Σάββατο, 28 Φεβ, 2026

Πληθαίνουν οι ρωγμές στο οικοδόμημα της «φροντίδας επιβεβαίωσης φύλου»

Σχολιασμός

Στην πρώτη υπόθεση του είδους της που έφτασε ενώπιον ενόρκων, μια 22χρονη γυναίκα, η Φοξ Βάριαν (Fox Varian), έλαβε αποζημίωση ύψους 2 εκατομμυρίων δολαρίων στις 30 Ιανουαρίου, στο πλαίσιο αγωγής για ιατρικό σφάλμα που κατέθεσε κατά του πλαστικού χειρουργού της, Δρος Σάιμον Τσιν (Dr. Simon Chin), και του ψυχολόγου της, Δρος Κέννεθ Άινχορν (Dr. Kenneth Einhorn). Ο Τσιν αφαίρεσε τους μαστούς της Βάριαν όταν εκείνη ήταν 16 ετών, ενώ ο Άινχορν της έκανε θεραπεία για δυσφορία φύλου.

Μετά την επέμβαση, η Βάριαν βίωσε έντονη και παρατεταμένη μεταμέλεια και τελικά επανήλθε στο να αυτοπροσδιορίζεται ως γυναίκα, δηλαδή σύμφωνα με το βιολογικό της φύλο.

Δεκάδες παρόμοιες αγωγές εκκρεμούν σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατατεθειμένες από «άτομα που προέβησαν σε απομετάβαση», τα οποία δηλώνουν βαθιά μεταμέλεια για τις ιατρικές και χειρουργικές παρεμβάσεις που παραμόρφωσαν το σώμα τους στο πλαίσιο του μοντέλου «επιβεβαίωσης φύλου», το οποίο έχει παγιωθεί στο ιατρικό πεδίο στις ΗΠΑ τα τελευταία 15 χρόνια. Σύμφωνα με ανάλυση του Manhattan Institute, τουλάχιστον 5.200 έφηβες στις Ηνωμένες Πολιτείες υποβλήθηκαν σε διπλή μαστεκτομή ως μέρος διαδικασιών μετάβασης φύλου μεταξύ 2017 και 2023.

Ιδιαίτερη σημασία έχει, συνεπώς, το ότι η Αμερικανική Εταιρεία Πλαστικών Χειρουργών (American Society of Plastic Surgeons –  ASPS) εξέδωσε αυτή την εβδομάδα νέα τοποθέτηση, στην οποία αναγνωρίζει την έλλειψη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων ότι οι μη αναστρέψιμες χειρουργικές παρεμβάσεις που σχετίζονται με το φύλο ωφελούν τους εφήβους, και συνιστά στους χειρουργούς να αναβάλλουν επεμβάσεις μαστού, γεννητικών οργάνων και προσώπου που σχετίζονται με το φύλο έως ότου οι ασθενείς συμπληρώσουν τουλάχιστον το 19ο έτος της ηλικίας τους.

Στην αξιολόγηση των διαθέσιμων στοιχείων, η ASPS — η οποία εκπροσωπεί περισσότερους από 11.000 ιατρούς και άνω του 90% του κλάδου στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά — βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε δεδομένα από εκτενή φινλανδική μελέτη (pdf), στην έκθεση Κας (Cass Review) του Ηνωμένου Βασιλείου και στην έκθεση για τη δυσφορία φύλου (Gender Dysphoria Report) του υπουργείου Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών των Ηνωμένων Πολιτειών.

