Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Ο «Απολεσθείς Παράδεισος» μέσα από τα μάτια και τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ, μέρος ι΄

Σε έναν κόσμο που επιβραβεύει το να έχεις δίκιο, είναι πολύ δύσκολο να μην κυνηγάμε και να μην παπαγαλίζουμε έτοιμες απαντήσεις. Συνήθως, νιώθουμε και υπερήφανοι όταν έχουμε δίκιο, όταν έχουμε τη «σωστή» απάντηση. Κάποιοι από εμάς μάλιστα χρησιμοποιούν αυτό που πιστεύουν ότι είναι σωστό για να εκφοβίζουν και να χτυπούν αυτούς που πιστεύουν ότι κάνουν λάθος: Εξάλλου, γιατί να υιοθετήσουμε ιδέες και πεποιθήσεις που δεν είναι σωστές; Και αφού έχουμε δίκιο, πώς θα μπορούσε κάποιος να είναι τόσο ανόητος ώστε να σκέφτεται διαφορετικά από ό,τι εμείς; Μας αρέσει να λιθοβολούμε τους άλλους.

Το να πιστεύουμε ότι έχουμε τη μία και μοναδική απάντηση συχνά εξελίσσεται στο χειρότερο είδος φανατισμού, το είδος του φανατισμού που οδηγεί στην καταδίκη, στην Ιερά Εξέταση, ακόμη και στη γενοκτονία. Αν δίναμε την ανάλογη έμφαση στη διατύπωση καλών ερωτήσεων, ο κόσμος μας θα ήταν πολύ διαφορετικός.

Σε αυτή τη σειρά, συνεχίζουμε την αναζήτηση των ερωτήσεων εκείνων που μπορούν να συμβάλλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση της ζωής μας.

Ο Σατανάς παρεισφρύει στο όνειρο της Εύας

Στο έργο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», αφότου ο Γαβριήλ αντιμετωπίζει τον Σατανά στον Κήπο της Εδέμ, οι δύο τους χωρίζουν. Την προηγούμενη νύχτα, ο Σατανάς, με τη μορφή βατράχου αρχικά, είχε φέρει στην Εύα ένα ενοχλητικό όνειρο: την έκανε να δει «κάποιον με σχήμα και φτερά σαν αυτά που βλέπουμε συχνά από τον ουρανό» (Βιβλίο Ε΄, σσ. 195-197*).

Ο Σατανάς, μεταμφιεσμένος σε άγγελο, οδηγεί την Εύα στο Δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού και της λέει να φάει από αυτό για να γίνει σαν τα όντα του ουρανού. Ο Σατανάς την πλησιάζει, την αρπάζει και πετάει στον ουρανό, απ’ όπου μπορεί να δει τη γη από ψηλά. Στη συνέχεια εξαφανίζεται και εκείνη πέφτει πίσω στη γη. Ξυπνά φοβισμένη και είναι ευτυχισμένη που ήταν μόνο ένα όνειρο.

Ο Αδάμ καθησυχάζει τους φόβους που προκάλεσε στην Εύα το όνειρό της. Της λέει ότι οι ψυχές μας είναι πολύπλοκες και ότι επειδή ονειρεύτηκε κάτι σκοτεινό ή κακό δεν σημαίνει ότι είναι η ίδια σκοτεινή ή κακιά. Η Εύα δακρύζει, αλλά ικανοποιείται από τα λόγια του συντρόφου της. Παρακολουθώντας την ανατολή του ήλιου, τραγουδούν μαζί ύμνους προς τον Δημιουργό τους, ζητώντας Του να διαλύσει το κακό και να προσφέρει το καλό:

«Χαίρε του κόσμου Κύριε, με γενναιοδωρία δίνε μας
Το αγαθό μονάχα – κι αν τύχει η νύχτα
Το κακό να κρύψει ή να μαζέψει
Διώξε το, όπως το φως διαλύει το σκοτάδι.
Έτσι οι αθώοι δεήθηκαν και μες στους λογισμούς τους
Ειρήνη και γαλήνη σύντομα επανήλθαν.»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Πέμπτο)

«ανάμεσα στα δέντρα, έρχεται εξ ανατολών/και κατά ’δώ κινείται μια ενδοξώτατη μορφή»* (Βιβλίο Ε’, σελ. 206).  Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ, από την εικονογράφησή του για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Το μεγαλείο του αγγελικού Ραφαήλ

Εν τω μεταξύ, ο Θεός παρακολουθεί την όλη σκηνή να εκτυλίσσεται και καλεί τον Αρχάγγελό του Ραφαήλ να βοηθήσει τον Αδάμ και την Εύα με ουράνιες συμβουλές.

Ο Ραφαήλ πετάει στην Εδέμ. Σε ένα υπέροχο απόσπασμα, ο Μίλτον περιγράφει το ταξίδι του Ραφαήλ. Ο Ραφαήλ πετάει μέσα από τους ύμνους που ψάλλονται στον Ουρανό και εκατέρωθέν του, η ουράνια χορωδία τραγουδά τους ύμνους του θελήματος του Θεού. Καταφέρνει να φτάσει στις πύλες του Ουρανού και αυτές ανοίγουν μόνες τους για να μην εμποδίσουν την πτήση του.

Ο Ραφαήλ πετάει στον ουρανό χωρίς τίποτα να τον εμποδίζει, και τα χρώματα των φτερών του και το φως που εκπέμπει τον κάνουν να φαίνεται σαν να είναι ένας φοίνικας σε πτήση. Τελικά, προσγειώνεται στην Εδέμ, μοιάζοντας με εξαπτέρυγο σεραφείμ – άγγελο της υψηλότερης τάξης των εννέα επιπέδων του ουρανού. Κουνάει τα φτερά του, απελευθερώνοντας ένα άρωμα που γνωστοποιεί σε όλους τον βαθμό του και ότι έφτασε.

Ο Αδάμ βλέπει τον Ραφαήλ να έρχεται από μακριά και λέει στην Εύα να έρθει να κοιτάξει:

«Βιάσου, Εύα, τρέξε να δουν τα μάτια σου μεγαλειώδες θάμα,
Στα ανατολικά, από τα δέντρα μέσα, κοίταξε τη μορφή
Την ένδοξη που πλησιάζει – σαν ένα δεύτερο πρωινό
Μέσα στο μεσημέρι ν’ ανατέλλει . Κάποιος σπουδαίος θά ‘ναι αυτός
Πού ‘ρχετ΄απ’ τον Παράδεισο κι ίσως με μας τη μέρα
Του να θέλει να περάσει. Τρέξε, λοιπόν, και φέρε μπρος
Ό,τι καλούδια έχεις, πλήθια τον ξένο να τιμήσουμε
Που ‘ρχεται απ’ τα Ουράνια…»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Πέμπτο)

Ο Αδάμ συγκρίνει τη φωτεινότητα του Ραφαήλ με ένα δεύτερο πρωινό κατά τη διάρκεια του μεσημεριού. Στην εικόνα του Γκυστάβ Ντορέ για τη φράση «ανάμεσα στα δέντρα, έρχεται εξ ανατολών/και κατά ’δώ κινείται μια ενδοξώτατη μορφή», ο Αδάμ απεικονίζεται να σκύβει προς την Εύα στην κάτω αριστερή περιοχή της σύνθεσης. Δείχνει προς τα πάνω τον Ραφαήλ, ο οποίος αναπαρίσταται σαν μια λευκή σιλουέτα. Κρατήστε στο μυαλό σας το γεγονός ότι ο Αδάμ δείχνει εδώ, διότι θα έχει σημασία όταν θα δούμε την επόμενη εικόνα.

Η εικόνα κατά τα άλλα είναι σκοτεινή. Αυτό το σκοτάδι δεν υποδηλώνει ότι ο Κήπος της Εδέμ είναι σκοτεινός, αλλά ότι το φως του ήλιου είναι αδύναμο σε σύγκριση με τη λαμπρότητα ενός ουράνιου όντος. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο ο Ντορέ μπορεί να το εκφράσει αυτό είναι να σκοτεινιάσει το περιβάλλον, ώστε να ξεχωρίζει η φωτεινότητα του Ραφαήλ.

Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι ο Αδάμ και η Εύα βγάζουν τον καλύτερό τους εαυτό προκειμένου να τιμήσουν τον Αρχάγγελο. Θέλουν να δείξουν τη φιλοξενία τους στον αγγελιοφόρο που έρχεται, γι’ αυτό και κάνουν προετοιμασίες ώστε να μοιραστούν την αφθονία του κήπου μαζί με τον Ραφαήλ.

Ο Ραφαήλ συνομιλεί με τον Αδάμ και την Εύα

«Κι ο πτερωτός πρωθιερεύς/τού απαντά και λέει: Αδάμ, εις Παντοδύναμος/έστι κι όλα τα όντα αρχή λαμβάνουν απ’ Αυτόν»* (Βιβλίο Ε’, σελ. 213).  Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ, από την εικονογράφησή του για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Ο Αδάμ και η Εύα ξεκινούν έναν γόνιμο διάλογο με τον Ραφαήλ. Ο Αδάμ, ως πατριάρχης της ανθρωπότητας, αγνός ακόμα στο πνεύμα, δεν υποθέτει ότι έχει απαντήσεις, αλλά θέτει ερωτήματα:

«Στον Αδάμ, την ευκαιρία να μην αφήσει να χαθεί…
Η μέγιστη συνάντηση που πρόσφερε να μάθει
Για πράγματα πάνω απ’ τον κόσμο του και πάνω από τους ίδιους,
Για όντα τον Ουρανό που κατοικούν .»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Πέμπτο)

Ο Αδάμ ρωτά για τα πράγματα στον Ουρανό σε σύγκριση με τα πράγματα στη γη κι ο Ραφαήλ τού απαντά:

«Ω, Αδάμ, είν’ ένας Παντοδύναμος, από τον Οποίον
Όλα τα πράγματα αρχινούν, πίσω σ’ Αυτόν γυρίζουν,
Αν δεν χαλάσουν και τ’ αγαθό κρατήσουν,
τα πάντα δημιούργησε τέτοια και στην εντέλεια…
Ίσως τα σώματά σας μετατραπούν σε Πνεύμα, στην πάροδο του χρόνου, και βελτιωμένα, φτερωτά, ν’ ανέβουν,
αιθέρια, όπως εμείς ή αλλοιώς μπορεί να επιλέξετε
εδώ ή σε ουράνιους παραδείσους να κατοικήσετε,
Υπάκουοι αν φανείτε και διατηρήσετε
ακέρια και ακλόνητη Εκείνου την αγάπη
απ’ τον Οποίον προήλθατε.»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Πέμπτο)

Ο Ραφαήλ λέει στον Αδάμ ότι ο Θεός δημιούργησε όλα τα πράγματα τέλεια. Πρέπει μόνο να διατηρήσουν την τελειότητά τους, παραμένοντας υπάκουοι στον Θεό και απόλυτα αφοσιωμένοι στην αγάπη Του. Με τον τρόπο αυτό, μπορούν να έρθουν κοντά στον Θεό όπως οι αρχάγγελοι και να μετακινούνται μεταξύ των Ουράνιων Παραδείσων και της γης όπως επιθυμούν.

Στην προηγούμενη εικόνα, ο Αδάμ δείχνει τον Ραφαήλ. Ο Μίλτον βάζει τον Αδάμ να στραφεί προς την Εύα και να τη ρωτήσει τι βλέπει να έρχεται προς το μέρος τους. Ωστόσο, ας φανταστούμε ότι ο Αδάμ δεν ρώτησε, αλλά υπέθεσε ότι η Εύα γνωρίζει και ότι η κίνησή του ήταν ενδεικτική μιας οριοθετημένης διδασκαλίας αντί μιας απεριόριστης μάθησης: Πόσο διαφορετικό θα ήταν το υπόλοιπο αυτού του κεφαλαίου;

Στην εικονογράφηση του Ντορέ «Κι ο πτερωτός πρωθιερεύς/τού απαντά και λέει: Αδάμ, εις Παντοδύναμος/έστι κι όλα τα όντα αρχή λαμβάνουν απ’ Αυτόν», ο Ραφαήλ παρουσιάζεται να δείχνει προς τα πάνω απαντώντας στην ερώτηση του Αδάμ. Εφόσον ο Αδάμ αναγνωρίζει την άγνοιά του και κάνει ειλικρινείς ερωτήσεις, ο Ραφαήλ βοηθά στην εμβάθυνση της κατανόησής του για τον Θεό, για τον οποίο όλες οι γνώσεις μας είναι περιορισμένες. Εδώ, η επικοινωνία μεταξύ ουράνιων όντων και γήινων αρχίζει με μια ειλικρινή ερώτηση.

Με αυτό το δεδομένο, αυτό το κεφάλαιο μου ενέπνευσε αυτές τις ερωτήσεις: Πρέπει να αμφισβητούμε όχι για να επιτεθούμε, αλλά για να εμβαθύνουμε στην κατανόηση του Θεού και της δημιουργίας του Θεού; Πρέπει να προετοιμάσουμε το πνεύμα μας για να δεχτούμε τα θεία μηνύματα; Πρέπει να κάνουμε τις καρδιές και το μυαλό μας φιλόξενα στον Θεό και σε όλη τη δημιουργία;

Ο Γκυστάβ Ντορέ [Gustav Doré, 1832-1883] ήταν ένας ιδιαίτερα παραγωγικός καλλιτέχνης του 19ου αιώνα. Εικονογράφησε με τα χαρακτικά του μερικά από τα σπουδαιότερα έργα της κλασικής Δυτικής λογοτεχνίας, περιλαμβανομένων της Βίβλου, του «Απολεσθέντα Παραδείσου» και της «Θείας Κωμωδίας». H σειρά «Ο ‘Απολεσθείς Παράδεισος’ μέσα από τα μάτια και τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ» του Έρικ Μπες εμβαθύνει στις ιδέες του ποιήματος του Τζον  Μίλτον που ενέπνευσαν τον Ντορέ και στις εικόνες που φιλοτέχνησε.

Μέχρι τώρα στην Epoch Times έχουν δημοσιευθεί τα πρώτα 9 άρθρα του Έρικ Μπες για την εικονογράφηση του Γκυστάβ Ντορέ στο έργο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος»:

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Η απόδοση των στίχων του Μίλτον στις λεζάντες των εικόνων είναι από τη μετάφραση του Αθανασίου Δ. Οικονόμου, εκδ. Οδός Πανός, τρίτη έκδοση, Αθήνα 2015.

