Σάββατο, 29 Νοέ, 2025

Έκθεση CEPR: Η Ελλάδα στην κορυφή της παραοικονομίας στην Ευρώπη

Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Κέντρου Οικονομικής Πολιτικής Έρευνας (CEPR), η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό παραοικονομίας στην Ευρώπη, το οποίο ανέρχεται στο 36% του ΑΕΠ. Το ποσοστό αυτό είναι υπερδιπλάσιο του μέσου όρου των ανεπτυγμένων κρατών, που κυμαίνεται στο 17%, γεγονός που υπογραμμίζει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία σε ζητήματα φοροδιαφυγής, αδήλωτης εργασίας και διαφάνειας.

Η έκθεση επισημαίνει ότι η παραοικονομία στην Ελλάδα παραμένει ένα διαχρονικό πρόβλημα που επηρεάζει την ανάπτυξη, τη δημοσιονομική σταθερότητα και τη δυνατότητα του κράτους να χρηματοδοτεί κρίσιμες υπηρεσίες, όπως η υγεία και η παιδεία. Παρά τις προσπάθειες καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, οι παγιωμένες πρακτικές και η έλλειψη αποτελεσματικών ελεγκτικών μηχανισμών διατηρούν την παραοικονομία σε υψηλά επίπεδα.

Οικονομικές προεκτάσεις

Εκτός από την παραοικονομία, η έκθεση καταγράφει ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας ανέρχεται στο 70% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρότι σημειώνεται μικρή βελτίωση σε σχέση με προηγούμενα έτη, η ελληνική οικονομία δεν έχει ακόμη επιστρέψει στα επίπεδα προ της κρίσης του 2008. Αυτό αντανακλά τις μακροχρόνιες επιπτώσεις των μνημονίων και της οικονομικής ύφεσης, αλλά και τις διαρθρωτικές αδυναμίες που συνεχίζουν να περιορίζουν την ανάπτυξη.

Μέτρα αντιμετώπισης

Η ελληνική κυβέρνηση έχει εξαγγείλει νέες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της παραοικονομίας, εστιάζοντας στην ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, στην προώθηση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης και στην επιβολή αυστηρότερων ποινών για φοροδιαφυγή. Παράλληλα, εξετάζεται η επέκταση των ψηφιακών πληρωμών και η παροχή κινήτρων για την ενίσχυση της διαφάνειας στις συναλλαγές.

Αυξήσεις στους ένστολους

Στο πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής, ανακοινώθηκε ότι από την 1η Ιουλίου 2025 οι ένστολοι θα λάβουν αύξηση 100 ευρώ, ποσό που προστίθεται στις προηγούμενες αυξήσεις, ανεβάζοντας τη συνολική ενίσχυση στα 200 ευρώ. Η απόφαση αυτή εντάσσεται στις ευρύτερες κυβερνητικές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση των εισοδημάτων και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στο δημόσιο τομέα.

Συμπέρασμα

Η νέα έκθεση του CEPR αναδεικνύει την ανάγκη για άμεσες και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στη φορολογική πολιτική και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, προκειμένου να περιοριστεί η παραοικονομία και να ενισχυθεί η ανάπτυξη. Παράλληλα, η κυβέρνηση συνεχίζει να λαμβάνει μέτρα για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, ωστόσο, η πραγματική πρόκληση έγκειται στη μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση των παθογενειών που διαχρονικά επηρεάζουν την ελληνική οικονομία.

Τραμπ ανακοινώνει δασμούς στην αυτοκινητοβιομηχανία — Ανησυχία στις αγορές

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αναμένεται να ανακοινώσει την επιβολή νέων δασμών στην αυτοκινητοβιομηχανία, στο πλαίσιο των ευρύτερων προσπαθειών του για τη στήριξη της εγχώριας παραγωγής και την αλλαγή των εμπορικών σχέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών με άλλες χώρες. Η σχετική επίσημη ανακοίνωση είναι προγραμματισμένη για την Τετάρτη 26 Μαρτίου, σύμφωνα με την εκπρόσωπο Τύπου του Λευκού Οίκου Κάρολαϊν Λέβιτ.

«Όλες αυτές οι δράσεις γίνονται προς το καλό της χώρας μας», δήλωσε η κα Λέβιτ σε ενημέρωση των δημοσιογράφων στις 26 Μαρτίου. «Η κυβέρνηση εργάζεται καθημερινά με στόχο το συμφέρον των Αμερικανών πολιτών».

Ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ είχε προϊδεάσει για την εξέλιξη αυτή από τη Δευτέρα, 24 Μαρτίου, όταν σε δηλώσεις του προς δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο ανέφερε χαρακτηριστικά: «Θα ενεργήσουμε στο ζήτημα των αυτοκινήτων, ένα θέμα που γνωρίζετε εδώ και καιρό. Θα το ανακοινώσουμε σύντομα, ίσως μέσα στις επόμενες ημέρες. Και μετά έρχεται η 2α Απριλίου. Εκείνη την ημέρα θα ξεκινήσουν οι αμοιβαίοι δασμοί.»

Η 2α Απριλίου έχει ήδη περιγραφεί από τον Αμερικανό πρόεδρο ως «Ημέρα Απελευθέρωσης της Αμερικής», καθώς προτίθεται να επιβάλει συνολικά αμοιβαίους δασμούς σε εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ. Η ανακοίνωση για τους δασμούς στα αυτοκίνητα έχει ήδη προκαλέσει αναταραχή στις αμερικανικές αγορές, με τις μετοχές μεγάλων αυτοκινητοβιομηχανιών να υποχωρούν: η Tesla Motors καταγράφει τις μεγαλύτερες απώλειες, της τάξεως του 6%, η General Motors του 1,4%, και η Ford του 1%.

Συνολικότερα, η είδηση προκάλεσε πιέσεις και στους χρηματιστηριακούς δείκτες. Ο τεχνολογικός δείκτης Nasdaq υποχώρησε σχεδόν κατά 400 μονάδες (2,2%), ενώ o S&P 500 και o Dow Jones κατέγραψαν πτώση 1,3% και 0,5% αντίστοιχα.

Παρά τις ανησυχίες των επενδυτών, ορισμένες διεθνείς αυτοκινητοβιομηχανίες φαίνεται να προετοιμάζονται ήδη για ενδεχόμενη μεταφορά μονάδων παραγωγής στις ΗΠΑ, ώστε να αποφύγουν τους δασμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη ανακοίνωση της νοτιοκορεατικής Hyundai για επένδυση ύψους 20 δισ. δολαρίων στις ΗΠΑ, εκ των οποίων τα 5,8 δισ. προορίζονται για νέο εργοστάσιο στη Λουιζιάνα.

Παράλληλα, ο διευθύνων σύμβουλος της Volvo, Τζιμ Ρόουαν, δήλωσε ότι η εταιρεία έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει ορισμένες γραμμές παραγωγής στις υπάρχουσες εγκαταστάσεις της στις ΗΠΑ, ενώ η Stellantis σκοπεύει να επαναλειτουργήσει μονάδα παραγωγής στο Ιλινόις το 2027. Επίσης, η Honda εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο παραγωγής του υβριδικού Civic στην Ιντιάνα αντί για το Μεξικό.

