Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Κινεζικό χρηματιστήριο: Άνοδος παρά την αδύναμη οικονομία – Φόβοι για νέα «φούσκα»

Το κινεζικό χρηματιστήριο εμφανίζει τις τελευταίες εβδομάδες σημαντική δυναμική, σε αντίθεση με την εικόνα της οικονομίας, όπου οι τιμές ακινήτων υποχωρούν, η καταναλωτική ζήτηση παραμένει ασθενής και οι βασικοί δείκτες συστηματικά κινούνται χαμηλότερα των προσδοκιών.

Στις 18 Αυγούστου, ο δείκτης Shanghai Composite ξεπέρασε προσωρινά τις 3.745 μονάδες, στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας. Ο δείκτης CSI 300 έχει ενισχυθεί σχεδόν 8% από την αρχή του έτους, ενώ οι ημερήσιοι όγκοι συναλλαγών υπερέβησαν πρόσφατα τα 2,7 τρισ. γουάν (περίπου 316 δισ. ευρώ), καταγράφοντας την τρίτη υψηλότερη επίδοση στην ιστορία.

Σύμφωνα με αναλυτές, η άνοδος δεν είναι τυχαία, αλλά μέρος οργανωμένης προσπάθειας του Πεκίνου να ενισχύσει τον πλούτο των νοικοκυριών και να τονώσει την κατανάλωση μέσω της χρηματιστηριακής αγοράς.

Αγορά εκτός πραγματικότητας

Υπό κανονικές συνθήκες, μια πτώση στην αγορά ακινήτων και απογοητευτικά μακροοικονομικά στοιχεία θα επιβάρυναν το χρηματιστήριο. Ωστόσο, η τάση αντιστράφηκε από τον περασμένο Σεπτέμβριο, όταν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) έδωσε σήμα ότι θα προχωρήσει σε «πρωτοφανή μέτρα» για τη σταθεροποίηση των αγορών.

Το 2025, μετά την ανακοίνωση από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ παγκόσμιων δασμών και εμπορικών αντιμέτρων τον Απρίλιο, η κινεζική οικονομία δέχθηκε επιπλέον πίεση, με επιβράδυνση της βιομηχανικής παραγωγής και έντονες ανησυχίες για την ανεργία.

Ο Χούιχου, αναλυτής με ειδίκευση στην αγορά ακινήτων με έδρα την Κίνα, εκτίμησε ότι οι κινεζικές Αρχές προσπαθούν να μετατρέψουν το χρηματιστήριο σε νέο μοχλό εμπιστοσύνης και κατανάλωσης για το κοινό. Όπως είπε, «αν τα κτηματομεσιτικά δεν αποδίδουν πλέον, οι μετοχές αποτελούν την επόμενη επιλογή».

Επιστροφή των μικροεπενδυτών

Δεδομένα του Χρηματιστηρίου της Σαγκάης δείχνουν εκρηκτική αύξηση νέων λογαριασμών ιδιωτών. Μόνο τον Ιούλιο δημιουργήθηκαν 1,96 εκατ. νέοι λογαριασμοί, αριθμός αυξημένος κατά 20% σχεδόν σε σχέση με τον Ιούνιο και πάνω από 70% συγκριτικά με το προηγούμενο έτος. Στο επτάμηνο του 2025 δημιουργήθηκαν συνολικά πάνω από 14,5 εκατ. νέοι λογαριασμοί.

Την ίδια στιγμή, οι τραπεζικές καταθέσεις των νοικοκυριών ανήλθαν σε ιστορικό ρεκόρ 130 τρισ. γουάν (περίπου 15,3 τρισ. ευρώ), ποσό που οι αρχές θεωρούν ως αχρησιμοποίητη ρευστότητα που μπορεί να διοχετευθεί στο χρηματιστήριο. Ο Χούιχου σημείωσε ότι «η στέγαση δεν είναι πλέον βιώσιμη επιλογή, οπότε η κυβέρνηση μεταφέρει το παιχνίδι στις μετοχές. Θέλει οι αποταμιευτές να γίνουν επενδυτές».

Σκιές από το παρελθόν

Έμπειροι επενδυτές βλέπουν αναλογίες με την περίφημη «άνοδο 5·19» του 1999, που ξεκίνησε μέσα σε οικονομική ύφεση, γνώρισε απότομη άνοδο και ακολούθως ισχυρή διόρθωση.

Ο πρώην διαχειριστής επενδύσεων στη GF Securities, Γουάνγκ Σιγιουάν, ο οποίος σήμερα δραστηριοποιείται στον τομέα ακινήτων στον Καναδά, τόνισε ότι «οι ανοδικές φάσεις στην Κίνα συνήθως συμβαίνουν όταν η οικονομία βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο». Σύμφωνα με τον Γουάνγκ, το χρηματιστήριο λειτουργεί κυρίως ως εργαλείο διαχείρισης κρίσεων και χρησιμοποιείται από την κυβέρνηση όταν η οικονομία αντιμετωπίζει προβλήματα.

Προειδοποίησε επίσης ότι η τρέχουσα άνοδος δεν στηρίζεται σε εταιρικά θεμελιώδη, αλλά στοχεύει στη δημιουργία «ψευδαίσθησης πλούτου» για να υποκατασταθούν τα κεφάλαια που χάθηκαν στην αγορά ακινήτων. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου η άνοδος των μετοχών βασίζεται στη δημιουργία αξίας και σε αυστηρή εποπτεία, στην Κίνα οι χρηματιστηριακές «φούσκες» τροφοδοτούνται από κερδοσκοπία και μόχλευση, καταλήγοντας συχνά σε μεγάλες απώλειες για τους μικροεπενδυτές.

Κρατική ώθηση

Σύμφωνα με τον Γουάνγκ, κρατικά συνδεδεμένα επενδυτικά ταμεία, όπως το Central Huijin Investment, έχουν προχωρήσει σε μαζικές αγορές διαπραγματεύσιμων αμοιβαίων κεφαλαίων (Exchange-Traded Funds – ETFs), ενώ οι ρυθμιστικές αρχές χαλάρωσαν τα όρια συμμετοχής ασφαλιστικών εταιρειών σε μετοχές και επέβαλαν περιορισμούς στις βραχυπρόθεσμες πωλήσεις. Το αποτέλεσμα, όπως σημείωσε, είναι ένας αγώνας ταχύτητας που ελέγχεται στενά από την αποκαλούμενη «εθνική ομάδα» των κρατικών κεφαλαίων.

Ωστόσο, επικριτές προειδοποιούν ότι η υπερβολική παρέμβαση του καθεστώτος κινδυνεύει να παρασύρει εκατομμύρια μικροεπενδυτές σε έναν νέο κύκλο ανόδου και κατάρρευσης. Ο Γουάνγκ επεσήμανε ότι «ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι να χάσεις τον αγώνα, αλλά να πιστέψεις ότι μπορεί να διατηρηθεί».

Για το Πεκίνο, ο ρόλος του χρηματιστηρίου είναι πλέον σαφής. Δεν αποτελεί απλώς εργαλείο χρηματοδότησης των κρατικών επιχειρήσεων, αλλά μέσο αναθέρμανσης της εμπιστοσύνης των καταναλωτών. Η άνοδος των μετοχών δημιουργεί την αίσθηση πλούτου, που το ΚΚΚ ελπίζει να μεταφραστεί σε αύξηση της κατανάλωσης.

Του Michael Zhuang

Με τη συμβολή του Fang Xiao

Ο αγώνας για πόρους στην Αφρική εντείνεται καθώς η Σαουδική Αραβία επενδύει δισεκατομμύρια

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα αντιμετωπίζουν αυξανόμενο ανταγωνισμό στην Αφρική από τις λεγόμενες «μεσαίες δυνάμεις», κυρίως από τη Σαουδική Αραβία, η οποία επεκτείνει γρήγορα την οικονομική και στρατιωτική παρουσία της στην ήπειρο, σύμφωνα με αναλυτές.

Συχνά αναφερόμενη ως βασικός σύμμαχος της Ουάσιγκτον στον αραβικό κόσμο και ως μέτριο αντίβαρο στο εξτρεμιστικό Ιράν, το Ριάντ συμμετέχει στη μάχη για τους πόρους της Αφρικής ανοίγοντας πρεσβείες σε όλη την ήπειρο, επενδύοντας δισεκατομμύρια δολάρια σε υποδομές και δημιουργώντας στρατηγικές συνεργασίες με αφρικανικές χώρες, αναφέρουν ειδικοί σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Αναλυτές διεθνών σχέσεων τονίζουν ότι η Σαουδική Αραβία επιθυμεί να στηρίξει τις επενδύσεις και τις προσπάθειες «μαλακής ισχύος» στην Αφρική με στρατιωτική βάση στη μικρή χώρα Τζιμπουτί (στο Κέρας της Αφρικής) και με λιμάνι στην Ερυθραία, και τα δύο σε κοντινή απόσταση δια θαλάσσης από τη Σαουδική Αραβία.

Ο πρίγκιπας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, de facto ηγέτης της Σαουδικής Αραβίας, έχει επανειλημμένα αναφέρει τον κεντρικό ρόλο της Αφρικής στην προσπάθειά του να μειώσει την εξάρτηση της χώρας από τα έσοδα του πετρελαίου και να υλοποιήσει το αναπτυξιακό σχέδιο «Vision 2030».

Στο πλαίσιο αυτό, η Σαουδική Αραβία σχεδιάζει να επενδύσει τουλάχιστον 41 δισεκατομμύρια δολάρια στην Αφρική τα επόμενα πέντε χρόνια.

