Δευτέρα, 19 Ιαν, 2026

Ρήξη στις σχέσεις ΗΑΕ–Σαουδικής Αραβίας

Η παραδοσιακά στενή συμμαχία μεταξύ των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) και της Σαουδικής Αραβίας έχει τελευταία μετατραπεί σε σχέση αυξανόμενης έντασης και ανταγωνισμού. Για πάνω από μια δεκαετία οι δύο χώρες λειτουργούσαν ως «δίδυμοι πυλώνες» μιας νέας τάξης στον Κόλπο — δυναμικές, παρεμβατικές και απόλυτα ευθυγραμμισμένες σε θέματα ασφάλειας. Ωστόσο, οι πρόσφατες εξελίξεις αποκάλυψαν ένα ρήγμα που υποδηλώνει βαθύτερη στρατηγική απόκλιση ανάμεσά τους.

Αίτια των εντάσεων και των διαφορών

Γεωπολιτική στρατηγική και φιλοδοξίες: Ένας βασικός λόγος τριβής είναι η αποκλίνουσα στρατηγική οπτική των δύο κρατών. Και οι δύο επιδιώκουν να αναδιαμορφώσουν την περιφερειακή τάξη προς όφελός τους, αλλά με διαφορετικές προτεραιότητες. Η Σαουδική Αραβία, παραδοσιακά ο μεγαλύτερος παίκτης στον Κόλπο, βλέπει το ρόλο της να αμφισβητείται από τα εξίσου φιλόδοξα ΗΑΕ. Το Ριάντ ανησυχεί ότι το Άμπου Ντάμπι προωθεί ένα μοντέλο κατακερματισμένων, αδύναμων κρατών (π.χ. Υεμένη, Σουδάν, Σομαλία) και δημιουργίας σφαιρών επιρροής με τρόπους που ενδέχεται να απειλήσουν μακροπρόθεσμα την ίδια τη συνοχή και ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας. Οι Σαουδάραβες αξιωματούχοι θεωρούν πλέον ότι οι κινήσεις των ΗΑΕ υπερβαίνουν την απλή προβολή ισχύος και φτάνουν στο σημείο της «δομικής αναδιάταξης» της περιοχής — ανασχεδιάζοντας σύνορα και εξουσίες κατά τρόπο δυνητικά μη αναστρέψιμο. Από την άλλη, τα ΗΑΕ βλέπουν τη στρατηγική τους αυτονομία ως δικαιολογημένη, επιδιώκοντας να εδραιώσουν τη δική τους σφαίρα επιρροής στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και τον Κόλπο.

Ανταγωνισμός επιρροής και «μετώπων»: Η διαφωνία δεν περιορίζεται σε μία χώρα, αλλά εκτείνεται σε πολλαπλές ζώνες γεωπολιτικού ενδιαφέροντος. Στον πόλεμο της Υεμένης, για παράδειγμα, το Ριάντ και το Άμπου Ντάμπι είχαν εξαρχής διαφορετικούς στόχους: η Σαουδική Αραβία επενέβη το 2015 για να αποκαταστήσει την κυβέρνηση και να αποτρέψει μια εχθρική δύναμη (τους Χούθι, που υποστηρίζονταν από το Ιράν) στα νότια σύνορά της, ενώ τα ΗΑΕ επικεντρώθηκαν περισσότερο στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και στον έλεγχο λιμανιών και παράκτιων περιοχών στρατηγικής σημασίας. Μετά το 2019, όταν τα ΗΑΕ μείωσαν την άμεση στρατιωτική τους παρουσία, συνέχισαν να ασκούν επιρροή μέσω τοπικών συμμάχων — κυρίως στηρίζοντας το αποσχιστικό Νότιο Μεταβατικό Συμβούλιο (STC) — σε αντίθεση με την προτίμηση της Σαουδικής Αραβίας για μια ενιαία Υεμένη υπό την κυβέρνηση που η ίδια υποστήριζε. Αυτό που ξεκίνησε ως τακτική διαφορά εξελίχθηκε σε ανοιχτό στρατηγικό ανταγωνισμό. Παρομοίως, στο Σουδάν οι δύο χώρες βρέθηκαν να στηρίζουν αντίπαλες πλευρές: το Ριάντ υποστηρίζει τον τακτικό στρατό (κυβέρνηση/SAF), ενώ το Άμπου Ντάμπι φέρεται να έχει επαφές ή και στήριξη προς τις παραστρατιωτικές Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF) — κάτι που τα ΗΑΕ επίσημα αρνούνται, αλλά έχει προκαλέσει καχυποψία. Συνολικά, οι δύο εταίροι πλέον ανταγωνίζονται για επιρροή σε κρίσιμες περιοχές του ευρύτερου αραβικού και αφρικανικού χώρου (Μεσόγειος, Ερυθρά Θάλασσα, Κέρας της Αφρικής), αντί να δρουν συντονισμένα. Αυτό το γεωπολιτικό «παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος» αποτελεί θεμέλιο των τριβών.

Οικονομικές και ενεργειακές πολιτικές: Παράλληλα, ένας υπόγειος οικονομικός ανταγωνισμός έχει οξυνθεί. Όντας οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του αραβικού κόσμου, Σαουδική Αραβία και ΗΑΕ διεκδικούν ρόλο περιφερειακού κόμβου για επενδύσεις, εμπόριο και τεχνολογία. Η προσπάθεια του Ριάντ να διαφοροποιήσει την οικονομία του (όραμα -vision- 2030) το φέρνει σε αντιπαλότητα με το Ντουμπάι και το Άμπου Ντάμπι, που ήδη λειτουργούν ως κόμβοι. Η συνεργασία στον OPEC+ επίσης δοκιμάστηκε: τον Ιούλιο 2021, σημειώθηκε μια σπάνια δημόσια ρήξη, όταν τα ΗΑΕ μπλόκαραν συμφωνία που ευνοούσε τη Σαουδική Αραβία, απαιτώντας υψηλότερη ποσόστωση παραγωγής πετρελαίου. Το Άμπου Ντάμπι ουσιαστικά αμφισβήτησε ανοιχτά την ηγεσία του Ριάντ στον OPEC, δείχνοντας ότι θα θέσει το εθνικό του συμφέρον πάνω από την ενότητα του καρτέλ — ένδειξη μιας αναδυόμενης οικονομικής αντιζηλίας μεταξύ των δύο κρατών. Πέρα από τον OPEC, το Ριάντ έχει λάβει μέτρα για να ‘κλέψει’ μέρος της οικονομικής αίγλης των ΗΑΕ: ανακοίνωσε ότι από το 2024 εταιρείες που θέλουν κρατικά συμβόλαια πρέπει να έχουν έδρα στη Σαουδική Αραβία (ώστε να μετακινηθούν περιφερειακές έδρες από το Ντουμπάι στο Ριάντ), και τροποποίησε τους κανόνες τελωνειακών δασμών αποκλείοντας προϊόντα που παράγονται σε ελεύθερες ζώνες (δηλαδή πολλά προϊόντα που επανεξάγονται μέσω Ντουμπάι) από τα καθεστώτα του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου. Αυτές οι κινήσεις de facto αμφισβητούν το καθεστώς των ΗΑΕ ως επιχειρηματικού κέντρου της περιοχής. Περιφερειακοί αναλυτές παρατηρούν ότι η συμμαχία Ριάντ-Άμπου Ντάμπι «έχει φτάσει όσο πιο μακριά μπορούσε», καθώς πλέον τα εθνικά οικονομικά συμφέροντα υπερισχύουν της παλαιότερης ενιαίας στρατηγικής.

