Τετάρτη, 18 Φεβ, 2026

Η ΕΚΤ ενισχύει τον παγκόσμιο ρόλο του ευρώ με διευρυμένη γραμμή ρευστότητας

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ανοίγει τον μηχανισμό στήριξης χρηματοδότησης σε ευρώ σε σχεδόν όλες τις ξένες κεντρικές τράπεζες, επιδιώκοντας να ενισχύσει τον παγκόσμιο ρόλο του ενιαίου νομίσματος, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις και ο οικονομικός κατακερματισμός αναδιαμορφώνουν το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η ΕΚΤ ανακοίνωσε στις 14 Φεβρουαρίου ότι το Διοικητικό Συμβούλιό της αποφάσισε να επεκτείνει και να θεσμοθετήσει την πρόσβαση στη διευκόλυνση δανεισμού σε ευρώ που βασίζεται σε συμφωνίες επαναγοράς για κεντρικές τράπεζες εκτός ζώνης του ευρώ, παρέχοντας πρόσβαση σε ευρύ φάσμα χωρών, εκτός αν αποκλείονται για λόγους όπως νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή διεθνείς κυρώσεις.

Η ΕΚΤ ανέφερε σε ανακοίνωσή της ότι οι αλλαγές αυτές αποσκοπούν στο να καταστήσουν τη διευκόλυνση πιο ευέλικτη, ευρύτερη ως προς τη γεωγραφική της εμβέλεια και πιο συναφή για τους παγκόσμιους κατόχους τίτλων σε ευρώ. Η κίνηση έχει σχεδιαστεί ώστε οι ξένες νομισματικές αρχές να μπορούν να αποκτούν γρήγορα ευρώ σε περιόδους πίεσης στις αγορές, μειώνοντας τον κίνδυνο ελλείψεων χρηματοδότησης στο εξωτερικό που θα μπορούσαν να μεταφερθούν πίσω στις χρηματοπιστωτικές αγορές της ζώνης του ευρώ και να περιπλέξουν τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ.

Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, δήλωσε σε ομιλία της στις 14 Φεβρουαρίου στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου στη Γερμανία ότι η διαθεσιμότητα ενός δανειστή έσχατης ανάγκης για κεντρικές τράπεζες σε όλο τον κόσμο ενισχύει την εμπιστοσύνη για επενδύσεις, δανεισμό και συναλλαγές σε ευρώ, με τη γνώση ότι θα υπάρχει πρόσβαση κατά τη διάρκεια διαταραχών στις αγορές, υπογραμμίζοντας τα οφέλη για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα από αυτή τη γραμμή στήριξης χρηματοδότησης σε ευρώ.

Ο ενισχυμένος μηχανισμός στήριξης χρηματοδότησης εντάσσεται στη ευρύτερη προσπάθεια της Λαγκάρντ να αξιοποιήσει αυτό που έχει χαρακτηρίσει ως μια πιθανή «παγκόσμια στιγμή του ευρώ», με τις αλλαγές στην εμπορική πολιτική των ΗΠΑ και την αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα να δημιουργούν ένα άνοιγμα ώστε το ενιαίο νόμισμα να διευρύνει τον διεθνή του ρόλο. Η Λαγκάρντ είχε δηλώσει τον Μάιο 2025 ότι το ευρώ θα μπορούσε να αναδειχθεί σε σοβαρή εναλλακτική του δολαρίου ΗΠΑ ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, υπό την προϋπόθεση ότι η Ένωση θα εμβαθύνει τη χρηματοπιστωτική και την αρχιτεκτονική ασφάλειάς της.

Κατά την ομιλία της στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, η Λαγκάρντ χαρακτήρισε την ενισχυμένη διευκόλυνση δανεισμού σε ευρώ της ΕΚΤ ως μέρος της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Ανέφερε ότι ενισχύει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, προσφέροντας στις κεντρικές τράπεζες εκτός ζώνης του ευρώ συνεχή πρόσβαση σε ρευστότητα σε ευρώ και όχι μόνο προσωρινές γραμμές. Πρόσθεσε επίσης ότι, παρέχοντας πρόσβαση στη γραμμή στήριξης χρηματοδότησης ως προεπιλογή, εκτός αν υπάρχει λόγος περιορισμού, ο διευρυμένος μηχανισμός επιταχύνει την παροχή ρευστότητας σε περιόδους πίεσης.

Η Λαγκάρντ δήλωσε ότι η διευκόλυνση αυτή ενισχύει επίσης τον ρόλο του ευρώ. Πρόσθεσε ότι, σε έναν κόσμο όπου οι εξαρτήσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν γίνει ευπάθειες ασφάλειας, η Ευρώπη πρέπει να αποτελεί πηγή σταθερότητας για την ίδια και για τους εταίρους της.

Το ενισχυμένο πλαίσιο θα τεθεί σε ισχύ στο τρίτο τρίμηνο 2026.

Από εργαλείο κρίσης σε μόνιμο μηχανισμό στήριξης

Η διευκόλυνση, επισήμως γνωστή ως διευκόλυνση συμφωνιών επαναγοράς του Ευρωσυστήματος για κεντρικές τράπεζες, ή EUREP, εισήχθη για πρώτη φορά το 2020, κατά την πανδημία COVID-19, ως έκτακτο μέτρο για την άμβλυνση των πιέσεων στην παγκόσμια χρηματοδότηση σε ευρώ.

Στο πλαίσιο της ρύθμισης, η ΕΚΤ παρέχει προσωρινή ρευστότητα σε ευρώ σε κεντρικές τράπεζες εκτός ζώνης του ευρώ έναντι υψηλής ποιότητας εξασφαλίσεων σε ευρώ μέσω συμφωνιών επαναγοράς. Σε τέτοιες συναλλαγές, μια ξένη κεντρική τράπεζα ενεχυριάζει επιλέξιμους τίτλους, συνήθως κρατικά ή υπερεθνικά ομόλογα υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης, σε αντάλλαγμα για ευρώ, συμφωνώντας να τους επαναγοράσει αργότερα.

Από την έναρξή της, η EUREP λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό ως προληπτικός μηχανισμός στήριξης, με τη πραγματική χρήση να παραμένει περιορισμένη. Αξιωματούχοι της ΕΚΤ έχουν δηλώσει ότι ένα κύμα αιτημάτων για γραμμές ρευστότητας σημειώθηκε γύρω στον Μάρτιο 2020, στο αποκορύφωμα των διαταραχών που σχετίζονταν με την πανδημία, ενώ ένα δεύτερο κύμα έφτασε στην ΕΚΤ μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022.

Μεταξύ των διδαγμάτων από αυτές τις κρίσεις είναι ότι, ακόμη και αν η αξιοποίηση της έκτακτης ρευστότητας είναι περιορισμένη, η απλή ύπαρξη τέτοιων γραμμών στήριξης μπορεί να ηρεμήσει τις αγορές, καθησυχάζοντας τους επενδυτές ότι η χρηματοδότηση σε ευρώ θα παραμείνει διαθέσιμη σε περιόδους πίεσης.

Τρεις ανώτεροι αξιωματούχοι της ΕΚΤ έγραψαν σε σημείωμά τους στις 29 Ιανουαρίου ότι, επιπλέον, οι γραμμές ρευστότητας εμποδίζουν τις ελλείψεις ρευστότητας σε ευρώ να μετατραπούν σε κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ανέφεραν ότι παρέχουν μια πηγή στήριξης για δανεισμό σε ευρώ, η οποία περιορίζει το περιθώριο ανοδικών πιέσεων στα επιτόκια της αγοράς χρήματος σε ευρώ και αφαιρεί τα κίνητρα για μαζικές πωλήσεις τίτλων σε ευρώ από ξένους επενδυτές.

Η απόφαση της ΕΚΤ μετέτρεψε τη διευκόλυνση EUREP σε ένα πιο μόνιμο και παγκοσμίως προσβάσιμο εργαλείο, με στόχο, όπως αναφέρουν αξιωματούχοι, ένα πιο αποτελεσματικό και ευέλικτο σύστημα που καθιστά τη ζώνη του ευρώ πιο ανθεκτική σε κραδασμούς.

Η διευκόλυνση θα συνεχίσει να λειτουργεί παράλληλα με τις υφιστάμενες διμερείς γραμμές ανταλλαγής νομισμάτων της ΕΚΤ, οι οποίες παραμένουν αμετάβλητες. Ενώ οι γραμμές ανταλλαγής νομισμάτων περιλαμβάνουν ανταλλαγές νομισμάτων μεταξύ κεντρικών τραπεζών, η διευκόλυνση συμφωνιών επαναγοράς παρέχει ευρώ έναντι εξασφαλίσεων χωρίς αμοιβαία πρόσβαση σε νόμισμα.

Ρούμπιο: ΗΠΑ και Ευρώπη «ανήκουν μαζί» — Καλεί σε ευθυγράμμιση με το όραμα Τραμπ για τη Δύση

Σε μήνυμά του προς τους Ευρωπαίους ηγέτες στις 14 Φεβρουαρίου, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, διαβεβαίωσε ότι η Ουάσιγκτον δεν εγκαταλείπει τη διατλαντική συμμαχία, ζητώντας ωστόσο ένα νέο ξεκίνημα που να συνάδει με το όραμα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για εθνική αναγέννηση, αυστηρότερους ελέγχους στα σύνορα και επιστροφή στη βιομηχανική και στρατιωτική ισχύ.

Μιλώντας στο ετήσιο Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου, ο Ρούμπιο επιχείρησε να καθησυχάσει τις κυβερνήσεις που έχουν θορυβηθεί από ένα έτος εντάσεων σε θέματα εμπορίου, αμυντικών δαπανών και δημόσιας αμερικανικής κριτικής προς το ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, κατέστησε σαφές ότι η αμερικανική δέσμευση εξαρτάται πλέον από αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε ως «ευρύτερη αναγέννηση», καλώντας την Ευρώπη να ενισχύσει τις άμυνές της και να επανεκτιμήσει τις πολιτικές της για τη μετανάστευση, το κλίμα και την οικονομική παγκοσμιοποίηση.

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θα αναλάβουν εκ νέου το έργο της ανανέωσης και αποκατάστασης. Καθοδηγούμαστε από το όραμα ενός μέλλοντος τόσο υπερήφανου, κυρίαρχου και ζωντανού όσο και το παρελθόν του πολιτισμού μας. Είμαστε έτοιμοι, αν χρειαστεί, να πορευτούμε μόνοι, αλλά προτιμούμε και ελπίζουμε να το κάνουμε μαζί με εσάς, τους φίλους μας στην Ευρώπη· οι ΗΠΑ και η Ευρώπη ανήκουν μαζί», τόνισε ο Ρούμπιο.

Τοποθετήσεις με διπλό μήνυμα: προειδοποίηση και πρόσκληση

Η παρέμβαση του Ρούμπιο λειτούργησε ως προειδοποίηση αλλά και κάλεσμα, αναγνωρίζοντας λάθη που έγιναν και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού τις δεκαετίες που ακολούθησαν τον Ψυχρό Πόλεμο, και επισημαίνοντας την κοινή ευθύνη να διορθωθεί η πορεία — μία σαφής κριτική στη μεταψυχροπολεμική τάξη πραγμάτων. Αν και επέκρινε σκληρά τις επιλογές εκείνης της περιόδου, δεν παρέλειψε να αναγνωρίσει πως συνέβαλε ώστε οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους να αποκρούσουν τη σοβιετική επιθετικότητα, επιτυγχάνοντας αργότερα συλλογική νίκη και ευημερία.

