Κυριακή, 30 Νοέ, 2025

Η Lukoil πουλά τα διεθνή της περιουσιακά στοιχεία λόγω κυρώσεων Τραμπ

Η ρωσική πετρελαϊκή κολοσσός Lukoil ανακοίνωσε την πρόθεσή της να πουλήσει τα διεθνή της περιουσιακά στοιχεία, ως απάντηση στις κυρώσεις που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ με στόχο την άσκηση πίεσης στη Ρωσία για τερματισμό των πολεμικών ενεργειών στην Ουκρανία.

Η απόφαση γνωστοποιήθηκε στις 27 Οκτωβρίου, έπειτα από τη λήψη αντίστοιχων μέτρων από πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι κυρώσεις, που ανακοινώθηκαν στις 22 Οκτωβρίου από το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών, οδήγησαν στο «πάγωμα» των περιουσιακών στοιχείων της Lukoil εντός ΗΠΑ και απαγορεύουν σε αμερικανικές εταιρείες κάθε επιχειρηματική συναλλαγή με αυτήν και τις θυγατρικές της. Στη σχετική ανακοίνωση της εταιρείας αναφέρεται:

«Λόγω της επιβολής περιοριστικών μέτρων κατά της εταιρείας και των θυγατρικών της από ορισμένα κράτη, η εταιρεία ανακοινώνει την πρόθεσή της να εκποιήσει τα διεθνή της περιουσιακά στοιχεία».

Η Lukoil σημείωσε επίσης ότι άρχισε ήδη να αξιολογεί προσφορές ενδιαφερομένων επενδυτών, ενώ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να ζητήσει παράταση της προθεσμίας αποεπένδυσης που θέτει το OFAC, εφόσον δεν ολοκληρωθούν οι συναλλαγές ως τη λήξη της περιόδου χάριτος στις 21 Νοεμβρίου.

Οι κυρώσεις αυτές εντάσσονται στη στρατηγική του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να πιέσει τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν να διακόψει τις πολεμικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία και να συμφωνήσει σε κατάπαυση του πυρός. Πρόκειται για την πρώτη σημαντική δέσμη οικονομικών μέτρων κατά της Μόσχας αφότου ο Τραμπ ξεκίνησε τη δεύτερη θητεία του.

Ο Τραμπ, μιλώντας σε συνέντευξη Τύπου στο Οβάλ Γραφείο, τόνισε: «Πρόκειται για πρωτοφανείς κυρώσεις. Ελπίζουμε να μην παραμείνουν σε ισχύ για πολύ. Ελπίζουμε ο πόλεμος να τερματιστεί γρήγορα».

Τα μέτρα στοχεύουν τόσο τη Rosneft όσο και τη Lukoil, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ήμισυ των ρωσικών εξαγωγών αργού πετρελαίου, καθώς και σειρά θυγατρικών τους.

Παράλληλα, ανοίγουν τον δρόμο για δευτερογενείς κυρώσεις κατά ξένων τραπεζών και εταιρειών που εξακολουθούν να συνεργάζονται με τις υπό κυρώσεις επιχειρήσεις, περιορίζοντας δυνητικά την πρόσβασή τους στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσαντ, αρμόδιος για το OFAC, δήλωσε: «Τώρα είναι η στιγμή να σταματήσει η αιματοχυσία και να εφαρμοστεί άμεση κατάπαυση του πυρός. Εφόσον ο πρόεδρος Πούτιν αρνείται να τερματίσει αυτόν τον παράλογο πόλεμο, το Υπουργείο Οικονομικών επιβάλλει κυρώσεις στις δύο μεγαλύτερες ρωσικές πετρελαϊκές που χρηματοδοτούν τη μηχανή πολέμου του Κρεμλίνου».

Με δραστηριότητα σε 11 χώρες —μεταξύ αυτών διυλιστήρια σε Βουλγαρία, Ρουμανία και Ολλανδία καθώς και επενδύσεις σε εξορυκτικά έργα σε Αζερμπαϊτζάν, Καζακστάν, Ιράκ, Αίγυπτο και αλλού— η Lukoil καλείται τώρα να εγκαταλείψει ουσιαστικά την παρουσία της στη διεθνή αγορά, σηματοδοτώντας μια δραματική μεταστροφή από τη μέχρι πρότινος ήπια και διπλωματική προσέγγιση του Τραμπ.

Στις 15 Οκτωβρίου το Ηνωμένο Βασίλειο προχώρησε επίσης σε περαιτέρω κυρώσεις κατά της Lukoil. Η Βρετανίδα υπουργός Εξωτερικών, Ιβέτ Κούπερ, τόνισε την ανάγκη εντατικοποίησης της πίεσης στη ρωσική ηγεσία ώστε να υπάρξει κατάπαυση του πυρός:

«Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία για την Ουκρανία, η Ευρώπη ενισχύει τις προσπάθειές της. Το Ηνωμένο Βασίλειο και οι σύμμαχοί μας στοχοποιούμε το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τον “σκιώδη” στόλο της Ρωσίας, και δεν πρόκειται να υποχωρήσουμε έως ότου ο Πούτιν εγκαταλείψει τον αποτυχημένο πόλεμό του και αναζητήσει σοβαρά την ειρήνη».

Ο Πούτιν καταδίκασε τις αμερικανικές κυρώσεις ως εχθρική πράξη που βλάπτει τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά: «Είναι αυτονόητο πως τέτοιες ενέργειες δεν ενισχύουν τις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις που μόλις άρχισαν να αποκαθίστανται. Αναμφίβολα, η αμερικανική διοίκηση βλάπτει τις σχέσεις των δύο χωρών με αυτές τις ενέργειες».

Ο οικονομικός αντίκτυπος των κυρώσεων αναμένεται να επιβαρύνει σοβαρά τα ρωσικά δημοσιονομικά, αφού τα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο αποτελούν σχεδόν το ένα τρίτο του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού της Μόσχας, χρηματοδοτώντας τόσο τις πολεμικές επιχειρήσεις όσο και κρατικές επιδοτήσεις στο εσωτερικό.

Παρά ταύτα, ο Πούτιν διαβεβαίωσε ότι οι κυρώσεις δεν θα πλήξουν σοβαρά τη ρωσική οικονομία, εκτιμώντας μάλιστα πως ενδέχεται να οδηγήσουν σε αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ καταναλώνουν περισσότερο πετρέλαιο από όσο παράγουν.

Ο Τραμπ θα θέσει ζητήματα Ταϊβάν, Τζίμι Λάι και Ουκρανίας στη συνάντηση με τον Σι Τζινπίνγκ

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι σκοπεύει να θέσει τα θέματα της Ταϊβάν, του φυλακισμένου ακτιβιστή υπέρ της δημοκρατίας στο Χονγκ Κονγκ, Τζίμι Λάι, καθώς και τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, κατά τη διάρκεια της επικείμενης συνάντησής του με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ, στέλνοντας μήνυμα για ένα ευρύ φάσμα θεμάτων εν μέσω συνεχιζόμενων εντάσεων τόσο σε εμπορικό όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στις 24 Οκτωβρίου, αρχικά στο νότιο περίβολο ου Λευκού Οίκου και στη συνέχεια εν πτήσει με το Air Force One κατά την αναχώρησή του για πολυήμερη περιοδεία σε Μαλαισία, Ιαπωνία και Νότια Κορέα, ο Τραμπ περιέγραψε τον ευρύ κατάλογο των ζητημάτων που σκοπεύει να θέσει, με επίκεντρο την αγροτική παραγωγή, το εμπόριο, την περιφερειακή ασφάλεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

«Έχουμε πολλά να συζητήσουμε, συμπεριλαμβανομένων και των αγροτών μας», επεσήμανε από το προεδρικό αεροσκάφος όταν ρωτήθηκε τι περιμένει από τη συνάντηση με τον Σι. «Πολλά θέματα — οι διάφορες εμπορικές συμφωνίες που έχουν συναφθεί στο παρελθόν, κάποιες τηρούνται, κάποιες όχι. Πιστεύω ότι θα είναι μια πολύ καλή συνάντηση».

Ο Τραμπ δήλωσε ότι θα τεθεί και το ζήτημα της Ταϊβάν. «Θα μιλήσουμε για την Ταϊβάν. Δεν πρόκειται να πάω εκεί, αλλά θα το συζητήσουμε», ανέφερε στους δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο. «Δεν θα είμαστε μακριά. Τρέφω μεγάλο σεβασμό για την Ταϊβάν».

Στο Air Force One, σε ερώτηση για τα προηγούμενα σχόλιά του πως δεν πιστεύει ότι η Κίνα θα κινηθεί εναντίον της Ταϊβάν —την οποία το Πεκίνο θεωρεί επί μακρόν αποσχισθείσα επαρχία που σκοπεύει να επανενώσει με την ηπειρωτική Κίνα— ο Τραμπ απάντησε: «Ελπίζω να μην το κάνουν, αλλά θα δούμε. Ίσως το κάνουν, ίσως όχι. Ελπίζω να μην το κάνουν. Θα ήταν πολύ επικίνδυνο γι’ αυτούς».

Ο Αμερικανός πρόεδρος πρόσθεσε ότι είναι πεπεισμένος πως η Κίνα θέλει να απολαύσει μια δεκαετία και μπορεί να το καταφέρει, ή μπορεί να βρεθεί προ αντιξοοτήτων, κάτι που σαφώς δεν επιδιώκει.