Ωστόσο, οι δασμοί αυτοκινήτων αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης εμπορικής στρατηγικής της κυβέρνησης Τραμπ. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ δήλωσε πρόσφατα ότι η Ουάσιγκτον προτίθεται να εξετάσει και άλλα εμπορικά εμπόδια, όπως τη νομισματική χειραγώγηση, τις κυβερνητικές επιδοτήσεις και την παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων. «Θα τους πούμε ‘να, αυτές είναι οι περιοχές όπου θεωρούμε ότι υπάρχουν αδικίες. Αν τις αντιμετωπίσετε, δεν θα υπάρξουν εμπόδια μέσω δασμών’», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Από τη άλλη πλευρά, ο πρόεδρος Τραμπ άφησε ανοιχτή την πόρτα σε ελαστικότερη προσέγγιση για συγκεκριμένες χώρες. Όπως είπε χαρακτηριστικά πριν λίγες ημέρες, «μας έχουν χρεώσει τόσο πολύ που αισθάνομαι κάπως άβολα να τους χρεώσω το ίδιο ποσό. Θα είναι ουσιαστικοί δασμοί, αλλά θα υπάρξει και ευελιξία, ανάλογα με τις συνθήκες».

Οι αποφάσεις αυτές αναμένεται να πυροδοτήσουν εκ νέου συζητήσεις γύρω από τη βιωσιμότητα των εμπορικών πολιτικών προστατευτισμού και των συνεπειών τους στην παγκόσμια οικονομία. Για τώρα, πάντως, τα βλέμματα των επενδυτών, της αγοράς και των ξένων κυβερνήσεων είναι στραμμένα στις επικείμενες επίσημες ανακοινώσεις της Ουάσιγκτον.

Τραμπ εναντίον Κίνας: Επέκταση των περιορισμών σε τεχνολογικές εταιρείες

Οι ΗΠΑ ανακοινώνουν την ένταξη 50 κινεζικών εταιρειών σε εμπορική «μαύρη λίστα», με στόχο την προστασία της εθνικής ασφάλειας και της τεχνολογικής υπεροχής.

Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ προχώρησε, στις 25 Μαρτίου, σε νέα αυστηροποίηση των εμπορικών περιορισμών εναντίον της Κίνας, προσθέτοντας συνολικά 80 εταιρείες στην «Entity List» του υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ, από τις οποίες τουλάχιστον οι 50 έχουν έδρα στην Κίνα. Η κίνηση αυτή περιορίζει δραστικά την πρόσβασή τους σε προηγμένες αμερικανικές τεχνολογίες.

«Δεν θα επιτρέψουμε σε αντίπαλες χώρες να ενισχύσουν την στρατιωτική τους ικανότητα και να απειλήσουν τις ζωές των Αμερικανών πολιτών εκμεταλλευόμενοι την αμερικανική τεχνολογία », δήλωσε χαρακτηριστικά ο υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ σε επίσημη ανακοίνωση.

Ανάμεσα στις εταιρείες που βρίσκονται πλέον στη λίστα είναι έξι θυγατρικές του κινεζικού κολοσσού Inspur Group, ενός από τους μεγαλύτερους παρόχους υπηρεσιών cloud στην Κίνα. Το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου τις κατηγορεί ότι βοήθησαν την Inspur στην ανάπτυξη υπερυπολογιστών με εμφανή στρατιωτική χρήση, καθώς και στην απόκτηση προηγμένης τεχνολογίας από τις ΗΠΑ για λογαριασμό του Πεκίνου.

Το 2020, η Inspur είχε ήδη χαρακτηριστεί από το αμερικανικό υπουργείο Αμύνης ως εταιρεία που συνδέεται με τον κινεζικό στρατό, ενώ το 2023 εντάχθηκε για πρώτη φορά στην «Entity List». Πέντε από αυτές τις θυγατρικές έχουν έδρα στην Κίνα και μία στην Ταϊβάν.

Η αντίδραση της Ταϊβάν ήταν άμεση, με το υπουργείο Οικονομίας να ανακοινώνει πως ξεκινάει έρευνα για πιθανές παραβάσεις των κανονιστικών περιορισμών. Σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων CNA, ο υπουργός Οικονομίας Κουό Τζιε-Χόυ δεσμεύτηκε ότι «σε περίπτωση διαπίστωσης παραβιάσεων, η κυβέρνηση θα επιβάλει άμεσα κυρώσεις».

Εκτός από την Inspur, οι ΗΠΑ επέβαλαν περιορισμούς και σε άλλες τέσσερις κινεζικές εταιρείες, μεταξύ αυτών και στη Nettrix Information Industry, τη μεγαλύτερη κινεζική εταιρεία κατασκευής υπολογιστικών server. Σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, οι εταιρείες αυτές εμπλέκονται στην ανάπτυξη υπερσύγχρονων υπερυπολογιστών, γνωστών ως exascale, ικανών να επεξεργάζονται τεράστιους όγκους δεδομένων σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ενισχύοντας έτσι στρατιωτικά προγράμματα του Πεκίνου.

Παράλληλα, άλλες κινεζικές οντότητες, μεταξύ των οποίων η Ακαδημία Τεχνητής Νοημοσύνης του Πεκίνου και η Beijing Innovation Wisdom Technology, εντάχθηκαν στη λίστα επειδή προσπάθησαν να αποκτήσουν κρίσιμες αμερικανικές τεχνολογίες προς ενίσχυση του στρατιωτικού εκσυγχρονισμού του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας.

Άμεση ήταν η αντίδραση του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, με τον εκπρόσωπο Γκουό Τζιακούν να κατηγορεί τις ΗΠΑ για «καταστολή κινεζικών εταιρειών», στη διάρκεια της καθημερινής ενημέρωσης των δημοσιογράφων, στις 26 Μαρτίου.

Ο υφυπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ αρμόδιος για τη βιομηχανία και την ασφάλεια, Τζέφρυ Κέσλερ, υπογράμμισε ότι η κίνηση αυτή στοχεύει στη διασφάλιση ότι «η αμερικανική τεχνολογία δεν θα χρησιμοποιείται ποτέ ενάντια στον αμερικανικό λαό». Ο κος Κέσλερ τόνισε ότι αυτά τα μέτρα αποτελούν «ένα σαφές και ισχυρό μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις» για να παύσουν οι προσπάθειες της Κίνας να «αξιοποιεί αμερικανικές τεχνολογίες και προϊόντα σε προγράμματα που απειλούν την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ».

Η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ αναμένεται να έχει σημαντικό αντίκτυπο, όχι μόνο στις εταιρείες που βρίσκονται πλέον στη λίστα, αλλά και στις συνολικές σχέσεις της τεχνολογικής βιομηχανίας των δύο υπερδυνάμεων. Αναλυτές εκτιμούν ότι η κίνηση αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω εντατικοποίηση της αντιπαράθεσης μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου στον τομέα της τεχνολογικής καινοτομίας και ασφάλειας, με σημαντικές επιπτώσεις στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και τις εμπορικές συναλλαγές.

