Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Μάθιου Άρνολντ, «Η παραλία του Ντόβερ»: Πίστη σε μια εποχή απιστίας

Το 1851, το ρομαντικό όνειρο της ποίησης φαινόταν να έχει σχεδόν εξαφανιστεί υπό τη βικτοριανή πραγματικότητα. Η φαντασία και η ποίηση έδωσαν τη θέση τους στον πραγματισμό, τον ωφελιμισμό και την υλική πρόοδο. Τον θαυμασμό για το μεγαλείο της φύσης αντικατέστησε η κατάπληξη για τις τεχνολογικές εξελίξεις.

Ήταν δύσκολο να ζει κανείς ως άνθρωπος με πίστη, όταν η επιστήμη έδινε τις απαντήσεις της ζωής. Ήταν δύσκολο να συλλάβει κανείς τη χρησιμότητα της τέχνης, όταν τα οφέλη της δεν μπορούσαν να μετρηθούν.

Ωστόσο, ο Άγγλος ποιητής Μάθιου Άρνολντ έβρισκε την ομορφιά και τη σοφία στα έργα των αρχαίων. Πέρασε τη ζωή του διδάσκοντας τα κλασικά έργα, ενώ παρακολουθούσε με ανησυχία πώς η κοινωνία απομακρυνόταν από την πίστη που εκφραζόταν σε αυτά τα κείμενα.

ZoomInImage
Φωτογραφία του Μάθιου Άρνολντ, περίπου 1883, Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων. (Public Domain)

 

Λέγεται ότι ο Άρνολντ έγραψε το ποίημά του, «Η παραλία του Ντόβερ», κατά τη διάρκεια του μήνα του μέλιτός του, το 1851. Καθώς ο αφηγητής του ποιήματος παρακολουθεί την παλίρροια και την άμπωτη των κυμάτων στην ακτή, αναλογίζεται την ύφεση της «θάλασσας της πίστης» εκείνης της εποχής.

Για την ώρα, ο αφηγητής σημειώνει ότι όλα φαίνονται ήρεμα στην προσωπική του ζωή. Η νύχτα είναι όμορφη και βρίσκεται με την αγαπημένη του. Ωστόσο, ο φλοίσβος, που μιμείται ο Άρνολντ με τους επαναλαμβανόμενους ήχους «s» και περιγράφει ως «τρέμουλο ρυθμό», περιέχει μια νότα μελαγχολίας.

Αντιγόνη

Είναι ο ίδιος ήχος που άκουσε και ο Σοφοκλής αιώνες πριν. Ο Άρνολντ αναφέρεται στον Έλληνα τραγωδό στη δεύτερη στροφή:

Πολύ παλιά ο Σοφοκλής / την άκουσε στο Αιγαίο, και του ‘φερε / στον νου το ανεβοκατέβασμα το συνεχές / της ανθρώπινης δυστυχίας.

Sophocles long ago / Heard it on the Aegean, and it brouht / Into his mind the turbid ebb and flow / Of human misery.

Αυτές οι γραμμές αναφέρονται στην Αντιγόνη, που ασχολείται με τις εντάσεις μεταξύ κράτους και ατόμου, δικαιοσύνης και ελέους, οικογένειας και αξιώματος, θεΐκών και ανθρώπινων νόμων. Οι δύο αδελφοί της Αντιγόνης, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης, ήταν διάδοχοι του θρόνου της Θήβας και είχαν συμφωνήσει να κυβερνούν εναλλάξ για ένα χρόνο ο καθένας. Ωστόσο, ο Ετεόκλης αρνήθηκε να παραδώσει τον θρόνο στο τέλος του πρώτου έτους, οπότε ο Πολυνείκης ηγήθηκε ενός στρατού εναντίον του και οι δύο αδέρφια σκοτώθηκαν στη μάχη. Τότε, ανεβαίνει ο θείος τους Κρέων στον θρόνο και διατάζει να εκτελεστεί δημόσια ο Πολυνείκης και να μείνει άταφος, ως προδότης.

Αυτό αποτελεί προσβολή όχι μόνο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αλλά και των θεϊκών νόμων. Το σώμα του αφήνεται να βεβηλωθεί από τα άγρια ζώα, ενώ ταυτόχρονα εμποδίζεται και η ψυχή του να περάσει στην άλλη ζωή. Είναι προσβολή προς τους θεούς. Η Αντιγόνη πρέπει να επιλέξει μεταξύ του νόμου του κράτους και του νόμου των θεών.

Χωρίς να εμπλέκεται στην πολιτική διαμάχη για εξουσία μεταξύ των δύο ανδρών, βλέπει τους αδελφούς της μόνο ως ίσους στη δυστυχία και θέλει να λάβουν την ίδια τιμή. Αψηφά τη διαταγή του θείου της και ακολουθεί τις επιταγές της συνείδησής της, λέγοντας: «Γεννήθηκα για να αγαπώ, όχι για να μισώ – αυτή είναι η φύση μου».

Οι στίχοι του έργου που αναφέρει ο Άρνολντ λέγονται από τον χορό, όταν ο Κρέων δηλώνει ότι η Αντιγόνη πρέπει να πεθάνει για το έγκλημα της ανυπακοής της, προσφέροντας στον Πολυνείκη τα κατάλληλα ταφικά έθιμα. Λέει ο χορός:

«Καλόμοιρος οπού δε γεύτηκε ζωή πικρή· / όποιος από θεού τού σείστηκε συθέμελα το σπίτι, / να σέρνει συμφορές σωρό στο σόι του δε σώνει· / όπως το κύμα του γιαλού / την ανεμόδαρτη την άμμο πίσσα σωριάζει στο βυθό, / όταν ορμά με την ανεμική της Θράκης / το θεοσκότεινο το πέλαγος / κι όταν βογκούν στενάζοντας τα πληγωμένα βράχια.» [1]

«ΧΟ. εὐδαίμονες οἷσι κακῶν ἄγευστος αἰών.                 [στρ. α]
οἷς γὰρ ἂν σεισθῇ θεόθεν δόμος, ἄτας
οὐδὲν ἐλλείπει γενεᾶς ἐπὶ πλῆθος ἕρπον·                       585
ὁμοῖον ὥστε πόντιον
οἶδμα δυσπνόοις ὅταν
Θρῄσσῃσιν ἔρεβος ὕφαλον ἐπιδράμῃ πνοαῖς,
κυλίνδει βυσσόθεν κελαινὰν                                              590
θῖνα καὶ δυσάνεμοι
στόνῳ βρέμουσιν ἀντιπλῆγες ἀκταί.» [2]

ZoomInImage
Νικηφόρος Λύτρας, «Η Αντιγόνη μπροστά στον νεκρό Πολυνείκη», 1865. (Public Domain)

 

Ο Κρέων αγνοεί τις εκκλήσεις του γιου του, Αίμονα (αρραβωνιαστικού της Αντιγόνης), και τις προειδοποιήσεις του μάντη Τειρεσία, ο οποίος λέει ότι το πείσμα του Κρέοντα είναι προσβολή προς τους θεούς, επιτρέπει δε στην επιδίωξη της δικαιοσύνης και στην άκαμπτη πίστη του προς το κράτος να επισκιάσουν την ανησυχία του για την οικογένειά του.

Ο Κρέων αφήνει τον ρόλο του ως ηγετική φυσιογνωμία να επισκιάσει και την ταυτότητά του ως άτομο, καθιστώντας την προδοσία ασυγχώρητη προσβολή στα μάτια του και οδηγώντας τον να επιδιώξει τη δικαιοσύνη αποκλείοντας την ευσπλαχνία, με αποτέλεσμα να χάσει την οικογένειά του. Μετανοεί πολύ αργά: η Αντιγόνη πεθαίνει, ο Αίμονας αυτοκτονεί από τη θλίψη του για τον χαμό της και η γυναίκα του Κρέοντα αυτοκτονεί από τη θλίψη της για τον γιο της. Η ανταμοιβή του Κρέοντα για την πίστη του στο κράτος είναι ότι διατηρεί μεν τον θρόνο που επιθυμούσε και τιμούσε, αλλά η θέση έχει χάσει πλέον την αξία της αφού έχουν χαθεί όλα τα άλλα.

Ο Σοφοκλής άκουσε την ίδια θλιβερή μελωδία στην εποχή του, όπως ο Άρνολντ στη βικτωριανή εποχή: τον ήχο των κυμάτων που χτυπούν κάποιον που αισθάνεται σαν ένα νησί, ένα μοναχικό προπύργιο της πίστης που πλήττεται από τις καταιγίδες ενός άπιστου κόσμου.

Χωρίς πίστη, το άτομο μένει στο σκοτάδι, «σαρωμένο από σύγχυση, συναγερμούς αγώνα και φυγής, / όπου αδαείς στρατιές συγκρούονται τη νύχτα» [3]. Το κράτος χάνει την αγκυροβόλησή του στον Θεό, το άτομο χάνει την αγκυροβόλησή του στην κουλτούρα και το έθνος του. Τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίστηκαν αυτά τα πράγματα φαίνονται διαβρωμένα, σαρωμένα σαν τα βότσαλα στην παραλία όταν η παλίρροια υποχωρεί.

Σύνδεση με το παρελθόν

Ο ποιητής εξακολουθεί να διατηρεί αυτή τη σύνδεση με το παρελθόν, αυτή την κατανόηση ότι η παλίρροια ανεβαίνει και κατεβαίνει, όπως η πίστη αποκαταστάθηκε μετά από μια μακρά περίοδο απιστίας. Στο παρόν, εν μέσω αυτής της αναταραχής, ο Άρνολντ λέει ότι το άτομο μπορεί να ριζώσει μόνο στις προσωπικές του αγάπες.

Σε μια εποχή που δεν αναγνωρίζει την Αλήθεια, αλλά μόνο τα γεγονότα και τις εμπειρικές αποδείξεις, ο ποιητής λέει: «Αγάπη, ας είμαστε αληθινοί ο ένας στον άλλο!» [4]. Για τους νεόνυμφους, σε μια τέτοια κοινωνία, η αγάπη τους φαίνεται η μόνη που αναγνωρίζεται από έναν κόσμο που θεωρεί την αγάπη για τον Θεό ως τρέλα και την αγάπη για την τέχνη ως άκαρπη. Ο ποιητής συνεχίζει:

«Για τον κόσμο, που μοιάζει σαν / ν’ απλώνεται μπροστά μας σαν χώρα των ονείρων, / τόσο ποικίλος, τόσο όμορφος, τόσο καινός, / δεν υπάρχει πραγματικά ούτε χαρά ούτε αγάπη ούτε φως / ούτε βεβαιότητα ούτε ειρήνη ούτε ανακούφιση από τον πόνο.»

«For the world, which seems / To lie before us like a land of dreams, / So various, so beautiful, so new / Hath really neither joy, nor love, nor light, / Nor certitude, nor peace, nor help for pain.» 

Ακόμη και για τους άπιστους, τέτοιες δηλώσεις είναι καθολικά αποδεκτές. Ο κόσμος δεν προσφέρει καμία μόνιμη χαρά ή ειρήνη. Η λύση στο πρόβλημα του πόνου βρίσκεται μόνο στην πίστη που ο κόσμος έχει απορρίψει.

Σε μια τέτοια εποχή, το άτομο αναγκάζεται να φέρει μόνο του το φως της πίστης, όπως η Αντιγόνη, ακόμη και όταν αντιμετωπίζει μεγάλη αντίσταση. Ακόμα κι αν αυτό ενέχει μερικές φορές μεγάλο προσωπικό κόστος, έστω και μια μικρή, μοναδική μαρτυρία μπορεί να αλλάξει το ρεύμα..

Ο Άρνολντ έχει δίκιο όταν λέει ότι πρέπει να κρατηθούμε σε ό,τι αγαπούμε και πιστεύουμε – ωστόσο, χρειάζεται κάτι περισσότερο. Όπως δείχνει ο Σοφοκλής, καλούμαστε να ελπίζουμε και να αντέχουμε, μεταφέροντας το φως της πίστης στο μέλλον, γνωρίζοντας ότι ακόμα κι αν δεν ζήσουμε για να το δούμε, η παλίρροια θα ξαναέρθει.

Της Marlena Figge

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Σοφοκλή, Αντιγόνη, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1994. Μετάφραση: Κ. Γεωργουσόπουλος (Κ. Χ. Μύρης), σ. 71

2. Σοφοκλή, Αντιγόνη, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

3. “Swept with confused alarms of struggle and flight,/ Where ignorant armies clash by night.” : Στίχοι από το ποίημα του Μάθιου Άρνολντ Η παραλία του Ντόβερ (Dover Beach)

4. “Ah, love, let us be true/ To one another!” : Στίχοι από το ποίημα του Μάθιου Άρνολντ Η παραλία του Ντόβερ (Dover Beach)

 

Μουσικές συνθέσεις εμπνευσμένες από την κλασική λογοτεχνία

Ο Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ ήταν ερωτευμένος με τη θάλασσα, η οποία ήταν η Μούσα του. Μία μέρα, καθώς βάδιζε στην παραλία της Οδησσού, η θάλασσα τού μίλησε για τον πρώτο ναυτικό της Δύσης, τον πολυμήχανο Οδυσσέα, εμπνέοντάς τον να μελοποιήσει ένα μέρος του ομηρικού έπους. Το αποτέλεσμα ήταν η σύνθεση «Μια σελίδα από τον Όμηρο, Op. 60»

Ο Ρίμσκι-Κόρσακοφ δεν είναι φυσικά ο μόνος συνθέτης που εμπνεύστηκε από ένα μεγάλο έργο της λογοτεχνίας. Η μουσική ιστορία βρίθει από συνθέσεις που συνδέονται με τη δυτική λογοτεχνική παράδοση. Ο τρόπος με τον οποίο τα κλασικά λογοτεχνικά έργα έχουν μεταφραστεί σε μουσική και συνοδεύονται από μουσική είναι απόδειξη τόσο της ιδιοφυΐας των συνθετών όσο και της αθάνατης δύναμης της λογοτεχνίας.

Από τα αρχαία έπη του Ομήρου, πριν από περισσότερα από 4.000 χρόνια έως τα σύγχρονα έπη του Τόλκιν, η μεγάλη λογοτεχνία συνεχίζει να εμπνέει μουσικές διασκευές και ερμηνείες. Τόσο η μουσική όσο και η λογοτεχνία διαθέτουν την παράξενη και αναντικατάστατη δύναμη της τέχνης: να δημιουργούν κόσμους, να μας επιτρέπουν να ζούμε νέους τρόπους ύπαρξης. Η αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των δύο μορφών τέχνης που χτίζουν κόσμους έχει εμπλουτίσει βαθιά η μία την άλλη κατά τη διάρκεια των αιώνων.

«Μια σελίδα από τον Όμηρο, Op. 60»

Η αρχική ιδέα του Ρίμσκι-Κόρσακοφ ήταν ένα πιο εκτεταμένο έργο. Το 1901, ζήτησε από τον Βλαντίμιρ Μπέλσκυ να γράψει το λιμπρέτο για μία όπερα με τον τίτλο «Ναυσικά».

Ωστόσο, εκείνη την περίοδο, ο Μπέλσκυ ήταν ήδη απορροφημένος από δύο άλλα λιμπρέτα. Έτσι, ο συνθέτης άρχισε να δουλεύει μόνος του ένα «μικρό σκίτσο από την Οδύσσεια», το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει την εισαγωγή της όπερας. Η ιδέα μιας πλήρους όπερας ξεθώριασε με την πάροδο του χρόνου, αλλά το σκίτσο έγινε ένα όμορφο αυτόνομο κομμάτι δώδεκα λεπτών.

Nikolay Rimsky-Korsakov in 1897. (Public Domain)
Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ, 1897. (Public Domain)

 

Ξεκινά δραματικά, με πομπώδεις συγχορδίες που θυμίζουν τα κύματα της θάλασσας. Αυτές αντισταθμίζονται γρήγορα από νότες που είναι ταυτόχρονα ρομαντικές και φανταστικές. Η αρχική ένταση των χάλκινων πνευστών και οι δραματικές κλιμακώσεις δίνουν σταδιακά τη θέση τους σε ήρεμες γυναικείες φωνητικές αρμονίες, που προσθέτουν ένα άρωμα μυστηρίου και γαλήνης που θυμίζει ηλιόλουστα, παραδεισένια νησιά της Μεσογείου.

«Δον Κιχώτης: Φανταστικές παραλλαγές πάνω σε ένα θέμα ιπποτικού χαρακτήρα, έργο 35»

Ένα άλλο έργο κλασικής μουσικής με επίκεντρο έναν ηρωικό λογοτεχνικό χαρακτήρα είναι το «Δον Κιχώτης: Φανταστικές παραλλαγές σε ένα θέμα ιπποτικού χαρακτήρα, Op. 35» του Ρίχαρντ Στράους. Ο μοναχικός περιπλανώμενος ιππότης του Μιγκέλ ντε Θερβάντες, που περιπλανιέται στις ισπανικές πεδιάδες αναζητώντας ιπποτικές αποστολές πολύ μετά το τέλος της εποχής της ιπποσύνης, κέντρισε τη φαντασία του δυτικού κόσμου όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1605. Σχεδόν 300 χρόνια αργότερα, εξακολουθούσε να συναρπάζει τους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένου του Γερμανού συνθέτη Ρίχαρντ Στράους.

Το 1897, ο Στράους συνέθεσε ένα «τονικό ποίημα» – ένα ορχηστρικό μουσικό έργο που απεικονίζει το περιεχόμενο ενός ποιήματος ή μυθιστορήματος – βασισμένο στον «Δον Κιχώτη».

Το επεισοδιακό μυθιστόρημα προσφερόταν για μία μουσική ερμηνεία, η οποία, σύμφωνα με τον Στράους, περιελάμβανε περισσότερα από 53 λειτουργικά μοτίβα ή θέματα. Όπως σημείωσε η Μάριαν Ουίλλιαμς Τομπίας για τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ινδιανάπολης, το τονικό ποίημα περιγράφει θαυμάσια την ιστορία, ενώ παράλληλα αποτυπώνει και την ψυχολογική μεταμόρφωση των χαρακτήρων. Η Τομπίας ανέφερε τον μουσικό κριτικό Έρνεστ Νιούμαν, ο οποίος είπε: «Πουθενά εκτός από το έργο του λαμπρού παλιού Μπαχ δεν υπάρχει τέτοιος συνδυασμός ανεξάντλητης δημιουργικής φαντασίας».

The windmills of Consuegra, Spain, made famous by Miguel de Cervantes in his "The Ingenious Nobleman Don Quixote of La Mancha." (Michal Osmenda/ CC 2.0)
Οι ανεμόμυλοι της Κονσουέγκρα, στην Ισπανία, τους οποίους έκανε διάσημους το έργο του Μιγκέλ ντε Θερβάντες «Ο  ευγενής Δον Κιχώτης από τη Μάντσα». (Michal Osmenda/CC 2.0)

 

Στη σύνθεση, ο Στράους αντιστοιχίζει τα όργανα στους χαρακτήρες. Το σόλο τσέλο (και μερικές φορές το σόλο βιολί) αντιπροσωπεύει θεματικά τον ίδιο τον Δον Κιχώτη. Το κλαρινέτο και η τενόρο τούμπα ενσαρκώνουν τον υπηρέτη του, Σάντσο Πάντσα, ενώ το όμποε εκφράζει την όμορφη αλλά άπιαστη Δουλτσινέα. Οι ήχοι του τσέλου, για παράδειγμα, είναι συχνά τολμηροί, ρέοντες και ρομαντικοί, αντανακλώντας άριστα τον χαρακτήρα του Δον Κιχώτη στο μυθιστόρημα.

Παρόμοια εφευρετικότητα συναντάται και στην Παραλλαγή II, η οποία βασίζεται σε ένα επεισόδιο του μυθιστορήματος, κατά το οποίο ο Δον Κιχώτης βλέπει ένα κοπάδι προβάτων σαν εχθρικό στρατό και του επιτίθεται. Ο Στράους μιμείται τον ήχο των ζώων χρησιμοποιώντας μία ιδιαίτερη τεχνική φυσήματος στα χάλκινα πνευστά, μια από τις πρώτες εκτεταμένες χρήσεις της τεχνικής αυτής που δίνει παράφωνο ήχο.

