Κυριακή, 31 Αυγ, 2025

Ο Τραμπ διορίζει τον Γουόλτς πρέσβη στον ΟΗΕ και τον Ρούμπιο σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την 1η Μαΐου ότι διόρισε τον σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου Μάικ Γουόλτς ως πρέσβη των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη, μετά από αναφορές που έδειχναν ότι ο Γουόλτς θα αποχωρούσε από τη συμβουλευτική του θέση.

Σε ανάρτηση στο Truth Social, την ίδια μέρα, ο Τραμπ έγραψε ότι ο Γουόλτς «έχει εργαστεί σκληρά, θέτοντας τα συμφέροντα του Έθνους μας πάνω απ’ όλα. Ξέρω ότι θα κάνει το ίδιο και στον νέο του ρόλο».

«Εν τω μεταξύ, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο θα υπηρετήσει ως σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, ενώ παράλληλα θα συνεχίσει την ισχυρή ηγεσία του στο υπουργείο Εξωτερικών. Μαζί, θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε ακούραστα για να κάνουμε την Αμερική και τον κόσμο ξανά ΑΣΦΑΛΕΙΣ.»

Ως απάντηση στα παραπάνω, ο Γουόλτς έγραψε στο X ότι νιώθει «βαθιά τιμή» που συνεχίζει την «υπηρεσία του προς τον πρόεδρο Τραμπ και το μεγάλο μας έθνος».

Το γεγονός ότι ο Ρούμπιο έχει και τους δύο ρόλους, του συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας και του υπουργού Εξωτερικών, δεν είναι πρωτοφανές. Τη δεκαετία του 1970, υπό τους προέδρους Ρίτσαρντ Νίξον και Τζέραλντ Φορντ, ο Χένρυ Κίσσινγκερ διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών και σύμβουλος εθνικής ασφάλειας.

«Πρόκειται για έναν άνθρωπο που αναλάβει πολλούς ρόλους από την πρώτη μέρα», δήλωσε η γραμματέας Τύπου του υπουργείου Εξωτερικών, Τάμι Μπρους, στους δημοσιογράφους την 1η Μαΐου, αναφερόμενη στον Ρούμπιο. «Ο πρόεδρος κάνει τέλειες εκτιμήσεις για το ποιος θα εφαρμόσει την ατζέντα του.»

Η ανακοίνωση του Τραμπ ουσιαστικά έβαλε τέλος στις εικασίες για το μέλλον του Γουόλτς στην κυβέρνηση, αφού πολλά μέσα ενημέρωσης, επικαλούμενα ανώνυμες πηγές, ανακοίνωναν ότι θα αποχωρούσε.

Αυτό έγινε λίγες εβδομάδες αφότου ο Γουόλτς επιβεβαίωσε ότι κατά λάθος κάλεσε έναν συντάκτη του Atlantic, τον Τζέφρι Γκόλντμπεργκ, σε μια συνομιλία στην εφαρμογή Signal με άλλους αξιωματούχους που περιελάμβανε συζητήσεις για τις αεροπορικές επιδρομές στην Υεμένη.

Ο Γουόλτς ζήτησε συγγνώμη για το περιστατικό σε συνέντευξη στη Λώρα Ίνγκρααμ του Fox News, τον Μάρτιο, και είπε ότι δεν γνωρίζει τον Γκόλντμπεργκ, ο οποίος είχε συμπεριλάβει λεπτομέρειες σχετικά με τη συνομιλία του Signal σε ένα άρθρο.

Άλλοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ που συμμετείχαν στη συνομιλία ήταν ο υπουργός Άμυνας Πητ Χέγκσεθ, ο αντιπρόεδρος Τζ.Ντ. Βανς και η διευθύντρια των Εθνικών Πληροφοριών Τούλσι Γκάμπαρντ. Ο Χέγκσεθ έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι δεν κοινοποιήθηκαν «πολεμικά σχέδια» στη συνομιλία, αμφισβητώντας τους ισχυρισμούς του Γκόλντμπεργκ.

Ο Τραμπ είχε προηγουμένως προτείνει τη βουλευτή Ελίζ Στέφανικ για τη θέση του πρέσβη στον ΟΗΕ, αλλά τελικά εκείνη απέσυρε την υποψηφιότητα της τον Μάρτιο.

Ο λόγος για την αποχώρηση της Στέφανικ, Ρεπουμπλικανής από τη Νέα Υόρκη, όπως δήλωσε ο Τραμπ σε ανάρτηση στο Truth Social εκείνες τις μέρες, ήταν ότι είναι «απαραίτητο» η κυβέρνησή του να διατηρήσει «ΚΑΘΕ Ρεπουμπλικανική έδρα στο Κογκρέσο», καθώς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα έχει μικρό προβάδισμα στην Κάτω Βουλή του Κογκρέσου.

«Πρέπει να είμαστε ενωμένοι για να ολοκληρώσουμε την αποστολή μας, και η Ελίζ Στέφανικ αποτελεί ζωτικό στοιχείο αυτής από την αρχή», είχε δηλώσει ο πρόεδρος εκείνη την εποχή. «Έχω ζητήσει από την Ελίζ, μία από τους σημαντικότερους συμμάχους μου, να παραμείνει στο Κογκρέσο».

Η Στέφανικ επίσης δήλωσε στον Σον Χάνιτι του Fox News, τον Μάρτιο, ότι αποσύρθηκε από τη διαδικασία επικύρωσης της Γερουσίας για τον ρόλο του πρέσβη στον ΟΗΕ λόγω του μικρού πλεονεκτήματος των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή και της φερόμενης «διαφθοράς» στη Νέα Υόρκη.

«Ήταν ένας συνδυασμός της διαφθοράς της Νέας Υόρκης που βλέπουμε υπό την [κυβερνήτρια] Κάθυ Χόκουλ, των έκτακτων εκλογών και του πλεονεκτήματος της Βουλής», είπε τότε. «Έχω βρεθεί στη Βουλή. Είναι δύσκολο να μετράς αυτές τις ψήφους κάθε μέρα.»

Κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Τραμπ, η κυβερνήτρια της Νότιας Καρολίνας Νίκι Χέιλι, υποψήφια για την προεδρία των Ρεπουμπλικανών το 2024, και η πρώην διπλωμάτης Κέλλυ Κραφτ υπηρέτησαν ως πρέσβεις του στον ΟΗΕ.

Από τις 20 Ιανουαρίου, η διπλωμάτης καριέρας Ντοροθέα Σι υπηρετεί ως προσωρινή πρέσβης των ΗΠΑ στον ΟΗΕ υπό τον Τραμπ.

Γκουτέρες: Οι χώρες που διατηρούν σχέσεις με τη Χεζμπολάχ να την ενθαρρύνουν να μετατραπεί σε πολιτικό κόμμα

Τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας έλαβαν την 41η Έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για την εφαρμογή του ψηφίσματος 1559 (2004), το οποίο επικεντρώνεται στις εχθροπραξίες μεταξύ του Ισραήλ και της Χεζμπολάχ, την πολιτική σταθεροποίηση στον Λίβανο και τις προσπάθειες ενίσχυσης της κυριαρχίας του κράτους στο σύνολο της επικράτειάς του. Η έκθεση καλύπτει τις εξελίξεις στην περιοχή μέχρι τις 28 Μαρτίου 2025.

Στις παρατηρήσεις του, ο Γενικός Γραμματέας καλωσόρισε τη διατήρηση της κατάπαυσης του πυρός και τη «νέα δυναμική» για την πλήρη εφαρμογή των ψηφισμάτων 1559, 1680 και 1701. Παράλληλα, κάλεσε τον Λίβανο να εντείνει τις προσπάθειές του για την αποτροπή παράνομης διακίνησης όπλων και την ενίσχυση του κρατικού μονοπωλίου επί της ασφάλειας.

«Συνεχίζω να παροτρύνω την κυβέρνηση και τις δυνάμεις ασφαλείας να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να αποτραπεί η Χεζμπολάχ και άλλες ομάδες από το να αποκτούν όπλα και να οικοδομούν παραστρατιωτικές ικανότητες εκτός κρατικού ελέγχου, κατά παράβαση των ψηφισμάτων 1559 (2004) και 1701 (2006). Καταδικάζω απερίφραστα την εκτόξευση ρουκετών και άλλων βλημάτων από τη Χεζμπολάχ κατά του Ισραήλ», ανέφερε.

Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράστηκε για την παρουσία ισραηλινών δυνάμεων σε λιβανικό έδαφος, με τον Γενικό Γραμματέα να ζητά «την άμεση αποχώρησή τους».

«Η συνεχιζόμενη παρουσία του Ισραήλ σε τμήματα της λιβανικής επικράτειας και οι παραβιάσεις της κυριαρχίας του Λιβάνου, συμπεριλαμβανομένων αεροπορικών επιδρομών, προκαλούν ανησυχία. Καταδικάζω απερίφραστα όλες τις παραβιάσεις της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας του Λιβάνου», ανέφερε ο κ. Γκουτέρες.

Επίσης, ο κ. Γκουτέρες τόνισε ότι «η παρούσα συγκυρία προσφέρει μοναδική ευκαιρία για τον Λίβανο να επιτύχει την πλήρη κυριαρχία και ανεξαρτησία του», επισημαίνοντας ότι η πλήρης απόσυρση των μη κρατικών ενόπλων ομάδων παραμένει προϋπόθεση για την ασφάλεια και τη σταθερότητα της χώρας.

«Οι χώρες της περιοχής που διατηρούν στενούς δεσμούς με τη Χεζμπολάχ πρέπει να ενθαρρύνουν τον αφοπλισμό της και τη μετατροπή της σε αποκλειστικά πολιτικό κόμμα, προς όφελος της ειρήνης και της ασφάλειας στον Λίβανο και την περιοχή», τόνισε.

Ο κ. Γκουτέρες επεσήμανε ότι οι φωνές του λιβανικού λαού «που ζητούν την πλήρη εφαρμογή του ψηφίσματος 1559 (2004) και απορρίπτουν την ύπαρξη όπλων εκτός κρατικού ελέγχου, ενώ άλλες κοινότητες υπερασπίζονται την ανάγκη ένοπλης αντίστασης, δείχνουν ότι το ζήτημα παραμένει ανοιχτό».

«Ενθαρρύνω τα εμπλεκόμενα μέρη στον Λίβανο να εντείνουν τις προσπάθειες για την επανενεργοποίηση ενός περιεκτικού εθνικού διαλόγου για τα εκκρεμή θέματα», σημείωσε.

Το περιεχόμενο της Έκθεσης

Σύμφωνα με την Έκθεση σημειώθηκε δραματική κλιμάκωση των συγκρούσεων κατά μήκος της Μπλε Γραμμής. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, το Ισραήλ ξεκίνησε την επιχείρηση «Northern Arrows», με χερσαίες επιχειρήσεις εντός του Λιβάνου από 1η Οκτωβρίου. Οι μαζικοί βομβαρδισμοί, ακόμη και στη Βηρυτό, προκάλεσαν «σοβαρές ανθρώπινες απώλειες, μαζικούς εκτοπισμούς και εκτεταμένες καταστροφές», ενώ παράλληλα οι καθημερινές επιθέσεις της Χεζμπολάχ προκάλεσαν θύματα και ζημιές στο Ισραήλ. Σύμφωνα με τον Γενικό Γραμματέα ΟΗΕ, «οι εχθροπραξίες κατέδειξαν εκ νέου τους πολύ πραγματικούς κινδύνους από τη συνέχιση της ύπαρξης ένοπλων μη κρατικών ομάδων».

Σημαντικό επεισόδιο αποτέλεσε η επίθεση στις 17-18 Σεπτεμβρίου 2024, όταν μαζικές εκρήξεις σε συσκευές χειρός, που χρησιμοποιούνταν από τη Χεζμπολάχ, προκάλεσαν 40 θανάτους και χιλιάδες τραυματισμούς, μεταξύ αυτών και ο Πρέσβης του Ιράν στον Λίβανο. Το Ιράν χαρακτήρισε την ενέργεια «κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου» και απάντησε με πυραυλικά πλήγματα την 1 Οκτωβρίου 2024.

Η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός

Όπως αναφέρεται στην έκθεση μετά από δύο μήνες έντονων συγκρούσεων, στις 27 Νοεμβρίου 2024 τέθηκε σε ισχύ κατάπαυση του πυρός, κατόπιν μεσολάβησης των ΗΠΑ και της Γαλλίας.

