Πέμπτη, 19 Μαρ, 2026

Οι ΗΠΑ εγκρίνουν εξοπλιστικό πακέτο αξίας 11,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την Ταϊβάν

Σε μία περίοδο που η Ταϊβάν αντιμετωπίζει αυξημένη στρατιωτική πίεση από το κινεζικό καθεστώς, η κυβέρνηση Τραμπ ενέκρινε πρωτοφανή πώληση οπλικών συστημάτων ύψους 11,1 δισ. δολαρίων στην Ταϊβάν, σηματοδοτώντας το μεγαλύτερο πακέτο αμερικανικών εξοπλισμών που έχει ποτέ προταθεί για το νησί. Η συμφωνία, την οποία ανακοίνωσε η Υπηρεσία Ασφάλειας Αμυντικής Συνεργασίας του Πενταγώνου στις 17 Δεκεμβρίου, εξυπηρετεί πολλαπλούς στόχους.

Το πακέτο περιλαμβάνει πληθώρα στρατιωτικών συστημάτων και εξαρτημάτων:

  • Πυραυλικά συστήματα πυροβολικού υψηλής κινητικότητας (HIMARS), αξίας 4,05 δισ. δολαρίων.
  • Αυτοκινούμενα πυροβόλα, που εκτιμώνται στα 4,03 δισ. δολάρια.
  • Δύο τύπους μη επανδρωμένων οχημάτων περιφερόμενων πυρομαχικών Altius και συναφή εξοπλισμό, συνολικού ύψους 1,1 δισ. δολαρίων.
  • Στρατιωτικό λογισμικό και άλλο εξοπλισμό, αξίας 1,01 δισ. δολαρίων.
  • Αντιαρματικούς πυραύλους Javelin, αξίας 375 εκατ. δολαρίων.
  • Αντιαρματικούς πυραύλους, αξίας 353 εκατ. δολαρίων.
  • Ανταλλακτικά και συστήματα επισκευής για ελικόπτερα AH-1W, αξίας 96 εκατ. δολαρίων.
  • Κιτ αναβάθμισης πυραύλων Harpoon, αξίας 91,4 εκατ. δολαρίων.

Η Υπηρεσία Ασφάλειας Αμυντικής Συνεργασίας (DSCA) δήλωσε πως η πώληση αφ’ ενός εξυπηρετεί τα αμερικανικά εθνικά, οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα αφ’ ετέρου ενισχύει την ασφάλεια της Ταϊβάν και συμβάλλει στη διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας, της στρατιωτικής ισορροπίας και της οικονομικής προόδου στην περιοχή. Επιπλέον, υποστηρίζει την προσπάθεια της Ταϊβάν να εκσυγχρονίσει τις Ένοπλες Δυνάμεις της και να διατηρήσει αξιόπιστη αμυντική ικανότητα.

Αν και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει ήδη εγκρίνει τη συμφωνία, απομένει η έγκρισή της από το Κογκρέσο, όπου η Ταϊβάν έχει διακομματική υποστήριξη για την αντιμετώπιση της κινεζικής απειλής, που θεωρεί το νησί μέρος της επικράτειας της ΛΔΚ και έχει δηλώσει ότι θα την προσαρτήσει. Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, παρουσίασε πρόσφατα πρόταση για στρατιωτικές δαπάνες ύψους 40 δισ. δολαρίων, με στόχο την αποτροπή τυχόν κινεζικής επιθετικότητας έως το 2027. Ο προϋπολογισμός, που καλύπτει την περίοδο 2026-2033, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την κατασκευή συστήματος αεράμυνας με την ονομασία «Taiwan Dome» — «Θόλος της Ταϊβάν».

Η εκπρόσωπος της Προεδρίας της Ταϊβάν, Κάρεν Κουόκ, υπογράμμισε τη σημασία της πώλησης, δηλώνοντας πως αποτυπώνει τη «στενή εταιρική σχέση Ταϊβάν–ΗΠΑ», και δήλωσε ότι «η Ταϊβάν θα συνεχίσει τη μεταρρύθμιση της εθνικής άμυνας, την ενίσχυση της κοινωνικής ανθεκτικότητας, θα δείξει τη βούλησή της για αυτοάμυνα και θα διατηρήσει την ειρήνη μέσω ισχύος». Περαιτέρω, επανέλαβε τη δέσμευση της κυβέρνησης να αυξήσει τον αμυντικό προϋπολογισμό σε άνω του 3% του ΑΕΠ έως το 2026, ενώ τόνισε ότι η Ταϊβάν θα ενισχύσει τη συνεργασία με τις ΗΠΑ και άλλες χώρες, για την υπεράσπιση των οικουμενικών αξιών της ελευθερίας και της δημοκρατίας, και τη διασφάλιση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή.

Με ανακοίνωσή του, το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν εξέφρασε ευγνωμοσύνη προς τις ΗΠΑ για τη στήριξή τους στην ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων του νησιού, τονίζοντας: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να υποστηρίζουν την Ταϊβάν στον τομέα της άμυνας και στην ταχεία ανάπτυξη ισχυρής αποτρεπτικής ισχύος, κάτι που είναι κρίσιμο για τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή».

Ο Ρούπερτ Χάμοντ Τσέιμπερς, πρόεδρος του Αμερικανο-Ταϊβανέζικου Επιχειρηματικού Συμβουλίου, επεσήμανε τη στρατηγική σημασία των συστημάτων HIMARS και των αυτοκινούμενων πυροβόλων, τα οποία θα μπορούσαν να αποδειχθούν καθοριστικά στην αντιμετώπιση των κινεζικών στρατιωτικών δυνάμεων. «Αυτό το πακέτο αποτελεί ποσό-ρεκόρ και είναι απάντηση στην κινεζική απειλή, ενισχύοντας ταυτόχρονα την απαίτηση οι εταίροι μας να αναλάβουν περισσότερες πρωτοβουλίες για την ίδια τους την ασφάλεια».

Η εθνική στρατηγική ασφάλειας της κυβέρνησης Τραμπ, που παρουσιάστηκε στις 5 Δεκεμβρίου, δίνει προτεραιότητα στην αποτροπή της σύγκρουσης στην Ταϊβάν, διασφαλίζοντάς της στρατιωτικό πλεονέκτημα έναντι της Κίνας.

Σε νομοθετικό επίπεδο, στις 2 Δεκεμβρίου ο Τραμπ υπέγραψε τον Νόμο Εφαρμογής Εγγυήσεων για την Ταϊβάν (Taiwan Assurance Implementation Act), ο οποίος υποχρεώνει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να επανεξετάζει και να επικαιροποιεί τακτικά τις κατευθυντήριες γραμμές του για τις σχέσεις με την Ταϊβάν, εδραιώνοντας περαιτέρω το πλαίσιο συνεργασίας ΗΠΑ–Ταϊβάν, παρά την απουσία επίσημων διπλωματικών σχέσεων.

Από την κινεζική πλευρά, ο Τσεν Μπινχουά, εκπρόσωπος του Γραφείου Υποθέσεων Ταϊβάν του Κρατικού Συμβουλίου, καταδίκασε την εξοπλιστική συμφωνία, χαρακτηρίζοντάς την «κατάφωρη ανάμειξη στα εσωτερικά της Κίνας».

Ο Τζίμμυ Λάι καταδικάστηκε βάσει του νόμου εθνικής ασφάλειας στο Χονγκ Κονγκ

Ο ακτιβιστής υπέρ της δημοκρατίας στο Χονγκ Κονγκ και πρώην εκδότης εφημερίδας Τζίμμυ Λάι κρίθηκε ένοχος βάσει του νόμου για την εθνική ασφάλεια. Ο Λάι, ένας από τους πλέον σφοδρούς επικριτές του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας στην πόλη, βρέθηκε στο επίκεντρο διεθνούς προσοχής ενώ οι ελευθερίες στην περιοχή περιορίζονται όλο και περισσότερο.

Ο 78χρονος Λάι, ιδρυτής της ανενεργής πλέον φιλοδημοκρατικής εφημερίδας Apple Daily, καταδικάστηκε τη Δευτέρα, τοπική ώρα, για όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε: δύο για συνωμοσία με ξένες δυνάμεις βάσει του νόμου εθνικής ασφάλειας που επέβαλε το Πεκίνο, και μία για στάση σύμφωνα με τον νόμο περί στάσης που χρονολογείται από την εποχή της αποικιοκρατίας. Ο ίδιος αρνείται κάθε ενοχή και η ποινή του θα ανακοινωθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, με το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει ακόμη και ισόβια κάθειρξη.

Αφότου συνελήφθη τον Αύγουστο του 2020, ο Λάι βρίσκεται στη φυλακή για πάνω από 1.800 ημέρες — από τον Δεκέμβριο του 2020. Η δίκη του διήρκεσε 156 ημέρες, ενώ βουλευτές και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από όλον τον κόσμο ζητούσαν επανειλημμένως την άμεση απελευθέρωσή του.

Τον Αύγουστο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε ότι είχε θέσει το ζήτημα του Λάι απευθείας στο Πεκίνο. Έντονη ανησυχία έχει προκαλέσει η επιδείνωση της υγείας του στη φυλακή, λόγω διαβήτη, καρδιακών προβλημάτων και υπέρτασης.

Οι δικηγόροι και η οικογένειά του καταγγέλλουν ελλιπή ιατρική φροντίδα από εξειδικευμένο προσωπικό, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον διαβήτη του. Ο γιος του, Σεμπάστιαν Λάι, δήλωσε πως η κατάσταση της υγείας του πατέρα του έχει επιδεινωθεί σημαντικά, με εμφανή απώλεια βάρους και κατάρρευση. «Τα τελευταία πέντε χρόνια, ο Λάι κρατείται σε απομόνωση, χωρίς ήλιο και καθαρό αέρα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η καταδίκη του Λάι προκάλεσε την άμεση και διεθνή κατακραυγή. Η Εκτελεστική Επιτροπή του Κογκρέσου για την Κίνα σχολίασε: «Ο Τζίμμυ Λάι κρίθηκε ένοχος επειδή ασκούσε δημοσιογραφία και υπερασπιζόταν τη δημοκρατία. Είναι ακόμη μία θλιβερή υπενθύμιση πως το Χονγκ Κονγκ φυλακίζει πολιτικούς κρατουμένους τόσο αυθαίρετα όσο η Βενεζουέλα και η Μιανμάρ. Το σύστημα κράτους δικαίου για το οποίο κάποτε καυχιόταν το Χονγκ Κονγκ έχει οριστικά χαθεί. Ο Λάι δεν θα έπρεπε να είχε συλληφθεί και τώρα πρέπει να απελευθερωθεί άνευ όρων και να επιστρέψει στην οικογένειά του».

