Σάββατο, 29 Νοέ, 2025

ΗΠΑ: Αεροπορική επίθεση σε σκάφος διακίνησης ναρκωτικών κοντά στη Βενεζουέλα

Ο στρατός των Ηνωμένων Πολιτειών πραγματοποίησε αεροπορική επίθεση την Παρασκευή εναντίον σκάφους που, σύμφωνα με αξιωματούχους, χρησιμοποιούνταν για διακίνηση ναρκωτικών, όπως ανακοίνωσε μέσω κοινωνικών δικτύων ο υπουργός Πολέμου Πητ Χέγκσεθ.

Πρόκειται για το τέταρτο γνωστό πλήγμα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στη θάλασσα της Καραϊβικής από τις αρχές Σεπτεμβρίου. Οι αρχές εξηγούν ότι τα σκάφη πλήττονται λόγω της σύνδεσής τους με καρτέλ ναρκωτικών και συμμορίες, τις οποίες η αμερικανική κυβέρνηση φέτος χαρακτήρισε φέτος ως ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις.

Ο Χέγκσεθ, σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ το πρωί της Τετάρτης, ανέφερε πως, κατόπιν εντολής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, το υπουργείο του διέταξε φονική, κινητική επίθεση σε σκάφος διακίνησης ναρκωτικών που συνδέεται με χαρακτηρισμένες τρομοκρατικές οργανώσεις στην περιοχή ευθύνης. «Τέσσερις ναρκοτρομοκράτες που επέβαιναν στο σκάφος σκοτώθηκαν κατά το πλήγμα, ενώ κανένα αμερικανικό στέλεχος δεν τραυματίστηκε», δήλωσε ο επικεφαλής του Πενταγώνου.

Η επίθεση έλαβε χώρα σε διεθνή ύδατα, ανοιχτά των ακτών της Βενεζουέλας, ενώ το σκάφος μετέφερε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών με κατεύθυνση τις ΗΠΑ, με σκοπό, όπως σημειώθηκε, «να δηλητηριάσουν τον λαό μας».

Ο Χέγκσεθ δεν διευκρίνισε ποια τρομοκρατική οργάνωση εμπλεκόταν στο συγκεκριμένο σκάφος ούτε γνωστοποιήθηκαν περαιτέρω λεπτομέρειες για το πλήγμα. Ανέφερε, ωστόσο, ότι η αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών πιστοποίησε πέραν κάθε αμφιβολίας ότι το σκάφος διακινούσε ναρκωτικά, ότι οι επιβαίνοντες ήταν ναρκοτρομοκράτες και ότι επιχειρούσαν σε γνωστή οδό διακίνησης ναρκωτικών. «Οι επιθέσεις αυτές θα συνεχιστούν έως ότου σταματήσουν οι επιθέσεις κατά του αμερικανικού λαού», πρόσθεσε.

Οι αμερικανικές επιθέσεις  είναι απόρροια του επίσημου χαρακτηρισμού που αποδόθηκε στα καρτέλ ναρκωτικών ως παράνομες μάχιμες οργανώσεων, με την επισήμανση ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται πλέον σε ένοπλη σύγκρουση μαζί τους, σύμφωνα με σχετικό υπόμνημα που εστάλη στο Κογκρέσο από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.

Παρά την αρωγή φίλιων χωρών για την καταπολέμηση αυτών των οργανώσεων, με μεγάλο ανθρώπινο κόστος, οι ομάδες αυτές έχουν εξελιχθεί σε διακρατικά δίκτυα και εξαπολύουν συστηματικές επιθέσεις σε όλη την αμερικανική ήπειρο ως οργανωμένα καρτέλ, αναφέρει έκθεση που περιήλθε στην κατοχή της Epoch Times την Πέμπτη.

Στην ίδια έκθεση σημειώνεται ότι ο Τραμπ έκρινε τα καρτέλ αυτά ως ένοπλες ομάδες μη κρατικών δρώντων, τα ανακήρυξε τρομοκρατικές οργανώσεις και αποφάνθηκε ότι οι ενέργειές τους συνιστούν ένοπλη επίθεση εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών.

Πέρα από το πλήγμα της Παρασκευής, τον περασμένο μήνα ο αμερικανικός στρατός πραγματοποίησε τρεις ακόμη θανατηφόρες επιθέσεις σε σκάφη στην Καραϊβική, για τα οποία η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι μετέφεραν ναρκωτικά.

Τουλάχιστον δύο από αυτές τις επιχειρήσεις έγιναν κατά πλοιαρίων που είχαν αποπλεύσει από τη Βενεζουέλα.

Το σχετικό υπόμνημα δεν έχει ημερομηνία, αλλά κάνει αναφορά σε πλήγμα των ΗΠΑ στις 15 Σεπτεμβρίου, που είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή του σκάφους, των παράνομων ναρκωτικών και τον θάνατο περίπου τριών παράνομων μαχητών.

«Ο αμερικανικός στρατός παρατηρεί λιγότερα σκάφη στην Καραϊβική από τότε που πραγματοποιήθηκε το πρώτο πλήγμα, ωστόσο τα καρτέλ εξακολουθούν να μεταφέρουν ναρκωτικά δια ξηράς. Τώρα μεταφέρουμε το μήνυμα στα καρτέλ ότι θα τα σταματήσουμε και εκεί», δήλωσε ο Τραμπ σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο στις 15 Σεπτεμβρίου.

«Όταν προσπαθήσουν να περάσουν δια ξηράς, θα τα σταματήσουμε με τον ίδιο τρόπο που σταματήσαμε τα πλοία· αλλά ίσως αν το κάνουμε γνωστό δεν θα το τολμήσουν. Αν δεν το τολμήσουν, τόσο το καλύτερο.»

Με πληροφορίες από το Associated Press

Η απομάκρυνση της κυβέρνησης Τραμπ από τις βασικές πρωτοβουλίες του ΟΗΕ

Ανάλυση ειδήσεων

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, στην ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, άσκησε σφοδρή κριτική στον διεθνή οργανισμό, ο οποίος μετρά 80 χρόνια ύπαρξης.

Στην τοποθέτησή του υποστήριξε ότι ο ΟΗΕ απέτυχε τα τελευταία χρόνια να συμβάλει σε ειρηνευτικές συμφωνίες, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι ο ίδιος τερμάτισε επτά πολέμους και συναντήθηκε με τους ηγέτες των εμπλεκόμενων χωρών «χωρίς να λάβει ούτε ένα τηλεφώνημα από τον ΟΗΕ για να βοηθήσει στην ολοκλήρωση των συμφωνιών».

Ο πρόεδρος Τραμπ πρόσθεσε ότι «το μόνο που φαίνεται να κάνουν είναι να συντάσσουν επιστολές με έντονη διατύπωση, τις οποίες ποτέ δεν ακολουθούν με πράξεις. Είναι κούφια λόγια, και τα κούφια λόγια δεν λύνουν πολέμους».

Επιτέθηκε επίσης στον ΟΗΕ κατηγορώντας τον ότι «χρηματοδοτεί επιθέσεις κατά των δυτικών χωρών και των συνόρων τους» μέσω της προώθησης και στήριξης της παράνομης μετανάστευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όσον αφορά τις δράσεις του ΟΗΕ για την αποκαλούμενη κλιματική αλλαγή, τόνισε: «Ολόκληρη η παγκοσμιοποιητική ιδέα ότι οι επιτυχημένες βιομηχανικές χώρες πρέπει να υποβάλουν τον εαυτό τους σε οδυνηρά μέτρα και να διαλύσουν ριζικά τις κοινωνίες τους πρέπει να απορριφθεί εντελώς και άμεσα».

Οι δηλώσεις του αντικατοπτρίζουν τη γενικότερη πολιτική της κυβέρνησής του, η οποία τους τελευταίους οκτώ μήνες έχει λάβει σειρά μέτρων για να απομακρύνει τις ΗΠΑ από τον ΟΗΕ.

Απομάκρυνση από την Ατζέντα 2030

Η πιο χαρακτηριστική ένδειξη είναι ο περιορισμός της αμερικανικής εμπλοκής στην Ατζέντα 2030 για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, που είχε υιοθετηθεί το 2015 από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.

Οι 17 παγκόσμιοι στόχοι της Ατζέντας περιγράφονταν ως «ένα κοινό σχέδιο για την ειρήνη και την ευημερία των ανθρώπων και του πλανήτη», καλύπτοντας σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής: από την παραγωγή και κατανάλωση έως την υγεία, την εκπαίδευση, το κλίμα και το περιβάλλον.

Την πρώτη κιόλας ημέρα της θητείας του, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με τίτλο «Πρώτα η Αμερική στις Διεθνείς Περιβαλλοντικές Συμφωνίες», τερματίζοντας αμέσως τη συμμετοχή των ΗΠΑ σε όλες τις διεθνείς συμφωνίες για το κλίμα, συμπεριλαμβανομένης της Συμφωνίας των Παρισίων, και διατάσσοντας τη διακοπή της αμερικανικής χρηματοδότησης.

Ο Αμερικανός εκπρόσωπος Έντουαρντ Χάρτνεϋ, μιλώντας τον Μάρτιο στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, επανέλαβε την αλλαγή στάσης της Ουάσιγκτον.