Δήλωσε επίσης πως σκοπεύει να φέρει στο τραπέζι και την υπόθεση του Τζίμι Λάι, ιδρυτή του Apple Daily, ο οποίος βρίσκεται στη φυλακή από το 2020, βάσει του νόμου εθνικής ασφάλειας του Χονγκ Κονγκ —νομοθέτημα που ερμηνεύεται διεθνώς ως βασικό εργαλείο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας  για την περιστολή της αυτονομίας της πόλης και την καταστολή της αντιπολίτευσης. «Είναι στη λίστα μου, θα το ζητήσω», ανέφερε από τον Λευκό Οίκο, επισημαίνοντας πως αντιλαμβάνεται ότι η σχέση Λάι–Σι χαρακτηρίζεται από έντονη αντιπαλότητα, αλλά πρόσθεσε: «Έχει περάσει πολύς καιρός και θα το συμπεριλάβω».

Ο Τραμπ χαρακτήρισε τη διαπραγμάτευση με τον Σι αμφίδρομη, αφήνοντας παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο επιβολής νέων δασμών. «Πρέπει να γίνουν αμοιβαίες παραχωρήσεις», είπε. «Είμαστε στο 157% σε δασμούς προς αυτούς. Δεν πιστεύω ότι αυτό είναι βιώσιμο για την Κίνα και θέλουν να το μειώσουν. Εμείς, επίσης, διεκδικούμε ορισμένα πράγματα από εκείνους. Πιστεύω πως θα προκύψει κάτι θετικό».

Σε επίμονες ερωτήσεις για το κατά πόσον θα προχωρήσει στην επιβολή ενός επιπλέον δασμού 100% την 1η Νοεμβρίου εάν δεν υπάρξει συμφωνία, ο Τραμπ εξέφρασε την πεποίθηση πως θα βρεθεί συμβιβαστική λύση: «Δεν θέλω να κάνω προβλέψεις», απάντησε. «Δεν νομίζω πως θα το ήθελαν. Δεν θα ήταν καλό γι’ αυτούς».

Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές έχουν επικοινωνήσει με τους Κινέζους ομολόγους τους αφότου το Πεκίνο επέβαλε σαρωτικούς περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών στις αρχές του μήνα, μέτρο στο οποίο η Ουάσιγκτον αντέδρασε με δασμούς 100%.

Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν τονίσει πως οι κινεζικοί περιορισμοί θα μπορούσαν να διαταράξουν τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες σε βασικά μέταλλα, ακόμα και σε χώρες που δεν συναλλάσσονται ευθέως με την Κίνα· η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχουν συνταχθεί με τις ΗΠΑ, καλώντας το Πεκίνο να ανακαλέσει το μέτρο.

Η Κίνα ελέγχει περίπου το 90% της παγκόσμιας επεξεργασίας σπάνιων γαιών, σημείο πάγιας ανησυχίας για τις ΗΠΑ.

Ο Τραμπ σημείωσε ότι οι περιορισμοί αυτοί θα πλήξουν τελικά την κινεζική οικονομία περισσότερο από την αμερικανική. «Κάποια στιγμή, δεν θα μπορούν να κάνουν καμία δουλειά μαζί μας. Αν πληρώσουν αρκετούς δασμούς, είναι σχεδόν σαν να τους λέμε “δεν θέλουμε να συνεργαστούμε”», ανέφερε στις 20 Οκτωβρίου, μετά τη συνάντησή του με τον Αυστραλό πρωθυπουργό Άντονι Αλμπανέζι, όπου ανακοινώθηκε συμφωνία για τα κρίσιμα μέταλλα.

Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι περιμένει αντίδραση του Πεκίνου που θα περιλαμβάνει χαλάρωση των εξαγωγικών περιορισμών, αυστηροποίηση των ελέγχων στους πρόδρομους χημικών ουσιών για φαιντανύλη και επανέναρξη των εισαγωγών αμερικανικής σόγιας.

Τόνισε επίσης την επιθυμία του για δίκαιους όρους εμπορίου που θα περιορίσουν τη δυσμενή ανισορροπία αμερικανικών επενδύσεων προς την Κίνα.

Σε ό,τι αφορά τη Ρωσία, ο Τραμπ δήλωσε ότι θα ζητήσει από τον Σι να συμβάλει στον περιορισμό της ρωσικής επιθετικότητας στην Ουκρανία. «Έχουμε επιβάλει πολύ σκληρές κυρώσεις στη Ρωσία. Είναι αποτελεσματικές, είναι ισχυρές, αλλά θα ήθελα να δω και από την Κίνα να βοηθήσει», ανέφερε εν πτήσει. «Είναι ένα από τα βασικά θέματα που θα θίξω — τη Ρωσία και την Ουκρανία. Χάνουν 7.000 ανθρώπους την εβδομάδα, κυρίως στρατιώτες, και σίγουρα θα το συζητήσουμε. Και ο ίδιος θα ήθελε να δει να τελειώνει αυτό».

Το ταξίδι του Τραμπ στην Ασία περιλαμβάνει σταθμούς στη Μαλαισία, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, το πρώτο του στην περιοχή αφότου ανέλαβε για δεύτερη φορά την προεδρία.

Ρωσικές πυρηνικές ασκήσεις εν μέσω διεθνούς κρίσης και διπλωματικών αναταράξεων

Υπό την καθοδήγηση του προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν, η Ρωσία πραγματοποίησε στις 22 Οκτωβρίου εκτεταμένη άσκηση των στρατηγικών της πυρηνικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων δοκιμαστικών εκτοξεύσεων διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων και πυραύλων κρουζ.

Η άσκηση ακολούθησε την ανακοίνωση Πούτιν περί εντατικής ανάπτυξης νέων ρωσικών πυρηνικών όπλων.

Σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων TASS, συμμετείχαν όλα τα σκέλη της λεγόμενης πυρηνικής «τριάδας» της Ρωσίας: χερσαίες, θαλάσσιες και εναέριες δυνάμεις.

Οι ασκήσεις συνέπεσαν με την αναβολή της προγραμματισμένης συνόδου κορυφής μεταξύ Πούτιν και του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στη Βουδαπέστη.

Κατά τη διάρκεια των δοκιμών, εκτοξεύθηκε βαλλιστικός πύραυλος Yars από το πεδίο εκτόξευσης του Πλεσέτσκ στη βορειοδυτική Ρωσία, ενώ πύραυλος Sineva εκτοξεύθηκε από το στρατηγικό υποβρύχιο «Bryansk» στη Θάλασσα Μπάρεντς.

Επιπλέον, στρατηγικά βομβαρδιστικά 295MS εξαπέλυσαν πυραύλους κρουζ μεγάλου βεληνεκούς κατά προκαθορισμένων στόχων, σύμφωνα με ανακοίνωση του Κρεμλίνου, το οποίο διευκρίνισε ότι στόχος της άσκησης ήταν η αξιολόγηση της ετοιμότητας των δομών στρατιωτικής διοίκησης, καθώς και της επιχειρησιακής επάρκειας του προσωπικού στη διαχείριση και τον συντονισμό των δυνάμεων.

Όλοι οι επιδιωκόμενοι στόχοι της άσκησης, σύμφωνα με τις ρωσικές αρχές, επιτεύχθηκαν με επιτυχία.

Ο Πούτιν, μιλώντας από το κέντρο διοίκησης του Κρεμλίνου, δήλωσε: «Σήμερα έχουμε προγραμματισμένη άσκηση διοίκησης των στρατηγικών πυρηνικών δυνάμεων, όπως μόλις ανέφερε ο υπουργός Άμυνας. Πάμε να ξεκινήσουμε», σύμφωνα με το πρακτορείο TASS.

Ο ίδιος είχε επιβλέψει παρόμοιες ασκήσεις τον Οκτώβριο τόσο του 2024 όσο και του 2023. Πρόσφατα, τόνισε πως η Ρωσία προχωρά ενεργά στην ανάπτυξη και δοκιμή νέων πυρηνικών όπλων, σημειώνοντας: «Η νεωτερικότητα των μέσων πυρηνικής αποτροπής που διαθέτουμε ξεπερνά κάθε άλλη πυρηνική δύναμη».

Αν και οι ρωσικές Αρχές παρουσίασαν τις πυρηνικές ασκήσεις ως «ρουτίνας», αυτές συνέπεσαν χρονικά με την ανακοίνωση του Τραμπ για αναβολή της συνάντησης με τον Πούτιν στη Βουδαπέστη, όπου επρόκειτο να συζητηθεί μια πιθανή συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στην Ουκρανία.

Ο Τραμπ δικαιολόγησε την αναβολή λέγοντας ότι δεν ήθελε να σπαταλήσει τον χρόνο του. Η απόφαση ελήφθη έπειτα από τηλεφωνική επικοινωνία στις 21 Οκτωβρίου μεταξύ του υπουργού Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Μάρκο Ρούμπιο, και του Ρώσου ομολόγου του, Σεργκέι Λαβρόφ, ο οποίος δήλωσε ότι η Μόσχα αντιτίθεται σε άμεση κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία.

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν επιθεωρεί μια στρατιωτική άσκηση των πυρηνικών δυνάμεων της χώρας σε ξηρά, θάλασσα και αέρα, προκειμένου να ελέγξει την ετοιμότητα και τη δομή διοίκησης τους, μέσω βιντεοσύνδεσης από τη Μόσχα, στις 22 Οκτωβρίου 2025. Ευγενική παραχώρηση του Κρεμλίνου.

