Τετάρτη, 14 Ιαν, 2026

ΕΕ για σύλληψη Μαδούρο: Να γίνει σεβαστό το δικαίωμα των Βενεζουελάνων να καθορίσουν το μέλλον τους

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) δήλωσε στις 4 Ιανουαρίου ότι το δικαίωμα των Βενεζουελάνων να καθορίσουν το μέλλον της χώρας τους «πρέπει να γίνεται σεβαστό» και κάλεσε στην τήρηση των αρχών του διεθνούς δικαίου, μετά την επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών στο Καράκας και τη σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο.

Σε ανακοίνωσή της, η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, Κάγια Κάλλας, ανέφερε ότι οι Βρυξέλλες θεωρούν πως ο Μαδούρο στερείται της νομιμοποίησης ενός δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου και ότι η Ένωση «έχει υποστηρίξει μια ειρηνική μετάβαση στη δημοκρατία υπό την ηγεσία των ίδιων των Βενεζουελάνων, με σεβασμό στην κυριαρχία της χώρας».

Η Κάλλας σημείωσε ότι, παρότι οι Βρυξέλλες συμμερίζονται την προτεραιότητα της καταπολέμησης της διεθνούς διακίνησης ναρκωτικών και του οργανωμένου εγκλήματος, «η ΕΕ υπογραμμίζει ότι οι προκλήσεις αυτές πρέπει να αντιμετωπίζονται μέσω διαρκούς συνεργασίας, με πλήρη σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και στις αρχές της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας».

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 3ης Ιανουαρίου, δυνάμεις ειδικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ συνέλαβαν τον Μαδούρο και τη σύζυγό του, Σίλια Αδέλα Φλόρες ντε Μαδούρο. Στη συνέχεια, επιβιβάστηκαν στο αμερικανικό πολεμικό πλοίο USS Iwo Jima και μεταφέρθηκαν στη Νέα Υόρκη.

Και οι δύο απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε ομοσπονδιακό δικαστήριο, με τον Νικολάς Μαδούρο να κατηγορείται για συνωμοσία ναρκοτρομοκρατίας, συνωμοσία διακίνησης κοκαΐνης, κατοχή πολυβόλων και εκρηκτικών μηχανισμών, καθώς και για συνωμοσία κατοχής τέτοιων όπλων κατά των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η επιχείρηση αυτή αποτέλεσε τη σημαντικότερη στρατιωτική ενέργεια των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική από την εισβολή στον Παναμά το 1989, όταν η αμερικανική κυβέρνηση συνέλαβε τον τότε ηγέτη της χώρας, Μανουέλ Νοριέγα, και τον μετέφερε στις Ηνωμένες Πολιτείες με κατηγορίες για διακίνηση ναρκωτικών.

Η σύλληψη του Μαδούρο από τις ΗΠΑ —του οποίου το καθεστώς έχει κατηγορηθεί για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων— προκάλεσε εκτεταμένους πανηγυρισμούς μεταξύ της βενεζουελάνικης διασποράς, συμπεριλαμβανομένων όσων ζουν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Ουγγαρία δεν στήριξε την ανακοίνωση

Η ανακοίνωση της ΕΕ υποστηρίχθηκε από 26 από τα 27 κράτη-μέλη της Ένωσης, με την Ουγγαρία —υπό την ηγεσία του πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν, μακροχρόνιου συμμάχου του Τραμπ— να είναι η μόνη χώρα που δεν την ενέκρινε.

Ο Ούγγρος υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Γιάνος Μπόκα, άσκησε κριτική στις Βρυξέλλες για τη διατύπωση της ανακοίνωσης, υποστηρίζοντας ότι «δεν λέει τίποτα για την πραγματική κατάσταση».

«Στη νέα εποχή της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων, η ΕΕ αδυνατεί να διατυπώσει τα συμφέροντά της στην περιοχή», έγραψε ο Μπόκα σε ανάρτησή του στο Facebook στις 4 Ιανουαρίου. «Και λόγω έλλειψης μέσων, δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να καταστεί ουσιαστικός παίκτης — κάτι που δύσκολα θα αλλάξει. Η δήλωση της Κάγια Κάλλας αποτελεί ένδειξη αδυναμίας και πλήρους παρερμηνείας του μετασχηματισμού των διεθνών σχέσεων».

Βενεζουελάνοι πολίτες που ζουν στην Ισπανία γιορτάζουν στην πλατεία Puerta del Sol μετά την σύλληψη του Βενεζουελάνος ηγέτη Nicolás Maduro από τις αμερικανικές δυνάμεις, οι οποίες εξαπέλυσαν επίθεση στη Βενεζουέλα, στη Μαδρίτη στις 3 Ιανουαρίου 2026. Pierre-Philippe Marcou/AFP μέσω Getty Images

 

Πρόσθεσε ότι η ουγγρική κυβέρνηση επιτελεί το καθήκον της διασφαλίζοντας την ασφάλεια των πολιτών της στη Βενεζουέλα και ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις. Στις 5 Ιανουαρίου, ο Όρμπαν δήλωσε ότι η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να ανατρέψει τον Μαδούρο αναμένεται να έχει θετικό αντίκτυπο στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.

Κατά τη διάρκεια της ετήσιας συνέντευξης Τύπου προς τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, ο Ούγγρος πρωθυπουργός δήλωσε: «Αυτό που θεωρώ σημαντικό για την Ουγγαρία είναι ότι, μαζί με τη Βενεζουέλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούν, κατά την εκτίμησή μου, να ελέγχουν το 40% έως 50% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου».

«Πρόκειται για μια ισχύ που είναι ήδη ικανή να επηρεάσει σημαντικά τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας. Βλέπω σοβαρές πιθανότητες ότι, ως αποτέλεσμα της ανάληψης ελέγχου της Βενεζουέλας, θα προκύψει μια ευνοϊκότερη παγκόσμια ενεργειακή κατάσταση για την Ουγγαρία — και αυτό είναι καλό νέο», πρόσθεσε.

Η Ουγγαρία ανησυχεί ιδιαίτερα για τις τιμές της ενέργειας. Τον Νοέμβριο, ο Τραμπ χορήγησε στην Ουγγαρία μονοετή εξαίρεση από τις κυρώσεις στη ρωσική ενέργεια, κάτι που ο Όρμπαν χαρακτήρισε αναγκαίο, καθώς η χώρα δεν διαθέτει πρόσβαση στη θάλασσα και εξαρτάται από το ρωσικό πετρέλαιο.

Η Κάλλας επανέλαβε ότι «ο σεβασμός στη βούληση του λαού της Βενεζουέλας παραμένει ο μόνος δρόμος για την αποκατάσταση της δημοκρατίας και την επίλυση της τρέχουσας κρίσης».

Κάλεσε επίσης «σε ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση από όλους τους εμπλεκόμενους», προκειμένου να αποφευχθεί περαιτέρω κλιμάκωση, προσθέτοντας ότι οι Βρυξέλλες παραμένουν σε στενή επαφή με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους διεθνείς εταίρους.

Με τη συμβολή του Reuters

Ιράν: Η Μοσάντ καλεί τους Iρανούς διαδηλωτές να βγουν στους δρόμους

Η ισραηλινή Μοσάντ προσκάλεσε τους ιρανούς διαδηλωτές να ενισχύσουν τις κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας και τους διαβεβαίωσε για την παρουσία της μαζί τους «επί τόπου», καθώς οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας έχουν επεκταθεί από χθες σε τουλάχιστον δέκα πανεπιστήμια.