Διπλωματικές επιλογές και προσωπικές σχέσεις ηγετών: Η σταδιακή διαφοροποίηση φάνηκε και σε διπλωματικές πρωτοβουλίες. Η διαχείριση του Κατάρ είναι ενδεικτική: μετά την κοινή συμμετοχή στον αποκλεισμό του 2017, η Σαουδική Αραβία προχώρησε σε συμφιλίωση με την Ντόχα, στις αρχές του 2021, πιεζόμενη και από την αλλαγή ηγεσίας στις ΗΠΑ — όμως τα ΗΑΕ ήταν πιο απρόθυμα και καθυστέρησαν να αποκαταστήσουν πλήρως τις σχέσεις, δείχνοντας ότι δεν συμμερίζονταν τον ίδιο βαθμό κατευνασμού. Επιπλέον, ενώ τα ΗΑΕ πρωτοστάτησαν στην ομαλοποίηση σχέσεων με το Ισραήλ (Συμφωνίες του Αβραάμ το 2020), κίνηση που χαιρετίστηκε από τη Δύση, η Σαουδική Αραβία επέλεξε μια πιο επιφυλακτική στάση: επισήμως συνέδεσε οποιαδήποτε εξομάλυνση με την πρόοδο στο Παλαιστινιακό, κρατώντας αποστάσεις από το παράδειγμα των Εμιράτων. Αντί να ακολουθήσει στο Ισραήλ, το Ριάντ εκείνη την περίοδο βελτίωσε διακριτικά τις σχέσεις του με την Τουρκία (μετά από χρόνια έντασης) — μια διαφοροποίηση που φανέρωνε ξεχωριστούς διπλωματικούς σχεδιασμούς. Ταυτόχρονα, και οι δύο εξακολουθούν να μοιράζονται την ανησυχία για την ιρανική επιρροή και τον ισλαμιστικό εξτρεμισμό. Η κοινή τους αντιπαλότητα προς το πολιτικό Ισλάμ (Μουσουλμανική Αδελφότητα κλπ) τους είχε φέρει κοντά στο παρελθόν, αλλά ακόμη και σε αυτό το πεδίο ανέκυψαν αποχρώσεις: στη σύγκρουση της Υεμένης η Σ. Αραβία συνεργάστηκε και με την ισλαμιστική παράταξη «Islah» (που συνδέεται με την Αδελφότητα), την οποία τα ΗΑΕ απεχθάνονται και προσπάθησαν να περιθωριοποιήσουν. Στο θέμα του Ιράν, αμφότερες οι χώρες παρέμειναν αντίθετες στην επιρροή της Τεχεράνης (ιδίως μέσω πληρεξουσίων σε Υεμένη, Ιράκ, Λίβανο κλπ), όμως υιοθέτησαν διαφορετικούς ρυθμούς προσέγγισης: τα ΗΑΕ άνοιξαν διαύλους επικοινωνίας ήδη από το 2019, μετά τις επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια και σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις (επιδιώκοντας αποκλιμάκωση), ενώ η Σαουδική Αραβία περίμενε μέχρι το 2023 για μια εντυπωσιακή διπλωματική προσέγγιση με το Ιράν (με τη μεσολάβηση της Κίνας). Οι διαφορετικές αυτές επιλογές — το Άμπου Ντάμπι να πρωτοπορεί στην σύνδεση με το Ισραήλ και να κινείται πιο πρακτικά με το Ιράν, ενώ το Ριάντ να διστάζει στο Ισραήλ και τελικά να συμβιβάζεται με το Ιράν όταν το κρίνει ασφαλές — αντικατοπτρίζουν παράλληλες διπλωματικές ατζέντες. Τέλος, δεν μπορεί να παραγνωριστεί η προσωπική διάσταση: οι ηγέτες Μοχάμεντ μπιν Ζαΐντ (πρόεδρος των ΗΑΕ) και Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν (πρίγκιπας-διάδοχος και de facto ηγέτης της Σ. Αραβίας) άλλοτε διατηρούσαν στενή σχέση μέντορα-μαθητή, αλλά τα τελευταία χρόνια φέρονται να έχουν απομακρυνθεί προσωπικά. Ήδη πριν το τελικό ρήγμα, οι προσωπικές τους σχέσεις χαρακτηρίζονταν ως ‘τεταμένες’ και η εμπιστοσύνη μεταξύ τους είχε διαβρωθεί. Αυτό έχει συμβάλει σε αμοιβαία καχυποψία: κάθε πλευρά υποψιάζεται ότι η άλλη ακολουθεί παράλληλη ατζέντα και έχει απώτερους στόχους που δεν μοιράζεται ανοικτά.

Η σημερινή κατάσταση των σχέσεων

Η σχέση μεταξύ ΗΑΕ και Σαουδικής Αραβίας χαρακτηρίζεται πλέον από ψυχρότητα και στρατηγική αποστασιοποίηση, αν και δεν έχει διαρραγεί πλήρως σε διπλωματικό επίπεδο. Μετά την επικίνδυνη κλιμάκωση στην Υεμένη (Δεκέμβριος 2025), και οι δύο κυβερνήσεις επιχείρησαν να συγκρατήσουν ρητορικά το ζήτημα, υποβαθμίζοντας την αντιπαράθεση δημοσίως. Επισήμως, συνεχίζουν να δηλώνουν σύμμαχοι, και καμία πλευρά δεν έχει εκφράσει πρόθεση αποχώρησης από το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου ή άλλους πολυμερείς θεσμούς. Ωστόσο, παρατηρητές σημειώνουν ότι η τριβή είναι η πιο έντονη των τελευταίων ετών. «Οι σχέσεις τους δεν ήταν ποτέ εύκολες, αλλά η τρέχουσα τριβή είναι στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και πολλά χρόνια» σχολίασε χαρακτηριστικά αναλυτής του Chatham House. Πράγματι, η εμπιστοσύνη έχει κλονιστεί και τα δύο κράτη κινούνται με μεγαλύτερη αυτονομία, συχνά παράλληλα και ανταγωνιστικά αντί να είναι σε συνεννόηση.

Παρά την ψυχρότητα, δεν προβλέπεται ολοκληρωτική ρήξη τύπου 2017 (όπως έγινε τότε με το Κατάρ) — τουλάχιστον προς το παρόν. Κανένα από τα δύο μέρη δεν έχει συμφέρον να προκαλέσει ανοιχτή ρήξη που θα διχοτομούσε τον Κόλπο. Αντίθετα, πιθανότερο σενάριο είναι μια ελεγχόμενη αποκλιμάκωση, όπου το παρασκήνιο και η διπλωματία θα επανέλθουν για να γεφυρώσουν το χάσμα, χωρίς όμως να λύσουν τις βαθύτερες διαφορές. Ήδη από τον Σεπτέμβριο 2025 είχε σημειωθεί μια προσπάθεια προσέγγισης: ο Μοχάμεντ μπιν Ζαΐντ επισκέφθηκε τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στην Σαουδική Αραβία (με αφορμή ισραηλινή επίθεση στο Κατάρ) και κατόπιν μετέβη στο Κατάρ, με σκοπό να προταθεί ένα ενιαίο μέτωπο των τριών ηγετών του Κόλπου απέναντι στις περιφερειακές προκλήσεις. Αυτό έδειξε ότι υπάρχει η διάθεση — ή τουλάχιστον υπήρχε μέχρι πρότινος — να κρατηθεί μια προσχηματική ενότητα. Όμως τα επόμενα γεγονότα στην Υεμένη ‘τορπίλισαν’ αυτό το momentum.

Σήμερα, οι κινήσεις των δύο χωρών υποδηλώνουν στρατηγικό αναπροσανατολισμό: το Ριάντ επαναξιολογεί τη σχέση του με το Άμπου Ντάμπι, καθώς διαπιστώνει πως η μέχρι πρότινος συμμαχία μπορεί να επιφέρει ανεπιθύμητα αποτελέσματα για την ασφάλειά του. Σύμφωνα με αναλύσεις, η Σαουδική Αραβία είναι διατεθειμένη ακόμα και να αναζητήσει νέες συνεργασίες — ακόμη και με χώρες ή ομάδες που παραδοσιακά θεωρούνταν αντίπαλες προς τα συμφέροντα των ΗΑΕ (ή/και του Ισραήλ) — όχι λόγω ιδεολογικής στροφής αλλά ως αντιστάθμισμα και μήνυμα προς το Άμπου Ντάμπι. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τη συνεργασία της με το Κατάρ ή την Τουρκία, ή να κρατήσει πιο ανοιχτούς διαύλους με ισλαμιστικές πολιτικές δυνάμεις όπου αυτό εξυπηρετεί (σενάριο που παλαιότερα θα ήταν αδιανόητο δεδομένης της κοινής αντικατάστασης που είχαν με τα ΗΑΕ). Από την άλλη πλευρά, τα ΗΑΕ εμφανίζονται μέχρι στιγμής προσεκτικά: μετά την ήττα του STC στη Χαντραμούτ (οι δυνάμεις των ΗΑΕ υποχώρησαν υπό την πίεση της σαουδαραβικής αντίδρασης), το Άμπου Ντάμπι μοιάζει να επιλέγει προσωρινή ύφεση στην αντιπαράθεση. Δηλώσεις υψηλόβαθμων αξιωματούχων, όπως του διπλωματικού συμβούλου Ανουάρ Γκαργκάς, έδωσαν έμφαση στη σημασία του διαλόγου και της διαφύλαξης των συμμαχιών «σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία». Αυτό δείχνει ότι τα ΗΑΕ δεν επιθυμούν μια ανεξέλεγκτη ρήξη και πιθανώς αναζητούν τρόπους συνύπαρξης με τη Σ. Αραβία, έστω κι αν δεν πρόκειται να συμμορφωθούν πλήρως με τις επιθυμίες του Ριάντ σε όλα τα μέτωπα.

Συνοψίζοντας, η τρέχουσα σχέση μπορεί να χαρακτηριστεί ως στρατηγική ψυχρότητα: ψυχρές δημόσιες σχέσεις, ενισχυμένη καχυποψία, αλλά και προσπάθεια αποφυγής άμεσης ρήξης μέσω παρασκηνιακών διαύλων επικοινωνίας.

Ο Στ. Παπασταύρου στη Σ. Αραβία: Στήριξη για ένταξη στον IMEC και συνεργασίες

Συνάντηση με τον υπουργό Ενέργειας της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκιπα Αμπντουλαζίζ μπιν Σαλμάν αλ Σαούντ, είχε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κος Σταύρος Παπασταύρου, στο τέλος της επίσκεψής του στο Ριάντ.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του ΥΠΕΝ, στη διάρκεια των συνομιλιών εξετάστηκε η συνεργασία Ελλάδας, Ηνωμένων Πολιτειών και Σαουδικής Αραβίας στο πλαίσιο του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ), καθώς και η κοινή στάση των δύο χωρών σχετικά με το Net Zero Framework (NSF) στη ναυτιλία, η οποία έχει ήδη αποφέρει θετικά αποτελέσματα.