Το Ισραήλ, αναφέρεται,  συμφώνησε να αποσύρει τις δυνάμεις του νότια της Μπλε Γραμμής», ενώ ο Λιβανικός Στρατός (LAF) ανέλαβε την ανάπτυξη δυνάμεων και την απομάκρυνση «μη εξουσιοδοτημένων θέσεων και οπλισμού.

Η Συμφωνία αναγνώρισε την ανάγκη πλήρους εφαρμογής του Ψηφίσματος 1701 (2006) και των προηγούμενων σχετικών ψηφισμάτων, συμπεριλαμβανομένου του 1559 (2004).

Παρά ταύτα, μέχρι τον Μάρτιο του 2025, το Ισραήλ διατηρούσε παρουσία σε πέντε σημεία και δύο ζώνες ασφαλείας στον νότιο Λίβανο, γεγονός που ώθησε τη λιβανική ηγεσία να ζητήσει από το Συμβούλιο Ασφαλείας την «άμεση αποχώρηση» των ισραηλινών δυνάμεων.

Πολιτικές εξελίξεις στον Λίβανο

Ο Λίβανος κατέγραψε αξιοσημείωτη πρόοδο στην πολιτική του σταθεροποίηση. Στις 9 Ιανουαρίου, ο Διοικητής των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Τζόζεφ Αούν, εξελέγη Πρόεδρος με 99 ψήφους.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Ναουάφ Σαλάμ διορίστηκε Πρωθυπουργός και δεσμεύτηκε να εργαστεί για την «πλήρη εφαρμογή του Ψηφίσματος 1701 και την αποκατάσταση της κρατικής εξουσίας σε ολόκληρη την επικράτεια».

Η κατάσταση στα σύνορα και οι σχέσεις με τη Συρία

Μετά την πτώση του καθεστώτος ‘Ασαντ στη Συρία, διαμορφώθηκαν νέες συνθήκες για τη συνεργασία με τη Βηρυτό. Ο Πρόεδρος Αούν τόνισε την ανάγκη «οριοθέτησης των συνόρων και αμοιβαίου σεβασμού της κυριαρχίας». Στις 28 Μαρτίου, η κυβέρνηση του Λίβανου με τις προσωρινές αρχές της Συρίας, υπέγραψαν Συμφωνία για την ενίσχυση της ασφάλειας των συνόρων και της στρατιωτικής συνεργασίας.

Η παρουσία της Χεζμπολάχ

Η έκθεση υπογραμμίζει ότι «παρά τη μερική πρόοδο, η πλήρης εφαρμογή του Ψηφίσματος 1559 παραμένει εκκρεμής». Η Χεζμπολάχ εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικό στρατιωτικό οπλοστάσιο εκτός κρατικού ελέγχου, ενώ χρησιμοποίησε προηγμένα όπλα κατά τις συγκρούσεις με το Ισραήλ.

Η δολοφονία του Γενικού Γραμματέα της Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα, και άλλων ανώτερων στελεχών από το Ισραήλ, είχε σοβαρές επιπτώσεις στην οργάνωση. Παρά το πλήγμα, ο νέος Γενικός Γραμματέας, Ναΐμ Κάσεμ, δήλωσε ότι «η Χεζμπολάχ ανασυγκροτήθηκε, διατηρεί τη συνοχή της και είναι ισχυρή».

Επίσης, σύμφωνα με την έκθεση η Χεζμπολάχ σε αρκετές περιπτώσεις αναγνώρισε τον ηγετικό ρόλο του λιβανέζικου κράτους στην αντιμετώπιση της ισραηλινής παρουσίας στο Λίβανο, αλλά επιβεβαίωσε την αυτονομία της να λαμβάνει αποφάσεις.

Σημειώνεται στην έκθεση ότι αρκετά μέλη του λιβανικού κοινοβουλίου και ηγέτες κομμάτων εξέφρασαν την επιθυμία -κατά την περίοδο που συντάχθηκε η έκθεση – να δουν τη Χεζμπολάχ να γίνεται αποκλειστικά πολιτικό κόμμα, ισότιμο με τα άλλα κόμματα.

Σύμφωνα με το Ισραήλ, «η Χεζμπολάχ προσπαθεί να επανεξοπλιστεί με τη βοήθεια του Ιράν», γεγονός που προκαλεί έντονες ανησυχίες για την περιφερειακή σταθερότητα.

Η δράση του Λιβανικού Στρατού

Η ανάπτυξη του Λιβανικού Στρατού στον νότιο Λίβανο, μετά τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, υπήρξε αποφασιστική και καθοριστική. Μέχρι τον Μάρτιο 2025, ο στρατός είχε αναπτύξει δυνάμεις σε όλες τις περιοχές νοτίως του ποταμού Λιτανί, εκτός από τις πέντε τοποθεσίες βόρεια της Μπλε γραμμής και των περιοχών με ισραηλινή παρουσία.

Στο πλαίσιο των σχεδίων του Λιβάνου να αναπτύξει πάνω από 4.500 επιπλέον στρατιώτες στο νότο, 1.500 νεοσύλλεκτοι αναμένεται να ολοκληρώσουν την εκπαίδευση τους και να είναι έτοιμοι να ενταχθούν έως τα τέλη Απριλίου 2025. Στις 13 Μαρτίου, ο ταξίαρχος Ρούντολφ Χαϊκάλι διορίστηκε διοικητής των λιβανικών ενόπλων δυνάμεων.

Παράλληλα, ο λιβανικού στρατός διεξήγαγε επιχειρήσεις για την κατάσχεση οπλισμού και την διάλυση υποδομών της Χεζμπολάχ. Επιπλέον, η κυβέρνηση προχώρησε στην κατεδάφιση όλων των στρατιωτικών βάσεων παλαιστινιακών οργανώσεων εκτός προσφυγικών καταυλισμών.

Του Γ. Γαραντζιώτη

Οι πρώτες 100 ημέρες του Τραμπ: Ένα ταχύτατο ξεκίνημα με πολλές συνέπειες

Με την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε μια σειρά εκτελεστικών ενεργειών και σαρωτικών πολιτικών αλλαγών, καθιστώντας τις πρώτες 100 ημέρες του από τις πιο σημαντικές εκκινήσεις μιας προεδρικής θητείας στη σύγχρονη ιστορία των ΗΠΑ.

Υπηρετώντας ως 47ος πρόεδρος, ο Τραμπ συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε, επανεξετάζοντας βασικές προτεραιότητες της πρώτης του θητείας που καθυστέρησαν λόγω της έρευνας για τη Ρωσία, εκτροχιάστηκαν από τις πανεθνικές ταραχές του κινήματος Black Lives Matter ή παραγκωνίστηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.

Ο Τραμπ έχει επανεστιάσει με πρωτοφανή ένταση στα βασικά ζητήματα που έχουν καθορίσει την ατζέντα του «Make America Great Again»: την ασφάλεια των συνόρων, την αντιμετώπιση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών της Κίνας και την αύξηση της εγχώριας παραγωγής ενέργειας.

Και στα τρία μέτωπα, ο πρόεδρος έχει λάβει μέτρα που πολλοί δεν περίμεναν, συμπεριλαμβανομένης μιας ευρείας δασμολογικής στρατηγικής που στόχευε όλους τους παγκόσμιους εμπορικούς εταίρους ή της πληρωμής του Ελ Σαλβαδόρ για τη στέγαση μελών παράνομων μεταναστών.

Ο Τραμπ διέλυσε το ρεκόρ του Προέδρου Φράνκλιν Ντ. Ρούσβελτ με 99 εκτελεστικά διατάγματα στις πρώτες 100 ημέρες της θητείας του, ενδεχομένως τοποθετώντας τον εαυτό του ως έναν από τους πιο σημαντικούς προέδρους στην αναμόρφωση της Ουάσινγκτον.

Οι υποστηρικτές έχουν χαιρετίσει τις πρώτες 100 ημέρες του Τραμπ στο Οβάλ Γραφείο ως αποκατάσταση των αμερικανικών αξιών και δύναμης, ενώ οι αντίπαλοι καταδικάζουν αυτό που θεωρούν υπερβολική εμβέλεια και χάος.

Ο Τραμπ έχει αγωνιστεί για να χτίσει δυναμική τόσο σε εγχώριο όσο και σε εξωτερικό μέτωπο, αναγνωρίζοντας ότι χωρίς έγκαιρη πρόοδο, το παράθυρο για την προώθηση βασικών θεμάτων στην ατζέντα του θα μπορούσε να κλείσει γρήγορα.

Καθώς ο πρόεδρος συμπληρώνει 100 ημέρες από τη δεύτερη θητεία του, ακολουθεί μια ματιά στις σημαντικότερες ενέργειές του μέχρι στιγμής.

Σύνορα και μετανάστευση

Μεταξύ των πιο αξιοσημείωτων κινήσεων του Τραμπ ήταν η άμεση καταστολή της παράνομης μετανάστευσης. Ξεκίνησε μαζικές απελάσεις και περιόρισε σημαντικά τη ροή μεταναστών μέσω των νότιων συνόρων, μια ενέργεια που κέρδισε ευρεία αποδοχή από τους ψηφοφόρους.

Την πρώτη ημέρα, υπέγραψε 10 εκτελεστικά διατάγματα, θέτοντας τις βάσεις για αυξημένη εστίαση στην παράνομη μετανάστευση, το έγκλημα και τη φαιντανύλη.

Αυτές οι ενέργειες περιελάμβαναν κήρυξη εθνικής έκτακτης ανάγκης, την αποστολή στρατευμάτων στα σύνορα, την επαναφορά της πολιτικής «Παραμονή στο Μεξικό», τον τερματισμό της διαδικασίας «πιάσε και άφησε», την επανέναρξη της κατασκευής του συνοριακού τείχους, τον χαρακτηρισμό των εγκληματικών καρτέλ ως ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων και τον τερματισμό της ιθαγένειας βάσει τόπου γέννησης.

Στρατιωτικό προσωπικό των ΗΠΑ εγκαθιστά σύρμα στην κορυφή του τείχους κατά μήκος των συνόρων ΗΠΑ-Μεξικού κοντά στην πύλη εισόδου San Ysidro στο Σαν Ντιέγκο στις 23 Απριλίου 2025. Από την ανάληψη των καθηκόντων του τον Ιανουάριο, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει ξεκινήσει μια σαρωτική καταστολή της παράνομης μετανάστευσης, υπογράφοντας εκτελεστικά διατάγματα για την αποστολή στρατευμάτων στα σύνορα, την επαναφορά της πολιτικής «Παραμονή στο Μεξικό», τον τερματισμό της διαδικασίας «πιάσε και άφησε», την επανέναρξη της κατασκευής του συνοριακού τείχους, τον χαρακτηρισμό των καρτέλ ως ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων και τον τερματισμό της ιθαγένειας βάσει του δικαιώματος γέννησης. (Patrick T. Fallon/AFP μέσω Getty Images)

 

Ορισμένες από αυτές τις προσπάθειες έχουν έκτοτε αμφισβητηθεί στο δικαστήριο.

Επιπλέον, ο Τραμπ επέβαλε δασμούς στο Μεξικό, τον Καναδά και την Κίνα τον Φεβρουάριο σε απάντηση στην παράνομη μετανάστευση και τη φαιντανύλη που εισρέει στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω αυτών των χωρών.

Οι πολιτικές του Τραμπ έχουν μειώσει δραματικά τις συναντήσεις της συνοριοφυλακής με παράνομους μετανάστες στα σύνορα σε εθνικό επίπεδο. Τα στοιχεία της Συνοριακής Περιπολίας έδειξαν «τις χαμηλότερες συνοριακές διελεύσεις στα νοτιοδυτικά στην ιστορία» για τον Μάρτιο, με περίπου 7.180 παράνομες διελεύσεις.

Οικονομία και εμπόριο

Ο πληθωρισμός μειώθηκε τον Μάρτιο χάρη στην πτώση των τιμών του φυσικού αερίου. Ωστόσο, οι ανησυχίες για την οικονομία, ιδίως για τις εμπορικές πολιτικές, αυξάνουν το άγχος και διαβρώνουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.

Ο Τραμπ επέβαλε δασμούς σε σχεδόν όλους τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, λέγοντας ότι έχουν εκμεταλλευτεί τις Ηνωμένες Πολιτείες για δεκαετίες.

Αυτή η κίνηση πυροδότησε αστάθεια στην χρηματιστηριακή αγορά, εξαφανίζοντας τρισεκατομμύρια δολάρια σε αξία αγοράς και ανησυχώντας εκατομμύρια καθώς έβλεπαν τις συνταξιοδοτικές τους αποταμιεύσεις να συρρικνώνονται.

