Κυριακή, 30 Νοέ, 2025

Αγωγή της Google αποκαλύπτει κύκλωμα διαδικτυακής απάτης με SMS με έδρα την Κίνα

Στις 12 Νοεμβρίου, η Google κατέθεσε αγωγή σε ομοσπονδιακό δικαστήριο της Νέας Υόρκης, ζητώντας να διακοπεί η δράση κυκλώματος απατεώνων που, όπως ισχυρίζεται η εταιρεία, λειτουργεί διεθνές κύκλωμα smishing με βάση την Κίνα, έχοντας αποσπάσει εκατομμύρια δολάρια από πελάτες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αγωγή κατονομάζει τους δράστες ως διαδοχικούς John Doe, αριθμημένους από 1 έως 25.

Η απάτη ξεκινά με ένα γραπτό μήνυμα, όπως αναφέρει το σχετικό έγγραφο: «Ενδέχεται να σας ειδοποιεί για κάποιο πρόβλημα με την παράδοση ενός δέματος και να σας καλεί να κάνετε κλικ σε έναν σύνδεσμο για να διορθώσετε τη διεύθυνσή σας και να πληρώσετε ένα μικρό ποσό ως έξοδα αποστολής. Ή μπορεί να σας προειδοποιεί για κάποιο ανεξόφλητο διόδιο ή κλήση, παραπέμποντάς σας σε μια ηλεκτρονική πύλη είσπραξης που φαίνεται νόμιμη, ώστε να πληρώσετε το οφειλόμενο ποσό», αναγράφεται.

«Καμιά φορά οι απατεώνες λένε ότι ο παραλήπτης πρέπει να πραγματοποιήσει μια μικρή συναλλαγή, ακόμα και ενός δολαρίου, για να επαληθεύσει τον λογαριασμό του», εξηγεί στην Epoch Times η Τζόρτζια Ντελαπιανάιτε, αρχισυντάκτρια του CyberNews.

«Προσοχή στα μηνύματα με κωδικούς μιας χρήσης. Στέλνουν έναν τέτοιον κωδικό για να επιβεβαιώσουν τη συναλλαγή», προσθέτει. «Στην πραγματικότητα, με τον κωδικό αυτόν “δένουν” τους αριθμούς των καρτών που εισάγετε με τα δικά τους τηλέφωνα».

Οι επιθέσεις phishing, που ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1990 κυρίως μέσω email, εξελίχθηκαν σε smishing, δηλαδή απάτες μέσω SMS, ενώ πλέον συναντώνται και φωνητικές απάτες (vishing), όπου χρησιμοποιείται κλωνοποίηση φωνών για την παραπλάνηση θυμάτων ως δήθεν φίλοι, συγγενείς ή συνάδελφοι, με στόχο τη δόλια μεταφορά χρημάτων.

Η αγωγή της Google αναφέρει ότι η κινεζική ομάδα χρησιμοποίησε λογισμικό phishing-as-a-service με την ονομασία Lighthouse και δημιούργησε περίπου 200.000 παραπλανητικές ιστοσελίδες μέσα σε 20 ημέρες για να εξαπατήσει πολίτες των ΗΠΑ.

«Οι δράστες του Lighthouse εμφανίζονταν ως εκπρόσωποι της Google, των Ταχυδρομείων των ΗΠΑ ή του συστήματος συλλογής διοδίων EasyPass, φορείς γνωστούς για την αποστολή νόμιμων SMS υπό ορισμένες συνθήκες».

Η Google ζητεί αδιευκρίνιστο ποσό ως αποζημίωση από τους Κινέζους απατεώνες, αλλά στην πραγματικότητα, όπως σημειώνει η Ντελαπιανάιτε, «γνωρίζει ότι δεν θα ανακτήσει τίποτα». Η μητρική εταιρεία Alphabet ανακοίνωσε έσοδα 102 δισ. δολαρίων το τελευταίο τρίμηνο.  

«Η Google επιχειρεί να στρέψει τα φώτα στη συγκεκριμένη υπόθεση για να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη», προσθέτει η Ντελαπιανάιτε. «Παράλληλα, στηρίζει διακομματικά νομοσχέδια που αποσκοπούν σε καλύτερη προστασία των πολιτών από τέτοιες απάτες, όπου η ανάκτηση των χρημάτων είναι σχεδόν αδύνατη».

Τρία νομοσχέδια εξετάζονται αυτή τη στιγμή στο Κογκρέσο, με στόχο την αντιμετώπιση των απάτης phishing και smishing: το Guarding Unprotected Aging Retirees from Deception Act, το Foreign Robocall Elimination Act και το Scam Compound Accountability and Mobilization Act.  

«Ενθαρρύνουμε το Κογκρέσο να εγκρίνει αυτά τα κρίσιμα νομοσχέδια και να συμβάλει αποφασιστικά στον τερματισμό της οικονομικής ζημίας που προκαλούν οι ξένοι κυβερνοεγκληματίες», δήλωσε η γενική σύμβουλος της Google, Χαλίμα Ντελέιν Πράντο, σε ανάρτηση στο εταιρικό ιστολόγιο.

Ωστόσο, υπάρχουν και αμφισβητίες για τα κίνητρα της Google.  

«Νομικός παλληκαρισμός» αποκάλεσε την αγωγή ο Άντι Τζένκινσον, συνεργάτης του Cyber Theory Institute και συγγραφέας του βιβλίου *Stuxnet to Sunburst, 20 Years of Digital Exploitation and Cyber Warfare*, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία «επικοινωνιακό τρυκ που στόχο έχει να επιδείξει ισχύ, όχι να αποφέρει ουσιαστικό αποτέλεσμα».  

«Πρόκειται για προπαγάνδα χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα», δήλωσε ο Τζένκινσον.  

«Οι απατεώνες του Lighthouse θα ανασυνταχθούν και θα ξαναεμφανιστούν αλλού», προειδοποιεί η Ντελαπιανάιτε. «Αναφέρεις π.χ. μία ιστοσελίδα και ξεπηδά μια άλλη με ελαφρώς διαφορετικό domain. Αυτό δυσκολεύει απίστευτα το έργο των διωκτικών αρχών», υπογραμμίζει.

Ο Τζένκινσον επισημαίνει ότι τα περισσότερα παράνομα sites φιλοξενούνται σε υποδομές του κανονικού διαδικτύου.  

«Η φιλοξενία, τα πιστοποιητικά και οι υπηρεσίες backend παρέχονται ως επί το πλείστον από μεγάλες εταιρείες, συχνά αμερικανικές. Η μεγάλη τεχνολογία διευκολύνει το ηλεκτρονικό έγκλημα, είτε το γνωρίζει είτε όχι», καταλήγει.

«Η αγωγή υψηλού προφίλ της Google αναδεικνύει μια βαθύτερη αλήθεια: οι κυβερνοεγκληματίες προσαρμόζονται ταχύτερα απ’ όσο μπορεί να αντιδράσει η τεχνολογία, και οι θεαματικές νομικές κινήσεις ελάχιστα επηρεάζουν την πραγματικότητα», προσθέτει.

