Πέμπτη, 26 Μαρ, 2026

Το Ιράν απορρίπτει αμερικανική πρόταση εκεχειρίας και παρουσιάζει πέντε όρους

Το Ιράν απέρριψε πρόταση εκεχειρίας με τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και διατύπωσε πέντε όρους για τον τερματισμό του πολέμου, σύμφωνα με δηλώσεις αξιωματούχου του ιρανικού καθεστώτος σε κρατικά μέσα ενημέρωσης. Η εξέλιξη αυτή σημειώνεται ενώ η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει διαμεσολαβητικές επαφές για την εξεύρεση διπλωματικής λύσης στη σύγκρουση.

Ανώτατος Ιρανός αξιωματούχος στον τομέα της πολιτικής ασφαλείας, μιλώντας ανώνυμα στο Press TV, δήλωσε: «Η Τεχεράνη δεν θα αποδεχθεί όρους που της υπαγορεύονται από το εξωτερικό, τονίζοντας ότι το Ιράν θα τερματίσει τον πόλεμο όταν το ίδιο το αποφασίσει και όταν ικανοποιηθούν οι όροι του».  

Ο ίδιος επισήμανε επιπλέον: «Οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις θα συνεχίσουν να καταφέρνουν ισχυρά πλήγματα στους εχθρούς τους ώσπου να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους», διευκρινίζοντας πως οι όροι της Τεχεράνης περιλαμβάνουν τον τερματισμό των επιθετικών ενεργειών και των δολοφονιών, εγγυήσεις κατά μελλοντικών συγκρούσεων, αποζημιώσεις πολέμου, τέλος των μαχών σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένων των περιφερειακών συμμάχων του Ιράν, και αναγνώριση της κυριαρχίας της επί των Στενών του Ορμούζ.

Αντίθετα, σύμφωνα με ισραηλινές πηγές που έχουν ενημερωθεί επί του ζητήματος, αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν προωθήσει μια πρόταση 15 σημείων προς το Ιράν μέσω διαμεσολαβητών. Η πρόταση αυτή απαιτεί από την Τεχεράνη να διακόψει τον εμπλουτισμό ουρανίου, να αποσυναρμολογήσει βασικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, να περιορίσει το πυραυλικό της πρόγραμμα και να σταματήσει την υποστήριξη προς περιφερειακούς συμμάχους, με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων.

Η Epoch Times ζήτησε σχόλιο από τον Λευκό Οίκο. Οι διπλωματικές προσπάθειες συνεχίζονται εν μέσω περιφερειακών πληγμάτων, καθώς στις 25 Μαρτίου το Ιράν προχώρησε σε νέες επιθέσεις με πυραύλους και drones κατά του Ισραήλ και στόχευσε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές στον Περσικό Κόλπο.

Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ ανέφεραν την αναχαίτιση drones που κατευθύνονταν σε στρατηγικές εγκαταστάσεις, ενώ το Ισραήλ συνέχισε να πλήττει ιρανικούς στρατιωτικούς και βιομηχανικούς στόχους.

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε στις 24 Μαρτίου πως οι ΗΠΑ βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις με το Ιράν για τη λήξη της σύγκρουσης, η οποία έχει διαταράξει τις μεταφορές πετρελαίου και βασικών αγαθών όπως τα λιπάσματα.

Η αμερικανική πρόταση, όπως μετέφεραν ισραηλινές πηγές, διαβιβάστηκε στους Ιρανούς μέσω του Πακιστάν και κοινοποιήθηκε σε ισραηλινούς αξιωματούχους. Κατά τις ίδιες πηγές, η Ουάσιγκτον αναμένει απάντηση από την Τεχεράνη για το εάν θα προχωρήσει ή όχι σε περαιτέρω συνομιλίες.

Παραμένει ασαφές ποιοι συνομιλούν για λογαριασμό του Ιράν επί της αμερικανικής πρότασης. Ο Ιρανός πρόεδρος της Βουλής, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, έχει δημοσίως διαψεύσει ότι διεξάγονται διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, ενώ εκπρόσωπος των ενόπλων δυνάμεων του Ιράν πρόσφατα δήλωσε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις για αποκλιμάκωση.

Το ιρανικό καθεστώς παρουσίασε την πεντάδα των δικών του όρων μέσω του Press TV, με την πληροφορία να επιβεβαιώνεται από το Γενικό Προξενείο του Ιράν στην Ινδία. Σχετική ανακοίνωση του προξενείου αναφέρει: «Το Ιράν απορρίπτει την αμερικανική πρόταση που διαβιβάστηκε μέσω φιλικού διαμεσολαβητή της περιοχής και δηλώνει έτοιμο να συνεχίσει την άμυνά του και να καταφέρει ισχυρά πλήγματα στον εχθρό». Εκπρόσωποι του καθεστώτος ανέφεραν στον διαμεσολαβητή ότι  «το Ιράν θα αποδεχθεί εκεχειρία μόνο εφόσον γίνουν δεκτοί οι όροι του και μέχρι τότε δεν θα διεξαχθεί καμία διαπραγμάτευση».

Η αμερικανική πρόταση των 15 σημείων προβλέπει μεταξύ άλλων ότι το Ιράν θα δεσμευτεί να μην επιδιώξει ποτέ απόκτηση πυρηνικών όπλων, να τερματίσει πλήρως τον εμπλουτισμό ουρανίου στο έδαφός του και να παραδώσει τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας. Ζητεί επίσης το ξήλωμα βασικών πυρηνικών εγκαταστάσεων σε Νατάνζ, Ισφαχάν και Φορντό.

Η πρόταση των ΗΠΑ στοχεύει ακόμη στον περιορισμό του ιρανικού βαλλιστικού προγράμματος και ζητά από την Τεχεράνη να σταματήσει τον εξοπλισμό και τη χρηματοδότηση συμμαχικών οργανώσεων σε όλη τη Μέση Ανατολή, χρόνιο αίτημα της Ουάσιγκτον και των συμμάχων της.

Σε ό,τι αφορά την ασφάλεια στη θάλασσα, το αμερικανικό σχέδιο αξιώνει τα Στενά του Ορμούζ να παραμείνουν ανοιχτά ως ελεύθερος, διεθνής διάδρομος ναυσιπλοΐας, κάτι που έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με το ιρανικό αίτημα περί αναγνώρισης κυριαρχίας του επί της θαλάσσιας περιοχής. Σε αντάλλαγμα, η Ουάσιγκτον προτίθεται να άρει τις επιβληθείσες κυρώσεις κατά του Ιράν και να καταργήσει τον μηχανισμό ταχείας επαναφοράς κυρώσεων.

Η ιρανική αντιπρόταση, που μεταξύ άλλων προβλέπει την καταβολή σαφώς προσδιορισμένων αποζημιώσεων πολέμου, δηλώνει ξεκάθαρα τη βούληση των ενόπλων δυνάμεων της χώρας να συνεχίσουν τον αγώνα. Η σχετική αναφορά του προξενείου επισημαίνει:  

«Το Ιράν θα τερματίσει τον πόλεμο τη στιγμή που το ίδιο θα επιλέξει και μόνο εφόσον ικανοποιηθούν οι όροι που έχει θέσει. Δεν θα επιτρέψει στον Τραμπ να καθορίσει τον χρόνο λήξης της σύγκρουσης».

Η αντιπρόταση απαιτεί επίσης την αναγνώριση της κυριαρχίας του Ιράν στα Στενά του Ορμούζ ως φυσικό και νομικό του δικαίωμα, στοιχείο που συνάδει με πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών περί νέου καθεστώτος διέλευσης από τα Στενά μετά τον πόλεμο.

Το Ιράν εξακολουθεί ουσιαστικά να μπλοκάρει τα Στενά του Ορμούζ, έναν κρίσιμο θαλάσσιο δίαυλο από όπου διακινείται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου. Εν τω μεταξύ, οι τιμές του αργού πετρελαίου υποχώρησαν πρόσφατα κάτω από τα 100 δολάρια, λόγω προσδοκιών για ενδεχόμενη διπλωματική πρόοδο, με το Brent να σημειώνει πτώση έως και 5% προτού καταγράψει μερική ανάκαμψη.

Τραμπ βλέπει συμφωνία με το Ιράν — Διαψεύσεις και αντικρουόμενα μηνύματα από την Τεχεράνη

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 23 Μαρτίου ότι Ουάσιγκτον και Τεχεράνη είχαν καταλήξει σε «σημαντικά σημεία συμφωνίας» σε συνομιλίες για τον τερματισμό του πολέμου, ωστόσο Ιρανοί αξιωματούχοι αρνούνται ότι διεξάγονται διαπραγματεύσεις.

ΟΑμερικανός πρόεδρος ανέφερε σε δημοσιογράφους ότι οι συζητήσεις των τελευταίων δύο ημερών ήταν «πολύ ουσιαστικές» και άφησε να εννοηθεί ότι ενδέχεται να υπάρξει σύντομα πρόοδος, σημειώνοντας ότι υπήρχαν σημαντικά σημεία συμφωνίας και, όπως εκτίμησε, σχεδόν πλήρης σύγκλιση. Πρόσθεσε ότι οι συνομιλίες διεξήχθησαν από τον ειδικό απεσταλμένο στη Μέση Ανατολή Στηβ Γουίτκοφ και τον ανώτερο σύμβουλο Τζάρεντ Κούσνερ, ενώ επεσήμανε ότι υπάρχει πραγματική πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας.

Ο Τραμπ αρνήθηκε να διευκρινίσει ποιοι Ιρανοί αξιωματούχοι συμμετείχαν, λέγοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαπραγματεύτηκαν απευθείας με την ανώτατη ηγεσία, αλλά με πρόσωπο που θεωρείται ιδιαίτερα σεβαστό και ηγετικό, σημειώνοντας ότι το Ιράν «διαθέτει ακόμη κάποιους ηγέτες».

Οι δηλώσεις αυτές αποτελούν την πιο αισιόδοξη εκτίμηση της Ουάσιγκτον από την έναρξη των εχθροπραξιών στα τέλη Φεβρουαρίου, με τον πόλεμο να εισέρχεται στην τέταρτη εβδομάδα και να απειλεί με ευρύτερη περιφερειακή κλιμάκωση και διατάραξη των παγκόσμιων ενεργειακών προμηθειών.