 

Επιμέλεια: Αλία Ζάε

Ο «Απολεσθείς Παράδεισος» μέσα από τα μάτια και τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ, μέρος θ΄

Τα κακά πράγματα μπορεί να φαίνονται τρομακτικά, αν τα ζούμε από κοντά. Μερικές φορές, ίσως δεν έχουμε αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να τα αντιμετωπίσουμε κατά μέτωπο. Πώς μπορούμε να αναγνωρίζουμε στα σίγουρα το κακό και να το αντιμετωπίζουμε με πεποίθηση;

Οι απάτες του Σατανά προκαλούν δυσαρμονία

Στο προηγούμενο άρθρο (μέρος η΄) της σειράς, παρακολουθήσαμε τους αγγέλους Ιθουριήλ και Σεπφών να ξεκινούν την αναζήτηση του ξένου πνεύματος που εισέβαλλε στον Κήπο της Εδέμ. Οι δύο άγγελοι ψάχνουν παντού, μέχρι που βρίσκουν έναν βάτραχο δίπλα στο αυτί της Εύας, ο οποίος προσπαθούσε να της βάλει στο μυαλό ακάθαρτες ιδέες, ψιθυρίζοντάς της ενώ αυτή κοιμόταν:

«Βρήκαν αυτόν που έψαχναν, 

Σαν  ζαρωμένο βάτραχο κουλουριασμένο στο αυτί της Εύας δίπλα,

Με τη διαβολική την τέχνη του να μηχανεύεται το πώς

Το όργανο της φαντασίας της και της επιθυμιάς θ΄αγγίξει,

Για να εμπνεύσει όνειρα, φαντάσματα και ψευδαισθήσεις

Ή, ίσως, με δηλητήριο που θά ’σταζε να μολεύε

Τα πνεύματα τα ζωικά που αναδύονται από τ’ αγνό το αίμα

Σαν απαλές πνοές από καθάριους ποταμούς, και να ξυπνήσει μέσα της

Σκέψεις τουλάχιστον ανήσυχες, και άτακτες,

Ελπίδες μάταιες, μάταιους σκοπούς, πόθους υπέρμετρους

Που η αλαζονεία θα φούσκωνε, γεννώντας περηφάνεια…»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τέταρτο)

 

Το παραπάνω απόσπασμα έχει ενδιαφέροντα υπονοούμενα, γιατί ο Σατανάς προσπαθεί να παρασύρει την Εύα ενώ αυτή κοιμάται. Όταν είμαστε κοιμισμένοι, δεν είμαστε συνήθως σε εγρήγορση απέναντι στα πράγματα που μπορεί να έρθουν. Όταν δεν είμαστε συνειδητοί, δεν μπορούμε να προστατέψουμε καλά τον εαυτό μας. Δεν είναι τότε πιο εύκολο, όταν δεν είμαστε σε επιφυλακή, να μπούμε σε πειρασμό;

Και πώς προσπαθεί να επηρεάσει ο Σατανάς την Εύα, ενώ βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση; Θέλει να της εμφυσήσει συναισθηματική αναστάτωση, υπερηφάνεια και ζωώδεις επιθυμίες που την απομακρύνουν από τον Θεό. Η λέξη «εμπνεύσει» είναι μια ενδιαφέρουσα επιλογή γιατί όταν νιώθουμε εμπνευσμένοι, νιώθουμε από μέσα μας ότι πρόκειται για τη δική μας βούληση. Ο Σατανάς, με τους επιδέξιους χειρισμούς του, θέλει να εμπνεύσει στο δημιούργημα του Θεού να απομακρυνθεί από Αυτόν και να κλίνει προς το κακό.

Η δύναμη της ορθότητας αποκαλύπτει το κακό

Βλέποντας τον βάτραχο και αναγνωρίζοντας τις κακές του προθέσεις, ο Ιθουριήλ τον αγγίζει απαλά με τη λόγχη του, κάνοντάς τον έτσι να πάρει την αληθινή του μορφή:

«Κι ο άγγελος Ιθουριήλ έτσι τον άγγιξε απαλά

Με τη μακριά του λόγχη – γιατί υποχωρεί το ψεύδος

Στο ουράνιο άγγιγμα, δεν το αντέχει και αναγκάζεται

Το αληθινό του πρόσωπο να ξαναπάρει…

Διαλύθηκε με μία λάμψη αιφνίδια, με φλόγες στον αέρα:

Και να’ τος ο Εχθρός με τη δική του όψη.

Πισωπατούν οι δύο άγγελοι σα μισοθαμπωμένοι

Τον αποκρουστικό τον Βασιλιά σαν βλέπουν ξάφνου εμπρός τους…»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τέταρτο)

 

Αυτό που είναι από τον Ουρανό, δηλαδή αυτό που είναι εγγενώς ορθό, αποκαλύπτει αυτό που είναι κακό με ελάχιστη προσπάθεια. Για τον Ιθουριήλ, άγγελο-αντιπρόσωπο της ορθότητας, αρκεί να αγγίξει απαλά με τη λόγχη του το κακό, ώστε το κακό να αποκαλύψει την αληθινή του φύση.

Αυτό μας λέει κάτι και για τη δική μας θεϊκή φύση: Αν οι ανόθευτες ψυχές μας έχουν θεϊκή φύση, τότε κι εμείς, βαθιά μέσα μας, αντιπροσωπεύουμε το καλό και την ορθότητα. Αρκεί να αγγίξουμε απαλά το κακό, δηλαδή να το επισημάνουμε, ώστε να αποκαλυφθεί η αληθινή του φύση, καθώς το κακό είναι πολύ υποδεέστερο από το ορθό.

Το κακό μάς αλλάζει

Όταν οι άγγελοι αντικρύζουν τον Σατανά, τον ρωτούν ποιος είναι, ερώτηση που τον εξαγριώνει. Τους λέει ότι θα έπρεπε να γνωρίζουν τον βασιλιά των επαναστατημένων αγγέλων, αυτόν που εναντιώθηκε στον Θεό. Οι άγγελοι, ωστόσο, πληροφορούν τον Σατανά ότι όταν ασπάστηκε το κακό όχι μόνο άλλαξε η φύση του, όπως είδαμε σε προηγούμενο άρθρο, αλλά και η εμφάνισή του. Το κακό που τον εμπότισε τον έχει κάνει τελείως άσχημο:

«Μη νομίζεις, εξεγερμένο Πνεύμα, ότι το σχήμα σου

Και η λάμψη που ’χες μένει όπως τότε παλιά που έστεκες

Ορθός και αγνός μες στον Παράδεισό μας.

Εκείνη η δόξα σού ’φυγε, τώρα που πια καλός δεν είσαι.

Τώρα, γεμάτος ζόφο κι άσχημος, σαν και την αμαρτία σου, είσαι…

Κατάπληκτος ο Διάβολος στεκόταν,

Νιώθοντας τόσο απαίσια βλέποντας της καλοσύνης πόσο

Μα και της Αρετής ωραία η όψη είναι, και πένθησε για

Όσα είχε χάσει…»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τέταρτο)

 

Έχοντας αποδεχθεί το κακό ως αλήθεια του, ο Σατανάς άλλαξε πλήρως. Πηγαίνοντας εναντίον στον θεϊκό νόμο, έγινε το αντίθετο από όσα χαρακτηρίζουν τον ουρανό: άσχημος, παραμορφωμένος, υπερήφανος και θυμωμένος. Εντούτοις, ακόμα κάτι μέσα του επιθυμεί τον Ουρανό. Αυτό υποδεικνύει ότι ακόμα και αυτός, που είναι η επιτομή του κακού, δεν μπορεί να διαχωρίσει απολύτως τον εαυτό του από τις αλήθειες που η ομορφιά και η αρετή των ουράνιων πραγμάτων αντιπροσωπεύουν.

Ο Ουρανός ζυγίζει το ορθό και το κακό

Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ καταφθάνει και ρωτά τον Σατανά γιατί έφυγε από την Κόλαση και ήρθε να πειράξει τα ανθρώπινα πλάσματα στον ύπνο τους. Ο Σατανάς απαντά ότι υποφέρει πάρα πολύ στην Κόλαση και ότι ήρθε στη Γη για να βρει γαλήνη. Δεν ήρθε για να βλάψει τους ανθρώπους.

Ο Γαβριήλ του λέει ότι έχει χάσει και τη θεϊκή σοφία του, αφού δεν καταλαβαίνει ότι στην πραγματικότητα υποφέρει εξαιτίας του θυμού που νιώθει για τον Θεό. Αλλά, τον ρωτά ύστερα, αν είναι τόσο άσχημα στην Κόλαση, γιατί είσαι ο μόνος που την εγκατέλειψε;

Ο Σατανάς απαντά ότι δεν ήταν ο πρώτος που έφυγε, γιατί ο Γαβριήλ τον είδε που οδηγούσε την επίθεση κατά του Ουρανού. Αντιθέτως, είπε ότι ψάχνει να βρει ένα καλύτερο μέρος για τους οπαδούς του, κάτι που θα του χαρίσει τη δόξα και τις τιμές που του αρνήθηκαν στον Ουρανό.

Τότε, ο Αρχάγγελος τον αποκαλεί ψεύτη, αφού η ιστορία του αλλάζει συνεχώς: Πρώτα τους είπε ότι έφυγε από την Κόλαση επειδή υπέφερε, μετά επειδή ψάχνει για ένα καλύτερο μέρος για τους οπαδούς του. Κάποια στιγμή, είχε ψάλλει τον μεγαλύτερο ύμνο στον Θεό, μόνο και μόνο για να εξεγερθεί αμέσως μετά εναντίον Του. Ο Γαβριήλ τον κατηγορεί ότι δεν γνωρίζει ούτε ποιος είναι ούτε τι αντιπροσωπεύει και τον διατάζει να επιστρέψει στην Κόλαση, ειδάλλως θα τον σύρει ο ίδιος εκεί.

Αυτή η απειλή δεν χαροποιεί ιδιαιτέρως τον Σατανά και απειλεί και αυτός τον Γαβριήλ με τη σειρά του, οδηγώντας την κατάσταση σχεδόν σε σημείο σύγκρουσης. Τότε, ο Θεός αποκαλύπτει μια χρυσή ζυγαριά που ζυγίζει τη δύναμη του Σατανά και αυτή του Ουρανού, δείχνοντας ξεκάθαρα πόσο η δεύτερη ξεπερνάει την πρώτη.

Ο Γαβριήλ καλεί τον Σατανά να κοιτάξει τη θεϊκή ζυγαριά:

«Σατάν, τη δύναμή σου ξέρω και τη δική μου εσύ,

Όχι από δικού μας αλλά γιατί μας δόθηκε. Τι τρέλα,

Λοιπόν, να παινευόμαστε γι’ αυτήν, αφού ούτε η δική σου

Ξεπερνά αυτό που ο Ουρανός επιτρέπει, ούτε η δική μου,

Που έχει διπλασιαστεί για να σε ταπεινώσει: Για αποδείξεις

Κοίτα ψηλά και διάβασε τα ουράνια σημάδια

Οπού την τέχνη σου ζυγιάζουν και δείχνουν πόσο

Αδύναμη κι αλαφριά κι ανίκανη ν’ αντισταθεί είναι.

Και ο Εχθρός εκοίταξε ψηλά κι είδε εκεί τη ζυγαριά. Και

Άλλο τίποτε δεν είπε, μα μουρμουρίζοντας τούς άφησε

Μαζί του παίρνοντας κι όλες της νύχτας τις σκιές.»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τέταρτο)

Ο Σατανάς κοιτάζοντας ψηλά συνειδητοποιεί ότι παρόλο που ακολουθεί τους τρόπους της Κολάσεως, η δύναμή του ακόμα καθορίζεται από τους τρόπους του Ουρανού και υποχωρεί.

«Μ΄’ένα μούρμουρο το ’σκασε / και μαζί του φύγαν κι οι ίσκιοι της νυκτός…»* (Βιβλίο Δ’, σελ. 185). Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ, από την εικονογράφησή του για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Ο Ντορέ αντιπαραβάλει το καλό και το κακό

Η σκηνή που εικονογραφεί ο Ντορέ απεικονίζει τον Σατανά την ώρα που αφήνει ηττημένος τους αγγέλους. Η αντίθεση της μορφής του με το φωτεινό φόντο και το μέγεθός της που βρίσκεται στο μεσαίο πλάνο, πιο μπροστά από τους αγγέλους, τον καθιστούν κεντρικό σημείο της σύνθεσης: ο Ντορέ τονίζει την υποχώρησή του.

Επίσης, μας δίνει έναν πολύ σαφή διαχωρισμό μεταξύ της σατανικής του φύσης και του Ουρανού. Οι άγγελοι και το ουράνιο τοπίο είναι λουσμένοι στο φως, ενώ εκείνος δεν είναι καθόλου φωτισμένος. Αντιθέτως, η μορφή του είναι εντελώς σκοτεινή.

Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι ότι ο εικονογράφος τον βάζει να κατεβαίνει τον λόφο. Είναι η δεύτερη φορά που ο Σατανάς κατεβαίνει, μετά από την πτώση του από τον Ουρανό. Μοιάζει σαν οι ουράνιοι νόμοι να επιβάλλουν ένα είδος ισορροπίας: όσο περισσότερο θέλει να ανέλθει τόσο περισσότερο εξαναγκάζεται να κατέβει.

Αν είμαστε πράγματι θεϊκοί μέσα μας, αν δηλαδή ο νόμος του Ουρανού είναι μέρος της ύπαρξής μας, τότε δεν πρέπει κι εμείς, αντιστοίχως, να μπορούμε να αναγκάζουμε το κακό να αποκαλύπτει την αληθινή φύση του επισημαίνοντάς το; Δεν θα έπρεπε να μπορούμε να καταδεικνύουμε την ομορφιά και δύναμη του Ουρανού, απλώς και μόνο αντιπαραβάλλοντάς τες με την ασχήμια του κακού; Δεν υπάρχει κάτι εντός μας που να αποζητά να εναρμονιστεί με τους ουράνιους νόμους, ανεξάρτητα από την κατάσταση του μυαλού μας;

 

 

Ο Γκυστάβ Ντορέ [Gustav Doré, 1832-1883] ήταν ένας ιδιαίτερα παραγωγικός καλλιτέχνης του 19ου αιώνα. Εικονογράφησε με τα χαρακτικά του μερικά από τα σπουδαιότερα έργα της κλασικής Δυτικής λογοτεχνίας, περιλαμβανομένων της Βίβλου, του «Απολεσθέντα Παραδείσου» και της «Θείας Κωμωδίας». H σειρά «Ο ‘Απολεσθείς Παράδεισος’ μέσα από τα μάτια και τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ» του Έρικ Μπες εμβαθύνει στις ιδέες του ποιήματος του Τζον  Μίλτον που ενέπνευσαν τον Ντορέ και στις εικόνες που φιλοτέχνησε.

