Το Ισραήλ και η Συρία φέρονται να συμφώνησαν σε πρόταση για κατάπαυση του πυρός, την οποία υποστηρίζουν η Τουρκία, η Ιορδανία και άλλες γειτονικές χώρες, σύμφωνα με δηλώσεις του Αμερικανού πρεσβευτή στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ. Όπως ανέφερε την Παρασκευή, οι ηγέτες των δύο χωρών αποδέχθηκαν την πρόταση για παύση των εχθροπραξιών, με τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, που φαίνεται να διαδραμάτισαν ρόλο διαμεσολαβητή.
Ο Αμερικανός διπλωμάτης κάλεσε επίσης, μέσω ανάρτησης στην πλατφόρμα X, τους Δρούζους, τους Βεδουίνους και τους Σουνίτες να καταθέσουν τα όπλα και, από κοινού με άλλες μειονότητες, να συμβάλουν στην οικοδόμηση μιας νέας και ενωμένης συριακής ταυτότητας, βασισμένης στην ειρήνη και την ευημερία με τους γείτονές της.
Μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης, οι κυβερνήσεις του Ισραήλ και της Συρίας δεν είχαν εκδώσει επίσημες ανακοινώσεις για τη συμφωνία.
Η πρόταση για την κατάπαυση του πυρός ήρθε σε μια περίοδο έντασης στη νότια Συρία και κυρίως στην επαρχία Σουέιντα, όπου τις τελευταίες ημέρες έχουν ξεσπάσει σφοδρές διακοινοτικές συγκρούσεις μεταξύ Δρούζων μαχητών και μελών βεδουινικών φυλών. Οι μάχες αυτές οδήγησαν σε εκατοντάδες νεκρούς και ώθησαν τη συριακή κυβέρνηση να αναπτύξει στρατεύματα στην περιοχή — ενέργεια που, αντί να περιορίσει τη βία, φαίνεται πως την κλιμάκωσε.
(ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ ΑΠΕ-ΜΠΕ/EPAATEF SAFADI)
Το Ισραήλ, το οποίο παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στη Σουέιντα λόγω της παρουσίας Δρούζων —μιας αραβικής θρησκευτικής μειονότητας με κοινότητες και στο έδαφός του— εξαπέλυσε στις 16 Ιουλίου αεροπορική επίθεση στη Δαμασκό, πλήττοντας μεταξύ άλλων την είσοδο του στρατιωτικού αρχηγείου του συριακού καθεστώτος. Το Τελ Αβίβ υποστήριξε ότι τα πλήγματα είχαν στόχο την προστασία των Δρούζων αμάχων στη νότια Συρία και προειδοποίησε ότι δεν θα επιτρέψει στην, κατά τον ίδιο, ισλαμιστική ηγεσία της Δαμασκού να ενισχύσει στρατιωτικά την παρουσία της στον νότο.
Παρά την προσωρινή εκεχειρία που ανακοινώθηκε την Τετάρτη, συγκρούσεις ξέσπασαν εκ νέου την Πέμπτη, με νέα επεισόδια ανάμεσα σε Δρούζους και Βεδουίνους. Ισραηλινά μαχητικά πραγματοποίησαν κατά τη διάρκεια της νύχτας νέες επιδρομές στην επαρχία Σουέιντα.
Παράλληλα, το Ισραήλ γνωστοποίησε την πρόθεσή του να αποστείλει ανθρωπιστική βοήθεια στους Δρούζους της Συρίας, ανταποκρινόμενο σε εκκλήσεις της μειονότητας που ζει εντός του ισραηλινού εδάφους. Όπως ανακοίνωσε το υπουργείο Εξωτερικών του Ισραήλ, ο υπουργός Γκίντεον Σάαρ έδωσε εντολή για την άμεση αποστολή βοήθειας, λόγω των επιθέσεων που δέχεται η κοινότητα της Σουέιντα και της σοβαρής ανθρωπιστικής κατάστασης που επικρατεί. Η βοήθεια, ύψους περίπου 2 εκατομμυρίων σεκέλ (σχεδόν 600.000 δολάρια), θα περιλαμβάνει τρόφιμα και ιατρικές προμήθειες.
Έντονη ανησυχία εκφράζουν μέλη και πρώην συνεργάτες της Επιτροπής του Ελσίνκι για την κατάσταση της θρησκευτικής ελευθερίας στη Συρία, η οποία βρίσκεται πλέον υπό νέο καθεστώς και δέχεται αεροπορικά πλήγματα από το Ισραήλ με αφορμή τη μεταχείριση της θρησκευτικής μειονότητας των Δρούζων.
Το Ισραήλ, το οποίο είχε στηρίξει την απομάκρυνση του πρώην προέδρου της Συρίας Μπασάρ αλ Άσαντ, εξαπέλυσε στις 16 Ιουλίου σφοδρές αεροπορικές επιδρομές κατά της Δαμασκού, επικαλούμενο καταγγελίες για διώξεις των Δρούζων. Οι επιθέσεις ακολούθησαν συγκρούσεις μεταξύ σουνιτών και Δρούζων στην επαρχία Σουέιντα, στον νότο της χώρας. Παρά την ανακοίνωση εκεχειρίας από Δρούζους ηγέτες και τη συριακή κυβέρνηση, τα πλήγματα συνεχίστηκαν.
Υπό την ηγεσία του νέου προέδρου Αχμέντ αλ Σαρά, οι Δρούζοι και άλλες θρησκευτικές μειονότητες φέρονται να υφίστανται διώξεις ή αντίποινα. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του πρακτορείου Reuters, περίπου 1.500 αλαουίτες σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια ανταρσίας από πιστούς του Άσαντ. Τον Ιούνιο, τουλάχιστον 30 άτομα έχασαν τη ζωή τους από βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας σε ελληνορθόδοξη εκκλησία στη Δαμασκό.
Ο γερουσιαστής Τομ Τίλλις (R-N.C.), μέλος της Επιτροπής του Ελσίνκι, δήλωσε ότι δεν είναι εύκολο να συγκρίνει τις συνθήκες για τους μη μουσουλμάνους στη σημερινή Συρία με την περίοδο Άσαντ, τονίζοντας ότι ο Άσαντ – μέλος της αλαουιτικής μειονότητας – παρουσιαζόταν ως προστάτης των θρησκευτικών και εθνοτικών ομάδων της χώρας. Όπως ανέφερε, η κατάσταση είναι «χειρότερη με διαφορετικό τρόπο» και εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το αν οι πολίτες νιώθουν πραγματικά μεγαλύτερη ασφάλεια όσον αφορά την ελευθερία έκφρασης των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.
Η Επιτροπή του Ελσίνκι, που ιδρύθηκε στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Ελσίνκι το 1975 για τη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ της Δύσης και του σοβιετικού μπλοκ, προωθεί τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελευθερία της πίστης. Μεταξύ των χωρών που συμμετέχουν συγκαταλέγονται το Ισραήλ, η Ιορδανία και η Τουρκία – τρεις όμορες χώρες της Συρίας.
Κατά τη διάρκεια εκδήλωσης της Επιτροπής στην Ουάσιγκτον, στις 16 Ιουλίου, ο Νοξ Τέημς, πρώην νομικός σύμβουλος της Επιτροπής και μεταγενέστερα στέλεχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, σημείωσε ότι πριν από τον εμφύλιο πόλεμο τα ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας δεν έρχονταν σχεδόν ποτέ στην επιφάνεια.
