Η Ουκρανία, μαζί με τους διεθνείς συμμάχους της, απηύθυνε έκκληση προς τη Ρωσία να αποδεχθεί την αμερικανική πρόταση για μια «πλήρη και άνευ όρων κατάπαυση του πυρός», σύμφωνα με δηλώσεις του Ουκρανού υπουργού Εξωτερικών, Αντρίι Συμπίχα, στις 10 Μαΐου.
Το σχετικό μήνυμα εστάλη κατά τη διάρκεια στρατηγικής συνάντησης στο Κίεβο, όπου η ουκρανική ηγεσία υποδέχτηκε τις αντιπροσωπείες των βασικών συμμάχων, με στόχο την ενίσχυση της πίεσης προς τη Μόσχα ώστε να εισέλθει σε διαπραγματεύσεις και να δοθεί τέλος στον πόλεμο.
Ηγέτες από τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο μετέβησαν το Σάββατο ομαδικά στο Κίεβο, όπου συναντήθηκαν με τον Πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι και επαναβεβαίωσαν τη στήριξή τους σε μια άμεση συμφωνία για κατάπαυση του πυρός.
«Ενώνουμε τη φωνή μας με αυτή του προέδρου Τραμπ υπέρ μιας ειρηνευτικής συμφωνίας, και καλούμε τη Ρωσία να σταματήσει να εμποδίζει τις προσπάθειες για μια διαρκή ειρήνη», ανέφεραν σε κοινή δήλωσή τους οι τέσσερις ηγέτες. «Σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, καλούμε τη Ρωσία να συμφωνήσει σε μια πλήρη και άνευ όρων κατάπαυση του πυρός διάρκειας 30 ημερών, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις επί μιας δίκαιης και βιώσιμης ειρήνης».
Η συγκεκριμένη επίσκεψη είχε και συμβολικό χαρακτήρα, καθώς ήταν η πρώτη φορά που οι ηγέτες των τεσσάρων χωρών επισκέπτονται από κοινού την Ουκρανία, ενώ για τον Φρίντριχ Μερτς, ήταν η πρώτη του παρουσία στη χώρα ως Καγκελάριος της Γερμανίας.
Οι δηλώσεις έρχονται λίγο μετά από τηλεφωνική επικοινωνία του προέδρου Τραμπ με τον Ουκρανό πρόεδρο Ζελένσκι, συνομιλία που ο υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας χαρακτήρισε «εποικοδομητική».
Την ίδια ώρα, ο Αμερικανός Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς δήλωσε ότι η ρωσική πλευρά επιμένει σε ακραίες απαιτήσεις, ζητώντας, μεταξύ άλλων, από την Ουκρανία να παραχωρήσει εδάφη που η Ρωσία δεν έχει καταφέρει να κατακτήσει ή να διατηρήσει στην κατοχή της.
«Όταν είδαμε την πρώτη πρόταση των Ρώσων, η αντίδρασή μας ήταν “Ζητάτε υπερβολικά πολλά”. Όμως έτσι εξελίσσονται οι διαπραγματεύσεις», σχολίασε ο Βανς από τη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι η Μόσχα αποφεύγει τη διαπραγμάτευση αυτή τη στιγμή επειδή αισθάνεται ισχυρή στη συγκεκριμένη φάση των συγκρούσεων. Παρ’ όλα αυτά, σημείωσε ότι ο Πούτιν φαίνεται να προτάσσει μαξιμαλιστικές αξιώσεις ενόψει των συνομιλιών, γνωρίζοντας πως το τελικό αποτέλεσμα θα είναι υποδεέστερο των απαιτήσεων.
Ο επόμενος στόχος των ΗΠΑ είναι να πειστούν Κίεβο και Μόσχα να προσέλθουν σε απευθείας διάλογο, πέρα από διαμεσολαβητές. Σε περίπτωση που αυτό αποδειχθεί ανέφικτο, οι ΗΠΑ δήλωσαν έτοιμες να αποσυρθούν από το ρόλο του διαμεσολαβητή.
Ο Τραμπ επανέλαβε στις 8 Μαΐου το αίτημά του για κατάπαυση του πυρός 30 ημερών, πρόταση που έχει τύχει της επίσημης στήριξης και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πάντως, η διαδικασία των διαπραγματεύσεων κάθε άλλο παρά εύκολη είναι, με την Ουάσινγκτον να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ευρωπαϊκοί σύμμαχοι της Ουκρανίας προσπαθούν να διαμορφώσουν εναλλακτικής μορφής στήριξη, σε περίπτωση που καταρρεύσουν οι ειρηνευτικές προσπάθειες.
Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Κίεβο, υπογράμμισε πως η Ευρώπη αρχίζει να ανακτά το ρόλο της στο παγκόσμιο γίγνεσθαι και προσανατολίζεται στη θωράκιση της δικής της ασφάλειας, όχι μόνο για την Ουκρανία, αλλά και για το σύνολο της Ηπείρου.
«Αυτό που διαμορφώνεται με τη συνεργασία Πολωνίας, Γερμανίας και Μ. Βρετανίας αποτελεί ιστορική στιγμή για την ευρωπαϊκή άμυνα και την ανάκτηση της αυτονομίας μας στην ασφάλεια. Αυτό αφορά, προφανώς, την Ουκρανία, αλλά επίσης όλους μας», τόνισε ο Μακρόν. «Είναι μια νέα εποχή, μια Ευρώπη που βλέπει πλέον τον εαυτό της ως δύναμη».
Στο ίδιο πνεύμα, ο πρόεδρος Ζελένσκι και οι ευρωπαίοι ηγέτες ξεκίνησαν μια εικονική διάσκεψη με ηγεσίες άλλων χωρών, με στόχο τη δημιουργία μιας νέας «συμμαχίας προθύμων». Η «συμμαχία προθύμων» θα στηρίξει στρατιωτικά την Ουκρανία μετά την επίτευξη συμφωνίας και θα μπορούσε ακόμη και να αποστείλει δυνάμεις στη χώρα για την επιτήρηση της εφαρμογής των όρων οποιασδήποτε συμφωνίας με τη Ρωσία.
Με αποφασιστικότητα συνεχίζει η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών την προσπάθεια απομόνωσης του Ιράν, στοχοποιώντας αυτή τη φορά κινεζικές επιχειρήσεις και λιμενικούς φορείς που φέρονται να διακινούν ιρανικό αργό πετρέλαιο. Όπως ανακοίνωσε στις 8 Μαΐου το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών, τέσσερις κινεζικές εταιρείες προστίθενται στη λίστα των κυρώσεων για τον ρόλο τους στην αγορά ή διευκόλυνση παράδοσης ιρανικού πετρελαίου, συνολικής αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων.
Οι κυρώσεις αφορούν τρεις διαχειριστές τερματικών σταθμών και ένα μικρό διυλιστήριο – γνωστό ως «teapot refinery» – στην επαρχία Σαντόνγκ. Τα συγκεκριμένα μικρά διυλιστήρια έχουν καταφέρει να αποκτήσουν κεντρικό ρόλο τα τελευταία χρόνια, λειτουργώντας δίπλα στους μεγάλους κρατικούς κολοσσούς του τομέα ενέργειας της Κίνας. Χρησιμοποιούν πρωτότυπους τρόπους ώστε να επεξεργάζονται αργό και να εξάγουν προϊόντα, ξεπερνώντας τους διεθνείς περιορισμούς και παρακάμπτοντας τις κυρώσεις που βαραίνουν τους μεγαλύτερους παίκτες της αγοράς.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι τα δυτικά επιτελεία βλέπουν τα διυλιστήρια αυτού του τύπου ως σημαντικό εργαλείο στα χέρια της κινεζικής κυβέρνησης. Μέσω αυτών, το Πεκίνο μπορεί να προσφέρει στήριξη σε χώρες που βρίσκονται υπό οικονομικό αποκλεισμό, όπως το Ιράν, η Βόρεια Κορέα και η Ρωσία.
Οι νέες κυρώσεις έρχονται σε μια περίοδο κλιμάκωσης της πολιτικής «μέγιστης πίεσης» των ΗΠΑ απέναντι στην Τεχεράνη, εν μέσω καταγγελιών για στήριξη του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος αλλά και παροχή οπλισμού σε τρομοκρατικές οργανώσεις της Μέσης Ανατολής.
Όπως τόνισε ο Υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ στη σχετική δήλωση, «Στο πλαίσιο της ευρείας και επιθετικής στρατηγικής πίεσης του προέδρου Τραμπ, το Υπουργείο στοχεύει σήμερα ένα ακόμα «teapot» διυλιστήριο που εισήγαγε ιρανικό πετρέλαιο». Και συμπλήρωσε: «Οι ΗΠΑ παραμένουν σταθερά δεσμευμένες να εντείνουν την πίεση σε κάθε κομμάτι της εφοδιαστικής αλυσίδας του ιρανικού πετρελαίου, ώστε να στερήσουν από το καθεστώς τα έσοδα που τροφοδοτούν την αποσταθεροποιητική του ατζέντα».