Μέχρι πρόσφατα, μεγάλο μέρος της συζήτησης γύρω από τη «μετάβαση» νέων ανθρώπων επικεντρωνόταν στην «αυτονομία» τους — στο δικαίωμά τους να επιλέγουν το είδος σώματος στο οποίο επιθυμούν να ζουν, ανεξαρτήτως του περιορισμένου όγκου στοιχείων που υποστηρίζουν τη μετάβαση. Η ASPS εκφράζει ρητά τη λύπη της για αυτή την παρερμηνεία μίας από τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής: «Η αυτονομία του ασθενούς ορίζεται ορθότερα ως το δικαίωμα ενός ασθενούς να αποδέχεται ή να αρνείται την κατάλληλη θεραπεία· δεν δημιουργεί υποχρέωση για τον ιατρό να παρέχει παρεμβάσεις ελλείψει ευνοϊκού προφίλ κινδύνου-οφέλους, ιδίως σε εφηβικούς πληθυσμούς όπου η ικανότητα λήψης αποφάσεων βρίσκονται ακόμη υπό διαμόρφωση».

Όπως είχε διατυπώσει ο εκλιπών Τσαρλς Κράουτχαμερ (Charles Krauthammer): «Οι γιατροί δεν είναι απλώς τεχνικοί της βιοϊατρικής. Οφείλουν να ασκούν κρίση… Πριν υπηρετήσουν τη βούληση ενός ασθενούς, πρέπει να αποφασίσουν αν αυτή είναι διεστραμμένη και αυτοκαταστροφική».

Σε μια ακόμη σημαντική εξέλιξη, μία ημέρα μετά τη δήλωση της ASPS, η Αμερικανική Ιατρική Ένωση (American Medical Association – AMA), επί μακρόν ένθερμος υποστηρικτής του ιατρικού και χειρουργικού μοντέλου επιβεβαίωσης φύλου, ανέφερε: «Ελλείψει σαφών αποδεικτικών στοιχείων, η AMA συμφωνεί με την ASPS ότι οι χειρουργικές παρεμβάσεις σε ανηλίκους θα πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να αναβάλλονται έως την ενηλικίωση».

Η νέα θέση της ASPS περιορίζεται στις χειρουργικές παρεμβάσεις, ωστόσο ο οργανισμός επισημαίνει τη «σημαντική αβεβαιότητα» που περιβάλλει τα μακροπρόθεσμα οφέλη και τους κινδύνους των αναστολέων εφηβείας και των ορμονών αντίθετου φύλου. Αυτό θέτει ένα εύλογο ερώτημα· δεδομένου ότι και αυτές οι παρεμβάσεις στηρίζονται σε ασθενή τεκμηρίωση οφέλους — και μάλιστα υπάρχουν ενδείξεις βλάβης — και εφ’ όσον είναι μη αναστρέψιμες με συνέπειες που αλλάζουν τη ζωή των εφήβων, δεν θα έπρεπε επίσης να αποτρέπονται για τα παιδιά και τους εφήβους;

Τα τελευταία χρόνια έχει καταγραφεί απόκλιση μεταξύ Βόρειας Αμερικής και Ευρώπης ως προς τη διαχείριση της παιδιατρικής δυσφορίας φύλου, όπως επισημαίνεται σε εκτενή έκθεση του 2024 του Aristotle Foundation (της οποίας είμαι συνυπογράφων), με τις ευρωπαϊκές χώρες να εμφανίζονται ολοένα και πιο επιφυλακτικές απέναντι στη χορήγηση αναστολέων της εφηβείας και των ορμονών του αντίθετου φύλου σε νέους. Οι εξελίξεις των τελευταίων δύο εβδομάδων προσφέρουν ίσως κάποια ένδειξη ότι παρόμοια επιφυλακτικότητα αρχίζει να διαμορφώνεται και σε αυτή την πλευρά του Ατλαντικού.

Στον Καναδά, η Αλμπέρτα είναι η μόνη επαρχία που έχει υιοθετήσει νομοθεσία περιορίζοντας τη χρήση αναστολέων εφηβείας και ορμονών του αντίθετου φύλου σε νέους και απαγορεύοντας τη χειρουργική επαναπροσδιορισμού φύλου για άτομα κάτω των 18 ετών. Η κυβέρνηση της συγκεκριμένης επαρχίας έχει δεχθεί σφοδρή κριτική — καθώς και νομικές προσφυγές — από καναδικές ιατρικές ενώσεις και ομάδες υπεράσπισης διεμφυλικών ατόμων. Και πάλι, ενδεχομένως, έχει ανοίξει ένα παράθυρο για ουσιαστικό διάλογο και ειλικρινή στάθμιση των αποδεικτικών στοιχείων.

