Κυριακή, 31 Αυγ, 2025

Η απειλή Τραμπ για 100% δασμούς στη Ρωσία επηρεάζει άμεσα Κίνα και Ινδία

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε στις 14 Ιουλίου ότι σκοπεύει να επιβάλει «πολύ αυστηρούς» δευτερεύοντες δασμούς στη Ρωσία, σε περίπτωση που ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δεν συμφωνήσει σε κατάπαυση του πυρός με την Ουκρανία εντός 50 ημερών.

Όπως ανέφερε, εάν δεν υπάρξει συμφωνία εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, οι ΗΠΑ θα προχωρήσουν στην επιβολή δευτερευόντων δασμών ύψους 100%. Οι εν λόγω δασμοί θα αφορούν χώρες που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με τη Μόσχα, όπως για παράδειγμα η Κίνα, η οποία προμηθεύεται ρωσικό πετρέλαιο. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι αμερικανικές εξαγωγές προς το Πεκίνο θα επιβαρύνονταν με νέους δασμούς.

Ο Τραμπ σημείωσε από το Οβάλ Γραφείο, κατά τη διάρκεια συνάντησής του με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε, ότι κάνει εκτενή χρήση του εμπορίου ως μέσου άσκησης πίεσης, προσθέτοντας ότι είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό για την επίλυση συγκρούσεων.

Ήδη από τις αρχές του έτους είχε προειδοποιήσει πως, αν δεν επιτευχθεί συμφωνία με τον Πούτιν για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, τότε θα επιβάλει δευτερεύοντες δασμούς στο ρωσικό πετρέλαιο και συνολικά στις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων από τη Ρωσία.

Οι κυριότερες εξαγωγές της Ρωσίας περιλαμβάνουν αργό πετρέλαιο, προϊόντα διύλισης, φυσικό αέριο και άνθρακα. Δεν είναι η πρώτη φορά φέτος που ο Τραμπ εξετάζει την επιβολή δευτερευόντων δασμών. Τον Μάρτιο, είχε ήδη εφαρμόσει επιπλέον δασμό 25% σε χώρες που εισάγουν αργό πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα, ενώ τον Μάιο απείλησε με παρόμοια μέτρα για τις εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου.

Υπέρ του σχεδίου Τραμπ τάχθηκαν οι γερουσιαστές Λίντσεϊ Γκρέιχαμ (R-S.C.) και Ρίτσαρντ Μπλούμενθαλ (D-Conn.), χαρακτηρίζοντας τους δασμούς «ένα πραγματικό κυβερνητικό μέσο πίεσης για την επαναφορά των εμπλεκομένων στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων». Στην κοινή δήλωσή τους, υποστήριξαν ότι οι οικονομικοί υποστηρικτές των ρωσικών εγκλημάτων στην Ουκρανία πρέπει να πληρώσουν το τίμημα για την αγορά φθηνών ενεργειακών προϊόντων τα οποία, όπως είπαν, επανεισάγονται με κέρδος στις οικονομίες τους. Τόνισαν ότι η περίοδος χωρίς συνέπειες πλησιάζει στο τέλος της.

Αμερικανοί αξιωματούχοι διευκρίνισαν αργότερα ότι τα μέτρα θα στοχεύουν σε χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο.

Ποιες χώρες επηρεάζονται περισσότερο

Μετά την έναρξη ισχύος του εμπάργκο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα ρωσικά πετρελαϊκά προϊόντα τον Φεβρουάριο του 2023, η Κίνα, η Ινδία και η Τουρκία έχουν εξελιχθεί στους βασικούς αγοραστές ρωσικής ενέργειας, εκμεταλλευόμενες τις χαμηλότερες τιμές εξαιτίας των δυτικών κυρώσεων.

Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις του Reuters, η τιμή του ρωσικού αργού τύπου Urals κυμαίνεται γύρω στα 58 δολάρια ανά βαρέλι — κάτω από το πλαφόν των 60 δολαρίων που είχαν θέσει ΗΠΑ και G7 στα τέλη του 2022. Για σύγκριση, το Brent διαπραγματεύεται πάνω από τα 69 δολάρια στο ICE του Λονδίνου.

Το 2024, η Ρωσία κάλυψε περίπου το 22% των συνολικών εισαγωγών πετρελαίου της Κίνας, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 16% προ του πολέμου. Στο διάστημα Δεκεμβρίου 2022 – Ιουνίου 2025, η Κίνα έχει απορροφήσει το 47% των ρωσικών εξαγωγών αργού. Σύμφωνα με το Κέντρο Έρευνας για την Ενέργεια και τον Καθαρό Αέρα (Center for Research on Energy and Clean Air – CREA), το 64% των ρωσικών εξαγωγών προς την Κίνα αφορά αργό πετρέλαιο.

Παρ’ όλα αυτά, οι εμπορικές σχέσεις Ρωσίας – Κίνας παρουσιάζουν κάμψη: το πρώτο εξάμηνο του 2025, ο διμερής όγκος συναλλαγών μειώθηκε κατά 9% σε ετήσια βάση, φθάνοντας τα 106,48 δισ. δολάρια.

Ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι , ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ στη σύνοδο κορυφής των BRICS. Καζάν της Ρωσίας, στις 23 Οκτωβρίου 2024. (Maxim Shipenkov/AFP)

 

Η Ινδία αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο πελάτη της Ρωσίας στον τομέα του πετρελαίου. Σύμφωνα με τα δεδομένα της εταιρείας Kpler, η Ινδία αγόρασε πάνω από 2 εκατομμύρια βαρέλια ρωσικού αργού την ημέρα τον Ιούνιο — το υψηλότερο επίπεδο εδώ και έναν χρόνο. Την ίδια περίοδο, ενώ οι συνολικές εισαγωγές αργού από το εξωτερικό μειώθηκαν κατά 6%, οι ρωσικές εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 8%. Πάνω από το 50% αυτών πραγματοποιήθηκαν από τρία διυλιστήρια τα οποία στη συνέχεια εξάγουν προϊόντα προς τις χώρες της G7+.

Από τον Δεκέμβριο του 2022, η Ινδία έχει αγοράσει το 38% των εξαγωγών ρωσικού αργού. Στη σύνοδο Ινδίας – Ρωσίας τον Ιούλιο του 2024, οι δύο πλευρές επαναβεβαίωσαν τη στρατηγική σημασία της ενεργειακής τους συνεργασίας, επισημαίνοντας την πρόθεσή τους να εξετάσουν νέες μακροπρόθεσμες συμφωνίες.

Η Τουρκία, αν και έχει μειώσει τη σχετική εξάρτηση, εξακολουθεί να είναι ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ρωσικών ενεργειακών προϊόντων. Τον Μάιο του 2025, οι εξαγωγές ρωσικού μαζούτ προς την Τουρκία αυξήθηκαν κατά 75% σε μηνιαία βάση, φθάνοντας τους 430.000 τόνους.

Στον τομέα του υγροποιημένου φυσικού αερίου (Liquefied Natural Gas – LNG), η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ο μεγαλύτερος αγοραστής, με ποσοστό 51% επί των ρωσικών εξαγωγών, ακολουθούμενη από την Κίνα (21%) και την Ιαπωνία (18%).

Προοπτικές και επιπτώσεις

Σύμφωνα με τους αναλυτές της ING, η επιβολή επιπρόσθετων κυρώσεων στη Ρωσία θα μπορούσε να μεταβάλει δραστικά τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, καθώς χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία θα αναγκάζονταν να αναθεωρήσουν τις αγορές τους. Οι ίδιοι σημείωσαν ότι, αν τα μέτρα εφαρμοστούν αυστηρά, είναι πιθανό να προκύψει σημαντικό έλλειμμα προσφοράς, το οποίο η παραγωγική ικανότητα του ΟΠΕΚ δεν επαρκεί να καλύψει — με αποτέλεσμα να προκληθεί περαιτέρω άνοδος των τιμών.

Εκτιμούν επίσης ότι, δεδομένης της πάγιας επιθυμίας του Τραμπ για χαμηλές τιμές πετρελαίου, είναι αβέβαιο αν θα προχωρήσει τελικά σε μια τόσο δραστική ενέργεια.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προβλέπει ότι η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου θα αυξηθεί φέτος κατά 700.000 βαρέλια ημερησίως, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009 (εξαιρουμένων των ετών της πανδημίας). Αντίστοιχα, ο ΟΠΕΚ έχει κάνει πιο συντηρητικές προβλέψεις του για το 2025, εκτιμώντας ότι η παγκόσμια ζήτηση θα φθάσει τα 105 εκατ. βαρέλια ημερησίως.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η τιμή του West Texas Intermediate (WTI) υποχώρησε κατά περίπου 2% στις αρχές της εβδομάδας, πλησιάζοντας τα 67 δολάρια ανά βαρέλι στη Νέα Υόρκη.

Με πληροφορίες από το Reuters

Η ΕΕ δεν θα απαντήσει άμεσα στους δασμούς 30% του Τραμπ – Σε αναστολή τα αντίμετρα έως τον Αύγουστο

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε να παρατείνει έως τον Αύγουστο την αναστολή των αντιμέτρων έναντι των εμπορικών δασμών των Ηνωμένων Πολιτειών, μετά την ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι θα επιβάλει δασμούς 30% σε όλες τις εισαγωγές από την ΕΕ, ελλείψει εμπορικής συμφωνίας.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δήλωσε στις 13 Ιουλίου ότι η αναστολή θα επιμηκυνθεί, καθώς βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση Τραμπ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ είχε ανακοινώσει την προηγουμένη ότι, εάν δεν υπάρξει συμφωνία, θα εφαρμόσει οριζόντιο δασμό 30% σε όλα τα ευρωπαϊκά προϊόντα, ξεχωριστά από άλλες στοχευμένες επιβαρύνσεις κατά κλάδων.

Ο Τραμπ κατηγόρησε την ΕΕ ότι επιβάλλει δασμούς και μη δασμολογικά εμπόδια στις αμερικανικές εξαγωγές και προειδοποίησε ότι θα αυξήσει περαιτέρω τους δασμούς εάν η Ευρώπη προχωρήσει σε αντίποινα.

Τον Απρίλιο, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δώσει προθεσμία στους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ έως τις 9 Ιουλίου για την επίτευξη διμερών συμφωνιών, προειδοποιώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα εφαρμόσει τα μέτρα. Πρόσφατα ανέφερε την πρόθεσή του να ενημερώσει μέσω επιστολών περισσότερες από 20 χώρες για τα επίπεδα δασμών που πρόκειται να επιβάλει. Στις 12 Ιουλίου, η πρώτη επιστολή εστάλη στο Μεξικό, με την προειδοποίηση ότι οι εξαγωγές του προς τις Ηνωμένες Πολιτείες θα υπόκεινται σε δασμό 30%.

Η φον ντερ Λάιεν, αντιδρώντας στις ανακοινώσεις Τραμπ, δήλωσε στις 12 Ιουλίου ότι η ΕΕ, ως ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ, θα προβεί σε όλα τα αναγκαία βήματα για την προάσπιση των συμφερόντων της, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο «λογικών και αναλογικών αντιμέτρων», εφόσον η εφαρμογή τους κριθεί απαραίτητη.