Σημείωσε ότι, «παρά την ουδέτερη διατύπωσή τους, η Ατζέντα 2030 και οι Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης προωθούν μια μορφή ήπιας παγκόσμιας διακυβέρνησης που συγκρούεται με την αμερικανική κυριαρχία και θίγει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των πολιτών μας».

Πρόσθεσε ακόμη ότι «οι παγκοσμιοποιητικές πρωτοβουλίες όπως η Ατζέντα 2030 ηττήθηκαν στις εκλογές. Γι’ αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες απορρίπτουν και καταγγέλλουν την Ατζέντα 2030 και τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης και δεν πρόκειται πλέον να τους επαναβεβαιώνουν αυτόματα».

Ο ήλιος της ανατολής διαλύει την πρωινή ομίχλη στο Σάνκσβιλ της Πενσυλβάνια, στις 11 Σεπτεμβρίου 2025. (Jeff Swensen/Getty Images)

 

Η Μάντυ Γκουνασεκάρα, πρώην επιτελάρχης της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος (Environmental Protection Agency – EPA) και βασική αρχιτέκτονας της αποχώρησης από τη Συμφωνία του Παρισιού, υπογράμμισε ότι η απόφαση αυτή ήταν κρίσιμη για την οικονομική ευημερία της χώρας.

Η Γκουνασεκάρα υπογράμμισε ότι «η αποχώρηση από τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα, η οποία κοστίζει θέσεις εργασίας, αποτέλεσε καθοριστικό βήμα για την απόρριψη παγκοσμιοποιητικών πλαισίων που πλήττουν την αμερικανική ευημερία». Υπενθύμισε ότι οι δικές της προσπάθειες είχαν επαινεθεί από τον πρόεδρο σε ανάρτησή του στο Truth Social τον Ιούλιο.

Πρόσθεσε ακόμη ότι «η περαιτέρω αποδέσμευση από τη Σύμβαση-Πλαίσιο του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή, η οποία αποτελεί τη βάση αυτών των αντιαμερικανικών πρωτοβουλιών, θα ενίσχυε την εθνική κυριαρχία και θα απελευθέρωνε το οικονομικό δυναμικό της χώρας».

Αποχωρήση από διεθνείς οργανισμούς

Τον Ιούλιο η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι, εκτός από την αποχώρηση από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), απορρίπτει και τις προτεινόμενες τροπολογίες στους Διεθνείς Υγειονομικούς Κανονισμούς, καθώς, όπως δήλωσε ο υπουργός υγείας Ρόμπερτ Φ. Κέννεντυ Τζ. ανοίγουν τον δρόμο για «διαχείριση αφηγήματος και λογοκρισία» αντίστοιχη με την περίοδο της πανδημίας.

Τόνισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σε θέση να συνεργάζονται με άλλες χώρες χωρίς να διακινδυνεύουν τις ατομικές ελευθερίες, χωρίς να πλήττουν το Σύνταγμα και χωρίς να παραχωρούν την πολύτιμη εθνική τους κυριαρχία.

Λίγο αργότερα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε την αποχώρηση των ΗΠΑ από την UNESCO.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σε ανακοίνωσή του ανέφερε ότι «η UNESCO προωθεί διχαστικές κοινωνικές και πολιτιστικές επιδιώξεις και εστιάζει υπέρμετρα στους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ —μια παγκοσμιοποιητική, ιδεολογική ατζέντα για τη διεθνή ανάπτυξη, που συγκρούεται με την εξωτερική πολιτική ‘Πρώτα η Αμερική’».

Εκπρόσωπος του υπουργείου τόνισε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η Ατζέντα 2030 δεν είναι συμβατή με την αμερικανική κυριαρχία και παραβιάζει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των πολιτών. Πρόσθεσε ότι, για τον λόγο αυτό, η Ουάσιγκτον δεν θα επαναβεβαιώνει πλέον τους στόχους σε μελλοντικά ψηφίσματα του ΟΗΕ.

Τον Ιούνιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρθηκαν από την Τέταρτη Διεθνή Διάσκεψη για τη Χρηματοδότηση της Ανάπτυξης, η οποία είχε στόχο να συγκεντρώσει τρισεκατομμύρια δολάρια για τα προγράμματα του ΟΗΕ. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες λυπούνται που το κείμενο που κατατέθηκε δεν προσφέρει δρόμο προς συναίνεση», δήλωσε ο υπηρεσιακός εκπρόσωπος Τζόναθαν Σράιερ στο Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο.

Λίγο αργότερα, τον Αύγουστο, η κυβέρνηση Τραμπ καταδίκασε την προσπάθεια του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού να θεσπίσει παγκόσμιους φόρους στη ναυτιλία, χαρακτηρίζοντας το σχέδιο «παγκόσμιο φόρο άνθρακα στους Αμερικανούς, που επιβάλλεται από έναν οργανισμό του ΟΗΕ χωρίς λογοδοσία».

Εσωτερικά μέτρα και αντιδράσεις

Στο εσωτερικό, η Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος (EPA) ανακοίνωσε στις 29 Ιουλίου σχέδιο για την ανάκληση του «πορίσματος επικινδυνότητας» σχετικά με ορισμένα αέρια, ανάμεσά τους και το διοξείδιο του άνθρακα. Το πόρισμα αυτό, που είχε εκδοθεί στις 7 Δεκεμβρίου 2009, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι «οι τρέχουσες και προβλεπόμενες συγκεντρώσεις των έξι βασικών αερίων του θερμοκηπίου […] στην ατμόσφαιρα απειλούν τη δημόσια υγεία και την ευημερία των σημερινών και μελλοντικών γενεών».

Η απόφαση εκείνη, που ελήφθη επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα, αποτέλεσε τη βάση για σειρά ομοσπονδιακών περιορισμών στις ανθρώπινες δραστηριότητες.

Ο ΟΗΕ, από την πλευρά του, έχει επισημάνει ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη οφείλεται στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων που προκαλεί ο άνθρωπος.

Ο Τζακ ΜακΦέρριν, ερευνητής του συντηρητικού Ινστιτούτου Heartland, σημείωσε ότι η Ατζέντα 2030 έχει «σιωπηρά επηρεάσει την αμερικανική πολιτική μέσω επιβολής μέτρων βιωσιμότητας», αναφέροντας ως παραδείγματα την εταιρική υιοθέτηση δεικτών περιβαλλοντικής, κοινωνικής και εταιρικής διακυβέρνησης (Environmental, Social, and Governance – ESG) καθώς και «μηχανισμούς κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού».

Το λογότυπο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας σε πινακίδα μπροστά από τα κεντρικά γραφεία του Οργανισμού στη Γενεύη, στις 23 Ιανουαρίου 2025. (Robert Hradil/Getty Images)

 

Ο Τζακ ΜακΦέρριν τόνισε στην Epoch Times ότι η απόρριψη της Ατζέντας του ΟΗΕ από την κυβέρνηση Τραμπ «είναι κάτι περισσότερο από συμβολική πράξη». Όπως εξήγησε, πρόκειται για «μια επαναβεβαίωση της εθνικής κυριαρχίας και μια σαφή αποδοκιμασία του παγκόσμιου τεχνοκρατικού μοντέλου που θέτει τη συμμόρφωση πάνω από τη συναίνεση».

Αν και οι περισσότερες πρωτοβουλίες για την απομάκρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών από τον ΟΗΕ και την Ατζέντα 2030 προήλθαν από τον Λευκό Οίκο, το Κογκρέσο άρχισε επίσης να διαδραματίζει ρόλο. Το νομοσχέδιο One Big Beautiful Bill Act, που υπέγραψε ο Τραμπ στις 4 Ιουλίου, περιλάμβανε διατάξεις που κατήργησαν προγράμματα με στήριξη του ΟΗΕ και περιόρισαν τη χρηματοδότηση σε βασικές πρωτοβουλίες.

Ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ διαμαρτυρήθηκε ότι το νομοσχέδιο δεν προχώρησε αρκετά στην κατάργηση των «πράσινων φορολογικών πιστώσεων», τις οποίες χαρακτήρισε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης «γιγαντιαία απάτη» που ωφελεί την Κίνα. Παρ’ όλα αυτά, ο νόμος ανέτρεψε μεγάλα τμήματα του Inflation Reduction Act του 2022, που οι Δημοκρατικοί προέβαλαν ως το μεγαλύτερο κλιματικό νομοσχέδιο στην ιστορία, μαζί με πολλές άλλες περιβαλλοντικές ρυθμίσεις.

Κατά τον ΜακΦέρριν, «τα μέτρα αυτά δείχνουν ότι στο Κογκρέσο ενισχύεται η πεποίθηση πως το καθεστώς ήπιας παγκόσμιας διακυβέρνησης του ΟΗΕ δεν συμβαδίζει με τον αμερικανικό συνταγματισμό ούτε με την οικονομική ελευθερία». Ο ίδιος κάλεσε σε περισσότερες πρωτοβουλίες από την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία.

