Τρίτη, 13 Ιαν, 2026

Αναζωπυρώνονται οι ελπίδες για επανένωση της Κύπρου

Η Λευκωσία της Κύπρου είναι η μοναδική πρωτεύουσα στον κόσμο που παραμένει διχοτομημένη, καθώς ειρηνευτικές δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών επανδρώνουν μια νεκρή ζώνη ανάμεσα σε δύο κοινότητες.

Το νησί, που κατέχει στρατηγικά σημαντική θέση στην ανατολική Μεσόγειο και απέχει μόλις 250 μίλια από τις ακτές του Ισραήλ, παραμένει διαιρεμένο από το 1974, όταν ο τουρκικός στρατός εισέβαλε, όπως υποστήριξε, για να «υπερασπιστεί την τουρκοκυπριακή μειονότητα από εξτρεμιστές εντός της ελληνοκυπριακής πλειονότητας».

Στις 11 Δεκεμβρίου 2025, ο Νίκος Χριστοδουλίδης, ο Ελληνοκύπριος πρόεδρος του νησιού, και ο Τουφάν Ερχουρμάν, ο ηγέτης των αποσχισθέντων Τουρκοκυπρίων, ανακοίνωσαν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, μεταξύ των οποίων και τη δυνατότητα σε Τουρκοκύπριους παραγωγούς χαλουμιού να αποκτήσουν πρόσβαση στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ειδικοί και από τις δύο πλευρές αναφέρουν ότι υπάρχει ανανεωμένη αισιοδοξία για την εξεύρεση λύσης.

Ο Νικόλας Κυριακίδης, Ελληνοκύπριος και εταίρος σε μία από τις κορυφαίες δικηγορικές εταιρείες στην Κύπρο, ανέφερε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η Κύπρος είναι «πολύ πιο σημαντική απ’ όσο υποδηλώνει το μέγεθός της», καθώς «βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής, σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από αστάθεια, ανταγωνισμό στον τομέα της ενέργειας και μεταβαλλόμενες συμμαχίες».

Ο Κυριακίδης, που είναι επίσης εκτελεστικός πρόεδρος του Cyprus Forum, σημείωσε ότι μια επανενωμένη Κύπρος «θα αποτελούσε σπάνιο παράδειγμα επίλυσης σύγκρουσης στην ανατολική Μεσόγειο», στέλνοντας «ισχυρό μήνυμα ότι η διπλωματία και το Διεθνές Δίκαιο μπορούν να υπερισχύσουν της βίας».

Πρόσθεσε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε την περιφερειακή συνεργασία στον ενεργειακό τομέα, θα ενδυνάμωνε την αξιοπιστία της ΕΕ στη γειτονιά της και θα περιόριζε μια μακροχρόνια πηγή έντασης μεταξύ συμμάχων στο ΝΑΤΟ, ενώ, σε πρακτικό επίπεδο, θα μετέτρεπε την Κύπρο από παράγοντα κινδύνου για την ασφάλεια σε πλατφόρμα συνεργασίας.

Η Κύπρος βρίσκεται σε στρατηγικά σημαντική θέση, 200 μίλια ανοικτά των ακτών του Ισραήλ και του Λιβάνου. (Google Maps/Στιγμιότυπο οθόνης μέσω The Epoch Times)

 

Η ανακάλυψη υδρογονανθράκων νοτίως της Κύπρου ενδέχεται επίσης να αποδειχθεί σημαντική.

Στις 8 Ιανουαρίου, ο διευθύνων σύμβουλος λειτουργιών της ιταλικής ενεργειακής εταιρείας ENI, Γκουίντο Μπρούσκο, ανέφερε ότι η εταιρεία βρισκόταν στο «τελικό στάδιο» της απόφασης για το αν θα αξιοποιήσει κοίτασμα φυσικού αερίου εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κύπρου.

Το 2004, ένα σχέδιο επανένωσης του νησιού, υπό την ηγεσία του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, Κόφι Αννάν, είχε εγκριθεί από τους Τουρκοκυπρίους, αλλά απορρίφθηκε από επτά στους δέκα Ελληνοκυπρίους. Περαιτέρω συνομιλίες μεταξύ 2015 και 2017 στο Κραν-Μοντάνα της Ελβετίας δεν κατέληξαν σε σημαντική πρόοδο.

Η Μπιλούν Γκιουνές, Τουρκοκύπρια και αρχισυντάκτρια του Policypress, μιας ανεξάρτητης πλατφόρμας πολιτικής δημοσιογραφίας, ανέφερε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι «δύο στοιχεία στα οποία δεν υπήρξε συμφωνία και κατά κάποιον τρόπο εμποδίζουν την οριστικοποίηση της επανέναρξης των συνομιλιών ήταν η κυριαρχία και η ασφάλεια — και αυτά τα δύο ζητήματα παραμένουν μέχρι σήμερα».

Το ζήτημα της κυριαρχίας αφορά τη μορφή διακυβέρνησης, καθώς οι Τουρκοκύπριοι, που φοβούνται ότι θα καταψηφίζονται από τους πολυπληθέστερους Ελληνοκύπριους, προτιμούν ένα ομοσπονδιακό σύστημα με σημαντική αυτονομία. Όσον αφορά την ασφάλεια, το ζήτημα είναι κατά πόσο θα πρέπει να παραμείνουν στο νησί κάποια τουρκικά στρατεύματα, κάτι στο οποίο οι Ελληνοκύπριοι αντιτίθενται κατηγορηματικά.

Τον Οκτώβριο του 2025, ο Ερχουρμάν εξελέγη νέος ηγέτης της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» (TRNC), νικώντας τον απερχόμενο Ερσίν Τατάρ, ο οποίος είχε υποστηρίξει λύση δύο κρατών, επιλογή που απορρίπτει η ελληνοκυπριακή πλευρά.

Αναζητώντας ένα πλαίσιο

Περίπου 5.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν κατά τις συγκρούσεις τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974.

Ο Κυριακίδης ανέφερε ότι ο πόνος της εισβολής του 1974 δεν αποτελεί απλώς «μια ιστορική υποσημείωση» για τους Ελληνοκύπριους, αλλά «μια βιωμένη πραγματικότητα που συνεχίζει να διαμορφώνει την πολιτική, τις οικογενειακές μνήμες και τη συλλογική ταυτότητα».

Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η ετοιμότητα «δεν πρέπει να συγχέεται με τη λήθη», διευκρινίζοντας ότι «η ελληνοκυπριακή κοινότητα δεν χρειάζεται να ‘ξεπεράσει’ το 1974 για να στηρίξει μια λύση». Εκείνο που χρειάζεται, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι «ένα αξιόπιστο, δίκαιο και ασφαλές πλαίσιο που αναγνωρίζει αυτό το τραύμα και εγγυάται ότι δεν θα επαναληφθεί».

Η Κύπρος έγινε ανεξάρτητη από τη Βρετανία το 1960, ωστόσο η Βρετανία διατήρησε δύο περιοχές ως στρατιωτικές βάσεις, στο Ακρωτήρι και στη Δεκέλεια, που παραμένουν έδαφος υπό βρετανική κυριαρχία. Η Κύπρος εντάχθηκε στην ΕΕ τον Μάιο του 2004, αλλά το βόρειο τρίτο του νησιού — που βρίσκεται υπό κατοχή τουρκικών στρατευμάτων — δεν καλύπτεται από το ευρωπαϊκό δίκαιο και, στην πράξη, αποτελεί χωριστή οντότητα.

Η «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» δεν αναγνωρίζεται από καμία χώρα πέραν της Τουρκίας.

Το τουρκικής κατασκευής μη επανδρωμένο αεροσκάφος Bayraktar TB2 στη στρατιωτική αεροπορική βάση Γκετσίτκαλε, κοντά στην Αμμόχωστο, στα κατεχόμενα της βορείας Κύπρου, στις 16 Δεκεμβρίου 2019. (Birol Bebek/AFP μέσω Getty Images)

 

Τα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση της Κύπρου ενισχύει ισχυρούς πολιτικούς και οικονομικούς δεσμούς με το Ισραήλ. Σε εξέλιξη βρίσκεται το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης που θα συνδέει την Κύπρο και το Ισραήλ και αποτελεί μέρος του Οικονομικού Διαδρόμου Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC), ο οποίος ξεκίνησε το 2023 και ο οποίος θα συνδέει την Ινδία με την ΕΕ μέσω των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ.

Στις 4 Ιανουαρίου, ο Χριστοδουλίδης είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, κατά την οποία συζήτησαν συμφωνίες που επιτεύχθηκαν σε τριμερή σύνοδο με την Ελλάδα, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Ισραήλ στις 22 Δεκεμβρίου 2025.

Η Γκιουνές ανέφερε ότι η συνεργασία μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ έχει οικονομική και γεωγραφική λογική, ακόμη κι αν δεν ευχαριστεί την Τουρκία. Σημείωσε ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα έπρεπε να εγκριθεί από την Τουρκία. Διευκρίνισε ότι «θα εξαρτηθεί από το πώς η Τουρκία θα αποφασίσει να κατανείμει στην τουρκοκυπριακή κοινότητα το δικαίωμα να λάβει μερίδιο από αυτό, αν τελικά λάβει». Πρόσθεσε ότι η [τουρκοκυπριακή] κοινότητα «αισθάνεται κάπως παραμερισμένη και ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στη συζήτηση».

