Κυριακή, 30 Νοέ, 2025

ΥΠΕΘΑ: Σ/Ν για προστασία και αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας των ΕΔ και αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος των στελεχών

Το σχέδιο νόμου του υπουργείου Εθνικής Άμυνας με τίτλο «Αξιοποίηση ακίνητης περιουσίας Ενόπλων Δυνάμεων – Σύσταση Ταμείου Ακινήτων Εθνικής Άμυνας και Φορέα Αξιοποίησης Ακινήτων Ενόπλων Δυνάμεων – Σχέδιο δράσεων για τη διαχείριση των στεγαστικών αναγκών των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων», κατατέθηκε στη Βουλή, το βράδυ της Παρασκευής 18 Ιουλίου 2025.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του ΥΠΕΘΑ «σκοπός του σχεδίου νόμου, όπως περιγράφεται στο Άρθρο 1, είναι η αποτελεσματική προστασία, η ορθολογική διαχείριση και η βέλτιστη αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, για την ενίσχυση της αμυντικής οχύρωσης της χώρας και τη χρηματοδότηση σκοπών εθνικής άμυνας, καθώς και η αποτελεσματική αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων».

Παράλληλα, αντικείμενο του σχεδίου νόμου, σύμφωνα με το Άρθρο 2, είναι, όπως αναφέρει το ΥΠΕΘΑ: «Α) Η συγχώνευση του Ταμείου Εθνικής Άμυνας (ΤΕΘΑ), του Ταμείου Εθνικού Στόλου (ΤΕΣ) και του Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας (ΤΑΑ) σε ένα ενιαίο Ταμείο Ακινήτων Εθνικής Άμυνας (Τ.Α.Εθ.Α.), για τη διαχείριση της περιουσίας του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, Β) Η σύσταση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Φορέας Αξιοποίησης Ακινήτων Ενόπλων Δυνάμεων (Φ.Α.Α.Ε.Δ.), για την αξιοποίηση των μη επιχειρησιακά αναγκαίων ακινήτων του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και ακινήτων τρίτων φορέων και Γ) Η υλοποίηση δράσεων για την κάλυψη των στεγατικών αναγκών του στρατιωτικού προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων».

Ορθολογική και με πλήρη διαφάνεια διαχείριση της ακίνητης περιουσίας των ΕΔ

Ειδικότερα, στόχος του σχεδίου νόμου, όπως αναφέρεται, είναι η ορθολογική και με πλήρη διαφάνεια διαχείριση της ακίνητης περιουσίας των Ενόπλων Δυνάμεων. Πυρήνας της νέας στρατηγικής αντίληψης είναι η διαπίστωση ότι η ακίνητη περιουσία των Ενόπλων Δυνάμεων μπορεί να αποτελέσει πηγή σημαντικών εσόδων και να αξιοποιηθεί με ιδιαίτερα επωφελή τρόπο, τόσο για την ενίσχυση της αμυντικής οχύρωσης της πατρίδας μας όσο για την εξυπηρέτηση των στεγαστικών αναγκών των στελεχών τους.

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που έρχεται να επιλύσει όσον αφορά τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων των Ενόπλων Δυνάμεων είναι ο κατακερματισμός. Ο συνολικός αριθμός των ακινήτων ανέρχεται στα 2.529 ακίνητα, εκ των οποίων τα 2.060 ακίνητα διαχειρίζονται 3 Ταμεία: Το Ταμείο Εθνικής Άμυνας (ΤΕΘΑ), το Ταμείο Εθνικού Στόλου (ΤΕΣ) και το Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας (ΤΑΑ).

Επίσης, το σχέδιο νόμου, όπως σημειώνεται, φιλοδοξεί να βάλει τέλος σε αυτόν τον κατακερματισμό, όπως επίσης στην αδράνεια και την πολυνομία, την κατακερματισμένη διοίκηση, την επικάλυψη αρμοδιοτήτων και τις αναχρονιστικές διατάξεις που διέπουν τη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας των Ενόπλων Δυνάμεων. Ενδεικτικό είναι ότι ο ιδρυτικός Νόμος που διέπει τη λειτουργία του ΤΕΣ είναι του 1931. (Ν.4944/1931). Σημαντικά προβλήματα είναι επίσης η έλλειψη συγκροτημένου μηχανισμού αξιοποίησης των μη επιχειρησιακά αναγκαίων ακινήτων και η ανορθολογική στελέχωση, που την διακρίνει η έλλειψη τεχνογνωσίας και εξειδικευμένου προσωπικού.

Οι δύο βασικοί πυλώνες της νέας στρατηγικής

Η νέα αυτή στρατηγική του ΥΠΕΘΑ ως προς την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του έχει δύο βασικά σκέλη τις διαρθρωτικές αλλαγές στις διοικητικές δομές και την υλοποίηση ολοκληρωμένων σχεδίων για την υλοποίηση της στεγαστικής του πολιτικής.

1. Συστήνεται ενιαίο Ταμείο Ακινήτων Εθνικής Άμυνας (ΤΑΕΘΑ), που θα προκύψει από τη συγχώνευση των υφιστάμενων Ταμείων Εθνικής Άμυνας, Εθνικού Στόλου και Αεροπορικής Άμυνας.

Συστήνεται ως νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και λειτουργεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.

Αναλαμβάνει τα έργα, τα προγράμματα, την περιουσία, τους πόρους και τις χρηματοδοτήσεις των συγχωνευόμενων ταμείων και υπεισέρχεται στη θέση τους ως καθολικός τους διάδοχος, ώστε η διαχείριση των υποθέσεών του να εξακολουθήσει να λειτουργεί απρόσκοπτα, χωρίς επιπλέον διοικητικό φόρτο και γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Διοικείται από τριμελή επιτροπή και συγκεκριμένα από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας.

Η επιλογή του σχήματος αυτού έγινε με γνώμονα τον εθνικό χαρακτήρα της ακίνητης περιουσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, τον σεβασμό στην ιστορική παρακαταθήκη των συγχωνευόμενων ταμείων ως προς την υποστήριξη της εθνικής άμυνας της χώρας, αλλά και τη διατήρηση της δυνατότητας άμεσης εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής και του ελέγχου στη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών.

Οι δομές του θα στελεχώνονται από έμπειρο στρατιωτικό και πολιτικό προσωπικό, το οποίο ήδη υπηρετεί στα συγχωνευόμενα ταμεία, και ο σκοπός του θα είναι διττός:

Α) Η ενίσχυση της αμυντικής οχύρωσης της χώρας και η χρηματοδότηση σκοπών εθνικής άμυνας και

Β) Η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και στέγασης των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων.

Επισημαίνεται ότι το ΤΑΕΘΑ διατηρεί το δικαίωμα να προβαίνει σε ανταλλαγή ή παραχώρηση χρήσης με αντάλλαγμα μη επιχειρησιακά αναγκαίων ακινήτων του προς φορείς του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας και των θυγατρικών της. Η παραχώρηση χωρίς αντάλλαγμα σε περίπτωση που εξυπηρετούνται αποκλειστικά φιλανθρωπικοί, πολιτιστικοί, κοινωφελείς και εκπαιδευτικοί σκοποί, και μόνο εφόσον συντρέχουν λόγοι προφανούς δημοσίου συμφέροντος, συνιστά δυνητική επιλογή, αλλά η συνδρομή των συγκεκριμένων λόγων δεν σημαίνει ότι γεννά υποχρέωση προς το ΤΑΕΘΑ για άνευ ανταλλάγματος παραχώρηση.

Ακόμη, με το σχέδιο θεσπίζεται ακόμη η δημιουργία πληροφοριακού συστήματος για την απογραφή, επικαιροποίηση και παρακολούθηση των ακινήτων του ΤΑΕΘΑ καθώς και των υπόλοιπων ακινήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η πληρέστερη καταγραφή κάθε πληροφορίας σχετικής με τα ακίνητα των Ενόπλων Δυνάμεων και η εξασφάλιση της βέλτιστης διαχείρισης και αποτελεσματικότερης προστασίας τους.

Σημειώνεται, ότι ένα από τα μεγάλα προβλήματα της αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας των Ενόπλων Δυνάμεων είναι η απουσία μητρώου ακίνητης περιουσίας και η αδυναμία εποπτείας. Ενδεικτικό είναι ότι μεγάλος αριθμός ακινήτων παραμένει αναξιοποίητος εξαιτίας του αμφισβητούμενου ιδιοκτησιακού καθεστώτος και των δικαστικών διεκδικήσεων άλλων φορέων του Δημοσίου, επί σειρά ετών, για την κυριότητά τους. Με το νομοσχέδιο κάθε δίκη καταργείται και τα ακίνητα αυτά περιέρχονται στο ΤΑΕΘΑ.