Ο Τιμπό Μπρουτέν, γενικός διευθυντής των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα, χαρακτήρισε την καταδίκη «παράνομη» και υπογράμμισε ότι αποτελεί προϊόν «κατασκευασμένων κατηγοριών εθνικής ασφάλειας». Σημείωσε: «Αυτή η παράνομη καταδίκη αναδεικνύει τη δραματική επιδείνωση της ελευθερίας του Τύπου στην περιοχή. Μην έχετε αυταπάτες — δεν δικάστηκε ένα άτομο, αλλά η ελευθερία του Τύπου, και με αυτήν την απόφαση διαλύθηκε. Οι δημοκρατίες πρέπει επιτέλους να δράσουν και μάλιστα άμεσα. Αν δεν το πράξουν, ο Λάι θα πεθάνει στη φυλακή και έτσι θα στείλουν σαφές μήνυμα στο κινεζικό καθεστώς ότι μπορεί να εξάγει το αυταρχικό του μοντέλο ατιμώρητα, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο».

Ανάλογες εκκλήσεις για άμεση απελευθέρωση διατύπωσε και ο Μπέι Λιχέ, διευθυντής Ασίας-Ειρηνικού της Επιτροπής Προστασίας Δημοσιογράφων, τονίζοντας ότι τα σοβαρά προβλήματα υγείας του Λάι «αποτελούν θανατηφόρο κίνδυνο όσο παραμένει στη φυλακή». Συμπλήρωσε: «Αυτή η ψευδής καταδίκη αποτελεί επαίσχυντη πράξη διωγμού. Η απόφαση αποκαλύπτει την παντελή περιφρόνηση του Χονγκ Κονγκ για την ελευθερία του Τύπου, η οποία υποτίθεται προστατεύεται από τη μίνι-συνταγματική του, τη Βασική Νομοθεσία. Το μόνο ‘έγκλημα’ του Τζίμμυ Λάι είναι ότι διηύθυνε μία εφημερίδα και υπερασπιζόταν τη δημοκρατία».

Έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου του Κογκρέσου επισημαίνει ακόμη πως ο Λάι παραμένει περισσότερο από 23 ώρες ημερησίως σε απομόνωση και στερείται ανεξάρτητης ιατρικής φροντίδας.

Η έκθεση καλεί την Ουάσιγκτον να επιβάλει κυρώσεις σε αξιωματούχους, εισαγγελείς, δικαστές, αστυνομία και ξένα ιδρύματα της κυβέρνησης του Χονγκ Κονγκ, για τον συστηματικό περιορισμό της αυτονομίας και των βασικών ελευθεριών στην περιοχή, υπό το πρίσμα δύο αμερικανικών νόμων: του νόμου για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία στο Χονγκ Κονγκ, και του νόμου για την αυτονομία του Χονγκ Κονγκ.

Η Επιτροπή ζητά επίσης από το Κογκρέσο να ψηφίσει τον Νόμο για κυρώσεις δικαστικών του Χονγκ Κονγκ, ώστε να επιβάλλονται αυστηρότερες κυρώσεις σε όσους υπονομεύουν τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις δέουσες νομικές διαδικασίες.

Οι ΗΠΑ στηρίζουν την Ιαπωνία μετά την στοχοποίηση ιαπωνικών αεροσκαφών με ραντάρ από την Κίνα

Την πρώτη της δημόσια επίκριση προς την Κίνα εξέδωσε η Ουάσιγκτον, μετά το επεισόδιο κατά το οποίο κινεζικά μαχητικά αεροσκάφη «κλείδωσαν» με ραντάρ τους ιαπωνικούς στρατιωτικούς στόχους πάνω από διεθνή ύδατα. Εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δήλωσε πως «οι ενέργειες της Κίνας δεν συμβάλλουν στην ειρήνη και τη σταθερότητα της περιοχής», αναφερόμενος στο περιστατικό που σημειώθηκε στις 6 Δεκεμβρίου.

Ο ίδιος τόνισε: «Η συμμαχία ΗΠΑ–Ιαπωνίας βρίσκεται στο ισχυρότερο και πιο ενωμένο σημείο της ιστορίας της. Η δέσμευσή μας προς τη σύμμαχο Ιαπωνία παραμένει αμετάβλητη και βρισκόμαστε σε στενή επικοινωνία για αυτό και άλλα ζητήματα».

Το συμβάν σημειώθηκε σε διεθνή ύδατα ανοιχτά της Οκινάουα και διήρκεσε περίπου τριάντα λεπτά, σε δύο διαδοχικές φάσεις, σύμφωνα με το Yπουργείο Άμυνας της Ιαπωνίας. Την επομένη, ο υφυπουργός Εξωτερικών Φουνακόσι Τακάιρο κάλεσε τον πρέσβη της Κίνας Γου Τζιάνγκχαο για έντονη διαμαρτυρία, δηλώνοντας πως τέτοιες επικίνδυνες ενέργειες είναι «ιδιαίτερα λυπηρές», όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση του ιαπωνικού ΥΠΕΞ.

Ο υπουργός Επικρατείας και κυβερνητικός εκπρόσωπος Μινόρου Κιχάρα χαιρέτισε τις δηλώσεις των ΗΠΑ, τονίζοντας πως αναδεικνύουν τη δύναμη της ιαπωνοαμερικανικής συμμαχίας. Την ίδια ώρα, το Πεκίνο απορρίπτει την εκδοχή του Τόκιο.

Σύμφωνα με το κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων Σινχούα, ο εκπρόσωπος του Πολεμικού Ναυτικού του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, Ουάνγκ Σουεμίν, ισχυρίστηκε ότι ιαπωνικά αεροσκάφη παρενόχλησαν επανειλημμένα κινεζικές ναυτικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια ασκήσεων ανατολικά του στενού Μιγιάκο.

Το τελευταίο διάστημα, οι εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών έχουν ενταθεί, κυρίως με αφορμή τις πιέσεις της Κίνας, τόσο σε επίπεδο οικονομίας όσο και στα ζητήματα άμυνας.

Η κλιμάκωση ακολούθησε τις δηλώσεις του Ιάπωνα πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι στις 7 Νοεμβρίου, όταν επισήμανε πως ενδεχόμενη κινεζική επίθεση στην Ταϊβάν θα αποτελέσει απειλή για την επιβίωση της Ιαπωνίας και ίσως οδηγήσει σε στρατιωτική αντίδραση της χώρας.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της επικράτειάς του και δεν έχει αποκλείσει στρατιωτική επέμβαση για να εδραιώσει τον έλεγχο στο αυτοδιοικούμενο νησί, το οποίο απέχει περίπου 111 χιλιόμετρα από το Γιαναγκούνι της Ιαπωνίας.

Την 10η Δεκεμβρίου, ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, καταδίκασε τις κινεζικές στρατιωτικές προκλήσεις δηλώνοντας: «Στεκόμαστε μαζί με τους δημοκρατικούς εταίρους μας στην αντίθεση σε αυτές τις ενέργειες και παραμένουμε αμετακίνητοι στην απόφασή μας να διασφαλίσουμε την ειρήνη». Παράλληλα, έχει προτείνει αμυντικό προϋπολογισμό 40 δισ. δολαρίων, ενόψει ενδεχόμενων κινεζικών στρατιωτικών κινήσεων κατά της Ταϊβάν έως το 2027.

Τη στήριξη των ΗΠΑ προς το Τόκιο διαμηνύει τακτικά και ο Αμερικανός πρέσβης στην Ιαπωνία, Τζορτζ Γκλας, με συχνές αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στις 20 Νοεμβρίου επιβεβαίωσε την αμερικανική συμπαράσταση στον απόηχο της κινεζικής απαγόρευσης στα ιαπωνικά θαλασσινά, ενώ στις 8 Δεκεμβρίου τόνισε εκ νέου πως η συμμαχία ΗΠΑ–Ιαπωνίας είναι «ισχυρότερη και ενωμένη όσο ποτέ».

Ο Γκλας, στην ίδια δημοσίευση, επικαλέστηκε τη στρατηγική εθνικής ασφάλειας του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτηρίζοντας τις συμμαχίες στην περιοχή Ινδοειρηνικού ως το «θεμέλιο της ασφάλειας και της ευημερίας».

Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών, υποστηρίζοντας σταθερά την Ιαπωνία από την αρχή των διπλωματικών εντάσεων, έχει χαρακτηρίσει τη συμμαχία ΗΠΑ–Ιαπωνίας «ακρογωνιαίο λίθο της ειρήνης και της ασφάλειας στον Ινδοειρηνικό», σύμφωνα με τον εκπρόσωπο Τόμι Πίγκοτ.

Στήριξη προς την Ιαπωνία εκδήλωσε και διακομματική ομάδα Αμερικανών βουλευτών. Στις 8 Δεκεμβρίου, οι βουλευτές Γκρέγκορι Μικς και Άμι Μπέρα απηύθυναν επιστολή προς τον πρόεδρο Τραμπ ζητώντας δασμολογική ελάφρυνση για την Ιαπωνία στο πλαίσιο των «εντεινόμενων οικονομικών και στρατιωτικών πιέσεων από το Πεκίνο».

Επεσήμαναν ότι ο βασικός δασμός των ΗΠΑ στα ιαπωνικά προϊόντα ανέρχεται σήμερα στο 15% και πως μια τέτοια ελάφρυνση θα έστελνε σαφές μήνυμα ενάντια στον «εξομαλυνόμενο οικονομικό εξαναγκασμό» του Πεκίνου, ενισχύοντας παράλληλα τη στήριξη των συμμάχων που υπερασπίζονται τα κυριαρχικά τους δικαιώματα.

Επιπλέον, αναφορές κάνουν λόγο για αύξηση των περιπολιών κινεζικών σκαφών ακτοφυλακής γύρω από τις διοικούμενες από την Ιαπωνία νήσους Σενκάκου (ή Τζιαγιού, όπως τις αποκαλεί το Πεκίνο) στις 10 Δεκεμβρίου, με επαναλαμβανόμενες περιπολίες να έχουν καταγραφεί και στις 15 Νοεμβρίου.

Ο πρόεδρος Τραμπ αναμένεται να επισκεφθεί την Κίνα τον Απρίλιο του επόμενου έτους, έπειτα από συνάντηση με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στη Σύνοδο Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο στη Νότια Κορέα.

Με τη συμβολή του Reuters

Ο Τραμπ υπογράφει νέο νόμο για την Ταϊβάν

Τη 2α Δεκεμβρίου, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε νέα διακομματική νομοθεσία για την Ταϊβάν, προκαλώντας άμεση διαμαρτυρία από το κινεζικό κομμουνιστικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί την Ταϊβάν τμήμα της επικράτειάς του.