Η σύγκρουση ξεκίνησε το 2011 με την εξέγερση κατά του Άσαντ, ο οποίος υποστηριζόταν από τη Ρωσία. Την επόμενη δεκαπενταετία, ο Άσαντ βρέθηκε αντιμέτωπος με ποικίλες πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Τουρκία, το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία. Τον Δεκέμβριο του 2024, εγκατέλειψε τη χώρα έπειτα από μεγάλη αντεπίθεση των ανταρτών που κατέληξε στην πτώση της Δαμασκού. Σήμερα διαμένει στη Μόσχα.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ συναντά τον πρόεδρο της Συρίας Αχμέντ αλ Σαρά στο Ριάντ. Σαουδική Αραβία, 14 Μαΐου 2025. (Saudi Press Agency/Δωρεά μέσω Reuters)
Ο Τέημς υποστήριξε ότι μετά την κατάρρευση του κρατικού ελέγχου στη Συρία, τρομοκρατικές ομάδες όπως το Ισλαμικό Κράτος στράφηκαν εναντίον των χριστιανών, των αλαουιτών και των Δρούζων. Ανάμεσά τους, οι μαχητές του ISIS διέπραξαν γενοκτονία κατά των Κούρδων Γεζίντι μεταξύ 2014 και 2017, ενώ το παρακλάδι της Αλ Κάιντα στη Συρία, το Μέτωπο αλ Νούσρα, ευθύνεται – σύμφωνα με τον ΟΗΕ – για τη σφαγή τουλάχιστον είκοσι χωρικών, το 2015, στη βόρεια Συρία.
Ο νέος πρόεδρος αλ Σαρά, γνωστός παλιότερα ως Αμπού Μοχάμαντ αλ Τζουλανί, είχε πολεμήσει στο πλευρό της αλ Κάιντα στο Ιράκ και, στα πρώτα στάδια του εμφυλίου, ηγήθηκε του Μετώπου αλ Νούσρα κατά την κατάληψη της Δαμασκού. Αν και προσπαθεί πλέον να αποστασιοποιηθεί από παλαιότερες δηλώσεις του και έχει δεσμευθεί για την προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων, η πορεία της κυβέρνησής του παραμένει ασαφής.
Μετά την ανατροπή του Άσαντ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ήρε τις κυρώσεις κατά της Συρίας με εκτελεστικό διάταγμα στις 30 Ιουνίου, επισημαίνοντας τη δέσμευση της Ουάσιγκτον για «μια Συρία σταθερή, ενωμένη και σε ειρήνη με τους γείτονές της». Όπως ανέφερε, μια ενωμένη Συρία που δεν προσφέρει καταφύγιο σε τρομοκρατικές οργανώσεις και φροντίζει για την ασφάλεια των θρησκευτικών και εθνοτικών μειονοτήτων θα συμβάλει στην περιφερειακή σταθερότητα.
Στις 7 Ιουλίου, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ήρε την τρομοκρατική ταξινόμηση του Μετώπου αλ Νούσρα, ενώ λίγες ημέρες αργότερα χαρακτήρισε τη σύγκρουση Συρίας-Ισραήλ ως «αποτέλεσμα παρεξήγησης», εκφράζοντας προβληματισμό για την ένταση.
Ο βουλευτής Τζο Γουίλσον (R-S.C.), ένας εκ των δύο προέδρων της Επιτροπής του Ελσίνκι, κάλεσε σε άμεσο τερματισμό των ισραηλινών επιθέσεων, τις οποίες χαρακτήρισε «αυτοκτονικές για το Ισραήλ» και υπογράμμισε την ανάγκη για λογοδοσία για εγκλήματα θρησκευτικού χαρακτήρα.
Ο έτερος πρόεδρος της Επιτροπής, γερουσιαστής Ρότζερ Γουίκερ (R-Miss.), απέφυγε να σχολιάσει τις επιδρομές, δηλώνοντας ότι αναμένει επίσημη ενημέρωση. Παράλληλα, εξέφρασε γενική ανησυχία για τη μεταχείριση θρησκευτικών μειονοτήτων παγκοσμίως, τονίζοντας ότι σε πολλές περιοχές απουσιάζει η ανοχή που παρατηρείται σε άλλες χώρες.
Ο Τίλλις δήλωσε πως σε ό,τι αφορά επίσημη αντίδραση για τις ισραηλινές επιθέσεις, παραπέμπει στον Λευκό Οίκο.
Ο γερουσιαστής Τομ Τίλλις (R-N.C.) μιλάει με δημοσιογράφους. Ουάσιγκτον, 28 Σεπτεμβρίου 2022. (Anna Moneymaker/Getty Images)
Ο Τέημς, ο οποίος πλέον διευθύνει το πρόγραμμα Global Faith and Inclusive Societies στο Πανεπιστήμιο Pepperdine, υποστήριξε ότι το ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας στη σημερινή Συρία παραμένει «ανοικτό ερώτημα».
Εξέφρασε βαθιά ανησυχία για την κατεύθυνση που φαίνεται να παίρνει η νέα κυβέρνηση και τις δυνατότητές της. Ο Τίλλις, από την πλευρά του, σχολίασε ότι «δεν περιμέναμε τη γέννηση της δημοκρατίας μετά την πτώση του Άσαντ» και παρομοίασε την κατάσταση με το «να επιλέγεις τον διάβολο που ήδη γνωρίζεις».
Ο Τέημς κατέληξε ότι η επαναφορά των κυρώσεων που ανέστειλε η κυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης υπέρ της προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας – πρόταση την οποία στήριξε και ο Τίλλις.
Τουλάχιστον 30 άνθρωποι σκοτώθηκαν και δεκάδες τραυματίστηκαν σε νέα έκρηξη διαθρησκευτικών συγκρούσεων στη Σουέιντα, περιοχή με πλειοψηφία Δρούζων στη νότια Συρία, σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Εσωτερικών της χώρας.
Το υπουργείο απέδωσε τα αιματηρά επεισόδια στην απουσία αρμόδιων κρατικών θεσμών, γεγονός που έχει οδηγήσει σε ολοένα εντεινόμενο χάος και κατάρρευση της ασφάλειας στην περιοχή. Επεσήμανε μάλιστα ότι η τοπική κοινωνία αδυνατεί πλέον να ελέγξει την κρίση, ενώ «ο αριθμός των θυμάτων αυξάνεται και απειλείται άμεσα η πολιτική ειρήνη στην περιοχή», όπως αναφέρει σχετική ανακοίνωση που μεταδόθηκε από το κρατικό πρακτορείο Sana.
Όπως μεταδίδει το ίδιο πρακτορείο, το υπουργείο Εσωτερικών, σε συντονισμό με το υπουργείο Άμυνας, ετοιμάζει άμεση παρέμβαση προκειμένου «να τερματιστεί η σύγκρουση και να αποκατασταθεί η ασφάλεια». Το υπουργείο κάλεσε όλες τις πλευρές «να συνεργαστούν με τις δυνάμεις εσωτερικής ασφάλειας, να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να συμβάλουν στις προσπάθειες αποκλιμάκωσης».
Με ξεχωριστή ανακοίνωση, επίσης μέσω του πρακτορείου Sana, στις 14 Ιουλίου, το υπουργείο Άμυνας γνωστοποίησε πως έχει ήδη αναπτύξει εξειδικευμένες μονάδες του στρατού στις πληγείσες ζώνες.
Το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΣΠΑΑ) ανέφερε ότι τα πρώτα επεισόδια ξέσπασαν στις 13 Ιουλίου μεταξύ ένοπλων Δρούζων κατοίκων και Βεδουίνων, στην περιοχή αλ Μουκάουας της Σουέιντα.
Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο, «λίγες ημέρες νωρίτερα, ένας ντόπιος δέχθηκε επίθεση και ξυλοκοπήθηκε σε αυτοσχέδιο σημείο ελέγχου που είχαν στήσει Βεδουίνοι», προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση της τοπικής κοινωνίας.