Ο Κυριακίδης ανέφερε ότι «παρότι η λύση πρέπει να προκύψει από τους Κυπρίους και να τελεί υπό τη δική τους καθοδήγηση, η Ελλάδα και η Τουρκία παραμένουν βασικοί εμπλεκόμενοι λόγω του συστήματος εγγυήσεων, των ρυθμίσεων ασφαλείας και των ευρύτερων γεωπολιτικών τους συμφερόντων». Τόνισε ότι «καμία συμφωνία δεν μπορεί να εφαρμοστεί ή να διατηρηθεί χωρίς τη συναίνεσή τους και χωρίς εποικοδομητική εμπλοκή».

Πρόσθεσε ακόμη ότι υπάρχει «μια σιωπηρή αλλά σημαντική πλειονότητα που κατανοεί το κόστος του σημερινού κατεστημένου και είναι ανοιχτή στην επανένωση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα βασίζεται σε ένα λειτουργικό κράτος, στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε γνήσια ασφάλεια».

Η Γκιουνές, που γεννήθηκε τη δεκαετία του 1990, ανέφερε ότι «υπάρχει σημαντική διαφορά στην κατανόηση των γονιών μας για το τι σημαίνει ο διαχωρισμός, σε σχέση με τη δική μας». Πρόσθεσε ότι οι νεότεροι «δεν έχουν καθόλου κοινή μνήμη για το πώς είναι να ζουν μαζί».

Του Chris Summers

Οι ΗΠΑ αποχωρούν από 66 διεθνείς οργανισμούς

Η κυβέρνηση Τραμπ απέσυρε τις Ηνωμένες Πολιτείες από 66 διεθνείς οργανισμούς, συμβάσεις και συνθήκες, οι οποίες θεωρεί ότι αντιβαίνουν στα συμφέροντα της χώρας, ανακοίνωσε ο Λευκός Οίκος στις 7 Ιανουαρίου. Σύμφωνα με το προεδρικό υπόμνημα, οι 31 φορείς συνδέονται με τα Ηνωμένα Έθνη, ενώ οι άλλοι 35 όχι.

Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ανέφερε σε δήλωσή του, λίγο μετά τη δημοσιοποίηση της λίστας, ότι η κυβέρνηση Τραμπ είχε διαπιστώσει πως οι εν λόγω θεσμοί ήταν είτε πλεονάζοντες ως προς το αντικείμενό τους είτε κακοδιοικούμενοι, περιττοί, σπάταλοι ή ανεπαρκώς λειτουργούντες είτε «αιχμαλωτισμένοι» από συμφέροντα παραγόντων που προωθούν δικές τους ατζέντες που αντίκεινται στις αμερικανικές είτε συνιστούσαν απειλή για την εθνική κυριαρχία, τις ελευθερίες και τη γενική ευημερία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Όπως παρατήρησε, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ήταν σαφής πως δεν είναι πλέον αποδεκτό να αποστέλλονται σε αυτούς τους θεσμούς οι «κόποι και οι θυσίες» του αμερικανικού λαού, με ελάχιστα έως μηδενικά αποτελέσματα. Η εποχή που δισεκατομμύρια δολάρια δίνονταν σε ξένα συμφέροντα εις βάρος των Αμερικανών έχει τελειώσει, δήλωσε.

Το υπουργείο Εξωτερικών έλαβε εντολή να επανεξετάσει τους διεθνείς διακυβερνητικούς οργανισμούς που «δεν εξυπηρετούν πλέον τα αμερικανικά συμφέροντα» τον Φεβρουάριο του 2025, βάσει εκτελεστικού διατάγματος που είχε υπογράψει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Ρούμπιο κατηγόρησε πολλούς από τους φορείς αυτούς ότι «συχνά κυριαρχούνται από προοδευτική ιδεολογία και είναι αποκομμένοι από τα εθνικά συμφέροντα». Όπως ανέφερε, από επιταγές DEI έως εκστρατείες για την «ισότητα των φύλων» και μια «ορθοδοξία» γύρω από το κλίμα, πολλοί διεθνείς οργανισμοί εξυπηρετούν πλέον ένα σχέδιο παγκοσμιοποίησης, που βασίζεται απαξιωμένη φαντασιακή εκδοχή του «Τέλους της Ιστορίας».

Συνέχισε λέγοντας ότι οι οργανισμοί αυτοί επιδιώκουν ενεργά να περιορίσουν την αμερικανική κυριαρχία και ότι το έργο τους υποστηρίζεται από τα ίδια ανώτερα δίκτυα, το πολυμερές «πλέγμα των ΜΚΟ», το οποίο η κυβέρνηση έχει αρχίσει να αποδομεί μέσω του κλεισίματος της United States Agency for International Development (USAID).

Μεταξύ των οντοτήτων που συνδέονται με τον ΟΗΕ και από τις οποίες αποχώρησε η κυβέρνηση Τραμπ περιλαμβάνονται τα Department of Economic and Social Affairs, International Law Commission, International Trade Centre, Peacebuilding Commission, Peacebuilding Fund, U.N. Democracy Fund, U.N. Energy, U.N. Entity for Gender Equality and the Empowerment of Women και U.N. University.

Στους οργανισμούς που δεν συνδέονται με τον ΟΗΕ περιλαμβάνονταν τα 24/7 Carbon-Free Energy Compact και Commission for Environmental Cooperation.

Το υπόμνημα επικαλέστηκε περισσότερες από 24 «υβριδικές απειλές», όπως το Forum of European National Highway Research Laboratories και το Global Community Engagement and Resilience Fund.

Το υπόμνημα της Τετάρτης εκδόθηκε λιγότερο από έναν χρόνο μετά την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από το UN Human Rights Council.

Στις 4 Φεβρουαρίου 2025, την ίδια ημέρα που ο Λευκός Οίκος ανέθεσε στον Ρούμπιο να διερευνήσει τους διεθνείς οργανισμούς, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα για την αποχώρηση από το UN Human Rights Council. Τότε, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι το Συμβούλιο «δεν εκπληρώνει τον σκοπό του και συνεχίζει να χρησιμοποιείται για την προστασία χωρών που διαπράττουν φρικτές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Ο Λευκός Οίκος είχε επεκτείνει τα επιχειρήματα αυτά, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι επιτρέπει σε χώρες όπως η Κίνα και το Ιράν να συμμετέχουν στο Συμβούλιο παρά τις παραβιάσεις τους, υποστηρίζοντας ότι υπάρχει μεροληψία εις βάρος του Ισραήλ.

Της Jacki Thrapp

Αεροπορικές επιδρομές του Ισραήλ σε στόχους της Χεζμπολάχ και της Χαμάς στον Λίβανο

Το Ισραήλ πραγματοποίησε αεροπορικές επιδρομές εναντίον πολλαπλών στόχων στον Λίβανο στις 5 Ιανουαρίου, οι οποίοι, όπως δήλωσε, συνδέονταν με τις τρομοκρατικές οργανώσεις Χεζμπολάχ και Χαμάς, σύμφωνα με ανακοίνωση του ισραηλινού στρατού.

Οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF) ανέφεραν στις 6 Ιανουαρίου ότι έπληξαν εγκαταστάσεις αποθήκευσης όπλων και στρατιωτικές δομές που χρησιμοποιούσε η Χεζμπολάχ σε επιθέσεις κατά ισραηλινών στρατευμάτων και του ισραηλινού εδάφους, καθώς και σημεία που, όπως υποστήριξαν, αποτελούσαν μέρος της προσπάθειας της οργάνωσης να ανασυγκροτήσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες.

Οι IDF δήλωσαν επίσης ότι έπληξαν εγκαταστάσεις παραγωγής όπλων της Χαμάς στον νότιο Λίβανο, τις οποίες χαρακτήρισαν κρίσιμες για τη στρατιωτική ενίσχυση της οργάνωσης και για την ικανότητά της να πραγματοποιεί επιθέσεις κατά του Ισραήλ.

Η στρατιωτική δραστηριότητα μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου συνεχίζεται, παρά τη συμφωνία εκεχειρίας του 2024. Το Ισραήλ εξακολουθεί να διατηρεί θέσεις στον νότιο Λίβανο και  πραγματοποιεί αεροπορικές επιδρομές, οι οποίες αποσκοπούν στο να αποτραπεί η επανεξοπλιστική προσπάθεια της Χεζμπολάχ και ο σχεδιασμός νέων επιχειρήσεων.

Τα πλήγματα της 5ης Ιανουαρίου, σύμφωνα με τις IDF, στόχευσαν σημεία που βρίσκονταν εντός περιοχών με άμαχο πληθυσμό. Οι IDF ανέφεραν ότι οι τρομοκρατικές οργανώσεις χρησιμοποιούν «Λιβανέζους πολίτες ως ανθρώπινες ασπίδες για την τρομοκρατική τους δραστηριότητα», προσθέτοντας ότι πριν από τα πλήγματα έλαβαν μέτρα για να μειώσουν τις απώλειες αμάχων, μεταξύ των οποίων και η έκδοση προειδοποιήσεων προς τους κατοίκους. Οι IDF επανέλαβαν ότι θα συνεχίσουν τις επιχειρήσεις που θεωρούν αναγκαίες για την προστασία του Ισραήλ.