Ο Τραμπ υπέγραψε τον νόμο Taiwan Assurance Implementation Act, ο οποίος υποχρεώνει το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών να επανεξετάζει και να επικαιροποιεί τις κατευθυντήριες γραμμές για τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ταϊβάν τουλάχιστον μία φορά κάθε πέντε χρόνια. Στόχος της πρωτοβουλίας είναι η εμβάθυνση των αμερικανοταϊβανέζικων σχέσεων, παρά την απουσία επίσημων διπλωματικών σχέσεων.

Στις 3 Δεκεμβρίου, ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, εξέφρασε την εκτίμησή του για την απόφαση του Τραμπ στην πλατφόρμα X, σημειώνοντας ότι αναδεικνύει τη σημασία της αμερικανικής εμπλοκής με την Ταϊβάν. «Στο εξής, θα συνεργαστούμε ακόμη στενότερα με τις ΗΠΑ σε όλους τους τομείς, ώστε να διασφαλίσουμε την ειρήνη, τη σταθερότητα και την ευημερία στην περιοχή», πρόσθεσε ο Λάι.

Η εκπρόσωπος της προεδρίας της Ταϊβάν, Κάρεν Κουό, σχολίασε τη σημασία της νομοθεσίας, δηλώνοντας: «Ο νόμος αυτός επιβεβαιώνει την αξία της αμερικανικής αλληλεπίδρασης με την Ταϊβάν, στηρίζει στενότερες ταϊβανέζικo-αμερικανικές σχέσεις και αποτελεί σταθερό σύμβολο των κοινών μας αξιών για δημοκρατία, ελευθερία και σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα».

Η Κουό τόνισε επίσης πως «μια ισχυρή ταϊβανέζικo-αμερικανική σχέση αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή Ινδικού-Ειρηνικού».

Τον Ιανουάριο του 2021, λίγο πριν τη λήξη της πρώτης θητείας Τραμπ, ο τότε υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο ήρε τους αυτοεπιβληθέντες περιορισμούς στις επαφές αξιωματούχων μεταξύ ΗΠΑ και Ταϊβάν, οι οποίοι είχαν τεθεί σε ισχύ έπειτα από τη διπλωματική αναγνώριση του Πεκίνου αντί της Ταϊπέι το 1979.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ταϊβάν, Λιν Τσι-λουνγκ, ενημέρωσε δημοσιογράφους ότι ο νέος νόμος θα διευκολύνει την είσοδο στελεχών της Ταϊβάν σε ομοσπονδιακές υπηρεσίες των ΗΠΑ για συναντήσεις, αν και το κείμενο της νομοθεσίας δεν το αναφέρει ρητά.

Σε αντίδραση προς τη νέα αμερικανική νομοθεσία, ο Λιν Τζιν, εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών του κινεζικού καθεστώτος, δήλωσε κατά την τακτική ενημέρωση των εκπροσώπων Τύπου πως «η Κίνα αντιτίθεται σθεναρά σε κάθε μορφή επίσημων επαφών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της περιφέρειας της Ταϊβάν», σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο Xinhua.

Το νομοθέτημα κατατέθηκε στη Βουλή τον Φεβρουάριο από τους εκπροσώπους Αν Γουάγκνερ, Τζέρι Κόνολι και Τεντ Λίου και εγκρίθηκε τον Μάιο με φωνητική ψηφοφορία. Στις 3 Δεκεμβρίου, η Γουάγκνερ δήλωσε: «Ο νέος νόμος θα ενισχύσει την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και θα αντιμετωπίσει την επιθετικότητα του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες στέκονται στο πλευρό της Ταϊβάν και δεν θα επιτρέψουμε στην Κίνα να αποσταθεροποιήσει τον κόσμο περισσότερο απ’ όσο έχει ήδη καταφέρει». Η ίδια προσέθεσε: «Ο νόμος Taiwan Assurance Implementation Act ενισχύει την αμερικανική υπεροχή σε μια κρίσιμη στιγμή της ιστορίας και αποτελεί ένα ισχυρό βήμα προς τα εμπρός υπέρ της αδιάλειπτης στήριξής μας στην Ταϊβάν, καθώς αυτή αντιστέκεται στην επιθετικότητα και τις επιχειρήσεις επιρροής του ΚΚΚ. Η νομοθεσία θωρακίζει τη δική μας εθνική ασφάλεια και θα μας βοηθήσει να αποτρέψουμε την Κίνα να εδραιώσει περαιτέρω επικίνδυνη παρουσία στην περιοχή και παγκοσμίως».

Το γραφείο της Γουάγκνερ τόνισε ότι οι τακτικές αξιολογήσεις και επικαιροποιήσεις που απαιτεί ο νέος νόμος θα αποτελέσουν ευκαιρίες για ενίσχυση της συνεργασίας ΗΠΑ–Ταϊβάν και για την προώθηση ειρηνικής επίλυσης ζητημάτων που αφορούν τα στενά της Ταϊβάν.

Η ίδια νομοθεσία προτάθηκε στη Γερουσία από τους γερουσιαστές Τζον Κόρνιν και Κρις Κουνς τον Μάρτιο και εγκρίθηκε τον Νοέμβριο. Ο γερουσιαστής Τοντ Γιάνγκ σχολίασε στις 3 Δεκεμβρίου: «Η στενή συνεργασία με την Ταϊβάν είναι κρίσιμη για την ανάσχεση της κινεζικής επιθετικότητας και τη διατήρηση της ειρήνης μέσω αποτροπής στον Ειρηνικό».

Πρόσφατα, ο Λίου πρότεινε αμυντικές δαπάνες ύψους 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης στρατιωτικής επίθεσης της Κίνας κατά της νήσου έως το 2027, πρόταση που έχει συγκεντρώσει ευρεία διακομματική στήριξη στο Κογκρέσο.

Ο Τραμπ, ο οποίος είχε συναντηθεί με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ κατά τη Σύνοδο Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού στη Νότια Κορέα τον Οκτώβριο, αναμένεται να επισκεφθεί την Κίνα τον ερχόμενο Απρίλιο.

Με τη συμβολή του Reuters

Σύνοδος νομοθετών στις Βρυξέλλες: Στο επίκεντρο οι εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων στην Κίνα

Ειδικοί σχετικά με την πρακτική της εξαναγκαστικής αφαίρεσης οργάνων από κρατούμενους συνείδησης που εφαρμόζεται σε κινεζικά κρατικά νοσοκομεία μίλησαν πρόσφατα σε σύνοδο στις Βρυξέλλες, απευθυνόμενοι σε νομοθέτες από 28 χώρες για τον επείγοντα χαρακτήρα του ζητήματος και διατυπώνοντας παράλληλα συστάσεις για το τι μπορούν να κάνουν οι κυβερνήσεις ώστε να αντιμετωπίσουν αυτή την αποτρόπαιη πρακτική.

Η Διακοινοβουλευτική Συμμαχία για την Κίνα (Inter-Parliamentary Alliance on China – IPAC), μια παγκόσμια ομάδα εκατοντάδων νομοθετών που συντονίζουν τις προσπάθειές τους για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις που αποδίδουν στο Πεκίνο, πραγματοποίησε την πέμπτη ετήσια σύνοδό της στις Βρυξέλλες τον Νοέμβριο. Ένα από τα θέματα που συζητήθηκαν στη σύνοδο ήταν το πώς μπορούν να προληφθούν οι εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων και η εμπορία οργάνων.

Ο Γουέιν Τζόρντας [Wayne Jordash], πρόεδρος του Global Rights Compliance, ενός διεθνούς ιδρύματος νομικού χαρακτήρα, ανέφερε στους νομοθέτες της συνόδου ότι τα κράτη έχουν «νομική ευθύνη», βάσει του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του διεθνούς ποινικού δικαίου και του δημόσιου διεθνούς δικαίου, να αξιοποιήσουν τις εκτελεστικές, νομοθετικές και δικαστικές τους αρμοδιότητες ώστε να «προλαμβάνουν, να μετριάζουν και να αποκαθιστούν» τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων, μέσω εθνικών μέτρων και διεθνούς συνεργασίας.

Ο ίδιος υποστήριξε, σύμφωνα με απομαγνητοφώνηση της Διεθνούς Συμμαχίας για τον Τερματισμό της Κατάχρησης Μεταμοσχεύσεων στην Κίνα (The International Coalition to End Transplant Abuse in China – ETAC), ότι οι εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων δεν είναι απλώς ένα έγκλημα αλλά μια κατάφωρη παραβίαση της ανθρώπινης υπόστασης. Τόνισε επίσης ότι κράτη και επιχειρήσεις πρέπει να δείχνουν την αποφασιστικότητά τους μέσω επαγρύπνησης, δεσμευτικού δικαίου και εφαρμογής του, ότι η διαφάνεια πρέπει να είναι υποχρεωτική, ότι η δίωξη δεν πρέπει να τίθεται υπό διαπραγμάτευση και ότι η συνεργασία πρέπει να είναι ακλόνητη.

Απευθυνόμενος ευθέως στους νομοθέτες, ο Τζόρντας ανέφερε ότι το ζήτημα αποτελεί δοκιμασία της συλλογικής τους ηθικής αντοχής, θέτοντας το δίλημμα αν θα επιτρέψουν να συνεχιστεί αυτή η θηριωδία «στο σκοτάδι» ή αν θα ρίξουν φως που θα εξαλείψει την ατιμωρησία. Κατέληξε ότι η απάντηση πρέπει να είναι η δράση και ότι «η ώρα για δράση είναι τώρα».

Εδώ και χρόνια, η Κίνα αποτελεί κορυφαίο προορισμό του μεταμοσχευτικού τουρισμού, καθώς κινεζικά νοσοκομεία προσφέρουν ασυνήθιστα σύντομους χρόνους αναμονής για συμβατά όργανα. Αντιθέτως, σε δυτικές χώρες, ο τυπικός χρόνος αναμονής για μεταμόσχευση οργάνου είναι μήνες, αν όχι χρόνια. Ο όγκος των μεταμοσχεύσεων στην Κίνα καθίσταται εφικτός επειδή το κινεζικό καθεστώς αφαιρεί με τη βία όργανα από κρατούμενους συνείδησης, σύμφωνα με πολλαπλές αναφορές, μεταξύ των οποίων και εκείνη του China Tribunal του 2020.

Το ανεξάρτητο «λαϊκό δικαστήριο»

Το 2020, το China Tribunal — ένα ανεξάρτητο «λαϊκό δικαστήριο» με έδρα το Λονδίνο — αποφάνθηκε ότι το κινεζικό καθεστώς, επί χρόνια, αφαιρεί με τη βία όργανα από κρατούμενους συνείδησης, κατονομάζοντας τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ ως τα κύρια θύματα.

Του δικαστηρίου προήδρευε ο Σερ Τζόφρυ Νάις [Sir Geoffrey Nice], γνωστός κυρίως για τον ρόλο του στην εισαγγελική δίωξη στη δίκη του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς για εγκλήματα πολέμου, στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο του ΟΗΕ για την πρώην Γιουγκοσλαβία.