«Για τους Αμερικανούς, η απόρριψη της Ατζέντας 2030 του ΟΗΕ δεν είναι μόνο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής», πρόσθεσε. «Είναι θέμα αποκατάστασης της αυτοδιακυβέρνησης, διασφάλισης της ατομικής και οικονομικής ελευθερίας και προστασίας της βιομηχανίας από ιδεολογικές παρεμβάσεις. Σημαίνει επιστροφή σε ένα σύστημα όπου το κεφάλαιο κατανέμεται από τις αγορές, οι πολίτες θέτουν τις προτεραιότητες και η κυβερνητική εξουσία ασκείται με συνταγματικά όρια — και όχι από διεθνείς οργανισμούς ή συστήματα αξιολόγησης ακτιβιστών».

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, μαζί με Ρεπουμπλικανούς νομοθέτες, υπογράφει τον νόμο One Big Beautiful Bill Act κατά τη διάρκεια πικνίκ για οικογένειες στρατιωτικών την Ημέρα της Ανεξαρτησίας, στον νότιο κήπο του Λευκού Οίκου, στις 4 Ιουλίου 2025. (Samuel Corum/Getty Images)

 

Ο Κρεγκ Ράκερ, πρόεδρος της Committee for a Constructive Tomorrow («Επιτροπή για Ένα Δημιουργικό Αύριο»), δήλωσε ότι αναμένει μια συνεχιζόμενη ανατροπή των πολιτικών που σχετίζονται με το κλίμα και άλλων πολιτικών, συμπεριλαμβανομένης της εγκατάλειψης των πολιτικών ποικιλομορφίας, ισότητας και ένταξης καθώς και των πολιτικών περιβαλλοντικής, κοινωνικής και εταιρικής διακυβέρνησης· λιγότερη χρηματοδότηση για περιβαλλοντικά προγράμματα· και μια ανανεωμένη έμφαση στην ενίσχυση του ενεργειακού τομέα των ΗΠΑ.

«Η Ατζέντα 2030 είναι ένα σοσιαλιστικό όνειρο από πάνω προς τα κάτω, μια διακυβέρνηση εντολών και ελέγχου που συνδέεται με τις προτεραιότητες των Ηνωμένων Εθνών», είπε ο Ράκερ στην Epoch Times. «Έχει τα πλοκάμια της σε πολλά τμήματα της κυβέρνησής μας, σε εθνικό, πολιτειακό και τοπικό επίπεδο».

Ζήτημα εθνικής ασφάλειας

Ο πρέσβης Κέβιν Μόλεϋ, ο οποίος είχε διατελέσει υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για διεθνείς οργανισμούς κατά την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, υπογράμμισε ότι η αντίσταση της κυβέρνησης στην ατζέντα του ΟΗΕ για τη βιώσιμη ανάπτυξη είναι κρίσιμη και για την εθνική ασφάλεια.

Ανέφερε την αυξανόμενη επιρροή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) μέσα στον ΟΗΕ και στη διαμόρφωση των παγκόσμιων προγραμμάτων του. Όπως είπε, το ΚΚΚ αξιοποιεί τον ΟΗΕ και την «ψευδο-περιβαλλοντική του ατζέντα» για να αποδυναμώσει την αμερικανική οικονομία, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τη δική του.

Ο Μόλεϋ σημείωσε: «Από τότε που επιτρέψαμε στο ΚΚΚ να εισέλθει στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου με την ψευδή υπόθεση ότι θα γινόταν πιο όμοιο με εμάς, το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό. Δεν ήταν ποτέ αυτή η πρόθεσή τους».

Τόνισε ότι η πολιτική αυτή πλήττει κυρίως τους πλέον αδύναμους. «Οι φτωχότεροι από τους φτωχούς είναι αυτοί που ζημιώνονται περισσότερο από αυτόν τον ψεύτικο περιβαλλοντισμό, που αποτελεί απλώς μια άλλη ονομασία για τον αντικαπιταλισμό. Στόχος είναι η αναδιανομή του πλούτου μας· αυτό προσπαθεί να επιτύχει ο ΟΗΕ εδώ και δεκαετίες», είπε χαρακτηριστικά.

Ο ΟΗΕ και οι εκπρόσωποί του δεν απάντησαν σε αιτήματα για σχολιασμό.

Η Τουρκία υπογράφει μαζικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ για φυσικό αέριο

Η Τουρκία έκανε μια σημαντική στροφή στη στρατηγική της ενεργειακής ασφάλειας, υπογράφοντας 20ετή συμφωνία με την αμερικανική εταιρεία εμπορίας ενέργειας Mercuria για την προμήθεια υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η κίνηση αυτή έρχεται σε μια κρίσιμη στιγμή για την ενεργειακή διπλωματία, καθώς η Άγκυρα επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από τη Ρωσία και να ενισχύσει τις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον.

Σύμφωνα με τη συμφωνία που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη τον Σεπτέμβριο του 2025, η τουρκική κρατική εταιρεία BOTAŞ θα λαμβάνει 4 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα LNG ετησίως από το 2026 έως το 2045, φθάνοντας σε συνολικό όγκο 70 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα κατά τη διάρκεια της 20ετίας. Οι παραδόσεις θα γίνονται τόσο από τερματικούς σταθμούς φόρτωσης των ΗΠΑ όσο και από εγκαταστάσεις επαναεριοποίησης στην Τουρκία, την Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική.

Παράλληλα, η BOTAŞ υπέγραψε προκαταρκτική 9ετή συμφωνία με την αυστραλιανή Woodside Energy για την προμήθεια 5,8 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων LNG από το 2030, κυρίως από το έργο της εταιρείας στη Λουιζιάνα. Συνολικά, αυτές οι συμφωνίες αναμένεται να συμβάλουν στην επίτευξη του στόχου για διμερές εμπόριο 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας.

Η ενεργειακή εξάρτηση της Τουρκίας από τη Ρωσία παραμένει υψηλή, με τη Μόσχα να καλύπτει το 40% των εισαγωγών φυσικού αερίου της χώρας το 2024, από συνολικές εισαγωγές 50-52 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων. Οι ΗΠΑ αποτελούν τον πέμπτο μεγαλύτερο προμηθευτή με μερίδιο περίπου 10%.

Ωστόσο, η κατάσταση αλλάζει ραγδαία. Σύμφωνα με στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2025, η Τουρκία έλαβε ρεκόρ 5,09 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων LNG από τις ΗΠΑ, περισσότερο από το διπλάσιο σε σχέση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους. Συνολικά, οι εισαγωγές LNG έφθασαν τα 8,32 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, επίσης ρεκόρ για τη χώρα.

Γεωπολιτικό Πλαίσιο και Πιέσεις από την Ουάσιγκτον

Η χρονική σύμπτωση των ενεργειακών συμφωνιών με τη συνάντηση του Τούρκου προέδρου Recep Tayyip Erdoğan με τον Αμερικανό πρόεδρο Donald Trump στον Λευκό Οίκο δεν είναι τυχαία. Ο Trump κάλεσε ρητά την Τουρκία να σταματήσει την αγορά ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, λέγοντας ότι αυτό θα ήταν “το καλύτερο πράγμα” που θα μπορούσε να κάνει ο Erdoğan.Η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει να απαγορεύσει τις εισαγωγές ρωσικού LNG έως το τέλος του 2026 στο πλαίσιο των κυρώσεων κατά της Μόσχας λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Αξιοσημείωτα, η Άγκυρα δεν έχει υπογράψει νέες συμφωνίες προμήθειας με τη ρωσική Gazprom, καθώς λήγουν τα υφιστάμενα συμβόλαια το 2025.

Οι νέες συμφωνίες εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική ενίσχυσης των σχέσεων Άγκυρας-Ουάσιγκτον. Η Τουρκία ανακοίνωσε την άρση δασμών αντιποίνων που είχαν επιβληθεί το 2018 σε αμερικανικά προϊόντα, κίνηση που εκλήφθηκε ως ένδειξη καλής θέλησης.

Σύμφωνα με τον υπουργό Ενέργειας Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ, η συμφωνία με τη Mercuria “θα ενισχύσει τον ρόλο της BOTAŞ στις παγκόσμιες αγορές LNG” και θα συμβάλει στη μακροπρόθεσμη ασφάλεια εφοδιασμού, σταθερότητα τιμών και διαφοροποίηση πηγών. Η συμφωνία αναμένεται να έχει αξία περίπου 43 δισεκατομμυρίων δολαρίων κατά τη διάρκεια της 20ετίας.

 

Πέρα από τις αμερικανικές συμφωνίες, η Τουρκία έχει διασφαλίσει συνολικά 15 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα LNG για την περίοδο 2026-2028 μέσω συμφωνιών με οκτώ προμηθευτές από διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανομένων του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γερμανίας, της Ιαπωνίας και της Νορβηγίας.

Η στρατηγική αυτή αντικατοπτρίζει την προσπάθεια της Τουρκίας να μετατραπεί από χώρα εισαγωγής σε περιφερειακό ενεργειακό κόμβο, αξιοποιώντας τη γεωστρατηγική της θέση μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Παράλληλα, η ανάπτυξη του κοιτάσματος φυσικού αερίου Sakarya στη Μαύρη Θάλασσα ίσως παρέχει στην Άγκυρα επιπλέον διαπραγματευτική ισχύ στις συζητήσεις για τις τιμές ενέργειας.