Συμπερασματικά, η νέα αυτή κίνηση της αμερικανικής κυβέρνησης δείχνει μία περαιτέρω σκλήρυνση απέναντι στο Πεκίνο, με τις σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας να δοκιμάζονται για άλλη μια φορά. Η εξέλιξη αυτή έρχεται να ενισχύσει προηγούμενες δράσεις της Ουάσιγκτον, η οποία επιχειρεί να διαφυλάξει την τεχνολογική της υπεροχή και ασφάλεια, οδηγώντας τη σινοαμερικανική διαμάχη σε μία νέα περίοδο αυξημένης έντασης.

Στην Αθήνα ο Στεφάν Σεζουρνέ: Στρατηγικές επενδύσεις και κρίσιμες πρώτες ύλες στο επίκεντρο

Ο Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος της Επιτροπής για τη βιομηχανική στρατηγική, Στεφάν Σεζουρνέ θα μεταβεί σήμερα στην Αθήνα.

Σύμφωνα με το πρόγραμμα που ανακοίνωσε η Επιτροπή, ο Στεφάν Σεζουρνέ αύριο Τετάρτη θα συναντηθεί με τον Υπουργό Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκο και την Πέμπτη 27 Μαρτίου θα συναντηθεί με τον Έλληνα πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη. Την ίδια μέρα ο Γάλλος Επίτροπος θα μεταβεί στον ‘Αγιο Νικόλαο Βοιωτίας, όπου θα επισκεφτεί τις εγκαταστάσεις του ομίλου «Metlen» και θα συναντηθεί με το διευθύνοντα σύμβουλο του ομίλου, Ευάγγελο Μυτιληναίο.

Σήμερα η Επιτροπή ενέκρινε 47 στρατηγικά έργα σε 13 κράτη μέλη της ΕΕ για την εξόρυξη και επεξεργασία σπάνιων γαιών και κρίσιμων πρώτων υλών που είναι απαραίτητα για την οικονομία της ΕΕ και για στρατηγικούς τομείς όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η ψηφιακή, η αεροδιαστημική και η άμυνα.

Μεταξύ αυτών, εγκρίθηκε και ένα έργο στην Ελλάδα, το οποίο υποβλήθηκε από την εταιρεία «Metlen Energy and Metals and European Bauxites» και αφορά την εξόρυξη και επεξεργασία βωξίτη, αλουμίνας και γάλλιου. Είναι το μοναδικό έργο, μεταξύ των 47 στην ΕΕ, που αφορά την εξόρυξη των συγκεκριμένων μετάλλων.

«Πρέπει να εργαστούμε για την κοινωνική αποδοχή αυτών των έργων», σημείωσε κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου σήμερα στις Βρυξέλλες, ο Στεφάν Σεζουρνέ, επισημαίνοντας ότι τα στρατηγικά αυτά έργα είναι προς το γενικό ευρωπαϊκό συμφέρον και το εθνικό συμφέρον των χωρών που τα φιλοξενούν στο έδαφός τους.

 

Προϋπολογισμός Αυστραλίας 2025: Επέκταση δασμών στη Ρωσία και νέα βοήθεια 17 εκατ. δολαρίων στην Ουκρανία

Η κυβέρνηση του Εργατικού Κόμματος της Αυστραλίας παρουσίασε πρόσφατα τον προϋπολογισμό του 2025-26, καταδεικνύοντας τη στάση της χώρας απέναντι στη συνεχιζόμενη διεθνή κρίση, με την επέκταση των κυρώσεων στη Ρωσία και τη Λευκορωσία, την περαιτέρω ενίσχυση της Ουκρανίας, καθώς και σαφείς προκλήσεις στο πεδίο δημοσιονομικών και αμυντικών δεσμεύσεων.

Παράταση δασμών κατά της Ρωσίας και της Λευκορωσίας

Σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, η αυστραλιανή κυβέρνηση σκοπεύει να επεκτείνει τους υπάρχοντες δασμούς κατά της Ρωσίας και της Λευκορωσίας για επιπλέον δύο χρόνια, έως και τις 24 Οκτωβρίου 2027. Οι δασμοί αυτοί συμπεριλαμβάνουν επιπλέον ποσοστό 35% στα προϊόντα που είναι κατασκευασμένα ή προέρχονται από αυτές τις χώρες και δεν είχαν προωθηθεί απευθείας προς την Αυστραλία πριν τις 25 Απριλίου 2022.

Η κυβέρνηση εκτιμά πάντως ότι τα οικονομικά αποτελέσματα της επέκτασης αυτών των δασμών για τον προϋπολογισμό θα είναι αμελητέα την προσεχή πενταετία.

Νέα στήριξη στην Ουκρανία ύψους 17 εκατ. δολαρίων

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε επίσης τη χορήγηση επιπλέον 17 εκατομμυρίων δολαρίων προς την Ουκρανία για την περίοδο μεταξύ 2024-25 και 2025-26. Το ποσό αυτό θα κατευθυνθεί στην προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού, που περιλαμβάνει συστήματα επικοινωνίας, πυρομαχικά πυροβολικού, όπλα και λοιπό αμυντικό υλικό.

Έως τώρα, η συνολική συνεισφορά της Αυστραλίας προς την Ουκρανία από την έναρξη της ρωσικής εισβολής τον Φεβρουάριο του 2022 αγγίζει το 1,5 δισεκατομμύριο δολάρια.

Αμυντικές δαπάνες στο επίκεντρο

Παράλληλα, το Εργατικό Κόμμα προτίθεται να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της χώρας, ώστε να ξεπεράσουν το 2,3% του ΑΕΠ έως τις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Η απόφαση αυτή θα προσθέσει επιπλέον 50,3 δισεκατομμύρια δολάρια στις υφιστάμενες αμυντικές δεσμεύσεις της Αυστραλίας μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Ωστόσο, το ποσοστό αυτό υπολείπεται του 3% του ΑΕΠ που πρότεινε τον τελευταίο καιρό ο Έλμπριτζ Κόλμπι από τη διοίκηση Τραμπ στις ΗΠΑ, ο οποίος είχε προταθεί για τη θέση του υφυπουργού των ΗΠΑ για την αμυντική πολιτική.

Βαθιά οικονομικά προβλήματα και διόγκωση χρέους

Τα μέτρα αυτά έρχονται εν μέσω βαθιάς δημοσιονομικής πίεσης, καθώς ο νέος προϋπολογισμός καταγράφει έλλειμμα 27,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το οικονομικό έτος 2024-25, που αποτελεί το 1% του ΑΕΠ.

Αν και ο προηγούμενος προϋπολογισμός του 2023-24 παρουσίασε απρόσμενο πλεόνασμα 15,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων (κυρίως χάρη στις υψηλές τιμές των πρώτων υλών), για το 2025-26 προβλέπεται ακόμη υψηλότερο έλλειμμα 42,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή 1,5% του ΑΕΠ.