Έρευνα που δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο από το Africa Center for Strategic Studies (ACSS) στην Ουάσιγκτον επισημαίνει ότι η πρωτοφανής εστίαση του αραβικού κόσμου στην Αφρική καθοδηγείται από οικονομικά συμφέροντα, ανταγωνισμούς και τις φιλοδοξίες των ΗΑΕ, της Σαουδικής Αραβίας και της Τουρκίας να γίνουν κυρίαρχες περιφερειακές δυνάμεις.

Το ACSS αναφέρει ότι τα κράτη του Κόλπου και η Άγκυρα αποτελούν πλέον κύριες πηγές κεφαλαίων, συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα και ροών όπλων προς την Αφρική.

Μόνο οι πρόσφατες επενδύσεις στην Ανατολική Αφρική από αυτούς τους παίκτες φτάνουν, σύμφωνα με το κέντρο, τουλάχιστον τα 75 δισεκατομμύρια δολάρια.

«Αυτά τα κράτη του Κόλπου [και η Τουρκία] έχουν πλέον βαθιά εμπλακεί με τις οικονομίες, τις λειτουργίες των λιμανιών, την πολιτική και τις δυνάμεις ασφαλείας της Ανατολικής Αφρικής – με εκτεταμένες επιπτώσεις για περίπου 415 εκατομμύρια πολίτες της περιοχής», αναφέρει το ACSS.

Ένα φορτηγό μεταφέρει μετάλλευμα από το αδαμαντωρυχείο στο Τζουάνενγκ της Μποτσουάνα, στις 11 Μαΐου 2023. (Monirul Bhuiyan/AFP μέσω Getty Images)

 

Η γεωπολιτική επιρροή αποτελεί επίσης παράγοντα που ενισχύει το ενδιαφέρον της Σαουδικής Αραβίας για την Αφρική, σύμφωνα με αναλυτές.

«Η παγκόσμια ζήτηση για κρίσιμα ορυκτά στέλνει τρισεκατομμύρια δολάρια στην Αφρική και μαζί έρχεται μεγαλύτερη βιομηχανοποίηση», δήλωσε η Ελιζάβετ Σιδηροπούλου, διευθύντρια του South African Institute of International Affairs στην εφημερίδα The Epoch Times. «Με περισσότερη οικονομική ισχύ έρχεται και μεγαλύτερη πολιτική ισχύς, και αναμένεται η Αφρική να έχει σύντομα πολύ μεγαλύτερη φωνή στα παγκόσμια θέματα, με ισχυρή εκπροσώπηση στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, για παράδειγμα. Στο πολύ κοντινό μέλλον, θα είναι πολύ ωφέλιμο να είσαι φίλος με την Αφρική».

Σημείωσε ότι η αύξηση των επενδύσεων από «μεσαίες δυνάμεις» στην Αφρική, όπως η Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ και η Τουρκία, «σημαίνει ότι η Αφρική γίνεται λιγότερο εξαρτημένη από μεγάλες δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ευρώπη, σε μια περίοδο που οι μεγάλες δυνάμεις αποσύρονται από την Αφρική, διατηρώντας παρουσία μόνο στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών».

«Με τον [πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ] Τραμπ να έχει αναστείλει τη χρηματοδότηση για την Αφρική, οι Σαουδάραβες και άλλοι αναλαμβάνουν να καλύψουν το κενό, υποσχόμενοι παράλληλα σημαντικές επενδύσεις στη μεταλλευτική βιομηχανία, την τεχνολογία και τη γεωργία».

Κλειδί για την αυξανόμενη επιρροή της Σαουδικής Αραβίας στην Αφρική είναι η προτίμησή της στη «διπλωματία βασισμένη στις σχέσεις», δήλωσε στην Epoch Times ο Ρόνακ Γκοπάλντας, ανώτερος αναλυτής στη Signal Risk στη Κέηπ Τάουν.

«Οι Αφρικανοί ηγέτες εκτιμούν τον σεβασμό με τον οποίο οι Σαουδάραβες κάνουν επιχειρήσεις», είπε. «Κερδίζουν οπαδούς στην Αφρική επίσης επειδή προσφέρουν χρηματοδότηση με λιγότερους όρους. Βοηθά επίσης το ότι χτίζουν δρόμους, νοσοκομεία και γέφυρες σε όλη την περιοχή».

Η Φατίμα Σίνταντ, συν-διευθύντρια του Center for Contemporary Islam στο Πανεπιστήμιο του Κέηπ Τάουν, επεσήμανε ότι «σημαντικό σημείο σύνδεσης» μεταξύ Αράβων και Αφρικανών είναι ότι «δεν τους ενοχλεί να αφιερώνουν χρόνο» για την ολοκλήρωση μίας συμφωνίας.

«Οι δυτικοί συχνά θεωρούν ότι οι Αφρικανοί είναι πολύ αργοί και θέλουν να υπογράφουν τις συμφωνίες αμέσως. Δεν συνειδητοποιούν ότι η έλλειψη ταχύτητας μερικές φορές οικοδομεί εμπιστοσύνη», είπε στην Epoch Times.

Ο Χουσάμ Αλγκεράιμιλ, εμπορικός ακόλουθος της Σαουδικής Αραβίας στο Γιοχάνεσμπουργκ, δήλωσε στην Epoch Times ότι το Ριάντ «εμπλέκεται σε δραματική ενίσχυση» της παρουσίας της χώρας στην Αφρική.

«Σύντομα σχεδιάζουμε να έχουμε 40 πρεσβείες στην Αφρική· τώρα έχουμε μόνο 27», ανέφερε. «Αυτά τα γραφεία και οι διπλωμάτες θα είναι η οδός μας για μεγαλύτερη εμπλοκή. Η Αφρική είναι πολύ υψηλά στις προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής της Σαουδικής Αραβίας και στα σχέδιά μας για διαφοροποιημένο εμπόριο».

Η Σίνταντ σημείωσε ότι «το αβέβαιο κλίμα που δημιουργείται από αλλαγές σε θέματα όπως η αμερικανική πολιτική» οδηγεί χώρες όπως η Σαουδική Αραβία σε περισσότερες εμπορικές και επενδυτικές δραστηριότητες στην Αφρική.

Το Ριάντ ενδιαφέρεται για μικρές επενδύσεις σε «μικροεπιχειρήσεις» στην Αφρική, αλλά και για χρηματοδότηση «μεγάλων» υποδομών, δήλωσε ο Αλγκεράιμιλ.

«Στηρίζουμε μικρές επιχειρήσεις σε όλη την Ανατολική Αφρική, αλλά ταυτόχρονα χτίζουμε λιμάνια, και είμαστε ήδη ο μεγαλύτερος ιδιωτικός επενδυτής σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην Αφρική, με περισσότερα από 7 δισεκατομμύρια δολάρια επενδεδυμένα τα τελευταία χρόνια», επεσήμανε.

Ο τερματικός λιμένας εμπορευματοκιβωτίων Ντοραλέχ. Τζιμπουτί, 4 Ιουλίου 2018. (Yasuyoshi Chiba/AFP/Getty Images)

 

Ο Νοτιοφρικανός αναλυτής ενέργειας, Τεντ Μπλομ, δήλωσε στην Epoch Times ότι η Σαουδική Αραβία χρηματοδοτεί «πράσινη ενέργεια» στην Αφρική «για στρατηγικούς λόγους».

«Είναι μια από τις χώρες που θέλει να πρωτοστατήσει στη διεθνή ενεργειακή διπλωματία. Χρησιμοποιεί την Αφρική για να αποκτήσει εμπειρία στον τομέα ως διεθνής χειριστής σε όλη την ενεργειακή αλυσίδα», είπε. «Η Σαουδική Αραβία τα καταφέρνει πολύ καλά χρησιμοποιώντας την Αφρική για να αναπτύξει νέες δεξιότητες και γνώση στην προσπάθειά της να μειώσει την εξάρτηση από το πετρέλαιο».

Σύμφωνα με τον Μπλομ, οι άφθονες ηλιακές, αιολικές και υδροηλεκτρικές πηγές της Αφρικής είναι «ιδανικές» για τα σχέδια της Σαουδικής Αραβίας να δοκιμάσει τεχνολογίες ανανεώσιμης ενέργειας μέχρι να είναι έτοιμες για εξαγωγή και εσωτερική χρήση.

Η κα Σιδηροπούλου τόνισε ότι η πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά αποτελεί σαφή προτεραιότητα για το Ριάντ.

«Όπως όλοι, έτσι και οι Σαουδάραβες τα χρειάζονται για τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη. Τα κρίσιμα ορυκτά είναι κεντρικά στο σχέδιο της Σαουδικής Αραβίας να δημιουργήσει μια ‘υπερπεριφέρεια’ που περιλαμβάνει την πετρελαιοπαραγωγό Μέση Ανατολή και την Αφρική, όπου αναμένεται να βρίσκεται περίπου το ένα τρίτο των κρίσιμων ορυκτών παγκοσμίως», εξήγησε. «Οι Σαουδάραβες θέλουν να τοποθετηθούν ως σημαντικοί επενδυτές σε αυτό, με στόχο την προνομιακή πρόσβαση».

Η κα Σιδηροπούλου χαρακτήρισε τα κρίσιμα ορυκτά ως «το θεμέλιο» για τις μακροπρόθεσμες συνεργασίες Σαουδικής Αραβίας–Αφρικής.

«Οι Σαουδάραβες εμπλέκονται όλο και περισσότερο στη μεταλλευτική βιομηχανία», είπε. «Τα ορυκτά είναι ζωτικής σημασίας για τη στρατηγική τους να ηγηθούν στην τεχνολογία τεχνητής νοημοσύνης».