Στη σύνοδο της IPAC, ο Νάις ανέφερε στους νομοθέτες ότι τα στοιχεία του δικαστηρίου περιελάμβαναν καμουφλαρισμένες τηλεφωνικές κλήσεις σε κινεζικά νοσοκομεία και στο ιατρικό τους προσωπικό, που, σύμφωνα με απομαγνητοφώνηση της ETAC, φέρονταν να προσφέρουν προς πώληση όργανα μέσα σε λίγες ημέρες ή περίπου σε μία εβδομάδα.

Προσέθεσε δε ότι, σύμφωνα με τα ευρήματα, τα όργανα αυτά προέρχονταν από ανθρώπους που ήταν ακόμη ζωντανοί τη στιγμή της ζήτησης, όταν τα νοσοκομεία καλούνταν να διαθέσουν όργανα στους ασθενείς σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Τέλος, τόνισε ότι το δικαστήριο κατέληξε ότι οι διαρκείς πράξεις εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων από το κινεζικό καθεστώς συνιστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Ο Σερ Τζόφρυ Νάις, ο οποίος προήδρευσε του China Tribunal, μιλά στην πέμπτη ετήσια σύνοδο της Διακοινοβουλευτικής Συμμαχίας για την Κίνα (IPAC). Βρυξέλλες, 7 Νοεμβρίου 2025. (Ευγενική παραχώρηση της IPAC)

 

Το Φάλουν Γκονγκ (ή Φάλουν Ντάφα) είναι μια πνευματική πρακτική που βασίζεται στις αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας. Αφού παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο κοινό στην Κίνα το 1992, διαδόθηκε γρήγορα από στόμα σε στόμα, φθάνοντας, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις, περί τους 70-100 εκατομμύρια ασκουμένους, πριν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας ξεκινήσει το 1999 μια σκληρή εκστρατεία για την εξάλειψη της ομάδας.

Οι διώξεις συνεχίζονται έως σήμερα, με πολλούς ασκούμενους σε φυλακές, στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και κέντρα «πλύσης εγκεφάλου», όπου έχουν καταγραφεί αναφορές για καταναγκαστική εργασία, βασανιστήρια και θανάτους.

Το δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι η Κίνα προχωρούσε επιλεκτικά σε ιατρικές εξετάσεις, όπως υπερηχογραφήματα και αιματολογικές εξετάσεις, σε ορισμένους κρατούμενους των εν λόγω χώρων — ιδίως σε ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ — προφανώς για να αξιολογηθεί η λειτουργία των οργάνων τους.

Ο Μάθιου Ρόμπερτσον, ερευνητής στο πεδίο των σπουδών για την Κίνα στο Victims of Communism Memorial Foundation, είπε στους νομοθέτες στη σύνοδο της IPAC ότι τέτοιες ιατρικές εξετάσεις πραγματοποιούνται και φέτος στην Κίνα, επικαλούμενος περιπτώσεις που, όπως ανέφερε, καταγράφηκαν από το Minghui.org, έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό με έδρα τις ΗΠΑ που παρακολουθεί τη δίωξη του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα.

Σύμφωνα με απομαγνητοφώνηση της ETAC, ο Ρόμπερτσον ανέφερε ότι αυτές οι εξετάσεις δεν έχουν ιατρική αιτιολόγηση, γίνονται χωρίς συναίνεση σε άτομα που έχουν φυλακιστεί λόγω των πεποιθήσεών τους, και ότι συνάδουν με τις ιατρικές εξετάσεις που απαιτούνται για να διαπιστωθεί η υγεία των οργάνων, για σκοπούς μεταμόσχευσης.

Ο Μάθιου Ρόμπερτσον, ερευνητής σπουδών για την Κίνα στο Victims of Communism Memorial Foundation, μιλά στην πέμπτη ετήσια σύνοδο της Διακοινοβουλευτικής Συμμαχίας για την Κίνα (IPAC). Βρυξέλλες, 7 Νοεμβρίου 2025. (Ευγενική παραχώρηση της IPAC)

 

Σε μελέτη του 2022, που συνυπέγραψε ο Ρόμπερτσον και δημοσιεύθηκε στο American Journal of Transplantation, επισημαίνονται 71 κινεζικές επιστημονικές δημοσιεύσεις, στις οποίες αναφέρεται ότι γιατροί είχαν αφαιρέσει καρδιές και πνεύμονες από ανθρώπους για μεταμόσχευση χωρίς να έχει προηγηθεί εξέταση που να τεκμηριώνει τον εγκεφαλικό θάνατο, κάτι που, σύμφωνα με το άρθρο, υποδηλώνει ότι οι ‘δότες’ σκοτώθηκαν για τα όργανά τους.

Προώθηση νομοθεσίας

Στο κλείσιμο της συνάντησης της IPAC, οι νομοθέτες συμφώνησαν σε σειρά ενεργειών, μεταξύ των οποίων και η προώθηση νομοθεσίας με στόχο να «αποτραπεί η συνενοχή ατόμων, ιδρυμάτων και κυβερνήσεων» στην «απεχθή πρακτική» της εξαναγκαστικής αφαίρεσης οργάνων.

Όπως ανέφεραν σε ανακοίνωσή τους, αποδοκίμασαν κάθε τέτοια πράξη και επιβεβαίωσαν την αλληλεγγύη τους προς τα θύματα και τους επιζώντες.

Στο πλαίσιο αυτό, συμφώνησαν ότι η σχετική νομοθεσία θα προβλέπει απαγόρευση του μεταμοσχευτικού τουρισμού, επιβολή κυρώσεων σε όσους εμπλέκονται στις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων, υποχρεωτική αναφορά ύποπτων περιστατικών από επαγγελματίες υγείας, σύσταση μητρώων μεταμοσχεύσεων ώστε να διασφαλίζεται διαφάνεια, περιορισμούς στη δημόσια χρηματοδότηση ιδρυμάτων που συνεργάζονται με οντότητες συνδεδεμένες με τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων, καθώς και υποχρέωση για τη δέουσα επιμέλεια όσον αφορά την ιατρική συνεργασία στον τομέα των μεταμοσχεύσεων.

Η ανακοίνωση των νομοθετών χαιρετίστηκε από δύο οργανώσεις υπεράσπισης με έδρα την Πολιτεία της Νέας Υόρκης, το Consilium Institute και το Falun Dafa Information Center.

Ο Σον Λιν, εκτελεστικός διευθυντής του Consilium Institute, ανέφερε σε δήλωσή του στις 12 Νοεμβρίου ότι καλούν όλες τις υπεύθυνες κυβερνήσεις να υιοθετήσουν και να εφαρμόσουν επειγόντως αυτά τα μέτρα, προσθέτοντας ότι η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ο τερματισμός των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων πρέπει να αποτελέσουν παγκόσμια προτεραιότητα για τις ιατρικές και νομικές κοινότητες.

Ο Σον Λιν, εκτελεστικός διευθυντής του Consilium Institute, μιλά στην πέμπτη ετήσια σύνοδο της Διακοινοβουλευτικής Συμμαχίας για την Κίνα (IPAC). Βρυξέλλες, 7 Νοεμβρίου 2025. (Ευγενική παραχώρηση της IPAC)

 

Το Falun Dafa Information Center ζήτησε, σύμφωνα με ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, στις 14 Νοεμβρίου, «επείγουσα νομοθεσία» για τον τερματισμό των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα The Epoch Times, ο Λιν χαρακτήρισε «σημαντική» την ανακοίνωση της IPAC για τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων, λέγοντας ότι η συμμαχία ουσιαστικά επικύρωσε τα ευρήματα του δικαστηρίου.

Ο ίδιος ανέφερε ότι τα συμπεράσματα του China Tribunal έχουν πλέον αναγνωριστεί επισήμως από νομοθέτες από πολλές διαφορετικές χώρες. Πρόσθεσε ότι το πώς θα επιλέξει κάθε χώρα να προωθήσει το ζήτημα θα διαφέρει, όμως, όπως είπε, αυτό που έκανε η Διακοινοβουλευτική Συμμαχία για την Κίνα ήταν, ουσιαστικά, να προσφέρει ένα νομοθετικό πλαίσιο.

Κατά τον Λιν, εφόσον οι νομοθέτες είναι διατεθειμένοι να εισαγάγουν νομοθετικές πρωτοβουλίες, η διαδικασία θα έχει απήχηση σε ολόκληρη την κοινότητα των μεταμοσχεύσεων και της ιατρικής, ενώ ταυτόχρονα θα λειτουργήσει και αποτρεπτικά για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας.

Με τη συμβολή των Eva Fu και Sherry Dong

Η Ταϊβάν απαντά στις κινεζικές απειλές με επιπλέον αμυντικές δαπάνες 40 δισ. δολαρίων

Η Κίνα εντείνει τις στρατιωτικές της προετοιμασίες με στόχο την κατάληψη της Ταϊβάν έως το 2027, προειδοποίησε στις 26 Νοεμβρίου ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, ανακοινώνοντας παράλληλα ειδικό αμυντικό προϋπολογισμό ύψους 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αντιμετώπιση της κινεζικής απειλής.

Σε συνέντευξη Τύπου στο προεδρικό μέγαρο, ο Λάι ανέφερε ότι ο προϋπολογισμός θα διατεθεί σε ορίζοντα οκταετίας, από το 2026 έως το 2033, για έργα όπως η κατασκευή του Taiwan Dome — ενός ανεπτυγμένου αντιαεροπορικού συστήματος με δυνατότητες ανίχνευσης υψηλού επιπέδου και αποτελεσματικής αναχαίτισης.

«Για την εθνική ασφάλεια δεν υπάρχει περιθώριο συμβιβασμού», τόνισε ο Λάι, σύμφωνα με τη μετάφραση των δηλώσεών του. «Η εθνική κυριαρχία και οι θεμελιώδεις αξίες της ελευθερίας και της δημοκρατίας είναι ο πυρήνας της ύπαρξής μας. Δεν πρόκειται για ιδεολογική αντιπαράθεση ούτε για διαμάχη ένωσης ή ανεξαρτησίας. Είναι ένας αγώνας για τη δημοκρατική Ταϊβάν και τη μη υποταγή στην ‘Ταϊβάν της Κίνας’».

Όπως σημείωσε, πρωταρχικός στόχος του ειδικού προϋπολογισμού είναι η επίτευξη υψηλού επιπέδου ετοιμότητας συλλογικής άμυνας πριν το 2027, ώστε να αποτραπεί αποτελεσματικά η κινεζική απειλή. Τελικός στόχος, πρόσθεσε, είναι η οικοδόμηση μιας αμυντικής δύναμης ικανής να διασφαλίσει μακροπρόθεσμα τη δημοκρατική υπόσταση της Ταϊβάν.