Παράλληλα, το ακαθάριστο δημόσιο χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια την επόμενη οικονομική χρονιά (2025-26), αριθμός που ισοδυναμεί με το 35,5% του ΑΕΠ. Το καθαρό δημόσιο χρέος θα ανέλθει στα 556 δισεκατομμύρια δολάρια, αντιστοιχώντας στο 19,9% του ΑΕΠ.

Έντονη κριτική από την αντιπολίτευση

Ο υπεύθυνος Οικονομικών του κόμματος της αντιπολίτευσης, Άνγκους Τέιλορ, εκφράζοντας τη θέση του Συντηρητικού Συνασπισμού, χαρακτήρισε τον προϋπολογισμό ως «προεκλογικό», που έχει στόχο τις επικείμενες εκλογές αντί να αντιμετωπίσει τα μακροπρόθεσμα θέματα εθνικής ασφάλειας και οικονομικής σταθερότητας της χώρας.

Ο Τέιλορ άσκησε κριτική στα κυβερνητικά μέτρα επισημαίνοντας την πρόσληψη 41.000 νέων δημοσίων υπαλλήλων στην Καμπέρα χωρίς ουσιαστική βελτίωση των υπηρεσιών.

Συμπεράσματα και επόμενες εξελίξεις

Ο τελευταίος προϋπολογισμός της κυβέρνησης Albanese δείχνει έντονα τη στήριξη της Αυστραλίας στην Ουκρανία, εν μέσω της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας. Ταυτόχρονα, αναδεικνύονται οι σημαντικότατες οικονομικές και δημοσιονομικές δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει η χώρα, ενώ οι πολιτικές εξελίξεις και οι προγραμματισμένες εκλογές παραμένουν κρίσιμο σημείο αναφοράς για την μελλοντική κατεύθυνση της οικονομικής και εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Αλμπανέζε.

Ο Τραμπ ανακοινώνει επένδυση $21 δισ. της Hyundai στη Λουιζιάνα

Η κορεατική Hyundai ανακοίνωσε μια επένδυση $20 δισεκατομμυρίων στις Ηνωμένες Πολιτείες, ακολουθώντας όλο και περισσότερες εταιρείες που επενδύουν στην μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Ο πρόεδρος της Hyundai, Τσουνγκ Έι-σουν, παρουσιάστηκε μαζί με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τον κυβερνήτη της Λουιζιάνα Τζεφ Λάντρυ, και αποκάλυψε το προγραμματισμένο εργοστάσιο στον Λευκό Οίκο.

Η επένδυση θα συμπεριλάβει ένα εργοστάσιο σιδήρου $5,8 δισεκατομμυρίων στην Λουιζιάνα. Η Hyundai είπε ότι το νέο εργοστάσιο θα προσλάβει περίπου 1.400 εργαζομένους και θα κατασκευάζει σίδηρο επόμενης γενιάς που χρησιμοποιείται από τα δύο εργοστάσιά της για να παράγει ηλεκτρικά οχήματα.

Ο Τσουνγκ την χαρακτήρισε ως την μεγαλύτερη επένδυση της εταιρείας στις ΗΠΑ.

«Όλες αυτές οι προσπάθειες θα επιταχύνουν τον εντοπισμό της αλυσίδας εφοδιασμού μας στις ΗΠΑ για να επεκτείνουμε τις δραστηριότητές μας και να αυξήσουμε το αμερικανικό εργατικό δυναμικό μας», δήλωσε ο Τσουνγκ. «Με την ηγεσία σας, κύριε πρόεδρε, η Hyundai Motor Group είναι περήφανη που είναι ένας ισχυρός εταίρος στο βιομηχανικό μέλλον της Αμερικής».

Η νοτιοκορεάτικη αυτοκινητοβιομηχανία θα ενισχύσει επίσης την αυτοκινητοβιομηχανία της στη Γεωργία και θα επενδύσει σε εταιρείες τεχνολογίας προηγμένης τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ).

Ο Τραμπ ανέφερε τους δασμούς του ως έναν από τους κύριους παράγοντες για τις τελευταίες ξένες επενδύσεις.

«Αυτή η επένδυση είναι μια σαφής απόδειξη ότι οι δασμοί λειτουργούν πολύ καλά, και ελπίζω και άλλα πράγματα, αλλά οι δασμοί φέρνουν [αποτελέσματα] σε νέα επίπεδα», είπε ο πρόεδρος.

Ο Λάντρυ, μιλώντας στο Fox News πριν από τη συνάντηση, είπε ότι οι δουλειές επιστρέφουν στις Ηνωμένες Πολιτείες επειδή ο πρόεδρος «βασικά ανοίγει την Αμερική στο δίκαιο εμπόριο».

«Οι αμοιβαίοι δασμοί είναι, κατά τη γνώμη μου, ιδιοφυείς», είπε στη συνέντευξη.

Η ανακοίνωση της Hyundai προηγείται της εφαρμογής των αμοιβαίων δασμών, που αναμένεται στις 2 Απριλίου, οι οποίοι θα επηρεάσουν χώρες με σημαντικά εμπορικά πλεονάσματα, όπως η Νότια Κορέα.

Πέρυσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέγραψαν εμπορικό έλλειμμα 66 δισεκατομμυρίων δολαρίων με τη Νότια Κορέα, αυξημένο κατά 29% από το 2023. Η τελευταία φορά που οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέφεραν εμπορικό πλεόνασμα με την ασιατική οικονομία ήταν το 1997.

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές ήταν ενθουσιασμένες κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης στις 24 Μαρτίου λόγω των αναφορών των μέσων ενημέρωσης ότι η διοίκηση θα περιόριζε τους προγραμματισμένους αμοιβαίους δασμούς της. Ο Λευκός Οίκος απέφυγε να επιβεβαιώσει τις αναφορές, λέγοντας στην Epoch Times ότι ο πρόεδρος ίσως επιβάλλει δασμούς σε συγκεκριμένους τομείς στις 2 Απριλίου.

«Δεν έχουν ληφθεί ακόμη τελικές αποφάσεις σχετικά με τους τμηματικούς δασμούς που θα επιβληθούν σε αμοιβαία βάση για το χρονοδιάγραμμα στις 2 Απριλίου», δήλωσε αξιωματούχος του Λευκού Οίκου.

Ο Τραμπ είπε σε δημοσιογράφους ότι μπορεί να επεκτείνει τις διακοπές στους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ.

«Ίσως πάρουμε λιγότερα από αυτά που μας χρεώνουν επειδή μας έχουν χρεώσει τόσο πολύ, δεν νομίζω ότι θα μπορούσαν να το αντέξουν», είπε. «Με άλλα λόγια, μας έχουν χρεώσει τόσο πολύ που ντρέπομαι να τους χρεώσω αυτά που έχουν χρεώσει.»

