Την πρόθεσή του να επεκτείνει το πυρηνικό οπλοστάσιο της Γαλλίας και να ενισχύσει τη στρατηγική αποτροπής της χώρας ανακοίνωσε ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν στις 2 Μαρτίου, προειδοποιώντας ότι η όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων αυξάνει τον κίνδυνο κλιμάκωσης των συγκρούσεων σε πυρηνικό επίπεδο.
Μιλώντας από τη ναυτική βάση υποβρυχίων στην Ιλ-Λονγκ της Βρετάνης, ο Μακρόν τόνισε: «Ζούμε μια περίοδο γεωπολιτικών ανατροπών, γεμάτη κινδύνους, και οι συμπατριώτες μας το αντιλαμβάνονται πλήρως. Η περίοδος αυτή επιβάλλει την ενίσχυση του δικού μας μοντέλου», προσθέτοντας ότι το σύστημα αποτροπής της Γαλλίας παραμένει «ισχυρό και αποτελεσματικό».
Ο Γάλλος πρόεδρος επισήμανε ότι ο κίνδυνος υπέρβασης του λεγόμενου «πυρηνικού ορίου» έχει αυξηθεί, καθώς πληθαίνουν οι συγκρούσεις που εμπλέκουν κράτη πυρηνικές δυνάμεις ή χώρες με φιλοδοξίες για πυρηνικά όπλα. Αναφέρθηκε στις πρόσφατες εντάσεις μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν, Ιράν και Ισραήλ, καθώς και στις ανησυχίες για την πυρηνική ασφάλεια της Ρωσίας.
Τόνισε δε: «Η αποτρεπτική μας ικανότητα παραμένει το θεμέλιο της εθνικής μας ασφάλειας. Αν χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε το οπλοστάσιό μας, κανένα κράτος, όσο ισχυρό κι αν είναι, δεν θα μπορέσει να το αποφύγει. Και κανένα, όσο μεγάλο κι αν είναι, δεν θα ανακάμψει».
Σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Ειρήνης της Στοκχόλμης για το 2025, η Γαλλία διαθέτει περίπου 290 πυρηνικές κεφαλές. Το Ινστιτούτο υπογράμμισε ότι το 2024 η Γαλλία συνέχισε τα προγράμματα ανάπτυξης τρίτης γενιάς πυρηνοκίνητου υποβρυχίου βαλλιστικών πυραύλων και νέου πυραύλου cruise εκτοξευόμενου από αέρος, ενώ παράλληλα αναβάθμισε υπάρχοντα οπλικά συστήματα, μεταξύ των οποίων και βελτιωμένο βαλλιστικό πύραυλο με νέα έκδοση κεφαλής.
Οι τοποθετήσεις του Μακρόν συμπίπτουν με τη συμπλήρωση έξι ετών από την ιστορική του ομιλία περί πυρηνικής αποτροπής στην Ανώτατη Σχολή Πολέμου της Γαλλίας. Ο Γάλλος πρόεδρος ανέφερε ότι η πυρηνική στρατηγική της χώρας θα συνεχίσει να εξελίσσεται, εγκαινιάζοντας μια νέα φάση που αποκάλεσε «προχωρημένη αποτροπή» με στόχο την ενίσχυση της συνεργασίας με τους ευρωπαίους συμμάχους, διατηρώντας παράλληλα την ανεξαρτησία των γαλλικών αποφάσεων.
Υπογράμμισε χαρακτηριστικά: «Η Γαλλία θα φέρει πάντα την αποκλειστική ευθύνη για οποιαδήποτε σκόπιμη υπέρβαση του πυρηνικού ορίου, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη τα συμφέροντα των συμμάχων μας».
Γαλλογερμανική συνεργασία στην πυρηνική αποτροπή
Παράλληλα με τη διεύρυνση του γαλλικού οπλοστασίου, Παρίσι και Βερολίνο ανακοίνωσαν νέα μέτρα περαιτέρω σύσφιξης της στρατηγικής τους συνεργασίας στην πυρηνική αποτροπή. Ο Μακρόν και ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ανέφεραν σε κοινή δήλωσή τους, επίσης στις 2 Μαρτίου, ότι οι δύο χώρες συμφώνησαν στη δημιουργία μιας ανώτατης ομάδας κατεύθυνσης για τα πυρηνικά, με αντικείμενο τον συντονισμό του δόγματος και των στρατηγικών ασκήσεων.
Η ομάδα αυτή θα προσφέρει διμερείς δυνατότητες διαλόγου επί της πυρηνικής στρατηγικής και συνεργασίας στην ενσωμάτωση συμβατικών δυνάμεων, συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας και ικανοτήτων πυρηνικής αποτροπής.
Στη σχετική ανακοίνωση επισημαίνεται: «Στόχος μας είναι να προβούμε σε συγκεκριμένες ενέργειες πριν το τέλος του έτους, περιλαμβανομένης της συμβατικής συμμετοχής της Γερμανίας σε γαλλικές πυρηνικές ασκήσεις», όπως σημείωσε ο Μερτς σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ (πρώην Twitter).
Γάλλοι και Γερμανοί αξιωματούχοι ανέφεραν επίσης ότι δεσμεύονται να εργαστούν από κοινού για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ικανότητας διαχείρισης ενδεχόμενης κλιμάκωσης πριν από τη χρήση πυρηνικών όπλων. Αυτό περιλαμβάνει τη βελτίωση συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης, αντιαεροπορικής άμυνας και δυνατοτήτων πληγμάτων ακριβείας. Οι δύο χώρες χαρακτήρισαν την πυρηνική αποτροπή βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της 2ας Μαρτίου, το ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφαλείας βασίζεται στη διευρυμένη αποτροπή που παρέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, συμπεριλαμβανομένων των αμερικανικών πυρηνικών όπλων που σταθμεύουν στην Ευρώπη, καθώς και στις ανεξάρτητες πυρηνικές δυνάμεις της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ωστόσο, όπως τόνισαν οι αξιωματούχοι, η γαλλογερμανική πρωτοβουλία θα συμπληρώνει και δεν θα υποκαθιστά τις υφιστάμενες ρυθμίσεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι η συνεργασία παραμένει συνεπής προς τις διεθνείς τους υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένης της Συνθήκης περί Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων.