Ο Τραμπ προέτρεψε τους Αμερικανούς να κάνουν υπομονή, λέγοντας ότι θα υπάρξει βραχυπρόθεσμος οικονομικός πόνος για να αποκομίσουν μακροπρόθεσμα οφέλη.

Στο επίκεντρο της σκληρής εμπορικής του πολιτικής βρίσκεται ένα ανησυχητικό γεγονός: Το 2024, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέγραψαν εμπορικό έλλειμμα 1,2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων — το μεγαλύτερο στον κόσμο.

Ο Ισπανός οικονομολόγος Ντάνιελ Λακάλε δήλωσε στην εφημερίδα Epoch Times ότι το μεγάλο εμπορικό έλλειμμα και το αυξανόμενο εθνικό χρέος αποτελούν απόδειξη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υποφέρουν εδώ και καιρό από αθέμιτες πρακτικές εξωτερικού εμπορίου, συμπεριλαμβανομένων τόσο των δασμολογικών όσο και των μη δασμολογικών φραγμών.

Η κυβέρνηση διατήρησε τους βασικούς δασμούς 10% σε όλους τους εμπορικούς εταίρους, αλλά ανέστειλε τους αμοιβαίους δασμούς για 90 ημέρες σε όλους εκτός από την Κίνα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαπραγματεύονται τώρα εμπορικές συμφωνίες με 90 χώρες.

Πίνακες που δείχνουν τους αμοιβαίους δασμούς που επιβάλλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε άλλες χώρες παρουσιάζονται στον Λευκό Οίκο στις 2 Απριλίου 2025. Κατά τη διάρκεια μιας εκδήλωσης στον Κήπο των Ρόδων, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε νέους, σαρωτικούς δασμούς στις εισαγωγές από χώρες όπως η Κίνα, η Ιαπωνία και η Ινδία. (Alex Wong/Getty Images)

 

Σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας

Η εξωτερική πολιτική του Τραμπ για δεύτερη θητεία περιστρέφεται γύρω από την αντιμετώπιση του κινεζικού κομμουνιστικού καθεστώτος.

Ο πρόεδρος επέβαλε σαρωτικούς δασμούς 145% στις κινεζικές εισαγωγές, με στόχο τον τερματισμό των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών του Πεκίνου.

Η δασμολογική στρατηγική του Τραμπ είναι να οικοδομήσει ένα παγκόσμιο εμπορικό μπλοκ για να απομονώσει οικονομικά την Κίνα, σύμφωνα με τον Κρίστοφερ Μπάλντινγκ, ανώτερο συνεργάτη στο think tank Henry Jackson Society με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ απελευθερώνει επίσης στρατιωτικούς πόρους στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή για να επικεντρωθεί στην αντιμετώπιση των γεωπολιτικών φιλοδοξιών του Πεκίνου, δήλωσε ο Μπάλντινγκ στην εφημερίδα Epoch Times.

Λιγότερο από ένα μήνα μετά τη δεύτερη θητεία του, ο Παναμάς έγινε η πρώτη χώρα της Λατινικής Αμερικής που αποχώρησε από την Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» της Κίνας υπό την πίεση της Ουάσιγκτον. Μια ομάδα υπό την ηγεσία των ΗΠΑ ανακοίνωσε επίσης σχέδια για την απόκτηση λιμένων της Διώρυγας του Παναμά από μια εταιρεία του Χονγκ Κονγκ — μια ακόμη στρατηγική νίκη, αν και η συμφωνία εκκρεμεί ακόμη.

Η κυβέρνηση Τραμπ πιέζει επίσης τους συμμάχους να μειώσουν τους οικονομικούς δεσμούς με την Κίνα, να περιορίσουν τις μεταφορτώσεις και να μπλοκάρουν τις κινεζικές επενδύσεις.

Ενώ ο Τραμπ εκφράζει αισιοδοξία για την επίτευξη εμπορικής συμφωνίας με το Πεκίνο, ο Μπάλντινγκ λέει ότι οι προσπάθειες της Ουάσιγκτον να αποδυναμώσει την παγκόσμια επιρροή του κινεζικού καθεστώτος θα συνεχιστούν, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων.

Ο Πρόεδρος του Παναμά, Χοσέ Ραούλ Μουλίνο (Κ) παρακολουθεί την υπογραφή διμερούς συμφωνίας από τον Υπουργό Ασφαλείας του Παναμά, Φρανκ Αμπέγκο (Α) και τον Υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, στην Πόλη του Παναμά στις 9 Απριλίου 2025. Ο Χέγκσεθ επισκέφθηκε την πόλη για μια περιφερειακή σύνοδο κορυφής για την ασφάλεια, ενισχύοντας την εστίαση της κυβέρνησης Τραμπ στη Διώρυγα του Παναμά. (Franco Brana/AFP μέσω Getty Images)

 

Ενέργεια

Ο Τραμπ κινητοποίησε πλήρως τον ενεργειακό τομέα των Ηνωμένων Πολιτειών. Μόνο την ημέρα της ορκωμοσίας, υπέγραψε έξι εκτελεστικές πράξεις που αποσκοπούσαν στην «απελευθέρωση της αμερικανικής ενέργειας», συμπεριλαμβανομένης της κήρυξης εθνικής ενεργειακής έκτακτης ανάγκης. Και δεν έχει επιβραδύνει έκτοτε.

Ο Τραμπ αφαίρεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες από τις συμφωνίες του Παρισιού για το κλίμα, κατάργησε την «εντολή για ηλεκτρικά οχήματα», άνοιξε τεράστιες περιοχές στην Αλάσκα για προμήθεια ορυκτών καυσίμων, μείωσε τους περιορισμούς στη βιομηχανία άνθρακα, απέσυρε μεγάλο μέρος των κανονισμών της Υπηρεσίας Προστασίας του Περιβάλλοντος και αφαίρεσε αναφορές για την κλιματική αλλαγή από δημόσιους ιστότοπους.

Επίσης, σταμάτησε αυτό που η κυβέρνησή του περιγράφει ως «υπερβολή» των κρατικών και τοπικών κανονιστικών αρχών, απέλυσε εκατοντάδες υπαλλήλους ομοσπονδιακών υπηρεσιών, κατάργησε τα πρότυπα ενεργειακής απόδοσης συσκευών και ήρε την ήδη ληγμένη παύση για το LNG.

Αυτή η λίστα είναι μια σύνοψη μιας μακράς λίστας. Η ουσία των ενεργειών του προέδρου είναι να προκαλέσει μια «αλλαγή 180 μοιρών σε ολόκληρη την κυβέρνηση» στις ενεργειακές και περιβαλλοντικές πολιτικές, με έμφαση στην απορρύθμιση που έχει σχεδιαστεί για να διαλύσει την εστίαση της κυβέρνησης Μπάιντεν στην απαλλαγή από τον άνθρακα.

Το πώς θα εξελιχθούν αυτές οι ενέργειες εξαρτάται από το πόσο γρήγορα το Κογκρέσο μπορεί να υιοθετήσει την πολυαναμενόμενη μεταρρύθμιση των αδειοδότησης και από τις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Εξωτερική πολιτική

Σε έναν ανεμοστρόβιλο διπλωματικών προσπαθειών, ο Τραμπ ξεκίνησε μια σειρά διαπραγματεύσεων για να τερματίσει τις συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Γάζα και υιοθέτησε σκληρή γραμμή απέναντι στις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν πριν ξεκινήσει τις συνομιλίες.

Ο Τραμπ άνοιξε ξανά τις άμεσες συνομιλίες με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, οι οποίες είχαν παγώσει για τέσσερα χρόνια.

«Η κληρονομιά μου για την οποία είμαι πιο περήφανος θα είναι αυτή του ειρηνοποιού και του ενοποιητή. Αυτό θέλω να είμαι», δήλωσε ο Τραμπ στην ομιλία του για την ορκωμοσία του στις 20 Ιανουαρίου.

Ο πρόεδρος έχει πιέσει την ηγεσία στο Κίεβο και τη Μόσχα να προσέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για μια κατάπαυση του πυρός, αν και αυτές οι συνομιλίες έχουν σε μεγάλο βαθμό βαλτώσει, καθώς καμία από τις δύο πλευρές δεν εκφράζει την προθυμία της να ασχοληθεί ουσιαστικά με τις απαιτήσεις της άλλης.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ συνομιλούν κατά την κηδεία του Πάπα Φραγκίσκου στο Βατικανό στις 26 Απριλίου 2025. (Γραφείο Τύπου της Ουκρανικής Προεδρίας μέσω AP)

 

Κατά την καθοδήγηση του Τραμπ, ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ συμμετείχε επίσης σε συνομιλίες με την Τεχεράνη για το μέλλον του πυρηνικού της προγράμματος. Ο Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι δεν θα επιτρέψει στο Ιράν να αναπτύξει πυρηνικά όπλα και έχει δηλώσει ότι είναι έτοιμος να χρησιμοποιήσει στρατιωτική δράση κατά του ιρανικού καθεστώτος για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Ο Τραμπ έχει επίσης αφήσει να εννοηθεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να αναλάβουν τον έλεγχο της Λωρίδας της Γάζας, μετεγκαθιστώντας τους κατοίκους της και δημιουργώντας μια «ριβιέρα» στη Μέση Ανατολή.

DEI και εκπαίδευση

Ο Τραμπ κινήθηκε γρήγορα για να τερματίσει τα προγράμματα ποικιλομορφίας, ισότητας και ένταξης (DEI), καθιστώντας τα έναν από τους πρώτους στόχους της δεύτερης θητείας του.

Ενώ οι υποστηρικτές του DEI υποστηρίζουν ότι τέτοια προγράμματα βοηθούν στην αποκατάσταση ιστορικών αδικιών εις βάρος των μαύρων Αμερικανών και άλλων μειονοτήτων, ο Τραμπ και η ομάδα του το βλέπουν διαφορετικά. Λένε ότι το DEI παραβιάζει το νόμο περί πολιτικών δικαιωμάτων εισάγοντας διακρίσεις λόγω φυλής.

Την πρώτη ημέρα της θητείας του, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα για τον τερματισμό των πρωτοβουλιών DEI σε ολόκληρη την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Οι επακόλουθες εκτελεστικές ενέργειες επέκτειναν την προσπάθεια, στοχεύοντας στην επιρροή του DEI στα πρότυπα πιστοποίησης των πανεπιστημίων και στις ομοσπονδιακές πρακτικές σύναψης συμβάσεων.

Ο Τραμπ διέταξε επίσης τον τερματισμό των προγραμμάτων DEI τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Μια επιστολή της 3ης Απριλίου από το Υπουργείο Παιδείας όρισε προθεσμία έως τις 24 Απριλίου για τις πολιτείες να πιστοποιήσουν οι περιφέρειες ότι το DEI δεν χρησιμοποιείται στα σχολεία. Ένας ομοσπονδιακός δικαστής μπλόκαρε αυτό το μέτρο πριν από την προθεσμία.

Η κυβέρνηση αναζήτησε μόχλευση στην ομοσπονδιακή χρηματοδότηση που παρέχεται σε πανεπιστήμια και δημόσια σχολεία.

Το Πανεπιστήμιο Κολούμπια ήταν το πρώτο που έλαβε αίτημα της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τον αντισημιτισμό ή να χάσει την ομοσπονδιακή χρηματοδότηση. Συμφώνησε.

Το Χάρβαρντ, όταν αντιμετώπισε μια παρόμοια απαίτηση για την αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και την εξάλειψη του DEI, ακολούθησε μια διαφορετική προσέγγιση. Επικαλούμενο την ακαδημαϊκή ελευθερία, το πανεπιστήμιο απέρριψε τα αιτήματα και έχασε 2 δισεκατομμύρια δολάρια σε ομοσπονδιακή χρηματοδότηση. Η μάχη θα διεξαχθεί τώρα στα δικαστήρια.

Το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης, στις 16 Απριλίου 2025. Αφού ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ διέταξε τον τερματισμό των προγραμμάτων ποικιλομορφίας, ισότητας και ένταξης στην εκπαίδευση, το Χάρβαρντ απέρριψε την εντολή, επικαλούμενο την ακαδημαϊκή ελευθερία, και ως αποτέλεσμα έχασε 2 δισεκατομμύρια δολάρια σε ομοσπονδιακή χρηματοδότηση. (Learner Liu/The Epoch Times)

 

Ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα τον Μάρτιο για να διευκολύνει την κατάργηση του Υπουργείου Παιδείας των ΗΠΑ, κάνοντας ένα βήμα προς την εκπλήρωση μιας προεκλογικής δέσμευσης. Επίσης, απέλυσε περίπου το ήμισυ του προσωπικού του τμήματος.

