Ευρωπαίοι ηγέτες εξέφρασαν οργή την Τρίτη και την Τετάρτη, αφού το Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ χαρακτήρισε πέντε Ευρωπαίους υπηκόους —μεταξύ τους τον πρώην Ευρωπαίο Επίτροπο Τιερρύ Μπρετόν— ως ακτιβιστές κατά της ελευθερίας του λόγου και αποφάσισε να τους απαγορεύσει την είσοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στις 23 Δεκεμβρίου, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, ανακοίνωσε ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έλαβε μέτρα κατά πέντε ατόμων, τα οποία περιέγραψε ως «πράκτορες του παγκόσμιου βιομηχανικού συμπλέγματος λογοκρισίας».
Η ενέργεια της αμερικανικής κυβέρνησης θα εμποδίσει τον Μπρετόν και άλλους τέσσερις Ευρωπαίους υπηκόους να εισέλθουν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε, σε ανακοίνωσή της την Τρίτη, ότι καταδίκαζε έντονα την απόφαση των ΗΠΑ να επιβάλουν ταξιδιωτικούς περιορισμούς σε πέντε Ευρωπαίους, συμπεριλαμβανομένου του πρώην Επιτρόπου Τιερρύ Μπρετόν.
Η ενέργεια της αμερικανικής κυβέρνησης ήρθε, εν μέρει, ως απάντηση στον Νόμο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA), ο οποίος απαιτεί από τις μεγάλες τεχνολογικές πλατφόρμες να λογοδοτούν για τις αποφάσεις τους σχετικά με τον μετριασμό περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που λαμβάνουν για την αφαίρεση περιεχομένου που θεωρείται ρητορική μίσους ή παραπλανητικό.
Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε το πρώτο της πρόστιμο για παραβάσεις του DSA· πρόστιμο 141 εκατ. δολαρίων στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X.
Στην απόφασή της για το πρόστιμο, η Επιτροπή ανέφερε ότι η μέθοδος επαλήθευσης λογαριασμών μέσω του μπλε «τικ» στην X ήταν παραπλανητική, επειδή οι χρήστες μπορούν να πληρώνουν για να το αποκτήσουν χωρίς η πλατφόρμα να επαληθεύει στην πραγματικότητα την ταυτότητά τους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατηγόρησε επίσης την X ότι δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες για τις διαφημίσεις στην πλατφόρμα της και ότι παρεμπόδιζε την πρόσβαση σε δεδομένα σχετικά με την πλατφόρμα.
Το γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ προειδοποίησε ότι θα ακολουθούσε απάντηση από την αμερικανική κυβέρνηση μετά το πρόστιμο της ΕΕ στο X.
Περιγράφοντας την ενέργεια της αμερικανικής κυβέρνησης, σε μια σειρά αναρτήσεων στο X την Τρίτη, η υφυπουργός Εξωτερικών για τη Δημόσια Διπλωματία, Σάρα Μπ. Ρότζερς, ανέφερε ότι ο Μπρετόν ήταν «εγκέφαλος» του Νόμου για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες.
Στην απάντησή του την Τρίτη, ο Μπρετόν υποστήριξε ότι υπήρχε σύνδεση μεταξύ της απαγόρευσης εισόδου του στις ΗΠΑ και του «μακαρθισμού», παραπέμποντας στις προσπάθειες του εκλιπόντος γερουσιαστή των ΗΠΑ Τζο Μακάρθυ να ερευνήσει και να θέσει σε «μαύρη λίστα» υπόπτους κομμουνιστές στις Ηνωμένες Πολιτείες στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και τη δεκαετία του 1950.
Συνεχίζοντας την υπεράσπισή του, ο Μπρετόν ανήρτησε στην X ότι το 90% των δημοκρατικά εκλεγμένων μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ψήφισε υπέρ του DSA και ότι τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ ενέκριναν ομόφωνα τη νομοθεσία.
Απευθυνόμενος, όπως ανέφερε, στους Αμερικανούς φίλους του, ο Μπρετόν έγραψε ότι η λογοκρισία δεν βρισκόταν εκεί όπου νόμιζαν.
Σε άλλη ανάρτηση στο X την Τετάρτη, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Βιομηχανική Στρατηγική, Στεφάν Σεζουρνέ, δήλωσε ότι ο Μπρετόν ενήργησε προς το γενικό ευρωπαϊκό συμφέρον, παραμένοντας πιστός στην εντολή που του δόθηκε από τους ψηφοφόρους το 2019.