Σε αντίθεση με την Κίνα, που ελέγχει μεγάλο μέρος της μεταλλευτικής βιομηχανίας στην Αφρική, οι Σαουδάραβες είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν τις αφρικανικές χώρες να γίνουν πιο αυτάρκεις στην επεξεργασία και εκμετάλλευση των δικών τους ορυκτών, δήλωσε η κα Σιδηροπούλου.

Ο Γκοπάλντας τόνισε ότι η «υπομονετική προσέγγιση» της Σαουδικής Αραβίας, επικεντρωμένη σε επενδύσεις και όχι σε βραχυπρόθεσμες νίκες, εκτιμάται στην Αφρική. Υπογράμμισε την επένδυση του Ριάντ ύψους σχεδόν 5,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την ανάπτυξη ενός εργοστασίου διύλισης πλατίνας και μεταλλουργείου στην επαρχία Λιμπόπο της Νότιας Αφρικής.

Ο Γκοπάλντας ανέφερε επίσης ότι οι Σαουδάραβες επενδύουν δισεκατομμύρια στην κατασκευή λιμανιών στην ανατολική ακτή της Αφρικής, «ώστε οι εμπορικές οδοί μέσω της Ερυθράς Θάλασσας να είναι ασφαλείς».

Ο Αλγκεράιμιλ, εμπορικός ακόλουθος της Σαουδικής Αραβίας στο Γιοχάνεσμπουργκ, αναφέρθηκε στην ανακατασκευή του λιμανιού Ασάμπ στην Ερυθραία: «Θεωρούμε ότι το λιμάνι αυτό είναι στρατηγικά τοποθετημένο, κοντά στο Στενό Μπαμπ ελ Μάντεμπ, που το καθιστά σημαντικό για το εμπόριο και την ασφάλεια». Το Στενό Μπαμπ ελ Μάντεμπ αποτελεί κρίσιμο σημείο σύνδεσης μεταξύ Υεμένης και Ερυθραίας, ενώνoντας την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν.

Το Africa Center for Strategic Studies εντόπισε το μικρό Τζιμπουτί, με πληθυσμό 1 εκατομμύριο, ως «κέντρο» των σαουδαραβικών δραστηριοτήτων στην Αφρική. Οι επενδύσεις της Σαουδικής Αραβίας, αξίας 13 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αντιπροσωπεύουν «το 90% όλων των χρηματοροών των κρατών του Κόλπου στη χώρα, υπογραμμίζοντας το όραμα του Ριάντ να δει το Τζιμπουτί ως πύλη διευρυμένων σχέσεων στην Ανατολική Αφρική».

Ο Μπλομ δήλωσε ότι το ενδιαφέρον του Ριάντ για το Τζιμπουτί δείχνει ότι η χώρα εξακολουθεί να «διψά για πετρέλαιο», παρά τις φιλοδοξίες της στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. «Οι περισσότερες επενδύσεις στο Τζιμπουτί αφορούν ένα από τα μεγαλύτερα διυλιστήρια πετρελαίου της Αφρικής, που πιθανόν θα παράγει τουλάχιστον 300.000 βαρέλια την ημέρα», είπε.

Το Ριάντ κατασκευάζει επίσης την «Saudi Logistics City» στο Τζιμπουτί, η οποία, σύμφωνα με ανακοίνωση του σαουδαραβικού κράτους τον Ιούνιο του 2024, «θα επιτρέψει στα σαουδαραβικά προϊόντα και εξαγωγές να φτάσουν σε όλες τις αφρικανικές χώρες μέσω του λιμανιού του Τζιμπουτί, που αποτελεί πύλη προς την Αφρική και σημαντικό κόμβο οικονομικών και εμπορικών ανταλλαγών σε αφρικανικό και παγκόσμιο επίπεδο».

Ο Αλγκεράιμιλ ανέφερε ότι η κυβέρνηση του Ριάντ διαπραγματεύεται με το Τζιμπουτί για την εγκατάσταση στρατιωτικής βάσης από το 2017, προσθέτοντας ότι «η πρόοδος μπορεί να φαίνεται αργή, αλλά οι συνομιλίες εξελίσσονται θετικά».

Ο Γουάντιλε Σίχλομπο, αγρονοοικονομολόγος με έδρα τη Νότια Αφρική, δήλωσε στην Epoch Times ότι οι Σαουδάραβες επενδύουν σημαντικά στην καλλιέργεια και την κτηνοτροφία στην Αφρική, με στόχο να χρησιμοποιήσουν την ήπειρο ως «καλάθι τροφίμων». Όπως εξήγησε, μόνο το 1,6% της Σαουδικής Αραβίας είναι κατάλληλο για γεωργία, ενώ στην Αφρική η βιομηχανική γεωργία μεγάλης κλίμακας υπάρχει μόνο σε λίγες χώρες, όπως η Νότια Αφρική και η Κένυα.

Ο Γκοπάλντας επεσήμανε ότι η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ έχουν επενδύσει περισσότερα από 400 εκατομμύρια δολάρια στον αγροτικό τομέα του Σουδάν τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ το Ριάντ έχει χρηματοδοτήσει έργα γεωργίας σε Κένυα, Ουγκάντα και Τανζανία.

Η έλλειψη εργατικού δυναμικού στη Σαουδική Αραβία αποτελεί επίσης παράγοντα στρατηγικής στην Αφρική. «Εκατομμύρια νέοι, άνεργοι Αφρικανοί βρίσκονται απέναντι, με τεράστιες ανεκμετάλλευτες δυνατότητες», δήλωσε ο Γκοπάλντας. «Οι Σαουδάραβες υπόσχονται εκπαίδευση στην τεχνητή νοημοσύνη και οι Αφρικανοί έχουν εκδηλώσει μεγάλο ενδιαφέρον».

Η κα Σιδηροπούλου σημείωσε ότι το Ριάντ χτίζει δρόμους, νοσοκομεία, σχολεία και υποδομές επικοινωνιών σε έντεκα χώρες της Ανατολικής Αφρικής, τονίζοντας ότι η Σαουδική Αραβία ωφελείται από το γεγονός ότι δεν «κουβαλά το βάρος που έχουν άλλες δυνάμεις στην Αφρική».

Ο Αλγκεράιμιλ πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση του Ριάντ «δεν βρίσκεται στην Αφρική για να ανταγωνιστεί άλλες δυνάμεις». «Κάνουμε πράγματα στην Αφρική με τον σαουδαραβικό τρόπο», κατέληξε.

Του Darren Taylor

Στ. Γκίκας: Ενίσχυση ελληνοϊαπωνικής συνεργασίας στη ναυτιλία

Στις ισχυρές οικονομικές σχέσεις και στους δεσμούς φιλίας που ενώνουν Ελλάδα και Ιαπωνία, αναφέρθηκε ο υφυπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Στέφανος Γκίκας, κατά την συνάντηση που είχε στο υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, με πενταμελή ιαπωνική κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τον βουλευτή και πρόεδρο της Επιτροπής Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας της Βουλής των Αντιπροσώπων, Ρίου Χιροφούμι, η οποία επισκέπτεται τη χώρα μας.

Την αντιπροσωπεία συνόδευε ο πρέσβης της Ιαπωνίας στην Αθήνα, Κόιτσι Ίτο.

Ο υφυπουργός, απευθυνόμενος προς την ιαπωνική αντιπροσωπεία, αφού τους καλωσόρισε στην χώρα μας, ανέφερε: «Προσβλέπουμε στην ενίσχυση και στην περαιτέρω ενδυνάμωση των διμερών μας σχέσεων με βάση την Κοινή Δήλωση Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης που υπέγραψαν τον Ιανουάριο του 2023 οι ηγέτες των δύο χωρών μας και η οποία προσδίδει νέα δυναμική στις σχέσεις μας».

Όσον αφορά στα ζητήματα που άπτονται του ναυτιλιακού τομέα, ο κο Γκίκας αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και στην χρήση ΑΠΕ, καθώς και στην «πράσινη μετάβαση» της Ναυτιλίας, στο πλαίσιο του ΙΜΟ, επισημαίνοντας: «Προσδοκούμε στη συνέχιση της αγαστής συνεργασίας Ελλάδος-Ιαπωνίας και στην αλληλοϋποστήριξη στο πλαίσιο του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ) και εν όψει των διαδικασιών για την εκλογή του Συμβουλίου του ΙΜΟ, για τη διετία 2026-2027, όπου Ελλάδα και Ιαπωνία έχουν υποβάλει υποψηφιότητα για Μέλη της ‘Κατηγορίας Α’. Και βεβαίως η συνεργασία μας θα επεκταθεί και στα λοιπά θέματα της κρίσιμης Συνόδου του Οργανισμού, το φθινόπωρο».

Εξειδικεύοντας, ο υφυπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής τόνισε την επιλογή των ιαπωνικών ναυπηγείων από τους Έλληνες πλοιοκτήτες για κατασκευή και εργασίες αναβάθμισης και σημείωσε ότι η Ιαπωνία, μετά την Κίνα και τη Νότια Κορέα, αποτελεί την 3η προτίμηση των Ελλήνων πλοιοκτητών για την κατασκευή νέων πλοίων, κυρίως Bulk Carriers και LNG.

Υπογράμμισε δε ότι τα τελευταία 60 χρόνια πάνω από 1.500 ποντοπόρα πλοία ελληνικών συμφερόντων έχουν κατασκευαστεί στην Ιαπωνία.