Η κυβέρνηση όρισε ότι όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα πρέπει να αναγνωρίζουν μόνο δύο φύλα και να τερματίζουν τις πρακτικές της τρανς ιδεολογίας, απαγορεύοντας σε βιολογικά αρσενικά να αγωνίζονται σε γυναικεία αθλήματα, μια οδηγία με την οποία η Εθνική Ένωση Κολλεγιακού Αθλητισμού (NCAA) συμμορφώθηκε γρήγορα.

DOGE

Στο πλαίσιο της σαρωτικής αναμόρφωσης της κυβέρνησής του, ο Τραμπ δημιούργησε το Υπουργείο Αποδοτικότητας της Κυβέρνησης (DOGE), διορίζοντας τον Έλον Μασκ ως ειδικό σύμβουλο για να ηγηθεί της προσπάθειας.

Παρά το όνομά του, το DOGE δεν είναι ένα παραδοσιακό υπουργικό συμβούλιο. Είναι ένα προσωρινό όργανο, που έχει οριστεί να λήξει στις 4 Ιουλίου 2026.

Η ομάδα DOGE, η οποία περιλαμβάνει δισεκατομμυριούχους της τεχνολογίας και μηχανικούς λογισμικού, έχει ως αποστολή να βοηθήσει στη μείωση του αριθμού των εργαζομένων, στον εκσυγχρονισμό του λογισμικού και στον εντοπισμό άλλων πιθανών εξοικονομήσεων σε όλες τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Επιδιώκει να εξαλείψει τη «σπατάλη, την απάτη και την κατάχρηση», η οποία αποτελεί βασικό μέρος της ατζέντας του Τραμπ.

Μέχρι στιγμής, το DOGE αναφέρει ότι έχουν εξοικονομηθεί 160 δισεκατομμύρια δολάρια μέσω πωλήσεων περιουσιακών στοιχείων, λήξεων συμβάσεων και άλλων προσπαθειών, μέχρι στιγμής πολύ λιγότερο από τον τολμηρό στόχο του 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων για το πρώτο έτος.

Η ταχύτητα και η τόλμη της προσέγγισης του Μασκ έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από τους Δημοκρατικούς και τα μέσα ενημέρωσης, καθιστώντας το DOGE ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα στοιχεία των πρώτων 100 ημερών του Τραμπ. Περισσότεροι από 120.000 ομοσπονδιακοί υπάλληλοι σε 30 υπηρεσίες φέρονται να έχουν απολυθεί από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του ο Τραμπ.

Τα εργατικά συνδικάτα και πολλές άλλες ομάδες έχουν μηνύσει το DOGE, ιδίως για την πρόσβασή του σε ευαίσθητα ομοσπονδιακά δεδομένα. Στις αρχές Απριλίου, το Τέταρτο Περιφερειακό Δικαστήριο επέτρεψε στο DOGE να έχει πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα από τρεις υπηρεσίες, αφήνοντας παράλληλα σε ισχύ μια εντολή που του εμπόδιζε να έχει πρόσβαση σε δεδομένα της Διοίκησης Κοινωνικής Ασφάλισης. Αργότερα τον ίδιο μήνα, ένας ομοσπονδιακός δικαστής στο Μέριλαντ παρέτεινε την απαγόρευση.

Αφού τα έσοδα και τα κέρδη της Tesla μειώθηκαν σημαντικά το πρώτο τρίμηνο, ο Μασκ ανακοίνωσε σχέδια για μείωση των συνεισφορών του στο DOGE τον Μάιο.

Νομικές μάχες

Η ατζέντα του Τραμπ έχει αντιμετωπίσει περισσότερες από 100 αγωγές, με πολλές να δοκιμάζουν τα όρια μεταξύ δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας.
Πολιτείες και εξωτερικές ομάδες έχουν προσπαθήσει να αμφισβητήσουν τις ενέργειες του Τραμπ για τη μετανάστευση, το DOGE, τις μαζικές απολύσεις εντός της εκτελεστικής εξουσίας και τις σαρωτικές παύσεις στις δαπάνες, μεταξύ άλλων.

Οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν επίσης παρέμβει με πολλές αμφιλεγόμενες αποφάσεις σχετικά με έκτακτες προσφυγές που αφορούν τις πολιτικές του Τραμπ.

Οι δικαστές έχουν ορίσει ακρόαση για τον Μάιο σχετικά με τρεις αποφάσεις κατώτερων δικαστηρίων που μπλόκαραν την πολιτική του Τραμπ που περιορίζει το δικαίωμα υπηκοότητας βάσει τόπου γέννησης.

Υγεία

Κατά τη δεύτερη θητεία του, ο Τραμπ δίνει προτεραιότητα στην υγεία των παιδιών, στις χρόνιες ασθένειες και στην ασφάλεια των τροφίμων, κάτι που έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από την επιλογή του ως υπουργού Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών (HHS), του Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ.

Ο Κένεντι ηγήθηκε μιας σαρωτικής αλλαγής στο HHS, περικόπτοντας δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας και αλλάζοντας την εστίαση του οργανισμού. Έχει πιέσει για απαγορεύσεις τεχνητών χρωστικών και για περιορισμό της χρήσης κουπονιών τροφίμων για αγορά μη θρεπτικών τροφίμων και ποτών.

Ο υπουργός υποσχέθηκε επίσης να διερευνήσει τα αίτια της αύξησης του αυτισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Διευθυντής των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας, Τζέι Μπατατσάρια, του οποίου ο οργανισμός ηγείται του ερευνητικού έργου για τον αυτισμό, δήλωσε ότι το σχέδιο είναι να εκδοθεί πρόσκληση υποβολής προτάσεων έως τον Σεπτέμβριο. Οι επιστήμονες θα απαντήσουν στη συνέχεια και οι επιχορηγήσεις θα εγκριθούν.

«Θα ήθελα να έχω ένα χρονοδιάγραμμα εντός ενός έτους, όπου θα αρχίσουν να δημοσιεύουν τα προκαταρκτικά αποτελέσματα», δήλωσε ο Μπατατσάρια στις 22 Απριλίου.

Τι ακολουθεί;

Καθώς σηματοδοτεί τις πρώτες 100 ημέρες του, ο Τραμπ προωθεί την εσωτερική του ατζέντα, με τις φορολογικές περικοπές στην κορυφή της λίστας του.

Σε αντίθεση με την πρώτη του θητεία, όταν αντιμετώπισε αντίσταση από ορισμένους Ρεπουμπλικάνους νομοθέτες και συχνά συγκρούστηκε με τους ηγέτες των Ρεπουμπλικανών, τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων Πολ Ράιαν και τον Ηγέτη της Πλειοψηφίας στη Γερουσία Μιτς ΜακΚόνελ, ο Τραμπ φαίνεται τώρα να συνεργάζεται πιο ομαλά με τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων Μάικ Τζόνσον και τον Ηγέτη της Πλειοψηφίας στη Γερουσία Τζον Θουν.

Τον Απρίλιο, το Κογκρέσο ψήφισε ένα σχέδιο προϋπολογισμού, ανοίγοντας τον δρόμο για τους Ρεπουμπλικάνους ηγέτες να συντάξουν ένα ευρύ νομοσχέδιο που θα επικεντρώνεται σε μια σειρά από μέτρα του Τραμπ για την άμυνα, την ενέργεια, τη μετανάστευση και τις μειώσεις φόρων.

Οι ηγέτες των Ρεπουμπλικανών και στα δύο σώματα θα πρέπει να διαπραγματευτούν το πακέτο συμφιλίωσης και να εξασφαλίσουν την ψήφιση της νομοθετικής ατζέντας του Τραμπ μέχρι τις διακοπές του Αυγούστου.

Ο Τραμπ ελπίζει ότι οι φορολογικές περικοπές του θα τροφοδοτήσουν μια οικονομική άνθηση, συμβάλλοντας στην αντιστάθμιση του πόνου που προκαλείται από τους δασμούς.

Πρόσφατα πρότεινε μια νέα μείωση του φόρου εισοδήματος για άτομα που κερδίζουν λιγότερα από 200.000 δολάρια ετησίως.

«Όταν οι δασμοί δώσουν το αποτέλεσμά τους, οι φόροι εισοδήματος πολλών ανθρώπων θα μειωθούν σημαντικά, ίσως ακόμη και θα καταργηθούν εντελώς. Η έμφαση θα δοθεί σε άτομα που κερδίζουν λιγότερα από 200.000 δολάρια ετησίως», έγραψε ο Τραμπ σε μια ανάρτηση στις 27 Απριλίου στο Truth Social.

Νίκη των Φιλελευθέρων του Κάρνεϋ στις εκλογές του Καναδά

Οι Φιλελεύθεροι επικράτησαν στις εκλογές της 28ης Απριλίου στον Καναδά, εξασφαλίζοντας τέταρτη διαδοχική κυβερνητική θητεία, με τον Μαρκ Κάρνεϊ να παραμένει πρωθυπουργός.

Μέχρι τις 3:30 π.μ. (τοπική ώρα Ανατολικής Ακτής) της 29ης Απριλίου, με καταμετρημένο το 98% των εκλογικών τμημάτων, οι Φιλελεύθεροι είχαν εκλεγεί ή προηγούνταν σε 167 εκλογικές περιφέρειες, οι Συντηρητικοί σε 145, το Bloc Québécois σε 23, το NDP σε 7 και οι Πράσινοι σε μία, ενώ η καταμέτρηση συνεχιζόταν. Για την επίτευξη αυτοδυναμίας απαιτούνται 172 έδρες στις συνολικά 343 της Βουλής των Κοινοτήτων.

Η εκλογική νίκη θεωρείται ιδιαίτερης σημασίας για τον Μαρκ Κάρνεϋ, πρώην τραπεζίτη και διοικητή κεντρικών τραπεζών, ο οποίος ανέλαβε την ηγεσία των Φιλελευθέρων στις 9 Μαρτίου, διαδεχόμενος τον Τζάστιν Τρυντώ, και ορκίστηκε πρωθυπουργός στις 14 Μαρτίου.

Στην ομιλία του μετά τη νίκη, ο Κάρνεϋ έδωσε έμφαση στην ανάγκη εθνικής ενότητας, στην ενίσχυση της καναδικής οικονομίας και στην αντιμετώπιση των αμερικανικών δασμών, όπως και των δηλώσεων του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εξέφρασε την επιθυμία να ενταχθεί ο Καναδάς στις Ηνωμένες Πολιτείες — θέμα που αποτέλεσε κεντρικό σημείο της προεκλογικής καμπάνιας του.

Ο Κάρνεϋ ανέφερε πως η κυβέρνησή του θα εργαστεί «για όλους και με όλους», τονίζοντας την ανάγκη να αφήσει πίσω η χώρα «το όραμα και τον θυμό του παρελθόντος». Δήλωσε επίσης ότι η χώρα θα μπει σε πορεία «μαζικής ανάπτυξης», με τη δημιουργία εκατοντάδων χιλιάδων «καλών θέσεων εργασίας» και στόχο να αναδειχθεί ως «ενεργειακή υπερδύναμη» τόσο στις καθαρές όσο και στις συμβατικές μορφές ενέργειας. Επιπλέον, τάχθηκε υπέρ της δημιουργίας μιας «βιομηχανικής στρατηγικής» που θα καταστήσει τον Καναδά πιο ανταγωνιστικό, συμβάλλοντας παράλληλα στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Ο Κάρνεϋ επανέλαβε την άποψή του ότι η προεδρία Τραμπ έχει αλλάξει ριζικά τη φύση της σχέσης μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά, η οποία βασιζόταν σε ένα σύστημα «ανοικτού παγκόσμιου εμπορίου», χαρακτηρίζοντας αυτή την αλλαγή «προδοσία». Δήλωσε ότι όταν συναντηθεί με τον Τραμπ, η συζήτηση θα αφορά το μέλλον της οικονομικής και αμυντικής σχέσης μεταξύ «δύο κυρίαρχων εθνών», προσθέτοντας ότι ο Καναδάς διαθέτει «πολλές εναλλακτικές πέραν των Ηνωμένων Πολιτειών για την οικοδόμηση της ευημερίας του».

Η νίκη των Φιλελευθέρων αποτελεί συνέχεια της εκλογικής επικράτησης του Τρυντώ το 2015 επί των Συντηρητικών του Στήβεν Χάρπερ, με πλειοψηφία, ενώ ακολούθησαν δύο διαδοχικές μειοψηφικές κυβερνήσεις, το 2019 και το 2021.