Η Ντελαπιανάιτε αναφέρει ότι το Lighthouse είναι μια από τις ομάδες της επονομαζόμενης Smishing Triad. Η εταιρεία κυβερνοασφάλειας Silent Push ανέφερε πως στις 18 Μαρτίου ο δημιουργός του Lighthouse εγκαινίασε κανάλι στο Telegram για να το διαφημίσει και να το προσφέρει σε απατεώνες.  

Σύμφωνα με έκθεση της Silent Push που δημοσιεύθηκε τον Μάιο, αναλυτές εντόπισαν δεδομένα από server logs του Smishing Triad και διαπίστωσαν πως τμήμα της υποδομής τους δέχτηκε μέσα σε 20 ημέρες περισσότερες από 1.000.000 επισκέψεις, δηλαδή κατά μέσο όρο 50.000 την ημέρα.  

«Με βάση αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι ο πραγματικός αριθμός των αποσταλμένων μηνυμάτων ίσως υπερβαίνει κατά πολύ τις τρέχουσες δημόσιες εκτιμήσεις των 100.000 SMS ημερησίως», σημειώνει η Silent Push.

Η Χαλίμα Ντελέιν Πράντο, γενική σύμβουλος της Google, τονίζει ότι η ομάδα Lighthouse είχε στοχεύσει 120 χώρες και είχε υποκλέψει έως και 115 εκατομμύρια πιστωτικές κάρτες μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες.  

Επίσης, υπογράμμισε ότι οι επιθέσεις smishing έχουν πενταπλασιαστεί από το 2020. Η Google ζήτησε δικαστική απαγόρευση για να πλήξει το κύκλωμα πίσω από το Lighthouse.  

«Εκατομμύρια Αμερικανοί έλαβαν αυτά τα μηνύματα, είδαν αυτές τις διαφημίσεις, πάτησαν σε συνδέσμους παραπλανητικών ιστοσελίδων, συμπλήρωσαν στοιχεία πληρωμής και άλλες προσωπικές πληροφορίες, και έτσι έπεσαν θύματα του εγκληματικού σχεδίου που περιγράφει η αγωγή», ανέφερε η Google.

Η στρατηγική της Google είναι έξυπνη, σχολιάζει η Ντελαπιανάιτε, εκτιμώντας ότι ενδέχεται να στοχεύει τελικά τις Alibaba και Tencent, τις κινεζικές εταιρείες που, όπως λέει, φιλοξενούν τα περισσότερα ψεύτικα sites των απατεώνων.  

«Αν ένας ομοσπονδιακός δικαστής της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης κρίνει ότι επιχειρήσεις και πολίτες στις ΗΠΑ υπέστησαν ζημία, τότε η Google θα μπορεί να κινηθεί νομικά εναντίον των Alibaba, Tencent και άλλων κινεζικών παρόχων φιλοξενίας, ώστε να τους καταλογίσει ευθύνες για συνέργεια στην κυβερνοεγκληματική δράση», σημειώνει.

Ο Τζένκινσον διαφωνεί: «Πρόκειται για κλασική περίπτωση ψυχολογικής προβολής, ρίχνοντας ευθύνες στους άλλους για να καλύψουν δικά τους ελαττώματα», σχολιάζει.  

«Η Google αναμφισβήτητα διευκολύνει το phishing», δηλώνει, επισημαίνοντας τεχνικές αδυναμίες και αποτυχία τήρησης βασικών πιστοποιήσεων, όπως το cybersecurity maturity model certification.

Η Epoch Times επικοινώνησε με τη Google, την Alibaba και την Tencent, χωρίς να λάβει απάντηση.

Ο Τραμπ αποκλείει τη Νότια Αφρική από τη Σύνοδο της G20 του 2026 στο Μαϊάμι

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε πως η Νότια Αφρική δεν θα προσκληθεί στη σύνοδο των G20 του 2026 στη Φλόριντα, μετά τη φετινή αμερικανική αποχή από την αντίστοιχη συνάντηση στο Γιοχάνεσμπουργκ.

Σε ανάρτηση του στις 26 Νοεμβρίου στην πλατφόρμα Truth Social, ο Τραμπ έγραψε:

«Μετά τη λήξη της συνόδου των G20, η Νότια Αφρική αρνήθηκε να παραδώσει την προεδρία των G20 σε ανώτερο εκπρόσωπο της πρεσβείας μας, ο οποίος παρέστη στην τελετή λήξης. Ως εκ τούτου, κατόπιν δικής μου εντολής, η Νότια Αφρική δεν θα λάβει πρόσκληση για τη σύνοδο των G20 του 2026, που θα φιλοξενηθεί στη σπουδαία πόλη του Μαϊάμι της Φλόριντα την επόμενη χρονιά».

Παράλληλα, κατηγόρησε τη νοτιοαφρικανική κυβέρνηση ότι βλάπτει τους λευκούς πολίτες και καταπατά τις περιουσίες τους, συνδέοντας τις ενέργειες αυτές με την απόφαση των ΗΠΑ να μποϊκοτάρουν τη φετινή σύνοδο: «Η Νότια Αφρική απέδειξε στον κόσμο πως δεν αξίζει να συμμετέχει πουθενά και θα διακόψουμε αμέσως κάθε παροχή χρημάτων και επιδοτήσεων προς αυτούς».

Η προεδρία των G20 αλλάζει κάθε χρόνο· η Νότια Αφρική ανέλαβε τον Δεκέμβριο του 2024 μέχρι τον Νοέμβριο του 2025, οπότε τη σκυτάλη παίρνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Το γραφείο του προέδρου της Νότιας Αφρικής, Σίριλ Ραμαφόσα, σχολίασε τις δηλώσεις Τραμπ ως λυπηρές, χαρακτηρίζοντας τον αποκλεισμό από τη σύνοδο της επόμενης χρονιάς τιμωρητικό, και κατηγόρησε τον Αμερικανό πρόεδρο για παραπληροφόρηση: «Καθώς οι ΗΠΑ δεν παρέστησαν στη σύνοδο, το αξίωμα της προεδρίας των G20 παραδόθηκε κανονικά σε αξιωματούχο της αμερικανικής πρεσβείας στις εγκαταστάσεις του υπουργείου Διεθνών Σχέσεων και Συνεργασίας της Νότιας Αφρικής».

Τονίσθηκε δε ως η Νότια Αφρική μετέχει στους G20 αυτοδικαίως και ζήτησε τον σεβασμό των υπόλοιπων χωρών:

«Η Νότια Αφρική είναι κυρίαρχη συνταγματική δημοκρατία και δεν αποδέχεται προσβολές από άλλη χώρα σχετικά με το δικαίωμά της να συμμετέχει σε παγκόσμια φόρουμ. Δεν πρόκειται ποτέ να προσβάλουμε κάποια άλλη χώρα».