Η ένταση κορυφώθηκε στις 13 Ιουλίου όταν Βεδουίνοι έστησαν νέο σημείο ελέγχου στην αλ Μουκάουας και προχώρησαν σε κρατήσεις ντόπιων, όπως ανέφεραν πηγές του Παρατηρητηρίου, από όπου προέρχεται και η πληροφορία ότι τοπικοί ηγέτες διεξάγουν διαπραγματεύσεις προκειμένου «να αποκλιμακωθεί η ένταση και να απελευθερωθούν οι κρατούμενοι».
Ακολούθως, το Παρατηρητήριο μετέδωσε ότι το υπουργείο Άμυνας έστειλε στην περιοχή μεγάλα στρατιωτικά κομβόι, εξοπλισμένα με διάφορα οπλικά συστήματα και δεκάδες στρατιώτες, για την ενίσχυση των σημείων ελέγχου, τα οποία είχαν δεχθεί επιθέσεις. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, μέρος αυτών των δυνάμεων συμμετέχει ήδη στις μάχες κατά των ένοπλων Δρούζων, με τον συνολικό αριθμό των νεκρών να φθάνει τους 37 – μεταξύ των οποίων και δύο ανήλικοι.
Η Epoch Times δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα τις παραπάνω πληροφορίες.
Αλαουίτες επιχειρούν να περάσουν στον Λίβανο, μετά από τη μαζικές δολοφονίες ομοθρήσκων τους στη Δυτική Συρία, στις 11 Μαρτίου 2025.(Mohamed Azakir/Reuter)
Τα τελευταία κρούσματα βίας εντάσσονται σε μια ανησυχητική αύξηση των διαθρησκευτικών συγκρούσεων στη μετα-Άσαντ Συρία, με αιματηρά επεισόδια να ξεσπούν κατ’ επανάληψη από την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ στα τέλη του περασμένου έτους.
Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό του Απριλίου, όταν ξέσπασαν σφοδρές μάχες μεταξύ ένοπλων σουνιτών και ένοπλων Δρούζων κατοίκων στην Τζερεμάνα, πόλη Δρούζων και χριστιανών κοντά στη Δαμασκό, μετά τη δολοφονία στελέχους του υπουργείου Άμυνας από αγνώστους σε σημείο ελέγχου.
Οι ταραχές κλιμακώθηκαν ύστερα από ξεχωριστή επίθεση σε τοπικό αστυνομικό τμήμα. Η κρίση εκτονώθηκε τελικά με την αποστολή στρατιωτικών ενισχύσεων και διαβουλεύσεις μεταξύ στελεχών ασφαλείας και τοπικών ηγετών.
Τον περασμένο Δεκέμβριο, το καθεστώς Άσαντ κατέρρευσε έπειτα από επίθεση ανταρτών υπό τουρκική αιγίδα και επικεφαλής την οργάνωση Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ, η οποία διατηρεί δεσμούς με το ISIS και την αλ Κάιντα.
Ο επικεφαλής της ΧΤαΣ, Αχμέντ αλ Σαράα, υπηρετεί σήμερα ως μεταβατικός πρόεδρος της Συρίας. Καθώς η ΧΤαΣ εδραιώνει την εξουσία της, εντείνονται οι φόβοι για θρησκευτικές διώξεις εναντίον μειονοτήτων όπως οι Δρούζοι, οι χριστιανοί και οι αλαουίτες.
Τον Μάρτιο, σύμφωνα με δημοσιεύματα, σουνίτες μαχητές στη Λαττάκεια διέπραξαν σφαγές εναντίον εκατοντάδων αλαουιτών, ενώ τον προηγούμενο μήνα, βομβιστής αυτοκτονίας σκότωσε περισσότερους από 20 χριστιανούς σε εκκλησία στη Δαμασκό – επίθεση που η νέα ηγεσία της Συρίας απέδωσε στο ISIS.
Στις 14 Ιουλίου, η εφημερίδα Times of Israel μετέδωσε πως οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις εξαπέλυσαν πλήγματα σε αρκετά άρματα μάχης κοντά στο χωριό Σάμι της Σουέιντα.
Δεν είναι σαφές εάν τα πλήγματα σχετίζονται με τα πρόσφατα επεισόδια βίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ισραήλ είχε στείλει στρατεύματα στη νότια Συρία αμέσως μετά την ανατροπή Άσαντ, προσφέροντας στο παρελθόν προστασία στους Δρούζους της Συρίας έναντι των νέων σουνιτών ισλαμιστών κυβερνώντων.
Η Χαμάς ανακοίνωσε στις 9 Ιουλίου ότι συμφώνησε στην απελευθέρωση δέκα ομήρων, στο πλαίσιο της προσπάθειάς της να συνεργαστεί «με θετικό πνεύμα» με τους διαμεσολαβητές για την επίτευξη κατάπαυσης του πυρός στη Γάζα. Ωστόσο, ανέφερε ότι παραμένουν σε εκκρεμότητα κρίσιμα ζητήματα, όπως η ροή ανθρωπιστικής βοήθειας και η αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από τον παλαιστινιακό θύλακα.
Σύμφωνα με μετάφραση των δηλώσεών της που δημοσίευσε το δίκτυο Al Jazeera, η οργάνωση φέρεται να υποστήριξε ότι, στο πλαίσιο της δέσμευσής της για επιτυχία των συνεχιζόμενων διαπραγματεύσεων, επέδειξε την απαιτούμενη ευελιξία και αποδέχθηκε την απελευθέρωση δέκα κρατουμένων.
Ισραηλινοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι περίπου 50 όμηροι εξακολουθούν να κρατούνται, μεταξύ των οποίων 49 που απήχθησαν κατά την επίθεση του Οκτωβρίου και το πτώμα του Χαντάρ Γκόλντιν, ο οποίος σκοτώθηκε το 2014 και δεν έχει ακόμη επιστραφεί.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει διαμηνύσει ότι ο πόλεμος, ο οποίος διαρκεί πλέον 21 μήνες, θα συνεχιστεί έως ότου καταστραφεί ολοκληρωτικά η Χαμάς. Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν επίσης επισημάνει την πρόθεσή τους να διατηρηθεί στρατιωτική παρουσία σε νότιο διάδρομο της Λωρίδας της Γάζας — κάτι που απορρίπτει κατηγορηματικά η Χαμάς.
Η ανακοίνωση της Χαμάς έγινε περίπου μία εβδομάδα μετά τη δημόσια τοποθέτηση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε παρουσιάσει μια «τελική πρόταση» για κατάπαυση του πυρός διάρκειας 60 ημερών. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ είχε δηλώσει την 1η Ιουλίου ότι αναμένει ταχεία απάντηση από τα δύο μέρη.
Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Τραμπ είχε αναφέρει πως οι εκπρόσωποί του είχαν «μια μακρά και παραγωγική συνάντηση με τους Ισραηλινούς» και ότι το Ισραήλ είχε αποδεχθεί τις αναγκαίες συνθήκες για την ολοκλήρωση της δίμηνης εκεχειρίας, κατά την οποία «θα εργαστούμε με όλα τα μέρη για τον τερματισμό του πολέμου».
Προσέθεσε δε ότι το τελικό σχέδιο θα παραδοθεί από το Κατάρ και την Αίγυπτο, τους οποίους ευχαρίστησε για τις μεσολαβητικές τους προσπάθειες. Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η Χαμάς θα πρέπει να αποδεχθεί τη συμφωνία, καθώς «δεν θα υπάρξει καλύτερη πρόταση – τα πράγματα μόνο θα χειροτερεύσουν».
Η Χαμάς είχε ανακοινώσει στις 4 Ιουλίου ότι έδωσε «θετική απάντηση» στην πρόταση για εκεχειρία, δηλώνοντας έτοιμη να συμμετάσχει στις συνομιλίες «με πλήρη σοβαρότητα».