«Βγείτε μαζί στους δρόμους. Ηρθε η ώρα. Είμαστε μαζί μας», δηλώνουν μέσω του λογαριασμού τους στο Χ οι μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ που απευθύνονται στην γλώσσα φαρσί στους ιρανούς διαδηλωτές.

«Οχι μόνο από μακριά ή με λόγια. Είμαστε επίσης μαζί σας επί τόπου», αναφέρεται στο μήνυμα που μεταδόθηκε στα εβραϊκά από τον ραδιοφωνικό σταθμό του ισραηλινού στρατού.

Το μήνυμα απευθύνεται λίγες ημέρες μετά την συνάντηση του ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου με τον Ντόναλντ Τραμπ. Μετά τις συνομιλίες, ο αμερικανός πρόεδρος απηύθυνε προειδοποίηση στο Ιράν για νέα πλήγματα αν η Τεχεράνη αποκαταστήσει τα πυρηνικά και τα βαλλιστικά της προγράμματα.

Το Ιράν, που δεν αναγνωρίζει το Ισραήλ, κατηγορεί διαχρονικά το εβραϊκό κράτος για επιχειρήσεις σαμποτάζ κατά των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων και για τις δολοφονίες ιρανών στρατιωτικών, πολιτικών και επιστημόνων.

Η Μοσάντ έχει αποδείξει εδώ και δεκαετίες την ικανότητά της να διεισδύει στα άδυτα της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Το Ιράν και το Ισραήλ εχθροί από την ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας το 1979, διεξήγαγαν τον Ιούνιο πόλεμο 12 ημερών που ξεκίνησε με μεγάλης κλίμακας ισραηλινή επίθεση κατά στρατιωτικών, πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν και κατοικημένων περιοχών.

Στην επίθεση χρησιμοποιήθηκαν, σύμφωνα με τα ισραηλινά και τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, drones τα οποία είχαν εισέλθει στο Ιράν εκ των προτέρων, πύραυλοι και μαχητικά αεροσκάφη.

Τον Ιούλιο 2024, το Ιράν ταπεινώθηκε από την δολοφονία από το Ισραήλ στην Τεχεράνη του Ισμαΐλ Χανίγιε, πολιτικού ηγέτη της Χαμάς.

Το κίνημα διαμαρτυρίας για το υψηλό κόστος διαβίωσης κέρδισε έδαφος χθες στο Ιράν, όπου ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν δήλωσε ότι ακούει τις «θεμιτές διεκδικήσεις» των διαδηλωτών.

Σήμερα, ο γενικός εισαγγελέας προειδοποίησε ότι η ιρανική δικαστική εξουσία θα επιδείξει «αυστηρότητα» αν οι διαδηλώσεις εργαλειοποιηθούν με σκοπό την αποσταθεροποίηση.

«Από δικαστική άποψη, οι ειρηνικές διαδηλώσεις για την υπεράσπιση των μέσων διαβίωσης (…) είναι κατανοητές», δήλωσε ο Μοχάμαντ Μοβαχέντι-Αζάντ, σύμφωνα με την κρατική τηλεόραση.

«Κάθε απόπειρα μετατροπής των οικονομικών διαδηλώσεων σε εργαλείο ανασφάλειας, καταστροφής των δημοσίων αγαθών ή υλοποίησης σεναρίων κατασκευασμένων στο εξωτερικό θα συνοδευθεί από νόμιμη, αναλογική και αυστηρή απάντηση», προειδοποίησε.

ΕΚ

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Νότια Κορέα: Κατηγορίες για δωροδοκία και ανάμιξη σε κρατικές υποθέσεις κατά της τέως πρώτης κυρίας

Εισαγγελείς κατηγόρησαν σήμερα την τέως πρώτη κυρία της Νότιας Κορέας, Κιμ Κον Χι, ότι έλαβε δωροδοκίες σε είδος —συγκεκριμένα είδη πολυτελείας, όπως έργα τέχνης, κοσμήματα και τσάντες— συνολικής αξίας άνω των 200.000 αμερικανικών δολαρίων, καθώς και ότι αναμίχθηκε σε κρατικές υποθέσεις, σύμφωνα με ανακοίνωση της ειδικής εισαγγελίας.

Η σύζυγος του παυθέντος προέδρου Γιουν Σοκ-γελ συνελήφθη τον Αύγουστο και βρίσκεται αντιμέτωπη με σειρά κατηγοριών, μεταξύ άλλων για χειραγώγηση του χρηματιστηρίου, παθητική διαφθορά και παραβίαση της εκλογικής νομοθεσίας.

Σε ανακοίνωση που δόθηκε στη δημοσιότητα έπειτα από έρευνα, ο ειδικός εισαγγελέας Μιν Τζουνγκ-γκι ανέφερε ότι οι νοτιοκορεατικοί θεσμοί «κλονίστηκαν σοβαρά από τις καταχρήσεις εξουσίας» της Κιμ.

Άλλος εισαγγελικός λειτουργός δήλωσε ότι η πρώην πρώτη κυρία «αναμίχθηκε παράνομα στις υποθέσεις του κράτους στο παρασκήνιο, μακριά από τη δημόσια θέα».

Η εισαγγελία κατηγορεί την Κιμ ότι έλαβε δωροδοκίες συνολικού ύψους 377,25 εκατ. γουόν (223.000 ευρώ), από επιχειρηματίες και πολιτικούς. Φέρεται ακόμη να έλαβε δύο τσάντες του οίκου Chanel και διαμαντένιο κολιέ, καθώς και άλλα ακριβά είδη, στο πλαίσιο επαφών που συνδέονται με την Εκκλησία της Ενοποίησης, σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση.

Ο πρώην πρόεδρος Γιουν αρνήθηκε, κατά την ανάκρισή του, ότι ήταν ενήμερος για τις συναλλαγές αυτές, κάτι που οι εισαγγελείς δήλωσαν ότι δυσκολεύονται να αποδεχθούν.

Στις 3 Δεκεμβρίου 2025, η εισαγγελία ζήτησε να επιβληθεί στην Κιμ ποινή κάθειρξης 15 ετών και πρόστιμο δύο δισεκατομμυρίων γουόν, κρίνοντας ότι συμπεριφέρθηκε σαν να ήταν «υπεράνω του νόμου» και ότι συνεργάστηκε με θρησκευτική οργάνωση, γεγονός που, κατά τους εισαγγελείς, εγείρει ζητήματα σε σχέση με τον συνταγματικό διαχωρισμό κράτους και θρησκείας.

Η Κιμ αρνείται όλες τις κατηγορίες, τις οποίες χαρακτηρίζει «βαθιά άδικες».

Ο πρώην πρόεδρος Γιουν είχε κηρύξει στρατιωτικό νόμο τον Δεκέμβριο του 2024, ο οποίος ήρθη λίγες ώρες αργότερα, προκαλώντας σοβαρή πολιτική κρίση στη Νότια Κορέα.

Ο Γιουν απομακρύνθηκε από την προεδρία το 2025, ενώ βρίσκεται αντιμέτωπος με ποινική διαδικασία για την υπόθεση του στρατιωτικού νόμου, με τις κατηγορίες να σχετίζονται με συνωμοσία για ανταρσία, σύμφωνα με τα διεθνή πρακτορεία.