Ο πρόεδρος του Λιβάνου Ζοζέφ Αούν καταδίκασε τα πλήγματα, λέγοντας ότι χτυπήθηκαν πόλεις στην κοιλάδα Μπεκά και στον νότιο Λίβανο, φτάνοντας έως και βορειότερα, μέχρι τη Σιδώνα.

Σε ανακοίνωση που εκδόθηκε από την προεδρία στις 6 Ιανουαρίου, ο Αούν ανέφερε ότι τα πλήγματα εγείρουν σοβαρά ερωτήματα, ιδίως λόγω του χρονισμού τους, λίγο πριν από τη συνεδρίαση της επιτροπής παρακολούθησης της εκεχειρίας που θα λάβει χώρα αυτή την εβδομάδα.

Προσπάθειες για εκεχειρία

Τα πιο πρόσφατα πλήγματα σημειώθηκαν έναν μήνα μετά τη συνάντηση εκπροσώπων του Λιβάνου, του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών στις 3 Δεκεμβρίου, στη νότια παράκτια πόλη Νακούρα του Λιβάνου. Η συνάντηση ήταν μέρος του μηχανισμού παρακολούθησης που θεσπίστηκε στο πλαίσιο της συμφωνίας εκεχειρίας του 2024, η οποία απαιτεί από το Ισραήλ να αποσυρθεί από το λιβανέζικο έδαφος και υποχρεώνει τον λιβανέζικο στρατό να κατεδαφίσει τα οχυρωματικά έργα της Χεζμπολάχ κατά μήκος των συνόρων.

Μετά τις συνομιλίες στη Νακούρα, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στον Λίβανο Μισέλ Ισσά επαίνεσε τα εμπλεκόμενα μέρη, αναφέροντας ότι άνοιξαν «ένα κανάλι διαλόγου». Σε δήλωσή του στις 3 Δεκεμβρίου, ανέφερε ότι στη συνάντηση φάνηκε «μια ειλικρινής διάθεση να επιδιωχθούν ειρηνικές, υπεύθυνες λύσεις που βασίζονται στην καλή πίστη». Ο Ισσά επανέλαβε την πρόθεση των Ηνωμένων Πολιτειών να συμμετέχουν στην άμβλυνση των επιβαρύνσεων που αντιμετωπίζουν οι πληθυσμοί που έχουν πληγεί.

Ο Αούν υποστήριξε στις 5 Δεκεμβρίου ότι οι συνομιλίες στη Νακούρα επικεντρώθηκαν στον τερματισμό της ισραηλινής στρατιωτικής δράσης στο λιβανέζικο έδαφος, προσθέτοντας ότι η επιτυχία τους εξαρτάται κυρίως από τη στάση του Ισραήλ.

Εν όψει της συνάντησης που επίκειται μέσα στην εβδομάδα, τα Ηνωμένα Έθνη επιβεβαίωσαν ενισχυμένη διπλωματική κινητικότητα. Κατά την καθημερινή ενημέρωση Τύπου στις 5 Ιανουαρίου, ο εκπρόσωπος του ΟΗΕ Στεφάν Ντουζαρίκ μετέφερε ενημέρωση από τον υφυπουργό Γενικό Γραμματέα για τις Ειρηνευτικές Επιχειρήσεις, Ζαν-Πιερ Λακρουά.

Ο Λακρουά αναμένεται να ταξιδέψει στις 6 Ιανουαρίου στη Νακούρα για να συναντηθεί με την ηγεσία και τους κυανόκρανους της Προσωρινής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στον Λίβανο (United Nations Interim Force in Lebanon – UNIFIL) και να επισκεφθεί αρκετές θέσεις κατά μήκος της Μπλε Γραμμής, του οριοθετημένου από τον ΟΗΕ συνόρου μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου. Η UNIFIL, η ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ που έχει αναπτυχθεί στον νότιο Λίβανο από το 1978, συνεργάζεται επί μακρόν με τον λιβανέζικο στρατό για την παρακολούθηση των συνόρων και για τη συμβολή στην εφαρμογή του ψηφίσματος 1701 του Συμβουλίου Ασφαλείας, το οποίο απαγορεύει την παρουσία ένοπλων ομάδων κοντά στο Ισραήλ.

Στις 7 Ιανουαρίου, ο Λακρουά θα επιστρέψει στη Βηρυτό για συνομιλίες με Λιβανέζους αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων και ο Αούν, ανώτεροι υπουργοί και ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων του Λιβάνου, στρατηγός Ροντόλφ Χαϊκάλ, με αντικείμενο την εφαρμογή του ψηφίσματος 1701 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Οι τελευταίες αεροπορικές επιδρομές ακολούθησαν προηγούμενη ισραηλινή επιχείρηση στον νότιο Λίβανο. Στις 4 Ιανουαρίου, οι IDF ανέφεραν ότι σκότωσαν δύο μαχητές της Χεζμπολάχ στην περιοχή Αλ Τζουμαϊτζιμά, τους οποίους περιέγραψαν ως εμπλεκόμενους στην ανασυγκρότηση της στρατιωτικής υποδομής της οργάνωσης.

Οι IDF ανέφεραν ότι οι τρομοκράτες συμμετείχαν σε προσπάθειες επανασύστασης της τρομοκρατικής υποδομής της Χεζμπολάχ στην περιοχή, προσθέτοντας ότι αυτές οι ενέργειες συνιστούν «κατάφωρη παραβίαση των συμφωνιών εκεχειρίας μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου».

Της Evgenia Filimianova

Η Νιγηρία στηρίζει τη συνεργασία με τις ΗΠΑ μετά τα πλήγματα κατά του ISIS

Η κυβέρνηση της Νιγηρίας δήλωσε στις 26 Δεκεμβρίου ότι τα πρόσφατα αμερικανικά πλήγματα κατά του ISIS εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια για περιφερειακή ασφάλεια, ενώ παράλληλα επιβεβαίωσε τη συνεργασία της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους ξένους εταίρους.

Εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών ανέφερε σε ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «το υπουργείο Εξωτερικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Νιγηρίας επιβεβαιώνει ότι οι νιγηριανές αρχές παραμένουν ενεργά εμπλεκόμενες σε δομημένη συνεργασία ασφαλείας με διεθνείς εταίρους, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, για την αντιμετώπιση της επίμονης απειλής της τρομοκρατίας και του βίαιου εξτρεμισμού», σημειώνοντας ότι οι προσπάθειες αυτές γίνονται για την προστασία της ζωής των αμάχων, ανεξαρτήτως της πίστης ή της εθνότητάς τους.

«Η τρομοκρατική βία σε οποιαδήποτε μορφή, είτε στρέφεται κατά χριστιανών είτε κατά μουσουλμάνων είτε κατά άλλων κοινοτήτων, παραμένει προσβολή για τις αξίες της Νιγηρίας και για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια», ανέφερε η ανακοίνωση. Σύμφωνα με το Pew Research Center, ο πληθυσμός της Νιγηρίας ήταν κυρίως μουσουλμανικός (56,1%) και χριστιανικός (43,4%) το 2020, με αμφότερες τις ομάδες να καταγράφουν ταχεία αύξηση την προηγούμενη δεκαετία.

Την προηγουμένη, ανήμερα Χριστούγεννα, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε τα πλήγματα ως τρόπο αποτροπής επιθέσεων κατά των χριστιανών. Σύμφωνα με τη Διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ στην Αφρική  (U.S. Africa Command), τα πλήγματα στην πολιτεία Σοκότο σκότωσαν πολλούς τρομοκράτες. Ο στρατηγός Ντάγκβιν Άντερσον, επικεφαλής της διοίκησης, ανέφερε σε δελτίο Τύπου ότι η Διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ στην Αφρική συνεργάζεται με τη Νιγηρία και περιφερειακούς εταίρους για την ενίσχυση των προσπαθειών αντιτρομοκρατικής συνεργασίας που σχετίζονται με τη συνεχιζόμενη βία και τις απειλές κατά αθώων.

Οι διώξεις των χριστιανών και η τρομοκρατική δράση του ISIS της Δυτικής Αφρικής έχουν έρθει σχετικά πρόσφατα στο προσκήνιο, με τις ΗΠΑ να χαρακτηρίζουν τη Νιγηρία  ως «χώρα ιδιαίτερης ανησυχίας», κατόπιν αιτήματος της International Society for Civil Liberties. Η νιγηριανή οργάνωση, η οποία περιγράφει τον εαυτό της ως φορέα υποστήριξης της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανέφερε ότι περισσότεροι από 125.000 Χριστιανοί και 60.000 φιλελεύθεροι μουσουλμάνοι έχουν σκοτωθεί από το 2009.

Επικαλούμενο επιθέσεις κατά χριστιανών στη Νιγηρία, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε αυτόν τον Δεκέμβριο ότι θα περιορίσει την έκδοση βίζας σε άτομα που συμμετείχαν σε παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας. Παράλληλα, νομοθέτες ζήτησαν από την κυβέρνηση να καταδιώξει το ISIS στη Συρία, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν πρόσφατα πλήγμα κατά της τρομοκρατικής οργάνωσης, μετά από επίθεση που δέχθηκαν Αμερικανοί και Σύροι στρατιωτικοί αυτόν τον μήνα.