Οι επενδύσεις στις ΗΠΑ αγγίζουν τα 3 τρισεκατομμύρια δολάρια

Οι εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των αυτοκινητοβιομηχανιών, προγραμματίζουν σχέδια για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής αυτοκινήτων για να αποφύγουν τους δασμούς.

Η Stellantis — η οποία κατέχει τα εμπορικά σήματα Chrysler, Dodge, Jeep και Ram — επανέλαβε τις προσπάθειες της εταιρείας να ενισχύσει την αυτοκινητοβιομηχανία στις ΗΠΑ, προγραμματίζοντας το άνοιγμα ενός κλειστού εργοστασίου της στο Ιλινόις το 2027.

Η Volvo επίσης ενδέχεται να μεταφέρει την παραγωγή ορισμένων από τα μοντέλα της στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω των δασμών, δήλωσε στο Reuters ο διευθύνων σύμβουλος Τζιμ Ρόουανς.

Ο Ρόουανς δήλωσε ότι εάν οι δασμοί στις εξαγωγές αυτοκινήτων από την Ευρώπη αυξηθούν στο 25%, τότε θα είναι πολύ πιο δύσκολο να παραχθεί κέρδος από την κατασκευή αυτοκινήτων εκεί.

Ωστόσο, η αυτοκινητοβιομηχανία έχει αρκετή χωρητικότητα στα εργοστάσια συναρμολόγησης των ΗΠΑ για να υποστηρίξει την πιθανή μετάβαση.

«Έχουμε χώρο, εργοστάσια βαφής, κτηρια, όλα αυτά που υπάρχουν εκεί», είπε ο Ρόουανς. «Απλώς πρέπει να πάρουμε μια τελική απόφαση για τα μοντέλα και ποιες πλατφόρμες θα μεταφέρουμε στις ΗΠΑ.»

Η Honda εξετάζει επίσης το ενδεχόμενο να παράγει το υβριδικό Civic επόμενης γενιάς στην Ιντιάνα αντί για το Μεξικό, για να αποφύγει πιθανούς δασμούς.

Ο Λευκός Οίκος εφάρμοσε πρόσφατα δασμούς 25% σε όλες τις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου. Επιπλέον, οι δασμοί του προέδρου στα αυτοκίνητα από την Ασία και την Ευρώπη έχουν προγραμματιστεί να τεθούν σε ισχύ τον Απρίλιο.

Εν τω μεταξύ, διάφορες εταιρείες και ξένες κυβερνήσεις έχουν δεσμευτεί για επενδύσεις περίπου 3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων στην οικονομία των ΗΠΑ.

Η Apple επιβεβαίωσε τον περασμένο μήνα ότι θα επενδύσει 500 δισεκατομμύρια δολάρια σε τέσσερα χρόνια για να αυξήσει τις εγκαταστάσεις, να ενισχύσει την παραγωγή και να ξεκινήσει έργα.

Η Nvidia και η Taiwan Semiconductor Manufacturing Company δεσμεύτηκαν για 100 δισεκατομμύρια δολάρια.

Μια τριάδα τεχνολογικών κολοσσών – η OpenAI, η Oracle και η SoftBank της Ιαπωνίας – ανακοίνωσαν τον Ιανουάριο το «Stargate Project», μια επένδυση 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης των ΗΠΑ.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία υποσχέθηκαν 1,4 τρισεκατομμύρια και 600 δισεκατομμύρια δολάρια, αντίστοιχα.

Πιο πρόσφατα, ο γίγαντας υγειονομικής περίθαλψης Johnson & Johnson επιβεβαίωσε μία επένδυση 55 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην εγχώρια παραγωγή.

Οι φαρμακευτικοί τιτάνες Merck και Eli Lilly ανακοίνωσαν επίσης 1 δισεκατομμύριο δολάρια σε νέες εγκαταστάσεις παραγωγής.

Των Andrew Moran και Emel Akan

Με πληροφορίες από το Reuters

Πτώση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης στην Ευρωζώνη λόγω αβεβαιότητας για τους δασμούς

Η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην Ευρώπη υποχώρησε αυτόν τον μήνα, καθώς πολλοί πολίτες παραμένουν αβέβαιοι για την πορεία της οικονομίας, εν μέσω των διαπραγματεύσεων για τους δασμούς μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Δείκτης Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης (Consumer Confidence Indicator-CCI) της ΕΕ μειώθηκε κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, φτάνοντας στο -13,9 τον Μάρτιο, σύμφωνα με ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις 21 Μαρτίου. Η Επιτροπή ανέφερε ότι η καταναλωτική εμπιστοσύνη απομακρύνθηκε περαιτέρω από τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο της.

Παράλληλα, σε έκθεσή της την ίδια ημέρα, η McKinsey & Company διαπίστωσε υποτονικό καταναλωτικό κλίμα σε πέντε ευρωπαϊκές χώρες: Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία και Ηνωμένο Βασίλειο. Σύμφωνα με την ανάλυση, το 50% των Ευρωπαίων καταναλωτών είχε ανάμεικτα συναισθήματα για την οικονομία, ενώ το 25% δήλωσε αισιόδοξο και ένα εξίσου μεγάλο ποσοστό απαισιόδοξο.

Η αύξηση των τιμών και ο πληθωρισμός καταγράφηκαν ως η βασικότερη ανησυχία των καταναλωτών, ενώ άλλοι σημαντικοί παράγοντες ήταν η μετανάστευση και οι διεθνείς συγκρούσεις. Η έκθεση τόνιζε ότι οι εκλογές στη Γερμανία, οι διεθνείς σχέσεις και οι δασμοί ενδέχεται να επηρεάσουν την οικονομική ψυχολογία των πολιτών στις πέντε χώρες που εξετάστηκαν.

Η κλιμάκωση της εμπορικής έντασης

Η μείωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης στην ΕΕ συμπίπτει με την εμπορική αντιπαράθεση μεταξύ της Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει απειλήσει να επιβάλει δασμούς 25% σε ευρωπαϊκά προϊόντα, ενώ στις αρχές του μήνα η αμερικανική κυβέρνηση εφάρμοσε ήδη δασμούς 25% στις εισαγωγές αλουμινίου και χάλυβα.

Σε απάντηση, η ΕΕ ανακοίνωσε αντίμετρα ύψους 26 δισ. ευρώ σε αμερικανικά προϊόντα.

Ο Τραμπ δήλωσε ότι η απόφαση για τους δασμούς οφείλεται στο ότι οι χώρες της ΕΕ δεν αγοράζουν αμερικανικά προϊόντα, επισημαίνοντας ότι η Ένωση δεν δέχεται τα αμερικανικά αυτοκίνητα και αγροτικά προϊόντα, ενώ οι ΗΠΑ δέχονται τα ευρωπαϊκά. Υποστήριξε επίσης ότι η ΕΕ δημιουργήθηκε για να εκμεταλλεύεται τις Ηνωμένες Πολιτείες και πως η πολιτική της έχει αποφέρει αποτελέσματα μέχρι τώρα, αλλά η κατάσταση αλλάζει επί της προεδρίας του.