(Πρώτη σειρά, από αριστερά προς τα δεξιά) Ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας Άντονυ Αλμπανέζε, ο πρόεδρος της Βραζιλίας Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, ο πρόεδρος της Νότιας Αφρικής Σίριλ Ραμαφόσα, ο πρόεδρος της Αγκόλας και πρόεδρος της Αφρικανικής Ένωσης Ζοάο Λουρένσο και ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϋ ποζάρουν για μια ομαδική φωτογραφία, την πρώτη ημέρα της συνόδου κορυφής των ηγετών της G20. Γιοχάνεσμπουργκ, 22 Νοεμβρίου 2025. (Gianluigi Guercia/AP)

 

Στη σύνοδο του Γιοχάνεσμπουργκ, οι ηγέτες ενέκριναν ομόφωνα διακήρυξη για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και άλλων παγκόσμιων ζητημάτων, παρά τις ενστάσεις των ΗΠΑ. Ο εκπρόσωπος του Ραμαφόσα, Βίνσεντ Μαγκουένυα, δήλωσε ότι «η διακήρυξη, που συντάχθηκε χωρίς τη συνεισφορά των ΗΠΑ, δεν μπορεί να επαναδιαπραγματευθεί».

Σε αυτό ο Λευκός Οίκος απάντησε ότι η Νότια Αφρική εργαλειοποιεί την προεδρία της ομάδας. Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν προσφερθεί να εκπροσωπήσουν τη χώρα τους στην τελετή παράδοσης, κάτι που η Νότια Αφρική απέρριψε, όπως εξήγησε ο Μαγκουένυα: «Ο πρόεδρος της Νότιας Αφρικής δεν θα παραδώσει την προεδρία των G20 σε ελάσσονα αξιωματούχο της πρεσβείας. Αυτό θα αποτελούσε παραβίαση του πρωτοκόλλου που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή».

Πριν από τη σύνοδο, στις 7 Νοεμβρίου, ο Τραμπ είχε ανακοινώσει ότι δεν θα συμμετάσχει, επικαλούμενος καταγγελίες για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Νότια Αφρική: «Είναι ντροπή που η σύνοδος των G20 θα πραγματοποιηθεί στη Νότια Αφρική. Οι Αφρικάνερ σκοτώνονται και σφαγιάζονται και η γη και τα αγροκτήματά τους κατάσχονται παράνομα. Κανένας Αμερικανός αξιωματούχος δεν θα παραστεί όσο συνεχίζονται αυτές οι καταπατήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Νοτιοαφρικανοί αξιωματούχοι απέρριψαν τα σχόλια Τραμπ ως αβάσιμα και αρνήθηκαν τις κατηγορίες διωγμών: «Η θεώρηση των Αφρικάνερ ως αμιγώς λευκή κοινότητα είναι ανιστόρητη. Επιπλέον, ο ισχυρισμός ότι η κοινότητα αυτή διώκεται, δεν τεκμηριώνεται».

Από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του, ο Τραμπ ασκεί κριτική στις πολιτικές της Νότιας Αφρικής, συμπεριλαμβανομένης της αναδιανομής γης και των καταγγελιών κατά του Ισραήλ για τη Γάζα – ισχυρισμούς που το Τελ Αβίβ απορρίπτει. Η νοτιοαφρικανική κυβέρνηση εφαρμόζει πολιτικές θετικής δράσης και οικονομικής ενδυνάμωσης μαύρων από την πτώση του απαρτχάιντ, υποστηρίζοντας ότι δεν απαλλοτριώνει την περιουσία λευκών πολιτών.

Η επόμενη σύνοδος των G20 έχει προγραμματιστεί να διεξαχθεί στο Trump National Doral Golf Club, στο Μαϊάμι της Φλόριντα, τον Δεκέμβριο του 2026.

Με τη συμβολή της Victoria Friedman

Η Μόσχα αισιόδοξη για μελλοντική συνάντηση Τραμπ-Πούτιν

Την αισιοδοξία της Μόσχας για την πορεία των συνομιλιών μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Βλαντίμιρ Πούτιν μετέφερε ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, σε δήλωσή του στις 17 Νοεμβρίου, εκφράζοντας την ελπίδα για την ταχεία πραγματοποίηση μίας δεύτερης συνάντησης μεταξύ των δύο ηγετών.

«Δύσκολα μπορούμε να προβλέψουμε πότε θα προκύψουν αυτές οι συνθήκες, αν και φυσικά όλοι ενδιαφερόμαστε να υπάρξουν το συντομότερο δυνατό». Τόνισε δε την ανάγκη κατάλληλης προετοιμασίας για την επόμενη συνάντηση, υπογραμμίζοντας πως «μόλις ολοκληρωθούν οι προετοιμασίες και υπάρξουν οι απαιτούμενες συνθήκες για τη διεξαγωγή της συνόδου κορυφής, ελπίζουμε ότι θα πραγματοποιηθεί».

Η πρώτη συνάντηση μεταξύ Τραμπ και Πούτιν με θέμα τη διαπραγμάτευση μίας ειρηνευτικής συμφωνίας πραγματοποιήθηκε στην Αλάσκα τον Αύγουστο, ωστόσο δεν έδωσε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Αργότερα, προγραμματίστηκε συνάντηση στη Βουδαπέστη, την οποία ανακοίνωσε ο Τραμπ στις 13 Οκτωβρίου, αλλά ματαιώθηκε τελικά στις 21 Οκτωβρίου.

Σε δήλωσή της, στις 23 Οκτωβρίου, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, διαβεβαίωσε πως εξακολουθεί να υπάρχει ενδεχόμενο συνάντησης των δύο ηγετών: «Οι γραμμές επικοινωνίας ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Μόσχα παραμένουν ανοιχτές».

Στις 9 Νοεμβρίου, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, επιβεβαίωσε πως διατηρεί τηλεφωνική επαφή με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, εκφράζοντας τη βούληση υπέρ ενδεχόμενης δια ζώσης συνάντησης εφόσον χρειαστεί.

Ο Ρούμπιο υπογράμμισε την ανάγκη απτών αποτελεσμάτων στις μελλοντικές συνομιλίες, δηλώνοντας: «[Θα έλεγα] ότι και οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι η επόμενη συνάντηση των προέδρων πρέπει να δώσει συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Πρέπει να γνωρίζουμε από πριν ότι υπάρχει προοπτική για κάτι θετικό […] Θα θέλαμε πολύ να τελειώσει αυτός ο πόλεμος, αλλά δεν γίνεται να κάνουμε συναντήσεις απλώς και μόνο για τη διαδικασία».

Με συγκρατημένη αισιοδοξία, ο Ρούμπιο σημείωσε ακόμη: «Οι συνομιλίες μου με τον Λαβρόφ είναι πάντα επαγγελματικές και παραγωγικές, αλλά προφανώς επιδιώκουμε αποτελέσματα».

Ο Τραμπ αιτιολόγησε την ακύρωση της συνόδου στη Βουδαπέστη υποστηρίζοντας ότι οι διπλωματικές διαπραγματεύσεις είχαν βαλτώσει: «Απλώς δεν μου φάνηκε σωστό. Δεν ένιωσα ότι θα φτάναμε εκεί που έπρεπε. Γι’ αυτό και την ακύρωσα, αλλά στο μέλλον θα το κάνουμε. […] Το μόνο που μπορώ να πω με ειλικρίνεια είναι ότι ενώ κάθε φορά η συνομιλία μου με τον Βλαντίμιρ είναι καλή, μετά δεν πάει πουθενά. Απλώς δεν καταλήγει πουθενά».