Μέχρι τώρα στην Epoch Times έχουν δημοσιευθεί τα πρώτα 8 άρθρα του Έρικ Μπες:

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Η απόδοση των στίχων του Μίλτον στις λεζάντες των εικόνων είναι από τη μετάφραση του Αθανασίου Δ. Οικονόμου, εκδ. Οδός Πανός, τρίτη έκδοση, Αθήνα 2015.

Μετάφραση & επιμέλεια: Αλία Ζάε

Ο «Απολεσθείς Παράδεισος» μέσα από τα μάτια και τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ, μέρος η΄

Μερικές φορές μοιάζει σαν να βομβαρδιζόμαστε από το κακό: σκοτεινές εικόνες, μουσική, λέξεις κλπ, γίνονται μέρος τη ζωής μας και του εαυτού μας σχεδόν χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μέχρι που φτάνουμε να διασκεδάζουμε κιόλας με αυτά. Ωστόσο, μήπως θα ήταν καλύτερα να μάθουμε να αναγνωρίζουμε την αληθινή φύση αυτών των πραγμάτων και να αλλάζαμε τη στάση μας απέναντί τους;

Με αυτό το ερώτημα υπόψιν, συνεχίζουμε να ακολουθάμε τον Σατανά μέσα στον Κήπο της Εδέμ, στο ποίημα του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», μέσω της εικονογράφησης του Γκυστάβ Ντορέ. Στο προηγούμενο άρθρο της σειράς (μέρος ζ΄), ο Σατανάς συνάντησε τα ανθρώπινα δημιουργήματα του Θεού, τον Αδάμ και την Εύα, που απολάμβαναν τα φρούτα και τις χαρές του Παραδείσου. Ο Αρχάγγελος Ουριήλ, ο οποίος χωρίς να το θέλει έδειξε τη Γη στον μεταμφιεσμένο Σατανά, σπεύδει στον Αρχάγγελο Γαβριήλ για να τον προειδοποιήσει για έναν ύποπτο «τύπο» που ψάχνει για τη Γη.

«Τούτα υπεσχέθη ο Γαβριήλ / Κι ο Ουριήλ στο πόστο του γυρνά / που τ’ ανατέθηκε…»* (Βιβλίο Δ’, σελ. 167). Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ, από την εικονογράφησή του για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Ο Ουριήλ προειδοποιεί τον Γαβριήλ

Ο Γαβριήλ έχει την ευθύνη να μην εισέλθει κανένα κακό μέσα στον Κήπο της Εδέμ. Ο Ουριήλ πλησιάζει τον Γαβριήλ και του λέει για το πνεύμα που εμφανίστηκε ρωτώντας για τη νέα δημιουργία του Θεού. Ο Ουριήλ του έδειξε τη θέση της Γης και αμέσως το πνεύμα πέταξε προς τα εκεί. Καθώς το πνεύμα τού ήταν άγνωστο, ο Ουριήλ το παρακολούθησε μέχρι που έφτασε κοντά στη Γη. Τότε, παρατήρησε ότι η ουράνια μορφή του άλλαξε και δεν έμοιαζε πια ουράνια.

Αυτό έκανε τον Ουριήλ να σκεφτεί ότι ίσως ήταν ένα από τα πνεύματα που εκδιώχθηκαν από τον Παράδεισο, κάποιος από τους πεπτωκότες αγγέλους. Ανήσυχος, παροτρύνει τον Γαβριήλ να βρει αυτό το ίσως όχι καλό πνεύμα. Ο Γαβριήλ παραδέχεται ότι κανένα γήινο πλάσμα δεν θα μπορούσε να μπει ή να βγει, αλλά ότι ένα πνεύμα ίσως να το κατόρθωνε, αφού τα πνεύματα λειτουργούν διαφορετικά. Ο Γαβριήλ διαβεβαιώνει τον Ουριήλ ότι θα ψάξει εξονυχιστικά τον θεϊκό κήπο, μέχρι να σιγουρευτεί ότι τίποτα που δεν θα έπρεπε να μπει μπήκε:

 

«Από την πύλη αυτή κανένας δεν περνά

Την επαγρύπνησή της, μον’ όποιος έρχεται

Γνωστός από τα ουράνια. Κι από το μεσημέρι κι ύστερα

Κανένα άλλο πλάσμα. Αν πνεύμα κάποιο,

Πρόσεξε, ξεπέρασε τα γήινα τούτα εμπόδια

Εξ΄επιτούτου, δύσκολο να γνωρίζουμε

Αν την ουσία του πνεύματος σωματικός φραγμός ορίζει.

Αν όμως μες σ’ αυτό εδώ το κυκλικό το μέρος

Μ’ όποια μορφή κι αν τριγυρνά, αυτός που περιγράφεις,

Σου λέω, μέχρι το πρωί, εγώ πια θα το ξέρω…»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τέταρτο)

Αναζητώντας το κακό

«Οι άλλοι δυο στον κήπο, αμέσως κατευθύνθηκαν / ψάχνοντας στα ενδότατα τον που καταζητούσαν …»* (Βιβλίο Δ’, σελ. 175). Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ, από την εικονογράφησή του για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Η εικονογράφηση του Ντορέ για τους στίχους «Τούτα υπεσχέθη ο Γαβριήλ / Κι ο Ουριήλ στο πόστο του γυρνά / που τ’ ανατέθηκε» αναπαριστά τη στιγμή κατά την οποία ο Ουριήλ ενημερώνει τον Γαβριήλ για το ύποπτο πνεύμα που ρωτούσε για τη Γη. Ο Θεός έχει τοποθετήσει τον Γαβριήλ σε ένα βραχώδες μέρος, όπου συναντιούνται ο ουρανός και η γη, κι είναι σ’ αυτό το σημείο που τον βρίσκει ο Ουριήλ, τον οποίο βλέπουμε να δείχνει στο βάθος, κοιτάζοντας τον Γαβριήλ που ακουμπά στο σπαθί του.

Κάτω από τους δύο Αρχαγγέλους, κάθονται τρεις άγγελοι σε άνετες στάσεις. Αν και είναι οπλισμένοι, δεν έχουν τα όπλα τους έτοιμα προς χρήση. Το ένα μάλιστα είναι ακουμπισμένο στο πλάι, γιατί οι άγγελοι δεν γνωρίζουν ακόμα την είδηση που έχει μόλις φέρει ο Ουριήλ.

Εν τω μεταξύ, στον Κήπο της Εδέμ, ο Αδάμ και η Εύα ξεκουράζονται κάτω από έναν θόλο από φύλλα, που διάλεξε για αυτούς ο Θεός. Αφού μίλησε με τον Ουριήλ, ο Γαβριήλ λέει σε δύο αγγέλους να ψάξουν τον Κήπο:

«Ιθουριήλ, Σεπφών, με φτερωτή ταχύτητα

Τον κήπο ερευνήστε, κι ούτε γωνίτσα μην αφήσετε,

Μα δώστε προσοχή ιδιαίτερη στων όμορφων πλασμάτων τα λημέρια,

Που τώρα ίσως αναπαύονται, μ’ ασφάλεια ξαπλωμένοι.

Σήμερα το απόγευμα, μετ’ απ’ του ήλιου το γέρμα

Ποιος ξέρει τι πνεύμα κακό εδώ ίσως αφίχθη,

Από την Κόλαση ξεστράτισε, δουλειά κακή να κάμει:

Μόλις το βρείτε, αρπάξτε το και φέρτε το σ’ εμένα…»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τέταρτο)

 

Στην εικόνα του Ντορέ για τους στίχους «Οι άλλοι δυο στον κήπο, αμέσως κατευθύνθηκαν / ψάχνοντας στα ενδότατα τον που καταζητούσαν …»*, βλέπουμε τους δύο αγγέλους Ιθουριήλ και Σεπφών να περνούν πετώντας πάνω από τα ψηλά δέντρα και να μπαίνουν στον κήπο, όπου ο Αδάμ και η Εύα ξεκουράζονται. Ο ένας άγγελος κρατά δόρυ και ο άλλος σπαθί, δείχνοντας ότι είναι έτοιμοι να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους ή ακόμα και να καταστρέψουν το κακό πνεύμα που ψάχνουν, αν χρειαστεί. Κοιτάζονται και δείχνουν προς την κατεύθυνση που υποψιάζονται ότι βρίσκεται το κακό πνεύμα.

Το δίδαγμα

Με αφορμή αυτό το μέρος της ιστορίας του Μίλτον και τις εικόνες του Ντορέ, μπορούμε να εξετάσουμε τις εσωτερικές διεργασίες της ψυχής μας: Πώς να αντιμετωπίσουμε το κακό που βρίσκεται μέσα μας; Ο Κήπος της Εδέμ είναι ο κήπος του Θεού, που δημιουργήθηκε για να φιλοξενήσει τη δημιουργία του Θεού, που περιλαμβάνει τόσο τη θεϊκή εικόνα όσο και το πνεύμα των ανθρώπινων όντων. Γύρω από τον κήπο, ο Θεός τοποθέτησε ουράνια όντα για να τον προστατεύουν από το κακό.

Η υποψία που δημιουργείται για κάποιο κακό που ίσως παρείσφρησε εκεί, οι φύλακες άγγελοι, ακολουθώντας τη θεϊκή βούληση, πηγαίνουν να το αναζητήσουν για να το εξαλείψουν. Δεν κρύβονται από αυτό ούτε το αγνοούν. Πηγαίνουν προς αυτό και ερευνούν ώστε να το ανακαλύψουν.

Αν η ψυχή μας είναι φτιαγμένη σύμφωνα με τα θεϊκά πρότυπα, δεν θα έπρεπε κι εμείς, ανάλογα, να ερευνούμε εντός μας και εκδιώκουμε το κακό που μπαίνει μέσα της; Όταν κακά πράγματα τρυπώνουν στον κήπο της ψυχής μας, δεν θα έπρεπε κι εμείς, όπως οι άγγελοι που υπηρετούν τον Θεό, να στρεφόμαστε προς τα μέσα, για να ανακαλύπτουμε περί τίνος πρόκειται;

 

Ο Γκυστάβ Ντορέ [Gustav Doré, 1832-1883] ήταν ένας ιδιαίτερα παραγωγικός καλλιτέχνης του 19ου αιώνα. Εικονογράφησε με τα χαρακτικά του μερικά από τα σπουδαιότερα έργα της κλασικής Δυτικής λογοτεχνίας, περιλαμβανομένων της Βίβλου, του «Απολεσθέντα Παραδείσου» και της «Θείας Κωμωδίας». H σειρά «Ο ‘Απολεσθείς Παράδεισος’ μέσα από τα μάτια και τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ» του Έρικ Μπες εμβαθύνει στις ιδέες του ποιήματος του Τζον  Μίλτον που ενέπνευσαν τον Ντορέ και στις εικόνες που φιλοτέχνησε.

Μέχρι τώρα στην Epoch Times έχουν δημοσιευθεί τα πρώτα 7 άρθρα του Έρικ Μπες:

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Η απόδοση των στίχων του Μίλτον στις λεζάντες των εικόνων είναι από τη μετάφραση του Αθανασίου Δ. Οικονόμου, εκδ. Οδός Πανός, τρίτη έκδοση, Αθήνα 2015.

 

Μετάφραση και επιμέλεια: Αλία Ζάε

Ο «Απολεσθείς Παράδεισος» μέσα από τα μάτια και τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ, μέρος ζ΄

Μέσα από αυτή τη σειρά άρθρων για την εικονογράφηση του Γκυστάβ Ντορέ στο επικό ποίημα του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος» εξετάζονται και οι διαβολικές μέθοδοι που χρησιμοποιεί ο Σατανάς προκειμένου να εκδικηθεί τον Θεό. Στο τελευταίο άρθρο (μέρος στ΄) είδαμε ότι, μετά από μια σύντομη αλλά δύσκολη εσωτερική πάλη, ο Σατανάς παίρνει την οριστική απόφαση να συνεχίσει να αψηφά τον Θεό και συνεχίζει τον δρόμο του προς τον Κήπο της Εδέμ. Τον βρίσκει περιτριγυρισμένο από φουντωτή βλάστηση, που σαν φράχτης εμποδίζει τα διάφορα πλάσματα να μπαίνουν ή να βγαίνουν – όλα, εκτός από τον Σατανά.

Ο Μίλτον ξεκινά έτσι:

«Ψηλά υψώνουνταν ο πράσινος του Παραδείσου φράχτης…

Να σκαρφαλώσει τώρα έπρεπε στο ύψωμα τ’ απότομο επάνω

Κι ο Σατανάς ανέβαινε σιγά, γιομάτος σκέψεις…

Να μπει ευπρεπώς από την είσοδο δεν το καταδεχόταν,

Μ’ ένα πηδηματάκι υπερπήδησε τα εμπόδια,

Τον λόφο, τον τοίχο τον πανύψηλο, τον κάθετο και μέσα

Προσγειώθηκε ανάλαφρος στα πόδια του επάνω…»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τέταρτο)

Ο Σατανάς βαρύνεται ακόμα από τον εσωτερικό του διάλογο: είναι βαρύς και σκεπτικός. Βλέποντας να ορθώνεται μπροστά του ένας φράκτης που τον εμποδίζει να προχωρήσει, τον πηδά με ευκολία και προσγειώνεται ανάλαφρα στα πόδια του.

Ο Ντορέ δείχνει τον Σατανά καθισμένο στην κορυφή του «απότομου, άγριου λόφου», να παρατηρεί σκυμμένος τον Κήπο της Εδέμ που απλώνεται ως το βάθος του ορίζοντα. Η μορφή του χάνεται σχεδόν στο τοπίο, μοιάζει να αποτελεί μέρος του, θυμίζοντάς μας τη χαμαιλεοντική, απατηλή φύση του. Οι ακτίνες φωτός που διαχέονται στον ουρανό υπονοούν τη θεϊκή έμπνευση που έδωσε ζωή στον ουράνιο αυτόν κήπο, γεμίζοντας το επάνω μέρος της σύνθεσης και οδηγώντας τη ματιά μας προς την πλούσια βλάστηση που βρίσκεται στο κάτω μέρος. Εκεί πηδά ο Σατανάς.

«Τώρα ανηφορίζει τον λόφο τον απότομο / με τις περιπλοκάδες, συνέχεια στο ταξείδι του / ο Σατανάς βραδυπορών, βαθειά συλλογισμένος…» (Βιβλίο Δ, σελ. 148’). Από την εικονογράφησή του Γκυστάβ Ντορέ για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Μπαίνοντας στον Κήπο και σκαρφαλώνοντας στο Δέντρο της Ζωής, που ήταν το ψηλότερο δέντρο του Παραδείσου, δίπλα ακριβώς στο Δέντρο της Γνώσης, ο Σατανάς εποπτεύει ολόκληρο τον χώρο της Εδέμ. Η ουράνια αίσθηση που εκπέμπει η θεϊκή δημιουργία κατακυριεύει τις αισθήσεις του, αναζωπυρώνοντας την εχθρική του διάθεση για το έργο του Πλάστη.