Οι ιατρικές ενώσεις υποστηρίζουν διαχρονικά ότι οι κυβερνήσεις και οι πολιτικοί δεν θα πρέπει να παρεμβαίνουν στη λήψη ιατρικών αποφάσεων και ότι τέτοια ζητήματα πρέπει να αφήνονται στους ασθενείς, στις οικογένειές τους και στους γιατρούς τους. Ωστόσο, η υπόθεση της φροντίδας επιβεβαίωσης φύλου — όπως και τα πειράματα σύφιλης στο Τασκίγκι στο παρελθόν — ανέδειξε τον κίνδυνο της άκριτης εμπιστοσύνης στην ικανότητα του ιατρικού επαγγέλματος να αυτορρυθμίζεται.

Οι επαγγελματίες υγείας οφείλουν, ασφαλώς, να φροντίζουν τα παιδιά που βιώνουν δυσφορία φύλου με συμπόνια και σεβασμό. Ωστόσο, αυτή η φροντίδα δεν πρέπει να παραμερίζει την επιστημονική αυστηρότητα. Σε τελική ανάλυση, είμαι απολύτως βέβαιος ότι όλοι επιδιώκουμε το ίδιο — το καλύτερο για τα παιδιά μας.

Του J. Edward Les

Ο Δρ Τζ. Έντουαρντ Λες (MD) είναι ανώτερος ερευνητής στο Aristotle Foundation for Public Policy, παιδίατρος στο Κάλγκαρυ και συνυπογράφων του έργου Teenagers, Children, and Gender Transition Policy: A Comparison of Transgender Medical Policy for Minors in Canada, the United States, and Europe («Έφηβοι, παιδιά και πολιτική για τη μετάβαση φύλου: σύγκριση της ιατρικής πολιτικής για ανηλίκους στον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη»).

Οι απόψεις που διατυπώνονται σε αυτό το άρθρο είναι του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η «Σκέψη του Σι» πάνω από τον Νόμο: Η πολιτικοποίηση των εισαγγελέων στην Κίνα

Η ετήσια Εθνική Συνάντηση Εισαγγελέων της Κίνας, που πραγματοποιήθηκε στο Πεκίνο στις 19 Ιανουαρίου 2026, προσέφερε ένα αποκαλυπτικό στιγμιότυπο της σημερινής κινεζικής αντίληψης περί δικαιοσύνης. Παρότι τυπικά πρόκειται για την ανώτατη επαγγελματική σύναξη του εισαγγελικού σώματος, το περιεχόμενο των ομιλιών και των κατευθύνσεων που δημοσιοποιήθηκαν δείχνει ότι ο ρόλος των εισαγγελέων μετασχηματίζεται ριζικά. Από νομικοί λειτουργοί μετατρέπονται σε φορείς ιδεολογικής πειθαρχίας.

Στο επίκεντρο της συνάντησης δεν βρέθηκαν ζητήματα νομολογίας, αποδεικτικών προτύπων ή δικονομικών εγγυήσεων. Αντίθετα, κυριάρχησε η επιβεβαίωση της απόλυτης πολιτικής υπαγωγής της δικαιοσύνης στην ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ) και προσωπικά στον Σι Τζινπίνγκ. Το μήνυμα ήταν σαφές: το «κράτος δικαίου» στην Κίνα δεν είναι ένα σύστημα περιορισμού της εξουσίας, αλλά ένα εργαλείο άσκησής της.