Σύμφωνα με το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών, το διυλιστήριο Hebei Xinhai – που τέθηκε υπό καθεστώς κυρώσεων την Πέμπτη – είχε πρόσφατα παραλάβει φορτία ιρανικού αργού αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων, με ορισμένες αποστολές να πραγματοποιούνται από πλοία που ήδη βρίσκονταν στη λίστα μπλοκαρισμένων οντοτήτων. Οι διαχειριστές των λιμενικών τερματικών διευκόλυναν την παραλαβή ποσότητας που ξεπερνά το ένα εκατομμύριο βαρέλια ιρανικού πετρελαίου.
Στο στόχαστρο, όμως, βρέθηκαν και μικρότερες εταιρείες που ενεπλάκησαν στη διακίνηση των φορτίων — ανάμεσά τους, και οι πλοίαρχοι δύο πλοίων ινδικής υπηκοότητας.
Η οικονομική στήριξη της Κίνας προς το Ιράν μέσα από «εφευρετικές» συναλλαγές αποτελεί πάγια τακτική του Πεκίνου, που βοηθά την Τεχεράνη να παρακάμπτει τις διεθνείς κυρώσεις μέσω ανταλλαγής πετρελαίου με επενδύσεις και υποδομές. Το μεγαλύτερο τέτοιο πρόγραμμα καταγράφηκε το 2023, όταν το Πεκίνο επένδυσε πάνω από 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια για την κατασκευή του μεγαλύτερου αεροδρομίου του Ιράν. Αντί να πληρωθεί με χρήματα που θα υποχρέωναν το Ιράν να παραβεί τις κυρώσεις, η Κίνα έλαβε ως αντάλλαγμα δεκάδες φορτία ιρανικού πετρελαίου, με το μεγαλύτερο μέρος να μεταφέρεται στα εγχώρια «teapot» διυλιστήρια, από το λεγόμενο «σκιώδες» στόλο του Ιράν.
Μια τεράστια έκρηξη σε λιμάνι του Ιράν προκάλεσε τον θάνατο τουλάχιστον πέντε ανθρώπων και τον τραυματισμό περισσότερων από 700.
Η έκρηξη σημειώθηκε στις 26 Απριλίου στο λιμάνι Σαχίντ Ρατζαεΐ, στα Στενά του Ορμούζ, συγκλονίζοντας τη βιομηχανική ζώνη γύρω από την εγκατάσταση και στέλνοντας πυκνές στήλες καπνού με κόκκινες και μαύρες αποχρώσεις στον ουρανό.
Η ισχύς του ωστικού κύματος ήταν τόσο μεγάλη που έσπασε τζάμια σε μεγάλη ακτίνα και η έκρηξη ακούστηκε ακόμη και σε νησί που βρίσκεται 16 μίλια νότια του λιμανιού, όπως μετέδωσαν τα ιρανικά μέσα ενημέρωσης.
Η ηγεσία στην Τεχεράνη δεν έχει ακόμη δώσει επίσημη εξήγηση για τα αίτια της έκρηξης στο λιμάνι, το οποίο βρίσκεται λίγο έξω από την πόλη Μπαντάρ Αμπάς, διευκρινίζοντας πάντως ότι το περιστατικό δεν σχετίζεται με τη βιομηχανία πετρελαίου της χώρας.
Ο Μεχντάντ Χασανζαντέχ, τοπικός αξιωματούχος διαχείρισης καταστροφών, δήλωσε στα κρατικά μέσα ενημέρωσης ότι τα σωστικά συνεργεία προσπαθούσαν να προσεγγίσουν την περιοχή, ενώ άλλες ομάδες επιχειρούσαν την εκκένωση του χώρου.
Ο Χοσεΐν Ζαφαρί, εκπρόσωπος του ιρανικού οργανισμού διαχείρισης κρίσεων, συνέδεσε την έκρηξη με κακές συνθήκες αποθήκευσης χημικών ουσιών που βρίσκονταν σε κοντέινερ του λιμανιού.
Παραμένει ασαφές τι ακριβώς προκάλεσε την έκρηξη. Ωστόσο, το λιμάνι είχε προγραμματιστεί να παραλάβει δύο φορτία με υλικό που χρησιμοποιείται στην κατασκευή καυσίμων για ρουκέτες από την Κίνα τους τελευταίους μήνες, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times τον Ιανουάριο.
Τα φορτία αυτά μετέφεραν περίπου 1.000 τόνους υπερχλωρικού νατρίου το καθένα, ενός βασικού συστατικού για την παραγωγή καυσίμου βαλλιστικών πυραύλων, σύμφωνα με ανάλυση του Ιδρύματος για την Άμυνα των Δημοκρατιών, δεξαμενής σκέψης με έδρα την Ουάσιγκτον, η οποία δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο.
Ένα από τα πλοία που μετέφεραν το υλικό είχε σταθμεύσει στο Μπαντάρ Αμπάς τον Φεβρουάριο, σύμφωνα με διαθέσιμα δεδομένα παρακολούθησης ναυσιπλοΐας, αν και το Ιράν δεν έχει παραδεχτεί επισήμως την παραλαβή των φορτίων.
Τα δεδομένα έδειχναν ότι και τα δύο πλοία βρίσκονταν ανοιχτά του Μπανγκλαντές τη στιγμή της έκρηξης του Σαββάτου.
Τα φορτία αυτά εκτιμάται ότι προορίζονταν για την αναπλήρωση των ιρανικών αποθεμάτων πυραύλων, τα οποία είχαν μειωθεί μετά τις απευθείας επιθέσεις της Τεχεράνης κατά του Ισραήλ πέρυσι, σε υποστήριξη της τρομοκρατικής οργάνωσης Χαμάς.
Η κομμουνιστική Κίνα έχει μακροχρόνια συνεργασία με το ισλαμιστικό καθεστώς της Τεχεράνης, βοηθώντας το Ιράν να παρακάμπτει τις διεθνείς κυρώσεις μέσω ανταλλαγής επενδύσεων σε υποδομές με ιρανικό πετρέλαιο.
Επιπλέον, Κινέζοι πολίτες έχουν κατηγορηθεί τα τελευταία χρόνια από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης για λαθρεμπόριο εξαρτημάτων που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή όπλων μαζικής καταστροφής προς το Ιράν.
Μέχρι στιγμής, παραμένει ασαφές τι ακριβώς προκάλεσε την ανάφλεξη του καυσίμου. Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί είχε δηλώσει νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα ότι οι ιρανικές υπηρεσίες ασφαλείας βρίσκονται σε κατάσταση ύψιστου συναγερμού για ενδεχόμενες ενέργειες σαμποτάζ και δολοφονίες.
Η έκρηξη του Σαββάτου σημειώθηκε ενώ ειδικοί από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν συναντιούνταν στο Ομάν για να διαπραγματευτούν τις λεπτομέρειες νέας συμφωνίας που θα περιορίζει την ικανότητα του Ιράν να κατασκευάσει πυρηνικά όπλα.
Το υπουργείο Εσωτερικών του Ιράν έχει αναλάβει τη διερεύνηση της υπόθεσης.
Ειδικοί από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν πραγματοποίησαν τις πρώτες τους τεχνικές συνομιλίες σχετικά με το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.
Οι συζητήσεις, που διεξήχθησαν στην πρωτεύουσα του Ομάν, Μουσκάτ, ακολούθησαν δύο υψηλού προφίλ συναντήσεις μεταξύ του Αμερικανού προεδρικού απεσταλμένου Στιβ Γουίτκοφ και του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί τις προηγούμενες εβδομάδες.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Μπάντρ αλ-Μπουσαΐντι, ο οποίος είχε μεσολαβήσει στους δύο προηγούμενους γύρους συνομιλιών στη Μουσκάτ και τη Ρώμη, δήλωσε ότι το Ιράν και οι Ηνωμένες Πολιτείες «εντόπισαν μια κοινή φιλοδοξία να επιτύχουν συμφωνία βασισμένη στον αμοιβαίο σεβασμό και σε διαρκείς δεσμεύσεις».
«Βασικές αρχές, στόχοι και τεχνικά ζητήματα συζητήθηκαν όλα», έγραψε ο αλ-Μπουσαΐντι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προσθέτοντας ότι ένας επόμενος γύρος υψηλόβαθμων συνομιλιών έχει προγραμματιστεί προκαταρκτικά για τις 3 Μαΐου.
Σε αντίθεση με προηγούμενες διαπραγματεύσεις, όπου ο Γουίτκοφ και ο Αραγτσί διαπραγματεύονταν έμμεσα με στόχο να καθορίσουν το γενικό περίγραμμα των θέσεών τους, οι συνομιλίες της 26ης Απριλίου περιελάμβαναν και τεχνικό σκέλος, επικεντρωμένο στις πραγματικότητες περιορισμού του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.
Πέραν του Γουίτκοφ και του Αραγτσί, στην ομάδα της Τεχεράνης συμμετείχε και ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Ματζίντ Ταχτ-ε Ραβαντσί, ενώ την αμερικανική πλευρά εκπροσώπησε ο διευθυντής πολιτικής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Μάικλ Άντον.
Ο Αραγτσί δήλωσε σε συνέντευξή του στη ιρανική κρατική τηλεόραση ότι οι δύο πλευρές αντάλλαξαν γραπτά σημεία κατά τη διάρκεια της ημέρας και χαρακτήρισε τις συνομιλίες «πολύ σοβαρές και επικεντρωμένες στην ουσία».