Σε αυτό το σημείο, ο Μίλτον βρίσκει την ευκαιρία να περιγράψει πόσο μεγαλοπρεπής είναι ο Κήπος του Θεού, που κλείνει τόση ομορφιά μέσα στα όριά του. Οι μυρωδιές, οι γεύσεις, οι εικόνες και όλα τα πλάσματα που τον κατοικούν είναι εξαιρετικά και πλούσια, κάνοντας το περιβάλλον να εμπνέει δέος.

«Χαρούμενη, αγροτική / έδρα ο τόπος τούτος…» (Βιβλίο Δ, σελ. 152). Από την εικονογράφησή του Γκυστάβ Ντορέ για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Η θεϊκή φύση της δημιουργίας του Θεού

Ο Σατανάς βλέπει ένα ρυάκι. Το ακολουθά και φτάνει σε ένα σημείο όπου δυο μορφές πίνουν νερό. Ο Μίλτον περιγράφει τη σκηνή:

«όπου ο Εχθρός

Με απαρέσκεια είδε του τόπου τη χαρά, πλάσματα

Κάθε λογής που πρώτη τους φορά τα μάτια του αντικρίζαν:

Δύο ανώτερα πολύ απ’ όλα τ’ άλλα, όρθια, ψηλά

Σαν τον Θεό ορθά, τη φύση ενδεδυμένα, σαν άρχοντες

των πάντων έμοιαζαν μες στη γυμνή αρχοντιά τους,

δικαίως μάλιστα αφού στη θεία όψη τους

του δοξασμένου τους Δημιουργού η όψη αντανακλούσε,

Αλήθεια, ιερότητα, σοφία και αγνότητα…»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τέταρτο)

 Η περιγραφή του Μίλτον είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα και μας δίνει να καταλάβουμε πώς αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη φύση. Οι άνθρωποι, μας λέει, όταν η φύση τους παραμένει αμόλευτη και αγνή, είναι μεγαλοπρεπείς και άξιοι να διαφεντεύουν όλα τα πράγματα της γης. Φτιαγμένοι κατ’ εικόνα του Δημιουργού τους, είναι θεϊκά πλάσματα και η θεϊκότητά τους αποκαλύπτει την αλήθεια, τη σοφία και την αγνή ιερότητα της ανόθευτης ανθρώπινης φύσης.

Ο Ντορέ απεικονίζει τις δύο μορφές που βλέπει ο Σατανάς στο ποταμάκι του Κήπου της Εδέμ  κάτω από έναν θόλο που σχηματίζουν οι φυλλωσιές των δέντρων, την ώρα που ο άντρας δίνει στη γυναίκα νερό από το ποτάμι. Η αντίδραση του Σατανά στο θέαμά τους, όπως την περιγράφει ο ποιητής, είναι η εξής:

«Ω, Κόλαση! Τι είν’ αυτό τα μάτια μου με θλίψη που κοιτάζουν,

Στης ευτυχίας τα δώματα τόσο ψηλά υψωμένα

Πλάσματα άλλης φτιαξιάς, γήινα ίσως

Και όχι πνεύματα, αλλά σαν τα ουράνια τα φωτεινά τα πνεύματα,

Λίγο κατώτερα. Οι σκέψεις μου μαζί τους τρέχουν

Με θαυμασμό και θα τ’ αγάπαγα, τόσο ζωηρά που λάμπει

Μέσα τους η θεϊκή ομοιότης κι η χάρη που έχυσε μέσα κι επάνω τους

Το χέρι που ’δωκε το σχήμα στις μορφές τους…»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τέταρτο)

«Τον εύγευστο μασούσανε χυμό τους κι απ’ τη φλούδα / όσο κρατούσε η δίψα, ροφούσανε το ξέχειλο / χυμώδες της ρυάκι…» (Βιβλίο Δ, σελ. 156). Από την εικονογράφησή του Γκυστάβ Ντορέ για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Ο Σατανάς αναστατώνεται και νιώθει ζήλια βλέποντας τους ανθρώπους. Στενοχωριέται βαθιά που τα δύο αυτά νέα πλάσματα διαφεντεύουν τον υπέροχο
παράδεισο, όπου και αυτός κάποτε ζούσε – έναν παράδεισο που ποτέ του δεν θα μπορούσε ο ίδιος να διαφεντέψει.

Κι όμως, παρά τη ζήλια του, η θεϊκή φύση των ανθρώπινων πλασμάτων που βλέπει παραλίγο να τον κάνουν να τα αγαπήσει. Μοιάζουν τόσο πολύ με τα θεϊκά όντα, που ο Σατανάς αναρωτιέται απορημένος πούθε προήλθαν. «Ίσως» γεννήθηκαν στη γη, αλλά  ακόμα κι έτσι, η «θεϊκή ομοιότης» και η «χάρη» τους τον γεμίζουν θαυμασμό.

Η περιγραφή του Μίλτον μάς αναγκάζει να αναρωτηθούμε για τη μορφή και το περιεχόμενο των ανθρώπινων όντων: για τη θεϊκή τους ομοιότητα και τη χάρη. Και τα δύο τούς δόθηκαν από τον Θεό. Όχι μόνο η μορφή τους μοιάζει θεϊκή, αλλά διαθέτουν και την εσωτερική χάρη που ανταποκρίνεται στα θεϊκά πρότυπα, τα οποία σύμφωνα με τον ποιητή είναι η αλήθεια, η σοφία, η αγνότητα και η ιερότητα. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι αυτός ο συνδυασμός της θεϊκής μορφής με το θεϊκό περιεχόμενο που μπερδεύει ακόμα και την επιτομή του κακού, τον Σατανά, παρασύροντας τον για μια στιγμή στο να κοντέψει να αγαπήσει αυτό που θέλει να μισήσει.

Ο Σατανάς θέλει να διαφθείρει τα ανθρώπινα όντα

Αυτή η στιγμή, ωστόσο, δεν είναι αρκετή για να υπαναχωρήσει και να αλλάξει τα αρχικά του σχέδια. Τα μάγια γρήγορα λύνονται και επανέρχεται πιο αποφασισμένος στον στόχο του να καταστρέψει τον δεσμό τους με τον Θεό, για να πάρει την εκδίκησή του:

«Η Κόλαση για σας τους δυο

Τις πύλες της τις πιο φαρδιές θ’ ανοίξει

Κι όλους τους βασιλείς της θε να στείλει. Και χώρο θα ’χουμε πολύ,

Όχι όπως σ’ αυτό το μέρος το στενό,

Όλα σας τα παιδιά να βάλουμ’ εκεί μέσα…»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τέταρτο)

Οι προθέσεις του Σατανά είναι ξεκάθαρες: Θα ανοίξει τις πύλες της Κόλασης για να βάλει μέσα τους ανθρώπους και όλους τους απογόνους τους. Στο μέρος δ΄ της σειράς, όταν ο Σατανάς έφευγε από την Κόλαση, είδαμε ότι στις πύλες της στέκονται φρουροί ακοίμητοι τα δυο παιδιά του, η Αμαρτία και ο Θάνατος. Παρακάτω, θα δούμε πώς αυτοί οι τρεις πετυχαίνουν το στόχο τους και τι ηθικό δίδαγμα μπορούμε να αντλήσουμε από τις μεθόδους τους. Ο Μίλτον μάς λέει ότι κάτω από όλη την αμαρτία, η πραγματική μας φύση – η αγνή, ανόθευτη ανθρώπινη φύση – έχει δημιουργηθεί για να μοιάζει και να είναι θεϊκή, όπως ο Δημιουργός μας. Πώς μπορούμε να βρούμε τη θεϊκή μας φύση και να ξαναβρεθούμε κοντά στον Θεό;

 * * *

Ο Γκυστάβ Ντορέ [Gustav Doré, 1832-1883] ήταν ένας ιδιαίτερα παραγωγικός καλλιτέχνης του 19ου αιώνα. Εικονογράφησε με τα χαρακτικά του μερικά από τα σπουδαιότερα έργα της κλασικής Δυτικής λογοτεχνίας, περιλαμβανομένων της Βίβλου, του «Απολεσθέντα Παραδείσου» και της «Θείας Κωμωδίας». H σειρά «Ο ‘Απολεσθείς Παράδεισος’ μέσα από τα μάτια και τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ» του Έρικ Μπες εμβαθύνει στις ιδέες του ποιήματος του Τζον  Μίλτον που ενέπνευσαν τον Ντορέ και στις εικόνες που φιλοτέχνησε.

Μέχρι τώρα στην Epoch Times έχουν δημοσιευθεί τα έξι πρώτα άρθρα της σειράς:

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Η απόδοση των στίχων του Μίλτον στις λεζάντες των εικόνων είναι από τη μετάφραση του Αθανασίου Δ. Οικονόμου, εκδ. Οδός Πανός, τρίτη έκδοση, Αθήνα 2015.

Μετάφραση: Αλία Ζάε

Ο «Απολεσθείς Παράδεισος» μέσα από τα μάτια και τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ, μέρος στ΄

Σε αυτή τη σειρά άρθρων για την εικονογράφηση του Γκυστάβ Ντορέ στο επικό ποίημα του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος, βλέπουμε και πώς αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας τον Σατανά: πατέρας της Αμαρτίας και του Θανάτου, ταυτίζεται με την υπερηφάνεια, τη ματαιοδοξία, την εξαπάτηση και την εκδίκηση. Αλλά η σύλληψη του Μίλτον δεν σταματά εδώ. Στο τελευταίο άρθρο, είδαμε πώς ο Σατανάς κορόιδεψε τον Αρχάγγελο Ουριήλ, για να μάθει πού βρίσκεται η Γη και να επιτεθεί στην καινούρια θεϊκή δημιουργία, τα ανθρώπινα όντα.

Το εσωτερικό μαρτύριο του Σατανά

Φτάνοντας στη Γη και πλησιάζοντας στον Κήπο της Εδέμ, ο Σατανάς γεμίζει αμφιβολίες και φόβο. Βλέπει την αλήθεια της σχέσης του με τον Θεό:

«Τρόμος κι αμφιβολία μαζί αποσπούν

τους ταραγμένους λογισμούς του κι από τα βάθη

μέσα του την Κόλαση ξυπνούν, γιατί αυτή εντός του

βρίσκεται κι ολόγυρά του, κι από την Κόλαση

ούτε βήμα δεν μπορεί να κάμει, όπως κι από τον εαυτό του

να απομακρυνθεί δε γίνεται σ’ άλλονε τόπο αν πάει:

Και η συνείδηση από τον ύπνο της ξυπνά

Μ’ απελπισία τώρα, με πίκρα όταν σκέπτεται τον πρότερο εαυτό της,

Τι είναι τώρα, αλλά και το χειρότερο που μέλλεται να γίνει…»

 (Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τέταρτο)

 Κατά πρώτον, ο Μίλτον μας λέει ότι η Κόλαση ακολουθεί τον Σατανά όπου κι αν αυτός πηγαίνει. Παρόλο που βγήκε από τις πύλες της, ακόμα η παρουσία της τον βασανίζει. Η Κόλαση είναι πλέον μια υπαρξιακή κατάσταση για τον Σατανά. Δεν ήταν μονάχα ένα μέρος στο οποίο εκδιώχθηκε, αλλά και μέρος του εαυτού του.

Στο βαθύτερό του μαρτύριο, ο Σατανάς καλείται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα της κατάστασής του. Δεν είναι πια ένα λαμπερό, μεγαλειώδες ουράνιο ον. Με αυτήν τη διαπίστωση, ο ποιητής φανερώνει επίσης την άποψή του για την πηγή κάθε εσωτερικού μαρτυρίου και θλίψης: ο χωρισμός από τον Θεό.

Σε μια στιγμή βασανιστικής διαύγειας, ο Σατανάς ομολογεί το λάθος του απέναντι στον Θεό:

«Ω, ήλιε, άκουσε τις αχτίδες σου πόσο μισώ,

Τις αναμνήσεις που ξυπνούν αυτού που ήμουν,

Πόσο ψηλότερα από τη σφαίρα σου έλαμπα,

Μέχρι που η περφάνια μου και η χειρότερη φιλοδοξία

κι ο ουράνιος πόλεμος ενάντια στον Βασιλέα τ’ Ουρανού

Με ρίξαν κάτω – Αχ!, δεν Του άξιζε μια τέτοια πληρωμή

Εκ μέρους μου, που μ’ έφτιαξε τόσο λαμπρόν, χωρίς να μ’ επιπλήττει.

Κι ούτε βαριά ήτανε τα καθήκοντά μου, τι μόνο να υμνώ

Και να ευχαριστώ Αυτόν, τούτο έπρεπε! Κι όμως,

Η καλοσύνη Του με χάλασε εμένα και το κακό εγέννησε

Και την υποταγή αρνούμενος, θέλησα να ανέβω

Ψηλότερα, ψηλότερ’ απ’ τον Ύψιστο,

Να ξεπληρώσω μονομιάς πεθύμησα

Το χρέος το απέραντο και την ευγνωμοσύνη,

Που τόσο με εβάραινε, συνέχεια να πληρώνω και να χρωστώ ακόμα…»

 (Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τέταρτο)

 Ο Σατανάς εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο, γιατί φιλοδόξησε να φτάσει σε μεγαλείο τον Θεό, κάτι αδύνατον και τώρα μισεί τις ακτίνες του ήλιου, που του θυμίζουν την πάλαι ποτέ λαμπρότητά του. Λέει πόση δόξα είχε στον Παράδεισο και παραδέχεται ότι δεν άξιζε στον Θεό το ανεξέλεγκτο μίσος του. Τι είναι αυτό που αξίζει στον Θεό; Μόνο ευγνωμοσύνη και αίνος. Ο Σατανάς λέει ότι η ευγνωμοσύνη και ο αίνος είναι το ελάχιστο που μπορούμε να δώσουμε στον Θεό.

Όμως ο Σατανάς, και αυτό είναι το πρόβλημά του, δεν θέλει να νιώθει ότι οφείλει να υμνεί τον Θεό. Ο Θεός είναι τόσο μεγάλος που Του αξίζουν ατελείωτοι ύμνοι και ευγνωμοσύνη. Αυτό ο Σατανάς δεν θέλει να το κάνει, γιατί το νιώθει σαν ένα χρέος που το χρωστά αιώνια, νιώθει σαν ένας οφειλέτης αιώνια χρεωμένος στον πιστωτή του. Για τον Σατανά, αυτό ισούται με σκλαβιά και ο ίδιος αισθάνεται πολύ σπουδαίο τον εαυτό του για να είναι σκλάβος οποιουδήποτε, ακόμα και του ίδιου του Θεού.