Η «Σκέψη του Σι» ως υπέρτατη νομική αρχή

Η συνάντηση άνοιξε, όπως συνηθίζεται, για «ενδελεχή μελέτη και εφαρμογή» των οδηγιών του Σι Τζινπίνγκ σχετικά με τη διακυβέρνηση βάσει νόμου. Ωστόσο, το περιεχόμενο αυτής της διατύπωσης απογυμνώνει τον όρο «νόμος» από την κλασική του έννοια. Οι εισαγγελείς κλήθηκαν να υιοθετήσουν τη «Σκέψη του Σι Τζινπίνγκ για τον σοσιαλισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά για μια Νέα Εποχή» ως κατευθυντήρια αρχή, να στηρίξουν τα λεγόμενα «δύο καθεστώτα» και να διασφαλίσουν τα «δύο υποστηρίγματα» — πολιτικά συνθήματα που, στην πράξη, σημαίνουν πίστη στην κεντρική εξουσία και στον ίδιο τον Σι ως πυρήνα του συστήματος.

Η λογική είναι αντιστροφή της κλασικής αντίληψης του κράτους δικαίου. Δεν είναι ο νόμος που δεσμεύει την εξουσία, αλλά η εξουσία που ορίζει τον νόμο μέσω ιδεολογίας.

Ο Γενικός Εισαγγελέας Γινγκ Γιονγκ, στην κεντρική του ομιλία, ξεκαθάρισε χωρίς περιστροφές τη φύση του εισαγγελικού ρόλου: «Τα εισαγγελικά όργανα είναι πρωτίστως πολιτικά όργανα». Η πολιτική πίστη αναγορεύεται σε «πρωταρχική απαίτηση», ενώ η δικαστική ανεξαρτησία απουσιάζει πλήρως από το λεξιλόγιο της ηγεσίας.

Οι επιτυχίες του εισαγγελικού έργου αποδόθηκαν όχι σε επαγγελματική επάρκεια ή θεσμική αυτονομία, αλλά στην «επιστημονική καθοδήγηση» της Σκέψης του Σι. Με άλλα λόγια, η ιδεολογία παρουσιάζεται ως υποκατάστατο της νομικής κρίσης. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο εισαγγελέας δεν καλείται να αξιολογήσει στοιχεία ή να ερμηνεύσει νόμους, αλλά να ευθυγραμμιστεί πολιτικά.

Η ρητή απόρριψη θεμελιωδών νομικών αρχών

Ιδιαίτερη σημασία έχει η ρητή καταδίκη εννοιών όπως ο «συνταγματικός πολιτισμός», η «διάκριση των εξουσιών» και η «δικαστική ανεξαρτησία». Αυτές χαρακτηρίστηκαν «δυτικές» και «λανθασμένες απόψεις», που δεν έχουν θέση στην Κίνα.

Η απόρριψη δεν είναι απλώς θεωρητική. Αποτελεί επίσημη δήλωση ότι οι μηχανισμοί ελέγχου και ισορροπίας θεωρούνται απειλή για την πολιτική σταθερότητα του καθεστώτος. Ο νόμος, αντί να λειτουργεί ως φραγμός στην αυθαιρεσία, μετατρέπεται σε μέσο επιβολής της κομματικής γραμμής.

Κεντρικός άξονας των οδηγιών προς τους εισαγγελείς ήταν η «πολιτική ασφάλεια». Η έννοια αυτή, σκόπιμα ασαφής, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ενεργειών που μπορούν να χαρακτηριστούν απειλητικές για το κράτος, από την κατασκοπεία μέχρι την έκφραση «λανθασμένων» απόψεων στο διαδίκτυο.

Η εντολή για «αυστηρή καταστολή» εγκλημάτων κατά της εθνικής ασφάλειας, σε συνδυασμό με την υποχρέωση προστασίας της κρατικής εξουσίας, του συστήματος και της ιδεολογίας, δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου τα ατομικά δικαιώματα είναι εξ ορισμού δευτερεύοντα.

Ακόμη και τομείς που παραδοσιακά θεωρούνται ουδέτεροι, όπως τα οικονομικά εγκλήματα, το κυβερνοέγκλημα ή η προστασία ανηλίκων, εντάχθηκαν στο ίδιο ιδεολογικό πλαίσιο. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: κάθε νομική πράξη έχει πολιτική διάσταση και κάθε πολιτική προτεραιότητα μεταφράζεται σε νομική υποχρέωση.