Το Κρεμλίνο αναγνώρισε ότι οι επαφές ανάμεσα στις δύο πρωτεύουσες συνεχίζονται, με τον σύμβουλο Γιούρι Ουσάκοφ να δηλώνει: «Βρισκόμαστε σε ενεργό διάλογο για την επίλυση του ουκρανικού. Μου φαίνεται πως αν υπάρξει καταρχήν συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας για τη συνάντηση των ηγετών σε συγκεκριμένο τόπο, τότε πολλές τεχνικές και πολιτικές δυσκολίες θα περάσουν σε δεύτερη μοίρα».

Ο Τραμπ επιβεβαίωσε τη στήριξή του σε πρωτοβουλίες για την επιβολή κυρώσεων σε χώρες που συναλλάσσονται με τη Ρωσία, απαντώντας καταφατικά σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφων: «Άκουσα ότι το κάνουν κι αυτό με βρίσκει σύμφωνο. Οι Ρεπουμπλικανοί προωθούν σχετική νομοθεσία. Πολύ σκληρή. Επιβάλλει κυρώσεις».

Απαντώντας, ο Πεσκόφ δήλωσε στις 17 Νοεμβρίου ότι τέτοιες κυρώσεις θα έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη Μόσχα: «Θα παρακολουθήσουμε πώς θα εξελιχθεί αυτή η πρόταση και ποιες είναι οι λεπτομέρειες. Προφανώς, θα έχουμε πολύ αρνητική στάση».

Με τη συμβολή του Jacob Burg και πληροφορίες από το Reuters

Η πρώην πρωθυπουργός του Μπανγκλαντές καταδικάζεται σε θάνατο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας

Δικαστήριο του Μπανγκλαντές καταδίκασε σήμερα τη Σέιχ Χασίνα σε θάνατο, κρίνοντας ότι είχε διατάξει την αιματηρή καταστολή της φοιτητικής εξέγερσης το 2024. Η 78χρονη πρώην πρωθυπουργός, η οποία απομακρύνθηκε από την εξουσία τον Αύγουστο του 2024 και στη συνέχεια κατέφυγε στην Ινδία, δικάστηκε ερήμην για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Το Δικαστήριο για Διεθνή Εγκλήματα στην Ντάκα αναμένεται να εκδώσει επίσης την ετυμηγορία για δύο στενούς συνεργάτες της Χασίνα — τον πρώην υπουργό Εσωτερικών Ασαντουζαμάν Χαν και τον πρώην αρχηγό της αστυνομίας Αμπντουλάχ αλ Μαμούν — οι οποίοι αντιμετωπίζουν τις ίδιες κατηγορίες.

Η πρωτεύουσα έχει καταγράψει σημαντική αύξηση επιθέσεων τις τελευταίες ημέρες εν όψει της ανακοίνωσης της απόφασης. Μόνο στις 12 Νοεμβρίου οι αρχές ανέφεραν δεκάδες εκρήξεις και εμπρησμούς σε λεωφορεία, σε διάφορα σημεία της Ντάκα και άλλων περιοχών.

Κατά τη διάρκεια της αγόρευσής του τον περασμένο μήνα, ο εισαγγελέας είχε ζητήσει την επιβολή της θανατικής ποινής για τη Χασίνα. Το κόμμα της, ο Σύνδεσμος Αουάμι του Μπανγκλαντές, που έχει τεθεί εκτός νόμου από τη μεταβατική κυβέρνηση, έκανε έκκληση για διήμερη απαγόρευση κυκλοφορίας σε ολόκληρη τη χώρα, καταγγέλλοντας τη διαδικασία ως πολιτικά υποκινούμενη.

Η ήδη τεταμένη κατάσταση εντάθηκε περαιτέρω ύστερα από πληροφορίες για εκρήξεις βομβών, εμπρησμούς οχημάτων και επεισόδια σε διάφορες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας. Η αστυνομία έχει ενισχύσει την ασφάλεια με πάνω από 400 στρατιώτες της παραστρατιωτικής Συνοριακής Φρουράς, αυστηρότερους ελέγχους και περιορισμό των δημόσιων συναθροίσεων.

Για τον έλεγχο των επεισοδίων, ο επικεφαλής της αστυνομίας της Ντάκα έδωσε χθες εντολή να πυροβολούνται άμεσα όσοι εντοπίζονται να συμμετέχουν σε εμπρησμούς ή βομβιστικές επιθέσεις.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Κατάρρευση γέφυρας σε ορυχείο στο Κονγκό – Τουλάχιστον 32 νεκροί

Μια γέφυρα σε ορυχείο χαλκού και κοβάλτιου στο νοτιοανατολικό Κονγκό κατέρρευσε λόγω υπερσυνωστισμού, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τουλάχιστον 32 άνθρωποι, όπως δήλωσε την Κυριακή περιφερειακός κυβερνητικός αξιωματούχος.

Ο Ρόι Καούμπα Μαϊόντε, υπουργός Εσωτερικών της επαρχίας Λουαλάμπα, ανέφερε σε συνέντευξη Τύπου ότι η γέφυρα στο ορυχείο Καλάντο, στην περιοχή Μουλόντο, κατέρρευσε το Σάββατο.

Ο Μαϊόντε εξήγησε ότι, «παρά την αυστηρή απαγόρευση πρόσβασης στον χώρο λόγω των ισχυρών βροχοπτώσεων και του κινδύνου κατολισθήσεων, παράνομοι μεταλλωρύχοι εισέβαλαν στο λατομείο».

Έκθεση της κυβερνητικής υπηρεσίας Υποστήριξης και Καθοδήγησης Χειρονακτικής και Μικρής Κλίμακας Μεταλλευτικών Δραστηριοτήτων του Κονγκό (SAEMAPE), η οποία δημοσιοποιήθηκε την Κυριακή, ανέφερε ότι τα πυρά στρατιωτών στο σημείο προκάλεσαν πανικό στους εργάτες. Σύμφωνα με την έκθεση, οι μεταλλωρύχοι έτρεξαν προς τη γέφυρα, γεγονός που οδήγησε στην κατάρρευσή της και είχε ως αποτέλεσμα «να σωριαστούν ο ένας πάνω στον άλλο, προκαλώντας θανάτους και τραυματισμούς». Ενώ ο Μαϊόντε έκανε λόγο για τουλάχιστον 32 νεκρούς, η έκθεση ανέβαζε τον αριθμό των θυμάτων σε τουλάχιστον 40.

Η έκθεση πρόσθετε ότι η παρουσία στρατιωτών στο ορυχείο βρισκόταν εδώ και καιρό στο επίκεντρο μιας διαμάχης μεταξύ παράνομων μεταλλωρύχων, ενός συνεταιρισμού που υποτίθεται ότι θα οργάνωνε τη δραστηριότητα, και των νόμιμων φορέων εκμετάλλευσης του χώρου.

Το Κονγκό είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός κοβάλτιου στον κόσμο, ενός ορυκτού που χρησιμοποιείται για την κατασκευή μπαταριών ιόντων λιθίου για ηλεκτρικά οχήματα και άλλα προϊόντα, με κινεζικές εταιρείες να ελέγχουν το 80% της παραγωγής στη χώρα της κεντρικής Αφρικής.