Η υπουργός Οικονομίας της Γερμανίας, Κατερίνα Ράιχε, κάλεσε σε «πραγματιστική επίλυση» των διαφορών μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ μέσω διαλόγου. Παράλληλα, οι πρεσβευτές της ΕΕ συνεδρίασαν στις 13 Ιουλίου, παραμονή της συνάντησης των υπουργών Εμπορίου στις Βρυξέλλες, για να αποφασίσουν μεταξύ άμεσης αντίδρασης ή παράτασης της αναστολής των αντιμέτρων που επρόκειτο να λήξουν στις 14 Ιουλίου. Τελικώς, επιλέχθηκε η δεύτερη επιλογή.

Η πρόεδρος της Κομισιόν δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι η αναστολή θα παραταθεί έως τις αρχές Αυγούστου, ενώ συνεχίζονται οι προετοιμασίες για πιθανές περαιτέρω ενέργειες, ώστε η Ένωση να είναι «πλήρως έτοιμη».

Η καθυστέρηση από πλευράς Τραμπ στην εφαρμογή των μέτρων έως τις 9 Ιουλίου είχε οδηγήσει την ΕΕ στην αρχική αναστολή ενός πρώτου πακέτου αντιμέτρων, που στόχευε αμερικανικές εξαγωγές αξίας 24,6 δισ. δολαρίων, κυρίως χάλυβα και αλουμινίου.

Από τον Μάιο, οι Βρυξέλλες επεξεργάζονται και δεύτερο πακέτο αντιμέτρων, με στόχο αμερικανικά προϊόντα αξίας περίπου 84,2 δισ. δολαρίων. Ωστόσο, ο τελικός κατάλογος δεν έχει ακόμα δημοσιοποιηθεί, καθώς απαιτεί έγκριση από όλα τα κράτη-μέλη.

Η πρόεδρος της Επιτροπής διευκρίνισε ότι προς το παρόν δεν έχει τεθεί στο τραπέζι η χρήση του λεγόμενου «Μηχανισμού κατά του Εξαναγκασμού», ο οποίος επιτρέπει στην ΕΕ να αντιδρά σε εξωτερικές πιέσεις τρίτων χωρών που στοχεύουν να επηρεάσουν τις πολιτικές των κρατών-μελών. Όπως είπε, το εν λόγω εργαλείο «έχει προβλεφθεί για εξαιρετικές περιπτώσεις» και η παρούσα κατάσταση «δεν έχει φτάσει ακόμη σε αυτό το επίπεδο».

Μεταξύ των πιθανών αντιμέτρων που εξετάζει η ΕΕ περιλαμβάνονται ο περιορισμός της πρόσβασης αγαθών και υπηρεσιών στην ευρωπαϊκή αγορά, εξαγωγικοί έλεγχοι, παρεμβάσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και περιορισμοί στις άμεσες ξένες επενδύσεις.

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, δήλωσε στις 13 Ιουλίου ότι αν αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις, η ΕΕ θα πρέπει να προχωρήσει σε αντίποινα. Όπως είπε στα γερμανικά μέσα ενημέρωσης, «αν δεν επιτευχθεί μια δίκαιη συμφωνία, τότε πρέπει να ληφθούν αποφασιστικά αντίμετρα για την προστασία των θέσεων εργασίας και των επιχειρήσεων στην Ευρώπη». Συμπλήρωσε ότι η ευρωπαϊκή πλευρά διατηρεί μεν τη διάθεση για συνεννόηση, αλλά «δεν είναι διατεθειμένη να συναινεί σε όλα».

Η Γερμανία, ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, αναμένεται να πληγεί ιδιαιτέρως από την αύξηση των αμερικανικών δασμών, κυρίως στους τομείς της αυτοκινητοβιομηχανίας, των μηχανημάτων και των φαρμακευτικών προϊόντων.

Του Jacob Burg
Με τη συμβολή του Tom Ozimek και πληροφορίες από το Reuters

V² Development, η κορυφαία ελληνική εταιρεία real estate

Εισερχόμαστε στο παράρτημα της εταιρείας στο Σύνταγμα, σε έναν χώρο λιτό και μοντέρνο που χαρακτηρίζεται από το βασικό μπλε χρώμα του χαλιού με τις παραλλαγές του και τα λευκά μινιμαλιστικά έπιπλα. Κοιτώντας λίγο ψηλότερα διακρίνονται λευκά πολύφωτα που μοιάζουν με φυσαλίδες, τα οποία ξεπροβάλλουν γύρω από τη βασική στρογγυλή λάμπα. Σε συνδυασμό με την οροφή-καθρέφτη που επεκτείνει τον χώρο, δημιουργούν μία αίσθηση μεγαλείου — συναίσθημα που μάλλον αρμόζει στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιό της. Λευκά προϊστορικά λιοντάρια με τους χαυλιόδοντες στέκουν επιβλητικά σε διάφορα σημεία του χώρου, σαν προστάτες μίας σημαντικής κληρονομιάς.

Σύντομα μας πλησιάζει ο κ. Βαγγέλης Κτενιάδης, Διευθύνων Σύμβουλος της V² Development. Καθόμαστε στο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι του σαλονιού υποδοχής και μας εξιστορεί την αρχή, την πορεία και την επέκταση της εταιρείας.

(Ανδρέας Σταυρινίδης/Taste of Life)

Ιστορικό θεμέλιο της σημερινής ελληνικής ιδιοκτησίας

Η εταιρεία, γνωστή στο παρελθόν ως Ergon Development, ιδρύθηκε το 1975 από τον συνονόματο πατέρα του, Βαγγέλη Κτενιάδη, ο οποίος δραστηριοποιούνταν στον χώρο του real estate ήδη από το 1962.
Μέχρι το 1976, η εταιρεία είχε εξελιχθεί στη μεγαλύτερη επιχείρηση οικιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, έχοντας συνάψει περισσότερα από 7.500 συμβόλαια πώλησης για αποκλειστικά δικά της περιουσιακά στοιχεία.

Σήμερα, αποτελεί την εταιρεία με τον μεγαλύτερο τζίρο στον τομέα του real estate στην ελληνική αγορά.

Λόγω της περιορισμένης οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα το 1960, η τότε Ergon Development πουλούσε οικόπεδα με εξήντα δόσεις των πέντε χρόνων. Έτσι, κάθε Έλληνας, ανεξάρτητα της οικονομικής του δυνατότητας, μπορούσε σταδιακά να αποκτήσει το δικό του κομμάτι γης.

Αυτό έθεσε ένα σημαντικό θεμέλιο για τη γενικότερη οικονομική κατάσταση των Ελλήνων μέχρι και σήμερα, καθώς η ατομική κατοχή γης είναι ταυτόχρονα μία ευκαιρία για περαιτέρω επενδύσεις και αναβαθμίσεις.

«Την εποχή εκείνη [δεκαετία 1960] πολύ λίγοι άνθρωποι είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν ένα ακίνητο κατευθείαν από μία εταιρεία. Πουλούσαμε περισσότερο οικόπεδα. Η εταιρεία μας είναι ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο έχουμε στην Ελλάδα το υψηλότερο ποσοστό ιδιοκτησίας από οποιαδήποτε άλλη χώρα στην Ευρώπη. Ακριβώς γιατί ο κόσμος δεν αγόραζε ακίνητα, αγόραζε οικόπεδα.

»Όταν, λοιπόν, αγόραζε ένα οικόπεδο, είτε βαθμιαία έχτιζε ένα σπίτι είτε υπήρχε το ζήτημα της αντιπαροχής. Με αυτόν τον τρόπο έδινε τα οικόπεδα σε κατασκευαστικές εταιρείες χωρίς να χρειάζεται να πληρώσει κάτι. Από τα οκτώ-δέκα διαμερίσματα που θα έχτιζαν οι εταιρείες, θα έπαιρνε και ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου ένα ή δύο. Είναι κάτι που επίσης κράτησε την ελληνική κοινωνία σε συνοχή τα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης που πέρασαν. Το να έχει ο Έλληνας το δικό του σπίτι τουλάχιστον τού έδινε μία ασφάλεια και μία δυνατότητα να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτήν τη δεκαετία με έναν διαφορετικό τρόπο», λέει ο κ. Κτενιάδης.

Ο Βαγγέλης Κτενιάδης, Διευθύνων Σύμβουλος της V² Development. (Ανδρέας Σταυρινίδης/Taste of Life)

 

Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ακινήτων στην ελληνική αγορά ανήκει σε ιδιώτες αποτελεί «το μυστικό του ελληνικού real estate».
Οι περιοχές στην Ελλάδα στις οποίες, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, η εταιρεία έχει διαθέσει οικόπεδα εκτείνονται από το Περιστέρι έως το Ίλιον, το Λουτράκι (3.500-4.000 οικόπεδα), την Εύβοια, την Ερέτρια, την Αθήνα, την Κερατέα, το Λαύριο, το Πόρτο Ράφτη, τα Μέγαρα, την Κινέτα, το Ηράκλειο Κρήτης κ.ά.

Εμπνευσμένος κυρίως από τον πατέρα του, συμμετείχε μαζί του σε διάφορα πρότζεκτ ακινήτων από πολύ νεαρή ηλικία. Σπούδασε οικονομικά και real estate και μετονόμασε την εταιρεία σε , λόγω του κοινού τους ονόματος.

Η φυσική πορεία των πραγμάτων

«Ό,τι πάει επάνω, θα πέσει κάποια στιγμή κάτω. Το θέμα είναι πόσο μεγάλος είναι αυτός ο κύκλος. Πρέπει απλά να αγοράζεις στις έξι η ώρα και να πουλάς στις δώδεκα [έξι το χαμηλότερο και δώδεκα το υψηλότερο σημείο του κύκλου]. Ο κάθε επιχειρηματίας έχει τη δική του αντίληψη για αυτό. Όταν τα πράγματα πάνε καλά στο real estate, ναι, μπορεί να υπάρξουν κάποια σημαντικά οικονομικά οφέλη αλλά όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, μαζί με τον τουρισμό, είναι τα πρώτα τμήματα της οικονομίας που χτυπιούνται — και χτυπιούνται άσχημα», επισημαίνει ο κ. Κτενιάδης.

Ήταν η ώρα έξι — όπως λέει χαρακτηριστικά — όταν η οικονομική κρίση άρχισε να δείχνει τα πρώτα της σημάδια στον χώρο του real estate, ήδη από το 2008.

Από τότε και για τα επόμενα τρία έως τέσσερα χρόνια, η εταιρεία του παρέδιδε ένα ακίνητο κάθε οκτώ μήνες, γεγονός που δημιούργησε σοβαρές δυσκολίες ακόμη και στην κάλυψη των βασικών λειτουργικών εξόδων.

«Προσαρμόσου και κάνε το καλύτερο που μπορείς, με αξιοπρέπεια, για να επιβιώσεις στις δύσκολες στιγμές και να απολαύσεις ό,τι έχεις όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά. Αυτό θα συμβαίνει πάντα».