 

Ο Λαβρόφ υποστήριξε ότι μια τέτοια συμφωνία θα έδινε το περιθώριο στο Κίεβο να επανεξοπλιστεί και θα ενίσχυε, όπως υποστήριξε, τρομοκρατικές ενέργειες, επικαλούμενος τα ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικές ενεργειακές υποδομές, όπως μετέδωσε το TASS.

Οι ουκρανικές δυνάμεις εξαπολύουν τελευταία σειρά επιθέσεων με drone μεγάλου βεληνεκούς σε ρωσικό έδαφος, επικεντρώνοντας ιδιαίτερα σε δομές του ενεργειακού τομέα, που αποτελεί βασική πηγή χρηματοδότησης για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Κρεμλίνου.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, κάλεσε τον Τραμπ να παραδώσει στη χώρα του πυραύλους Tomahawk, υποστηρίζοντας ότι η κίνηση αυτή θα ασκούσε ισχυρή πίεση στη Μόσχα για τερματισμό των εχθροπραξιών.

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ καλωσορίζει τον Πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο Λευκό Οίκο στις 17 Οκτωβρίου 2025. Tom Brenner/AFP μέσω Getty Images

 

Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 22 Οκτωβρίου, ο Ζελένσκι ανέφερε: «Αυτές οι εβδομάδες το επιβεβαίωσαν. Η συζήτηση για τους Tomahawk αποδείχθηκε σημαντική επένδυση στη διπλωματία. Υποχρεώσαμε τη Ρωσία να παραδεχθεί ότι θεωρεί τους Tomahawk ένα χαρτί υψηλής σημασίας. Θα συνεχίσουμε να συντονιζόμαστε με Ευρωπαίους και Αμερικανούς όσον αφορά τις ικανότητες μεγάλου βεληνεκούς».

Ο Τραμπ, από την πλευρά του, δήλωσε ότι εξετάζει το ενδεχόμενο αποστολής πυραύλων Tomahawk στην Ουκρανία. Ο Πούτιν ωστόσο προειδοποίησε πως μια τέτοια κίνηση θα έθετε ανεπανόρθωτα σε κίνδυνο τις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις, εάν οι ΗΠΑ χορηγήσουν πυραύλους ικανούς να πλήξουν στόχους στο εσωτερικό της Ρωσίας.

Το σκηνικό των ρωσικών πυρηνικών ασκήσεων διαμορφώνεται περαιτέρω υπό τη σκιά αβεβαιότητας για το μέλλον της Συνθήκης Νέας Μείωσης Στρατηγικών Όπλων (New START), της τελευταίας εναπομείνασας συμφωνίας ελέγχου πυρηνικών εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

Η συνθήκη, που υπεγράφη το 2010 και ανανεώθηκε το 2021, λήγει τον Φεβρουάριο του 2026, περιορίζοντας αμφότερες τις πλευρές σε 700 ανεπτυγμένους διηπειρωτικούς πυραύλους και βομβαρδιστικά, 1.550 ανεπτυγμένες πυρηνικές κεφαλές και 800 εκτοξευτές συνολικά. Εμπίπτουν επίσης στους περιορισμούς και υπερσύγχρονα ρωσικά όπλα, όπως το υπερηχητικό Avangard και ο διηπειρωτικός Sarmat.

Τον Φεβρουάριο του 2023, ο Πούτιν ανακοίνωσε την αναστολή συμμετοχής της Ρωσίας στη συνθήκη, επικαλούμενος «εξαιρετικά εχθρική» πολιτική της κυβέρνησης Μπάιντεν.

Η Μόσχα διαμηνύει ότι τηρεί τους βασικούς περιορισμούς σε κεφαλές και συστήματα παράδοσης, αν και παύει να διευκολύνει επιθεωρήσεις από την πλευρά των ΗΠΑ.

Σε πρόσφατη τοποθέτησή του στο Ρωσικό Συμβούλιο Ασφαλείας, ο Πούτιν επανέλαβε ότι η Ρωσία θα μπορούσε να επεκτείνει τη συνθήκη κατά έναν ακόμη χρόνο μετά τη λήξη της, εφόσον υπάρξει αμοιβαιότητα από τις ΗΠΑ. «Πιστεύουμε πως η πρόταση αυτή θα έχει ουσία μόνο αν και οι ΗΠΑ ενεργήσουν με τον ίδιο τρόπο και δεν υιοθετήσουν μέτρα που θα διαταράξουν την υπάρχουσα ισορροπία αποτροπής», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Ο Τραμπ χαιρέτισε την πρόταση της Μόσχας να διατηρηθούν οι περιορισμοί, λέγοντας «Ακούγεται καλή ιδέα», εκφράζοντας την ελπίδα να συμμετάσχουν Ρωσία και Κίνα στις επερχόμενες συνομιλίες για τον έλεγχο των εξοπλισμών. Ωστόσο, το Πεκίνο έχει απορρίψει την προοπτική τριμερών διαπραγματεύσεων.

Παράλληλα, Βόρεια Κορέα προχώρησε την Τετάρτη σε δοκιμές πολλαπλών βαλλιστικών πυραύλων μικρού βεληνεκούς. Το Γενικό Επιτελείο της Νότιας Κορέας ανακοίνωσε ότι οι πύραυλοι εκτοξεύθηκαν κοντά στην Πιονγιάνγκ και διένυσαν περίπου 350 χιλιόμετρα προς τα βορειοανατολικά.

Αποσύνδεση ΗΠΑ–Κίνας; Οι εξελίξεις στις σπάνιες γαίες και οι επιπτώσεις για τη βιομηχανία

Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπεσάν σχολίασε τη συνεχιζόμενη διαμάχη ΗΠΑ–Κίνας για τις εξαγωγές σπανίων γαιών κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στις 15 Οκτωβρίου, δηλώνοντας: «Εάν το Πεκίνο αρνείται να λειτουργήσει ως αξιόπιστος εμπορικός εταίρος, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους ενδέχεται να μην έχουν άλλη επιλογή παρά να αποσυνδεθούν.»

Παρότι τόνισε ότι η αποσύνδεση – η πλήρης ή σχεδόν πλήρης διακοπή εμπορικών συναλλαγών – δεν είναι ο στόχος της Ουάσιγκτον, ο Μπεσάν πρόσθεσε: «Ενδέχεται όμως να καταστεί αναπόφευκτη, δεδομένης της στάσης της Κίνας στην παρούσα αντιπαράθεση για τις σπάνιες γαίες.»

Ο υπουργός σημείωσε ότι αμερικανικές αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν καταγράψει πρόσφατα καθυστερήσεις στις παραδόσεις μαγνητών από την Κίνα που περιέχουν σπάνιες γαίες, με τους Κινέζους αξιωματούχους να προσφέρουν μη αξιόπιστες εξηγήσεις για τις καθυστερήσεις.

Προειδοποίησε: «Αν η Κίνα επιθυμεί να παραμένει ένας αναξιόπιστος εταίρος για τον υπόλοιπο κόσμο, ο κόσμος θα υποχρεωθεί να αποσυνδεθεί. Ο κόσμος δεν θέλει την αποσύνδεση· επιδιώκουμε τη μείωση του κινδύνου. Όμως τέτοια μηνύματα συνιστούν ενδείξεις αποσύνδεσης, κάτι που δεν πιστεύουμε ότι επιδιώκει η Κίνα.»

Επανέλαβε: «Ξεκαθαρίζουμε ότι δεν επιθυμούμε την αποσύνδεση. Οφείλουμε να συνεργαστούμε για να μειώσουμε τους κινδύνους και να διαφοροποιήσουμε τις εφοδιαστικές αλυσίδες, ώστε να απομακρυνθούμε όσο το δυνατόν ταχύτερα από την εξάρτηση από την Κίνα.»

Τον Απρίλιο, το Πεκίνο επέκτεινε τη λίστα ελέγχου εξαγωγών, συμπεριλαμβάνοντας επτά σπάνιες γαίες και μαγνήτες κατασκευασμένους από τρεις εξ αυτών – μία κίνηση με επιπτώσεις στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες των κλάδων άμυνας, ηλεκτρονικών και αυτοκινητοβιομηχανίας.

Η απόφαση αυτή ακολούθησε τους υψηλούς δασμούς που επέβαλε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στα κινεζικά προϊόντα, με στόχο, όπως τόνισε η κυβέρνησή του, την επαναφορά ισορροπίας σε αθέμιτες εμπορικές σχέσεις και τον περιορισμό των εισόδων φαιντανύλης στις ΗΠΑ.

Όπως σημείωσε ο Μπεσάν: «Έκτοτε, οι εξαγωγές σπανίων γαιών γνώρισαν έντονες διακυμάνσεις.»

Τον Ιούλιο, Ουάσιγκτον και Πεκίνο κατέληξαν σε ένα πλαίσιο διευκόλυνσης μεταφορών, παγώνοντας το μεγαλύτερο μέρος των υψηλών δασμών για 90 ημέρες. Ωστόσο, οι διακοπές στις παραδόσεις συνεχίστηκαν και στις 9 Οκτωβρίου η Κίνα προσέθεσε πέντε νέες σπάνιες γαίες και δεκάδες τεχνολογίες επεξεργασίας στη λίστα των περιορισμένων εξαγωγών, γεγονός που προκάλεσε ανησυχία στην Ουάσιγκτον.