Παράλληλα, Ελλάδα και Σαουδική Αραβία συμφώνησαν να προχωρήσουν σε συντονισμένες ενέργειες μέσω των αρμόδιων υπουργείων τους, Ναυτιλίας και Ενέργειας, με στόχο την κατάθεση κοινής πρότασης για το συγκεκριμένο ζήτημα, πριν από τη λήξη της νέας προθεσμίας για την υιοθέτηση του πλαισίου.

Υπενθυμίζεται ότι τον περασμένο Οκτώβριο ο IMO αποφάσισε να μεταθέσει κατά ένα έτος την απόφαση για την υιοθέτηση του NZF. Στο ίδιο πλαίσιο, οι δύο υπουργοί συζήτησαν και για τη διασύνδεση Ελλάδας–Σαουδικής Αραβίας (Saudi–Greek Interconnection), επισημαίνοντας ότι το έργο εξελίσσεται σύμφωνα με τον προγραμματισμό και ότι η μελέτη βιωσιμότητας αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί έως το τέλος του β΄ τριμήνου.

Σε ό,τι αφορά τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), ο πρίγκιπας Αμπντουλαζίζ δήλωσε ότι η Σαουδική Αραβία θα στηρίξει την ένταξη της Ελλάδας ως πλήρους μέλους στο σχετικό σχήμα.

Τέλος, συζητήθηκε ο ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει η χώρα μας ως κόμβος για την εισαγωγή υδρογόνου από τη Σαουδική Αραβία. Από την πλευρά του, ο κος Παπασταύρου σημείωσε ότι η Ελλάδα αποτελεί «μία φωνή ρεαλισμού στην Ευρώπη» στον τομέα της ενέργειας, τονίζοντας ότι προχωρά κανονικά το πρόγραμμα ερευνών υδρογονανθράκων, ενώ έκανε αναφορά και στον Κάθετο Διάδρομο.

Το Ιράν ανοίγει ξανά τον εναέριο χώρο του μετά από κλείσιμο σχεδόν πέντε ωρών

Το Ιράν επανέφερε σε λειτουργία τον εναέριο χώρο του μετά από κλείσιμο σχεδόν πέντε ωρών, σύμφωνα με το FlightRadar24, το οποίο ανέφερε ότι η σχετική ειδοποίηση ήρθη λίγο πριν από τις  06:30 π.μ. (τοπική ώρα) την Πέμπτη.

Το κλείσιμο του εναέριου χώρου, που προκλήθηκε από ανησυχίες για πιθανή στρατιωτική δράση των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του Ιράν, ανάγκασε αεροπορικές εταιρείες να ακυρώσουν, να αναστείλουν ή να αλλάξουν πορεία σε πτήσεις τους.  Ο Οργανισμός Πολιτικής Αεροπορίας του Ιράν εξέδωσε δύο Ειδοποιήσεις προς Αεροναυτιλλομένους (NOTAM) που απαγόρευαν όλες τις πτήσεις μέσω της Περιοχής Πληροφοριών Πτήσεων της Τεχεράνης.

Οι περιορισμοί εξαιρούσαν τις διεθνείς αφίξεις και αναχωρήσεις πολιτικής αεροπορίας που είχαν λάβει άδεια από τις ιρανικές αρχές.

Το SafeAirspace, που παρέχει πληροφορίες για περιοχές συγκρούσεων και αεροπορικά ταξίδια, ανέφερε περίπου στα μέσα της διάρκειας του κλεισίματος ότι αρκετές αεροπορικές εταιρείες είχαν ήδη μειώσει ή αναστείλει τα δρομολόγιά τους και ότι οι περισσότερες απέφευγαν τον ιρανικό εναέριο χώρο. Πρόσθεσε ότι η κατάσταση ενδέχεται να υποδηλώνει περαιτέρω δραστηριότητα ασφαλείας ή στρατιωτική δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου εκτοξεύσεων πυραύλων ή ενισχυμένης αεράμυνας, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο λανθασμένης αναγνώρισης πολιτικής εναέριας κυκλοφορίας.

Υπηρεσίες παρακολούθησης της αεροπορίας και αναφορές ανοικτών πηγών πληροφοριών δείχνουν ότι τα κλεισίματα αυτά αποτελούν μέρος ευρύτερων αμυντικών προετοιμασιών, συμπεριλαμβανομένης της ενεργοποίησης αντιαεροπορικών συστημάτων σε δυτικό, νότιο, ανατολικό και βόρειο μέτωπο. Περιοχές όπως η Ταμπρίζ, η Χαμαντάν, η Κερμανσάχ και η Αχβάζ έχουν δει ειδικές NOTAM που ορίζουν ζώνες απαγόρευσης πτήσεων πάνω από στρατιωτικές βάσεις, εγκαταστάσεις πυραύλων και πετρελαϊκές υποδομές.

Παρατηρητές ανοικτών πηγών περιέγραψαν τα μέτρα ως μετατροπή του ιρανικού εναέριου χώρου σε «ζώνη πολέμου», με τα συστήματα άμυνας σε κατάσταση υψηλού συναγερμού για την αντιμετώπιση πιθανών εναέριων εισβολών.

Οι κινήσεις στον εναέριο χώρο συνδέονται με τις μαζικές διαδηλώσεις που διεξάγονται στο Ιράν από τα τέλη Δεκεμβρίου 2025, οι οποίες έχουν επεκταθεί σε τουλάχιστον 22 από τις 31 επαρχίες της χώρας. Οι κινητοποιήσεις, που τροφοδοτούνται από την οικονομική κατάρρευση, την αποτυχία του τραπεζικού συστήματος και την υποτίμηση του νομίσματος, έχουν συναντήσει σκληρή αντίδραση από τις δυνάμεις ασφαλείας, ενώ το καθεστώς διακόπτει τη σύνδεση στο διαδίκτυο καθώς και την τηλεφωνία για να καταστείλει τον συντονισμό μεταξύ των διαδηλωτών.

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μετέφερε χθες Τετάρτη πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες οι προγραμματισμένες εκτελέσεις διαδηλωτών στο Ιράν αναμένεται να ακυρωθούν. Σε συνέντευξη Τύπου, είπε ότι υπήρχε ενημέρωση πως οι σκοτωμοί στο Ιράν σταματούν και ότι δεν υπάρχει σχέδιο για εκτελέσεις. Η αμερικανική οργάνωση δικαιωμάτων HRANA έχει δηλώσει ότι μέχρι στιγμής έχει επαληθεύσει τον θάνατο 2.403 διαδηλωτών και 147 ατόμων που συνδέονται με το καθεστώς. Η HRANA ανέφερε ότι έχουν γίνει έως τώρα 18.137 συλλήψεις.

Ερωτηθείς από δημοσιογράφο αν η ενημέρωση αυτή συνεπάγεται την αποχή από στρατιωτική δράση, ο Τραμπ δήλωσε ότι πρέπει να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις, υπαινίχθηκε δε ότι οποιαδήποτε ενέργεια των ΗΠΑ θα μπορούσε να ανασταλεί αν το καθεστώς τηρήσει τις υποσχέσεις του.

Της Kimberly Hayek

Με τη συμβολή του Joseph Lord και πληροφορίες από Reuters και Associated Press

Οι ΗΠΑ αποχωρούν από 66 διεθνείς οργανισμούς

Η κυβέρνηση Τραμπ απέσυρε τις Ηνωμένες Πολιτείες από 66 διεθνείς οργανισμούς, συμβάσεις και συνθήκες, οι οποίες θεωρεί ότι αντιβαίνουν στα συμφέροντα της χώρας, ανακοίνωσε ο Λευκός Οίκος στις 7 Ιανουαρίου. Σύμφωνα με το προεδρικό υπόμνημα, οι 31 φορείς συνδέονται με τα Ηνωμένα Έθνη, ενώ οι άλλοι 35 όχι.

Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ανέφερε σε δήλωσή του, λίγο μετά τη δημοσιοποίηση της λίστας, ότι η κυβέρνηση Τραμπ είχε διαπιστώσει πως οι εν λόγω θεσμοί ήταν είτε πλεονάζοντες ως προς το αντικείμενό τους είτε κακοδιοικούμενοι, περιττοί, σπάταλοι ή ανεπαρκώς λειτουργούντες είτε «αιχμαλωτισμένοι» από συμφέροντα παραγόντων που προωθούν δικές τους ατζέντες που αντίκεινται στις αμερικανικές είτε συνιστούσαν απειλή για την εθνική κυριαρχία, τις ελευθερίες και τη γενική ευημερία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Όπως παρατήρησε, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ήταν σαφής πως δεν είναι πλέον αποδεκτό να αποστέλλονται σε αυτούς τους θεσμούς οι «κόποι και οι θυσίες» του αμερικανικού λαού, με ελάχιστα έως μηδενικά αποτελέσματα. Η εποχή που δισεκατομμύρια δολάρια δίνονταν σε ξένα συμφέροντα εις βάρος των Αμερικανών έχει τελειώσει, δήλωσε.

Το υπουργείο Εξωτερικών έλαβε εντολή να επανεξετάσει τους διεθνείς διακυβερνητικούς οργανισμούς που «δεν εξυπηρετούν πλέον τα αμερικανικά συμφέροντα» τον Φεβρουάριο του 2025, βάσει εκτελεστικού διατάγματος που είχε υπογράψει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Ρούμπιο κατηγόρησε πολλούς από τους φορείς αυτούς ότι «συχνά κυριαρχούνται από προοδευτική ιδεολογία και είναι αποκομμένοι από τα εθνικά συμφέροντα». Όπως ανέφερε, από επιταγές DEI έως εκστρατείες για την «ισότητα των φύλων» και μια «ορθοδοξία» γύρω από το κλίμα, πολλοί διεθνείς οργανισμοί εξυπηρετούν πλέον ένα σχέδιο παγκοσμιοποίησης, που βασίζεται απαξιωμένη φαντασιακή εκδοχή του «Τέλους της Ιστορίας».