(Ανδρέας Σταυρινίδης/Taste of Life)

 

Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν τον Μάιο του 2013, όταν ο ίδιος συνέβαλε στην ίδρυση του ελληνικού προγράμματος μόνιμης άδειας παραμονής. Μέσω του προγράμματος, ένας κάτοικος του εξωτερικού μπορούσε να αποκτήσει άδεια παραμονής (και, μετέπειτα, την ελληνική υπηκοότητα) αγοράζοντας ανακαινισμένες κατοικίες σε διάφορες περιοχές της Αθήνας — ακόμα και στο κέντρο.

«Έσωσε το ελληνικό real estate στα δύσκολα εκείνα χρόνια», σημειώνει.

Η μεγάλη αυτή δυσκολία στην ευρύτερη ελληνική οικονομία έγινε αντί για καθοριστικό εμπόδιο μία ευκαιρία για ένα διαφορετικό άνοιγμα στην αγορά και μάλιστα με πρωτοφανή επιτυχία. «Το 2018, για πρώτη φορά πρόγραμμα άλλης χώρα ξεπέρασε σε αριθμό επιτυχημένων αιτήσεων το αμερικανικό EB-5. Το 2019, είχαμε μία ακόμα μεγαλύτερη αύξηση, άνω του 22%, οπότε για μία ακόμη χρονιά το ελληνικό πρόγραμμα είναι το Νο1 πρόγραμμα στον πλανήτη.»

Σύμφωνα με τον κ. Κτενιάδη, όσον αφορά το real estate, η Ελλάδα αποτελεί παγκόσμιο προορισμό, με το μεγαλύτερο ποσοστό επενδυτών να είναι Κινέζοι, σε ποσοστό 70-75%. Οι επόμενοι πελάτες,  πλειοψηφικά, προέρχονται από την Τουρκία και έπειτα από τη Ρωσία.

Οι καλύτερες περιοχές της Ελλάδας για επένδυση σε κατοικία, είναι οι περιοχές στα νοτιοανατολικά προάστια της Αθήνας, από το Παλαιό Φάληρο μέχρι τη Βουλιαγμένη. «Έχεις την αίσθηση ότι, ενώ είσαι μέσα στον αστικό ιστό μίας πόλης πέντε εκατομμυρίων κατοίκων, ότι είσαι σε νησί — [είσαι] κοντά στη θάλασσα και μπορείς να πας για μπάνιο. Το μοναδικό μέρος που μπορεί να συγκριθεί με αυτό είναι η νότια Γαλλία.»

Εξωστρεφής προσέγγιση

Η V² έχει επεκτείνει τα γραφεία της στο εξωτερικό σε μέρη όπως η Σαγκάη, το Πεκίνο, η Γκουανγκτζού και το Ναϊρόμπι. Έχει μία αποκλειστική συνεργασία με χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας.

«Γενικότερα, στόχος της εταιρείας είναι να έχει μία όσο περισσότερο εξωστρεφή προσέγγιση γίνεται και να δίνει σε όλον τον πλανήτη τη δυνατότητα της προώθησης του ελληνικού προγράμματος της άδειας μόνιμης παραμονής και γενικότερα την πώληση ακινήτων στην Ελλάδα, γιατί η χώρα μας είναι πανέμορφη, είναι πολύ ιδιαίτερη. Η χώρα μας ψηφίζεται τα τελευταία τέσσερα χρόνια από το Condé Nast Traveler ως η Νο1 χώρα στον πλανήτη για να ζεις.»

Η V² Development τιμήθηκε με το επίσημο βραβείο «Συνεισφορά στην Ελληνική Οικονομία» (Contribution to the Greek Economy Award) την 1η Νοεμβρίου 2021, από το Εμπορικό Επιμελητήριο Αθηνών (Athens Chamber of Tradesmen), κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης «Βραβεία Βιώσιμης-Καινοτόμου & Υπεύθυνης Επιχειρηματικότητας» στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Ανήκει στα υψηλότερης αναγνώρισης επιχειρηματικά βραβεία στην Ελλάδα, επιβραβεύοντας εταιρείες που συνεισφέρουν ουσιαστικά στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Το βραβείο απονεμήθηκε παρουσίᾳ εξεχόντων μελών της ελληνικής πολιτείας, μεταξύ των οποίων ο τέως υπουργός Ανάπτυξης, Άδωνις Γεωργιάδης, και η τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου.

Η εκδήλωση επιβράβευσε εταιρείες που διακρίθηκαν για βιώσιμη, καινοτόμο και υπεύθυνη επιχειρηματικότητα, ενισχύοντας την εικόνα της V² Development ως πρότυπο επιχειρηματικής αριστείας.

Μέχρι σήμερα, η V² έχει επεκτείνει σημαντικά το χαρτοφυλάκιό της, ολοκληρώνοντας έργα σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Κρήτη, ενώ ταυτόχρονα υλοποιεί νέα επενδυτικά σχέδια σε αγορές της Ευρώπης και της Ασίας. Η εταιρεία έχει υιοθετήσει πλήρως τεχνολογίες smart building με έμφαση στην αειφορία και την περιβαλλοντική υπευθυνότητα. Παράλληλα, το ελληνικό πρόγραμμα παροχής μόνιμης άδειας παραμονής παραμένει κεντρικός πυλώνας της στρατηγικής της, προσελκύοντας επενδυτές από όλον τον κόσμο και συμβάλλοντας ενεργά στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Του Μάριου Καπερώνη

Ο Τραμπ ανακοινώνει δασμό 35% στον Καναδά και προειδοποιεί με επιπλέον δασμούς 15-20% τις άλλες χώρες

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε στις 10 Ιουλίου την επιβολή ενιαίου δασμού ύψους 35% στις εισαγωγές από τον Καναδά, με ημερομηνία εφαρμογής την 1η Αυγούστου 2025.

Σε επιστολή του προς τον Καναδό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϋ, την οποία δημοσίευσε μέσω της πλατφόρμας Truth Social, ο Τραμπ ανέφερε ότι ο νέος δασμός αποτελεί απάντηση στην αποτυχία του Καναδά να σταματήσει τη διακίνηση φαιντανύλης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, την οποία χαρακτήρισε ως παράγοντα που επιτείνει την κρίση ναρκωτικών στη χώρα του.

Ο Τραμπ σημείωσε επίσης ότι η καναδική πλευρά αντέδρασε στους αρχικούς αμερικανικούς δασμούς με αντίμετρα, γεγονός που οδήγησε στην απόφαση για την επιβολή του νέου ενιαίου δασμού, ο οποίος, όπως υπογράμμισε, είναι ανεξάρτητος από τους «τομεακούς δασμούς» που ήδη εφαρμόζονται.

Στο πλαίσιο της προσπάθειας για επίτευξη νέας εμπορικής συμφωνίας, ο Κάρνεϋ είχε δηλώσει ότι κατά τη συνάντησή του με τον Τραμπ στη Σύνοδο της G7 στον Καναδά, στις 16 Ιουνίου, συμφωνήθηκε η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων εντός 30 ημερών.

Ωστόσο, στις 27 Ιουνίου, ο Τραμπ προειδοποίησε με διακοπή των συνομιλιών εάν ο Καναδάς δεν απέσυρε τον ψηφιακό φόρο υπηρεσιών (DST), ο οποίος επιβάλλει επιπλέον επιβάρυνση 3% στα έσοδα τεχνολογικών εταιρειών όπως η Amazon από Καναδούς χρήστες, και ο οποίος είχε προκαλέσει εντάσεις και με τις προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις. Δύο ημέρες αργότερα, η Οττάβα ανακοίνωσε την απόσυρση του DST και ο Κάρνεϋ δήλωσε ότι οι δύο χώρες είναι πλέον σε τροχιά συμφωνίας έως τις 21 Ιουλίου.

Ο Τραμπ, στην επιστολή του, έκανε επιπλέον αναφορά στο καναδικό σύστημα διαχείρισης γαλακτοκομικών προϊόντων, το οποίο χαρακτήρισε εμπόδιο για τους Αμερικανούς παραγωγούς. Επέκρινε τους δασμούς που επιβάλλει ο Καναδάς στις αμερικανικές γαλακτοκομικές εισαγωγές, κάνοντας λόγο για ποσοστά έως και 400%, ενώ αμφισβήτησε και το κατά πόσον οι Αμερικανοί παραγωγοί έχουν καν πρόσβαση στην καναδική αγορά.

Υπενθυμίζεται ότι κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, ο Τραμπ είχε απαιτήσει μεγαλύτερη πρόσβαση για τους Αμερικανούς εξαγωγείς γαλακτοκομικών στο πλαίσιο της Συμφωνίας ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά (United States-Mexico-Canada Agreement – USMCA), η οποία αντικατέστησε τη NAFTA. Ωστόσο, πρόσφατα το καναδικό κοινοβούλιο ενέκρινε νομοσχέδιο που διατηρεί το σύστημα διαχείρισης εκτός των μελλοντικών εμπορικών παραχωρήσεων.

Ο Τραμπ τόνισε ότι είναι «μεγάλη τιμή» να απευθύνεται στον Καναδό πρωθυπουργό, κάτι που – όπως υποστήριξε – αντανακλά τη δύναμη της διμερούς εμπορικής σχέσης. Μολονότι ανέφερε ότι οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να εργάζονται από κοινού με τον Καναδά, προειδοποίησε για περαιτέρω μέτρα σε περίπτωση νέων αντιποίνων από την Οττάβα. Άφησε δε ανοιχτό το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής των δασμών, είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω, ανάλογα με τη στάση που θα τηρήσει ο Καναδάς στο θέμα της φαιντανύλης.

Εν τω μεταξύ, η καναδική κυβέρνηση έχει χαρακτηρίσει τους αμερικανικούς δασμούς «αδικαιολόγητους». Ο Κάρνεϋ φέρεται να έχει δηλώσει ότι η σύναψη νέας εμπορικής συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί «ύψιστη προτεραιότητα» για την κυβέρνησή του. Η υπουργός Βιομηχανίας, Μελανί Ζολύ, υποστήριξε ότι η χώρα της θα «αντισταθεί» στα νέα εμπορικά μέτρα των ΗΠΑ, αναφερόμενη κυρίως στον πρόσφατα ανακοινωθέντα δασμό 50% στις εισαγωγές χαλκού.

Δασμοί 

Οι τελωνειακές κυρώσεις ξεκίνησαν στις αρχές του έτους, όταν ο Τραμπ επέβαλε δασμό 25% τόσο στον Καναδά όσο και στο Μεξικό, επικαλούμενος την ανεπαρκή αντιμετώπιση της διακίνησης φαιντανύλης και της παράνομης μετανάστευσης. Παρότι είχε δηλώσει ότι προϊόντα που συμμορφώνονται με τη συμφωνία USMCA δεν θα υπόκεινται σε δασμούς, οι ΗΠΑ προχώρησαν σε επιβολή επιπλέον «τομεακών» δασμών σε προϊόντα όπως ο χάλυβας, το ξυλεία, η ενέργεια και το κάλιο. Ο νέος δασμός στον χαλκό, ο οποίος θα εφαρμοστεί από την 1η Αυγούστου, έρχεται να προστεθεί σε αυτά τα μέτρα.