Ο Τραμπ κατηγόρησε το Πεκίνο για: «Δόλιες και εχθρικές ενέργειες» και απείλησε με νέους δασμούς 100% στα κινεζικά προϊόντα.

Ο Μπεσάν διευκρίνισε την Τετάρτη ότι οι συνομιλίες με τους Κινέζους ομολόγους του συνεχίζονται και επανέλαβε την πρόθεση της κυβέρνησης να αποφύγει την κλιμάκωση: «Όπως δήλωσε ο πρόεδρος, στόχος μας είναι να βοηθήσουμε την Κίνα, όχι να της προκαλέσουμε ζημιά. Αν ορισμένοι στην κινεζική κυβέρνηση επιχειρούν να επιβραδύνουν την παγκόσμια οικονομία μέσα από απογοητευτικές ενέργειες και οικονομικούς εξαναγκασμούς, η Κίνα θα υποστεί τις μεγαλύτερες συνέπειες. Κι ας μην υπάρχει αμφιβολία: πρόκειται για την Κίνα απέναντι στον κόσμο. Επέβαλαν απαράδεκτους περιορισμούς εξαγωγών σε ολόκληρο τον κόσμο.»

Εργάτες χρησιμοποιούν μηχανήματα για να σκάψουν σε ένα ορυχείο σπάνιων γαιών στην κομητεία Ganxian, στην επαρχία Jiangxi της Κίνας, στις 30 Δεκεμβρίου 2010. Chinatopix μέσω AP

 

Σε ξεχωριστή παρέμβαση σε εκδήλωση του CNBC, ο Μπεσάν υπογράμμισε ότι οι νέοι περιορισμοί της Κίνας στις σπάνιες γαίες αναδεικνύουν την ανάγκη οι ΗΠΑ να δημιουργήσουν δικές τους αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών: «Όταν γίνονται ανακοινώσεις σαν της τρέχουσας εβδομάδας για τις σπάνιες γαίες από την Κίνα, γίνεται σαφές ότι πρέπει είτε να αποκτήσουμε αυτάρκεια είτε να στηριχθούμε στους συμμάχους μας.»

Τόνισε την ανάγκη για: «Βιομηχανική πολιτική» και επιμονή ότι απέναντι σε μια μη-αγοραία οικονομία όπως η κινεζική, απαιτούνται ιδιαίτερα μέτρα.

Ο Μπεσάν ανέφερε χαρακτηριστικά: «Για είκοσι χρόνια, κάθε φορά που κάποιος σε μια οικονομία της αγοράς προσπαθούσε να δημιουργήσει μονάδα επεξεργασίας ή διύλισης, η Κίνα επενέβαινε, έριχνε τις τιμές και τους οδηγούσε σε λουκέτο. Θα ορίσουμε, λοιπόν, ελάχιστες τιμές και θα κάνουμε προαγορές ώστε να μη ξανασυμβεί αυτό. Και θα εφαρμόσουμε τέτοια μέτρα σε διάφορους κλάδους.»

Ερωτηθείς αν ενδέχεται η κυβέρνηση να αποκτήσει μερίδια σε φαρμακευτικές ή αμυντικές εταιρείες στο πλαίσιο της βιομηχανικής της πολιτικής, ο Μπεσάν απάντησε: «Δεν χρειάζεται να φτάσουμε τόσο μακριά. Ίσως χρειαστεί, ως ο μεγαλύτερός τους πελάτης, να τους ενθαρρύνουμε να επενδύσουν περισσότερα στην έρευνα και να μειώσουν τις επαναγορές μετοχών.»

Απαντώντας στους επικριτές που χαρακτηρίζουν τέτοια μέτρα σοσιαλιστικά ή κατηγορούν την κυβέρνηση για επιλογή «νικητών και ηττημένων», ο Μπεσάν τόνισε την ανάγκη αυτοσυγκράτησης: «Πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί ώστε να μην το παρακάνουμε. Οφείλουμε να επανεξετάζουμε διαρκώς: Έχουμε επιτύχει τον στόχο μας; Κι αν ναι, προχωρούμε παρακάτω.»

Προειδοποίησε δε ότι τα χρόνια έλλειψης βιομηχανικής πολιτικής επέτρεψαν στην Κίνα να κυριαρχήσει στις σπάνιες γαίες, αφήνοντας τις ΗΠΑ ευάλωτες: «Οφείλουμε να είμαστε σε διαρκή επαγρύπνηση. Εδώ και 20–25 χρόνια, δεν ήμασταν αρκετά προσεκτικοί.»

Αναφέρθηκε και στο ιστορικό της υπόθεσης: «Η κορυφαία κινεζική εταιρεία σπανίων γαιών ανήκε κάποτε στη General Motors. Οι Κινέζοι την αγόρασαν το 1995. Η CFUS, την οποία προεδρεύω, η Επιτροπή για Ξένες Επενδύσεις στις ΗΠΑ, είχε θέσει ως όρο να παραμείνει η εταιρεία πέντε χρόνια στις ΗΠΑ. Ξέρετε τι έγινε; Μετά από πέντε χρόνια και μία μέρα, επέστρεψε στην Κίνα. Αυτό συνέβη γιατί κανείς δεν πρόσεχε, όλοι κοιμούνταν στο τιμόνι.»

Κατέληξε με σαφή αποφασιστικότητα: «Δεν πρόκειται να πιαστούμε ξανά στον ύπνο.»

Η Τακάιτσι νέα αρχηγός του κυβερνώντος κόμματος της Ιαπωνίας – Οδεύει προς την πρωθυπουργία

Το κυβερνών Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (LDP) της Ιαπωνίας εξέλεξε στις 4 Οκτωβρίου την πρώην υπουργό Οικονομικής Ασφάλειας Σανάε Τακάιτσι ως νέα του αρχηγό, ανοίγοντάς της τον δρόμο για να γίνει η επόμενη πρωθυπουργός της χώρας, σε κοινοβουλευτική ψηφοφορία που αναμένεται στα μέσα Οκτωβρίου.

Η 64χρονη Τακάιτσι, γνωστή για τον έντονα συντηρητικό της προσανατολισμό και τη σκληρή της στάση απέναντι στην Κίνα, επικράτησε του μετριοπαθούς αντιπάλου της, Σιντζίρο Κοϊζούμι, με 185 ψήφους έναντι 156, σε δεύτερο γύρο ψηφοφορίας που διεξήχθη στα κεντρικά γραφεία του LDP στο Τόκιο. Η νίκη της την καθιστά την πρώτη γυναίκα πρόεδρο κόμματος στην Ιαπωνία και, σχεδόν βέβαια, την πρώτη γυναίκα πρωθυπουργό της χώρας, καθώς το LDP εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη, ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης παραμένουν κατακερματισμένα και αδύναμα να διαμορφώσουν κοινό μέτωπο.

Κάλεσμα για ενότητα και ανασυγκρότηση

Λίγο μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος, η Τακάιτσι κάλεσε σε ενότητα και ανανέωση στο εσωτερικό του κόμματος, το οποίο έχει πληγεί από σκάνδαλα και εκλογικές ήττες. Τόνισε ότι, περισσότερο από χαρά, αισθάνεται το βάρος των προκλήσεων που βρίσκονται μπροστά, υπογραμμίζοντας πως όλα τα μέλη του κόμματος πρέπει να συνεργαστούν ενωμένα, πέρα από γενιές, για να αναδομήσουν το LDP. Επεσήμανε ότι «όλοι θα πρέπει να εργαστούν ακούραστα», δίνοντας έμφαση στην ανάγκη συλλογικής προσπάθειας.

Η εσωκομματική αναμέτρηση ήρθε μετά την παραίτηση του πρωθυπουργού Σιγκερού Ισίμπα στις αρχές Σεπτεμβρίου, ύστερα από μόλις έναν χρόνο στην εξουσία και δύο εκλογικές ήττες. Η αλλαγή ηγεσίας πραγματοποιείται σε μια περίοδο οικονομικής αβεβαιότητας, κοινωνικών μετασχηματισμών και εντεινόμενων γεωπολιτικών εντάσεων στην περιοχή Ασίας–Ειρηνικού.

Θαυμάστρια της πρώην πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου Μάργκαρετ Θάτσερ και προστατευόμενη του αείμνηστου Σίνζο Άμπε, η Τακάιτσι έχει υπερασπιστεί με συνέπεια τη συντηρητική πολιτική γραμμή του Άμπε και έχει επισκεφθεί επανειλημμένα τον Ναό Γιασουκούνι – σημείο τριβής στις σχέσεις της Ιαπωνίας με τους ασιατικούς της γείτονες. Η νίκη της αναμένεται να καθησυχάσει τη συντηρητική βάση του LDP, αλλά ενδέχεται να περιπλέξει τη διπλωματία της χώρας με την Κίνα και τη Νότια Κορέα.