Ο Νετανιάχου, ο οποίος συναντήθηκε με τον Τραμπ στην Ουάσιγκτον στις 9 Ιουλίου, δήλωσε ότι συμμερίζεται τον στόχο του για επίτευξη κατάπαυσης του πυρός — υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλιστεί η ασφάλεια του Ισραήλ.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Καπιτώλιο, ο Νετανιάχου υποστήριξε ότι ο ίδιος και ο Τραμπ έχουν κοινό στόχο: την απελευθέρωση των ομήρων, τον τερματισμό της διακυβέρνησης της Χαμάς στη Γάζα και την εξασφάλιση ότι η περιοχή δεν θα απειλήσει ξανά το Ισραήλ.
Όπως ανέφερε, για την επίτευξη αυτού του στόχου υπάρχει κοινή στρατηγική και κοινές τακτικές, χωρίς πίεση ή εξαναγκασμό, αλλά με συντονισμό, «όπως επιδιώκει ο πρόεδρος Τραμπ». Τόνισε, πάντως, ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει «πάση θυσία», καθώς το Ισραήλ έχει αδιαπραγμάτευτες απαιτήσεις σε θέματα ασφάλειας.
Το Ισραήλ προχώρησε τα ξημερώματα της Δευτέρας σε αεροπορικά πλήγματα κατά θέσεων των Χούθι στην Υεμένη, στοχεύοντας τρία λιμάνια και έναν σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, όπως ανακοίνωσαν οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις (IDF).
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, τα πλήγματα σημειώθηκαν στα λιμάνια Χοντάιντα, Ρας Ίσα και Σαλίφ, καθώς και στον ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό Ρας Κάντα. Πρόκειται για την πρώτη φορά εδώ και σχεδόν ένα μήνα που το Ισραήλ προβαίνει σε επίθεση κατά στόχων στην Υεμένη.
Σε ξεχωριστή ανακοίνωση στην πλατφόρμα Χ, ο επικεφαλής του γραφείου Τύπου των IDF προς τον αραβόφωνο κόσμο, συνταγματάρχης Αβιχάι Αντρί, ανέφερε: «Δεκάδες αεροσκάφη συμμετείχαν στα πλήγματα κατά των λιμένων, τους οποίους οι τρομοκράτες Χούθι χρησιμοποιούν για τη μεταφορά πολεμικού υλικού από το ιρανικό καθεστώς, με σκοπό την υλοποίηση τρομοκρατικών σχεδίων κατά του Ισραήλ και των συμμάχων του».
Ο Αντρί συμπλήρωσε: «Το τρομοκρατικό καθεστώς των Χούθι εκμεταλλεύεται το θαλάσσιο πεδίο για να προβάλει ισχύ και να πραγματοποιεί τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων και φορτηγίδων σε διεθνείς θαλάσσιες οδούς. Οι στοχευμένες τοποθεσίες αποδεικνύουν πώς το καθεστώς των Χούθι αξιοποιεί υποδομές πολιτικού χαρακτήρα για τρομοκρατικούς σκοπούς».
Λίγες ώρες μετά τα ισραηλινά πλήγματα, ο στρατός του Ισραήλ ανακοίνωσε την εκτόξευση δύο πυραύλων από την Υεμένη και σημείωσε πως έγιναν προσπάθειες αναχαίτισής τους, με τα αποτελέσματα να βρίσκονται υπό διερεύνηση, σύμφωνα με το Ynet.
Η υπηρεσία ασθενοφόρων του Ισραήλ γνωστοποίησε πως δεν έλαβε καμία ειδοποίηση για πτώση πυραύλων ή τραυματισμούς μετά τις εκτοξεύσεις από την Υεμένη, όπως μεταδίδει η ιστοσελίδα Times of Israel.
Το Ισραήλ έπληξε επίσης ένα πλοίο, το Galaxy Leader, στο λιμάνι Ρας Ίσα — πλοίο που είχαν καταλάβει οι Χούθι στα τέλη του 2023.
Ο στρατός ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι οι Χούθι είχαν εγκαταστήσει σε αυτό ραντάρ για τον εντοπισμό πλοίων και την υποβοήθηση τρομοκρατικής δράσης.
Ο εκπρόσωπος των IDF, αντισυνταγματάρχης Νατάβ Σοσάνι, ανέφερε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ στις 6 Ιουλίου: «Οι Χούθι είχαν εγκαταστήσει ένα ραντάρ στο πλοίο για την παρακολούθηση πλοίων και τη διευκόλυνση τρομοκρατικών δραστηριοτήτων».
Μετά τα ισραηλινά πλήγματα, εκπρόσωπος των Χούθι υποστήριξε: «Η αντιαεροπορική μας άμυνα αντιμετώπισε το ισραηλινό χτύπημα με αριθμό εγχωρίως κατασκευασμένων πυραύλων εδάφους-αέρος».
Η ανακοίνωση, που μετέδωσε το πρακτορείο Saba των Χούθι, πρόσθεσε ότι η οργάνωση εξαπέλυσε σειρά επιθέσεων κατά του Ισραήλ, με στόχους το αεροδρόμιο Λοτ και τα λιμάνια Ασντόντ και Εϊλάτ. Δεν υπήρξαν αναφορές για θύματα.
Το τηλεοπτικό δίκτυο αλ-Μασίρα των Χούθι μετέδωσε ότι το Ισραήλ εξαπέλυσε σειρά επιθέσεων στη Χοντάιντα, λίγο αφότου ο ισραηλινός στρατός εξέδωσε προειδοποίηση εκκένωσης στους πολίτες των τριών λιμανιών της Υεμένης.
Η επίθεση σημειώθηκε λίγες ώρες αφού ένα πλοίο δέχθηκε επίθεση ανοιχτά της Χοντάιντα την Κυριακή. Το πλήρωμά του εγκατέλειψε το σκάφος, καθώς αυτό άρχισε να παίρνει νερά. Πρόκειται για το πλοίο Magic Seas, υπό σημαία Λιβερίας, και αποτελεί το πρώτο τέτοιο περιστατικό στο νευραλγικό θαλάσσιο πέρασμα από τα μέσα Απριλίου.
Κανείς δεν ανέλαβε άμεσα την ευθύνη για την επίθεση, ενώ η εταιρεία ασφάλειας Ambri εκτίμησε ότι το πλοίο ταιριάζει στον συνήθη στόχο των Χούθι.
Η οργάνωση, που ελέγχει μεγάλο μέρος της Υεμένης, εξαπολύει επιθέσεις κατά του Ισραήλ και στοχεύει πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα από την έναρξη της σύρραξης Ισραήλ–Χαμάς στη Γάζα το 2023, προβάλλοντας αλληλεγγύη προς τους Παλαιστινίους.
Οι Χούθι αυτοχαρακτηρίζονται βραχίονας του ιρανικού «άξονα αντίστασης» και έχουν δείξει πως μπορούν να εξαπολύουν τακτικά επιθέσεις κατά του Ισραήλ.
Γνωστοί και ως Ανσάρ Αλλάχ, οι Χούθι ανήκουν στη ζαϊδική σιιτική κοινότητα και το 2014 εκδίωξαν τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Υεμένης από την πρωτεύουσα Σανάα. Σήμερα ελέγχουν περίπου το 80% της χώρας, όπου ζουν 32 εκατομμύρια άνθρωποι.
Η Ουάσιγκτον επανέφερε τους Χούθι στη λίστα ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων τον Μάρτιο, μετά από την απόσυρση του χαρακτηρισμού το 2021 από την κυβέρνηση Μπάιντεν.
Σε προεδρικό διάταγμα της 22ας Ιανουαρίου, ο Λευκός Οίκος ανέφερε ότι οι Χούθι «απειλούν την ασφάλεια Αμερικανών πολιτών και προσωπικού στη Μέση Ανατολή, την ασφάλεια των στενότερων περιφερειακών εταίρων μας και τη σταθερότητα του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου».