Ο Σατανάς αρνείται να μετανοήσει

Ωστόσο, συλλογίζεται τη μετάνοια:

«Ω, ας υποχωρήσω λοιπόν: να μετανιώσω δεν μπορώ

Και να συγχωρεθώ; Μονάχα να υποταχθώ,

Μα αυτή τη λέξη ανάξιά μου θεωρώ και μου απαγορεύω…

Μα ας υποθέσουμε πως μετανοώ και χάρη παίρνω

Και ξαναγίνομαι αυτός που κάποτε ήμουν.

Δεν θα ξανάρχονταν οι υψιπετείς οι σκέψεις

Εκεί ψηλά που θά ’μουνα; […]

Και εύκολα τους όρκους που ’δωσα με τόση δυσκολία

Θα απαρνιόμουνα, ως βάναυσους και άδειους…

Κι αυτό ο τιμωρός μου ξέρει, γι’ αυτό αποκλείεται τη χάρη

Να μου δώσει, κι εγώ το ίδιο αποκλείεται ειρήνη να ικετέψω…»

 (Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τέταρτο)

 Η αποκοπή από τον Θεό και το μαρτύριο της Κόλασης εντός του κάνουν τον Σατανά να σκέπτεται τη μετάνοια. Όμως, ταυτίζει τη μετάνοια με την υποταγή και αρνείται να υποταχθεί στον Θεό. Παραδέχεται ότι ακόμα κι αν μετανοούσε, θα ήταν μόνο εξαιτίας του πόνου που νιώθει και όχι επειδή πιστεύει πραγματικά στην αξία της μετάνοιας. Μόλις ο πόνος υποχωρήσει, θα χαθεί και η διάθεσή του να μετανοήσει.

Ο Σατανάς σκέφτεται ότι ο Θεός γνωρίζει ότι η μετάνοιά του θα ήταν ψεύτικη κι έτσι δεν θα τη δεχόταν. Υπαινίσσεται ότι το να του δώσει ο Θεός χάρη για μια ψευδή μετάνοια είναι το ίδιο με το να ικετεύει για ειρήνη, κάτι που η υπερηφάνειά του του απαγορεύει.

Έτσι, ο Σατανάς συνεχίζει το δρόμο του προς το κακό. Αρνείται να υποταχθεί στον δρόμο της μετάνοιας που οδηγεί πίσω στον Θεό και προτιμά να υποταχθεί στα χαρακτηριστικά της Κόλασης και σε ό,τι αντιτίθεται στον Θεό:

«Άθλιος εγώ! Προς τα πού να πετάξω,

Ατέλειωτη οργή κι ατέλειωτη απελπισιά;

Όπου κι αν πετώ, η Κόλαση. Εγώ ο ίδιος Κόλαση…

Κι έτσι, χαμένη πάσα ελπίδα…

Αντίο ελπίδα, αντίο φόβοι, πάτε με την ελπίδα,

Αντίο μετάνοια: πάει από μέσα μου όλο το καλό.

Εσύ, τώρα, κακό θα είσαι το καλό μου…»

 (Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τέταρτο)

 Το μαρτύριο του Σατανά του Μίλτον

«Άθλιος εγώ! Προς τα πού να πετάξω / Ατέλειωτη οργή κι ατέλειωτη απελπισιά;». Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ από την εικονογράφησή του για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Ο Ντορέ απεικονίζει τον Σατανά σε μια στάση που μαρτυρά την αγωνία του. Είναι από τις πρώτες φορές που τον βλέπουμε χωρίς τη συνηθισμένη του πόζα ισχύος. Αντιθέτως, γέρνει στον βράχο, αρπάζοντας τα μαλλιά του, έτσι όπως είναι απορροφημένος από τον διάλογο που έχει με τον εαυτό του. Το άγριο τοπίο μοιάζει σαν να πλέει σε μια άδεια σκοτεινιά, δυναμώνοντας τη συναισθηματική ένταση της εικόνας.

Ο λόγος που υποφέρει ο Σατανάς είναι η εκούσια απόσχισή του από τον δημιουργό του, τον Θεό. Παρά το μεγαλείο της θεϊκής καλοσύνης και τη δόξα των ουρανών, ο Σατανάς προτιμά να έρθει αντιμέτωπος με τον Θεό, παρά να δείξει ταπεινότητα και ευγνωμοσύνη.

Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στη σκέψη του Μίλτον και τη σύγχρονη αύξηση της κατάθλιψης; Μπορεί η απομάκρυνσή μας από την καλοσύνη του Θεού να μας κάνει να ζούμε ως θύματα, βρίσκοντας περισσότερους λόγους να παραπονούμαστε παρά να νιώθουμε ευγνωμοσύνη;

Στην εικόνα του Ντορέ, εντούτοις, πέφτει ακόμα λίγο φως πάνω στον Σατανά. Είναι θεϊκό φως; Είναι μήπως σημάδι που στέλνει ο Θεός στον Σατανά για να τον βοηθήσει να μετανιώσει, να αφήσει το μαρτύριό του και να επιστρέψει στον Παράδεισο;

Όταν εγκαταλείπουμε τον Θεό, εγκαταλείπουμε και την ταπεινότητα και την ευγνωμοσύνη προς το θείον. Και είναι η υπερηφάνειά μας που μας έχει οδηγήσει σε αυτό τον δρόμο. Άραγε υπάρχει για εμάς ελπίδα, μας φωτίζει ακόμα λίγο θεϊκό φως για να μπορέσουμε να επιστρέψουμε;

 

Ο Γκυστάβ Ντορέ [Gustav Doré, 1832-1883] ήταν ένας ιδιαίτερα παραγωγικός καλλιτέχνης του 19ου αιώνα. Εικονογράφησε με τα χαρακτικά του μερικά από τα σπουδαιότερα έργα της κλασικής Δυτικής λογοτεχνίας, περιλαμβανομένων της Βίβλου, του «Απολεσθέντα Παραδείσου» και της «Θείας Κωμωδίας». Στη σειρά «Ο ‘Απολεσθείς Παράδεισος’ μέσα από τα μάτια και τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ» θα εμβαθύνουμε στις ιδέες του ποιήματος του Τζον  Μίλτον που ενέπνευσαν τον Ντορέ και στις εικόνες που φιλοτέχνησε.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Η απόδοση των στίχων του Μίλτον στη λεζάντα είναι από τη μετάφραση του Αθανασίου Δ. Οικονόμου, εκδ. Οδός Πανός, τρίτη έκδοση, Αθήνα 2015.

Μετάφραση: Αλία Ζάε

Ο «Απολεσθείς Παράδεισος» μέσα από τα μάτια και τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ, μέρος ε΄

Στο προηγούμενο άρθρο της σειράς «Ο ‘Απολεσθείς Παράδεισος’ μέσα από τα μάτια και τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ» είδαμε τη συνάντηση του Σατανά με τα παιδιά του, την Αμαρτία και τον Θάνατο, στην πύλη της Κολάσεως, όπως την περιγράφει ο Τζον Μίλτον στο επικό του ποίημα. Τον αφήνουν να περάσει την πύλη και ο Σατανάς συνεχίζει το ταξίδι του προς το νέο δημιούργημα του Θεού, τη Γη.

Ο Θεός, ο Σατανάς και το ανθρώπινο μέλλον

Στη συνέχεια, βλέπουμε τον Θεό να παρακολουθεί τον Σατανά από τον ουρανό και να λέει ότι γνωρίζει για τους πειρασμούς με τους οποίους θα προσπαθήσει να δελεάσει τους ανθρώπους. Εξηγεί το μέγεθος της κακίας του Σατανά, αναφέροντας ότι το μίσος του προέρχεται μέσα από τον ίδιο του τον εαυτό. Εντούτοις, οι άνθρωποι που θα παρασυρθούν από τα έργα του, δεν θα κριθούν εξίσου αυστηρά, καθώς δεν μισούν τον Θεό μέσα στην καρδιά τους, αλλά Του αντιστέκονται επειδή ξεγελάστηκαν από τον Σατανά.

Ο Θεός ρωτά τα άλλα πλάσματα του Παραδείσου ποιο θα θυσιαστεί για την αιώνια ζωή των ανθρώπων. Μόνον ο Ιησούς, ο Υιός Του, προσφέρεται και ο Θεός επαινεί την αγάπη και τη συμπόνια Του.

Paradise_Lost_12
«Κάτω προς την στεριά της γης / κάτω από τα όρια τα εκλειπτικά του γήλιου / με την ελπίδα έσπευσε ώριας επιτυχίας / και ρίπτεται απότομα κατωφερή σε πτήση / μ’ ανάλαφρη πλοήγηση»*. Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ από την εικονογράφησή του για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Η πτήση του Σατανά προς τη γη

Εν τω μεταξύ, ο Σατανάς ψάχνει ματαίως να βρει τη Γη, ώσπου συναντά έναν από τους επτά αρχαγγέλους, τον Ουριήλ, ο οποίος είναι αφιερωμένος σε στοχασμούς κοιτώντας μακριά. Γνωρίζοντας ότι ο αρχάγγελος θα τον αποπέμψει αν καταλάβει ποιος είναι, ο Σατανάς αλλάζει τη μορφή του:

«Χαρά στο πνεύμα το λερό, μ΄ελπίδα τώρα

Που ηύρε έναν οδηγό την πτήση του να στείλει

Στ’ ανθρώπου τον Παράδεισο, τ’ ωραίο σπίτι,

αισίως το ταξίδι του αυτός να τερματίσει

και ο δικός μας ο καημός και θρήνος ν’ αρχινίσει.

Ν’ αλλάξει όμως πρώτιστα τη βδελυρή μορφή του […]

Σαν νέο χερουβείμ να δείξει.»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τρίτο)

Μεταμορφωμένος σε χερουβείμ, λοιπόν, πλησιάζει ο Σατανάς τον Ουριήλ και τον ρωτά που βρίσκεται η Γη, για να δει με τα μάτια του και να θαυμάσει τον νέο δημιούργημα του Θεού. Ο Ουριήλ ξεγελιέται και του περιγράφει τη Γη και πώς μπορεί να τη βρει:

«Είδα πώς με τον Λόγο Του το Χάος,

Του κόσμου το υλικό, μαζεύτηκε:

Άκουσ’ η σύγχυση και με μεγάλο σάλο

Υπάκουσε, τ’ άπειρο συγκρατήθηκε.

Και με τη δεύτερη την προσταγή χάνεται το σκοτάδι,

Φέγγει το φως, και μπαίνει η τάξη […]

Κοιτά εκεί στα χαμηλά ’κείνη τη σφαίρα

Που η δώθε της πλευρά το φως αντανακλάει.

’Κείν’ είν’ η γη,  το σπίτι του ανθρώπου [..] »

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τρίτο)

Οι αντιθέσεις του Ντορέ

Στην εικόνα του Ντορέ, ο Σατανάς είναι μια σκοτεινή μορφή που κατευθύνεται προς τη γη, η οποία φωτίζεται από θεϊκό φως, κάτι που μας υπενθυμίζει ότι, παρά τις προσπάθειες του Σατανά, η γη και οι κάτοικοί της έχουν δημιουργηθεί από τον Θεό και έχουν θεϊκή φύση.

Σύννεφα τη σκεπάζουν, εκτός από ένα σημείο όπου λάμπει το ουράνιο φως. Ίσως τα σύννεφα να συμβολίζουν τη σύγχυση και το χάος, υποδεικνύοντας ότι από τον ουρανό θα προέλθει το ξεκαθάρισμα της σύγχυσης και η συγκρότηση του χάους. Όπως μας πληροφορεί ο Ουριήλ, ήταν η φωνή του Θεού που διέλυσε τη σύγχυση και έβαλε τάξη στην αταξία.

Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τη σύγχυση και το χάος ως αντίθετα της αλήθειας, αφού η αλήθεια είναι, εξ ορισμού, καθαρή και ‘εν τάξει’. Σε αυτή την περίπτωση, η εικονογράφηση του Ντορέ περιέχει ακόμα πιο λεπτές αποχρώσεις, από αυτές που φαίνονται με την πρώτη ματιά. Γιατί τότε εικονογραφεί κατά βάθος την αντίθεση ανάμεσα στην αλήθεια και την εξαπάτηση.

Μαθαίνουμε για τις ανέντιμες μεθόδους στις οποίες καταφεύγει ανενδοίαστα ο Σατανάς, από τη μεταμόρφωσή του σε χερουβείμ.  Σε αντίθεση με την αλήθεια – η οποία στην πιο αγνή της μορφή είναι πάντα αληθινή – όχι μόνο αλλάζει ο Σατανάς τη μορφή του πολλές φορές (όπως θα δούμε αργότερα), αλλάζει και αυτό που αντιπροσωπεύει, δηλαδή η φύση του κακού αλλάζει. Πρώτα ήταν η υπερηφάνεια, μετά η δύναμη και κατόπιν η ματαιοδοξία. Τώρα, η φύση του κακού είναι η εξαπάτηση.

Κατ’ επέκταση, η απεικόνισή του ως μια σκοτεινή μορφή αντιστοιχεί στο πώς το ψέμα και το κακό συσκοτίζουν την αλήθεια. Με άλλα λόγια, ο Σατανάς είναι το αντίθετο της αλήθειας. Ο Μίλτον καθιστά σαφές ότι ακόμα και οι πιο ορθοί, ακόμα κι ένας αρχάγγελος, μπορεί να εξαπατηθούν. Γιατί:

«Ούτε άνθρωπος ούτε άγγελος να δουν μπορούν

Την υποκρισία, μοναδικό κακό που σ’ όλους

Είν΄ αόρατο, εξόν απ’ τον Θεό.»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Τρίτο)

Οι επιτυχίες του Σατανά οφείλονται στο ταλέντο του στην υποκρισία. Μπορεί να εμφανίζεται ορθός, προκειμένου να καταστρέψει το ορθό.

Μια άλλη αντίθεση που τονίζει ο Μίλτον είναι η καίρια, κατ’ αυτόν, διαφορά ανάμεσα στο θείο και το σατανικό. Ο Θεός είναι η αλήθεια της αυτοθυσίας για χάρη της αγάπης, ενώ ο Σατανάς είναι το ψέμα που θέλει να καταστρέψει την αλήθεια από υπερηφάνεια.