Ο Κάρνεϋ, κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού στην οικονομία από το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, υπηρέτησε ως διοικητής της Τράπεζας του Καναδά την περίοδο 2007–2013 και της Τράπεζας της Αγγλίας από το 2013 έως το 2020. Μετά την αποχώρησή του από τη δημόσια υπηρεσία, δραστηριοποιήθηκε στον ιδιωτικό τομέα και ανέλαβε επίσης καθήκοντα Ειδικού Απεσταλμένου του ΟΗΕ για την Κλιματική Δράση και τη Χρηματοδότηση, θέση από την οποία παραιτήθηκε νωρίτερα φέτος για να θέσει υποψηφιότητα για την ηγεσία των Φιλελευθέρων.

Ο ίδιος εξελέγη για πρώτη φορά σε δημόσιο αξίωμα, εξασφαλίζοντας ποσοστό 64% στην εκλογική περιφέρεια Νιπήαν στην Οττάβα. Η αντίπαλός του από τους Συντηρητικούς, Μπάρμπαρα Μπαλ, ήρθε δεύτερη με 33%.

Τα πρώτα αποτελέσματα έδειχναν ενίσχυση της δύναμης των Φιλελευθέρων κατά περισσότερες από 10 έδρες σε σύγκριση με το 2021, ενώ οι Συντηρητικοί κέρδιζαν πάνω από 20 επιπλέον έδρες. Αντιθέτως, το Bloc Québécois φαινόταν να χάνει περίπου 10 έδρες, το NDP 15 και οι Πράσινοι μία.

Παράλληλα, οι Φιλελεύθεροι αύξησαν το ποσοστό τους σε εθνικό επίπεδο στο 43%, έναντι 33% το 2021, ενώ οι Συντηρητικοί ανέβηκαν στο 42%, από 34% στην προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση.

Ανατροπή στις δημοσκοπήσεις και πολιτικές εξελίξεις μετά τις εκλογές

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2024, οι Συντηρητικοί του Πιερ Πουαλιέβρ προηγούνταν στις δημοσκοπήσεις με διψήφια διαφορά έναντι των Φιλελευθέρων, καθώς η στήριξη προς την κυβέρνηση του Τρυντώ υποχωρούσε ραγδαία. Η εικόνα αυτή μεταβλήθηκε σημαντικά μετά την επιβολή δασμών από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και τις δηλώσεις του υπέρ της ένταξης του Καναδά στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και μετά την ανάληψη της ηγεσίας των Φιλελευθέρων από τον Μαρκ Κάρνεϋ.

Στην ομιλία του μετά τις εκλογές, ο Πουαλιέβρ ανακοίνωσε ότι θα παραμείνει στην ηγεσία του κόμματος και δεσμεύτηκε να συνεχίσει να ασκεί αυστηρό κοινοβουλευτικό έλεγχο στη νέα κυβέρνηση. Παραδέχθηκε ότι πολλοί υποστηρικτές ενδέχεται να απογοητεύτηκαν επειδή η «αλλαγή δεν κατάφερε να φτάσει στη γραμμή του τερματισμού», επισημαίνοντας όμως πως η αλλαγή απαιτεί χρόνο και επιμονή, καθώς, όπως είπε, «ο λαός και η πατρίδα αξίζουν τον αγώνα».

Ο επικεφαλής των Συντηρητικών, Πιερ Πουαλιέβρ, χαιρετά το πλήθος αφού μίλησε κατά τη διάρκεια προεκλογικής συγκέντρωσης στο Όκβιλ, Οντ, στις 27 Απριλίου 2025. (Peter Power/AFP μέσω Getty Images)

 

Παρά την ήττα, χαιρέτισε την αύξηση των εδρών και του ποσοστού ψήφων για το Συντηρητικό Κόμμα σε σχέση με τις εκλογές του 2021.

Μέχρι τις 3:30 τα ξημερώματα, δεν είχε ακόμη ξεκαθαριστεί αν ο ίδιος θα επανεκλεγόταν στην εκλογική του περιφέρεια, το Κάρλτον, την οποία εκπροσωπεί από το 2004. Ο υποψήφιος των Φιλελευθέρων, Μπρους Φάντζοϋ, προηγείτο με 50% έναντι 46%.

Η άνοδος των Φιλελευθέρων στις εκλογές της 28ης Απριλίου αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην κατάρρευση της ψήφου προς το προοδευτικό NDP. Η μετατόπιση αυτή ωφέλησε το κόμμα του Κάρνεϋ, το οποίο φαίνεται να απορρόφησε σημαντικό ποσοστό των προοδευτικών ψηφοφόρων. Ο επικεφαλής του NDP, Τζαγκμίτ Σινγκ, ο οποίος δεν κατάφερε να επανεκλεγεί, ανακοίνωσε ότι θα παραιτηθεί από την ηγεσία του κόμματος μόλις εκλεγεί προσωρινός διάδοχος.

Ο ηγέτης του NDP Τζαγκμίτ Σινγκ απευθύνεται στους υποστηρικτές του τη νύχτα των εκλογών, στο Μπέρναμπι της Βρετανικής Κολομβίας, μετά τις εκλογές της 28ης Απριλίου 2025. (The Canadian Press/Ethan Cairns)

 

Σε δηλώσεις του προς τους υποστηρικτές, ο Σινγκ παραδέχθηκε την απογοήτευσή του για το εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά τόνισε ότι δεν είναι απογοητευμένος από το πολιτικό κίνημα που εκπροσωπεί, εκφράζοντας ελπίδα για την πορεία του κόμματος στο μέλλον.

Ο αρχηγός του Bloc Québécois, Υβ-Φρανσουά Μπλανσέ, επανεξελέγη άνετα στην περιφέρειά του, Μπελέι-Σαμπλύ, στο Κεμπέκ, την οποία εκπροσωπεί από το 2019. Στο επίκεντρο της προεκλογικής συζήτησης βρέθηκαν δηλώσεις του τις τελευταίες ημέρες της καμπάνιας, κατά τις οποίες χαρακτήρισε τον Καναδά «τεχνητή χώρα με ελάχιστο νόημα» και δήλωσε ότι αισθάνεται «βουλευτής σε ξένο κοινοβούλιο».

Η συμπρόεδρος των Πρασίνων, Ελίζαμπεθ Μέι, επανεξελέγη στην περιφέρεια Σάνιτς–Νήσοι Γκαλφ της Βρετανικής Κολομβίας, την οποία εκπροσωπεί από το 2011. Αντιθέτως, ο συμπρόεδρος Τζόναθαν Πεντνό, που ήταν υποψήφιος στην περιφέρεια Ουτρεμόν του Μοντρεάλ, δεν εξελέγη.

Ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος του Καναδά, Μαξίμ Μπερνιέ, δεν κατάφερε να εκλεγεί στην περιφέρεια Μπος του Κεμπέκ, την οποία είχε εκπροσωπήσει παλαιότερα ως Συντηρητικός από το 2006 έως το 2015. Πρόκειται για την τρίτη φορά που έθεσε υποψηφιότητα στην ίδια περιφέρεια ως επικεφαλής του κόμματός του.

Διπολική αναμέτρηση

Η εκλογική αναμέτρηση της 28ης Απριλίου εξελίχθηκε σε ξεκάθαρη μονομαχία μεταξύ των Φιλελευθέρων του Μαρκ Κάρνεϋ και των Συντηρητικών του Πιερ Πουαλιέβρ, έπειτα από μία καμπάνια διάρκειας ενός μήνα.

Σύμφωνα με την Εκλογική Επιτροπή του Καναδά, καταγράφηκε ιστορικό ρεκόρ πρόωρης ψήφου, καθώς 7,3 εκατομμύρια πολίτες άσκησαν το εκλογικό τους δικαίωμα κατά τη διάρκεια του Πάσχα — αριθμός που ξεπερνά κατά πολύ το προηγούμενο ρεκόρ των 5,8 εκατομμυρίων στις εκλογές του 2021.

Πριν από τη διάλυση του Κοινοβουλίου, οι Φιλελεύθεροι κατείχαν 153 έδρες, οι Συντηρητικοί 120, το Bloc Québécois 33, το NDP 24 και οι Πράσινοι δύο. Υπήρχαν επίσης τρεις ανεξάρτητοι βουλευτές, ενώ ορισμένες έδρες παρέμεναν κενές. Ο αριθμός των εδρών στη Βουλή των Κοινοτήτων αυξήθηκε από 338 το 2021 σε 343 μετά την εφαρμογή νέων εκλογικών ορίων το 2022.

Εκλογές μέσω εμπορικής έντασης

Η εκλογική διαδικασία διεξήχθη υπό τη σκιά της εμπορικής έντασης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς οι δασμοί και η στάση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ επηρέασαν σημαντικά το προεκλογικό κλίμα και τη στάση των ψηφοφόρων.

Τους τελευταίους μήνες, ο Αμερικανός πρόεδρος προχώρησε επανειλημμένα στην ανακοίνωση δασμών σε καναδικά προϊόντα — τους ανέστειλε, αλλά και τους επανέφερε. Αυτή τη στιγμή, οι ΗΠΑ επιβάλλουν δασμούς 25% σε προϊόντα που δεν περιλαμβάνονται στη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου της Βόρειας Αμερικής, 10% σε ενέργεια και ποτάσα, 25% σε χάλυβα και αλουμίνιο, και 25% σε ανταλλακτικά αυτοκινήτων. Ο Καναδάς έχει απαντήσει με αντίστοιχες εμπορικές κυρώσεις σε αμερικανικά προϊόντα.

Ο ηγέτης των Συντηρητικών Πιερ Πουαλιέβρ (α) και ο ηγέτης των Φιλελευθέρων Μαρκ Κάρνεϋ (δ) συνομιλούν μετά τη γαλλόφωνη συζήτηση των ομοσπονδιακών ηγετών στο Maison de Radio-Canada στο Μοντρεάλ, στις 16 Απριλίου 2025. (Christopher Katsarov/Pool/AFP μέσω Getty Images)

 

Ο Τραμπ, ανήμερα των εκλογών, επανέλαβε μέσω της πλατφόρμας Truth Social ότι ο Καναδάς θα ήταν καλύτερα ως «51η Πολιτεία των Ηνωμένων Πολιτειών». Συγκεκριμένα, ευχήθηκε καλή τύχη στους πολίτες του Καναδά, καλώντας τους να εκλέξουν «έναν ηγέτη ικανό να μειώσει τους φόρους στο μισό, να αυξήσει τη στρατιωτική ισχύ δωρεάν, να τετραπλασιάσει το μέγεθος της καναδικής βιομηχανίας χωρίς δασμούς ή φόρους, αν ο Καναδάς γίνει η αγαπημένη 51η Πολιτεία των ΗΠΑ».

Ο Μαρκ Κάρνεϋ στήριξε την προεκλογική του καμπάνια κυρίως στην ανάγκη για μια ισχυρή απάντηση απέναντι στην προεδρία Τραμπ, κάνοντας λόγο για τη «μεγαλύτερη κρίση της ζωής μας». Επιβεβαίωσε πρόσφατα ότι ο Τραμπ είχε αποκαλέσει τον Καναδά «51η Πολιτεία» κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας μεταξύ τους τον Μάρτιο. Παρότι αρχικά είχε δηλώσει πως ο Αμερικανός πρόεδρος «σεβάστηκε την κυριαρχία του Καναδά», στη συνέχεια αποκάλυψε πως οι δύο πλευρές συμφώνησαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για τις εμπορικές και αμυντικές σχέσεις των δύο χωρών μετά την ολοκλήρωση των εκλογών.

Από την πλευρά του, ο Πουαλιέβρ είχε δηλώσει κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου ότι η καναδική κυριαρχία δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης, επικεντρώνοντας ωστόσο την καμπάνια του στο αίτημα για πολιτική αλλαγή μετά από σχεδόν μία δεκαετία διακυβέρνησης των Φιλελευθέρων.

Η εκλογική αναμέτρηση έλαβε χώρα λίγες ημέρες μετά από τραγωδία στο Βανκούβερ, όπου 11 άνθρωποι σκοτώθηκαν από όχημα που έπεσε πάνω στο πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο σε φεστιβάλ της φιλιππινέζικης κοινότητας. Το τραγικό συμβάν στιγμάτισε τις τελευταίες ημέρες της προεκλογικής περιόδου, με όλους τους πολιτικούς αρχηγούς να εκφράζουν τα συλλυπητήριά τους προς τις οικογένειες των θυμάτων.