«Ακόμη και όταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν νωπός στη μνήμη Αμερικανών και Ευρωπαίων, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια νέα, παγκόσμια καταστροφή, ικανή να επιφέρει ολέθρια και τελεσίδικη καταστροφή άνευ προηγουμένου στην ιστορία της ανθρωπότητας», υπογράμμισε.

Υπενθύμισε ακόμη ότι χιλιάδες χρόνια δυτικού πολιτισμού κρέμονταν από μια κλωστή, μπροστά στην απειλή μιας εξοπλισμένης με πυρηνικά, επεκτατικής και «σατανικής αυτοκρατορίας». Τελικά, σημείωσε, η ενότητα της διατλαντικής συμμαχίας νίκησε. Ωστόσο, όπως παρατήρησε, ακολούθησε μια επικίνδυνη αυταπάτη ότι «η ιστορία είχε τελειώσει», ότι κάθε χώρα θα γινόταν φιλελεύθερη δημοκρατία, πως οι οικονομικοί δεσμοί θα αντικαθιστούσαν τα εθνικά συμφέροντα και η παγκόσμια τάξη πραγμάτων θα έσπρωχνε την ανθρωπότητα σε μια εποχή χωρίς σύνορα.

«Ήταν μια ανόητη ιδέα, που υποτίμησε τη φύση του ανθρώπου και αγνόησε τα διδάγματα της μακραίωνης καταγεγραμμένης ιστορίας. Πληρώσαμε ακριβά αυτήν την αυταπάτη. Αγκαλιάσαμε το ελεύθερο και ανεμπόδιστο εμπόριο, ακόμη κι όταν άλλες χώρες προστάτευαν τις οικονομίες τους, επιδοτούσαν εταιρείες με στόχο να υποσκάψουν τις δικές μας, οδηγώντας στη συρρίκνωση της βιομηχανικής μας βάσης και στην απώλεια εκατομμυρίων θέσεων εργασίας της μεσαίας και εργατικής τάξης υπέρ του εξωτερικού, παραδίδοντας τον έλεγχο των κρίσιμων εφοδιαστικών αλυσίδων σε ανταγωνιστές και αντιπάλους», είπε.

Επέκρινε επίσης την υπέρμετρη διόγκωση του κοινωνικού κράτους εις βάρος της εθνικής άμυνας, επισημαίνοντας πως οι αντίπαλοι των ΗΠΑ αύξησαν κατά πολύ τις στρατιωτικές δαπάνες και δεν δίστασαν να καταφύγουν στη σκληρή ισχύ για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους. «Η Δύση, αντίθετα, υιοθέτησε ενεργειακές πολιτικές που φτώχυναν τους πολίτες της για να ικανοποιήσει μια ‘θρησκεία του κλίματος’, ενώ οι ανταγωνιστές συνέχισαν να εκμεταλλεύονται τους ορυκτούς πόρους, αποκτώντας επιρροή στις δυτικές οικονομίες».

Έντονη ήταν και η κριτική του στην πολιτική μαζικής μετανάστευσης, απορρίπτοντας την άποψη ότι ο αυστηρός έλεγχος των συνόρων ισοδυναμεί με μισαλλοδοξία ή ξενοφοβία. «Ο έλεγχος των εθνικών μας συνόρων δεν είναι έκφραση ξενοφοβίας ή μίσους», διαμήνυσε ο Ρούμπιο. «Είναι θεμελιώδης πράξη εθνικής κυριαρχίας και η αποτυχία να το κάνουμε αποτελεί όχι μόνο εγκατάλειψη βασικών μας υποχρεώσεων προς τον λαό μας, αλλά άμεση απειλή για τον κοινωνικό ιστό και την επιβίωση του πολιτισμού μας».

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ομιλίας του, ο Ρούμπιο τόνισε ότι Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες μοιράζονται την ευθύνη για στρατηγικά λάθη, καλώντας επανειλημμένα να γίνει η ανανέωση συλλογική προσπάθεια και όχι μεμονωμένη αμερικανική επιλογή.

Αν και ξεκαθάρισε ότι η Ουάσιγκτον είναι έτοιμη να δράσει αυτόνομα αν χρειαστεί, παρουσίασε την ατζέντα Τραμπ ως πρόσκληση για την Ευρώπη να συνταχθεί στην ανοικοδόμηση της δυτικής ισχύος. «Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη ανήκουν μαζί», επανέλαβε, περιγράφοντας τις ΗΠΑ ως «παιδί της Ευρώπης», σφυρηλατημένες από κοινή ιστορία, πίστη, πολιτισμό, θεσμούς και παραδόσεις.

Το κρίσιμο διακύβευμα για το μέλλον της συμμαχίας, επεσήμανε, δεν είναι απλώς οι αμυντικές δαπάνες ή η διάταξη δυνάμεων, αλλά το αν οι σύμμαχοι συμμερίζονται τη θεμελιώδη κατανόηση του ποια συμφέροντα υπερασπίζονται. «Οι στρατοί δεν πολεμούν για αφηρημένες ιδέες», είπε χαρακτηριστικά. «Πολεμούν για έναν λαό, για ένα έθνος· πολεμούν για έναν τρόπο ζωής. Αυτό υπερασπιζόμαστε: έναν μεγάλο πολιτισμό, με λόγους να είναι υπερήφανος για το παρελθόν του, με αυτοπεποίθηση για το μέλλον του και με στόχο να ελέγχει ο ίδιος το οικονομικό και πολιτικό του πεπρωμένο».

Ο Ρούμπιο υπογράμμισε την ανάγκη αναβίωσης της βιομηχανικής βάσης και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, καλώντας ΗΠΑ και Ευρώπη να οικοδομήσουν εκ νέου παραγωγική δυναμική, ασφαλείς εφοδιαστικές αλυσίδες και να περιορίσουν την εξάρτησή τους από ανταγωνιστές για κρίσιμες πρώτες ύλες και αγαθά. «Αυτό που επιδιώκουμε είναι μια ανανεωμένη συμμαχία, που δεν θα επιτρέψει ποτέ να υπονομευτεί, να περιοριστεί ή να υποταχθεί σε συστήματα πέρα από τον έλεγχό της».

Το Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου, διαγνωστικός δείκτης της διατλαντικής συνοχής, συνεχίζεται έως τις 15 Φεβρουαρίου, τη στιγμή που οι διοργανωτές του μιλούν για καμπή της διεθνούς τάξης, με εντεινόμενη αστάθεια και διαβρωμένες δομές σε όλο τον κόσμο.

Ο Ζελένσκι λέει ότι οι ΗΠΑ έδωσαν στην Ουκρανία και τη Ρωσία προθεσμία μέχρι τον Ιούνιο για να τερματίσουν τον πόλεμο

Ο Ουκρανός Πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε στις 6 Φεβρουαρίου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δώσει τόσο στην Ουκρανία όσο και στη Ρωσία προθεσμία μέχρι τον Ιούνιο για να καταλήξουν σε συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου που διαρκεί σχεδόν τέσσερα χρόνια, προσθέτοντας ότι η Ουάσιγκτον είναι πιθανό να αυξήσει την πίεση και στις δύο πλευρές εάν οι εχθροπραξίες συνεχιστούν πέρα από αυτό το σημείο.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Κίεβο, ο Ζελένσκι είπε ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι περιέγραψαν ένα χρονοδιάγραμμα που αποσκοπεί στη διασφάλιση του τερματισμού των εχθροπραξιών μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ εντείνει τις διπλωματικές προσπάθειες για τη διακοπή της μεγαλύτερης σύγκρουσης στην Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

«Οι Αμερικανοί προτείνουν στα μέρη να τερματίσουν τον πόλεμο μέχρι τις αρχές αυτού του καλοκαιριού», δήλωσε ο Ζελένσκι, σύμφωνα με παρατηρήσεις που ήταν υπό εμπάργκο μέχρι τις 7 Φεβρουαρίου. Πρόσθεσε ότι η Ουάσιγκτον θέλει «ένα σαφές χρονοδιάγραμμα όλων των γεγονότων» και πιθανότατα θα ασκήσει πίεση «ακριβώς σύμφωνα με αυτό το χρονοδιάγραμμα» εάν η πρόοδος σταματήσει.

Ο Ζελένσκι είπε ότι οι Αμερικανοί αξιωματούχοι κατέστησαν σαφές ότι σκοπεύουν να «κάνουν τα πάντα» για να φέρουν τον πόλεμο στο τέλος του μέχρι τον Ιούνιο. Δεν διευκρίνισε τι μορφή θα μπορούσε να πάρει η πίεση ή αν θα εφαρμοζόταν εξίσου στο Κίεβο και τη Μόσχα. Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε αμέσως σε αίτημα για σχολιασμό ή επιβεβαίωση.

Συνεχίζονται οι συνομιλίες υπό τη μεσολάβηση των ΗΠΑ

Τα σχόλια του Ζελένσκι έγιναν μετά τον τελευταίο γύρο τριμερών συνομιλιών υπό τη μεσολάβηση των ΗΠΑ στο Άμπου Ντάμπι, με τη συμμετοχή εκπροσώπων από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ουκρανία και τη Ρωσία. Όλες οι πλευρές περιέγραψαν τις συζητήσεις ως εποικοδομητικές και ανακοινώθηκε ανταλλαγή αιχμαλώτων μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, αλλά δεν επιτεύχθηκε κατάπαυση του πυρός ή πολιτική συμφωνία.

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους στις 6 Φεβρουαρίου στο Air Force One ότι «είχαμε πολύ, πολύ καλές συνομιλίες σήμερα, σχετικά με τη Ρωσία και την Ουκρανία», προσθέτοντας ότι «κάτι θα μπορούσε να συμβαίνει». Ο Τραμπ δεν παρείχε λεπτομέρειες για τις συζητήσεις ούτε ανέφερε αν είχε κοινοποιηθεί επίσημη προθεσμία στα εμπόλεμα μέρη.

Ο Ουκρανός Υπουργός Άμυνας Ρουστέμ Ουμέροφ δήλωσε ότι οι συνομιλίες της 4ης-5ης Φεβρουαρίου επικεντρώθηκαν στη δημιουργία συνθηκών για μια διαρκή ειρήνη και περιλάμβαναν συζητήσεις για την εφαρμογή κατάπαυσης του πυρός και μηχανισμούς παρακολούθησης. «Η Ουκρανία εκφράζει την ευγνωμοσύνη της στον Ντόναλντ Τραμπ για την ηγεσία του στην προώθηση των προσπαθειών που αποσκοπούν στον τερματισμό του πολέμου», δήλωσε ο Ουμέροφ.

Ο Ρώσος προεδρικός εκπρόσωπος και επικεφαλής του Ρωσικού Ταμείου Άμεσων Επενδύσεων Κίριλ Ντμίτριεφ, ο οποίος ήταν παρών στις συνομιλίες, ανέφερε ότι υπήρξε «καλή, θετική κίνηση προς τα εμπρός» στις διαπραγματεύσεις. «Όπως γνωρίζετε, συνεργαζόμαστε ενεργά με την κυβέρνηση Τραμπ για την αποκατάσταση των οικονομικών σχέσεων Ρωσίας-ΗΠΑ», δήλωσε σύμφωνα με το πρακτορείο TASS. Οι αντιπροσωπείες συμφώνησαν σε αμοιβαία ανταλλαγή 157 αιχμαλώτων πολέμου η καθεμία και δήλωσαν ότι οι συνομιλίες θα συνεχιστούν τις επόμενες εβδομάδες.