Όταν ρωτήθηκε ο Στράους, το 1921, ποια από τα τονικά του ποιήματα ήταν τα αγαπημένα του, συμπεριέλαβε το «Δον Κιχώτη» στα τρία πρώτα:

«Αυτά που εκφράζουν πιο καθαρά εμένα και τις απόψεις μου: «Ζαρατούστρα, Δον Κιχώτης και Ντομέστικα.»

«Ουβερτούρα από το Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας, έργο 21»

Ο Γερμανός συνθέτης Φέλιξ Μέντελσον ήταν ένα παιδί-θαύμα, όπως και ο Μότσαρτ, αρχίζοντας μαθήματα πιάνου σε ηλικία 6 ετών και δίνοντας το πρώτο του κονσέρτο σε ηλικία 9 ετών.

Σε ηλικία μόλις 17 ετών, ο Μέντελσον συνέθεσε μια ουβερτούρα για το έργο του Σαίξπηρ «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας». Σύμφωνα με τα λόγια της μαέστρου Μαρίν Άλσοπ, ο Μέντελσον απελευθέρωσε τη δημιουργική του δύναμη σε αυτό το έργο με εξαιρετικό αποτέλεσμα, «αποτυπώνοντας απόλυτα τη μαγεία και την ελαφρότητα του αιθέριου κόσμου που δημιούργησε ο Σαίξπηρ».

Το έργο του Σαίξπηρ για τους εραστές που χάνονται σε ένα μαγικό δάσος πρέπει να προσέφερε στον νεαρό συνθέτη ευρύ πεδίο για καλλιτεχνική εξερεύνηση και έκφραση. Το έργο του λάμπει από χαρά, ρομαντισμό, μαγεία και βαθιές σκέψεις για την ανθρώπινη κοινωνία, το γάμο και τη φύση, όλα ντυμένα με την εξαιρετική ποίηση του Σαίξπηρ. Ο Μέντελσον εκμεταλλεύτηκε πλήρως αυτό το πλεονέκτημα.

Η ουβερτούρα ξεκινά με τέσσερις μεγαλοπρεπείς συγχορδίες και τους αέρινους ήχους του φλάουτου και των εγχόρδων, που γρήγορα αρχίζουν να χορεύουν με τη σκανταλιάρικη διάθεση των ξωτικών, θυμίζοντας το τρέξιμο των νεράιδων. Σύντομα, το κομμάτι ανοίγει σε έναν πλήρη, χαρούμενο ήχο που αποτελείται από το παιχνίδι μεταξύ των εγχόρδων και των κόρνων. Η ένταση αυξάνεται καθώς προχωρά η ουβερτούρα, αλλά δεν εγκαταλείπει την ανεμελιά που διέπει το έργο, καταλήγοντας σε ένα κωμικό και χαρούμενο φινάλε. Σε όλο το έργο, ο Μέντελσον αναμιγνύει θέματα για την αυλή της Αθήνας, τις νεράιδες, τους εραστές, ακόμη και για τον Νικ Μπόττομ, τον υφαντή. Όπως ο Στράους, ο Μέντελσον χρησιμοποιεί έξυπνη ενορχήστρωση για να μιμηθεί τους ήχους των ζώων – όπως τον γάιδαρο του μαγεμένου Μπόττομ, που τον αποδίδει με ένα «χι-χα» από τα έγχορδα.

«Ο δρόμος συνεχίζεται παντοτινά: Ποιήματα και τραγούδια της Μέσης Γης»

Ο μεγάλος συγγραφέας φαντασίας Τζ.Ρ.Ρ. Τόλκιν έγραψε δεκάδες τραγούδια για τα λογοτεχνικά του έργα σχετικά με το φανταστικό βασίλειο της Μέσης Γης, συμπεριλαμβανομένων του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και του «Χόμπιτ».

Αν και στα βιβλία του υπάρχουν μόνο ως στίχοι, μετά τη δημοσίευση και τη διάδοση των έργων, ορισμένοι μουσικοί έδειξαν ενδιαφέρον για αυτά τα τραγούδια. Ένας από αυτούς ήταν ο Βρετανός συνθέτης, τραγουδιστής και διασκεδαστής Ντόναλντ Σουάν. Σε συνεργασία με τον ίδιο τον Τόλκιν, ο Σουάν μελοποίησε τις μπαλάντες, τα ταξιδιωτικά τραγούδια και τα ποιήματα του Τόλκιν σύμφωνα με την παράδοση της βρετανικής λαϊκής μουσικής.

Δημοσίευσε αυτά τα γραφικά κομμάτια στο βιβλίο The Road Goes Ever On: Poems & Songs of Middle Earth, το οποίο εγκρίθηκε από τον Τόλκιν. Ο ίδιος ο συγγραφέας πρόσθεσε σημειώσεις και σχόλια στο βιβλίο. Όπως εξήγησε ο Στιούαρτ Χέντρικσον στην ηχογράφηση των τραγουδιών, όλα εκτός από ένα προέρχονται από το «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών». Ένα τραγούδι μάλιστα τραγουδιέται στα ελφικά, τη γλώσσα που επινόησε ο Τόλκιν.

A vintage, paperback edition of "The Hobbit" with cover illustration by J. R. R. Tolkien, published on Sept. 21, 1937. (Doodeez/Shutterstock)
Μία από τις πρώτες εκδόσεις του «Χόμπιτ», με εξώφυλλο του ίδιου του Τζ. Ρ.Ρ.Τόλκιν, που κυκλόφόρησε στις 21 Σεπτεμβρίου 1937. (Doodeez/Shutterstock)

 

Σε όσους έχουν διαμορφώσει μία μουσική εντύπωση για τη Μέση Γη από την αριστουργηματική μουσική επένδυση του Χάουαρντ Σορ για τις κινηματογραφικές μεταφορές του Πήτερ Τζάκσον, οι ερμηνείες του Σουάν μπορεί να φανούν λίγο περίεργες. Κατ’ αρχάς, η ηχογράφηση του Χέντρικσον χρησιμοποιεί πιάνο, το οποίο δεν είναι όργανο που ανήκει στη Μέση Γη. Παρ’ όλα αυτά, τα τραγούδια είναι γοητευτικά και συγκινητικά. Έχουν μια σαφή σύνδεση με αυτό που γνωρίζουμε για τη μεσαιωνική ή ακόμα και την αρχαία μουσική, η οποία συχνά βασίζεται σε σόλο φωνή συνοδευόμενη από λιτή ενορχήστρωση. Σίγουρα, το γεγονός ότι ο ίδιος ο συγγραφέας ενέκρινε αυτές τις ερμηνείες τούς προσδίδει, αναμφίβολα, ένα βαθμό αξιοπιστίας.

 

Τι μας διδάσκει ο Δάντης για τον πόνο στη «Θεία Κωμωδία»

Η «Θεία Κωμωδία», που γράφτηκε από τον Δάντη Αλιγκιέρι στις αρχές του 14ου αιώνα, αφηγείται το πνευματικό ταξίδι του προσκυνητή στα βασίλεια της μεταθανάτιας ζωής: την Κόλαση, το Καθαρτήριο και τον Παράδεισο. Το εμβληματικό ποίημα του Δάντη διατρέχει τα οδυνηρά βάθη της Κόλασης και εκτοξεύεται στις φωτεινές κορυφές του Ουρανού, περιλαμβάνοντας όλο το φάσμα των ανθρώπινων συναισθημάτων και εμπειριών, συμπυκνώνοντας το σύνολο του ανθρώπινου δράματος.

ZoomInImage
Λεπτομέρεια από τοιχογραφία του Λούκα Σινιορέλλι στο παρεκκλήσι του Αγίου Μπρίζιο, στον καθεδρικό ναό του Ορβιέτο, που απεικονίζει τον Δάντη Αλιγκιέρι. (JoJan/CCBY-SA 3.0)

 

 

Όπως σημειώνουν οι Άλντο Μπερνάρντο και Άντονυ Πελεγκρίνι στο βιβλίο τους Companion to Dante’s Divine Comedy, ο Δάντης προσπάθησε να συνθέσει ένα «πλήρες όραμα» για όλα όσα υπάρχουν, το σύμπαν και τη θέση της ανθρωπότητας σε αυτό, συγκεντρώνοντας όλα τα πράγματα σε ένα αρμονικό και οργανωμένο σύνολο, δεμένο με τη δύναμη της αγάπης. Τα περισσότερα από όσα έγραψε τον 14ο αιώνα ισχύουν εξίσου και σήμερα: συνεχίζουμε να ζούμε ένα ψυχολογικό και πνευματικό δράμα, του οποίου τα θεμέλια παραμένουν αναλλοίωτα. Για την ανθρώπινη φύση, ο πόνος αποτελεί  συστατικό στοιχείο του κόσμου και θα παλεύουμε με το πώς να τον κατανοήσουμε.

Ο Δάντης μπορεί να μας βοηθήσει διδάσκοντάς μας σιγά-σιγά τον μυστηριώδη τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο πόνος και γιατί αποτελεί απαραίτητο καταλύτη για την ανάπτυξη και την τελειοποίησή μας ως ανθρώπινα όντα.

Ο πόνος στην κόλαση

Η «Θεία Κωμωδία» είναι ένα ποίημα γεμάτο πόνο στην αρχή. Μετά την περίφημη έναρξη που μας παρουσιάζει τον Δάντη σε «ένα ζοφερό δάσος, παραστρατημένο»,  ο ποιητής συναντά τον Βιργίλο και οδηγείται από εκείνον στα έγκατα της Κόλασης. Εκεί, βλέπει τα βάσανα, τα μαρτύρια και την απελπισία που είναι οι συνέπειες της αμετανόητης αμαρτίας.

ZoomInImage
Τοιχογραφία του Ντομένικο ντι Μικελίνο (1465) που παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο τον Δάντη να κρατά τη «Θεία Κωμωδία» του, ενώ περιτριγυρίζεται από εικόνες της Κόλασης, των επτά βαθμίδων του Καθαρτηρίου και της Φλωρεντίας, με τις σφαίρες του Ουρανού ως επιστέγασμα. Καθεδρικός ναός της Αγίας Μαρίας του Φιόρε, Φλωρεντία. (Public Domain)

 

Καθώς ο Δάντης και ο Βιργίλιος κατεβαίνουν τα επίπεδα της Κόλασης το ένα το άλλο, βλέπουν τις ψυχές να παρασύρονται από καταιγίδες, να καρφώνονται από τα δίκρανα των δαιμόνων και να κολλάνε ανάποδα σε αχνιστές καυτές τρύπες — είναι τα βάσανα εκείνων που αρνήθηκαν να αλλάξουν. Οι αμαρτωλοί στην «Κόλαση» υφίστανται μια ατελείωτη εμπειρία πόνου ως τιμωρία για τις αμαρτίες τους και την άρνηση ή αδυναμία τους για γνήσια μετάνοια. Ο πόνος δεν μπορεί να επιφέρει καμία βελτίωση σε αυτές τις ψυχές.

Οι κριτικοί γενικά συμφωνούν ότι το ποίημα του Δάντη μπορεί να διαβαστεί σε πολλαπλά επίπεδα: Σε ένα επίπεδο, είναι η περιγραφή ενός ταξιδιού στη μετά θάνατον ζωή. Αλλά αλληγορικά, αφηγείται επίσης το ταξίδι της ψυχής προς τον Θεό κατά τη διάρκεια αυτής της ζωής, τη διαδικασία της πνευματικής μεταστροφής και ωρίμανσης.

Μέσα από ισχυρές ποιητικές εικόνες, ο Δάντης επισημαίνει το γεγονός ότι ακόμη και εδώ στη γη τα βάσανα μιας δύστροπης ψυχής είναι ουσιαστικά αυτοεπιβαλλόμενα. Ο αμαρτωλός ζει σε έναν κόσμο περιχαρακωμένο από την ατομική του θέληση και επιθυμίες, ο οποίος συνεχώς συστέλλεται μέχρι που το άτομο εγκλωβίζεται μέσα στο ίδιο του το κακό και τη δυστυχία. Αυτός ακριβώς είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Δάντης απεικονίζει τον Σατανά στο ποίημα: ως μια τερατώδη φιγούρα κλεισμένη σε φύλλα πάγου, βαθιά στον πυρήνα της γης. Ο πάγος έχει σχηματιστεί εξαιτίας των ψυχρών ριπών που δημιουργούνται από το ατελείωτο χτύπημα των νυχτεριδοφτερών του κακού πνεύματος. Με την αχαλίνωτη υπερηφάνεια και την άκαρπη προσπάθειά του να υψωθεί πάνω από τον ίδιο τον Θεό, ο Σατανάς δημιούργησε ο ίδιος τη φυλακή του.

Στοχαζόμενοι για τη μεταφορική και τη γήινη έννοια του ποιήματος, βλέπουμε τη σοφία και την αλήθεια όσων προτείνει ο Δάντης: η εμπειρία του πόνου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη στάση του πάσχοντος, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο πόνος μπορεί ακόμη και προκαλείται από τον ίδιο, από την άρνησή του να εγκαταλείψει έναν επιβλαβή, επιζήμιο ή παράλογο τρόπο ζωής.

Εν τούτοις, ο τιμωρητικός πόνος της Κόλασης δεν είναι ο μόνος τύπος πόνου που παρουσιάζει ο Δάντης. Στο δεύτερο μέρος του ποιήματος, το «Καθαρτήριο», ο πόνος δεν είναι τιμωρητικός αλλά θεραπευτικός. Όλο το ύφος του ποιήματος αλλάζει ανάλογα με τη στάση των πασχόντων που συναντά ο Δάντης. Η αντίδρασή τους στον πόνο είναι εντελώς διαφορετική σε αυτό το βασίλειο του φωτός και της ελπίδας σε σύγκριση με τις θειούχες εσοχές της κόλασης.

Ο πόνος στο Καθαρτήριο

Το βουνό του Καθαρτηρίου υψώνεται σαν στήλη από τη θάλασσα, προς τον ουρανό — μια οπτική αναπαράσταση της ελπίδας που τρέφουν οι καρδιές των ψυχών που ανεβαίνουν τις πλαγιές του. Ενώ οι ψυχές που συνάντησε ο Δάντης στην Κόλαση καταριόντουσαν, βογκούσαν και βυθίζονταν στην αυτολύπηση, οι ψυχές στο Καθαρτήριο χαιρετούν η μία την άλλη με χαρά, τραγουδούν και συζητούν για την ποίηση. Το βλέμμα τους είναι στραμμένο προς τα έξω και προς τα πάνω, και διαθέτουν ελπίδα: την ελπίδα να εξαγνίσουν τις ατέλειές τους και να φτάσουν μια μέρα στον Παράδεισο.

ZoomInImage
Γκυστάβ Ντορέ, «Καθαρτήριο», 1861. Εικονογράφηση για το άσμα 19 της «Θείας Κωμωδίας». (Public Domain)

 

Αυτό που μας διδάσκει ο Δάντης στο «Καθαρτήριο» είναι ότι ο πόνος, όταν τον αγκαλιάζουμε με θάρρος και ελπίδα, μπορεί να μας μεταμορφώσει και να μας οδηγήσει, τελικά, σε ανώτερες περιοχές χαράς. Οι ψυχές στο Καθαρτήριο υποφέρουν με τη θέλησή τους, επειδή γνωρίζουν ότι οι πόνοι τους δεν έχουν σκοπό να τιμωρήσουν αλλά να θεραπεύσουν.

Οι ψυχές τους έχουν «λυγίσει» από σφάλματα που διέπραξαν στη ζωή και πρέπει να ισιώσουν. Για τον Δάντη, όπως και για αυτές τις ψυχές, η άνοδος στο βουνό είναι μια διαδικασία επίτευξης της ολότητας και αποκατάστασης της αθωότητας. Είναι ο δρόμος προς τον Παράδεισο.

Ολόκληρη η δομή του ποιήματος αντικατοπτρίζει τα πνευματικά στάδια της μετάνοιας: συνειδητοποίηση της αμαρτίας, μετάνοια και συγχώρεση. Ο κριτικός λογοτεχνίας Νασρουλάχ Μαμπρόλ γράφει:

«Όπως πρέπει να κάνουν όλα τα ανθρώπινα όντα, σύμφωνα με τη μεσαιωνική χριστιανική άποψη του Δάντη, ο προσκυνητής πρέπει πρώτα να αναγνωρίσει τη φύση της αμαρτίας (όπως κάνει στην «Κόλαση»), να εξιλεωθεί για την αμαρτία του (όπως κάνει στο «Καθαρτήριο») και να αυξηθεί σε σοφία, χαρά και αγάπη μέσω της αγίας ζωής (όπως κάνει στο «Παράδεισο»). Με αυτόν τον τρόπο, ο προσκυνητής Δάντης είναι ένας δυναμικός χαρακτήρας, που κινείται από την αμαρτία στη σωτηρία, από την άγνοια στη σοφία, από την απελπισία στη χαρά, μέσα από το ταξίδι του προς τον Θεό.»

Βλέπουμε αυτήν τη θεραπευτική διαδικασία να επιδεικνύεται στην ταράτσα των υπερήφανων, το πρώτο επίπεδο του Καθαρτηρίου. Οι πρώην αμαρτωλοί εδώ βαρύνονται από μεγάλες πέτρες που πρέπει να μεταφέρουν στο βουνό — ωστόσο, αν και λυγίζουν από το βάρος, δεν παραπονιούνται. Αυτό αποτελεί εν μέρει εξιλέωση για την αμαρτία της υπερηφάνειας, αλλά, ακριβέστερα, είναι ένας είδος επιδιόρθωσης. Είναι η διάλυση της δυσκαμψίας των υπερήφανων, έτσι ώστε να επανέλθουν στη σωστή κατάσταση και να μπορέσουν να περπατήσουν και πάλι με χάρη.

Παρομοίως, στο επίπεδο των ζηλόφθονων ράβονται τα μάτια τους, ώστε, πρώτον, να διδαχθούν να μην κοιτάζουν με ζήλια αυτά που έχουν οι γείτονές τους και, δεύτερον, να μάθουν να εμπιστεύονται και να στηρίζονται ο ένας στον άλλον καθώς ανεβαίνουν προς τη θέωση, αντί να υπονομεύουν ο ένας τον άλλον, όπως έκαναν στη ζωή.

Καθώς ανεβαίνει ο Δάντης τα επίπεδα, βιώνει και ο ίδιος τη διαδικασία της θεραπευτικής κάθαρσης. Όπως επισημαίνει ο κριτικός Τζόζεφ Πηρς , «ο συμβολισμός συνεχίζεται όταν ο άγγελος κάνει το σημάδι των επτά P πάνω στο μέτωπο του Δάντη, κατά την είσοδό του στο Καθαρτήριο, σύμβολο των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων (P από το peccatum, τη λατινική λέξη για την αμαρτία). Κάθε ένα από αυτά τα Ρ αφαιρείται με τη άνοδό του στο επόμενο επίπεδο, κάτι που σημαίνει τον εξαγνισμό του από το αντίστοιχο αμάρτημα. Τελικά, στην κορυφή του Όρους του Καθαρτηρίου, ο Δάντης βρίσκεται στον επίγειο Παράδεισο, την Εδέμ πριν από το προπατορικό αμάρτημα, τον τόπο της αρχέγονης αθωότητας τον απαλλαγμένο από την αμαρτία». Έτσι, στο Καθαρτήριο, ο πόνος είναι λυτρωτικός, προπαρασκευαστικός και διορθωτικός.