Κατηγορίες για παιδική εργασία, επικίνδυνες συνθήκες και διαφθορά ταλανίζουν εδώ και χρόνια τη μεταλλευτική βιομηχανία κοβάλτιου της χώρας.

Η ανατολική, πλούσια σε ορυκτά περιοχή του Κονγκό έχει για δεκαετίες κατακερματιστεί από τη βία κυβερνητικών δυνάμεων και διαφορετικών ένοπλων ομάδων, συμπεριλαμβανομένης της υποστηριζόμενης από τη Ρουάντα οργάνωσης M23, της οποίας η πρόσφατη αναζωπύρωση έχει κλιμακώσει τη σύγκρουση, επιδεινώνοντας μια ήδη οξεία ανθρωπιστική κρίση.

Των Janvier Barhahiga και Mark Banchereau

Πηγή: The Associated Press

Το Ιράν επιβεβαιώνει την κατάσχεση δεξαμενόπλοιου στα Στενά του Ορμούζ

Το Ιράν επιβεβαίωσε το Σάββατο ότι κατέσχεσε δεξαμενόπλοιο με σημαία των Νήσων Μάρσαλ, το οποίο διέσχιζε τα στενά του Ορμούζ, επικαλούμενο παραβιάσεις που περιλαμβάνουν τη μεταφορά «παράνομου φορτίου», όπως μετέδωσαν κρατικά μέσα ενημέρωσης.

Σύμφωνα με το επίσημο πρακτορείο Irna, η ανακοίνωση των Φρουρών της Επανάστασης ανέφερε ότι το δεξαμενόπλοιο οδηγήθηκε σε ιρανικά χωρικά ύδατα. Η ανακοίνωση δεν διευκρίνιζε σε τι συνίστατο το «παράνομο φορτίο» ούτε παρείχε πληροφορίες για το πλήρωμα ή τον τρέχοντα προορισμό του πλοίου.

Οι ιρανικές αρχές υποστήριξαν ότι η κατάσχεση πραγματοποιήθηκε κατόπιν δικαστικής εντολής και ότι η επιχείρηση στόχευε στην «προστασία των εθνικών συμφερόντων και πόρων» της χώρας. Το δεξαμενόπλοιο ταυτοποιήθηκε ως το Talara, το οποίο, σύμφωνα με την ίδια πηγή, μετέφερε 30.000 τόνους πετροχημικών προϊόντων.

Η κατάσχεση έγινε προχθές, Παρασκευή 14  Νοεμβρίου, ενώ η Τεχεράνη έχει εντείνει τις προειδοποιήσεις τελευταία για την πιθανότητα χρήσης στρατιωτικών μέσων.

Οι ιρανικές δυνάμεις ανέφεραν ότι το πλοίο κατευθυνόταν προς τη Σιγκαπούρη όταν αναχαιτίστηκε. Ιδιωτική εταιρεία ασφαλείας, η Ambrey, περιέγραψε την επίθεση ως ενέργεια που πραγματοποιήθηκε από τρία μικρά σκάφη.

Σύμφωνα με δεδομένα πτήσης που αναλύθηκαν από το Associated Press, μη επανδρωμένο αεροσκάφος τύπου MQ-4C Triton του Αμερικανικού Ναυτικού πετούσε επί ώρες πάνω από την περιοχή όπου βρισκόταν το Talara, παρακολουθώντας την κατάσχεση.

Το Ηνωμένο Βασίλειο, μέσω του κέντρου United Kingdom Maritime Trade Operations, επιβεβαίωσε επίσης το περιστατικό, αναφέροντας ότι ενδεχόμενη «κρατική ενέργεια» ανάγκασε το Talara να εισέλθει στα ιρανικά χωρικά ύδατα.

Η εταιρεία Columbia Ship Management, με έδρα την Κύπρο, ανέφερε αργότερα ότι «έχασε την επαφή» με το δεξαμενόπλοιο, το οποίο μετέφερε αέριο πετρελαίου υψηλής περιεκτικότητας σε θείο. Η εταιρεία δεν είχε άμεση νεότερη ενημέρωση το Σάββατο.

Το Ιράν είχε κατηγορηθεί και για σειρά επιθέσεων με μαγνητικές νάρκες το 2019, που προκάλεσαν ζημιές σε δεξαμενόπλοια, καθώς και για επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος σε δεξαμενόπλοιο με σχέσεις με το Ισραήλ το 2021, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο δύο Ευρωπαίων μελών του πληρώματος. Οι επιθέσεις ξεκίνησαν μετά την απόφαση του τότε προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει μονομερώς τη χώρα του από την πυρηνική συμφωνία του 2015.

Το 2022, το Ιράν κατέσχεσε δύο ελληνικά δεξαμενόπλοια και τα κράτησε έως τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Τον Απρίλιο του 2024, κατέσχεσε επίσης το φορτηγό πλοίο MSC Aries, με πορτογαλική σημαία.

Οι πολυετείς εντάσεις ανάμεσα στο Ιράν και τη Δύση, επιβεβαρυμένες από τις εξελίξεις στη Λωρίδα της Γάζας, κορυφώθηκαν τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους, με τον δωδεκαήμερο πόλεμο με το Ισραήλ, ο οποίος έληξε με την παρέμβαση των ΗΠΑ, που έπληξαν ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Η Τεχεράνη έχει επανειλημμένα απειλήσει ότι θα κλείσει τα Στενά του Ορμούζ — το στενό πέρασμα του Περσικού Κόλπου από όπου διέρχεται το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. Το αμερικανικό ναυτικό, μέσω του 5ου Στόλου που εδρεύει στο Μπαχρέιν, περιπολεί εδώ και χρόνια στην περιοχή για να διατηρεί ανοιχτές τις θαλάσσιες οδούς.

Οι ΗΠΑ εγκρίνουν πώληση όπλων στην Ταϊβάν: Έντονες αντιδράσεις από Κίνα

Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπέγραψαν συμφωνία ύψους 330 εκατομμυρίων δολαρίων για την πώληση μαχητικών αεροσκαφών και ανταλλακτικών στην Ταϊβάν στις 13 Νοεμβρίου 2017, στην πρώτη τέτοια συμφωνία από τότε που ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο – γεγονός που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Κίνας.

Η ανακοίνωση της προτεινόμενης συμφωνίας ακολούθησε τη συνάντηση του Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στη Νότια Κορέα τον προηγούμενο μήνα, στο πλαίσιο της διπλωματικής προσπάθειας να επιτευχθεί εμπορική συμφωνία εν μέσω του εμπορικού πολέμου ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.

Οι αξιώσεις του Πεκίνου

Ο εκπρόσωπος του κινεζικού Υπουργείου Εξωτερικών, Λιν Τζιάν, δήλωσε: «Η διεκδίκηση της Ταϊβάν από το κινεζικό καθεστώς βρίσκεται στον πυρήνα των εθνικών μας συμφερόντων και αποτελεί “κόκκινη γραμμή” για την Κίνα. Η πώληση όπλων υπονομεύει την κυριαρχία και τα συμφέροντα ασφαλείας του Πεκίνου, στέλνοντας – όπως είπε – “λανθασμένο μήνυμα” στην ηγεσία της Ταϊβάν».