Ο Σεζουρνέ πρόσθεσε ότι καμία κύρωση δεν θα σιωπούσε την κυριαρχία των ευρωπαϊκών λαών και εξέφρασε πλήρη αλληλεγγύη προς τον Μπρετόν και όλους τους Ευρωπαίους που αφορά το μέτρο.
Οι υπόλοιποι τέσσερις
Τα άλλα τέσσερα πρόσωπα που στοχοποιήθηκαν με απαγορεύσεις εισόδου στις ΗΠΑ είναι ο Ιμράν Αχμέντ, διευθύνων σύμβουλος του Center for Countering Digital Hate, η Κλερ Μέλφορντ, η οποία συμβάλλει στη λειτουργία ενός οργανισμού με την ονομασία Global Disinformation Index καθώς και οι Άννα-Λένα φον Χόντενμπεργκ και Ζοζεφίν Μπαλλόν, οι οποίες συνδιευθύνουν έναν γερμανικό οργανισμό με την ονομασία HateAid.
Στη σειρά αναρτήσεών της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την Τρίτη, η Ρότζερς ανέφερε ότι το Center for Countering Digital Hate ηγήθηκε προσπαθειών για τον αποκλεισμό από πλατφόρμες πολλών Αμερικανών, μεταξύ των οποίων και ο νυν υπουργός Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών, Ρόμπερτ Φ. Κέννεντυ.
Το X είχε επίσης καταθέσει αγωγή κατά του οργανισμού του Αχμέντ το 2023, υποστηρίζοντας ότι το κέντρο διεξήγαγε μια «εκστρατεία εκφοβισμού» για να απομακρύνει διαφημιζόμενους από την πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης. Ομοσπονδιακός δικαστής στη Βόρεια Περιφέρεια της Καλιφόρνια απέρριψε την αγωγή του X, ωστόσο εκκρεμεί έφεση ενώπιον του Εφετείου του 9ου Κύκλου.
Αναφερόμενη στην απόφαση απαγόρευσης εισόδου σε βάρος της Μέλφορντ, η Ρότζερς δήλωσε ότι ο οργανισμός της έλαβε χρηματοδότηση από Αμερικανούς φορολογούμενους «για να προτρέπει στη λογοκρισία και στην περιθωριοποίηση της αμερικανικής ομιλίας και του Τύπου».
Μετά την απαγόρευση εισόδου για τον Αχμέντ και τη Μέλφορντ, που είναι και οι δύο Βρετανοί υπήκοοι, εκπρόσωπος της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου δήλωσε ότι, αν και κάθε χώρα έχει δικαίωμα να ορίζει τους δικούς της κανόνες βίζας, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστήριζε τους νόμους και τους θεσμούς που εργάζονται για να διατηρείται το διαδίκτυο ελεύθερο από το πιο επιβλαβές περιεχόμενο.
Στις αναρτήσεις της, η Ρότζερς περιέγραψε τον οργανισμό HateAid, της Μπαλλόν και της φον Χόντενμπεργκ, ως οργανισμό που ιδρύθηκε «για να αντιμετωπίσει συντηρητικές ομάδες».
Η Ρότζερς δήλωσε επίσης ότι το HateAid πιέζει συστηματικά τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης να παραχωρούν ιδιόκτητα στοιχεία, σε μια προσπάθεια, όπως υποστήριξε, «να το βοηθήσει να λογοκρίνει περισσότερο».
Η Ρότζερς έγραψε ότι η φον Χόντενμπεργκ επικαλέστηκε απειλή «παραπληροφόρησης» από «δεξιούς εξτρεμιστές» στο διαδίκτυο ενόψει επερχόμενων εκλογών στις ΗΠΑ και στην ΕΕ, όταν κυκλοφόρησε αίτημα για αυστηρότερη επιβολή του DSA, ώστε να επιτραπεί πρόσβαση σε δεδομένα για «ερευνητές».
Απαντώντας στις ενέργειες που ελήφθησαν κατά δύο πολιτών της χώρας του, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Γιόχαν Βάντεφουλ, ανήρτησε στο X ότι οι απαγορεύσεις εισόδου που επέβαλαν οι ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων κατά των προέδρων του #HateAid, ήταν απαράδεκτες.
Με πληροφορίες από το Reuters