 

Η αμερικανική οικονομία επιταχύνει

Η ανάπτυξη του αμερικανικού ΑΕΠ στο δεύτερο τρίμηνο διαμορφώθηκε στο 3,8%, σημαντικά υψηλότερα από την προηγούμενη εκτίμηση του 3,3% και πολύ πάνω από το 0,5% του πρώτου τριμήνου, χάρη στην ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης, που αντιστοιχεί σε περίπου τα δύο τρίτα της οικονομικής δραστηριότητας.

Το υπουργείο Εμπορίου επισημαίνει ότι η αναθεώρηση προς τα πάνω οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι καταναλωτές ξοδεύουν περισσότερα, με αποτέλεσμα να λειτουργούν ως ο βασικός μοχλός της ανάκαμψης.

Την ίδια στιγμή, η αγορά εργασίας διατηρεί την ανθεκτικότητά της: για την εβδομάδα που έληξε στις 20 Σεπτεμβρίου, οι νέες αιτήσεις ανεργίας ανήλθαν στις 218.000, αισθητά χαμηλότερα από τις προβλέψεις των αναλυτών για 235.000. Αυτό υποδηλώνει ότι οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να διατηρούν το προσωπικό τους, παρά μία σχετική επιβράδυνση των προσλήψεων.

Οι συνεχιζόμενες αιτήσεις ανεργίας παρέμειναν σταθερές, στα 1,926 εκατομμύρια, γεγονός που δείχνει ότι όσοι αποχωρούν από την εργασία βρίσκουν σύντομα νέες θέσεις. Η υψηλή ζήτηση για εργασία εξακολουθεί να ενισχύει την οικονομική σταθερότητα, δημιουργώντας διλήμματα για τη Federal Reserve, καθώς το σφιχτό εργατικό δυναμικό και η ισχυρή κατανάλωση ενδέχεται να διατηρήσουν τον πληθωρισμό πάνω από τον στόχο.

 

Η Γερουσία των ΗΠΑ απέρριψε σχέδιο χρηματοδότησης για επαναλειτουργία της κυβέρνησης

Λίγες ώρες μετά την αναστολή λειτουργίας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, η Γερουσία απέτυχε εκ νέου να εγκρίνει δύο ανταγωνιστικά σχέδια προσωρινής χρηματοδότησης, με το πολιτικό αδιέξοδο μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών να παραμένει άλυτο.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση οδηγήθηκε σε αναστολή λειτουργίας το πρωί της Τετάρτης, αφού το Κογκρέσο δεν κατάφερε να περάσει το ρεπουμπλικανικό σχέδιο χρηματοδότησης για τη λειτουργία της κυβέρνησης έως τις 21 Νοεμβρίου.

Οι Δημοκρατικοί προέβαλαν σθεναρή αντίσταση, απαιτώντας να συμπεριληφθούν διατάξεις για την υγειονομική περίθαλψη, όπως η επέκταση των επιδοτήσεων του Obamacare, που λήγουν στο τέλος του έτους.

Ο Λευκός Οίκος και οι Ρεπουμπλικανοί απέρριψαν κάθε διαπραγμάτευση γύρω από αυτές τις προτάσεις.

Η Γερουσία απέρριψε αρχικά, με ψήφους 47 υπέρ και 53 κατά, πρόταση που κατέθεσαν οι Δημοκρατικοί, η οποία θα διασφάλιζε τη χρηματοδότηση της κυβέρνησης έως τις 31 Οκτωβρίου και θα ακύρωνε τις περικοπές του Medicaid που επιβλήθηκαν με τον νομοθετικό νόμο των Ρεπουμπλικανών «One Big Beautiful Bill Act». Η πρόταση περιλάμβανε επίσης επέκταση των επιδοτήσεων του Obamacare.

Ο πρόεδρος της Βουλής, Μάικ Τζόνσον, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου μαζί με ηγετικά στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στο Καπιτώλιο: «Ζήτησαν να προσθέσουμε πάνω από 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια σε νέα ομοσπονδιακή δαπάνη από τα χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων, μόνο και μόνο για να διατηρηθεί η χρηματοδότηση της κυβέρνησης στα τρέχοντα επίπεδα. Αυτό δεν θα το κάνουμε, δεν μπορούμε να το κάνουμε, δεν πρόκειται να το κάνουμε».

Στη συνέχεια, η Γερουσία απέρριψε –με ψήφους 55 κατά και 45 υπέρ– το 24σέλιδο ρεπουμπλικανικό σχέδιο που είχε ήδη εγκριθεί από τη Βουλή και αφορούσε τη χρηματοδότηση της κυβέρνησης για επτά εβδομάδες.

Ο γερουσιαστής Ραντ Πολ ήταν ο μόνος Ρεπουμπλικανός που ψήφισε κατά. Το συγκεκριμένο σχέδιο προέβλεπε επίσης αυξημένη χρηματοδότηση για την ασφάλεια των μελών του Κογκρέσου, της εκτελεστικής εξουσίας και του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Στις 30 Σεπτεμβρίου, τρεις Δημοκρατικοί —η Κάθριν Κορτέζ Μάστο, ο Τζον Φέτερμαν και ο ανεξάρτητος Άνγκους Κινγκ που συντάσσεται με τους Δημοκρατικούς— ψήφισαν υπέρ της πρότασης με τους Ρεπουμπλικανούς, ωστόσο αυτή δεν συγκέντρωσε τις απαιτούμενες 60 ψήφους για να ξεπεράσει το «φιλμπάστερ». Είναι η τρίτη φορά που η συγκεκριμένη νομοθεσία αποτυγχάνει να προχωρήσει στη Γερουσία.

Ο Τζόνσον τόνισε πως το σχέδιο θα έδινε περισσότερο χρόνο στους εισηγητές να προωθήσουν τους προϋπολογισμούς μέσω Κογκρέσου.

«Στη Βουλή έχει εγκριθεί από τις επιτροπές η κατάθεση δώδεκα ξεχωριστών νομοσχεδίων, ενώ και η Γερουσία έχει ολοκληρώσει το δικό της έργο. Σε κάθε σώμα, τρία νομοσχέδια από τα δώδεκα έχουν ψηφιστεί. Δεν ταυτίζονται απολύτως, οπότε συστάθηκε επιτροπή συνεννόησης, πρώτη φορά εδώ και χρόνια. Χρειαζόμαστε απλώς περισσότερο χρόνο, επειδή εξαντλήθηκε το περιθώριο με τη λήξη του οικονομικού έτους στις 30 Σεπτεμβρίου», είπε ο Τζόνσον στη συνέντευξη Τύπου πριν την ψηφοφορία.

Στο ίδιο πλαίσιο, οι Ρεπουμπλικανοί επέρριψαν την ευθύνη για το κλείσιμο της κυβέρνησης στον αρχηγό της μειοψηφίας της Γερουσίας Τσακ Σούμερ και στους Δημοκρατικούς.

Ο επικεφαλής της πλειοψηφίας στη Βουλή, Στιβ Σκάλις, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Έχουμε ένα καθαρό νομοσχέδιο, που κρατάει ανοιχτή τη διαπραγμάτευση για δύο ακόμη μήνες και διατηρεί τη λειτουργία της κυβέρνησης. Το μόνο που έχει να κάνει ο Τσακ Σούμερ είναι να ξεπεράσει το ξέσπασμά του, εξαιτίας των αποτελεσμάτων των εκλογών του Νοεμβρίου, και να ψηφίσει “ναι” για να κρατήσει ανοιχτή την κυβέρνηση».

Από την άλλη πλευρά, Δημοκρατικοί βουλευτές επιρρίπτουν ευθύνες στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και στους Ρεπουμπλικανούς για την αναστολή λειτουργίας.

Σε κοινή δήλωση την 1η Οκτωβρίου, ο Τσακ Σούμερ και ο επικεφαλής της μειοψηφίας στη Βουλή, Χακίμ Τζέφρις, ανέφεραν: «Μετά από μήνες που κάνουν τη ζωή δυσκολότερη και ακριβότερη, ο Ντόναλντ Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί έκλεισαν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, επειδή δεν θέλουν να προστατεύσουν την υγειονομική περίθαλψη του αμερικανικού λαού. Οι Δημοκρατικοί παραμένουν έτοιμοι να βρούμε μια διακομματική λύση για να ξανανοίξουμε την κυβέρνηση, μειώνοντας το κόστος και αντιμετωπίζοντας την κρίση στην υγειονομική περίθαλψη που προκάλεσαν οι Ρεπουμπλικανοί. Αλλά χρειαζόμαστε έναν αξιόπιστο συνομιλητή».

Ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των Δημοκρατικών, Πιτ Αγκιλάρα, σημείωσε: «Επειδή οι Ρεπουμπλικανοί πρέπει να καθίσουν στο τραπέζι και να διαπραγματευτούν με τους Δημοκρατικούς, οι Αμερικανοί πολίτες μπορεί να υποστούν ακόμα μεγαλύτερη ταλαιπωρία».