Παρότι η Ουάσιγκτον διατηρεί επίσημες διπλωματικές σχέσεις με το Πεκίνο, οι σχέσεις της με την Ταϊβάν παραμένουν ανεπίσημες. Το νησί διαθέτει τη δική του δημοκρατική διακυβέρνηση, στρατό και διακριτό τρόπο ζωής. Οι ΗΠΑ αποτελούν τον βασικό προμηθευτή οπλικών συστημάτων της Ταϊβάν και, βάσει νόμου, οφείλουν να παρέχουν τα απαραίτητα μέσα για την άμυνά της.

Ο πρόεδρος της Ταϊβάν Λάι Τσινγκ-τε εκφωνεί την ομιλία του κατά τη διάρκεια των εορτασμών της Εθνικής Εορτής μπροστά από το Προεδρικό Μέγαρο στην Ταϊπέι στις 10 Οκτωβρίου 2025. Σουνγκ Πι-λούνγκ/The Epoch Times

 

Ανακοίνωση του Πενταγώνου

Σε ανακοίνωσή του, το Πεντάγωνο επισήμανε ότι η προτεινόμενη πώληση θα ενισχύσει την ικανότητα της Ταϊβάν να αντιμετωπίζει τρέχουσες και μελλοντικές απειλές, διασφαλίζοντας την επιχειρησιακή ετοιμότητα του στόλου των F-16, C-130 και άλλων αεροσκαφών.

Η εκπρόσωπος της προεδρίας της Ταϊβάν, Κάρεν Κουό, δήλωσε: «Η εμβάθυνση της εταιρικής σχέσης Ταϊβάν–ΗΠΑ στον τομέα της ασφάλειας αποτελεί βασικό πυλώνα για την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή Ινδικού–Ειρηνικού».

Η Κουό υπογράμμισε ότι αυτή είναι η πρώτη πώληση οπλικών συστημάτων που ανακοινώνεται από τη νυν αμερικανική κυβέρνηση, ευχαριστώντας την Ουάσιγκτον για τη συνέχιση της πολιτικής τακτικών πωλήσεων και τη στήριξη της αποτρεπτικής ικανότητας της Ταϊβάν.

Η συμφωνία, που αναμένεται να τεθεί σε ισχύ εντός του επόμενου μήνα, έχει στόχο τη διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας της πολεμικής αεροπορίας, την ενίσχυση της αντιαεροπορικής άμυνας, την ανθεκτικότητα και την ικανότητα της Ταϊβάν να ανταποκρίνεται στις «γκρίζες ζώνες» παρεμβάσεων της Κίνας, σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν.

Ένα μαχητικό αεροσκάφος F-16V αμερικανικής κατασκευής τροχοδρομεί στον διάδρομο προσγείωσης μιας αεροπορικής βάσης κατά τη διάρκεια των ετήσιων στρατιωτικών ασκήσεων Han Kuang της Ταϊβάν στο Hualien στις 23 Ιουλίου 2024. Sam Yeh / AFP μέσω Getty Images

 

Απειλές από την Κίνα

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας δεν αποκλείει τη χρήση βίας για την επανένωση με την Ταϊβάν. Η κυβέρνηση της Ταϊβάν απορρίπτει κατηγορηματικά τις αξιώσεις κυριαρχίας του Πεκίνου. Ο Τραμπ είχε δηλώσει τον Αύγουστο: «Δεν πιστεύω ότι υπάρχει περίπτωση να συμβεί κάτι τέτοιο όσο βρίσκομαι εγώ εδώ».

Υπενθύμισε, επίσης, ότι ο Σι τού είχε πει: «Δεν πρόκειται να το κάνω ποτέ, όσο είσαι εσύ πρόεδρος».

Ωστόσο, ο Τραμπ συμπλήρωσε: «Είμαι πολύ υπομονετικός και η Κίνα το ίδιο».

Όπως είπε στον Σι: «Αυτό εξαρτάται από εσάς, αλλά καλύτερα να μην συμβεί τώρα».

Τον Μάρτιο, ο πρωθυπουργός της Κίνας, Λι Τσενγκ, δήλωσε ότι το Πεκίνο σχεδιάζει να προωθήσει την επανένωση με την Ταϊβάν και θα αντιταχθεί σε κάθε εξωτερική παρεμβολή.

Στρατιωτικές ασκήσεις

Το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα πραγματοποιεί τακτικά στρατιωτικές ασκήσεις στη θαλάσσια και εναέρια περιοχή γύρω από την Ταϊβάν, τις οποίες η κυβέρνηση της Ταϊπέι αντιλαμβάνεται ως μέσο άσκησης πίεσης – χωρίς να φτάνει σε πραγματική σύρραξη.

Ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τι, έχει κατ’ επανάληψη προσκαλέσει το Πεκίνο σε διάλογο, αλλά έχει συναντήσει την πλήρη άρνηση των Κινέζων, που τον χαρακτηρίζουν «διασπαστή».

Το ιστορικό υπόβαθρο μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν παραμένει ιδιαίτερα σύνθετο. Η Ταϊβάν, επισήμως ως Δημοκρατία της Κίνας, αριθμεί περίπου 23,9 εκατομμύρια κατοίκους έναντι των 1,4 δισεκατομμυρίων της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας.

Ύστερα από τον εμφύλιο πόλεμο, η κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Κίνας κατέφυγε στην Ταϊβάν το 1949, αφού ηττήθηκε από τους κομμουνιστές, οι οποίοι ίδρυσαν τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας στην ηπειρωτική χώρα.

Δημοσκοπήσεις στην Ταϊβάν δείχνουν σταθερά πως η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών επιθυμεί τη διατήρηση του σημερινού status quo, ενώ οι νεότερες γενιές γέρνουν προς την πλήρη ανεξαρτητοποίηση από την Κίνα. Σε πρόσφατη έρευνα, το 82,5% των ερωτηθέντων απέρριψε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του Πεκίνου ότι η Ταϊβάν αποτελεί τμήμα της κινεζικής επικράτειας.

Ιστορική συμφωνία ΗΠΑ–Ελβετίας: Μειώνονται οι δασμοί στα ελβετικά προϊόντα στο 15%

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελβετία κατέληξαν σε εμπορική συμφωνία βάσει της οποίας οι ελβετικές εισαγωγές προς την αμερικανική αγορά θα υπόκεινται πλέον σε μειωμένο δασμό 15%, όπως ανακοίνωσαν αρμόδιοι αξιωματούχοι.

Ο Αμερικανός εκπρόσωπος Εμπορίου, Τζέιμσον Γκριρ, δήλωσε στο CNBC στις 14 Νοεμβρίου ότι η κυβέρνηση κατέληξε ουσιαστικά σε συμφωνία με τη Βέρνη, έπειτα από πολύμηνες διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της επαναχάραξης των αμερικανικών εμπορικών σχέσεων που προωθεί ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.