Η Κεντρική Διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ ανέφερε ότι από τις 13 Δεκεμβρίου έχουν πραγματοποιηθεί 10 επιχειρήσεις, κατά τις οποίες είκοσι τρεις τρομοκράτες είτε σκοτώθηκαν είτε συνελήφθησαν. Μετά το πλήγμα της 19ης Δεκεμβρίου, η διοίκηση ανέφερε ότι περισσότερες από 70 θέσεις επλήγησαν με πυρομαχικά ακριβείας, στοχεύοντας υποδομές και χώρους οπλισμού του ISIS.

Του Sam Dorman

Με τη συμβολή των Catherine Yang και Audrey Simons

Η εκεχειρία στη Γάζα επαναφέρει διστακτικά το πνεύμα των Χριστουγέννων στη Βηθλεέμ

Υπό τους ήχους γκάιντας και τυμπάνων, Παλαιστίνιοι πρόσκοποι παρέλασαν σήμερα στους δρόμους της Βηθλεέμ, στους εορτασμούς που θα γίνουν φέτος τα Χριστούγεννα στην πόλη της Δυτικής Όχθης, λίκνο του Χριστιανισμού, έπειτα από δύο χρόνια χωρίς εορταστικές εκδηλώσεις λόγω του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας.

Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, ο πάπας Λέων ΙΔ΄ θα χοροστατήσει αργά σήμερα, παραμονή Χριστουγέννων, στο Βατικανό στην πρώτη χριστουγεννιάτικη λειτουργία του ως προκαθήμενος της ρωμαϊοκαθολικής εκκλησίας.

Από τη Βασιλική του Αγίου Πέτρου, ο πάπας αναμένεται να επικεντρώσει το κήρυγμά του στην ειρήνη και την αδελφοσύνη, έπειτα από μια ακόμη χρονιά που σημαδεύτηκε από πολέμους και συγκρούσεις.

Στη Βηθλεέμ, στην κατεχόμενη από το Ισραήλ Δυτική Όχθη, οι εορτασμοί των Χριστουγέννων τα τελευταία δύο χρόνια επισκιάστηκαν από τον θανατηφόρο και καταστροφικό πόλεμο στη Λωρίδα της Γάζας που πυροδοτήθηκε από την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023.

Από αλληλεγγύη προς τους Παλαιστίνιους στην περιοχή, οι εορτασμοί είχαν ακυρωθεί, αλλά το τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο, διακοσμημένο με κόκκινα και χρυσά στολίδια, φωτίστηκε ξανά φέτος στις αρχές Δεκεμβρίου μπροστά από τον Ναό της Γεννήσεως.

Αυτό η χαρά κατέστη εφικτή λόγω της πολύ εύθραυστης εκεχειρίας που ισχύει στη Γάζα για πάνω από δύο μήνες.

«Τα Χριστούγεννα πράγματι έφτασαν»

Σήμερα, εκατοντάδες άνθρωποι γέμισαν τους δρόμους της πόλης για να παρακολουθήσουν την παρέλαση των προσκόπων στην εμβληματική πλατεία της Βηθλεέμ, στην πλατεία της Φάτνης, τραγουδώντας παραδοσιακά κάλαντα.

Όπως και σε άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής, οι Χριστιανοί αποτελούν μειονότητα στους Αγίους Τόπους, με μια κοινότητα 185.000 ανθρώπων στο Ισραήλ και 47.000 στα Παλαιστινιακά Εδάφη.

Η πόλη, της οποίας η οικονομία εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τον τουρισμό, είναι στην ευχάριστη θέση να υποδεχτεί προσκυνητές και επισκέπτες μετά τις κρίσεις που προκλήθηκαν από τον πόλεμο, αλλά και από την πανδημία Covid-19.

«Όλα αυτά τα εμπόδια δεν υπάρχουν φέτος», λέει ο Τζορτζ Χάνα, ο οποίος ήρθε από τη γειτονική πόλη Μπέιτ Τζάλα. «Ελπίζω να μπορέσουμε να γιορτάσουμε, να βεβαιωθούμε ότι τα παιδιά είναι χαρούμενα. Γι’ αυτό είμαστε εδώ».

Σε άλλα μέρη του κόσμου, ενώ εκατομμύρια παιδιά περιμένουν με ανυπομονησία τον Άγιο Βασίλη, του οποίου κάθε κίνηση παρακολουθείται από το Flightradar, οι εορτασμοί στην Αυστραλία επισκιάζονται από την αντισημιτική επίθεση της 14ης Δεκεμβρίου στην παραλία Μπόνταϊ στο Σίδνεϊ.

«Τα φετινά Χριστούγεννα δεν θα είναι τα ίδια», έγραψε ο Αυστραλός πρωθυπουργός Άντονι Αλμπανέζι στο X, εκφράζοντας «βαθιά θλίψη».

Ένοπλοι απαγάγουν 215 παιδιά και 12 δασκάλους από Καθολικό σχολείο της Νιγηρίας

Ένοπλοι εισέβαλαν σε Καθολικό οικοτροφείο στη δυτική Νιγηρία και απήγαγαν περισσότερα από 200 παιδιά, σύμφωνα με τη Χριστιανική Ένωση της Νιγηρίας (Christian Association of Nigeria – CAN), προσθέτοντας ένα ακόμα συμβάν στο κύμα απαγωγών που πλήττει τη μεγαλύτερη χώρα της Αφρικής.

Η επίθεση σημειώθηκε στο Καθολικό σχολείο St. Mary’s, στην κοινότητα Παπίρι της τοπικής αυτοδιοίκησης Αγουάρα. Όπως ανέφερε ο Ντάνιελ Ατόρι, εκπρόσωπος του παραρτήματος της CAN στην πολιτεία Νίγηρα, οι δράστες αιχμαλώτισαν 215 μαθητές και μαθήτριες καθώς και 12 εκπαιδευτικούς.

Σε ανακοίνωσή του, ο Ατόρι μετέφερε δήλωση του προέδρου της CAN στην πολιτεία Νίγηρα, μητροπολίτη Μπούλους Ντάουα, ο οποίος τόνισε ότι είχε μόλις επιστρέψει στο χωριό αφού προηγουμένως επισκέφθηκε το σχολείο και συναντήθηκε με γονείς· ο εκκλησιαστικός αξιωματούχος υπογράμμισε ότι η Ένωση εργάζεται «για την ασφαλή επιστροφή των παιδιών».

Η αστυνομική διοίκηση της πολιτείας Νίγηρα ανέφερε ότι η απαγωγή έγινε νωρίς το πρωί και ότι στρατιωτικές και άλλες δυνάμεις ασφαλείας έχουν ήδη αναπτυχθεί στην κοινότητα. Η Αστυνομία περιέγραψε το St. Mary’s ως σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το οποίο στη Νιγηρία φιλοξενεί συνήθως παιδιά ηλικίας 12 έως 17 ετών.

Δορυφορικές εικόνες δείχνουν πως το συγκρότημα του σχολείου γειτνιάζει και συνδέεται με δημοτικό σχολείο και διαθέτει περισσότερα από 50 κτίρια με αίθουσες και κοιτώνες. Βρίσκεται κοντά σε κεντρικό δρόμο που ενώνει τις πόλεις Γέλβα και Μόκβα.

Ο 62χρονος Νταουντά Τσέκουλα ανέφερε ότι τέσσερα από τα εγγόνια του, ηλικίας 7 έως 10 ετών, είναι μεταξύ των παιδιών που απήχθησαν. Τόνισε ότι η οικογένεια δεν έχει καμία ενημέρωση από το πρωί, ενώ τα λίγα παιδιά που κατάφεραν να διαφύγουν έχουν σκορπίσει (κάποια γύρισαν στα σπίτια τους) και οι μόνοι ψίθυροι που φτάνουν στην κοινότητα είναι πως οι δράστες κινούνται ακόμη μέσα στη ζούγκλα με τους υπόλοιπους ανήλικους.

Σε ανακοίνωσή του, ο γραμματέας της πολιτειακής κυβέρνησης της Νίγηρα επεσήμανε ότι η απαγωγή συνέβη παρά το γεγονός ότι υπήρχαν προηγούμενες πληροφορίες για αυξημένη απειλή. Η ανακοίνωση υπογράμμισε ότι το σχολείο «επέλεξε να επαναλειτουργήσει και να ξεκινήσει μαθήματα χωρίς να ενημερώσει ή να ζητήσει άδεια από την πολιτειακή κυβέρνηση, εκθέτοντας έτσι τους μαθητές και το προσωπικό σε περιττό κίνδυνο».

Κάτοικος της Παπίρι, ο Ούμαρ Γιούνους, υποστήριξε ότι την ώρα της επίθεσης υπήρχαν μόνο τοπικές ομάδες ασφαλείας και όχι επίσημες δυνάμεις της Αστυνομίας ή της κυβέρνησης.

Η Καθολική Επισκοπή του Κονταγκόρα ανέφερε ότι ένας φύλακας τραυματίστηκε σοβαρά από πυροβολισμούς.