«Αυτή τη φορά, οι διαπραγματεύσεις ήταν πολύ πιο σοβαρές σε σχέση με το παρελθόν και σταδιακά προχωρήσαμε σε πιο εις βάθος και λεπτομερείς συζητήσεις», είπε.
«Διαφορές εξακολουθούν να υφίστανται τόσο σε βασικά ζητήματα όσο και σε λεπτομέρειες», πρόσθεσε.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει θέσει ως προτεραιότητα της εξωτερικής του πολιτικής την αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων από την Τεχεράνη, ενώ η κυβέρνησή του έχει εκφράσει προθυμία να επιτρέψει στο Ιράν να διατηρήσει εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας, υπό την προϋπόθεση ότι θα σταματήσει τον εμπλουτισμό ουρανίου και δεν θα επιδιώξει την κατασκευή πυρηνικών όπλων.
Το Ιράν διατεινόταν στο παρελθόν ότι το πυρηνικό του πρόγραμμα είχε αποκλειστικά ειρηνικούς σκοπούς, ωστόσο τα τελευταία χρόνια άφησε να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, χωρίς να έχει ακόμη λάβει σχετική απόφαση.
Από το 2018, όταν ο Τραμπ αποχώρησε μονομερώς από μια διμερή πυρηνική συμφωνία που επέβαλλε περιορισμούς στις πυρηνικές του δραστηριότητες, η Τεχεράνη έχει αυξήσει σημαντικά τον εμπλουτισμό ουρανίου σε επίπεδα κοντά σε αυτά που απαιτούνται για την κατασκευή όπλων. Τότε, ο Τραμπ είχε επικρίνει τη συμφωνία ως «μία από τις χειρότερες και πιο μονόπλευρες συμφωνίες στις οποίες έχουν εμπλακεί ποτέ οι Ηνωμένες Πολιτείες», λέγοντας ότι «έδωσε στο ιρανικό καθεστώς υπερβολικά πολλά σε αντάλλαγμα για πολύ λίγα».
Οι ηγέτες των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών έχουν δηλώσει εδώ και χρόνια ότι το Ιράν θα μπορούσε να κατασκευάσει πυρηνικό όπλο μέσα σε λίγες εβδομάδες, αν το αποφάσιζε.
Έκθεση του πυρηνικού παρατηρητηρίου του ΟΗΕ που δημοσιεύτηκε στις αρχές του 2025 υποστήριξε ότι το Ιράν είχε επιταχύνει την παραγωγή εμπλουτισμένου ουρανίου σε τέτοιο βαθμό, ώστε θα μπορούσε να κατασκευάσει περίπου έξι πυρηνικές κεφαλές εφόσον το αποφάσιζε.
Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι τρέχουσες διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη είναι μια ύστατη προσπάθεια αποτροπής ολοκληρωτικής σύγκρουσης μεταξύ των δύο χωρών, προειδοποιώντας ότι θα βομβαρδίσει το Ιράν αν δεν περιορίσει το πυρηνικό του πρόγραμμα.
«Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία, θα υπάρξει βομβαρδισμός, και μάλιστα βομβαρδισμός όπως δεν έχουν ξαναδεί ποτέ», έγραψε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 30 Μαρτίου.
Δεν είναι σαφές πόσο θα διαρκέσουν οι συνομιλίες. Ένα από τα κύρια σημεία συζήτησης αναμένεται να είναι ο Ερευνητικός Πυρηνικός Αντιδραστήρας της Τεχεράνης.
Οι ιρανικές αρχές ξεκίνησαν τον εμπλουτισμό ουρανίου το 2010 για την τροφοδοσία του αντιδραστήρα αυτού, ο οποίος είχε δοθεί στο Ιράν από τις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1960 για ερευνητικούς σκοπούς.
Ο αντιδραστήρας είχε σχεδιαστεί για να λειτουργεί για 25 χρόνια, ωστόσο η Τεχεράνη κατάφερε, με τη βοήθεια διεθνών εταίρων, να τον μετατρέψει ώστε να λειτουργεί με χαμηλού εμπλουτισμού ουράνιο. Όταν, στα τέλη της δεκαετίας του 2000, το Ιράν εξάντλησε τα αποθέματα χαμηλού εμπλουτισμού ουρανίου, αποφάσισε να παράγει δικό του υψηλού εμπλουτισμού ουράνιο για καύσιμο και δεν εγκατέλειψε ποτέ αυτή την πορεία.
Το Ιράν υπήρξε κάποτε ένας από τους στενότερους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή. Η ιρανική μοναρχία αγόραζε αμερικανικά όπλα και θεωρούνταν από τους Αμερικανούς ηγέτες ως μια αυταρχική αλλά εκσυγχρονιστική δύναμη, που λειτουργούσε ως ανάχωμα στην εξάπλωση του κομμουνισμού.
Η σχέση αυτή τερματίστηκε το 1979, όταν ο Ιρανός μονάρχης διέφυγε και οι ισλαμιστικές δυνάμεις κατέλαβαν την εξουσία. Έκτοτε, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν αντιτάσσεται στον κοσμικό μοντερνισμό που συνδέεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες και καλεί ανοιχτά στην καταστροφή του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι εντάσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης έχουν κλιμακωθεί στα πρόθυρα ρήξης τα τελευταία χρόνια, εν μέρει λόγω της οικονομικής και στρατιωτικής υποστήριξης του Ιράν σε τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας, η Χεζμπολάχ στον Λίβανο και οι Χούθι στην Υεμένη.
Ο διευθύνων σύμβουλος του τεχνολογικού κολοσσού Nvidia βρίσκεται στο Πεκίνο αυτή την εβδομάδα για να ενισχύσει τους τοπικούς εμπορικούς δεσμούς, μετά την αποκάλυψη των αυστηρών νέων απαιτήσεων εξαγωγών σε ένα από τα βασικά τσιπ της για την κινεζική αγορά.
Ο Τζένσεν Χουάνγκ πήγε στο Πεκίνο μετά από πρόσκληση του Συμβουλίου της Κίνας για την Προώθηση του Διεθνούς Εμπορίου, σύμφωνα με την κινεζική κρατική τηλεόραση, όπου εξέφρασε την ελπίδα ότι η εταιρεία θα μπορούσε να συνεχίσει να συνεργάζεται με την Κίνα.
Η επίσκεψη του Χουάνγκ πραγματοποιείται λίγες ημέρες αφότου η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε ότι νέοι έλεγχοι εξαγωγών θα εφαρμοστούν στο τσιπ H20 ΤΝ της Nvidia, το μοναδικό που η εταιρεία προσέφερε στην Κίνα χωρίς ειδική άδεια.
Το τσιπ H20 —μια αποδυναμωμένη έκδοση του τσιπ H100 της Nvidia— δημιουργήθηκε το 2022 για να συμμορφωθεί με τους περιορισμούς της κυβέρνησης Μπάιντεν στις εξαγωγές τεχνολογίας στην Κίνα εκείνη την εποχή.
Η Nvidia είπε ότι αναμένει να δεχτεί ένα πλήγμα της τάξεως των 5,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων περίπου από τους νέους περιορισμούς, λόγω της κάλυψης των χρεώσεων που σχετίζονται με το απόθεμα και τις δεσμεύσεις αγοράς.
Τα τσιπ τεχνητής νοημοσύνης της εταιρείας βρίσκονται στο επίκεντρο των ελέγχων των εξαγωγών των ΗΠΑ. Οι κινήσεις αποτροπής και ελέγχου των πωλήσεων των πιο προηγμένων τσιπ στην Κίνα γίνονται στο πλαίσιο της περιφρούρησης της εθνικής ασφάλειας και του ανταγωνισμού για κυριαρχία στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης.
Ενώ το H20 έχει μειωμένο αριθμό πυρήνων, γεγονός που το καθιστά χαμηλότερης απόδοσης, εξακολουθεί να είναι σε θέση να προσφέρει ορισμένες βασικές δυνατότητες ΤΝ, όπως στον τομέα συμπερασμάτων, της διαδικασίας με την οποία ένα εκπαιδευμένο μοντέλο ΤΝ εξάγει συμπεράσματα από δεδομένα που δεν έχει συναντήσει πριν.
Αυτό οδήγησε στην υπόθεση ότι το τσιπ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή υπερυπολογιστών εάν συγκεντρωθεί σε αρκετά μεγάλους αριθμούς.
Βάσει αυτού, έκθεση που κυκλοφόρησε αυτή την εβδομάδα από την Επίλεκτη Επιτροπή για το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) ισχυρίστηκε ότι η κινεζική εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης DeepSeek μπόρεσε να δημιουργήσει το γνωστό της chatbot εν μέρει χρησιμοποιώντας 30.000 H20.
Επιπλέον, είπε η επίλεκτη επιτροπή, η DeepSeek είχε παραγγείλει χιλιάδες περισσότερα τσιπ, τα οποία τώρα δεν θα μπορούσε να αγοράσει.
Ο πρόεδρος της επιτροπής Μούλενααρ (Ρ-Mισ.) και το μέλος Ράτζα Κρισναμούρτι (Δ-Ιλλ.) έστειλαν επίσης επιστολή αυτή την εβδομάδα στον Χουάνγκ αναφέροντας ότι η πρόσβαση του DeepSeek σε επεξεργαστές H20 — καθώς και ορισμένα τσιπ που ελέγχονται από τις εξαγωγές — οφειλόταν εν μέρει στο λαθρεμπόριο από κοντινές χώρες όπως η Σιγκαπούρη.