Ο κος Γκίκας αναφέρθηκε επίσης στη δυνατότητα περαιτέρω συνεργασίας των δύο χωρών στον τομέα της ασφάλειας και της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, με βάση τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας, τονίζοντας ότι η Ελλάδα δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο θέμα, το οποίο έχει θέσει και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Από την πλευρά της, η ιαπωνική αντιπροσωπεία εξέφρασε επίσης τη βούληση για ενδυνάμωση της διμερούς συνεργασίας, ιδιαίτερα στον ναυτιλιακό τομέα, όπως και στα ζητήματα νέων τεχνολογιών, πράσινης μετάβασης και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Συμφώνησε δε απολύτως με την αναγκαιότητα διασφάλισης της ασφαλούς και ανεμπόδιστης ναυσιπλοΐας με βάση το Διεθνές Δίκαιο.

ΗΠΑ: Κυρώσεις σε εταιρείες Κίνας, Χονγκ Κονγκ και ενός Έλληνα για ιρανικό πετρέλαιο

Οι αμερικανικές αρχές ανακοίνωσαν στις 21 Αυγούστου νέο κύμα κυρώσεων κατά διαχειριστών πετρελαϊκών τερματικών στην Κίνα και σε ξένες εταιρείες, μεταξύ των οποίων και από το Χονγκ Κονγκ, με αιτία τη φερόμενη εμπλοκή τους στη μεταφορά ιρανικού πετρελαίου.

Σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, κυρώσεις επιβλήθηκαν σε δύο κινεζικούς διαχειριστές τερματικών και αποθηκευτικών εγκαταστάσεων αργού και πετρελαιοειδών, με την αιτιολογία ότι διευκόλυναν την εισαγωγή ιρανικού πετρελαίου που μεταφερόταν με δεξαμενόπλοια τα οποία είχαν ήδη κυρωθεί από τις ΗΠΑ.

Η πρώτη εταιρεία που κατονομάζεται είναι η  Qingdao Port Heidong Jayaka Oil Products Company στην επαρχία Σάντονγκ, την οποία το υπουργείο περιγράφει ως τη μεγαλύτερη πύλη εισόδου ιρανικού πετρελαίου στην Κίνα βάσει όγκου.

Η δεύτερη αφορά τη Yongshan Xinguang International Petroleum Storage and Transportation Company, με έδρα τη ζώνη λιμένα Γιονγκσάν στην επαρχία Τζετζιάνγκ.

Παράλληλα, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ επέβαλε κυρώσεις σε δύο εταιρείες με έδρα το Χονγκ Κονγκ – τις Ubeacon Shipping Company Ltd. και Hong Kong Hengshan Shipping Ltd. – καθώς και στα δεξαμενόπλοιά τους με σημαία Παναμά, τα Adeline G και Kong. Τα πλοία αυτά φέρονται να μετέφεραν εκατομμύρια βαρέλια ιρανικού πετρελαίου προς την Κίνα.

Κυρώσεις επιβλήθηκαν και στην εταιρεία Ares Shipping Ltd. του Χονγκ Κονγκ και στο πλοίο της Ares, το οποίο φέρεται να μετέφερε σχεδόν 10 εκατομμύρια βαρέλια ιρανικού πετρελαίου από τα τέλη της περασμένης χρονιάς.

Μεταξύ άλλων εταιρειών που βρέθηκαν στο στόχαστρο περιλαμβάνονται η Azarka Shipping στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Chabai Glory Shipping Ltd. στα Νησιά Μάρσαλ και η Regal Liberty Ltd. στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους.

Οι κυρώσεις επεκτείνονται επίσης στον Έλληνα υπήκοο Αντώνιο Μαργαρίτη και το δίκτυο των εταιρειών του: Marant Shipping, Trading S.A., Square Tanker Management Ltd., Comfort Management S.A. και United Chartering S.A., καθώς και στα πλοία τους που διευκόλυναν τη μεταφορά και πώληση ιρανικού πετρελαίου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των κυρώσεων, παγώνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία των συγκεκριμένων εταιρειών και προσώπων εντός αμερικανικής δικαιοδοσίας και απαγορεύεται σε Αμερικανούς πολίτες να πραγματοποιούν συναλλαγές μαζί τους, εκτός αν δοθεί ειδική άδεια από το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων.

«Η σημερινή ενέργεια κατά του Μαργαρίτη και του δικτύου του υπονομεύει τη δυνατότητα της Τεχεράνης να χρηματοδοτεί τα προγράμματα προηγμένων όπλων της, να στηρίζει τρομοκρατικές οργανώσεις και να απειλεί την ασφάλεια των στρατευμάτων μας και των συμμάχων μας», δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ.

Οι εταιρείες Qingdao Port Heidong Jayaku Oil Products και Azarka Shipping δεν απάντησαν στα αιτήματα για σχολιασμό έως τη στιγμή δημοσίευσης. Η Epoch Times δεν κατόρθωσε να επικοινωνήσει με τις υπόλοιπες εταιρείες.

Το υπουργείο διευκρίνισε πως οι ενέργειες αυτές βασίζονται στο υπόμνημα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ της 4ης Φεβρουαρίου, με το οποίο κηρύχθηκε «μέγιστη πίεση» κατά του Ιράν.

Στο υπόμνημά του εκείνο, ο Τραμπ προειδοποιούσε ότι το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης συνιστά υπαρξιακή απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες και ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο, καλώντας για κυρώσεις εναντίον όσων παραβιάζουν τα σχετικά μέτρα.

Τον Ιούνιο, οι αμερικανικές δυνάμεις κατέφεραν αεροπορικά πλήγματα σε τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, ως αρωγή στις επιθέσεις του Ισραήλ κατά του Ιράν, που πυροδότησαν δωδεκαήμερη σύγκρουση με ανταλλαγές πυραύλων μεταξύ των δύο χωρών της Εγγύς  Ανατολής. Η Τεχεράνη αρνείται τις κατηγορίες ότι επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων.

Η κινεζική βιομηχανία ηλεκτρικών οχημάτων επενδύει περισσότερο στο εξωτερικό παρά στην εγχώρια αγορά

Ανάλυση ειδήσεων

Η κινεζική βιομηχανία οχημάτων μηδενικών εκπομπών (ZEV) εντείνει τις επενδύσεις της στο εξωτερικό, καθώς η εγχώρια αγορά αντιμετωπίζει υπερπαραγωγή, μικρά περιθώρια κέρδους και αυξανόμενους κανονισμούς από την Ευρώπη, που αποτελεί τη μεγαλύτερη ξένη αγορά της.

Σύμφωνα με στοιχεία της China Cross Border Monitor (CBM) και της Global Clean Investment Monitor (GCIM), το 2024 οι κινεζικές εταιρείες ZEV επένδυσαν για πρώτη φορά περισσότερα κεφάλαια εκτός συνόρων από ό,τι εντός, με στόχο την επέκταση των δραστηριοτήτων τους.

Οι επενδυτικές κινήσεις στο εξωτερικό είναι συνήθως μικρότερης κλίμακας «αντίγραφα» των εγχώριων έργων, με έμφαση στην παραγωγή μπαταριών. Η BYD πρωτοστατεί σε αυτή την τάση, ακολουθούμενη από τις CATL και Geely. Παρότι η παραγωγή ZEV παραμένει κυρίως στην Κίνα, εμφανίζονται ενδείξεις ότι αυτό μπορεί να αλλάξει.

Στις 31 Ιανουαρίου 2024, η BYD ανακοίνωσε σχέδια για κατασκευή μονάδας παραγωγής νέων ενεργειακών οχημάτων (NEV) στη Σέγκεντ της Ουγγαρίας, ενώ λίγους μήνες αργότερα παρουσίασε επένδυση ύψους 1 δισ. δολαρίων για εργοστάσιο στη Μανίσα της Τουρκίας, με δυνατότητα παραγωγής 150.000 ηλεκτρικών και plug-in υβριδικών οχημάτων.

Η στροφή αυτή συνδέεται με την εκτόξευση των κινεζικών εξαγωγών αυτοκινήτων, που στο πρώτο εξάμηνο του 2025 έφθασαν τα 3,08 εκατ. οχήματα, αυξημένα κατά 10,4% σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2024, σύμφωνα με στοιχεία της Ένωσης Κατασκευαστών της Κίνας. Για το Πεκίνο, οι εξαγωγές ZEV αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής τόνωσης των εξαγωγών, σε μια περίοδο που η οικονομική ανάπτυξη έχει επιβραδυνθεί, από τα διψήφια ποσοστά πριν την κρίση του 2008-2009, στο 6,5% λίγο πριν την πανδημία, και περίπου στο 5% σήμερα.

Για τις κινεζικές εταιρείες, οι εξαγωγές λειτουργούν ως διέξοδος απέναντι στην υπερπαραγωγή, τον πόλεμο τιμών και τα συρρικνωμένα περιθώρια. Η NIO, με έδρα τη Σαγκάη, έχει δει το μικτό περιθώριο κέρδους να μειώνεται από 19% στο τέλος του 2020 σε περίπου 10% το πρώτο τρίμηνο του 2025, ενώ τα λειτουργικά και καθαρά κέρδη παραμένουν αρνητικά. Παρόμοια εικόνα εμφανίζει και η XPeng, με το μικτό περιθώριο κέρδους να υποχωρεί από 30% στα τέλη του 2021 σε περίπου 15% φέτος, ενώ οι ζημιές παραμένουν.

Οι πωλήσεις της εταιρείας διπλασιάστηκαν το τελευταίο τρίμηνο, αν και ενδέχεται να χρειαστούν ακόμη ένα ή δύο χρόνια μέχρι να περάσει σε κερδοφορία.