Ήταν η πρώτη φορά στη χώρα που πρώην πρόεδρος και η σύζυγός του τέθηκαν και οι δύο υπό κράτηση, σε διαφορετικές ποινικές υποθέσεις.

Το δικαστήριο αναμένεται να εκδώσει την απόφασή του για την υπόθεση της Κιμ στις 28 Ιανουαρίου 2026.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ταϊβάν: Θεσμική αντιπαράθεση για τον προϋπολογισμό και τον νόμο κατανομής πόρων

Η Ταϊβάν βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σπάνια πολιτική κρίση, αφού η εκτελεστική εξουσία αρνήθηκε να θέσει σε εφαρμογή τροπολογίες σε νόμο για τις κρατικές δαπάνες που πέρασαν από τη Βουλή, η οποία ελέγχεται από την αντιπολίτευση, αναδεικνύοντας την εσωτερική πόλωση καθώς το νησί αντιμετωπίζει κλιμακούμενη στρατιωτική πίεση και εξαναγκασμό από την Κίνα.

Η κυβέρνηση του προέδρου Λάι Τσινγκ-τε έχει δηλώσει ότι οι τροπολογίες υπονομεύουν τη δημοσιονομική βιωσιμότητα και συντάχθηκαν χωρίς την απαιτούμενη διαβούλευση. Με βάση τις τροπολογίες, η κεντρική κυβέρνηση της Ταϊβάν θα υποχρεωνόταν να κατανέμει μεγαλύτερο μερίδιο των εσόδων της προς τις τοπικές κυβερνήσεις.

Ο Λάι έχει δηλώσει ότι οι τροπολογίες στον νόμο, ο οποίος επισήμως ονομάζεται Act Governing the Allocation of Government Revenues and Expenditures («Νόμος περί κατανομής των κρατικών εσόδων και δαπανών»), θα ανάγκαζαν την κεντρική κυβέρνηση να δανειστεί έως 563,7 δισ. δολάρια Ταϊβάν (περίπου 15,2 δισ. ευρώ) το 2026, παραβιάζοντας το ανώτατο όριο ελλείμματος που προβλέπεται από τον νόμο Public Debt Act («Νόμος περί δημόσιου χρέους») του νησιού.

Η αντιπολίτευση, η οποία χαρακτήρισε τον Λάι «δικτάτορα» λόγω της απόφασής του να μην προχωρήσει στην επίσημη δημοσίευση των τροπολογιών, έχει δηλώσει ότι θα κινήσει διαδικασίες παραπομπής του στη Βουλή στις 26 Δεκεμβρίου.

Η αντιπολίτευση έχει επίσης καταθέσει αίτημα στο Control Yuan, τον ανώτατο κυβερνητικό θεσμό εποπτείας της Ταϊβάν, προκειμένου να ξεκινήσει έρευνα και να εξεταστεί το ενδεχόμενο παραπομπής του πρωθυπουργού της Ταϊβάν, Τσο Γιουνγκ-τάι, ο οποίος αρνήθηκε να προσυπογράψει τις τροπολογίες.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ταϊβάν, ο πρωθυπουργός πρέπει να προσυπογράφει τη νομοθεσία προτού ο πρόεδρος μπορέσει να την επικυρώσει και να τη θέσει σε ισχύ.

Ακολουθούν όσα οδήγησαν στην κρίση αυτή και το πώς θα μπορούσαν να εξελιχθούν τα γεγονότα.

Οι εκλογές του 2024

Τον Ιανουάριο του 2024, ο Λάι κέρδισε τις προεδρικές εκλογές με διαφορά σχεδόν 920.000 ψήφων από τον δεύτερο, τον Χόου Γιου-ιχ, υποψήφιο του Κουομιντάνγκ (KMT). Η νίκη του Λάι έδωσε στο Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα (DPP) μια πρωτοφανή τρίτη συνεχόμενη θητεία, ύστερα από οκτώ χρόνια υπό την ηγεσία της Τσάι Ινγκ-γουέν.

Παρά τη νίκη στις προεδρικές εκλογές, το DPP έχασε την πλειοψηφία στη Βουλή, η οποία πέρασε στο KMT και στον πολύ μικρότερο σύμμαχό του, το Λαϊκό Κόμμα της Ταϊβάν (TPP), μετά τις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν την ίδια ημέρα με τις προεδρικές εκλογές.

Το DPP κέρδισε 51 έδρες στη Βουλή των 113 εδρών, ενώ το KMT κέρδισε 52 έδρες και το TPP 8 έδρες.

Διατηρώντας την προεδρία, το DPP διατηρεί τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας της Ταϊβάν.

Μετά τις εκλογές του 2024, η αντιπολίτευση έχει χρησιμοποιήσει την πλειοψηφία της για να μπλοκάρει ή να παρεμποδίσει βασικές κυβερνητικές προτάσεις, συμπεριλαμβανομένου του προϋπολογισμού, ενώ ταυτόχρονα προωθεί τη δική της ατζέντα, οδηγώντας σε επαναλαμβανόμενο αδιέξοδο ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και το νομοθετικό σώμα.

Τόσο το DPP όσο και η αντιπολίτευση έχουν κατηγορήσει η μία πλευρά την άλλη ότι παραβιάζει το Σύνταγμα στη συνεχιζόμενη διαμάχη για τις κρατικές δαπάνες.

Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, μια προσπάθεια ανάκλησης που ηγήθηκαν ομάδες πολιτών και υποστηρίχθηκε από το DPP απέτυχε, καθώς και οι 31 στοχευμένοι βουλευτές του KMT διατήρησαν τις έδρες τους. Οι επικριτές των βουλευτών του KMT τους έχουν κατηγορήσει ότι είναι υπερβολικά φιλικοί προς την κομμουνιστική Κίνα, ενώ οι βουλευτές δήλωσαν ότι επιδιώκουν να προωθήσουν την ειρήνη και να αποφύγουν συγκρούσεις.

Παραπομπή

Για να παραπεμφθεί ο Λάι θα απαιτούνταν πλειοψηφία δύο τρίτων στη Βουλή, όριο που η αντιπολίτευση δεν διαθέτει αριθμητικά.

Ακόμη κι αν περνούσε, κάτι που θεωρείται εξαιρετικά απίθανο, το μέτρο θα χρειαζόταν και απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο έχει σε μεγάλο βαθμό περιέλθει σε αδράνεια λόγω ξεχωριστής διαμάχης ανάμεσα στην κυβέρνηση Λάι και την αντιπολίτευση σχετικά με τον διορισμό νέων δικαστών.

Σήμερα, το δικαστήριο των 15 εδρών έχει οκτώ δικαστές, αφού επτά ολοκλήρωσαν τη θητεία τους στα τέλη του 2024, και η αντιπολίτευση έχει απορρίψει τις υποψηφιότητες για να καλυφθούν τα κενά.

Το δικαστήριο απαιτεί πλέον ελάχιστο αριθμό 10 δικαστών για να εκδικάσει και να αποφανθεί επί υπόθεσης, μετά την έναρξη ισχύος νέων νομοθετικών τροπολογιών τον Ιανουάριο.

Υπάρχει επίσης ένα πιθανό σενάριο κατά το οποίο η αντιπολίτευση θα μπορούσε να περάσει πρόταση δυσπιστίας κατά του Τσο. Αν η πρόταση εγκριθεί, ο Λάι θα έχει τη δυνατότητα να διαλύσει τη Βουλή μέσα σε 10 ημέρες, με νέες βουλευτικές εκλογές να διεξάγονται εντός 60 ημερών.