Σε έναν κόσμο γεμάτο ψέματα και απάτες, όπου οι αήθεις εμφανίζονται ως ορθοί, πώς μπορούμε να ξεχωρίσουμε τι είναι πραγματικά αληθινό και γεμάτο αγάπη και συμπόνια;

 

 Ο Γκυστάβ Ντορέ [Gustav Doré, 1832-1883] ήταν ένας ιδιαίτερα παραγωγικός καλλιτέχνης του 19ου αιώνα. Εικονογράφησε με τα χαρακτικά του μερικά από τα σπουδαιότερα έργα της κλασικής Δυτικής λογοτεχνίας, περιλαμβανομένων της Βίβλου, του «Απολεσθέντα Παραδείσου» και της «Θείας Κωμωδίας». Στη σειρά «Ο ‘Απολεσθείς Παράδεισος’ μέσα από τα μάτια και τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ» θα εμβαθύνουμε στις ιδέες του ποιήματος του Τζον  Μίλτον που ενέπνευσαν τον Ντορέ και στις εικόνες που φιλοτέχνησε.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Η απόδοση των στίχων του Μίλτον στις λεζάντες των εικόνων είναι από τη μετάφραση του Αθανασίου Δ. Οικονόμου, εκδ. Οδός Πανός, τρίτη έκδοση, Αθήνα 2015.

Η απόδοση των στίχων εντός του άρθρου είναι της μεταφράστριας του άρθρου.

Μετάφραση: Αλία Ζάε

Ο «Απολεσθείς Παράδεισος» μέσα από τα μάτια και τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ, μέρος δ΄

Μετάφραση: Αλία Ζάε

Ακολουθώντας την εικονογράφηση του Γκυστάβ Ντορέ για το επικό ποίημα του 17ου αιώνα που έγραψε ο Τζον Μίλτον, είδαμε πώς εκδιώχθηκαν ο Σατανάς και οι άλλοι επαναστατημένοι άγγελοι από τον Παράδεισο, αφότου ξεκίνησαν τον πόλεμο κατά του Θεού. Είδαμε επίσης πώς συγκέντρωσε και πάλι ο Σατανάς τα στρατεύματά του και έγινε βασιλιάς της Κόλασης. Σε αυτό το άρθρο, ερευνούμε γιατί φεύγει ο Σατανάς από την Κόλαση και τι ανακαλύπτει στις πύλες.

Μετά από την ανοικοδόμηση του Πανδαιμόνιου, της αυτοκρατορίας των επαναστατημένων αγγέλων, ο Σατανάς στέφεται βασιλιάς και αρχίζει να μελετά πώς θα μπορούσαν να πάρουν εκδίκηση μαζί με τον στρατό του. Όλοι συμφωνούν ότι είναι μάταιο να επιτεθούν ξανά στον Θεό στον Παράδεισο. Γνωρίζουν καλά ότι δεν έχουν καμία ελπίδα να νικήσουν. Ωστόσο, κάποιοι άγγελοι λένε ότι θα προτιμούσαν να πάψουν να υπάρχουν παρά να συνεχίσουν να ζουν στη φρίκη της Κολάσεως.

Τίθεται το ζήτημα να ζητήσουν συγχώρεση από τον Θεό, αλλά ούτε να ζήσουν υπό την εξουσία Του θέλουν. Πιστεύουν ότι ζητώντας έλεος και συγχώρεση θα γίνουν υποτελείς του Θεού και καθώς το μίσος τους τους τυφλώνει, δεν μπορούν να δουν πόσο σοφή κίνηση θα ήταν η υποταγή τους.

Ο Βεελζεβούλ, δεύτερος αρχηγός μετά τον Σατανά, προτείνει κάτι άλλο για να εκδικηθούν τον Θεό:

«Κάτι καλό μπορεί να βγει με τον  αιφνιδιασμό

είτε με της Κολάσεως τη φωτιά

Αν κάψουμε την Πλάση είτε αν την πάρουμε

Άπασα για δικιά μας και διοικήσουμε,

Όπως εμάς μας διοικούσαν, τους κακομοίρηδες κατοίκους.

Κι αν δεν τους διοικήσουμε, τότε ας τους παρασύρουμε,

Να έρθουν με το μέρος μας και τότε ο Θεός

Εχθρός γι’ αυτούς θε να’ ναι και με το χέρι Του

μετανιωμένος το δημιούργημά Του θ’ απαλείψει.»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Δεύτερο)

Τα παιδιά του Σατανά

Ο Σατανάς επικροτεί την ιδέα και αποφασίζει να περάσει μόνος του μέσα από τη φρίκη της Κολάσεως για να πάει στη γη. Διασχίζει την Κόλαση και φτάνει στις πύλες της. Ο Μίλτον περιγράφει τη σκηνή ως εξής:

«Μπροστά στην πύλη κάθονταν

Σε κάθε της πλευρά από μια, με σχήμα φοβερό,

Μία γυναίκα όμορφη απ’ τον κορμό και πάνω,

Τέρας φολιδωτό πιο κάτω, ένα γιγάντιο ερπετό

Μ’ ένα κεντρί θανατηφόρο: γύρω από τη μέση της

Αγέλη από σκυλιά της Κόλασης που γάβγιζαν

Αδιάλειπτα με τα τεράστια, Κερβερικά τους στόματα

Και χτύπααν απαίσιο κουδούνι: μα όταν έγερναν,

Στη μήτρα της μέσα θα μπαίνανε σουρτά, κι εκεί

Φωλιάζαν, ακόμα αλυχτώντας και ουρλιάζοντας

Αόρατα, από μέσα […]

Η άλλη μορφή,

Αν τέτοιο τίτλο μπορούσες να της δώσεις

Αφού μορφή καμμιά δεν είχε

Σαν κόκκαλο ή  μέλος ή αρθρώσεις

Κι ούτε ουσία – Φάντασμα να την πεις μπορούσες τη σκιά,

Έτσι το κάθε μέλος έμοιαζε. Και μαύρη στεκόταν σαν τη Νυχτιά,

Σαν δέκα Ερινύες άγρια και τρομερή σαν Κόλαση,

Βέλος σειώντας φοβερό. Κι αυτό που έμοιαζε κεφάλι του

Με κάτι σαν κορώνα ήτανε στολισμένο.»

(Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Δεύτερο)

Ποια είναι αυτά τα δύο όντα που φυλάνε την πύλη της Κόλασης; Το ένα, μισό γυναίκα και μισό ερπετό, με τον Κέρβερο να γαβγίζει αγριεμένος ακόμα και μέσα από τη μήτρα της. Το άλλο ένα άμορφο φάντασμα, που κινείται απότομα προς το μέρος του Σατανά.

Αυτός τα κοιτάζει και τα δύο με αηδία, γιατί είναι πράγματι φρικτά πλάσματα. Προειδοποιεί το βίαιο φάντασμα να σταματήσει, αλλιώς θα νιώσει την οργή του. Το πλάσμα που είναι μισό γυναίκα, μισό ερπετό εξηγεί πώς έχουν τα πράγματα.

Η ίδια είναι η Αμαρτία, κόρη του Σατανά που γεννήθηκε από το κεφάλι του όταν αυτός, ψηλά στον ουρανό, άρχισε να συνωμοτεί ενάντια στον Θεό. Στον Παράδεισο θεωρούνταν όμορφη και οι άλλοι συνωμότες την αγαπούσαν. Ο Σατανάς την ερωτεύτηκε – ή τουλάχιστον το κομμάτι του εαυτού του που είδε σε αυτήν – και έπιασε μαζί της το φάντασμα, τον Θάνατο.

Όταν τελείωσε ο πόλεμος, πετάχτηκαν όλοι στην Κόλαση και στην Αμαρτία δόθηκε το κλειδί και η εντολή να φυλάει την πύλη. Εκεί γέννησε τον Θάνατο, γιο του Σατανά και δικό της. Αργότερα, ο Θάνατος την κυνήγησε μέχρι που την κατάφερε κι έκανε μαζί της το πολυκέφαλο τερατώδες σκυλί που τη βασανίζει αδιάκοπα. Αφότου είπαν την ιστορία τους, οι τρεις τους συμφωνούν να συνεργαστούν για να καταστρέψουν τη νέα δημιουργία του Θεού και η Αμαρτία με τον Θάνατο αφήνουν τον Σατανά να βγει από την Κόλαση.

«Μπροστά στην πύλη κάθονταν/Σε κάθε της πλευρά από μια, με σχήμα φοβερό». Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ από την εικονογράφησή του για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος». 1866. (Public Domain)

 

Τα δυο τέρατα του Ντορέ

Ο Ντορέ επέλεξε να απεικονίσει τη σκηνή με ήπιο τρόπο, επιλέγοντας τη στιγμή που φτάνει ο Σατανάς στην πύλη. Η πόζα που έχει είναι αυτή που έχει και στις περισσότερες εικόνες: στέκεται όρθιος πάνω από τις δυο άλλες μορφές, με το δόρυ του στο ένα χέρι και με το άλλο χέρι τεντωμένο προς τα δυο πλάσματα.

Αν και στέκεται ψηλότερα από αυτά, ο τρόπος που έχει φωτίσει ο Ντορέ τη σκηνή καθοδηγεί την προσοχή μας στο πιο σημαντικό στοιχείο της: εδώ, στις δυο μορφές μπροστά από την πύλη.

Η μορφή που αυτοαποκαλείται Αμαρτία αναπαρίσταται όπως την περιγράφει το κείμενο, μισή γυναίκα και μισή ερπετό. Απλώνει και αυτή το Χέρι της προς τον Σατανά, σαν να μιλά μαζί του. Η άλλη μορφή – που μορφή δεν έχει, ο Θάνατος – αν και θα έπρεπε να είναι μια σκοτεινή μάζα, στην εικόνα αναπαρίσταται με φτερά. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε τη νοητή γραμμή που σχηματίζουν τα απλωμένα χέρια του Σατανά και της Αμαρτίας. Αφ’ ενός μεν δείχνουν την επικοινωνία που υπάρχει μεταξύ τους, σύμφωνα με το κείμενο, αφ’ ετέρου δημιουργούν μια σύνδεση και μας υποβάλλουν την ιδέα ότι ο Σατανάς οδηγεί κατευθείαν στην Αμαρτία και η Αμαρτία στον Σατανά.

Αλλά, πάλι, επειδή δεν είναι απολύτως σαφές ποιον ακριβώς δείχνει με το χέρι του ο Σατανάς, μπορούμε να εικάσουμε ότι δείχνει τον Θάνατο. Σε αυτή την περίπτωση, η Αμαρτία οδηγεί στον Σατανά και ο Σατανάς στον Θάνατο.

Ο Σατανάς, η Αμαρτία και ο Θάνατος: ξεπερνώντας τα τέρατα

Ο Μίλτον μας βοηθά να καταλάβουμε πώς ερμηνεύει ο ίδιος αυτό το σχήμα. Η Αμαρτία γεννιέται από το κεφάλι του Σατανά, όταν αυτός συνωμοτεί ενάντια στον Θεό. Αυτό αμέσως μας δείχνει τη φύση της Αμαρτίας: εφόσον γεννιέται από την αντίδραση στον Θεό, ενσαρκώνει την αντίδραση (ή αντίσταση) στον Θεό. Στον ουρανό φαινόταν όμορφη (ίσως επειδή όλα στον ουρανό φαίνονται όμορφα – Σ.τ.Μ.), αλλά στην Κόλαση η πραγματική της φύση αποκαλύπτεται και μοιάζει μισή γυναίκα και μισή ερπετό. Η μορφή της μας βοηθά να καταλάβουμε άλλο ένα χαρακτηριστικό της: ότι, αν και μπορεί να δείχνει επιφανειακά όμορφη, κάτω από την ομορφιά της υπάρχει ασχήμια.

Και ο Θάνατος; Αυτός γεννιέται ως παιδί του Σατανά με την Αμαρτία, γιατί ο πρώτος βλέπει τον εαυτό του – την ομορφιά του –  στη δεύτερη. Συνεπώς, ο Θάνατος είναι ο καταστροφικός συνδυασμός των χαρακτηριστικών της Αμαρτίας – αντίδραση στον Θεό, επενδεδυμένη με ομορφιά – με τη ματαιοδοξία του Σατανά. Εδώ, όπως και στο προηγούμενο άρθρο της σειράς, ισχύει και πάλι το αρχαίο ρητό «όπως πάνω έτσι και κάτω» και η συγκεκριμένη σκηνή παραπέμπει στην Αγία Τριάδα, της οποίας είναι η αντιστροφή. Όπως, δηλαδή, στον Ουρανό υπάρχει η Αγία Τριάδα του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αντίστοιχα η τριάδα της Κόλασης έχει έναν πατέρα (τον Σατανά), μια κόρη (την Αμαρτία) και ένα πνεύμα-φάντασμα, τον Θάνατο.

Τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά για εμάς; Ο φιλόσοφος Φρειδερίκος Νίτσε είχε πει ότι «όποιος πολεμάει με τέρατα πρέπει να προσέξει να μην γίνει κι ο ίδιος στην πορεία τέρας». Αλλά για να προσέξουμε, πρέπει κατ’ αρχάς να γνωρίζουμε τι είναι ένα τέρας ώστε να φυλαγόμαστε από τα στοιχεία και χαρακτηριστικά που θα μας μεταμόρφωναν σε κάτι τέτοιο.

Εν προκειμένω, τα τέρατα του Μίλτον είναι ο Σατανάς, η Αμαρτία και ο Θάνατος. Μαζί, συνιστούν την αντίσταση στο θείον και στην καλοσύνη του Θεού. Τα όμορφα πράγματα μπορούν να ξυπνήσουν τη ματαιοδοξία μας και να μας απομακρύνουν από την αγνή, βαθιά αγάπη για τον Θεό και τους συνανθρώπους μας. Ίσως η αναγνώριση ενός τέρατος ως τέτοιου να είναι και το πρώτο βήμα για να το υπερβούμε.

Ο Γκυστάβ Ντορέ [Gustav Doré, 1832-1883] ήταν ένας ιδιαίτερα παραγωγικός καλλιτέχνης του 19ου αιώνα. Εικονογράφησε με τα χαρακτικά του μερικά από τα σπουδαιότερα έργα της κλασικής Δυτικής λογοτεχνίας, περιλαμβανομένων της Βίβλου, του «Απολεσθέντα Παραδείσου» και της «Θείας Κωμωδίας». Στη σειρά «Οι ιδέες και οι εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ», θα εμβαθύνουμε στις ιδέες που ενέπνευσαν τον Ντορέ και στις εικόνες που γεννήθηκαν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Η απόδοση των στίχων του Μίλτον είναι από τη μετάφραση του Αθανασίου Δ. Οικονόμου, εκδ. Οδός Πανός, τρίτη έκδοση, Αθήνα 2015.

Ο «Απολεσθείς Παράδεισος» μέσα από τα μάτια και τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ, μέρος γ΄

Μετάφραση: Αλία Ζάε

Συνεχίζοντας τη μελέτη της εικονογράφησης του Γκυστάβ Ντορέ για το επικό ποίημα του 17ου αιώνα που έγραψε ο Τζον Μίλτον, συναντάμε πάλι τον Σατανά, αφού έχει μιλήσει πια με τον στρατό του και έχει καταφέρει να αναζωπυρώσει την ορμή τους για εξέγερση ενάντια στον Θεό. Άρχισε μιλώντας σε έναν μόνο άγγελο, σύντομα όμως το ακροατήριό του πολλαπλασιάστηκε και οι επαναστατημένοι άγγελοι ήταν έτοιμοι για την αντεπίθεση.