Ανώτερες ισραηλινές πολιτικές πηγές στην Ιερουσαλήμ δήλωσαν στο Epoch Magazine ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ενημερώσει εκ των προτέρων το Ισραήλ για τις επαφές και την απόφαση του Τραμπ να καθυστερήσει περαιτέρω κλιμάκωση, ζητώντας να αποφευχθούν πλήγματα σε ιρανικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής και υποδομές για πέντε ημέρες.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η Αίγυπτος, η Τουρκία και το Πακιστάν μεσολάβησαν παρασκηνιακά, με το Πακιστάν να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ από την αμερικανική πλευρά τις επαφές χειρίστηκαν οι Γουίτκοφ και Κούσνερ. Ισραηλινοί αξιωματούχοι εκτίμησαν ότι την ιρανική πλευρά ενδέχεται να εκπροσώπησε ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, ανώτερη πολιτική προσωπικότητα με στενούς δεσμούς με το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, το οποίο ασκεί σημαντική επιρροή.

Ωστόσο, Ιρανοί αξιωματούχοι και διπλωματικές αποστολές απέρριψαν τους ισχυρισμούς, δηλώνοντας ότι δεν βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις. Η ιρανική πρεσβεία στη Νότια Αφρική ανέφερε στις 23 Μαρτίου μέσω κοινωνικών δικτύων ότι δεν είχαν γίνει συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι η θέση της χώρας για τα Στενά του Ορμούζ παραμένει αμετάβλητη.

Και ο Γκαλιμπάφ δήλωσε σε ανάρτησή του στο X ότι δεν είχαν πραγματοποιηθεί διαπραγματεύσεις, χαρακτηρίζοντας τις δηλώσεις του Τραμπ ψευδείς, που έχουν στόχο τη χειραγώγηση των αγορών και την απεμπλοκή από το αδιέξοδο στο οποίο έχουν παγιδευτεί οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.

Παρά τις αντικρουόμενες εκτιμήσεις, οι αγορές αντέδρασαν άμεσα, με τις τιμές του πετρελαίου να υποχωρούν και τις μετοχές να ενισχύονται λόγω προσδοκιών αποκλιμάκωσης.

Οι αγορές ενισχύονται 

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social τη Δευτέρα, ο Τραμπ ανέφερε ότι είχαν πραγματοποιηθεί «πολύ καλές και παραγωγικές συνομιλίες» με στόχο τον «πλήρη και οριστικό τερματισμό» των εχθροπραξιών και ότι οι διαπραγματεύσεις θα συνεχίζονταν καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας. Παράλληλα, γνωστοποίησε ότι έδωσε εντολή στο υπουργείο Πολέμου να αναβάλει για πέντε ημέρες τα προγραμματισμένα πλήγματα σε ιρανικές ενεργειακές υποδομές, υπό την προϋπόθεση ότι θα παραγματοποιηθεί πρόοδος στις συνομιλίες.

Η ανακοίνωση προκάλεσε έντονες κινήσεις στις διεθνείς αγορές, με τις τιμές του πετρελαίου να υποχωρούν, τις μετοχές να ενισχύονται και τις αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων να μειώνονται, καθώς οι επενδυτές εκτίμησαν χαμηλότερο κίνδυνο κλιμάκωσης. Το Brent σημείωσε πτώση άνω του 8% στα ~101 δολάρια/βαρέλι έως τις 11:50 π.μ. ώρα Ανατολικής Ακτής, ενώ το West Texas Intermediate υποχώρησε κατά ~8% στα 90 δολάρια/βαρέλι, έχοντας προηγουμένως καταγράψει πτώση σχεδόν 11% πριν περιορίσει τις απώλειες.

Οι αμερικανικές μετοχές κινήθηκαν ανοδικά, με τον Dow Jones Industrial Average να ενισχύεται πάνω από 1.200 μονάδες στο υψηλό της συνεδρίασης πριν περιορίσει τα κέρδη του, ενώ και οι δείκτες Nasdaq Composite και S&P 500 κατέγραψαν ισχυρή άνοδο πριν επιστρέψουν μέρος των κερδών τους. Οι αποδόσεις των ομολόγων υποχώρησαν, με το 10ετές κάτω από το 3,8% και το 30ετές γύρω στο 4,94%.

Ο Τραμπ ανέφερε στο Fox Business ότι συνομιλίες με τη συμμετοχή των Γουίτκοφ και Κούσνερ πραγματοποιήθηκαν το βράδυ της Κυριακής και άφησε να εννοηθεί ότι συμφωνία θα μπορούσε να επιτευχθεί εντός πέντε ημερών. Η διπλωματική αυτή κινητικότητα ακολούθησε τελεσίγραφο 48 ωρών που είχε θέσει το σαββατοκύριακο, απαιτώντας από το Ιράν να ανοίξει πλήρως τα Στενά του Ορμούζ.

Η Τεχεράνη απειλεί με αντίποινα

Παρά τα φερόμενα διπλωματικά ανοίγματα, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίστηκαν. Ο ισραηλινός στρατός ανακοίνωσε νέο κύμα πληγμάτων κατά υποδομών στην Τεχεράνη, αναφέροντας σε ανάρτηση στο X ότι ξεκίνησαν επιθέσεις κατά υποδομών του ιρανικού καθεστώτος, ενώ η ισραηλινή αεροπορία επιβεβαίωσε επιπλέον επιχειρήσεις.

Το Ιράν προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε επίθεση των ΗΠΑ ή του Ισραήλ σε ενεργειακές του εγκαταστάσεις θα προκαλέσει εκτεταμένα αντίποινα. Το σαββατοκύριακο, ο πρόεδρος του κοινοβουλίου δήλωσε ότι ιρανικές δυνάμεις θα στοχεύσουν ενεργειακές εγκαταστάσεις σε ολόκληρη την περιοχή εάν πληγούν ιρανικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής, προειδοποιώντας ότι θα τις καταστρέψουν ανεπανόρθωτα.

Παράλληλα, απείλησε χρηματοπιστωτικές οντότητες που συνδέονται με τη χρηματοδότηση της αμερικανικής κυβέρνησης, αναφέροντας ότι τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα είναι «ποτισμένα με το αίμα των Ιρανών» και ότι η αγορά τους ισοδυναμεί με πλήγμα κατά των ίδιων των αγοραστών και των περιουσιακών τους στοιχείων.

Το Ιράν προειδοποίησε επίσης ότι ενδεχόμενη χερσαία εισβολή θα οδηγήσει στον αποκλεισμό ολόκληρου του Περσικού Κόλπου με ναυτικές νάρκες και όχι μόνο των Στενών του Ορμούζ. Η έντονη ρητορική ενισχύει τους φόβους για περαιτέρω διεύρυνση της σύγκρουσης, με πιθανή εμπλοκή περισσότερων χωρών και επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.

Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ: Παραίτηση κορυφαίου στελέχους μετά το σκάνδαλο Έπσταϊν

Την παραίτησή του από τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) ανακοίνωσε στις 26 Φεβρουαρίου ο Μπόργκ Μπρέντε, έπειτα από την εντεινόμενη πίεση που δέχθηκε εξαιτίας των αποκάλυψεων για τις επαφές του με τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα Τζέφρι Έπσταϊν.

Ο Μπρέντε, πρώην υπουργός Εξωτερικών της Νορβηγίας και επικεφαλής του Φόρουμ από το 2017, δήλωσε: «Είμαι ευγνώμων για την εξαιρετική συνεργασία με τους συναδέλφους, τους εταίρους και τους συνομιλητές μου, και θεωρώ ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή το Φόρουμ να συνεχίσει το σημαντικό του έργο χωρίς περισπασμούς». Ο ίδιος δεν αναφέρθηκε άμεσα στον Έπσταϊν.

Η παραίτηση ήρθε ως απότοκος της δημοσιοποίησης, από το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, περισσότερων από 3 εκατομμύρια εγγράφων που αφορούν τον Έπσταϊν, συμπεριλαμβανομένων emails και αλληλογραφίας με εξέχουσες προσωπικότητες της πολιτικής, της ακαδημαϊκής κοινότητας, των οικονομικών και της φιλανθρωπίας. Τα έγγραφα έδειξαν ότι ο Μπρέντε επικοινώνησε με τον Έπσταϊν το 2018 και το 2019, κανονίζοντας συνάντηση στην κατοικία του τελευταίου στη Νέα Υόρκη τον Ιούνιο του 2019.

Τα emails αποκάλυψαν επαφές στο Νταβός και προτάσεις για νέες συναντήσεις. Σε ανταλλαγή μηνυμάτων τον Σεπτέμβριο του 2018, ο Μπρέντε ανέφερε ότι ελπίζει να δει τον Έπσταϊν στο επόμενο πέρασμά του από το Νταβός, με τον Έπσταϊν να απαντά: «Πιστεύω ότι το WEF μπορεί πραγματικά να αντικαταστήσει τον ΟΗΕ ως φόρουμ διεθνούς συντονισμού σε τομείς όπως το κυβερνοχώρο, τα κρυπτονομίσματα και τη γενετική».

Σε άλλη επικοινωνία στα μέσα του 2019 με τη βοηθό του Έπσταϊν, Λέσλι Γκροφ, ο Μπρέντε επιβεβαίωσε συνάντηση στις 20:30, απαντώντας σχετικά με τις γαστρονομικές του προτιμήσεις: «Ανυπομονώ, σούσι θα ήταν εξαιρετικό».

Στις αρχές του μήνα, το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ είχε ξεκινήσει εσωτερικό έλεγχο για τη σχέση του Μπρέντε με τον Έπσταϊν, μετά τα στοιχεία που έδειχναν ότι είχαν γευματίσει αρκετές φορές μαζί και αντάλλαξαν μηνύματα. Ο Μπρέντε δήλωσε στη νορβηγική δημόσια τηλεόραση NRK ότι συνεργάζεται πλήρως με την έρευνα, υπογράμμισε πως οι σχέσεις του με τον Έπσταϊν κινήθηκαν αποκλειστικά σε επαγγελματικό πλαίσιο και τόνισε ότι δεν γνώριζε το ποινικό παρελθόν του Έπσταϊν κατά τη διάρκεια των συναντήσεών τους.

Σε ανακοίνωσή τους μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, οι συμπρόεδροι του Φόρουμ Αντρέ Χόφμαν και Λάρι Φινκ σημείωσαν ότι η ανεξάρτητη έρευνα που διενεργήθηκε από εξωτερικό νομικό σύμβουλο έχει ολοκληρωθεί, επισημαίνοντας: «Τα ευρήματα δεν ανέδειξαν πρόσθετες ανησυχίες πέραν όσων είχαν ήδη γνωστοποιηθεί». Προανήγγειλαν επίσης ότι προσωρινός πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αναλαμβάνει ο Άλοϊς Ζβίνγκε, έως ότου καθοριστούν τα επόμενα βήματα του οργανισμού.