Παράλληλα, οι Αρχές διέταξαν το κλείσιμο 47 ομοσπονδιακών «σχολείων ενότητας» στη χώρα, τα οποία βρίσκονται κυρίως στις βόρειες πολιτείες που έχουν πληγεί από συγκρούσεις. Τα σχολεία αυτά, που λειτουργούν ως πρότυπα ιδρύματα με μαθητές από όλη τη Νιγηρία, θα κλείσουν άμεσα, σύμφωνα με εγκύκλιο του ομοσπονδιακού υπουργείου Παιδείας.

Οι απαγωγές σημειώθηκαν λίγες ημέρες μετά από ένοπλη επίθεση σε σχολείο στη γειτονική πολιτεία Κέμπι, στην περιοχή Μάγκα, περίπου 170 χιλιόμετρα από την Παπίρι, απαγάγοντας 25 μαθήτριες. Μία από αυτές κατάφερε αργότερα να δραπετεύσει και βρίσκεται ασφαλής, όπως ανέφερε η διευθύντρια του σχολείου.

Σε ξεχωριστή επίθεση τη Δευτέρα στην πολιτεία Κουάρα, στα σύνορα με την πολιτεία Νίγηρα, ένοπλοι επιτέθηκαν σε εκκλησία, σκοτώνοντας δύο άτομα και απαγάγοντας 38 πιστούς. Ο Φέμι Αγκμπαμπιάκα, γραμματέας της Εκκλησίας Christ Apostolic, δήλωσε ότι οι απαγωγείς ζητούν λύτρα 100 εκατ. ναΐρα (60.000 ευρώ) για κάθε όμηρο.

Ο πρόεδρος της Νιγηρίας, Μπόλα Τινούμπου, ακύρωσε το ταξίδι του στη σύνοδο της Ομάδας των 20 στη Νότια Αφρική λόγω των γεγονότων. Όπως ανακοίνωσε η προεδρία στην πλατφόρμα X, τον πρόεδρο θα εκπροσωπήσει ο αντιπρόεδρος Κασίμ Σετίμα.

Κατά την επίσκεψή του στην πολιτεία Κέμπι την Τετάρτη, ο Σετίμα διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση θα χρησιμοποιήσει «κάθε διαθέσιμο μέσο του κράτους» ώστε να επιστρέψουν τα κορίτσια και να οδηγηθούν οι δράστες ενώπιον της δικαιοσύνης.

Κανένας οργανισμός δεν έχει αναλάβει την ευθύνη για τις επιθέσεις στις πολιτείες Νίγηρα και Κέμπι, ωστόσο αναλυτές και κάτοικοι επισημαίνουν ότι συμμορίες στοχεύουν συχνά σχολεία, ταξιδιώτες και απομονωμένα χωριά με σκοπό την απαγωγή και τα λύτρα. Οι Αρχές αναφέρουν ότι οι ένοπλοι είναι κυρίως πρώην κτηνοτρόφοι που έχουν στραφεί στη βία μετά από συγκρούσεις με αγροτικές κοινότητες για πόρους.

Οι απαγωγές έχουν εξελιχθεί σε πηγή έντονης ανασφάλειας στη Νιγηρία. Τουλάχιστον 1.500 μαθητές έχουν απαχθεί από την περιοχή αφότου οι τζιχαντιστές της Μπόκο Χαράμ άρπαξαν 276 μαθήτριες από το Τσιμπόκ περισσότερο από μία δεκαετία πριν. Εκτός από τους εξτρεμιστές, απαγωγές διαπράττουν και συμμορίες ληστών, οι οποίες συχνά στοχεύουν σχολεία για να προσελκύσουν μεγαλύτερη προσοχή.

Πρόσφατα η Νιγηρία βρέθηκε ξανά στο προσκήνιο, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε ότι οι χριστιανοί στη χώρα διώκονται — ισχυρισμός που η κυβέρνηση της Νιγηρίας απέρριψε. Παρότι χριστιανοί περιλαμβάνονται στα θύματα, αναλυτές σημειώνουν ότι η πλειονότητα των ανθρώπων που πλήττονται από τις ένοπλες ομάδες είναι μουσουλμάνοι, καθώς η βόρεια Νιγηρία — όπου συμβαίνουν οι περισσότερες επιθέσεις — έχει κατά πλειοψηφία μουσουλμανικό πληθυσμό.

Αναλυτές και κάτοικοι αποδίδουν την κατάσταση στην ατιμωρησία (παρόλο που πολλές φορές οι δράστες είναι γνωστοί) και στη διαφθορά, εξαιτίας της οποίας αντί να εξοπλίζονται οι δυνάμεις ασφαλείας, εφοδιάζονται οι συμμορίες.

Η 27χρονη Εζέ Γκλόρια Τσιντίνμα, άτομο επιρροής στα κοινωνικά δίκτυα με έδρα το Λάγος και γνωστή ως «Riaz Kitchen», ανέφερε ότι η αδελφή της κατάφερε να δραπετεύσει από το σχολείο πηδώντας έναν φράχτη. Υπογράμμισε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που η οικογένειά της πέφτει θύμα της εγκληματικότητας, καθώς πέρυσι είχαν απαχθεί η μητέρα και ο μεγαλύτερος αδελφός της.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, οι Αρχές είχαν δηλώσει τότε πως δεν μπορούσαν να βοηθήσουν, με αποτέλεσμα η οικογένεια να πληρώσει ένα «τεράστιο ποσό» για την απελευθέρωσή τους. Η Τσιντίνμα απηύθυνε έκκληση προς τις Αρχές να «σκεφτούν τον λαό», τονίζοντας ότι καθήκον τους είναι η προστασία της ζωής και των περιουσιών των ανθρώπων.

Ο πάστορας Γιοχάννα Μπούρου, επικεφαλής του οργανισμού Peace Revival and Reconciliation Foundation, ο οποίος επικεντρώνεται στον διαθρησκειακό διάλογο, κάλεσε τις Αρχές να ενισχύσουν την ασφάλεια γύρω από τα σχολεία σε περιοχές που πλήττονται από την κρίση. Σημείωσε ότι αν η κυβέρνηση ήταν πιο δραστήρια, θα περιορίζονταν οι απαγωγές, και παρατήρησε ότι φαίνεται σαν οι Αρχές «να μην ενδιαφέρονται για το μέλλον των παιδιών».

Η Κίνα κλιμακώνει την ένταση με την Ιαπωνία για το ζήτημα της Ταϊβάν

Το κινεζικό καθεστώς προειδοποίησε τους πολίτες του να αποφεύγουν να ταξιδεύουν — για σπουδές ή τουρισμό — στην Ιαπωνία, ενώ έχει αποστείλει πλοία της ακτοφυλακής στα ύδατα γύρω από τα νησιά Σενκάκου, τα οποία διοικεί η Ιαπωνία, καθώς η αντιπαράθεση των δύο ασιατικών χωρών για το ζήτημα της Ταϊβάν κλιμακώνεται.

Η κινεζική Ακτοφυλακή δήλωσε στις 15 Νοεμβρίου ότι η περιπολία γύρω από τα «Ντιαογιού» — όπως αποκαλεί το Πεκίνο τα ακατοίκητα νησιά και βραχονησίδες στην Ανατολική Σινική Θάλασσα — αποσκοπεί στη διασφάλιση των «δικαιωμάτων και συμφερόντων» της Κίνας.

Παρότι η Ιαπωνία διοικεί τα νησιά Σενκάκου, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) ισχυρίζεται ότι έχει κυριαρχικά δικαιώματα σε αυτά και πραγματοποιεί συχνά αυτό που αποκαλεί «περιπολίες επιβολής δικαιωμάτων» στα γύρω ύδατα.

Η τελευταία περιπολία συνέπεσε με αυξανόμενη ένταση ανάμεσα στο Πεκίνο και το Τόκυο. Το ΚΚΚ αύξησε την πίεση προς την πρωθυπουργό Σανάε Τακαΐτσι, απαιτώντας να ανακαλέσει τη δήλωσή της σύμφωνα με την οποία ενδεχόμενη κινεζική στρατιωτική ενέργεια κατά της Ταϊβάν θα μπορούσε να εκληφθεί ως υπαρξιακή απειλή από το Τόκυο. Η εν λόγω δήλωση προκάλεσε βίαιες απειλές εις βάρος της εκ μέρους ανώτερου Κινέζου απεσταλμένου, γεγονός που οδήγησε την ιαπωνική κυβέρνηση να ζητήσει επίσημα από το Πεκίνο να λάβει μέτρα.

Το υπουργείο Παιδείας του κινεζικού καθεστώτος, σε ανακοίνωσή του στις 16 Νοεμβρίου, κάλεσε τους Κινέζους πολίτες να «σχεδιάσουν με προσοχή τις σπουδές τους στην Ιαπωνία», επικαλούμενο κίνδυνο για την ασφάλεια Κινέζων πολιτών. Το υπουργείο προέτρεψε τους φοιτητές που βρίσκονται ήδη στην Ιαπωνία, καθώς και όσους επιθυμούν να μεταβούν εκεί, να παρακολουθούν στενά την κατάσταση και να παραμένουν σε επιφυλακή.