Ο υπουργός Άμυνας της Ταϊβάν, Γουέλινγκτον Κου, διευκρίνισε στη συνέντευξη ότι ο προϋπολογισμός θα διατεθεί επίσης για την αγορά στρατιωτικού εξοπλισμού, όπως πυροβόλα ακριβείας, πυραύλους μακράς εμβέλειας και συστήματα που θα κατασκευάσουν από κοινού Ταϊβάν και Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Λάι υπογράμμισε ακόμη ότι «η ιστορία απέδειξε πως ο συμβιβασμός απέναντι στην επιθετικότητα οδηγεί μόνο σε ατέλειωτο πόλεμο και υποδούλωση».

Η ανακοίνωση αυτή γίνεται στον απόηχο κλιμάκωσης της προσπάθειας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας να διεισδύσει στη νήσο. Σημειώνεται ότι το Συμβούλιο Υποθέσεων της Ενδοχώρας ανέφερε πως το 2024 ασκήθηκαν διώξεις για κινεζικές επιχειρήσεις διείσδυσης κατά 168 ατόμων, αριθμός αυξημένος σε σχέση με τα 86 άτομα του 2023 και τα 28 του 2022. Ταυτόχρονα, η στρατιωτική πίεση από την πλευρά της Κίνας έχει κλιμακωθεί: σύμφωνα με το ίδρυμα Jamestown Foundation, το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν κατέγραψε το 2024 3.070 διελεύσεις κινεζικών στρατιωτικών αεροσκαφών κατά μήκος της διαχωριστικής γραμμής του Στενού της Ταϊβάν, ενώ το 2023 ήταν 1.703.

Το ΚΚΚ επιμένει στον ισχυρισμό ότι η Ταϊβάν αποτελεί τμήμα της κυρίως χώρας, το οποίο αποσχίσθηκε και πρέπει να επανενωθεί, παρότι δεν έχει ασκήσει ποτέ κυριαρχία επί της αυτοδιοικούμενης νήσου.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον βασικό προμηθευτή όπλων για την άμυνα της Ταϊβάν, παρά την απουσία επίσημων διπλωματικών σχέσεων. Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, το Πεντάγωνο επιβεβαίωσε την πώληση του συστήματος προηγμένης αντιαεροπορικής άμυνας National Advanced Surface-to-Air Missile System στην Ταϊβάν. Για το 2026, η κυβέρνηση Λάι σχεδιάζει αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 3,32% του ΑΕΠ (30,3 δισ. δολάρια), με στόχο να φτάσουν το 5% έως το 2030.

Κατά τη συνέντευξη, ο Λάι ρωτήθηκε για τη συνεχιζόμενη διπλωματική κρίση μεταξύ Πεκίνου και Τόκυο, έπειτα από τη δήλωση της πρωθυπουργού της Ιαπωνίας, Σανάε Τακαΐτσι, στη Βουλή στις 7 Νοεμβρίου, ότι ενδεχόμενη επίθεση της Κίνας εναντίον της Ταϊβάν θα συνιστούσε απειλή για την επιβίωση της Ιαπωνίας.

«Η συνεχής εκδήλωση πολυμέτωπων απειλών και επιθέσεων κατά γειτονικών χωρών δεν αρμόζει σε μια υπεύθυνη μεγάλη δύναμη», απάντησε ο Λάι.

Ερωτηθείς αν ανησυχεί για την πιθανή επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα το επόμενο έτος, ο Λάι διαβεβαίωσε ότι οι σχέσεις Ουάσιγκτον-Ταϊπέι είναι ακλόνητες.

«Πρόσφατα, πριν από το ταξίδι του στην Ασία, ο πρόεδρος Τραμπ τόνισε ρητά ότι ‘η Ταϊβάν είναι Ταϊβάν’ και ότι ο ίδιος προσωπικά σέβεται την Ταϊβάν. Αυτές οι δύο σύντομες φράσεις τα λένε όλα», σημείωσε, αναφερόμενος σε δηλώσεις του Τραμπ πριν από την περιοδεία του στην Ασία τον προηγούμενο μήνα.

Κατά τη διάρκεια της ασιατικής περιοδείας του, ο Τραμπ συναντήθηκε με τον Σι Τζινπίνγκ, στο περιθώριο της Συνόδου του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού στη Νότια Κορέα. Μετά από τηλεφωνική συνομιλία τους, στις 24 Νοεμβρίου, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι αποδέχθηκε επίσημη πρόσκληση του Κινέζου ηγέτη για επίσκεψη στο Πεκίνο τον Απρίλιο του επόμενου έτους.

Η αντίδραση των ΗΠΑ

Ο ειδικός αμυντικός προϋπολογισμός πρέπει να εγκριθεί από το κοινοβούλιο της Ταϊβάν, όπου πλειοψηφεί η αντιπολίτευση. Η πρόεδρος του μεγαλύτερου αντιπολιτευόμενου κόμματος, Κουομιντάνγκ, Τσενγκ Λι-γουέν, απέφυγε να δηλώσει αν το κόμμα θα καταψηφίσει τον προϋπολογισμό, καλώντας ωστόσο τον Λάι να «απομακρυνθεί από το χείλος του γκρεμού».

«Εύχομαι η διεθνής κοινότητα να κατανοήσει ότι ο λαός της Ταϊβάν αγαπά και επιθυμεί την ειρήνη. Θέλουμε να μείνουμε μακριά από τις φλόγες του πολέμου, να αποφύγουμε τη σύρραξη», ανέφερε σε κομματική συνεδρίαση.

Ο Ρέιμοντ Γκρην, διευθυντής του American Institute in Taiwan — ουσιαστικά της αμερικανικής άτυπης πρεσβείας στο νησί — δήλωσε σε ανάρτησή του στο Facebook ότι η πρωτοβουλία του Λάι αποτελεί σημαντικό βήμα για τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στο Στενό της Ταϊβάν, μέσω της ενίσχυσης της αποτροπής.

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες στηρίζουν την ταχεία απόκτηση κρίσιμων ασύμμετρων δυνατοτήτων από την Ταϊβάν, όπως προβλέπεται από τον Νόμο περί Σχέσεων με την Ταϊβάν και σύμφωνα με τη διαχρονική δέσμευση των αμερικανικών κυβερνήσεων», πρόσθεσε ο Γκρην. «Ολόκληρη η υφήλιος έχει συμφέρον να επιλυθούν οι διαφορές στο Στενό της Ταϊβάν ειρηνικά και χωρίς καταναγκασμούς».

Η εξαγγελία Λάι δημοσιοποιήθηκε αρχικά σε άρθρο άποψης στην εφημερίδα The Washington Post, στις 25 Νοεμβρίου. Ο γερουσιαστής Ρότζερ Γουίκερ, πρόεδρος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της αμερικανικής Γερουσίας, σχολίασε ότι ο προτεινόμενος προϋπολογισμός των 40 δισ. αποτελεί ακόμη μια απόδειξη της αποφασιστικότητας και της δέσμευσης της Ταϊβάν για αυτοάμυνα.

«Ενθαρρύνουμε τους Ταϊβανούς βουλευτές να συνεργαστούν με τη διοίκηση Λάι σε ένα πνεύμα συναίνεσης, ώστε να εγκριθεί τάχιστα ο ειδικός προϋπολογισμός. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται ότι οι πολιτικές διαφορές παραμερίζονται όταν πρόκειται για τις άμεσες ανάγκες άμυνας της χώρας», επισήμανε ο Γουίκερ.

Με πληροφορίες από Reuters και Associated Press

ΗΠΑ–Κίνα: Οι ειδικοί προειδοποιούν για αλυσιδωτές κρίσεις αν το ΚΚΚ καταλάβει την Ταϊβάν

Ενδεχόμενη επικράτηση του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος στην Ταϊβάν θα είχε σοβαρές γεωπολιτικές και οικονομικές συνέπειες για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τόνισαν τρεις εμπειρογνώμονες επί θεμάτων Κίνας σε ακρόαση της αμερικανικής Γερουσίας στις 20 Νοεμβρίου.

Η ακρόαση, που διοργάνωσε η Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, εξέτασε την πορεία της αμερικανοταϊβανέζικης συνεργασίας μετά την ψήφιση του νόμου «Ενίσχυση της Ανθεκτικότητας της Ταϊβάν» ως τμήμα της Πράξης Εξουσιοδότησης Εθνικής Άμυνας για το 2023.

Από την πλευρά της ασφάλειας, η Λόρεν Ντίκι, ανώτερη σύμβουλος στο πρόγραμμα China Power του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών, επισήμανε ότι «η απώλεια της Ταϊβάν ως αυτού του “αβύθιστου αεροπλανοφόρου” θα ήταν απολύτως μη αναστρέψιμη. Θα χάναμε την πρόσβασή μας στην πρώτη αλυσίδα νησιών και στην ευρύτερη περιοχή.

Προφανώς θα χάναμε έναν στενό, ζωντανό δημοκρατικό εταίρο». Η Ντίκι, που υπηρέτησε ως ανώτερη σύμβουλος στο Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ με αρμοδιότητα την πολιτική για την Ταϊβάν, επικαλέστηκε τη γνωστή φράση του στρατηγού Ντάγκλας ΜακΆρθουρ, ο οποίος χαρακτήρισε την Ταϊβάν «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» κατά τον πόλεμο της Κορέας, για να αναδείξει τη στρατηγική της αξία ως φραγμό στην κομμουνιστική εξάπλωση.

Σε ερώτηση για το αν ο Κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ θα ανακόψει τις φιλοδοξίες του εφόσον το Πεκίνο εξαπολύσει εισβολή στην Ταϊβάν, η Ντίκι απάντησε με σαφήνεια: «Η εκτίμησή μου είναι αρνητική».

Ο νόμος «Ενίσχυση της Ανθεκτικότητας της Ταϊβάν», που αρχικά ονομαζόταν «Πολιτική πράξη για την Ταϊβάν», κατατέθηκε στη Γερουσία τον Ιούνιο του 2022, λίγες μόλις ημέρες αφού ο υπουργός Άμυνας της Κίνας διακήρυξε ότι το Πεκίνο δεν θα διστάσει να ξεκινήσει πόλεμο εναντίον της Ταϊβάν και να «συντρίψει κάθε προσπάθεια διατήρησης της Ταϊβάν ως ανεξάρτητου κράτους».

Κομβική πρόβλεψη του νόμου είναι ότι παρέχει στην Ταϊβάν ετήσιο χρηματοδοτικό πακέτο που περιλαμβάνει 2 δισ. δολάρια σε δάνεια και άλλα 2 δισ. δολάρια σε επιχορηγήσεις έως το 2027, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η αγορά οπλικών συστημάτων.

Ο Ρας Ντόσι, διευθυντής της Πρωτοβουλίας Κινεζικής Στρατηγικής στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, υπογράμμισε τη σοβαρότητα των οικονομικών συνεπειών, δηλώνοντας: «Το κόστος μιας κινεζικής επίθεσης στην Ταϊβάν θα αντιστοιχούσε στο 10% του παγκόσμιου ΑΕΠ, δηλαδή σε μια δεύτερη Μεγάλη Ύφεση».