Τι ακριβώς πρέπει να διορθωθεί; Στη ρίζα όλων των πνευματικών παραμορφώσεων, λέει ο Δάντης, βρίσκεται κάποιο είδος διαστροφής της αγάπης. Ο Δάντης υποστηρίζει ότι όλες οι πράξεις — καλές και κακές — απορρέουν τελικά από την αγάπη. Ακόμη και μια κακή πράξη εκτελείται επειδή το άτομο που τη διαπράττει αγαπάει κάτι — είτε το λάθος πράγμα είτε με λάθος τρόπο. Οι Μπερνάρ και Πελεγκρίνι εξηγούν: «Ο Δάντης μαθαίνει από τον Βιργίλιο ότι η κοσμική δύναμη που καθορίζει όλα τα πράγματα είναι η αγάπη. Η μοίρα κάθε ψυχής εξαρτάται από το πώς και πού κατευθύνει αυτή τη μυστηριώδη δύναμη που βρίσκεται και μέσα της και από την ικανότητά της να δέχεται την επιρροή της από έξω.»

Η σχέση ανάμεσα στον πόνο και την αγάπη διατυπώνεται υπέροχα στο ποίημα του Δάντη. Διότι αν η αγάπη είναι η πηγή όλων των πράξεων, τότε μια σωστά διατεταγμένη αγάπη παρέχει επίσης στις ψυχές στο Καθαρτήριο τα μέσα για να υπομείνουν αυτό που πρέπει να υπομείνουν. Πράγματι, η αγάπη περιέχει το κλειδί που επιτρέπει στον πάσχοντα να υπερβεί τον πόνο του. Ένα παράδειγμα αυτού συμβαίνει καθώς ο Δάντης φτάνει στο τελευταίο επίπεδο του Καθαρτηρίου, που αποτελείται από ένα πύρινο στεφάνι. Αυτό που του δίνει τελικά το κουράγιο να περάσει μέσα από τις φλόγες είναι η αγάπη του για τη Βεατρίκη, την οποία γνωρίζει ότι θα βρει στην άλλη πλευρά.

ZoomInImage
Χένρυ Χόλιντεϋ, «Ο Δάντης και η Βεατρίκη», 1883. Εμπνευσμένο από τη Vita Nuova. (Public Domain)

 

Μια από τις ψυχές που συναντά ο Δάντης στο Καθαρτήριο προσφέρει μία υπέροχη εξήγηση για το πώς η αγάπη κάνει τα βάσανα όχι απλώς υποφερτά, αλλά ακόμη και ένα είδος παρηγορίας:

Κάθε πνεύμα, του οποίου το τραγούδι καταγγέλλει την αδηφαγία στην οποία αφηνόταν, εδώ με την πείνα και τη δίψα εξαγνίζεται. Των καρπών τα αρώματα και η πάχνη της χλόης την επιθυμία μας να φάμε και να πιούμε φουντώνει. Και κάθε νέος γύρος, τον πόνο μας τροφοδοτεί. Πόνο, είπα; Παρηγορία, μάλλον: γιατί εκείνη η θέληση στο δέντρο μάς οδηγεί, η ίδια που τον Χριστό οδήγησε να κράξει τον Πατέρα, την ώρα που μας έσωζε πληρώνοντας με το ίδιο Του το αίμα. («Καθαρτήριο», Άσμα XXIII, ελεύθερη απόδοση από αγγλική μετάφραση – Σ.τ.Μ)

Με άλλα λόγια, το εξαγνιστικό μαρτύριο των κάποτε αδηφάγων ψυχών γίνεται στην πραγματικότητα παρηγοριά γι’ αυτές, αφού γνωρίζουν ότι τις θεραπεύει από το πάθος τους και τις φέρνει πιο κοντά στο αντικείμενο της αγάπης τους, τον Θεό. Αυτό είναι το ευτυχές παράδοξο που διερευνάται στο «Καθαρτήριο»: Ο πόνος δεν είναι ασύμβατος με την ευτυχία, τη χαρά και την αγάπη.

Στο τελευταίο τμήμα του ταξιδιού και ποιήματος του Δάντη, στον «Παράδεισο», δεν υπάρχει πόνος. Αλλά ο Δάντης μπορεί να φτάσει εκεί μόνο περνώντας από τις δοκιμασίες της Κόλασης και του Καθαρτηρίου. Με αυτόν τρόπο, ο ποιητής μάς δείχνει ότι ο πόνος έχει νόημα και αξία όταν ανταποκρινόμαστε θετικά σε αυτόν, ένα νόημα που εγκυμονεί την υπόσχεση μιας διαρκώς βαθύτερης ευτυχίας.

Μαρία Σκαμάγκα: Υφαίνοντας με μνήμες και ήρωες ένα καλοκαίρι γεμάτο περιπέτειες

O «Πολύγραφος ή Το καλοκαίρι των ηρώων» είναι ένα  νεανικό διήγημα που διαδραματίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1980 σε ένα ελληνικό νησί. Η συγγραφέας, Μαρία Σκαμάγκα, δεν μας αποκαλύπτει σε ποιο – δεν χρειάζεται. Το νησί που περιγράφει έχει το άρωμα, τις γεύσεις και τα τζιτζίκια όλων των ελληνικών νησιών. Αφηγητής είναι ο δεκάχρονος Παντελής, ο οποίος μαζί με τον καινούριο φίλο και γείτονά του Λεωνίδα θα ζήσουν μία πραγματική περιπέτεια, γεμάτη ηρωισμό – όπως περίπου ποθούν…

Περίπου, αλλά όχι ακριβώς. Γιατί αυτά που ανακαλύπτουν, δεν είναι αυτά που ονειρεύονταν. Δεν είναι ανεξιχνίαστα μυστήρια και λαμπερές πράξεις, αλλά οι σκιές της Ιστορίας: της οικογενειακής τους ιστορίας, της ιστορίας του νησιού και της Ιστορίας της χώρας. Χωρίς να γίνεται ιστορικό ή διδακτικό, ο «Πολύγραφος», μέσα από τις ανακαλύψεις των παιδιών ανασύρει από το παρελθόν και διαπλέκει αυτά τα τρία, μαζί με όλα τα πρόσωπα.

Με αυτόν τον τρόπο, τα δύο αγόρια θα γνωρίσουν τον αληθινό ηρωισμό. Αυτόν που πηγάζει από την αναγκαιότητα, αυτόν που χρειαζόμαστε για να υπερασπιστούμε τις πεποιθήσεις και τις αρχές μας και για να βοηθήσουμε τους συνανθρώπους μας, παρά τον πόνο και τις αντιξοότητες. Και τα παιδιά μαθαίνουν ότι μόνο αντιμετωπίζοντας  γενναία τις δυσκολίες, ψυχικές ή σωματικές, γεννιέται η δύναμή μας και μεγαλώνει το ανάστημά μας.

Η αφήγηση μάς αποκαλύπτει ότι ήρωες δεν είναι μόνο αυτοί που κάνουν εντυπωσιακές πράξεις. Ο ηρωισμός είναι και μία υπόθεση της καθημερινότητας, όπως αποδεικνύουν η γιαγιά του Παντελή και άλλα πρόσωπα της ιστορίας. Η καρτερία, η υπέρβαση, η αλληλεγγύη, το σθένος είναι μερικά μόνο από τα συστατικά του.

Διερευνώντας το θέμα του ηρωισμού, η Μαρία Σκαμάγκα το υφαίνει μαζί με τον παιδικό ιδεαλισμό και τη φαντασία, με τη μυστική ισχύ της κοινότητας και της οικογένειας, με τη σοφία που φέρνει η ηλικία, με τη νοσταλγία που χρωματίζει τη μνήμη, εξωραΐζοντας και γλυκαίνοντας το παρελθόν. Φόντο η γνώριμη στους περισσότερους αναγνώστες εικόνα του ελληνικού νησιώτικου καλοκαιριού, η ατμόσφαιρα του οποίου είναι δοσμένη με γλαφυρότητα αλλά και οικονομία – δύο σημαντικά προτερήματα του βιβλίου.

Άλλο ένα είναι η αθωότητα που διαπνέει την ιστορία, η οποία διατηρείται παρά τη γειτνίασή της με το σκληρό θέμα των διωγμών και των εξορίστων, χάρη στην προσοχή και την τρυφερή φροντίδα της Μαρίας Σκαμάγκα. Οι πολλές αρετές του βιβλίου αναγνωρίστηκαν με μία βράβευση και πολλαπλές υποψηφιότητες.

Η συγγραφέας, που έχει και η ίδια έναν γιο στην εφηβεία τώρα, μοιράζεται με την Epoch Times μερικές από τις σκέψεις της για τον ηρωισμό, τη νοσταλγία και ορισμένα ακόμα θέματα του «Πολύγραφου».

Μαρία Σκαμάγκα (Ευγενική παραχώρηση της ίδιας)

 

Θα ήθελες να μιλήσεις για τη σκέψη που σε ώθησε να κινηθείς γύρω από το θέμα του ηρωισμού, αλλά και για την έννοια του ηρωισμού γενικότερα, όπως την αντιλαμβάνεσαι εσύ; Πόσο ανάγκη έχουμε τους ήρωες, ατομικά και ως κοινωνία;

Η αρχική σκέψη πίσω από την ιστορία ήταν να μιλήσω στον γιο μου για το νησί του. Ύστερα, να το κάνω μέσα από ένα σχήμα ελκυστικό για εκείνον – μια ιστορία που να τον αφορά, που να μπορεί μέσα της να αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό του. Τον είχα παρακολουθήσει αρκετά χρόνια να πλάθει ιστορίες στο παιχνίδι του με άλλα παιδιά και πάντα υπήρχε αυτό το στοιχείο, το ηρωικό. Κάποιος δυνατός και γενναίος, κάποιος γεμάτος αυταπάρνηση, που προσπαθεί για το καλό. Και το αντίθετό του φυσικά. Οπότε, τον ακολούθησα. Δεν ήταν δική μου πρόθεση η παρουσία των ηρώων, είναι κάτι που τα παιδιά «παίζουν» σαν από ένστικτο – τους καλούς και τους κακούς. Η ερώτησή σου, ωστόσο, με έκανε να συνειδητοποιήσω το εξής: τρία βιβλία έχω γράψει μέχρι σήμερα και οι ήρωες υπάρχουν στον τίτλο των δύο από αυτά… Άρα, σκέφτομαι τώρα, μάλλον με απασχολεί το θέμα του ηρωισμού. Στο πρώτο μου βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων που δεν κυκλοφορεί πια, οι ιστορίες μου ήταν «χωρίς ήρωες». Δηλαδή χωρίς εκείνους τους ανθρώπους τους «μεγαλύτερους από τη ζωή», με τα μεγάλα και φωτεινά πεπρωμένα. Οι ήρωες του Πολύγραφου είναι κάπως αλλιώτικοι. Και ναι, νομίζω είναι αυτοί που είμαστε αναγκαστικά όλοι μας, εφόσον παλεύουμε τη ζωή ό,τι και αν ρίξει στο διάβα μας, και είναι και κείνοι που χρειαζόμαστε όλοι μας και τώρα και πάντα. Οι αλληλέγγυοι. Εκείνοι που περιπολούν τα νερά της Μεσογείου για να περισυλλέξουν τους απέλπιδες των καιρών μας που πνίγονται καραβιές καραβιές, εκείνοι που μπαίνουν σε σκάφη για να σπάσουν αποκλεισμούς όπως αυτός της Γάζας αψηφώντας τα ντρόουν των ισχυρών. Αυτοί είναι οι ήρωες, αυτοί ήταν πάντα, όσοι αψηφούν τη δυσκολία και τον φόβο για να σταθούν έμπρακτα στο πλευρό των αδυνάτων. Ναι, τους έχουμε ανάγκη, ίσως σήμερα περισσότερο από ποτέ.

Αναζητώντας μυστήρια, τα αγόρια ανακαλύπτουν ένα μυστήριο που συνδέεται με την ιστορία της οικογένειάς τους, αλλά και με την Ιστορία της χώρας. Και οι δύο – η οικογενειακή και της πατρίδας – διαπερνούν και συνδέουν τις γενιές. Πώς βλέπεις τη σχέση μεταξύ παρελθόντος-παρόντος-μέλλοντος, και πόσο απαραίτητη πιστεύεις ότι είναι η σύντηξη των τριών;

Ιδιοσυγκρασιακά, έχω το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν. Η Ιστορία με συναρπάζει, γιατί με συναρπάζει η ιδέα του χρόνου που περνάει και της απώλειας που το πέρασμα αυτό συνεπάγεται. Δεν είναι μια αισιόδοξη σκοπιά, είναι δύσκολη και βασανιστική. Όμως τι είναι η Ιστορία αν όχι, μεταξύ άλλων, και μια προσπάθεια να κρατήσεις ζωντανό, να περισώσεις από τη λήθη, αυτό που έχει οριστικά χαθεί; Η μνήμη, την οποία η Ιστορία διαχειρίζεται, η ατομική και η συλλογική – οντότητες δυναμικές, πρωτεϊκές και οι δύο – είναι στο μυαλό μου η πατρίδα μας, το έδαφος όπου ριζώνουμε εμείς και τα βιώματά μας, το χώμα που μας τρέφει και μας κάνει αυτό που είμαστε. Πώς θα κατανοήσουμε ποιοι είμαστε για να είμαστε καλά στο τώρα και να εξελιχθούμε στο αύριο, αν δε χαρτογραφήσουμε αυτή την περιοχή της μνήμης, αν δεν αναλύσουμε τη σύσταση αυτού του εδάφους; Και στο προσωπικό και στο συλλογικό επίπεδο.

Στο διήγημα είναι διάχυτη η νοσταλγία. Μού θύμισε κάτι που είχα διαβάσει για τον «Τομ Σώγερ» του Μαρκ Τουέιν, ότι δηλαδή περισσότερο από βιβλίο για παιδιά, είναι ένα βιβλίο για μεγάλους που θέλουν να αναπολήσουν τον καιρό που ήταν οι ίδιοι παιδιά. Ισχύει αυτό για τον «Πολύγραφο»; Ποια είναι η θέση που έχει η νοσταλγία στη ζωή σου;

Τι όμορφη παρατήρηση! Ναι, νομίζω πως ο «Πολύγραφος» είναι ακριβώς αυτό. Και προέκυψε προγραμματικά – η νοσταλγία δηλαδή ήταν μια βασική κινητήρια δύναμη πίσω από την αφήγηση. Όπως σου είπα και στην αρχή, θέλησα να γράψω μια ιστορία που θα μιλούσε στον γιο μου για το νησί του. Στο νησί αυτό, που εγώ υιοθέτησα ως τόπο μου στο τέλος των εφηβικών μου χρόνων, ο μπαμπάς του και οι φίλοι μας από εκεί είχαν ζήσει αυτά τα καλοκαίρια, σ’ αυτά τα τοπία, με αυτούς τους ανθρώπους γύρω τους. Κι εγώ, που αγάπησα αυτόν τον τόπο, εγώ που κουβαλώ χρόνια στην καρδιά μου δικές μου εικόνες από αυτόν, έχω ζηλέψει πολύ για κείνα τα παιδικά καλοκαίρια που ’χουν φτάσει σε μένα ως διηγήσεις, τα έχω νοσταλγήσει πολύ κι ας μην ήταν ολότελα δικά μου. Στον «Πολύγραφο» αυτά τα δύο πλέκονται, η μνήμη εκείνων των παιδιών και οι μνήμες οι δικές μου. Η νοσταλγία χτυπάει κόκκινο!

Όντας μητέρα ενός εφήβου, ποιος είναι, κατά τη γνώμη σου, ο ρόλος της περιπέτειας και του κινδύνου στη διαμόρφωση τους; Διαχρονικά, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, φαίνεται να είναι κάτι που επιζητούν, άλλοι με περισσότερο και άλλοι με λίγο λιγότερο πάθος – ειδικά τα αγόρια… Είναι μια αληθινή περιπέτεια ικανή να τα αποτραβήξει από τον ψηφιακό κόσμο, όπου έχει μεταφερθεί η ζωή τους σήμερα;

Δεν ξέρω. Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να απαντήσω την ερώτησή σου. Φαντάζομαι πως ναι, αν δώσουν την ευκαιρία στον πραγματικό κόσμο να εισχωρήσει στη ζωή τους, αν του αφήσουν μια χαραμάδα να τους δείξει πόσα θαυμαστά κρύβει… Ίσως πια να συμβαίνει αυτό λίγο αργότερα απ’ ό,τι παλιότερα. Εκεί, στην καρδιά της εφηβείας, που αναγκαστικά στρέφεσαι προς τους άλλους, τους συνομηλίκους σου. Που θες να βγεις έξω, να υπάρξεις μόνος – μακριά από την οικογένεια, εννοώ – να αναμετρηθείς με τον κόσμο. Πιστεύω – αν και θα το πω με δυσκολία, γιατί με φοβίζει – ότι είναι σημαντική και η περιπέτεια και ο κίνδυνος. Ή, μάλλον, ας το πω αλλιώς: η σκανταλιά, η έξοδος από αυτό που λέμε σήμερα «ζώνη άνεσης». Ήμουν πολύ μετρημένο και φοβισμένο παιδί, πολύ σωστό και υπεύθυνο – οι γονείς μου κοιμούνταν ήσυχοι. Σήμερα ζηλεύω τις ιστορίες των φίλων μου, τις σκανταλιές τους, τα παραστρατήματα, τις περιπέτειες – που είχαν, βέβαια, αίσιο τέλος. Ας το πούμε κι αυτό, γιατί αυτό είναι το αγκάθι.

Διαπραγματεύεσαι και το θέμα της φιλίας: στην ιστορία σου, η φιλία των δύο αγοριών αναπτύσσεται από απλή παρέα σε κάτι πιο βαθύ μέσα από την αλληλοβοήθεια, την προσφορά, την εκτίμηση, τον θαυμασμό και, φυσικά, τη θυσία.

Ναι, είναι αυτές οι πρώτες φιλίες, εκεί κοντά στο τέλος του Δημοτικού, που είναι λίγο σαν έρωτας.

Στην περιπέτεια των παιδιών μπαίνουν και οι μεγάλοι κάποια στιγμή, παίζοντας μάλιστα καθοριστικό ρόλο. Είναι ευχάριστο που δεν τους έδωσες έναν απόμακρο ρόλο ούτε τους παρουσιάζεις σαν καρικατούρες ή εχθρούς των παιδιών, αλλά τους εμφανίζεις σαν αυτό που θα έπρεπε να είναι οι μεγάλοι για τους νέους: βοηθητικοί, υποστηρικτικοί πρακτικά και με τις γνώσεις τους, καθοδηγητικοί ακόμα, αλλά με σεβασμό και κατανόηση για τις ανάγκες και τις επιθυμίες των παιδιών. Με αυτόν τον τρόπο, υπάρχει πραγματικά σχέση μεταξύ τους, σχέση γόνιμη για όλους. Αυτό κατά πόσο το βλέπεις να συμβαίνει γύρω μας σήμερα; Κατά πόσο υπάρχει ακόμα ή λείπει από την κοινωνία μας;

Οι ενήλικες του «Πολύγραφου», ιδίως οι μεγαλύτεροι, είναι άνθρωποι σοφοί, αλλά δεν είναι σπουδαγμένοι. Έχω την αίσθηση ότι εκείνες οι γενιές, οι παππούδες μας, είχαν πολύ συχνότερα καλύτερη αντίληψη του ρόλου τους απ’ ό,τι εμείς σήμερα. Στέκονταν στο ύψος τους απέναντι στα παιδιά. Εμείς σήμερα – κυρίως, η δική μου η γενιά, αυτή βλέπω να βουλοπλέει, που έλεγε και η γιαγιά μου – είμαστε σπουδαγμένοι σε μεγάλα ποσοστά, αλλά δεν είμαστε σοφοί. Οι αξίες μας είναι τις περισσότερες φορές στη θέση τους, η αγάπη μας ακέραιη, η δέσμευσή μας απέναντι στα παιδιά που μεγαλώνουμε αναμφισβήτητη, αλλά κάπου μπερδεύεται το πράγμα. Κάπου υπάρχει λάθος, που λέει και το τραγούδι. Αλλά πού – δεν είναι εύκολο να το εντοπίσεις. Είναι, ενδεχομένως, ένας συνδυασμός πραγμάτων. Είμαστε σαφώς γνώστες πολλών θεωριών, ελάχιστα βιωμένων ωστόσο, είμαστε δέσμιοι σε μεγάλες πλειοψηφίες ενός βιοπορισμού με εξοντωτικά ωράρια – άρα κατατρυχόμαστε συνεχώς από ένα αίσθημα ενοχής και ανεπάρκειας, και αντί να καθοδηγούμε ενδίδουμε… είναι καθένα από αυτά και όλα αυτά μαζί. Όχι, σοφοί δεν είμαστε όπως ο θείος Σαράντος και η γιαγιά του Παντελή. Είναι λίγοι αυτοί που βλέπω γύρω μου που είναι παραστάτες της νιότης και οδηγοί ζωής συνάμα. Και δε βγάζω την ουρά μου απ’ έξω. Το καλό με τη λογοτεχνία είναι ότι πλάθεις τον κόσμο, το σύμπαν της κάθε ιστορίας, αλλά και τον εαυτό σου – αν θεωρήσουμε δεδομένο ότι σε κάθε ιστορία υπάρχουν στοιχεία του ανθρώπου που την επινόησε – ακριβώς όπως τα θέλεις. Θα ήθελα πολύ λοιπόν να ήμουν σαν τη Μορφούλα, που αντί να μαλώσει, κατανοεί, που ανασύρει το παιδί μέσα της και στέκει δίπλα στο πληγωμένο εγγόνι της με ανακουφιστική επιείκια.