2. Η δεύτερη διαθρωτική τομή είναι η ίδρυση του Φορέα Αξιοποίησης Ακινήτων Ενόπλων Δυνάμεων (Φ.Α.Α.Ε.Δ.) ως Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου.

Ο Φορέας αυτός θα αναλάβει το έργο που από το 2016 έχει ανατεθεί σε υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, η οποία όμως σήμερα λειτουργεί χωρίς τα αναγκαία επιχειρηματικά και χρηματοδοτικά εργαλεία και χωρίς τη θεσμική δυνατότητα να αξιοποιεί τις ευκαιρίες και τις συγκυρίες της αγοράς για την εκμετάλλευση των ακινήτων.

Ο Φορέας θα είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Φορέων της γενικής κυβέρνησης, θα εποπτεύεται από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας μέσω του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, θα έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και θα εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.

Θα αποτελέσει το κύριο όχημα αξιοποίησης όλων των ακινήτων των Ενόπλων Δυνάμεων που, κατόπιν αποφάσεων των Γενικών Επιτελείων, δεν θα είναι αναγκαία για σκοπούς εθνικής άμυνας.

Οι αρμοδιότητές του θα είναι διευρυμένες και θα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τη συμμετοχή σε εταιρίες ειδικού σκοπού, αλλά και τη σύναψη προγραμματικών συμφωνιών με τρίτους φορείς, ακόμα και εκτός Ενόπλων Δυνάμεων, για την αξιοποίηση των ακινήτων τους, έναντι διαχειριστικής αμοιβής, με τα πλέον επωφελή οικονομικά αποτελέσματα.

Τη διοίκησή του θα αναλάβει πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, με αξιοπιστία και αποδεδειγμένη εμπειρία σε θέματα διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, ενώ στο διοικητικό του συμβούλιο θα συμμετέχει ανώτατος ή ανώτερος αξιωματικός των Ενόπλων Δυνάμεων, ο οποίος θα επιλέγεται απευθείας από τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, ο Διευθυντής του Τ.Α.Εθ.Α. και άλλα πρόσωπα με αυξημένα τυπικά προσόντα.

Οι συμβάσεις που θα αναθέτει θα ακολουθούν την ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία, η πρόσληψη προσωπικού θα γίνεται μέσω του Α.Σ.Ε.Π., ενώ προβλέπεται και η δυνατότητα να υπηρετούν εκεί τη στρατιωτική τους θητεία οπλίτες απόφοιτοι τμημάτων πολυτεχνικών σχολών, νομικής, οικονομικού πεδίου και επιστήμης ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Όσον αφορά στον εσωτερικό έλεγχο τόσο του Τ.Α.Εθ.Α, όσο και του Φ.Α.Α.Ε.Δ, θα εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, ενώ για την οικονομική τους επιθεώρηση αρμόδια θα είναι η Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας.

Ειδικά ο Φ.Α.Α.Ε.Δ. θα υποβάλλει σε τακτική ετήσια βάση αναλυτική έκθεση αποτύπωσης της κατάστασης και των προγραμμάτων του, για την οποία μάλιστα θα ενημερώνεται η Διαρκής Επιτροπή Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, ενώ θα υπόκειται και σε έλεγχο από εξειδικευμένες ελεγκτικές εταιρείες και ορκωτούς ελεγκτές.

Ολοκληρωμένα σχέδια Δράσης με έμφαση στο Στρατηγικό Σχέδιο Αξιοποίησης Ακινήτων (πενταετίας) και στο Σχέδιο Στέγασης Προσωπικού (δεκαετές)

Εκτός από τις προαναφερθείσες διαρθρωτικές αλλαγές, η στρατηγική του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας για την αξιοποίηση των ακινήτων του συμπεριλαμβάνει την κατάρτιση και την υλοποίηση των αναγκαίων σχεδίων δράσης.

Το πρώτο είναι το Στρατηγικό Σχέδιο Αξιοποίησης Ακινήτων, το οποίο θα είναι 5ετές, θα τεκμηριώνεται με τεχνική, νομική και χρηματοοικονομική μελέτη, θα περιλαμβάνει ενέργειες προσέλκυσης επενδύσεων και, ειδικά για τις περιπτώσεις με οικονομικό αντικείμενο άνω των 10.000.000 ευρώ, θα ενημερώνεται το Υπουργικό Συμβούλιο.

Το δεύτερο θα είναι 10ετές και θα αφορά στη διαχείριση των στεγαστικών αναγκών των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων. Θα είναι προσαρμοσμένο στις ανάγκες κάθε περιοχής ξεχωριστά και θα περιλαμβάνει τη δυνατότητα κάλυψης αναγκών στέγασης προσωπικού και άλλων υπουργείων μέσω προγραμματικών συμβάσεων.

Για αμφότερα τα Σχέδια αυτά θα ενημερώνεται και η Διαρκής Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής.

Το υπό κατάθεση νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας συνιστά σημαντική εκσυγχρονιστική τομή στο υφιστάμενο διοικητικό πλαίσιο και επιδιώκει να ενισχύσει αφενός την ευελιξία και την προσαρμοστικότητα στις δυνατότητες και τις ευκαιρίες της αγοράς και αφετέρου τη λογοδοσία και την αυστηρή και αποτελεσματική εποπτεία της διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας.

Το Οικιστικό Πρόγραμμα 

Όπως έχει δηλώσει ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, για το ζήτημα της αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, «ο Φορέας αυτός δεν θα λειτουργεί ως κερδοσκοπικός μηχανισμός “Real Estate”, αλλά ως επιχειρησιακός βραχίονας για την παραγωγική αξιοποίηση της περιουσίας υπέρ του προσωπικού όλων των κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, χρηματοδοτώντας το Οικιστικό Πρόγραμμα».

Για το ίδιο ζήτημα ο κ. Δένδιας έχει τονίσει: «Η αξιοποίηση της περιουσίας δεν είναι σκοπός. Είναι μέσο. Σκοπός παραμένει η υποστήριξη της αποστολής των Ενόπλων Δυνάμεων, η αναβάθμιση των συνθηκών διαβίωσης του προσωπικού και η ενίσχυση της διαρκούς διασύνδεσης μεταξύ της ελληνικής κοινωνίας και των Ενόπλων Δυνάμεων, που αποτελούν τμήμα της αλλά και αρωγό της».

Υπογραμμίζεται ότι στο νομοσχέδιο προβλέπεται ακόμη η εφαρμογή οικιστικού προγράμματος από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, το οποίο περιλαμβάνει συγκεκριμένα ακίνητα που δεν ανατίθενται στον ΦΑΑΕΔ προς αξιοποίηση, αλλά προορίζονται για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του στρατιωτικού προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων.

Το σχέδιο νόμου για την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Ενόπλων Δυνάμεων αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της στεγαστικής πολιτικής του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και συνδέεται άμεσα με την υλοποίηση του ευρύτερου οικιστικού προγράμματος που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Το τρέχον πρόγραμμα προβλέπει την κατασκευή και παράδοση 1.000 νέων κατοικιών έως το 2026, στις γυναίκες και στους άνδρες που υπηρετούν σε ακριτικές περιοχές και νησιά με υψηλό κόστος ενοικίων και περιορισμένη διαθεσιμότητα οικιών. Ποσοστό 15% των οικιών θα διατεθεί σε εκπαιδευτικές δημοσίων σχολείων και προσωπικό του ΕΣΥ στις συγκεκριμένες περιοχές. Σε περίπτωση που στο πλαίσιο του σχεδίου στεγαστικών δράσεων χορηγηθεί χρηματοδότηση αποκλειστικά από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ή το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης για την ανέγερση στρατιωτικών οικημάτων, προβλέπεται η εκμίσθωση ποσοστού 15% έως 30% εκ των οικημάτων αυτών, σε υπαλλήλους του δημοσίου τομέα.

Τέλος, σημειώνεται ότι οι επιπρόσθετοι πόροι, που θα προκύψουν από την αξιοποίηση της στρατιωτικής περιουσίας, θα επιτρέψουν τη δημιουργία ενός σταθερού μηχανισμού χρηματοδότησης, ικανού να εγγυηθεί την κατασκευή επιπλέον κατοικιών μέχρι το 2030 για το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων.

Πεκίνο: «Καμία γνώση» για τις αναφορές περί μπλοκαρίσματος συμφωνίας λιμένων στον Παναμά

Το Πεκίνο απέρριψε αναφορές ότι ασκεί πιέσεις προκειμένου να μπλοκάρει συμφωνία παραχώρησης διεθνών λιμένων, μεταξύ των οποίων και δύο στους αντίποδες της Διώρυγας του Παναμά, εκτός εάν κρατική κινεζική εταιρεία αποκτήσει μερίδιο στο σχήμα.