Η BYD παρουσιάζει αντίστοιχες πιέσεις στα μικτά και λειτουργικά περιθώρια, ωστόσο καταγράφει βελτίωση στα καθαρά κέρδη, καθώς είναι ο μεγαλύτερος αποδέκτης κρατικών επιδοτήσεων – μόνο το 2022 ανήλθαν σε 1,6 δισ. ευρώ. Η εταιρεία κατέχει το 34,1% της εγχώριας αγοράς NEV το 2024, έναντι 7,9% της Geely και 6% της Tesla.

Μελέτη της AlixPartners προβλέπει ότι έως το 2030 μόνο 15 από τις 129 κινεζικές μάρκες ZEV θα καταφέρουν να επιβιώσουν οικονομικά, καθώς οι περισσότερες δεν θα αντέξουν τον συνδυασμό υπερπαραγωγής, πιέσεων στις τιμές και μειωμένων κερδών.

Ένας δύσκολος δρόμος

Η εξαγωγική ώθηση των κινεζικών οχημάτων μηδενικών εκπομπών, που στηρίζεται κυρίως στις γενναιόδωρες επιδοτήσεις του Πεκίνου, μπορεί να μετριάζει ορισμένα από τα προβλήματα της εγχώριας αγοράς, ωστόσο δεν θεωρείται βιώσιμη μακροπρόθεσμα, οδηγώντας τις ξένες κυβερνήσεις στη λήψη αντιμέτρων για να εξισορροπήσουν τον ανταγωνισμό.

Ενδεικτικά, στις 30 Οκτωβρίου 2024 η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοίνωσε ότι θα επιβάλει πρόσθετους δασμούς στις κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες ηλεκτρικών οχημάτων, που θα κυμαίνονται από 17% έως 35%, ανάλογα με τον τύπο του οχήματος. Οι δασμοί αυτοί προστίθενται στον ήδη υπάρχοντα φόρο εισαγωγής 10%.

Όπως συνέβη και με τις ιαπωνικές αυτοκινητοβιομηχανίες τη δεκαετία του 1980, ένας από τους βασικούς τρόπους αντιμετώπισης των αυξημένων δασμών είναι η μετεγκατάσταση παραγωγής στις ξένες αγορές – τάση που αντανακλάται στην πρόσφατη αύξηση των επενδύσεων των κινεζικών εταιρειών ZEV στο εξωτερικό.

Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, εμπεριέχει σημαντικούς κινδύνους τόσο για την Κίνα όσο και για τις ίδιες τις εταιρείες. Για την κινεζική οικονομία, η μεταφορά παραγωγής στο εξωτερικό σημαίνει αποδυνάμωση της εγχώριας βιομηχανίας, πιο αργή ανάπτυξη του ΑΕΠ και λιγότερες θέσεις εργασίας για τους εργαζομένους.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν αντιμετωπίσει παρόμοιο πρόβλημα δεκαετίες νωρίτερα· ωστόσο, σε αντίθεση με την Κίνα, είχαν ήδη μεταβεί από τη βιομηχανία στις υπηρεσίες, δημιουργώντας νέες θέσεις για να αντισταθμίσουν τις απώλειες.

Για τις εταιρείες ZEV, η «αποψίλωση» συνεπάγεται τον κίνδυνο απώλειας του τεχνολογικού τους πλεονεκτήματος προς τις χώρες υποδοχής, όπως είχε συμβεί με τους Αμερικανούς κατασκευαστές τη δεκαετία του 1950-1960, οι οποίοι τελικά μετέφεραν κρίσιμες τεχνολογίες στην Ιαπωνία.

Στο μεταξύ, ο Μπ. Τζ. Μπέρτγουελ, διευθύνων σύμβουλος και ιδρυτής της Electrify Expo, μεγάλης διοργανώτριας εκθέσεων για ηλεκτρικά οχήματα, εκτιμά ότι η διείσδυση των κινεζικών εταιρειών στις ξένες αγορές – ιδίως στις ΗΠΑ – θα είναι δύσκολη, καθώς δεν αρκούν η τεχνολογία ή η τιμή για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.

«Αν οι κινεζικές μάρκες ηλεκτρικών [οχημάτων] θέλουν να αποκτήσουν μερίδιο στην αγορά των ΗΠΑ, η πραγματική μάχη δεν θα δοθεί στην τιμή ή στην τεχνολογία αλλά στην εμπιστοσύνη», ανέφερε.

Όπως πρόσθεσε, οι Αμερικανοί πρέπει να πειστούν ότι η εταιρεία θα παραμείνει στην αγορά σε βάθος χρόνου, προσφέροντας υπηρεσίες, ανταλλακτικά και υποστήριξη – μια εμπιστοσύνη που κερδίζεται δύσκολα και που ακόμη και οι παραδοσιακοί κατασκευαστές δυσκολεύονται να διατηρήσουν.

Του Πάνου Μουρδουκούτα

Κινεζικά αυτοκίνητα από την Ερυθρά Θάλασσα: Ο δρόμος που μένει ανοιχτός από τους Χούθι

Η Ερυθρά Θάλασσα, κάποτε ένας από τους πιο πολυσύχναστους εμπορικούς διαδρόμους του κόσμου, έχει μετατραπεί από το 2023 σε εμπόλεμη ζώνη, με τους αντάρτες Χούθι να επιτίθενται σε εμπορικά πλοία που θεωρούν «εχθρικά». Παρά τη γενικευμένη ανασφάλεια, υπάρχει μια εντυπωσιακή εξαίρεση: τα πλοία που μεταφέρουν κινεζικά αυτοκίνητα φαίνεται να περνούν ανενόχλητα.

Πίσω από αυτό το φαινόμενο κρύβεται ένας βαθύτερος γεωπολιτικός άξονας: η στενή σχέση μεταξύ Τεχεράνης και Πεκίνου.

Η διπλωματία του ‘back-channel’

Το Ιράν είναι ο βασικός σύμμαχος και πάτρωνας των Χούθι στην Υεμένη, παρέχοντάς τους στρατιωτική, οικονομική και τεχνολογική υποστήριξη. Η Κίνα, από την πλευρά της, είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ιρανικού πετρελαίου, επιτρέποντάς του να παρακάμπτει σε μεγάλο βαθμό τις δυτικές κυρώσεις.

Αυτή η ενεργειακή εξάρτηση δημιουργεί έναν δίαυλο επιρροής: η Τεχεράνη μπορεί να μεταφέρει πολιτικά και στρατηγικά μηνύματα προς τους Χούθι, ενώ το Πεκίνο έχει κάθε λόγο να διατηρεί ανοιχτή τη ροή εμπορευμάτων του προς την Ευρώπη.

Η ‘εξαίρεση’ που ανακοινώθηκε

Τον Μάρτιο του 2024, οι Χούθι έκαναν γνωστό, μέσω δηλώσεων που αποκάλυψε το Bloomberg, ότι πλοία κινεζικών και ρωσικών συμφερόντων δεν θα στοχοποιούνται. Παρότι δεν υπάρχει επίσημη συμφωνία, αναλυτές ερμηνεύουν την ανακοίνωση ως αποτέλεσμα παρασκηνιακών συνεννοήσεων Ιράν-Κίνας, με αμοιβαία οφέλη:

  • Το Ιράν εξασφαλίζει την εύνοια ενός κρίσιμου εμπορικού εταίρου.

  • Η Κίνα διατηρεί απρόσκοπτες θαλάσσιες οδούς για τα προϊόντα της, ειδικά για τα αυτοκίνητα που εξάγει μαζικά στην Ευρώπη.

Η εμπορική και στρατηγική διάσταση

To ΚΚ Κίνας βλέπει στην Ερυθρά Θάλασσα κρίσιμο κρίκο του «Νέου Δρόμου του Μεταξιού» (Belt and Road Initiative). Κάθε εκτροπή μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας κοστίζει χρόνο και χρήμα, πλήττοντας την ανταγωνιστικότητα των κινεζικών προϊόντων.

Το Ιράν, από την άλλη, ενισχύει τη γεωπολιτική του θέση ως μεσολαβητής ικανός να εξασφαλίσει ‘ασυλία’ σε ένα τόσο επικίνδυνο πέρασμα. Σε αντάλλαγμα, προσδοκά κινεζικές επενδύσεις, τεχνολογική συνεργασία και συνέχιση των ενεργειακών εξαγωγών.

Όχι απόλυτη ασφάλεια

Παρά την εντύπωση του «ελεύθερου περάσματος», η πραγματικότητα παραμένει σύνθετη. Ορισμένα πλοία με κινεζικούς ή ρωσικούς δεσμούς έχουν δεχθεί επιθέσεις, αποδεικνύοντας ότι η ασυλία δεν είναι απόλυτη. Ωστόσο, η στατιστική εικόνα δείχνει ότι οι κινεζικές αποστολές – ιδίως τα car-carrier – απολαμβάνουν σαφώς μειωμένο ρίσκο.

Το μήνυμα προς τη Δύση

Η διακριτική συνεργασία Ιράν-ΚΚ Κίνας στον χειρισμό των Χούθι στέλνει και ένα ευρύτερο μήνυμα: το Πεκίνο είναι ικανό να διασφαλίζει τα εμπορικά του συμφέροντα ακόμη και σε περιοχές όπου η Δύση αποτυγχάνει να επιβάλει απόλυτη ασφάλεια. Και για το Ιράν, αυτή η σχέση αποτελεί απόδειξη ότι η γεωπολιτική επιρροή του δεν περιορίζεται στα περιφερειακά του σύνορα.