Διευρύνεται το «κύμα» παραιτήσεων λόγω Έπσταϊν

Ο Έπσταϊν είχε καταδικαστεί το 2008 για προώθηση πορνείας και διευκόλυνση ανηλίκων στην πορνεία, εκτίοντας ποινή 18 μηνών φυλάκισης και αποφυλακίστηκε το 2009. Συνελήφθη εκ νέου τον Ιούλιο του 2019 με ομοσπονδιακές κατηγορίες για εμπορία σεξουαλικής εκμετάλλευσης και πέθανε στη φυλακή τον επόμενο μήνα εν αναμονή της δίκης, με το περιστατικό να αποδίδεται επισήμως σε αυτοκτονία.

Τα νέα έγγραφα του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης ρίχνουν φως και στις προσπάθειες του Έπσταϊν να αποκτήσει επιρροή σε διεθνείς διασκέψεις υψηλού κύρους. Emails αποκαλύπτουν ότι προ και μετά την καταδίκη του το 2008, ο Έπσταϊν πρότεινε επανειλημμένα να διευκολύνει γνωστούς του στις εργασίες του Νταβός, αποκαλώντας μάλιστα τον εαυτό του «θυρωρός του Νταβός» φροντίζοντας για διαμονή ή για γνωριμίες με κρατικούς αξιωματούχους και επιχειρηματίες.

Ο Μπρέντε συγκαταλέγεται πλέον στην ολοένα και μεγαλύτερη λίστα προσωπικοτήτων που αποχωρούν από θέσεις ηγεσίας λόγω της πίεσης για παλαιότερες σχέσεις τους με τον Έπσταϊν. Την ίδια εβδομάδα, ο Ρίτσαρντ Άξελ, νομπελίστας και συμπρόεδρος του Ινστιτούτου Zuckerman Mind-Brain Behavior του Πανεπιστημίου Κολούμπια, παραιτήθηκε αφού αποκαλύφθηκε πολυετής επικοινωνία του με τον Έπσταϊν, χαρακτηρίζοντας ο ίδιος τη σχέση «σοβαρό σφάλμα κρίσης» και ζητώντας συγγνώμη για την απώλεια εμπιστοσύνης.

Στα ηχηρά ονόματα που ενεπλάκησαν σε παρόμοια υπόθεση περιλαμβάνονται επίσης η Κάθριν Ρούμλερ, νομική σύμβουλος της Goldman Sachs, και ο Τόμας Πρίτσκερ, εκτελεστικός πρόεδρος της Hyatt Hotels. Παραίτηση υπέβαλε και ο πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, Λάρι Σάμερς, μετά την επαναφορά του ενδιαφέροντος για τις επαφές του με τον Έπσταϊν.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο πρώην πρέσβης στις ΗΠΑ, Πίτερ Μάντελσον, συνελήφθη με την υποψία για παράπτωμα ενώ ασκούσε δημόσιο λειτούργημα, στο πλαίσιο ερευνών που σχετίζονται με τα καινούργια έγγραφα, και αφέθηκε στη συνέχεια ελεύθερος με εγγύηση.

Ο Άντριου Μαουντμπάτεν-Ουίνδσορ, γνωστός προηγουμένως ως πρίγκιπας Άντριου, βρίσκεται επίσης εκ νέου αντιμέτωπος με νομικές διαδικασίες εξ αιτίας των δεσμών του με τον Έπσταϊν.

Διεθνές Νομισματικό Ταμείο: Οι κρατικές επιδοτήσεις της Κίνας επιβαρύνουν την παγκόσμια οικονομία

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) άσκησε έντονη κριτική στο μοντέλο ανάπτυξης με κρατική καθοδήγηση της Κίνας, προειδοποιώντας ότι οι βαριές βιομηχανικές επιδοτήσεις, οι επενδύσεις που χρηματοδοτούνται με χρέος και η ασθενής εγχώρια ζήτηση στρεβλώνουν την οικονομία στο εσωτερικό και προκαλούν επιζήμιες επιπτώσεις στο εξωτερικό.

Σε έκθεση στις 18 Φεβρουαρίου, μετά την ολοκλήρωση της πιο πρόσφατης αξιολόγησης του ΔΝΤ στο πλαίσιο του Άρθρου IV για την Κίνα και τις οικονομικές της πολιτικές, αναλυτές του Ταμείου εκτίμησαν ότι το Πεκίνο, έως το 2023, δαπανούσε περίπου το 4% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) για να επιδοτεί βασικούς κλάδους και ότι το ποσοστό αυτό παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερό τα τελευταία χρόνια. Η έκθεση ανέφερε ότι οι βιομηχανικές πολιτικές της Κίνας δημιουργούν διεθνείς επιπτώσεις και πιέσεις, ενώ σημείωσε επίσης ότι υπάρχει έλλειψη επίσημων πληροφοριών για την κλίμακα της στήριξης μέσω βιομηχανικής πολιτικής.

Το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, επικαλούμενο μελέτη του 2025, εκτίμησε ότι «τομείς προτεραιότητας», κυρίως στην υψηλής τεχνολογίας μεταποίηση, λαμβάνουν σημαντικές επιδοτήσεις με τη μορφή κρατικών επιχορηγήσεων, φορολογικών ελαφρύνσεων, φθηνότερου δανεισμού και επιδοτούμενης γης από το κράτος.

Το ΔΝΤ συνέστησε η Κίνα να περιορίσει αυτό που χαρακτήρισε «αδικαιολόγητη στήριξη βιομηχανικής πολιτικής», υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα μείωνε το δημοσιονομικό κόστος, θα βελτίωνε την παραγωγικότητα και θα περιόριζε τις εξωτερικές ανισορροπίες. Ειδικότερα, ανέφερε ότι το Πεκίνο θα έπρεπε να μειώσει κατά το ήμισυ την κρατική στήριξη προς την εγχώρια βιομηχανία, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η αδύναμη εγχώρια ζήτηση έχει καταστήσει την Κίνα περισσότερο εξαρτημένη από τις εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων ως πηγή ανάπτυξης.

Τα υψηλότερα καθαρά επίπεδα εξαγωγών έχουν οδηγήσει και στην εμφάνιση εξωτερικών ανισορροπιών, με δυσμενείς επιπτώσεις για τους εμπορικούς εταίρους, και ότι το μεγάλο μέγεθος της κινεζικής οικονομίας και η εντεινόμενη παγκόσμια εμπορική ένταση καθιστούν τη στήριξη στην εξαγωγική δραστηριότητα λιγότερο βιώσιμη για τη διατήρηση ισχυρής ανάπτυξης στο μέλλον.

Ασκώντας κριτική στις κρατικοκαθοδηγούμενες και χρηματοδοτούμενες με χρέος επενδύσεις, καθώς και στην υπερβολική στήριξη μέσω βιομηχανικής πολιτικής, το ΔΝΤ ανέφερε ότι «υπέρτατη προτεραιότητα» θα έπρεπε να είναι η μετάβαση της χώρας σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που στηρίζεται στην κατανάλωση και κάλεσε για μια «συνολική και πιο αποφασιστική ανταπόκριση» που θα συνδυάζει δημοσιονομική στήριξη με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Τόνισε ότι ένα τέτοιο πακέτο πολιτικών θα αντιμετώπιζε τις εσωτερικές ανισορροπίες της Κίνας και ταυτόχρονα θα μείωνε τις εξωτερικές ανισορροπίες.

Μεταξύ των ευρύτερων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που πρότεινε το ΔΝΤ περιλαμβάνονται η μείωση των επενδύσεων εκτός προϋπολογισμού μέσω οχημάτων χρηματοδότησης της τοπικής αυτοδιοίκησης και ο περιορισμός της συσσώρευσης χρέους. Χωρίς πιο αποφασιστικές μεταρρυθμίσεις, ανέφερε το Ταμείο, η Κίνα κινδυνεύει να αντιμετωπίσει βραδύτερη ανάπτυξη, επίμονο αποπληθωρισμό και αυξανόμενες χρηματοπιστωτικές ευπάθειες.

Αντιπαράθεση για το μέγεθος των ανισορροπιών

Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η εκτίμηση του ΔΝΤ ενδέχεται να υποτιμά την κλίμακα της στήριξης προς τις εγχώριες βιομηχανίες. Ο Μάικλ Πέττις (Michael Pettis), ανώτερος ερευνητής στο Carnegie Endowment for International Peace (Ίδρυμα Κάρνεγκι για τη Διεθνή Ειρήνη), ανέφερε ότι οι άμεσες επιδοτήσεις αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μέρος των ανισορροπιών που επηρεάζουν την κινεζική οικονομία.

Σε ανάρτησή του στις 19 Φεβρουαρίου στην πλατφόρμα X, ο Πέττις έγραψε ότι αυτή ήταν μια αρχή, αλλά οριακά, αναφερόμενος στη σύσταση του ΔΝΤ να μειώσει το Πεκίνο τις κρατικές επιδοτήσεις προς τους εγχώριους μεταποιητές κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Κατά τον Πέττις, η Κίνα δαπανά πολύ περισσότερο από το 4% του ΑΕΠ για να επιδοτεί κρίσιμους μεταποιητικούς τομείς, όχι μόνο μέσω άμεσων επιδοτήσεων της κεντρικής κυβέρνησης, αλλά και μέσω επιδοτήσεων των τοπικών αρχών και κυρίως μέσω έμμεσων επιδοτήσεων.

Εργαζόμενοι εργάζονται με ράβδους αλουμινίου σε εργοστάσιο στη Χουάιμπεϊ της Κίνας, στις 9 Φεβρουαρίου 2022. (STR/AFP μέσω Getty Images)

 

Ο Πέττις παρέπεμψε σε αυτό που περιέγραψε ως έμμεσες μεταβιβάσεις από τα νοικοκυριά προς τους παραγωγούς, μεταξύ των οποίων ένα νόμισμα που είναι υποτιμημένο. Οι σημαντικότερες από αυτές τις έμμεσες επιδοτήσεις είναι το υποτιμημένο νόμισμα, το χαμηλό κόστος χρηματοδότησης και διάφοροι περιορισμοί στην αγορά εργασίας, και οι τρεις περιπτώσεις συνιστούν μεταβιβάσεις από τα νοικοκυριά, ως καθαρούς εισαγωγείς, καθαρούς αποταμιευτές και εργαζομένους, προς τους μεταποιητές. Πρόσθεσε ότι η μείωση των επιδοτήσεων της κεντρικής κυβέρνησης κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες θα είχε περιορισμένο αντίκτυπο, αν παρέμεναν σε ισχύ οι ευρύτερες μακροοικονομικές ανισορροπίες.

Επικαλούμενος το πώς, όπως ανέφερε, θα το διατύπωνε ο Τζον Μέιναρντ Κέυνς ήδη από το 1944, ο Πέττις έγραψε ότι αυτό που έχει σημασία είναι οι ανισορροπίες που προκύπτουν, όχι τα επιμέρους συστατικά τους, και ότι μια σταδιακή προσέγγιση στις εμπορικές ανισορροπίες είναι χάσιμο χρόνου, ενώ μόνο μια συστημική προσέγγιση έχει νόημα.