Με αφορμή το παραπάνω, ας σταθούμε και στα συναισθήματα τα οποία μεταφέρει ο «Πολύγραφος» – πολλά και διάφορα, είναι αλήθεια, και σε πολλά επίπεδα. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι θετικά, ακόμα και όταν κρύβεται πόνος από πίσω ή άσχημες ιστορίες, τις οποίες δεν αφήνεις να ‘μολύνουν’ το βιβλίο – θέλω να πω, δεν προβάλλεις το άσχημο, δεν στέκεσαι σε αυτό, αλλά προσφέρεις αμέσως το αντίδοτο, ώστε να υπερβούμε. Αυτό είναι στάση ζωής.

Ο πόνος στον «Πολύγραφο» και η ασχήμια είναι πράγματα παλιά και χωνεμένα. Είναι αυτά που έχουν κάνει τους ανθρώπους καρτερικούς, επιεικείς, ανθρώπινους. Σοφούς, που λέγαμε και πριν. Δεν είναι δική μου στάση ζωής, γιατί εγώ όπως σου είπα και πριν ανήκω σε αυτούς που δεν είναι σοφοί, αλλά τη θαυμάζω και θα ήθελα να την κατακτήσω κάποια στιγμή.

Το βιβλίο δεν πέρασε απαρατήρητο. Bρέθηκε στη βραχεία λίστα τριών φορέων για καλύτερο νεανικό βιβλίο, μεταξύ αυτών της IBBY Greece. Κέρδισε επίσης το βραβείο Βιβλίου για Παιδιά του  ηλεκτρονικού περιοδικού λόγου και τέχνης «Χάρτης». Το πρώτο σου παιδικό βιβλίο, ο «Σκύλος Κάρλος», ήταν επίσης στη βραχεία λίστα του «Αναγνώστη». Ποιες πιστεύεις ότι είναι οι αρετές του «Πολύγραφου» και ποιες οι αδυναμίες του; Εγώ θα αναφέρω τη θαυμαστή οικονομία του (παρούσα και στο πρώτο παιδικό βιβλίο), χάρη στην οποία καταφέρνεις με λίγα λόγια – σαν τη Μορφούλα – να πεις πολλά.

Την αγαπώ την οικονομία του λόγου, όπως αγαπώ και τον λυρισμό στη γλώσσα. Στον «Πολύγραφο», η προσπάθεια να συνδυαστούν αυτά τα δύο συχνά αλληλοαναιρούμενα στοιχεία ήταν συνειδητή. Η βασική αρετή, ωστόσο, του βιβλίου κατά τη γνώμη μου είναι το συναίσθημα που βρίσκεται στον πυρήνα του – που είναι αληθινό, βιωμένο και δουλεμένο χρόνια. Και που – το βλέπω τώρα, εκ των υστέρων – είναι διάχυτο, χρωματίζει τα πρόσωπα, χρωματίζει τους τόπους, είναι συστατικό κάθε γωνιάς του σκηνικού, κάθε στιγμιότυπου της ιστορίας. Και αυτό το παλιό, ώριμο συναίσθημα είναι δικό μου και βρίσκεται ακέραιο στην καρδιά της ιστορίας μου. Όσο για τις αδυναμίες του, θα πω αυτό που μου είπε μια φίλη πρόσφατα: άντε, καιρός είναι τώρα να γράψεις και ένα βιβλίο. Εννοώντας την έκταση της ιστορίας. Πάλι στην οικονομία γυρίζουμε, δηλαδή. Αλλά στο αντεστραμμένο της είδωλο αυτή τη φορά.

Θα ήθελες να προτείνεις δέκα βιβλία (τυχαίος αριθμός!) για εφήβους για να πάρουν μαζί τους στο νησί, φέτος το καλοκαίρι;

Δέκα;! Όχι. Μπορώ όμως να προτείνω δυο-τρία. Το ένα το διαβάζουμε μαζί με τον γιο μου. Είναι αστείο, είναι συγκινητικό, έχει μυστήριο. Το λένε «Η γιαγιά μου σας χαιρετάει και σας ζητάει συγγνώμη», από τις εκδόσεις Κέδρος. Το άλλο είναι ένα μυθιστόρημα που μετέφρασα πέρυσι για τις εκδόσεις Μεταίχμιο, μια ιστορία ενηλικίωσης βαθιά τρυφερή. Ο τίτλος είναι «Οι Περιπέτειες του Ηρακλή Μπιλ». Και σίγουρα μια Άγκαθα Κρίστι. Ταιριάζει πολύ με το καρπούζι και τα μεσημεριανά δωμάτια με τις κλειστές γρίλιες.

Πού θα πας διακοπές;

Θα πάω στην Εύβοια, στην Κρήτη και στο νησί του «Πολύγραφου».

«Ο πολύγραφος ή Το καλοκαίρι των ηρώων» της Μαρίας Σκαμάγκα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (2024).

* * * * *

Το βιβλίο βρέθηκε φέτος στη Χρυσή Λίστα του ELNIPLEX για το 2025 (βιβλία παραγωγής 2024), στη βραχεία λίστα του IBBY Greece για το βραβείο «Φανή Αποστολίδου» σε συγγραφέα βιβλίου για εφήβους και νέους/ες, καθώς και στη βραχεία λίστα του περιοδικού «Αναγνώστης» για το βραβείο λογοτεχνικού βιβλίου για παιδιά. Κέρδισε το βραβείο βιβλίου για παιδιά 2024 του περιοδικού λόγου και τέχνης «Χάρτης». 

* * * * *

Η Μαρία Σκαμάγκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Έχει ασχοληθεί επί σειρά ετών με τη λογοτεχνική μετάφραση και τη μετάφραση και επιμέλεια δοκιμίων για την τέχνη και την αρχιτεκτονική. Έχει γράψει μια συλλογή διηγημάτων (Ιστορίες χωρίς Ήρωες, Μίνωας, 2003) και ένα παιδικό παραμύθι (Ο Σκύλος Κάρλος, Μεταίχμιο, 2016). Ζει στην Αθήνα με τον σύντροφό της και τον γιο τους.

Μια συνοπτική παρουσίαση της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη

Το έργο της δυτικής Ευρώπης του 14ου αιώνα, με συγγραφέα τον Δάντη και τίτλο Θεία Κωμωδία, είναι ένα κλασικό βιβλίο που περιγράφει το ταξίδι του μεγάλου ποιητή στον Κάτω Κόσμο, στο Καθαρτήριο και στον Παράδεισο, με πολλές λεπτομέρειες και παραδείγματα επιφανών μορφών της ιστορίας, από την αρχαία Ελληνική έως την τότε σύγχρονή του Ιταλική, δίνοντας στους αναγνώστες γνώσεις για τη λειτουργία του θεϊκού νόμου.

Σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονούς του άρχοντες και ιερωμένους, ο Φλωρεντίνος συγγραφέας ήταν ενάρετος, πιστός, και αφοσιωμένος σε έναν αγνό δρόμο, σύμφωνα με αυτά που αναφέρει το βιβλίο. Η Κωμωδία (όπως ήταν ο αρχικός του τίτλος) παρουσιάζει πολλές γνωστές μορφές να βρίσκονται στην κόλαση, κυρίως πολιτικούς και θρησκευτικούς επικεφαλής που με τις κακές πράξεις τους επηρέασαν την κοινωνία μαζικά. Αυτό έγινε αιτία να αποκτήσει ο Δάντης πολλούς ισχυρούς εχθρούς στη μετέπειτα ζωή του, με αποτέλεσμα την εξορία του από την Φλωρεντία, και την περιπλάνησή του στην Ιταλία.

Σαν έργο θεωρείται από τα σημαντικότερα της ιταλικής λογοτεχνίας και είχε βαθύτατη επίδραση στη θεολογία και την ηθική σκέψη της Δύσης, και θεωρείται μέχρι σήμερα κλασικό για τους πιστούς της Καθολικής Εκκλησίας.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη: Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος. Μέρη όπως η κόλαση αναφέρονται σε πολλούς πολιτισμούς, ο Δάντης είδε μια χριστιανική κόλαση.

Κόλαση

«Στα μισά του δρόμου της ζωής, βρέθηκα σε δάσος σκοτεινό, γιατί από τον σωστό δρόμο είχα παρεκκλίνει.»

Έτσι αρχίζει το Πρώτο Άσμα του βιβλίου, παρουσιάζοντας το όραμα του Δάντη και μιλώντας για την απόκλισή του από τον ενάρετο δρόμο, αφότου έχασε την αγαπημένη του Βεατρίκη και άρχισε να ενδιαφέρεται περισσότερο για διασκεδάσεις και λιγότερο για μελέτη. Μέσα στο όραμά του, ο Δάντης βρίσκει τον αγαπημένο του ποιητή Βιργίλιο, τον προχριστιανικό Ρωμαίο που έγραψε την Αινειάδα, το έπος που περιγράφει το ταξίδι του Αινεία από την Τροία στην Ιταλία, μετά την άλωση της Τροίας, και την ίδρυση του αρχαίου ιταλικού έθνους από αυτόν. Ο Δάντης είναι πολύ χαρούμενος που συναντά και μπορεί να μιλήσει με τον δάσκαλό του, όπως τον αποκαλεί.

Ο Βιργίλιος λέει στον Δάντη ότι αποστολή του, που ο Θεός του έδωσε, είναι να οδηγήσει τον Δάντη στα πεδία από τα οποία είναι πιθανό να περάσουν οι άνθρωποι μετά θάνατον. Και αυτό γίνεται ώστε ο Δάντης να μπορέσει να πει στους ανθρώπους στη γη, στην «κοιλάδα του πόνου», αυτά που είδε.

Με όμορφη, ποιητική αλλά ταυτόχρονα απλή, καθημερινή γλώσσα, με μέτρο και ομοιοκαταληξία, ο Δάντης αρχίζει να εξιστορεί το ταξίδι του στο μεταφυσικό βασίλειο, που τον έκανε γνωστό στην υφήλιο.

Ο ποιητής φτάνει στην είσοδο της κόλασης, που έχει την επιγραφή: «ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ ΠΕΡΝΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗ ΘΛΙΒΕΡΗ ΧΩΡΑ». Ο Βιργίλιος τού λέει ότι τώρα θα πρέπει να αφήσει κάθε φόβο και να βγει από μέσα του η δειλία. Γιατί τώρα θα έβλεπε τις ψυχές που έχουν χάσει κάθε λογική. Ύστερα πιάνοντάς τον απ΄το χέρι, με γελαστό πρόσωπο, τον έβαλε μέσα στον μυστικό κόσμο.

Μετά από μια τρομακτική σκηνή στις όχθες του Αχέροντα, ο Δάντης βλέπει το πρώτο επίπεδο της Κόλασης, που είναι το μόνο που δεν είναι τρομακτικό. Έχει δροσερή χλόη, και όμορφα δάση, και εκεί βρίσκονται οι ενάρετοι μη χριστιανοί. Βλέπει τον Όμηρο, και τους Λατίνους Οράτιο, Οβίδιο και Λουκανό, τον ανιψιό του φιλοσόφου Σενέκα. «Οι ήρεμες όψεις τους δεν έδειχναν ούτε λύπη ούτε χαρά,» γράφει. Είδε επίσης τον Έκτορα, τον Αινεία και τον Καίσαρα «με το βλέμμα αετού» όπως γράφει, που στεκόταν αρματωμένος. Επίσης, τους αρχαίους σοφούς Σωκράτη και Πλάτωνα, Δημόκριτο, Θαλή, Αναξαγόρα, Ευκλείδη και Ιπποκράτη, και άλλους. Μίλησε για λίγο μαζί τους και του είπαν ότι βρίσκονται εκεί επειδή δεν είχαν την τύχη να γνωρίσουν τον Χριστό. Η λάμψη και η ομορφιά του μέρους, όπως περιγράφονται στο ποίημα, μεταφέρουν μια ιδιαίτερη αίσθηση.

Η λάμψη όμως εκεί σταματούσε. Τα επόμενα μέρη ήταν πραγματικά σαν κόλαση. Ο Δάντης περιγράφει την κόλαση σαν μια σειρά επιπέδων, που όσο χαμηλότερα πηγαίνουν τόσο χειρότερα είναι. Το δεύτερο επίπεδο είχε ψυχές που υποδούλωσαν τη λογική στη λαγνεία, και που ο έρωτας τους έφερε τον θάνατο. Ανάμεσά τους ήταν η Κλεοπάτρα της Αιγύπτου, η ωραία Ελένη, ο Πάρις και ο Τριστάνος.

Το τρίτο επίπεδο είχε τους λαίμαργους, που χαλούσαν μέσα στην βροχή. Σε κάθε επίπεδο, ο Δάντης συζητάει με κάποιες ψυχές, πολλές εκ των οποίων από την Ιταλία, που του εξιστορούν τις πράξεις τους και τη ζωή τους.

Στο τέταρτο επίπεδο ήταν οι σπάταλοι και οι φιλάργυροι, που περπατούσαν συνεχώς ο ένας αντίθετα από τον άλλον σε κύκλο, σπρώχνοντας τεράστιες πέτρες και ουρλιάζοντας από τον πόνο. Όταν συναντιούνταν έλεγαν: «Γιατί μαζεύεις;» οι μεν και «γιατί σκορπάς;» οι δε. Μεταξύ των φιλάργυρων βρίσκονταν πολλοί πρώην ιερωμένοι.

«Τώρα μπορείς να δεις παιδί μου τι λίγο αξίζουν τα αγαθά που δίνει στον επάνω κόσμο η Τύχη, που γι΄ αυτά μάχεται το ανθρώπινο γένος. Γιατί όλος ο χρυσός που βρίσκεται κάτω από την Σελήνη και όσος μαζεύτηκε στους αιώνες δεν θα μπορούσε να χαρίσει στιγμής ανάπαυση σε καμία απ΄ αυτές τις δύσμοιρες ψυχές», του λέει ο Βιργίλιος.

Καθώς κατεβαίνουν τα επίπεδα, τόσο βαρύτερο γίνεται το περιβάλλον και τόσο βαρύτερα τα αμαρτήματα. Στο έκτο επίπεδο βρίσκονται οι βίαιοι – και οι προς τον εαυτό τους βίαιοι και προς άλλους – οι υποκριτές, οι κιβδηλοποιοί, οι μαστροποί, οι κλέφτες, οι κόλακες και άλλοι παρόμοιοι. Ο Βιργίλιος αναφέρει κάτι από τα Ηθικά του Αριστοτέλη, ότι είναι τρεις οι αρρώστιες της ψυχής που δεν τις συγχωρεί ο Ουρανός: η ακολασία, η κακία, και η κτηνωδία, σε σειρά βαρύτητας. Γι΄ αυτό και αυτοί σε αυτό το επίπεδο υποφέρουν περισσότερο από τη θεία δικαιοσύνη, όπως λέει ο Βιργίλιος. Και συνέχισαν να κατεβαίνουν, συναντώντας αμαρτήματα όλο και χειρότερα.

Με ακόμα μεγαλύτερο πόνο υπέφεραν οι τύραννοι στο έβδομο επίπεδο, μεταξύ των οποίων και ο τύραννος της Σικελίας Διονύσιος και ο Αττίλας ο Ούννος.

Στο ίδιο επίπεδο, σε χαμηλότερο σημείο, βρίσκονταν αυτοί που έγιναν βίαιοι εναντίον του Θεού, όπως ο Καπανέας, ένας από τους επτά στρατηγούς που πολιόρκησαν τη Θήβα, που καταφρόνησε τον Θεό και δεν έπαυε μέχρι και τότε. Ο Βιργίλιος του είπε πως ακόμα και να μην είχε την πύρινη βροχή σαν τιμωρία, η λύσσα του και μόνο ήταν μαρτύριο όσο κανένα.

Στον όγδοο κύκλο βρίσκονται αρχιερείς και Πάπες που για τα πλούτη ντρόπιασαν τα ιερά. Μεταξύ τους βρίσκεται ο Βονιφάτιος, αλλά και ο Ρωμαίος βασιλιάς Κωνσταντίνος, επειδή έδωσε πολλά χρήματα στον Πάπα.

Στον τελευταίο ένατο κύκλο ήταν οι χειρότεροι προδότες: ο Ιούδας, ο Βρούτος και ο Κάσσιος, μαζί με ίδιον τον διάβολο.

Καθαρτήριο και Παράδεισος

Ο Δάντης στη συνέχεια βγαίνει από την κόλαση, σκαρφαλώνοντας στο σώμα του διαβόλου, και μεταφέρεται στην απέναντι πλευρά του πλανήτη, όπου βρίσκεται το Καθαρτήριο. Αυτό περιγράφεται ως ένα μικρό μέρος πριν τον Παράδεισο, όπου οι ψυχές καθαρίζονται από μικρότερα αμαρτήματα και ευγνωμονούν τον Θεό γιατί βλέπουν ότι πρόκειται να εισέλθουν σύντομα στον Παράδεισο. Σε μια πύλη αυτού του πεδίου στέκεται ένας άγγελος με δύο κλειδιά. Με το σπαθί του χαράσσει στο μέτωπο του Δάντη επτά «Α» που ξεπλένονται ένα προς ένα με κάθε ένα από τα επίπεδα που περνάει. Στο τέλος, ο Δάντης ελαφρύς πλέον μπορεί και πετάει, και τότε κατευθύνεται προς τον Παράδεισο. Ο μέχρι τότε συνοδός του τον αφήνει και τον παραλαμβάνει η Βεατρίκη, κάτοικος ενός επιπέδου του Παραδείσου. Ο Δάντης λέει πως κάθε πλανήτης του ηλιακού συστήματος αντιστοιχεί σε ένα επίπεδο Παραδείσου, με τη θεία χάρη και συμπόνια να είναι μεγαλύτερες όσο τα επίπεδα περνούν. Τα όντα εκεί βρίσκονται πλημμυρισμένα από φως και υμνούν τον Θεό, τραγουδώντας και πετώντας. Το ένατο και τελικό επίπεδο είναι το κοντινότερο στον Θεό και ο Δάντης βλέπει και κατανοεί πολλά, καθώς ρωτά κάποια από αυτά τα όντα που τον προσεγγίζουν.

Σαν βιβλίο, η Θεία Κωμωδία διαβάζεται εύκολα και δίνει έναυσμα για σκέψη και ενδοσκόπηση, καθώς και πολλές γνώσεις για τον αρχαίο κόσμο, με πολλαπλές αναφορές στους θεούς της αρχαίας Ελλάδας και σε προσωπικότητες των αρχαίων ιστοριών. Το όνομα του έργου, Κωμωδία, επίσης  έχει βαθύ νόημα.