Το DPP έχει δηλώσει ότι η αντιπολίτευση μπορεί να επιχειρήσει να απομακρύνει τον Τσο από το αξίωμά του μέσω ψήφου δυσπιστίας, ωστόσο βουλευτές του KMT έχουν υποδείξει ότι δεν σκοπεύουν να προχωρήσουν σε τέτοια κίνηση, ώστε να αποφύγουν την ενεργοποίηση νέων εκλογών.

Απειλή από την Κίνα

Η πολιτική κρίση στην Ταϊβάν εκτυλίσσεται με φόντο την κλιμακούμενη κινεζική στρατιωτική πίεση και τον εξαναγκασμό που ασκούνται κατά της Ταϊβάν και της κυβέρνησης Λάι.

Το κινεζικό κομμουνιστικό καθεστώς θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της επικράτειάς του και δεν έχει αποκλείσει τη χρήση στρατιωτικής δύναμης για να καταλάβει το νησί. Το καθεστώς θεωρεί τον Λάι «αυτονομιστή» λόγω της δημόσιας υπεράσπισής του της κυριαρχίας της Ταϊβάν.

Τον Νοέμβριο, ο Λάι ανακοίνωσε νέα προτεινόμενη αμυντική δαπάνη ύψους 40 δισ. δολαρίων, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο στρατιωτικής επίθεσης του Πεκίνου στο νησί έως το 2027. Ο τελευταίος προϋπολογισμός, σύμφωνα με τον Λάι, θα κατανεμηθεί από το 2026 έως το 2033 για έργα που περιλαμβάνουν την κατασκευή ενός συστήματος αεράμυνας με την ονομασία «Taiwan Dome».

Η κυβέρνηση Λάι και η αντιπολίτευση συγκρούονται επίσης για τις νέες στρατιωτικές δαπάνες. Στις 23 Δεκεμβρίου, η αντιπολίτευση μπλόκαρε τις συνομιλίες για το νομοσχέδιο του αμυντικού προϋπολογισμού για τέταρτη φορά.

Δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε στις 22 Δεκεμβρίου από το Taiwanese Public Opinion Foundation έδειξε ότι περίπου το 54% των ερωτηθέντων αποδοκίμασε το μπλοκάρισμα της αντιπολίτευσης στην εξέταση του αμυντικού προϋπολογισμού, ενώ περίπου το 30% το ενέκρινε. Η δημοσκόπηση διεξήχθη από τις 15 έως τις 17 Δεκεμβρίου, με δείγμα 1.077 ενηλίκων ηλικίας 20 ετών ή μεγαλύτερων.

Το Πεντάγωνο, στην ετήσια έκθεσή του για τις στρατιωτικές εξελίξεις της Κίνας που δημοσιεύθηκε στις 23 Δεκεμβρίου, ανέφερε ότι «η Κίνα αναμένει πως θα μπορεί να πολεμήσει και να κερδίσει έναν πόλεμο για την Ταϊβάν έως τα τέλη του 2027».

Σύμφωνα με την έκθεση, ο κινεζικός στρατός «συνεχίζει να βελτιώνει πολλαπλές στρατιωτικές επιλογές για να επιβάλει την ενοποίηση της Ταϊβάν με ωμή βία», με αυτές τις επιλογές να περιλαμβάνουν αμφίβια εισβολή, πλήγμα ισχύος πυρός και, πιθανώς, ναυτικό αποκλεισμό.

Οι επερχόμενες εκλογές

Οι επόμενες μεγάλες εκλογές στην Ταϊβάν έχουν προγραμματιστεί για τον Νοέμβριο του 2026, όταν οι ψηφοφόροι θα επιλέξουν δημάρχους, δημοτικούς συμβούλους, επικεφαλής κομητειών και συμβούλους κομητειών.

Παρότι οι επερχόμενες εκλογές επικεντρώνονται κυρίως σε τοπικά ζητήματα, θεωρούνται ευρέως βασικός δείκτης κομματικής στήριξης ενόψει των προεδρικών και βουλευτικών εκλογών της Ταϊβάν στις αρχές του 2028.

Στις τελευταίες τοπικές εκλογές του 2022, το KMT εξασφάλισε νίκες σε 13 πόλεις και κομητείες, ενώ το DPP κέρδισε πέντε.

Με πληροφορίες από το Reuters

Ο Κιμ παρακολούθησε δοκιμή πυραύλου μεγάλου βεληνεκούς και εργασίες σε πυρηνοκίνητο υποβρύχιο

Ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας, Κιμ Γιονγκ Ουν, παρακολούθησε την Τετάρτη δοκιμή πυραύλου εδάφους–αέρος μεγάλου βεληνεκούς, σύμφωνα με τα κρατικά μέσα ενημέρωσης, καθώς η χώρα συνεχίζει να αναβαθμίζει τα αμυντικά της συστήματα.

Η δοκιμή, η οποία πραγματοποιήθηκε κοντά στην ανατολική ακτή, αξιολόγησε έναν νέο πύραυλο υψηλού ύψους, ο οποίος, σύμφωνα με το Korean Central News Agency (KCNA), κατέστρεψε με επιτυχία εναέριους στόχους από απόσταση 124 μιλίων.

Σε φωτογραφίες που δημοσίευσαν τα κρατικά μέσα, ο Κιμ εμφανίζεται επίσης να επιθεωρεί εργασίες κατασκευής σε σημείο όπου χτίζεται ένα πυρηνοκίνητο υποβρύχιο 8.700 τόνων, με δυνατότητα εκτόξευσης πυραύλων εδάφους–αέρος. Το KCNA δεν αποκάλυψε την τοποθεσία της επίσκεψης ούτε το πότε αυτή πραγματοποιήθηκε.

Το πρόγραμμα του υποβρυχίου εντάσσεται στην προσπάθεια του κυβερνώντος κόμματος να εκσυγχρονίσει το ναυτικό, μία από τις πέντε κεντρικές αμυντικές πολιτικές. Ο Κιμ έχει δηλώσει, όπως μεταφέρεται από κρατικά μέσα, ότι η πλήρης ανάπτυξη πυρηνικών δυνατοτήτων και ο εκσυγχρονισμός του Ναυτικού είναι αναγκαία, επειδή, όπως υποστήριξε, ο σημερινός κόσμος δεν είναι σε καμία περίπτωση ειρηνικός. Ορισμένοι ειδικοί έχουν αναφέρει ότι το πρόγραμμα υποβρυχίων της Βόρειας Κορέας ενέχει μεγαλύτερες απειλές απ’ ό,τι γενικά γίνεται αντιληπτό.

Ο Κιμ δήλωσε επίσης ότι το πρόγραμμά του αποτελεί απάντηση στο σχέδιο της Νότιας Κορέας για ανάπτυξη πυρηνοκίνητου υποβρυχίου, στο πλαίσιο συμφωνίας με την Ουάσιγκτον.

Σε άλλη ανακοίνωση, τα κρατικά μέσα της Βόρειας Κορέας επέκριναν την πρόσφατη είσοδο πυρηνοκίνητου υποβρυχίου των Ηνωμένων Πολιτειών σε λιμάνι της Νότιας Κορέας, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για πράξη που κλιμακώνει τις στρατιωτικές εντάσεις στην περιοχή.

Το USS Greeneville, πυρηνοκίνητο υποβρύχιο, κατέπλευσε την Τρίτη στο λιμάνι της Μπουσάν για ανάπαυση του πληρώματος και ανεφοδιασμό, σύμφωνα με το Ναυτικό της Νότιας Κορέας.