Σύμφωνα με την έκθεση, το μερίδιο της Κίνας στη δημιουργία πωλήσεων για την εταιρεία έχει πέσει κατακόρυφα από περισσότερο από 25% σε λιγότερο από 15% από το 2021.
Ωστόσο, υπάρχει η πιθανότητα οι τοπικές πωλήσεις στη Νοτιοανατολική Ασία να εκτρέπονται στην Κίνα ή να πωλούνται με άλλο τρόπο σε δευτερεύουσα αγορά.
Ως εκ τούτου, οι Μούλενααρ και Κρισναμούρτι ζήτησαν από την Nvidia να αποκαλύψει τις πληροφορίες οποιασδήποτε οντότητας που είχε αγοράσει περισσότερα από 500 τσιπ που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη από το 2020, καθώς και αντίγραφα των επικοινωνιών που είχε η εταιρεία με το DeepSeek.
Αν και το μέλλον της Nvidia στην Κίνα φαίνεται να φθίνει, η εταιρεία έχει ανακοινώσει σημαντικές πρωτοβουλίες για να στρέψει ορισμένες από τις πιο κρίσιμες παραγωγικές της ικανότητες στο έδαφος των ΗΠΑ.
Ο Χουάνγκ ανακοίνωσε στις 14 Απριλίου ότι η Nvidia θα παράγει τους υπερυπολογιστές τεχνητής νοημοσύνης της στις Ηνωμένες Πολιτείες για πρώτη φορά και είχε αναθέσει περισσότερο από 1 εκατομμύριο τετραγωνικά πόδια κατασκευαστικού χώρου για την κατασκευή και τη δοκιμή των προϊόντων της στην Αριζόνα και το Τέξας.
Η επένδυση της εταιρείας σε νέες υποδομές των ΗΠΑ, είπε ο Χουάνγκ, θα ξεπεράσει το μισό τρισεκατομμύριο δολάρια τα επόμενα τέσσερα χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της βοήθειας από διεθνείς εταίρους, όπως η Taiwan Semiconductor Manufacturing Company.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ουκρανία σκοπεύουν να υπογράψουν μια βασική συμφωνία ορυκτών σπάνιων γαιών την επόμενη εβδομάδα.
Η συμφωνία χορηγεί στην Ουάσιγκτον έσοδα από την εκμετάλλευση σπάνιων ορυκτών, υδρογονανθράκων, πετρελαίου και φυσικού αερίου από το Κίεβο με αντάλλαγμα τη συνεχιζόμενη βοήθεια εθνικής ασφάλειας.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είπε ότι η Ουάσιγκτον και το Κίεβο πιθανότατα θα οριστικοποιήσουν τη συμφωνία την επόμενη εβδομάδα, υπό την προϋπόθεση ότι το Κίεβο θα παραμείνει προσηλωμένο σε αυτήν.
«Έχουμε μια συμφωνία για τα ορυκτά, που υποθέτω ότι θα υπογραφεί την Πέμπτη, την επόμενη Πέμπτη, σύντομα… Υποθέτω ότι θα τηρήσουν τη συμφωνία, οπότε θα δούμε», είπε ο Τραμπ.
Η παρούσα συμφωνία, μία από τις διάφορες εκδοχές που έχουν προτείνει οι ΗΠΑ, επιδιώκεται ως μέσο για την ανάκτηση των χρημάτων που έχουν ξοδέψει οι Ηνωμένες Πολιτείες για να βοηθήσουν την άμυνα της Ουκρανίας ενάντια στη συνεχιζόμενη ρωσική εισβολή.
Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε επικρίνει τους αρχικούς όρους, οι οποίοι όπως είπε δεν παρείχαν εγγυήσεις ασφαλείας στην Ουκρανία σε περίπτωση μελλοντικής επίθεσης της Ρωσίας, και ήταν απρόθυμος να δώσει τον πλούτο που έχει η Ουκρανία χωρίς συγκεκριμένες υποσχέσεις εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρόλ’ αυτά, συμφώνησε με το σχέδιο του Τραμπ για κατάπαυση του πυρός και δεσμεύτηκε να προχωρήσει τη συμφωνία για τις σπάνιες γαίες όταν η κυβέρνηση Τραμπ ανέστειλε κάθε είδους βοήθεια προς την χώρα του.
Μέχρι τώρα, από την εισβολή της Ρωσίας το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν παράσχει στην Ουκρανία άμεση βοήθεια αξίας περίπου 120 δισεκατομμυρίων δολαρίων, κυρίως σε μορφή όπλων που μεταφέρθηκαν απευθείας από τις ΗΠΑ στα ουκρανικά αποθέματα.
Όταν πιέστηκε να αποκαλύψει λεπτομέρειες σχετικά με τη συμφωνία για τα ορυκτά, ο Τραμπ παρέπεμψε στον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσσεντ, ο οποίος είπε ότι μια συμφωνία που μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με την πρώτη εκδοχή θα υπογραφεί πιθανότατα στα τέλη της επόμενης εβδομάδας.
«Εξακολουθούμε να δουλεύουμε τις λεπτομέρειες», είπε ο Μπέσσεντ. «Στόχος μας είναι η 26η Απριλίου περίπου.»
«Είναι ουσιαστικά αυτό στο οποίο είχαμε συμφωνήσει προηγουμένως, όταν ο πρόεδρος [Ζελένσκι] ήταν εδώ… Νομίζω ότι είναι μια συμφωνία 80 σελίδων και αυτό είναι που θα υπογραφεί.»
Ο Τραμπ είχε προτείνει ότι η Ουκρανία θα έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες σπάνιες γαίες και κρίσιμα κοιτάσματα ορυκτών αξίας 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αλλά οι λεπτομέρειες παραμένουν ασαφείς. Η πιο πρόσφατη εκδοχή της συμφωνίας που δημοσιοποιήθηκε δεν επιδιώκει να ανακτήσει την προηγούμενη χρηματική βοήθεια των ΗΠΑ και θα δημιουργήσει ένα κοινό ταμείο ανασυγκρότησης ΗΠΑ-Ουκρανίας που θα τροφοδοτεί τα κέρδη των Ηνωμένων Πολιτείων από την ουκρανική ανάπτυξη ορυκτών.
Η Ουκρανία διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα τιτανίου, ουρανίου και άλλων σπάνιων ορυκτών της Ευρώπης, αλλά μεγάλο μέρος αυτού του πλούτου βρίσκεται επί του παρόντος σε ρωσικά κατεχόμενα εδάφη. Ωστόσο, αυτό που μπορεί να προσφέρει το Κίεβο είναι τα απαραίτητα μέσα για την απεξάρτηση των αλυσίδων εφοδιασμού κρίσιμων γαιών των ΗΠΑ από την Κίνα.
Σύμφωνα με τον Μπέσσεντ, τα έσοδα από τους φυσικούς πόρους της Ουκρανίας θα επανεπενδυθούν σε βασικούς τομείς που θα οδηγήσουν στην οικονομική επέκταση, διασφαλίζοντας ότι οι χώρες που δεν υποστήριξαν την άμυνα της Ουκρανίας δεν θα επωφεληθούν από την ανοικοδόμησή της.
Ο Ζελένσκι είπε σε τηλεοπτική δήλωση την Πέμπτη ότι οι συνομιλίες για τη συμφωνία είχαν σημειώσει πρόοδο και ότι μια οικονομική εταιρική σχέση θα ωφελήσει και τις δύο χώρες. Υπογράμμισε επίσης ότι το Κίεβο έχει αποδεχθεί την έκκληση της Ουάσιγκτον για άνευ όρων κατάπαυση του πυρός.
«Η Ουκρανία αποδέχτηκε αμέσως αυτήν την προσφορά, πριν από περισσότερο από ένα μήνα. Η Ρωσία την έχει αγνοήσει μέχρι στιγμής και… αυτό είναι το βασικό πρόβλημα», είπε.
Οι μέχρι τώρα προσπάθειες του Τραμπ για προσωρινή κατάπαυση του πυρός έχουν αποδειχθεί άκαρπες.
Ο Πούτιν όχι μόνον δεν έχει συμφωνήσει σε κατάπαυση του πυρός, αλλά ενέτεινε τις ρωσικές επιθέσεις κατά της Ουκρανίας, σε μια προφανή προσπάθεια να αυξήσει τα κέρδη της Ρωσίας στο πεδίο της μάχης προτού δεσμευτεί για διαπραγματεύσεις.
Μια αρχική συμφωνία μερικής κατάπαυσης του πυρός, στην οποία είχαν συμφωνήσει τόσο η ηγεσία της Ουκρανίας όσο και αυτή της Ρωσίας τον περασμένο μήνα, επεδίωκε να σταματήσει τις επιθέσεις σε μη στρατιωτικές ενεργειακές υποδομές για 30 ημέρες. Ωστόσο, η περιορισμένη παύση έληξε άδοξα, με ένα χτύπημα σε εγκατάσταση πετρελαίου σε ρωσικό κατεχόμενο έδαφος και τους αξιωματούχους των δύο εμπλεκόμενων χωρών να αλληλοκατηγορούνται για την παραβίαση της εκεχειρίας.