Σύμφωνα με την έως τώρα πολιτική του Τραμπ, τα ελβετικά προϊόντα επιβαρύνονταν με δασμό 39% — έναν από τους υψηλότερους παγκοσμίως και αισθητά μεγαλύτερο από το 15% που ίσχυε για τα κράτη–μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η νέα συμφωνία, που μειώνει το ελβετικό δασμολόγιο στο επίπεδο της ΕΕ, ενσωματώνει μέτρα που στηρίζουν την επιδίωξη του Τραμπ για ταχεία επαναβιομηχάνιση των ΗΠΑ μετά από δεκαετίες μεταφοράς της παραγωγής στο εξωτερικό.

«Θα μεταφέρουν σημαντικό μέρος της παραγωγής εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες — φαρμακευτικά προϊόντα, χύτευση χρυσού, εξοπλισμό σιδηροδρόμων. Είμαστε πραγματικά ενθουσιασμένοι για αυτή τη συμφωνία και τι σημαίνει για την αμερικανική βιομηχανία», τόνισε ο Γκριρ, προσθέτοντας πως ο Λευκός Οίκος θα ανακοινώσει αναλυτικά την τελική συμφωνία εντός της ημέρας.

Η ελβετική κυβέρνηση επιβεβαίωσε τη συμφωνία με ανάρτησή της σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ευχαριστώντας τον Τραμπ για την εποικοδομητική προσέγγιση και κάνοντας λόγο για μια παραγωγική συνάντηση με τον Γκριρ.

«Η Ελβετία και οι ΗΠΑ βρήκαν επιτυχώς λύση. Οι αμερικανικοί δασμοί περιορίζονται στο 15%», αναφέρει σχετική ανακοίνωση.

Σε λεπτομερέστερη ενημέρωση, η ελβετική γραμματεία οικονομικών υποθέσεων ανέφερε ότι το Βέρνη θα μειώσει τα δικά της δασμολόγια σε σειρά αμερικανικών προϊόντων, καλύπτοντας όλα τα βιομηχανικά αγαθά, τα ψάρια, τα θαλασσινά, καθώς και αμερικανικά γεωργικά προϊόντα που δεν θεωρούνται «ευαίσθητα».

Για ορισμένες κατηγορίες αμερικανικών αγροτικών προϊόντων — λόγω πιθανών αρνητικών επιπτώσεων στην ελβετική αγορά— η Ελβετία θα παρέχει αδασμολόγητες ποσοστώσεις, περιλαμβάνοντας 500 τόνους βοείου και 1.500 τόνους πουλερικών προέλευσης ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τη συμφωνία, ελβετικές επιχειρήσεις θα επενδύσουν επιπλέον 200 δισ. δολάρια στις ΗΠΑ έως τα τέλη του 2028, μέρος των οποίων θα κατευθυνθεί στην ενίσχυση της επαγγελματικής κατάρτισης. Η ανακοίνωση της μείωσης των πρόσθετων αμερικανικών δασμών στις ελβετικές εισαγωγές εκτιμάται ότι θα σταθεροποιήσει τις διμερείς εμπορικές σχέσεις, τονίζει η ελβετική κυβέρνηση.

Αν και τα συνολικά δασμολόγια παραμένουν υψηλότερα σε σχέση με την περίοδο πριν τις τελευταίες αυξήσεις του περασμένου Απριλίου, η συμφωνηθείσα μείωση εκτιμάται πως θα ωφελήσει σημαντικά την ελβετική οικονομία.

Η συμφωνία ανακοινώθηκε μία ημέρα μετά τη συνάντηση του Γκριρ με τον Ελβετό υπουργό Οικονομίας, Γκι Παρμελέν, στην Ουάσιγκτον, στην οποία επιτεύχθηκε διευθέτηση των ανοιχτών θεμάτων και οριστικοποίηση της συμφωνίας.

Η συμφωνία σταθεροποιεί το διμερές εμπόριο συνολικής αξίας περίπου 188 δισ. δολαρίων μεταξύ ΗΠΑ και Ελβετίας, οικονομίας η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική ζήτηση για φαρμακευτικά προϊόντα, ακριβείας μηχανήματα και τα περίφημα ελβετικά ρολόγια της.

Πάνω από το ένα πέμπτο των ελβετικών άμεσων ξένων επενδύσεων απορροφάται από τις ΗΠΑ, καθιστώντας την Αμερική τον σημαντικότερο επενδυτικό προορισμό της Ελβετίας.

Η συμφωνία βάζει τέλος σε μήνες αβεβαιότητας για τους Ελβετούς εξαγωγείς, οι οποίοι προειδοποιούσαν ότι ο δασμός του 39% διατάρασσε τις αποστολές και ανάγκαζε τις επιχειρήσεις να επαναξιολογήσουν τα παραγωγικά τους πλάνα.

Νέος γύρος τεχνικών διαβουλεύσεων θα ακολουθήσει τις επόμενες εβδομάδες για τον καθορισμό των ποσοστώσεων, των δασμολόγιων και των νέων επενδυτικών δεσμεύσεων.

Σχεδόν 1.200 αμερικανικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην Ελβετία, απασχολώντας περίπου 95.000 εργαζομένους, ενώ οι ελβετικές εταιρείες συγκαταλέγονται στους καλύτερους εργοδότες ξένων επενδύσεων στις ΗΠΑ, με μέσους μισθούς άνω των 130.000 δολαρίων, κατά τα στοιχεία του ελβετικού υπουργείου Εξωτερικών.

Ανησυχίες των G7 για τη ραγδαία ενίσχυση της στρατιωτικής και πυρηνικής ισχύος της Κίνας

Κοινή ανακοίνωση με την οποία εκφράζουν ανησυχία για τη ραγδαία ενίσχυση του πυρηνικού οπλοστασίου και των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Πεκίνου εξέδωσαν στις 12 Νοεμβρίου οι επτά ισχυρότερες βιομηχανικές χώρες του κόσμου, καλώντας το κινεζικό καθεστώς να αποδείξει τη δέσμευσή του υπέρ της σταθερότητας με μεγαλύτερη διαφάνεια.

Η ανακοίνωση για την παγκόσμια ασφάλεια δόθηκε στη δημοσιότητα στο πλαίσιο της συνόδου των G7 στον Νιαγάρα του Καναδά και φέρει την υπογραφή των Ηνωμένων Πολιτειών, του Καναδά, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, της Μεγάλης Βρετανίας και του Ύπατου Εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ατζέντα της συνόδου, που διεξήχθη το διήμερο 11-12 Νοεμβρίου, περιλάμβανε ζητήματα ειρήνης και σταθερότητας στη Μέση Ανατολή, την Ουκρανία, την Ινδο-Ειρηνική, την Αϊτή, το Σουδάν και το Κονγκό, καθώς και θέματα ασφάλειας στη ναυσιπλοΐα και τις εφοδιαστικές αλυσίδες, με την Κίνα να βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο των συζητήσεων.

«Παραμένουμε ανήσυχοι για την ενίσχυση των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων και τον ταχύτατο πολλαπλασιασμό του πυρηνικού οπλοστασίου της Κίνας και καλούμε το Πεκίνο να αποδείξει έμπρακτα τη δέσμευσή του για σταθερότητα, διασφαλίζοντας μεγαλύτερη διαφάνεια», αναφέρει χαρακτηριστικά η ανακοίνωση.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών της Στοκχόλμης για την Ειρήνη, η Κίνα αυξάνει τον αριθμό των πυρηνικών της κεφαλών με ρυθμό που ξεπερνά κάθε άλλη χώρα, αγγίζοντας το 20% ετησίως.