Τον Ιανουάριο του 2024, η Βόρεια Κορέα είχε ισχυριστεί ότι πραγματοποίησε δοκιμή ενός μη επανδρωμένου υποβρύχιου επιθετικού οχήματος ικανού να μεταφέρει πυρηνική κεφαλή, παρουσιάζοντάς τη ως απάντηση σε ναυτικές ασκήσεις της Νότιας Κορέας και των συμμάχων της. Η συσκευή περιγράφηκε ως ικανή να καταστρέφει πλοία και λιμάνια.

Τον Ιούνιο του 2023, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ελλιμενίσει το πυρηνοκίνητο USS Michigan στη Νότια Κορέα, μετά από εκτοξεύσεις βαλλιστικών πυραύλων της Βόρειας Κορέας προς την αποκλειστική οικονομική ζώνη της Ιαπωνίας, σε μια ανάπτυξη που ήταν η πρώτη τέτοιου είδους στη χώρα έπειτα από έξι χρόνια.

Τον Μάρτιο του 2023, η Βόρεια Κορέα πραγματοποίησε δοκιμή δύο στρατηγικών πυραύλων κρουζ, οι οποίοι πιθανόν είχαν δυνατότητα μεταφοράς πυρηνικής κεφαλής, από υποβρύχιο και, όπως ανέφερε, έπληξαν με επιτυχία έναν υποθαλάσσιο στόχο.

Τον Οκτώβριο του 2021, η Βόρεια Κορέα επιβεβαίωσε ότι εκτόξευσε έναν «νέο τύπο» βαλλιστικού πυραύλου από υποβρύχιο στα ανοικτά της ανατολικής ακτής της, προς τη Θάλασσα της Ιαπωνίας.

Της Kimberly Hayek

Με πληροφορίες από το Associated Press

Γερμανία: Αντιδράσεις στο Βερολίνο για τις ταξιδιωτικές κυρώσεις σε βάρος στελεχών οργάνωσης για την προστασία στο διαδίκτυο

Έντονες αντιδράσεις από την Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προκαλέσει η ταξιδιωτική απαγόρευση που επέβαλαν οι ΗΠΑ στις επικεφαλής της μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα οργάνωσης HateAid, η οποία ασχολείται με την παροχή νομικής και ψυχολογικής υποστήριξης σε άτομα που υφίστανται διακρίσεις, προσβολές ή και απειλές στο διαδίκτυο.

Ο υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ (CDU) καταδίκασε την απόφαση των ΗΠΑ σε βάρος των επικεφαλής της οργάνωσης, Γιοζεφίνε Μπάλον και Άννα-Λένα φον Χόντεμπεργκ, ως «απαράδεκτη» και τόνισε ότι το έργο της HateAid βασίζεται στον Νόμο περί Ψηφιακών Υπηρεσιών (DSA) της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Ο νόμος υιοθετήθηκε δημοκρατικά από την ΕΕ για την ΕΕ και κατοχυρώνει ότι οτιδήποτε είναι παράνομο offline παραμένει παράνομο και online», διευκρίνισε ο κ. Βάντεφουλ με ανάρτησή του στο «Χ».

Στο ίδιο πνεύμα, η ομοσπονδιακή υπουργός Δικαιοσύνης Στέφανι Χούμπιγκ (SPD) εξέφρασε την υποστήριξή στο έργο της HateAid και διαβεβαίωσε ότι η οργάνωση έχει ζωτικής σημασίας συμβολή στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων στο διαδίκτυο. «Αν όσοι επηρεάζονται από τη ρητορική μίσους παραμένουν απροστάτευτοι, τότε ο δημοκρατικός διάλογος δεν είναι ελεύθερος.

Όποιος αυτό το αποκαλεί λογοκρισία, παραποιεί το συνταγματικό μας σύστημα. Η οργάνωση HateAid υποστηρίζει όσους επηρεάζονται, αλλά δεν απαγορεύει η ίδια την ελεύθερη έκφραση γνώμης. Τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης στη Γερμανία ορίζονται από το Σύνταγμα, από τη δημοκρατικά νομιμοποιημένη νομοθετική εξουσία και από μια ανεξάρτητη δικαστική εξουσία», υπογράμμισε η κυρία Χούμπιγκ.

Η αμερικανική κυβέρνηση κατηγορεί τις δύο επικεφαλής της οργάνωσης και στελέχη οργανώσεων από την Γαλλία και την Βρετανία ως «ριζοσπαστικούς ακτιβιστές». «Για πολύ καιρό, οι ιδεολόγοι στην Ευρώπη ηγούνταν οργανωμένων προσπαθειών για να αναγκάσουν τις αμερικανικές πλατφόρμες να τιμωρήσουν τις αμερικανικές απόψεις που δεν τους ταιριάζουν», δήλωσε σχετικά με τις επιβληθείσες ταξιδιωτικές απαγορεύσεις ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.

Εκτός από τις διευθύντριες της HateAid, οι κυρώσεις αφορούν επίσης τον πρώην Επίτροπο της Γαλλίας στην ΕΕ, Τιερί Μπρετόν, ο οποίος θεωρείται ο αρχιτέκτονας της DSA, την Κλερ Μέλφορντ, ιδρύτρια του Παγκόσμιου Δείκτη Παραπληροφόρησης (GDI) της Βρετανίας και τον Ιμράν Αχμέντ, ιδρυτή του Κέντρου για την Καταπολέμηση του Ψηφιακού Μίσους (CCDH) με έδρα τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο. Σύμφωνα με την οργάνωση, ο Αχμέντ ζει στην Ουάσιγκτον και τώρα αντιμετωπίζει κίνδυνο απέλασης από τις ΗΠΑ.

Η HateAid από την πλευρά της καταδίκασε τις κυρώσεις ως «πράξη καταστολής από μια κυβέρνηση που αγνοεί ολοένα και περισσότερο το κράτος δικαίου και προσπαθεί να φιμώσει τους επικριτές της με αδίστακτη βία» και κάλεσε τη γερμανική κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή «να στείλουν ένα σαφές μήνυμα ότι αυτό είναι απαράδεκτο».

Διαφορετικά, προειδοποιεί η οργάνωση, οι ευρωπαϊκοί νόμοι «δεν θα αξίζουν ούτε το χαρτί στο οποίο είναι γραμμένοι». Ο Τιερί Μπρετόν συνέκρινε τις κυρώσεις των ΗΠΑ με το «κυνήγι μαγισσών» φερόμενων ως κομμουνιστών κατά τη διάρκεια της διαβόητης εποχής Μακάρθι στις ΗΠΑ. «Προς τους Αμερικανούς φίλους μας: Η λογοκρισία δεν συμβαίνει εκεί που νομίζετε», έγραψε ο κ. Μπρετόν στο «X».

Ισχυρή απάντηση από τη γερμανική κυβέρνηση ζητούν και οι Πράσινοι. Ο αντιπρόεδρος της Bundestag Όμιντ Νουριπούρ δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να καλέσει άμεσα τον επιτετραμμένο της πρεσβείας των ΗΠΑ, ενώ η αρχηγός του κόμματος Φραντσίσκα Μπράντνερ περιέγραψε τις αμερικανικές αποφάσεις ως «αυταρχική προσπάθεια εκφοβισμού» και «άμεση επίθεση στο κράτος δικαίου στην Ευρώπη».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Τουρκία: Βρέθηκε λύση στο πρόβλημα προσωρινής μετεγκατάστασης της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής

Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή θα μετεγκατασταθεί προσωρινά και επί μία τριετία στο κτήριο του άλλοτε δημοτικού σχολείου της Κοινότητας Ταταούλων, προκειμένου να γίνουν έργα ενίσχυσης της στατικότητας του εμβληματικού ιστορικού κτηρίου της στο Φανάρι, υπό τον φόβο ενδεχόμενου μεγάλου σεισμού στην Κωνσταντινούπολη.

