Η παραδοσιακά στενή συμμαχία μεταξύ των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) και της Σαουδικής Αραβίας έχει τελευταία μετατραπεί σε σχέση αυξανόμενης έντασης και ανταγωνισμού. Για πάνω από μια δεκαετία οι δύο χώρες λειτουργούσαν ως «δίδυμοι πυλώνες» μιας νέας τάξης στον Κόλπο — δυναμικές, παρεμβατικές και απόλυτα ευθυγραμμισμένες σε θέματα ασφάλειας. Ωστόσο, οι πρόσφατες εξελίξεις αποκάλυψαν ένα ρήγμα που υποδηλώνει βαθύτερη στρατηγική απόκλιση ανάμεσά τους.
Αίτια των εντάσεων και των διαφορών
Γεωπολιτική στρατηγική και φιλοδοξίες: Ένας βασικός λόγος τριβής είναι η αποκλίνουσα στρατηγική οπτική των δύο κρατών. Και οι δύο επιδιώκουν να αναδιαμορφώσουν την περιφερειακή τάξη προς όφελός τους, αλλά με διαφορετικές προτεραιότητες. Η Σαουδική Αραβία, παραδοσιακά ο μεγαλύτερος παίκτης στον Κόλπο, βλέπει το ρόλο της να αμφισβητείται από τα εξίσου φιλόδοξα ΗΑΕ. Το Ριάντ ανησυχεί ότι το Άμπου Ντάμπι προωθεί ένα μοντέλο κατακερματισμένων, αδύναμων κρατών (π.χ. Υεμένη, Σουδάν, Σομαλία) και δημιουργίας σφαιρών επιρροής με τρόπους που ενδέχεται να απειλήσουν μακροπρόθεσμα την ίδια τη συνοχή και ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας. Οι Σαουδάραβες αξιωματούχοι θεωρούν πλέον ότι οι κινήσεις των ΗΑΕ υπερβαίνουν την απλή προβολή ισχύος και φτάνουν στο σημείο της «δομικής αναδιάταξης» της περιοχής — ανασχεδιάζοντας σύνορα και εξουσίες κατά τρόπο δυνητικά μη αναστρέψιμο. Από την άλλη, τα ΗΑΕ βλέπουν τη στρατηγική τους αυτονομία ως δικαιολογημένη, επιδιώκοντας να εδραιώσουν τη δική τους σφαίρα επιρροής στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και τον Κόλπο.
Ανταγωνισμός επιρροής και «μετώπων»: Η διαφωνία δεν περιορίζεται σε μία χώρα, αλλά εκτείνεται σε πολλαπλές ζώνες γεωπολιτικού ενδιαφέροντος. Στον πόλεμο της Υεμένης, για παράδειγμα, το Ριάντ και το Άμπου Ντάμπι είχαν εξαρχής διαφορετικούς στόχους: η Σαουδική Αραβία επενέβη το 2015 για να αποκαταστήσει την κυβέρνηση και να αποτρέψει μια εχθρική δύναμη (τους Χούθι, που υποστηρίζονταν από το Ιράν) στα νότια σύνορά της, ενώ τα ΗΑΕ επικεντρώθηκαν περισσότερο στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και στον έλεγχο λιμανιών και παράκτιων περιοχών στρατηγικής σημασίας. Μετά το 2019, όταν τα ΗΑΕ μείωσαν την άμεση στρατιωτική τους παρουσία, συνέχισαν να ασκούν επιρροή μέσω τοπικών συμμάχων — κυρίως στηρίζοντας το αποσχιστικό Νότιο Μεταβατικό Συμβούλιο (STC) — σε αντίθεση με την προτίμηση της Σαουδικής Αραβίας για μια ενιαία Υεμένη υπό την κυβέρνηση που η ίδια υποστήριζε. Αυτό που ξεκίνησε ως τακτική διαφορά εξελίχθηκε σε ανοιχτό στρατηγικό ανταγωνισμό. Παρομοίως, στο Σουδάν οι δύο χώρες βρέθηκαν να στηρίζουν αντίπαλες πλευρές: το Ριάντ υποστηρίζει τον τακτικό στρατό (κυβέρνηση/SAF), ενώ το Άμπου Ντάμπι φέρεται να έχει επαφές ή και στήριξη προς τις παραστρατιωτικές Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF) — κάτι που τα ΗΑΕ επίσημα αρνούνται, αλλά έχει προκαλέσει καχυποψία. Συνολικά, οι δύο εταίροι πλέον ανταγωνίζονται για επιρροή σε κρίσιμες περιοχές του ευρύτερου αραβικού και αφρικανικού χώρου (Μεσόγειος, Ερυθρά Θάλασσα, Κέρας της Αφρικής), αντί να δρουν συντονισμένα. Αυτό το γεωπολιτικό «παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος» αποτελεί θεμέλιο των τριβών.