Η Οττάβα έχει ανακοινώσει πρόγραμμα 1,3 δισ. καναδικών δολαρίων για την ενίσχυση της ασφάλειας των συνόρων, σε μια προσπάθεια να αποδείξει στην Ουάσιγκτον ότι η ροή φαιντανύλης από τον Καναδά είναι αμελητέα. Ωστόσο, οι ΗΠΑ έχουν διατηρήσει τα μέτρα. Ο διευθυντής του FBI, Κας Πατέλ, έχει κατηγορήσει τον Καναδά για συνεργασία με εχθρικά καθεστώτα, όπως το Πεκίνο, στην προώθηση ναρκωτικών μέσω εγκληματικών δικτύων.

Πέρα από τον Καναδά, ο Τραμπ έχει αποστείλει περισσότερες από 20 επιστολές προς εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ αυτή την εβδομάδα, προειδοποιώντας για την επιβολή δασμών 15% έως 20% σε χώρες που δεν θα συνάψουν εμπορική συμφωνία με την κυβέρνησή του έως την 1η Αυγούστου. Σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Meet the Press» του NBC, δήλωσε ότι όσα κράτη δεν έχουν λάβει επιστολές ή δεν έχουν προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις θα αντιμετωπίσουν ενιαίους δασμούς εντός των επόμενων ημερών.

Παράλληλα, ανακοίνωσε δασμό 50% στις εισαγωγές από τη Βραζιλία, επικαλούμενος την εξέλιξη δικαστικής υπόθεσης που αφορά τον πρώην συντηρητικό πρόεδρο της χώρας.

Του Jacob Burg

ΗΠΑ και Βιετνάμ υπέγραψαν εμπορική συμφωνία παρά τις κινεζικές προειδοποιήσεις – Πιθανές ανάλογες κινήσεις και από άλλες χώρες

Η υπογραφή εμπορικής συμφωνίας ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Βιετνάμ προκάλεσε εκ νέου την αντίδραση του Πεκίνου, το οποίο προειδοποίησε ότι θα προβεί σε αντίποινα εναντίον όσων χωρών σχεδιάζουν να συνάψουν αντίστοιχες συμφωνίες με την Ουάσιγκτον, ενόψει και της προθεσμίας της 9ης Ιουλίου που έχει θέσει η κυβέρνηση Τραμπ για την ολοκλήρωση διμερών συμφωνιών.

Στο πλαίσιο της συμφωνίας που υπεγράφη στις 2 Ιουλίου, τα αμερικανικά προϊόντα θα εισέρχονται στην αγορά του Βιετνάμ χωρίς δασμούς, ενώ όλα τα βιετναμέζικα προϊόντα που εξάγονται στις ΗΠΑ θα υπόκεινται σε δασμό 20%. Επιπλέον, προϊόντα που διαμετακομίζονται μέσω Βιετνάμ με τελικό προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες –κυρίως προερχόμενα από την Κίνα και άλλες χώρες– θα υπόκεινται σε δασμό 40%.

Το Βιετνάμ αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγικό εταίρο της Κίνας και, ταυτόχρονα, έχει ως κύριο εξαγωγικό προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις 3 Ιουλίου, εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εμπορίου δήλωσε ότι το Πεκίνο «αντιτίθεται σθεναρά σε κάθε συμφωνία που υπογράφεται σε βάρος των κινεζικών συμφερόντων» και ότι η Κίνα «θα απαντήσει αποφασιστικά». Παρόμοιες προειδοποιήσεις είχαν εκδοθεί και τους προηγούμενους μήνες, τον Ιούνιο και τον Απρίλιο.

Η συμφωνία με το Ανόι είναι η τρίτη κατά σειρά που υπογράφουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, μετά από αντίστοιχες με το Ηνωμένο Βασίλειο και την Κίνα, καθώς οι εμπορικοί εταίροι της Ουάσιγκτον επιδιώκουν να προλάβουν την προθεσμία της 9ης Ιουλίου για να αποφύγουν αυξημένους δασμούς.

Παρότι έχει ήδη συνάψει διμερή συμφωνία με τις ΗΠΑ, το Πεκίνο εξακολουθεί να εκφράζει ανησυχία για νέες συμφωνίες που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις πρακτικές διαμετακόμισης μέσω τρίτων χωρών και να αποκλείσουν την Κίνα από κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού.

Ο Ταϊβανός οικονομολόγος Έντουαρντ Χουάνγκ δήλωσε στην Epoch Times ότι η συμφωνία ΗΠΑ–Βιετνάμ συγκεντρώνει την παγκόσμια προσοχή, διότι, κατά την εκτίμησή του, το Βιετνάμ αποτελεί τον σημαντικότερο κόμβο για την επαναπροώθηση κινεζικών προϊόντων προς τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον ίδιο, η συμφωνία αυτή στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς τρίτες χώρες.

Ο παρατηρητής των κινεζικών εξελίξεων που εδρεύει στις ΗΠΑ, Γουάνγκ Χε, ανέφερε πως η πίεση από την Ουάσιγκτον θα αναγκάσει το Βιετνάμ να τηρήσει αυστηρούς κανόνες, γεγονός που θα δυσκολέψει τη συνέχιση της μεθόδου μεταμφίεσης της προέλευσης των κινεζικών προϊόντων. Όπως είπε, πλέον το ζήτημα εστιάζει στον καθορισμό των τεχνικών λεπτομερειών για το πώς ορίζεται η χώρα προέλευσης των προϊόντων.

Το νέο πρότυπο

Ο Χουάνγκ υποστήριξε ότι αυτό που ανησυχεί το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας είναι ο συμβολισμός της υπογραφής συμφωνίας με το Βιετνάμ στο πλαίσιο ενός «διεπιπέδου» εμπορικού σχήματος, το οποίο θεωρεί ότι θα αποτελέσει νέο διεθνές πρότυπο.

Επικαλέστηκε ως παράδειγμα τη συμφωνία ΗΠΑ–Ηνωμένου Βασιλείου, λέγοντας ότι πιθανόν θα λειτουργήσει ως πρότυπο για τις διαπραγματεύσεις της ΕΕ με τις ΗΠΑ. Τόνισε επίσης ότι χώρες με παρόμοια παραγωγική δομή με το Βιετνάμ ενδέχεται να ακολουθήσουν την ίδια στρατηγική, καθιερώνοντας ένα νέο πλαίσιο κανόνων στο παγκόσμιο εμπόριο.

Ανάλογη άποψη εξέφρασε και ο Ταϊβανός μακροοικονομολόγος Χένρι Γου, ο οποίος ανέφερε ότι χώρες όπως η Καμπότζη, η Μαδαγασκάρη και το Λεσότο έχουν δεχθεί αυξημένους δασμούς από τις ΗΠΑ λόγω ανάλογων πρακτικών διαμετακόμισης. Κατά τον ίδιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν το παράδειγμα του Βιετνάμ για να κλείσουν αυτό το «παραθυράκι», γεγονός που προκάλεσε την έντονη κινεζική αντίδραση — χωρίς, ωστόσο, να αναμένεται να επιφέρει αποτέλεσμα.

Εργαζόμενοι στην γραμμή παραγωγής πετσετών σε εργοστάσιο στην Χουαϊάν. Επαρχία Τζιανγκσού, Κίνα, στις 2 Απριλίου 2025. (AFP μέσω Getty Images)

 

Έμπορος από την πόλη Σεντζέν, ο οποίος μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας επικαλούμενος λόγους ασφαλείας, δήλωσε στην Epoch Times ότι όσο εντείνονται οι έλεγχοι των ΗΠΑ για την ιχνηλάτηση κινεζικών προϊόντων τόσο δυσκολότερη γίνεται η επαναπροώθησή τους μέσω τρίτων χωρών. Όπως είπε, τελωνεία στο Βιετνάμ, τη Νότια Κορέα και τη Μαλαισία καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να εμποδίσουν την είσοδο κινεζικών προϊόντων, προσθέτοντας ότι, από τον Ιούνιο, το σχετικό κανάλι εξαγωγών έχει καταστεί σχεδόν μη λειτουργικό.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε την 1η Ιουλίου ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να καταλήξει σε συμφωνία με την Ινδία, με στόχο τη μείωση των περιορισμών πρόσβασης των αμερικανικών εταιρειών στην ινδική αγορά. Όπως φέρεται να είπε σε δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια πτήσης με το Air Force One, η Ινδία προς το παρόν «δεν δέχεται κανέναν», εκτιμώντας όμως ότι αυτό θα αλλάξει, και σε μια τέτοια περίπτωση, οι δύο χώρες θα καταλήξουν σε συμφωνία με σημαντικά χαμηλότερους δασμούς.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσσεντ δήλωσε στο Fox News την ίδια ημέρα ότι Ουάσιγκτον και Νέο Δελχί βρίσκονται κοντά σε συμφωνία, προσθέτοντας ότι, αν αυτή ολοκληρωθεί, η Ινδία θα αποφύγει την επιβολή δασμού 26% που πρόκειται να τεθεί σε ισχύ στις 9 Ιουλίου.

Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη και οι εμπορικές διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–ΕΕ, με την Κίνα να καλεί τις Βρυξέλλες να «σεβαστούν τα βασικά συμφέροντα εκατέρωθεν».

Ο Γου εκτίμησε ότι οι πιέσεις του Πεκίνου προς την ΕΕ δεν θα αποδώσουν, καθώς η Κίνα δεν διαθέτει ισχυρή διαπραγματευτική ισχύ για να αποτρέψει μια συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ. Όπως είπε, από μακροοικονομικής σκοπιάς, η Κίνα εξαρτάται από τις αγορές των ΗΠΑ και της Ευρώπης για να απορροφηθεί η παραγωγική της ικανότητα. Πρόσθεσε ότι, με δεδομένο το μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα της ΕΕ έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι πολύ πιθανό να υπάρξει και νέα συμφωνία μεταξύ τους, ανάλογη με εκείνη ΗΠΑ–Ηνωμένου Βασιλείου.

Με τη συμβολή των Yi Ru, Song Tang και Luo Ya

Η ευρωπαϊκή στροφή της ΕΧΑΕ: Πλήρης ανάλυση της προτεινόμενης συμφωνίας με τη Euronext

Ανάλυση ειδήσεων 

Την 1η Ιουλίου 2025, η Euronext, ο μεγαλύτερος χρηματιστηριακός όμιλος στην Ευρώπη, ανακοίνωσε ότι βρίσκεται σε προχωρημένες συζητήσεις με το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας «Ελληνικά Χρηματιστήρια–Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε. Συμμετοχών» (ΕΧΑΕ), με στόχο την ενδεχόμενη εξαγορά έως και του 100% των μετοχών της. Η πρόταση σηματοδοτεί μια πιθανή νέα φάση για το ελληνικό χρηματιστήριο, εντάσσοντάς το σε ένα διευρυμένο ευρωπαϊκό δίκτυο κεφαλαιαγορών.