Το Ισραήλ ετοιμάζει την απάντησή του μετά την ανακοίνωση της Χαμάς ότι είναι έτοιμη για να διαπραγματευθεί συμφωνία κατάπαυσης του πυρός και απελευθέρωσης ομήρων στην Λωρίδα της Γάζας, όπου 35 άνθρωποι σκοτώθηκαν κατά τις επιχειρήσεις του ισραηλινού στρατού σήμερα, σύμφωνα με την τοπική υπηρεσία Πολιτικής Προστασίας.
Αξιωματούχος της ισραηλινής κυβέρνησης δήλωσε το μεσημέρι ότι «καμία απόφαση δεν έχει ακόμη ληφθεί» για το θέμα.
Σύμφωνα με ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, το συμβούλιο ασφαλείας του Ισραήλ επρόκειτο να συνεδριάσει το βράδυ, μετά το τέλος του σαμπάτ.
Η Χαμάς ανακοίνωσε χθες ότι είναι διατεθειμένη να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις επί πρότασης για εφαρμογή κατάπαυσης του πυρός που υποστηρίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και διαβιβάσθηκε από το Κατάρ και την Αίγυπτο.
Σύμφωνα με δύο παλαιστινιακές πηγές, η πρόταση περιλαμβάνει κατάπαυση του πυρός 60 ημερών, κατά την διάρκεια της οποίας η Χαμάς θα απελευθερώσει δέκα εν ζωή ομήρους και θα παραδώσει, ορισμένες σορούς ομήρων, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση παλαιστινίων φυλακισμένων στο Ισραήλ.
Σύμφωνα με παλαιστινιακές πηγές, η Χαμάς θέτει ως όρους την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από την Λωρίδα της Γάζας, την παροχή εγγυήσεων για την μη επανάληψη των συγκρούσεων κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων και την ανάθεση της διανομής της ανθρωπιστικής βοήθειας στο ΟΗΕ και σε αναγνωρισμένες διεθνείς οργανώσεις.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, που θα συναντηθεί την Δευτέρα στον Λευκό Οίκο με τον ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε ότι μία ανάμεσα στο Ισραήλ και την Χαμάς συμφωνία μπορεί να επιτευχθεί «την επόμενη εβδομάδα».
Η Χαμάς ανακοίνωσε ότι παρέδωσε «θετική» απάντηση στην πρόταση για κατάπαυση του πυρός στη Γάζα που προωθείται με τη μεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών, γεγονός που ενίσχυσε τις προσδοκίες για πρόοδο προς τον τερματισμό της πολύμηνης σύρραξης με το Ισραήλ.
Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση της οργάνωσης, η Χαμάς ολοκλήρωσε τις εσωτερικές της διαβουλεύσεις, καθώς και τις συζητήσεις με παλαιστινιακές οργανώσεις και κινήματα, αναφορικά με την πιο πρόσφατη πρόταση των διαμεσολαβητών για τον τερματισμό της ισραηλινής επίθεσης στη Λωρίδα της Γάζας. Όπως αναφερόταν, η απάντηση που διαβιβάστηκε στους «αδελφούς διαμεσολαβητές» δόθηκε σε θετικό κλίμα, ενώ εκφραζόταν ετοιμότητα για άμεση έναρξη νέου γύρου διαπραγματεύσεων σχετικά με τον μηχανισμό εφαρμογής της συμφωνίας.
Ωστόσο, Παλαιστίνιος αξιωματούχος, που προέρχεται από οργάνωση σύμμαχο της Χαμάς, δήλωσε στο πρακτορείο Reuters ότι εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρά εμπόδια. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνονται οι εγγυήσεις για τη ροή ανθρωπιστικής βοήθειας, η πρόσβαση μέσω του συνοριακού περάσματος της Ράφα προς την Αίγυπτο και το σαφές χρονοδιάγραμμα για την αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από τη Γάζα.
Η ανακοίνωση της Χαμάς ακολούθησε την ανακοίνωση της 1ης Ιουλίου από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ, μιας «τελικής πρότασης» για 60ήμερη κατάπαυση του πυρός, στο πλαίσιο της προσπάθειας για τον τερματισμό του πολέμου διάρκειας σχεδόν 21 μηνών. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ταχθεί υπέρ μιας ειρηνευτικής συμφωνίας και φέρεται να αναμένει άμεσες απαντήσεις από τα εμπλεκόμενα μέρη.
Σε ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα, ο Τραμπ ανέφερε πως εκπρόσωποί του είχαν μακρά και παραγωγική συνάντηση με το Ισραήλ για τη Γάζα και ότι η ισραηλινή πλευρά συμφώνησε στις απαραίτητες προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση της εκεχειρίας, διάρκειας 60 ημερών. Όπως επεσήμανε, κατά την περίοδο αυτή οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεργαστούν με όλους τους εμπλεκόμενους για τον τερματισμό του πολέμου.
Πρόσθεσε ότι η τελική πρόταση θα παραδοθεί από το Κατάρ και την Αίγυπτο, που, όπως είπε, έχουν καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για την επίτευξη ειρήνης. Τόνισε επίσης πως «για το καλό της Μέσης Ανατολής» η Χαμάς θα πρέπει να αποδεχθεί τη συμφωνία, υπογραμμίζοντας ότι «δεν πρόκειται να υπάρξει καλύτερη – μόνο χειρότερη».
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος αναμένεται να συναντήσει τον Αμερικανό πρόεδρο στην Ουάσιγκτον στις 7 Ιουλίου, δεν είχε προβεί μέχρι χθες σε δημόσιο σχόλιο σχετικά με την πρόταση Τραμπ. Ο Νετανιάχου έχει επανειλημμένως ζητήσει τον πλήρη αφοπλισμό της Χαμάς, ζήτημα που παραμένει άλυτο, καθώς η οργάνωση – η οποία φέρεται να κρατά ακόμη περί τους 20 ζωντανούς ομήρους – δεν έχει ανταποκριθεί.
Αιγύπτιος αξιωματούχος ασφαλείας, που επίσης μίλησε στο Reuters, δήλωσε ότι η Αίγυπτος, η οποία από κοινού με το Κατάρ έχει αναλάβει ρόλο μεσολαβητή, εξέτασε την απάντηση της Χαμάς και διέκρινε ενθαρρυντικά σημάδια για την επίτευξη συμφωνίας, αν και ορισμένα από τα αιτήματα της παλαιστινιακής πλευράς εξακολουθούν να χρήζουν περαιτέρω διαβούλευσης.
Ο Τραμπ έχει επισημάνει πως σκοπεύει να τηρήσει σκληρή στάση έναντι του Νετανιάχου προκειμένου να εξασφαλιστεί ταχεία εκεχειρία, αν και αναγνωρίζει ότι και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επιθυμεί να λήξουν οι εχθροπραξίες.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου επανέλαβε την Πέμπτη τη δέσμευσή του ότι «όλοι» οι όμηροι, «χωρίς εξαίρεση», θα επιστρέψουν στα σπίτια τους από τη Λωρίδα της Γάζας.
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ έκανε τη δήλωση από το κιμπούτς Νιρ Οζ, το οποίο υπέστη βαριά πλήγματα κατά την επίθεση της Χαμάς στο νότιο Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023 – ημέρα που σηματοδότησε την έναρξη του πολέμου.
Η επίσκεψη του Νετανιάχου, η πρώτη του από τότε, πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες πριν από την προγραμματισμένη συνάντησή του στην Ουάσιγκτον με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Ο τελευταίος ασκεί πιέσεις για κατάπαυση του πυρός και ανακοίνωσε ότι εξασφάλισε την αποδοχή, από την πλευρά του Ισραήλ, των όρων μιας συμφωνίας για ανακωχή διάρκειας 60 ημερών.