Ερωτήματα για την πολιτική συναλλαγματικής ισοτιμίας

Η έκθεση του ΔΝΤ αναφέρθηκε επίσης στη δυναμική της συναλλαγματικής ισοτιμίας, σημειώνοντας ότι ο χαμηλός εγχώριος πληθωρισμός έχει συμβάλει στην πραγματική υποτίμηση του κινεζικού γουάν.

Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η προσέγγιση του ΔΝΤ ως προς τη διαχείριση της συναλλαγματικής ισοτιμίας από την Κίνα ήταν ελλιπής. Ο Μπραντ Σέτσερ (Brad Setser), ανώτερος ερευνητής στο Council on Foreign Relations (Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων), ανέφερε σε ανάρτηση στην πλατφόρμα X ότι η ανάλυση του ΔΝΤ δεν αντιμετώπισε επαρκώς τον ρόλο των κρατικών τραπεζών στις πράξεις συναλλάγματος ή το ενδεχόμενο έμμεσης παρέμβασης. Σε άλλο μήνυμα, πρόσθεσε ότι δεν είναι πειστικό να αγνοείται μια τέτοια έμμεση παρέμβαση.

Ο Σέτσερ ανέφερε ότι η Κίνα μπορεί και πράγματι στοχεύει τη συναλλαγματική της ισοτιμία και ότι το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της ενδέχεται να υποτιμάται τουλάχιστον κατά μία ποσοστιαία μονάδα, λόγω αλλαγών στη μεθοδολογία του ισοζυγίου πληρωμών που εισήχθησαν το 2022 και, όπως υποστήριξε, δεν αποτυπώνουν με ακρίβεια το επενδυτικό εισόδημα.

Εργαζόμενος επιθεωρεί ημιαγωγούς σε εργοστάσιο στο Μπιντζού, στην επαρχία Σαντόνγκ της Κίνας, στις 15 Ιανουαρίου 2025. (STR/AFP μέσω Getty Images)

 

Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ δεν έχει χαρακτηρίσει την Κίνα ως χειραγωγό νομίσματος, αλλά έχει εκφράσει ανησυχίες για την έλλειψη διαφάνειας στις πολιτικές του Πεκίνου για τη συναλλαγματική ισοτιμία. Στην πιο πρόσφατη έκθεσή του για τις πολιτικές συναλλάγματος, το υπουργείο ανέφερε ότι η Κίνα ξεχωρίζει μεταξύ των μεγάλων εμπορικών εταίρων λόγω της έλλειψης σαφήνειας στις νομισματικές πρακτικές και σημείωσε ότι το γουάν φαίνεται σημαντικά υποτιμημένο σε σχέση με τα θεμελιώδη μεγέθη.

Ανέφερε επίσης, σε δήλωση που δόθηκε στη δημοσιότητα μαζί με την έκθεση, ότι δεδομένων των εξαιρετικά μεγάλων και αυξανόμενων εξωτερικών πλεονασμάτων της Κίνας και της σημαντικά υποτιμημένης συναλλαγματικής ισοτιμίας της, είναι σημαντικό οι κινεζικές αρχές να επιτρέψουν στη συναλλαγματική ισοτιμία του γουάν να ενισχυθεί έγκαιρα και με ομαλό τρόπο, σύμφωνα με τις πιέσεις της αγοράς και τα μακροοικονομικά θεμελιώδη μεγέθη.

Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ έχει τοποθετήσει την Κίνα στη λίστα παρακολούθησης των μεγάλων εμπορικών εταίρων, των οποίων οι νομισματικές πρακτικές και οι μακροοικονομικές πολιτικές πρέπει να εξετάζονται στενά.

Η ΕΚΤ ενισχύει τον παγκόσμιο ρόλο του ευρώ με διευρυμένη γραμμή ρευστότητας

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ανοίγει τον μηχανισμό στήριξης χρηματοδότησης σε ευρώ σε σχεδόν όλες τις ξένες κεντρικές τράπεζες, επιδιώκοντας να ενισχύσει τον παγκόσμιο ρόλο του ενιαίου νομίσματος, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις και ο οικονομικός κατακερματισμός αναδιαμορφώνουν το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η ΕΚΤ ανακοίνωσε στις 14 Φεβρουαρίου ότι το Διοικητικό Συμβούλιό της αποφάσισε να επεκτείνει και να θεσμοθετήσει την πρόσβαση στη διευκόλυνση δανεισμού σε ευρώ που βασίζεται σε συμφωνίες επαναγοράς για κεντρικές τράπεζες εκτός ζώνης του ευρώ, παρέχοντας πρόσβαση σε ευρύ φάσμα χωρών, εκτός αν αποκλείονται για λόγους όπως νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή διεθνείς κυρώσεις.

Η ΕΚΤ ανέφερε σε ανακοίνωσή της ότι οι αλλαγές αυτές αποσκοπούν στο να καταστήσουν τη διευκόλυνση πιο ευέλικτη, ευρύτερη ως προς τη γεωγραφική της εμβέλεια και πιο συναφή για τους παγκόσμιους κατόχους τίτλων σε ευρώ. Η κίνηση έχει σχεδιαστεί ώστε οι ξένες νομισματικές αρχές να μπορούν να αποκτούν γρήγορα ευρώ σε περιόδους πίεσης στις αγορές, μειώνοντας τον κίνδυνο ελλείψεων χρηματοδότησης στο εξωτερικό που θα μπορούσαν να μεταφερθούν πίσω στις χρηματοπιστωτικές αγορές της ζώνης του ευρώ και να περιπλέξουν τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ.

Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, δήλωσε σε ομιλία της στις 14 Φεβρουαρίου στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου στη Γερμανία ότι η διαθεσιμότητα ενός δανειστή έσχατης ανάγκης για κεντρικές τράπεζες σε όλο τον κόσμο ενισχύει την εμπιστοσύνη για επενδύσεις, δανεισμό και συναλλαγές σε ευρώ, με τη γνώση ότι θα υπάρχει πρόσβαση κατά τη διάρκεια διαταραχών στις αγορές, υπογραμμίζοντας τα οφέλη για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα από αυτή τη γραμμή στήριξης χρηματοδότησης σε ευρώ.

Ο ενισχυμένος μηχανισμός στήριξης χρηματοδότησης εντάσσεται στη ευρύτερη προσπάθεια της Λαγκάρντ να αξιοποιήσει αυτό που έχει χαρακτηρίσει ως μια πιθανή «παγκόσμια στιγμή του ευρώ», με τις αλλαγές στην εμπορική πολιτική των ΗΠΑ και την αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα να δημιουργούν ένα άνοιγμα ώστε το ενιαίο νόμισμα να διευρύνει τον διεθνή του ρόλο. Η Λαγκάρντ είχε δηλώσει τον Μάιο 2025 ότι το ευρώ θα μπορούσε να αναδειχθεί σε σοβαρή εναλλακτική του δολαρίου ΗΠΑ ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, υπό την προϋπόθεση ότι η Ένωση θα εμβαθύνει τη χρηματοπιστωτική και την αρχιτεκτονική ασφάλειάς της.

Κατά την ομιλία της στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, η Λαγκάρντ χαρακτήρισε την ενισχυμένη διευκόλυνση δανεισμού σε ευρώ της ΕΚΤ ως μέρος της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Ανέφερε ότι ενισχύει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, προσφέροντας στις κεντρικές τράπεζες εκτός ζώνης του ευρώ συνεχή πρόσβαση σε ρευστότητα σε ευρώ και όχι μόνο προσωρινές γραμμές. Πρόσθεσε επίσης ότι, παρέχοντας πρόσβαση στη γραμμή στήριξης χρηματοδότησης ως προεπιλογή, εκτός αν υπάρχει λόγος περιορισμού, ο διευρυμένος μηχανισμός επιταχύνει την παροχή ρευστότητας σε περιόδους πίεσης.

Η Λαγκάρντ δήλωσε ότι η διευκόλυνση αυτή ενισχύει επίσης τον ρόλο του ευρώ. Πρόσθεσε ότι, σε έναν κόσμο όπου οι εξαρτήσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν γίνει ευπάθειες ασφάλειας, η Ευρώπη πρέπει να αποτελεί πηγή σταθερότητας για την ίδια και για τους εταίρους της.

Το ενισχυμένο πλαίσιο θα τεθεί σε ισχύ στο τρίτο τρίμηνο 2026.

Από εργαλείο κρίσης σε μόνιμο μηχανισμό στήριξης

Η διευκόλυνση, επισήμως γνωστή ως διευκόλυνση συμφωνιών επαναγοράς του Ευρωσυστήματος για κεντρικές τράπεζες, ή EUREP, εισήχθη για πρώτη φορά το 2020, κατά την πανδημία COVID-19, ως έκτακτο μέτρο για την άμβλυνση των πιέσεων στην παγκόσμια χρηματοδότηση σε ευρώ.

Στο πλαίσιο της ρύθμισης, η ΕΚΤ παρέχει προσωρινή ρευστότητα σε ευρώ σε κεντρικές τράπεζες εκτός ζώνης του ευρώ έναντι υψηλής ποιότητας εξασφαλίσεων σε ευρώ μέσω συμφωνιών επαναγοράς. Σε τέτοιες συναλλαγές, μια ξένη κεντρική τράπεζα ενεχυριάζει επιλέξιμους τίτλους, συνήθως κρατικά ή υπερεθνικά ομόλογα υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης, σε αντάλλαγμα για ευρώ, συμφωνώντας να τους επαναγοράσει αργότερα.

Από την έναρξή της, η EUREP λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό ως προληπτικός μηχανισμός στήριξης, με τη πραγματική χρήση να παραμένει περιορισμένη. Αξιωματούχοι της ΕΚΤ έχουν δηλώσει ότι ένα κύμα αιτημάτων για γραμμές ρευστότητας σημειώθηκε γύρω στον Μάρτιο 2020, στο αποκορύφωμα των διαταραχών που σχετίζονταν με την πανδημία, ενώ ένα δεύτερο κύμα έφτασε στην ΕΚΤ μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022.

Μεταξύ των διδαγμάτων από αυτές τις κρίσεις είναι ότι, ακόμη και αν η αξιοποίηση της έκτακτης ρευστότητας είναι περιορισμένη, η απλή ύπαρξη τέτοιων γραμμών στήριξης μπορεί να ηρεμήσει τις αγορές, καθησυχάζοντας τους επενδυτές ότι η χρηματοδότηση σε ευρώ θα παραμείνει διαθέσιμη σε περιόδους πίεσης.