Σύμφωνα με δηλώσεις του Ρώσου προέδρου, οι προϋποθέσεις για τον τερματισμό του πολέμου περιλαμβάνουν την παραχώρηση τεσσάρων ανατολικών επαρχιών της Ουκρανίας στη Ρωσία, την οριστική απόφαση για μη ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, και την απαγόρευση παραμονής ξένων στρατευμάτων σε ουκρανικό έδαφος για οποιονδήποτε λόγο.
Ο Τραμπ επανέλαβε την Πέμπτη ότι ελπίζει να διαμορφωθεί μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός σύντομα παρά τις οπισθοδρομήσεις.
«Θέλουμε να σταματήσουν οι θάνατοι και οι δολοφονίες», δήλωσε.
Εκπρόσωποι των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν συμφώνησαν να συνεχίσουν τις συνομιλίες που έχουν στόχο τον περιορισμό της ικανότητας της Τεχεράνης να αναπτύξει πυρηνικά όπλα, μετά την πρώτη επαφή που πραγματοποιήθηκε στις 12 Απριλίου.
Ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή, Στιβ Γουίτκοφ, και ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγκτσί, είχαν αρχικά έμμεση επικοινωνία, με διαμεσολαβητή των συνομιλιών τον υπουργό Εξωτερικών του Ομάν, Σαγίντ Μπαντρ Αλμπουσαΐντι.
Ωστόσο, πραγματοποιήθηκε σύντομη άμεση συνάντηση μεταξύ των δύο άνδρων, γεγονός που αποτελεί την πρώτη απευθείας επαφή των δύο χωρών από τα χρόνια της κυβέρνησης Ομπάμα, σύμφωνα με ανακοίνωση που μεταδόθηκε από την ιρανική κρατική τηλεόραση.
Ο νέος γύρος συνομιλιών προγραμματίστηκε για τις 19 Απριλίου, δηλαδή σε μία εβδομάδα.
Οι πρώτες συνομιλίες διήρκεσαν περίπου δύο ώρες και πραγματοποιήθηκαν σε τοποθεσία στα περίχωρα της πρωτεύουσας του Ομάν, Μουσκάτ.
Μιλώντας επίσης στην κρατική τηλεόραση του Ιράν, ο Αμπάς Αραγκτσί χαρακτήρισε τη συνάντηση «εποικοδομητική». Ειδικότερα σημείωσε πως κατά τη διάρκεια των έμμεσων συνομιλιών υπήρξαν τέσσερις γύροι ανταλλαγής μηνυμάτων.
«Θεωρώ πως είμαστε πολύ κοντά στο να διαμορφώσουμε τη βάση για διαπραγματεύσεις. Αν καταφέρουμε να καταλήξουμε στην εν λόγω βάση την επόμενη εβδομάδα, θα έχουμε κάνει ένα σημαντικό βήμα προόδου και θα μπορούμε να προχωρήσουμε σε ουσιαστικές συνομιλίες», ανέφερε ο ίδιος.
«Ούτε εμείς ούτε η άλλη πλευρά επιθυμούμε άκαρπες διαπραγματεύσεις. Και οι δύο πλευρές, συμπεριλαμβανομένης της Αμερικής, επιδιώκουν συμφωνία σε όσο το δυνατόν συντομότερο χρονικό διάστημα», πρόσθεσε ο κ. Αραγκτσί.
Λίγο πριν την έναρξη των συνομιλιών, ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών του Ιράν, Εσμαΐλ Μπαγκαεΐ, έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι αυτή η πρώτη συνάντηση θα αποτελέσει ευκαιρία για τις δύο πλευρές να παρουσιάσουν τις απόψεις τους και τις θέσεις τους σε διάφορα θέματα.
Παράλληλα, ο Αλί Σαμχανί, σύμβουλος του Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, ανέφερε σε δική του ανάρτηση στα μέσα ότι η Τεχεράνη έχει ετοιμάσει «σημαντικές και ρεαλιστικές προτάσεις» για να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις σχετικά με το πυρηνικό της πρόγραμμα.
«Εάν η Ουάσιγκτον προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με ειλικρινείς προθέσεις και αληθινή βούληση για συμφωνία, o δρόμος προς μία συμφωνία θα είναι σαφής και ομαλός», έγραψε ο κ. Σαμχανί.
Αντίστοιχα, ο Λευκός Οίκος εξέδωσε ανακοίνωση χαρακτηρίζοντας τις συνομιλίες «ιδιαίτερα θετικές και παραγωγικές».
«Ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ διαμήνυσε στον κ. Αραγκτσί πως έχει εντολή από τον πρόεδρο Τραμπ να επιδιώξει επίλυση των διαφορών μέσω διπλωματίας και διαλόγου, εάν αυτό καταστεί δυνατό. Πρόκειται για ζητήματα υψηλής πολυπλοκότητας, και η σημερινή άμεση επαφή ήταν ένα θετικό βήμα προς την επίτευξη μιας αμοιβαία επωφελούς λύσης», ανέφερε ο Λευκός Οίκος.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει εξαρχής θέσει ως βασική προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής του ότι η Τεχεράνη δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Τον Μάρτιο, ο Τραμπ είχε αποστείλει επιστολή στον Χαμενεΐ προτείνοντας μια νέα συμφωνία περιορισμού του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, κάτι που τότε η Τεχεράνη αρνήθηκε.
Έκτοτε, ο Αμερικανός πρόεδρος ενέτεινε τη ρητορική του, προειδοποιώντας ακόμη και με στρατιωτική δράση σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία με το Ιράν.
Ο Τραμπ επίσης επανέφερε τη στρατηγική «μέγιστης πίεσης» τον Φεβρουάριο, επαναφέροντας αυστηρές κυρώσεις στην οικονομία του Ιράν, προκειμένου να ωθήσει την Ισλαμική Δημοκρατία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Μολονότι οι ΗΠΑ μπορούν τώρα να προσφέρουν ελάφρυνση κυρώσεων και ανταλλαγές κρατουμένων, παραμένει αβέβαιο το πόσο θα είναι πρόθυμο το Ιράν να υποχωρήσει, δεδομένης της εχθρικότητάς του απέναντι στις ΗΠΑ και το στενό σύμμαχό τους, το Ισραήλ.
Η Τεχεράνη, αν και δεν διαθέτει επί του παρόντος πυρηνικά όπλα, έχει αυξήσει την παραγωγή ουρανίου σε υψηλά επίπεδα εμπλουτισμού. Πρόσφατη αναφορά του ΟΗΕ εκτιμά πως το Ιράν θα μπορούσε σύντομα να αποκτήσει αρκετό εμπλουτισμένο ουράνιο για την κατασκευή έως και έξι πυρηνικών κεφαλών εφόσον το επιθυμούσε.
Ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ, Στιβ Γουίτκοφ, συναντήθηκε με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αγία Πετρούπολη, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας για εξομάλυνση των σχέσεων Ουάσιγκτον-Μόσχας.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε καθώς ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να προωθήσει συμφωνία προσωρινής κατάπαυσης του πυρός που θα σταματούσε τις συγκρούσεις στην Ουκρανία, εν μέσω της συνεχιζόμενης ρωσικής εισβολής.
Ο Γουίτκοφ έχει αναδειχθεί σε βασικό παράγοντα της διπλωματικής στρατηγικής της κυβέρνησης Τραμπ, με αποστολή την προώθηση συμφωνιών τόσο στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας όσο και στη σύγκρουση Ισραήλ-Χαμάς.
Ο Πούτιν συμφώνησε καταρχήν στην πρόταση Τραμπ για 30ήμερη κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία, χωρίς ωστόσο να δεσμευθεί επίσημα. Ο Ρώσος πρόεδρος έχει θέσει ένα ευρύ φάσμα μεταβαλλόμενων απαιτήσεων κάθε φορά που πλησιάζει μια ενδεχόμενη συμφωνία. Μεταξύ αυτών των απαιτήσεων περιλαμβάνονται: η επίσημη απαγόρευση ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, ο περιορισμός του μεγέθους του ουκρανικού στρατού και η παραχώρηση στη Ρωσία του συνόλου των τεσσάρων ουκρανικών περιφερειών που ισχυρίζεται ότι της ανήκουν, παρότι η Μόσχα δεν τις ελέγχει πλήρως.
Η κυβέρνηση Τραμπ είχε σημειώσει ορισμένες αρχικές επιτυχίες, επιτυγχάνοντας προκαταρκτικές συμφωνίες για δύο πιο περιορισμένες καταπαύσεις του πυρός: μία για την προστασία της ενεργειακής υποδομής και μία για την προστασία της θαλάσσιας εμπορικής δραστηριότητας στη Μαύρη Θάλασσα. Ωστόσο, και οι δύο συμφωνίες κατέρρευσαν σχεδόν αμέσως, με τις ουκρανικές και ρωσικές δυνάμεις να αλληλοκατηγορούνται για παραβίαση της απαγόρευσης επιθέσεων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, ενώ η Μόσχα έθεσε νέους όρους για τη συμφωνία της Μαύρης Θάλασσας.
Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Μόσχα δεν συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις για κατάπαυση του πυρός με καλή πίστη και την κατηγόρησε ότι καθυστερεί σκοπίμως προκειμένου να εξασφαλίσει στρατιωτικά πλεονεκτήματα. «Σέρνουν τις διαπραγματεύσεις και προσπαθούν να εμπλέξουν τις ΗΠΑ σε ατελείωτες και άσκοπες συζητήσεις για ψεύτικες ‘προϋποθέσεις’, μόνο και μόνο για να κερδίσουν χρόνο και να καταλάβουν περισσότερα εδάφη», δήλωσε ο Ζελένσκι στο Παρίσι τον περασμένο μήνα.
Από την πλευρά του, και ο Τραμπ φαίνεται να χάνει την υπομονή του με τις ρωσικές αντιπροτάσεις. «Η Ρωσία πρέπει να κινηθεί άμεσα», έγραψε ο Τραμπ στην πλατφόρμα Truth Social την Παρασκευή. «Πεθαίνουν πάρα πολλοί άνθρωποι, χιλιάδες την εβδομάδα, σε έναν τρομερό και ανούσιο πόλεμο – έναν πόλεμο που δεν θα έπρεπε να είχε συμβεί ποτέ, και δεν θα είχε συμβεί, αν ήμουν εγώ πρόεδρος!»
Την ώρα που οι ΗΠΑ προσπαθούν να οδηγήσουν τη Ρωσία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, η Μόσχα ενισχύει τις ντε φάκτο συμμαχίες της με το Ιράν και την Κίνα.
Ο Ρώσος αναπληρωτής πρωθυπουργός Αλεξέι Οβερτσούκ δήλωσε κατά την επίσκεψή του στην Κίνα τον περασμένο μήνα ότι η Μόσχα προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη σύσφιξη των σχέσεών της με τις ΗΠΑ και την όλο και στενότερη συμμαχία της με το Πεκίνο. «Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ Ρωσίας, Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών, δεν θα πρέπει να αναπτύσσουμε σχέσεις με μία χώρα εις βάρος κάποιας άλλης και το αντίστροφο», δήλωσε ο Οβερτσούκ.
Η Μόσχα και το Πεκίνο συνεχίζουν να ενισχύουν τη στρατηγική τους συνεργασία, εμβαθύνοντας τους οικονομικούς, διπλωματικούς και στρατιωτικούς τους δεσμούς, μεταξύ άλλων με την αύξηση των κοινών σινο-ρωσικών στρατιωτικών ασκήσεων παγκοσμίως.
Ο Πούτιν και ο Τραμπ δεν έχουν πραγματοποιήσει δια ζώσης συνάντηση από την έναρξη της δεύτερης θητείας του Τραμπ τον Ιανουάριο. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε ότι ο Πούτιν και ο Γουίτκοφ ενδέχεται να συζητήσουν το ενδεχόμενο κατ’ ιδίαν συνάντησης μεταξύ των δύο ηγετών.
Ο Πεσκόφ ανέφερε σε ρωσικά κρατικά μέσα ότι δεν αναμένονται σημαντικές εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις για την κατάπαυση του πυρός κατά τη διάρκεια της συνάντησης Γουίτκοφ-Πούτιν. Αντιθέτως, όπως είπε, η συνάντηση αποτελεί ευκαιρία για τη Ρωσία να εκφράσει τις «ανησυχίες» της προς την Ουάσιγκτον.
Για περισσότερο από μία δεκαετία, ειδικοί στον κυβερνοχώρο, στον κυβερνητικό και τον ιδιωτικό τομέα, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τους αυξανόμενους κινδύνους που ενέχουν τα τεχνολογικά προϊόντα που κατασκευάζονται στην Κίνα.
Από προεγκατεστημένο κακόβουλο λογισμικό σε καταναλωτικές συσκευές έως επιχειρήσεις δολιοφθοράς σε κρίσιμες υποδομές, η μακροχρόνια εξάρτηση των Ηνωμένων Πολιτειών από συσκευές κινεζικής κατασκευής έχει επανειλημμένα αξιοποιηθεί ως μέρος μίας κρατικής προσπάθειας του κυβερνώντος κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας να υπονομεύσει τα στρατηγικά συμφέροντα και την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αν και δεν είναι επικίνδυνη κάθε συσκευή κινεζικής κατασκευής, ο αυξανόμενος κατάλογος κυβερνοεπιθέσεων που εκμεταλλεύονται κινεζικό υλικό υπογραμμίζει την ανάγκη επαγρύπνησης κατά την αγορά ή χρήση τέτοιων προϊόντων και προτείνει ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ μπορεί να χρειαστεί να λάβει περισσότερα μέτρα για να περιορίσει την εξάρτησή της από την Κίνα για μια ευρεία γκάμα συσκευών.
Ακολουθεί μια ματιά σε μερικές από τις πιο κατάφωρες, τεκμηριωμένες χρήσεις κινεζικών συσκευών σε κυβερνοεπιθέσεις την τελευταία δεκαετία.
Κινέζικο κακόβουλο λογισμικό προεγκατεστημένο σε τηλέφωνα αγορασμένα από την κυβέρνηση των ΗΠΑ
Η αποστολή των πιο ευαίσθητων προσωπικών πληροφοριών των Αμερικανών απευθείας στην Κίνα πιθανότατα δεν ήταν αυτό που είχε στο μυαλό της η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών όταν αποφάσισε να επιδοτήσει οικονομικά κινητά τηλέφωνα για εκατομμύρια Αμερικανούς χαμηλού εισοδήματος.
Αυτό ακριβώς συνέβη όμως.
Ξεκινώντας το 2015, σε ένα ευρύ φάσμα οικονομικών τηλεφώνων Android της αμερικανικής εταιρεία BLU, που κατασκευάζονται στην Κίνα, εισήχθη κακόβουλο λογισμικό από ύποπτους κινεζικούς φορείς που υποστηρίζονται από το κράτος.
Όπως ανακαλύφθηκε από την εταιρεία κυβερνοασφάλειας Kryptowire, στις συσκευές είχε εγκατασταθεί κακόβουλο λογισμικό από τη Shanghai Adups Technology Company, μια αδιαφανή εταιρεία υπηρεσιών πληροφορικής που ιδρύθηκε στην Κίνα το 2012, με την οποία η BLU είχε συνάψει σύμβαση για την παροχή ενημερώσεων υπηρεσιών για τις συσκευές της.
Το κακόβουλο λογισμικό της Adups λειτουργούσε στο πιο θεμελιώδες επίπεδο των τηλεφώνων, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμογών ασύρματης ενημέρωσης και ρυθμίσεων, πράγμα που σημαίνει ότι το κακόβουλο λογισμικό δεν μπορούσε να αφαιρεθεί χωρίς να αχρηστευθούν τα τηλέφωνα.
Για χρόνια, η Adups συνέλεγε αναλυτικά δεδομένα τοποθεσίας, λίστες επαφών, αρχεία καταγραφής για κλήσεις και μηνύματα, ακόμη και το περιεχόμενο των κειμένων από τα τηλέφωνα των Αμερικανών. Μερικά από τα τηλέφωνα επέτρεπαν ακόμη και σε απομακρυσμένους πράκτορες, που πιστεύεται ότι εδρεύουν στην Κίνα, να τραβούν στιγμιότυπα οθόνης ή να παίρνουν τον έλεγχο των συσκευών με άλλο τρόπο.
Όλα τα δεδομένα κρυπτογραφούνταν και στέλνονταν σε έναν διακομιστή στην Κίνα. Αυτό σήμαινε ότι τα περισσότερα προσωπικά δεδομένα των Αμερικανών μεταφέρονταν ουσιαστικά απευθείας στο κινεζικό καθεστώς, αφού σύμφωνα με νόμο του κράτους οι πληροφορίες θεωρούνται εθνικός πόρος,
Η κακοήθης δραστηριότητα δεν εντοπίστηκε για αρκετό διάστημα, επειδή το κακόβουλο λογισμικό ήταν ενσωματωμένο στο λογισμικό του τηλεφώνου, κάτι που του εξασφάλιζε αυτόματα μία θέση στη λίστα επιτρεπόμενων, καθώς τα περισσότερα εργαλεία εντοπισμού κακόβουλου λογισμικού είχαν προγραμματιστεί να δέχονται αξιωματικά ότι το θεμελιώδες λογισμικό και υλικολογισμικό ενός προϊόντος δεν ήταν κακόβουλο.
Ένας μηχανικός ανοίγει την πόρτα μιας μονάδας διακομιστή κατά τη διάρκεια μιας οργανωμένης περιήγησης στο Εργαστήριο Κυβερνοασφάλειας της Huawei στην Ντόνγκουαν της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ της Κίνας, στις 25 Απριλίου 2019. Επειδή ο νόμος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) ορίζει ότι οι πληροφορίες είναι εθνικός πόρος, τα περισσότερα προσωπικά δεδομένα των Αμερικανών που μεταφέρονται σε διακομιστή στην Κίνα, ουσιαστικά αποστέλλονται απευθείας στο καθεστώς. (Kevin Frayer/Getty Images)
Δεν είναι ακόμη σαφές πόσοι Αμερικανοί συνελήφθησαν στην επιχείρηση. Η Adups ισχυρίστηκε στον ιστότοπό της το 2016 ότι είχε παγκόσμια παρουσία με περισσότερους από 700 εκατομμύρια ενεργούς χρήστες και ότι παρήγαγε επίσης υλικολογισμικό ενσωματωμένο σε κινητά τηλέφωνα, ημιαγωγούς, φορητές συσκευές, αυτοκίνητα και τηλεοράσεις.