Η γλώσσα των λουλουδιών: Μηνύματα πέρα από τις λέξεις

Έμενα με μια οικογένεια κατά τη διάρκεια του διδακτορικού μου στην Ιταλία. Στα γενέθλια της μητέρας της οικογένειας σκέφτηκα να της χαρίσω ένα μπουκέτο, καθώς της άρεσαν πολύ τα λουλούδια. Αργότερα, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα σκεφτεί τι μπορεί να σήμαιναν τα λουλούδια που είχα διαλέξει, αφού στις μέρες μας είναι ελάχιστοι οι άνθρωποι που γνωρίζουν τη γλώσσα των λουλουδιών. Σχεδόν κανείς πια δεν αναρωτιέται αν ο δωρητής τα έχει επιλέξει σύμφωνα με το συμβολισμό τους.

Γι’ αυτό και ξαφνιάστηκα ευχάριστα όταν η κόρη της οικοδέσποινας ρώτησε τι σημαίνουν τα ροζ τριαντάφυλλα που ήταν μέρος της ανθοδέσμης.

ZoomInImage
Τα ροζ τριαντάφυλλα συμβολίζουν την κομψότητα, τη φινέτσα, τη γλυκύτητα και τη θηλυκότητα. (Ortis/Shutterstock)

 

Η επικοινωνία μέσω των λουλουδιών, διαδόθηκε στην Ευρώπη κατά τη βικτοριανή εποχή. Οι μεταγενέστερες γενιές την εγκατέλειψαν, ίσως επειδή η ιδιαίτερη φροντίδα και σκέψη που περιέκλειε και που εκφραζόταν με μία φαινομενικά απλή χειρονομία έπαψε να ταιριάζει με τον χαρακτήρα της νέας εποχής, η οποία χαρακτηριζόταν από τη βιομηχανοποίηση και την αστικοποίηση – κατ’ επέκταση με την απομάκρυνση των ανθρώπων από τη φύση.

Η χρήση της γλώσσας των λουλουδιών στη λογοτεχνία υποδηλώνει ανάλογη προσοχή εκ μέρους του συγγραφέα και απαιτεί κάτι αντίστοιχο από τον αναγνώστη, προτρέποντάς τον να εξετάσει πιο προσεκτικά τις λέξεις και τις επιλογές του συγγραφέα. Αναμφίβολα, η χρήση τέτοιων συμβολισμών προκαλεί διάφορα σχόλια στα μαθήματα λογοτεχνίας, όπως το «ένα λουλούδι μπορεί να είναι απλώς ένα λουλούδι», «οι καθηγητές αγγλικών ανακαλύπτουν νοήματα και προθέσεις του συγγραφέα εκεί όπου δεν υπάρχουν», κ.ο.κ. Εν τούτοις, νομίζω ότι η εποχή μας θα μπορούσε να ωφεληθεί από την τάση των προηγούμενων γενεών να νοηματοδοτούν αυτά που σε εμάς φαίνονται ως ‘λεπτομέρειες’.

Το λεξικό των λουλουδιών

Γνωρίζοντας ότι λαχταρούσα κάτι τέτοιο για πολλά χρόνια, ένας φίλος μού έκανε δώρο το βιβλίο της Σ. Τερέζας Ντητζ «The Complete Language of Flowers: A Definitive and Illustrated History» (Η γλώσσα των λουλουδιών: Μια πλήρης και εικονογραφημένη ιστορία), το οποίο είναι ένα περιεκτικό λεξικό, με όμορφες εικόνες για κάθε λουλούδι. Η ανάλυσή μου βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτό και το συνιστώ σε όλους τους λάτρεις της ‘ανθοσημείας'[1], αλλά και της ανθογραφίας [2].

ZoomInImage
«Η γλώσσα των λουλουδιών: Μια πλήρης και εικονογραφημένη ιστορία», της Σ. Τερέζας Ντητζ. (Wellfleet Press)

 

Κάθε φορά που συναντώ μια αναφορά σε λουλούδια στην κλασική λογοτεχνία, ανατρέχω στο λεξικό της γλώσσας των λουλουδιών, όπως έκαναν οι δεσποινίδες του Κράνφορντ (από την ομώνυμη μίνι σειρά του 2008) όταν λάμβαναν λουλούδια από έναν μνηστήρα. Φυσικά, μερικές φορές η σημασία των λουλουδιών δεν προσθέτει κάτι στην ιστορία, αλλά όταν όντως περιέχει ένα επίπεδο συμβολισμού, η αποκρυπτογράφηση χαρίζει ικανοποίηση και βάθος.

Όπως σημειώνει η κα Ντητζ στην εισαγωγή της, η αποκωδικοποίηση της σημασίας των λουλουδιών μπορεί μερικές φορές να αποδειχθεί δύσκολη λόγω της πολλαπλότητας των εννοιών που μπορεί να φέρει κάθε λουλούδι. Οι ενίοτε αντιφατικοί συμβολισμοί οδηγούσαν μερικές φορές σε παρερμηνείες, μέχρι που «τελικά, η επικοινωνία μέσω κρυπτικών μηνυμάτων με μπουκέτα λουλουδιών έπεσε σε δυσμένεια».

Η τηλεοπτική σειρά «Κράνφορντ», η οποία είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο της Βρετανίδας συγγραφέως του 19ου αιώνα Ελίζαμπεθ Γκάσκελ, αποτελεί καλό παράδειγμα για τη χρήση της γλώσσας των λουλουδιών, καθώς και των πολλαπλών συμβολισμών που φέρει κάθε λουλούδι. Παραδείγματος χάριν, μία από τις ηρωίδες, η Τζέσσι Μπράουν, λαμβάνει ανεμώνες από έναν μνηστήρα που είχε απορρίψει χρόνια πριν. Η Τζέσσι γνωρίζει ότι οι ανεμώνες σημαίνουν «αγάπη αιώνια σταθερή» και, πράγματι, λίγο αργότερα, λαμβάνει δεύτερη πρόταση γάμου εκ μέρους του.

Ωστόσο, σύμφωνα με πολλά λεξικά, οι ανεμώνες σημαίνουν επίσης ασθένεια (επίσης κατάλληλο για την περίπτωση, δεδομένου του πρόσφατου θανάτου της αδελφής της Τζέσσι) και εγκατάλειψη ή χαμένη αγάπη. Αυτό μπορεί να προμηνύει το γεγονός ότι η Τζέσσι θα αναγκαστεί για άλλη μια φορά να απορρίψει τον μνηστήρα της, για να φροντίσει τον πατέρα της.

Σε ένα άλλο επεισόδιο, ο Δρ Χάρρισον κάνει ένα δώρο με γαλάνθους (ελπίδα, παρηγοριά και νέα ξεκινήματα) στη Σόφι Χάττον, η οποία πενθεί μετά από μια απώλεια στην οικογένειά της. Στη νουβέλα της Γκάσκελ «Οι εξομολογήσεις του κου Χάρρισον» (η οποία έχει ενσωματωθεί στη μίνι σειρά «Κράνφορντ»), ο Δρ Χάρισον δίνει στη Σόφι καμέλιες, οι οποίες συμβολίζουν τη λαχτάρα και τη λατρεία. Σε αυτή την περίπτωση, προτιμώ την τηλεοπτική εκδοχή, όσον αφορά την επιλογή των λουλουδιών, καθώς θεωρώ ότι ανταποκρίνεται και στη θλίψη και τα συναισθήματα ενοχής της Σόφι, που την ωθούν να αρνηθεί την ευτυχία με τον Δρ Χάρρισον.

Άλλες λογοτεχνικές αναφορές

Η Λουίζα Μέι Άλκοτ επίσης χρησιμοποιεί τη γλώσσα των λουλουδιών στις «Μικρές Κυρίες», περιγράφοντας λεπτομερώς τα λουλούδια που καλλιεργεί κάθε ένα από τα κορίτσια Μαρτς στον κομμάτι κήπου που της αναλογεί. Κάθε μία από τις αδελφές επιλέγει λουλούδια που αντιστοιχούν στην προσωπικότητά της. Η Τζο, για παράδειγμα, έχει έναν κήπο που αντανακλά την ατίθαση φύση της, με λουλούδια που «ποτέ δεν ήταν τα ίδια για δύο διαδοχικά έτη», αλλά αυτή τη συγκεκριμένη χρονιά φύτεψε ηλιοτρόπια, που συμβολίζουν την υπεροψία, αλλά και (όπως σημειώνει η Άλκοτ) μία στοργική και πρακτική πλευρά, καθώς η Τζο χρησιμοποιεί τους σπόρους για να ταΐζει τις κότες της.

ZoomInImage
Η Μπεθ Μαρτς (Ελάιζα Σκάνλεν) στη σειρά «Μικρές Κυρίες». (PBS)

 

Ο κήπος της Μπεθ επίσης αντανακλά τον χαρακτήρα της: η γλυκιά Μπεθ έχει φυτέψει ταπεινά μοσχομπίζελα μεταξύ άλλων και δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι αν σε αυτήν την επιλογή δεν υπάρχει και μία προοικονομία, καθώς τα μοσχομπίζελα μερικές φορές σημαίνουν αποχαιρετισμό.

Στο βιβλίο «Η Άννα του νησιού», η Λ.Μ. Μοντγκόμερυ περιγράφει πώς ο Γκίλμπερτ μαζεύει άνθη κουμαριάς, που σημαίνουν «είσαι η μόνη που αγαπώ», λίγο πριν κάνει πρόταση γάμου στην Άννα. Η επιλογή των λουλουδιών είναι κατάλληλη, δεδομένης της σύγχυσης της Άννας αργότερα στο μυθιστόρημα, όταν πιστεύει ότι ο Γκίλμπερτ αγαπά την Κριστίν Στιούαρτ.

ZoomInImage
Η Άννα Σίρλεϋ (Μέγκαν Φόλοους), στη σειρά «Η Άννα των πράσινων αετωμάτων». (Kevin Sullivan)

 

Αργότερα, η Άννα πετάει τις βιολέτες (πίστη) του Ρόι και προτιμά τα κρίνα της κοιλάδας (επιστροφή της ευτυχίας) του Γκίλμπερτ για να τα κρατά στην αποφοίτησή της. Τα φορά επίσης στα μαλλιά της για τον γάμο της φίλης της, Νταϊάνα, ενώ αποτελούν πιθανώς και μια αναφορά στο παρελθόν και μια υπενθύμιση του σπιτιού της, καθώς η Άννα εκείνο τον καιρό είναι μακριά, στο κολέγιο.

Και ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ χρησιμοποιούσε τη γλώσσα των λουλουδιών. Στον «Άμλετ», η Οφηλία, η αγαπημένη του ήρωα που οδηγείται όπως και αυτός στην παραφροσύνη, φοράει ένα στεφάνι από λουλούδια όταν πνίγεται. Στο βιβλίο του «Flora Symbolica; or, the Language and Sentiment of Flowers» (Συμβολισμοί Ανθέων ή η Γλώσσα και τα Συναισθήματα των Λουλουδιών), ο Τζον Ίνγκραμ σημειώνει ότι, σύμφωνα με την ανθοσημεία, κάθε λουλούδι στο στεφάνι της αναφέρεται στο τραγικό πεπρωμένο της και ο συνδυασμός τους σχηματίζει μια φράση, που ξεκινά με τα λουλούδια της αχίλλειας (αγριαψιθιά) – σύμφωνα με τον Ίνγκραμ, αυτά αναφέρονται στην «όμορφη κοπέλα [fayre mayde]» (σ.σ. στην αγγλική γλώσσα η αγριαψιθιά είναι γνωστή και με το όνομα «fair maid of France» – όμορφη κοπέλα από τη Γαλλία):

«Είναι όλα αγριολούλουδα που συμβολίζουν τη σύγχυση της όμορφης Οφηλίας. Η σειρά τους είναι η εξής… [:] αχίλλεια (όμορφη κοπέλα), τσουκνίδες (βαθύ τσίμπημα), μαργαρίτες (η νεανική της άνθιση), μοβ ορχιδέες (κάτω από το κρύο χέρι του θανάτου). Δηλαδή ‘μία όμορφη κοπέλα, τσιμπημένη βαθιά, με τη νεανική της άνθιση κάτω από το κρύο χέρι του θανάτου’. Θα ήταν δύσκολο να δημιουργήσει κανείς πιο κατάλληλο στεφάνι για αυτό το αθώο θύμα.»

Έχω διαβάσει ότι και η Τζέην Ώστεν χρησιμοποίησε τη σημειολογία των λουλουδιών, συγκεκριμένα στο «Υπερηφάνεια και Προκατάληψη», σύμφωνα με μία πηγή. Ωστόσο, η μόνη πιθανή ένδειξη που μπόρεσα να βρω είναι στην περιγραφή των κήπων του Πέμπερλυ, με «όμορφες βελανιδιές και ισπανικές καστανιές, διάσπαρτες στο λιβάδι».

ZoomInImage
Ο κος Ντάρσυ (Κόλιν Φερθ) και η Ελίζαμπεθ Μπέννετ (Τζέννιφερ Έιλ), στην τηλεοπτική σειρά του BBC «Υπερηφάνεια και Προκατάληψη». (BBC)

 

Οι βελανιδιές συμβολίζουν συνήθως τη δύναμη, τον πλούτο, την ευγενή παρουσία και τη φιλοξενία, ενώ τα κάστανα σημαίνουν «να είσαι δίκαιος απέναντι μου και αληθινός». Όποια και αν ήταν η πρόθεση της Ώστεν όταν περιέγραφε τα συγκεκριμένα δέντρα στο Πέμπερλυ, οι συμβολισμοί και των δύο δέντρων ταιριάζουν καλά με τον χαρακτήρα του κου Ντάρσυ, αλλά και με τη συγκεκριμένη περίσταση στο μυθιστόρημα.

Η μεγάλη σημασία μιας μικρής χειρονομίας

Όταν η σημειολογική γλώσσα των λουλουδιών και οι συμβολισμοί τους ήταν διαδεδομένοι, οι άνθρωποι δεν χρειάζονταν λεξικό για να καταλάβουν ή να συνθέσουν το μήνυμα ενός μπουκέτου. Η ιδέα ότι κάποιος αφιερώνει τόση σκέψη όχι μόνο για να δώσει, αλλά και όταν λαμβάνει αυτές τις ‘μικρές’ προσφορές, είναι συγκινητική και επαυξάνει τη σημασία της κίνησης, ανάγοντάς τη σε ουσιαστική ένδειξη αγάπης και μέσον βαθύτερη επικοινωνίας.

Ομοίως, υπάρχει ομορφιά στην ιδέα ότι ένας συγγραφέας φροντίζει να εκφράσει συγκεκριμένες σκέψεις μέσω της ανθοσημείας σε μια ιστορία ή ένα ποίημα, νοηματοδοτώντας κάθε μικρή λεπτομέρεια. Αυτό ωθεί τον αναγνώστη να δείξει αντίστοιχη προσοχή και αγάπη στην πράξη της ανάγνωσης. Για να διαβάσει χωρίς κενά, αφοσιώνεται και απορροφά όλες τις λέξεις προσπαθώντας να κατανοήσει την πρόθεση του συγγραφέα πίσω από την κάθε συγκεκριμένη επιλογή.

Μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια που αποδίδονται στην Τερέζα του Λισιέ (Thérèse of Lisieux, γνωστή ως «Μικρό Λουλούδι») καθώς προσπαθώ να εκφράσω γιατί με ελκύει η ανθοσημεία: «Να θυμάστε ότι τίποτα δεν είναι μικρό στα μάτια του Θεού. Κάντε ό,τι κάνετε με αγάπη».

Αντίστοιχα, η γλώσσα των λουλουδιών αποδίδει μεγάλη σημασία και προσοχή στις μικρές πράξεις και τα μικρά πράγματα. Μια μικρή χειρονομία μπορεί να έχει μεγάλη σημασία.

Της Marlena Figge

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. ‘ανθοσημεία’: όρος επινοημένος από τη μεταφράστρια για να περιγράψει τη σημειολογία της γλώσσας των λουλουδιών

2. ανθογραφία: όρος που περιγράφει τη ζωγραφική απεικόνιση των λουλουδιών

Τα συγκοινωνούντα δοχεία της λογοτεχνίας και της ζωγραφικής

Η συνάντηση των εικαστικών τεχνών και της λογοτεχνίας παρέχει γόνιμο έδαφος για την άνθηση της δημιουργικότητας. Ένας από τους μεγάλους θησαυρούς του δυτικού πολιτισμού είναι η συνεχής «συνομιλία» που γίνεται ανά τους αιώνες μεταξύ ποιητών, ζωγράφων και φιλοσόφων, οι οποίοι ανταποκρίνονται οι μεν στις ιδέες και την καλλιτεχνική έκφραση των δε. Κάθε έργο τέχνης εμπνευσμένο από τη λογοτεχνία σχολιάζει τη λογοτεχνία που το παρήγαγε. Ερμηνεύει το όραμα του συγγραφέα, προσθέτοντας βάθος στο έργο, ενώ ταυτόχρονα γίνεται ένα νέο όραμα – ένα νέο έργο τέχνης από μόνο του.

Η εξερεύνηση αυτής της καλλιτεχνικής συνομιλίας είναι σκέτη απόλαυση τόσο για τους κριτικούς λογοτεχνίας όσο και για τους μελετητές της τέχνης. Σε μια αμοιβαία σχέση, η τέχνη ρίχνει φως στην ποίηση, ενώ η ποίηση ρίχνει φως στην τέχνη.

Πέτερ Μπρύγκελ, «Τοπίο με την πτώση του Ικάρου», 1560

Όπως ο κορμός ενός δέντρου, αυτός ο πίνακας του Ολλανδού δασκάλου Πέτερ Μπρύγκελ του πρεσβύτερου αναπτύσσεται από μια λογοτεχνική παράδοση και αποτελεί τη βάση για μεταγενέστερες λογοτεχνικές παραφυάδες. Εδώ, ο Μπρύγκελ απεικονίζει μια σκηνή από τον ελληνικό μύθο του Δαίδαλου και του Ίκαρου.

Πέτερ Μπρύγκελ ο πρεσβύτερος, «Τοπίο με την πτώση του Ικάρου», 1560. Λάδι σε καμβά, 71 x 111 εκ. Βασιλικά Μουσεία Καλών Τεχνών του Βελγίου, Βρυξέλλες. (Public Domain)

 

Στον μύθο, ο βασιλιάς Μίνωας της Κρήτης προσλαμβάνει τον Δαίδαλο για να κατασκευάσει έναν περίπλοκο λαβύρινθο, από τον οποίο είναι αδύνατο να ξεφύγει κανείς, ως φυλακή για τον Μινώταυρο. Αλλά όταν ο Δαίδαλος ολοκληρώνει το έργο του, ο βασιλιάς Μίνωας δεν επιτρέπει σε αυτόν και τον γιο του, τον Ίκαρο, να επιστρέψουν στο σπίτι τους. , και τους κλειδώνει σε έναν πύργο.

Ο πολυμήχανος Δαίδαλος δημιουργεί δύο ζευγάρια φτερά από φτερά πουλιών και κερί, ώστε να μπορέσουν να δραπετεύσουν αυτός και ο γιος του. Αλλά ο Ίκαρος, αγνοώντας τις προειδοποιήσεις του πατέρα του, πετάει πολύ κοντά στον ήλιο. Η ζέστη λιώνει το κερί, τα φτερά διαλύονται και ο Ίκαρος γκρεμίζεται στη θάλασσα, που από την πτώση του ονομάστηκε Ικάριο πέλαγος.

Απεικονίζοντας τη στιγμή της πρόσκρουσης του Ικάρου στο νερό, ο Μπρύγκελ έκανε την ενδιαφέρουσα επιλογή να αναφερθεί πολύ διακριτικά στο μυθικό του θέμα, απεικονίζοντας μόνο τα πόδια του νέου που εξέχουν από το νερό, σε ένα όχι κεντρικό σημείο του πίνακα. Ως εστιακά σημεία, αντίθετα, προβάλλουν ένα μεγάλο ιστιοφόρο με ανοιγμένα τα πανιά, που φαίνεται να αφήνει τον κόλπο, όπου βυθίζεται ο Ίκαρος, και ένας γεωργός που οργώνει, στο πρώτο πλάνο.