Συνέχισε λέγοντας ότι οι οργανισμοί αυτοί επιδιώκουν ενεργά να περιορίσουν την αμερικανική κυριαρχία και ότι το έργο τους υποστηρίζεται από τα ίδια ανώτερα δίκτυα, το πολυμερές «πλέγμα των ΜΚΟ», το οποίο η κυβέρνηση έχει αρχίσει να αποδομεί μέσω του κλεισίματος της United States Agency for International Development (USAID).

Μεταξύ των οντοτήτων που συνδέονται με τον ΟΗΕ και από τις οποίες αποχώρησε η κυβέρνηση Τραμπ περιλαμβάνονται τα Department of Economic and Social Affairs, International Law Commission, International Trade Centre, Peacebuilding Commission, Peacebuilding Fund, U.N. Democracy Fund, U.N. Energy, U.N. Entity for Gender Equality and the Empowerment of Women και U.N. University.

Στους οργανισμούς που δεν συνδέονται με τον ΟΗΕ περιλαμβάνονταν τα 24/7 Carbon-Free Energy Compact και Commission for Environmental Cooperation.

Το υπόμνημα επικαλέστηκε περισσότερες από 24 «υβριδικές απειλές», όπως το Forum of European National Highway Research Laboratories και το Global Community Engagement and Resilience Fund.

Το υπόμνημα της Τετάρτης εκδόθηκε λιγότερο από έναν χρόνο μετά την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από το UN Human Rights Council.

Στις 4 Φεβρουαρίου 2025, την ίδια ημέρα που ο Λευκός Οίκος ανέθεσε στον Ρούμπιο να διερευνήσει τους διεθνείς οργανισμούς, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα για την αποχώρηση από το UN Human Rights Council. Τότε, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι το Συμβούλιο «δεν εκπληρώνει τον σκοπό του και συνεχίζει να χρησιμοποιείται για την προστασία χωρών που διαπράττουν φρικτές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Ο Λευκός Οίκος είχε επεκτείνει τα επιχειρήματα αυτά, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι επιτρέπει σε χώρες όπως η Κίνα και το Ιράν να συμμετέχουν στο Συμβούλιο παρά τις παραβιάσεις τους, υποστηρίζοντας ότι υπάρχει μεροληψία εις βάρος του Ισραήλ.

Της Jacki Thrapp

Αεροπορικές επιδρομές του Ισραήλ σε στόχους της Χεζμπολάχ και της Χαμάς στον Λίβανο

Το Ισραήλ πραγματοποίησε αεροπορικές επιδρομές εναντίον πολλαπλών στόχων στον Λίβανο στις 5 Ιανουαρίου, οι οποίοι, όπως δήλωσε, συνδέονταν με τις τρομοκρατικές οργανώσεις Χεζμπολάχ και Χαμάς, σύμφωνα με ανακοίνωση του ισραηλινού στρατού.

Οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF) ανέφεραν στις 6 Ιανουαρίου ότι έπληξαν εγκαταστάσεις αποθήκευσης όπλων και στρατιωτικές δομές που χρησιμοποιούσε η Χεζμπολάχ σε επιθέσεις κατά ισραηλινών στρατευμάτων και του ισραηλινού εδάφους, καθώς και σημεία που, όπως υποστήριξαν, αποτελούσαν μέρος της προσπάθειας της οργάνωσης να ανασυγκροτήσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες.

Οι IDF δήλωσαν επίσης ότι έπληξαν εγκαταστάσεις παραγωγής όπλων της Χαμάς στον νότιο Λίβανο, τις οποίες χαρακτήρισαν κρίσιμες για τη στρατιωτική ενίσχυση της οργάνωσης και για την ικανότητά της να πραγματοποιεί επιθέσεις κατά του Ισραήλ.

Η στρατιωτική δραστηριότητα μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου συνεχίζεται, παρά τη συμφωνία εκεχειρίας του 2024. Το Ισραήλ εξακολουθεί να διατηρεί θέσεις στον νότιο Λίβανο και  πραγματοποιεί αεροπορικές επιδρομές, οι οποίες αποσκοπούν στο να αποτραπεί η επανεξοπλιστική προσπάθεια της Χεζμπολάχ και ο σχεδιασμός νέων επιχειρήσεων.

Τα πλήγματα της 5ης Ιανουαρίου, σύμφωνα με τις IDF, στόχευσαν σημεία που βρίσκονταν εντός περιοχών με άμαχο πληθυσμό. Οι IDF ανέφεραν ότι οι τρομοκρατικές οργανώσεις χρησιμοποιούν «Λιβανέζους πολίτες ως ανθρώπινες ασπίδες για την τρομοκρατική τους δραστηριότητα», προσθέτοντας ότι πριν από τα πλήγματα έλαβαν μέτρα για να μειώσουν τις απώλειες αμάχων, μεταξύ των οποίων και η έκδοση προειδοποιήσεων προς τους κατοίκους. Οι IDF επανέλαβαν ότι θα συνεχίσουν τις επιχειρήσεις που θεωρούν αναγκαίες για την προστασία του Ισραήλ.

Ο πρόεδρος του Λιβάνου Ζοζέφ Αούν καταδίκασε τα πλήγματα, λέγοντας ότι χτυπήθηκαν πόλεις στην κοιλάδα Μπεκά και στον νότιο Λίβανο, φτάνοντας έως και βορειότερα, μέχρι τη Σιδώνα.

Σε ανακοίνωση που εκδόθηκε από την προεδρία στις 6 Ιανουαρίου, ο Αούν ανέφερε ότι τα πλήγματα εγείρουν σοβαρά ερωτήματα, ιδίως λόγω του χρονισμού τους, λίγο πριν από τη συνεδρίαση της επιτροπής παρακολούθησης της εκεχειρίας που θα λάβει χώρα αυτή την εβδομάδα.

Προσπάθειες για εκεχειρία

Τα πιο πρόσφατα πλήγματα σημειώθηκαν έναν μήνα μετά τη συνάντηση εκπροσώπων του Λιβάνου, του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών στις 3 Δεκεμβρίου, στη νότια παράκτια πόλη Νακούρα του Λιβάνου. Η συνάντηση ήταν μέρος του μηχανισμού παρακολούθησης που θεσπίστηκε στο πλαίσιο της συμφωνίας εκεχειρίας του 2024, η οποία απαιτεί από το Ισραήλ να αποσυρθεί από το λιβανέζικο έδαφος και υποχρεώνει τον λιβανέζικο στρατό να κατεδαφίσει τα οχυρωματικά έργα της Χεζμπολάχ κατά μήκος των συνόρων.

Μετά τις συνομιλίες στη Νακούρα, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στον Λίβανο Μισέλ Ισσά επαίνεσε τα εμπλεκόμενα μέρη, αναφέροντας ότι άνοιξαν «ένα κανάλι διαλόγου». Σε δήλωσή του στις 3 Δεκεμβρίου, ανέφερε ότι στη συνάντηση φάνηκε «μια ειλικρινής διάθεση να επιδιωχθούν ειρηνικές, υπεύθυνες λύσεις που βασίζονται στην καλή πίστη». Ο Ισσά επανέλαβε την πρόθεση των Ηνωμένων Πολιτειών να συμμετέχουν στην άμβλυνση των επιβαρύνσεων που αντιμετωπίζουν οι πληθυσμοί που έχουν πληγεί.

Ο Αούν υποστήριξε στις 5 Δεκεμβρίου ότι οι συνομιλίες στη Νακούρα επικεντρώθηκαν στον τερματισμό της ισραηλινής στρατιωτικής δράσης στο λιβανέζικο έδαφος, προσθέτοντας ότι η επιτυχία τους εξαρτάται κυρίως από τη στάση του Ισραήλ.

Εν όψει της συνάντησης που επίκειται μέσα στην εβδομάδα, τα Ηνωμένα Έθνη επιβεβαίωσαν ενισχυμένη διπλωματική κινητικότητα. Κατά την καθημερινή ενημέρωση Τύπου στις 5 Ιανουαρίου, ο εκπρόσωπος του ΟΗΕ Στεφάν Ντουζαρίκ μετέφερε ενημέρωση από τον υφυπουργό Γενικό Γραμματέα για τις Ειρηνευτικές Επιχειρήσεις, Ζαν-Πιερ Λακρουά.

Ο Λακρουά αναμένεται να ταξιδέψει στις 6 Ιανουαρίου στη Νακούρα για να συναντηθεί με την ηγεσία και τους κυανόκρανους της Προσωρινής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στον Λίβανο (United Nations Interim Force in Lebanon – UNIFIL) και να επισκεφθεί αρκετές θέσεις κατά μήκος της Μπλε Γραμμής, του οριοθετημένου από τον ΟΗΕ συνόρου μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου. Η UNIFIL, η ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ που έχει αναπτυχθεί στον νότιο Λίβανο από το 1978, συνεργάζεται επί μακρόν με τον λιβανέζικο στρατό για την παρακολούθηση των συνόρων και για τη συμβολή στην εφαρμογή του ψηφίσματος 1701 του Συμβουλίου Ασφαλείας, το οποίο απαγορεύει την παρουσία ένοπλων ομάδων κοντά στο Ισραήλ.