Η διεύθυνση της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής υπό τον Δημήτρη Ζώτο και η Εκκλησιαστική Επιτροπή της Κοινότητας Ταταούλων υπό τον Γιώργο Θεοδωρίδη κατέληξαν σε συμφωνία για την προσωρινή στέγαση της Σχολής στο κτήριο του κοινοτικού ελληνικού δημοτικού σχολείου, το οποίο δεν λειτουργεί λόγω έλλειψης μαθητών.

Η εφορευτική επιτροπή της κοινότητας και ο διευθυντής της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής έγιναν δεκτοί από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, ο οποίος τους συνεχάρη για τη μεταξύ τους συμφωνία και τους έδωσε την ευλογία του.

Η Διεύθυνση Παιδείας της Κωνσταντινουπόλεως είχε ενημερώσει στις 19 Σεπτεμβρίου τη διεύθυνση της Σχολής για την ανάγκη ενίσχυσης της στατικότητας του ιστορικού κτιρίου, που προέκυψε κατόπιν μελετών ειδικών επιστημόνων. Η απόφαση προβλέπει την κτιριακή ενίσχυση και κάποιες επιδιορθώσεις, εργασίες που πρέπει να γίνουν απρόσκοπτα χωρίς την παρουσία μαθητών, καθηγητών και λοιπού προσωπικού εντός του κτηρίου, για λόγους ασφαλείας.

Το εντυπωσιακό κτήριο από κόκκινο τούβλο της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής, που δεσπόζει πάνω από τον Κεράτιο Κόλπο, κατασκευάστηκε στη διετία 1881-1883 σε μια έκταση που παλαιότερα ανήκε στον Δημήτριο Καντεμίρ σε σχέδια του αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δημάδη. Είναι το αρχαιότερο σε λειτουργία ελληνικό εκπαιδευτικό ίδρυμα, με αδιάλειπτη προσφορά 571 ετών. Ιδρύθηκε μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, από τον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο το 1454, ως συνέχεια της Οικουμενικής Πατριαρχικής Σχολής που ιδρύθηκε τον 4ο αιώνα από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο.

Γ. Μανδαλίδης

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ρωσία: Σχέδιο για ηλεκτροπαραγωγό σταθμό στη Σελήνη έως το 2036

Η Ρωσία ανακοίνωσε την πρόθεσή της να εγκαταστήσει ενεργειακό σταθμό στη Σελήνη μέχρι το 2036, σύμφωνα με την κρατική διαστημική υπηρεσία Roscosmos. Σε ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στις 24 Δεκεμβρίου στην εφαρμογή Telegram, αναφέρεται: «Σχεδιάζουμε να δημιουργήσουμε σεληνιακό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής έως το 2036 και έχουμε υπογράψει σχετική σύμβαση με την εταιρεία αεροδιαστημικής τεχνολογίας Lvochkin Association για την υλοποίηση του έργου».

Στόχος του συγκεκριμένου σταθμού είναι η μακροπρόθεσμη παροχή ενέργειας στους καταναλωτές του ρωσικού σεληνιακού προγράμματος και η υποστήριξη των υποδομών του Διεθνούς Σεληνιακού Ερευνητικού Σταθμού. Όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση της Roscosmos: «Ο Διεθνής Σεληνιακός Ερευνητικός Σταθμός, που αποτελεί κοινή πρωτοβουλία Ρωσίας και Κίνας, θα αναλάβει αρμοδιότητες όπως η ανάπτυξη διαστημικών σκαφών, εδαφικές πειραματικές δοκιμές, πτητικά τεστ και η εγκατάσταση υποδομών στη Σελήνη».

Το εγχείρημα θεωρείται κομβικό βήμα για την εγκαθίδρυση μόνιμου επιστημονικού σταθμού στη Σελήνη, μεταβαίνοντας από μεμονωμένες αποστολές σε μακροπρόθεσμο πρόγραμμα εξερεύνησης.

Στο πλευρό της Roscosmos βρίσκονται ο κρατικός πυρηνικός οργανισμός της Ρωσίας Rosatom και το Ινστιτούτο Κουρτσάτοφ, ενώ η συνεργασία αυτή αφήνει να εννοηθεί ότι ο σεληνιακός σταθμός θα λειτουργεί με πυρηνική ενέργεια. Ο επικεφαλής της Roscosmos, Ντμίτρι Μπακούνοφ, είχε δηλώσει παλαιότερα: «Ένας από τους στόχους μας είναι να εγκαταστήσουμε πυρηνικό σταθμό στη Σελήνη και να εξερευνήσουμε την Αφροδίτη, γνωστή και ως αδελφό πλανήτης της Γης».

Η Μόσχα στηρίζει ανέκαθεν το διαστημικό της γόητρο, ειδικά από την εποχή που ο σοβιετικός κοσμοναύτης Γιούρι Γκαγκάριν έγινε ο πρώτος άνθρωπος στο διάστημα το 1961. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες, η Ρωσία έχει μείνει πίσω σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα στον τομέα της διαστημικής εξερεύνησης.

Η ανακοίνωση της Roscosmos έγινε λίγες ημέρες μετά την εκτελεστική εντολή του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος υπογράμμισε την ανάγκη διατήρησης της αμερικανικής υπεροχής στον διαστημικό τομέα. Ο Τραμπ σημείωσε:

«Η υπεροχή στο διάστημα αντικατοπτρίζει το εθνικό όραμα και τη βούληση και οι τεχνολογίες που αναπτύσσουν οι Αμερικανοί συμβάλλουν ουσιαστικά στη δύναμη, την ασφάλεια και την ευημερία του έθνους».

Τόνισε παράλληλα πως οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να ακολουθήσουν διαστημική πολιτική που θα επεκτείνει τα όρια της ανθρώπινης εξερεύνησης και θα διασφαλίζει κρίσιμα εθνικά και οικονομικά συμφέροντα, συμπεριλαμβάνοντας:

– Την επέκταση της ανθρώπινης παρουσίας και της αμερικανικής ηγεσίας στον διαστημικό χώρο

– Την προστασία εθνικών και οικονομικών συμφερόντων στο διάστημα

– Την αξιοποίηση της αμερικανικής ιδιωτικής πρωτοβουλίας για την ανάπτυξη δυναμικής διαστημικής οικονομίας

– Τη θεμελίωση της επόμενης εκατονταετίας διαστημικών επιτευγμάτων μέσω προηγμένων τεχνολογιών

Οι συγκεκριμένοι στόχοι περιλαμβάνουν την επιστροφή Αμερικανών στη Σελήνη έως το 2028, την προετοιμασία πυρηνικού αντιδραστήρα για εκτόξευση στη σεληνιακή επιφάνεια ως το 2030 και την εξεύρεση εμπορικής λύσης για τη διαδοχή του Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού.

Ο πρόεδρος επισήμανε, επίσης, ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να θέσουν πρότυπα για διαστημικές επιχειρήσεις εν όψει αποστολών προς τον Άρη στο μέλλον.