Παρόλο που ο Σατανάς ήταν αυτός που τους είχε ξεσηκώσει και είχε προκαλέσει την πτώση τους από τον Παράδεισο, οι άγγελοι δεν διστάζουν να ανασυνταχτούν μαζί του. Ο Μίλτον περιγράφει τη σκηνή ως εξής:

Τόσο αναρίθμητοι ήσαν οι άγγελοι που πέταγαν

Με τα φτερά τους  απλωτά στης Κόλασης το χείλος

Μέσα και πάνω απ’ τις φωτιές που τους περικυκλώναν.

Μέχρι που με το σήμα που ’δωκε ο μέγας τους Σουλτάνος

Το δόρυ του κραδαίνοντας ψηλά για να τους κατευθύνει

Κάτω πετούνε σύσσωμοι στο σταθερό θειάφι

Τα πλήθη τους γεμίζοντας την απλωτή πεδιάδα […]

Αυτοστιγμεί απ’ τα τάγματα κι από τις μεραρχίες

Όλοι οι αρχηγοί πετάγονται,

Στον μέγα στρατηγό τους σπεύδουν […]

Κι ας σβήστηκαν τα ονόματά των πια

Απ’ τους Ουράνιους καταλόγους, που έμειναν

Χωρίς καμιά αναφορά σ’ εξεγερμένους

Απ’ τα Βιβλία της Ζωής

Διωγμένους, γκρεμισμένους…

 (Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Πρώτο)

Ακολουθώντας τον αρχηγό

«Τόσο αναρίθμητοι ήσαν οι άγγελοι που πέταγαν / Με τα φτερά τους απλωτά στης Κόλασης το χείλος…» Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ από την εικονογράφησή του για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Η εικόνα του Ντορέ μας επιτρέπει να εμβαθύνουμε στους στίχους του Μίλτον. Βλέπουμε μια λεγεώνα αγγέλων να διασχίζουν την Κόλαση πετώντας, σαν ένα κοπάδι κοράκια, πάνω από καπνούς που ανυψώνονται και οριοθετούν τη σύνθεση και από τις δύο πλευρές. Μόνον ο Σατανάς, που ηγείται του σμήνους, και λίγοι άγγελοι που βρίσκονται κοντά του είναι διακριτοί ως μεμονωμένες μορφές. Οι υπόλοιποι άγγελοι ενοποιούνται σε ένα ομοιογενές, φιδίσιο σχήμα.

Αν κάνουμε μια μικρή παύση εδώ και κοιτάξουμε τη σκηνή αναφορικά με άλλα κείμενα, ο νους μας είναι εύκολο να πάει στο «1984» του Τζωρτζ Όργουελ, όπου και εκεί απαιτείται από τους ανθρώπους να συμμορφώνονται με τη γενικότερη ομοιομορφία και κάθε ατομική ιδιαιτερότητα απαλείφεται. Αναρωτιόμαστε το εξής: πού οδηγούν τον Σατανά και τους πεπτωκότες αγγέλους αυτή η ομοιομορφία και η έλλειψη ατομικότητας;

Οι απαρχές της τυραννίας

Epoch Times Photo
«Με τα σαλπίσματά τους κάλεσαν από τις μεραρχίες / Κι από τα τάγματα τους άξιους, τους πιο καλούς». Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ από την εικονογράφησή του για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Συνεχίζει ο Μίλτον:

Μίλησε: κι απάντηση στον Λόγο του μυριάδες δώσανε

τα λαμπερά σπαθιά που τράβηξαν με δύναμη απ’ τα θηκάρια

τα Χερουβείμ που είχανε ζωσμένα στους γοφούς τους

Κι η λάμψη τους εφώτισε την Κόλαση ως πέρα:

Πολύ οργισμένοι ήσανε κατά του Ανωτάτου και την οργή τους

Δείξανε χτυπώντας τις ασπίδες, πόλεμο κρούοντας

Κι απείθεια ξαπολύοντας κατά του Παραδείσου…

 (Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Πρώτο)

 Αναμφίβολα, η ομοιομορφία και η έλλειψη ατομικότητας είναι ένα βήμα προς την επιβολή της τυραννίας. Στο ποίημα του Μίλτον, ο Σατανάς συνεχίζει την ομιλία του προς τους αγγέλους του και τους ενώνει με μία σκέψη: μίσος, περιφρόνηση και αψηφισιά για τον Θεό και τον Παράδεισο.

Για αυτήν τη σκηνή, ο Ντορέ φιλοτεχνεί μια έντονα δυναμική εικόνα. Στην κορυφή ενός λόφου, διαγράφονται οι σιλουέτες επτά αγγέλων, απ’ όπου σαλπίζουν τις τρομπέτες τους. Οι υπόλοιποι άγγελοι, ακούγοντας το κάλεσμα, συρρέουν από παντού. Μερικοί έρχονται καλπάζοντας πάνω σε άλογα, ενώ όσοι διαφαίνονται στο βάθος της εικόνας φωτίζουν τα σκοτάδια της Κόλασης με τα φλογισμένα όπλα τους.

Ακολουθώντας τον Μίλτον, που αποκαλεί τον Σατανά «Στρατηγό», ο Ντορέ υιοθετεί και αυτός μια γενικά μιλιταριστική προσέγγιση: ο Σατανάς οδηγεί, ξεσηκώνει, διατάζει και οι επαναστατημένοι άγγελοι επικροτούν ουρλιάζοντας και ετοιμάζονται να επιστρέψουν στη μάχη.

Διαβάζοντας αυτό το σημείο του ποιήματος, θυμάμαι τις δίκες της Νυρεμβέργης, όπου δικάστηκαν τα μέλη του Ναζιστικού κόμματος για τα εγκλήματα που διέπραξαν υπό την ηγεσία του Αδόλφου Χίτλερ και του Γ΄ Ράιχ. Πολλοί Ναζί επικαλέστηκαν ως δικαιολογία το ότι απλώς ακολουθούσαν διαταγές, κάτι που το δικαστήριο δεν αποδέχθηκε ως επαρκή αιτιολόγηση που θα μπορούσε να αφαιρέσει από αυτούς την ευθύνη για τις πράξεις τους. Αναρωτιέμαι: αν δικάζονταν οι πεπτωκότες άγγελοι, ποια δικαιολογία θα επικαλούνταν;

Ο τύραννος  ανεβαίνει στον θρόνο

«Σ’ ένα θρονί ψηλά βασιλικό, που ’κανε να ωχριούν μπροστά του / όλα τα πλούτη του Ορμούζ και των Ινδιών εξίσου…». Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ από την εικονογράφησή του για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Οι άγγελοι του Σατανά χτίζουν στην Κόλαση ένα βασίλειο που μοιάζει το αντίστροφο του Παραδείσου, διαστρεβλώνοντας την αρχαία ρήση «Όπως πάνω, έτσι και κάτω». Το βασίλειό τους, το «Πανδαιμόνιο», όπου ενθρονίζεται ο Σατανάς ως ανώτατος άρχων, απηχεί τις προθέσεις του αρχηγού τους.

Ο Μίλτον το περιγράφει ως εξής:

Οι κήρυκες οι φτερωτοί, μετά από διαταγή,

Σαλπίζουν και με απαίσια τελετή καλούν

Ένα συμβούλιο σοβαρό να συγκληθεί

Στο Πανδαιμόνιο, του Σατανά και των ομοίων του

Την υψηλή πρωτεύουσα.

Με τα σαλπίσματά τους κάλεσαν από τις μεραρχίες

Κι από τα τάγματα τους άξιους, τους πιο καλούς […]

Σ’ ένα θρονί ψηλά βασιλικό, που ’κανε να ωχριούν μπροστά του

Όλα τα πλούτη του Ορμούζ και των Ινδιών εξίσου…

 (Τζον Μίλτον, «Ο απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Πρώτο και Βιβλίο Δεύτερο)

Εδώ, ο Ντορέ μας δείχνει τον Σατανά να ενθρονίζεται σε ένα μεγαλειώδες παλάτι στο Πανδαιμόνιο. Ο προβολέας είναι στραμμένος επάνω του, καθώς στέκεται μπροστά από τον θρόνο, με το χέρι του υψωμένο σε ένδειξη της δύναμής του μέσα στο βασίλειό του. Πολλοί επαναστάτες άγγελοι έρχονται να τον λατρέψουν και να τον προσκυνήσουν και περιμένουν τη συμβουλή του.

Το μη σεσημασμένο κακό γίνεται αντικείμενο θαυμασμού

«Ω! γη, συνόμοια τ’ Ουρανού, σύντας και προτιμιώσουν πιο δίκαια»*. Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ από την εικονογράφησή του για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Ας αναλογιστούμε πώς εφαρμόζονται τα παραπάνω στα δι’ ημών. Στο α΄ μέρος της σειράς, συνειδητοποιήσαμε ότι, όπως εξόρισε ο Θεός τον Σατανά από τον ουρανό, έτσι κι εμείς πρέπει να διώξουμε δια παντός από την καρδιά και τον νου μας ό,τι μας κρατάει μακριά από τον Θεό. Στο β΄ μέρος, είδαμε ότι αν αφήσουμε το κακό ανεξέλεγκτο, πολλαπλασιάζεται γρήγορα. Τι μπορούμε να συνάγουμε από τη σύναξη των δυνάμεων του Σατανά στην Κόλαση και ποιος είναι ο συμβολισμός της στέψης του Εωσφόρου ως βασιλιά της Κόλασης;

Η σκέψη μου είναι ότι πρόκειται για μία προειδοποίηση, που μας δείχνει τι μπορεί να συμβεί αν δεν προστατέψουμε τους εαυτούς μας από το κακό: αυτό θα μεγαλώσει και θα δυναμώσει τόσο πολύ μέσα μας, ώστε σιγά σιγά θα αρχίσουμε να δικαιολογούμε την ύπαρξή του, φτάνοντας στο σημείο να το θαυμάζουμε και να το επαινούμε. Όταν στο νου μας έχει μπει το κακό, είμαστε ανίκανοι να σκεφτούμε λογικά και ψύχραιμα. Δεν μπορούμε καν να καταλάβουμε πόσο πόνο μας προκαλεί μια τέτοια κατάσταση. Έχοντας χάσει κατά ένα μέρος την αίσθηση του εαυτού μας, είναι δυνατόν ακόμα και να μπερδευτούμε ως προς το ποιοι πραγματικά είμαστε ή να αρνούμεθα την ευθύνη των πράξεών μας.

Όταν βρισκόμαστε σε αυτή την κατάσταση, είμαστε θύματα μιας εσωτερικής τυραννίας και η μόνη δικαιολογία για τις κακές μας πράξεις είναι ότι ακολουθούσαμε διαταγές. Ωστόσο, είμαστε κάτι περισσότερο από αυτό, σωστά;

 

Ο Γκυστάβ Ντορέ [Gustav Doré, 1832-1883] ήταν ένας ιδιαίτερα παραγωγικός καλλιτέχνης του 19ου αιώνα. Εικονογράφησε με τα χαρακτικά του μερικά από τα σπουδαιότερα έργα της κλασικής Δυτικής λογοτεχνίας, περιλαμβανομένων της Βίβλου, του «Απολεσθέντα Παραδείσου» και της «Θείας Κωμωδίας». Στη σειρά «Οι ιδέες και οι εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ», θα εμβαθύνουμε στις ιδέες που ενέπνευσαν τον Ντορέ και στις εικόνες που γεννήθηκαν.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Η απόδοση των στίχων του Μίλτον στη λεζάντα της εικόνας είναι από τη μετάφραση του Αθανασίου Δ. Οικονόμου, εκδ. Οδός Πανός, τρίτη έκδοση, Αθήνα 2015.

Οι υπόλοιποι στίχοι έχουν αποδοθεί από τα αγγλικά από τη μεταφράστρια του άρθρου.

 

Ο “Απολεσθείς Παράδεισος” μέσα από τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ, μέρος β΄

Μετάφραση: Αλία Ζάε

Αφότου ο Εωσφόρος – ο Σατανάς, όπως ονομάστηκε μετά από την επανάσταση και την πτώση του- εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο, αυτός και ο στρατός του βρέθηκαν να βασανίζονται στην Κόλαση. Ωστόσο, πριν περάσει καιρός, προσπαθεί να ανασυντάξει τις δυνάμεις του για να συνεχίσει τον πόλεμο ενάντια στον Θεό και τους αγγέλους Του, παρά την αρχική του ήττα.

Epoch Times Photo
«Μονοστιγμής,τανύζοντας τα πισινά ποδάρια / τραβάει τ’ απανωκόρμι του κι ορθώνεται τεράστιος»1. Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ από την εικονογράφησή του για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Λέει ο Μίλτον στην αρχή:

«Ας πάμε προς τα ’κεί,

Μακριά από τα κύματα που καίν’ και μας χτυπάνε,

Εκεί ας ξαποστάσουμε, αν είναι δυνατόν

ποτέ ανάπαψη εδώ να υπάρξει

και ας ανασυντάξουμε την πληγωμένη δύναμή μας

κι ας δούμε πώς μπορεί να πλήξουμε πιο καίρια τον εχθρό μας,

πώς να αναπληρώσουμε όλα όσα χάσαμε και

πώς να ξεπεράσουμε ετούτα τα δεινά μας,

αν κάποια ελπίδα έχουμε που να μας δώσει θάρρος

κι αν όχι αυτό, τότε μ’ αποφασιστικότητα

η απελπισία ας μας οπλίσει».

Έτσι ο Σατανάς εμίλησε στον κοντινό του φίλο,

με το κεφάλι του ψηλά από το κύμα πάνω

και φλόγες μες στα μάτια του…

(Τζον Μίλτον, «Ο Απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Πρώτο)

Βρίσκοντας τον πρώτο σύμμαχο

Το παραπάνω απόσπασμα απεικονίζεται στη δεύτερη εικόνα του Γκυστάβ Ντορέ για το ποίημα του Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος». Σε ένα σκοτεινό περιβάλλον γεμάτο καπνούς βλέπουμε δυο μορφές – δυο από τους επαναστατημένους αγγέλους. Ο άγγελος που βρίσκεται σε πρώτο πλάνο είναι πεσμένος σε κάτι που μοιάζει με θάλασσα φωτιάς, που φωτίζει την πανοπλία του.