Ενδεικτικά, η ΕΕ επιβάλλει δασμό 10% στα εισαγόμενα αυτοκίνητα, ποσοστό τέσσερεις φορές υψηλότερο από το 2,5% που ισχύει στις ΗΠΑ.

Οι οικονομικές επιπτώσεις

Σε ομιλία της στις 20 Μαρτίου, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Κριστίν Λαγκάρντ προειδοποίησε ότι οι αμερικανικοί δασμοί αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά την οικονομία της Ευρωζώνης.

Σύμφωνα με ανάλυση της ΕΚΤ, ένας δασμός 25% από τις ΗΠΑ στις ευρωπαϊκές εισαγωγές θα μπορούσε να μειώσει την ανάπτυξη της Ευρωζώνης κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες τον πρώτο χρόνο. Εάν η Ευρώπη απαντήσει με αντίμετρα, η μείωση της ανάπτυξης θα φτάσει τις 0,5 ποσοστιαίες μονάδες.

Η Λαγκάρντ τόνισε ότι ο μεγαλύτερος αντίκτυπος θα καταγραφεί τον πρώτο χρόνο μετά την επιβολή των δασμών, μειώνοντας σταδιακά τον ρυθμό ανάπτυξης, αλλά αφήνοντας μόνιμο αρνητικό αποτύπωμα στο επίπεδο της οικονομικής δραστηριότητας. Πρόσθεσε ότι το ενδεχόμενο αυτό θα αυξήσει σημαντικά την αβεβαιότητα για τον πληθωρισμό, καθώς τα ευρωπαϊκά αντίμετρα και η αποδυνάμωση του ευρώ — λόγω της χαμηλότερης αμερικανικής ζήτησης για ευρωπαϊκά προϊόντα — θα μπορούσαν να αυξήσουν τον πληθωρισμό κατά περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα.

Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι εξέφρασε την ανησυχία της για τις συνέπειες μίας κλιμακούμενης εμπορικής αντιπαράθεσης, δηλώνοντας ότι δεν είναι συνετό να υποκύψει κανείς στον πειρασμό των αντιποίνων, καθώς αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν φαύλο κύκλο, που δεν θα ωφελήσει κανέναν. Τόνισε ότι πρέπει να συνεχιστεί η προσπάθεια εξεύρεσης μίας κοινής βάσης για την αποφυγή ενός εμπορικού πολέμου, ο οποίος θα έβλαπτε τόσο τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και την Ευρώπη.

Η Μελόνι προειδοποίησε επίσης ότι οι δασμοί ενδέχεται να αυξήσουν τον πληθωρισμό, μειώνοντας την αγοραστική δύναμη των ευρωπαϊκών νοικοκυριών και ωθώντας τις κεντρικές τράπεζες να αυξήσουν τα επιτόκια, γεγονός που θα επηρεάσει αρνητικά την οικονομική ανάπτυξη.

ΕΕ: Αναβάλλονται για τα μέσα Απριλίου τα πρώτα αντίποινα δασμών κατά των ΗΠΑ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε την αναβολή του πρώτου κύματος αντιποίνων δασμών κατά των Ηνωμένων Πολιτειών για τα μέσα Απριλίου, δίνοντας χρόνο για επανεξέταση των αμερικανικών προϊόντων που θα στοχοποιηθούν και παρέχοντας περισσότερο περιθώριο για διαπραγματεύσεις.

Ενιαία ημερομηνία εφαρμογής για όλα τα μέτρα αντιποίνων

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε αρχικά προτείνει την επιβολή δασμών σε αμερικανικά προϊόντα αξίας 4,5 δισεκατομμυρίων ευρώ από τις αρχές Απριλίου, με ένα δεύτερο κύμα δασμών σε προϊόντα αξίας 18 δισεκατομμυρίων ευρώ να ακολουθεί στις 13 Απριλίου.

Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς, χαρακτηρίζοντας τους αμερικανικούς δασμούς ως «αδικαιολόγητους», δήλωσε σε ακρόαση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την Πέμπτη: «Εξετάζουμε τώρα την ευθυγράμμιση του χρονοδιαγράμματος των δύο δεσμών αντιμέτρων της ΕΕ, ώστε να μπορέσουμε να διαβουλευτούμε με τα κράτη-μέλη και για τους δύο καταλόγους ταυτόχρονα, κάτι που θα μας δώσει επιπλέον χρόνο για διαπραγματεύσεις με τους Αμερικανούς εταίρους μας.»

Η Επιτροπή επιβεβαίωσε αργότερα ότι όλα τα αντίποινα της ΕΕ θα τεθούν σε ισχύ στα μέσα Απριλίου. Το πρώτο σύνολο μέτρων αντιποίνων περιλαμβάνει την επιβολή δασμού 50% στο αμερικανικό ουίσκι, κάτι που προκάλεσε την απειλή του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμού 200% σε όλα τα κρασιά και άλλα αλκοολούχα προϊόντα που προέρχονται από την ΕΕ.

Περιορισμένη πρόοδος στις διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον

Ο Σέφτσοβιτς υπονόησε ότι έχει σημειώσει περιορισμένη πρόοδο στις συνομιλίες με τους ομολόγους του στην Ουάσιγκτον, αναφερόμενος στην πρότασή του για συζήτηση μείωσης των εισαγωγικών δασμών στα βιομηχανικά αγαθά.

«Δεν νομίζω ότι η αμερικανική σκέψη κινείται προς αυτή την κατεύθυνση,» είπε, προσθέτοντας ότι οι προτεραιότητες των Αμερικανών φαίνεται να είναι η προσέλκυση επενδύσεων και η επαναβιομηχάνιση. «Και προς το παρόν πιστεύουν ότι ο καλύτερος τρόπος για να το επιτύχουν αυτό είναι μέσω της δασμολογικής πολιτικής. Ελπίζω ότι κάποια μέρα θα φτάσουμε σε αυτή τη συζήτηση, αλλά προς το παρόν σαφώς δεν είμαστε εκεί.»

Η καθυστέρηση των αντιμέτρων θα μπορούσε επίσης να επιτρέψει κάποιες προσαρμογές στα αμερικανικά αγαθά που στοχεύει η ΕΕ.

Όσον αφορά τους δασμούς σε χάλυβα και αλουμίνιο που έχουν ήδη επιβληθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Σέφτσοβιτς δήλωσε: «Η ΕΕ σαφώς δεν είναι η πηγή του προβλήματος όσον αφορά τον χάλυβα και το αλουμίνιο. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η υπερπαραγωγική ικανότητα.»

Σε ανάρτησή του στο X, έγραψε: «Εκτιμώ την ενότητα της ΕΕ, που μας επιτρέπει να είμαστε σταθεροί στην προστασία των συμφερόντων μας, ενώ συνεργαζόμαστε με τις ΗΠΑ για να δούμε αν μπορούμε να αποφύγουμε οποιαδήποτε περιττή κλιμάκωση.»