Το προφίλ της Euronext και η στρατηγική της

Η Euronext αποτελεί τη μεγαλύτερη χρηματιστηριακή πλατφόρμα στην Ευρώπη, διαχειριζόμενη περίπου το 25% του συνόλου της συναλλακτικής δραστηριότητας μετοχών στην ήπειρο. Στο δίκτυό της περιλαμβάνονται αγορές σε Άμστερνταμ (έδρα εισαγωγής στο χρηματιστήριο), Παρίσι (διοικητικά κεντρικά), Μιλάνο, Λισαβόνα, Βρυξέλλες, Δουβλίνο και Όσλο, με την τελευταία να έχει ενταχθεί στον όμιλο το 2019.

Πάνω από 1.800 εταιρείες είναι εισηγμένες στο δίκτυο της Euronext, με συνολική κεφαλαιοποίηση που ξεπερνά τα 6,3 τρισεκατομμύρια ευρώ. Υπό τη διεύθυνση του Stéphane Boujnah από το 2015, η Euronext έχει υιοθετήσει μια επιθετική στρατηγική εξαγορών, εδραιώνοντας την παρουσία της σε στρατηγικά σημεία της Ευρώπης.

Κορυφαίο παράδειγμα της στρατηγικής αυτής αποτελεί η εξαγορά του Borsa Italiana Group το 2021, έναντι 4,444 δισεκατομμυρίων ευρώ, εξέλιξη που ενίσχυσε καθοριστικά τη θέση της Euronext στο ευρωπαϊκό τοπίο κεφαλαιαγορών. Νωρίτερα, το 2019, είχε προηγηθεί η εξαγορά του χρηματιστηρίου του Όσλο, μέσω της οποίας ο όμιλος επέκτεινε την εμβέλειά του στη Σκανδιναβία.

Παλαιότερες προσπάθειες εξαγοράς

Το Χρηματιστήριο Αθηνών είχε προσελκύσει και στο παρελθόν επενδυτικό ενδιαφέρον από διεθνείς χρηματιστηριακούς φορείς, χωρίς ωστόσο να έχει ολοκληρωθεί κάποια συμφωνία. Η Euronext είχε ήδη επιχειρήσει δύο φορές κατά το παρελθόν να αποκτήσει συμμετοχή στην ΕΧΑΕ, χωρίς επιτυχία, ενώ κατά καιρούς ενδιαφέρον είχαν εκδηλώσει και άλλοι διεθνείς οργανισμοί, μεταξύ των οποίων χρηματιστήρια από την Ελβετία και το Ισραήλ.

Οι συνθήκες που ευνόησαν την κίνηση

Η τρέχουσα συγκυρία κρίνεται ιδιαίτερα ευνοϊκή για την επίτευξη μιας συμφωνίας, καθώς συγκεντρώνονται μια σειρά από θεμελιώδεις παράγοντες που ενισχύουν τη δυναμική της ελληνικής κεφαλαιαγοράς. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας από την Ελλάδα αποτέλεσε σημείο καμπής, καθώς ενίσχυσε τη διεθνή αξιοπιστία και βελτίωσε την πρόσβαση στις αγορές. Παράλληλα, η ελληνική οικονομία καταγράφει ρυθμούς ανάπτυξης σταθερά υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης τα τελευταία τέσσερα έτη, ενώ η γενικότερη εικόνα της χώρας στους διεθνείς οίκους και θεσμικούς επενδυτές έχει βελτιωθεί σημαντικά. Οι θετικές αυτές εξελίξεις ενισχύουν τις προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης και καθιστούν την Ελλάδα πιο ελκυστικό κόμβο για επενδύσεις σε χρηματοοικονομικές υποδομές.

Οικονομικοί όροι της πρότασης

Η προσφορά της Euronext προβλέπει τιμή εξαγοράς στα 6,90 ευρώ ανά μετοχή της ΕΧΑΕ, τιμή που αντιστοιχεί σε premium περίπου 14,4% σε σχέση με το κλείσιμο της μετοχής στα 6,03 ευρώ την προηγούμενη ημέρα. Η συνολική αποτίμηση της συναλλαγής διαμορφώνεται στα 399 εκατομμύρια ευρώ σε πλήρως αραιωμένη βάση. Η μορφή της συναλλαγής βασίζεται σε ανταλλαγή μετοχών, με σταθερό λόγο μετατροπής 21,029 μετοχές ΕΧΑΕ για κάθε μία νέα μετοχή της Euronext, με βάση την τιμή της μετοχής της Euronext στα 145,10 ευρώ στις 30 Ιουνίου 2025.

Ρυθμιστικές εγκρίσεις

Η ολοκλήρωση της συμφωνίας εξαρτάται από μια σειρά διαδικαστικών και εποπτικών εγκρίσεων. Σε πρώτο στάδιο, αναμένεται η διενέργεια δέουσας επιμέλειας (due diligence) από πλευράς Euronext, ενώ στη συνέχεια απαιτείται η έγκριση από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, μεταξύ των οποίων ενδέχεται να συμπεριλαμβάνεται και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Κομβικής σημασίας θα είναι επίσης η απόφαση των μετόχων της ΕΧΑΕ, οι οποίοι θα κληθούν να εγκρίνουν τη συναλλαγή μέσω σχετικής ψηφοφορίας.

Μετοχική σύνθεση και προκλήσεις

Η ΕΧΑΕ διαθέτει διασκορπισμένη μετοχική σύνθεση, με υψηλό ποσοστό ελεύθερης διασποράς (free float) και απουσία κυρίαρχου μετόχου. Για την κατάθεση υποχρεωτικής δημόσιας πρότασης, απαιτείται απόκτηση τουλάχιστον του 33% του μετοχικού κεφαλαίου. Ωστόσο, για να επιτύχει πλήρη έλεγχο, η Euronext πιθανότατα θα επιδιώξει πλειοψηφική συμμετοχή άνω του 50%+1 ή ακόμη και το 100% μέσω μηχανισμού squeeze-out, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.

Οικονομική ανάλυση και αποτίμηση

Η κεφαλαιοποίηση της ΕΧΑΕ διαμορφώνεται στα περίπου 364 εκατομμύρια ευρώ, βάσει της τρέχουσας τιμής της μετοχής. Ο συνολικός αριθμός των μετοχών ανέρχεται σε 57.850.000 (στοιχεία 30 Μαρτίου 2025), εκ των οποίων περίπου 2,5 εκατομμύρια αποτελούν ίδιες μετοχές. Με ιστορία 149 ετών, η ΕΧΑΕ αποτελεί έναν από τους παλαιότερους χρηματοοικονομικούς θεσμούς της χώρας.

Η προσφερόμενη τιμή εξαγοράς αντιστοιχεί σε εκτιμώμενο δείκτη EV/EBITDA 9,3x για το 2026. Ο δείκτης αυτός υπολείπεται αισθητά του μέσου όρου για τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, ο οποίος εκτιμάται σε 14,8x, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη περιθωρίου διαπραγμάτευσης από πλευράς ΕΧΑΕ ή και πιθανής αναπροσαρμογής της προσφοράς.

Ανταπόκριση της ΕΧΑΕ

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΧΑΕ ανακοίνωσε ότι βρίσκεται στη διαδικασία αξιολόγησης της πρότασης εξαγοράς, τόσο από στρατηγική όσο και από οικονομική σκοπιά, σε συνεργασία με εξωτερικούς χρηματοοικονομικούς και νομικούς συμβούλους. Σύμφωνα με την επίσημη τοποθέτηση της εταιρείας, μέχρι στιγμής δεν έχουν πραγματοποιηθεί άμεσες διαπραγματεύσεις με την Euronext, ωστόσο η διοίκηση αναμένεται να τοποθετηθεί εκτενέστερα εντός των επόμενων ημερών.

Κυβερνητική θέση

Θετικά διακείμενη εμφανίζεται η ελληνική κυβέρνηση απέναντι στην ενδεχόμενη συμφωνία. Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει χαιρετίσει την πρόταση, εκτιμώντας ότι αποτελεί σαφή ένδειξη εμπιστοσύνης προς τη σταθερότητα και τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι μια τέτοια εξέλιξη θα συμβάλει στην περαιτέρω εμβάθυνση της ενσωμάτωσης της χώρας στο ευρωπαϊκό χρηματοοικονομικό περιβάλλον, ενισχύοντας το επενδυτικό κλίμα και την εικόνα της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές.

Τόσο ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης φέρονται να είναι πλήρως ενήμεροι για τις εξελίξεις ήδη από την έναρξη των σχετικών διαβουλεύσεων.

Τα οικονομικά οφέλη 

Η πιθανή ένταξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών στον όμιλο Euronext αναμένεται να έχει άμεσες και ουσιαστικές επιπτώσεις για την ελληνική κεφαλαιαγορά. Αναφέρονται ενδεικτικά οι εξής:

Αυξημένη ρευστότητα και όγκοι συναλλαγών

Η Euronext διαχειρίζεται σχεδόν το 25% της ευρωπαϊκής συναλλακτικής δραστηριότητας σε μετοχές, γεγονός που ενδέχεται να ενισχύσει τον ημερήσιο όγκο συναλλαγών και τη ρευστότητα του ελληνικού χρηματιστηρίου, ιδίως για μεγάλες και εξωστρεφείς επιχειρήσεις. Εμπειρικές μελέτες σε προηγούμενες εξαγορές της Euronext επιβεβαιώνουν ότι οι μεγαλύτερες ωφέλειες προκύπτουν για τις εταιρείες με διεθνή δραστηριότητα.

Ενίσχυση της διεθνούς ελκυστικότητας

Η συμμετοχή στο δίκτυο αγορών της Euronext – με παρουσία σε Άμστερνταμ, Παρίσι, Μιλάνο, Λισαβόνα, Βρυξέλλες, Δουβλίνο και Όσλο – θα καταστήσει τις ελληνικές εταιρείες πιο προβλέψιμες και προσβάσιμες για διεθνή επενδυτικά κεφάλαια. Πολλά διεθνή fund επιλέγουν να επενδύουν μόνο σε αγορές που είναι ενταγμένες σε αναγνωρισμένες, τεχνολογικά προηγμένες και αυστηρά εποπτευόμενες χρηματιστηριακές δομές.

Τεχνολογική αναβάθμιση και εποπτική εναρμόνιση

Η συμμετοχή στο τεχνολογικό οικοσύστημα της Euronext θα οδηγήσει στην αναβάθμιση των λειτουργιών διαπραγμάτευσης, clearing και settlement. Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει επισημάνει τα οφέλη από την ενοποίηση των υποδομών και την εναρμόνιση της εποπτείας, που αναμένεται να ενισχύσουν τη λειτουργική αποδοτικότητα και τη διαφάνεια στην ελληνική αγορά.