Ο Νετανιάχου δήλωσε, σύμφωνα με ανακοίνωση των υπηρεσιών του, πως αισθάνεται «βαθιά δέσμευση» να εγγυηθεί την επιστροφή όλων των ομήρων, ανεξαιρέτως.
Ο πρόεδρος Τραμπ, από την πλευρά του, ανέφερε σε δηλώσεις του προς δημοσιογράφους πως αυτό που προέχει για τον ίδιο είναι «η ασφάλεια των κατοίκων της Γάζας». Απέφυγε, ωστόσο, να απαντήσει ευθέως σε ερώτηση σχετικά με το αν εξακολουθεί να επιθυμεί οι Ηνωμένες Πολιτείες να «αναλάβουν τον έλεγχο» της Γάζας, όπως είχε προτείνει τον Φεβρουάριο, προκαλώντας τότε έντονες αντιδράσεις.
Η Χαμάς, από την πλευρά της, γνωστοποίησε ότι εξετάζει τις προτάσεις για κατάπαυση του πυρός και βρίσκεται σε διαβουλεύσεις με άλλα παλαιστινιακά κινήματα, ενώ, σύμφωνα με προγενέστερη ανακοίνωσή της την Τετάρτη, δεσμεύθηκε να απαντήσει «με μεγάλη υπευθυνότητα».
Από τους 251 ανθρώπους που απήχθησαν κατά την έφοδο της Χαμάς στο νότιο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023, εκτιμάται ότι 49 παραμένουν στον παλαιστινιακό θύλακο, εκ των οποίων οι 27 έχουν κηρυχθεί νεκροί από τον ισραηλινό στρατό.
Ο εκπρόσωπος του ισραηλινού στρατού Έφι Ντεφρίν δήλωσε πως ο στρατός καταστρέφει «συστηματικά και σε βάθος τις τρομοκρατικές υποδομές», διατηρώντας «σταθερό έλεγχο στο πεδίο», ενώ έκανε λόγο για επιχειρήσεις «μεγάλης έντασης» σε συνοικίες του ανατολικού τμήματος της Γάζας.
Στο εσωτερικό του Ισραήλ, η πολιτική σκηνή παραμένει βαθιά διχασμένη μεταξύ όσων υποστηρίζουν συμφωνία για την επιστροφή των ομήρων και εκείνων που επιθυμούν τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων έως ότου εξαλειφθεί πλήρως η Χαμάς.
Συγγενείς ομήρων που παραμένουν στη Λωρίδα της Γάζας απηύθυναν επιστολή στον πρωθυπουργό, καλώντας τον να υπογράψει συμφωνία που θα διασφαλίζει την επιστροφή όλων των ομήρων και θα τερματίζει τον πόλεμο.
Οι διαπραγματεύσεις για την επίτευξη ανακωχής και την απελευθέρωση των ομήρων προσέκρουαν μέχρι σήμερα στην απαίτηση της Χαμάς για οριστική κατάπαυση του πυρός και τερματισμό του πολέμου.
Ο Νετανιάχου, πάντως, δεσμεύθηκε την Τετάρτη ότι θα εξαλείψει τη Χαμάς «έως τη ρίζα», κάτι που αποτελεί και δεδηλωμένο στόχο του πολέμου.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν την Πέμπτη την αποδέσμευση χρηματοδότησης ύψους 30 εκατομμυρίων δολαρίων για το Ανθρωπιστικό Ίδρυμα για τη Γάζα (GHF), έναν οργανισμό που δραστηριοποιείται στη διανομή επισιτιστικής βοήθειας στον παλαιστινιακό θύλακα. Η ανακοίνωση έγινε από τον αναπληρωτή εκπρόσωπο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Τόμι Πίγκοτ, ο οποίος κάλεσε και άλλες χώρες να στηρίξουν το έργο του Ιδρύματος.
Το GHF ξεκίνησε τις επιχειρήσεις του στη Γάζα στα τέλη Μαΐου, μετά από μια περίοδο αυστηρού αποκλεισμού που είχε επιβάλει το Ισραήλ από τις αρχές Μαρτίου, προκαλώντας σοβαρές ελλείψεις σε βασικά αγαθά, όπως τρόφιμα και φάρμακα. Σύμφωνα με τον Πίγκοτ, το GHF έχει διανείμει περίπου 46 εκατομμύρια γεύματα από την έναρξη της δραστηριότητάς του στην περιοχή.
Ο μεταβατικός εκτελεστικός διευθυντής του Ιδρύματος, Τζον Άκρι, δήλωσε ότι η χρηματοδότηση είναι ευπρόσδεκτη και εξέφρασε την ελπίδα ότι και άλλοι ανθρωπιστικοί οργανισμοί θα συμμετάσχουν στην κοινή προσπάθεια για την παροχή τροφίμων στον πληθυσμό της Γάζας.
Ωστόσο, το GHF έχει αποτελέσει αντικείμενο κριτικής από τον ΟΗΕ και άλλες ανθρωπιστικές οργανώσεις, οι οποίες δηλώνουν ότι δεν συνεργάζονται με αυτό λόγω ανησυχιών που αφορούν τις μεθόδους λειτουργίας του και την ουδετερότητά του. Το Ίδρυμα έχει απορρίψει αυτούς τους ισχυρισμούς, αρνούμενο ότι έχουν σημειωθεί επεισόδια στα κέντρα διανομής του.
Σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας της Γάζας, περίπου 550 Παλαιστίνιοι έχουν σκοτωθεί κοντά στα σημεία διανομής ανθρωπιστικής βοήθειας από τα τέλη Μαΐου, την ώρα που προσπαθούσαν να παραλάβουν τρόφιμα. Το GHF, το οποίο λαμβάνει στήριξη από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, χρησιμοποιεί ένοπλο προσωπικό για την ασφάλεια των κέντρων του, ενώ το οργανωτικό του πλαίσιο παραμένει ασαφές.
Απαντώντας στις επικρίσεις, ο Πίγκοτ επεσήμανε ότι το αποτέλεσμα της διανομής 46 εκατομμυρίων γευμάτων είναι ενδεικτικό της αποτελεσματικότητας του GHF, υπογραμμίζοντας ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν να αναζητούν λύσεις για την παροχή βοήθειας στους κατοίκους της Γάζας, διατηρώντας παράλληλα την ασφάλεια του Ισραήλ.
Η χρηματοδότηση προς το GHF εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της αμερικανικής πολιτικής για την ειρήνευση στην περιοχή, όπως έχει διατυπωθεί από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και τον υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο.
Έπειτα από δώδεκα ημέρες σφοδρών εχθροπραξιών, Ισραήλ και Ιράν συμφώνησαν να αποκλιμακώσουν μία σύγκρουση που είχε προκαλέσει έντονη ανησυχία σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Η κρίση ξεκίνησε με φόντο το αδιέξοδο στις συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να είχε πιέσει την Τεχεράνη να εγκαταλείψει πλήρως τις πυρηνικές της δραστηριότητες, την ώρα που Ιρανοί διαπραγματευτές δήλωναν απροθυμία να αποποιηθούν τις δυνατότητες εμπλουτισμού ουρανίου. Η Τεχεράνη επέμενε ότι δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων.
Τα ξημερώματα της 13ης Ιουνίου, ισραηλινά πολεμικά αεροσκάφη πραγματοποίησαν αιφνιδιαστική επίθεση με στόχο να πλήξουν το πυρηνικό πρόγραμμα και τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν. Μετά από αυτό, οι Ιρανοί ακύρωσαν συνομιλίες με τις ΗΠΑ που είχαν προγραμματιστεί για την επόμενη ημέρα στο Ομάν, περνώντας σε αντίποινα με μία σειρά επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και βαλλιστικούς πυραύλους, ορισμένοι από τους οποίους διέσπασαν τα ισραηλινά συστήματα αεράμυνας, προκαλώντας νεκρούς, τραυματισμούς και υλικές καταστροφές.