Οι προκλήσεις της επόμενης ημέρας

Σε πρόσφατο άρθρο της στην εφημερίδα The Epoch Times, η διεθνής αναλύτρια Σάσα Χάννιγκ επεσήμανε ότι ο επόμενος ηγέτης της Ιαπωνίας αναλαμβάνει την εξουσία σε μια περιοχή γεμάτη κινδύνους, όπου η επιθετική στάση της Κίνας και η αστάθεια γύρω από την Ταϊβάν, τη Ρωσία και τη Βόρεια Κορέα αναδιαμορφώνουν τα δεδομένα ασφάλειας. Η Χάννιγκ τόνισε ότι ο διπλασιασμός του αμυντικού προϋπολογισμού της Ιαπωνίας στο 2% του ΑΕΠ και η εθνική στρατηγική ασφάλειας του 2022 σηματοδοτούν μια μετα-ειρηνιστική στροφή, που απαιτεί από τον νέο ηγέτη να εξισορροπήσει την αποτροπή με τη διπλωματία.

Η αναλύτρια προσέθεσε ότι οι επιλογές της νέας πρωθυπουργού θα είναι καθοριστικές για τον ρόλο της Ιαπωνίας στη διαμόρφωση του μέλλοντος της περιοχής, απαιτώντας συνδυασμό στρατηγικής διορατικότητας, διπλωματικής ευελιξίας και εσωτερικών μεταρρυθμίσεων, ώστε να μπορέσει να κινηθεί αποτελεσματικά σε ένα ολοένα και πιο ταραχώδες διεθνές περιβάλλον.

Αν επιβεβαιωθεί από το κοινοβούλιο, η Τακάιτσι θα βρεθεί σύντομα αντιμέτωπη με την πρώτη της διπλωματική δοκιμασία: μια πιθανή συνάντηση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στα τέλη Οκτωβρίου, πριν από τη σύνοδο κορυφής του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας–Ειρηνικού (APEC) στη Νότια Κορέα. Η ίδια έχει δηλώσει ότι θα καταστήσει τη συμμαχία Ιαπωνίας–Ηνωμένων Πολιτειών θεμέλιο της εξωτερικής της πολιτικής, τονίζοντας πως είναι ζωτικής σημασίας να επιβεβαιωθεί η ενίσχυσή της. Παράλληλα, έχει επισημάνει ότι η Ιαπωνία πρέπει να εμβαθύνει τη συνεργασία της με χώρες όπως η Νότια Κορέα, η Αυστραλία και οι Φιλιππίνες, προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο Ινδο–Ειρηνικός θα παραμείνει ελεύθερος και ανοικτός.

Οι διεθνείς αντιδράσεις

Η εκλογή της Τακάιτσι προκάλεσε άμεσες διεθνείς αντιδράσεις. Ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ιαπωνία, Τζορτζ Γκλας, εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία συνεχάρη την Τακάιτσι για την εκλογή της ως 29ης προέδρου του LDP και πρώτης γυναίκας ηγέτιδας του κόμματος, εκφράζοντας την προσδοκία να συνεργαστεί στενά μαζί της για την ενίσχυση και ανάπτυξη της διμερούς συνεργασίας σε όλους τους τομείς.

Ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, εξέφρασε μέσω της πλατφόρμας X τα «θερμότερα και ειλικρινέστερα συγχαρητήριά του», χαρακτηρίζοντας την Τακάιτσι «σταθερή φίλη της Ταϊβάν» και εκφράζοντας την ελπίδα ότι η ηγεσία της θα ανοίξει ένα «νέο στάδιο συνεργασίας» στους τομείς του εμπορίου, της ασφάλειας και της τεχνολογίας.

Αντίθετα, το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας αντέδρασε συγκρατημένα, χαρακτηρίζοντας το αποτέλεσμα «εσωτερική υπόθεση της Ιαπωνίας». Σε δήλωσή του, το γραφείο του εκπροσώπου Τύπου τόνισε ότι το Πεκίνο ελπίζει ότι η ιαπωνική κυβέρνηση θα προωθήσει μια «στρατηγική και αμοιβαία επωφελή σχέση».

Η επιλογή της Τακάιτσι ενισχύει τη συντηρητική εικόνα του LDP στο εσωτερικό, ωστόσο μεγάλο μέρος της προσοχής της αναμένεται να στραφεί στο διεθνές πεδίο, όπου η Ιαπωνία καλείται να κινηθεί ανάμεσα στην όλο και πιο τεταμένη σχέση ΗΠΑ–Κίνας και στις μεταβαλλόμενες περιφερειακές συμμαχίες.

Προειδοποίηση Πούτιν για επικίνδυνη κλιμάκωση με αποστολή Tomahawk στην Ουκρανία

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν προειδοποίησε ότι η ενδεχόμενη αποστολή πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς Tomahawk από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ουκρανία θα συνιστούσε σοβαρή κλιμάκωση της πολεμικής σύγκρουσης.

Μιλώντας στις 2 Οκτωβρίου στο φόρουμ Valdai στο Σότσι, ο Πούτιν τόνισε: «Οποιαδήποτε απόφαση των ΗΠΑ να προμηθεύσουν την Ουκρανία με πυραύλους Tomahawk μακράς εμβέλειας θα σημάνει επικίνδυνη κλιμάκωση της σύγκρουσης και θα προκαλέσει μακρόχρονες βλάβες στις σχέσεις Μόσχας-Ουάσιγκτον».

Υπογράμμισε μάλιστα: «Αυτό θα ήταν ένα εντελώς νέο, ποιοτικά νέο στάδιο κλιμάκωσης, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών», αναφερόμενος στην εμβέλεια των πυραύλων που φθάνει τα 2.500 χιλιόμετρα και θα μπορούσαν να πλήξουν ακόμη και τη Μόσχα σε περίπτωση εκτόξευσης από το ουκρανικό έδαφος.

Αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο που συνιστούν οι Tomahawk, ο Πούτιν διαβεβαίωσε ότι η ρωσική αεράμυνα θα προσαρμοστεί γρήγορα, προσθέτοντας: «Αυτό σίγουρα δεν θα αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων στο πεδίο της μάχης» και υπογραμμίζοντας πως οι ρωσικές δυνάμεις εξακολουθούν να σημειώνουν πρόοδο στην Ουκρανία.

Σε απάντηση στο ουκρανικό αίτημα για Tomahawk, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς επιβεβαίωσε ότι η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει το σχετικό αίτημα, συμπληρώνοντας: «Εξετάζουμε πολλά αιτήματα από Ευρωπαίους συμμάχους», ενώ σημείωσε ότι ο πρόεδρος Τραμπ θα αποφασίσει με γνώμονα το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Πούτιν απάντησε και στην πρόσφατη κριτική του προέδρου Τραμπ, ο οποίος χαρακτήρισε τη Ρωσία «χάρτινη τίγρη» λόγω της αδυναμίας της να νικήσει την Ουκρανία ύστερα από χρόνια πολέμου. «Αντιμετωπίζουμε ολόκληρο το μπλοκ του ΝΑΤΟ και προχωρούμε, σημειώνουμε επιτυχίες και νιώθουμε αυτοπεποίθηση. Αν η Ρωσία είναι μια χάρτινη τίγρη, τότε τι είναι το ΝΑΤΟ; Επίσης χάρτινη τίγρη; Ασχοληθείτε λοιπόν με αυτήν τη χάρτινη τίγρη», σχολίασε ο Ρώσος πρόεδρος.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και αξιωματούχοι του Κρεμλίνου. Ο εκπρόσωπος Τύπου Ντμίτρι Πεσκόφ, σχολιάζοντας το ενδεχόμενο μεταφοράς Tomahawk, δήλωσε: «Οποιαδήποτε μεταφορά Tomahawk αποτελεί επικίνδυνη ενέργεια που δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη».

Ο Πεσκόφ σημείωσε ακόμη ότι η αμερικανική ηγεσία έχει αναφερθεί σε πιθανά πλήγματα βαθιά μέσα στο ρωσικό έδαφος, προσθέτοντας: «Πρόκειται σαφώς για ανησυχητική εξέλιξη την οποία η Μόσχα δεν μπορεί να αγνοήσει».

Επιπλέον, κατηγόρησε τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους πως επιτρέπουν στην Ουκρανία να πλήττει ρωσικούς στόχους, επισημαίνοντας ότι το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ ήδη παρέχουν πληροφορίες στο πεδίο της μάχης. «Η αξιοποίηση και παροχή ολόκληρης της υποδομής του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών για τη συλλογή και μεταβίβαση πληροφοριών στους Ουκρανούς είναι προφανής», υπογράμμισε ο Πεσκόφ.

Μέχρι στιγμής, ο Λευκός Οίκος δεν έχει σχολιάσει τις δηλώσεις Πεσκόφ ούτε έχει επιβεβαιώσει αν εξετάζει την παροχή πληροφοριών για πλήγματα βαθιά στο ρωσικό έδαφος.

Το Κρεμλίνο κατηγορεί τις ΗΠΑ ότι καθοδηγούν επιθέσεις βαθιά στη Ρωσία

Το Κρεμλίνο δήλωσε στις 2 Οκτωβρίου ότι θεωρεί πως οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ παρέχουν ήδη στην Ουκρανία τακτική πληροφοριακή υποστήριξη στο πεδίο της μάχης, αντιδρώντας σε δημοσιεύματα του αμερικανικού Τύπου σύμφωνα με τα οποία η Ουάσιγκτον ετοιμάζεται να μοιραστεί πιο συγκεκριμένα δεδομένα στόχευσης για επιθέσεις βαθιά στο ρωσικό έδαφος.