Κατά τη διάρκεια ενημέρωσης στον Λευκό Οίκο, ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς ανέφερε πως είχε προσωπικές συνομιλίες με Δημοκρατικούς γερουσιαστές, βασιζόμενος παράλληλα και σε Ρεπουμπλικανούς συναδέλφους του για επαφές με το αντίπαλο στρατόπεδο. «Οι περισσότερες συζητήσεις, τουλάχιστον από τη δική μου εμπειρία, είναι μεμονωμένες», δήλωσε. «Βεβαίως, στηριζόμαστε και σε κάποιους Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές που έχουν καλές σχέσεις και με την άλλη πλευρά».

Ο Έλον Μασκ καλεί σε μποϊκοτάζ του Netflix για τη «Τρανς Woke Ατζέντα»

Ο Έλον Μασκ καλεί τους γονείς να μποϊκοτάρουν το Netflix, κατηγορώντας την πλατφόρμα streaming ότι προωθεί μια «τρανς woke ατζέντα» στα παιδιά.

Ο δισεκατομμυριούχος αντέδρασε σε ένα meme που δημοσιεύτηκε στην πλατφόρμα Χ (πρώην Twitter) την 1η Οκτωβρίου, το οποίο απεικόνιζε το Netflix ως Δούρειο Ίππο με την επιγραφή «τρανς woke ατζέντα», να οδηγείται μέσα σε ένα κάστρο με την ταμπέλα «τα παιδιά σας».

Σε σχετική ανάρτηση, ο Μασκ έγραψε: «Ακυρώστε το Netflix για το καλό των παιδιών σας».

Ο Μασκ επέκρινε ιδιαίτερα τη σειρά κινουμένων σχεδίων Dead End: Paranormal Park, επειδή περιλαμβάνει ιστορίες και θεματολογία γύρω από την τρανς κοινότητα.

«Αυτό δεν είναι εντάξει», σχολίασε, δίνοντας έμφαση σε ανάρτηση του Libs of TikTok, η οποία περιείχε απόσπασμα από τη σειρά.

Η εκπομπή απευθύνεται σε παιδιά από 7 ετών και πάνω, και παρουσιάζει έναν χαρακτήρα που αυτοχαρακτηρίζεται ως τρανς, δηλώνοντας ότι «ποτέ δεν ένιωσε πιο ευτυχισμένος» και ότι είναι σημαντικό να «ζεις τη ζωή σου χωρίς απολογίες».

Ο λογαριασμός Libs of TikTok κατήγγειλε τη σειρά ότι «προωθεί μηνύματα υπέρ της τρανς ταυτότητας στα παιδιά» και την κατηγόρησε για «χειραγώγηση». «Το πιο ανησυχητικό είναι πόσο συχνό έχει γίνει αυτό στα παιδικά προγράμματα», σχολίασε ο λογαριασμός Libs of TikTok, επισημαίνοντας τις ανησυχίες τους για το περιεχόμενο.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Μασκ αποκάλυψε ότι ακύρωσε τη συνδρομή του στο Netflix, αναφερόμενος σε ανάρτηση του δημιουργού του Dead End, Χέιμις Στιλ.

Συντηρητικοί κύκλοι επέκριναν τον Στιλ για σχόλια που ερμηνεύτηκαν ως επιδοκιμασία της δολοφονίας του συντηρητικού Τσάρλι Κερκ. Σε απάντησή του στα συλλυπητήρια που εξέφρασε ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, ο Στιλ απάντησε με ύβρεις, κατηγορώντας τον για υποκρισία και χαρακτηρίζοντας τον Κερκ «τυχαίο ναζί», του οποίου ο φόνος δεν άξιζε, κατά τον ίδιο, το ενδιαφέρον του πρωθυπουργού.

Το κάλεσμα του Μασκ για μποϊκοτάζ βρήκε στήριξη από αρκετούς συντηρητικούς influencer, οι οποίοι παρότρυναν τους ακολούθους τους να ακυρώσουν επίσης τη συνδρομή τους στην υπηρεσία.

Από την πλευρά του, ο τρανς ηθοποιός του Dead End: Paranormal Park, Ζακ Μπαράκ, υπερασπίστηκε τη σειρά, δηλώνοντας: «Είμαι πιο ευτυχισμένος από ποτέ, και αν κάποιος μου είχε δείξει αυτή την τηλεοπτική εκπομπή όταν ήμουν παιδί, θα είχα γλιτώσει χρόνια αυτοαπέχθειας. Παιδιά και γονείς μου έχουν πει ότι τους έσωσε τη ζωή», έγραψε στην πλατφόρμα Χ.

Μετά τη διάδοση των δηλώσεων του Μασκ στο διαδίκτυο, η μετοχή του Netflix σημείωσε πτώση 1,5% περίπου στις προσυνεδριακές συναλλαγές της 1ης Οκτωβρίου.

Το αίτημα για μποϊκοτάζ αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αντίδρασης συντηρητικών κύκλων στις ΗΠΑ ενάντια στην υιοθέτηση περιεχομένου σχετικού με την ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα καθώς και πολιτικών για τη διαφορετικότητα, την ισότητα και την ένταξη (DEI) από μεγάλες εταιρείες.

Ενδεικτικά, το 2023 το Target απέσυρε διάφορα παιδικά προϊόντα με θέμα το Pride έπειτα από εκστρατείες μποϊκοτάζ σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επικαλούμενη ανησυχίες για την ασφάλεια των εργαζομένων εξαιτίας επεισοδίων στα καταστήματα. Στο στόχαστρο βρέθηκαν κορμάκια με ΛΟΑΤΚΙ+ σύμβολα για βρέφη, παιδικά βιβλία για τρανς αντωνυμίες και μαγιό με την ένδειξη «tuck-friendly».

Παρόμοια αντίδραση είχε και η Bud Light νωρίτερα φέτος, όταν συνεργάστηκε με την τρανς influencer Ντίλαν Μαλβέινι, γεγονός που προκάλεσε κατακόρυφη πτώση στις πωλήσεις, με αναλυτές να προβλέπουν ακόμα και πιθανή μόνιμη απώλεια μεριδίου αγοράς για την εταιρεία.

Παράλληλα, ακτιβιστές συντηρητικής κατεύθυνσης άσκησαν έντονες πιέσεις σε εταιρείες για τις πολιτικές DEI, με αποτέλεσμα η John Deere το φετινό καλοκαίρι να ανακοινώσει ότι θα σταματήσει να στηρίζει παρελάσεις για την πολιτιστική ευαισθητοποίηση και θα αφαιρέσει από τα εκπαιδευτικά της υλικά «κοινωνικά υποκινούμενα» μηνύματα, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν έχει ποσοστώσεις στη διαφορετικότητα των προσλήψεων.

Η απόφαση αυτή ήρθε ως απάντηση στην εκστρατεία του Ρόμπι Στάρμπακ, ο οποίος κατηγόρησε τη βιομηχανία γεωργικών μηχανημάτων ότι έγινε «woke».

ΗΠΑ: Κίνδυνος για προσωρινό κλείσιμο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης

Οι ηγέτες του Κογκρέσου απέτυχαν να καταλήξουν σε συμφωνία για μια προσωρινή δαπάνη που θα απέτρεπε το προσωρινό κλείσιμο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στις 12:01 π.μ. της 1ης Οκτωβρίου.

Ο πρόεδρος της Βουλής Μάικ Τζόνσον (R-La.), ο ηγέτης της μειοψηφίας στη Βουλή Χακίμ Τζέφρις (D-N.Y.), ο ηγέτης της πλειοψηφίας στη Γερουσία Τζον Θιουν (R-S.D.) και ο ηγέτης της μειοψηφίας στη Γερουσία Τσακ Σούμερ (D-N.Y.) συναντήθηκαν με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ το απόγευμα της 29ης Σεπτεμβρίου, αλλά παρέμειναν σε αδιέξοδο καθώς οι Δημοκρατικοί συνέχισαν να απαιτούν σημαντικές πρόσθετες δαπάνες για την υγειονομική περίθαλψη ως αντάλλαγμα για την ψήφο τους.

Ο Σούμερ δήλωσε στους δημοσιογράφους, βγαίνοντας από τον Λευκό Οίκο, ότι υπήρχαν «πολύ μεγάλες διαφορές στην υγειονομική περίθαλψη». Επεσήμανε ακόμη ότι ο Τραμπ μπορούσε να αποφύγει ένα κλείσιμο, αλλά εξακολουθούσαν να υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών.

Ο Τζέφρις τόνισε ότι οι Δημοκρατικοί αγωνίζονταν για να προστατεύσουν την υγειονομική περίθαλψη του αμερικανικού λαού και πρόσθεσε ότι δεν επρόκειτο να στηρίξουν ένα κομματικό ρεπουμπλικανικό νομοσχέδιο δαπανών που, όπως είπε, συνέχιζε να υπονομεύει την υγειονομική περίθαλψη των απλών Αμερικανών.

Οι Ρεπουμπλικανοί έχουν δηλώσει ότι μια προσωρινή δαπάνη επτά εβδομάδων δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της διαδικασίας των πιστώσεων, η οποία απαιτεί συμφωνία και στα δύο σώματα του Κογκρέσου για δώδεκα ξεχωριστά νομοσχέδια δαπανών.

Ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς διαφώνησε με τη χρήση της διαφωνίας γύρω από την πολιτική υγειονομικής περίθαλψης ως εργαλείο πίεσης στις συνομιλίες για το κλείσιμο, λέγοντας ότι αυτό ήταν «παράλογο». Ο ίδιος σημείωσε ότι οι Ρεπουμπλικανοί ήταν διατεθειμένοι να εργαστούν για την εξεύρεση λύσης στα ζητήματα της υγειονομικής περίθαλψης, αλλά όχι στην παρούσα φάση, υπογραμμίζοντας ότι «δεν κλείνεις την κυβέρνηση».

Ο Σούμερ ανέφερε ότι είχε καταθέσει κάποιες προτάσεις στους Ρεπουμπλικανούς ηγέτες, χωρίς όμως να διευκρινίσει ποιες ήταν αυτές. Αντίθετα, περιέγραψε τις συνέπειες της αδράνειας, όπως κλείσιμο αγροτικών νοσοκομείων, περικοπές στο Medicaid και σημαντική αύξηση των ασφαλίστρων υγειονομικής περίθαλψης για τους εργαζόμενους.

Οι Δημοκρατικοί έχουν επίσης ζητήσει την παράταση των ενισχυμένων φορολογικών πιστώσεων για ασφάλιση, που αποτελούν επιδοτήσεις της εποχής του COVID-19 για Αμερικανούς μεσαίου εισοδήματος οι οποίοι πληρώνουν για ασφάλιση υγείας μέσω του Affordable Care Act, γνωστού και ως Obamacare.

Οι ενισχυμένες αυτές πιστώσεις για περίπου 20 εκατομμύρια άτομα σε νοικοκυριά με εισόδημα άνω του τετραπλάσιου του ομοσπονδιακού ορίου φτώχειας λήγουν στις 31 Δεκεμβρίου.

Η ουσία της διαφωνίας είναι ότι οι Ρεπουμπλικανοί θέλουν να παραταθούν τα τρέχοντα επίπεδα δαπανών για τις επόμενες επτά εβδομάδες, ενώ το Κογκρέσο συνεχίζει να εργάζεται πάνω στα δώδεκα νομοσχέδια πιστώσεων που απαιτούνται για τη χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης την επόμενη χρονιά. Οι Δημοκρατικοί, αντίθετα, επιθυμούν να προστεθούν νέες συμφωνίες δαπανών στο βραχυπρόθεσμο νομοσχέδιο, με στόχο την αντιμετώπιση αυτού που χαρακτήρισαν κρίση στην υγειονομική περίθαλψη.

Για να περάσει μια προσωρινή δαπάνη, οι Ρεπουμπλικανοί, που κατέχουν 53 έδρες στη Γερουσία, χρειάζονται τουλάχιστον επτά ψήφους από Δημοκρατικούς ή ανεξάρτητους γερουσιαστές.

Η Βουλή είχε εγκρίνει στις 19 Σεπτεμβρίου μια αποκαλούμενη «καθαρή» προσωρινή δαπάνη – ένα νομοσχέδιο που παρατείνει προσωρινά τη χρηματοδότηση της κυβέρνησης στα τρέχοντα επίπεδα χωρίς προσθήκες – όμως το μέτρο απέτυχε στη Γερουσία με ψήφους 44 υπέρ και 48 κατά. Η γερουσιαστής Λίζα Μουρκόφσκι (R-Alaska) ενώθηκε με όλους τους Δημοκρατικούς και τους ανεξάρτητους που αντιτίθεντο, ενώ οκτώ Ρεπουμπλικανοί δεν ψήφισαν.

Ο διευθυντής του Γραφείου Διαχείρισης και Προϋπολογισμού, Ράσσελ Βοτ, ανέφερε ότι ήταν διατεθειμένος να καθίσει στο τραπέζι με τους Δημοκρατικούς και να συνεργαστούν για ορισμένα από τα ζητήματα που ήθελαν να συζητήσουν, αναφέροντας συγκεκριμένα την παράταση των ενισχυμένων φορολογικών πιστώσεων για ασφάλιση.

Κατά την εμφάνισή του στην εκπομπή «Meet the Press» στις 28 Σεπτεμβρίου, ο Θιουν επέκρινε τους Δημοκρατικούς, παρατηρώντας ότι επιβράδυναν μια απλή προσωρινή δαπάνη. Επεσήμανε ότι επρόκειτο για μια απλή επταβδομαδιαία χρηματοδότηση που θα τους επέτρεπε να ακολουθήσουν μια κανονική διαδικασία πιστώσεων, και πρόσθεσε ότι προσπαθούσαν να κάνουν τα νομοσχέδια πιστώσεων με τον παλιό, παραδοσιακό τρόπο.

Το Κογκρέσο δεν έχει συμφωνήσει στα δώδεκα νομοσχέδια πιστώσεων από το 1997. Τις περισσότερες χρονιές, το Κογκρέσο καταφεύγει σε μια σειρά από βραχυπρόθεσμες προσωρινές δαπάνες κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, οι οποίες ακολουθούνται από ένα ενιαίο συνολικό νομοσχέδιο δαπανών που περιλαμβάνει όλες τις αποφάσεις και εγκρίνεται αργά μέσα στο ημερολογιακό έτος.

Κανένα νομοσχέδιο πιστώσεων δεν έχει περάσει και από τα δύο σώματα του Κογκρέσου φέτος.

Του Lawrence Wilson

Η DJI παραμένει στη «μαύρη λίστα» των κινεζικών στρατιωτικών εταιρειών

Η κινεζική εταιρεία κατασκευής μη επανδρωμένων αεροσκαφών DJI θα παραμείνει στη μαύρη λίστα του Πενταγώνου για κινεζικές εταιρείες που συνεργάζονται με τον στρατό του Πεκίνου, μετά την απόφαση ενός ομοσπονδιακού δικαστή της Ουάσιγκτον, ο οποίος στις 26 Σεπτεμβρίου απέρριψε την αγωγή της DJI που αμφισβητούσε τον χαρακτηρισμό αυτό.

Στην 49σέλιδη γνωμοδότησή του, ο περιφερειακός δικαστής των Ηνωμένων Πολιτειών Πολ Φρίντμαν έκρινε ότι η διαπίστωση του Πενταγώνου πως η DJI συμβάλλει στη βιομηχανική βάση άμυνας της Κίνας «υποστηρίζεται από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία», παρότι «δεν μπορεί να συμπεράνει» ότι η DJI «ανήκει έμμεσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας».

Ο Φρίντμαν έγραψε ότι «η DJI αναγνωρίζει πως η τεχνολογία της μπορεί και πράγματι χρησιμοποιείται σε στρατιωτικές συγκρούσεις, αλλά υποστηρίζει ότι οι πολιτικές της απαγορεύουν μια τέτοια χρήση. Το εάν οι πολιτικές της DJI απαγορεύουν στρατιωτική χρήση είναι άσχετο. Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι η τεχνολογία της DJI έχει τόσο σημαντική θεωρητική όσο και πραγματική στρατιωτική εφαρμογή».

Με άλλα λόγια, ο Φρίντμαν κατέληξε ότι το Πεντάγωνο είχε προσκομίσει επαρκή στοιχεία ώστε να χαρακτηρίσει τη DJI ως «συμβάλλοντα στη στρατιωτικο-πολιτική σύντηξη» στη βάση της κινεζικής αμυντικής βιομηχανίας.

Η DJI, ιδιωτική εταιρεία με έδρα την πόλη Σενζέν της νότιας Κίνας, πουλάει περισσότερα από τα μισά εμπορικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τον Οκτώβριο του 2024, κατέθεσε αγωγή κατά του Πενταγώνου, μετά την απόφαση του τελευταίου να την εντάξει, μαζί με πολλές άλλες κινεζικές εταιρείες, στη λίστα με τις «κινεζικές στρατιωτικές εταιρείες» που δραστηριοποιούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες, βάσει του άρθρου 1260H του Νόμου Εθνικής Αμυντικής Εξουσιοδότησης του 2021.

Στην καταγγελία της, η DJI χαρακτήρισε την απόφαση του Πενταγώνου «παράνομη και εσφαλμένη» και υποστήριξε ότι «δεν ανήκει ούτε ελέγχεται από τον κινεζικό στρατό».

Ο Φρίντμαν εξήγησε ότι οι εταιρείες που περιλαμβάνονται στη λίστα του Πενταγώνου αποκλείονται από την πρόσβαση σε ορισμένες αμερικανικές επιχορηγήσεις, συμβάσεις, δάνεια και άλλα προγράμματα.

Ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες της απόφασης ήταν η αναγνώριση της DJI από τον κορυφαίο οικονομικό σχεδιαστή του κινεζικού καθεστώτος, την Εθνική Επιτροπή Ανάπτυξης και Μεταρρυθμίσεων (National Development and Reform Commission – NDRC), ως «Εθνικό Επιχειρηματικό Τεχνολογικό Κέντρο» (National Enterprise Technology Center – NETC). Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση του δικαστή, οι κινεζικές εταιρείες που λαμβάνουν αυτόν τον χαρακτηρισμό επωφελούνται από «χρηματικές επιδοτήσεις», «ειδική οικονομική στήριξη» από το υπουργείο Επιστήμης και Τεχνολογίας της Κίνας και «μεγάλο αριθμό φορολογικών προνομίων».