Ο Ζελένσκι δήλωσε στις 6 Φεβρουαρίου ότι έλαβε μια αρχική αναφορά από τη διαπραγματευτική ομάδα της Ουκρανίας και αναμένει πλήρη ενημέρωση αυτοπροσώπως στο Κίεβο. «Προγραμματίζονται περαιτέρω συναντήσεις στο εγγύς μέλλον, πιθανότατα στις Ηνωμένες Πολιτείες», είπε, προσθέτοντας ότι η Ουκρανία παραμένει ανοιχτή σε «όλες τις εφαρμόσιμες μορφές» που θα μπορούσαν να φέρουν την ειρήνη πιο κοντά. Είπε ότι οποιαδήποτε διευθέτηση πρέπει να διασφαλίζει ότι η Ρωσία «δεν έχει όρεξη να συνεχίσει τον πόλεμο» και δεν λαμβάνει «καμία ανταμοιβή για την επιθετικότητά της».

Παρά την ανανεωμένη διπλωματία, η Μόσχα και το Κίεβο παραμένουν σε μεγάλη απόσταση σε βασικά ζητήματα. Η Ρωσία επιμένει στην απόσυρση της Ουκρανίας από την ανατολική βιομηχανική περιοχή του Ντονμπάς, ενώ η Ουκρανία ελέγχει ακόμη περίπου το 20% της περιοχής του Ντονέτσκ και απορρίπτει τα αιτήματα παραχώρησης εδάφους.

Η διπλωματική ώθηση έρχεται καθώς η Ρωσία συνεχίζει να εντείνει τις επιθέσεις στις ουκρανικές ενεργειακές υποδομές. Κατά τη διάρκεια της νύχτας προς τις 7 Φεβρουαρίου, η Ρωσία εξαπέλυσε μια αεροπορική επίθεση μεγάλης κλίμακας με περισσότερα από 400 drones και περίπου 40 πυραύλους, στοχεύοντας εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας.

Ανησυχίες και κινήσεις ευρωπαϊκών ταμείων απέναντι στα αμερικανικά ομόλογα

Αυξάνεται η επιφυλακτικότητα των μεγάλων ευρωπαϊκών συνταξιοδοτικών ταμείων απέναντι σε αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία, καθώς εντείνονται οι γεωπολιτικές εντάσεις και μεγαλώνουν οι ανησυχίες για τα δημοσιονομικά των Ηνωμένων Πολιτειών, σύμφωνα με στελέχη του κλάδου. Η διοίκηση Τραμπ, πάντως, απέρριψε τις εικασίες ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να ξεφορτωθεί αμερικανικά ομόλογα λόγω της αμερικανικής πίεσης για την απόκτηση της Γροιλανδίας.

Στελέχη ταμείων από τη Φινλανδία, τη Σουηδία και τη Δανία αναφέρουν ότι η αβεβαιότητα σχετικά με την αμερικανική εξωτερική πολιτική, σε συνδυασμό με την ανησυχία για το επίπεδο του αμερικανικού χρέους, έχουν αυξήσει το ρίσκο που συνδέεται με αμερικανικά ενεργητικά, ασκώντας πιέσεις στο δολάριο και ενισχύοντας τη μεταβλητότητα στις αγορές ομολόγων.

«Γίνονται πολλές συζητήσεις για το κατά πόσο ήρθε η ώρα να απομακρυνθούμε από αμερικανικά ενεργητικά», δηλώνει ο Μπεν Λορντ, επικεφαλής στρατηγικής σταθερού εισοδήματος και συναλλάγματος στη Russell Investments. «Περίπου το 50% των πελατών μας, ιδιαίτερα από τη Σκανδιναβία και τις Κάτω Χώρες, εξετάζουν αν πρέπει να προβούν σε κινήσεις», συμπληρώνει. Η Russell, με έδρα το Σηάτλ, συμβουλεύει πελάτες με κεφάλαια ύψους 1,6 τρισ. δολαρίων και διαχειρίζεται άμεσα 636 δισ. δολάρια.

Επανεξέταση αμερικανικής έκθεσης

Η σκανδιναβική περιοχή φιλοξενεί μερικά από τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά συνταξιοδοτικά ταμεία και η σπάνια δημόσια συζήτηση για την έκθεση στις ΗΠΑ σηματοδοτεί ένα ευρύτερο ερώτημα μεταξύ των θεσμικών επενδυτών — αν η μεγαλύτερη αγορά του κόσμου εξακολουθεί να αξίζει αυτόματη τοποθέτηση κεφαλαίων.

Οι αμερικανικές μετοχές διαπραγματεύονται κοντά σε ιστορικά υψηλά, ωστόσο η πολιτική αβεβαιότητα ασκεί πιέσεις στο δολάριο, το οποίο έχασε 10% έναντι μεγάλων νομισμάτων το προηγούμενο έτος εν μέσω εμπορικών δασμών και άλλων μέτρων. Η απόδοση του τριακονταετούς αμερικανικού ομολόγου ανέρχεται περίπου στο 4,83%, ενώ το δεκαετές ομόλογο κινείται γύρω στο 4,23%, με τάσεις ανόδου εντός της εβδομάδας, καθώς οι επενδυτές επιχειρούν να προσαρμοστούν στις δυναμικές των αγορών και τις γεωπολιτικές αναταράξεις.

Αυτή την εβδομάδα, τα ταμεία Alecta (Σουηδία) και Akademiker Pension (Δανία) ανακοίνωσαν πως προέβησαν ή επίκειται να προβούν σε πώληση αμερικανικών ομολόγων δημοσίου. Τα ταμεία διευκρίνισαν ότι οι κινήσεις αυτές δεν συνδέονται με τρέχοντα γεγονότα, ωστόσο η επιμονή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για απόκτηση της Γροιλανδίας αναζωπύρωσε σενάρια περί ευρωπαϊκής «οικονομικής αντεκδίκησης».

Η Alecta σημείωσε πως προχώρησε σε πωλήσεις κυρίως λόγω της αύξησης του σχετικού ρίσκου στα αμερικανικά ομόλογα και το δολάριο, ενώ η Akademiker Pension ανακοίνωσε επικείμενη ρευστοποίηση έως το τέλος του μήνα, επικαλούμενη την αδυναμία των αμερικανικών δημόσιων οικονομικών. Το σκανδιναβικό ταμείο υπογράμμισε πως δεν πρόκειται για πολιτική τοποθέτηση λόγω των τριβών Δανίας-ΗΠΑ για τη Γροιλανδία.

Κορυφαία στελέχη της βιομηχανίας τόνισαν ότι οι κινήσεις γίνονται με γνώμονα τη διαχείριση ρίσκου κι όχι την άσκηση πολιτικών πιέσεων. «Η όλη αναταραχή γεννά ερωτήματα για το μέγεθος της έκθεσης που οφείλουμε να έχουμε στις ΗΠΑ. Αυτό αξιολογούν επαγγελματικά τα μέλη μας», δήλωσε ο Τομ Βίλε Γένσεν, αναπληρωτής διευθυντής του Insurance and Pensions Denmark. «Δεν υπάρχει καμία ‘στρατιωτικοποίηση’ του κεφαλαίου. Δεν είναι ο ρόλος του κλάδου μας.»

Οι βλέψεις των ΗΠΑ για τον έλεγχο της Γροιλανδίας, με κίνητρο την εθνική ασφάλεια όπως διατείνεται ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, έχουν δημιουργήσει αρκετές εντάσεις με τους Ευρωπαίους συμμάχους, αφού έχουν αναφερθεί στρατιωτικά σενάρια και δασμολογικές απειλές προς τις χώρες που αντιστρατεύθηκαν την εξαγορά της νήσου, οι οποίες αποσύρθηκαν μετά από συνομιλία του Τραμπ με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε, με τον οποίο συμφωνήθηκε αορίστου χρόνου πρόσβαση των ΗΠΑ στη Γροιλανδία. Ο Τραμπ έκανε λόγο για περαιτέρω πρόοδο και συμμετοχή του ΝΑΤΟ στην ασφάλεια της Γροιλανδίας, ενώ Αμερικανοί αξιωματούχοι διέψευσαν κάθε σενάριο ευρωπαϊκής αντίδρασης μέσω πώλησης αμερικανικών ομολόγων.

Διαψεύδει ο Μπέσσεντ τα σενάρια αντίποινων

Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, φήμες περί ευρωπαϊκής αξιοποίησης των τεράστιων αμερικανικών διαθεσίμων της ως απάντηση στις αμερικανικές κινήσεις για τη Γροιλανδία δημιούργησαν αστάθεια στις αγορές. Αυτό οδήγησε τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ , να απορρίψει δημοσίως ως απολύτως αβάσιμα τα σενάρια ότι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα ρευστοποιήσουν τις αμερικανικές τοποθετήσεις τους. «Πρόκειται για ψευδές αφήγημα — δεν γίνεται καμία τέτοια συζήτηση στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις», δήλωσε ο Μπέσσεντ στο περιθώριο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός, στις 20 Ιανουαρίου.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, παρευρίσκεται στην 56η ετήσια συνάντηση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) στο Νταβός. Ελβετία, 20 Ιανουαρίου 2026. (Denis Balibouse/Reuters)

 

«Τα μέσα ενημέρωσης προσκολλήθηκαν σε αυτό, αλλά το αφήγημα είναι εντελώς λανθασμένο. Δεν έχει καμία λογική και το διαψεύδω ρητά», τόνισε. Χαρακτήρισε δε την αγορά αμερικανικών ομολόγων ύψους περίπου 30 τρισ. δολαρίων ως «άγκυρα» της παγκόσμιας ρευστότητας και τιμολόγησης και σημείωσε ότι «σε αυτά βασίζονται όλες οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές και είμαι βέβαιος ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να τα κρατούν», παροτρύνοντας τους συμμάχους να αγνοήσουν τα «υστερικά» δημοσιεύματα των ΜΜΕ.

Σε σχετική ερώτηση που δέχτηκε την επομένη για το κατά πόσον ανησυχεί για ενδεχόμενη μαζική πώληση αμερικανικών ομολόγων λόγω δασμών εναντίον Ευρωπαίων συμμάχων, ο Μπέσσεντ απάντησε κατηγορηματικά: «Δεν ανησυχώ καθόλου· ως υπουργός Οικονομικών παρακολουθώ τους πλειστηριασμούς των ομολόγων μας και καταγράφουμε ρεκόρ ξένων επενδύσεων.»

Οι Σκανδιναβοί επενδυτές επισημαίνουν ότι οι ΗΠΑ παραμένουν βασική αγορά, ακόμα κι αν η πολυπλοκότητα της πολιτικής σκηνής καθιστά δυσκολότερες τις επιλογές. Η Άννικα Έκμαν, εκτελεστική αντιπρόεδρος επενδύσεων της φινλανδικής Ilmarinen, η οποία διαχειρίζεται κεφάλαια άνω των 76 δισ. δολαρίων, τόνισε ότι «οι ΗΠΑ παραμένουν επενδύσιμες, αλλά έχει αυξηθεί το ασφάλιστρο ρίσκου».