Σε τακτική συνέντευξη Τύπου την Παρασκευή, ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών Λιν Τζιάν ρωτήθηκε για ένα δημοσίευμα της εφημερίδας The Wall Street Journal (WSJ), το οποίο επικαλείται ανώνυμες πηγές που ισχυρίζονται ότι το Πεκίνο ασκεί πιέσεις στα μέρη που εμπλέκονται σε μια πώληση διεθνών λιμένων αξίας 22,8 δισ. δολαρίων, προκειμένου να συμπεριλάβουν την COSCO, την κρατική ναυτιλιακή εταιρεία της Κίνας, ως μέτοχο.

Η εταιρεία CK Hutchison συμφώνησε τον Μάρτιο σε πώληση του μεριδίου 80% της σε 43 λιμένες σε 23 χώρες, μεταξύ των οποίων δύο λιμένες στον Παναμά. Η συμφωνία έχει γίνει με κοινοπραξία υπό την ηγεσία της αμερικανικής εταιρείας διαχείρισης κεφαλαίων BlackRock και της Mediterranean Shipping Company (MSC), η οποία εδρεύει στην Ελβετία και ελέγχεται από την οικογένεια του Ιταλού δισεκατομμυριούχου Τζιανλουίτζι Απόντε. Η συμφωνία τελεί ακόμη υπό την έγκριση των κινεζικών αρχών.

Το ίδιο ρεπορτάζ ανέφερε ότι Κινέζοι αξιωματούχοι προειδοποίησαν άμεσα την CK Hutchison, τη BlackRock και τη MSC πως το Πεκίνο θα απορρίψει τη συμφωνία, εάν δεν συμπεριληφθεί η COSCO, η κρατική κινεζική ναυτιλιακή εταιρεία, με ιδιαίτερη έμφαση στους δύο παναμαϊκούς λιμένες. Επιπλέον, οι ίδιες πηγές φέρεται να δήλωσαν πως το Πεκίνο έδωσε εντολή σε κρατικές επιχειρήσεις να αναστείλουν κάθε νέα επιχειρηματική δραστηριότητα με την CK Hutchison ή με εταιρείες συνδεδεμένες με τον ιδρυτή της, Λι Κα-σινγκ, εφόσον η COSCO αποκλειστεί από το σχήμα.

Ερωτηθείς σχετικά σε τακτική ενημέρωση του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, ο εκπρόσωπος Λιν Τζιάν απάντησε ότι δεν έχει γνώση των ισχυρισμών του δημοσιεύματος. Πρόσθεσε ότι, σύμφωνα με τη Διοίκηση Κρατικής Ρύθμισης της Αγοράς της Κίνας, η διαδικασία επανεξέτασης της συμφωνίας θα γίνει βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, προκειμένου να διασφαλιστεί ο θεμιτός ανταγωνισμός και το δημόσιο συμφέρον.

Η υπό συζήτηση συμφωνία έρχεται σε συνέχεια παλαιότερων τοποθετήσεων του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε ζητήσει την «επιστροφή» του ελέγχου της Διώρυγας του Παναμά στις Ηνωμένες Πολιτείες, επικαλούμενος τις υπερχρεώσεις στα αμερικανικά πλοία και την αυξανόμενη κινεζική επιρροή στο στρατηγικό πέρασμα. Κατά τη δεύτερη ομιλία του μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, είχε υποστηρίξει πως «η Κίνα είναι αυτή που λειτουργεί τη Διώρυγα του Παναμά» και ότι «οι ΗΠΑ δεν την έδωσαν στην Κίνα, αλλά στον Παναμά», προσθέτοντας πως η Ουάσιγκτον «θα την ανακτήσει».

Σε αντίστοιχο τόνο, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο χαρακτήρισε «απαράδεκτο» το γεγονός ότι μία εταιρεία με έδρα το Χονγκ Κονγκ διαχειρίζεται τις στρατηγικά κρίσιμες εισόδους και εξόδους της Διώρυγας, με δεδομένο ότι το Πεκίνο πλέον ασκεί πλήρη έλεγχο στο Χονγκ Κονγκ. Σύμφωνα με τον ίδιο, σε περίπτωση σύγκρουσης, αν το Πεκίνο δώσει εντολή να εμποδιστεί η διέλευση, είτε για να πληγεί το εμπόριο και οι ναυτικές δυνάμεις των ΗΠΑ στην Ινδο–Ειρηνική, η εντολή αυτή πιθανότατα θα εκτελεστεί, προκαλώντας «μεγάλο πρόβλημα» για την Ουάσιγκτον.

Παράλληλα, κινεζικά μέσα που ευθυγραμμίζονται με την κυβερνητική γραμμή έχουν εξαπολύσει εκστρατεία εναντίον της CK Hutchison και του ιδρυτή της. Η εφημερίδα Ta Kung Pao, όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας στο Χονγκ Κονγκ, δημοσίευσε σειρά επιθετικών άρθρων κατά του 96χρονου Λι Κα-σινγκ, κατηγορώντας τον για «προδοσία απέναντι σε όλους τους Κινέζους» και καλώντας τον να επανεξετάσει τη στάση του. Τα άρθρα αυτά αναρτήθηκαν και στον επίσημο ιστότοπο του Γραφείου Υποθέσεων Χονγκ Κονγκ και Μακάο του ΚΚΚ τον περασμένο Μάρτιο.

Οι τελικοί όροι της συμφωνίας παραμένουν υπό διαπραγμάτευση, ενώ οι εμπλεκόμενες εταιρείες έχουν προθεσμία έως τις 27 Ιουλίου για αποκλειστικές συνομιλίες. Τόσο η BlackRock όσο και η CK Hutchison διατηρούν σημαντικές δραστηριότητες στην Κίνα, ενώ η MSC είναι μεταξύ των μεγαλύτερων μεταφορέων κινεζικών εξαγωγών, γεγονός που τις καθιστά δυνητικά ευάλωτες στις πιέσεις του Πεκίνου.

Καμία από τις εμπλεκόμενες εταιρείες δεν απάντησε σε αιτήματα για σχόλιο μέχρι την ώρα δημοσίευσης του ρεπορτάζ.

Του Bill Pan

Ο Τραμπ γράφει ανοιχτή επιστολή στον Μπολσονάρο, λέγοντας ότι παρακολουθεί «στενά» τη δίκη στη Βραζιλία

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αύξησε την πίεση στην βραζιλιάνικη κυβέρνηση την Τετάρτη και την προέτρεψε να αποσύρει τις κατηγορίες εναντίον του πρώην προέδρου της Βραζιλίας Ζαΐρ Μπολσονάρο, λέγοντας ότι θα παρακολουθεί «στενά» την υπόθεση.

Σε επιστολή που απευθύνεται στον Μπολσονάρο και δημοσιεύτηκε στο Truth Social την Πέμπτη, ο Τραμπ δήλωσε ότι ο Μπολσονάρο έχει αντιμετωπίσει «φρικτή μεταχείριση» στα «χέρια ενός άδικου συστήματος που στράφηκε εναντίον σου».

«Συμμερίζομαι τη δέσμευσή σου να ακούς τη φωνή του λαού και ανησυχώ πολύ για τις επιθέσεις στην ελευθερία του λόγου — τόσο στη Βραζιλία όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες — που προέρχονται από την τρέχουσα κυβέρνηση. Έχω εκφράσει έντονα την αποδοκιμασία μου τόσο δημόσια όσο και μέσω της δασμολογικής μας πολιτικής», έγραψε, προσθέτοντας ότι η δίκη «πρέπει να τερματιστεί αμέσως».

Ο Μπολσονάρο απάντησε δημοσιεύοντας ένα βίντεο στο X, λέγοντας ότι είχε λάβει την επιστολή του Τραμπ και είπε για άλλη μια φορά ότι οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν εναντίον του είναι ψευδείς. Προηγουμένως, ο Μπολσονάρο είχε περιγράψει τη δίκη του ως «κυνήγι μαγισσών», επαναλαμβάνοντας έναν όρο που χρησιμοποίησε ο Τραμπ όταν υπερασπίστηκε τον σύμμαχό του στη Νότια Αμερική την περασμένη εβδομάδα.

Επίσης την περασμένη εβδομάδα, ο Τραμπ προειδοποίησε ότι θα επιβάλει δασμούς 50% σε όλα τα προϊόντα από τη Βραζιλία που εισέρχονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, επικαλούμενος την υπόθεση εναντίον του Μπολσονάρο.

Απαντώντας στην απειλή δασμών, ο Βραζιλιάνος πρόεδρος Λουίζ Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα δήλωσε στο CNN σε αποκλειστική συνέντευξη την Πέμπτη ότι δεν θα συνεργαστεί.