Τον Ιανουάριο, η χώρα υπολογιζόταν πως διαθέτει τουλάχιστον 600 πυρηνικές κεφαλές, διπλάσιες σε σχέση με το 2020. Αν και παραμένει μακρινή τρίτη πίσω από τη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ινστιτούτο εκτιμά ότι αν αυτή η τάση συνεχιστεί, η Κίνα θα μπορούσε να φτάσει στο ίδιο επίπεδο με τις ΗΠΑ έως το 2030.

Τον Αύγουστο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, πρότεινε τη διεξαγωγή συνομιλιών για τον πυρηνικό αφοπλισμό με τη Μόσχα και το Πεκίνο, ωστόσο το κινεζικό καθεστώς απέρριψε το αίτημα. Τον Οκτώβριο, ο Τραμπ έδωσε εντολή στο Πεντάγωνο να ξεκινήσει δοκιμές πυρηνικών όπλων ως απάντηση στην εντατικοποίηση τέτοιων δοκιμών από Ρωσία και Κίνα.

«Λόγω των προγραμμάτων δοκιμών άλλων χωρών, ζήτησα από το Υπουργείο Πολέμου να ξεκινήσει δοκιμές των δικών μας πυρηνικών όπλων σε ισότιμη βάση», ανέφερε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στο Truth Social, προσθέτοντας ότι η διαδικασία θα ξεκινήσει άμεσα.

Η χορήγηση κινεζικών όπλων στη Ρωσία για τον πόλεμο στην Ουκρανία αποτέλεσε άλλο ένα σημείο ανησυχίας για τους ηγέτες των G7. «Καταδικάζουμε την παροχή στρατιωτικής βοήθειας προς τη Ρωσία από τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν, καθώς και την παροχή όπλων και διπλής χρήσης εξαρτημάτων από την Κίνα, η οποία αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τον πόλεμο της Ρωσίας», τονίζεται στην κοινή ανακοίνωση.

Οι ηγέτες επαναβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους υπέρ της ειρήνης στην Ινδο-Ειρηνική, καταγγέλλοντας αποσταθεροποιητικές ενέργειες της Κίνας και της Βόρειας Κορέας, όπως τις επανειλημμένες συγκρούσεις μεταξύ κινεζικών και φιλιππινέζικων σκαφών στην αμφισβητούμενη περιοχή, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου.

Παράλληλα, εξέφρασαν την υποστήριξή τους για τη διατήρηση της ειρήνης στα Στενά της Ταϊβάν και την ουσιαστική συμμετοχή της Ταϊβάν σε διεθνείς οργανισμούς όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο.

Στην ανακοίνωση γίνεται επίσης μνεία στον πρόσφατα δημοσιευθέντα Οδικό Χάρτη για την Ανθεκτικότητα στην Εφοδιαστική Αλυσίδα Κρίσιμων Ορυκτών, με αναφορά στις προσπάθειες του Πεκίνου να επιβάλει εκτεταμένους περιορισμούς στην παγκόσμια πρόσβαση σε σπάνιες γαίες, σχεδόν όλες οι οποίες επεξεργάζονται στην Κίνα.

«Εκφράσαμε ιδιαίτερη ανησυχία για τη χρήση αθέμιτων μέτρων και τακτικών που διαταράσσουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες κρίσιμων ορυκτών, όπως και άλλες στρεβλώσεις της αγοράς συμπεριλαμβανομένης της υπερπαραγωγής», επισημαίνεται.

Τέλος, οι ηγέτες καλωσόρισαν τη συνάντηση των Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ, μετά την οποία η Κίνα συμφώνησε να αναστείλει για τουλάχιστον έναν χρόνο τους περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και μαγνητών, και τόνισαν πως αποθαρρύνουν οποιαδήποτε μελλοντική πολιτική που θα αποτελεί εμπόδιο στις προβλέψιμες εμπορικές συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων των κρίσιμων ορυκτών.

Τουρκία: Η αντιπολίτευση απορρίπτει το κατηγορητήριο εις βάρος του Ιμάμογλου ως προπαγάνδα

Το κόμμα του φυλακισμένου αντιπολιτευόμενου πολιτικού Εκρέμ Ιμάμογλου απέρριψε ως «πολιτική προπαγάνδα» το αίτημα της εισαγγελίας να επιβληθεί στον πρώην δήμαρχο της Κωνσταντινούπολης ποινή κάθειρξης άνω των 2.000 ετών.

«Με το κατηγορητήριο αυτό, η κυβέρνηση αποκάλυψε ότι θέλει να σπρώξει αυτή τη χώρα μακριά από τη δημοκρατία», δήλωσε σήμερα στην Άγκυρα ο Ντενίζ Γιουτζέλ, εκπρόσωπος του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), προσθέτοντας ότι δεν πρόκειται για ένα νομικό, αλλά για ένα πολιτικό κείμενο που στοχοθετεί ολόκληρο το κόμμα.

Ο Ιμάμογλου, ο οποίος θεωρείται ισχυρός αντίπαλος του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, συνελήφθη το Μάρτιο κατηγορούμενος για τρομοκρατία και διαφθορά, και παύθηκε από τη θέση του ως δημάρχου της Κωνσταντινούπολης.

Την Τρίτη, 11 Νοεμβρίου, η Εισαγγελία της Κωνσταντινούπολης κατάθεσε το κατηγορητήριο, ζητώντας να επιβληθεί στον Ιμάμογλου συνολική ποινή κάθειρξης 2.430 ετών για 142 αδικήματα.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο αντιπολιτευόμενος πολιτικός κατηγορείται για την ίδρυση και καθοδήγηση εγκληματικής οργάνωσης, καθώς και για δωροδοκία και ξέπλυμα χρημάτων, μεταξύ άλλων κατηγοριών.

Η εισαγγελία επιδιώκει επίσης να καταδικασθούν περισσότεροι από 400 άλλοι ύποπτοι, μεταξύ των οποίων ο πατέρας και ο γιος του Ιμάμογλου, οι οποίοι κατηγορούνται για ξέπλυμα χρημάτων, μια κατηγορία που επισύρει μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης, όπως μετέδωσε το τουρκικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Anadolu. Στον κατάλογο των υπόπτων περιλαμβάνονται και δημοσιογράφοι, σύμφωνα με την ίδια πηγή.

Ένας από αυτούς είναι ο Ρουσέν Τσακίρ, μια από τις πιο εξέχουσες φιλελεύθερες φωνές της χώρας. Σύμφωνα με το Anadolu, κατηγορείται για υποστήριξη εγκληματικής οργάνωσης, κατηγορία που επισύρει ποινή φυλάκισης έως τεσσάρων ετών.

Το κατηγορητήριο πρέπει τώρα να γίνει δεκτό από το δικαστήριο, διαδικασία που θεωρείται τυπική.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