Συμβολή στη στρατηγική της ΕΕ για τις κεφαλαιαγορές

Η εξαγορά εντάσσεται στο πλαίσιο της στρατηγικής της Savings and Investments Union (Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων), η οποία στοχεύει στη δημιουργία μιας πανευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς που μπορεί να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ και την Ασία. Η ενσωμάτωση της ελληνικής αγοράς σε αυτό το εγχείρημα ενισχύει την περιφερειακή συνοχή και την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ενίσχυση της επενδυτικής κουλτούρας και καινοτομίας

Η διεύρυνση των χρηματοοικονομικών επιλογών μέσω της Euronext αναμένεται να ενισχύσει τη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών, να προωθήσει τον χρηματοοικονομικό εγγραμματισμό και να επιταχύνει την ανάπτυξη του ελληνικού οικοσυστήματος fintech (οικονομικής τεχνολογίας). Το νέο περιβάλλον ενδέχεται να αποτελέσει καταλύτη για καινοτομία και τεχνολογική αναβάθμιση στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Θεσμικοί επενδυτές και συνταξιοδοτικά ταμεία

Η αύξηση της συμμετοχής των ελληνικών συνταξιοδοτικών ταμείων στις αγορές κεφαλαίου καταγράφεται ήδη από το 2024. Η ένταξη στην Euronext ενδέχεται να ενισχύσει περαιτέρω αυτή την πορεία, προσφέροντας αυξημένη ποικιλομορφία και ασφάλεια. Η ενίσχυση της θεσμικής παρουσίας αναμένεται να προσδώσει σταθερότητα και μακροχρόνια προοπτική στις επενδύσεις.

Μακροοικονομικές προεκτάσεις

Η Euronext μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός προσέλκυσης επιπλέον Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ), συνεχίζοντας τη δυναμική που οδήγησε σε ιστορικό ρεκόρ 50 επενδυτικών έργων το 2023. Επιπλέον, η ενίσχυση της κεφαλαιαγοράς συνδέεται με τη διατήρηση σταθερών αναπτυξιακών ρυθμών, στοιχείο που διαφοροποιεί θετικά την Ελλάδα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

Αντιμετώπιση διαρθρωτικών αδυναμιών

Η πρόσβαση σε νέα κεφάλαια και τεχνογνωσία μέσω της Euronext μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία παραμένει διαχρονικά χαμηλή στην Ελλάδα. Παράλληλα, η ενίσχυση του οικοσυστήματος επιχειρηματικότητας, μέσω εργαλείων όπως το EquiFund, μπορεί να στηρίξει περαιτέρω τις νεοφυείς και τις ταχέως αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις.

Προκλήσεις και κίνδυνοι

Η ένταξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών στον όμιλο Euronext, παρότι υπόσχεται οφέλη σε επίπεδο ενοποίησης και ρευστότητας, εγείρει και σοβαρά ερωτήματα αναφορικά με την ενίσχυση συστημικών κινδύνων.

Συστημικοί κίνδυνοι και μονοπωλιακές πρακτικές

Η υπερσυγκέντρωση χρηματοοικονομικών λειτουργιών σε έναν ενιαίο πανευρωπαϊκό οργανισμό αυξάνει την πολυπλοκότητα και, κατά συνέπεια, την ευπάθεια του συστήματος. Διεθνείς μελέτες έχουν επισημάνει ότι η αποτυχία ενός μεγάλου ενοποιημένου οργανισμού ενδέχεται να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις σε πολλαπλές αγορές.

Τεχνολογικές βλάβες και διακοπές συναλλαγών

Πρόσθετη ανησυχία προκαλεί η τεχνολογική ευθραυστότητα. Η Euronext έχει αντιμετωπίσει στο παρελθόν σοβαρές διακοπές στη λειτουργία της, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το περιστατικό του 2020, όταν καθολικές τεχνικές βλάβες ανέστειλαν τις συναλλαγές σε πολλές αγορές. Σε περίπτωση που το ελληνικό χρηματιστήριο αποτελέσει «κύρια αγορά εισαγωγής» για εισηγμένες μετοχές, τέτοιες διακοπές μπορεί να εγκλωβίσουν επενδυτές και να διαταράξουν την ομαλή λειτουργία της αγοράς.

Μείωση ανταγωνισμού και μονοπωλιακές τάσεις

Παράλληλα, η υπερσυγκέντρωση δυνάμεων μπορεί να περιορίσει τον ανταγωνισμό, αυξάνοντας τα κόστη και περιορίζοντας την καινοτομία. Σε ένα περιβάλλον όπου λιγοστεύουν οι εναλλακτικοί πάροχοι χρηματιστηριακών υπηρεσιών, ενδέχεται να ενισχυθούν οι μονοπωλιακές τάσεις με επιπτώσεις τόσο για τους εκδότες όσο και για τους επενδυτές.

Κοινωνικές και εργασιακές επιπτώσεις

Το προηγούμενο της απόκτησης του Borsa Italiana αναδεικνύει τους κοινωνικούς κινδύνους που μπορεί να συνοδεύσουν μια τέτοια συμφωνία. Η απεργία που σημειώθηκε τον Ιούνιο του 2024 – πρώτη στην ιστορία του ιταλικού χρηματιστηρίου – φανερώνει την ανησυχία για απώλεια θέσεων εργασίας, μεταφορά κρίσιμων λειτουργιών στο εξωτερικό και αποεπένδυση σε τοπικό επίπεδο. Αντίστοιχα φαινόμενα στην Ελλάδα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε «brain drain», με εξειδικευμένα στελέχη να μετακινούνται σε κέντρα αποφάσεων εκτός χώρας.

Η μεταφορά της λήψης αποφάσεων στο Παρίσι ή το Άμστερνταμ – όπου βρίσκονται τα κεντρικά της Euronext – ενδέχεται να περιορίσει τη δυνατότητα χάραξης πολιτικής που να αντανακλά τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς.

Ρυθμιστική εξάρτηση και εθνική κυριαρχία

Η συμμετοχή σε ενοποιημένο πανευρωπαϊκό όμιλο θέτει υπό αμφισβήτηση τη ρυθμιστική αυτονομία της Ελλάδας. Αν και η εποπτεία παραμένει θεωρητικά σε εθνικό επίπεδο, στην πράξη η εναρμόνιση με τις ενιαίες δομές της Euronext και το «Brussels Effect» – δηλαδή η εξαγωγή ευρωπαϊκών ρυθμίσεων σε παγκόσμιο επίπεδο – μπορεί να μειώσει την ευελιξία της χώρας να προσαρμόζει την πολιτική της στις ανάγκες της εγχώριας αγοράς.

Κόστη και επιβαρύνσεις

Η εμπειρία από παλαιότερες συγχωνεύσεις του ομίλου δείχνει ότι τα κόστη για τους συμμετέχοντες τείνουν να αυξάνονται, είτε πρόκειται για τέλη εισαγωγής είτε για κόστη συμμόρφωσης με τις αυστηρότερες απαιτήσεις του νέου πλαισίου λειτουργίας. Αυτό ενδέχεται να πλήξει ιδίως τις μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες ήδη δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις της δημόσιας εγγραφής.

Αβεβαιότητα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η τύχη των ΜμΕ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, πάνω από 250 εταιρείες στην ΕΧΑΕ ενδέχεται να μην πληρούν τα ελάχιστα κριτήρια κεφαλαιοποίησης της Euronext για να διατηρηθούν στο ταμπλό. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε μαζικές διαγραφές, με σοβαρές επιπτώσεις για την πρόσβασή τους σε κεφάλαια.

Ταυτόχρονα, η απώλεια της «τοπικής ταυτότητας» της ελληνικής αγοράς – η οποία χαρακτηρίζεται από ιδιαιτερότητες σε κλάδους όπως η ναυτιλία, ο τουρισμός και η ενέργεια – ενδέχεται να αποδυναμώσει το συγκριτικό της πλεονέκτημα στο διεθνές περιβάλλον.

Κατακερματισμός αντί για ενοποίηση

Αν και ο στόχος της Euronext είναι η δημιουργία ενιαίας αγοράς, η εμπειρία δείχνει ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να υποφέρει από κατακερματισμό και ρυθμιστική πολυπλοκότητα. Αυτό καθιστά δύσκολη την πλήρη αξιοποίηση των συνεργειών, ιδίως για μικρές αγορές όπως η ελληνική, οι οποίες κινδυνεύουν να μην αποκομίσουν τα πλήρη οφέλη της ενοποίησης.

Μακροπρόθεσμα στρατηγικά ρίσκα 

Η Ελλάδα, ως μικρός παίκτης σε ένα μεγάλο πανευρωπαϊκό σχήμα, κινδυνεύει να περιθωριοποιηθεί καθώς οι πόροι και η στρατηγική κατεύθυνση εστιάζονται στις μεγαλύτερες αγορές. Επιπλέον, η πιθανή δημιουργία ενός «lock-in effect» – δηλαδή της αδυναμίας αποχώρησης ή αναστροφής της συμφωνίας χωρίς σημαντικό κόστος – περιορίζει τις μελλοντικές στρατηγικές επιλογές της χώρας.

Τέλος, η μειωμένη δυνατότητα προσέλκυσης εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης και η εξάρτηση από έναν μόνο θεσμό μπορεί να αποδειχθούν ανασταλτικοί παράγοντες για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής αγοράς μακροπρόθεσμα.

Συμπεράσματα και προτάσεις μετριασμού

Η ένταξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών στον όμιλο Euronext αποτελεί μια εξέλιξη με δυνητικά οφέλη για την ελληνική οικονομία, αλλά και με σαφείς κινδύνους που δεν πρέπει να υποτιμηθούν.

Η ενσωμάτωση σαφών εγγυήσεων στους όρους της συμφωνίας κρίνεται αναγκαία . Μεταξύ αυτών, η διατήρηση κρίσιμων λειτουργιών και θέσεων εργασίας στην Ελλάδα, η προστασία της συμμετοχής μικρομεσαίων εισηγμένων εταιρειών, καθώς και η εξασφάλιση ενός βαθμού τοπικής ευελιξίας στη διαμόρφωση πολιτικής.

Η προσεκτική διαπραγμάτευση και η εγκαθίδρυση κατάλληλων θεσμικών μηχανισμών παρακολούθησης θα είναι κρίσιμες προϋποθέσεις για την επίτευξη μιας συμφωνίας που θα μεγιστοποιεί τα οφέλη της ένταξης, χωρίς να υπονομεύει τη στρατηγική αυτονομία της ελληνικής κεφαλαιαγοράς.

Ορυκτές πρώτες ύλες: Η σημασία της έρευνας, το αβέβαιο τοπίο και τα στρατηγικά διλήμματα για την Ευρώπη

Τεκμηριωμένες εκτιμήσεις προβλέπουν αύξηση της ζήτησης ορισμένων ορυκτών στο εγγύς μέλλον. Ωστόσο, ο κλάδος εκφράζει αμφιβολίες για την προοπτική δεκαπλασιασμού της παραγωγής συγκεκριμένων ορυκτών σε σύντομο χρονικό διάστημα. Τιμές ορυκτών την τελευταία πενταετία παρουσίασαν διακυμάνσεις από -50% έως +100%, γεγονός που καθιστά τις μακροπρόθεσμες προβλέψεις για την οικονομική βιωσιμότητα επενδύσεων επισφαλείς.