«Η Βραζιλία πρέπει να φροντίζει τη Βραζιλία και να φροντίζει τον βραζιλιάνικο λαό, και όχι να φροντίζει τα συμφέροντα των άλλων», δήλωσε ο Λούλα στο μέσο ενημέρωσης, προσθέτοντας: «Η Βραζιλία δεν θα δεχτεί τίποτα που της επιβάλλεται. Δεχόμαστε διαπραγματεύσεις και όχι επιβολή».

Ο Μπολσονάρο, ο οποίος κυβέρνησε μεταξύ 2019 και 2022, δικάζεται ενώπιον του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Βραζιλίας για τον ρόλο του σε μια φερόμενη απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιανουάριο του 2023. Είναι ήδη μη επιλέξιμος για τις εκλογές του επόμενου έτους. Ο πρώην πρόεδρος έχει επανειλημμένα αρνηθεί τους ισχυρισμούς και έχει δηλώσει ότι αποτελεί στόχο πολιτικής δίωξης.

Ο Μπολσονάρο κηρύχθηκε μη επιλέξιμος να θέσει υποψηφιότητα μέχρι το 2030 από το εκλογικό δικαστήριο της Βραζιλίας για κατάχρηση εξουσίας κατά τις εκλογές του 2022, όταν έχασε οριακά από τον Λούλα.

Η εισαγγελία επιδιώκει επίσης καταδίκες για αρκετούς στενούς συμμάχους του Μπολσονάρο, συμπεριλαμβανομένου του υποψηφίου αντιπροέδρου του στις εκλογές του 2022 και πρώην υπουργού Άμυνας, Βάλτερ Μπράγκα Νέτο, του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης Άντερσον Τόρες, και του βοηθού του, Μάουρο Σιντ.

Ο γιος του, Εντουάρντο Μπολσονάρο, μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Μάρτιο και δήλωσε ότι θα εργαστεί για να πιέσει για κυρώσεις κατά του δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Βραζιλίας, Αλεξάντρ ντε Μοράες, ο οποίος ηγείται αρκετών ερευνών για τις ενέργειες του πατέρα του.

Η ανοιχτή επιστολή του Τραμπ έρχεται καθώς ο Μπολσονάρο έχει διαταχθεί να φοράει συσκευή εντοπισμού στον αστράγαλο, ανέφερε το γραφείο Τύπου του την Παρασκευή. Τα τοπικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι στον Μπολσονάρο απαγορεύεται επίσης να χρησιμοποιεί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή να επικοινωνεί με άλλα άτομα που βρίσκονται υπό έρευνα από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου του γιου του.

Ο Τραμπ είχε φιλοξενήσει τον Μπολσονάρο στο θέρετρό του στο Μαρ-α-Λάγκο στη Φλόριντα όταν και οι δύο ήταν στην εξουσία το 2020.

Ο Τραμπ έχει συχνά συγκρίνει τη νομική κατάσταση του Μπολσονάρο με τη δική του.

Την Τρίτη, ο Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο ότι ο πρώην ηγέτης της Βραζιλίας είναι «καλός άνθρωπος» και «δεν είναι ανέντιμος άνθρωπος».

Κατάπαυση του πυρός ανάμεσα σε Ισραήλ και Συρία μετά από περιφερειακή πίεση

Το Ισραήλ και η Συρία φέρονται να συμφώνησαν σε πρόταση για κατάπαυση του πυρός, την οποία υποστηρίζουν η Τουρκία, η Ιορδανία και άλλες γειτονικές χώρες, σύμφωνα με δηλώσεις του Αμερικανού πρεσβευτή στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ. Όπως ανέφερε την Παρασκευή, οι ηγέτες των δύο χωρών αποδέχθηκαν την πρόταση για παύση των εχθροπραξιών, με τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, που φαίνεται να διαδραμάτισαν ρόλο διαμεσολαβητή.

Ο Αμερικανός διπλωμάτης κάλεσε επίσης, μέσω ανάρτησης στην πλατφόρμα X, τους Δρούζους, τους Βεδουίνους και τους Σουνίτες να καταθέσουν τα όπλα και, από κοινού με άλλες μειονότητες, να συμβάλουν στην οικοδόμηση μιας νέας και ενωμένης συριακής ταυτότητας, βασισμένης στην ειρήνη και την ευημερία με τους γείτονές της.

Μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης, οι κυβερνήσεις του Ισραήλ και της Συρίας δεν είχαν εκδώσει επίσημες ανακοινώσεις για τη συμφωνία.

Η πρόταση για την κατάπαυση του πυρός ήρθε σε μια περίοδο έντασης στη νότια Συρία και κυρίως στην επαρχία Σουέιντα, όπου τις τελευταίες ημέρες έχουν ξεσπάσει σφοδρές διακοινοτικές συγκρούσεις μεταξύ Δρούζων μαχητών και μελών βεδουινικών φυλών. Οι μάχες αυτές οδήγησαν σε εκατοντάδες νεκρούς και ώθησαν τη συριακή κυβέρνηση να αναπτύξει στρατεύματα στην περιοχή — ενέργεια που, αντί να περιορίσει τη βία, φαίνεται πως την κλιμάκωσε.

(ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ ΑΠΕ-ΜΠΕ/EPAATEF SAFADI)

 

Το Ισραήλ, το οποίο παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στη Σουέιντα λόγω της παρουσίας Δρούζων —μιας αραβικής θρησκευτικής μειονότητας με κοινότητες και στο έδαφός του— εξαπέλυσε στις 16 Ιουλίου αεροπορική επίθεση στη Δαμασκό, πλήττοντας μεταξύ άλλων την είσοδο του στρατιωτικού αρχηγείου του συριακού καθεστώτος. Το Τελ Αβίβ υποστήριξε ότι τα πλήγματα είχαν στόχο την προστασία των Δρούζων αμάχων στη νότια Συρία και προειδοποίησε ότι δεν θα επιτρέψει στην, κατά τον ίδιο, ισλαμιστική ηγεσία της Δαμασκού να ενισχύσει στρατιωτικά την παρουσία της στον νότο.

Παρά την προσωρινή εκεχειρία που ανακοινώθηκε την Τετάρτη, συγκρούσεις ξέσπασαν εκ νέου την Πέμπτη, με νέα επεισόδια ανάμεσα σε Δρούζους και Βεδουίνους. Ισραηλινά μαχητικά πραγματοποίησαν κατά τη διάρκεια της νύχτας νέες επιδρομές στην επαρχία Σουέιντα.

Παράλληλα, το Ισραήλ γνωστοποίησε την πρόθεσή του να αποστείλει ανθρωπιστική βοήθεια στους Δρούζους της Συρίας, ανταποκρινόμενο σε εκκλήσεις της μειονότητας που ζει εντός του ισραηλινού εδάφους. Όπως ανακοίνωσε το υπουργείο Εξωτερικών του Ισραήλ, ο υπουργός Γκίντεον Σάαρ έδωσε εντολή για την άμεση αποστολή βοήθειας, λόγω των επιθέσεων που δέχεται η κοινότητα της Σουέιντα και της σοβαρής ανθρωπιστικής κατάστασης που επικρατεί. Η βοήθεια, ύψους περίπου 2 εκατομμυρίων σεκέλ (σχεδόν 600.000 δολάρια), θα περιλαμβάνει τρόφιμα και ιατρικές προμήθειες.

Με πληροφορίες από το  ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ανησυχία της Επιτροπής του Ελσίνκι για τις θρησκευτικές μειονότητες στη Συρία

Έντονη ανησυχία εκφράζουν μέλη και πρώην συνεργάτες της Επιτροπής του Ελσίνκι για την κατάσταση της θρησκευτικής ελευθερίας στη Συρία, η οποία βρίσκεται πλέον υπό νέο καθεστώς και δέχεται αεροπορικά πλήγματα από το Ισραήλ με αφορμή τη μεταχείριση της θρησκευτικής μειονότητας των Δρούζων.

Το Ισραήλ, το οποίο είχε στηρίξει την απομάκρυνση του πρώην προέδρου της Συρίας Μπασάρ αλ Άσαντ, εξαπέλυσε στις 16 Ιουλίου σφοδρές αεροπορικές επιδρομές κατά της Δαμασκού, επικαλούμενο καταγγελίες για διώξεις των Δρούζων. Οι επιθέσεις ακολούθησαν συγκρούσεις μεταξύ σουνιτών και Δρούζων στην επαρχία Σουέιντα, στον νότο της χώρας. Παρά την ανακοίνωση εκεχειρίας από Δρούζους ηγέτες και τη συριακή κυβέρνηση, τα πλήγματα συνεχίστηκαν.

Υπό την ηγεσία του νέου προέδρου Αχμέντ αλ Σαρά, οι Δρούζοι και άλλες θρησκευτικές μειονότητες φέρονται να υφίστανται διώξεις ή αντίποινα. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του πρακτορείου Reuters, περίπου 1.500 αλαουίτες σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια ανταρσίας από πιστούς του Άσαντ. Τον Ιούνιο, τουλάχιστον 30 άτομα έχασαν τη ζωή τους από βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας σε ελληνορθόδοξη εκκλησία στη Δαμασκό.