Στις 7 Ιανουαρίου, ο Λακρουά θα επιστρέψει στη Βηρυτό για συνομιλίες με Λιβανέζους αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων και ο Αούν, ανώτεροι υπουργοί και ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων του Λιβάνου, στρατηγός Ροντόλφ Χαϊκάλ, με αντικείμενο την εφαρμογή του ψηφίσματος 1701 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Οι τελευταίες αεροπορικές επιδρομές ακολούθησαν προηγούμενη ισραηλινή επιχείρηση στον νότιο Λίβανο. Στις 4 Ιανουαρίου, οι IDF ανέφεραν ότι σκότωσαν δύο μαχητές της Χεζμπολάχ στην περιοχή Αλ Τζουμαϊτζιμά, τους οποίους περιέγραψαν ως εμπλεκόμενους στην ανασυγκρότηση της στρατιωτικής υποδομής της οργάνωσης.

Οι IDF ανέφεραν ότι οι τρομοκράτες συμμετείχαν σε προσπάθειες επανασύστασης της τρομοκρατικής υποδομής της Χεζμπολάχ στην περιοχή, προσθέτοντας ότι αυτές οι ενέργειες συνιστούν «κατάφωρη παραβίαση των συμφωνιών εκεχειρίας μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου».

Της Evgenia Filimianova

Η Νιγηρία στηρίζει τη συνεργασία με τις ΗΠΑ μετά τα πλήγματα κατά του ISIS

Η κυβέρνηση της Νιγηρίας δήλωσε στις 26 Δεκεμβρίου ότι τα πρόσφατα αμερικανικά πλήγματα κατά του ISIS εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια για περιφερειακή ασφάλεια, ενώ παράλληλα επιβεβαίωσε τη συνεργασία της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους ξένους εταίρους.

Εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών ανέφερε σε ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «το υπουργείο Εξωτερικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Νιγηρίας επιβεβαιώνει ότι οι νιγηριανές αρχές παραμένουν ενεργά εμπλεκόμενες σε δομημένη συνεργασία ασφαλείας με διεθνείς εταίρους, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, για την αντιμετώπιση της επίμονης απειλής της τρομοκρατίας και του βίαιου εξτρεμισμού», σημειώνοντας ότι οι προσπάθειες αυτές γίνονται για την προστασία της ζωής των αμάχων, ανεξαρτήτως της πίστης ή της εθνότητάς τους.

«Η τρομοκρατική βία σε οποιαδήποτε μορφή, είτε στρέφεται κατά χριστιανών είτε κατά μουσουλμάνων είτε κατά άλλων κοινοτήτων, παραμένει προσβολή για τις αξίες της Νιγηρίας και για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια», ανέφερε η ανακοίνωση. Σύμφωνα με το Pew Research Center, ο πληθυσμός της Νιγηρίας ήταν κυρίως μουσουλμανικός (56,1%) και χριστιανικός (43,4%) το 2020, με αμφότερες τις ομάδες να καταγράφουν ταχεία αύξηση την προηγούμενη δεκαετία.

Την προηγουμένη, ανήμερα Χριστούγεννα, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε τα πλήγματα ως τρόπο αποτροπής επιθέσεων κατά των χριστιανών. Σύμφωνα με τη Διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ στην Αφρική  (U.S. Africa Command), τα πλήγματα στην πολιτεία Σοκότο σκότωσαν πολλούς τρομοκράτες. Ο στρατηγός Ντάγκβιν Άντερσον, επικεφαλής της διοίκησης, ανέφερε σε δελτίο Τύπου ότι η Διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ στην Αφρική συνεργάζεται με τη Νιγηρία και περιφερειακούς εταίρους για την ενίσχυση των προσπαθειών αντιτρομοκρατικής συνεργασίας που σχετίζονται με τη συνεχιζόμενη βία και τις απειλές κατά αθώων.

Οι διώξεις των χριστιανών και η τρομοκρατική δράση του ISIS της Δυτικής Αφρικής έχουν έρθει σχετικά πρόσφατα στο προσκήνιο, με τις ΗΠΑ να χαρακτηρίζουν τη Νιγηρία  ως «χώρα ιδιαίτερης ανησυχίας», κατόπιν αιτήματος της International Society for Civil Liberties. Η νιγηριανή οργάνωση, η οποία περιγράφει τον εαυτό της ως φορέα υποστήριξης της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανέφερε ότι περισσότεροι από 125.000 Χριστιανοί και 60.000 φιλελεύθεροι μουσουλμάνοι έχουν σκοτωθεί από το 2009.

Επικαλούμενο επιθέσεις κατά χριστιανών στη Νιγηρία, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε αυτόν τον Δεκέμβριο ότι θα περιορίσει την έκδοση βίζας σε άτομα που συμμετείχαν σε παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας. Παράλληλα, νομοθέτες ζήτησαν από την κυβέρνηση να καταδιώξει το ISIS στη Συρία, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν πρόσφατα πλήγμα κατά της τρομοκρατικής οργάνωσης, μετά από επίθεση που δέχθηκαν Αμερικανοί και Σύροι στρατιωτικοί αυτόν τον μήνα.

Η Κεντρική Διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ ανέφερε ότι από τις 13 Δεκεμβρίου έχουν πραγματοποιηθεί 10 επιχειρήσεις, κατά τις οποίες είκοσι τρεις τρομοκράτες είτε σκοτώθηκαν είτε συνελήφθησαν. Μετά το πλήγμα της 19ης Δεκεμβρίου, η διοίκηση ανέφερε ότι περισσότερες από 70 θέσεις επλήγησαν με πυρομαχικά ακριβείας, στοχεύοντας υποδομές και χώρους οπλισμού του ISIS.

Του Sam Dorman

Με τη συμβολή των Catherine Yang και Audrey Simons

Η εκεχειρία στη Γάζα επαναφέρει διστακτικά το πνεύμα των Χριστουγέννων στη Βηθλεέμ

Υπό τους ήχους γκάιντας και τυμπάνων, Παλαιστίνιοι πρόσκοποι παρέλασαν σήμερα στους δρόμους της Βηθλεέμ, στους εορτασμούς που θα γίνουν φέτος τα Χριστούγεννα στην πόλη της Δυτικής Όχθης, λίκνο του Χριστιανισμού, έπειτα από δύο χρόνια χωρίς εορταστικές εκδηλώσεις λόγω του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας.

Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, ο πάπας Λέων ΙΔ΄ θα χοροστατήσει αργά σήμερα, παραμονή Χριστουγέννων, στο Βατικανό στην πρώτη χριστουγεννιάτικη λειτουργία του ως προκαθήμενος της ρωμαϊοκαθολικής εκκλησίας.

Από τη Βασιλική του Αγίου Πέτρου, ο πάπας αναμένεται να επικεντρώσει το κήρυγμά του στην ειρήνη και την αδελφοσύνη, έπειτα από μια ακόμη χρονιά που σημαδεύτηκε από πολέμους και συγκρούσεις.

Στη Βηθλεέμ, στην κατεχόμενη από το Ισραήλ Δυτική Όχθη, οι εορτασμοί των Χριστουγέννων τα τελευταία δύο χρόνια επισκιάστηκαν από τον θανατηφόρο και καταστροφικό πόλεμο στη Λωρίδα της Γάζας που πυροδοτήθηκε από την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023.

Από αλληλεγγύη προς τους Παλαιστίνιους στην περιοχή, οι εορτασμοί είχαν ακυρωθεί, αλλά το τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο, διακοσμημένο με κόκκινα και χρυσά στολίδια, φωτίστηκε ξανά φέτος στις αρχές Δεκεμβρίου μπροστά από τον Ναό της Γεννήσεως.

Αυτό η χαρά κατέστη εφικτή λόγω της πολύ εύθραυστης εκεχειρίας που ισχύει στη Γάζα για πάνω από δύο μήνες.

«Τα Χριστούγεννα πράγματι έφτασαν»

Σήμερα, εκατοντάδες άνθρωποι γέμισαν τους δρόμους της πόλης για να παρακολουθήσουν την παρέλαση των προσκόπων στην εμβληματική πλατεία της Βηθλεέμ, στην πλατεία της Φάτνης, τραγουδώντας παραδοσιακά κάλαντα.

Όπως και σε άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής, οι Χριστιανοί αποτελούν μειονότητα στους Αγίους Τόπους, με μια κοινότητα 185.000 ανθρώπων στο Ισραήλ και 47.000 στα Παλαιστινιακά Εδάφη.

Η πόλη, της οποίας η οικονομία εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τον τουρισμό, είναι στην ευχάριστη θέση να υποδεχτεί προσκυνητές και επισκέπτες μετά τις κρίσεις που προκλήθηκαν από τον πόλεμο, αλλά και από την πανδημία Covid-19.

«Όλα αυτά τα εμπόδια δεν υπάρχουν φέτος», λέει ο Τζορτζ Χάνα, ο οποίος ήρθε από τη γειτονική πόλη Μπέιτ Τζάλα. «Ελπίζω να μπορέσουμε να γιορτάσουμε, να βεβαιωθούμε ότι τα παιδιά είναι χαρούμενα. Γι’ αυτό είμαστε εδώ».