Οικονομικές και ενεργειακές πολιτικές: Παράλληλα, ένας υπόγειος οικονομικός ανταγωνισμός έχει οξυνθεί. Όντας οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του αραβικού κόσμου, Σαουδική Αραβία και ΗΑΕ διεκδικούν ρόλο περιφερειακού κόμβου για επενδύσεις, εμπόριο και τεχνολογία. Η προσπάθεια του Ριάντ να διαφοροποιήσει την οικονομία του (όραμα -vision- 2030) το φέρνει σε αντιπαλότητα με το Ντουμπάι και το Άμπου Ντάμπι, που ήδη λειτουργούν ως κόμβοι. Η συνεργασία στον OPEC+ επίσης δοκιμάστηκε: τον Ιούλιο 2021, σημειώθηκε μια σπάνια δημόσια ρήξη, όταν τα ΗΑΕ μπλόκαραν συμφωνία που ευνοούσε τη Σαουδική Αραβία, απαιτώντας υψηλότερη ποσόστωση παραγωγής πετρελαίου. Το Άμπου Ντάμπι ουσιαστικά αμφισβήτησε ανοιχτά την ηγεσία του Ριάντ στον OPEC, δείχνοντας ότι θα θέσει το εθνικό του συμφέρον πάνω από την ενότητα του καρτέλ — ένδειξη μιας αναδυόμενης οικονομικής αντιζηλίας μεταξύ των δύο κρατών. Πέρα από τον OPEC, το Ριάντ έχει λάβει μέτρα για να ‘κλέψει’ μέρος της οικονομικής αίγλης των ΗΑΕ: ανακοίνωσε ότι από το 2024 εταιρείες που θέλουν κρατικά συμβόλαια πρέπει να έχουν έδρα στη Σαουδική Αραβία (ώστε να μετακινηθούν περιφερειακές έδρες από το Ντουμπάι στο Ριάντ), και τροποποίησε τους κανόνες τελωνειακών δασμών αποκλείοντας προϊόντα που παράγονται σε ελεύθερες ζώνες (δηλαδή πολλά προϊόντα που επανεξάγονται μέσω Ντουμπάι) από τα καθεστώτα του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου. Αυτές οι κινήσεις de facto αμφισβητούν το καθεστώς των ΗΑΕ ως επιχειρηματικού κέντρου της περιοχής. Περιφερειακοί αναλυτές παρατηρούν ότι η συμμαχία Ριάντ-Άμπου Ντάμπι «έχει φτάσει όσο πιο μακριά μπορούσε», καθώς πλέον τα εθνικά οικονομικά συμφέροντα υπερισχύουν της παλαιότερης ενιαίας στρατηγικής.
Διπλωματικές επιλογές και προσωπικές σχέσεις ηγετών: Η σταδιακή διαφοροποίηση φάνηκε και σε διπλωματικές πρωτοβουλίες. Η διαχείριση του Κατάρ είναι ενδεικτική: μετά την κοινή συμμετοχή στον αποκλεισμό του 2017, η Σαουδική Αραβία προχώρησε σε συμφιλίωση με την Ντόχα, στις αρχές του 2021, πιεζόμενη και από την αλλαγή ηγεσίας στις ΗΠΑ — όμως τα ΗΑΕ ήταν πιο απρόθυμα και καθυστέρησαν να αποκαταστήσουν πλήρως τις σχέσεις, δείχνοντας ότι δεν συμμερίζονταν τον ίδιο βαθμό κατευνασμού. Επιπλέον, ενώ τα ΗΑΕ πρωτοστάτησαν στην ομαλοποίηση σχέσεων με το Ισραήλ (Συμφωνίες του Αβραάμ το 2020), κίνηση που χαιρετίστηκε από τη Δύση, η Σαουδική Αραβία επέλεξε μια πιο επιφυλακτική στάση: επισήμως συνέδεσε οποιαδήποτε εξομάλυνση με την πρόοδο στο Παλαιστινιακό, κρατώντας αποστάσεις από το παράδειγμα των Εμιράτων. Αντί να ακολουθήσει στο Ισραήλ, το Ριάντ εκείνη την περίοδο βελτίωσε διακριτικά τις σχέσεις του με την Τουρκία (μετά από χρόνια έντασης) — μια διαφοροποίηση που φανέρωνε ξεχωριστούς διπλωματικούς σχεδιασμούς. Ταυτόχρονα, και οι δύο εξακολουθούν να μοιράζονται την ανησυχία για την ιρανική επιρροή