Στη συνέχεια, ο διάσημος πίνακας ενέπνευσε ένα ποίημα του μοντερνιστή ποιητή Γ.Χ. Ώντεν, το οποίο προβληματίζεται για το πώς οι περισσότερες από τις φιγούρες στον πίνακα του Μπρύγκελ αγνοούν την τραγωδία του Ικάρου:

Σχετικά με τον πόνο δεν έκαναν ποτέ λάθος / Οι Παλαιοί Δάσκαλοι: πόσο καλά κατανοούσαν την ανθρώπινη θέση του – συμβαίνει / την ώρα που κάποιος άλλος τρώει, ανοίγει ένα παράθυρο ή απλά περπατά νωχελικά

About suffering they were never wrong / The Old Masters: how well they understood / Its human position; how it takes place / While someone else is eating or opening a window or just walking dully along

Η τέχνη γεννά τέχνη, σε έναν αδιάκοπο κύκλο.

Ζακ-Λουί Νταβίντ, «Η Ανδρομάχη θρηνεί τον Έκτορα», 1783

Οι αναγνώστες της «Ιλιάδας» θα είναι εξοικειωμένοι με ένα από τα πιο συγκινητικά θέματά της: τη σχέση μεταξύ του Έκτορα και της αγαπημένης του συζύγου, Ανδρομάχης. Ο Έκτορας είναι ο πρίγκιπας της Τροίας που συγκρατεί την άμυνα της πόλης απέναντι στους Έλληνες που την πολιορκούν. Η ηγετική του ικανότητα, το θάρρος και η πολεμική του αρετή τον καθιστούν εγγυητή της ασφάλειας της πόλης. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και ένας στοργικός πατέρας και τρυφερός σύζυγος.

Μια από τις πιο συγκινητικές σκηνές του ποιήματος είναι η επίσκεψη του Έκτορα στην Ανδρομάχη και τον γιο τους Αστυάνακτα, όταν επιστραφεί στην πολιορκημένη πόλη, μετά τη μάχη. Παίζει τρυφερά με το αγόρι και παρηγορεί τη γυναίκα του, η οποία τον παρακαλεί – μάταια – να μην επιστρέψει στον πόλεμο.

Τελικά, ο ισχυρός πολεμιστής πέφτει, σε μονομαχία με τον ημίθεο Αχιλλέα, που θέλει να εκδικηθεί τον θάνατο του Πατρόκλου. Ο πίνακας του Νταβίντ απεικονίζει την Ανδρομάχη και τον Αστυάνακτα να θρηνούν πάνω από το σώμα του Έκτορα. Η δεξιοτεχνία και το πάθος που έβαλε ο ζωγράφος σε αυτόν τον πίνακα οδήγησαν στην εκλογή του στην Académie Royale, το 1784.

Ζακ-Λουί Νταβίντ, «Η Ανδρομάχη θρηνεί τον Έκτορα», 1783. Λάδι σε καμβά, 274 x 200 εκ. Μουσείο του Λούβρου. (Public Domain)

 

Στο έργο του Νταβίντ, το φως λούζει έντονα την απαρηγόρητη Ανδρομάχη. Στρέφει τα μάτια της προς τα πάνω και μακριά από το σώμα του Έκτορα, το οποίο είναι ξαπλωμένο μπροστά της, μισοκρυμμένο στη σκιά, που μοιάζει να εισβάλει από αριστερά, όπως η σκιά του ίδιου του θανάτου.

Ντάνιελ Μακλίζ, «Η σκηνή του συμποσίου στον ΄Μάκβεθ΄ του Σαίξπηρ»,  1840

Αυτός ο δυνατός πίνακας του Ντάνιελ Μακλίζ κόβει την ανάσα των θεατών με τη ρεαλιστική χρήση του φωτός και της σκιάς, τη στοιχειωμένη ατμόσφαιρα και τις δραματικές πόζες.

Απεικονίζει τη στιγμή στο έργο του Σαίξπηρ «Μάκβεθ» κατά την οποία ο ομώνυμος χαρακτήρας βλέπει το φάντασμα του δολοφονημένου θύματός του και πρώην φίλου του, Μπάνκο. Το θύμα κάθεται στο θρόνο του ίδιου του Μάκβεθ, σε μια γιορτή που διοργανώνει ο βασιλιάς για τους υπηρέτες του. Ο Μπάνκο υπέστη παράπλευρες απώλειες κατά τη διάρκεια της εφιαλτικής καθόδου του Μάκβεθ στη ζήλια, την παράνοια και τη σκληρότητα. Ο Μάκβεθ αντιδρά με σοκ και τρόμο στο φασματικό όραμα. Η σύζυγός του, η Λαίδη Μάκβεθ, προσπαθεί να εξηγήσει την παράξενη συμπεριφορά του στους μπερδεμένους καλεσμένους, οι οποίοι δεν μπορούν να δουν το πνεύμα.

Ντάνιελ Μακλίζ, «Η σκηνή του συμποσίου στον ΄Μάκβεθ΄ του Σαίξπηρ», 1840. Λάδι σε καμβά, 182 x 304 εκ. Πινακοθήκη Γκίλντχολ, Λονδίνο. (Public Domain)

 

Από τις άγριες, τρεχούμενες φλόγες του πολυελαίου μέχρι την κίνηση του χεριού της Λαίδης Μάκβεθ και τη φιγούρα του Μάκβεθ που αναδιπλώνεται (σε αντίθεση με την ακίνητη σιλουέτα του φαντάσματος), ο πίνακας διαθέτει μια ισχυρή, αν και ελαφρώς ανισόρροπη, ενέργεια. Αντικατοπτρίζει την κατάπτωση του Μάκβεθ σε μια σχεδόν τρελή κατάσταση, καθώς αρχίζει να χάνει τον έλεγχο της κατάστασής του.

Οι σκοτεινές σκιές στις άκρες της σύνθεσης αντικατοπτρίζουν το σκοτάδι, τη μαγεία και το κακό που περιβάλλει τον Μάκβεθ σε αυτήν τη σκοτεινή τραγωδία του Σαίξπηρ. Η Λαίδη Μάκβεθ είναι η κυρίαρχη και πιο φωτεινή φιγούρα στον πίνακα, μια επιλογή σύνθεσης που αναμφίβολα αντανακλά τη σημαντική επιρροή της στον σύζυγό της και τον εξέχοντα ρόλο της στα μακάβρια γεγονότα του έργου.

 Σερ Τζον Έβερετ Μιλλαί , «Οφηλία», 1851

Το έργο του Σαίξπηρ είναι από τα πιο αγαπημένα των ζωγράφων. Ο Σερ Τζον Έβερετ Μιλλαί επέλεξε να απεικονίσει, με πολύ συγκινητικό τρόπο, τις τελευταίες στιγμές της Οφηλίας από τον «Άμλετ».

Η Οφηλία συγκεντρώνει το ερωτικό ενδιαφέρον του Άμλετ. Βυθίζεται στην τρέλα αφού ο Άμλετ, πενθώντας τον θάνατο του πατέρα του, του βασιλιά της Δανίας, αρχίζει να συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα και σκοτώνει κατά λάθος τον πατέρα της, τον Πολώνιο. Μετά από αυτή την τραγωδία, η κοπέλα περιπλανιέται παράφορα στην άγρια φύση, τραγουδώντας παράξενα τραγούδια, ώσπου τελικά πνίγεται σε ένα ρυάκι.

Σερ Τζον Έβερετ Μιλλαί, «Οφηλία», 1851. Λάδι σε καμβά, 76 x 111εκ. Πινακοθήκη Tate Britain, Λονδίνο. (Public Domain)

 

Ο Μιλλαί ζωγραφίζει την Οφηλία λίγο πριν βυθιστεί στο νερό, με τα χείλη της ακόμα χωρισμένα από το τραγούδι, τα ρούχα και τα μαλλιά της να φουσκώνουν γύρω της στο νερό, με μερικά λουλούδια να κρέμονται χαλαρά στο χέρι της. Τα πλούσια χρώματα και η περίεργη, αγαλματένια στάση της μισοβυθισμένης γυναίκας καθηλώνουν το βλέμμα.

Όπως έγραψε η Τζέηνι Σλάμπερτ για το «The Collector»: «Ακόμα και στο θάνατο, διαθέτει έναν αέρα χαράς και γαλήνης, με τα χέρια της απαλά γυρισμένα προς τα πάνω, σαν να έχει αποδεχτεί το τέλος της». Πράγματι, τα ανοιχτά χέρια της Οφηλίας υποδηλώνουν ότι είναι έτοιμη να αποδεχτεί αυτό που έρχεται: τον επικείμενο θάνατό της.

Τζον Ουίλλιαμ Γουότερχαουζ, «Η Λαίδη του Σάλοτ», 1888

Σε αυτόν τον πίνακα, ο Τζον Ουίλλιαμ Γουότερχαουζ εικονογράφησε μια σκηνή από το έργο του συγχρόνου του, του μεγάλου ποιητή Άλφρεντ, λόρδου Τέννυσον. Ο Τέννυσον είχε εμπνευστεί σε μεγάλο βαθμό από τους θρύλους του Αρθούρου, άλλο ένα παράδειγμα τέχνης που γεννά τέχνη. Έγραψε μια σειρά από αναδιηγήσεις τους σε στίχους, συμπεριλαμβανομένης της βιβλιογραφικής συλλογής «Τα ειδύλλια του βασιλιά».

Ένα ξεχωριστό, αυτόνομο ποίημα, «Η Λαίδη του Σάλοτ», αφηγείται την ιστορία μιας δέσποινας που ζει σε έναν πύργο δίπλα σε ένα ποτάμι του Κάμελοτ. Είναι θύμα μιας κατάρας που της απαγορεύει να κοιτάζει απευθείας τον κόσμο. Αν το κάνει, θα πεθάνει. Μπορεί να δει έξω μόνο κοιτάζοντας έναν καθρέφτη και ό,τι βλέπει το υφαίνει σε ταπισερί. Τελικά, όμως, η Λαίδη του Σάλοτ επιλέγει να αγνοήσει την κατάρα. Κοιτάζει κατευθείαν στο Κάμελοτ, εξασφαλίζοντας έτσι τον θάνατό της. Φεύγοντας από τον πύργο της, βρίσκει μια βάρκα και με αυτήν πλέει στο ποτάμι προς το Κάμελοτ. Πεθαίνει λίγο πριν φτάσει.

Τζον Ουίλλιαμ Γουότερχαουζ, «Η Λαίδη του Σάλοτ», 1888. Λάδι σε καμβά, 152 x 198 εκ. Πινακοθήκη Tate Britain, Λονδίνο. (Public Domain)

 

Ένας από τους πιο διάσημους πίνακες του Γουότερχαουζ, «Η Λαίδη του Σάλοτ», δείχνει την ηρωίδα στη βάρκα της, λίγο πριν τον θάνατό της. Το έργο είναι αξιοσημείωτο για τον συνδυασμό του φωτογραφικού ρεαλισμού που αναμειγνύεται με έναν μυστικιστικό και φανταστικό αέρα. Με πυκνές, πλούσιες λεπτομέρειες και χρώματα, ο Γουότερχαουζ έδωσε την πρεπούμενη ένταση στις ύστατες στιγμές της Λαίδης του Σάλοτ.

Η γνώση για τον επερχόμενο θάνατό της είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, το οποίο είναι βαθιά πένθιμο, κουρασμένο, εύθραυστο, αλλά ειρηνικό. Κάθεται με το ένα χέρι ελαφρώς τεντωμένο, παρατηρώντας γύρω της, σαν να είναι αποφασισμένη να ρουφήξει όσο περισσότερα μπορεί από τον κόσμο πριν της ξεφύγει.

Όπως η Λαίδη του Σάλοτ που βλέπει τον κόσμο σε έναν καθρέφτη, έτσι και οι μεγάλοι καλλιτέχνες είδαν τον κόσμο να αντανακλάται στους μύθους, τα ποιήματα και τις ιστορίες που προσπάθησαν να εικονογραφήσουν. Το έργο τους γίνεται ένα είδος διπλής αντανάκλασης της πραγματικότητας, καθώς η λογοτεχνία και η τέχνη συνεργάζονται για να προβάλουν την αλήθεια και την ομορφιά πιο ξεκάθαρα.

Μία συζήτηση για τη ζωή, τον θάνατο και την αγάπη, με αφορμή το βιβλίο «Ο πλους»

Η μόνη βεβαιότητα που μπορεί να έχει ο άνθρωπος σε αυτήν τη ζωή είναι ο θάνατος. Αυτός είναι ο προορισμός μας. Κι όμως, παρά το δεδομένο της κατάληξής μας, το γεγονός δεν παύει να μας θλίβει, ενίοτε να μας εκπλήσσει, σαν να μην το περιμέναμε, και ακόμα και μας συνταράσσει, ιδίως αν πρόκειται για την απώλεια ενός ιδιαίτερα προσφιλούς προσώπου.

Ως υπενθύμιση του εφήμερου της ύπαρξής μας έχει τη δύναμη να μας ωθήσει να στοχαστούμε, να κοιτάξουμε μέσα μας και να αντιληφθούμε τι είναι πραγματικά σημαντικό.

Για τον Ρένο-Νεκτάριο Παυλάκη, συγγραφέα του βιβλίου Ο πλους. Μια συζήτηση για τη ζωή και τον θάνατο (εκδόσεις Ακρίτας 2025), τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: στη ζωή, όπως και στον θάνατο, το Α και το Ω είναι η αγάπη.

Με σπουδές στη Θεολογία, την Ψυχολογία και τη Φιλοσοφία, η ματιά του κου Παυλάκη είναι διεισδυτική και συγκρητική. Με γνήσιο ενδιαφέρον και κατανόηση για τον άνθρωπο σκύβει πάνω σε αυτά που προβληματίζουν τον βίο μας και μας βοηθούν ή μας εμποδίζουν να προοδεύσουμε πραγματικά, εισερχόμενοι σε ένα πνευματικό μονοπάτι που θα μας ανακαινίσει.

Το βιβλίο αυτό, όπως είπε στην Epoch Times, αποτελεί προϊόν συζήτησης που έγινε μετά τη λήξη σεμιναρίου της Αρχιεπισκοπής για πενθούντες. Η συζήτηση ηχογραφήθηκε από έναν εκ των συνομιλητών, ο οποίος συνήθιζε να ηχογραφεί ομιλίες και διαλέξεις, και μεταφέρθηκε απο τον κο Παυλάκη στο χαρτί σχεδόν αυτούσια. Σύμφωνα με τον ίδιο, «είναι ωφέλιμο, γιατί οτιδήποτε μας αφυπνίζει, οτιδήποτε μας κάνει σκεπτόμενους, μάς βοηθάει. Μας βοηθάει πνευματικά.»

Ο ίδιος οδηγήθηκε στο σεμινάριο εξαιτίας του θανάτου του αδελφού του, που του προκάλεσε συναισθήματα όχι μόνο θλίψης αλλά και ενοχής, και την ανάγκη για ένα εξωτερικό στήριγμα, παρά τα εφόδιά του – την παιδεία, την κατάρτιση και τις καταβολές του, τη βιωματική σχέση με την Εκκλησία και την Ψυχοθεραπεία. «Δεν είναι κακό. Άλλος μπορεί να το αισθανθεί και να το εισπράξει μέσα από την εξομολόγηση, άλλος μέσα από την ψυχοθεραπεία και άλλος μέσα από ένα σεμινάριο, όπως εγώ», είπε στην Epoch Times.

Τη Δευτέρα 19 Μαΐου, στις 19:00, θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου στη Βιβλιοθήκη της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, με ομιλητές τον Επίσκοπο Θεσπιών κο Παύλο, τον κο Ιωάννη Σκέλλα, ομότιμο καθηγητή Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, την κα Αναστασία Σοφού, δημοτική σύμβουλο δήμου Αγίας Παρασκευής, καθώς και τον ίδιο τον συγγραφέα.

Ο θάνατος ως ερέθισμα

Αφετηρία για τον κο Παυλάκη είναι η πεποίθησή του ότι ο άνθρωπος είναι δισυπόστατο ον, κατά την αριστοτελική θεώρηση, αποτελείται δηλαδή από σώμα και ψυχή, όπου η ψυχή εμπεριέχει και το πνεύμα. Ως τέτοιο ον ταξιδεύει μέσα από τη ζωή, με απώτερο προορισμό την ένωση με τον Θεό, μετά θάνατον. Η διαδρομή, η πορεία προς τη θέωση, εκκινά σε αυτήν τη ζωή, αλλά ολοκληρώνεται στην επομένη. Είναι μία δύσκολη πορεία, γιατί κατά τη διάρκειά της ο άνθρωπος καλείται να απελευθερωθεί από τα δεινά που τον κατατρέχουν, από τους φόβους του, από τις αγκυλώσεις του. Για να τα καταφέρει είναι απαραίτητη η συνέργεια με τον Θεό.

Δεδομένης της δυσκολίας, η καλλιέργεια αυτού του είδους είναι κάτι που τείνουμε να αποφεύγουμε. Ωστόσο, έρχονται στη ζωή μας συμβάντα που μας αναγκάζουν να εγκαταλείψουμε την άνεση της καθημερινότητας και των συνηθειών μας – σε συμπεριφορά και σκέψη – και να στοχεύσουμε ψηλότερα. Σύμφωνα με τον κο Παυλάκη, ο θάνατος είναι ένα από αυτά, παρόλο που μας φοβίζει.

Ερωτηθείς για αυτόν τον φόβο, εξηγεί ότι «για να μπορέσει ο άνθρωπος να τον ξεπεράσει, χρειάζεται αρκετή δουλειά με τον εαυτό του και αρκετή δουλειά με τους άλλους, αφού δεν μπορούμε μόνοι μας να πετύχουμε αυτόν τον στόχο». Καίριο ρόλο εδώ παίζει η αγάπη, η αγάπη χωρίς όρια, η θυσιαστική αγάπη.

Την απώθηση που αισθάνονται οι περισσότεροι για τα ερωτήματα που αναδύονται και συνοδεύουν την πνευματική πορεία του ανθρώπου τη θεωρεί ως έναν βαθμό φαινόμενο της σύγχρονης εποχής, που εξοικειώνει τους ανθρώπους με την ταχύτητα και την ευκολία – το αντίθετο δηλαδή από αυτό που απαιτεί «μία φιλοσοφική συζήτηση, μία υπαρξιακή αναζήτηση, ένας θεολογικός προβληματισμός”. Αντίθετα, στην αρχαιότητα και τα μεταγενέστερα χρόνια, οι άνθρωποι  «είχαν περισσότερο φόβο, με την έννοια του σεβασμού που δείκνυαν. [Στον θάνατο] περισσότερο τους φόβιζε και τους στενοχωρούσε ο αποχωρισμός παρά αυτό που θα συναντήσουν μετά. Αλλά τώρα μάς φοβίζει το άκουσμα του θανάτου, η θέα του θανάτου.»

Ο θάνατος μάς υπενθυμίζει ότι «είμαστε πολύ περιορισμένοι – χρονικά – σε αυτόν τον κόσμο, ότι είμαστε θνητοί». Η σημαντικότερη απόρροια αυτού, για τον κο Παυλάκη, είναι η μεταμέλεια και, ακόμα περισσότερο, η μετάνοια: «Η μετάνοια όχι ως πράξη ενός καταναγκαστικού κοινωνικού ηθικισμού αλλά ως μια συνειδητοποιημένη μεταστροφή του νοός».

Όπως λέει, «αυτήν την πνευματική αφύπνιση την εμπεριέχουν όλα τα θρησκευτικά κινήματα, όλες οι θρησκείες. Δεν είναι τυχαίο αυτό. Ίσως να υπάρχει και στο ανθρώπινο γονιδίωμα καταχωρισμένο κάτι τέτοιο, και με κάποια αφορμή ξυπνάει».