Ο Φρίντμαν απέρριψε το επιχείρημα της DJI ότι το Πεντάγωνο δεν είχε προσκομίσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι «επί του παρόντος λαμβάνει βοήθεια σε σχέση με τον χαρακτηρισμό NETC».

Έγραψε: «Λαμβάνοντας υπόψη το σημαντικό ιστορικό της DJI στη λήψη αυτών των άλλων μορφών βοήθειας από διάφορους κινεζικούς κρατικούς φορείς, είναι εύλογο να συναχθεί ότι η DJI λαμβάνει επίσης βοήθεια μέσω του προγράμματος NETC».

«Το γεγονός ότι η αναγνώριση NETC ενορχηστρώνεται από την NDRC—έναν θεσμό που έχει στενή σχέση με τον στρατιωτικό σχεδιασμό της Κίνας—είναι επαρκές για τους σκοπούς του άρθρου 1260H».

Ο δικαστής απέρριψε ορισμένες άλλες αιτιολογίες του Πενταγώνου για την ένταξη της DJI στη λίστα.

Για παράδειγμα, ο Φρίντμαν έγραψε ότι το Πεντάγωνο μπόρεσε να δείξει μόνο ότι μια κινεζική κρατική εταιρεία με το όνομα Chengtong «διαθέτει κάποιο αδιευκρίνιστο ποσοστό ιδιοκτησίας στην DJI», αλλά θα έπρεπε να παρέχει περισσότερα στοιχεία ώστε να αποδείξει ότι αυτή η ιδιοκτησία σημαίνει ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας κατέχει έμμεσα τον κινεζικό κατασκευαστή μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Σε κατάθεση που έγινε τον Απρίλιο, το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ είπε στον Φρίντμαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «εδώ και καιρό εκφράζουν σημαντικές ανησυχίες σχετικά με την απειλή για την εθνική ασφάλεια που θέτει η σχέση μεταξύ κινεζικών εταιρειών τεχνολογίας και του κινεζικού κράτους».

Σε δήλωση που εκδόθηκε την Παρασκευή, η DJI ανέφερε ότι ήταν απογοητευμένη από την απόφαση του δικαστή και ότι αξιολογεί τις νομικές της επιλογές. «Η απόφαση αυτή βασίστηκε σε μία μόνο αιτιολογία που εφαρμόζεται σε πολλές εταιρείες που ποτέ δεν έχουν ενταχθεί στη λίστα.»

Η κινεζική εταιρεία κατασκευής lidar Hesai Group κατέθεσε επίσης αγωγή κατά του Πενταγώνου τον Μάιο του 2024, αμφισβητώντας την ένταξή της στη λίστα. Τον Ιούλιο, ο Φρίντμαν αποφάσισε υπέρ της αμερικανικής κυβέρνησης, αλλά η Hesai έχει από τότε ασκήσει έφεση.

Με πληροφορίες από το Reuters

Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί ηγέτες σκληραίνουν τη στάση τους εν όψει συνάντησης με τον Τραμπ

Οι ηγέτες των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο επιμένουν στη θέση τους εν όψει κρίσιμης συνάντησης με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, με σκοπό να αποφευχθεί η πιθανότητα προσωρινού κλεισίματος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης αυτήν την εβδομάδα, ενώ κατηγορούν ο ένας τον άλλον για τυχόν αποτυχία στις διαπραγματεύσεις της 29ης Σεπτεμβρίου.

Ο Τραμπ συμφώνησε να συναντηθεί σήμερα με τους ηγέτες της Γερουσίας και της Βουλής και από τα δύο κόμματα, με την ελπίδα να επιτευχθεί συμφωνία για την ψήφιση προσωρινού νομοσχεδίου χρηματοδότησης, ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί η κυβέρνηση μέχρι να εγκριθεί ένας μακροπρόθεσμος προϋπολογισμός.

Οι Δημοκρατικοί δηλώνουν ότι οι Ρεπουμπλικανοί πρέπει να συμφωνήσουν στην παράταση συγκεκριμένων φορολογικών επιδοτήσεων για την αγορά ασφάλισης μέσω του Νόμου για Προσιτή Περίθαλψη (γνωστού και ως Obamacare), οι οποίες θεσπίστηκαν το 2021 στο πλαίσιο του Αμερικανικού Σχεδίου Διάσωσης και λήγουν στο τέλος του έτους.

Οι Ρεπουμπλικανοί απαντούν ότι η συζήτηση για τις φορολογικές επιδοτήσεις μπορεί να γίνει μετά την ψήφιση του προσωρινού νομοσχεδίου που θα κρατήσει βραχυπρόθεσμα «ζωντανή» τη λειτουργία της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι ο Νόμος για Προσιτή Περίθαλψη βρίθει από «σπατάλες, απάτες και καταχρήσεις».

Ο ηγέτης της πλειοψηφίας στη Γερουσία Τζον Θιουν (R-S.D.) δήλωσε, στις 27 Σεπτεμβρίου, ότι το προσωρινό κλείσιμο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης είναι «αποκλειστικά θέμα των Δημοκρατικών».

«Η απόφαση είναι δική τους», είπε. «Κατά την κρίση μου, αυτήν τη στιγμή η απόφαση ανήκει σε μερικούς Δημοκρατικούς. Χρειαζόμαστε οκτώ Δημοκρατικούς για να το περάσουμε από τη Γερουσία, κάτι που δεκατρείς φορές τα τελευταία τέσσερα χρόνια, όταν οι Δημοκρατικοί είχαν την πλειοψηφία και ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν βρισκόταν στον Λευκό Οίκο, οι Ρεπουμπλικανοί βοήθησαν τους Δημοκρατικούς να το κάνουν».

Πρόσθεσε ότι οι φορολογικές πιστώσεις δεν λήγουν πριν το τέλος του έτους και ότι οι Δημοκρατικοί πρέπει να «απελευθερώσουν τον όμηρο», δηλαδή να σταματήσουν να μπλοκάρουν το προσωρινό νομοσχέδιο προτού συζητήσουν για την υγειονομική περίθαλψη.

«Αυτό το συγκεκριμένο πρόγραμμα χρειάζεται απεγνωσμένα μεταρρύθμιση. Είναι γεμάτο με σπατάλες, απάτες και καταχρήσεις, επομένως θα πρέπει να γίνουν μεταρρυθμίσεις αν αναλάβουμε δράση εκεί», δηλώσε ο Θιουν. «Αλλά πιστεύω ότι υπάρχει πιθανότητα λύσης».

Ο ηγέτης της μειοψηφίας στη Γερουσία Τσακ Σούμερ (D-N.Y.) είπε ότι η παράταξή του πιέζει για συνάντηση και «πραγματική διαπραγμάτευση» με τον Τραμπ παρόντα, σημειώνοντας: «Χρειαζόμαστε τον πρόεδρο ως μέρος της διαδικασίας».

«Χρειαζόμαστε τον πρόεδρο της Βουλής Τζόνσον· να καθίσουμε οι τέσσερις ηγέτες και ο πρόεδρος», είπε στις 28 Σεπτεμβρίου, αναφερόμενος στον πρόεδρο της Βουλής Μάικ Τζόνσον (R-La.) και στη συνάντηση με τον Τραμπ που έχει οριστεί για τις 29 Σεπτεμβρίου στις 14:00 (τοπική ώρα).

Ο Σούμερ τόνισε ότι οι Δημοκρατικοί εστιάζουν στην υγειονομική περίθαλψη.

«Τα αγροτικά νοσοκομεία κλείνουν. Οι άνθρωποι θα λάβουν ειδοποιήσεις για αυξήσεις 4.000 δολαρίων τον χρόνο στα ασφάλιστρά τους. Η δουλειά μας είναι να εκπροσωπούμε τον αμερικανικό λαό», είπε. «Μέχρι στιγμής έχουν μπλοκάρει και έχουν πει ότι δεν θα συζητήσουν τίποτα από αυτά· θα δούμε αν αυτό αλλάξει».

Ο Τζόνσον είπε ότι ο Τραμπ είναι πάντα ανοιχτός σε συνομιλίες αλλά θέλει να «λειτουργεί καλή τη πίστει, γι’ αυτό αποφάσισε να μας φέρει όλους μαζί».

«Θέλει να μιλήσει με τον Τσακ Σούμερ και τον Χακίμ Τζέφρις και να προσπαθήσει να τους πείσει να ακολουθήσουν την κοινή λογική και να κάνουν το σωστό για τον αμερικανικό λαό», δήλωσε ο Τζόνσον στις 28 Σεπτεμβρίου. «Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι το μόνο που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να κερδίσουμε λίγο χρόνο».