Σε άλλα μέρη του κόσμου, ενώ εκατομμύρια παιδιά περιμένουν με ανυπομονησία τον Άγιο Βασίλη, του οποίου κάθε κίνηση παρακολουθείται από το Flightradar, οι εορτασμοί στην Αυστραλία επισκιάζονται από την αντισημιτική επίθεση της 14ης Δεκεμβρίου στην παραλία Μπόνταϊ στο Σίδνεϊ.

«Τα φετινά Χριστούγεννα δεν θα είναι τα ίδια», έγραψε ο Αυστραλός πρωθυπουργός Άντονι Αλμπανέζι στο X, εκφράζοντας «βαθιά θλίψη».

Ένοπλοι απαγάγουν 215 παιδιά και 12 δασκάλους από Καθολικό σχολείο της Νιγηρίας

Ένοπλοι εισέβαλαν σε Καθολικό οικοτροφείο στη δυτική Νιγηρία και απήγαγαν περισσότερα από 200 παιδιά, σύμφωνα με τη Χριστιανική Ένωση της Νιγηρίας (Christian Association of Nigeria – CAN), προσθέτοντας ένα ακόμα συμβάν στο κύμα απαγωγών που πλήττει τη μεγαλύτερη χώρα της Αφρικής.

Η επίθεση σημειώθηκε στο Καθολικό σχολείο St. Mary’s, στην κοινότητα Παπίρι της τοπικής αυτοδιοίκησης Αγουάρα. Όπως ανέφερε ο Ντάνιελ Ατόρι, εκπρόσωπος του παραρτήματος της CAN στην πολιτεία Νίγηρα, οι δράστες αιχμαλώτισαν 215 μαθητές και μαθήτριες καθώς και 12 εκπαιδευτικούς.

Σε ανακοίνωσή του, ο Ατόρι μετέφερε δήλωση του προέδρου της CAN στην πολιτεία Νίγηρα, μητροπολίτη Μπούλους Ντάουα, ο οποίος τόνισε ότι είχε μόλις επιστρέψει στο χωριό αφού προηγουμένως επισκέφθηκε το σχολείο και συναντήθηκε με γονείς· ο εκκλησιαστικός αξιωματούχος υπογράμμισε ότι η Ένωση εργάζεται «για την ασφαλή επιστροφή των παιδιών».

Η αστυνομική διοίκηση της πολιτείας Νίγηρα ανέφερε ότι η απαγωγή έγινε νωρίς το πρωί και ότι στρατιωτικές και άλλες δυνάμεις ασφαλείας έχουν ήδη αναπτυχθεί στην κοινότητα. Η Αστυνομία περιέγραψε το St. Mary’s ως σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το οποίο στη Νιγηρία φιλοξενεί συνήθως παιδιά ηλικίας 12 έως 17 ετών.

Δορυφορικές εικόνες δείχνουν πως το συγκρότημα του σχολείου γειτνιάζει και συνδέεται με δημοτικό σχολείο και διαθέτει περισσότερα από 50 κτίρια με αίθουσες και κοιτώνες. Βρίσκεται κοντά σε κεντρικό δρόμο που ενώνει τις πόλεις Γέλβα και Μόκβα.

Ο 62χρονος Νταουντά Τσέκουλα ανέφερε ότι τέσσερα από τα εγγόνια του, ηλικίας 7 έως 10 ετών, είναι μεταξύ των παιδιών που απήχθησαν. Τόνισε ότι η οικογένεια δεν έχει καμία ενημέρωση από το πρωί, ενώ τα λίγα παιδιά που κατάφεραν να διαφύγουν έχουν σκορπίσει (κάποια γύρισαν στα σπίτια τους) και οι μόνοι ψίθυροι που φτάνουν στην κοινότητα είναι πως οι δράστες κινούνται ακόμη μέσα στη ζούγκλα με τους υπόλοιπους ανήλικους.

Σε ανακοίνωσή του, ο γραμματέας της πολιτειακής κυβέρνησης της Νίγηρα επεσήμανε ότι η απαγωγή συνέβη παρά το γεγονός ότι υπήρχαν προηγούμενες πληροφορίες για αυξημένη απειλή. Η ανακοίνωση υπογράμμισε ότι το σχολείο «επέλεξε να επαναλειτουργήσει και να ξεκινήσει μαθήματα χωρίς να ενημερώσει ή να ζητήσει άδεια από την πολιτειακή κυβέρνηση, εκθέτοντας έτσι τους μαθητές και το προσωπικό σε περιττό κίνδυνο».

Κάτοικος της Παπίρι, ο Ούμαρ Γιούνους, υποστήριξε ότι την ώρα της επίθεσης υπήρχαν μόνο τοπικές ομάδες ασφαλείας και όχι επίσημες δυνάμεις της Αστυνομίας ή της κυβέρνησης.

Η Καθολική Επισκοπή του Κονταγκόρα ανέφερε ότι ένας φύλακας τραυματίστηκε σοβαρά από πυροβολισμούς.

Παράλληλα, οι Αρχές διέταξαν το κλείσιμο 47 ομοσπονδιακών «σχολείων ενότητας» στη χώρα, τα οποία βρίσκονται κυρίως στις βόρειες πολιτείες που έχουν πληγεί από συγκρούσεις. Τα σχολεία αυτά, που λειτουργούν ως πρότυπα ιδρύματα με μαθητές από όλη τη Νιγηρία, θα κλείσουν άμεσα, σύμφωνα με εγκύκλιο του ομοσπονδιακού υπουργείου Παιδείας.

Οι απαγωγές σημειώθηκαν λίγες ημέρες μετά από ένοπλη επίθεση σε σχολείο στη γειτονική πολιτεία Κέμπι, στην περιοχή Μάγκα, περίπου 170 χιλιόμετρα από την Παπίρι, απαγάγοντας 25 μαθήτριες. Μία από αυτές κατάφερε αργότερα να δραπετεύσει και βρίσκεται ασφαλής, όπως ανέφερε η διευθύντρια του σχολείου.

Σε ξεχωριστή επίθεση τη Δευτέρα στην πολιτεία Κουάρα, στα σύνορα με την πολιτεία Νίγηρα, ένοπλοι επιτέθηκαν σε εκκλησία, σκοτώνοντας δύο άτομα και απαγάγοντας 38 πιστούς. Ο Φέμι Αγκμπαμπιάκα, γραμματέας της Εκκλησίας Christ Apostolic, δήλωσε ότι οι απαγωγείς ζητούν λύτρα 100 εκατ. ναΐρα (60.000 ευρώ) για κάθε όμηρο.

Ο πρόεδρος της Νιγηρίας, Μπόλα Τινούμπου, ακύρωσε το ταξίδι του στη σύνοδο της Ομάδας των 20 στη Νότια Αφρική λόγω των γεγονότων. Όπως ανακοίνωσε η προεδρία στην πλατφόρμα X, τον πρόεδρο θα εκπροσωπήσει ο αντιπρόεδρος Κασίμ Σετίμα.

Κατά την επίσκεψή του στην πολιτεία Κέμπι την Τετάρτη, ο Σετίμα διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση θα χρησιμοποιήσει «κάθε διαθέσιμο μέσο του κράτους» ώστε να επιστρέψουν τα κορίτσια και να οδηγηθούν οι δράστες ενώπιον της δικαιοσύνης.

Κανένας οργανισμός δεν έχει αναλάβει την ευθύνη για τις επιθέσεις στις πολιτείες Νίγηρα και Κέμπι, ωστόσο αναλυτές και κάτοικοι επισημαίνουν ότι συμμορίες στοχεύουν συχνά σχολεία, ταξιδιώτες και απομονωμένα χωριά με σκοπό την απαγωγή και τα λύτρα. Οι Αρχές αναφέρουν ότι οι ένοπλοι είναι κυρίως πρώην κτηνοτρόφοι που έχουν στραφεί στη βία μετά από συγκρούσεις με αγροτικές κοινότητες για πόρους.

Οι απαγωγές έχουν εξελιχθεί σε πηγή έντονης ανασφάλειας στη Νιγηρία. Τουλάχιστον 1.500 μαθητές έχουν απαχθεί από την περιοχή αφότου οι τζιχαντιστές της Μπόκο Χαράμ άρπαξαν 276 μαθήτριες από το Τσιμπόκ περισσότερο από μία δεκαετία πριν. Εκτός από τους εξτρεμιστές, απαγωγές διαπράττουν και συμμορίες ληστών, οι οποίες συχνά στοχεύουν σχολεία για να προσελκύσουν μεγαλύτερη προσοχή.

Πρόσφατα η Νιγηρία βρέθηκε ξανά στο προσκήνιο, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε ότι οι χριστιανοί στη χώρα διώκονται — ισχυρισμός που η κυβέρνηση της Νιγηρίας απέρριψε. Παρότι χριστιανοί περιλαμβάνονται στα θύματα, αναλυτές σημειώνουν ότι η πλειονότητα των ανθρώπων που πλήττονται από τις ένοπλες ομάδες είναι μουσουλμάνοι, καθώς η βόρεια Νιγηρία — όπου συμβαίνουν οι περισσότερες επιθέσεις — έχει κατά πλειοψηφία μουσουλμανικό πληθυσμό.

Αναλυτές και κάτοικοι αποδίδουν την κατάσταση στην ατιμωρησία (παρόλο που πολλές φορές οι δράστες είναι γνωστοί) και στη διαφθορά, εξαιτίας της οποίας αντί να εξοπλίζονται οι δυνάμεις ασφαλείας, εφοδιάζονται οι συμμορίες.