Εκκινώντας το ταξίδι

Η μετάνοια και η επιθυμία για αλλαγή και βελτίωση είναι η απαραίτητη μαγιά για την επιτυχία της πορείας του ανθρώπου στο μονοπάτι προς τη θέωση. Δεν είναι κάτι που το επιθυμούν όλοι. Υπάρχουν πολλοί που αποφεύγουν αυτόν τον δρόμο. Σε αυτό το σημείο υπεισέρχεται και το ζήτημα της ελευθερίας, ένα «προνόμιο που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο», σύμφωνα με τον κο Παυλάκη. Η ελευθερία μας όμως περιορίζεται, όχι τόσο από εξωτερικούς παράγοντας όσο από τις αγκυλώσεις μας, τα κλισέ, τα ταμπού, κυρίως όμως από το ‘εγώ’ μας, που είναι η «μεγαλύτερη τροχοπέδη» όλων:

«Από τη στιγμή της γέννησης μας είμαστε ελεύθεροι. Στην πραγματικότητα, όμως, υπάρχουν στεγανά που δεν μας επιτρέπουν να είμαστε ελεύθεροι. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Επίκουρου, που λέει ότι ‘ελεύθερος είναι όποιος έχει κατάκτησει την αυτάρκεια’. Ποιος όμως είναι αυτάρκης; […] Η ελευθερία ξεκινά πρώτα από μέσα μας. Κατά πόσο το αντιλαμβανόμαστε και πόσο το συνειδητοποιούμε, ώστε να έχουμε μία πορεία ένθεη, είναι αρκετά συζητήσιμο.»

Η ελευθερία ως κατάσταση είναι καθοριστική για τον άνθρωπο. Πέρα από την ελευθερία της έκφρασης, που οφείλει να μην προσβάλει την προσωπικότητα του άλλου, τα πιστεύω του και όσα θεωρεί ως πραγματικότητα, υπάρχει η ελευθερία από τον ίδιο μας τον εαυτό, δηλαδή από το ‘εγώ’.

Σε αυτό το σημείο, ο κος Παυλάκης θέτει το ενδιαφέρον ερώτημα: «Πόσο ελεύθερος είναι ένας ερωτευμένος άνθρωπος;», στο οποίο απαντά (για τον αμφίδρομο έρωτα):

«Όταν υπάρχει αμοιβαιότητα, τι έχουμε; Έχουμε αντίδοση των ιδιωμάτων, δηλαδή ένα όμορφο δούναι και λαβείν. Άρα, στην πραγματικότητα, ο έρωτας μάς απελευθερώνει: μας απελευθερώνει από το ‘εγώ’ μας και μας εισάγει σε μία κοινωνία του ‘εμείς’.»

Η κοινωνία του ‘εμείς’, όπως εξηγεί ο συγγραφέας, αποτελείται από πρόσωπα όχι από άτομα. «Το πρόσωπο είναι αυτό που δείχνει αγάπη», τονίζει. «Αντίθετα, το άτομο είναι αυτό που περικλείεται πέριξ του ‘εγώ’. Δεν μπαίνει στην κοινωνία του ‘εμείς’, δεν είναι ‘πρόσωπο’.»

Η σημαντικότερη διαφορά μεταξύ του προσώπου και του ατόμου είναι το άνοιγμα που κάνει το πρώτο, που περικλείει τους άλλους. Το κορυφαίο άνοιγμα έγινε από τον Χριστό, υπενθυμίζει ο κος Παυλάκης, και «περικλείει τους πάντες – δεν αποκλείει κανέναν». Για εμάς τους ανθρώπους, το να επιτύχουμε αυτό το επίπεδο είναι δύσκολο, αφού οι προκαταλήψεις μας μάς κάνουν και αποκλείουμε κάποιους. «Στην πραγματικότητα, όμως», αντιτείνει, «όλοι μπορούμε να οδεύσουμε σε αυτό το μονοπάτι, ο καθένας με την ιδεολογία του και τα πιστεύω του. Αρκεί να βρούμε ερεθίσματα.»

Τι συμβαίνει όμως με εκείνους που δεν είναι ένθεοι, που δεν πιστεύουν; Κατά πόσο μπορούν να βαδίσουν σε ένα πνευματικό μονοπάτι;

Για τον κο Παυλάκη, σχεδόν όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν σε κάτι – ακόμα και όσοι δηλώνουν μηδενιστές – θεοποιώντας ιδεολογίες, την επιστήμη, την ύλη, μία σαρκική απόλαυση κ.ο.κ. Λέει επ’ αυτού: «Όταν οι άνθρωποι ταυτίζονται με αυτά τα οποία έχουν κατακτήσει, είναι σχεδόν αδύνατον να αποκολληθούν από αυτά. Είναι πάρα πολύ έντονο το συναίσθημα” – γι’ αυτό χρειάζονται κάποια αντίμετρα. «Η προσκόλληση», επισημαίνει, «δεν σε αφήνει να λειτουργήσεις, δεν σε αφήνει να εκκινήσεις, δεν σε αφήνει να ανακαινιστείς ως άνθρωπος.»

Εγκαταλείποντας τις προσκολλήσεις

Η εξάρτηση, τονίζει ο κος Παυλάκης, είναι ψυχογενής. Γι’ αυτό και χρειάζεται πολλή δουλειά κάποιος. Η ψυχοθεραπεία βοηθά μεν, αλλά χρειάζεται και η μεταστροφή του νοός, δηλώνει.

Κατά την άποψή του, η μετάνοια που θα επιφέρει την ανακαίνιση επιτυγχάνεται μόνο μέσα από την εμπειρία με το θείο, αφού πρόκειται για ένα μακρύ και δύσκολο μονοπάτι: «Έχεις να κάνεις με τον ίδιο σου τον εαυτό.»

Η πορεία δεν είναι ομαλή. «Πότε θα ανεβαίνεις και πότε θα κατεβαίνεις», λέει. «Ως αρωγή, μπορείς να έχεις την ψυχοθεραπεία, τον σύζυγο, τη σύζυγο, τη φίλη, τον συμμαθητή, αλλά δεν είναι αυτά ικανά να σε ανατάξουν. Γι’ αυτό στην Εκκλησία λένε ‘η συνέργεια του ανθρωπίνου και του θείου παράγοντα’».

Ωστόσο, δεν περιορίζει τη σωτήρια οδό αποκλειστικά στην Ορθόδοξη Εκκλησία. «Συμφωνώ, υπάρχει όμως κι ένα ‘αλλά’. Γιατί τόσα δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο δεν οδεύουν στην απώλεια. Αν θεωρήσουμε ότι και αυτοί θα κριθούν, θα κριθούν κατά συνείδηση και μπορεί να απολαμβάνουν τον Παράδεισο μαζί μας στη μέλλουσα ζωή.»

Υπάρχει μέλλουσα ζωή; Και πού είναι ο Παράδεισος;

Για τον συγγραφέα του Πλου το μετά είναι δεδομένο και συνδέεται με το τώρα. Κατ’ αυτόν, η παρούσα ζωή μας είναι μία πρόγευση της μελλοντικής: «Προγευόμαστε. Όταν ένας άνθρωπος δείχνει αγάπη σε αυτόν τον κόσμο, θα τη δείχνει και μετά. Όταν δείχνει κακία σε αυτόν τον κόσμο, τι μπορεί να κάνει μετά;»

Επισημαίνει δε ότι ο Παράδεισος δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως τόπος, «δεν λειτουργεί γεωγραφικά. Είναι μία βιούμενη κατάσταση, όπως και η κόλαση.»

Δεν μιλάει εξ ιδίας πείρας, αλλά πιστεύει ότι «από όλη τη σοφία που έχει συσσωρευθεί τόσες χιλιάδες χρόνια, μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια μικρά, ανθρώπινα συμπεράσματα».

Στο βιβλίο του περιλαμβάνονται αναφορές σε μεταθανάτιες εμπειρίες, καθώς και περιγραφές που έχουν προκύψει από ανθρώπους που «έχουν πάει κι έχουν έρθει», μεταξύ αυτών και μία μαρτυρία από πρώτο χέρι. Μάλιστα, από τότε έχει μιλήσει και με δεύτερο πρόσωπο, το οποίο παρακάλεσε να παρευρεθεί στην παρουσίαση του βιβλίου.

Αξιοσημείωτο είναι ότι πολλές μεταθανάτιες εμπειρίες ομοιάζουν, ενώ υπάρχει εκτεταμένη βιβλιογραφία πάνω στο θέμα και πολλές έρευνες έχουν γίνει και δημοσιευθεί σε έγκριτα περιοδικά.

Πολλές είναι και οι εμφανίσεις των κεκοιμημένων σε ζωντανούς, όπως επίσης αναφέρεται στο βιβλίο του. Αποδίδει τις περιπτώσεις αυτές στη χάρη του Θεού, ο οποίος τους επιτρέπει να «περνούν το κρύσταλλο». Ωστόσο, για να γίνει εφικτό το πέρασμα, πρέπει να ισχύουν κάποιες προϋποθέσεις. Η κυριότερη αυτών, γράφει, είναι η αγάπη.

Αγάπη, η μεγαλύτερη δύναμη

«Η πρώτη και βασική προϋπόθεση είναι η αγάπη. Η αγάπη μπορεί να κάνει πολλά. Η αγάπη δημιουργεί ένα απίστευτο, μοναδικό και πρωτόγνωρο δέσιμο μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και του ανθρώπου με το θείο. Άνθρωποι που μπορούν και αγαπούν με απλότητα και ανιδιοτέλεια αγαπούν βαθιά. Η αγάπη αυτή μπορεί να νικήσει και ξεπεράσει πολλά εμπόδια. […] Η αγάπη είναι η απόλυτη ενεργειακή δύναμη μέσα στη δημιουργία, μέσα στο σύμπαν.»

Στο παραπάνω απόσπασμα από τον Πλου, εξαίρεται η αγάπη και αναδεικνύεται ως ισχυρότατη συμπαντική δύναμη και άκτιστη θεϊκή ενέργεια. Στον ανθρώπινο κόσμο, η αγάπη βιώνεται και μεταδίδεται με ποικίλους τρόπους. Η ανώτατη μορφή αγάπης, η δίχως όρια, είναι και αυτή που μπορεί να μας καταστήσει ικανούς για την υπέρβαση του ‘εγώ’, που είναι και η πραγματική ελευθερία.

Η πιο κοινά προσβάσιμη οδός είναι, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, η γονεϊκότητα, καθώς «κάθε γονιός, κατά συνθήκη, θα μπορούσε να θυσιαστεί για το παιδί του. […] Με αυτόν τον τρόπο υπερβαίνουμε το σκοτάδι του ‘εγώ’ και μπαίνουμε έως έναν βαθμό στην κοινωνία του ‘εμείς’.»

Όσοι μάχονται για μία ιδέα ή για να υπερασπιστούν άλλους, διευρύνουν τον κύκλο: «Ο μαχητής που πηγαίνει και πολεμά για να υπερασπιστεί την πατρίδα του, την οικογένειά του, τους φίλους, τους γνωστούς, την ιδέα της σημαίας, αυτός μεγαλώνει τον κύκλο. Γιατί μάχεται για μένα, για σένα, για τον άλλον – αυτή είναι μία πραγματικά μεγάλη υπέρβαση.»

Χαρακτηριστικό της θυσιαστικής αγάπης είναι η ταπείνωση. Να μπορούμε να χαμηλώνουμε τον εαυτό μας και να προσφέρουμε με ανιδιοτέλεια τη βοήθειά μας όπου αυτή χρειάζεται, κάνοντας ακόμα και δουλειές ‘κατώτερες’ του επιπέδου μας, της μόρφωσής μας, της κοινωνικής μας θέσης.

Μεγάλη εντύπωση είχε κάνει στον κο Παυλάκη η πρώτη του επίσκεψη στο Άγιο Όρος, όπου είδε αυτό το «περίσσευμα αγάπης, στη συμπεριφορά και στη σχέση [των μοναχών], ακόμα και με ανθρώπους που δεν ήταν πιστοί». Στην εμβέλεια αυτής της αγάπης, «αρχίζεις και βλέπεις διαφορετικά και τον ίδιο σου τον εαυτό».

Πόσο εύκολο είναι όμως να δείξουμε αυτού του είδους την αγάπη στις συναναστροφές μας, στον χώρο της οικογένειας, στον επαγγελματικό χώρο; Ουσιαστικά, είναι μικρόκοσμοι αντίστοιχοι με αυτόν μίας μονής. Ωστόσο, «η καθημερινότητα πολλές φορές μάς ‘τρώει’, και εκεί είναι η δυσκολία αλλά και η πρόκληση: να μπορούμε να έχουμε στην άκρη του μυαλού μας το πρώτο και τελευταίο πράγμα που πρέπει να στοχεύει ο άνθρωπος – την αγάπη».

Ανατρέχοντας στην εμπειρία του ως ψυχοθεραπευτής, ο κος Παυλάκης λέει πως οι δυσκολότερες συνεδρίες ήταν αυτές με ζευγάρια που προσπαθούσαν να βελτιώσουν τη σχέση στον γάμο τους. «Ουσιαστικά, το μόνο που τους έλειπε ήταν η αγάπη. Όταν δεν υπάρχει αγάπη, ό,τι και να κάνει ένας τρίτος, δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα. Η αγάπη είναι το συστατικό. […] Για να βελτιώσεις κάτι, πρέπει να είναι ο άλλος δεκτικός. Όχι μόνο στα ερεθίσματα αλλά και στην παρουσία σου. Να σε βλέπει ως το αγαπώμενο πρόσωπο. Μ’ αυτόν τον τρόπο εξελίσσεσαι.» Υπό αυτό το πρίσμα, μία σχέση «μπορεί να σε ανυψώσει, αλλά μπορεί και να σε καθηλώσει ή να σε υποβιβάσει κιόλας.»

Καίρια είναι η παρουσία (ή η απουσία) της αγάπης και όταν υπάρχουν παιδιά. Όταν δεν υπάρχει αγάπη, όταν υπάρχει τοξικότητα στο σπίτι, τα παιδιά είναι οι ευάλωτες ψυχές που δέχονται όλο το βάρος. «Γονιός είναι αυτός που μεγαλώνει, που διαπαιδαγωγεί και αγαπά ένα παιδί, όχι αυτός που το φέρνει στον κόσμο», παραθέτει από τον Σωκράτη ο κος Παυλάκης, πατέρας μίας κόρης και ο ίδιος.

Ουσιώδες μέρος της διαπαιδαγώγησης είναι η οριοθέτηση, η οποία είναι επίσης μία πράξη αγάπης. «Χωρίς οριοθέτηση, δεν υπάρχει κατεύθυνση. Χωρίς οριοθέτηση θα πέσουμε στον γκρεμό». Όταν όμως ένα παιδί οριοθετείται με αγάπη, «θα είναι μία αυτόφωτη πηγή αγάπης στο μέλλον».

Η αγάπη εκπέμπεται. Είναι μία εσωτερική ποιότητα, ένα εσωτερικό κάλλος, το οποίο αποτυπώνεται στην ομιλία μας, στις χειρονομίες μας, σε κάθε μας κίνηση, κάνοντας την παρουσία του αισθητή. Αν και η καλαισθησία της μορφής παρέρχεται, το εσωτερικό κάλλος παραμένει.

Ως παράδειγμα κορύφωσης της αγάπης, ο κος Παυλάκης υπενθυμίζει την παραβολή του καλού Σαμαρείτη, ο οποίος προσφέρει τη βοήθειά του, τον χρόνο του, τα χρήματά του σε έναν άνθρωπο που του ήταν ολότελα άγνωστος. Και ύστερα, «η αποκορύφωση της αγάπης, με την ενανθρώπιση, τη σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού».

«Αυτά τα τρία γεγονότα, ακόμα και συμβολικά ή σημειολογικά να τα δει κάποιος, δεικνύουν κάτι. Δεικνύουν την αγάπη, την απίστευτη αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. […] Άλλωστε, υποστηρίζουμε ότι ο Θεός από αγάπη μάς δημιούργησε!»

* * * * *

Ο ΠΛΟΥΣ

Ο πλους

Μία συζήτηση για τη ζωή και τον θάνατο

Συγγραφέας: Ρένος-Νεκτάριος Παυλάκης

Εκδόσεις Ακρίτας 2025

ISBN: 978-618-5573-45-4

Διαστάσεις: 13 x 20 εκ.

Σελίδες: 136

Βάρος: 200 γρ.

Χαρτόδετο

 

Η Βυζαντινή πριγκίπισσα Άννα Κομνηνή, η πρώτη γυναίκα ιστορικός

Η Άννα Κομνηνή ήταν η πρωτότοκη κόρη του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού και της συζύγου του Ειρήνης Δούκαινας, αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Γεννήθηκε το 1083 στη, Κωνσταντινούπολη, στην Πορφύρα (το δωμάτιο στο ανάκτορο της Κωνσταντινούπολης όπου γεννούσαν οι αυτοκράτειρες) και προοριζόταν να διαδεχτεί τον πατέρα της στον θρόνο, ώσπου γεννήθηκε ο μικρότερος αδελφός της, Ιωάννης, το 1087.

Όταν ήταν ακόμα βρέφος, ο πατέρας της την αρραβώνιασε με τον συμβασιλέα του, Κωνσταντίνο Δούκα, που ήταν εννέα χρόνια μεγαλύτερος της. Ο Κωνσταντίνος και η Άννα δεν παντρεύτηκαν ποτέ, καθώς ο Κωνσταντίνος πέθανε το 1095, σε ηλικία 21 ετών. Περίπου δύο χρόνια μετά, η Άννα παντρεύτηκε τον Νικηφόρο Βρυέννιο.

Η Άννα διδάχτηκε σε μικρή ηλικία μαθηματικά, φιλοσοφία και φαρμακευτική, ίσως επειδή προοριζόταν για διάδοχος του θρόνου. Ήταν αρκετά παρατηρητική από μικρή ηλικία και πολλές φορές θαύμαζε τον κόσμο γύρω της.

Η Άννα αγαπούσε τη γνώση τόσο, που μάζευε τους διανοούμενους γύρω της και τους ενθάρρυνε να συνεχίσουν τις έρευνες τους. Μεταξύ αυτών ήταν ο Ευστράτιος Νικαίας, στον οποίο η Άννα ανέθεσε να συντάξει τα πρώτα σχόλια για τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη.

Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, η Άννα προσπάθησε να πάρει τον θρόνο από τον Ιωάννη, αλλά χωρίς τη στήριξη του συζύγου της απέτυχε. Η απόπειρά της είχε ως αποτέλεσμα τον υποχρεωτικό εγκλεισμό της στη Μονή Κεχαριτωμένης Θεοτόκου. Λίγο μετά, ξεκινάει να γράφει το ιστορικό έργο για το οποίο θα μείνει γνωστή, την «Αλεξιάδα».

Η «Αλεξιάδα» αφηγείται τη Βυζαντινή ιστορία από το 1069 έως το 1118, με κύριο πρωταγωνιστή τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό και θεωρείται αντιπροσωπευτικό κείμενο της αττικής γλώσσας. Το έργο θα μπορούσε να χωριστεί σε γενικές γραμμές στις ακόλουθες θεματικές ενότητες:

Τα βιβλία I-III καλύπτουν την άνοδο της οικογένειας των Κομνηνών και δικαιολογούν την κατάληψη της εξουσίας από την οικογένεια.

Τα βιβλία IV-IX καλύπτουν διάφορους πολέμους, κατά των Νορμανδών, των Σκυθών, των Τούρκων και των Κουμάνων.

Τα βιβλία X-XI καλύπτουν την Πρώτη Σταυροφορία (1096-1104 μ.Χ.) και την εισβολή των Νορμανδών στο Βυζάντιο το 1105 μ.Χ.

Τα βιβλία XII-XIII καλύπτουν περισσότερες στρατιωτικές περιπέτειες και εσωτερικά ζητήματα, καθώς και τους πιο διαβόητους αιρετικούς της εκκλησίας (π.χ. τους Μανιχαίους και τους Βογομίλους).

Λόγω της κοινωνικής της θέσης, η Άννα υπήρξε αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς πολλών γεγονότων που έλαβαν μέρος στην Κωνσταντινούπολη.