Καθώς η ένταση αυξανόταν, οι ΗΠΑ μετέφεραν την αεροναυτική δύναμη Nimitz στην περιοχή και έθεσαν τις ένοπλες δυνάμεις τους σε κατάσταση συναγερμού, διατάσσοντας τελικά αεροπορική επιχείρηση μεγάλης εμβέλειας, η οποία έπληξε τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Κύριος στόχος θεωρήθηκε η υπόγεια εγκατάσταση εμπλουτισμού ουρανίου στο Φορντό, που βρίσκεται σε βάθος δεκάδων μέτρων και εκτός εμβέλειας των περισσότερων όπλων της ισραηλινής πολεμικής αεροπορίας. Η Ουάσιγκτον χαρακτήρισε την επιχείρηση «τεράστια επιτυχία», αν και το εύρος των ζημιών στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα παραμένει ασαφές.
Ακολούθησε ιρανική απάντηση με βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον αμερικανικής βάσης στο Κατάρ, κατόπιν προειδοποίησης και χωρίς θύματα. Μετά από αυτό, και κατόπιν παρακίνησης των ΗΠΑ, Ιράν και Ισραήλ συμφώνησαν σε κατάπαυση του πυρός.
Σε ανάρτησή του στις 23 Ιουνίου στην πλατφόρμα Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος συνεχάρη τις δύο χώρες για την «αντοχή, το θάρρος και τη σοφία» που επέδειξαν ώστε να λήξει, όπως ανέφερε, ο «Δωδεκαήμερος Πόλεμος».
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζ. Ντ. Βανς, δήλωσε αργότερα στο Fox News ότι η σύντομη σύγκρουση αποτελεί ευκαιρία για ανακαθορισμό της διπλωματίας στην περιοχή.
Ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς μιλάει στην εκπομπή Special Report with Bret Baier του Fox News. Ουάσιγκτον, 23 Ιουνίου 2025. (J. Scott Applewhite/AP Photo)
Χρονολόγιο κρίσιμων γεγονότων
13 Ιουνίου
Ισραηλινά μαχητικά εξαπολύουν αιφνιδιαστικές επιδρομές σε στρατιωτικούς και πυρηνικούς στόχους εντός του Ιράν, πλήττοντας ανώτερους αξιωματούχους και επιστήμονες. Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου ισχυρίστηκε ότι το Ιράν πλησίαζε στην απόκτηση πυρηνικών όπλων και ανέφερε ότι τα πλήγματα «χτύπησαν την καρδιά» του εμπλουτισμού ουρανίου.
Ο πρόεδρος Τραμπ ανήρτησε ότι είχε δώσει στο Ιράν διορία 60 ημερών για συμφωνία, και πως η ισραηλινή επίθεση έγινε την 61η. Παρότρυνε την Τεχεράνη να περιορίσει το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Τις νυχτερινές ώρες, οι ιρανικές δυνάμεις ξεκίνησαν μαζική ανταπόδοση με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Πυροσβέστες σε κατεστραμμένο συγκρότημα κατοικιών στη βόρεια Τεχεράνη. Ιράν, 13 Ιουνίου 2025. (Vahid Salemi/AP Photo)
14 Ιουνίου
Η Τεχεράνη αποσύρει την αντιπροσωπεία της από τις συνομιλίες με τις ΗΠΑ στο Ομάν. Οι επιθέσεις συνεχίζονται εκατέρωθεν.
Iρανικοί και ισραηλινοί πύραυλοι φωτίζουν τον ουρανό πάνω από τη Βηρυτό. Λίβανος, 14 Ιουνίου 2025. (NAEL CHAHINE/Middle East Images/AFP μέσω Getty Images)
15 Ιουνίου
Ο Τραμπ δηλώνει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι πλησιάζει η ειρήνη και ότι βρίσκονται σε εξέλιξη πολλές επαφές και διαβουλεύσεις.
16 Ιουνίου
Ιρανικοί πύραυλοι πλήττουν τέσσερις περιοχές στο Ισραήλ. Ο Ιρανός ΥΠΕΞ Αμπάς Αραγτσί αναφέρει πως αν οι ΗΠΑ επιθυμούν ειλικρινά ειρήνη, θα πρέπει να συγκρατήσουν το Ισραήλ.
Η ισραηλινή αεροπορία βομβαρδίζει εγκαταστάσεις του κρατικού ιρανικού ραδιοτηλεοπτικού φορέα, κατηγορώντας τον για στρατιωτική χρήση.
Στη σύνοδο των G7 — Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιαπωνία, Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία και Καναδάς — στον Καναδά, οι ηγέτες των κρατών εξέφρασαν την υποστήριξή τους στο Ισραήλ και χαρακτήρισαν το Ιράν «κύρια πηγή αστάθειας και τρομοκρατίας».
Ο Τραμπ αποχωρεί νωρίς από τη Σύνοδο Κορυφής για να επιστρέψει στην Ουάσιγκτον, καθώς η σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Ιράν συνεχίζεται. Στο αεροσκάφος Air Force One κατά την πτήση επιστροφής, ο Τραμπ δηλώνει: «Δεν επιδιώκω κατάπαυση του πυρός. Επιδιώκουμε κάτι καλύτερο από την κατάπαυση του πυρός.»
Περιοχή που χτυπήθηκε κατά τη διάρκεια των ιρανικών πυραυλικών επιθέσεων. Χάιφα, Ισραήλ, 16 Ιουνίου 2025. (AHMAD GHARABLI/AFP μέσω Getty Images)
17 Ιουνίου
Το Ισραήλ διατάζει εκκένωση της Περιοχής 3 στην Τεχεράνη, όπου κατοικούν περίπου 330.000 άτομα. Ο Τραμπ απαιτεί μέσω ανάρτησης «άνευ όρων παράδοση».
Καπνός υψώνεται από τα ερείπια ενός κτιρίου των κρατικών μέσων ενημέρωσης του Ιράν στην Τεχεράνη, στις 16 Ιουνίου 2025. (Nikan/Middle East Images/AFP μέσω Getty Images)
18 Ιουνίου
Η αμερικανική πρεσβεία στο Ισραήλ ανακοινώνει ότι θα παραμείνει κλειστή για τρεις ημέρες. Ξεκινούν προσπάθειες απομάκρυνσης Αμερικανών πολιτών.
19 Ιουνίου
Ιρανικός πύραυλος πλήττει το νοσοκομείο Σορόκα στην Μπερ Σεβά, τραυματίζοντας 240 άτομα. Ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας απειλεί τον ανώτατο ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, λέγοντας πως «δεν θα έπρεπε να συνεχίσει να υφίσταται».
Ο Λευκός Οίκος δηλώνει ότι εντός δύο εβδομάδων θα αποφασίσει αν οι ΗΠΑ θα εμπλακούν απευθείας στη σύγκρουση.
Το νοσοκομείο Σορόκα μετά από ιρανική πυραυλική επίθεση στη Μπερ Σεβά. Ισραήλ, 19 Ιουνίου 2025. (JOHN WESSELS/AFP μέσω Getty Images)
20 Ιουνίου
Οι ισραηλινές δυνάμεις αναφέρουν ότι πραγματοποίησαν επιθέσεις σε δεκάδες ιρανικούς στρατιωτικούς στόχους. Ευρωπαίοι ΥΠΕΞ συναντώνται με τον Ιρανό ομόλογό τους. Η Τεχεράνη δηλώνει ότι όσο συνεχίζονται οι επιθέσεις, δεν υπάρχει περιθώριο για διάλογο.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί μιλάει κατά τη διάρκεια της 59ης συνόδου του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην ευρωπαϊκή έδρα των Ηνωμένων Εθνών. Γενεύη, 20 Ιουνίου 2025. (Martial Trezzini/Keystone μέσω AP)
21 Ιουνίου
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα (ώρα Ανατολικής Ακτής ΗΠΑ): Βομβαρδιστικά αεροσκάφη B-2 Spirit της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ απογειώνονται από την αεροπορική βάση Whiteman στο Μιζούρι και κατευθύνονται ανατολικά, διασχίζοντας τον Ατλαντικό.