Ο γερουσιαστής Τομ Τίλλις (R-N.C.), μέλος της Επιτροπής του Ελσίνκι, δήλωσε ότι δεν είναι εύκολο να συγκρίνει τις συνθήκες για τους μη μουσουλμάνους στη σημερινή Συρία με την περίοδο Άσαντ, τονίζοντας ότι ο Άσαντ – μέλος της αλαουιτικής μειονότητας – παρουσιαζόταν ως προστάτης των θρησκευτικών και εθνοτικών ομάδων της χώρας. Όπως ανέφερε, η κατάσταση είναι «χειρότερη με διαφορετικό τρόπο» και εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το αν οι πολίτες νιώθουν πραγματικά μεγαλύτερη ασφάλεια όσον αφορά την ελευθερία έκφρασης των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.

Η Επιτροπή του Ελσίνκι, που ιδρύθηκε στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Ελσίνκι το 1975 για τη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ της Δύσης και του σοβιετικού μπλοκ, προωθεί τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελευθερία της πίστης. Μεταξύ των χωρών που συμμετέχουν συγκαταλέγονται το Ισραήλ, η Ιορδανία και η Τουρκία – τρεις όμορες χώρες της Συρίας.

Κατά τη διάρκεια εκδήλωσης της Επιτροπής στην Ουάσιγκτον, στις 16 Ιουλίου, ο Νοξ Τέημς, πρώην νομικός σύμβουλος της Επιτροπής και μεταγενέστερα στέλεχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, σημείωσε ότι πριν από τον εμφύλιο πόλεμο τα ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας δεν έρχονταν σχεδόν ποτέ στην επιφάνεια.

Η σύγκρουση ξεκίνησε το 2011 με την εξέγερση κατά του Άσαντ, ο οποίος υποστηριζόταν από τη Ρωσία. Την επόμενη δεκαπενταετία, ο Άσαντ βρέθηκε αντιμέτωπος με ποικίλες πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Τουρκία, το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία. Τον Δεκέμβριο του 2024, εγκατέλειψε τη χώρα έπειτα από μεγάλη αντεπίθεση των ανταρτών που κατέληξε στην πτώση της Δαμασκού. Σήμερα διαμένει στη Μόσχα.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ συναντά τον πρόεδρο της Συρίας Αχμέντ αλ Σαρά στο Ριάντ. Σαουδική Αραβία, 14 Μαΐου 2025. (Saudi Press Agency/Δωρεά μέσω Reuters)

 

Ο Τέημς υποστήριξε ότι μετά την κατάρρευση του κρατικού ελέγχου στη Συρία, τρομοκρατικές ομάδες όπως το Ισλαμικό Κράτος στράφηκαν εναντίον των χριστιανών, των αλαουιτών και των Δρούζων. Ανάμεσά τους, οι μαχητές του ISIS διέπραξαν γενοκτονία κατά των Κούρδων Γεζίντι μεταξύ 2014 και 2017, ενώ το παρακλάδι της Αλ Κάιντα στη Συρία, το Μέτωπο αλ Νούσρα, ευθύνεται – σύμφωνα με τον ΟΗΕ –  για τη σφαγή τουλάχιστον είκοσι χωρικών, το 2015, στη βόρεια Συρία.

Ο νέος πρόεδρος αλ Σαρά, γνωστός παλιότερα ως Αμπού Μοχάμαντ αλ Τζουλανί, είχε πολεμήσει στο πλευρό της αλ Κάιντα στο Ιράκ και, στα πρώτα στάδια του εμφυλίου, ηγήθηκε του Μετώπου αλ Νούσρα κατά την κατάληψη της Δαμασκού. Αν και προσπαθεί πλέον να αποστασιοποιηθεί από παλαιότερες δηλώσεις του και έχει δεσμευθεί για την προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων, η πορεία της κυβέρνησής του παραμένει ασαφής.

Μετά την ανατροπή του Άσαντ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ήρε τις κυρώσεις κατά της Συρίας με εκτελεστικό διάταγμα στις 30 Ιουνίου, επισημαίνοντας τη δέσμευση της Ουάσιγκτον για «μια Συρία σταθερή, ενωμένη και σε ειρήνη με τους γείτονές της». Όπως ανέφερε, μια ενωμένη Συρία που δεν προσφέρει καταφύγιο σε τρομοκρατικές οργανώσεις και φροντίζει για την ασφάλεια των θρησκευτικών και εθνοτικών μειονοτήτων θα συμβάλει στην περιφερειακή σταθερότητα.

Στις 7 Ιουλίου, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ήρε την τρομοκρατική ταξινόμηση του Μετώπου αλ Νούσρα, ενώ λίγες ημέρες αργότερα χαρακτήρισε τη σύγκρουση Συρίας-Ισραήλ ως «αποτέλεσμα παρεξήγησης», εκφράζοντας προβληματισμό για την ένταση.

Ο βουλευτής Τζο Γουίλσον (R-S.C.),  ένας εκ των δύο προέδρων της Επιτροπής του Ελσίνκι, κάλεσε σε άμεσο τερματισμό των ισραηλινών επιθέσεων, τις οποίες χαρακτήρισε «αυτοκτονικές για το Ισραήλ» και υπογράμμισε την ανάγκη για λογοδοσία για εγκλήματα θρησκευτικού χαρακτήρα.

Ο έτερος πρόεδρος της Επιτροπής,  γερουσιαστής Ρότζερ Γουίκερ (R-Miss.), απέφυγε να σχολιάσει τις επιδρομές, δηλώνοντας ότι αναμένει επίσημη ενημέρωση. Παράλληλα, εξέφρασε γενική ανησυχία για τη μεταχείριση θρησκευτικών μειονοτήτων παγκοσμίως, τονίζοντας ότι σε πολλές περιοχές απουσιάζει η ανοχή που παρατηρείται σε άλλες χώρες.

Ο Τίλλις δήλωσε πως σε ό,τι αφορά επίσημη αντίδραση για τις ισραηλινές επιθέσεις, παραπέμπει στον Λευκό Οίκο.

Ο γερουσιαστής Τομ Τίλλις (R-N.C.) μιλάει με δημοσιογράφους. Ουάσιγκτον, 28 Σεπτεμβρίου 2022. (Anna Moneymaker/Getty Images)

 

Ο Τέημς, ο οποίος πλέον διευθύνει το πρόγραμμα Global Faith and Inclusive Societies στο Πανεπιστήμιο Pepperdine, υποστήριξε ότι το ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας στη σημερινή Συρία παραμένει «ανοικτό ερώτημα».

Εξέφρασε βαθιά ανησυχία για την κατεύθυνση που φαίνεται να παίρνει η νέα κυβέρνηση και τις δυνατότητές της. Ο Τίλλις, από την πλευρά του, σχολίασε ότι «δεν περιμέναμε τη γέννηση της δημοκρατίας μετά την πτώση του Άσαντ» και παρομοίασε την κατάσταση με το «να επιλέγεις τον διάβολο που ήδη γνωρίζεις».

Ο Τέημς κατέληξε ότι η επαναφορά των κυρώσεων που ανέστειλε η κυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης υπέρ της προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας – πρόταση την οποία στήριξε και ο Τίλλις.

Ο εισαγγελέας της Βραζιλίας ζητεί την καταδίκη του Μπολσονάρο για απόπειρα πραξικοπήματος

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Βραζιλίας, Πάουλο Γκονέτ, ζήτησε στις 14 Ιουλίου την καταδίκη του πρώην προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρο και αρκετών πρώην συνεργατών του για απόπειρα πραξικοπήματος που φέρεται να οργανώθηκε μετά τη νίκη του Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα στις εκλογές του 2022.

Η εισαγγελία υπέβαλε στο Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο φάκελο με τις κατηγορίες κατά του Μπολσονάρο και άλλων επτά προσώπων για πράξεις που, σύμφωνα με τις αρχές, στρέφονταν κατά του δημοκρατικού κράτους δικαίου. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Εισαγγελίας, το κατηγορητήριο βασίστηκε σε ευρύ σύνολο αποδεικτικών στοιχείων, όπως χειρόγραφα, ψηφιακά αρχεία, ανταλλαγές μηνυμάτων και υπολογιστικά φύλλα, τα οποία περιγράφουν το σχέδιο υπονόμευσης των δημοκρατικών θεσμών.