Αυτό που προσθέτει εγκυρότητα στο έργο της είναι η μέθοδος που χρησιμοποιούσε. Δεν δίστασε να συμπεριλάβει επίσημα έγγραφα του πατέρα της, πράγμα που συμφωνούσε απόλυτα με τα διδάγματα και τις μεθόδους της αρχαίας ιστοριογραφίας. Επίσης, υπομνήματα των μαχών των συμπολεμιστών του πατέρα της, καθώς και έγκυρες γραπτές μαρτυρίες του συζύγου της. Επίσης έκανε διασταυρώσεις με γνωστούς ιστορικούς της αυτοκρατορίας όπως ο Ψελλός, ο Ατταλειάτης και ο Σκυλίτζης.

Η περιγραφή της Άννας για το Βυζάντιο του 11ου αιώνα μ.Χ., καλύπτει όχι μόνο σημαντικά γεγονότα, αλλά και πολλές φυσικές περιγραφές και άλλες λεπτομέρειες, όπως πρωτόκολλα και ενδυμασία.

Στο έργο της χρησιμοποιεί τα αρχαία τοπωνύμια των πόλεων στις οποίες αναφέρεται. Επίσης, ενδεικτικό της υψηλής της μόρφωσης είναι το γεγονός ότι σε σχέση με τους βυζαντινούς ιστοριογράφους της πρώιμης περιόδου, η Άννα Κομνηνή χρησιμοποιεί περισσότερο χωρία από αρχαίους Έλληνες τραγικούς ποιητές και ιστοριογράφους, όπως τον Θουκυδίδη, τον οποίο προσπαθεί να μιμηθεί επαναλαμβάνοντας δικές του στερεοτυπικές φράσεις, καθώς και από τον αγαπημένο της Όμηρο, το έργο του οποίου, συγκεκριμένα η «Ιλιάδα», φαίνεται πως αποτέλεσε την έμπνευση για τον τίτλο του δικού της.

Κριτική

Το έργο της Άννας έχει υποστεί κριτική από την εποχή της μέχρι σήμερα, με ιστορικούς να υποστηρίζουν ότι έχει έλλειψη αντικειμενικότητας, καθώς πρωταγωνιστής είναι ο πατέρας της, για τον οποίο η Άννα τρέφει συναισθήματα αγάπης και σεβασμού. Ως αποτέλεσμα, κατηγορείται ότι κρίνει τις βαρβαρότητες των άλλων, αλλά όχι τις δικές του.

Επίσης, κάποιοι υποστηρίζουν ότι το έργο της προδίδει την πεποίθηση της για την ανωτερότητα του Βυζαντίου.

Θα πρέπει όμως να λάβουμε υπ’ όψιν ότι η ίδια η Άννα είναι η πρώτη που ασκεί κριτική στον εαυτό της στο έργο της.

Τέλος, οι επικριτές της φαίνεται πως αγνοούν τη γενική υποκειμενικότητα της ιστορίας και είναι ήδη προκατειλημμένοι. Η Άννα υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες ιστορικούς του Βυζαντίου, και χωρίς εκείνη, θα υπήρχε ένα μεγάλο κενό στην ιστορία μας.

Πηγές

  1. Αλεξία Π. Ιωαννίδου, Άννα Κομνηνή: Η βυζαντινή πριγκίπισσα που έγραψε την ιστορία του αυτοκράτορα πατέρα της, Αλεξίου Α’ Κομνηνού, pontosnews.gr, 2022
  2. Peter Frankopan, Anna Komnene – the princess who chronicled Byzantium’s changing fortunes, Engelsberg Ideas, 2020
  3. Mark Cartwright, Anna Komnene, World History Encyclopedia, 2018

Η ζωή του Λέοντα Τολστόι

Ο Μάθιου Άρνολντ είπε κάποτε ότι ένα μυθιστόρημα του Τολστόι δεν είναι έργο τέχνης, αλλά κομμάτι της ζωής. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μεγαλύτερο έπαινο από αυτόν για έναν μυθιστοριογράφο, του οποίου το δύσκολο έργο είναι να αποστάξει την ανθρώπινη εμπειρία στις σελίδες ενός βιβλίου.

Πολλοί αναγνώστες και κριτικοί συμφωνούν με τον Άρνολντ και θεωρούν ότι ο έπαινος είναι δικαιολογημένος. Πράγματι, πολλοί θεωρούν ότι ο Τολστόι είναι ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος όλων των εποχών. Το «Πόλεμος και Ειρήνη» συχνά ανακηρύσσεται το μεγαλύτερο μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ.

Αναζητώντας τις ρίζες της επιτυχίας των έργων του στη ζωή του, ανακαλύπτουμε μια ιστορία απώλειας, ανατροπών και βαθιάς πνευματικότητας. Οι εμπειρίες του από τον πόλεμο, τον έρωτα, την κακία και την αρετή, μαζί με την οξεία παρατήρηση των άλλων, του επέτρεψαν να γράψει έργα που διεισδύουν στον πυρήνα της ανθρώπινης φύσης και της ανθρώπινης ζωής με τρόπο που έχει παγκόσμια απήχηση.

A close-up of the portrait of Leo Tolstoy, 1882, by Nikolai Ge. (Public Domain)
Προσωπογραφία του Τολστόι από τον Νικολάι Γκε, 1882. (Public Domain)

 

Απώλειες και απολαύσεις

Ο Τολστόι γεννήθηκε το 1828 στο κτήμα της οικογένειάς του στην επαρχία Τούλα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Οι γονείς του πέθαναν όταν το αγόρι ήταν 10 ετών. Οι ατυχίες του όμως δεν τελείωσαν εκεί: Η γιαγιά του πέθανε 11 μήνες μετά τον πατέρα του και η θεία του, Αλεξάνδρα, απεβίωσε λίγο μετά τη γιαγιά του.

Ο Τολστόι και τα τέσσερα αδέλφια του κατέληξαν τελικά σε μια άλλη θεία, στη δυτική Ρωσία. Παρά τις απανωτές απώλειες, ο Τολστόι πέρασε μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία, την ανάμνηση της οποίας εκτιμούσε τόσο πολύ, ώστε το πρώτο του δημοσιευμένο έργο, η «Παιδική ηλικία», είναι μια μυθιστορηματική περιγραφή αυτών των χρυσών χρόνων.

Ο Τολστόι μορφώθηκε στο σπίτι του από Γερμανούς και Γάλλους δασκάλους, μέχρι που γράφτηκε σε ένα πρόγραμμα ανατολικών γλωσσών στο Πανεπιστήμιο του Καζάν, το 1843. Ωστόσο, ο νεαρός Τολστόι δεν ήταν βυθίστηκε στις σπουδές του – αντίθετα, διαιώνισε τη φοιτητική παράδοση ανά τον κόσμο και τους αιώνες, περνώντας τον χρόνο του σε απολαύσεις.

Έζησε έτσι για τέσσερα χρόνια, πίνοντας, τζογάροντας και κάνοντας γυναικείες σχέσεις. Οι βαθμοί του ήταν τόσο κακοί που αναγκάστηκε να μετεγγραφεί σε ένα ευκολότερο πρόγραμμα, το οποίο όμως και πάλι δεν κατάφερε να ολοκληρώσει. Έφυγε από το πανεπιστήμιο το 1847, χωρίς πτυχίο.

Kazan University, seen here in a depiction from 1832. (Public Domain)
Το Πανεπιστήμιο του Καζάν, σε απεικόνιση του 1832. (Public Domain)

 

Μέχρι τότε, ο Τολστόι είχε αποκτήσει μια προτίμηση για τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, απολαμβάνοντας τα έργα του Λώρενς Στερν, του Καρόλου Ντίκενς και του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ. Επέστρεψε στη Γιασνάγια Πολιάνα, το οικογενειακό κτήμα, προσδοκώντας να μορφωθεί και να αφιερωθεί στη διαχείριση του κτήματος. Ωστόσο, οι ακολασίες του συνεχίζονταν, παρά τις αποφάσεις του να τις σταματήσει. Τα ταξίδια του στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη ανέστειλαν τα σχέδιά του να διαχειριστεί το κτήμα και να βοηθήσει τους δουλοπάροικους.

Περίπου εκείνη την εποχή, άρχισε να κρατά λεπτομερές ημερολόγιο της καθημερινής του ζωής. Αυτό αποδείχθηκε ο σπόρος της μετέπειτα λογοτεχνικής του ιδιοφυΐας. Μεταξύ άλλων, το ημερολόγιο περιελάμβανε περίπλοκα σύνολα κανόνων για την κοινωνική και ηθική ζωή – πολλούς από τους οποίους αποτύγχανε και ο ίδιος να τηρήσει. Τους ξαναέγραφε και πάλι δεν τους ακολουθούσε, με αποτέλεσμα να απογοητεύεται και να μέμφεται τον εαυτό του. Ο Τολστόι κρατούσε το ημερολόγιο σχολαστικά καθ’ όλη τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της ζωής του, έτσι μάς παρέχει σημαντικές και εις βάθος πληροφορίες για την καριέρα και την προσωπική του ζωή.

Το 1851, κατατάχθηκε στο στρατό, παρακινούμενος από τον μεγαλύτερο αδελφό του, Νικολάι, αλλά και από τα χρέη του στον τζόγο. Αυτό τοποθέτησε τον Τολστόι κατευθείαν στον Κριμαϊκό Πόλεμο του 1853 έως το 1856. Υπηρέτησε ως αξιωματικός πυροβολικού κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Σεβαστούπολης από το 1854 έως το 1855. Αν και επέδειξε θάρρος και ικανότητα ως αξιωματικός, απεχθανόταν τη βία και το αίμα της μάχης και εγκατέλειψε το στρατό αμέσως μόλις τελείωσε ο πόλεμος.

Lev Nikolayevich Tolstoy in 1848, at 20 years old. (Pavel Biryukov) <span style="color: #ff0000;"> </span>
Ο Λεβ Νικολάγεβιτς Τολστόι το 1848, σε ηλικία 20 ετών. (Pavel Biryukov)

 

Ωστόσο, η εμπειρία του του παρείχε τροφή για περαιτέρω λογοτεχνικά έργα. Κατάφερε να γράψει τη συνέχεια της «Παιδικής ηλικίας», ενώ απέφευγε τις σφαίρες και τις εκρήξεις του πολέμου. Έγραψε επίσης τις «Ιστορίες της Σεβαστούπολης», έναν στοχασμό πάνω στη φύση του πολέμου, όπου πειραματίστηκε γράφοντας με «ροή συνείδησης». Οι «Ιστορίες της Σεβαστούπολης» περιλαμβάνουν μια από τις πιο διάσημες ρήσεις του Τολστόι : «Ο ήρωας του παραμυθιού μου, τον οποίο αγαπώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, τον οποίο προσπάθησα να απεικονίσω σε όλη του την ομορφιά, ο οποίος ήταν, είναι και θα είναι όμορφος, είναι η Αλήθεια».

Τα έργα αυτά είχαν ήδη αποκτήσει κάποια φήμη όταν ο Τολστόι επέστρεψε στη Ρωσία, μετά τον πόλεμο. Αν και μπήκε στη λογοτεχνική σκηνή της Αγίας Πετρούπολης, σύντομα την απαρνήθηκε – αρνούμενος να ενταχθεί σε οποιοδήποτε δημοφιλές διανοητικό στρατόπεδο της εποχής – υπέρ της σκηνής του τζόγου στο Παρίσι. Αφού σπατάλησε όλα του τα χρήματα εκεί, αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Ρωσία, όπου δημοσίευσε το τρίτο μέρος της αυτοβιογραφικής τριλογίας του το 1857.

Οικογένεια και ιδεολογία

Στα 30 του πλέον, ο Τολστόι έστρεψε το βλέμμα του στο γάμο, αφού ο θάνατος ενός από τα αδέλφια του τον έκανε να επανεξετάσει την κατεύθυνση της ζωής του. Ωστόσο, φοβόταν ότι ήταν πολύ γέρος και άσχημος για να τον θέλει κάποια γυναίκα. Παρ’ όλα αυτά, έκανε πρόταση γάμου στη Σοφία Αντρέγιεβνα Μπερς, τη μικρότερη κόρη ενός γιατρού της αυλής. Εκείνη ήταν μόλις 18 ετών και εκείνος 34. Εκείνη όμως είπε το ‘ναι’ και παντρεύτηκαν το 1862. Απέκτησαν 13 παιδιά μαζί.

"Sophia Tolstaya, Leo Tolstoy's wife, and their daughter Alexandra Tolstaya," 1886, by Nikolai Ge. Oil on canvas. Leo Tolstoy Memorial Estate, Russia. (Public Domain)
Νικολάι Γκε, «Η Σοφία Τολστάγια, σύζυγος του Λέοντα Τολστόι, και η κόρη τους Αλεξάνδρα Τολστάγια», 1886. Λάδι σε καμβά. Κτήμα Λέοντος Τολστόι, Ρωσία. (Public Domain)

 

Στην αρχή, ο γάμος τους ήταν γεμάτος χαρά και πάθος, αν και η Σόνια αποδοκίμαζε το άγριο παρελθόν του συζύγου της. Ήταν μία αφοσιωμένη σύζυγος και μητέρα, που αντέγραψε ακόμη και τον ογκώδη τόμο του συζύγου της «Πόλεμος και Ειρήνη» επτά φορές για να τον βοηθήσει στο έργο του.

Αλλά με την πάροδο του χρόνου, έκαναν την εμφάνισή τους ορισμένες εντάσεις μεταξύ τους, ιδίως όταν ο Τολστόι άρχισε να αναπτύσσει αντισυμβατικές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Μεταξύ αυτών, και η πεποίθησή του ότι πρέπει να χαρίσει όλα τα χρήματά του. Η σύζυγός του αντιτάχθηκε σθεναρά στην ιδέα αυτή. Ερχόμενος σε έναν συμβιβασμό, ο Τολστόι τής μεταβίβασε τα δικαιώματα μεγάλου μέρους του λογοτεχνικού του έργου. Τα επόμενα χρόνια του γάμου τους ήταν όλο και πιο δυστυχισμένα.

Τα σπουδαιότερα έργα του

Στις αρχές της δεκαετίας του 1860, ο Τολστόι εισήλθε στην περίοδο των μεγαλύτερων λογοτεχνικών επιτευγμάτων του. Μέσα σε δώδεκα χρόνια, έγραψε δύο από τα καλύτερα μυθιστορήματα του κόσμου, το «Πόλεμος και Ειρήνη» και την «Άννα Καρένινα», τους δύο πυλώνες της διαχρονικής κληρονομιάς του.

Το «Πόλεμος και Ειρήνη» περιλαμβάνει ιστορικές περιγραφές των Ναπολεόντειων Πολέμων, δοκίμια για τους νόμους της ιστορίας και ιστορίες με εξαιρετικά ρεαλιστικούς χαρακτήρες. Η «Άννα Καρένινα» αφηγείται τις τραγικές συνέπειες που βιώνει μια γυναίκα που εγκαταλείπει τον άντρα της για να ζήσει τον έρωτα στην αγκαλιά κάποιου άλλου. Και τα δύο έργα έχουν τις ρίζες τους στην κατανόηση ότι η ποιότητα και το νόημα της ζωής μας εξαρτώνται από τη φύση των καθημερινών μας δραστηριοτήτων.

The central conflict in "Anna Karenina" is Anna's extramarital affair with a dashing soldier. (Public Domain)
Το δράμα στην «Άννα Καρένινα» προκύπτει από τον έρωτα της Άννας με έναν όμορφο, νεότερό της στρατιωτικό, και την επικράτηση του συναισθήματος επί του καθήκοντος. (Public Domain)

 

Μετά την ολοκλήρωση της «Άννας Καρένινα», ο Τολστόι βίωσε μια πνευματική κρίση που χαρακτηριζόταν από υπαρξιακή απελπισία, την οποία κατέγραψε στο έργο του «Η εξομολόγησή μου» το 1884. Στα βάθη αυτής της κρίσης, ο θάνατος έμοιαζε να καθιστά τα πάντα χωρίς νόημα. Όμως ο Τολστόι βρήκε παρηγοριά στην απλή πίστη των απλών ανθρώπων και στράφηκε επιτέλους προς τη θρησκεία για να απαλύνει την απελπισία του. Αρχικά, εξερεύνησε τη ρωσική ορθόδοξη εκκλησία, στην οποία είχε γεννηθεί, αλλά γρήγορα απογοητεύτηκε από αυτήν. Στην πραγματικότητα, έφτασε να απορρίψει εξ ολοκλήρου την οργανωμένη θρησκεία, πιστεύοντας ότι όλες οι εκκλησίες ήταν διεφθαρμένες.

Αντ’ αυτού, ανέπτυξε μια προσωπική, ετερόδοξη μορφή χριστιανισμού, η οποία οδήγησε στον αφορισμό του από την ορθόδοξη εκκλησία το 1901. Μαζί με τις ανορθόδοξες δογματικές πεποιθήσεις του, δημιούργησε ένα σύνολο ηθικών αρχών, μία από τις πιο αξιοσημείωτες από τις οποίες ήταν η αυστηρή διδαχή της μη βίας. Ο Τολστόι προσέλκυσε οπαδούς ως θρησκευτικός ηγέτης. Ο ειρηνισμός του αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιδραστικός στον Γκάντι. Συνδύασε την ιδέα του για τον χριστιανισμό με αυστηρά ηθικά ιδεώδη, όπως η αποχή από κάθε κυβερνητική δραστηριότητα, η άρνηση υποσχέσεων και η πλήρης σεξουαλική αποχή. Ωστόσο, τα υψηλά του πρότυπα ήταν απρόσιτα ακόμα και για τον ίδιο.

Ο Τολστόι συνέχισε να γράφει μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα όψιμα έργα του είναι «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς», μια νουβέλα που απεικονίζει με ρεαλισμό την ψυχολογική αναταραχή ενός ανθρώπου που πλησιάζει στο θάνατο και που συνειδητοποιεί ότι η ζωή του έχει πάει χαμένη.

Τα μεταγενέστερα μυθιστορήματα του Τολστόι περιλαμβάνουν ηθικές ιστορίες ή μύθους που απευθύνονταν σε ένα ευρύτερο φάσμα αναγνωστών. Πολλές από αυτές είναι αρκετά βαθυστόχαστες. Ο Τζέημς Τζόυς μάλιστα εξήρε μία από αυτές τις ιστορίες, το «Πόση γη χρειάζεται ένας άνθρωπος», ως «τη μεγαλύτερη ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας».

Στην προσπάθειά του να ξεφύγει προσωρινά από τον κακό του γάμο και τη δυσκολία του να τηρήσει τις αρχές του, ο Τολστόι έκανε ένα ταξίδι το 1910 με την κόρη του Αλεξάνδρα και τον γιατρό του. Ήλπιζε να αποφύγει την αδιάκοπη προσοχή του Τύπου ταξιδεύοντας ινκόγκνιτο, αλλά αυτό δεν επετεύχθη στον βαθμό που το ήθελε. Τελικά, εξαντλημένος από τα ταξίδια, ο Τολστόι σταμάτησε στο Αστάποβο της Ρωσίας, στο σπίτι ενός σταθμάρχη. Εκεί πέθανε από πνευμονία και καρδιακή ανεπάρκεια στις 20 Νοεμβρίου 1910. Κηδεύτηκε στο οικογενειακό του κτήμα.

The grave of Leo Tolstoy is well tended in this 2015 photograph. (<a href="https://commons.wikimedia.org/wiki/User:Velbes">Velbes</a>/<a href="https://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0/deed.en">CC BY-SA 4.0</a>)
Ο τάφος του Λέοντα Τολστόι, 2015. (Velbes/CCBY-SA 4.0)

 

Η ικανότητά του να περιγράφει την ψυχική ζωή των χαρακτήρων με αξιοσημείωτη λεπτομέρεια και ρεαλισμό ήταν απαράμιλλη. Τα έργα που άφησε πίσω του για την ανθρωπότητα συγκαταλέγονται μεταξύ των κορυφαίων λογοτεχνικών μνημείων. Η εσωτερική του ανησυχία τον βοήθησε να μετατρέψει τη ζωή του από μια ζωή ηδονιστικής αναζήτησης σε εκείνη ενός βαθιά πνευματικού ανθρώπου με πίστη στην αυτοσυγκράτηση και ευαισθησία στην ανάγκη της ανθρωπότητας για το υπερβατικό.