Αλλά και στις 14 Νοεμβρίου το κινεζικό ΥΠΕΞ είχε προειδοποιήσει τους πολίτες του να επανεξετάσουν σχέδια ταξιδιών στην Ιαπωνία, σύμφωνα με ανακοίνωση του κινεζικού ΥΠΕΞ στις 14 Νοεμβρίου. Μετά την προειδοποίηση, τουλάχιστον δέκα κινεζικές αεροπορικές εταιρείες προσέφεραν πλήρη επιστροφή χρημάτων για πτήσεις προς Ιαπωνία μέχρι το τέλος του έτους, όπως μετέδωσαν κρατικά μέσα ενημέρωσης.

Ο κορυφαίος εκπρόσωπος της ιαπωνικής κυβέρνησης κάλεσε το Πεκίνο να επιδείξει ψυχραιμία. Ο γενικός γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, Μινόρου Κιχάρα, δήλωσε στους δημοσιογράφους στις 15 Νοεμβρίου ότι η Ιαπωνία υπέβαλε έντονη διαμαρτυρία στο Πεκίνο για την ταξιδιωτική προειδοποίηση και «ζήτησε με έμφαση να λάβει τα κατάλληλα μέτρα», σύμφωνα με το πρακτορείο Kyodo. Πρόσθεσε ότι η κινεζική άποψη διαφέρει από την ιαπωνική και ότι είναι ζωτικής σημασίας οι δύο χώρες να διατηρούν ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας.

Καμία ανάγκη ανάκλησης των δηλώσεων της πρωθυπουργού της Ιαπωνίας

Η Τακαΐτσι είχε αναφέρει σε κοινοβουλευτική επιτροπή, στις 8 Νοεμβρίου, ότι εάν οι κινεζικές ένοπλες δυνάμεις χρησιμοποιούσαν βία κατά της Ταϊβάν, αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί «κατάσταση απειλής για την επιβίωση» της Ιαπωνίας. Βάσει νομοθεσίας που θεσπίστηκε το 2015, η Ιαπωνία μπορεί να ασκήσει δικαίωμα αυτοάμυνας εάν επίθεση σε φιλικό κράτος απειλεί τη δική της επιβίωση. Το ΚΚΚ θεωρεί την Ταϊβάν κινεζική επαρχία που έχει αποσχιστεί και δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο χρήσης βίας για να την προσαρτήσει, ενώ ασκεί διαρκή στρατιωτική πίεση στο νησί.

Σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν, τριάντα αεροσκάφη του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού και επτά κινεζικά πολεμικά πλοία εντοπίστηκαν γύρω από την Ταϊβάν μέσα σε 24 ώρες έως τις 16 Νοεμβρίου. Από αυτά, δεκαεπτά πέρασαν τη μέση γραμμή του Στενού της Ταϊβάν — μια άτυπη γραμμή που χάραξαν οι ΗΠΑ για να διαχωρίζει τις δύο πλευρές. Σε ξεχωριστή ανακοίνωση στις 16 Νοεμβρίου, το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν ανέφερε ότι ο κινεζικός στρατός διεξήγαγε «κοινή περιπολία ετοιμότητας μάχης» με σκοπό να παρενοχλήσει την Ταϊβάν. Η Ταϊβάν, σε απάντηση, ανέπτυξε αεροσκάφη και πλοία, ενεργοποίησε χερσαία συστήματα πυραύλων και παρακολούθησε στενά την κατάσταση.

Αν και η Τακαΐτσι δεν είπε ρητά τι θα έκανε η Ιαπωνία σε περίπτωση κινεζικής εισβολής, η τοποθέτησή της σηματοδοτεί απομάκρυνση από τη στρατηγική «δημιουργικής ασάφειας» που ακολουθούσαν παραδοσιακά οι Ιάπωνες ηγέτες σχετικά με ενδεχόμενη κρίση στην Ταϊβάν.

Αργότερα, η πρωθυπουργός σημείωσε ότι οι δηλώσεις της «δεν αποκλίνουν» από την παραδοσιακή θέση της χώρας. Η ιαπωνική κυβέρνηση επανέλαβε αρκετές φορές την προηγούμενη εβδομάδα ότι δεν έχει υπάρξει αλλαγή στην πολιτική του Τόκυο έναντι της Ταϊβάν.

Το κινεζικό καθεστώς κάλεσε τον Ιάπωνα πρέσβη στις 13 Νοεμβρίου για να υποβάλει επίσημη διαμαρτυρία και απαίτησε ανάκληση της δήλωσης της Τακαΐτσι. Το υπουργείο Άμυνας του καθεστώτος προειδοποίησε στις 14 Νοεμβρίου ότι εάν το Τόκυο προσπαθούσε να παρέμβει στρατιωτικά στα ζητήματα της Ταϊβάν, θα αντιμετώπιζε «συντριπτική ήττα» και «βαρύ τίμημα».

Η Ιαπωνία, της οποίας το δυτικότερο νησί Γιοναγκούνι απέχει μόλις 68 μίλια από την Ταϊβάν, ανησυχεί ότι οποιαδήποτε σύγκρουση στο Στενό της Ταϊβάν θα μπορούσε να επεκταθεί και στο δικό της έδαφος. Η χώρα φιλοξενεί περισσότερους από 50.000 Αμερικανούς στρατιώτες, καθώς και προηγμένα αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ιαπωνίας, Τοσιμίτσου Μοτέγκι, δήλωσε στις 14 Νοεμβρίου ότι η ειρήνη και η σταθερότητα στο Στενό της Ταϊβάν είναι κρίσιμες όχι μόνο για την ασφάλεια της Ιαπωνίας, αλλά και για τη σταθερότητα της διεθνούς κοινότητας. Σε συνέντευξη Τύπου στο Τόκυο, σημείωσε ότι «η Ιαπωνία ελπίζει πραγματικά πως τα ζητήματα σχετικά με την Ταϊβάν θα επιλυθούν ειρηνικά μέσω διαλόγου» και ότι αυτή είναι «η σταθερή και αμετάβλητη θέση της ιαπωνικής κυβέρνησης».

Σε ερώτηση δημοσιογράφου για το αν η πρωθυπουργός θα ανακαλέσει τις δηλώσεις της για την Ταϊβάν, ο Μοτέγκι απάντησε ότι η κυβέρνηση έχει ήδη αποσαφηνίσει τη θέση της βάσει της νομοθεσίας του 2015 και της έννοιας της «κατάστασης απειλής για την επιβίωση». Τόνισε ότι η θέση της Ιαπωνίας «δεν αντιβαίνει στο Διεθνές Δίκαιο» και, κατά συνέπεια, «δεν υπάρχει καμία ανάγκη ανάκλησης» της δήλωσης της πρωθυπουργού.

Της Dorothy Li

Ο Τραμπ εξαιρεί την Ουγγαρία από τις κυρώσεις για τη ρωσική ενέργεια

Σε πλήρη εξαίρεση από τις αμερικανικές κυρώσεις που επιβάλλονται στη ρωσική ενέργεια προχώρησε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για την Ουγγαρία, κατά τη συνάντησή του στις 7 Νοεμβρίου στον Λευκό Οίκο με τον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, Βίκτορ Ορμπάν.

Όπως δήλωσε στα ουγγρικά μέσα ενημέρωσης ο Ορμπάν, μετά το πέρας των συνομιλιών, η εξαίρεση καλύπτει πλήρως το ρωσικό φυσικό αέριο που διοχετεύεται μέσω του αγωγού TurkStream και το πετρέλαιο που προέρχεται από τον αγωγό Drasba.

«Ζητήσαμε από τον πρόεδρο να αρθούν οι κυρώσεις», ανέφερε ο Ορμπάν. «Συμφωνήσαμε και ο πρόεδρος έλαβε τη σχετική απόφαση λέγοντας ότι οι κυρώσεις δεν θα εφαρμοστούν στους δύο αυτούς αγωγούς».

Στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων, η Ουγγαρία συμφώνησε να προμηθευτεί αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο, όπως ανακοίνωσε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, υπογραμμίζοντας με ενημερωτικό σημείωμα ότι αναμένεται να υπογραφούν συμβόλαια ύψους περίπου 600 εκατ. δολαρίων.

Οι δύο χώρες αποφάσισαν επίσης να ενισχύσουν τη συνεργασία τους στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων, ενώ η Ουγγαρία θα προμηθευτεί πυρηνικά καύσιμα από την αμερικανική εταιρεία Westinghouse Electric Company, όπως αποκάλυψε ο Ορμπάν.

Ανώτατος αξιωματούχος του Λευκού Οίκου επιβεβαίωσε στο πρακτορείο Reuters ότι στην Ουγγαρία χορηγήθηκε απαλλαγή ενός έτους από τις αμερικανικές κυρώσεις, ώστε να συνεχίσει να χρησιμοποιεί ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Ως ένας από τους μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου στην Ευρώπη, η Ουγγαρία έχει αποτελέσει σημαντική πρόκληση για τις προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Πριν από τις δηλώσεις του Ορμπάν, ο Τραμπ είχε ανοίξει το ενδεχόμενο απαλλαγής της Ουγγαρίας από τις κυρώσεις. «Το εξετάζουμε», είχε πει στους δημοσιογράφους. «Είναι πολύ δύσκολο για τον ίδιο να βρει πετρέλαιο και φυσικό αέριο από άλλες περιοχές. Δεν έχουν το πλεονέκτημα της θάλασσας», εξήγησε.