Τρεις ανώτεροι αξιωματούχοι της ΕΚΤ έγραψαν σε σημείωμά τους στις 29 Ιανουαρίου ότι, επιπλέον, οι γραμμές ρευστότητας εμποδίζουν τις ελλείψεις ρευστότητας σε ευρώ να μετατραπούν σε κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ανέφεραν ότι παρέχουν μια πηγή στήριξης για δανεισμό σε ευρώ, η οποία περιορίζει το περιθώριο ανοδικών πιέσεων στα επιτόκια της αγοράς χρήματος σε ευρώ και αφαιρεί τα κίνητρα για μαζικές πωλήσεις τίτλων σε ευρώ από ξένους επενδυτές.

Η απόφαση της ΕΚΤ μετέτρεψε τη διευκόλυνση EUREP σε ένα πιο μόνιμο και παγκοσμίως προσβάσιμο εργαλείο, με στόχο, όπως αναφέρουν αξιωματούχοι, ένα πιο αποτελεσματικό και ευέλικτο σύστημα που καθιστά τη ζώνη του ευρώ πιο ανθεκτική σε κραδασμούς.

Η διευκόλυνση θα συνεχίσει να λειτουργεί παράλληλα με τις υφιστάμενες διμερείς γραμμές ανταλλαγής νομισμάτων της ΕΚΤ, οι οποίες παραμένουν αμετάβλητες. Ενώ οι γραμμές ανταλλαγής νομισμάτων περιλαμβάνουν ανταλλαγές νομισμάτων μεταξύ κεντρικών τραπεζών, η διευκόλυνση συμφωνιών επαναγοράς παρέχει ευρώ έναντι εξασφαλίσεων χωρίς αμοιβαία πρόσβαση σε νόμισμα.

Ρούμπιο: ΗΠΑ και Ευρώπη «ανήκουν μαζί» — Καλεί σε ευθυγράμμιση με το όραμα Τραμπ για τη Δύση

Σε μήνυμά του προς τους Ευρωπαίους ηγέτες στις 14 Φεβρουαρίου, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, διαβεβαίωσε ότι η Ουάσιγκτον δεν εγκαταλείπει τη διατλαντική συμμαχία, ζητώντας ωστόσο ένα νέο ξεκίνημα που να συνάδει με το όραμα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για εθνική αναγέννηση, αυστηρότερους ελέγχους στα σύνορα και επιστροφή στη βιομηχανική και στρατιωτική ισχύ.

Μιλώντας στο ετήσιο Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου, ο Ρούμπιο επιχείρησε να καθησυχάσει τις κυβερνήσεις που έχουν θορυβηθεί από ένα έτος εντάσεων σε θέματα εμπορίου, αμυντικών δαπανών και δημόσιας αμερικανικής κριτικής προς το ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, κατέστησε σαφές ότι η αμερικανική δέσμευση εξαρτάται πλέον από αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε ως «ευρύτερη αναγέννηση», καλώντας την Ευρώπη να ενισχύσει τις άμυνές της και να επανεκτιμήσει τις πολιτικές της για τη μετανάστευση, το κλίμα και την οικονομική παγκοσμιοποίηση.

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θα αναλάβουν εκ νέου το έργο της ανανέωσης και αποκατάστασης. Καθοδηγούμαστε από το όραμα ενός μέλλοντος τόσο υπερήφανου, κυρίαρχου και ζωντανού όσο και το παρελθόν του πολιτισμού μας. Είμαστε έτοιμοι, αν χρειαστεί, να πορευτούμε μόνοι, αλλά προτιμούμε και ελπίζουμε να το κάνουμε μαζί με εσάς, τους φίλους μας στην Ευρώπη· οι ΗΠΑ και η Ευρώπη ανήκουν μαζί», τόνισε ο Ρούμπιο.

Τοποθετήσεις με διπλό μήνυμα: προειδοποίηση και πρόσκληση

Η παρέμβαση του Ρούμπιο λειτούργησε ως προειδοποίηση αλλά και κάλεσμα, αναγνωρίζοντας λάθη που έγιναν και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού τις δεκαετίες που ακολούθησαν τον Ψυχρό Πόλεμο, και επισημαίνοντας την κοινή ευθύνη να διορθωθεί η πορεία — μία σαφής κριτική στη μεταψυχροπολεμική τάξη πραγμάτων. Αν και επέκρινε σκληρά τις επιλογές εκείνης της περιόδου, δεν παρέλειψε να αναγνωρίσει πως συνέβαλε ώστε οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους να αποκρούσουν τη σοβιετική επιθετικότητα, επιτυγχάνοντας αργότερα συλλογική νίκη και ευημερία.

«Ακόμη και όταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν νωπός στη μνήμη Αμερικανών και Ευρωπαίων, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια νέα, παγκόσμια καταστροφή, ικανή να επιφέρει ολέθρια και τελεσίδικη καταστροφή άνευ προηγουμένου στην ιστορία της ανθρωπότητας», υπογράμμισε.

Υπενθύμισε ακόμη ότι χιλιάδες χρόνια δυτικού πολιτισμού κρέμονταν από μια κλωστή, μπροστά στην απειλή μιας εξοπλισμένης με πυρηνικά, επεκτατικής και «σατανικής αυτοκρατορίας». Τελικά, σημείωσε, η ενότητα της διατλαντικής συμμαχίας νίκησε. Ωστόσο, όπως παρατήρησε, ακολούθησε μια επικίνδυνη αυταπάτη ότι «η ιστορία είχε τελειώσει», ότι κάθε χώρα θα γινόταν φιλελεύθερη δημοκρατία, πως οι οικονομικοί δεσμοί θα αντικαθιστούσαν τα εθνικά συμφέροντα και η παγκόσμια τάξη πραγμάτων θα έσπρωχνε την ανθρωπότητα σε μια εποχή χωρίς σύνορα.

«Ήταν μια ανόητη ιδέα, που υποτίμησε τη φύση του ανθρώπου και αγνόησε τα διδάγματα της μακραίωνης καταγεγραμμένης ιστορίας. Πληρώσαμε ακριβά αυτήν την αυταπάτη. Αγκαλιάσαμε το ελεύθερο και ανεμπόδιστο εμπόριο, ακόμη κι όταν άλλες χώρες προστάτευαν τις οικονομίες τους, επιδοτούσαν εταιρείες με στόχο να υποσκάψουν τις δικές μας, οδηγώντας στη συρρίκνωση της βιομηχανικής μας βάσης και στην απώλεια εκατομμυρίων θέσεων εργασίας της μεσαίας και εργατικής τάξης υπέρ του εξωτερικού, παραδίδοντας τον έλεγχο των κρίσιμων εφοδιαστικών αλυσίδων σε ανταγωνιστές και αντιπάλους», είπε.

Επέκρινε επίσης την υπέρμετρη διόγκωση του κοινωνικού κράτους εις βάρος της εθνικής άμυνας, επισημαίνοντας πως οι αντίπαλοι των ΗΠΑ αύξησαν κατά πολύ τις στρατιωτικές δαπάνες και δεν δίστασαν να καταφύγουν στη σκληρή ισχύ για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους. «Η Δύση, αντίθετα, υιοθέτησε ενεργειακές πολιτικές που φτώχυναν τους πολίτες της για να ικανοποιήσει μια ‘θρησκεία του κλίματος’, ενώ οι ανταγωνιστές συνέχισαν να εκμεταλλεύονται τους ορυκτούς πόρους, αποκτώντας επιρροή στις δυτικές οικονομίες».

Έντονη ήταν και η κριτική του στην πολιτική μαζικής μετανάστευσης, απορρίπτοντας την άποψη ότι ο αυστηρός έλεγχος των συνόρων ισοδυναμεί με μισαλλοδοξία ή ξενοφοβία. «Ο έλεγχος των εθνικών μας συνόρων δεν είναι έκφραση ξενοφοβίας ή μίσους», διαμήνυσε ο Ρούμπιο. «Είναι θεμελιώδης πράξη εθνικής κυριαρχίας και η αποτυχία να το κάνουμε αποτελεί όχι μόνο εγκατάλειψη βασικών μας υποχρεώσεων προς τον λαό μας, αλλά άμεση απειλή για τον κοινωνικό ιστό και την επιβίωση του πολιτισμού μας».

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ομιλίας του, ο Ρούμπιο τόνισε ότι Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες μοιράζονται την ευθύνη για στρατηγικά λάθη, καλώντας επανειλημμένα να γίνει η ανανέωση συλλογική προσπάθεια και όχι μεμονωμένη αμερικανική επιλογή.

Αν και ξεκαθάρισε ότι η Ουάσιγκτον είναι έτοιμη να δράσει αυτόνομα αν χρειαστεί, παρουσίασε την ατζέντα Τραμπ ως πρόσκληση για την Ευρώπη να συνταχθεί στην ανοικοδόμηση της δυτικής ισχύος. «Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη ανήκουν μαζί», επανέλαβε, περιγράφοντας τις ΗΠΑ ως «παιδί της Ευρώπης», σφυρηλατημένες από κοινή ιστορία, πίστη, πολιτισμό, θεσμούς και παραδόσεις.

Το κρίσιμο διακύβευμα για το μέλλον της συμμαχίας, επεσήμανε, δεν είναι απλώς οι αμυντικές δαπάνες ή η διάταξη δυνάμεων, αλλά το αν οι σύμμαχοι συμμερίζονται τη θεμελιώδη κατανόηση του ποια συμφέροντα υπερασπίζονται. «Οι στρατοί δεν πολεμούν για αφηρημένες ιδέες», είπε χαρακτηριστικά. «Πολεμούν για έναν λαό, για ένα έθνος· πολεμούν για έναν τρόπο ζωής. Αυτό υπερασπιζόμαστε: έναν μεγάλο πολιτισμό, με λόγους να είναι υπερήφανος για το παρελθόν του, με αυτοπεποίθηση για το μέλλον του και με στόχο να ελέγχει ο ίδιος το οικονομικό και πολιτικό του πεπρωμένο».

Ο Ρούμπιο υπογράμμισε την ανάγκη αναβίωσης της βιομηχανικής βάσης και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, καλώντας ΗΠΑ και Ευρώπη να οικοδομήσουν εκ νέου παραγωγική δυναμική, ασφαλείς εφοδιαστικές αλυσίδες και να περιορίσουν την εξάρτησή τους από ανταγωνιστές για κρίσιμες πρώτες ύλες και αγαθά. «Αυτό που επιδιώκουμε είναι μια ανανεωμένη συμμαχία, που δεν θα επιτρέψει ποτέ να υπονομευτεί, να περιοριστεί ή να υποταχθεί σε συστήματα πέρα από τον έλεγχό της».

Το Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου, διαγνωστικός δείκτης της διατλαντικής συνοχής, συνεχίζεται έως τις 15 Φεβρουαρίου, τη στιγμή που οι διοργανωτές του μιλούν για καμπή της διεθνούς τάξης, με εντεινόμενη αστάθεια και διαβρωμένες δομές σε όλο τον κόσμο.