Καθώς η προτεραιοποίηση της διαστημικής δραστηριότητας εντείνεται, η NASA προετοιμάζει την αποστολή Artemis II, με στόχο να στείλει επανδρωμένο πλήρωμα σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη για πρώτη φορά από το 1972. Το παράθυρο εκτόξευσης ανοίγει στις αρχές Φεβρουαρίου, με την τελική ημερομηνία να μην ξεπερνά την 30ή Απριλίου.

ΣΑ ΟΗΕ: Έκτακτη συνεδρίαση για την ένταση ΗΠΑ–Βενεζουέλας και εκκλήσεις για αποκλιμάκωση

Το απόγευμα της 23ης Δεκεμβρίου 2025, το Συμβούλιο Ασφαλείας συνεδρίασε εκτάκτως, κατόπιν αιτήματος της Βενεζουέλας, η οποία στις 17 Δεκεμβρίου κατήγγειλε «αμερικανική επιθετικότητα». Τη σύγκληση της συνεδρίασης υποστήριξαν η Κίνα και η Ρωσία.

Κατά την ενημέρωση προς το Συμβούλιο Ασφαλείας, ανώτερος αξιωματούχος της Γραμματείας του ΟΗΕ παρουσίασε στοιχεία για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στην Καραϊβική, την κλιμάκωση της ρητορικής εκατέρωθεν και τις ανησυχίες για πιθανές παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου. Σύμφωνα με την ενημέρωση, καταγράφεται ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας στη νότια Καραϊβική, με την Ουάσιγκτον να χαρακτηρίζει τις επιχειρήσεις της «μη διεθνή ένοπλη σύγκρουση» και να επικαλείται το Άρθρο 51 του Χάρτη του ΟΗΕ. Παράλληλα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι θα χρησιμοποιήσει «όλη τη δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών για να αντιμετωπίσει και να εξαλείψει […] τα καρτέλ ναρκωτικών, ανεξάρτητα από το πού δρουν».

Η Βενεζουέλα υποστηρίζει ότι τα μέτρα συνιστούν απειλή για τη διεθνή ειρήνη και παραβίαση της αρχής περί μη απειλής και χρήσης βίας, κάνοντας λόγο για «αεροπορικό αποκλεισμό» και «μονομερή ναυτικό αποκλεισμό». Στο ίδιο πλαίσιο, ο ICAO υπενθύμισε ότι «κάθε κράτος έχει πλήρη και αποκλειστική κυριαρχία επί του εναέριου χώρου πάνω από το έδαφός του».

Έγινε επίσης αναφορά σε συνεχιζόμενες εντάσεις, με κατασχέσεις δεξαμενόπλοιων, νέες κυρώσεις και στρατιωτικές αναχαιτίσεις στη θαλάσσια περιοχή. Ορισμένα κράτη υποστήριξαν τις ΗΠΑ, ενώ άλλα προειδοποίησαν για «στρατιωτικοποίηση της νότιας Καραϊβικής». Επισημάνθηκε η επιδείνωση της ανθρωπιστικής κατάστασης στη Βενεζουέλα και η ανάγκη διασφάλισης βασικών υπηρεσιών, με εκκλήσεις για άρση κυρώσεων. Ο ΟΗΕ δήλωσε έτοιμος να μεσολαβήσει και να προσφέρει τις «καλές του υπηρεσίες», εφ’ όσον το ζητήσουν οι δύο πλευρές.

Ο αναπληρωτής μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας Ιωάννης Σταματέκος, κατά την τοποθέτησή του, εξέφρασε ανησυχία για περαιτέρω κλιμάκωση των εντάσεων στην Καραϊβική και τόνισε την ανάγκη πλήρους σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου, ιδίως του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Υπογράμμισε, ακόμη, τη σημασία του σεβασμού του Δικαίου της Θάλασσας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), και δήλωσε ότι η Ελλάδα στηρίζει τις περιφερειακές προσπάθειες κατά της διακίνησης ναρκωτικών και του οργανωμένου εγκλήματος. Επανέλαβε, τέλος, την ετοιμότητα της χώρας να υποστηρίξει όλες τις διμερείς, περιφερειακές και διεθνείς προσπάθειες αποκλιμάκωσης μέσω διαλόγου και διπλωματίας.

Ο μόνιμος αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Μάικλ Γουώλτς δήλωσε ότι οι ΗΠΑ «δεν αναγνωρίζουν τον Νικολάς Μαδούρο ή τους συνεργάτες του ως νόμιμη κυβέρνηση της Βενεζουέλας»: «Για την αμερικανική δικαιοσύνη, ο  Νικολάς Μαδούρο είναι φυγάς και επικεφαλής της ξένης τρομοκρατικής οργάνωσης Cártel de los Soles. Στην πραγματικότητα, ο Μαδούρο και το καθεστώς του έκλεψαν τις εκλογές, και η διεθνής κοινότητα διαθέτει τα αποδεικτικά στοιχεία», είπε.

Ο Γουώλτς τόνισε ότι «ο πρόεδρος Τραμπ έχει διατυπώσει με απόλυτη σαφήνεια ότι θα αξιοποιήσει όλη την ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών […] για να αντιμετωπίσει και να εξαρθρώσει τα καρτέλ ναρκωτικών», και δήλωσε ότι «η πιο σοβαρή απειλή για το ημισφαίριό μας προέρχεται από διεθνή τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα, [τα οποία είναι] «εξελιγμένα, εξαιρετικά τεχνικά ικανά, καλά χρηματοδοτούμενα [και προκαλούν] τεράστιες καταστροφές». Κλείνοντας, ανέφερε ότι «είναι οι ενέργειες και οι πολιτικές του παράνομου καθεστώτος Μαδούρο που συνιστούν απειλή για την ειρήνη και τη σταθερότητα του ημισφαιρίου μας», προσθέτοντας ότι οι ΗΠΑ «θα κάνουν ό,τι τους επιτρέπει η — σημαντική — δύναμή τους [για να προστατεύσουν] το ημισφαίριό μας, τα σύνορά μας και τον αμερικανικό λαό».

Η εξέλιξη της κρίσης

Από τα μέσα Αυγούστου, οι εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Βενεζουέλας έχουν οξυνθεί. Η Ουάσινγκτον έχει ενισχύσει τη στρατιωτική της παρουσία στη νότια Καραϊβική, επικαλούμενη την ανάγκη περιορισμού της διακίνησης ναρκωτικών. Μεταξύ 2 Σεπτεμβρίου και 23 Δεκεμβρίου 2025, οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν 29 πλήγματα στην Καραϊβική και στον Ειρηνικό εναντίον σκαφών που –κατά τις ανακοινώσεις τους– μετέφεραν ναρκωτικά, με αποτέλεσμα να αναφέρονται τουλάχιστον 105 νεκροί (τα στοιχεία δεν έχουν επαληθευτεί από τον ΟΗΕ).

Ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα Φόλκερ Τουρκ δήλωσε ότι τα πλήγματα παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα χαρακτήρισε «απαράδεκτα» και ζήτησε από τις ΗΠΑ να τα τερματίσουν, αναφερόμενος σε «εξωδικαστικές εκτελέσεις». Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, χαρακτηρίζουν νόμιμες τις επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας ότι βρίσκονται σε «ένοπλη σύγκρουση» με καρτέλ ναρκωτικών, τα οποία η κυβέρνηση Τραμπ έχει χαρακτηρίσει ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις.