Η Veritas, άλλος φινλανδικός ασφαλιστικός φορέας, ανακοίνωσε ότι δεν προχωρά σε αλλαγή πολιτικής, επεσήμανε όμως ως ρίσκο την αβεβαιότητα της αμερικανικής πολιτικής. «Όσο πιο απρόβλεπτη η πορεία τόσο δυσκολότερο το επενδυτικό περιβάλλον», σχολίασε η διευθύνουσα επενδύσεων της Veritas, Λάουρα Βίκστρεμ. Το σουηδικό ταμείο Folksam γνωστοποίησε ότι πούλησε αμερικανικά ομόλογα το 2024, μεταξύ άλλων για να μειωθεί ο κίνδυνος εν όψει εκλογών στις ΗΠΑ.

Άλλοι παράγοντες συστήνουν ψυχραιμία. «Γίνεται πολύς θόρυβος αυτή τη στιγμή, όμως προς το παρόν θεωρώ πως πρέπει να διατηρηθούμε ψύχραιμοι», δήλωσε ο Γιόνας Θούλιν, επικεφαλής επενδύσεων στο AP3, το τρίτο εθνικό συνταξιοδοτικό ταμείο της Σουηδίας, που διαχειρίζεται περί τα 61 δισ. δολάρια σε συνταξιοδοτικά assets.

Με πληροφορίες από το Reuters

Πλήρη πρόσβαση των ΗΠΑ στη Γροιλανδία χωρίς αντάλλαγμα θέλει ο Τραμπ

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε στις 22 Ιανουαρίου ότι οι ΗΠΑ διαπραγματεύονται συμφωνία για την εξασφάλιση πλήρους πρόσβασης στη Γροιλανδία, χωρίς καταβολή ανταλλάγματος και χωρίς χρονικούς περιορισμούς. Ο Τραμπ υπογράμμισε τη σημασία του ελέγχου της αρκτικής νήσου τόσο για την εθνική όσο και για τη διεθνή ασφάλεια των ΗΠΑ.

Σε συνέντευξή του στη Μαρία Μπαρτιρόμο του Fox News, ο Τραμπ ανέφερε: «Οι λεπτομέρειες της συμφωνίας οριστικοποιούνται ακόμη, αλλά επί της ουσίας, πρόκειται για πλήρη πρόσβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Γροιλανδία, χωρίς να απαιτείται καμία πληρωμή ή να τίθεται ζήτημα χρονικής διάρκειας. Δεν υπάρχει λήξη, δεν υπάρχει χρονικό όριο. Δεν κάνουμε συμφωνία για 99 χρόνια ή για 10 ή για οτιδήποτε άλλο».

Ο ίδιος τόνισε πως ο στόχος της συμφωνίας είναι η ευρεία στρατιωτική πρόσβαση των ΗΠΑ στη Γροιλανδία, ενώ επανέλαβε τα σχέδιά του για κατασκευή της αντιπυραυλικής ασπίδας «Golden Dome», η οποία θα κατασκευαστεί στις ΗΠΑ. Η ανακοίνωση αυτή ακολούθησε τη συνάντησή του με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε, στις 21 Ιανουαρίου, όπου συζητήθηκε η ασφάλεια στην Αρκτική και η ανάγκη αποτροπής ρωσικής και κινεζικής παρουσίας στη Γροιλανδία.

Εκπρόσωπος του ΝΑΤΟ δήλωσε: «Βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις μεταξύ των συμμάχων για την ενίσχυση της ασφάλειας στην Αρκτική, με πρωτοβουλία των επτά αρκτικών χωρών-μελών του ΝΑΤΟ». Η εκπρόσωπος Άλισον Χαρτ ανέφερε ότι πραγματοποιήθηκε μία εποικοδομητική συνάντηση με αντικείμενο τη στρατηγική σημασία της αρκτικής περιοχής για την ασφάλεια.

Συμπλήρωσε: «Οι λεπτομέρειες του σχεδίου παραμένουν ασαφείς και συνεχίζουν να διαπραγματεύονται. Οι συζητήσεις μεταξύ των συμμάχων του ΝΑΤΟ για το πλαίσιο που αναφέρθηκε ο πρόεδρος εστιάζουν στην ασφάλεια της Αρκτικής μέσω συλλογικής προσπάθειας, ιδιαίτερα των επτά αρκτικών κρατών-μελών».

Ο Ρούττε στήριξε την εστίαση Τραμπ στη ρωσική και κινέζικη δραστηριότητα στην Αρκτική και δήλωσε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός στις 21 Ιανουαρίου: «Όσον αφορά την Αρκτική, θεωρώ ότι ο πρόεδρος Τραμπ έχει δίκιο. Και οι άλλοι ηγέτες του ΝΑΤΟ έχουν δίκιο. Οφείλουμε να υπερασπιστούμε την Αρκτική», εκφράζοντας παράλληλα ανησυχία για τα νέα ναυτιλιακά περάσματα που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή.

Αργότερα, ο Τραμπ ανακοίνωσε μέσω του Truth Social μια επερχόμενη συμφωνία, χαρακτηρίζοντάς την επωφελή τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για τη συμμαχία του ΝΑΤΟ. «Αν αυτή η λύση ολοκληρωθεί, θα είναι εξαιρετική για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και όλα τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ», έγραψε.

Ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ο ειδικός απεσταλμένος Στηβ Γουίτκοφ έχουν αναλάβει να ολοκληρώσουν τις διαπραγματεύσεις τις προσεχείς εβδομάδες.

Αποσύρεται η απειλής των δασμών μετά την πρόοδο στη Γροιλανδία

Με αφορμή την πρόοδο στις διαπραγματεύσεις για τη Γροιλανδία, ο Τραμπ απέσυρε την προηγούμενη απειλή του για επιβολή νέων δασμών σε ευρωπαϊκές χώρες που αντιτάχθηκαν στον αμερικανικό έλεγχο του νησιού. Δήλωσε χαρακτηριστικά: «Με βάση αυτήν τη συμφωνία, δεν θα επιβάλλω τους δασμούς που είχαν προγραμματιστεί να τεθούν σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου».

Στο παρελθόν, ο Τραμπ είχε προειδοποιήσει με επιβολή δασμού 10% σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες — Δανία, Νορβηγία, Σουηδία, Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Κάτω Χώρες και Φινλανδία — που θα αυξανόταν σε 25% τον Ιούνιο αν δεν συμμορφώνονταν με τις απαιτήσεις του. Μέσα σε αυτό το κλίμα έντασης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανακοίνωσε το «πάγωμα» των διαπραγματεύσεων για εμπορική συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ, επικαλούμενο απειλή κυριαρχίας.

Ο Μπερντ Λάνγκε, πρόεδρος της επιτροπής διεθνούς εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ανέδειξε το ζήτημα, δηλώνοντας: «Με το να απειλούν την εδαφική ακεραιότητα και κυριαρχία κράτους-μέλους της ΕΕ και να χρησιμοποιούν δασμούς ως μέσο εξαναγκασμού, οι ΗΠΑ υπονομεύουν τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα των εμπορικών σχέσεων ΕΕ-ΗΠΑ».

Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αγοράσουν ή να αποκτήσουν τη Γροιλανδία για λόγους εθνικής ασφάλειας, έχοντας αναφέρει ακόμη και τη χρήση στρατιωτικής βίας, κάτι που διέψευσε όμως στις 21 Ιανουαρίου στο Νταβός: «Θα ήμασταν, ειλικρινά, ασταμάτητοι. Αλλά δεν θα το κάνω αυτό. Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσω βία. Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω βία. Δεν θα χρησιμοποιήσω βία».

Η Γροιλανδία, αυτόνομη περιοχή εντός του Βασιλείου της Δανίας, διαθέτει στρατηγική θέση σε κομβικές θαλάσσιες οδούς και πλούσια κοιτάσματα κρίσιμων ορυκτών. Ο Τραμπ διαβεβαίωσε ότι ο αμερικανικός έλεγχος «θα ενίσχυε σημαντικά» την ασφάλεια του ΝΑΤΟ.

Σύνδεσε τη στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας με το σχέδιό του για το αντιπυραυλικό σύστημα «Golden Dome», το οποίο αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία έως το 2029. «Αν υπάρξει πολεμική σύρραξη, μεγάλο μέρος θα εκτυλιχθεί σε αυτό το κομμάτι πάγου. Σκεφτείτε το, εκεί θα περνούν οι πύραυλοι, ακριβώς από το κέντρο», σημείωσε.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν σημαντική βάση στην Πιτούφικ της Γροιλανδίας, από όπου ελέγχουν μέσω ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης τυχόν εκτόξευση βαλλιστικών πυραύλων.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναστέλλει τη συμφωνία εμπορίου με ΗΠΑ λόγω Γροιλανδίας

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανέστειλε τις εργασίες του για τη νομοθεσία που απαιτείται για την εφαρμογή σημείων προγραμματισμένης εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών, εξαιτίας των απειλών του Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμών σε ευρωπαϊκές χώρες που αντιτίθενται στην απόπειρά του να αποκτήσει τη Γροιλανδία. Η Ευρωβουλή χαρακτήρισε τις κινήσεις αυτές ως επίθεση στην κυριαρχία των κρατών-μελών.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και μόνιμος εισηγητής για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, Μπερντ Λάνγκε, ανέφερε σε σχετική ανακοίνωση της 21ης Ιανουαρίου: «Οι νομοθέτες είχαν προετοιμαστεί να διαπραγματευτούν δύο βασικές νομοθετικές προτάσεις Turnberry με τις κυβερνήσεις της ΕΕ, όμως οι εργασίες θα ανασταλούν μέχρις ότου η Ουάσιγκτον εγκαταλείψει τις κλιμακούμενες απειλές και επιστρέψει στη συνεργασία. Απειλώντας την εδαφική ακεραιότητα και κυριαρχία κράτους-μέλους της ΕΕ και  χρησιμοποιώντας δασμολογικά μέτρα ως εργαλείο εξαναγκασμού, οι ΗΠΑ υπονομεύουν τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα των εμπορικών σχέσεων ΕΕ-ΗΠΑ.»

Η απόφαση συνδέεται με την προαναγγελία Τραμπ νέων δασμών σε αγαθά που προέρχονται από τις ευρωπαϊκές χώρες που αντιστρατεύονται τις αμερικανικές βλέψεις για τη Γροιλανδία, την οποία οι ΗΠΑ, όπως υποστηρίζει, χρειάζονται για λόγους εθνικής ασφαλείας.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες καταδίκασαν τις απειλές δασμών ως απαράδεκτες, επισημαίνοντας ότι παρακωλύουν τις εμπορικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, δήλωσε μετά από έκτακτη συνάντηση των ηγετών της ΕΕ στις 18 Ιανουαρίου: «Τα κράτη-μέλη συμφώνησαν ότι τέτοιοι δασμοί θα υπονόμευαν τις διατλαντικές σχέσεις και είναι ασύμβατοι με τη συμφωνία εμπορίου ΕΕ-ΗΠΑ. Είμαστε έτοιμοι να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας απέναντι σε κάθε μορφή εξαναγκασμού.»