Σύμφωνα με τη Wall Street Journal και το Reuters, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζουν το ενδεχόμενο να δώσουν στο Κίεβο πληροφορίες για τη ρωσική ενεργειακή υποδομή, όπως διυλιστήρια, αγωγούς και μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Τα ίδια δημοσιεύματα ανέφεραν ότι η Ουάσιγκτον έχει ζητήσει και από τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ να παρέχουν παρόμοια στήριξη, ενώ ταυτόχρονα σταθμίζει το αν θα στείλει στην Ουκρανία πυραύλους μεγαλύτερης εμβέλειας.

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, υποστήριξε ενώπιον δημοσιογράφων στη Μόσχα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μεταδίδουν τακτικά πληροφορίες στην Ουκρανία σε διαδικτυακή βάση, τονίζοντας ότι η χρήση ολόκληρης της υποδομής του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ για τη συλλογή και μεταφορά πληροφοριών προς το Κίεβο είναι προφανής.

Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σε αίτημα σχολιασμού για τις δηλώσεις του Πεσκόφ ούτε επιβεβαίωσε αν πράγματι η κυβέρνηση Τραμπ σκοπεύει να παράσχει πληροφορίες για στόχους που σχετίζονται με την ενεργειακή υποδομή μεγάλης εμβέλειας εντός της Ρωσίας.

Οι ρωσικοί πύραυλοι υπερισχύουν των αμυντικών συστημάτων

Όλο και πιο δύσκολη γίνεται η άμυνα για την Ουκρανία, που αντιμετωπίζει τώρα αναβαθμισμένες τακτικές των ρωσικών πυραύλων.

Σύμφωνα με αναφορά της Financial Times, τον Ιούλιο οι ουκρανικές δυνάμεις αναχαίτισαν το 37% των ρωσικών βαλλιστικών πυραύλων, ποσοστό που τον Σεπτέμβριο κατέρρευσε μόλις στο 6%. Η εφημερίδα απέδωσε την πτώση αυτή σε βελτιώσεις στα ρωσικά συστήματα, οι οποίες καθιστούν τις επιθέσεις των πυραύλων πιο αποτελεσματικές.

Οι πύραυλοι πλέον δεν ακολουθούν προβλέψιμη τροχιά, αλλά ελίσσονται απότομα στο τελικό στάδιο – είτε βυθίζονται κάθετα είτε αλλάζουν κατεύθυνση – ώστε να παρακάμψουν τα αμερικανικά συστήματα Patriot. Ένας Ουκρανός αξιωματούχος που επικαλείται το ρεπορτάζ χαρακτήρισε την εξέλιξη αυτή ως «παράγοντα που αλλάζει το παιχνίδι» υπέρ της Ρωσίας.

Ανάλογη εκτίμηση παρουσίασε και η αμερικανική Υπηρεσία Στρατιωτικών Πληροφοριών (Defense Intelligence Agency – DIA), η οποία ανέφερε ότι η Ουκρανία δυσκολεύεται να αξιοποιήσει αποτελεσματικά τα Patriot εξαιτίας των νέων ρωσικών τακτικών, όπως οι ελιγμοί αλλαγής πορείας αντί της παραδοσιακής βαλλιστικής τροχιάς.

Η ίδια εκτίμηση σημείωσε ότι η Ρωσία έχει βελτιώσει και την τακτική χρήσης πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, συνδυάζοντας αλλαγές ύψους και επιθέσεις περικύκλωσης, ιδιαίτερα γύρω από το Κίεβο, με σκοπό να κατακλύζει τα ραντάρ από πολλαπλές κατευθύνσεις.

Εκτός από πυραύλους, οι ρωσικές δυνάμεις έχουν επεκτείνει τη χρήση μη επανδρωμένων οχημάτων με οπτική ίνα που δεν επηρεάζονται από παρεμβολές, ενώ έχουν αναπτύξει και μη επανδρωμένα οχημάτα (τα λεγόμενα «sleep and shoot»), τα οποία παραμένουν ανενεργά στο πεδίο μάχης μέχρι να ενεργοποιηθούν και να πλήξουν ουκρανικά οχήματα.

Η DIA υπογράμμισε ότι αυτές οι προσαρμογές αντανακλούν μια συνεχή προσπάθεια της Μόσχας να εντοπίζει αδυναμίες στην ουκρανική αεράμυνα και να προσαρμόζεται ταχύτερα απ’ ό,τι μπορούν να ανταποκριθούν το Κίεβο και οι δυτικοί εταίροι του με τα συστήματα Patriot και άλλα μέσα αναχαίτησης.

Το αίτημα της Ουκρανίας για Tomahawk

Οι εξελίξεις αυτές συμπίπτουν με το αίτημα της Ουκρανίας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες για την απόκτηση πυραύλων Tomahawk, με εμβέλεια 1.550 μιλίων, αρκετή ώστε να πλήξουν τη Μόσχα και το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής Ρωσίας αν εκτοξευτούν από ουκρανικό έδαφος.

Η Ουκρανία έχει αναπτύξει και δικό της πύραυλο μεγάλης εμβέλειας με την ονομασία Flamingo, ωστόσο η ποσότητα παραγωγής του παραμένει άγνωστη καθώς βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο.

Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς επιβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση εξετάζει το αίτημα του Κιέβου, ενώ η τελική απόφαση αναμένεται από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Ο Βανς ανέφερε σε συνέντευξή του στο Fox News ότι η κυβέρνηση μελετά το αίτημα και γενικότερα διάφορες προτάσεις από τους Ευρωπαίους, διευκρινίζοντας πως οι αποφάσεις του προέδρου καθοδηγούνται αποκλειστικά με γνώμονα το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ρωσική προειδοποίηση για κλιμάκωση

Η Μόσχα έχει προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε αμερικανική μεταβίβαση πυραύλων Tomahawk θα συνιστούσε «επικίνδυνη» κλιμάκωση. Ο Πεσκόφ ανέφερε στις 2 Οκτωβρίου, σύμφωνα με το ρωσικό κρατικό πρακτορείο Tass, ότι μια τέτοια κίνηση θα απαιτούσε απάντηση από τη Ρωσία.

Τόνισε ότι αξιωματούχοι της αμερικανικής ηγεσίας έχουν μιλήσει δημόσια το τελευταίο διάστημα για πιθανές προμήθειες τέτοιων πυραύλων, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν αποκλείουν επιθέσεις βαθιά εντός ρωσικού εδάφους. Κατέληξε ότι αυτό αποτελεί «επικίνδυνο σύμπτωμα» που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο από τη Μόσχα και προειδοποίησε πως, αν υλοποιηθεί, θα σημαίνει νέα σοβαρή κλιμάκωση της έντασης που θα απαιτήσει ανάλογη ρωσική αντίδραση.

Ο Έλον Μασκ καλεί σε μποϊκοτάζ του Netflix για τη «Τρανς Woke Ατζέντα»

Ο Έλον Μασκ καλεί τους γονείς να μποϊκοτάρουν το Netflix, κατηγορώντας την πλατφόρμα streaming ότι προωθεί μια «τρανς woke ατζέντα» στα παιδιά.

Ο δισεκατομμυριούχος αντέδρασε σε ένα meme που δημοσιεύτηκε στην πλατφόρμα Χ (πρώην Twitter) την 1η Οκτωβρίου, το οποίο απεικόνιζε το Netflix ως Δούρειο Ίππο με την επιγραφή «τρανς woke ατζέντα», να οδηγείται μέσα σε ένα κάστρο με την ταμπέλα «τα παιδιά σας».

Σε σχετική ανάρτηση, ο Μασκ έγραψε: «Ακυρώστε το Netflix για το καλό των παιδιών σας».

Ο Μασκ επέκρινε ιδιαίτερα τη σειρά κινουμένων σχεδίων Dead End: Paranormal Park, επειδή περιλαμβάνει ιστορίες και θεματολογία γύρω από την τρανς κοινότητα.

«Αυτό δεν είναι εντάξει», σχολίασε, δίνοντας έμφαση σε ανάρτηση του Libs of TikTok, η οποία περιείχε απόσπασμα από τη σειρά.

Η εκπομπή απευθύνεται σε παιδιά από 7 ετών και πάνω, και παρουσιάζει έναν χαρακτήρα που αυτοχαρακτηρίζεται ως τρανς, δηλώνοντας ότι «ποτέ δεν ένιωσε πιο ευτυχισμένος» και ότι είναι σημαντικό να «ζεις τη ζωή σου χωρίς απολογίες».

Ο λογαριασμός Libs of TikTok κατήγγειλε τη σειρά ότι «προωθεί μηνύματα υπέρ της τρανς ταυτότητας στα παιδιά» και την κατηγόρησε για «χειραγώγηση». «Το πιο ανησυχητικό είναι πόσο συχνό έχει γίνει αυτό στα παιδικά προγράμματα», σχολίασε ο λογαριασμός Libs of TikTok, επισημαίνοντας τις ανησυχίες τους για το περιεχόμενο.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Μασκ αποκάλυψε ότι ακύρωσε τη συνδρομή του στο Netflix, αναφερόμενος σε ανάρτηση του δημιουργού του Dead End, Χέιμις Στιλ.

Συντηρητικοί κύκλοι επέκριναν τον Στιλ για σχόλια που ερμηνεύτηκαν ως επιδοκιμασία της δολοφονίας του συντηρητικού Τσάρλι Κερκ. Σε απάντησή του στα συλλυπητήρια που εξέφρασε ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, ο Στιλ απάντησε με ύβρεις, κατηγορώντας τον για υποκρισία και χαρακτηρίζοντας τον Κερκ «τυχαίο ναζί», του οποίου ο φόνος δεν άξιζε, κατά τον ίδιο, το ενδιαφέρον του πρωθυπουργού.