Κατά τη διάρκεια συνεδρίου του Εθνικού Αρχείου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Πόρων (ΕΑΓΜΕ) στην Αθήνα, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ) κος Κώστας Γιαζιτζόγλου ανέφερε πως οι στόχοι της μεταλλευτικής έρευνας καθορίζονται από την ανάγκη κατανόησης των υπόγειων γεωλογικών δομών. Επεσήμανε τη διαφοροποίηση μεταξύ ορυκτών με μικρή και μεγάλη παγκόσμια κατανάλωση, καθώς και τη σημαντική οικονομική διαφορά στην αξία τους, που κυμαίνεται από δεκάδες εκατομμύρια έως εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Ορισμένα ορυκτά μικρής αξίας, ωστόσο, παίζουν κρίσιμο ρόλο σε εξειδικευμένες τεχνολογίες με ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις.

Η αύξηση του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, παράγοντας σημαντικός στο κόστος παραγωγής, δημιουργεί νέες προκλήσεις για τον κλάδο. Οι αυξημένες παράμετροι αβεβαιότητας αναδεικνύουν την ανάγκη για κρατική υποστήριξη και δημόσιες επενδύσεις, ειδικά σε τομείς που απαιτούν εκτεταμένη και δαπανηρή συλλογή δεδομένων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η πρωτοβουλία για τις κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπογραμμίζει ότι τα κριτήρια ανάπτυξης εξορυκτικών δραστηριοτήτων δεν μπορούν να είναι αποκλειστικά οικονομικά. Η γεωπολιτική διάσταση της διαχείρισης αυτών των πόρων καθιστά την εξορυκτική δραστηριότητα κομβικό στοιχείο στρατηγικής σημασίας.

Για να αντιμετωπίσει την εξάρτηση από ορυκτές πρώτες ύλες, η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να υιοθετήσει μακροπρόθεσμη στρατηγική, να διαθέσει επαρκείς πόρους για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της εξορυκτικής βιομηχανίας εντός των συνόρων της και να αναπτύξει μηχανισμούς κεντρικού ελέγχου για τις αποφάσεις που αφορούν κρίσιμους ορυκτούς πόρους.

Η πραγματικότητα αυτή λαμβάνει χώρα σε ένα περιβάλλον όπου η κοινή γνώμη παρουσιάζει επιφυλάξεις για την εξορυκτική δραστηριότητα, γεγονός που εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη δέσμευση κυβερνητικών πόρων για έρευνα ορυκτών.

Γ. Στουρνάρας: Εντατικοποιούνται οι έλεγχοι για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος

Εντατικοποίηση της ασκούμενης εποπτείας και των επιτόπιων ελέγχων όσον αφορά τις διαδικασίες και τα συστήματα διαρκούς παρακολούθησης συναλλαγών πελατών των εποπτευόμενων ιδρυμάτων, έτσι ώστε να είναι δυνατή η αποτελεσματική ανίχνευση και διερεύνηση ύποπτων συναλλαγών που αφορούν στο ξέπλυμα μαύρου χρήματος προανήγγειλε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας στην Έκθεση Δραστηριοτήτων Προληπτικής Εποπτείας και Εξυγίανσης , η οποία δημοσιεύεται για πρώτη φορά, με σκοπό την ενίσχυση της διαφάνειας και λογοδοσίας για το εποπτικό έργο της Τράπεζας της Ελλάδος. Τα αποτελέσματα των ελέγχων στη συνέχεια θα υποβάλλονται στην εθνική Αρχή Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.

Όπως επισημαίνεται στην Εκθεση, ο έλεγχος της συμμόρφωσης των εποπτευόμενων ιδρυμάτων με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το θεσμικό πλαίσιο πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (Ξέπλυμα Χρήματος ) και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ΧΤ) παραμένει κεντρική εποπτική προτεραιότητα για την Τράπεζα της Ελλάδος τα επόμενη έτη. H θέσπιση του ευρωπαϊκού Κανονισμού, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (Anti-money Laundering Regulation – AMLR) και η ίδρυση της ευρωπαϊκής Αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (Anti-money Laundering Authority – AMLA), με σκοπό τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του Κανονισμού, αποτελούν τους βασικές πυλώνες της μετάβασης σε ένα ισχυρό και ενιαίο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό και εποπτικό πλαίσιο. Η AMLA ξεκίνησε τη λειτουργία της το 2025 και προβλέπεται να στελεχωθεί πλήρως, να αναπτύξει την πληροφοριακή της υποδομή και να εκδώσει τα ρυθμιστικά και εκτελεστικά τεχνικά της πρότυπα σε ορίζοντα τριετίας, ώστε να καταστεί πλήρως λειτουργική την 01.01.2028, αναλαμβάνοντας την άμεση εποπτεία 40 εταιρειών του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Κατά τα λοιπά διαπιστώνεται ότι το 2024 αποτέλεσε μια χρονιά θετικών εξελίξεων για το σύνολο των εποπτευόμενων ιδρυμάτων, με ιδιαίτερα σημαντική πρόοδο στα βασικά μεγέθη των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο επίπεδο από την είσοδο της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ. Η υψηλή κερδοφορία και η ενισχυμένη κεφαλαιακή επάρκεια επέτρεψαν την επαναφορά της διανομής μερισμάτων από τα Σημαντικά Πιστωτικά Ιδρύματα. Όσον αφορά στα Λιγότερο Σημαντικά Πιστωτικά Ιδρύματα, ολοκληρώθηκε η συγχώνευση δύο πιστωτικών ιδρυμάτων, η οποία συνοδεύθηκε από την εξυγίανση του δανειακού τους χαρτοφυλακίου και την ενίσχυση της κεφαλαιακής τους βάσης.

Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στην Εκθεση, η θετική εικόνα συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις. Η πιθανή επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου λόγω των δασμών, η γεωπολιτική αβεβαιότητα και η σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων ενδέχεται να επηρεάσουν την κερδοφορία των πιστωτικών ιδρυμάτων. Ταυτόχρονα, ο επιταχυνόμενος ψηφιακός μετασχηματισμός και ο αυξημένος κίνδυνος κυβερνοαπειλών απαιτούν ταχεία προσαρμογή και σημαντικές επενδύσεις από τα εποπτευόμενα ιδρύματα.

Θετικές οι προοπτικές για το πακέτο της ΔΕΘ μετά την εκεχειρία στη Μ. Ανατολή

H εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Ιράν διώχνει τα σύννεφα αβεβαιότητας για τις γεωπολιτικές επιπτώσεις στην οικονομία από την κρίση στη Μέση Ανατολή και ανοίγει το δρόμο στο οικονομικό επιτελείο να σχεδιάζει χωρίς άγνωστες παραμέτρους τις επόμενες κινήσεις του με κεντρικό άξονα το πακέτο της ΔΕΘ.

Οι οριστικές αποφάσεις για τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη από τη Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο αναμένεται να ληφθούν τον Αύγουστο, ωστόσο η προεργασία για τη σύνθεση του πακέτου φοροελαφρύνσεων και συγκεκριμένων μέτρων που θα αφορούν το στεγαστικό, την ενίσχυση ευάλωτων ομάδων και τη διευκόλυνση της καθημερινότητας του πολίτη βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Τυπική προϋπόθεση για όλα αυτά είναι οι αποφάσεις του Eurogroup στις 7 Ιουλίου, όπου θα επικυρωθεί ο δημοσιονομικός χώρος που θα έχει στη διάθεσή της η χώρας μας από την αξιοποίηση της ρήτρας διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες, ο οποίος υπολογίζεται σε 500 εκατ. ευρώ για το 2026.

Η θετική εξέλιξη της εκεχειρία; μεταξύ Ισραήλ και Ιράν απομακρύνει την ανησυχία που προκαλούσε το ενδεχόμενο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού από μία νέα κρίση στις τιμές των καυσίμων λόγω παράτασης και κλιμάκωσης του πολέμου. Το ενδεχόμενο αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει αποκλίσεις από τους αρχικούς σχεδιασμούς σε ό,τι αφορά την κατεύθυνση των ενισχύσεων, εφ’ όσον προέκυπτε ανάγκη στήριξης των νοικοκυριών για τους λογαριασμούς της ενέργειας, αναφέρουν στελέχη του οικονομικού επιτελείου. Επιπλέον, θα έπρεπε να υπολογιστούν και οι επιπτώσεις σε ό,τι αφορά τον ρυθμό ανάπτυξης, που θα άλλαζαν την εξίσωση για το ύψος του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου.

Έτσι, η λήξη συναγερμού για τις εξελίξεις στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής ανοίγει το δρόμο για τις τελικές αποφάσεις με βάση τα θετικά δεδομένα που δημιουργεί η ισχυρή ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και η υπεραπόδοση εσόδων που προκαλεί σε συνδυασμό με τις αυξημένες εισπράξεις από τον περιορισμό της φοροδιαφυγής. Με βάση την πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, στο οικονομικό επιτελείο εκτιμούν ότι και εφέτος το πρωτογενές πλεόνασμα θα υπερβεί σημαντικά τον στόχο του  3,2% του ΑΕΠ.

Το πεντάμηνο Ιανουάριος-Μάιος, το πρωτογενές πλεόνασμα ανήλθε στα 5,34 δισ. ευρώ, σημαντικά περισσότερο από τον στόχο για πλεόνασμα 1,05 δισ. ευρώ. Την ίδια περίοδο πέρυσι ανερχόταν στα 3,2 δισ ευρώ, με αποτέλεσμα στο τέλος του 2024 να διαμορφωθεί στα 11,4 δισ. ευρώ ή 4,8% του ΑΕΠ. Οι περσινές δημοσιονομικές επιδόσεις αποτελούν, άλλωστε, την ισχυρή βάση επί της οποίας γίνονται οι υπολογισμοί για το πακέτο της ΔΕΘ, αφού από τις εξελίξεις αυτές προέκυψε επιπλέον δημοσιονομικός χώρος ύψους 1 δισ. ευρώ, ο οποίος μαζί με αυτόν από τη ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες θα αξιοποιηθεί για το πακέτο του Σεπτεμβρίου.

Βασικός άξονας των εξαγγελιών της ΔΕΘ θα είναι η μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων της μεσαίας τάξης, όπως έχει ήδη προδιαγράψει ο πρωθυπουργός και επισημαίνει στις παρεμβάσεις του ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης.  Η μείωση των φορολογικών συντελεστών για τα μεσαία εισοδήματα, αλλά και ελαφρύνσεις για χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια, θα είναι ο βασικός άξονας των παρεμβάσεων.