Ήταν η πρώτη διμερής συνάντηση στην Ουάσιγκτον μεταξύ των δύο συμμάχων από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο. «Είναι σπουδαίος ηγέτης», δήλωσε ο Τραμπ για τον Ορμπάν, προσθέτοντας ότι ορισμένοι Ευρωπαίοι ηγέτες τον ζηλεύουν: «Αυτοί οι ηγέτες αποδείχτηκαν ότι έχουν άδικο», είπε ο Τραμπ, υπογραμμίζοντας την αυστηρή προσέγγιση της Ουγγαρίας στο μεταναστευτικό. «Στην Ευρώπη έχουν κάνει τεράστια λάθη με τη μετανάστευση», σχολίασε ο Αμερικανός πρόεδρος.

Ο Ορμπάν εξήγησε ότι η εξαίρεση από τις αμερικανικές κυρώσεις είναι αναγκαία, καθώς η Ουγγαρία – μια περίκλειστη χώρα – εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ρωσικό πετρέλαιο.

Τόνισε ότι η διακοπή της τροφοδοσίας με ρωσική ενέργεια θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στον ουγγρικό λαό και στην οικονομία: «Τροφοδοτούμαστε μέσω αγωγών. Ο αγωγός δεν είναι ιδεολογικό ή πολιτικό ζήτημα, αλλά φυσική αναγκαιότητα. Είναι ζωτικής σημασίας για εμάς», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στις 22 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση Τραμπ είχε ανακοινώσει αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Μόσχας, μεταξύ άλλων στους δύο μεγαλύτερους ρωσικούς πετρελαϊκούς κολοσσούς, Lukoil και Rosneft, με στόχο να περιοριστεί η χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία.

Η κίνηση αυτή ενδεχομένως να εκθέσει και άλλες χώρες-αγοραστές, όπως η Κίνα, η Ινδία και ευρωπαϊκά κράτη, σε δευτερογενείς κυρώσεις. Ο Ορμπάν είχε δηλώσει νωρίτερα πως αναζητά τρόπους παράκαμψης των αμερικανικών κυρώσεων.

Ο Τραμπ σημείωσε πως, πέραν των θεμάτων ενέργειας και εμπορίου, οι ηγέτες θα συζητήσουν και την κατάσταση στην Ουκρανία.

Ο Ορμπάν δήλωσε ότι θα παρουσιάσει προτάσεις για τη λήξη του πολέμου. Παράλληλα, επέκρινε κακή εκτίμηση των υπολοίπων μελών της ΕΕ, υποστηρίζοντας πως πολλοί πιστεύουν λανθασμένα ότι η Ουκρανία μπορεί να κερδίσει στο πεδίο της μάχης. «Είναι ένα περίπλοκο θέμα», σημείωσε. Όταν ο Τραμπ τον ρώτησε αν θεωρεί πως η Ουκρανία δεν μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο, ο Ορμπάν απάντησε: «Ένα θαύμα μπορεί να συμβεί».

Στηλίτευσε ακόμη τους Ευρωπαίους ηγέτες επειδή επέβαλαν οικονομικές κυρώσεις στην Ουγγαρία, λόγω της άρνησής της να δεχθεί μετανάστες. «Στην Ουγγαρία, ο αριθμός των παράνομων μεταναστών είναι μηδενικός, επειδή έχουμε απολύτως σαφές σύστημα», δήλωσε ο Ορμπάν. Πέρυσι, το ανώτατο δικαστήριο της ΕΕ αποφάσισε να επιβάλει στην Ουγγαρία πρόστιμο 1 εκατ. ευρώ ημερησίως, μέχρι να συμμορφωθεί με τους κανόνες της Ένωσης για τους πρόσφυγες.

«Τους είπα ότι πρέπει να σέβονται αυτόν τον άνθρωπο», είπε ο Τραμπ αναφερόμενος στον Ορμπάν. Η κυβέρνηση Μπάιντεν διατήρησε ψυχρές σχέσεις με την κυβέρνηση Ορμπάν, επικαλούμενη ζητήματα διαφθοράς, υπονόμευσης της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, πιέσεις σε ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, αλλά και οπισθοδρόμησης της δημοκρατίας, ενώ επέκρινε και τις στενές σχέσεις της Βουδαπέστης με τη Μόσχα και το Πεκίνο.

Με την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2025, οι διμερείς σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ουγγαρίας άρχισαν να βελτιώνονται σημαντικά. Ο Ορμπάν χαρακτήρισε αυτή τη νέα περίοδο ως την αρχή μιας «χρυσής εποχής» των διμερών σχέσεων και είπε στον Τραμπ πως επί κυβέρνησης Μπάιντεν «όλα ήταν ουσιαστικά μπλοκαρισμένα, κατεστραμμένα και ακυρωμένα» μεταξύ των δύο χωρών.

ΕΕ: Νέα στρατηγική για μείωση της ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα ξεκινήσει τις επόμενες εβδομάδες τη συγκέντρωση της ζήτησης για φυσικό αέριο από ευρωπαϊκές εταιρείες, στο πλαίσιο των προσπαθειών της να απεξαρτήσει την ήπειρο από τη ρωσική ενέργεια.

Την ανακοίνωση αυτή έκανε ο επίτροπος Ενέργειας της Ε.Ε., Νταν Γιόργκενσεν, στις 28 Οκτωβρίου. «Θα εκκινήσουμε μια στοχευμένη άσκηση συγκέντρωσης ζήτησης φυσικού αερίου για τις εταιρείες της περιοχής», δήλωσε ο Γιόργκενσεν μετά τη μινι-υπουργική σύνοδο για τη διασύνδεση της ενέργειας στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, στη Ρουμανία.

Η Ε.Ε. διαπραγματεύεται αυτή τη στιγμή την απαγόρευση εισαγωγών πετρελαίου και αερίου από τη Μόσχα μέχρι τον Ιανουάριο του 2028.

Πριν από την έναρξη του πολέμου μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, η Ρωσία κάλυπτε περίπου το 40% των εισαγωγών φυσικού αερίου της Ένωσης, προσφέροντας ακόμη σημαντικές ποσότητες αργού πετρελαίου και άνθρακα.

Ο Γιόργκενσεν εξήγησε ότι η επαναλειτουργία του μηχανισμού συγκέντρωσης ζήτησης στοχεύει στη διασφάλιση προμηθειών φυσικού αερίου σε ανταγωνιστικές τιμές και με ευρύτερη γεωγραφική διασπορά.

Η πρωτοβουλία για συγκέντρωση της ζήτησης φυσικού αερίου ξεκίνησε από την Ένωση το 2022, ως απάντηση στον πόλεμο στην Ουκρανία και την ανάγκη απεξάρτησης από το ρωσικό καύσιμο.

Ωστόσο, δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία για τον πραγματικό όγκο των υπογεγραμμένων συμβολαίων ή προμηθειών μέσω της πλατφόρμας.

Το σύστημα συγκεντρώνει τη ζήτηση και φέρνει σε επαφή αγοραστές και προμηθευτές αερίου, με τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις να παραμένουν ανεξάρτητες – πράγμα που σημαίνει ότι οι εταιρείες δεν είναι ακόμη υποχρεωμένες να δηλώνουν τις συμφωνίες τους.

Η Ε.Ε. έχει δεσμευτεί να αυξήσει σημαντικά τις ενεργειακές εισαγωγές από τις Ηνωμένες Πολιτείες, προχωρώντας σε αγορές ύψους 250 δισ. δολαρίων ετησίως ως το 2028, βάσει εμπορικής συμφωνίας με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Τραμπ έχει εκφράσει έντονη δυσαρέσκεια για τα ευρωπαϊκά κράτη-συμμάχους της Αμερικής που συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσική ενέργεια ενόσω διαρκεί ο πόλεμος στην Ουκρανία.

Μιλώντας στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, επέκρινε τους συμμάχους του ΝΑΤΟ λέγοντας: «Ανεξήγητα, ακόμη και χώρες του ΝΑΤΟ δεν έχουν διακόψει σε μεγάλο βαθμό την αγορά ρωσικής ενέργειας και ρωσικών ενεργειακών προϊόντων. Σκεφτείτε το – χρηματοδοτούν τον πόλεμο εναντίον των ίδιων τους των εαυτών».

Στις 23 Οκτωβρίου, η Ε.Ε. συμφώνησε σε νέο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, που στοχεύει στον «σκιώδη στόλο» της Μόσχας, τράπεζες, εταιρείες τρίτων χωρών και παρόχους κρυπτονομισμάτων.

Το Συμβούλιο της Ε.Ε. ανακοίνωσε ότι αυτό το δέκατο ένατο πακέτο κυρώσεων αποτελεί απάντηση στην κλιμάκωση της ρωσικής επιθετικότητας, κυρίως μέσω επιθέσεων σε υποδομές πολιτών.