Των Matthew Horwood, Omid Ghoreishi και Jennifer Cowan

Στο συνέδριο του ΕΛΚ ο Κυρ. Μητσοτάκης

Ο πρωθυπουργός και πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης θα λάβει μέρος, σήμερα Τρίτη και αύριο Τετάρτη, στο συνέδριο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, στη Βαλένθια της Ισπανίας. Στο Συνέδριο θα εκλεγεί η ηγεσία της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς για τα επόμενα τρία χρόνια, σε μία κρίσιμη συγκυρία για την Ευρωπαϊκή Ένωση στο νέο γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον που διαμορφώνεται.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στο επίκεντρο του συνεδρίου αναμένεται να βρεθούν οι ευρωπαϊκές προκλήσεις, όπως η συλλογική ασφάλεια και άμυνα, η ανταγωνιστικότητα και η προστασία των δημοκρατικών θεσμών, τη στιγμή που η ΕΕ φιλοδοξεί, μετά και την παρουσίαση του προγράμματος ReArm, να προχωρήσει στην υλοποίηση της στρατηγικής της για την ενίσχυση των ευρωπαϊκών αποτρεπτικών δυνατοτήτων και της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Η Ελλάδα έχει πρωταγωνιστήσει στις διαβουλεύσεις για την κατάρτιση του σχεδίου της ΕΕ, ειδικά στην πρόταση για δημοσιονομική ευελιξία.

Επίσης, στο περιθώριο των εργασιών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα έχει συναντήσεις, μεταξύ άλλων, με τον εκλεγμένο καγκελάριο της Γερμανίας Φρήντριχ Μερτς, τον πρωθυπουργό της Φινλανδίας Πέτερι Όρπο και τον πρωθυπουργό της Σουηδίας Ουλφ Κρίστερσον, ενώ ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και της ΝΔ, Κωστής Χατζηδάκης, διεκδικεί μία από τις θέσεις αντιπροέδρου του ΕΛΚ.

Υπενθυμίζεται πως ο Φρήντριχ Μερτς, που έχει συναντηθεί στο Βερολίνο με τον πρωθυπουργό, είναι υπέρμαχος μίας πιο ρωμαλέας πολιτικής στο πεδίο των εξοπλισμών για την υπεράσπιση της Ευρώπης. Οι ηγέτες της Φινλανδίας και της Σουηδίας είχαν συμμετάσχει με τον Κυριάκο Μητσοτάκη στη Σύνοδο Βορρά-Νότου, τον περασμένο Δεκέμβριο, όπου είχαν συζητηθεί στόχοι και πολιτικές ως προς τις ανάγκες και τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής άμυνας, με δεδομένη την εκπεφρασμένη βούληση της κυβέρνησης Τραμπ να μειώσει το στρατιωτικό αποτύπωμα των ΗΠΑ στη Γηραιά Ήπειρο και να αυξηθεί ο στόχος των αμυντικών δαπανών για τα μέλη του NATO.

Θ. Κοντογεώργης: Για να στηρίζουμε με μόνιμα μέτρα όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, χρειάζεται να έχουμε καλά δημοσιονομικά

Για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και τη στήριξη των πιο ευάλωτων ομάδων της κοινωνίας μίλησε ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Θανάσης Κοντογεώργης μιλώντας στην τηλεόραση του Σκάι.

Αρχικά ο κ. Κοντογεώργης αναφέρθηκε στο νέο σύστημα αυτόματης πέδησης στα τρένα που τέθηκε σε δοκιμαστική λειτουργία. Τη Δευτέρα, όπως είπε, «θα παρουσιαστεί στο Υπουργικό Συμβούλιο από τον αναπληρωτή υπουργό κ. Κυρανάκη, μετά από συνεργασία και με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, κ. Χατζηδάκη, το νέο μοντέλο των σιδηροδρόμων, που αφορά και την μεταρρύθμιση του ίδιου του ΟΣΕ και την ενσωμάτωση των συστάσεων του ευρωπαϊκού οργανισμού και του ΕΟΔΑΣΑΑΜ». Όπως ανέφερε ο υφυπουργός «το νέο σύστημα αυτόματης πέδησης αποτελεί μέρος του συνολικού πλέγματος παρεμβάσεων για την ασφάλεια στους σιδηροδρόμους και περιλαμβάνει την ολοκλήρωση της τηλεδιοίκησης, την ολοκλήρωση της γραμμής που καταστράφηκε λόγω Daniel στη Θεσσαλία και τη μεταρρύθμιση των σιδηροδρόμων. Την Τρίτη, μάλιστα, θα βρεθούμε στη Θεσσαλία όπου θα υπογραφούν από το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών οι συμβάσεις για τα έργα αποκατάστασης του Daniel».

Ερωτώμενος στη συνέχεια σχετικά με το πλέγμα παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, ο Θ. Κοντογεώργης ανέφερε ότι «το βάρος της κυβέρνησης πέφτει στη σταθερή αύξηση των εισοδημάτων και στον έλεγχο της αγοράς. Οι μηχανισμοί ελέγχου έχουν ενισχυθεί με επιπλέον προσωπικό, ώστε και με την αυξημένη πλέον εμπειρία, να εντοπίζονται έγκαιρα οι παραπλανητικές πρακτικές». Προανήγγειλε μάλιστα αλλαγές στο θεσμό του συνηγόρου του καταναλωτή, ώστε να αισθάνεται πιο προστατευμένος ο καταναλωτής.

Για τα εισοδηματικά κριτήρια των πολιτών που θα λάβουν το επίδομα ενοικίου και τη δυνατότητα να διευρυνθούν ο Θ. Κοντογεώργης ανέφερε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία, αυτοί που θα λάβουν το επίδομα είναι το 80% των ενοικιαστών. «Η πολιτική επιλογή ήταν να πάμε σε πρώτη φάση εκεί που υπάρχουν μεγαλύτερες ανισότητες, στους ανθρώπους που είναι πιο κοντά στο φάσμα της φτώχειας και δεν έχουν περιθώρια να αντιδράσουν στους παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος διαβίωσης». Συμπλήρωσε ότι «εμείς θέλουμε να κάνουμε μόνιμες παρεμβάσεις. Το επίδομα ενοικίου δεν αποτελεί λύση στο στεγαστικό, αλλά διευκόλυνση για τους πιο ευάλωτους συμπολίτες μας, που υπερκαλύπτει τυχόν φορολογικές παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να γίνουν αντ’ αυτού».

Για το στεγαστικό ζήτημα συνολικά ο υφυπουργός ανέφερε ότι είναι ένα ζήτημα που θα μας απασχολεί, και απαιτούνται μακροπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις. «Βλέπουμε ήδη αποτελέσματα με τα προγράμματα Ανακαινίζω και Νοικιάζω, με τις ρυθμίσεις για τον έλεγχο των Airbnb, αλλά και με τα προγράμματα Σπίτι μου Ι και ΙΙ».

Σε ό,τι αφορά το υπερπλεόνασμα των 11,4 δισ. ευρώ και την πρόωρη αποπληρωμή περίπου 8 δισ. για το χρέος και τόκους, ο υφυπουργός ανέφερε ότι αντίστοιχα «χώρες που βρέθηκαν στην ίδια θέση, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, επιδιώκουν σημαντικά πλεονάσματα, γιατί για να στηρίξεις την οικονομική ανάπτυξη και τους ευάλωτους, χρειάζεσαι καλά δημοσιονομικά μεγέθη, σε μια συγκυρία, όπου το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον είναι ασταθές». Και συμπλήρωσε ότι «η πρόωρη αποπληρωμή δεν είναι μόνο προς όφελος των επόμενων γενιών, αλλά και των μελλοντικών κυβερνήσεων που θα έχουν περιθώρια, εφόσον έχουν διατηρήσιμη ανάπτυξη, να επιστρέψουν ορθολογικά μεγαλύτερο μέρισμα στην κοινωνία, ώστε κάθε χρόνο να είμαστε σε καλύτερη θέση».

Αναφορικά με τη στήριξη της μεσαίας τάξης, ο Θ. Κοντογεώργης ανέφερε ότι αυτό εντάσσεται στη δεύτερη φάση των παρεμβάσεων της κυβέρνησης για τη διανομή του υπερπλεονάσματος. «Με την εκτέλεση του προϋπολογισμού και λαμβάνοντας πάντα υπ’ όψιν και τις διεθνείς συνθήκες, η κυβέρνηση επεξεργάζεται ένα πλέγμα παρεμβάσεων που αφορούν και τη μεσαία τάξη και όπως έχει πει ο πρωθυπουργός θα ανακοινωθούν στη ΔΕΘ». Ο υφυπουργός κατέληξε ότι «η οικονομική πολιτική μας έχει μία συνέχεια και βασίζεται στο τρίπτυχο: βελτίωση εισοδημάτων, φορολογικές απαλλαγές και δημόσιες επενδύσεις».

Ο πρωθυπουργός της Νορβηγίας επισκέπτεται τον Λευκό Οίκο για να ενισχύσει τους δεσμούς και να συζητήσει τους δασμούς

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ — Ο Νορβηγός πρωθυπουργός Γιόνας Γκαρ Στέρε θα συναντηθεί με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο στις 24 Απριλίου σε μια διπλωματική συνάντηση που συνδυάζει πραγματισμό και στρατηγική ευθυγράμμιση.

Συνοδευόμενος από τον υπουργό Οικονομικών Γενς Στόλτενμπεργκ, η επίσκεψη υπογραμμίζει τη λεπτή ισορροπία των διατλαντικών σχέσεων εν μέσω αυξανόμενων εμπορικών διαφορών και κοινών επιταγών ασφάλειας.

Τα θέματα της συζήτησης θα περιλαμβάνουν το εμπόριο και την περιφερειακή ασφάλεια, μεταξύ άλλων θεμάτων, είπε η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Κάρολαϊν Λέβιτ σε δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια ενημέρωσης, στις 22 Απριλίου.

Οι ηγέτες αναμένεται να συζητήσουν τους πρόσφατους δασμούς 15% στα νορβηγικά προϊόντα που πωλούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες, που μειώθηκαν προσωρινά στο 10% μέχρι τις αρχές Ιουλίου

Επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Νορβηγίας, μετά την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι εισφορές των ΗΠΑ επηρεάζουν τις εξαγωγές όπως το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τα θαλασσινά, στα οποία βασίζεται η οικονομία της σκανδιναβικής χώρας.

Οι Νορβηγοί αξιωματούχοι τόνισαν την οικονομική εταιρική σχέση, ενώ πρότειναν ότι οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν εξαιρέσεις για ορισμένα προϊόντα ή μετριασμούς για τον περιορισμό των επιπτώσεων των δασμών.

«Η Νορβηγία και οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεργάζονται σε διάφορους τομείς και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένας σημαντικός εμπορικός εταίρος», δήλωσε ο Στέρε.

«Ανυπομονώ να μιλήσουμε για τομείς στους οποίους μπορούμε να συνεργαστούμε ακόμη πιο στενά στο μέλλον.»

Εκφράζοντας συγκρατημένη αισιοδοξία ότι μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία, ο μακροχρόνιος ηγέτης των Εργατικών θα προσπαθήσει να επιλύσει τις εμπορικές εντάσεις.

Στο τραπέζι της επίσκεψης εργασίας βρίσκεται επίσης ο ρόλος που διαδραματίζει η Νορβηγία τόσο στο ΝΑΤΟ, στην ίδρυση του οποίου συμμετείχε, όσο και στη σύγκρουση μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας.

Η Νορβηγία, που έχει προσφέρει σημαντική υποστήριξη στην Ουκρανία, ζήτησε μια ειρηνευτική συμφωνία που δεν προσφέρει παραχωρήσεις προς όφελος της Ρωσίας.

Η Νορβηγία παρέχει επίσης βοήθεια και χρηματοδοτεί επιχειρήσεις στην περιοχή, ύψους άνω των 1,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, για τη βελτίωση της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας.

Η ασφάλεια στην περιοχή της Αρκτικής αποτελεί εδώ και καιρό προτεραιότητα του Τραμπ, ο οποίος έχει επανειλημμένα ζητήσει από τους συμμάχους του ΝΑΤΟ να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες και να συνεργαστούν για να εξασφαλίσουν ειρήνη και σταθερότητα.

Ο πρόεδρος συναντήθηκε για τελευταία φορά επίσημα με τους ηγέτες της Νορβηγίας -και την τότε πρωθυπουργού Έρνα Σόλμπεργκ – το 2018.

«Η Νορβηγία είναι ένας μεγάλος πελάτης και ένας μεγάλος σύμμαχος», είπε τότε ο Τραμπ κατά τη διάρκεια επίσκεψης εργασίας στον Λευκό Οίκο, επαινώντας τις νορβηγικές αγορές στρατιωτικών αεροσκαφών αμερικανικής κατασκευής.