Το κάλεσμα του Μασκ για μποϊκοτάζ βρήκε στήριξη από αρκετούς συντηρητικούς influencer, οι οποίοι παρότρυναν τους ακολούθους τους να ακυρώσουν επίσης τη συνδρομή τους στην υπηρεσία.

Από την πλευρά του, ο τρανς ηθοποιός του Dead End: Paranormal Park, Ζακ Μπαράκ, υπερασπίστηκε τη σειρά, δηλώνοντας: «Είμαι πιο ευτυχισμένος από ποτέ, και αν κάποιος μου είχε δείξει αυτή την τηλεοπτική εκπομπή όταν ήμουν παιδί, θα είχα γλιτώσει χρόνια αυτοαπέχθειας. Παιδιά και γονείς μου έχουν πει ότι τους έσωσε τη ζωή», έγραψε στην πλατφόρμα Χ.

Μετά τη διάδοση των δηλώσεων του Μασκ στο διαδίκτυο, η μετοχή του Netflix σημείωσε πτώση 1,5% περίπου στις προσυνεδριακές συναλλαγές της 1ης Οκτωβρίου.

Το αίτημα για μποϊκοτάζ αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αντίδρασης συντηρητικών κύκλων στις ΗΠΑ ενάντια στην υιοθέτηση περιεχομένου σχετικού με την ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα καθώς και πολιτικών για τη διαφορετικότητα, την ισότητα και την ένταξη (DEI) από μεγάλες εταιρείες.

Ενδεικτικά, το 2023 το Target απέσυρε διάφορα παιδικά προϊόντα με θέμα το Pride έπειτα από εκστρατείες μποϊκοτάζ σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επικαλούμενη ανησυχίες για την ασφάλεια των εργαζομένων εξαιτίας επεισοδίων στα καταστήματα. Στο στόχαστρο βρέθηκαν κορμάκια με ΛΟΑΤΚΙ+ σύμβολα για βρέφη, παιδικά βιβλία για τρανς αντωνυμίες και μαγιό με την ένδειξη «tuck-friendly».

Παρόμοια αντίδραση είχε και η Bud Light νωρίτερα φέτος, όταν συνεργάστηκε με την τρανς influencer Ντίλαν Μαλβέινι, γεγονός που προκάλεσε κατακόρυφη πτώση στις πωλήσεις, με αναλυτές να προβλέπουν ακόμα και πιθανή μόνιμη απώλεια μεριδίου αγοράς για την εταιρεία.

Παράλληλα, ακτιβιστές συντηρητικής κατεύθυνσης άσκησαν έντονες πιέσεις σε εταιρείες για τις πολιτικές DEI, με αποτέλεσμα η John Deere το φετινό καλοκαίρι να ανακοινώσει ότι θα σταματήσει να στηρίζει παρελάσεις για την πολιτιστική ευαισθητοποίηση και θα αφαιρέσει από τα εκπαιδευτικά της υλικά «κοινωνικά υποκινούμενα» μηνύματα, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν έχει ποσοστώσεις στη διαφορετικότητα των προσλήψεων.

Η απόφαση αυτή ήρθε ως απάντηση στην εκστρατεία του Ρόμπι Στάρμπακ, ο οποίος κατηγόρησε τη βιομηχανία γεωργικών μηχανημάτων ότι έγινε «woke».

Τραμπ: Εξαγγελία ανάπτυξης στρατού στο Πόρτλαντ για καταστολή ταραχών

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ διέταξε την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων στο Πόρτλαντ του Όρεγκον, ως απάντηση στην κλιμάκωση των επεισοδίων έξω από ομοσπονδιακές εγκαταστάσεις μεταναστευτικής πολιτικής, δεσμευόμενος να χρησιμοποιήσει «πλήρη ισχύ, αν χρειαστεί» κατά όσων χαρακτήρισε εγχώριους τρομοκράτες.  

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social στις 27 Σεπτεμβρίου, ο Τραμπ ανέφερε: «Κατόπιν αιτήματος της υπουργού Εσωτερικής Ασφάλειας, Κρίστι Νοεμ, δίνω εντολή στον υπουργό Πολέμου, Πιτ Χέγκσεθ, να παράσχει όσα στρατεύματα χρειαστούν για την προστασία του Πόρτλαντ, που έχει μετατραπεί σε εμπόλεμη ζώνη, καθώς και κάθε εγκατάστασης της ICE που βρίσκεται υπό πολιορκία από την Αντίφα και άλλους εγχώριους τρομοκράτες. Εγκρίνω επίσης τη χρήση πλήρους ισχύος, εφόσον χρειαστεί».  

Η ανακοίνωση ακολουθεί το εκτελεστικό διάταγμα του Τραμπ στις 22 Σεπτεμβρίου, με το οποίο χαρακτηρίζεται η Αντίφα ως οργάνωση εγχώριας τρομοκρατίας.

Στο ίδιο διάταγμα, η ομάδα περιγράφεται ως «μιλιταριστική, αναρχική οργάνωση που επιδιώκει την ανατροπή της κυβέρνησης των ΗΠΑ», ενώ οι υποστηρικτές της κατηγορούνται για ένοπλες συμπλοκές με την αστυνομία, βίαιες επιθέσεις σε στελέχη της μεταναστευτικής υπηρεσίας και συντονισμένες ταραχές.

Παρότι πρόκειται για την πρώτη επίσημη απόδοση του χαρακτηρισμού «τρομοκρατική οργάνωση» στην Αντίφα, αναμένεται νομική αμφισβήτηση, δεδομένων των συνταγματικών προστασιών της Πρώτης Τροπολογίας που παραδοσιακά περιορίζουν τη δυνατότητα της κυβέρνησης να απαγορεύσει εγχώριες εξτρεμιστικές ομάδες.  

Τον Ιούλιο, η υπουργός Νοεμ είχε δηλώσει ότι οι επιθέσεις σε στελέχη της ICE σημειώνουν εκρηκτική αύξηση, αποδίδοντας το φαινόμενο σε διαδικτυακές καμπάνιες στοχοποίησης (doxing) που οργανώνονται από αναρχικούς και κύκλους της Αντίφα στο Πόρτλαντ.

Όπως τόνισε: «Αυτοί οι εγκληματίες τάσσονται στο πλευρό αδίστακτων καρτέλ και δουλεμπόρων. Δεν θα το ανεχτούμε στην Αμερική».  

Στις 22 Σεπτεμβρίου, η υφυπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Τρίσια ΜακΛάφλιν γνωστοποίησε ότι οι απειλές και η βία κατά των στελεχών της ICE έχουν ενταθεί, σημειώνοντας αύξηση των επιθέσεων κατά 1.000%, ενώ στο στόχαστρο τοποθετούνται πλέον και μέλη των οικογενειών τους.  

Η εγκατάσταση της ICE στο Πόρτλαντ αποτελεί συχνό σημείο διαδηλώσεων που αρκετές φορές κλιμακώνονται σε έκτροπα, με τραυματισμούς ομοσπονδιακών πρακτόρων και απαγγελία κατηγοριών για επίθεση εναντίον διαδηλωτών.

Νωρίτερα μέσα στον μήνα, διαδηλωτές τοποθέτησαν μια γκιλοτίνα έξω από τις εγκαταστάσεις, κίνηση που το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας χαρακτήρισε «παρανοϊκή συμπεριφορά».  

Οι αρχές του Πόρτλαντ συγκρούονται με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση σχετικά με τις εγκαταστάσεις της ICE, εκδίδοντας ειδοποίηση για πολεοδομική παράβαση σε βάρος του ομοσπονδιακού κράτους με την κατηγορία της παράνομης κράτησης ατόμων κατά τη διάρκεια της νύχτας, κάτι που αντίκειται στους κανονισμούς. Βάσει της πολιτικής προστασίας μεταναστών της Πολιτείας του Όρεγκον, η τοπική αστυνομία δεν εφαρμόζει τους ομοσπονδιακούς νόμους περί μετανάστευσης.  

Αρχές Σεπτεμβρίου, ο Τραμπ είχε υπονοήσει ότι το Πόρτλαντ ίσως είναι μια από τις επόμενες πόλεις όπου θα αναπτυχθούν ομοσπονδιακές δυνάμεις λόγω της έξαρσης της εγκληματικότητας και ταραχών, δηλώνοντας σε συνέντευξη Τύπου: «Το Πόρτλαντ… Δεν μπορεί να πιστέψει κανείς τι συμβαίνει εκεί. Καταστρέφεται η πόλη».  

Απαντώντας στις δηλώσεις Τραμπ, ο δήμαρχος του Πόρτλαντ Κιθ Γουίλσον σχολίασε: «Όπως και άλλοι δήμαρχοι ανά τη χώρα, ούτε ζήτησα ούτε χρειάζομαι ομοσπονδιακή παρέμβαση. Είμαστε υπερήφανοι που η αστυνομία του Πόρτλαντ έχει καταφέρει να προστατεύσει την ελευθερία της έκφρασης, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τις, κατά καιρούς, βίαιες πράξεις και φθορές που σημειώνονται στις διαδηλώσεις γύρω από τις εγκαταστάσεις της ICE. Περιμένουμε ότι το συγκεκριμένο σημείο θα παραμείνει επίκεντρο κινητοποιήσεων. Το Πόρτλαντ θα ανταποκριθεί εκ νέου στη συγκυρία ως περήφανη πόλη-καταφύγιο, χρησιμοποιώντας όλα τα νόμιμα μέσα για να υπερασπιστεί την τοπική κοινωνία και τα δικαιώματά μας».  