Στα μέτρα περιλαμβάνεται η επιβολή κυρώσεων σε 117 επιπλέον πλοία του ρωσικού σκιώδους στόλου – με το σύνολο να φθάνει τα 557 – καθώς και η επιβεβαίωση απαγόρευσης εισαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), με ισχύ από τον Ιανουάριο 2027 για τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια και εντός εξαμήνου για τα βραχυπρόθεσμα.

Η απαγόρευση αυτή θα απαιτήσει από τα κράτη-μέλη που συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσικό αέριο να διακόψουν τα συμβόλαιά τους και να αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές.

Ορισμένες χώρες της Ε.Ε., όπως η Γαλλία και το Βέλγιο, συνεχίζουν να εισάγουν ρωσικό LNG, ενώ η Σλοβακία και η Ουγγαρία λαμβάνουν παραδόσεις αερίου μέσω αγωγών.

Ειδικά η Ουγγαρία έχει εκφράσει ανοικτά την αντίθεσή της σε οποιοδήποτε σχέδιο αποκλεισμού της ρωσικής ενέργειας.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ουγγαρίας, Πέτερ Σιγιάρτο, δήλωσε στις 15 Οκτωβρίου: «Οι Ευρωπαίοι φίλοι μου συμπεριφέρονται σαν παράφρονες σε ό,τι αφορά την ενέργεια. Τώρα οι Βρυξέλλες μας αναγκάζουν να αντικαταστήσουμε φθηνές και αξιόπιστες πηγές φυσικού αερίου με ακριβότερες και λιγότερο αξιόπιστες. Η Ουγγαρία δεν βρίσκει κανένα όφελος σε αυτό».

Αντίστοιχη στάση κρατά και η Σλοβακία, ένα ακόμη μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ με μεγάλη εξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Σλοβακίας, Γιούραϊ Μπλινάρ, ανέφερε στο πρακτορείο Reuters, στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε. στις 24 Σεπτεμβρίου: «Δεν έχουμε άλλες επιλογές που να μπορούν να διατηρηθούν και να προσφέρουν λογικές τιμές. Η διαφοροποίηση απαιτεί χρόνο. Γι’ αυτό καλούμε σε κάποια μορφή κατανόησης».

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει ελάφρυνση του νόμου για την αποψίλωση για τις μικρές επιχειρήσεις

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ) πρότεινε στις 21 Οκτωβρίου περιορισμένες αλλαγές στον νόμο της για την αποψίλωση των δασών, προκειμένου να ελαφρύνει τις υποχρεώσεις αναφοράς για τους μικρούς παραγωγούς και επιχειρήσεις, χωρίς όμως να προχωρήσει σε νέα αναβολή της εφαρμογής του μέτρου.

Ο κανονισμός της ΕΕ για την αποψίλωση των δασών (EUDR) απαγορεύει τις εισαγωγές φοινικελαίου, καφέ, κακάο, βοδινού κρέατος, ξυλείας και καουτσούκ, εκτός εάν οι εταιρείες αποδείξουν ότι τα προϊόντα αυτά παράχθηκαν χωρίς αποψίλωση.

Αρχικά, η εφαρμογή του είχε αναβληθεί, από το 2024 για τον Δεκέμβριο του 2025, και αναμενόταν νέα καθυστέρηση τον Σεπτέμβριο, έπειτα από δήλωση της επιτρόπου Περιβάλλοντος της ΕΕ, Γέσικα Ρόσβαλ, η οποία είχε αναφέρει ότι χρειαζόταν περισσότερος χρόνος για τη διόρθωση του πληροφοριακού συστήματος που θα παρακολουθεί τα προϊόντα στο πλαίσιο του νόμου.

Μιλώντας στους δημοσιογράφους στο Λουξεμβούργο, η Ρόσβαλ ανέφερε ότι ο κανονισμός θα τεθεί σε ισχύ στις 30 Δεκεμβρίου 2025 για τις μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις, ενώ οι πολύ μικρές και οι μικρές επιχειρήσεις θα έχουν προθεσμία έως τις 30 Ιουνίου 2026. Προβλέπονται ελαφρύτερες απαιτήσεις αναφοράς για τους μικρούς φορείς, καθώς και περίοδος χάριτος έξι μηνών για τις μεγάλες εταιρείες πριν αρχίσουν να επιβάλλονται πλήρεις κυρώσεις.

Η Ρόσβαλ εξήγησε ότι οι πολύ μικροί παραγωγοί θα εξαιρεθούν από την υποχρέωση σύνταξης πλήρους δήλωσης δέουσας επιμέλειας και θα χρειάζεται μόνο να υποβάλλουν απλή δήλωση, γεγονός που θα μειώσει την επιβάρυνση του πληροφοριακού συστήματος.

Προσέθεσε ότι οι απλουστεύσεις αυτές θα επιτρέψουν στον νόμο να τεθεί σε ισχύ όπως είχε προγραμματιστεί, προβλέποντας μια μεταβατική περίοδο έξι μηνών για τις μεγάλες εταιρείες, κατά την οποία δεν θα επιβάλλονται κυρώσεις.

«Προσαρμογή χωρίς νέα καθυστέρηση»

Η Τερέσα Ριβέρα, αντιπρόεδρος της Επιτροπής για την «Καθαρή, Δίκαιη και Ανταγωνιστική Μετάβαση», δήλωσε ότι η πρόταση επιτρέπει στους μεγάλους φορείς να προσαρμοστούν σταδιακά, δίνοντας παράλληλα περισσότερο χρόνο στους μικρούς παραγωγούς να προετοιμαστούν.

Ωστόσο, η πρόταση δέχθηκε κριτική από εκπροσώπους του ευρωπαϊκού επιχειρηματικού κόσμου.

Ο Χόλγκερ Σβάνεκε, γενικός γραμματέας της Γερμανικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματικών Τεχνών, σχολίασε ότι οι τροποποιήσεις της Επιτροπής «απέχουν πολύ από το αναγκαίο». Επεσήμανε ότι, αντί να αντιμετωπιστούν τα βασικά προβλήματα, η Επιτροπή επιμένει σε χρονοδιάγραμμα και στόχους που είναι ανεφάρμοστοι ή εξαιρετικά δύσκολοι για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, επιβάλλοντας επιπλέον σημαντικό βάρος.

Ο Σβάνεκε τόνισε ότι η ΕΕ θα έπρεπε να είχε παγώσει την εφαρμογή του νόμου για να επιτρέψει πλήρη αναθεώρησή του. Όπως ανέφερε, δεδομένων των τεράστιων διοικητικών βαρών που επιφέρει ο κανονισμός στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μια προσωρινή «αναστολή του ρολογιού» θα ήταν η μόνη κατάλληλη λύση. Συμπλήρωσε ότι μια διετής αναστολή και ένα άνοιγμα για θεμελιώδεις διορθώσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν πραγματική θεραπεία.

Συμμόρφωση και σύγχυση

Σύμφωνα με την επικαιροποιημένη πρόταση, οι μικροί παραγωγοί σε χώρες χαμηλού κινδύνου, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Ινδία, η Κίνα και η Αυστραλία, θα χρειάζεται να υποβάλουν μόνο μία αρχική δήλωση για να καταγραφούν ως φορείς.

Το μέτρο δεν ισχύει για χώρες «τυπικού κινδύνου», όπως η Βραζιλία, η Ινδονησία και η Μαλαισία, οι οποίες εξακολουθούν να υποχρεούνται να προσκομίζουν πλήρη τεκμηρίωση δέουσας επιμέλειας. Η Βραζιλία, ο μεγαλύτερος εξαγωγέας γεωργικών προϊόντων προς την ΕΕ, μαζί με την Αυστραλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχει ήδη ζητήσει από την ΕΕ να αναβάλει την εφαρμογή του κανονισμού.

Το προηγούμενο έτος, Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν δηλώσει ότι οι παραγωγοί αντιμετώπιζαν δυσκολίες συμμόρφωσης με τους νέους κανόνες.

Η Ρόσβαλ ανέφερε ότι ο κανονισμός παραμένει σύμφωνος με τους διεθνείς εμπορικούς κανόνες, υπογραμμίζοντας ότι όλες οι εταιρείες που διαθέτουν προϊόντα στην ευρωπαϊκή αγορά, ανεξαρτήτως μεγέθους, θα δεσμεύονται από τις βασικές απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας.

Η πρόταση θα υποβληθεί τώρα στις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της ΕΕ και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για έγκριση, όπου ενδέχεται να υπάρξουν περαιτέρω τροποποιήσεις.

Η Ρόσβαλ εξέφρασε την ελπίδα ότι η πρόταση θα εγκριθεί το συντομότερο δυνατό, επισημαίνοντας ότι απομένει ελάχιστος χρόνος για να διασφαλιστεί η ομαλή εφαρμογή του νόμου. Προειδοποίησε ότι μια εκ νέου πλήρης νομοθετική διαδικασία, όπως η προσθήκη νέων κατηγοριών κινδύνου για χώρες, θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω καθυστερήσεις. Μια νέα κατηγορία κινδύνου θα αποτελούσε χρονοβόρο και προβληματική διαδικασία, δήλωσε, απορρίπτοντας τις εισηγήσεις για νέα αναβολή ενός έτους.