Ο Ζελένσκι λέει ότι οι ΗΠΑ έδωσαν στην Ουκρανία και τη Ρωσία προθεσμία μέχρι τον Ιούνιο για να τερματίσουν τον πόλεμο

Ο Ουκρανός Πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε στις 6 Φεβρουαρίου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δώσει τόσο στην Ουκρανία όσο και στη Ρωσία προθεσμία μέχρι τον Ιούνιο για να καταλήξουν σε συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου που διαρκεί σχεδόν τέσσερα χρόνια, προσθέτοντας ότι η Ουάσιγκτον είναι πιθανό να αυξήσει την πίεση και στις δύο πλευρές εάν οι εχθροπραξίες συνεχιστούν πέρα από αυτό το σημείο.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Κίεβο, ο Ζελένσκι είπε ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι περιέγραψαν ένα χρονοδιάγραμμα που αποσκοπεί στη διασφάλιση του τερματισμού των εχθροπραξιών μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ εντείνει τις διπλωματικές προσπάθειες για τη διακοπή της μεγαλύτερης σύγκρουσης στην Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

«Οι Αμερικανοί προτείνουν στα μέρη να τερματίσουν τον πόλεμο μέχρι τις αρχές αυτού του καλοκαιριού», δήλωσε ο Ζελένσκι, σύμφωνα με παρατηρήσεις που ήταν υπό εμπάργκο μέχρι τις 7 Φεβρουαρίου. Πρόσθεσε ότι η Ουάσιγκτον θέλει «ένα σαφές χρονοδιάγραμμα όλων των γεγονότων» και πιθανότατα θα ασκήσει πίεση «ακριβώς σύμφωνα με αυτό το χρονοδιάγραμμα» εάν η πρόοδος σταματήσει.

Ο Ζελένσκι είπε ότι οι Αμερικανοί αξιωματούχοι κατέστησαν σαφές ότι σκοπεύουν να «κάνουν τα πάντα» για να φέρουν τον πόλεμο στο τέλος του μέχρι τον Ιούνιο. Δεν διευκρίνισε τι μορφή θα μπορούσε να πάρει η πίεση ή αν θα εφαρμοζόταν εξίσου στο Κίεβο και τη Μόσχα. Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε αμέσως σε αίτημα για σχολιασμό ή επιβεβαίωση.

Συνεχίζονται οι συνομιλίες υπό τη μεσολάβηση των ΗΠΑ

Τα σχόλια του Ζελένσκι έγιναν μετά τον τελευταίο γύρο τριμερών συνομιλιών υπό τη μεσολάβηση των ΗΠΑ στο Άμπου Ντάμπι, με τη συμμετοχή εκπροσώπων από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ουκρανία και τη Ρωσία. Όλες οι πλευρές περιέγραψαν τις συζητήσεις ως εποικοδομητικές και ανακοινώθηκε ανταλλαγή αιχμαλώτων μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, αλλά δεν επιτεύχθηκε κατάπαυση του πυρός ή πολιτική συμφωνία.

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους στις 6 Φεβρουαρίου στο Air Force One ότι «είχαμε πολύ, πολύ καλές συνομιλίες σήμερα, σχετικά με τη Ρωσία και την Ουκρανία», προσθέτοντας ότι «κάτι θα μπορούσε να συμβαίνει». Ο Τραμπ δεν παρείχε λεπτομέρειες για τις συζητήσεις ούτε ανέφερε αν είχε κοινοποιηθεί επίσημη προθεσμία στα εμπόλεμα μέρη.

Ο Ουκρανός Υπουργός Άμυνας Ρουστέμ Ουμέροφ δήλωσε ότι οι συνομιλίες της 4ης-5ης Φεβρουαρίου επικεντρώθηκαν στη δημιουργία συνθηκών για μια διαρκή ειρήνη και περιλάμβαναν συζητήσεις για την εφαρμογή κατάπαυσης του πυρός και μηχανισμούς παρακολούθησης. «Η Ουκρανία εκφράζει την ευγνωμοσύνη της στον Ντόναλντ Τραμπ για την ηγεσία του στην προώθηση των προσπαθειών που αποσκοπούν στον τερματισμό του πολέμου», δήλωσε ο Ουμέροφ.

Ο Ρώσος προεδρικός εκπρόσωπος και επικεφαλής του Ρωσικού Ταμείου Άμεσων Επενδύσεων Κίριλ Ντμίτριεφ, ο οποίος ήταν παρών στις συνομιλίες, ανέφερε ότι υπήρξε «καλή, θετική κίνηση προς τα εμπρός» στις διαπραγματεύσεις. «Όπως γνωρίζετε, συνεργαζόμαστε ενεργά με την κυβέρνηση Τραμπ για την αποκατάσταση των οικονομικών σχέσεων Ρωσίας-ΗΠΑ», δήλωσε σύμφωνα με το πρακτορείο TASS. Οι αντιπροσωπείες συμφώνησαν σε αμοιβαία ανταλλαγή 157 αιχμαλώτων πολέμου η καθεμία και δήλωσαν ότι οι συνομιλίες θα συνεχιστούν τις επόμενες εβδομάδες.

Ο Ζελένσκι δήλωσε στις 6 Φεβρουαρίου ότι έλαβε μια αρχική αναφορά από τη διαπραγματευτική ομάδα της Ουκρανίας και αναμένει πλήρη ενημέρωση αυτοπροσώπως στο Κίεβο. «Προγραμματίζονται περαιτέρω συναντήσεις στο εγγύς μέλλον, πιθανότατα στις Ηνωμένες Πολιτείες», είπε, προσθέτοντας ότι η Ουκρανία παραμένει ανοιχτή σε «όλες τις εφαρμόσιμες μορφές» που θα μπορούσαν να φέρουν την ειρήνη πιο κοντά. Είπε ότι οποιαδήποτε διευθέτηση πρέπει να διασφαλίζει ότι η Ρωσία «δεν έχει όρεξη να συνεχίσει τον πόλεμο» και δεν λαμβάνει «καμία ανταμοιβή για την επιθετικότητά της».

Παρά την ανανεωμένη διπλωματία, η Μόσχα και το Κίεβο παραμένουν σε μεγάλη απόσταση σε βασικά ζητήματα. Η Ρωσία επιμένει στην απόσυρση της Ουκρανίας από την ανατολική βιομηχανική περιοχή του Ντονμπάς, ενώ η Ουκρανία ελέγχει ακόμη περίπου το 20% της περιοχής του Ντονέτσκ και απορρίπτει τα αιτήματα παραχώρησης εδάφους.

Η διπλωματική ώθηση έρχεται καθώς η Ρωσία συνεχίζει να εντείνει τις επιθέσεις στις ουκρανικές ενεργειακές υποδομές. Κατά τη διάρκεια της νύχτας προς τις 7 Φεβρουαρίου, η Ρωσία εξαπέλυσε μια αεροπορική επίθεση μεγάλης κλίμακας με περισσότερα από 400 drones και περίπου 40 πυραύλους, στοχεύοντας εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας.

Ανησυχίες και κινήσεις ευρωπαϊκών ταμείων απέναντι στα αμερικανικά ομόλογα

Αυξάνεται η επιφυλακτικότητα των μεγάλων ευρωπαϊκών συνταξιοδοτικών ταμείων απέναντι σε αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία, καθώς εντείνονται οι γεωπολιτικές εντάσεις και μεγαλώνουν οι ανησυχίες για τα δημοσιονομικά των Ηνωμένων Πολιτειών, σύμφωνα με στελέχη του κλάδου. Η διοίκηση Τραμπ, πάντως, απέρριψε τις εικασίες ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να ξεφορτωθεί αμερικανικά ομόλογα λόγω της αμερικανικής πίεσης για την απόκτηση της Γροιλανδίας.

Στελέχη ταμείων από τη Φινλανδία, τη Σουηδία και τη Δανία αναφέρουν ότι η αβεβαιότητα σχετικά με την αμερικανική εξωτερική πολιτική, σε συνδυασμό με την ανησυχία για το επίπεδο του αμερικανικού χρέους, έχουν αυξήσει το ρίσκο που συνδέεται με αμερικανικά ενεργητικά, ασκώντας πιέσεις στο δολάριο και ενισχύοντας τη μεταβλητότητα στις αγορές ομολόγων.

«Γίνονται πολλές συζητήσεις για το κατά πόσο ήρθε η ώρα να απομακρυνθούμε από αμερικανικά ενεργητικά», δηλώνει ο Μπεν Λορντ, επικεφαλής στρατηγικής σταθερού εισοδήματος και συναλλάγματος στη Russell Investments. «Περίπου το 50% των πελατών μας, ιδιαίτερα από τη Σκανδιναβία και τις Κάτω Χώρες, εξετάζουν αν πρέπει να προβούν σε κινήσεις», συμπληρώνει. Η Russell, με έδρα το Σηάτλ, συμβουλεύει πελάτες με κεφάλαια ύψους 1,6 τρισ. δολαρίων και διαχειρίζεται άμεσα 636 δισ. δολάρια.

Επανεξέταση αμερικανικής έκθεσης

Η σκανδιναβική περιοχή φιλοξενεί μερικά από τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά συνταξιοδοτικά ταμεία και η σπάνια δημόσια συζήτηση για την έκθεση στις ΗΠΑ σηματοδοτεί ένα ευρύτερο ερώτημα μεταξύ των θεσμικών επενδυτών — αν η μεγαλύτερη αγορά του κόσμου εξακολουθεί να αξίζει αυτόματη τοποθέτηση κεφαλαίων.

Οι αμερικανικές μετοχές διαπραγματεύονται κοντά σε ιστορικά υψηλά, ωστόσο η πολιτική αβεβαιότητα ασκεί πιέσεις στο δολάριο, το οποίο έχασε 10% έναντι μεγάλων νομισμάτων το προηγούμενο έτος εν μέσω εμπορικών δασμών και άλλων μέτρων. Η απόδοση του τριακονταετούς αμερικανικού ομολόγου ανέρχεται περίπου στο 4,83%, ενώ το δεκαετές ομόλογο κινείται γύρω στο 4,23%, με τάσεις ανόδου εντός της εβδομάδας, καθώς οι επενδυτές επιχειρούν να προσαρμοστούν στις δυναμικές των αγορών και τις γεωπολιτικές αναταράξεις.

Αυτή την εβδομάδα, τα ταμεία Alecta (Σουηδία) και Akademiker Pension (Δανία) ανακοίνωσαν πως προέβησαν ή επίκειται να προβούν σε πώληση αμερικανικών ομολόγων δημοσίου. Τα ταμεία διευκρίνισαν ότι οι κινήσεις αυτές δεν συνδέονται με τρέχοντα γεγονότα, ωστόσο η επιμονή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για απόκτηση της Γροιλανδίας αναζωπύρωσε σενάρια περί ευρωπαϊκής «οικονομικής αντεκδίκησης».