Σημαντικό βάρος στο πακέτο αναμένεται να έχουν τα μέτρα που εξετάζει το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος. Πρόκειται για κίνητρα προς τους ιδιοκτήτες ακινήτων να ανοίξουν ακίνητα που διαθέτουν προκειμένου να αυξηθεί η προσφορά τους, αλλά και ενισχύσεις προς τους ενοικιαστές. Η δέσμη μέτρων για το στεγαστικό θα πλαισιωθεί με τις αποφάσεις που επεξεργάζεται αυτή την περίοδο το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προκειμένου να ‘βγουν’ στην αγορά περισσότερα από 30.000 ακίνητα που βρίσκονται στην κατοχή των τραπεζών και των servicer, αλλά για λόγω πολεοδομικών και άλλων ζητημάτων δεν μπορούν να αξιοποιηθούν.

Βαθαίνει η οικονομική κρίση στην Κίνα – Αυξάνεται ο κίνδυνος κοινωνικών αναταραχών λόγω απολύσεων

Ανάλυση ειδήσεων

Η κινεζική οικονομία αντιμετωπίζει αυξανόμενα σημάδια βαθιάς ύφεσης, σύμφωνα με ειδικούς, οι οποίοι προειδοποιούν για ενδεχόμενη μετάβαση σε καθεστώς «ολοκληρωτικής ύφεσης», με την ανεργία να αυξάνεται και τους συστημικούς κινδύνους να ενισχύονται, δημιουργώντας συνθήκες κοινωνικής αστάθειας.

Στις 19 Ιουνίου, η εταιρεία ηλεκτρικών οχημάτων Hozon Auto υπέβαλε αίτηση πτώχευσης, σύμφωνα με το κρατικό τηλεοπτικό δίκτυο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ), CCTV. Ανάλογη δημοσιότητα προκάλεσε και η είδηση για μαζικές απολύσεις στην ηλεκτρονική πλατφόρμα υπηρεσιών 58.com, που απασχολεί εκατομμύρια χρήστες για εύρεση στέγης, εργασίας και οικιακών υπηρεσιών.

Σύμφωνα με αναφορές, η πλατφόρμα προχώρησε σε περικοπές 20% έως 30% του προσωπικού της – περίπου 10.000 άτομα – κυρίως σε τεχνικά και περιφερειακά τμήματα, γεγονός που προκάλεσε κύμα σχολίων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της Κίνας.

Κατάρρευση του κλάδου των ακινήτων 

Σύμφωνα με αναλυτές, οι απολύσεις συνδέονται άμεσα με την κατάρρευση του κλάδου ακινήτων. Ο καθηγητής Σουν Κουο-σιάνγκ, ειδικός στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Νανχούα της Ταϊβάν, ανέφερε πως η γενικότερη κάμψη της κινεζικής οικονομίας έχει καταστείλει τη ζήτηση των καταναλωτών, με αποτέλεσμα πλατφόρμες όπως η 58.com, που βασίζονται σε αγγελίες εργασίας και συναλλαγές υπηρεσιών, να πλήττονται ιδιαίτερα.

Ο Τζιανγκ Πιντσάο, διακεκριμένος Κινέζος αντικαθεστωτικός που ζει στις ΗΠΑ, δήλωσε στην Epoch Times ότι η πτώση της πλατφόρμας αντικατοπτρίζει τις παράπλευρες συνέπειες από τις μαζικές χρεοκοπίες στον κλάδο των ακινήτων. Όπως τόνισε, η βασική πελατειακή βάση της 58.com ήταν οι αγροτικοί εργάτες που μετακινούνταν στις πόλεις για κατασκευαστική εργασία και αναζητούσαν στέγη και δουλειά μέσω της πλατφόρμας.

Με την κατάρρευση του κατασκευαστικού τομέα, πολλοί έχουν επιστρέψει στις αγροτικές περιοχές, άνεργοι και χωρίς δυνατότητα ενοικίασης. Υποστήριξε επίσης πως και οι κάτοικοι των πόλεων περιορίζουν τις δαπάνες τους και αποφεύγουν την αναβάθμιση της κατοικίας τους, εντείνοντας την καθοδική πορεία.

Πλήγμα στις φιλοδοξίες για τα ηλεκτρικά οχήματα

Η κατάρρευση της Hozon New Energy Automobile, μητρικής της μάρκας ηλεκτρικών οχημάτων NETA, αποτελεί νέο πλήγμα για την κινεζική οικονομία. Η εταιρεία μπήκε σε διαδικασία πτώχευσης έπειτα από το πάγωμα μετοχών αξίας 1 δισεκατομμυρίου γουάν (περίπου 120 εκατ. ευρώ). Παρά την αρχική προβολή της ως ανερχόμενη δύναμη στον κλάδο των ηλεκτρικών οχημάτων, η NETA δεν κατάφερε να αντέξει στον εντεινόμενο ανταγωνισμό τιμών.

Ο καθηγητής Σουν εκτίμησε ότι η υπερπροσφορά και ο έντονος ανταγωνισμός στην αγορά EV έχουν συμπιέσει τα περιθώρια κέρδους, και ότι εταιρείες χωρίς ισχυρή τεχνολογική βάση ή χρηματοδοτική στήριξη είναι ιδιαίτερα ευάλωτες. Ο Τζιανγκ υπογράμμισε ότι η NETA στηρίχθηκε σε χαμηλές τιμές για να αυξήσει το μερίδιό της, τακτική που υπονόμευσε την ανταγωνιστικότητά της στο εξωτερικό, ειδικά στην Ευρώπη, όπου αυξάνεται η δυσπιστία απέναντι στα φθηνά κινεζικά EV.

Πρόσθεσε ότι, σε αντίθεση με μεγάλους «παίκτες» όπως η BYD, εταιρείες όπως η NETA δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στις πιέσεις. Ανέφερε επίσης ότι οι κρατικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν προνομιακή μεταχείριση και επιδοτήσεις, οδηγώντας τις ιδιωτικές σε ασφυξία.

Παρότι η BYD δεν είναι κρατική, είναι μία από τις εταιρείες που λαμβάνουν τις μεγαλύτερες κρατικές επιδοτήσεις, ενώ εμπλέκεται και στην επιχείρηση στρατιωτικοπολιτικής συγχώνευσης του ΚΚΚ. Η εταιρεία διαθέτει κέντρα έρευνας και ανάπτυξης σε τρεις «ζώνες στρατιωτικο-πολιτικών επιχειρήσεων», σύμφωνα με τις εκθέσεις της ερευνητικής ομάδας Radarlock από το 2019, και αποτελεί μέρος της μακροπρόθεσμης στρατηγικής «Go-Out» του ΚΚΚ από τη δεκαετία του 1980 για την ανάπτυξη «κρατικών πρωταθλητών» σε παγκόσμιο επίπεδο, με σκοπό την απόκτηση σπάνιων εγχώριων πόρων στο εξωτερικό και την προώθηση του συγκριτικού πλεονεκτήματος.

Υπερπροσφορά και υπερδιάθεση

Η αγορά ακινήτων στην Κίνα παρουσιάζει επί χρόνια υπερπροσφορά. Ο αναλυτής Αντόνιο Γκρατσέφο, με εμπειρία άνω των 20 ετών στην Ασία, έγραψε πρόσφατα ότι ο εμπορικός πόλεμος του Ντόναλντ Τραμπ με την Κίνα ώθησε το Πεκίνο να διατηρήσει τεχνητά υψηλές τιμές στα ακίνητα, ώστε να αποφευχθεί κρίση στο τραπεζικό σύστημα. Υποστήριξε επίσης πως η υπερπαραγωγή χαρακτηρίζει και τον τομέα των ηλεκτρικών οχημάτων, με τις εξαγωγές EV και υβριδικών να καταγράφουν πτώση 9% τον Μάιο σε ετήσια βάση, λόγω των αντιντάμπινγκ πολιτικών ΗΠΑ και ΕΕ.

Ο Τζιανγκ επεσήμανε ότι η παράλληλη κατάρρευση των ακινήτων και της αυτοκινητοβιομηχανίας – δύο βασικών πυλώνων της κινεζικής οικονομίας – προμηνύει μακροχρόνια αστάθεια. Σημείωσε πως ο κλάδος των ακινήτων αντιστοιχούσε στο αποκορύφωμά του σχεδόν στο 30% του ΑΕΠ. Χωρίς ανάκαμψη στην αγορά κατοικίας, εκτίμησε, δεν μπορεί να υπάρξει πλήρης οικονομική αποκατάσταση, ενώ και τα ηλεκτρικά οχήματα ακολουθούν πτωτική πορεία. Υπογράμμισε ότι η ύφεση είναι ήδη παρούσα, αλλά δεν έχει φτάσει ακόμη στο κατώτερο σημείο.

Έρημες βίλες σε προάστιο της Σενγιάνγκ. Επαρχία Λιαονίνγκ, βορειοανατολική Κίνα, 31 Μαρτίου 2023. (Jade Gao /AFP μέσω Getty Images)

 

Ο καθηγητής Σουν συμμερίζεται τις ανησυχίες αυτές, τονίζοντας ότι η υποχώρηση της ζήτησης στην αγορά ακινήτων και οχημάτων συμπαρασύρει ολόκληρες εφοδιαστικές αλυσίδες, από τις κατασκευές και τα οικοδομικά υλικά μέχρι τη διαφήμιση και τις υπηρεσίες ανθρώπινου δυναμικού. Το αποτέλεσμα, όπως είπε, είναι ένας φαύλος κύκλος απωλειών θέσεων εργασίας και μείωσης της κατανάλωσης.

Ο καθηγητής Φρανκ Σιε του Πανεπιστημίου της Νότιας Καρολίνας στο Έικεν δήλωσε στην Epoch Times ότι αναμένονται και νέες χρεοκοπίες. Όπως ανέφερε, ο «οικονομικός χειμώνας» στην Κίνα δεν έχει τελειώσει – αντίθετα, βαθαίνει. Παρά τις προσπάθειες του καθεστώτος να συγκαλύψει τα δεδομένα, εκτίμησε ότι τα σημάδια συστημικής πίεσης είναι πλέον σαφή και ότι η χώρα οδεύει προς μια ολοκληρωτική ύφεση.

Οι κοινωνικές επιπτώσεις

Πέραν των οικονομικών συνεπειών, αυξάνονται και οι ανησυχίες για το κοινωνικό κόστος και το ενδεχόμενο κοινωνικών αναταραχών. Ο Τζιανγκ ανέφερε πως οι πιο ευάλωτοι είναι οι αγρότες που εγκατέλειψαν τις κοινότητές τους για εργασία στις πόλεις και πλέον επιστρέφουν άνεργοι, ενώ δεν υπάρχει πλέον καλλιεργήσιμη γη γι’ αυτούς.

Υποστήριξε ότι οι αγροτικές περιοχές, η γεωργία και οι αγρότες αποτελούν τις «ξεχασμένες ζώνες καταστροφής» της κινεζικής κοινωνίας. Αν αυτή η πορεία συνεχιστεί, προειδοποίησε, η Κίνα θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με μαζικά ξεσπάσματα κοινωνικής δυσαρέσκειας, συγκρίσιμα με αγροτικές εξεγέρσεις του παρελθόντος, καθώς οι αγρότες εξακολουθούν να αποτελούν το μεγαλύτερο πληθυσμιακό τμήμα της χώρας.

Του Michael Zhuang

Με τη συμβολή των Cheng Wen και Yi Ru