Η Kodak στα πρόθυρα χρεοκοπίας: Το χρονικό της οικονομικής κρίσης

Αντιμέτωπη με σοβαρή οικονομική κρίση βρίσκεται η Eastman Kodak, με την ιστορική εταιρεία φωτογραφικού εξοπλισμού να δηλώνει στις 11 Αυγούστου στους επενδυτές της ότι ενδεχομένως να αναγκαστεί να διακόψει τη λειτουργία της.

Στη σχετική έκθεση οικονομικών αποτελεσμάτων δευτέρου τριμήνου που κατέθεσε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ, η εταιρεία με έδρα το Ρότσεστερ της Νέας Υόρκης ανέφερε πως υπάρχει «ουσιώδης αμφιβολία» για τη δυνατότητά της να συνεχίσει να λειτουργεί—ανακοίνωση την οποία οι εισηγμένες εταιρείες υποχρεούνται να γνωστοποιούν όταν η οικονομική τους κατάσταση επιδεινώνεται.

Ο κίνδυνος αυτός σχετίζεται με το ότι η Kodak δυσκολεύεται να εξυπηρετήσει χρέος ύψους περίπου 500 εκατ. δολαρίων που λήγει στο προσεχές διάστημα.

Για το τρίμηνο που έληξε τον Ιούνιο του 2025, η Kodak παρουσίασε καθαρές ζημίες 26 εκατ. δολαρίων, έναντι κερδών 25 εκατ. το ίδιο διάστημα το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, τα διαθέσιμα της εταιρείας μειώθηκαν σημαντικά στο πρώτο εξάμηνο του έτους, με αποτέλεσμα να κλείσει το τρίμηνο με μόλις 155 εκατ. σε ρευστά, ποσό μειωμένο κατά 46 εκατ. σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2024.

Όπως σημειώνει η ίδια στην ανακοίνωσή της, τους επόμενους 12 μήνες λήγει μεγάλο μέρος του χρέους της και δεν διαθέτει εξασφαλισμένη χρηματοδότηση ή επαρκή ρευστότητα για την κάλυψη των υποχρεώσεων αυτών, εάν καταστούν απαιτητές με βάση τους σημερινούς όρους.

Μέσα σε αυτό το ζοφερό τοπίο, μια νότα αισιοδοξίας πρόσθεσε η διαπίστωση της εταιρείας ότι οι πρόσφατες αλλαγές στην εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των δασμών, έχουν επηρεάσει ελάχιστα τη δραστηριότητά της, καθώς η Kodak παράγει το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων και των πρώτων υλών της εντός αμερικανικού εδάφους.

Για το μέλλον, η Kodak δηλώνει ότι θα επικεντρωθεί στη μείωση κόστους και στην αξιοποίηση υφιστάμενων επενδύσεων με στόχο βιώσιμη ανάπτυξη.

Σε ξεχωριστή δήλωση, ο διευθύνων σύμβουλος Τζιμ Κοντενένζα σημείωσε: «Η εταιρεία συνεχίζει να σημειώνει πρόοδο έναντι του μακροπρόθεσμου σχεδίου μας, παρά τις δυσκολίες που γεννά το ασταθές επιχειρηματικό περιβάλλον».

Στο μεσοδιάστημα, η Kodak έχει διακόψει την καταβολή επικουρικών συντάξεων σε πρώην εργαζόμενους, ώστε να εξοικονομήσει χρήματα για την αποπληρωμή του χρέους της.

«Η κατάργηση του προγράμματος συνταξιοδοτικής εισοδήματος των ΗΠΑ και η εκταμίευση των πλεοναζόντων κεφαλαίων προς απομείωση του χρέους εξελίσσονται σύμφωνα με τον προγραμματισμό», ανέφερε ο Κοντενένζα, προσθέτοντας ότι «η εταιρεία αναμένει να διαθέτει σαφή εικόνα για την ικανοποίηση των υποχρεώσεών της προς όλα τα μέλη του ταμείου συνταξιοδότησης μέχρι το τέλος της εβδομάδας, με τη διαδικασία εκταμίευσης να ολοκληρώνεται έως τον Δεκέμβριο».

Η Kodak, κάποτε συνώνυμη της φωτογραφίας σε παγκόσμιο επίπεδο, κυριάρχησε στην αγορά ψηφιακών καμερών και φιλμ για πάνω από έναν αιώνα, ενώ το 1975 παρουσίασε την πρώτη ψηφιακή φωτογραφική μηχανή.

Ωστόσο, το 2012 οδηγήθηκε σε πτώχευση υπό το βάρος χρεών ύψους 6,75 δισ. δολαρίων προς περισσότερους από 100.000 πιστωτές.

Το 2019, είχε εκδώσει ανάλογη προειδοποίηση για το μέλλον της, όπως και αυτή της Δευτέρας. Την αμέσως επόμενη χρονιά, εξασφάλισε προσωρινή ανάσα χάρη σε κρατικό δάνειο 765 εκατ. δολαρίων για την παραγωγή συστατικών φαρμάκων γενικής χρήσης, στο πλαίσιο της προσπάθειας της κυβέρνησης Τραμπ να μειωθεί η εξάρτηση από ξένους προμηθευτές.

Από τότε, η Kodak αναπροσανατολίστηκε προς νέες δραστηριότητες όπως η βιομηχανική εκτύπωση και τα χημικά προϊόντα, διατηρώντας ταυτόχρονα την παραγωγή φωτογραφικών μηχανών και φιλμ.

1η Έκθεση Τοπικών Αγροτικών Προϊόντων Θεσπρωτίας: Ώθηση στην ιχθυοκαλλιέργεια και την τοπική οικονομία

Με επίκεντρο την ενίσχυση της τοπικής παραγωγής και την προβολή της υδατοκαλλιέργειας ως βασικού αναπτυξιακού πυλώνα, ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Χρήστος Κέλλας, βρέθηκε στην Ηγουμενίτσα, όπου συμμετείχε στην 1η Έκθεση Τοπικών Αγροτικών Προϊόντων Θεσπρωτίας και επισκέφθηκε μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας της περιοχής.

Η έκθεση, η οποία διοργανώθηκε από το Επιμελητήριο Θεσπρωτίας, την Περιφερειακή Ενότητα Θεσπρωτίας, τον Δήμο Ηγουμενίτσας, την Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος και τον Σύλλογο Υδατοκαλλιεργειών Θεσπρωτίας, ανέδειξε την ποιότητα και την ταυτότητα των τοπικών προϊόντων και επιβεβαίωσε τη δυναμική συνεργασίας μεταξύ παραγωγικών φορέων και θεσμικών αρχών.

Στην 1η Έκθεση Τοπικών Αγροτικών Προϊόντων Θεσπρωτίας παρευρέθηκαν, μεταξύ άλλων, ο βουλευτής Θεσπρωτίας της Νέας Δημοκρατίας Βασίλης Γιόγιακας, η πρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου Ηπείρου Σταυρούλα Μπότση-Μπραΐμη, ο δήμαρχος Φιλιατών Βασίλης Τσίγκος, o πρόεδρος του Επιμελητηρίου Θεσπρωτίας Αντώνης Νικολάου, ο πρόεδρος της Ελληνικής Οργάνωσης Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ) Απόστολος Τουραλιάς και ο πρόεδρος του Συλλόγου Υδατοκαλλιεργητών Θεσπρωτίας Ιωάννης Χεκίμογλου.

Στον χαιρετισμό του, ο υφυπουργός συνεχάρη τους διοργανωτές και συμμετέχοντες, υπογραμμίζοντας πως η έκθεση αυτή δίνει βήμα και προβολή στην τοπική παραγωγή, αναδεικνύει την ποιότητα και την ταυτότητα των προϊόντων της περιοχής και αποτελεί ζωντανό παράδειγμα της δύναμης της συνεργασίας ανάμεσα στους θεσμικούς φορείς και τον παραγωγικό κόσμο.

Η Θεσπρωτία, όπως σημείωσε, διαθέτει φυσικά συγκριτικά πλεονεκτήματα και ισχυρή παράδοση στον τομέα της υδατοκαλλιέργειας, ο οποίος αποτελεί στρατηγικό πυλώνα του πρωτογενούς τομέα, συμβάλλοντας στην εθνική οικονομία, τις εξαγωγές, την απασχόληση και τη διατροφική αυτάρκεια.

Ο υφυπουργός αναφέρθηκε στην προηγούμενη προγραμματική περίοδο, όπου μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος Αλιείας και Θάλασσας 2014-2020 εγκρίθηκαν 16 πράξεις υδατοκαλλιέργειας στη Θεσπρωτία, με συνολική δημόσια δαπάνη 5.907.345 ευρώ, καθώς και στο επιτυχημένο «πρόγραμμα ανάδειξης και προβολής προϊόντων θαλάσσιας ιχθυοκαλλιέργειας Θεσπρωτίας», προϋπολογισμού 244.303 ευρώ, που υλοποιήθηκε από το Επιμελητήριο Θεσπρωτίας με απορρόφηση άνω του 98%.

Όπως επισημαίνεται σε σχετική ανακοίνωση, η επιτυχία αυτή αποτέλεσε τη βάση για τη συνέχιση των δράσεων στη νέα προγραμματική περίοδο 2021-2027, όπου ήδη εγκρίθηκε το έργο «Θησαυροί στη θάλασσα της Θεσπρωτίας: Η υδατοκαλλιέργεια στην τοπική γαστρονομία, την πολιτιστική κληρονομιά και το περιβάλλον», με δημόσια δαπάνη 697.539 ευρώ. Το πρόγραμμα προωθεί μια ολιστική προσέγγιση που συνδέει την παραγωγή με την εκπαίδευση, την τουριστική εμπειρία και την τοπική πολιτισμική ταυτότητα.