Η Alecta σημείωσε πως προχώρησε σε πωλήσεις κυρίως λόγω της αύξησης του σχετικού ρίσκου στα αμερικανικά ομόλογα και το δολάριο, ενώ η Akademiker Pension ανακοίνωσε επικείμενη ρευστοποίηση έως το τέλος του μήνα, επικαλούμενη την αδυναμία των αμερικανικών δημόσιων οικονομικών. Το σκανδιναβικό ταμείο υπογράμμισε πως δεν πρόκειται για πολιτική τοποθέτηση λόγω των τριβών Δανίας-ΗΠΑ για τη Γροιλανδία.

Κορυφαία στελέχη της βιομηχανίας τόνισαν ότι οι κινήσεις γίνονται με γνώμονα τη διαχείριση ρίσκου κι όχι την άσκηση πολιτικών πιέσεων. «Η όλη αναταραχή γεννά ερωτήματα για το μέγεθος της έκθεσης που οφείλουμε να έχουμε στις ΗΠΑ. Αυτό αξιολογούν επαγγελματικά τα μέλη μας», δήλωσε ο Τομ Βίλε Γένσεν, αναπληρωτής διευθυντής του Insurance and Pensions Denmark. «Δεν υπάρχει καμία ‘στρατιωτικοποίηση’ του κεφαλαίου. Δεν είναι ο ρόλος του κλάδου μας.»

Οι βλέψεις των ΗΠΑ για τον έλεγχο της Γροιλανδίας, με κίνητρο την εθνική ασφάλεια όπως διατείνεται ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, έχουν δημιουργήσει αρκετές εντάσεις με τους Ευρωπαίους συμμάχους, αφού έχουν αναφερθεί στρατιωτικά σενάρια και δασμολογικές απειλές προς τις χώρες που αντιστρατεύθηκαν την εξαγορά της νήσου, οι οποίες αποσύρθηκαν μετά από συνομιλία του Τραμπ με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε, με τον οποίο συμφωνήθηκε αορίστου χρόνου πρόσβαση των ΗΠΑ στη Γροιλανδία. Ο Τραμπ έκανε λόγο για περαιτέρω πρόοδο και συμμετοχή του ΝΑΤΟ στην ασφάλεια της Γροιλανδίας, ενώ Αμερικανοί αξιωματούχοι διέψευσαν κάθε σενάριο ευρωπαϊκής αντίδρασης μέσω πώλησης αμερικανικών ομολόγων.

Διαψεύδει ο Μπέσσεντ τα σενάρια αντίποινων

Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, φήμες περί ευρωπαϊκής αξιοποίησης των τεράστιων αμερικανικών διαθεσίμων της ως απάντηση στις αμερικανικές κινήσεις για τη Γροιλανδία δημιούργησαν αστάθεια στις αγορές. Αυτό οδήγησε τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ , να απορρίψει δημοσίως ως απολύτως αβάσιμα τα σενάρια ότι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα ρευστοποιήσουν τις αμερικανικές τοποθετήσεις τους. «Πρόκειται για ψευδές αφήγημα — δεν γίνεται καμία τέτοια συζήτηση στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις», δήλωσε ο Μπέσσεντ στο περιθώριο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός, στις 20 Ιανουαρίου.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, παρευρίσκεται στην 56η ετήσια συνάντηση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) στο Νταβός. Ελβετία, 20 Ιανουαρίου 2026. (Denis Balibouse/Reuters)

 

«Τα μέσα ενημέρωσης προσκολλήθηκαν σε αυτό, αλλά το αφήγημα είναι εντελώς λανθασμένο. Δεν έχει καμία λογική και το διαψεύδω ρητά», τόνισε. Χαρακτήρισε δε την αγορά αμερικανικών ομολόγων ύψους περίπου 30 τρισ. δολαρίων ως «άγκυρα» της παγκόσμιας ρευστότητας και τιμολόγησης και σημείωσε ότι «σε αυτά βασίζονται όλες οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές και είμαι βέβαιος ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να τα κρατούν», παροτρύνοντας τους συμμάχους να αγνοήσουν τα «υστερικά» δημοσιεύματα των ΜΜΕ.

Σε σχετική ερώτηση που δέχτηκε την επομένη για το κατά πόσον ανησυχεί για ενδεχόμενη μαζική πώληση αμερικανικών ομολόγων λόγω δασμών εναντίον Ευρωπαίων συμμάχων, ο Μπέσσεντ απάντησε κατηγορηματικά: «Δεν ανησυχώ καθόλου· ως υπουργός Οικονομικών παρακολουθώ τους πλειστηριασμούς των ομολόγων μας και καταγράφουμε ρεκόρ ξένων επενδύσεων.»

Οι Σκανδιναβοί επενδυτές επισημαίνουν ότι οι ΗΠΑ παραμένουν βασική αγορά, ακόμα κι αν η πολυπλοκότητα της πολιτικής σκηνής καθιστά δυσκολότερες τις επιλογές. Η Άννικα Έκμαν, εκτελεστική αντιπρόεδρος επενδύσεων της φινλανδικής Ilmarinen, η οποία διαχειρίζεται κεφάλαια άνω των 76 δισ. δολαρίων, τόνισε ότι «οι ΗΠΑ παραμένουν επενδύσιμες, αλλά έχει αυξηθεί το ασφάλιστρο ρίσκου».

Η Veritas, άλλος φινλανδικός ασφαλιστικός φορέας, ανακοίνωσε ότι δεν προχωρά σε αλλαγή πολιτικής, επεσήμανε όμως ως ρίσκο την αβεβαιότητα της αμερικανικής πολιτικής. «Όσο πιο απρόβλεπτη η πορεία τόσο δυσκολότερο το επενδυτικό περιβάλλον», σχολίασε η διευθύνουσα επενδύσεων της Veritas, Λάουρα Βίκστρεμ. Το σουηδικό ταμείο Folksam γνωστοποίησε ότι πούλησε αμερικανικά ομόλογα το 2024, μεταξύ άλλων για να μειωθεί ο κίνδυνος εν όψει εκλογών στις ΗΠΑ.

Άλλοι παράγοντες συστήνουν ψυχραιμία. «Γίνεται πολύς θόρυβος αυτή τη στιγμή, όμως προς το παρόν θεωρώ πως πρέπει να διατηρηθούμε ψύχραιμοι», δήλωσε ο Γιόνας Θούλιν, επικεφαλής επενδύσεων στο AP3, το τρίτο εθνικό συνταξιοδοτικό ταμείο της Σουηδίας, που διαχειρίζεται περί τα 61 δισ. δολάρια σε συνταξιοδοτικά assets.

Με πληροφορίες από το Reuters

Πλήρη πρόσβαση των ΗΠΑ στη Γροιλανδία χωρίς αντάλλαγμα θέλει ο Τραμπ

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε στις 22 Ιανουαρίου ότι οι ΗΠΑ διαπραγματεύονται συμφωνία για την εξασφάλιση πλήρους πρόσβασης στη Γροιλανδία, χωρίς καταβολή ανταλλάγματος και χωρίς χρονικούς περιορισμούς. Ο Τραμπ υπογράμμισε τη σημασία του ελέγχου της αρκτικής νήσου τόσο για την εθνική όσο και για τη διεθνή ασφάλεια των ΗΠΑ.

Σε συνέντευξή του στη Μαρία Μπαρτιρόμο του Fox News, ο Τραμπ ανέφερε: «Οι λεπτομέρειες της συμφωνίας οριστικοποιούνται ακόμη, αλλά επί της ουσίας, πρόκειται για πλήρη πρόσβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Γροιλανδία, χωρίς να απαιτείται καμία πληρωμή ή να τίθεται ζήτημα χρονικής διάρκειας. Δεν υπάρχει λήξη, δεν υπάρχει χρονικό όριο. Δεν κάνουμε συμφωνία για 99 χρόνια ή για 10 ή για οτιδήποτε άλλο».

Ο ίδιος τόνισε πως ο στόχος της συμφωνίας είναι η ευρεία στρατιωτική πρόσβαση των ΗΠΑ στη Γροιλανδία, ενώ επανέλαβε τα σχέδιά του για κατασκευή της αντιπυραυλικής ασπίδας «Golden Dome», η οποία θα κατασκευαστεί στις ΗΠΑ. Η ανακοίνωση αυτή ακολούθησε τη συνάντησή του με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε, στις 21 Ιανουαρίου, όπου συζητήθηκε η ασφάλεια στην Αρκτική και η ανάγκη αποτροπής ρωσικής και κινεζικής παρουσίας στη Γροιλανδία.

Εκπρόσωπος του ΝΑΤΟ δήλωσε: «Βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις μεταξύ των συμμάχων για την ενίσχυση της ασφάλειας στην Αρκτική, με πρωτοβουλία των επτά αρκτικών χωρών-μελών του ΝΑΤΟ». Η εκπρόσωπος Άλισον Χαρτ ανέφερε ότι πραγματοποιήθηκε μία εποικοδομητική συνάντηση με αντικείμενο τη στρατηγική σημασία της αρκτικής περιοχής για την ασφάλεια.

Συμπλήρωσε: «Οι λεπτομέρειες του σχεδίου παραμένουν ασαφείς και συνεχίζουν να διαπραγματεύονται. Οι συζητήσεις μεταξύ των συμμάχων του ΝΑΤΟ για το πλαίσιο που αναφέρθηκε ο πρόεδρος εστιάζουν στην ασφάλεια της Αρκτικής μέσω συλλογικής προσπάθειας, ιδιαίτερα των επτά αρκτικών κρατών-μελών».

Ο Ρούττε στήριξε την εστίαση Τραμπ στη ρωσική και κινέζικη δραστηριότητα στην Αρκτική και δήλωσε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός στις 21 Ιανουαρίου: «Όσον αφορά την Αρκτική, θεωρώ ότι ο πρόεδρος Τραμπ έχει δίκιο. Και οι άλλοι ηγέτες του ΝΑΤΟ έχουν δίκιο. Οφείλουμε να υπερασπιστούμε την Αρκτική», εκφράζοντας παράλληλα ανησυχία για τα νέα ναυτιλιακά περάσματα που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή.

Αργότερα, ο Τραμπ ανακοίνωσε μέσω του Truth Social μια επερχόμενη συμφωνία, χαρακτηρίζοντάς την επωφελή τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για τη συμμαχία του ΝΑΤΟ. «Αν αυτή η λύση ολοκληρωθεί, θα είναι εξαιρετική για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και όλα τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ», έγραψε.

Ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ο ειδικός απεσταλμένος Στηβ Γουίτκοφ έχουν αναλάβει να ολοκληρώσουν τις διαπραγματεύσεις τις προσεχείς εβδομάδες.

