισε τον Βίλντερς «απερίσκεπτο» για την αποχώρησή του. «Η κυβέρνηση δεν έπεσε επειδή τα σχέδια ήταν ανεφάρμοστα, αλλά επειδή δεν υλοποιήθηκαν», σχολίασε.

Χωρίς το PVV, τα υπόλοιπα κόμματα του συνασπισμού έχουν τυπικά τη δυνατότητα να επιχειρήσουν να παραμείνουν στην εξουσία ως κυβέρνηση μειοψηφίας, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν θεωρείται πιθανό.

Ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης, Φρανς Τίμερμανς, υποστήριξε ότι οι εκλογές είναι μονόδρομος. Μιλώντας στη δημόσια τηλεόραση NOS, ο ηγέτης του συνασπισμού Εργατικού Κόμματος και Πρασίνων δήλωσε: «Φτάνει πια με την αδράνεια. Αυτό δεν βοηθά τη χώρα να προχωρήσει. Υπάρχει πόλεμος στην Ευρώπη, και οι πολίτες ανησυχούν βαθιά για το μέλλον τους. Αυτό απαιτεί ηγεσία, αλληλεγγύη και δίκαιο επιμερισμό. Ώρα για δουλειά!»

Στις εκλογές του 2023, το PVV του Βίλντερς κέρδισε τις περισσότερες έδρες στη Βουλή, συγκεντρώνοντας το 23% των ψήφων, όμως σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις έχει χάσει έδαφος από τότε που εισήλθε στην κυβέρνηση.

Παρά το γεγονός ότι ηγείται του μεγαλύτερου κόμματος, ο Βίλντερς δεν είχε αναλάβει κυβερνητικό αξίωμα ή υπουργείο. Η συμφωνία για σχηματισμό κυβέρνησης επιτεύχθηκε πέρσι με τρία ακόμη κεντροδεξιά κόμματα, υπό τον όρο ότι ο ίδιος δεν θα γινόταν πρωθυπουργός.

Αντί αυτού, τη διακυβέρνηση ανέλαβε ο Ντικ Σχοφ, έμπειρος τεχνοκράτης και πρώην επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών, ο οποίος δεν είχε εκλεγεί.

Η κίνηση Βίλντερς αναμένεται να αφήσει την Ολλανδία με υπηρεσιακή κυβέρνηση, τη στιγμή που η χώρα ετοιμάζεται να φιλοξενήσει τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη αργότερα μέσα στον μήνα. Ο σημερινός γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ήταν ο προηγούμενος πρωθυπουργός της Ολλανδίας.

Νέα συγκέντρωση ρωσικών στρατευμάτων στα βόρεια σύνορα της Ουκρανίας

Ανησυχία προκαλεί η νέα μεγάλη συγκέντρωση ρωσικών στρατευμάτων κοντά στα βόρεια σύνορα της χώρας, με το Κίεβο να ερμηνεύει τη στρατιωτική κινητικότητα ως προετοιμασία για νέα επίθεση το καλοκαίρι.

Όπως ανακοίνωσε την Τρίτη ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι, περίπου 50.000 Ρώσοι στρατιώτες έχουν συγκεντρωθεί στην περιοχή του Σούμι, στα σύνορα με τη Ρωσία. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι δυνάμεις της Μόσχας έχουν οργανωθεί τις τελευταίες ημέρες στην περιοχή, εντείνοντας τους φόβους για ένα νέο μέτωπο στο βορρά, την ώρα που οι εχθροπραξίες παραμένουν αυξημένες στα ανατολικά.

Παρά τη σαφή ανησυχία για πιθανή μεγάλη επίθεση από τον ρωσικό στρατό, ο Ζελένσκι επισήμανε πως οι ουκρανικές αρχές έχουν ήδη λάβει προληπτικά μέτρα ώστε να ενισχύσουν την άμυνα της περιοχής. Όπως τόνισε, βρίσκονται σε επιφυλακή για κάθε ενδεχόμενο, προκειμένου να αποτρέψουν μια αιφνιδιαστική προέλαση ρωσικών δυνάμεων.

Η κλιμάκωση στα βόρεια σύνορα εκτιμάται ότι αποτελεί μέρος της ευρύτερης στρατηγικής της Μόσχας να πιέσει την Ουκρανία σε διάφορα μέτωπα, αναζητώντας τα ευάλωτα σημεία των ουκρανικών δυνάμεων, εν όψει του καλοκαιριού.

Οι εξελίξεις παρακολουθούνται στενά τόσο εντός της Ουκρανίας όσο και από τους ξένους παρατηρητές, ενώ το Κίεβο καλεί τη διεθνή κοινότητα να συνεχίσει να προσφέρει την υποστήριξή της στην ουκρανική άμυνα απέναντι σε κάθε νέα επιθετική κίνηση από τη Ρωσία.