Παράλληλα, έχουν υποβληθεί δέκα νέες επενδυτικές προτάσεις υδατοκαλλιέργειας, συνολικού προϋπολογισμού 10.340.896 ευρώ και αιτηθείσας δημόσιας δαπάνης 6.272.714 ευρώ, αποδεικνύοντας τη δυναμική και την εμπιστοσύνη των επενδυτών στον κλάδο.

«Η υδατοκαλλιέργεια είναι το μέλλον της θάλασσας, όπως η γεωργία είναι το μέλλον της γης», δήλωσε ο υφυπουργός και υπογράμμισε: «Εργαζόμαστε για ένα σταθερό θεσμικό και χρηματοδοτικό πλαίσιο που θα δίνει τη δυνατότητα στους επαγγελματίες του κλάδου να αναπτύξουν βιώσιμες επενδύσεις, να αυξήσουν την προστιθέμενη αξία των προϊόντων τους και να ενισχύσουν την εξωστρέφειά τους στις διεθνείς αγορές. Η στήριξη της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας είναι πολιτική προτεραιότητα».

Ο κος Κέλλας τόνισε επίσης ότι το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, μέσω του Προγράμματος Αλιείας, Υδατοκαλλιέργειας και Θάλασσας 2021-2027, ύψους άνω των 519 εκατομμυρίων ευρώ, στηρίζει με συνέπεια έναν κλάδο που δραστηριοποιείται και σε απομακρυσμένες περιοχές με περιορισμένες αναπτυξιακές δυνατότητες, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και ενισχύοντας τον κοινωνικό ιστό.

«Οραματιζόμαστε έναν κλάδο καινοτόμο, εξωστρεφή και κοινωνικά υπεύθυνο, με έμφαση στην ποιότητα, τη διασύνδεση με τη γαστρονομία, την τουριστική εμπειρία και τη συνεχή επιμόρφωση του ανθρώπινου δυναμικού. Η Θεσπρωτία μπορεί να γίνει πρότυπο αυτής της νέας πορείας», κατέληξε ο υφυπουργός.

Πρωτοστατεί στην ΕΕ η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια

Το 2023, η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια αναδείχθηκε πρώτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τον Γιάννη Πελεκανάκη, διευθυντής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Ελληνικής Οργάνωσης Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας. «Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα πρωτοπορεί στην ΕΕ και είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός σε τσιπούρα και λαυράκι σε όλη την Ευρώπη και δεύτερος μεγαλύτερος στη Μεσόγειο μετά την Τουρκία», είπε στο ΑΠΕ ΜΠΕ σε παλαιότερη συνέντευξή του.

Η Τουρκία αποτελεί και τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή της Ελλάδας, πρόσθεσε ο κος Πελεκανάκης, τουλάχιστον όσον αφορά τις εξαγωγές στην ΕΕ, με χαμηλές τιμές και ιδρύοντας στην Ελλάδα εταιρείες εμπορίας τουρκικών προϊόντων ιχθυοκαλλιέργειας που αξιοποιούν το δίκτυο διανομής που αναπτύχθηκε χάρη στις ελληνικές εταιρείες.

Νέα αναστολή στην εφαρμογή των δασμών στις κινεζικές εισαγωγές στις ΗΠΑ αναγγέλλει ο Τραμπ

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να παρατείνει για 90 ημέρες ακόμη την αποκλιμάκωση στο μέτωπο των τελωνειακών δασμών που έχει ανοίξει με την Κίνα, μερικές ώρες προτού θεωρητικά τελειώσει η ανακωχή στο πεδίο αυτό ανάμεσα στις δυο δυνάμεις, τις μεγαλύτερες οικονομίες στον πλανήτη.

Η απόφασή του αυτή προκύπτει εν μέρει από τη διήμερη συνάντηση στη Στοκχόλμη στα τέλη Ιουλίου μεταξύ των δύο κυρίαρχων οικονομιών, κατά την οποία και οι δύο πλευρές εξέφρασαν την ιδέα της παράτασης της συμφωνίας, ώστε να καταστεί δυνατή η συνέχιση των συνομιλιών.

Στις 11 Αυγούστου, λίγο πριν την υπογραφή του διατάγματος με το οποίο επικύρωσε τη νέα τρίμηνη αναστολή, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου ιδιαίτερα ικανοποιημένος από τις εμπορικές σχέσεις της χώρας του με την Κίνα, αναφερόμενους στους δασμούς που έχουν ήδη τεθεί σε ισχύ. Οι αμερικανικοί δασμοί στα κινεζικά προϊόντα ανέρχονται στο 30%, ενώ οι κινεζικοί στις αμερικανικές εισαγωγές στο 10%,  ποσοστά που διαμορφώθηκαν μετά από μία μακρά περίοδο αντιπαράθεσης, με τους επαπειλούμενους δασμούς να φτάνουν μέχρι και το 145% από την αμερικανική πλευρά και το 125% από την κινεζική.

Η νέα παράταση μέχρι τον Νοέμβριο επιτρέπει δυνητικά και μια συνάντηση μεταξύ των δύο ηγετών, αν και ο Τραμπ δηλώνει ότι δεν επιδιώκει κάτι τέτοιο.

«Μπορεί να πάω στην Κίνα, αλλά μόνο κατόπιν πρόσκλησης του Προέδρου Σι, η οποία έχει ήδη εκδοθεί. Διαφορετικά, δεν έχω κανένα ενδιαφέρον!» δήλωσε σε ανάρτησή του στο Truth Social, στις 28 Ιουλίου.

Αυτό συνέβη λίγο αφότου επιβεβαιώθηκε ότι οι εταιρείες Advanced Micro Devices (AMD) και Nvidia θα επιβαρύνονται με τέλος 15% επί των εσόδων από τις πωλήσεις τσιπ τεχνητής νοημοσύνης (TN) στην Κίνα. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να εισπράξει περίπου 2,2 δισεκατομμύρια δολάρια από τις πωλήσεις. Η ανακοίνωση δεν συνέβαλε στην άνοδο των αμερικανικών μετοχών, καθώς οι κύριοι δείκτες αναφοράς παρέμειναν στο κόκκινο. Ο δείκτης blue-chip Dow Jones Industrial Average υποχώρησε 0,4%, ενώ ο δείκτης Nasdaq Composite Index, με μεγάλη συμμετοχή εταιρειών τεχνολογίας, και ο ευρύτερος δείκτης S&P 500 υποχώρησαν 0,1%.

Σόγια

Ένας άλλος κρίσιμος τομέας οικονομικών συναλλαγών μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας είναι η σόγια, όπως φάνηκε και από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις της Α΄Φάσης, κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social στις 10 Αυγούστου, ο πρόεδρος δήλωσε ότι ελπίζει το Πεκίνο να αυξήσει τις αγορές σόγιας από τις ΗΠΑ:

«Η Κίνα ανησυχεί για την έλλειψη σόγιας. Οι εξαιρετικοί αγρότες μας παράγουν την πιο ανθεκτική σόγια. Ελπίζω η Κίνα να τετραπλασιάσει γρήγορα τις παραγγελίες σόγιας. Αυτός είναι επίσης ένας τρόπος για να μειωθεί σημαντικά το εμπορικό έλλειμμα της Κίνας με τις ΗΠΑ. Θα παρέχεται γρήγορη εξυπηρέτηση.»

Το Πεκίνο, στο πλαίσιο μιας βασικής διάταξης της εμπορικής συμφωνίας του 2020, δεσμεύτηκε να αγοράσει αμερικανικά γεωργικά προϊόντα αξίας 32 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε διάστημα δύο ετών, συμπεριλαμβανομένων τεράστιων ποσοτήτων σόγιας. Αν και η συμφωνία δεν προσδιόριζε την ακριβή ποσότητα σόγιας, Αμερικανοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι οι αγορές της Κίνας δεν άγγιξαν τους ευρύτερους στόχους.

Συγκομιδή σόγιας σε αγρόκτημα της Βόρειας Καρολίνας. ΗΠΑ, 29 Νοεμβρίου 2018. (Charles Mostoller/Reuters)

 

Αν και ο μεγαλύτερος αγοραστής της αμερικανικής σόγιας (η Κίνα αγόρασε 12,64 δισεκατομμύρια δολάρια από τις Ηνωμένες Πολιτείες πέρυσι), οι αγορές της  έχουν μειωθεί από το 2022, σύμφωνα με το υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Μεξικό είναι ο δεύτερος και τρίτος μεγαλύτερος εισαγωγέας, με συνολικά 2,45 δισεκατομμύρια δολάρια και 2,3 δισεκατομμύρια δολάρια, αντιστοίχως.

Γενικότερα, η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας σόγιας στον κόσμο, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν τα δύο τρίτα των παγκόσμιων εισαγωγών, σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Έρευνας για την Πολιτική Τροφίμων.

Μετά την ανάρτηση του προέδρου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 11 Αυγούστου, οι τιμές της σόγιας σημείωσαν άνοδο: τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης της σόγιας για τον Νοέμβριο κατά 2,3%, ή 0,2275 δολάρια, στα 10,1025 δολάρια ανά μπούσελ στο Χρηματιστήριο Σικάγου.

Τι δηλώνει ο Λευκός Οίκος

Οι επιθετικές εμπορικές διαπραγματεύσεις των ΗΠΑ στοχεύουν στην αλλαγή της παγκόσμιας οικονομικής δυναμικής. Ο Τραμπ και η ομάδα του προσπαθούν να ξαναφέρουν τις Ηνωμένες Πολιτείες στην πρωθύστερη ηγετική τους θέση του κορυφαίου κατασκευαστή, ενθαρρύνοντας παράλληλα την Κίνα να μεταβεί από μια κυρίαρχη εξαγωγική οικονομία σε μια οικονομία που βασίζεται περισσότερο στην κατανάλωση.