Στο γεωπολιτικό επίπεδο, ο Ντόσι εξέφρασε ανησυχία ότι το πλήγμα θα μπορούσε να σημάνει πως η Ασία δεν θα παραμένει ευνοϊκά διακείμενη προς τις ΗΠΑ. «Θα βρεθούμε αποκλεισμένοι από την Ασία, την ώρα που τα ασιατικά κράτη ευθυγραμμίζονται με την Κίνα», επισήμανε. Πρόσθεσε ότι «αν οι ασιατικές χώρες επιλέξουν να συνεργαστούν με την Κίνα, οι ΗΠΑ θα αντιμετωπίσουν πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες στην ανασυγκρότηση της βιομηχανικής τους ισχύος χωρίς ασιατικές επενδύσεις».

Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, η Νότια Κορέα ανακοίνωσε ότι υπέγραψε μνημόνιο συναντίληψης με τις ΗΠΑ για στρατηγικές επενδύσεις ύψους 350 δισ. δολαρίων σε διάφορους τομείς της αμερικανικής οικονομίας. Τον Οκτώβριο, η Ιαπωνία δεσμεύτηκε να επενδύσει 490 δισ. δολάρια στις ΗΠΑ στο πλαίσιο νέων συμφωνιών ασφαλείας και εμπορίου με την Ουάσιγκτον.

Η εταιρεία Taiwan Semiconductor Manufacturing Company (TSMC), ο μεγαλύτερος κατασκευαστής μικροτσίπ στον κόσμο κατά παραγγελία, επενδύει 65 δισ. δολάρια για την ανέγερση τριών εργοστασίων μικροεπεξεργαστών στην Αριζόνα, ενώ τον Μάρτιο ανακοίνωσε επιπλέον επένδυση ύψους 100 δισ. δολαρίων.

Ο Ντόσι προειδοποίησε: «Αν η Κίνα καταφέρει να αποκλείσει την πρόσβαση των ΗΠΑ στην TSMC, οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές για την Αμερική», επισημαίνοντας ιδίως τη σημασία των μικροτσίπ με τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης που παράγονται για μεγάλες εταιρείες, όπως η NVIDIA.

Συμπλήρωσε: «Σχεδόν κάθε σημαντικό τσιπ της NVIDIA κατασκευάζεται στην Ταϊβάν. Αν το ΚΚΚ επικρατούσε στην Ταϊβάν, το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης θα βρισκόταν εξ ολοκλήρου στα χέρια του Πεκίνου. Αν χάναμε αυτήν την πρωτοκαθεδρία, ίσως χάνουμε ολόκληρο τον 21ο αιώνα».

Η Μπόνι Γκλέιζερ, διευθύντρια του προγράμματος για τον Ινδοειρηνικό στο German Marshall Fund των ΗΠΑ, εξήγησε πως η άσκηση βίας δεν υπήρξε έως τώρα κεντρικό στοιχείο της εξωτερικής πολιτικής του Πεκίνου.

Ωστόσο, προειδοποίησε ότι αυτό θα άλλαζε αν το ΚΚΚ καταλάμβανε με στρατιωτικά μέσα την Ταϊβάν, σημειώνοντας: «Πιστεύω ότι μια επιτυχημένη χρήση βίας για την κατάληψη της Ταϊβάν θα καθιστούσε τη στρατιωτική λύση πολύ κεντρικότερη στη στρατηγική της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, είτε πρόκειται για την Ιαπωνία, είτε για τη Νότια Σινική Θάλασσα, είτε για άλλες διεκδικήσεις, είτε πιθανώς για την Ινδία». Η Γκλέιζερ παρατήρησε ότι οι στρατιωτικές δυνατότητες της Κίνας βελτιώνονται συνεχώς και μάλιστα «πολύ μακριά από τα παράλιά της».

Η Επιτροπή Οικονομικής και Ασφαλείας ΗΠΑ-Κίνας, σε έκθεσή της που δημοσιεύθηκε νωρίτερα τον μήνα, προειδοποίησε ότι ο κινεζικός στρατός έχει ενισχύσει σημαντικά τις δυνατότητές του για αποκλεισμό ή αιφνιδιαστική εισβολή στην Ταϊβάν. Η έκθεση καταλήγει ότι το ΚΚΚ προχωρεί με ταχείς ρυθμούς προς τον στόχο να είναι έτοιμο για βίαιη προσάρτηση της Ταϊβάν.

Ο γερουσιαστής Τζιμ Ρις, πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, τόνισε: «Η Ταϊβάν δεν θα είναι ο τελευταίος σταθμός της επιθετικότητας του κινεζικού καθεστώτος. Κάντε λάθος αν πιστεύετε το αντίθετο: η Κίνα είναι η μεγαλύτερη μακροπρόθεσμη απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα. Αν επιτρέψουμε να περάσει αναπάντητη η κραυγαλέα επιθετικότητα της Κίνας κατά της Ταϊβάν, οι συνέπειες θα είναι αλυσιδωτές για τις συμμαχίες μας στον Ινδοειρηνικό και θα πλήξουν σοβαρά την ικανότητά μας να ανταγωνιστούμε την Κίνα σε παγκόσμιο επίπεδο».

ΗΠΑ: Κατηγορούνται Κινέζοι και Αμερικανοί για παράνομη εξαγωγή ημιαγωγών Nvidia στην Κίνα

Δύο Κινέζοι υπήκοοι και δύο Αμερικανοί πολίτες κατηγορήθηκαν για μια σκευωρία παράνομης εξαγωγής προηγμένων ημιαγωγών της Nvidia προς την Κίνα κατά παράβαση των αμερικανικών ελέγχων εξαγωγών, όπως ανακοίνωσε το υπουργείο Δικαιοσύνης στις 20 Νοεμβρίου.

Ο Λι Τσαμ, 38 ετών, κάτοικος της Καλιφόρνια, και ο Τσεν Τζινγκ, 45 ετών, που ζει στη Φλόριντα με μη μεταναστευτική φοιτητική θεώρηση F-1, είναι οι δύο Κινέζοι υπήκοοι που κατηγορούνται για το παράνομο σχήμα εξαγωγών. Οι δύο Αμερικανοί πολίτες είναι ο Χο Χονγκ Νινγκ, 34 ετών, κάτοικος Φλόριντα και γεννημένος στο Χονγκ Κονγκ, και ο Μπράιαν Κέρτις Ρέιμοντ, 46 ετών, κάτοικος Χαντσβιλ, Αλαμπάμα.

Οι τέσσερις άνδρες αντιμετωπίζουν πολλαπλές κατηγορίες, ανάμεσά τους συνωμοσία για παραβίαση του Νόμου Μεταρρύθμισης Ελέγχου Εξαγωγών, λαθρεμπόριο και συνωμοσία για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σύμφωνα με το κατηγορητήριο που αποσφραγίστηκε στις 19 Νοεμβρίου.

Οι εισαγγελείς αναφέρουν ότι οι τέσσερις κατηγορούμενοι συνωμότησαν από τον Σεπτέμβριο 2023 έως και τον Νοέμβριο του τρέχοντος έτους για την παράνομη εξαγωγή προηγμένων μονάδων επεξεργασίας γραφικών (Graphics Processing Unit – GPU), οι οποίες έχουν εφαρμογές στην τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ), μέσω τρίτων χωρών όπως η Μαλαισία και η Ταϊλάνδη.

Το κατηγορητήριο επισημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιβάλει περιορισμούς εξαγωγών στις  GPU τελευταίας γενιάς επειδή η Κίνα αναπτύσσει υπερυπολογιστικές δυνατότητες για στρατιωτικοποίηση, μεταξύ άλλων για σχεδιασμό και δοκιμή οπλικών συστημάτων, καθώς και για την εξέλιξη προηγμένων εργαλείων επιτήρησης.

Ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Τζον Α. Αϊζενμπεργκ, από τη Διεύθυνση Εθνικής Ασφάλειας του υπουργείου Δικαιοσύνης, ανέφερε σε δήλωσή του ότι το κατηγορητήριο «καταλογίζει μια εσκεμμένη και παραπλανητική προσπάθεια μεταφόρτωσης ελεγχόμενων GPU της Nvidia προς την Κίνα μέσω πλαστογράφησης εγγράφων, δημιουργίας ψεύτικων συμβολαίων και παραπλάνησης των αμερικανικών αρχών».

Προσέθεσε ότι η Διεύθυνση Εθνικής Ασφάλειας «δεσμεύεται να διαταράσσει τέτοιου είδους παράνομες αγορές ευαίσθητης αμερικανικής τεχνολογίας και να λογοδοτούν όσοι συμμετέχουν σε αυτή την παράνομη εμπορία».

Οι εισαγγελείς αναφέρουν ότι το σχέδιο βασίστηκε στην εταιρεία Janford Realtor, με έδρα την Τάμπα και ιδιοκτησίας των Χο και Λι, η οποία δεν σχετιζόταν με τα κτηματομεσιτικά και λειτουργούσε ως εταιρεία βιτρίνα για την αγορά και την εξαγωγή των περιορισμένων GPU προς την Κίνα.

Η εταιρεία ηλεκτρονικών του Ρέιμοντ, με έδρα την Αλαμπάμα, φέρεται επίσης να συμμετείχε στο σχέδιο, προμηθεύοντας τις GPU που υπόκεινται σε περιορισμούς εξαγωγής στον Χο και σε άλλους για παράνομη εξαγωγή.

Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, περίπου 400 GPU Nvidia A100 εξήχθησαν σε δύο αποστολές προς την Κίνα μεταξύ Οκτωβρίου 2024 και Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους.

Δύο επόμενες αποστολές, που αφορούσαν 10 υπερυπολογιστές Hewlett Packard Enterprise με GPU Nvidia H100 και 50 επιπλέον H200 GPU, «αποτράπηκαν από τις αρχές και δεν ολοκληρώθηκαν».

Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι απαιτείτο άδεια για τις εξαγωγές, ωστόσο κανένας δεν ζήτησε ούτε εξασφάλισε σχετική άδεια, σύμφωνα με τους εισαγγελείς.

Στο κατηγορητήριο αναφέρεται επίσης ότι οι κατηγορούμενοι έλαβαν πάνω από 3,89 εκατ. δολάρια σε τραπεζικά εμβάσματα από την Κίνα για τη χρηματοδότηση του σχεδίου.

Ένα από αυτά τα εμβάσματα, τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους, αφορούσε 1,15 εκατ. δολάρια που εστάλησαν από κινεζική εταιρεία με έδρα το Χονγκ Κονγκ σε λογαριασμό της Bank of America που ανήκε στην εταιρεία ηλεκτρονικών του Ρέιμοντ.