Κοιτάζει πάνω από τον ώμο του τον Σατανά, μια όρθια μορφή στην όχθη της λίμνης  περιτριγυρισμένη από καπνούς. Αν και στέκεται στη σκιά, τα υψωμένα του χέρια και το στραμμένο του κεφάλι καθιστούν σαφές ότι απευθύνεται στον πεσμένο άγγελο και μάλιστα από θέση ισχύος. Από το δόρυ που κρατά καταλαβαίνουμε ότι είναι έτοιμος να συνεχίσει τον πόλεμο ενάντια στον Θεό.

Epoch Times Photo
Λεπτομέρεια από το χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Τόσο η περιγραφή του Μίλτον όσο και η εικόνα του Ντορέ καθιστούν σαφές ότι ο Σατανάς δεν έχει πει την τελευταία του λέξη. Σκοπεύει να ξεκουραστεί στην Κόλαση, να αναλάβει τις δυνάμεις του, να ανασυντάξει τον στρατό του, να υπερνικήσει τους συνεχείς πόνους του και να συνεχίσει να προκαλεί τον Θεό – τον εχθρό του. Ο δεύτερος εκπεσών άγγελος ακούει το μήνυμα του αρχηγού του προσεκτικά.

Ο ένας γίνεται πολλοί

Και συνεχίζει ο Μίλτον:

Από τη φλογισμένη θάλασσα μπροστά στεκόταν και καλούσε

τις λεγεώνες του, στρατιές αγγέλων, που μαγεμένοι…

τη μεταμόρφωσή τους κοίταζαν με θαυμασμό και φρίκη.

Με τόσο δυνατή φωνή καλεί, που ολόκληρη της Κόλασης

η βαθουλή κοιλάδα αντιλαλεί. «Πρίγκηπες, ηγεμόνες,

πολεμιστές, άνθος πάλαι ποτέ του Ουρανού, που κάποτε τον είχατε

δικό σας, μα τώρα πια είν’ χαμένος, μπορεί τέτοια κατάπληξη

Αιώνια Πνεύματα ποτέ ν’ αδράξει; Ή μήπως επιλέξατε

Σε τούτο ‘δω το μέρος να ξαποστάσει η ανδρεία σας

μετά από τη μάχη και ν’ αποκοιμηθείτε ’δώ με άνεση

σα να βρισκόσασταν σ’ ουράνιες κοιλάδες;

Ή μήπως έτσι άθλιοι ορκίζεστε λατρεία

και στον Κατακτητή υποτάσσεστε; Τα χερουβείμ

και σεραφείμ, μες στην πλημμύρα βλέποντάς σας,

έτσι πεσμένους και με τα όπλα και τα λάβαρα ως πέρα σκορπισμένα,

θα δουν το πλεονέκτημα κι αμέσως θα κατεβούν

απ’ τον Παράδεισο είτε να μας τσακίσουν

είτε μ’ αστροπελέκια κάτω σ’ αυτό το βάραθρο

γερά να μας καρφώσουν. Εμπρός, λοιπόν,

ξυπνήστε, σηκωθείτε, ειδ’ άλλως

για πάντα ας μείνετε πεσμένοι.»

Τον άκουσαν και με ντροπή πετάχτηκαν απάνω…

(Τζον Μίλτον, «Ο Απολεσθείς Παράδεισος», Βιβλίο Πρώτο)

 Εδώ, ο Ντορέ απεικονίζει τον Σατανά να απευθύνεται σε ολόκληρο το στράτευμά του κι όχι πια μόνο σε ένα πνεύμα. Ο στρατός του έχει βγει τώρα από την πυρακτωμένη λίμνη και πατά σε στέρεο έδαφος. Είναι ένας ηττημένος στρατός – οι θέσεις των επιμέρους μορφών που βρίσκονται διάσπαρτες στη σύνθεση και οι συστραμένες στάσεις τους το επιβεβαιώνουν.

Στη σύνθεση, η ιεραρχία αποτυπώνεται ξεκάθαρα. Όπως και στην προηγούμενη εικόνα, ο Σατανάς είναι μια μορφή όρθια και ψηλή που στέκεται υπερήφανος ψηλότερα από όλα τα άλλα πνεύματα. Η στάση του είναι περίπου η ίδια. Έχει το ένα του χέρι του υψωμένο, ενώ με το άλλο κρατά το δόρυ του καθώς απευθύνεται στον στρατό του. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ο αριθμός των πνευμάτων στα οποία απευθύνεται.

Epoch Times Photo
«Τον άκουσαν και με ντροπή πετάχτηκαν απάνω…». Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain)

 

Για να τους ξεσηκώσει, προσπαθεί να τους κάνει να ντραπούν για την κατάντια τους και αμφισβητεί τη δύναμη της θέλησής τους. Ουσιαστικά, αυτό που τους ρωτά είναι: είστε μαζί μου ή με τον Θεό;

Οι εκπεσόντες άγγελοι νιώθουν ντροπή, ανασυντάσσονται και ετοιμάζονται να συνεχίσουν τον πόλεμο ενάντια στον Θεό.

Όταν το κακό δεν ξεριζώνεται

Ας αναλογιστούμε τις ιδέες του Μίλτον και του Ντορέ σε συνάρτηση με τον δικό μας κόσμο και τις μάχες του. Για να παραμείνει ο Παράδεισος ένα αγνό μέρος, πρέπει ο  Σατανάς, το αρχετυπικό κακό, να διωχθεί. Αντίστοιχα κι εμείς οφείλουμε να διώχνουμε από μέσα μας κάθε κακό που σπιλώνει τη θεϊκή μας φύση.

Είναι φυσικό να ακολουθήσει το ερώτημα: τι θα συμβεί αν δεν καταφέρουμε να αποβάλλουμε πλήρως το κακό από μέσα μας; Τι θα συμβεί αν παραμείνουν κάποια μικροστοιχεία; Το κείμενο του Μίλτον και η εικονογράφηση του Ντορέ υπονοούν ότι το κακό δεν αργεί να πολλαπλασιαστεί. Αρκεί μια κακή επιθυμία, έστω και αποδυναμωμένη, να βρει καταφύγιο μέσα μας και αργά ή γρήγορα θα γεννήσει και άλλες. Πριν καλά καλά το καταλάβουμε θα βρεθούμε να παλεύουμε πάλι για πράγματα που θεωρούσαμε ήδη κερδισμένα.

Πώς όμως μπορούμε να είμαστε ποτέ σίγουροι ότι έχουμε ψάξει ενδελεχώς μέσα μας; Πώς μπορούμε να προφυλαχτούμε από τις κακές σκέψεις και πράξεις;

 

Ο Γκυστάβ Ντορέ [Gustav Doré, 1832-1883] ήταν ένας ιδιαίτερα παραγωγικός καλλιτέχνης του 19ου αιώνα. Εικονογράφησε με τα χαρακτικά του μερικά από τα σπουδαιότερα έργα της κλασικής Δυτικής λογοτεχνίας, περιλαμβανομένων της Βίβλου, του «Απολεσθέντα Παραδείσου» και της «Θείας Κωμωδίας». Στη σειρά «Οι ιδέες και οι εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ», θα εμβαθύνουμε στις ιδέες που ενέπνευσαν τον Ντορέ και στις εικόνες που γεννήθηκαν.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Η απόδοση των στίχων του Μίλτον είναι από τη μετάφραση του Αθανασίου Δ. Οικονόμου, εκδ. Οδός Πανός, τρίτη έκδοση, Αθήνα 2015. Βιβλίο Πρώτο, σ. 18.

Ο “Απολεσθείς Παράδεισος” μέσα από τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ, μέρος α΄

Μετάφραση: Αλία Ζάε

Στο ποίημά του «Ο απολεσθείς Παράδεισος», ο Τζον Μίλτον ξεκινά την αφήγησή του περιγράφοντας έναν μεγάλο πόλεμο που ξέσπασε στον Παράδεισο. Φιλοδοξώντας να γίνει άρχοντας του Παραδείσου, ο Εωσφόρος πείθει λεγεώνες αγγέλων να ενωθούν μαζί του ενάντια στον Θεό. Έτσι ξεκινά ο πόλεμος στα ουράνια. Φυσικά, ο Εωσφόρος, που αποκαλείται Σατανάς πλέον, και όσοι άγγελοι τον ακολούθησαν χάνουν τον πόλεμο και διώχνονται από τον Παράδεισο:

«Όταν η αλαζονεία του

Τον έδιωξε κι αυτόν και τον στρατό του

Απ’ τον Παράδεισο που ήθελε

αυτός να κατακτήσει κι από τον Παντοδύναμο

Ψηλότερα ν’ ανέβει, από τον θρόνο Του

Τον άρχοντα Δημιουργό να διώξει,

Αρχίζοντας τον πόλεμο μ’ ασέβεια

Ματαίως. Ο Παντοδύναμος τον γκρέμισε

Με φλόγες απ’ τα ουράνια,

Μ’ εκρήξεις και αντάριασμα

σ’ απύθμενο χαμό τον πέταξε

Να κείτεται ζωσμένος

Με αδαμάντινα δεσμά και με φωτιά που καίει…» 1

(Βιβλίο Α΄)

«Ο απολεσθείς Παράδεισος»

Ως  πρώτη εικόνα του ποιήματος, ο Γκυστάβ Ντορέ επιλέγει να ζωντανέψει το παραπάνω απόσπασμα. Χωρίζει τη σύνθεσή του σε δύο μέρη: στο επάνω μέρος τοποθετεί τους αγγέλους που υπερασπίζονται τον Θεό. Δεν έχουν έντονη φωτοσκίαση, αντίθετα τους βλέπουμε λουσμένους στο φως που χύνεται από ψηλά.

Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ από την εικονογράφησή του για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain). Λεπτομέρεια από την εικόνα «Ο Παντοδύναμος τον γκρέμισε / Με φλόγες απ’ τα ουράνια» (Ι.44,45), που αναπαριστά τη μάχη των αγγέλων στον ουρανό και τον διωγμό των επαναστατών.

 

Ορισμένων αγγέλων το σώμα μοιάζει να διαπερνάται από το λαμπερό φως. Ο πρώτος άγγελος όμως πετά μπροστά με δύναμη, διώχνοντας τους αποστάτες που γκρεμίζονται προς τα κάτω.

Το φως ξεχύνεται μέσα από τα σύννεφα και διαπερνά τη εικόνα μέχρι το κάτω κάτω σκοτεινό της μέρος. Κάποιες από τις αχτίδες μοιάζουν με φωτεινά βέλη, που τρυπούν τους αγγέλους που πέφτουν, με τα χέρια απλωμένα και τα σώματα συστραμμένα σαν να τους διαπερνά μεγάλος πόνος. Κάποιοι προσπαθούν να κρυφτούν από το φως, ενώ αυτοί που βρίσκονται στο χαμηλότερο μέρος της σύνθεσης φαίνονται απλώς σαν μαύρες σιλουέτες.

Μπορούμε να εικάσουμε ότι η κυρίαρχη μορφή των αγγέλων που πέφτουν είναι ο ίδιος ο Σατανάς. Στο ένα του χέρι κρατά δόρυ, ενώ φέρνει το άλλο στο κεφάλι με αγωνία. Η κεντρική θέση που κατέχει στη σύνθεση, η έντονη φωτοσκίαση και το μέγεθός του τον καθιστούν σημείο εστίασης στην εικόνα, ακριβώς όπως είναι και το σημείο εστίασης του τραγικού ποιήματος του Μίλτον.

Μια ιστορία προς παραδειγματισμό

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο σκοπός του έργου είναι να «αιτιολογήσει τη θεϊκή βούληση στους ανθρώπους» (Βιβλίο Α΄, στίχοι 32-33)2. Γι’ αυτό επέλεξε να αποφύγει μια συμβατική προσέγγιση, κάνοντας τον Σατανά κεντρική μορφή του ποιήματος – κάτι που ο εικονογράφος του ακολούθησε πιστά. Με αυτόν τον τρόπο, το ποίημα γίνεται έργο προς παραδειγματισμό.

Ποιο είναι όμως το δίδαγμά του;

Χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ από την εικονογράφησή του για το βιβλίο του Τζον Μίλτον «Ο απολεσθείς Παράδεισος», 1866. (Public Domain). Θέλοντας να γίνει άρχοντας του Παραδείσου, ο Σατανάς συγκεντρώνει υποστηρικτές ανάμεσα στις λεγεώνες των αγγέλων για να πολεμήσουν τον Θεό. Αλλά «ο Παντοδύναμος τον γκρέμισε / Με φλόγες απ’ τα ουράνια» (Α΄, 44, 45).

 

Η ιστορία του Μίλτον μας δίνει να καταλάβουμε ότι η θεμελιώδης αμαρτία, η θεμελιώδης προσβολή απέναντι στον Θεό είναι η υπερηφάνεια και η συνεπακόλουθη αλαζονεία. Η αντίθεση ανάμεσα στην αλαζονεία του Σατανά και την παντοδύναμη θεϊκή ορθότητα είναι καταφανής και οι άγγελοι πρέπει να διαλέξουν τι θα ακολουθήσουν. Ο Θεός και οι άγγελοι που επιλέγουν την ορθότητα διώχνουν όσους επέλεξαν να ακολουθήσουν την αλαζονεία.

Μήπως ο συγγραφέας προτείνει ότι η ίδια η φύση της υπερηφάνειας την διαχωρίζει από την ορθότητα;

Κάθε μέρα καλούμαστε να διαλέξουμε ανάμεσα σε αυτό που ζητάει ο Θεός από εμάς και σε αυτό που θέλουμε να κάνουμε εμείς για τον εαυτό μας. Όπως και οι άγγελοι που επέλεξαν το θεϊκό φως, έτσι κι εμείς καλούμαστε να διώξουμε από μέσα μας ό,τι αντιστέκεται και αρνείται το θείον.

Ο Γκυστάβ Ντορέ [Gustav Doré, 1832-1883] ήταν ένας ιδιαίτερα παραγωγικός καλλιτέχνης του 19ου αιώνα. Εικονογράφησε με τα χαρακτικά του μερικά από τα σπουδαιότερα έργα της κλασικής Δυτικής λογοτεχνίας, περιλαμβανομένων της Βίβλου, του «Απολεσθέντα Παραδείσου» και της «Θείας Κωμωδίας». Στη σειρά «Ο απολεσθείς Παράδεισος μέσα από τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ» θα εμβαθύνουμε στις ιδέες που ενέπνευσαν τον Ντορέ για την εικονογράφησή του.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η μετάφραση των στίχων έγινε από την Αλία Ζάε.

2. «και τις βουλές του άναρχου Θεού να δικαιώσω / και στους ανθρώπους έπειτα να επιβεβαιώσω.» (από τη μετάφραση του Αθ. Οικονόμου, εκδ. Οδός Πανός, γ΄έκδοση, 2015, σελ. 9)