Προειδοποιήσεις από ηγέτες κρατών-μελών

Ηγέτες διαφόρων κρατών-μελών έχουν επίσης προειδοποιήσει κατά της εμπλοκής σε έναν διατλαντικό πόλεμο δασμών.

Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι την Τρίτη συνέστησε προσοχή στους εταίρους της ΕΕ κατά της κλιμάκωσης της εμπορικής διαμάχης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

«Δεν είμαι βέβαιη ότι η απάντηση στους δασμούς με περισσότερους δασμούς είναι απαραίτητα μία καλή συμφωνία,» δήλωσε η Μελόνι, η οποία ήταν η μόνη ηγέτης κράτους-μέλους της ΕΕ που παρευρέθηκε στην ορκωμοσία του Τραμπ.

Πρόσθεσε επίσης ότι οι αμοιβαίοι δασμοί θα μπορούσαν να μειώσουν την αγοραστική δύναμη των Ευρωπαίων. «Οι δασμοί μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε επαγόμενο πληθωρισμό, μειώνοντας την αγοραστική δύναμη των οικογενειών, ωθώντας τις κεντρικές τράπεζες να αυξήσουν τα επιτόκια και, τελικά, επιβραδύνοντας την οικονομική ανάπτυξη.»

Ο Γάλλος πρωθυπουργός Φρανσουά Μπαϊρού έχει επίσης δηλώσει ότι η ΕΕ πιθανώς έκανε λάθος στοχεύοντας το αμερικανικό ουίσκι. Η Γαλλία και η Ιταλία είναι οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς κρασιού στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Ιρλανδός πρωθυπουργός Μάικλ Μάρτιν δήλωσε την Πέμπτη ότι είναι λογικό που η Ευρώπη δίνει στον εαυτό της χρόνο μετά τις 2 Απριλίου για να αξιολογήσει το πακέτο μέτρων των ΗΠΑ.

«Προφανώς, πρέπει να υπάρξει μια ολοκληρωμένη απάντηση σε οποιουσδήποτε δασμούς ανακοινωθούν στις 2 Απριλίου, και η ΕΕ θα δώσει λίγο χρόνο μετά τις 2 Απριλίου πριν απαντήσει, οπότε πιστεύω ότι η ΕΕ θα υιοθετήσει μία στρατηγική προσέγγιση,» δήλωσε στο κοινοβούλιο της χώρας του.

Η Ιρλανδία αποτελεί σημαντικό εξαγωγέα ουίσκι, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε περίπτωση κλιμάκωσης του εμπορικού πολέμου.

Η Ευρώπη εξοπλίζεται: Σχέδιο 800 δισ. ευρώ για αμυντική αυτονομία από τις ΗΠΑ

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, παρουσίασε στις 19 Μαρτίου τη στρατηγική ασφαλείας «Ετοιμότητα 2030», η οποία επιτρέπει στα κράτη-μέλη να υπερβούν τα όρια δαπανών και να αυξήσουν τους αμυντικούς προϋπολογισμούς τους έως και κατά 1,5% του ΑΕΠ για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.

«Η εποχή του μερίσματος της ειρήνης έχει τελειώσει προ πολλού. Η αρχιτεκτονική ασφαλείας στην οποία βασιζόμασταν δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη», τόνισε η φον ντερ Λάιεν. «Πρέπει να επενδύσουμε στην άμυνα, να ενισχύσουμε τις δυνατότητές μας και να υιοθετήσουμε μια προληπτική προσέγγιση στην ασφάλεια.»

Στροφή σε ευρωπαϊκό εξοπλισμό και επενδύσεις

Η ΕΕ αναμένει ότι το σχέδιο αυτό θα δημιουργήσει πάνω από 800 δισεκατομμύρια ευρώ για αμυντικές δαπάνες. Επιπλέον, προβλέπει τη διάθεση 150 δισεκατομμυρίων ευρώ σε δάνεια προς τα κράτη-μέλη για αμυντικές επενδύσεις.

Σύμφωνα με τη νέα στρατηγική, οι χώρες-μέλη θα παροτρυνθούν να αγοράζουν το μεγαλύτερο μέρος του στρατιωτικού τους εξοπλισμού στην Ευρώπη, συνεργαζόμενες κυρίως με ευρωπαίους προμηθευτές. Τουλάχιστον το 65% του συνολικού κόστους του εξοπλισμού που θα αγοράζεται με τα δάνεια αυτά θα πρέπει να προέρχεται από εξαρτήματα που κατασκευάζονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, την Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών ή την Ουκρανία.

«Πρέπει να αγοράζουμε περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα. Γιατί αυτό σημαίνει ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής τεχνολογικής και βιομηχανικής βάσης. Σημαίνει τόνωση της καινοτομίας. Και σημαίνει δημιουργία μιας αγοράς αμυντικού εξοπλισμού σε επίπεδο ΕΕ», υπογράμμισε η φον ντερ Λάιεν.

Η ρωσική απειλή και η υποστήριξη στην Ουκρανία

Η ΕΕ εγκαινιάζει αυτό το μεγάλο έργο με στόχο την ανάπτυξη της αμυντικής της βιομηχανίας για την αποτροπή της Ρωσίας. Στη Λευκή Βίβλο για την Ευρωπαϊκή Άμυνα – Ετοιμότητα 2030 αναφέρεται: «Αν επιτραπεί στη Ρωσία να επιτύχει τους στόχους της στην Ουκρανία, οι εδαφικές της φιλοδοξίες θα επεκταθούν και πέραν αυτής. Η Ρωσία θα παραμείνει θεμελιώδης απειλή για την ασφάλεια της Ευρώπης στο προβλέψιμο μέλλον, συμπεριλαμβανομένης της πιο επιθετικής πυρηνικής της στάσης και της τοποθέτησης πυρηνικών όπλων στη Λευκορωσία.»

Το σχέδιο προβλέπει επίσης περισσότερη υποστήριξη για την Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένης της παροχής τουλάχιστον 2 εκατομμυρίων πυρομαχικών ετησίως, καθώς και περισσότερων συστημάτων αεράμυνας, πυραύλων και drones. Επιπλέον, η ΕΕ σκοπεύει να συνεχίσει να εκπαιδεύει δεκάδες χιλιάδες Ουκρανούς στρατιώτες κάθε χρόνο.

Η παρέμβαση Τραμπ και οι σχέσεις με τη Ρωσία

Η ανακοίνωση του ευρωπαϊκού αμυντικού σχεδίου έρχεται σε μια κρίσιμη στιγμή. Την προηγούμενη ημέρα, στις 18 Μαρτίου, μετά από τηλεφωνική συνομιλία με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν συμφώνησε σε περιορισμένη κατάπαυση του πυρός, σύμφωνα με την οποία η Ρωσία και η Ουκρανία θα σταματήσουν να στοχεύουν τις ενεργειακές υποδομές η μία της άλλης για 30 ημέρες.