Το 2017, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου κατέληξε σε συμφωνία με την BLU, διαπιστώνοντας ότι η εταιρεία είχε παραπλανήσει εν γνώσει της τους πελάτες της σχετικά με την έκταση των δεδομένων που θα μπορούσε να συλλέξει η Adups.
Ωστόσο, η Adups εμφανίστηκε ξανά το 2020, όταν η εταιρεία κυβερνοασφάλειας Malwarebytes ανακάλυψε ότι η εταιρεία είχε προεγκαταστήσει κακόβουλο λογισμικό σε οικονομικά κινητά τηλέφωνα που προσφέρονται από το πρόγραμμα Assurance Wireless της Virgin Mobile, μια άλλη προσπάθεια που επιδοτείται από την κυβέρνηση για τη διάθεση κινητών τηλεφώνων σε Αμερικανούς με χαμηλό εισόδημα.
Μυστικοί δρομολογητές κρυμμένοι σε λιμάνια των ΗΠΑ
Έρευνα του Κογκρέσου αποκάλυψε το 2024 ότι κινεζικής κατασκευής δρομολογητές (ρούτερ και μόντεμ) που χρησιμοποιούνται σε λιμάνια των ΗΠΑ έχουν τη δυνατότητα να διευκολύνουν την κυβερνοκατασκοπεία και τη δολιοφθορά.
Η έκθεση αποκάλυψε ότι γιγάντιοι γερανοί που μεταφέρουν εμπορεύματα από τα πλοία στην ακτή, οι οποίοι χρησιμοποιούνται στα μεγαλύτερα λιμάνια των Ηνωμένων Πολιτειών, είχαν εξοπλιστεί με μόντεμ κινεζικής κατασκευής χωρίς λόγο ύπαρξης.
Οι ερευνητές προειδοποίησαν ότι η τεχνολογία που είναι ενσωματωμένη στις συσκευές θα μπορούσε να επιτρέψει μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε ευαίσθητες λειτουργίες λιμένων των ΗΠΑ και ότι σε ορισμένα από τα μόντεμ βρέθηκαν ενεργές συνδέσεις με τα λειτουργικά στοιχεία των γερανών, υποδηλώνοντας ότι θα μπορούσαν να ελέγχονται εξ αποστάσεως από μια συσκευή που κανείς δεν γνώριζε ότι υπήρχε.
Όλοι οι εν λόγω γερανοί κατασκευάστηκαν στην Κίνα από τν Shanghai Zhenhua Heavy Industries, θυγατρική της κρατικής China Communications Construction Co.
Αμερικανοί νομοθέτες σημείωσαν τότε ότι η μονάδα παραγωγής της Zhenhua βρισκόταν δίπλα στην πιο προηγμένη ναυπηγική εγκατάσταση της Κίνας, όπου το καθεστώς κατασκευάζει τα αεροπλανοφόρα του και στεγάζει προηγμένες δυνατότητες πληροφοριών.
Γερανοί που χρησιμοποιούνται για μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων φαίνονται στον τερματικό σταθμό εμπορευματοκιβωτίων Red Hook στο Μπρούκλυν της Νέας Υόρκης, στις 30 Σεπτ. 2024. Μια έρευνα του Κογκρέσου το 2024 διαπίστωσε ότι γιγάντιοι γερανοί εκφόρτωσης, που χρησιμοποιούνταν στα μεγαλύτερα λιμάνια των Ηνωμένων Πολιτειών, είχαν εξοπλιστεί με μόντεμ κινεζικής κατασκευής χωρίς λόγο και χωρίς αυτό να είναι γνωστό. (Spencer Platt/Getty Images)
Με επιστολή τους της 29ης Φεβρουαρίου 2024 προς τον πρόεδρο και διευθυντή της Zhenhua, οι βουλευτές ζήτησαν να μάθουν τον σκοπό ύπαρξης των κινητών μόντεμ που ανακαλύφθηκαν σε εξαρτήματα γερανού και σε δωμάτιο διακομιστή ενός λιμανιού των ΗΠΑ που φιλοξενεί τείχος προστασίας και εξοπλισμό δικτύωσης.
Ο αντιναύαρχος της ακτοφυλακής των ΗΠΑ, Τζον Βαν, ο οποίος ηγείτο της Διοίκησης Κυβερνοχώρου του Λιμενικού Σώματος εκείνη την εποχή, είπε ότι υπήρχαν περισσότεροι από 200 γερανοί κινεζικής κατασκευής σε λιμάνια των ΗΠΑ και άλλες ελεγχόμενες εγκαταστάσεις, από τους οποίους λιγότεροι από τους μισούς είχαν εξεταστεί διεξοδικά για τις κινεζικές συσκευές.
Κακόβουλη χρήση κινεζικών δρομολογητών και καμερών
Διαπιστώθηκε επίσης ότι οι κινεζικοί φορείς του κυβερνοχώρου που χρηματοδοτούνται από το κράτος εκμεταλλεύονται ευπάθειες σε συσκευές δικτύου όπως οικιακούς δρομολογητές, συσκευές αποθήκευσης και κάμερες ασφαλείας.
Αυτές οι συσκευές, που κατασκευάζονται συνήθως στην Κίνα, μπορούν να χρησιμεύσουν ως πρόσθετα σημεία πρόσβασης σε περιπτώσεις εισβολών δικτύου σε άλλες οντότητες, αξιοποιώντας αποτελεσματικά τις ευπάθειες που είναι εγγενείς σε ορισμένες συσκευές κινεζικής κατασκευής για να αποκτήσουν πρόσβαση σε αμερικανικά δίκτυα, σύμφωνα με την Υπηρεσία Κυβερνοασφάλειας και Ασφάλειας Υποδομής.
Σε ένα τέτοιο σημαντικό περιστατικό, το 2016, η Dahua Technology, κορυφαία κινεζική εταιρεία κατασκευής εξοπλισμού παρακολούθησης, βρέθηκε ένοχη για επίθεση κατανεμημένης άρνησης υπηρεσίας (DDoS) και, ξανά το 2021, οι ερευνητές ασφαλείας βρήκαν ένα ελάττωμα στο λογισμικό της Dahua που επέτρεπε στους χάκερ να παρακάμπτουν τα πρωτόκολλα ελέγχου ταυτότητας και να παίρνουν τον έλεγχο των συσκευών.
Σε αυτό το περιστατικό, περισσότερες από ένα εκατομμύριο συσκευές υπέστησαν κακόβουλη χρήση και χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία δύο botnet (παραβιασμένων ελεγχόμενων δικτύων), τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν για να στοχεύσουν τον ιστότοπο ενός δημοσιογράφου για την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο σε μια εκστρατεία DDoS και εκβιασμού.
«Οι κάμερες και οι συσκευές που κατασκευάζονται στην Κίνα, συνδεδεμένες στο διαδίκτυο θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως πρόσθετοι φορείς σε διαδικτυακούς πράκτορες για να αποκτήσουν και να διατηρήσουν κρυφή, επίμονη πρόσβαση σε κρίσιμες υποδομές των ΗΠΑ.»
Υπουργείο Εσωτερικής Ασφαλείας των ΗΠΑ
Κινεζικοί κρατικοί φορείς στον κυβερνοχώρο συνέχισαν να στοχεύουν εκτενώς αυτά και άλλα παρόμοια τρωτά σημεία στις κινεζικές κάμερες ασφαλείας και κάμερες διαδικτύου τα τελευταία χρόνια.
Τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, το υπουργείο Εσωτερικής Ασφαλείας των ΗΠΑ εξέδωσε προειδοποίηση για αμέτρητες κάμερες που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται σε χώρους υποδομής των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρικού δικτύου και των λιμένων.
Το ενημερωτικό δελτίο προειδοποιούσε ακόμη ότι ήταν ιδιαίτερα πιθανό συσκευές που κατασκευάζονται στην Κίνα να χρησιμοποιηθούν σε επιθέσεις στον κυβερνοχώρο και ότι δεκάδες χιλιάδες συσκευές είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί για αυτόν τον σκοπό.
Κάμερες παρακολούθησης σε διεθνή έκθεση για τη δημόσια ασφάλεια και την ασφάλεια στη Σαγκάη, στις 27 Απριλίου 2011. (Philippe Lopez/AFP μέσω Getty Images)
Το 2024, το δελτίο προειδοποίησε ότι οι κάμερες ασφαλείας κινεζικής κατασκευής που χρησιμοποιούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες από μια αμερικανική εταιρεία πετρελαίου και φυσικού αερίου άρχισαν να επικοινωνούν με έναν διακομιστή στην Κίνα που πιστεύεται ότι συνδέεται με το ΚΚΚ.
«Οι κάμερες και οι συσκευές που κατασκευάζονται στην Κίνα, συνδεδεμένες στο διαδίκτυο θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως πρόσθετοι φορείς σε διαδικτυακούς πράκτορες για να αποκτήσουν και να διατηρήσουν κρυφή, επίμονη πρόσβαση σε κρίσιμες υποδομές των ΗΠΑ», αναφέρει το δελτίο.