Ένα άλλο έμβασμα, τον Νοέμβριο πέρυσι, αφορούσε 237.248 δολάρια που εστάλησαν από άλλη κινεζική εταιρεία με έδρα το Χονγκ Κονγκ σε λογαριασμό της Bank of America που ανήκε στη Janford Realtor.

Σύμφωνα με το υπουργείο Δικαιοσύνης, οι Χο και Τσεν παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο της Μεσαίας Περιφέρειας Φλόριντα και ο Ρέιμοντ στη Βόρεια Περιφέρεια Αλαμπάμα στις 19 Νοεμβρίου. Ο Λι ήταν προγραμματισμένο να εμφανιστεί στο δικαστήριο της Βόρειας Περιφέρειας Καλιφόρνια στις 20 Νοεμβρίου.

Ο δικηγόρος του Τσεν αρνήθηκε να σχολιάσει όταν επικοινώνησε μαζί του η Epoch Times.

Η Epoch Times επικοινώνησε με τον δικηγόρο του Χο, αλλά δεν έλαβε απάντηση μέχρι τη δημοσίευση. Δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία με τους δικηγόρους των Ρέιμοντ και Λι για σχόλιο μέχρι τη δημοσίευση.

Εκπρόσωπος της Nvidia ανέφερε στην Epoch Times ότι το σύστημα εξαγωγών της εταιρείας είναι «αυστηρό και ολοκληρωμένο». «Ακόμη και μικρές πωλήσεις παλαιότερης γενιάς προϊόντων στη δευτερογενή αγορά υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο και εξέταση.»

Συμπλήρωσε ότι, σύμφωνα με την εταιρεία, «η προσπάθεια συγκρότησης κέντρων δεδομένων από λαθραία προϊόντα είναι ατελέσφορη τόσο τεχνικά όσο και οικονομικά», καθώς τα κέντρα δεδομένων είναι «τεράστια και πολύπλοκα συστήματα, γεγονός που καθιστά οποιοδήποτε λαθρεμπόριο εξαιρετικά δύσκολο και ριψοκίνδυνο», και ότι η Nvidia «δεν παρέχει υποστήριξη ή επισκευές για περιορισμένα προϊόντα».

Στις 20 Νοεμβρίου, ο βουλευτής Τζον Μούλεναρ (R-Mich.), πρόεδρος της Επιτροπής Επιλογής της Βουλής των Αντιπροσώπων για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, υποστήριξε ότι απαιτείται άμεση ψήφιση νομοσχεδίου για την ιχνηλάτηση ημιαγωγών.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Επιλογής της Βουλής των Αντιπροσώπων για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, ο βουλευτής Τζον Μούλενααρ (R-Mich.), κατά τη διάρκεια συνέντευξης στην Epoch Times. Ουάσιγκτον, 21 Οκτωβρίου 2025. (Madalina Kilroy/The Epoch Times)

 

Ο βουλευτής ανέφερε ότι η Κίνα «αναγνωρίζει την υπεροχή της αμερικανικής καινοτομίας στην τεχνητή νοημοσύνη και θα κάνει ό,τι χρειάζεται για να καλύψει τη διαφορά», υπογραμμίζοντας ότι «γι’ αυτό είναι επειγόντως αναγκαίος ο διακομματικός Νόμος για την Ασφάλεια των Ημιαγωγών».

Το νομοσχέδιο θα απαιτούσε επαλήθευση τοποθεσίας για προηγμένους ημιαγωγούς τεχνητής νοημοσύνης, επιβολή υποχρεωτικής αναφοράς από τους κατασκευαστές ημιαγωγών σχετικά με πιθανές εκτροπές των προϊόντων τους και ανάθεση στο υπουργείο Εμπορίου της μελέτης επιπλέον αναγκαίων μέτρων.

Τον Αύγουστο, δύο Κινέζοι υπήκοοι, που κατοικούσαν στην Καλιφόρνια, κατηγορήθηκαν ότι απέστειλαν ημιαγωγούς δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων προς την Κίνα. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της υπόθεσης, οι ημιαγωγοί περιελάμβαναν GPU Nvidia H100.

Με πληροφορίες από το Reuters

Νέος κύκλος κυρώσεων των ΗΠΑ για το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα

Το Υπουργείο Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών ανακοίνωσε στις 12 Νοεμβρίου την επιβολή κυρώσεων σε 32 άτομα και οντότητες, σε μια σειρά από χώρες μεταξύ των οποίων η Κίνα και το Χονγκ Κονγκ, κατηγορώντας τους για λειτουργία δικτύων προμήθειας που στηρίζουν το πυραυλικό και το πρόγραμμα drones του Ιράν.

Πρόκειται για τον δεύτερο κύκλο μέτρων μη διάδοσης, μετά την επαναφορά από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εμπάργκο όπλων και άλλων κυρώσεων κατά του Ιράν στα τέλη Σεπτεμβρίου. Οι χώρες στις οποίες εδρεύουν οι υπό κυρώσεις οντότητες περιλαμβάνουν, εκτός από το Ιράν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Τουρκία, την Ινδία, τη Γερμανία και την Ουκρανία.

Όπως επισημαίνει το Υπουργείο Οικονομικών, το Ιράν αξιοποιεί διεθνή χρηματοπιστωτικά συστήματα για ξέπλυμα χρήματος, αγορά εξαρτημάτων για τα πυρηνικά και συμβατικά οπλικά του προγράμματα, και για στήριξη ένοπλων παρακλαδιών.

Ο Τζον Χάρλεϊ, υφυπουργός Οικονομικών για θέματα Τρομοκρατίας και Οικονομικής Πληροφόρησης, δήλωσε: «Με εντολή του Προέδρου Τραμπ, ασκούμε μέγιστη πίεση στο Ιράν για να τερματίσει την πυρηνική του απειλή». Πρόσθεσε επίσης ότι οι ΗΠΑ αναμένουν από τη διεθνή κοινότητα να εφαρμόσει πλήρως τις κυρώσεις του ΟΗΕ κατά του Ιράν, ώστε να αποκλειστεί η πρόσβασή του στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα.

Ένα από τα δίκτυα που βρέθηκαν στο στόχαστρο ενέπλεκε μια τριμελή επιχείρηση που το υπουργείο περιγράφει ως «MVM Partnership», η οποία φέρεται να προμηθεύτηκε, εκ μέρους της Οργάνωσης Αμυντικών Βιομηχανιών του Ιράν, χημικά απαραίτητα για την κατασκευή προωθητικών καυσίμων βαλλιστικών πυραύλων από την Κίνα.

Τα χημικά, όπως αναφέρεται, περιλάμβαναν χλωρικό νάτριο, υπερχλωρικό νάτριο και σεβακικό οξύ. «Το υπερχλωρικό νάτριο, που παράγεται από χλωρικό νάτριο, χρησιμοποιείται για την παρασκευή υπερχλωρικού αμμωνίου, ενός χημικού που χρησιμοποιείται ως καύσιμο σε πολλούς στερεούς πυραυλοκινητήρες», αναφέρει το υπουργείο. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η εν λόγω εταιρική σύμπραξη προμηθεύτηκε και μετέφερε εκατοντάδες τόνους αυτών των χημικών από την Κίνα από το 2023.

Επικεφαλής της «MVM» φέρονται οι Μάρκο Κλίνγκε, με έδρα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ματζίντ Νταλατκά, από το Ιράν, και Βαχίντ Καϊγιουμί, με έδρα την Τουρκία. Και οι τρεις, μαζί με εταιρείες που συνδέονται μαζί τους, μπήκαν στη «μαύρη λίστα». Επίσης, στην ίδια λίστα προστέθηκαν ο Μα Τζια, υπήκοος Κίνας, και 11 εταιρείες που φέρονται να βοηθούν την επίσης ιρανική εταιρεία Oje Parvas Mado Nafar .

Η εταιρεία Oje Parvas Mado Nafar, η οποία είχε ήδη μπει στο στόχαστρο κυρώσεων το 2021, κατασκευάζει τα μη επανδρωμένα ιρανικά επιθετικά drones «Σαχίντ-131» και «Σαχίντ-136». Το Υπουργείο Οικονομικών αναφέρει ότι ο Μα στηρίζει τη δραστηριότητα της Oje Parvas Mado Nafar στην Κίνα, φροντίζοντας για ταξιδιωτικές ρυθμίσεις του προσωπικού της και συντονίζοντας συναντήσεις μεταξύ Ιρανών αμυντικών αξιωματούχων και προμηθευτών στην Κίνα. Επιπλέον, οι εταιρείες του με έδρα το Χονγκ Κονγκ έχουν διευκολύνει συναλλαγές πολλών εκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με το αμερικανικό Yπουργείο.

Το Υπουργείο Οικονομικών επέβαλε επίσης κυρώσεις σε δίκτυο που στηρίζει την Iran Aircraft Manufacturing Industrial Company, θυγατρική του ιρανικού Υπουργείου Άμυνας, η οποία παράγει στρατιωτικά αεροσκάφη και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. «Τα δίκτυα αυτά συνιστούν απειλή για αμερικανικό και συμμαχικό προσωπικό στη Μέση Ανατολή, καθώς και για τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα», αναφέρει το Υπουργείο.

Σε ανακοίνωσή του για τα μέτρα του Υπουργείου Οικονομικών, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ κάλεσε όλα τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ να εφαρμόσουν τις κυρώσεις που ίσχυαν πριν από το 2016.

Ο εκπρόσωπος Τόμας Πίγκοτ δήλωσε: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν όλα τα διαθέσιμα μέσα, συμπεριλαμβανομένων κυρώσεων σε εταιρείες τρίτων χωρών, ώστε να αποκαλύπτουν, να εμποδίζουν και να αντιμετωπίζουν την ιρανική προμήθεια εξοπλισμού και υλικών για τα προγράμματα βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, που θέτουν σε κίνδυνο την περιφερειακή ασφάλεια και τη διεθνή σταθερότητα».

Στον πρώτο γύρο κυρώσεων για τη μη διάδοση που ανακοινώθηκαν την 1η Οκτωβρίου, το Υπουργείο Οικονομικών κατονόμασε 21 εταιρείες και 17 άτομα που συμμετείχαν σε δίκτυα για την προμήθεια τεχνολογίας στην Τεχεράνη για αντιαεροπορικά συστήματα πυραύλων και για παράνομη αγορά αμερικανικού ελικοπτέρου.

Στις κυρώσεις αυτές στοχοποιήθηκε δίκτυο με έδρα το Ιράν, το Χονγκ Κονγκ και την Κίνα, που είχε προμηθεύσει, κατά παράβαση των κανόνων, αμερικανικά διπλής χρήσης ηλεκτρονικά εξαρτήματα σε ιρανική εταιρεία που παράγει εξοπλισμό για τον στρατό του Ιράν.