«Οι Νορβηγοί και οι Αμερικανοί έχουν τόσα κοινά. Είμαστε έθνη που αποτελούνται από δυνατούς, πρωτοπόρους και ριψοκίνδυνους ανθρώπους.»

Πέρα από τα γεωπολιτικά ζητήματα, η επίσκεψη έχει εσωτερικές επιπτώσεις και για τις δύο πλευρές, με τον Στέρε να αντιμετωπίζει βουλευτικές εκλογές τον Σεπτέμβριο.

Ο Λευκός Οίκος επιδιώκει να προβάλει δύναμη και σταθερότητα στην παγκόσμια σκηνή, ενώ παράλληλα εξισορροπεί βασικές συμμαχίες εμπορίου και ασφάλειας και προβάλλει την προεδρική ατζέντα σύμφωνα με την οποία έρχεται «Πρώτα η Αμερική».

Αξιωματούχοι που εκπροσωπούν τα δύο έθνη έχουν επισημάνει ότι η επίσκεψη του Νορβηγού πρωθυπουργού, η 13η ξένου ηγέτη στον Λευκό Οίκο κατά τη δεύτερη θητεία του Τραμπ, υπογραμμίζει την αναγκαιότητα και την πολυπλοκότητα της διατήρησης των παγκόσμιων δεσμών.

Οι δύο χώρες διατηρούν ειρηνικές διπλωματικές σχέσεις βασισμένες σε δημοκρατικές αξίες και αμοιβαίο σεβασμό από το 1905, όταν η σκανδιναβική χώρα αποσχίστηκε από τη Σουηδία, σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Η συνάντηση έπεται ανακοίνωσης Συμβουλίου Έρευνας της Νορβηγίας, στις 23 Απριλίου, για τις ερευνητικές υποτροφίες ύψους 7,2 εκατομμυρίων δολαρίων που προσφέρει με στόχο την πρόσληψη κορυφαίων ακαδημαϊκών ταλέντων από πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών.

«Η ακαδημαϊκή ελευθερία βρίσκεται υπό πίεση στις Ηνωμένες Πολιτείες και είναι μια απρόβλεπτη θέση για πολλούς ερευνητές στο κάποτε κορυφαίο έθνος της γνώσης στον κόσμο για πολλές δεκαετίες», δήλωσε ο Ζίγκρουν Άασλαντ, υπουργός Έρευνας και Ανώτατης Εκπαίδευσης της Νορβηγίας.

«Είναι σημαντικό για τη Νορβηγία να δράσει προληπτικά σε αυτήν την απαιτητική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ακαδημαϊκή ελευθερία. Μπορούμε να κάνουμε τη διαφορά για εξαιρετικούς ερευνητές και σημαντικές γνώσεις, και θέλουμε να το κάνουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα.»

Του Travis Gillmore

Το Χάρβαρντ μηνύει την κυβέρνηση Τραμπ για την αναστολή της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης

Το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ μήνυσε την κυβέρνηση Τραμπ, ζητώντας από ένα ομοσπονδιακό δικαστήριο να επιβάλει την απόδοση των κρατικών επιχορηγήσεων που λαμβάνει το Πανεπιστήμιο σε ομοσπονδιακά συμβόλαια και επιχορηγήσεις, τις οποίες η κυβέρνηση έχει ‘παγώσει’ λόγω της άρνησης του Πανεπιστημίου να καταργήσει τις προϋποθέσεις DEI (διαφορετικότητα, ισότητα και συμπερίληψη) και να καταπολεμήσει τον αντισημιτισμό στην πανεπιστημιούπολη.

«Οι συνέπειες της υπέρβασης των ορίων εκ μέρους της κυβέρνησης θα είναι σοβαρές και μακροχρόνιες», δήλωσε ο πρόεδρος του Χάρβαρντ Άλαν Γκάρμπερ, στις 21 Απριλίου, ανακοινώνοντας την αγωγή. «Η έρευνα που θέτει σε κίνδυνο η κυβέρνηση [με τη μη καταβολή των επιχορηγήσεων] περιλαμβάνει προσπάθειες για τη βελτίωση των προοπτικών των παιδιών που επιβιώνουν από τον καρκίνο, για την κατανόηση σε μοριακό επίπεδο τού πώς ο καρκίνος εξαπλώνεται σε όλο το σώμα, για την πρόβλεψη της εξάπλωσης εστιών μολυσματικών ασθενειών και για την ανακούφιση του πόνου των στρατιωτών που τραυματίζονται στο πεδίο της μάχης.»

Η μήνυση κατατέθηκε λίγες ώρες μετά την αναφορά ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ σχεδιάζει να αναστείλει την καταβολή στο Χάρβαρντ ακόμη ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων, ανεβάζοντας το συνολικό ποσό στα 3,2 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Wall Street Journal ανέφερε την εξέλιξη, την οποία επιβεβαίωσε αξιωματούχος του Λευκού Οίκου στην Epoch Times.

Το δισεκατομμύριο προοριζόταν για ιατρική έρευνα, όπως και τα 2,26 δισεκατομμύρια δολάρια, των οποίων η καταβολή ανεστάλη την περασμένη εβδομάδα. Ο Τραμπ έχει επίσης απειλήσει να ανακαλέσει το καθεστώς φοροαπαλλαγής του Χάρβαρντ.

Ο αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δεν διευκρίνισε τον λόγο για τις πρόσθετες περικοπές.

Η μήνυση του Χάρβαρντ σημειώνει πως το δίλημμα που τίθεται στο Χάρβαρντ και σε άλλα πανεπιστήμια είναι ξεκάθαρο: «Αν δεν επιτρέψετε στην κυβέρνηση να διαχειρίζεται το ακαδημαϊκό σας ίδρυμα, θέτετε σε κίνδυνο τη δυνατότητα του ιδρύματος να ασχολείται με [την έρευνα που οδηγεί σε] ιατρικές ανακαλύψεις, επιστημονικές ανακαλύψεις και καινοτόμες λύσεις».

Η μήνυση σημειώνει επίσης ότι το Χάρβαρντ έχει λάβει μέτρα για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού στην πανεπιστημιούπολη από τον περασμένο χρόνο. Αναφέρει ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν μπορεί να συνδέσει την ιατρική έρευνα του Χάρβαρντ με οποιαδήποτε εκδήλωση αντισημιτισμού.

Η καταγγελία ανέφερε ότι η απώλεια δισεκατομμυρίων δολαρίων που προορίζονται για τη χρηματοδότηση της έρευνας θα καταστρέψει το Χάρβαρντ και άλλα υγειονομικά και ερευνητικά ιδρύματα των ΗΠΑ.

«Εάν το Χάρβαρντ συνεχίσει να καλύπτει το έλλειμα της χρηματοδότησης από τους δικούς του πόρους, θα αναγκαστεί να μειώσει τον αριθμό των μεταπτυχιακών φοιτητών που δέχεται και τον αριθμό του διδακτικού προσωπικού και του ερευνητικού προσωπικού που πληρώνει για τη διεξαγωγή έρευνας. Δεν θα είναι σε θέση να συνεχίσει να προμηθεύεται και να συντηρεί υλικό αιχμής, εξοπλισμό και εγκαταστάσεις για έρευνα», ανέφερε.

Το πάγωμα της χρηματοδότησης θα βλάψει τη φήμη του Χάρβαρντ ως κορυφαίου ερευνητικού ιδρύματος, αναφέρει η καταγγελία, καθώς και τη σχέση του με άλλα ιδρύματα και την ικανότητά του να στρατολογεί ταλέντα και να εξασφαλίζει χρηματοδότηση.

Σύμφωνα με τη μήνυση, το Χάρβαρντ είναι ένας από τους μεγαλύτερους εργοδότες της Μασσαχουσέτης και η περικοπή της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης θα προκαλούσε επιπτώσεις οικονομικής ζημίας σε τοπικό, πολιτειακό και εθνικό επίπεδο:

«Ως αποδέκτης ομοσπονδιακής χρηματοδότησης για την έρευνα, το Χάρβαρντ εκδίδει υποβραβεία σε ιδρύματα σε όλη την Αμερική, όπως το Ερευνητικό Νοσοκομείο Παίδων St. Jude, το Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα και το Baylor College of Medicine.»

Αυτή η σύγκρουση ξεκίνησε με εκτελεστικά εντάλματα σχετικά με τα προγράμματα DEI στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και τον αντισημιτισμό στην πανεπιστημιούπολη. Οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες άρχισαν να ερευνούν τα πλουσιότερα πανεπιστήμια λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του Τραμπ, στοχεύοντας αναφορές για παρενόχληση Εβραίων φοιτητών στην πανεπιστημιούπολη του Χάρβαρντ μετά την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023. Η επίθεση πυροδότησε την έντονη αντίδραση του Ισραήλ, που απάντησε με σφοδρούς βομβαρδισμούς στη Λωρίδα της Γάζας. Σε πολλές περιοχές, μεταξύ αυτών και πανεπιστημιουπόλεις των ΗΠΑ, υπήρξαν εκδηλώσεις συμπαράστασης στους Παλαιστινίους, ακόμα και συγκρούσεις με διαδηλωτές υπέρ του Ισραήλ. Στην πανεπιστιμιούπολη του Χάρβαρντ, διαδηλωτές υπέρ των Παλαιστινίων κατηγορήθηκαν για βανδαλισμούς.

Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, το υπουργείο Παιδείας, το υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών και η Διοίκηση Γενικών Υπηρεσιών εξήγησαν τους όρους που θα έπρεπε να πληροί το Χάρβαρντ για να αποφευχθεί η απώλεια περίπου 9 εκατομμυρίων δολαρίων από ομοσπονδιακή χρηματοδότηση.

Αυτή η λίστα περιελάμβανε απαγόρευση μάσκας για διαδηλωτές στην πανεπιστημιούπολη, το τέλος των προγραμμάτων DEI και των φυλετικών κριτηρίων στις προσλήψεις προσωπικού και στις εισαγωγές φοιτητών, μεταρρυθμίσεις σε προγράμματα που τροφοδοτούν τον αντισημιτισμό, αναμόρφωση του τρέχοντος πειθαρχικού συστήματος των φοιτητών και συνεργασία με το υπουργείο Εσωτερικής Ασφαλείας.

Στις 14 Απριλίου, ο πρόεδρος του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, Άλαν Γκάρμπερ, απέρριψε αυτά τα αιτήματα, λέγοντας στην κοινότητα της πανεπιστημιούπολης ότι αυτές οι ομοσπονδιακές ενέργειες «υπερβαίνουν την [κυβερνητική] εξουσία και παραβιάζουν τόσο την ανεξαρτησία του πανεπιστημίου όσο και τα συνταγματικά του δικαιώματα».

Αυτό προκάλεσε το άμεσο πάγωμα της χρηματοδότησης των 2,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, όπως ανακοινώθηκε την ίδια μέρα από τις τρεις ομοσπονδιακές υπηρεσίες, οργανωμένες ως ειδική ομάδα κατά του σημιτισμού.

«Η διακοπή της μάθησης που ταλαιπώρησε τις πανεπιστημιουπόλεις τα τελευταία χρόνια είναι απαράδεκτη», ανέφερε η δήλωση της ομάδας εργασίας. «Η παρενόχληση των Εβραίων φοιτητών είναι αφόρητη. Είναι καιρός τα κορυφαία πανεπιστήμια να λάβουν σοβαρά υπ’ όψιν το πρόβλημα και να δεσμευτούν για ουσιαστική αλλαγή εάν επιθυμούν να συνεχίσουν να λαμβάνουν υποστήριξη από τους φορολογούμενους.»

Του Aaron Gifford

Λευκός Οίκος: Η συμφωνία για τα ορυκτά της Ουκρανίας θα μπορούσε να υπογραφεί την επόμενη εβδομάδα

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ουκρανία σκοπεύουν να υπογράψουν μια βασική συμφωνία ορυκτών σπάνιων γαιών την επόμενη εβδομάδα.

Η συμφωνία χορηγεί στην Ουάσιγκτον έσοδα από την εκμετάλλευση σπάνιων ορυκτών, υδρογονανθράκων, πετρελαίου και φυσικού αερίου από το Κίεβο με αντάλλαγμα τη συνεχιζόμενη βοήθεια εθνικής ασφάλειας.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είπε ότι η Ουάσιγκτον και το Κίεβο πιθανότατα θα οριστικοποιήσουν τη συμφωνία την επόμενη εβδομάδα, υπό την προϋπόθεση ότι το Κίεβο θα παραμείνει προσηλωμένο σε αυτήν.