Πολλές από αυτές τις συσκευές συνεχίζουν να εισρέουν στις Ηνωμένες Πολιτείες παρά τους γνωστούς κινδύνους τους λόγω μιας διαδικασίας γνωστής ως «λευκής σήμανσης», σύμφωνα με το έγγραφο.
Η λευκή σήμανση εμφανίζεται όταν τα εν λόγω προϊόντα εισάγονται αφού συσκευαστούν και πωληθούν από διαφορετική εταιρεία, όπως όταν μια παραβιασμένη κάμερα ασφαλείας είναι προεγκατεστημένη σε μια συσκευή που κατασκευάζεται από διαφορετική εταιρεία.
Ως εκ τούτου, ανέφερε το δελτίο, ο αριθμός των κινεζικών καμερών που είναι εγκατεστημένες σε δίκτυα των ΗΠΑ πιστεύεται ότι αυξήθηκε κατά 40% μεταξύ 2023 και 2024, παρά την απαγόρευση των σχετικών προϊόντων από την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών.
Κινεζικές συσκευές: ένας Δούρειος Ίππος δολιοφθοράς
Η επανειλημμένη εκμετάλλευση της κινεζικής τεχνολογίας από κακόβουλους παράγοντες, συχνά με την υποστήριξη του ΚΚΚ, υπογραμμίζει την αυξανόμενη απειλή στον κυβερνοχώρο που θέτει το καθεστώς.
Η Υπηρεσία Κυβερνοασφάλειας και Ασφάλειας Υποδομών των ΗΠΑ προειδοποίησε πέρυσι ότι οι κομμουνιστικές αρχές της Κίνας συμμετείχαν σε μια ευρεία εκστρατεία για την εγκατάσταση κακόβουλου λογισμικού στα συστήματα των ΗΠΑ, προετοιμαζόμενες για μια μεγάλη ένοπλη σύγκρουση.
«Οι [κινεζικοί] κρατικοί φορείς στον κυβερνοχώρο επιδιώκουν να προ-εγκαθιστούν [το κακόβουλο λογισμικό] σε δίκτυα πληροφορικής για ανατρεπτικές ή καταστροφικές επιθέσεις στον κυβερνοχώρο κατά των κρίσιμων υποδομών των ΗΠΑ, σε περίπτωση μεγάλης κρίσης ή σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες», αναφέρει συμβουλή που δημοσιεύτηκε από την υπηρεσία.
Αυτό το κακόβουλο λογισμικό επινοήθηκε «για να [μπορεί να] εξαπολύσει καταστροφικές επιθέσεις στον κυβερνοχώρο που θα έθεταν σε κίνδυνο τη φυσική ασφάλεια των Αμερικανών και θα παρεμπόδιζαν τη στρατιωτική ετοιμότητα».
Οι απόπειρες εκμετάλλευσης των τρωτών σημείων συσκευών όπως οι δρομολογητές και οι κάμερες ασφαλείας και για την αποδυνάμωση των Ηνωμένων Πολιτειών ως μέρος της προετοιμασίας για έναν πιθανό πόλεμο, έχουν μέχρι στιγμής τεράστια επιτυχία καθώς τα τεχνολογικά προϊόντα κινεζικής κατασκευής έχουν επικρατήσει στην αγορά των ΗΠΑ.
Η αυξανόμενη εξάρτηση δημόσιων και ιδιωτικών συστημάτων από υλικό που κατασκευάζεται στην Κίνα είναι μια σημαντική απειλή για την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών, που πιθανότατα θα ξεπεραστεί μόνο με την εγχώρια ανάπτυξη κρίσιμων τεχνολογιών και συναφών υποδομών.
Ο στρατηγός Κρίστοφερ Καβόλι, ο οποίος ηγείται της Ευρωπαϊκής Διοίκησης των ΗΠΑ, κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 8 Απριλίου ότι το έθνος θα πρέπει να διατηρήσει την τρέχουσα παρουσία του στην Ευρώπη, καθώς το Πεντάγωνο επιδιώκει να αλλάξει το παγκόσμιο αποτύπωμά του υπό την ηγεσία του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Από τη μεριά του, ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Πητ Χέγκσεθ έχει δηλώσει στους Ευρωπαίους ομολόγους του ότι δεν πρέπει να θεωρούν δεδομένη τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην ήπειρο, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να στρέψουν την προσοχή τους στην αντιμετώπιση της Κίνας στον Ινδο-Ειρηνικό.
Σύμφωνα με τον Καβόλι, ο αμερικανικός στρατός διαθέτει σήμερα περίπου 80.000 στρατιώτες στην Ευρώπη, όταν το 2022, λίγο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ο αριθμός τους υπερέβαινε τις 100.000. Εκτίμηση του στρατηγού είναι ότι δεν πρέπει να μειωθεί άλλο ο αριθμός των στρατιωτών.
«Η συμβουλή μου είναι να διατηρηθεί η κατάσταση των δυνάμεων ως έχει», δήλωσε ο Καβόλι. «Συνιστούσα σταθερά, καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου, να διατηρήσουμε τις δυνάμεις που προωθήσαμε, και αυτό συνεχίζω να υποστηρίζω», προσέθεσε.
Η παρουσία των αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη βρίσκεται ήδη σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο για τη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εποχή.
Στις δεκαετίες του 1950, του ’60 και του ’70, για παράδειγμα, ο μέσος αριθμός των αμερικανικών στρατευμάτων που στέλνονταν στην Ευρώπη κυμαινόταν από 290.000 έως 350.000, σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε το Hoover Institution, μια συντηρητική δεξαμενή σκέψης.
Ταυτόχρονα, ο αριθμός των αμερικανικών στρατευμάτων που έχουν αναπτυχθεί στην Ασία έχει αρχίσει να αυξάνεται, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να δώσουν έμφαση στην αποτροπή μιας πιθανής σύγκρουσης με την κομμουνιστική Κίνα.
Οι Ευρωπαίοι έχουν αρχίσει να ανησυχούν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες απομακρύνονται από τη συμμαχία του ΝΑΤΟ, καθώς και από τον ιστορικό ρόλο τους στον Ψυχρό Πόλεμο ως προμάχος της Ευρώπης απέναντι στη ρωσική επεκτατικότητα.
Οι παρατηρήσεις του Αμερικανού προέδρου για την ανάγκη αύξησης των αμυντικών δαπανών των ευρωπαϊκών κρατών ως προϋπόθεση για τη διατήρηση της αμερικανικής υποστήριξης έχουν εντείνει αυτές τις ανησυχίες.
«Εάν δεν πληρώνουν, δεν πρόκειται να τους υπερασπιστώ. Όχι, δεν πρόκειται να τους υπερασπιστώ»,είχε δηλώσει ο Τραμπ σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο, στις 6 Μαρτίου.
Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις έχουν μεν ξεκινήσει διαδικασίας αύξησης του στρατιωτικού εξοπλισμού τους, ωστόσο είναι αμφίβολο αν θα καταφέρουν να απαλλαγούν από την εξάρτησή τους από τον αμερικανικό στρατό και τα αμερικανικά όπλα.
Η ηγεσία του ΝΑΤΟ είχε ανακοινώσει πέρυσι ότι μια νέα στρατιωτική διοίκηση θα δημιουργηθεί στη Γερμανία, η οποία θα διοικείται από έναν αξιωματικό τριών αστέρων του ΝΑΤΟ από ένα ευρωπαϊκό έθνος, για την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό των ουκρανικών στρατευμάτων, χωρίς τη βοήθεια των ΗΠΑ. Επιπροσθέτως, η Γερμανία ανακοίνωσε νέα μόνιμη αστρατιωτική παρουσία στη Λιθουανία.
Ερωτώμενος για το αν σχεδιάζεται απόσυρση δυνάμεων από την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, ο Καβόλι ανέφερε ότι τα στρατεύματα μετακινούνται συχνά, αλλά ότι σκοπεύει να διατηρήσει περίπου την ίδια κατάσταση δυνάμεων μέχρι να δοθεί διαφορετική οδηγία.
«Οι κύριες τοποθεσίες όπου έχουμε δυνάμεις αυτή τη στιγμή, εκεί βρίσκονται και εκεί σχεδιάζω να τις κρατήσω», δήλωσε.
Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί νομοθέτες πρότειναν κατά την ακρόαση ότι θα ήταν λάθος να απομακρυνθούν εντελώς τα στρατεύματα από την Ευρώπη, αλλά το τι τελικά θα γίνει με την παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη θα αποφασιστεί μέσα στους επόμενους μήνες και χρόνια από τον Χέγκσεθ και τον Τραμπ.
Η Κάθριν Τόμσον, η οποία εκτελεί επί του παρόντος χρέη βοηθού υπουργού Άμυνας για θέματα διεθνούς ασφάλειας, δήλωσε στους νομοθέτες κατά την ακρόαση ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια επαναξιολόγηση της κατάστασης των [στρατιωτικών] δυνάμεων [των ΗΠΑ] σε παγκόσμιο επίπεδο, τα αποτελέσματα της οποίας θα βασιστούν στα «συμφέροντα που έχει δηλώσει ο Τραμπ».