Όπως ανέφερε ο Γκονέτ, οι καταθέσεις και οι ανακρίσεις κατά τη διάρκεια της δίκης, η οποία ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου, δείχνουν ότι οι κατηγορούμενοι φέρονται να συμμετείχαν σε «εγκληματική οργάνωση» που επιδίωκε να παραλύσει τη λειτουργία των θεσμών της Δημοκρατίας, να ανατρέψει νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση και να προκαλέσει φθορές σε κυβερνητικά κτίρια.

Στους υπόλοιπους επτά κατηγορούμενους περιλαμβάνονται ο Αλεξάνδρε Ραμάζεμ, πρώην διευθυντής της Υπηρεσίας Πληροφοριών, ο Αλμίρ Γκαρνιέ, πρώην αρχηγός του Πολεμικού Ναυτικού, ο Άντερσον Τόρες, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, ο Αουγκούστο Ελένο, πρώην υπουργός του Γραφείου Θεσμικής Ασφάλειας, ο Μάουρο Σιντ, πρώην υπασπιστής του προέδρου, ο Πάουλο Σέρζιο Νογκέιρα, πρώην υπουργός Άμυνας, και ο Βάλτερ Μπράγκα Νέτο, πρώην επικεφαλής του Πολιτικού Γραφείου του Προέδρου.

Η αγωγή επιδιώκει την άσκηση διώξεων για συμμετοχή σε ένοπλη εγκληματική οργάνωση, απόπειρα βίαιης κατάργησης του δημοκρατικού καθεστώτος, πραξικόπημα, πρόκληση σημαντικών ζημιών και καταστροφή διαβαθμισμένων κρατικών εγγράφων.

Ο πρώην πρόεδρος Μπολσονάρο αρνήθηκε τις κατηγορίες, δηλώνοντας ότι τα πραγματικά περιστατικά τις διαψεύδουν και χαρακτήρισε τη δίωξη πολιτικά υποκινούμενη. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X στις 14 Ιουλίου υποστήριξε ότι όλες οι κατηγορίες είναι ψευδείς και ισχυρίστηκε ότι δεν επιτέθηκε ποτέ στη δημοκρατία ή στο Σύνταγμα. «Ζούμε ένα πραγματικό κυνήγι μαγισσών, μια κατάφωρη δίωξη εναντίον εμού και των εκατομμυρίων Βραζιλιάνων που εκπροσωπώ και στους οποίους δίνω φωνή», ανέφερε, προσθέτοντας ότι το κατηγορητήριο βασίζεται σε «ψευδείς και αντιφατικές καταγγελίες» που αποκτήθηκαν υπό πίεση.

Ο γερουσιαστής Φλάβιο Μπολσονάρο, γιος του πρώην προέδρου, δήλωσε επίσης μετά την υποβολή του αιτήματος Γκονέτ ότι η δημοκρατία έχει «καταληφθεί» στη Βραζιλία και ότι ο ίδιος θα αγωνιστεί για την αποκατάστασή της. Σε ανάρτησή του στις 15 Ιουλίου επισήμανε ότι το ζήτημα «ξεπερνά τον Μπολσονάρο και τη δεξιά».

Από την πλευρά της, η Υπηρεσία Δημόσιας Διπλωματίας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X ότι ο Ντόναλντ Τραμπ απέστειλε επιστολή στο Ανώτατο Δικαστήριο της Βραζιλίας και στην κυβέρνηση Λούλα, προειδοποιώντας για «καθυστερημένες αλλά αναπόφευκτες συνέπειες» ως απάντηση στις επιθέσεις, όπως τις χαρακτήρισε, κατά του Μπολσονάρο, της ελευθερίας έκφρασης και του αμερικανικού εμπορίου.

Στην ανάρτηση της 14ης Ιουλίου αναφέρεται ότι τέτοιου είδους ενέργειες είναι «ντροπιαστικές» και «δεν συνάδουν με την αξιοπρέπεια των δημοκρατικών παραδόσεων της Βραζιλίας».

Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 9 Ιουλίου, ο Τραμπ είχε δημοσιεύσει στο Truth Social αντίγραφο επιστολής προς τον Λούλα ντα Σίλβα, στην οποία υποστήριζε ότι η χώρα έχει μετατραπεί σε «διεθνή ντροπή» λόγω της δίκης κατά του συμμάχου του, Μπολσονάρο. Η επιστολή περιλάμβανε επίσης απειλή για επιβολή δασμών 50% στις βραζιλιάνικες εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Της Yeny Sora Robles

Ο πρίγκιπας του Μπαχρέιν στον Λευκό Οίκο για διμερείς συζητήσεις

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υποδέχθηκε την Τετάρτη τον πρίγκιπα διάδοχο Σαλμάν μπιν Χαμάντ αλ Χαλίφα του Μπαχρέιν στον Λευκό Οίκο, για διμερή συνάντηση στο Οβάλ Γραφείο.

«Είναι πραγματικά μεγάλη τιμή να βρίσκομαι εδώ αυτό το υπέροχο πρωινό, για να υλοποιήσουμε τη σχέση που υπάρχει μεταξύ των δύο χωρών μας», δήλωσε ο πρίγκιπας διάδοχος κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

«Θα συζητήσουμε ζητήματα ασφαλείας. Θα συζητήσουμε το εμπόριο και τις επενδύσεις, που είναι πολύ σημαντικά», πρόσθεσε, τονίζοντας τα νέα επιχειρηματικά συμφωνηθέντα μεταξύ των δύο χωρών, ύψους 17 δισ. δολαρίων. «Και αυτά είναι πραγματικά. Είναι αληθινά χρήματα», τόνισε ο πρίγκιπας Σαλμάν. «Δεν πρόκειται για υποθετικές συμφωνίες.»

Ο Τραμπ υπογράμμισε ότι οι δύο χώρες συνδέονται με αμοιβαία επωφελείς σχέσεις. «Έχουμε μια εξαιρετική σχέση. Προσωπικά συνεργάζομαι με το Μπαχρέιν εδώ και χρόνια και υπήρξε φανταστικός σύμμαχος», δήλωσε. «Για ό,τι  χρειάζονταν, τους βοηθήσαμε. Και για ό,τι χρειαζόμασταν, μας βοήθησαν.»

Περαιτέρω συζητήσεις πραγματοποιήθηκαν κατά το μεσημεριανό γεύμα στην αίθουσα του Υπουργικού Συμβουλίου της προεδρικής κατοικίας.

Σε συνάντηση που έγινε στις 15 Ιουλίου με ηγέτες επιχειρήσεων του Μπαχρέιν και των ΗΠΑ, υπό την αιγίδα του Εμπορικού Επιμελητηρίου των ΗΠΑ, το γραφείο του πρίγκιπα διαδόχου ανέφερε πως οι διμερείς σχέσεις Βασιλείου του Μπαχρέιν και Ηνωμένων Πολιτειών εδράζονται σε στέρεες βάσεις φιλίας και συνεργασίας, οι οποίες ενισχύονται χάρη σε στρατηγικές συμπράξεις που εκτείνονται σε διάφορους τομείς και ξεπερνούν τα 130 έτη.

«Η ενδυνάμωση της συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών είναι καίρια για να δημιουργηθούν ευκαιρίες ανάπτυξης μέσω κοινών επενδύσεων, ανταλλαγής τεχνογνωσίας και συμπράξεων που προάγουν τα αμοιβαία συμφέροντα», επισημάνθηκε.

Η ευθυγράμμιση του Μπαχρέιν με τα αμερικανικά συμφέροντα, σύμφωνα με τη δήλωση, ενισχύει τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή. Σημειώνεται πως στη χώρα φιλοξενείται η έδρα της Κεντρικής Διοίκησης Ναυτικών Δυνάμεων των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο, καθώς και ο Πέμπτος Στόλος.

Ανακοινώθηκε επίσης μια σειρά μέτρων για την εμβάθυνση της συνεργασίας των δύο κρατών. Σύμφωνα με το γραφείο του πρίγκιπα διαδόχου, ομάδα χρηματοπιστωτικών οργανισμών και ιδιωτικών επιχειρήσεων του Μπαχρέιν δεσμεύεται για επενδύσεις ύψους σχεδόν 11 δισ. δολαρίων στις ΗΠΑ. «Άλλα 2 δισ. δολάρια θα διατεθούν για τη χρηματοδότηση της βιομηχανίας αλουμινίου στις Ηνωμένες Πολιτείες», αναφέρεται επίσης.

Για τη διευκόλυνση των μετακινήσεων, σύντομα θα ξεκινήσουν απευθείας πτήσεις μεταξύ Νέας Υόρκης και του Μπαχρέιν, όπως έγινε γνωστό.

Ο πρίγκιπας διάδοχος Σαλμάν, ο οποίος διατελεί παράλληλα πρωθυπουργός της χώρας, είναι γιος του βασιλιά Χαμάντ μπιν Ίσα αλ Χαλίφα και της πριγκίπισσας Σαμπίκα μπιν Ιμπραήμ αλ Χαλίφα.

Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της κυβέρνησης του Μπαχρέιν, μετά τις σπουδές του στη χώρα του, αποφοίτησε με πτυχίο στη δημόσια διοίκηση από το American University της Ουάσιγκτον και στη συνέχεια έλαβε μεταπτυχιακό στη Φιλοσοφία και την Ιστορία από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ στην Αγγλία.

Τελευταία φορά οι δύο ηγέτες είχαν συναντηθεί τον Σεπτέμβριο του 2019, όταν ο πρίγκιπας διάδοχος επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο προκειμένου να συζητήσουν για το εμπόριο και την ασφάλεια, υπογράφοντας τη συμφωνία για την προμήθεια του πρώτου συστήματος πυραύλων Patriot της χώρας.

Τότε, ο Τραμπ είχε δηλώσει: «Είναι φίλος μου και η χώρα του είναι φίλη μας. Θα είμαστε πάντα μαζί τους και ξέρω ότι και αυτοί πάντα θα είναι με μας. Έχουμε εξαιρετική στρατιωτική αλλά και οικονομική σχέση, με έντονο εμπορικό χαρακτήρα.»

Τον Φεβρουάριο, σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρίγκιπα διάδοχο Σαλμάν, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο συζήτησε την περαιτέρω ενίσχυση των διμερών οικονομικών και αμυντικών σχέσεων, καθώς και τη στρατηγική συνεργασία Ηνωμένων Πολιτειών και Μπαχρέιν.

Μήνυμα Ινδίας προς Κίνα: Ειρήνη στα σύνορα και ελεύθερο εμπόριο ως προϋπόθεση για εξομάλυνση

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ινδίας, Σουμπραμανιάμ Τζαϊσανκάρ, κάλεσε το Πεκίνο να επιλύσει τις μακροχρόνιες στρατιωτικές εντάσεις και να αποφύγει περιοριστικά εμπορικά μέτρα, κατά τη διάρκεια συνάντησής του με τον Κινέζο ομόλογό του στο Πεκίνο τη Δευτέρα.

Σύμφωνα με επίσημη ενημέρωση, ο Τζαϊσανκάρ τόνισε ότι η πλήρης εξομάλυνση των διμερών σχέσεων προϋποθέτει θετική διπλωματική πρόοδο και ανοιχτό διάλογο. Κατά την έναρξη των συνομιλιών του με τον Γουάνγκ Γι, επεσήμανε ότι η συνέχιση της ομαλοποίησης των σχέσεων μπορεί να αποφέρει αμοιβαία οφέλη, αλλά υπογράμμισε πως για την πλήρη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης απαιτείται η απομάκρυνση των στρατευμάτων από τη Γραμμή Πραγματικού Ελέγχου (Line of Actual Control – LAC), τη ντε φάκτο μεθόριο μεταξύ Ινδίας και Κίνας.

Οι δύο χώρες μοιράζονται περίπου 2.000 μίλια αμφισβητούμενων συνόρων, τα οποία παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ακαθόριστα. Το 2020 σημειώθηκε μια από τις φονικότερες συγκρούσεις των τελευταίων δεκαετιών, όταν φέρεται να προέλασαν κινεζικές δυνάμεις σε έδαφος που η Ινδία θεωρεί δικό της, με αποτέλεσμα τον θάνατο 20 Ινδών και τουλάχιστον τεσσάρων Κινέζων στρατιωτών.

Έκτοτε, η ένταση διατηρείται παρά τους πολλαπλούς γύρους στρατιωτικών και διπλωματικών διαβουλεύσεων. Τον προηγούμενο μήνα, ο Ινδός υπουργός Άμυνας Ρατζνάθ Σινγκ είχε επαναλάβει τη θέση της Ινδίας κατά τη διάρκεια της συνάντησης υπουργών Άμυνας του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (Shanghai Cooperation Organisation – SCO) στην Κίνα, καλώντας το Πεκίνο να συμβάλει σε μια «μόνιμη λύση» του συνοριακού ζητήματος. Ο SCO αποτελεί ευρασιατική πολιτική, οικονομική και αμυντική συμμαχία υπό την ηγεσία της Κίνας και της Ρωσίας.

Μετά τη συνάντηση της Δευτέρας, ο Τζαϊσανκάρ ανέφερε πως οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στην ανάγκη υιοθέτησης μιας μακρόπνοης προσέγγισης στις διμερείς σχέσεις και στη δημιουργία μιας σταθερής και εποικοδομητικής συνεργασίας. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, σημείωσε ότι είναι ευθύνη των δύο πλευρών να αντιμετωπίσουν τα ζητήματα που σχετίζονται με τα σύνορα, να αποκαταστήσουν τις ανταλλαγές μεταξύ των λαών τους και να αποφύγουν περιοριστικά εμπορικά μέτρα και τεχνητά εμπόδια.

Από την πλευρά του, ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών φέρεται να ανταποκρίθηκε σε φιλικό αλλά επιφυλακτικό τόνο, δίνοντας έμφαση στις κοινές πολιτισμικές αξίες της Ανατολής και στην ανάγκη πραγματιστικής συνεργασίας. Σε επίσημη ανακοίνωση, ο Γουάνγκ Γι φέρεται να υποστήριξε ότι οι δύο χώρες οφείλουν να ενισχύσουν την «αμοιβαία εμπιστοσύνη» και να διατηρήσουν μια σχέση που «δεν θα επηρεάζεται από τρίτα μέρη».

Στην Ινδία εντείνονται οι ανησυχίες για τους πρόσφατους κινεζικούς ελέγχους στις εξαγωγές σπάνιων γαιών. Παρά το γεγονός ότι διαθέτει το πέμπτο μεγαλύτερο απόθεμα παγκοσμίως, η Ινδία παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τις εισαγωγές αυτών των στρατηγικών ορυκτών, απαραίτητων για την παραγωγή υψηλής τεχνολογίας. Η ινδική κυβέρνηση έχει ξεκινήσει ένα επταετές εθνικό πρόγραμμα για την ενίσχυση της εγχώριας επεξεργασίας σπάνιων γαιών, σε μια προσπάθεια περιορισμού της εξάρτησης.

Η διμερής συνάντηση πραγματοποιήθηκε μία ημέρα πριν από τη συνεδρίαση των υπουργών Εξωτερικών του SCO, την Τρίτη. Οι συνομιλίες λαμβάνουν χώρα σε μια περίοδο αυξανόμενης παγκόσμιας αβεβαιότητας, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζουν την επιβολή δευτερογενών δασμών έως και 500% σε εισαγωγές από χώρες που αγοράζουν ρωσική ενέργεια – μέτρο που, αν και δεν στοχεύει άμεσα, ενδέχεται να επηρεάσει τόσο την Ινδία όσο και την Κίνα.

Του James Xu

Δικαστική έρευνα στη Γαλλία για την πλατφόρμα X του Έλον Μασκ

Η γαλλική δικαιοσύνη προχώρησε στη διεύρυνση της ποινικής έρευνας εις βάρος της πλατφόρμας X του Έλον Μασκ, με αντικείμενο καταγγελίες ότι οι αλγόριθμοι της πλατφόρμας συνέβαλαν σε «ξένη παρέμβαση».

Όπως ανακοίνωσε στις 11 Ιουλίου η εισαγγελέας Λωρ Μπεκιού από το γραφείο της Εισαγγελίας του Παρισιού, η σχετική υπόθεση διαβιβάστηκε τη συγκεκριμένη εβδομάδα στη Γενική Διεύθυνση Χωροφυλακής, με στόχο την ενίσχυση της έρευνας για την πλατφόρμα X. Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση, το αντικείμενο της έρευνας αφορά ενδεχόμενη «παραβίαση της λειτουργίας αυτοματοποιημένου συστήματος επεξεργασίας δεδομένων από οργανωμένη ομάδα» καθώς και «παράνομη εξαγωγή δεδομένων από τέτοιο σύστημα».

Η προκαταρκτική εξέταση είχε ξεκινήσει ήδη από τον Ιανουάριο, έπειτα από καταγγελίες για ενδεχόμενη ξένη παρέμβαση μέσω της πλατφόρμας, τις οποίες υπέβαλαν ένας βουλευτής και ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος της γαλλικής κυβέρνησης, σύμφωνα με την Μπεκιού. Στις 9 Ιουλίου, μετά την υποβολή των πρώτων ευρημάτων από ερευνητές και δημόσιους φορείς, η εισαγγελία ζήτησε από την αστυνομία να εξετάσει την εταιρεία X τόσο ως νομικό πρόσωπο όσο και σε επίπεδο φυσικών προσώπων.