και τον ισλαμιστικό εξτρεμισμό. Η κοινή τους αντιπαλότητα προς το πολιτικό Ισλάμ (Μουσουλμανική Αδελφότητα κλπ) τους είχε φέρει κοντά στο παρελθόν, αλλά ακόμη και σε αυτό το πεδίο ανέκυψαν αποχρώσεις: στη σύγκρουση της Υεμένης η Σ. Αραβία συνεργάστηκε και με την ισλαμιστική παράταξη «Islah» (που συνδέεται με την Αδελφότητα), την οποία τα ΗΑΕ απεχθάνονται και προσπάθησαν να περιθωριοποιήσουν. Στο θέμα του Ιράν, αμφότερες οι χώρες παρέμειναν αντίθετες στην επιρροή της Τεχεράνης (ιδίως μέσω πληρεξουσίων σε Υεμένη, Ιράκ, Λίβανο κλπ), όμως υιοθέτησαν διαφορετικούς ρυθμούς προσέγγισης: τα ΗΑΕ άνοιξαν διαύλους επικοινωνίας ήδη από το 2019, μετά τις επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια και σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις (επιδιώκοντας αποκλιμάκωση), ενώ η Σαουδική Αραβία περίμενε μέχρι το 2023 για μια εντυπωσιακή διπλωματική προσέγγιση με το Ιράν (με τη μεσολάβηση της Κίνας). Οι διαφορετικές αυτές επιλογές — το Άμπου Ντάμπι να πρωτοπορεί στην σύνδεση με το Ισραήλ και να κινείται πιο πρακτικά με το Ιράν, ενώ το Ριάντ να διστάζει στο Ισραήλ και τελικά να συμβιβάζεται με το Ιράν όταν το κρίνει ασφαλές — αντικατοπτρίζουν παράλληλες διπλωματικές ατζέντες. Τέλος, δεν μπορεί να παραγνωριστεί η προσωπική διάσταση: οι ηγέτες Μοχάμεντ μπιν Ζαΐντ (πρόεδρος των ΗΑΕ) και Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν (πρίγκιπας-διάδοχος και de facto ηγέτης της Σ. Αραβίας) άλλοτε διατηρούσαν στενή σχέση μέντορα-μαθητή, αλλά τα τελευταία χρόνια φέρονται να έχουν απομακρυνθεί προσωπικά. Ήδη πριν το τελικό ρήγμα, οι προσωπικές τους σχέσεις χαρακτηρίζονταν ως ‘τεταμένες’ και η εμπιστοσύνη μεταξύ τους είχε διαβρωθεί. Αυτό έχει συμβάλει σε αμοιβαία καχυποψία: κάθε πλευρά υποψιάζεται ότι η άλλη ακολουθεί παράλληλη ατζέντα και έχει απώτερους στόχους που δεν μοιράζεται ανοικτά.
Η σημερινή κατάσταση των σχέσεων
Η σχέση μεταξύ ΗΑΕ και Σαουδικής Αραβίας χαρακτηρίζεται πλέον από ψυχρότητα και στρατηγική αποστασιοποίηση, αν και δεν έχει διαρραγεί πλήρως σε διπλωματικό επίπεδο. Μετά την επικίνδυνη κλιμάκωση στην Υεμένη (Δεκέμβριος 2025), και οι δύο κυβερνήσεις επιχείρησαν να συγκρατήσουν ρητορικά το ζήτημα, υποβαθμίζοντας την αντιπαράθεση δημοσίως. Επισήμως, συνεχίζουν να δηλώνουν σύμμαχοι, και καμία πλευρά δεν έχει εκφράσει πρόθεση αποχώρησης από το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου ή άλλους πολυμερείς θεσμούς. Ωστόσο, παρατηρητές σημειώνουν ότι η τριβή είναι η πιο έντονη των τελευταίων ετών. «Οι σχέσεις τους δεν ήταν ποτέ εύκολες, αλλά η τρέχουσα τριβή είναι στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και πολλά χρόνια» σχολίασε χαρακτηριστικά αναλυτής του Chatham House. Πράγματι, η εμπιστοσύνη έχει κλονιστεί και τα δύο κράτη κινούνται με μεγαλύτερη αυτονομία, συχνά παράλληλα και ανταγωνιστικά αντί να είναι σε συνεννόηση.