Στις 11 Νοεμβρίου, ο υφυπουργός Εξωτερικών του Ιράν Σαΐντ Κατιμπζαντέ δήλωσε: «Το Ιράν επιδιώκει μια ειρηνική πυρηνική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες». Οι ΗΠΑ, μαζί με τους Ευρωπαίους συμμάχους και το Ισραήλ, έχουν κατηγορήσει το Ιράν ότι χρησιμοποιεί το πυρηνικό του πρόγραμμα ως κάλυψη για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, κατηγορία που απέρριψε η Τεχεράνη.

Τρεις ακόμη Κινέζοι ερευνητές κατηγορούνται για λαθρεμπορία βιολογικών υλικών στις ΗΠΑ

Σε νέες διώξεις προχώρησαν οι αμερικανικές αρχές εις βάρος τριών ακόμη Κινέζων ερευνητών του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, στο πλαίσιο συνεχιζόμενης έρευνας για λαθρεμπόριο βιολογικών υλικών από την Κίνα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως ανακοίνωσε το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ στις 5 Νοεμβρίου.

Στις 4 Νοεμβρίου απαγγέλθηκαν ποινικές κατηγορίες στους Μπάι Σου, 28 ετών, ο Ζανγκ Φενγκφάν, 27, και Ζανγκ Τζιγιόνγκ, 30, που κατατέθηκαν στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της ανατολικής περιφέρειας του Μίσιγκαν. Οι δύο πρώτοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία για συνωμοσία με σκοπό τη λαθραία εισαγωγή βιολογικών υλικών στις ΗΠΑ, ενώ ο Ζανγκ Τζιγιόνγκ κατηγορείται για ψευδείς δηλώσεις σε ομοσπονδιακούς πράκτορες.

Η Epoch Times δεν μπόρεσε να εντοπίσει τους συνηγόρους των κατηγορουμένων για σχόλιο.

Οι τρεις συλληφθέντες εντοπίστηκαν στο διεθνές αεροδρόμιο Τζον Φ. Κέννεντυ στις 16 Οκτωβρίου και τέθηκαν υπό κράτηση από τη Μεταναστευτική και Τελωνειακή Υπηρεσία, πριν προλάβουν να επιβιβαστούν σε πτήση για Κίνα.

Η υπόθεση συνδέεται με αυτήν της Χαν Τσανγκσιάν, επιστήμονα του Πανεπιστημίου Επιστήμης και Τεχνολογίας Χουαζόνγκ της Κίνας. Η Χαν επρόκειτο να ξεκινήσει ερευνητικό έργο στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν τον Ιούνιο, με θεώρηση J-1, ωστόσο συνελήφθη κατά την άφιξή της στο αεροδρόμιο του Ντητρόιτ τον ίδιο μήνα με την κατηγορία ότι, πριν φτάσει στις ΗΠΑ, είχε αποστείλει στο πανεπιστήμιο πλάκες Petri με νηματώδεις σκώληκες του είδους C. elegans, ψευδόμενη στο τελωνείο για το περιεχόμενο στα συνοδευτικά έγγραφα.

Η Χαν ομολόγησε αργότερα την ενοχή της για τρεις πράξεις λαθρεμπορίας και για ψευδείς δηλώσεις σε τελωνειακούς υπαλλήλους των ΗΠΑ και καταδικάστηκε με ποινή κάθειρξης που καλύφθηκε από τον χρόνο κράτησής της· απελάθηκε από τις ΗΠΑ στις 11 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με το ποινικό κατηγορητήριο.

«Η απόπειρα λαθραίας εισαγωγής βιολογικών υλικών με το πρόσχημα της έρευνας αποτελεί σοβαρό έγκλημα που απειλεί την εθνική και αγροτική ασφάλεια των ΗΠΑ», τόνισε σε δήλωσή της στις 5 Νοεμβρίου η γενική εισαγγελέας Παμ Μπόντι. «Θα παραμείνουμε σε επαγρύπνηση απέναντι σε τέτοιες απειλές από αλλοδαπούς που επωφελούνται από τη γενναιοδωρία της Αμερικής για να προωθήσουν κακόβουλα σχέδια».

Η μεταφορά των Ζανγκ Φενγκφάν και Ζανγκ Τζιγιόνγκ προς τις ΗΠΑ πραγματοποιήθηκε με θεώρηση J-1 ως ερευνητών του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν. Όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ο Μπάι έφτασε στις ΗΠΑ τον Αύγουστο 2024 και ο συγκατοίκoς του, Ζανγκ Φενγκφάν, τον Σεπτέμβριο 2023, ενώ ο Ζανγκ Τζιγιόνγκ είχε φτάσει στη χώρα τον Σεπτέμβριο 2021.

Στις 5 Μαρτίου του τρέχοντος έτους, ένα δέμα με αποστολέα τη Χαν και διεύθυνση παραλήπτη αυτή του διαμερίσματος του Μπάι στο Ανν Άρμπορ του Μίσιγκαν, κατασχέθηκε από την Τελωνειακή Υπηρεσία των ΗΠΑ καθώς είχε δηλωθεί εσφαλμένα ως «κείμενο».

Όπως σημειώνεται στο κατηγορητήριο, το πακέτο περιείχε χειρόγραφη σημείωση με λίστα 28 μορίων DNA ή πλασμιδίων, εκ των οποίων τα τέσσερα αφορούσαν το C. elegans. Οι εισαγγελείς ανέφεραν ότι η αποστολή αυτή αποτέλεσε αφορμή για μία από τις τρεις κατηγορίες λαθρεμπορίας στις οποίες η Χαν δήλωσε ένοχη.

Στις 31 Μαρτίου, υπάλληλοι της τελωνειακής υπηρεσίας επικοινώνησαν με τον Μπάι σχετικά με το κατασχεθέν δέμα, αλλά εκείνος αρνήθηκε να συνεργαστεί και απέφυγε κάθε συνάντηση ή διάλογο. Το κατηγορητήριο αναφέρει επίσης ότι μεταξύ Ιουλίου και Οκτωβρίου 2024, η Χαν φέρεται να απέστειλε επιπλέον δέματα σε άτομο με το όνομα Ντύλαν Ζανγκ, που οι εισαγγελείς ταυτοποιούν ως τον Ζανγκ Φενγκφάν.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ένα από τα πακέτα, που δηλώθηκε αναληθώς ως «πλαστικές πλάκες», περιείχε οκτώ πλάκες Petri με γενετικώς τροποποιημένους σκώληκες C. elegans. Τα πακέτα που εστάλησαν στον Ζανγκ Φενγκφάν μεταξύ 23 και 29 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους αποτέλεσαν τη βάση για τις άλλες δύο από τις τρεις κατηγορίες λαθρεμπορίας που αντιμετώπισε η Χαν.

Κατά τους εισαγγελείς, ο Ζανγκ Τζιγιόνγκ είχε στείλει το 2019 πακέτο στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν με νηματώδεις σκώληκες σε πλάκες Petri, δηλώνοντας το περιεχόμενό του ως «πλαστικές πλάκες».

Μετά την απέλαση της Χαν, το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν διενήργησε εσωτερική έρευνα. Οι τρεις κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν και στη συνέχεια απολύθηκαν από το πανεπιστήμιο.

Στις 8 Οκτωβρίου, το πανεπιστήμιο ακύρωσε τα αρχεία τους στο σύστημα πληροφοριών φοιτητών και επισκεπτών ανταλλαγής του υπουργείου Εθνικής Ασφαλείας, με αποτέλεσμα να πάψουν να πληρούν τους όρους της βίζας J-1. Ακολούθως, οι ομοσπονδιακές αρχές κίνησαν διαδικασία απέλασης από τη χώρα, όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο.

Στο αεροδρόμιο Τζον Φ. Κέννεντυ, στις 16 Οκτωβρίου, οι τελωνειακές αρχές ανέκριναν τους τρεις κατηγορουμένους, οι οποίοι φέρονται να παραδέχθηκαν ότι η Χαν ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας.

Οι εισαγγελείς σημειώνουν ότι η Χαν άρχισε το διδακτορικό της στο Πανεπιστήμιο Χουαζόνγκ το 2020, με επιβλέποντα τον Λιου Τζιενφέν. Σύμφωνα με την προσωπική σελίδα του Λιου στον ιστότοπο του πανεπιστημίου, σήμερα διατελεί πρόεδρος της Σχολής Βιολογικών Επιστημών και Τεχνολογίας και επικεφαλής του βασικού εργαστηρίου μοριακής βιοφυσικής του υπουργείου Παιδείας της Κίνας. Το 2012, είχε λάβει κρατική επιχορήγηση ως διακεκριμένος επιστήμονας από το κρατικό Ίδρυμα Φυσικών Επιστημών Κίνας.

Ο Ζανγκ Φενγκφάν δήλωσε στους Αμερικανούς τελωνειακούς ότι επέστρεφε στην Κίνα για να συνεχίσει το δεύτερο έτος του διδακτορικού του στο Χουαζόνγκ, υπό την εποπτεία του Λιου.

Οι εισαγγελείς αναφέρουν ότι έχουν σημειωθεί και άλλες σχετικές υποθέσεις λαθρεμπορίας στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν τους τελευταίους μήνες. Μεταξύ αυτών, η περίπτωση της Τζιαν Γιουνκίνγκ, μεταδιδακτορικής ερευνήτριας του πανεπιστημίου, η οποία κατηγορείται ότι συνωμότησε με τον σύντροφό της, Λιου Ζουνγιόνγκ, για να μεταφέρουν στις ΗΠΑ τον μύκητα Fusarium graminearum που μπορεί να προκαλέσει τεράστιες ζημιές σε σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι και ρύζι, καθώς και σοβαρά προβλήματα υγείας σε ανθρώπους και ζώα.

Η Τζιαν και ο Λιου κατηγορήθηκαν τον Ιούνιο για απάτη με βίζα, συνωμοσία, ψευδείς δηλώσεις και λαθρεμπόριο παθογόνου οργανισμού στις ΗΠΑ.

Ο Τζον Μούλενααρ, πρόεδρος της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων για το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας, κάλεσε τις διοικήσεις των πανεπιστημίων να διεξάγουν εσωτερικούς ελέγχους ώστε να προασπίσουν την έρευνά τους από εχθρικές ενέργειες του Πεκίνου.

«Οι νέες κατηγορίες αποκαλύπτουν ένα οργανωμένο δίκτυο επιστημόνων που δρα παρανόμως στην πανεπιστημιούπολη του Μίσιγκαν. Πρόκειται για μέρος μιας ευρύτερης, συντονισμένης εκστρατείας που στοχεύει τα αμερικανικά πανεπιστήμια, υποκινούμενη από την προσπάθεια της Κίνας να αποκτήσει αμερικανική τεχνολογία», τόνισε στη σχετική ανακοίνωσή του ο Μούλενααρ.