Πρόσφατα, ο Τραμπ επιβεβαίωσε στο Οβάλ Γραφείο πως βρίσκεται σε εξέλιξη συγκεκριμένη επιχείρηση για το Πόρτλαντ, δηλώνοντας: «Θα πάμε εκεί και θα κάνουμε μια μεγάλη επέμβαση εναντίον αυτών των ανθρώπων στο Πόρτλαντ», αποκαλώντας τους διαδηλωτές επαγγελματίες ταραξίες και αναρχικούς.  

Έχοντας ήδη αναπτύξει δυνάμεις στο Λος Άντζελες και ομοσπονδιακές υπηρεσίες στην Ουάσινγκτον, ο Τραμπ έχει απειλήσει με αποστολή στρατευμάτων και σε άλλες πόλεις, όπως η Βαλτιμόρη, το Σικάγο, το Μέμφις και η Νέα Ορλεάνη, στο πλαίσιο ευρύτερης προσπάθειας για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας στα αστικά κέντρα.

Ο Λαβρόφ κατηγορεί ΝΑΤΟ και ΕΕ για πόλεμο κατά της Ρωσίας

Ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας κατηγόρησε το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι έχουν κηρύξει πόλεμο στη Ρωσία και χρησιμοποιούν την Ουκρανία ως μέσο διεξαγωγής του, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από δυτικούς διπλωμάτες και ηγέτες του ΝΑΤΟ, οι οποίοι χαρακτήρισαν τους ισχυρισμούς ως διαστρέβλωση της πραγματικότητας και υπογράμμισαν πως η Μόσχα είναι αυτή που επανέφερε τον πόλεμο στην Ευρώπη.

Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ προέβη στις σχετικές δηλώσεις ενώπιον συναδέλφων του στη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της Ομάδας των 20 (G20) στα Ηνωμένα Έθνη, στη Νέα Υόρκη, στις 25 Σεπτεμβρίου.

«Ένα ακόμη ξεκάθαρο παράδειγμα είναι η κρίση στην Ουκρανία, που προκλήθηκε από τη Δύση, μέσω της οποίας το ΝΑΤΟ και η ΕΕ έχουν ήδη κηρύξει έναν πραγματικό πόλεμο κατά της χώρας μου και συμμετέχουν άμεσα σε αυτόν», δήλωσε ο Λαβρόφ.

Ο ίδιος και άλλοι Ρώσοι διπλωμάτες έχουν διατυπώσει παρόμοιους ισχυρισμούς στο παρελθόν, κατηγορώντας τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ πως επιχειρούν να καταστήσουν την Ουκρανία οχυρό κατά μήκος των ρωσικών συνόρων και να φέρουν τη στρατιωτική συμμαχία ακόμα πιο κοντά στη Μόσχα, γεγονός που το Κρεμλίνο αντιλαμβάνεται ως απειλή.

Το ΝΑΤΟ έχει επανειλημμένα διαψεύσει ότι τρέφει εχθρικές προθέσεις προς τη Ρωσία, αντιστρέφοντας τις κατηγορίες και υποστηρίζοντας ότι η Μόσχα επιχειρεί να διευρύνει τη σφαίρα επιρροής της στην περιοχή μέσω της επιθετικής της πολιτικής.

Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούττε τόνισε, απευθυνόμενος στις 25 Σεπτεμβρίου προς σπουδαστές της στρατιωτικής ακαδημίας West Point: «Η Ρωσία επανέφερε τον πόλεμο στην Ευρώπη και έχει συμμαχήσει με την Κίνα, τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν προκειμένου να ενισχύσει τις δυνατότητές τους και την ικανότητά τους να ασκούν επιρροή. Η ιστορία όμως δείχνει πως η συνεργασία μεταξύ Βορείου Αμερικής και Ευρώπης αποτελεί νικηφόρο συνδυασμό. Οι αντίπαλοί μας το γνωρίζουν. Η αταλάντευτη δέσμευσή μας στο Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με το οποίο επίθεση εναντίον ενός είναι επίθεση εναντίον όλων, στέλνει ισχυρό μήνυμα. Κάθε επιτιθέμενος οφείλει να γνωρίζει πως μπορούμε και πως θα ανταποδώσουμε με μεγαλύτερη ισχύ».

Στη συνάντηση στα Ηνωμένα Έθνη όπου μίλησε ο Λαβρόφ, η Βρετανίδα υπουργός Εξωτερικών Υβέτ Κούπερ απάντησε επικριτικά στις ρωσικές δηλώσεις, τονίζοντας: «Όσο και να διαστρεβλώνει την πραγματικότητα, όσο και να διασπείρει παραπληροφόρηση και προπαγάνδα ο Ρώσος εκπρόσωπος σχετικά με τα αίτια του πολέμου, δεν θα πείσει κανέναν», ενώ καταδίκασε για ακόμη μία φορά τον, όπως τον χαρακτήρισε, απρόκλητο και επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας.

Από την έναρξη της ρωσικής εισβολής τον Φεβρουάριο του 2022, τα ρωσικά στρατεύματα έχουν καταφέρει να θέσουν υπό έλεγχο περίπου το 20% της Ουκρανίας, χωρίς να διαφαίνονται ενδείξεις αποκλιμάκωσης.

Η αρχηγός της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ Κάγια Κάλλας απηύθυνε έκκληση στη διεθνή κοινότητα να ασκήσει πιέσεις στη Ρωσία, σημειώνοντας: «Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο στόχος της Ρωσίας για υποταγή της Ουκρανίας έχει αλλάξει».

Ο Λαβρόφ απέφυγε να σχολιάσει τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ανέφερε ότι η Ουκρανία θα πρέπει να περάσει στην αντεπίθεση εναντίον της Ρωσίας και να ανακτήσει όλα τα υπό κατοχή εδάφη.

Ο Τραμπ, σε ανάρτησή του στις 23 Σεπτεμβρίου στην πλατφόρμα Truth Social, έγραψε: «Αφού έμαθα και κατανόησα πλήρως τη στρατιωτική και οικονομική κατάσταση Ουκρανίας και Ρωσίας και διαπίστωσα τα οικονομικά προβλήματα που προκαλεί στη Ρωσία, πιστεύω ότι η Ουκρανία, με τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκεται σε θέση να αγωνιστεί και να ανακτήσει ολόκληρη την Ουκρανία στην αρχική της μορφή», προσθέτοντας: «Ο Πούτιν και η Ρωσία αντιμετωπίζουν μεγάλα οικονομικά προβλήματα και τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για να δράσει η Ουκρανία». Επεσήμανε δε την αδυναμία της Ρωσίας να πετύχει μια γρήγορη νίκη, αποκαλώντας τη «χάρτινη τίγρη».

Οι χαρακτηρισμοί αυτοί προκάλεσαν αιχμηρή αντίδραση του εκπροσώπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, ο οποίος παρατήρησε ότι «η Ρωσία δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί τίγρης. Πιο συχνά συνδέεται με την αρκούδα. Και χάρτινη αρκούδα δεν υπάρχει – η Ρωσία είναι πραγματική αρκούδα», συμπληρώνοντας ότι οι ρωσικές δυνάμεις δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να συνεχίσουν τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Η ανάρτηση του Τραμπ έγινε μετά από συνάντησή του με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, στη διάρκεια της οποίας δημοσιογράφοι ρώτησαν τον Αμερικανό πρόεδρο εάν θεωρεί πως μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ θα πρέπει να καταρρίπτει ρωσικό αεροσκάφος που εισέρχεται στον εναέριο χώρο της, με τον εκείνον να απαντά καταφατικά.

Οι ερωτήσεις αυτές έγιναν στο πλαίσιο της παραβίασης του εναέριου χώρου ευρωπαϊκών χωρών, όπως της Εσθονίας, η οποία κατήγγειλε την περασμένη εβδομάδα πως τρία ρωσικά μαχητικά MiG-31 παραβίασαν τον εναέριο χώρο της για 12 λεπτά, προτού απογειωθούν μαχητικά του ΝΑΤΟ για να τα αναχαιτίσουν και να τα απομακρύνουν.

Σύμφωνα με το ρωσικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων TASS, ο Πεσκόφ αντέδρασε στις δηλώσεις Τραμπ την 26η Σεπτεμβρίου, χαρακτηρίζοντας άκρως απερίσκεπτες, ανεύθυνες και επικίνδυνες τις δηλώσεις περί κατάρριψης ρωσικών αεροσκαφών.

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου διέψευσε επίσης ότι υπήρξε παραβίαση εναέριου χώρου, αποκαλώντας τις καταγγελίες αβάσιμες σε μαγνητοσκοπημένη του δήλωση: «Δεν παρουσιάστηκαν πειστικά στοιχεία. Επιμένουμε πως τα ρωσικά πολεμικά αεροσκάφη πραγματοποιούν όλες τους τις πτήσεις σε πλήρη συμμόρφωση με τους διεθνείς κανόνες».