Παρά την ψυχρότητα, δεν προβλέπεται ολοκληρωτική ρήξη τύπου 2017 (όπως έγινε τότε με το Κατάρ) — τουλάχιστον προς το παρόν. Κανένα από τα δύο μέρη δεν έχει συμφέρον να προκαλέσει ανοιχτή ρήξη που θα διχοτομούσε τον Κόλπο. Αντίθετα, πιθανότερο σενάριο είναι μια ελεγχόμενη αποκλιμάκωση, όπου το παρασκήνιο και η διπλωματία θα επανέλθουν για να γεφυρώσουν το χάσμα, χωρίς όμως να λύσουν τις βαθύτερες διαφορές. Ήδη από τον Σεπτέμβριο 2025 είχε σημειωθεί μια προσπάθεια προσέγγισης: ο Μοχάμεντ μπιν Ζαΐντ επισκέφθηκε τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στην Σαουδική Αραβία (με αφορμή ισραηλινή επίθεση στο Κατάρ) και κατόπιν μετέβη στο Κατάρ, με σκοπό να προταθεί ένα ενιαίο μέτωπο των τριών ηγετών του Κόλπου απέναντι στις περιφερειακές προκλήσεις. Αυτό έδειξε ότι υπάρχει η διάθεση — ή τουλάχιστον υπήρχε μέχρι πρότινος — να κρατηθεί μια προσχηματική ενότητα. Όμως τα επόμενα γεγονότα στην Υεμένη ‘τορπίλισαν’ αυτό το momentum.
Σήμερα, οι κινήσεις των δύο χωρών υποδηλώνουν στρατηγικό αναπροσανατολισμό: το Ριάντ επαναξιολογεί τη σχέση του με το Άμπου Ντάμπι, καθώς διαπιστώνει πως η μέχρι πρότινος συμμαχία μπορεί να επιφέρει ανεπιθύμητα αποτελέσματα για την ασφάλειά του. Σύμφωνα με αναλύσεις, η Σαουδική Αραβία είναι διατεθειμένη ακόμα και να αναζητήσει νέες συνεργασίες — ακόμη και με χώρες ή ομάδες που παραδοσιακά θεωρούνταν αντίπαλες προς τα συμφέροντα των ΗΑΕ (ή/και του Ισραήλ) — όχι λόγω ιδεολογικής στροφής αλλά ως αντιστάθμισμα και μήνυμα προς το Άμπου Ντάμπι. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τη συνεργασία της με το Κατάρ ή την Τουρκία, ή να κρατήσει πιο ανοιχτούς διαύλους με ισλαμιστικές πολιτικές δυνάμεις όπου αυτό εξυπηρετεί (σενάριο που παλαιότερα θα ήταν αδιανόητο δεδομένης της κοινής αντικατάστασης που είχαν με τα ΗΑΕ). Από την άλλη πλευρά, τα ΗΑΕ εμφανίζονται μέχρι στιγμής προσεκτικά: μετά την ήττα του STC στη Χαντραμούτ (οι δυνάμεις των ΗΑΕ υποχώρησαν υπό την πίεση της σαουδαραβικής αντίδρασης), το Άμπου Ντάμπι μοιάζει να επιλέγει προσωρινή ύφεση στην αντιπαράθεση. Δηλώσεις υψηλόβαθμων αξιωματούχων, όπως του διπλωματικού συμβούλου Ανουάρ Γκαργκάς, έδωσαν έμφαση στη σημασία του διαλόγου και της διαφύλαξης των συμμαχιών «σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία». Αυτό δείχνει ότι τα ΗΑΕ δεν επιθυμούν μια ανεξέλεγκτη ρήξη και πιθανώς αναζητούν τρόπους συνύπαρξης με τη Σ. Αραβία, έστω κι αν δεν πρόκειται να συμμορφωθούν πλήρως με τις επιθυμίες του Ριάντ σε όλα τα μέτωπα.
Συνοψίζοντας, η τρέχουσα σχέση μπορεί να χαρακτηριστεί ως στρατηγική ψυχρότητα: ψυχρές δημόσιες σχέσεις, ενισχυμένη καχυποψία, αλλά και προσπάθεια αποφυγής άμεσης ρήξης μέσω παρασκηνιακών διαύλων επικοινωνίας.