Η συνεδρίαση της 10ης Οκτωβρίου

Το Συμβούλιο Ασφαλείας είχε συνεδριάσει ξανά για το θέμα στις 10 Οκτωβρίου 2025, επίσης μετά από αίτημα της Βενεζουέλας. Τότε, η Βενεζουέλα απέρριψε τους αμερικανικούς ισχυρισμούς και υποστήριξε ότι ο στόχος των ΗΠΑ είναι «αλλαγή καθεστώτος» και ο έλεγχος των φυσικών πόρων της χώρας, προειδοποιώντας ότι η στρατιωτική κινητοποίηση και η ρητορική της Ουάσινγκτον δείχνουν πως μια ένοπλη επίθεση «ενδέχεται να συμβεί πολύ σύντομα». Ο Βοηθός Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Μίροσλαβ Γέντζα κάλεσε και τις δύο πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να επιλύσουν ειρηνικά τις διαφορές τους, υπογραμμίζοντας ότι η αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τον Χάρτη του ΟΗΕ.

Με επιστολή της στις 17 Δεκεμβρίου 2025, η Βενεζουέλα απέρριψε κάθε αμερικανική διεκδίκηση στα αποθέματα πετρελαίου της χώρας, τονίζοντας ότι οι απειλές της Ουάσινγκτον παραβιάζουν το άρθρο 2(4) του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Ζήτησε επίσης από το Συμβούλιο Ασφαλείας να αντιμετωπίσει τη «συνεχιζόμενη επιθετικότητα». Την ίδια ημέρα, ο Γενικός Γραμματέας Αντόνιο Γκουτέρες είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Νικολάς Μαδούρο, επαναλαμβάνοντας την ανάγκη «σεβασμού του διεθνούς δικαίου, ιδιαίτερα του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, αποφυγής κλιμάκωσης και διατήρησης της περιφερειακής σταθερότητας».

Προσπάθεια υιοθέτησης προεδρικής δήλωσης ΣΑ ΟΗΕ

Στα τέλη Οκτωβρίου, η Ρωσία κυκλοφόρησε σχέδιο προεδρικής δήλωσης του Συμβουλίου Ασφαλείας για την κατάσταση στην Καραϊβική, με γενικές εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση, διάλογο και πολυμερείς μηχανισμούς, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα κράτη. Αν και αρκετά μέλη συμφώνησαν επί της αρχής, οι ΗΠΑ αντιτάχθηκαν σε οποιοδήποτε επίσημο κείμενο, με αποτέλεσμα η Μόσχα να αποσύρει το σχέδιο.

Της Γεωργίας Γαραντζιώτη

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Στέιτ Ντιπάρτμεντ: Η θέση των ΗΠΑ για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν έχει αλλάξει

Η θέση της αμερικανικής κυβέρνησης για την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 παραμένει αμετάβλητη, καθώς, όπως επισημαίνει το γραφείο Νομοθετικών Υποθέσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι ΗΠΑ παραμένουν πλήρως αφοσιωμένες στην εφαρμογή του νόμου CAATSA (Νόμος για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων). Η συγκεκριμένη νομοθεσία αποτρέπει την Τουρκία να αποκτήσει τα μαχητικά F-35, λόγω της κατοχής του ρωσικού συστήματος των S-400.

«Η θέση των ΗΠΑ σχετικά με την απόκτηση και τη συνεχιζόμενη κατοχή από την Τουρκία του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400 δεν έχει αλλάξει, και οι απαιτήσεις για την Τουρκία προκειμένου να αποκτήσει αεροσκάφη F-35 των ΗΠΑ είναι σαφείς και πλήρως συνεπείς με το Άρθρο 1245 του Νομοσχεδίου για τον Αμυντικό Προϋπολογισμό (NDA) του 2020», τονίζεται χαρακτηριστικά.

H συγκριμένη αναφορά έγινε από τον Πολ Γκουαγλιανόνε, ανώτερο αξιωματούχο του Γραφείου Νομοθετικών Υποθέσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ήρθε ως απάντηση στην επιστολή που είχε στείλει στις 25 Σεπτεμβρίου ο βουλευτής Κρις Πάπας μαζί με άλλους 19 βουλευτές στον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.

Η επιστολή των βουλευτών είχε σταλεί εν μέσω των πληροφοριών που ήθελαν τις συνομιλίες μεταξύ της αμερικανικής κυβέρνησης και της Τουρκίας για την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 να βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο. Στην επιστολή του Σεπτεμβρίου, οι βουλευτές εξέφραζαν τις ενστάσεις και τις ανησυχίες τους για την πιθανή πώληση μαχητικών F-35 αλλά και F-16 στην Άγκυρα

Στην απαντητική επιστολή, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επισημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ενημερώσει επισήμως την τουρκική κυβέρνηση για το ισχύον νομικό και πολιτικό πλαίσιο που διέπει την απόκτηση ρωσικού αμυντικού εξοπλισμού και τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται για τη δυνατότητα προμήθειας των μαχητικών F-35.

Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι η Ουάσιγκτον έχει καταστήσει σαφή τη δυσαρέσκειά της για την προμήθεια των S-400 από την Άγκυρα, καθώς και για τις δεσμευτικές νομικές υποχρεώσεις που απορρέουν από την τροπολογία που υπάρχει στο νομοσχέδιο για τον αμυντικό προϋπολογισμό (NDAA) και νόμο CAATSA.

Σεβασμός στον εποπτικό ρόλο του Κογκρέσου

Η επιστολή αναφέρει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σέβονται τον εποπτικό ρόλο του Κογκρέσου στις μεταφορές οπλικών συστημάτων και επισημαίνει πως η αμερικανική πλευρά χαιρετίζει τη συνέχιση του διαλόγου για την εξισορρόπηση της ετοιμότητας του ΝΑΤΟ με τους περιορισμούς που επιβάλλονται από την αμερικανική νομοθεσία και πολιτική.

Πώληση F-16 και ρόλος της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ

Η επιστολή αναφέρει ότι, βάσει των διατάξεων του Νόμου περί Ελέγχου Εξαγωγών Όπλων, η πώληση των μαχητικών F-16 κοινοποιήθηκε επισήμως στο Κογκρέσο τον Ιανουάριο του 2024 και ότι η προβλεπόμενη περίοδος εξέτασης ολοκληρώθηκε εντός του ίδιου μήνα.

Επισημαίνεται ότι η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στόλο F-16 στο ΝΑΤΟ, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, και διαδραματίζει καίριο ρόλο στην αεράμυνα της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, με την πώληση των αεροσκαφών να αποσκοπεί στη διατήρηση της συμβολής της στη συλλογική ασφάλεια.

Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι η αμυντική σχέση ΗΠΑ-Τουρκίας παραμένει ζωτικής σημασίας για τα συμφέροντα ασφαλείας τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και του ΝΑΤΟ. Στο ίδιο πλαίσιο, η επιστολή σημειώνει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό σύμμαχο της Συμμαχίας, έχοντας συμβάλει, μεταξύ άλλων, με την ανάπτυξη μαχητικών F-16 για την υποστήριξη της αεροπορικής επιτήρησης του ΝΑΤΟ στις Βαλτικές χώρες, καθώς και με την ανάπτυξη τουρκικού αεροσκάφους AWACS στη Λιθουανία, στο πλαίσιο των μέτρων διασφάλισης του ΝΑΤΟ μετά την παραβίαση του λιθουανικού εναέριου χώρου από τη Ρωσία τον Σεπτέμβριο.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