Η 27χρονη Εζέ Γκλόρια Τσιντίνμα, άτομο επιρροής στα κοινωνικά δίκτυα με έδρα το Λάγος και γνωστή ως «Riaz Kitchen», ανέφερε ότι η αδελφή της κατάφερε να δραπετεύσει από το σχολείο πηδώντας έναν φράχτη. Υπογράμμισε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που η οικογένειά της πέφτει θύμα της εγκληματικότητας, καθώς πέρυσι είχαν απαχθεί η μητέρα και ο μεγαλύτερος αδελφός της.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, οι Αρχές είχαν δηλώσει τότε πως δεν μπορούσαν να βοηθήσουν, με αποτέλεσμα η οικογένεια να πληρώσει ένα «τεράστιο ποσό» για την απελευθέρωσή τους. Η Τσιντίνμα απηύθυνε έκκληση προς τις Αρχές να «σκεφτούν τον λαό», τονίζοντας ότι καθήκον τους είναι η προστασία της ζωής και των περιουσιών των ανθρώπων.

Ο πάστορας Γιοχάννα Μπούρου, επικεφαλής του οργανισμού Peace Revival and Reconciliation Foundation, ο οποίος επικεντρώνεται στον διαθρησκειακό διάλογο, κάλεσε τις Αρχές να ενισχύσουν την ασφάλεια γύρω από τα σχολεία σε περιοχές που πλήττονται από την κρίση. Σημείωσε ότι αν η κυβέρνηση ήταν πιο δραστήρια, θα περιορίζονταν οι απαγωγές, και παρατήρησε ότι φαίνεται σαν οι Αρχές «να μην ενδιαφέρονται για το μέλλον των παιδιών».

Η Κίνα κλιμακώνει την ένταση με την Ιαπωνία για το ζήτημα της Ταϊβάν

Το κινεζικό καθεστώς προειδοποίησε τους πολίτες του να αποφεύγουν να ταξιδεύουν — για σπουδές ή τουρισμό — στην Ιαπωνία, ενώ έχει αποστείλει πλοία της ακτοφυλακής στα ύδατα γύρω από τα νησιά Σενκάκου, τα οποία διοικεί η Ιαπωνία, καθώς η αντιπαράθεση των δύο ασιατικών χωρών για το ζήτημα της Ταϊβάν κλιμακώνεται.

Η κινεζική Ακτοφυλακή δήλωσε στις 15 Νοεμβρίου ότι η περιπολία γύρω από τα «Ντιαογιού» — όπως αποκαλεί το Πεκίνο τα ακατοίκητα νησιά και βραχονησίδες στην Ανατολική Σινική Θάλασσα — αποσκοπεί στη διασφάλιση των «δικαιωμάτων και συμφερόντων» της Κίνας.

Παρότι η Ιαπωνία διοικεί τα νησιά Σενκάκου, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) ισχυρίζεται ότι έχει κυριαρχικά δικαιώματα σε αυτά και πραγματοποιεί συχνά αυτό που αποκαλεί «περιπολίες επιβολής δικαιωμάτων» στα γύρω ύδατα.

Η τελευταία περιπολία συνέπεσε με αυξανόμενη ένταση ανάμεσα στο Πεκίνο και το Τόκυο. Το ΚΚΚ αύξησε την πίεση προς την πρωθυπουργό Σανάε Τακαΐτσι, απαιτώντας να ανακαλέσει τη δήλωσή της σύμφωνα με την οποία ενδεχόμενη κινεζική στρατιωτική ενέργεια κατά της Ταϊβάν θα μπορούσε να εκληφθεί ως υπαρξιακή απειλή από το Τόκυο. Η εν λόγω δήλωση προκάλεσε βίαιες απειλές εις βάρος της εκ μέρους ανώτερου Κινέζου απεσταλμένου, γεγονός που οδήγησε την ιαπωνική κυβέρνηση να ζητήσει επίσημα από το Πεκίνο να λάβει μέτρα.

Το υπουργείο Παιδείας του κινεζικού καθεστώτος, σε ανακοίνωσή του στις 16 Νοεμβρίου, κάλεσε τους Κινέζους πολίτες να «σχεδιάσουν με προσοχή τις σπουδές τους στην Ιαπωνία», επικαλούμενο κίνδυνο για την ασφάλεια Κινέζων πολιτών. Το υπουργείο προέτρεψε τους φοιτητές που βρίσκονται ήδη στην Ιαπωνία, καθώς και όσους επιθυμούν να μεταβούν εκεί, να παρακολουθούν στενά την κατάσταση και να παραμένουν σε επιφυλακή.

Αλλά και στις 14 Νοεμβρίου το κινεζικό ΥΠΕΞ είχε προειδοποιήσει τους πολίτες του να επανεξετάσουν σχέδια ταξιδιών στην Ιαπωνία, σύμφωνα με ανακοίνωση του κινεζικού ΥΠΕΞ στις 14 Νοεμβρίου. Μετά την προειδοποίηση, τουλάχιστον δέκα κινεζικές αεροπορικές εταιρείες προσέφεραν πλήρη επιστροφή χρημάτων για πτήσεις προς Ιαπωνία μέχρι το τέλος του έτους, όπως μετέδωσαν κρατικά μέσα ενημέρωσης.

Ο κορυφαίος εκπρόσωπος της ιαπωνικής κυβέρνησης κάλεσε το Πεκίνο να επιδείξει ψυχραιμία. Ο γενικός γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, Μινόρου Κιχάρα, δήλωσε στους δημοσιογράφους στις 15 Νοεμβρίου ότι η Ιαπωνία υπέβαλε έντονη διαμαρτυρία στο Πεκίνο για την ταξιδιωτική προειδοποίηση και «ζήτησε με έμφαση να λάβει τα κατάλληλα μέτρα», σύμφωνα με το πρακτορείο Kyodo. Πρόσθεσε ότι η κινεζική άποψη διαφέρει από την ιαπωνική και ότι είναι ζωτικής σημασίας οι δύο χώρες να διατηρούν ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας.

Καμία ανάγκη ανάκλησης των δηλώσεων της πρωθυπουργού της Ιαπωνίας

Η Τακαΐτσι είχε αναφέρει σε κοινοβουλευτική επιτροπή, στις 8 Νοεμβρίου, ότι εάν οι κινεζικές ένοπλες δυνάμεις χρησιμοποιούσαν βία κατά της Ταϊβάν, αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί «κατάσταση απειλής για την επιβίωση» της Ιαπωνίας. Βάσει νομοθεσίας που θεσπίστηκε το 2015, η Ιαπωνία μπορεί να ασκήσει δικαίωμα αυτοάμυνας εάν επίθεση σε φιλικό κράτος απειλεί τη δική της επιβίωση. Το ΚΚΚ θεωρεί την Ταϊβάν κινεζική επαρχία που έχει αποσχιστεί και δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο χρήσης βίας για να την προσαρτήσει, ενώ ασκεί διαρκή στρατιωτική πίεση στο νησί.

Σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν, τριάντα αεροσκάφη του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού και επτά κινεζικά πολεμικά πλοία εντοπίστηκαν γύρω από την Ταϊβάν μέσα σε 24 ώρες έως τις 16 Νοεμβρίου. Από αυτά, δεκαεπτά πέρασαν τη μέση γραμμή του Στενού της Ταϊβάν — μια άτυπη γραμμή που χάραξαν οι ΗΠΑ για να διαχωρίζει τις δύο πλευρές. Σε ξεχωριστή ανακοίνωση στις 16 Νοεμβρίου, το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν ανέφερε ότι ο κινεζικός στρατός διεξήγαγε «κοινή περιπολία ετοιμότητας μάχης» με σκοπό να παρενοχλήσει την Ταϊβάν. Η Ταϊβάν, σε απάντηση, ανέπτυξε αεροσκάφη και πλοία, ενεργοποίησε χερσαία συστήματα πυραύλων και παρακολούθησε στενά την κατάσταση.

Αν και η Τακαΐτσι δεν είπε ρητά τι θα έκανε η Ιαπωνία σε περίπτωση κινεζικής εισβολής, η τοποθέτησή της σηματοδοτεί απομάκρυνση από τη στρατηγική «δημιουργικής ασάφειας» που ακολουθούσαν παραδοσιακά οι Ιάπωνες ηγέτες σχετικά με ενδεχόμενη κρίση στην Ταϊβάν.

Αργότερα, η πρωθυπουργός σημείωσε ότι οι δηλώσεις της «δεν αποκλίνουν» από την παραδοσιακή θέση της χώρας. Η ιαπωνική κυβέρνηση επανέλαβε αρκετές φορές την προηγούμενη εβδομάδα ότι δεν έχει υπάρξει αλλαγή στην πολιτική του Τόκυο έναντι της Ταϊβάν.

Το κινεζικό καθεστώς κάλεσε τον Ιάπωνα πρέσβη στις 13 Νοεμβρίου για να υποβάλει επίσημη διαμαρτυρία και απαίτησε ανάκληση της δήλωσης της Τακαΐτσι. Το υπουργείο Άμυνας του καθεστώτος προειδοποίησε στις 14 Νοεμβρίου ότι εάν το Τόκυο προσπαθούσε να παρέμβει στρατιωτικά στα ζητήματα της Ταϊβάν, θα αντιμετώπιζε «συντριπτική ήττα» και «βαρύ τίμημα».