Ο Λάνγκε αναφέρθηκε αναλυτικά στη συμφωνία Turnberry, σημειώνοντας ότι το πλαίσιο που συμφωνήθηκε πολιτικά τον Ιούλιο του 2025 και εξειδικεύτηκε περαιτέρω σε κοινή δήλωση τον Αύγουστο του ίδιου έτους, προέβλεπε αναστολή των δασμών για όλα τα βιομηχανικά προϊόντα των ΗΠΑ, καθώς και εγκαθίδρυση δασμολογικών ποσοστώσεων για αμερικανικά αγροδιατροφικά προϊόντα προς την Ευρώπη. Και οι δύο πλευρές χαρακτήρισαν τότε τη συμφωνία ως επανεκκίνηση της μεγαλύτερης διμερούς οικονομικής σχέσης στον κόσμο, συνολικής αξίας άνω των 1,6 τρισ. δολαρίων ετησίως.

«Όταν η κυριαρχία και η εδαφική μας ακεραιότητα διακυβεύονται — δεν μπορεί να γίνονται business as usual», υπογράμμισε ο Λάνγκε. Στο πλαίσιο του Turnberry, η ΕΕ είχε δεσμευτεί να αγοράσει αμερικανικά ενεργειακά προϊόντα αξίας 750 δισ. δολαρίων έως το 2028, όπως υγροποιημένο φυσικό αέριο, αργό πετρέλαιο και πυρηνικό καύσιμο.

Επιπλέον, η Ένωση σχεδίαζε να προμηθευτεί από τις ΗΠΑ τσιπ τεχνητής νοημοσύνης αξίας τουλάχιστον 40 δισ. δολάρια, να επενδύσει επιπλέον 600 δισ. δολάρια στην αμερικανική οικονομία και να ενισχύσει ουσιαστικά τις εισαγωγές αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού, προκειμένου να θωρακίσει τις διατλαντικές εφοδιαστικές αλυσίδες και να ενδυναμώσει τη διαλειτουργικότητα εντός του ΝΑΤΟ.

Ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ, Χάουαρντ Λούτνικ, είχε χαρακτηρίσει τη συμφωνία ιστορική: «Έφερε μια σημαντική νίκη για τους Αμερικανούς εργαζόμενους, τις αμερικανικές βιομηχανίες και την εθνική μας ασφάλεια. Η εμπορική ατζέντα ‘Πρώτα η Αμερική’ διασφάλισε τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο. Η λέξη δασμοί θα έπρεπε να είναι μία από τις αγαπημένες της Αμερικής». Ωστόσο, η εμπορική πρόοδος σκοντάφτει τώρα στη διαμάχη για τη Γροιλανδία.

Στις 17 Ιανουαρίου, ο Τραμπ δήλωσε μέσω της πλατφόρμας Truth Social: «Σκοπεύω να επιβάλω δασμό 10% στις εισαγωγές από τη Δανία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ολλανδία και τη Φινλανδία από την 1η Φεβρουαρίου και να αυξήσω το ποσοστό στο 25% την 1η Ιουνίου, έως ότου επιτευχθεί πλήρης συμφωνία για την ολοκληρωτική εξαγορά της Γροιλανδίας».

Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσιάζει το ζήτημα της Γροιλανδίας ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας, επικαλούμενος τη στρατηγική της θέση και τα φυσικά της αποθέματα, προσθέτοντας πως αν οι ΗΠΑ δεν δράσουν άμεσα, η Ρωσία και η Κίνα θα μπορούσαν να κερδίσουν έδαφος. «Διακυβεύεται η παγκόσμια ειρήνη», προειδοποίησε.

Οι ηγέτες της Ευρώπης καταδίκασαν τις απειλές δασμών ως εκβιαστικές. Μετά το έκτακτο συμβούλιο κορυφής, στην κοινή τους δήλωση υπογράμμισαν: «Οι απειλές του Τραμπ για δασμούς υπονομεύουν τις διατλαντικές σχέσεις και εγκυμονούν κίνδυνο αμοιβαίας κλιμάκωσης. Θα παραμείνουμε ενωμένοι και συντονισμένοι στην απάντησή μας. Δεσμευόμαστε να υπερασπιστούμε την κυριαρχία μας.»

Κατά την ομιλία του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας, στις 21 Ιανουαρίου, ο Τραμπ επανέλαβε την πρόθεση των ΗΠΑ να αποκτήσουν τη Γροιλανδία, αποκλείοντας ωστόσο τη χρήση στρατιωτικών μέσων. Υποστήριξε ότι ο αμερικανικός έλεγχος θα ενισχύσει ουσιαστικά την ασφάλεια του ΝΑΤΟ και αναφέρθηκε σε σχέδια εγκατάστασης στοιχείων αντιαεροπορικής ασπίδας στο νησί: «Αυτό το τεράστιο και απροστάτευτο νησί αποτελεί ουσιαστικά προέκταση της Βόρειας Αμερικής, στο βόρειο σύνορο της Δύσης. Είναι δικό μας έδαφος».

Με τη συμβολή του Ryan Morgan  

 

Ο Τραμπ δημοσιοποιεί μηνύματα Μακρόν για τη Γροιλανδία και την G7 

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, ανήρτησε στις 20 Ιανουαρίου αποσπάσματα από ιδιωτικά μηνύματα, όπως είπε, που του είχε αποστείλει ο Γάλλος πρόεδρος, Εμμανουέλ Μακρόν. Σε αυτά τα μηνύματα, ο Μακρόν εκφράζει απορία σχετικά με το ενδιαφέρον του Τραμπ για τη Γροιλανδία και προτείνει τη διοργάνωση συνόδου G7 με τη συμμετοχή Ρώσων αξιωματούχων.

Σε τμήμα συνομιλίας που ο Τραμπ ανάρτησε στην πλατφόρμα Truth Social, ο Μακρόν εμφανίζεται να δηλώνει: «Δεν καταλαβαίνω τι κάνετε με τη Γροιλανδία». Παράλληλα προτείνει: «Θα μπορούσα να φιλοξενήσω μια σύνοδο G7 και να προσκαλέσω διάφορους φορείς, συμπεριλαμβανομένων Ουκρανών, Δανών, Σύρων και Ρώσων, στο περιθώριο».

Επιπλέον, διαβεβαιώνει τον Τραμπ ότι υπάρχει σύμπνοια στις θέσεις τους για το συριακό, υπογραμμίζοντας: «Θα μπορούσαμε να κάνουμε σπουδαία πράγματα σχετικά με το Ιράν», και τον προσκαλεί για δείπνο στο Παρίσι.

Την ίδια ώρα, Ευρωπαίοι ηγέτες ετοιμάζονται για έκτακτη σύνοδο στις Βρυξέλλες το βράδυ της Πέμπτης, υπό τη σκιά των νέων αμερικανικών δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα, που έχουν στόχο να κάμψουν τις αντιστάσεις των Ευρωπαίων στο ζήτημα της Γροιλανδίας.

Ο Μακρόν έχει κατ’ επανάληψη χαρακτηρίσει τους δασμούς «απαράδεκτους», τονίζοντας: «Καμία εκφοβιστική ενέργεια ή απειλή δεν πρόκειται να μας επηρεάσει, ούτε για την Ουκρανία ούτε για τη Γροιλανδία ούτε για κανένα άλλο μέρος στον κόσμο. Οι απειλές για δασμούς είναι αδόκιμες και δεν έχουν θέση σε αυτό το πλαίσιο».

Οι φήμες για επικείμενα αντίποινα εντάθηκαν όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε την πρόθεσή του να επιβάλει δασμό 200% στα γαλλικά κρασιά και τις σαμπάνιες, χρησιμοποιώντας το μέτρο για να πείσει τον Μακρόν να συμμετάσχει στο Συμβούλιο Ειρήνης που προωθεί. Ο ίδιος ο Τραμπ σημείωσε: «[Η απόκτηση της] Γροιλανδίας είναι επιτακτική ανάγκη για την εθνική και παγκόσμια ασφάλεια. [Σε αυτό το ζήτημα] δεν γίνεται να κάνουμε πίσω — σε αυτό όλοι συμφωνούν».

Επιπλέον, ο Τραμπ ανήρτησε ψηφιακά επεξεργασμένες εικόνες που απεικονίζουν τη Γροιλανδία ως αμερικανικό έδαφος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται φωτογραφία που τον δείχνει να φυτεύει αμερικανική σημαία στο νησί, ενώ σε άλλη Ευρωπαίοι ηγέτες απεικονίζονται στο Οβάλ Γραφείο με χάρτες των ΗΠΑ και του Καναδά μαζί με τη Γροιλανδία.

Ο Μακρόν αναμένεται να συμμετάσχει στην ετήσια Σύνοδο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός και να επιστρέψει αυθημερόν στο Παρίσι, χωρίς να σκοπεύει να παραμείνει ώστε να συμπέσει με την άφιξη του Τραμπ. Η διαμάχη γύρω από τη Γροιλανδία έχει προκαλέσει αναταραχή στις αγορές και συζητήσεις για αντίμετρα από την ευρωπαϊκή πλευρά.

Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσσεντ, διέψευσε τα σενάρια περί χρήσης του αμερικανικού χρέους ως μέσο πίεσης από ευρωπαϊκά κράτη, χαρακτηρίζοντάς τα «εντελώς αβάσιμα» και διαβεβαίωσε πως οι αμερικανικές κρατικές αγορές παραμένουν σταθερές και ελκυστικές για ευρωπαϊκές επενδύσεις.

Ο Μπέσσεντ κάλεσε τους ηγέτες να μην προχωρήσουν σε περαιτέρω κλιμάκωση, δηλώνοντας: «Αυτό που ζητώ από όλους εδώ είναι να κάνουν ένα βήμα πίσω, να πάρουν μια βαθιά ανάσα και να αφήσουν τα πράγματα να εξελιχθούν. Το χειρότερο που μπορούν να κάνουν είναι να κλιμακώσουν απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες».

Με πληροφορίες από το Reuters

Έναρξη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ

Τις πύλες της άνοιξε στις 19 Ιανουαρίου η ελβετική αλπική πόλη του Νταβός για την 56η ετήσια συνάντηση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (ΠΟΦ), υποδεχόμενη πλήθος επιχειρηματικών και πολιτικών ηγετών για μία εβδομάδα συζητήσεων κεκλεισμένων των θυρών και προβεβλημένων πάνελ, με φόντο την εντεινόμενη γεωπολιτική αστάθεια και ένα μεταβαλλόμενο παγκόσμιο οικονομικό τοπίο.

Οι διοργανωτές σημειώνουν ότι η φετινή διοργάνωση, που διαρκεί έως τις 23 Ιανουαρίου με θέμα «Το πνεύμα του διαλόγου», συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων στην ιστορία του φόρουμ, συγκεντρώνοντας αριθμό-ρεκόρ πολιτικών ηγετών, αλλά και κορυφαίων στελεχών και επενδυτών.