«Έχουμε μια συμφωνία για τα ορυκτά, που υποθέτω ότι θα υπογραφεί την Πέμπτη, την επόμενη Πέμπτη, σύντομα… Υποθέτω ότι θα τηρήσουν τη συμφωνία, οπότε θα δούμε», είπε ο Τραμπ.

Η παρούσα συμφωνία, μία από τις διάφορες εκδοχές που έχουν προτείνει οι ΗΠΑ, επιδιώκεται ως μέσο για την ανάκτηση των χρημάτων που έχουν ξοδέψει οι Ηνωμένες Πολιτείες για να βοηθήσουν την άμυνα της Ουκρανίας ενάντια στη συνεχιζόμενη ρωσική εισβολή.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε επικρίνει τους αρχικούς όρους, οι οποίοι όπως είπε δεν παρείχαν εγγυήσεις ασφαλείας στην Ουκρανία σε περίπτωση  μελλοντικής επίθεσης της Ρωσίας, και ήταν απρόθυμος να δώσει τον πλούτο που έχει η Ουκρανία χωρίς συγκεκριμένες υποσχέσεις εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών.  Παρόλ’ αυτά, συμφώνησε με το σχέδιο του Τραμπ για κατάπαυση του πυρός και δεσμεύτηκε να προχωρήσει τη συμφωνία για τις σπάνιες γαίες όταν η κυβέρνηση Τραμπ ανέστειλε κάθε είδους βοήθεια προς την χώρα του.

Μέχρι τώρα, από την εισβολή της Ρωσίας το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν παράσχει στην Ουκρανία άμεση βοήθεια αξίας περίπου 120 δισεκατομμυρίων δολαρίων, κυρίως σε μορφή όπλων που μεταφέρθηκαν απευθείας από τις ΗΠΑ στα ουκρανικά αποθέματα.

Όταν πιέστηκε να αποκαλύψει λεπτομέρειες σχετικά με τη συμφωνία για τα ορυκτά, ο Τραμπ παρέπεμψε στον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ ​​Μπέσσεντ, ο οποίος είπε ότι μια συμφωνία που μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με την πρώτη εκδοχή θα υπογραφεί πιθανότατα στα τέλη της επόμενης εβδομάδας.

«Εξακολουθούμε να δουλεύουμε τις λεπτομέρειες», είπε ο Μπέσσεντ. «Στόχος μας είναι η 26η Απριλίου περίπου.»

«Είναι ουσιαστικά αυτό στο οποίο είχαμε συμφωνήσει προηγουμένως, όταν ο πρόεδρος [Ζελένσκι] ήταν εδώ… Νομίζω ότι είναι μια συμφωνία 80 σελίδων και αυτό είναι που θα υπογραφεί.»

Ο Τραμπ είχε προτείνει ότι η Ουκρανία θα έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες σπάνιες γαίες και κρίσιμα κοιτάσματα ορυκτών αξίας 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αλλά οι λεπτομέρειες παραμένουν ασαφείς. Η πιο πρόσφατη εκδοχή της συμφωνίας που δημοσιοποιήθηκε δεν επιδιώκει να ανακτήσει την προηγούμενη χρηματική βοήθεια των ΗΠΑ και θα δημιουργήσει ένα κοινό ταμείο ανασυγκρότησης ΗΠΑ-Ουκρανίας που θα τροφοδοτεί τα κέρδη των Ηνωμένων Πολιτείων από την ουκρανική ανάπτυξη ορυκτών.

Η Ουκρανία διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα τιτανίου, ουρανίου και άλλων σπάνιων ορυκτών της Ευρώπης, αλλά μεγάλο μέρος αυτού του πλούτου βρίσκεται επί του παρόντος σε ρωσικά κατεχόμενα εδάφη. Ωστόσο, αυτό που μπορεί να προσφέρει το Κίεβο είναι τα απαραίτητα μέσα για την απεξάρτηση των αλυσίδων εφοδιασμού κρίσιμων γαιών των ΗΠΑ από την Κίνα.

Σύμφωνα με τον Μπέσσεντ, τα έσοδα από τους φυσικούς πόρους της Ουκρανίας θα επανεπενδυθούν σε βασικούς τομείς που θα οδηγήσουν στην οικονομική επέκταση, διασφαλίζοντας ότι οι χώρες που δεν υποστήριξαν την άμυνα της Ουκρανίας δεν θα επωφεληθούν από την ανοικοδόμησή της.

Ο Ζελένσκι είπε σε τηλεοπτική δήλωση την Πέμπτη ότι οι συνομιλίες για τη συμφωνία είχαν σημειώσει πρόοδο και ότι μια οικονομική εταιρική σχέση θα ωφελήσει και τις δύο χώρες. Υπογράμμισε επίσης ότι το Κίεβο έχει αποδεχθεί την έκκληση της Ουάσιγκτον για άνευ όρων κατάπαυση του πυρός.

«Η Ουκρανία αποδέχτηκε αμέσως αυτήν την προσφορά, πριν από περισσότερο από ένα μήνα. Η Ρωσία την έχει αγνοήσει μέχρι στιγμής και… αυτό είναι το βασικό πρόβλημα», είπε.

Οι μέχρι τώρα προσπάθειες του Τραμπ για προσωρινή κατάπαυση του πυρός έχουν αποδειχθεί άκαρπες.

Ο Πούτιν όχι μόνον δεν έχει συμφωνήσει σε κατάπαυση του πυρός, αλλά ενέτεινε τις ρωσικές επιθέσεις κατά της Ουκρανίας, σε μια προφανή προσπάθεια να αυξήσει τα κέρδη της Ρωσίας στο πεδίο της μάχης προτού δεσμευτεί για διαπραγματεύσεις.

Μια αρχική συμφωνία μερικής κατάπαυσης του πυρός, στην οποία είχαν συμφωνήσει τόσο η ηγεσία της Ουκρανίας όσο και αυτή της Ρωσίας τον περασμένο μήνα, επεδίωκε να σταματήσει τις επιθέσεις σε μη στρατιωτικές ενεργειακές υποδομές για 30 ημέρες. Ωστόσο, η περιορισμένη παύση έληξε άδοξα, με ένα χτύπημα σε εγκατάσταση πετρελαίου σε ρωσικό κατεχόμενο έδαφος και τους αξιωματούχους των δύο εμπλεκόμενων χωρών να αλληλοκατηγορούνται για την παραβίαση της εκεχειρίας.

Σύμφωνα με δηλώσεις του Ρώσου προέδρου, οι προϋποθέσεις για τον τερματισμό του πολέμου περιλαμβάνουν την παραχώρηση τεσσάρων ανατολικών επαρχιών της Ουκρανίας στη Ρωσία, την οριστική απόφαση για μη ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, και την απαγόρευση παραμονής ξένων στρατευμάτων σε ουκρανικό έδαφος για οποιονδήποτε λόγο.

Ο Τραμπ επανέλαβε την Πέμπτη ότι ελπίζει να διαμορφωθεί μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός σύντομα παρά τις οπισθοδρομήσεις.

«Θέλουμε να σταματήσουν οι θάνατοι και οι δολοφονίες», δήλωσε.

Ο Ρούμπιο ανακοινώνει το κλείσιμο του γραφείου που παρακολουθεί ξένη παραπληροφόρηση λόγω ανησυχιών λογοκρισίας

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο ανακοίνωσε στις 16 Απριλίου το κλείσιμο γραφείου στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ που παρακολουθούσε ξένη παραπληροφόρηση, λέγοντας ότι είχε λογοκρίνει τους Αμερικανούς.

Ο Ρούμπιο, σε άρθρο του για το Federalist, κατηγόρησε το γραφείο Counter Foreign Information Manipulation and Interference, παλαιότερα γνωστό ως Global Engagement Center (GEC), και το προσωπικό του ότι χρησιμοποίησαν τα δολάρια των φορολογουμένων για να επιβάλουν λογοκρισία, ιδιαίτερα σε διαδικτυακές συντηρητικές φωνές.

Μίλησε επίσης για την είδηση ​​κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης που μεταδόθηκε ζωντανά στον ιστότοπο του υπουργείου, λέγοντας: «Τερματίσαμε τη λογοκρισία που επιχορηγήθηκε από την κυβέρνηση στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω του Στέιτ Ντιπάρτμεντ».

Αρχικά ιδρύθηκε ως Αντιτρομοκρατικό Κέντρο Επικοινωνίας το 2007 για να ξεριζώνει τις αφηγήσεις της Αλ Κάιντα και άλλων τρομοκρατικών οργανώσεων, και έγινε GEC το 2016 υπό την κυβέρνηση Ομπάμα με την αποστολή να διευρύνει τις προσπάθειες για την αντιμετώπιση της ξένης παραπληροφόρησης.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του, η οποία έχει αρχειοθετηθεί στον ιστότοπο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, αποστολή του κέντρου ήταν «να κατευθύνει, να καθοδηγήσει, να συγχρονίσει, να ενσωματώσει και να συντονίσει τις προσπάθειες της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης των ΗΠΑ να αναγνωρίσει, να κατανοήσει, να αποκαλύψει και να αντιμετωπίσει τις προσπάθειες ξένης κρατικής και μη κρατικής προπαγάνδας και παραπληροφόρησης που στοχεύουν να υπονομεύσουν ή να επηρεάσουν όλες τις πολιτικές των Ηνωμένων Πολιτειών.»

«Δεν στοχεύουμε το αμερικανικό κοινό», είπε ο Ντάνιελ Κίματζ, υπάλληλος του κέντρου, κατά τη διάρκεια προηγούμενης κατάθεσης. «Η GEC ασχολείται με τις ενέργειες ξένων παραγόντων προπαγάνδας. Εκεί σταματά το ενδιαφέρον της GEC. Δεν επεκτείνεται στην ομιλία των Αμερικανών.»

Η Epoch Times ανέφερε ότι το κέντρο επρόκειτο να κλείσει τις τελευταίες ημέρες της κυβέρνησης Μπάιντεν τον Δεκέμβριο του 2024. Βρέθηκε στο επίκεντρο πολλών νομικών υποθέσεων για τη συμμετοχή του σε μια πρωτοβουλία που ονομάζεται Election Integrity Partnership (EIP), η οποία προσπαθούσε να επισημάνει την εκλογική παραπληροφόρηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ο Ρούμπιο είπε στο δημοσίευμά του ότι «η GEC υποτίθεται ότι ήταν ήδη νεκρή» και ότι οι προκάτοχοί του υπό την κυβέρνηση Μπάιντεν άλλαξαν το όνομα του κέντρου σε Γραφείο Χειρισμού και Παρέμβασης Ξένων Πληροφοριών με την ελπίδα ότι θα επιζήσει από τη μετάβαση διατηρώντας τον ίδιο κατάλογο εργαζομένων.

Αναφέρθηκε στη δουλειά της GEC με το EIP και σημείωσε ότι ο επικεφαλής του κέντρου, Ρίτσαρντ Στένγκελ, στην εισαγωγή του βιβλίου του «Information Wars», παρομοίασε τον τρόπο που μιλάει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ με αυτόν των τρομοκρατών ή των ρωσικών εκστρατειών παραπληροφόρησης.

Στο άρθρο του, ο Ρούμπιο κατηγόρησε επίσης την GEC ότι κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 προωθούσε την άποψη ότι οι εικασίες για την προέλευση του κορωνοϊού, οι υποθέσεις ότι είναι ένα κατασκευασμένο βιοόπλο ή ότι προέρχεται από έρευνες βιολογικού εργαστηρίου της Γουχάν ήταν ρωσική παραπληροφόρηση και ξένη προπαγάνδα.

Αντί να επανεγκαταστήσει το γραφείο, ο Ρούμπιο πήρε θέση ενάντια σε αυτό που αποκάλεσε «βιομηχανία παραπληροφόρησης» και την ιδέα ότι ο αμερικανικός λαός έπρεπε να προστατεύεται από τα ψέματα στο διαδίκτυο.

Ταυτόχρονα, είπε ότι ήταν βέβαιος ότι το τμήμα του θα μπορούσε να συνεχίσει να αγρυπνεί ενάντια στην κομμουνιστική Κίνα και άλλα έθνη με αυξανόμενη αυταρχική λογοκρισία χωρίς αυτό το γραφείο.

«Ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η παραπληροφόρηση είναι η ελευθερία του λόγου – είναι να βεβαιωθείτε πως ό,τι είναι αληθινό έχει ίσες ή και μεγαλύτερες ευκαιρίες επικοινωνίας με ό,τι δεν είναι αλήθεια», είπε ο Ρούμπιο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. «Το μάθαμε με τον δύσκολο τρόπο.»