Ο ηγέτης της μειοψηφίας στη Βουλή Χακίμ Τζέφρις (D-N.Y.) είπε σε δήλωσή του ότι οι διαπραγματεύσεις θα εξαρτηθούν από το αν θα «βρεθεί μια λύση για να διορθωθεί πραγματικά το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης που οι Ρεπουμπλικανοί έχουν καταστρέψει, προς όφελος όλων», αναφερόμενος στις φορολογικές πιστώσεις που λήγουν και στις περικοπές στο Medicaid που περιλαμβάνονταν στο «Ένα Μεγάλο Όμορφο Νομοσχέδιο» του Τραμπ.

Ο Τζόνσον χαρακτήρισε τη δήλωση «εντελώς παράλογη».

«Οι επιδοτήσεις του Νόμου για Προσιτή Περίθαλψη είναι ένα πολιτικό ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί έως το τέλος του έτους, στις 31 Δεκεμβρίου», είπε ο Τζόνσον. «Όχι τώρα, την ώρα που προσπαθούμε απλώς να κρατήσουμε ανοιχτή την κυβέρνηση ώστε να έχουμε όλες αυτές τις συζητήσεις».

Ο δημοσιογράφος του CNN Τζέηκ Τάπερ ρώτησε τον Τζόνσον σχετικά με ειδικούς υγείας που υποστηρίζουν ότι τα ασφάλιστρα των Αμερικανών θα μπορούσαν να αυξηθούν έως και 75% – από τον Οκτώβριο κιόλας – αν δεν παραταθούν οι επιδοτήσεις του Νόμου για Προσιτή Περίθαλψη, και τον πίεσε να απαντήσει αν «ανησυχεί μήπως οι πολίτες κατηγορήσουν τους Ρεπουμπλικανούς για το αυξημένο κόστος της ασφάλισης».

«Όχι, δεν είναι ειλικρινείς σε αυτό», απάντησε ο Τζόνσον. «Το πρόγραμμα δεν λήγει πριν το τέλος Δεκεμβρίου, επομένως έχουμε χρόνο να κάνουμε όλες αυτές τις συζητήσεις και διαπραγματεύσεις».

Με τη συμβολή του Lawrence Wilson

Τραμπ: Εξαγγελία ανάπτυξης στρατού στο Πόρτλαντ για καταστολή ταραχών

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ διέταξε την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων στο Πόρτλαντ του Όρεγκον, ως απάντηση στην κλιμάκωση των επεισοδίων έξω από ομοσπονδιακές εγκαταστάσεις μεταναστευτικής πολιτικής, δεσμευόμενος να χρησιμοποιήσει «πλήρη ισχύ, αν χρειαστεί» κατά όσων χαρακτήρισε εγχώριους τρομοκράτες.  

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social στις 27 Σεπτεμβρίου, ο Τραμπ ανέφερε: «Κατόπιν αιτήματος της υπουργού Εσωτερικής Ασφάλειας, Κρίστι Νοεμ, δίνω εντολή στον υπουργό Πολέμου, Πιτ Χέγκσεθ, να παράσχει όσα στρατεύματα χρειαστούν για την προστασία του Πόρτλαντ, που έχει μετατραπεί σε εμπόλεμη ζώνη, καθώς και κάθε εγκατάστασης της ICE που βρίσκεται υπό πολιορκία από την Αντίφα και άλλους εγχώριους τρομοκράτες. Εγκρίνω επίσης τη χρήση πλήρους ισχύος, εφόσον χρειαστεί».  

Η ανακοίνωση ακολουθεί το εκτελεστικό διάταγμα του Τραμπ στις 22 Σεπτεμβρίου, με το οποίο χαρακτηρίζεται η Αντίφα ως οργάνωση εγχώριας τρομοκρατίας.

Στο ίδιο διάταγμα, η ομάδα περιγράφεται ως «μιλιταριστική, αναρχική οργάνωση που επιδιώκει την ανατροπή της κυβέρνησης των ΗΠΑ», ενώ οι υποστηρικτές της κατηγορούνται για ένοπλες συμπλοκές με την αστυνομία, βίαιες επιθέσεις σε στελέχη της μεταναστευτικής υπηρεσίας και συντονισμένες ταραχές.

Παρότι πρόκειται για την πρώτη επίσημη απόδοση του χαρακτηρισμού «τρομοκρατική οργάνωση» στην Αντίφα, αναμένεται νομική αμφισβήτηση, δεδομένων των συνταγματικών προστασιών της Πρώτης Τροπολογίας που παραδοσιακά περιορίζουν τη δυνατότητα της κυβέρνησης να απαγορεύσει εγχώριες εξτρεμιστικές ομάδες.  

Τον Ιούλιο, η υπουργός Νοεμ είχε δηλώσει ότι οι επιθέσεις σε στελέχη της ICE σημειώνουν εκρηκτική αύξηση, αποδίδοντας το φαινόμενο σε διαδικτυακές καμπάνιες στοχοποίησης (doxing) που οργανώνονται από αναρχικούς και κύκλους της Αντίφα στο Πόρτλαντ.

Όπως τόνισε: «Αυτοί οι εγκληματίες τάσσονται στο πλευρό αδίστακτων καρτέλ και δουλεμπόρων. Δεν θα το ανεχτούμε στην Αμερική».  

Στις 22 Σεπτεμβρίου, η υφυπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Τρίσια ΜακΛάφλιν γνωστοποίησε ότι οι απειλές και η βία κατά των στελεχών της ICE έχουν ενταθεί, σημειώνοντας αύξηση των επιθέσεων κατά 1.000%, ενώ στο στόχαστρο τοποθετούνται πλέον και μέλη των οικογενειών τους.  

Η εγκατάσταση της ICE στο Πόρτλαντ αποτελεί συχνό σημείο διαδηλώσεων που αρκετές φορές κλιμακώνονται σε έκτροπα, με τραυματισμούς ομοσπονδιακών πρακτόρων και απαγγελία κατηγοριών για επίθεση εναντίον διαδηλωτών.

Νωρίτερα μέσα στον μήνα, διαδηλωτές τοποθέτησαν μια γκιλοτίνα έξω από τις εγκαταστάσεις, κίνηση που το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας χαρακτήρισε «παρανοϊκή συμπεριφορά».  

Οι αρχές του Πόρτλαντ συγκρούονται με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση σχετικά με τις εγκαταστάσεις της ICE, εκδίδοντας ειδοποίηση για πολεοδομική παράβαση σε βάρος του ομοσπονδιακού κράτους με την κατηγορία της παράνομης κράτησης ατόμων κατά τη διάρκεια της νύχτας, κάτι που αντίκειται στους κανονισμούς. Βάσει της πολιτικής προστασίας μεταναστών της Πολιτείας του Όρεγκον, η τοπική αστυνομία δεν εφαρμόζει τους ομοσπονδιακούς νόμους περί μετανάστευσης.  

Αρχές Σεπτεμβρίου, ο Τραμπ είχε υπονοήσει ότι το Πόρτλαντ ίσως είναι μια από τις επόμενες πόλεις όπου θα αναπτυχθούν ομοσπονδιακές δυνάμεις λόγω της έξαρσης της εγκληματικότητας και ταραχών, δηλώνοντας σε συνέντευξη Τύπου: «Το Πόρτλαντ… Δεν μπορεί να πιστέψει κανείς τι συμβαίνει εκεί. Καταστρέφεται η πόλη».  

Απαντώντας στις δηλώσεις Τραμπ, ο δήμαρχος του Πόρτλαντ Κιθ Γουίλσον σχολίασε: «Όπως και άλλοι δήμαρχοι ανά τη χώρα, ούτε ζήτησα ούτε χρειάζομαι ομοσπονδιακή παρέμβαση. Είμαστε υπερήφανοι που η αστυνομία του Πόρτλαντ έχει καταφέρει να προστατεύσει την ελευθερία της έκφρασης, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τις, κατά καιρούς, βίαιες πράξεις και φθορές που σημειώνονται στις διαδηλώσεις γύρω από τις εγκαταστάσεις της ICE. Περιμένουμε ότι το συγκεκριμένο σημείο θα παραμείνει επίκεντρο κινητοποιήσεων. Το Πόρτλαντ θα ανταποκριθεί εκ νέου στη συγκυρία ως περήφανη πόλη-καταφύγιο, χρησιμοποιώντας όλα τα νόμιμα μέσα για να υπερασπιστεί την τοπική κοινωνία και τα δικαιώματά μας».  

Πρόσφατα, ο Τραμπ επιβεβαίωσε στο Οβάλ Γραφείο πως βρίσκεται σε εξέλιξη συγκεκριμένη επιχείρηση για το Πόρτλαντ, δηλώνοντας: «Θα πάμε εκεί και θα κάνουμε μια μεγάλη επέμβαση εναντίον αυτών των ανθρώπων στο Πόρτλαντ», αποκαλώντας τους διαδηλωτές επαγγελματίες ταραξίες και αναρχικούς.  

Έχοντας ήδη αναπτύξει δυνάμεις στο Λος Άντζελες και ομοσπονδιακές υπηρεσίες στην Ουάσινγκτον, ο Τραμπ έχει απειλήσει με αποστολή στρατευμάτων και σε άλλες πόλεις, όπως η Βαλτιμόρη, το Σικάγο, το Μέμφις και η Νέα Ορλεάνη, στο πλαίσιο ευρύτερης προσπάθειας για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας στα αστικά κέντρα.