5 μ.μ. (ώρα Ανατολικής Ακτής ΗΠΑ): Τα βομβαρδιστικά αεροσκάφη B-2 εισέρχονται στην περιοχή ευθύνης του Κεντρικού Στρατηγείου των ΗΠΑ, ενώ πολεμικά πλοία των ΗΠΑ αρχίζουν να εκτοξεύουν πυραύλους Tomahawk κατά της πυρηνικής εγκατάστασης του Ισφαχάν στο Ιράν.
6 μ.μ. (ώρα Ανατολικής Ακτής ΗΠΑ, 1:30 π.μ. ώρα Ιράν): Αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη που πετούν μπροστά από τα βομβαρδιστικά B-2 αρχίζουν να χτυπούν τα ιρανικά συστήματα αεροπορικής άμυνας κατά μήκος της διαδρομής προς τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Φορντό και του Νατάνζ.
Μεταξύ 6:40 μ.μ. και 7 μ.μ. (ώρα Ανατολικής Ακτής, 2-2:30 π.μ. ώρα Ιράν): Τα βομβαρδιστικά B-2 ρίχνουν βόμβες κατά των οχυρών στο Φορντό και το Νατάνζ.
7:05 μ.μ. ET: Οι τελευταίοι αμερικανικοί πύραυλοι Tomahawk πέφτουν στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ισφαχάν στο Ιράν.
7:30 μ.μ. ET (3 π.μ. ώρα Ιράν): Τα πληρώματα των βομβαρδιστικών B-2 εξέρχονται από τον ιρανικό εναέριο χώρο.
7:50 μ.μ. ET: Ο Τραμπ ανακοινώνει την αμερικανική επίθεση στο Ιράν.
Χρονοδιάγραμμα των επιχειρήσεων για την επίθεση κατά του Ιράν παρουσιάζεται κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Πεντάγωνο. Βιρτζίνια, στις 22 Ιουνίου 2025. (Andrew Harnik/Getty Images)
22 Ιουνίου
Σε συνέντευξη Τύπου, ο υπουργός Άμυνας Πητ Χέγκσεθ δηλώνει ότι ο στόχος της επιχείρησης δεν ήταν η αλλαγή του καθεστώτος στο Ιράν και ότι ήταν «σκόπιμα περιορισμένη».
Ο Τραμπ ανακοινώνει ότι τα βομβαρδιστικά B-2 έχουν επιστρέψει όλα στη βάση Whiteman, σχεδόν δύο ημέρες μετά την αναχώρησή τους.
Ο Τραμπ δημοσιεύει ένα μήνυμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στο οποίο αναφέρει: «Δεν είναι πολιτικά ορθό να χρησιμοποιείται ο όρος «αλλαγή καθεστώτος», αλλά αν το τρέχον ιρανικό καθεστώς δεν είναι σε θέση να ΚΑΝΕΙ ΤΟ ΙΡΑΝ ΜΕΓΑΛΟ ΞΑΝΑ, γιατί να μην υπάρξει αλλαγή καθεστώτος; MIGA (MAKE IRAN GREAT AGAIN)!!!»
Το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν αρχίζει διαβουλεύσεις σχετικά με το αν θα κλείσει ή όχι τα Στενά του Ορμούζ μετά τις αμερικανικές επιθέσεις.
Σε συνέντευξή του στο «Sunday Morning Futures» του Fox News, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δηλώνει ότι θα ήταν «οικονομική αυτοκτονία» για το Ιράν να μπλοκάρει τα Στενά του Ορμούζ.
Ο Ρούμπιο καλεί την Κίνα να πείσει το Ιράν να μην προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση.
Πριν και μετά τον βομβαρδισμό των ΗΠΑ στις 21 Ιουνίου στο εργοστάσιο εμπλουτισμού ουρανίου στο Φορντό, βόρεια της Κουμ, στο Ιράν. (Εικονογράφηση: The Epoch Times, Reuters, Shutterstock)
23 Ιουνίου
Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, προειδοποιεί εκ νέου το Ιράν να μην κλείσει το στενό του Ορμούζ.
Το Ιράν εξαπολύει πυραυλική επίθεση κατά της αεροπορικής βάσης Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ. Κλείνουν οι εναέριοι χώροι γύρω από το Κατάρ, το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Οι αμερικανικές δυνάμεις αναφέρουν ότι κατάφεραν να αναχαιτίσουν τους ιρανικούς πυραύλους. Ο Τραμπ αναφέρει ότι από τους δεκατέσσερις πυραύλους που εκτόξευσε το Ιράν, οι αμερικανικές δυνάμεις «κατέρριψαν» τους δεκατρείς και «άφησαν ελεύθερο» έναν άλλο που κατευθυνόταν προς μια μη απειλητική κατεύθυνση. Η κυβέρνηση του Κατάρ αναφέρει ότι εκτοξεύτηκαν δεκαεννέα πύραυλοι, με μόνο έναν να χτυπά μία στρατιωτική βάση, χωρίς να υπάρξουν θύματα.
Ο Τραμπ ανακοινώνει ότι το Ιράν προειδοποίησε εκ των προτέρων για την επίθεση και ότι δεν υπέστησαν ζημίες ούτε οι Αμερικανοί ούτε το Κατάρ.
Στις 6 μ.μ. (ώρα Ανατολικής Ακτής, 1 π.μ. ώρα Ελλάδος), ο Τραμπ ανακοινώνει ότι το Ισραήλ και το Ιράν συμφώνησαν σε κατάπαυση του πυρός, η οποία θα τεθεί σε εφαρμογή σταδιακά κατά τις επόμενες 24 ώρες.
Στις 6 μ.μ. ώρα ΗΠΑ, ο Τραμπ ανακοινώνει κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, με σταδιακή εφαρμογή.
Ένας χάρτης δείχνει την αμερικανική αεροπορική βάση Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ, την οποία το Ιράν χτύπησε με πολλαπλούς πυραύλους στις 23 Ιουνίου. (Εικονογράφηση The Epoch Times)
24 Ιουνίου
Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της κατάπαυσης του πυρός από τον Τραμπ, τόσο το Ισραήλ όσο και το Ιράν αναφέρουν επιθέσεις της άλλης πλευράς.
Καθώς αναχωρεί για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Ολλανδία, ο Τραμπ επικρίνει το Ισραήλ και το Ιράν για τη συνέχιση των επιθέσεων κατά τη διάρκεια της περιόδου κατάπαυσης του πυρός.
Ο Τραμπ αποστασιοποιείται από τις συζητήσεις για αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. «Θα ήθελα να δω τα πράγματα να ηρεμούν το συντομότερο δυνατόν», δηλώνει.
Ο Νετανιάχου ανακοινώνει ότι το Ισραήλ ακύρωσε νέες επιθέσεις κατά του Ιράν μετά από τηλεφωνική συνομιλία με τον Τραμπ.
Ο Ισραηλινός πρόεδρος Ισαάκ Χέρτζογκ μιλάει στα ΜΜΕ έξω από κτίριο όπου σκοτώθηκαν τέσσερα άτομα από ιρανική πυραυλική επίθεση στη Μπερ Σεβά. Ισραήλ, 24 Ιουνίου 2025. (Erik Marmor/Getty Images)