Αποσύρεται η απειλής των δασμών μετά την πρόοδο στη Γροιλανδία

Με αφορμή την πρόοδο στις διαπραγματεύσεις για τη Γροιλανδία, ο Τραμπ απέσυρε την προηγούμενη απειλή του για επιβολή νέων δασμών σε ευρωπαϊκές χώρες που αντιτάχθηκαν στον αμερικανικό έλεγχο του νησιού. Δήλωσε χαρακτηριστικά: «Με βάση αυτήν τη συμφωνία, δεν θα επιβάλλω τους δασμούς που είχαν προγραμματιστεί να τεθούν σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου».

Στο παρελθόν, ο Τραμπ είχε προειδοποιήσει με επιβολή δασμού 10% σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες — Δανία, Νορβηγία, Σουηδία, Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Κάτω Χώρες και Φινλανδία — που θα αυξανόταν σε 25% τον Ιούνιο αν δεν συμμορφώνονταν με τις απαιτήσεις του. Μέσα σε αυτό το κλίμα έντασης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανακοίνωσε το «πάγωμα» των διαπραγματεύσεων για εμπορική συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ, επικαλούμενο απειλή κυριαρχίας.

Ο Μπερντ Λάνγκε, πρόεδρος της επιτροπής διεθνούς εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ανέδειξε το ζήτημα, δηλώνοντας: «Με το να απειλούν την εδαφική ακεραιότητα και κυριαρχία κράτους-μέλους της ΕΕ και να χρησιμοποιούν δασμούς ως μέσο εξαναγκασμού, οι ΗΠΑ υπονομεύουν τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα των εμπορικών σχέσεων ΕΕ-ΗΠΑ».

Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αγοράσουν ή να αποκτήσουν τη Γροιλανδία για λόγους εθνικής ασφάλειας, έχοντας αναφέρει ακόμη και τη χρήση στρατιωτικής βίας, κάτι που διέψευσε όμως στις 21 Ιανουαρίου στο Νταβός: «Θα ήμασταν, ειλικρινά, ασταμάτητοι. Αλλά δεν θα το κάνω αυτό. Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσω βία. Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω βία. Δεν θα χρησιμοποιήσω βία».

Η Γροιλανδία, αυτόνομη περιοχή εντός του Βασιλείου της Δανίας, διαθέτει στρατηγική θέση σε κομβικές θαλάσσιες οδούς και πλούσια κοιτάσματα κρίσιμων ορυκτών. Ο Τραμπ διαβεβαίωσε ότι ο αμερικανικός έλεγχος «θα ενίσχυε σημαντικά» την ασφάλεια του ΝΑΤΟ.

Σύνδεσε τη στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας με το σχέδιό του για το αντιπυραυλικό σύστημα «Golden Dome», το οποίο αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία έως το 2029. «Αν υπάρξει πολεμική σύρραξη, μεγάλο μέρος θα εκτυλιχθεί σε αυτό το κομμάτι πάγου. Σκεφτείτε το, εκεί θα περνούν οι πύραυλοι, ακριβώς από το κέντρο», σημείωσε.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν σημαντική βάση στην Πιτούφικ της Γροιλανδίας, από όπου ελέγχουν μέσω ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης τυχόν εκτόξευση βαλλιστικών πυραύλων.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναστέλλει τη συμφωνία εμπορίου με ΗΠΑ λόγω Γροιλανδίας

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανέστειλε τις εργασίες του για τη νομοθεσία που απαιτείται για την εφαρμογή σημείων προγραμματισμένης εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών, εξαιτίας των απειλών του Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμών σε ευρωπαϊκές χώρες που αντιτίθενται στην απόπειρά του να αποκτήσει τη Γροιλανδία. Η Ευρωβουλή χαρακτήρισε τις κινήσεις αυτές ως επίθεση στην κυριαρχία των κρατών-μελών.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και μόνιμος εισηγητής για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, Μπερντ Λάνγκε, ανέφερε σε σχετική ανακοίνωση της 21ης Ιανουαρίου: «Οι νομοθέτες είχαν προετοιμαστεί να διαπραγματευτούν δύο βασικές νομοθετικές προτάσεις Turnberry με τις κυβερνήσεις της ΕΕ, όμως οι εργασίες θα ανασταλούν μέχρις ότου η Ουάσιγκτον εγκαταλείψει τις κλιμακούμενες απειλές και επιστρέψει στη συνεργασία. Απειλώντας την εδαφική ακεραιότητα και κυριαρχία κράτους-μέλους της ΕΕ και  χρησιμοποιώντας δασμολογικά μέτρα ως εργαλείο εξαναγκασμού, οι ΗΠΑ υπονομεύουν τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα των εμπορικών σχέσεων ΕΕ-ΗΠΑ.»

Η απόφαση συνδέεται με την προαναγγελία Τραμπ νέων δασμών σε αγαθά που προέρχονται από τις ευρωπαϊκές χώρες που αντιστρατεύονται τις αμερικανικές βλέψεις για τη Γροιλανδία, την οποία οι ΗΠΑ, όπως υποστηρίζει, χρειάζονται για λόγους εθνικής ασφαλείας.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες καταδίκασαν τις απειλές δασμών ως απαράδεκτες, επισημαίνοντας ότι παρακωλύουν τις εμπορικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, δήλωσε μετά από έκτακτη συνάντηση των ηγετών της ΕΕ στις 18 Ιανουαρίου: «Τα κράτη-μέλη συμφώνησαν ότι τέτοιοι δασμοί θα υπονόμευαν τις διατλαντικές σχέσεις και είναι ασύμβατοι με τη συμφωνία εμπορίου ΕΕ-ΗΠΑ. Είμαστε έτοιμοι να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας απέναντι σε κάθε μορφή εξαναγκασμού.»

Ο Λάνγκε αναφέρθηκε αναλυτικά στη συμφωνία Turnberry, σημειώνοντας ότι το πλαίσιο που συμφωνήθηκε πολιτικά τον Ιούλιο του 2025 και εξειδικεύτηκε περαιτέρω σε κοινή δήλωση τον Αύγουστο του ίδιου έτους, προέβλεπε αναστολή των δασμών για όλα τα βιομηχανικά προϊόντα των ΗΠΑ, καθώς και εγκαθίδρυση δασμολογικών ποσοστώσεων για αμερικανικά αγροδιατροφικά προϊόντα προς την Ευρώπη. Και οι δύο πλευρές χαρακτήρισαν τότε τη συμφωνία ως επανεκκίνηση της μεγαλύτερης διμερούς οικονομικής σχέσης στον κόσμο, συνολικής αξίας άνω των 1,6 τρισ. δολαρίων ετησίως.

«Όταν η κυριαρχία και η εδαφική μας ακεραιότητα διακυβεύονται — δεν μπορεί να γίνονται business as usual», υπογράμμισε ο Λάνγκε. Στο πλαίσιο του Turnberry, η ΕΕ είχε δεσμευτεί να αγοράσει αμερικανικά ενεργειακά προϊόντα αξίας 750 δισ. δολαρίων έως το 2028, όπως υγροποιημένο φυσικό αέριο, αργό πετρέλαιο και πυρηνικό καύσιμο.

Επιπλέον, η Ένωση σχεδίαζε να προμηθευτεί από τις ΗΠΑ τσιπ τεχνητής νοημοσύνης αξίας τουλάχιστον 40 δισ. δολάρια, να επενδύσει επιπλέον 600 δισ. δολάρια στην αμερικανική οικονομία και να ενισχύσει ουσιαστικά τις εισαγωγές αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού, προκειμένου να θωρακίσει τις διατλαντικές εφοδιαστικές αλυσίδες και να ενδυναμώσει τη διαλειτουργικότητα εντός του ΝΑΤΟ.

Ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ, Χάουαρντ Λούτνικ, είχε χαρακτηρίσει τη συμφωνία ιστορική: «Έφερε μια σημαντική νίκη για τους Αμερικανούς εργαζόμενους, τις αμερικανικές βιομηχανίες και την εθνική μας ασφάλεια. Η εμπορική ατζέντα ‘Πρώτα η Αμερική’ διασφάλισε τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο. Η λέξη δασμοί θα έπρεπε να είναι μία από τις αγαπημένες της Αμερικής». Ωστόσο, η εμπορική πρόοδος σκοντάφτει τώρα στη διαμάχη για τη Γροιλανδία.

Στις 17 Ιανουαρίου, ο Τραμπ δήλωσε μέσω της πλατφόρμας Truth Social: «Σκοπεύω να επιβάλω δασμό 10% στις εισαγωγές από τη Δανία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ολλανδία και τη Φινλανδία από την 1η Φεβρουαρίου και να αυξήσω το ποσοστό στο 25% την 1η Ιουνίου, έως ότου επιτευχθεί πλήρης συμφωνία για την ολοκληρωτική εξαγορά της Γροιλανδίας».

Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσιάζει το ζήτημα της Γροιλανδίας ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας, επικαλούμενος τη στρατηγική της θέση και τα φυσικά της αποθέματα, προσθέτοντας πως αν οι ΗΠΑ δεν δράσουν άμεσα, η Ρωσία και η Κίνα θα μπορούσαν να κερδίσουν έδαφος. «Διακυβεύεται η παγκόσμια ειρήνη», προειδοποίησε.

Οι ηγέτες της Ευρώπης καταδίκασαν τις απειλές δασμών ως εκβιαστικές. Μετά το έκτακτο συμβούλιο κορυφής, στην κοινή τους δήλωση υπογράμμισαν: «Οι απειλές του Τραμπ για δασμούς υπονομεύουν τις διατλαντικές σχέσεις και εγκυμονούν κίνδυνο αμοιβαίας κλιμάκωσης. Θα παραμείνουμε ενωμένοι και συντονισμένοι στην απάντησή μας. Δεσμευόμαστε να υπερασπιστούμε την κυριαρχία μας.»

Κατά την ομιλία του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας, στις 21 Ιανουαρίου, ο Τραμπ επανέλαβε την πρόθεση των ΗΠΑ να αποκτήσουν τη Γροιλανδία, αποκλείοντας ωστόσο τη χρήση στρατιωτικών μέσων. Υποστήριξε ότι ο αμερικανικός έλεγχος θα ενισχύσει ουσιαστικά την ασφάλεια του ΝΑΤΟ και αναφέρθηκε σε σχέδια εγκατάστασης στοιχείων αντιαεροπορικής ασπίδας στο νησί: «Αυτό το τεράστιο και απροστάτευτο νησί αποτελεί ουσιαστικά προέκταση της Βόρειας Αμερικής, στο βόρειο σύνορο της Δύσης. Είναι δικό μας έδαφος».

Με τη συμβολή του Ryan Morgan