Το ΠΟΦ αναμένει φέτος 400 πολιτικούς ηγέτες, περιλαμβανομένων ~65 αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων και έξι εκπροσώπων της Ομάδας των Επτά (G7), καθώς και σχεδόν 850 διευθύνοντες συμβούλους, προέδρους και περίπου 100 εκπροσώπους νεοφυών εταιρειών-«μονόκερων» και πρωτοπόρων της τεχνολογίας.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αναμένεται να δώσει το παρών, με τη φετινή αμερικανική αντιπροσωπεία να είναι — όπως αναφέρουν οι διοργανωτές — η μεγαλύτερη στην ιστορία της συμμετοχής των ΗΠΑ στο Νταβός. «Είμαστε στην ευχάριστη θέση να υποδεχθούμε εκ νέου τον πρόεδρο Τραμπ στο Νταβός, ο οποίος φέρνει μαζί του τη μεγαλύτερη έως τώρα αμερικανική αντιπροσωπεία», δήλωσε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΠΟΦ Μπέργκε Μπρέντε, προσθέτοντας ότι θα συμμετάσχουν επίσης ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Στηβ Γουίτκοφ, ο γαμπρός του Τραμπ Τζάρεντ Κούσνερ, καθώς και πολυμελής διακομματική αντιπροσωπεία του αμερικανικού Κογκρέσου.

Η φετινή ατζέντα του φόρουμ επικεντρώνεται σε πέντε μεγάλες προκλήσεις: τη συνεργασία σε έναν διεκδικούμενο κόσμο, την ανάδειξη νέων πηγών ανάπτυξης, την επένδυση στον άνθρωπο, την υπεύθυνη αξιοποίηση της καινοτομίας και τη δημιουργία ευημερίας εντός των ορίων του πλανήτη. Οι διοργανωτές περιγράφουν τη συνάντηση αυτή ως πλατφόρμα διαλόγου σε μια εποχή αυξανόμενης κατακερματισμένης πραγματικότητας, πολυπλοκότητας και ταχέων τεχνολογικών αλλαγών.

«Ο διάλογος δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα», τόνισε ο κος Μπρέντε, αναδεικνύοντας τη διαχρονική θέση του φόρουμ ότι η εμπλοκή κυβερνήσεων και επιχειρήσεων παραμένει κρίσιμη παρά την όξυνση του παγκόσμιου ανταγωνισμού. «Θα γίνει μία συζήτηση σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία, όπου η γεωπολιτική αναδιαμορφώνεται», ανέφερε ο διευθυντής προγραμμάτων του φόρουμ Μάρεκ Ντούσεκ. «Άλλοι πιστεύουν ότι διανύουμε μια μεταβατική περίοδο, άλλοι ότι έχουμε ήδη εισέλθει σε νέα εποχή. Είναι, ωστόσο, αναμφισβήτητο ότι το τοπίο είναι πιο ανταγωνιστικό από ποτέ».

Η παρουσία Τραμπ στο παγκόσμιο φόρουμ αναμένεται να αναδείξει αυτές τις εντάσεις. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αναφέρει επανειλημμένως ότι εξετάζει τις εμπορικές και αμυντικές σχέσεις με άλλες χώρες αποκλειστικά υπό το πρίσμα των αμερικανικών εθνικών συμφερόντων, επιλογή που έχει περιπλέξει τις σχέσεις με τους Ευρωπαίους συμμάχους, παρότι η Ουάσιγκτον υποστηρίζει πως η διατλαντική σχέση διατηρεί στρατηγικό χαρακτήρα.

Στις αρχές του μήνα, ο Τραμπ έγραψε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social ότι σκοπεύει να παρουσιάσει νέες προτάσεις για την κατοικία και την οικονομική προσιτότητα στη φετινή του ομιλία στο φόρουμ. «Για πολλά χρόνια, η απόκτηση κατοικίας αντιπροσώπευε το απόγειο του αμερικανικού ονείρου, την ανταμοιβή της σκληρής δουλειάς και του σωστού δρόμου. Όμως, λόγω του ιστορικά υψηλού πληθωρισμού, που προκλήθηκε από τη Δημοκρατική κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν, το αμερικανικό όνειρο έχει γίνει απρόσιτο, κάτι που αγγίζει  ιδιαίτερα τους νέους», ανέφερε ο Τραμπ. «Θα θίξω το ζήτημα αυτό και στην ομιλία μου στο Νταβός σε δύο εβδομάδες, με περαιτέρω προτάσεις για την κατοικία και άλλα θέματα».

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ πραγματοποιεί μια ειδική ομιλία εξ αποστάσεως κατά τη διάρκεια της περσινής, 55ης ετήσιας συνάντησης του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) στο Νταβός, λίγο μετά την ορκωμοσία του στο προεδρικό αξίωμα. Ελβετία, 23 Ιανουαρίου 2025. (Yves Herman/Reuters)

 

Πέρυσι, μέσω τηλεδιάσκεψης, ο Τραμπ είχε καλέσει τον OPEC να μειώσει τις τιμές του πετρελαίου και είχε ζητήσει μείωση των επιτοκίων, προειδοποιώντας ότι εταιρείες που παράγουν εκτός ΗΠΑ ενδέχεται να αντιμετωπίσουν δασμούς. Από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025, ο Τραμπ έχει υιοθετήσει σκληρότερη διαπραγματευτική στάση απέναντι σε μεγάλους εμπορικούς εταίρους και έχει ασκήσει ανοικτά κριτική σε πτυχές του ευρωπαϊκού οικονομικού και ρυθμιστικού μοντέλου.

Στο μέτωπο του εμπορίου, ο Τραμπ κατηγορεί συχνά την Ευρωπαϊκή Ένωση για άδικη μεταχείριση των ΗΠΑ, στηρίζοντας την επιβολή δασμών για τη μείωση των ελλειμμάτων στο ισοζύγιο αγαθών. «Εκατοντάδες δισεκατομμύρια ελλείμματα με την ΕΕ και κανείς δεν είναι ευχαριστημένος. Θα το αντιμετωπίσουμε», είχε τονίσει στο ΠΟΦ τον Ιανουάριο του 2025. «Προσπαθώ να είμαι εποικοδομητικός γιατί αγαπώ την Ευρώπη και τις χώρες της, ωστόσο η διαδικασία είναι δαιδαλώδης και οι φόροι τους, όπως ο ΦΠΑ, επιβαρύνουν ιδιαίτερα τις ΗΠΑ».

Σε ζητήματα ασφαλείας, ο Τραμπ ασκεί διαρκή πίεση στους Ευρωπαίους συμμάχους για αύξηση των αμυντικών δαπανών, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ επωμίζονται υπέρμετρο βάρος εντός του ΝΑΤΟ. Πέρυσι, τα μέλη της Συμμαχίας συμφώνησαν σε σημαντική αύξηση των στόχων στρατιωτικών δαπανών, ανταποκρινόμενα σε πάγιο αίτημα του Τραμπ ήδη από την πρώτη του θητεία.

Το τελευταίο διάστημα, ο πρόεδρος έχει επαναφέρει το αίτημα για αμερικανικό έλεγχο της Γροιλανδίας, αυτόνομης περιοχής του Βασιλείου της Δανίας, προκαλώντας περαιτέρω ανησυχία στην Ευρώπη. Ο ίδιος χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη αρκτική περιοχή στρατηγικά ζωτικής σημασίας, τονίζοντας πως οι ΗΠΑ πρέπει να την κατέχουν ώστε να αποτραπεί η ενίσχυση της ρωσικής ή κινεζικής επιρροής στο μέλλον.

Η αμερικανική κυβέρνηση ασκεί επίσης κριτική στο καθεστώς ελευθερίας του λόγου στην Ευρώπη, ζήτημα που πυροδότησε αντιπαραθέσεις πέρυσι όταν ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς κατηγόρησε τους Ευρωπαίους ηγέτες στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου για λογοκρισία και αδυναμία διαχείρισης της μετανάστευσης. Οι δηλώσεις αυτές εγκαινίασαν μια σειρά οξέων τοποθετήσεων που ενέτειναν τις εντάσεις με τους Ευρωπαίους συμμάχους και διεύρυναν το πολιτικό ρήγμα εκατέρωθεν του Ατλαντικού.

(α-δ) Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ο Βρετανός πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ, ο Φινλανδός πρόεδρος Αλεξάντερ Στουμπ, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν, η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζιόρτζια Μελόνι, ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρήντριχ Μερτς και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούττε, στον Λευκό Οίκο. Ουάσιγκτον, 18 Αυγούστου 2025. (Andrew Caballero-Reynolds/AFP μέσω Getty Images)

 

Παρά τις εντάσεις, ο Τραμπ έχει υποδεχθεί στο Λευκό Οίκο πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες για συνομιλίες αναφορικά με την Ουκρανία και τη συνεργασία στον χώρο του ΝΑΤΟ, μεταξύ των οποίων ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν, ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρήντριχ Μερτς, ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Κηρ Στάρμερ και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Ο Τραμπ έχει εκφράσει ιδιαίτερο θαυμασμό για τη πρωθυπουργό της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι, και έχει εγκωμιάσει τον Ούγγρο ομόλογό του Βίκτορ Ορμπάν ως παράδειγμα τολμηρής ηγεσίας.

Η οικονομία στο επίκεντρο — Σταθερότητα με σκιές αβεβαιότητας

Καθώς οι ηγέτες συγκεντρώνονται στο Νταβός, το διεθνές οικονομικό περιβάλλον συνδυάζει ανθεκτικότητα με νέες ευαλωτότητες. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), στις 19 Ιανουαρίου, αναθεώρησε εκ νέου προς τα πάνω τις προβλέψεις του για την παγκόσμια ανάπτυξη, επισημαίνοντας ότι η παγκόσμια οικονομία ανταποκρίθηκε καλύτερα του αναμενομένου στις αναταράξεις που προκάλεσαν οι υψηλοί αμερικανικοί δασμοί το 2025, οι οποίοι έχουν αμβλυνθεί το τελευταίο διάστημα.

Η ενίσχυση των επενδύσεων στην τεχνολογία, η στήριξη μέσω δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, οι ευνοϊκές χρηματοοικονομικές συνθήκες και η προσαρμοστικότητα του ιδιωτικού τομέα αντιστάθμισαν τις ανακατατάξεις στην εμπορική πολιτική.

Σημειώνεται, σύμφωνα με το ΔΝΤ, ότι το μέσο επίπεδο δασμών στις ΗΠΑ διαμορφώνεται πλέον στο 18,5%, ελαφρώς χαμηλότερα από την πρόβλεψη του Οκτωβρίου που ήταν 18,7%. Ο παγκόσμιος πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα αποκλιμακωθεί, αν και στις ΗΠΑ η επιστροφή στον στόχο αναμένεται σταδιακή. Κύριες πηγές κινδύνου θεωρούνται η αναθεώρηση των προσδοκιών στον τομέα της τεχνολογίας και η όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων.

Το ΔΝΤ προβλέπει παγκόσμια ανάπτυξη 3,3% το 2026, αυξημένη κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με την εκτίμηση του Οκτωβρίου, ενώ αναθεώρησε αντίστοιχα και την πρόβλεψη για το 2025 στο 3,3%. Η πρόβλεψη για την οικονομική μεγέθυνση των ΗΠΑ το 2026 ανέβηκε κατά 0,3 μονάδες στο 2,4%, υποβοηθούμενη από τη δημοσιονομική πολιτική και τη μείωση των επιτοκίων της Ομοσπονδιακής Τράπεζας.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Πιερ-Ολιβιέ Γκουρινσάς, σε ανάρτησή του ανέφερε ότι οι επιχειρήσεις έχουν ήδη προσαρμόσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες τους στους αυξημένους αμερικανικούς δασμούς, ενώ εμπορικές συμφωνίες μείωσαν ορισμένους δασμούς κι η Κίνα αναπροσανατόλισε εξαγωγές σε άλλες αγορές. Βασικός μοχλός της βελτίωσης, σημειώνουν τα στελέχη του Ταμείου, είναι η «έκρηξη» επενδύσεων στον τομέα της πληροφορικής και κυρίως στις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.

Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι επενδύσεις σε Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών ως ποσοστό του αμερικανικού ΑΕΠ ανήλθαν στο υψηλότερο σημείο από το 2001, προσδίδοντας ώθηση στην επιχειρηματική δραστηριότητα και μεταδίδοντας θετικές παρενέργειες, ιδιαίτερα στις εξαγωγές τεχνολογίας της Ασίας.

Σήμανση ενός κέντρου δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης κατά τη διάρκεια του Mobile World Congress στη Βαρκελώνη, Ισπανία, στις 3 Μαρτίου 2025. Josep Lago/AFP μέσω Getty Images

 

Ο κος Γκουρινσάς προειδοποιεί, ωστόσο, ότι η «έκρηξη» της τεχνητής νοημοσύνης εγκυμονεί κινδύνους, όπως η πιθανότητα οι υψηλές προσδοκίες για παραγωγικότητα και κερδοφορία να διαψευστούν, προκαλώντας επομένως διόρθωση στις υπερτιμημένες αγορές και αυστηροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών.

«Μια μετριοπαθής διόρθωση στις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης, μαζί με σύσφιξη των πιστωτικών συνθηκών, μπορεί να μειώσει την παγκόσμια ανάπτυξη κατά 0,4% σε σχέση με το βασικό σενάριο», υπογράμμισε ο κος Γκουρινσάς. «Οι επιπτώσεις μπορεί να είναι σημαντικές αν οι πραγματικές επενδύσεις στον τομέα της τεχνολογίας μειωθούν πιο έντονα, οδηγώντας σε δαπανηρές ανακατανομές κεφαλαίου και εργατικού δυναμικού».

Σημείωσε δε πως οι εντεινόμενοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, οι περιορισμοί στη δημοσιονομική πολιτική πολλών χωρών και η αύξηση των ελέγχων στην εξαγωγή κρίσιμων πρώτων υλών — όπως οι σπάνιες γαίες — θα μπορούσαν, σε συνδυασμό με μια πιθανή αναθεώρηση προσδοκιών στην τεχνητή νοημοσύνη, να δημιουργήσουν έναν αρνητικό βρόχο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ευρύτερο κλονισμό της ανάπτυξης.

Με πληροφορίες από το Associated Press

Αιματοχυσία στο Ιράν: Πάνω από 3.000 νεκροί στις διαδηλώσεις και απειλές για εκτελέσεις

Περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους στις πανεθνικές διαδηλώσεις στο Ιράν, σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που επικαλούνται στοιχεία της 16ης Ιανουαρίου, ενώ οι κάτοικοι της χώρας αναφέρουν ότι τα επεισόδια έχουν σχεδόν εκλείψει έπειτα από σκληρότατη καταστολή.

Τα κρατικά μέσα ενημέρωσης του Ιράν μετέδωσαν πως οι αρχές συνεχίζουν τις συλλήψεις, την ώρα που σκληροπυρηνικοί αξιωματούχοι εντείνουν τις φωνές για εκτελέσεις συλληφθέντων διαδηλωτών.

Το ειδησεογραφικό πρακτορείο ανθρωπίνων δικαιωμάτων που εδρεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες επιβεβαίωσε ότι έως τη συμπλήρωση 20 ημερών διαδηλώσεων έχουν ταυτοποιηθεί 3.090 θύματα, εκ των οποίων οι 2.885 είναι διαδηλωτές. Το HRANA αναφέρει ότι μεταξύ των νεκρών συγκαταλέγονται επίσης 165 μέλη των δυνάμεων ασφαλείας και της κυβέρνησης, καθώς και 21 πολίτες που δεν συμμετείχαν στις διαδηλώσεις, μεταξύ των οποίων 19 παιδιά.

Το Ιράν μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιήσει επίσημα στοιχεία νεκρών, απορρίπτοντας τις κατηγορίες για μαζικές δολοφονίες ειρηνικών διαδηλωτών και αποδίδοντας τη βία σε «οπλισμένους ταραξίες» και «τρομοκρατικές οργανώσεις που υποστηρίζονται από ξένες δυνάμεις».

Κάτοικοι της Τεχεράνης σημειώνουν ότι η πρωτεύουσα παραμένει σχετικά ήρεμη εδώ και τέσσερις ημέρες, χωρίς μείζονες διαμαρτυρίες στις 15 και 16 Ιανουαρίου, μετά από κορύφωση συγκρούσεων που ξεκίνησαν στις 28 Δεκεμβρίου με αφορμή τη δεινή οικονομική κατάσταση και αιτήματα για τερματισμό της θεοκρατικής διακυβέρνησης.

Ιρανοί διαδηλωτές συγκεντρώνονται σε έναν δρόμο κατά τη διάρκεια διαδήλωσης για την κατάρρευση της αξίας του νομίσματος, στην Τεχεράνη, Ιράν, 8 Ιανουαρίου 2026. Stringer/West Asia News Agency μέσω Reuters

 

Η ηρεμία αυτή έρχεται σε αντίθεση Ιανουαρίουμε την κλιμάκωση της πολιτικής και διπλωματικής πίεσης που δέχεται η Τεχεράνη λόγω του αιματοκυλίσματος, ενώ η ρητορική τμήματος της θρησκευτικής ηγεσίας γίνεται ολοένα και πιο ακραία, συνοδευόμενη από απειλές κατά του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Τραμπ, ο οποίος είχε προειδοποιήσει ότι θα υπάρξουν «σκληρές ενέργειες» αν ξεκινήσουν εκτελέσεις διαδηλωτών, εμφανίστηκε διαλλακτικός στις 16 Ιανουαρίου, ευχαριστώντας δημόσια την ιρανική ηγεσία επειδή δεν προχώρησε σε μαζικούς απαγχονισμούς. Η στάση αυτή εκλήφθηκε ως ενδεχόμενο βήμα πίσω από προηγούμενες απειλές, αν και ο Λευκός Οίκος επανέλαβε ότι οι μαζικές εκτελέσεις και η δολοφονία ειρηνικών διαδηλωτών παραμένουν μεταξύ των «κόκκινων γραμμών» της Ουάσιγκτον.

Η Ουάσιγκτον προειδοποιεί το Ιράν να μην επιτεθεί σε αμερικανικές βάσεις

Στις 17 Ιανουαρίου, η Ουάσιγκτον προειδοποίησε την Τεχεράνη να μην στοχοποιήσει αμερικανικές βάσεις, διαμηνύοντας μέσω του λογαριασμού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στα περσικά ότι οι ΗΠΑ παρακολουθούν στενά σχετικές πληροφορίες για επικείμενες κινήσεις. Ο λογαριασμός παρέθεσε δήλωση του Τραμπ: «Κάθε επίθεση σε αμερικανικούς στόχους θα απαντηθεί με πολύ, πολύ ισχυρή δύναμη».

Το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι έχει στη διάθεσή του στοιχεία πως το Ιράν εξετάζει στρατιωτικές ενέργειες κατά αμερικανικών βάσεων, προειδοποιώντας τη ιρανική ηγεσία να μην δοκιμάσει την αποφασιστικότητα του Τραμπ. «Εάν το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας επιτεθεί σε αμερικανικούς στόχους, θα έρθει αντιμέτωπο με πολύ, πολύ ισχυρή απάντηση. Το έχουμε πει και το ξαναλέμε: μην παίζετε με τον πρόεδρο Τραμπ», τονίζει η ανακοίνωση.

Φήμες για προετοιμασία επιθέσεων του Ιράν σε αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις πληθαίνουν. Ο υποστράτηγος των Φρουρών της Επανάστασης και μέλος του Συμβουλίου Εντοπισμού Συμφερόντων, Μοχσέν Ρεζαΐ, απηύθυνε ευθεία απειλή στον Τραμπ: «Ο Τραμπ λέει πως έχει το δάχτυλο στη σκανδάλη. Θα του κόψουμε και το χέρι και το δάχτυλο», δήλωσε στις 15 Ιανουαρίου, σύμφωνα με το πρακτορείο Iran International News Agency. Προειδοποίησε ότι το Ιράν δεν θα δεχθεί κατάπαυση πυρός αν δεχθεί επίθεση: «Αν προχωρήσουμε, δεν υπάρχει πλέον περιθώριο για κατάπαυση πυρός. Δεν λαμβάνετε υπόψη την αυτοσυγκράτηση και τη στρατηγική υπομονή που έχουμε επιδείξει. Σταματήστε αμέσως. Κάντε πίσω – αλλιώς καμία από τις βάσεις σας στην περιοχή δεν θα είναι ασφαλής».

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν ισχυρή στρατιωτική παρουσία σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, με δεκάδες σημεία ανάπτυξης στρατευμάτων και κομβικές βάσεις αεροπορικής, ναυτικής και υποστήριξης πληροφοριών. Η Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ είναι η μεγαλύτερη αμερικανική βάση στην περιοχή, που κατά περιόδους φιλοξενεί πάνω από 8.000 Αμερικανούς και δυνάμεις του συνασπισμού.

Τον Ιούνιο, το Ιράν εκτόξευσε βαλλιστικούς πυραύλους προς την Αλ Ουντέιντ μόλις δύο ημέρες μετά από αεροπορικά πλήγματα των ΗΠΑ εναντίον ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων, υπογραμμίζοντας τη στρατηγική σημασία της βάσης σε περίπτωση νέας κλιμάκωσης.

Στις 14 Ιανουαρίου, η αμερικανική πρεσβεία στη Σαουδική Αραβία συνέστησε στους Αμερικανούς της περιοχής να τηρούν αυξημένα μέτρα αυτοπροστασίας και να αποφεύγουν μετακινήσεις προς αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, λόγω απειλών από Ιρανούς αξιωματούχους ότι η Τεχεράνη είναι έτοιμη να καταφύγει σε χρήση βίας.

Αεροσκάφη F-22 Raptor της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ φτάνουν στην αεροπορική βάση Al Udeid στο Κατάρ, στις 27 Ιουνίου 2019. Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ/Τεχνικός Σμηνίας Nichelle Anderson

 

Οι Ιρανοί ηγέτες κατηγορούν τις ΗΠΑ – Κληρικοί ζητούν εκτελέσεις

Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, κλιμάκωσε τη ρητορική του κατά των Ηνωμένων Πολιτειών στις 17 Ιανουαρίου, κατηγορώντας απευθείας τον Τραμπ για υποκίνηση ταραχών και τέλεση εγκλημάτων κατά του ιρανικού λαού. «Η πρόσφατη στάση ήταν αμερικανική. Ο σκοπός της Αμερικής είναι να καταπιεί το Ιράν», τόνισε σε συνάντηση με χιλιάδες υποστηρικτές, σύμφωνα με το ημιεπίσημο πρακτορείο Tasnim.