«Η τηλεφωνική συνομιλία μου σήμερα με τον πρόεδρο Πούτιν της Ρωσίας ήταν πολύ καλή και παραγωγική», δήλωσε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στο Truth Social μετά την κλήση. «Συμφωνήσαμε σε άμεση κατάπαυση του πυρός στον τομέα της ενέργειας και των υποδομών, με την κατανόηση ότι θα εργαστούμε γρήγορα για μια πλήρη κατάπαυση του πυρός και, τελικά, για ένα ΤΕΛΟΣ σε αυτόν τον φρικτό πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.»

Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η χώρα του θα υποστηρίξει την πρόταση για παύση των επιθέσεων στις ρωσικές ενεργειακές υποδομές. Ωστόσο, τόνισε σε δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια διαδικτυακής ενημέρωσης ότι δεν εμπιστεύεται τους Ρώσους και, ως εκ τούτου, χρειάζεται να κατανοήσει πώς θα λειτουργήσει τεχνικά η κατάπαυση του πυρός.

Πριν από την κλήση, ο Ουκρανός υπουργός Εξωτερικών Αντρίι Σιμπίχα δήλωσε ότι το Κίεβο δεν αποτελεί «εμπόδιο» σε μια ειρηνευτική συμφωνία με τη Ρωσία και εξέφρασε αισιοδοξία ότι και οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να επιτύχουν ειρήνη υπό την ηγεσία του Τραμπ.

«Πιστεύουμε πραγματικά ότι με την ηγεσία του προέδρου Τραμπ, θα μπορούσαμε να επιτύχουμε μια δίκαιη και διαρκή ειρήνη», σημείωσε ο Σιμπίχα στις 18 Μαρτίου κατά τη διάρκεια γεωπολιτικής διάσκεψης στην Ινδία.

Μελόνι προειδοποιεί: Οι αλληλοεπιβαλλόμενοι δασμοί μεταξύ ΕΕ-ΗΠΑ ζημιώνουν όλους

Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι κάλεσε χθες για πραγματισμό ώστε να αποφευχθεί ένας «φαύλος κύκλος» δασμών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών, προειδοποιώντας ότι μια εμπορική διένεξη θα βλάψει όλες τις πλευρές.

«Πιστεύω ότι δεν είναι συνετό να υποκύψουμε στον πειρασμό των αντιποίνων που μετατρέπονται σε έναν φαύλο κύκλο στον οποίο όλοι χάνουν», δήλωσε η Μελόνι μιλώντας στην Ιταλική Γερουσία ενόψει της συνάντησης των ηγετών της ΕΕ αυτή την εβδομάδα. «Είμαι πεπεισμένη ότι πρέπει να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε συγκεκριμένα και πραγματιστικά για να βρούμε κοινό έδαφος και να αποφύγουμε έναν εμπορικό πόλεμο που δεν θα ωφελήσει κανέναν, ούτε τις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε την Ευρώπη.»

Αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητα των αντιποίνων

Οι δηλώσεις της Μελόνι έρχονται σε μια περίοδο αυξημένων εμπορικών εντάσεων, καθώς η ΕΕ έχει ανακοινώσει ότι από τον επόμενο μήνα θα επιβάλει αντίποινα-δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα αξίας 28 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι Βρυξέλλες προχωρούν σε αυτή την κίνηση ως απάντηση στους δασμούς της Ουάσιγκτον στον ευρωπαϊκό χάλυβα και το αλουμίνιο.

Η Μελόνι αμφισβήτησε ευθέως τη σοφία πίσω από αυτή την κίνηση της ΕΕ, δηλώνοντας ότι «δεν είμαι πεπεισμένη ότι η απάντηση σε δασμούς με περισσότερους δασμούς είναι απαραίτητα μια καλή συμφωνία» και τόνισε ότι η Ρώμη επιθυμεί μια διαπραγματευόμενη συμφωνία με την Ουάσιγκτον.

Ανησυχία για τους Ιταλούς παραγωγούς κρασιού

Οι Ιταλοί οινοπαραγωγοί βρίσκονται μεταξύ εκείνων που ανησυχούν ιδιαίτερα για τις εμπορικές εντάσεις. Οι εξαγωγές ιταλικού κρασιού στις ΗΠΑ αυξήθηκαν πέρυσι στα περίπου 2 δισεκατομμύρια δολάρια, και τώρα αντιμετωπίζουν την απειλή αντιποίνων-δασμών έως και 200% από τις ΗΠΑ εάν οι δασμοί της ΕΕ τεθούν σε ισχύ την 1η Απριλίου.

Η Μελόνι προειδοποίησε επίσης ότι οι αμοιβαίοι δασμοί θα μείωναν την αγοραστική δύναμη των Ευρωπαίων: «Οι δασμοί μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε επαγόμενο πληθωρισμό, μειώνοντας την αγοραστική δύναμη των οικογενειών, ωθώντας τις κεντρικές τράπεζες να αυξήσουν τα επιτόκια και τελικά επιβραδύνοντας την οικονομική ανάπτυξη.»

Οι σχέσεις Μελόνι-Τραμπ και η στάση για την Ουκρανία

Η Μελόνι ήταν ο μόνος Ευρωπαίος ηγέτης που παρέστη στην ορκωμοσία του Τραμπ τον Ιανουάριο, λίγο μετά τη συνάντησή της μαζί του στο θέρετρο του Μαρ-α-Λάγκο στη Φλόριντα. Εκτός από την έκκλησή της για πραγματισμό στο θέμα των δασμών, η Ιταλίδα πρωθυπουργός εξέφρασε επίσης υποστηρικτική στάση για την πρόταση του Τραμπ να καθιερωθεί μια 30ήμερη εκεχειρία στην Ουκρανία ως πιθανή οδός προς την ειρήνη.

«Υποστηρίζουμε τις προσπάθειες του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο θέμα αυτό», δήλωσε η Μελόνι, χαρακτηρίζοντας την προτεινόμενη συμφωνία εκεχειρίας ως «ένα πρώτο σημαντικό βήμα, που θα πρέπει να οδηγήσει σε μια δίκαιη και διαρκή ειρήνη για την Ουκρανία, υποστηριζόμενη από στέρεες, μακροπρόθεσμες εγγυήσεις ασφαλείας.»

Παράλληλα, απέκλεισε κατηγορηματικά την αποστολή ιταλικών στρατευμάτων στην Ουκρανία και εξέφρασε επιφυλάξεις για την πρόταση αποστολής ειρηνευτικής δύναμης από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία.

Η Μελόνι επέκρινε επίσης τον τρόπο που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει την αύξηση των αμυντικών δαπανών σε όλη την ήπειρο, επικρίνοντας την απόφασή της να ονομάσει το έργο «ReArm» (Επανεξοπλισμός): «Η ενίσχυση των αμυντικών μας δυνατοτήτων δεν σημαίνει απλώς την αγορά περισσότερων όπλων,» τόνισε, προσθέτοντας ότι «είναι στην καλύτερη περίπτωση αφελές – και στη χειρότερη, επικίνδυνη τρέλα – να σκεφτόμαστε ότι η Ευρώπη μπορεί να σταθεί μόνη της χωρίς το ΝΑΤΟ.»