Η Ιαπωνία, της οποίας το δυτικότερο νησί Γιοναγκούνι απέχει μόλις 68 μίλια από την Ταϊβάν, ανησυχεί ότι οποιαδήποτε σύγκρουση στο Στενό της Ταϊβάν θα μπορούσε να επεκταθεί και στο δικό της έδαφος. Η χώρα φιλοξενεί περισσότερους από 50.000 Αμερικανούς στρατιώτες, καθώς και προηγμένα αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ιαπωνίας, Τοσιμίτσου Μοτέγκι, δήλωσε στις 14 Νοεμβρίου ότι η ειρήνη και η σταθερότητα στο Στενό της Ταϊβάν είναι κρίσιμες όχι μόνο για την ασφάλεια της Ιαπωνίας, αλλά και για τη σταθερότητα της διεθνούς κοινότητας. Σε συνέντευξη Τύπου στο Τόκυο, σημείωσε ότι «η Ιαπωνία ελπίζει πραγματικά πως τα ζητήματα σχετικά με την Ταϊβάν θα επιλυθούν ειρηνικά μέσω διαλόγου» και ότι αυτή είναι «η σταθερή και αμετάβλητη θέση της ιαπωνικής κυβέρνησης».

Σε ερώτηση δημοσιογράφου για το αν η πρωθυπουργός θα ανακαλέσει τις δηλώσεις της για την Ταϊβάν, ο Μοτέγκι απάντησε ότι η κυβέρνηση έχει ήδη αποσαφηνίσει τη θέση της βάσει της νομοθεσίας του 2015 και της έννοιας της «κατάστασης απειλής για την επιβίωση». Τόνισε ότι η θέση της Ιαπωνίας «δεν αντιβαίνει στο Διεθνές Δίκαιο» και, κατά συνέπεια, «δεν υπάρχει καμία ανάγκη ανάκλησης» της δήλωσης της πρωθυπουργού.

Της Dorothy Li

Ο Τραμπ εξαιρεί την Ουγγαρία από τις κυρώσεις για τη ρωσική ενέργεια

Σε πλήρη εξαίρεση από τις αμερικανικές κυρώσεις που επιβάλλονται στη ρωσική ενέργεια προχώρησε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για την Ουγγαρία, κατά τη συνάντησή του στις 7 Νοεμβρίου στον Λευκό Οίκο με τον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, Βίκτορ Ορμπάν.

Όπως δήλωσε στα ουγγρικά μέσα ενημέρωσης ο Ορμπάν, μετά το πέρας των συνομιλιών, η εξαίρεση καλύπτει πλήρως το ρωσικό φυσικό αέριο που διοχετεύεται μέσω του αγωγού TurkStream και το πετρέλαιο που προέρχεται από τον αγωγό Drasba.

«Ζητήσαμε από τον πρόεδρο να αρθούν οι κυρώσεις», ανέφερε ο Ορμπάν. «Συμφωνήσαμε και ο πρόεδρος έλαβε τη σχετική απόφαση λέγοντας ότι οι κυρώσεις δεν θα εφαρμοστούν στους δύο αυτούς αγωγούς».

Στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων, η Ουγγαρία συμφώνησε να προμηθευτεί αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο, όπως ανακοίνωσε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, υπογραμμίζοντας με ενημερωτικό σημείωμα ότι αναμένεται να υπογραφούν συμβόλαια ύψους περίπου 600 εκατ. δολαρίων.

Οι δύο χώρες αποφάσισαν επίσης να ενισχύσουν τη συνεργασία τους στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων, ενώ η Ουγγαρία θα προμηθευτεί πυρηνικά καύσιμα από την αμερικανική εταιρεία Westinghouse Electric Company, όπως αποκάλυψε ο Ορμπάν.

Ανώτατος αξιωματούχος του Λευκού Οίκου επιβεβαίωσε στο πρακτορείο Reuters ότι στην Ουγγαρία χορηγήθηκε απαλλαγή ενός έτους από τις αμερικανικές κυρώσεις, ώστε να συνεχίσει να χρησιμοποιεί ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Ως ένας από τους μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου στην Ευρώπη, η Ουγγαρία έχει αποτελέσει σημαντική πρόκληση για τις προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Πριν από τις δηλώσεις του Ορμπάν, ο Τραμπ είχε ανοίξει το ενδεχόμενο απαλλαγής της Ουγγαρίας από τις κυρώσεις. «Το εξετάζουμε», είχε πει στους δημοσιογράφους. «Είναι πολύ δύσκολο για τον ίδιο να βρει πετρέλαιο και φυσικό αέριο από άλλες περιοχές. Δεν έχουν το πλεονέκτημα της θάλασσας», εξήγησε.

Ήταν η πρώτη διμερής συνάντηση στην Ουάσιγκτον μεταξύ των δύο συμμάχων από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο. «Είναι σπουδαίος ηγέτης», δήλωσε ο Τραμπ για τον Ορμπάν, προσθέτοντας ότι ορισμένοι Ευρωπαίοι ηγέτες τον ζηλεύουν: «Αυτοί οι ηγέτες αποδείχτηκαν ότι έχουν άδικο», είπε ο Τραμπ, υπογραμμίζοντας την αυστηρή προσέγγιση της Ουγγαρίας στο μεταναστευτικό. «Στην Ευρώπη έχουν κάνει τεράστια λάθη με τη μετανάστευση», σχολίασε ο Αμερικανός πρόεδρος.

Ο Ορμπάν εξήγησε ότι η εξαίρεση από τις αμερικανικές κυρώσεις είναι αναγκαία, καθώς η Ουγγαρία – μια περίκλειστη χώρα – εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ρωσικό πετρέλαιο.

Τόνισε ότι η διακοπή της τροφοδοσίας με ρωσική ενέργεια θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στον ουγγρικό λαό και στην οικονομία: «Τροφοδοτούμαστε μέσω αγωγών. Ο αγωγός δεν είναι ιδεολογικό ή πολιτικό ζήτημα, αλλά φυσική αναγκαιότητα. Είναι ζωτικής σημασίας για εμάς», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στις 22 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση Τραμπ είχε ανακοινώσει αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Μόσχας, μεταξύ άλλων στους δύο μεγαλύτερους ρωσικούς πετρελαϊκούς κολοσσούς, Lukoil και Rosneft, με στόχο να περιοριστεί η χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία.

Η κίνηση αυτή ενδεχομένως να εκθέσει και άλλες χώρες-αγοραστές, όπως η Κίνα, η Ινδία και ευρωπαϊκά κράτη, σε δευτερογενείς κυρώσεις. Ο Ορμπάν είχε δηλώσει νωρίτερα πως αναζητά τρόπους παράκαμψης των αμερικανικών κυρώσεων.

Ο Τραμπ σημείωσε πως, πέραν των θεμάτων ενέργειας και εμπορίου, οι ηγέτες θα συζητήσουν και την κατάσταση στην Ουκρανία.

Ο Ορμπάν δήλωσε ότι θα παρουσιάσει προτάσεις για τη λήξη του πολέμου. Παράλληλα, επέκρινε κακή εκτίμηση των υπολοίπων μελών της ΕΕ, υποστηρίζοντας πως πολλοί πιστεύουν λανθασμένα ότι η Ουκρανία μπορεί να κερδίσει στο πεδίο της μάχης. «Είναι ένα περίπλοκο θέμα», σημείωσε. Όταν ο Τραμπ τον ρώτησε αν θεωρεί πως η Ουκρανία δεν μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο, ο Ορμπάν απάντησε: «Ένα θαύμα μπορεί να συμβεί».

Στηλίτευσε ακόμη τους Ευρωπαίους ηγέτες επειδή επέβαλαν οικονομικές κυρώσεις στην Ουγγαρία, λόγω της άρνησής της να δεχθεί μετανάστες. «Στην Ουγγαρία, ο αριθμός των παράνομων μεταναστών είναι μηδενικός, επειδή έχουμε απολύτως σαφές σύστημα», δήλωσε ο Ορμπάν. Πέρυσι, το ανώτατο δικαστήριο της ΕΕ αποφάσισε να επιβάλει στην Ουγγαρία πρόστιμο 1 εκατ. ευρώ ημερησίως, μέχρι να συμμορφωθεί με τους κανόνες της Ένωσης για τους πρόσφυγες.

«Τους είπα ότι πρέπει να σέβονται αυτόν τον άνθρωπο», είπε ο Τραμπ αναφερόμενος στον Ορμπάν. Η κυβέρνηση Μπάιντεν διατήρησε ψυχρές σχέσεις με την κυβέρνηση Ορμπάν, επικαλούμενη ζητήματα διαφθοράς, υπονόμευσης της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, πιέσεις σε ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, αλλά και οπισθοδρόμησης της δημοκρατίας, ενώ επέκρινε και τις στενές σχέσεις της Βουδαπέστης με τη Μόσχα και το Πεκίνο.

Με την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2025, οι διμερείς σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ουγγαρίας άρχισαν να βελτιώνονται σημαντικά. Ο Ορμπάν χαρακτήρισε αυτή τη νέα περίοδο ως την αρχή μιας «χρυσής εποχής» των διμερών σχέσεων και είπε στον Τραμπ πως επί κυβέρνησης Μπάιντεν «όλα ήταν ουσιαστικά μπλοκαρισμένα, κατεστραμμένα και ακυρωμένα» μεταξύ των δύο χωρών.