Συνέχισε λέγοντας: «Στη νέα αυτή ταραχή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ παρενέβη προσωπικά – μίλησε, απείλησε, ενθάρρυνε και στήριξε τους ταραξίες. Ο ιρανικός λαός έσπασε τη μέση της συνωμοσίας και θα σπάσει και τη μέση των συνωμοτών».

Ο Χαμενεΐ αναγνώρισε τα οικονομικά προβλήματα που πυροδότησαν την κρίση, σημειώνοντας: «Η οικονομική κατάσταση του λαού έχει πραγματικά προβλήματα και οι αρμόδιοι πρέπει να εργάζονται διπλά σκληρά πάνω σ’ αυτό».

Ταυτοχρόνως, σκληροπυρηνικά στοιχεία στους πολιτικούς και θρησκευτικούς κύκλους της χώρας ενίσχυσαν τις αξιώσεις για σκληρότερη αντιμετώπιση των συλληφθέντων, απαιτώντας μέχρι και θανατικές ποινές.

Ο αγιατολάχ Αχμάντ Χαταμί, κορυφαίος ιερωμένος και μέλος της Συνέλευσης των Ειδικών και του Συμβουλίου Φρουρών, κάλεσε ανοιχτά σε εκτελέσεις διαδηλωτών κατά τη διάρκεια πύρινου κηρύγματος στις 16 Ιανουαρίου, το οποίο μεταδόθηκε από το κρατικό ραδιόφωνο. Το κήρυγμά του προκάλεσε συνθήματα του τύπου: «Οι ένοπλοι υποκριτές πρέπει να πεθάνουν».

Ο ανώτερος ιρανός κληρικός Αχμάντ Χατάμι παραδίδει κήρυγμα στην Τεχεράνη, Ιράν, στις 5 Ιανουαρίου 2018. Ebrahim Noroozi/AP Photo/File

 

Ο Χαταμί κατηγόρησε τους διαδηλωτές ως «υπηρέτες του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου» και «στρατιώτες του Τραμπ», προειδοποιώντας τους δύο ηγέτες να περιμένουν «σκληρή εκδίκηση από το καθεστώς». Συμπλήρωσε: «Οι Αμερικανοί και οι Σιωνιστές ας μην περιμένουν ειρήνη».

Στις 13 Ιανουαρίου, ο Τραμπ είχε καλέσει μέσω του Truth Social σε συνέχιση των διαδηλώσεων κατά του ιρανικού καθεστώτος, ζητώντας από τους πολίτες «να κρατήσουν στοιχεία για τους δολοφόνους και τους βασανιστές. Αυτοί θα πληρώσουν ακριβά», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι όλες οι επαφές με Ιρανούς αξιωματούχους έχουν διακοπεί μέχρι να σταματήσουν οι εκτελέσεις.

«Η βοήθεια έρχεται», υποστήριξε, απαντώντας σε ερώτηση για το τέλος της κρίσης, παραπέμποντας στη θητεία του και στην εξόντωση του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί και του ηγέτη του ISIS, Αμπού Μπακρ αλ-Μπαγκντάντι. «Δεν θέλουμε να επαναληφθεί στο Ιράν ό,τι συνέβη», τόνισε χαρακτηριστικά.

«Αν θέλουν διαδηλώσεις, αυτό είναι άλλο θέμα. Όταν αρχίζουν να σκοτώνουν χιλιάδες ανθρώπους και τώρα μιλάτε για απαγχονισμούς, θα δούμε πώς θα εξελιχθεί αυτό για εκείνους. Δεν θα τους βγει σε καλό», κατέληξε.

Με πληροφορίες από το Associated Press

Τραμπ προς Ιράν: Συντριπτική απάντηση αν γίνει επίθεση κατά αμερικανικών βάσεων

Εντείνεται η ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να προειδοποιεί το Ιράν να μην στοχοποιήσει αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις, εν μέσω αιματηρής καταστολής διαδηλώσεων από τις ιρανικές αρχές και κλιμακούμενων απειλών από πλευράς Τεχεράνης.

Σε ανάρτηση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ στην πλατφόρμα Χ, στις 17 Ιανουαρίου, μέσω του λογαριασμού στην περσική γλώσσα, αναφερόταν: «Έχουμε πληροφορίες ότι η Ισλαμική Δημοκρατία ετοιμάζει εναλλακτικές για να χτυπήσει αμερικανικές βάσεις», ενώ τονιζόταν ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένως διαμηνύσει πως «όλες οι επιλογές παραμένουν στο τραπέζι».

Όπως ανέφερε περαιτέρω η ανάρτηση, «αν το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας επιτεθεί σε αμερικανικά συμφέροντα, θα αντιμετωπίσει μια δύναμη πάρα πολύ ισχυρή», παραθέτοντας σχετική δήλωση του Τραμπ. Η προειδοποίηση κατέληγε με τη φράση: «Το έχουμε πει και στο παρελθόν και το επαναλαμβάνουμε. Μην παίζετε παιχνίδια με τον πρόεδρο Τραμπ».

Η δήλωση ήρθε σχεδόν ταυτόχρονα με καταγγελίες Ιρανών αξιωματούχων ότι ξένα κέντρα ευθύνονται για τη βία που σχετίζεται με τις διαδηλώσεις, οι οποίες, σύμφωνα με οργανώσεις υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχουν στοιχίσει τη ζωή σε πάνω από 3.000 ανθρώπους.

Την ίδια ώρα, ανώτερα στελέχη των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) απηύθυναν ευθείες απειλές κατά του Τραμπ. Συγκεκριμένα, ο στρατηγός Μοχσέν Ρεζαΐ, μέλος του Συμβουλίου Εντοπισμού Συμφερόντων του Ιράν, δήλωσε στις 15 Ιανουαρίου: «Το Ιράν θα ανταποδώσει εάν δεχτεί επίθεση και οι αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις δεν θα είναι ασφαλείς».

Συμπλήρωσε μάλιστα ότι «ο Τραμπ είπε ότι έχει το δάχτυλο στη σκανδάλη. Θα του κόψουμε το χέρι και το δάχτυλο». Ο Ρεζαΐ ξεκαθάρισε ότι το Ιράν δεν σκοπεύει πλέον να αποδεχτεί εκεχειρία αν δεχτεί επίθεση, δηλώνοντας: «Αν προχωρήσουμε μπροστά, δεν θα γίνεται πια λόγος για εκεχειρία. Δεν δίνετε σημασία στην αυτοσυγκράτηση και τη στρατηγική υπομονή που έχουμε επιδείξει. Σταματήστε τώρα. Κάντε πίσω. Αλλιώς, καμία από τις βάσεις σας στην περιοχή δεν θα είναι ασφαλής».

Ο Ντόναλντ Τραμπ συνεχίζει να υπαινίσσεται το ενδεχόμενο στρατιωτικής ενέργειας κατά του Ιράν λόγω της βίαιης καταστολής των αντικυβερνητικών διαμαρτυριών. Οι ΗΠΑ διατηρούν ισχυρή στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή, με βάσεις σε περισσότερα από δώδεκα σημεία που στηρίζουν τις επιχειρήσεις στην περιοχή.

Η αεροπορική βάση Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ αποτελεί το μεγαλύτερο αμερικανικό στρατιωτικό συγκρότημα στη Μέση Ανατολή, φιλοξενώντας κατά διαστήματα πάνω από 8.000 μέλη των ενόπλων δυνάμεων και συμμαχικών κρατών. Μετά τις αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, το Ιράν απάντησε εκτοξεύοντας βαλλιστικούς πυραύλους στην Αλ Ουντέιντ, υπογραμμίζοντας τη στρατηγική σημασία της βάσης.

Στις 14 Ιανουαρίου, η αμερικανική διπλωματική αποστολή στη Σαουδική Αραβία κάλεσε τους Αμερικανούς πολίτες της περιοχής να λάβουν πρόσθετα μέτρα αυτοπροστασίας και να αποφεύγουν τα μη αναγκαία ταξίδια σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις λόγω της αυξημένης έντασης. Στην ανακοίνωση ασφαλείας επισημαινόταν πως το προσωπικό είχε ήδη λάβει εντολή για αυξημένη επαγρύπνηση και περιορισμό των μη αναγκαίων μετακινήσεων προς στρατιωτικούς στόχους.

Σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι κινητοποιήσεις, που ξέσπασαν στις 28 Δεκεμβρίου 2025 με αφορμή τη βαριά οικονομική κρίση, έχουν κλιμακωθεί σημαντικά. Η αμερικανική οργάνωση HRANA ανέφερε ότι μέχρι τις 16 Ιανουαρίου είχαν καταγραφεί και τεκμηριωθεί 3.090 θύματα, εκ των οποίων τα 2.885 ήταν διαδηλωτές.

Ένα μέλος της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ στέκεται κοντά σε μια πυραυλική μπαταρία Patriot στην αεροπορική βάση Prince Sultan στη Σαουδική Αραβία, στις 20 Φεβρουαρίου 2020. Andrew Caballero-Reynolds/Pool μέσω AP, Αρχείο

 

Οι ιρανικές αρχές, πάντως, διαψεύδουν τα περί μαζικών δολοφονιών, αποδίδοντας το κύμα αναταραχών σε ένοπλες ομάδες και «τρομοκράτες» υπό ξένη καθοδήγηση και χρηματοδότηση. Κάτοικοι της Τεχεράνης σημειώνουν ότι τις τελευταίες ημέρες δεν έχουν πραγματοποιηθεί μαζικές διαδηλώσεις, παρότι τα μέτρα ασφαλείας παραμένουν ασφυκτικά.

Στις 17 Ιανουαρίου, ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης του Ιράν Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ κατηγόρησε προσωπικά τον Τραμπ ότι υποκίνησε τις ταραχές, δηλώνοντας: «Η τελευταία ταραχή ήταν αμερικανικό δημιούργημα και στόχος των ΗΠΑ είναι να καταβροχθίσουν το Ιράν».

Ιρανοί συμμετέχουν σε διαδήλωση κατά του καθεστώτος στην Τεχεράνη, Ιράν, στις 9 Ιανουαρίου 2026. UGC μέσω AP

 

Πρόσθεσε πως «ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών παρενέβη προσωπικά, μίλησε, απείλησε, ενθάρρυνε και στήριξε τους ταραχοποιούς». Ο Χαμενεΐ παραδέχτηκε, παράλληλα, τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Ιρανοί πολίτες, καλώντας τους κυβερνητικούς αξιωματούχους «να διπλασιάσουν τις προσπάθειές τους».

Παράλληλα, σκληροπυρηνικά στελέχη και ιερωμένοι απαιτούν βαριά τιμωρία για τους διαδηλωτές, ακόμη και θανατικές ποινές. Ο ανώτατος κληρικός Αγιατολάχ Αχμάντ Χαταμί ζήτησε, κατά το κήρυγμά του στις 16 Ιανουαρίου που μεταδόθηκε τηλεοπτικά, να επιβληθεί η θανατική ποινή στους συλληφθέντες διαδηλωτές, παρακινώντας το ακροατήριο να φωνάξει «Οι ένοπλοι υποκριτές πρέπει να εκτελεστούν». Κατηγόρησε τους διαδηλωτές ότι αποτελούν οπαδούς του Ισραήλ και του Τραμπ, προειδοποιώντας: «Οι Αμερικανοί και οι Σιωνιστές ας μην περιμένουν ειρήνη».

Με πληροφορίες από Reuters και Associated Press