Ο Γάλλος βουλευτής Ερίκ Μποτορέλ, μέλος του κυβερνώντος κόμματος Ensemble pour la République, επιβεβαίωσε με ανάρτησή του στην πλατφόρμα X ότι υπέβαλε σχετική αναφορά στην Εισαγγελία του Παρισιού. Όπως ανέφερε, οδηγήθηκε στην ενέργεια αυτή επειδή ήταν πεπεισμένος πως στην πλατφόρμα X παρατηρείται έντονη πληροφοριακή προκατάληψη, η οποία φέρεται να εξυπηρετεί τις πολιτικές απόψεις του Έλον Μασκ, και πως αυτό θα μπορούσε να οφείλεται μόνο σε αλγοριθμική χειραγώγηση.

Η ανακοίνωση των γαλλικών αρχών συμπίπτει χρονικά με το γεγονός ότι ο ρωσικής καταγωγής ιδρυτής της πλατφόρμας Telegram, Πάβελ Ντούροφ, τελεί υπό δικαστική εποπτεία στη Γαλλία. Ο Ντούροφ είχε συλληφθεί το 2024 και τεθεί υπό επίσημη διερεύνηση για ενδεχόμενη συμμετοχή σε οργανωμένο έγκλημα μέσω της εφαρμογής του, κάτι που ο ίδιος αρνείται. Η σύλληψή του, την οποία είχε επικρίνει δημόσια ο Μασκ, έχει πυροδοτήσει συζήτηση γύρω από την ελευθερία του λόγου στο διαδίκτυο. Μετά τη σύλληψη, ο Μασκ είχε γράψει σε ανάρτησή του ότι ο επικεφαλής του Telegram θα έπρεπε να απελευθερωθεί.

Ο Μασκ είχε διατελέσει ειδικός κυβερνητικός σύμβουλος στην παρούσα αμερικανική κυβέρνηση έως τα τέλη Μαΐου, όμως έκτοτε έχει αποστασιοποιηθεί από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Στις αρχές του μηνός, είχε δηλώσει πως σκοπεύει να ιδρύσει νέο πολιτικό κόμμα για να αμφισβητήσει τόσο τους Δημοκρατικούς όσο και τους Ρεπουμπλικανούς. Το προηγούμενο σαββατοκύριακο, ο Μασκ κάλεσε την κυβέρνηση Τραμπ να δημοσιοποιήσει τα αρχεία που σχετίζονται με τον αποθανόντα έμπορο λευκής σαρκός Τζέφρυ Έπσταϊν, εν μέσω έντονης διαδικτυακής διαμάχης για τη διαχείρισή τους.

Πέραν της Γαλλίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επίσης εκφράσει ανησυχίες σχετικά με τη συμμόρφωση της X με τις ευρωπαϊκές νομοθεσίες περί περιεχομένου. Ο Τιερρύ Μπρετόν, πρώην Επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς της ΕΕ, είχε γράψει το 2024 σε ανάρτησή του ότι «μεγάλο κοινό σημαίνει και μεγάλη ευθύνη», σημειώνοντας πως υπάρχει κίνδυνος διάδοσης επιβλαβούς περιεχομένου στην Ευρώπη μέσω διεθνών γεγονότων με ευρεία απήχηση. Όπως είχε προσθέσει, είχε αποστείλει σχετική επιστολή στον Μασκ. Ο Μπρετόν παραιτήθηκε αργότερα εντός του έτους.

Η ΕΕ έχει επίσης δηλώσει ότι παρακολουθεί στενά τη συμφωνία εξαγοράς της X από την εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης xAI του Μασκ, ύψους 33 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που ολοκληρώθηκε τον Μάιο. Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ανέφερε σε δήλωση του Ιουνίου ότι η Επιτροπή παρακολουθεί τις αλλαγές στη μετοχική σύνθεση της X, όπως θα έκανε και για οποιαδήποτε άλλη πλατφόρμα που υπάγεται σε κανονιστική εποπτεία.

Στις 14 Ιουλίου, η εφημερίδα The Epoch Times επικοινώνησε με το γραφείο Τύπου της εταιρείας X, χωρίς να λάβει άμεση απάντηση. Ο Μασκ, μέχρι στιγμής, δεν έχει τοποθετηθεί σχετικά με την ανακοίνωση της γαλλικής εισαγγελίας.

Με πληροφορίες από το Reuters

Η ΕΕ οριστικοποιεί τον δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές λυσίνης από την Κίνα

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ολοκλήρωσε τον δασμό αντιντάμπινγκ στις κινεζικές εισαγωγές λυσίνης, ενός αμινοξέος που βρίσκεται σε ζωοτροφές, φαρμακευτικά προϊόντα και συμπληρώματα διατροφής.

Οι οριστικοί δασμοί στα προϊόντα λυσίνης που εισάγονται από την Κίνα κυμαίνονται μεταξύ 47,7% και 58,2%, δήλωσε η εκτελεστική εξουσία της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις 11 Ιουλίου.

Οι δασμοί αντιντάμπινγκ της ΕΕ διαρκούν γενικά πέντε χρόνια και το μπλοκ μπορεί να παρατείνει τα μέτρα ή να τα τερματίσει πρόωρα μετά από αξιολογήσεις.

Ο τελικός δασμός αντικαθιστά τον προσωρινό δασμό που είχε ανακοινώσει η Επιτροπή τον Ιανουάριο, ο οποίος κυμαινόταν μεταξύ 58,3% και 84,8%, ανάλογα με τον εξαγωγέα από τον οποίο προέρχονταν τα προϊόντα.

Η απόφαση της ΕΕ να επιβάλει δασμούς αντιντάμπινγκ στα προϊόντα λυσίνης προέκυψε μετά από έρευνα του 2024 που διαπίστωσε ότι οι εισαγωγές των προϊόντων από την Κίνα «έβλαψαν τη βιομηχανία της ΕΕ», ανέφερε η επιτροπή.

Η έρευνα πυροδοτήθηκε από καταγγελία του μοναδικού παραγωγού λυσίνης της ένωσης, της γαλλικής εταιρείας Metex Noovistago, η οποία έκτοτε μετονομάστηκε σε Eurolysine και εξαγοράστηκε από την αγροτοβιομηχανική πολυεθνική Avril.

«Οι δασμοί που επιβλήθηκαν σήμερα θα επιτρέψουν στους παραγωγούς λυσίνης της ΕΕ να ανταγωνίζονται σε πιο ισότιμη βάση με τους Κινέζους ομολόγους τους», ανέφερε η επιτροπή.

Σύμφωνα με δήλωση που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο από την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Κατασκευαστών Ζωοτροφών, το 60% της λυσίνης της ΕΕ εισάγεται από την Κίνα.

Η ομάδα του κλάδου προειδοποίησε ότι οι υψηλοί δασμοί ενδέχεται να διαταράξουν τις προμήθειες λυσίνης της Ένωσης, ενώ παράλληλα προέτρεψε την Επιτροπή να αναγνωρίσει τα απαραίτητα αμινοξέα και βιταμίνες ως «κρίσιμα υλικά».

Εξέφρασε επίσης την υποστήριξή της για μέτρα για την ενίσχυση των παραγωγών της ΕΕ και τη μείωση της στρατηγικής εξάρτησης από την Κίνα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαρτώνται επίσης σε μεγάλο βαθμό από την Κίνα για τα αμινοξέα. Σύμφωνα με σημείωμα που δημοσιεύθηκε τον Μάιο από την Αμερικανική Ένωση Βιομηχανίας Ζωοτροφών, η Κίνα ελέγχει ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού αμινοξέων, συμπεριλαμβανομένου του 77% της λυσίνης, του 91% της θρεονίνης, του 84% της βαλίνης και του 27% της μεθειονίνης.

Μετά την ανακοίνωση της ΕΕ την Παρασκευή, ο διευθύνων σύμβουλος της Eurolysine, Έντυ Φέιγεν, δήλωσε ότι το μέτρο τον ενθάρρυνε να επιταχύνει την παραγωγή λυσίνης.

«Η εισαγωγή δασμών αντιντάμπινγκ για 5 χρόνια ανοίγει μεσοπρόθεσμες προοπτικές που μας ενθαρρύνουν στο σχέδιο ανάπτυξης της παραγωγής μας. Μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του 2025, το εργοστάσιό μας στην Αμιένη θα έχει επιστρέψει στον κανονικό ρυθμό παραγωγής λυσίνης και επί του παρόντος εργαζόμαστε για την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας λυσίνης κατά 20% έως το 2027», δήλωσε ο Φέιγεν σε ανακοίνωση.

Ο Ζαν-Φιλίπ Πουά, διευθύνων σύμβουλος της Avril, χαιρέτισε επίσης το μέτρο, λέγοντας ότι ο όμιλος στοχεύει στη «διατήρηση και ανάπτυξη μιας δραστηριότητας που είναι στρατηγικής σημασίας για την ευρωπαϊκή κυριαρχία και το μέλλον της βιομηχανίας ζωοτροφών».