Σύμφωνα με το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ, το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την Κίνα ανήλθε στα 295,5 δισεκατομμύρια δολάρια πέρυσι, σημειώνοντας αύξηση 5,7% σε σχέση με το 2023. Τα νέα στοιχεία του Γραφείου Οικονομικής Ανάλυσης δείχνουν ότι το εμπορικό έλλειμμα μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας μειώθηκε σε 9,4 δισεκατομμύρια δολάρια τον Ιούνιο, από 13,94 δισεκατομμύρια δολάρια τον Μάιο.

Τον περασμένο μήνα, μια αμερικανική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ και τον εμπορικό εκπρόσωπο Τζέημσον Γκρηρ συναντήθηκε με τους Κινέζους ομολόγους τους στη Στοκχόλμη για δύο ημέρες. Σε συνέντευξη Τύπου μετά τη συνάντηση, οι Μπέσσεντ και Γκρηρ ανέφεραν ότι εξετάζεται η δυνατότητα νέας παράτασης 90 ημερών και ότι η τελική απόφαση θα ληφθεί από τον πρόεδρο.

Από την πλευρά του, ο Μπέσσεντ δήλωσε αισιόδοξος: «Πιστεύω ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια συμφωνία. Υπάρχουν ακόμα μερικές τεχνικές λεπτομέρειες που πρέπει να διευθετηθούν από την κινεζική πλευρά. […] Πιστεύω ότι θα γίνει, αλλά δεν είναι 100% σίγουρο», παρατήρησε σε συνέντευξή του στο πρόγραμμα «Squawk Box» του CNBC, στις 31 Ιουλίου.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να επιβληθούν πρόσθετοι δασμοί στην Κίνα.

«Μπορεί να συμβεί […] Δεν μπορώ να σας πω ακόμα», δήλωσε ο Τραμπ στους δημοσιογράφους σε συνέντευξη Τύπου στις 6 Αυγούστου. «Το κάναμε με την Ινδία. Πιθανόν να το κάνουμε και με μερικές άλλες χώρες. Μία από αυτές μπορεί να είναι η Κίνα».

Συγκεκριμένα για τους δασμούς επί των ινδικών εισαγωγών, προσαυξήθηκαν κατά 25%, φθάνοντας συνολικά το 50%, με αιτιολόγηση της αύξησης τη στάση της Ινδίας απέναντι στο ρωσικό πετρέλαιο. Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, οι ογκώδεις ποσότητες που προμηθεύεται η χώρα από τη Ρωσία συμβάλλουν στην παράταση του πολέμου στην Ουκρανία, αφού παρέχουν ζωτική οικονομική στήριξη στη Μόσχα.

Σύμφωνα με το Yale Budget Lab, στις 7 Αυγούστου, ο τρέχων συνολικός μέσος πραγματικός δασμολογικός συντελεστής ήταν 18,6%, ο υψηλότερος από το 1933. Τα πρόσφατα στοιχεία της Daily Treasury Statement αποκαλύπτουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει αποκομίσει περισσότερα από 154 δισεκατομμύρια δολάρια από δασμούς κατά το τρέχον οικονομικό έτος.

 

Η νέα στρατηγική της Κίνας για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων

Τα τελευταία χρόνια, ακόμη και πριν από την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, το Πεκίνο έχει αντιληφθεί το εξής: ότι η κινεζική οικονομία έχει άμεση ανάγκη από ξένες επενδύσεις και επιχειρηματικά συμφέροντα.

Επί χρόνια, οι Κινέζοι αξιωματούχοι συμπεριφέρονταν σαν να έχουν το πάνω χέρι. Θεωρούσαν, όχι λανθασμένα, ότι οι ξένοι επενδυτές θα υπέμεναν πολλά προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στην τεράστια κινεζική αγορά.

Έτσι, επέβαλλαν αυστηρούς όρους σε αμερικανικές, ευρωπαϊκές και ιαπωνικές εταιρείες: πολύπλοκη γραφειοκρατία, αδιαφορία για την εφαρμογή των νόμων περί πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά κυρίως την υποχρέωση κάθε ξένης εταιρείας να συνεργάζεται με εγχώριο εταίρο, αποκαλύπτοντας τεχνογνωσία και εμπορικά μυστικά. Οι πρακτικές αυτές βρέθηκαν στο επίκεντρο των κυριότερων παραπόνων της κυβέρνησης Τραμπ την περίοδο 2018-2019.

Το κινεζικό καθεστώς δεν άλλαξε πορεία τότε, ωστόσο η αποχώρηση ξένων κεφαλαίων οδήγησε τελικά τις Αρχές του Πεκίνου να αναπροσαρμόσουν σταδιακά τη στάση τους – μια τάση που έχει γίνει ιδιαίτερα εμφανής τις τελευταίες εβδομάδες.

Σε μικρό χρονικό διάστημα, ανακοινώθηκαν μέτρα για την προστασία των ξένων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και το καλοκαίρι θεσπίστηκαν φορολογικά κίνητρα έως και 10% για όσες ξένες επιχειρήσεις επανεπενδύσουν τα κέρδη τους στην Κίνα.

Τον επόμενο μήνα, επτά βασικές κρατικές υπηρεσίες – ανάμεσά τους η Εθνική Επιτροπή Ανάπτυξης και Μεταρρυθμίσεων, το υπουργείο Οικονομικών και η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας – συνυπέγραψαν ανακοίνωση για την εφαρμογή μέτρων ενίσχυσης των επαναεπενδύσεων από ξένες εταιρείες. Όλες αυτές οι νέες πρωτοβουλίες εμφανίζονται εξαιρετικά φιλόξενες για τα διεθνή κεφάλαια και τις επιχειρήσεις του εξωτερικού.

Πλέον, οι τοπικές κυβερνήσεις οφείλουν να καταγράφουν και να στηρίζουν τις ξένες επενδύσεις, με διευρυμένο ορισμό των δικαιούχων. Οι νέοι κανονισμοί αποσκοπούν στη μείωση του κόστους των ξένων αναπτύξεων, με ευκολότερη πρόσβαση σε βιομηχανική γη, συμφωνίες μίσθωσης με δυνατότητα εξαγοράς και ευέλικτη μεταβίβαση γης.

Οι εποπτικές Αρχές καλούνται να επιταχύνουν και να απλοποιήσουν τη διαδικασία έγκρισης έργων, ιδίως για επενδύσεις που επωφελούνται από τις πρόσφατες φοροελαφρύνσεις – μέτρα που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα κερδοφορίας, μεταξύ των οποίων και συναλλαγματικά κέρδη.

Οι κινήσεις αυτές είναι άμεσα συνδεδεμένες με τη σοβαρή μείωση των ξένων επενδύσεων τα τελευταία χρόνια. Απογοητευμένες από τις καταχρηστικές πρακτικές του Πεκίνου και επηρεασμένες από τη δυσπιστία που επικρατεί σε Ουάσιγκτον, Βρυξέλλες και Τόκυο για τις εμπορικές σχέσεις με την Κίνα, πολλές ξένες εταιρείες αποσύρονται από τη χώρα.

Το 2023, καταγράφηκε καθαρή εκροή ξένων κεφαλαίων, ενώ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, οι ξένες επενδύσεις σημείωσαν πτώση 15,2% σε σύγκριση με τα ήδη πεσμένα επίπεδα του 2024. Αυξημένες επενδύσεις παρατηρούνται σε ορισμένους κλάδους – ηλεκτρονικό εμπόριο, φαρμακευτικά προϊόντα, αεροδιαστημικός εξοπλισμός, ιατρικές συσκευές – όμως δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν τη συνολική πτωτική τάση.

Οι οικονομικές συνέπειες της μείωσης αυτής είναι προφανείς – επηρεάζουν όχι μόνο τις εξαγωγές, αλλά το σύνολο της κινεζικής οικονομίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ίδιου του Πεκίνου, οι επιχειρήσεις με ξένα κεφάλαια συνεισφέρουν το 20-30% του κινεζικού ΑΕΠ.

Παρότι οι πρόσφατες γενναίες παραχωρήσεις ίσως προκαλέσουν θετική ανταπόκριση από επιχειρήσεις των ΗΠΑ, της Ευρώπης, της Ιαπωνίας και άλλων αγορών, είναι αμφίβολο αν η Κίνα θα ανακτήσει ξανά τον ρόλο του πρώτου προορισμού για τις διεθνείς επενδύσεις.

Οι άνθρωποι της αγοράς δεν ξεχνούν εύκολα προγενέστερες καταχρηστικές πρακτικές και ανησυχούν ότι η πρόσφατη στροφή φιλικότητας του Πεκίνου μπορεί εύκολα να ανατραπεί αν αλλάξουν οι συνθήκες. Γνωρίζουν επίσης πως η αυξημένη ανταπόκριση στα νέα κίνητρα θα ενισχύσει την έκθεσή τους, κάνοντάς τους ευάλωτους σε ενδεχόμενες πολιτικές ανατροπές.

Τέλος, τα τελευταία χρόνια, πολλοί μάνατζερ έχουν διαπιστώσει ότι υπάρχουν ασφαλέστερες επενδυτικές ευκαιρίες σε άλλες περιοχές της Ασίας και στη Λατινική Αμερική. Επομένως, είναι πολύ πιθανό να κινηθούν με αυξημένη επιφύλαξη.

Του Milton Ezrati

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της Epoch Times.