Αυτός ο «οργανικός» συνδυασμός κομματικών πολιτικών και εθνικών νόμων καταργεί στην πράξη τη διάκριση μεταξύ πολιτικής εντολής και νομικής κρίσης. Ο νόμος ακολουθεί το Κόμμα, όχι το αντίστροφο.

Ένα κράτος δικαίου χωρίς δικαιοσύνη

Η Εθνική Συνάντηση Εισαγγελέων του 2026 δεν ήταν απλώς μια γραφειοκρατική διαδικασία. Ήταν μια δημόσια επιβεβαίωση ότι το κινεζικό νομικό σύστημα λειτουργεί ως μηχανισμός ιδεολογικής συμμόρφωσης. Οι εισαγγελείς καλούνται να υπερασπιστούν όχι τη δικαιοσύνη, αλλά την κομματική ορθοδοξία. Όχι τα δικαιώματα των πολιτών, αλλά την «ιδεολογική ασφάλεια» του κράτους.

Η συνάντηση ολοκληρώθηκε με την υπενθύμιση ότι οι εισαγγελείς πρέπει να «μελετήσουν, να σκεφτούν και να εφαρμόσουν τη Σκέψη του Σι Τζινπίνγκ για το κράτος δικαίου». Τελικά, η Εθνική Συνάντηση Εισαγγελέων ήταν μια από τις συνηθισμένες κινεζικές πολιτικές λειτουργίες. Από τους συμμετέχοντες δεν ζητήθηκε να υπερασπιστούν τη δικαιοσύνη, αλλά να υπερασπιστούν το κόμμα. Δεν τους ζητήθηκε να ερμηνεύσουν τον νόμο, αλλά να ερμηνεύσουν τη Σκέψη του Σι Τζινπίνγκ. Και δεν τους ζητήθηκε να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των πολιτών, αλλά να προστατεύσουν την ιδεολογική ασφάλεια του κράτους.

Στο πλαίσιο αυτό, «το κράτος δικαίου με κινέζικα χαρακτηριστικά» μοιάζει περισσότερο με κράτος πίστης. Αν η δικαιοσύνη, όπως λέγεται, είναι τυφλή (δηλαδή ανεπηρέαστη), οι Κινέζοι εισαγγελείς έχουν λάβει σαφείς οδηγίες να αφαιρέσουν το μαντήλι, να κοιτάξουν προς το κέντρο της εξουσίας και να πράξουν αναλόγως.

Για το Πεκίνο, ο νόμος δεν είναι ασπίδα που προστατεύει τον πολίτη από την αυθαιρεσία. Είναι εργαλείο που διασφαλίζει ότι η αυθαιρεσία παραμένει απρόσκοπτη. Και αυτή η πραγματικότητα, όσο κι αν καλύπτεται με ρητορική περί «σοσιαλιστικού κράτος δικαίου», αποτελεί μια από τις πιο ανησυχητικές εξελίξεις για το μέλλον των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η καταδίκη του Τζίμμυ Λάι και το τέλος της ελευθερίας του λόγου στο Χονγκ Κονγκ

Η καταδίκη του μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης Τζίμμυ Λάι σε 20 χρόνια φυλάκισης από τις αρχές του Χονγκ Κονγκ, στο πλαίσιο της υπόθεσης εθνικής ασφάλειας, αποτελεί ένα ιστορικό ορόσημο, όχι μόνο για την πόλη, αλλά και για την ελευθερία του λόγου και του Τύπου στην Κίνα. Για πολλούς παρατηρητές, η απόφαση αυτή σφραγίζει οριστικά το τέλος της πολιτικής και θεσμικής αυτονομίας που υποσχόταν το μοντέλο «μία χώρα, δύο συστήματα».

Ο 78χρονος Τζίμμυ Λάι, ιδρυτής της πλέον ανενεργής φιλοδημοκρατικής εφημερίδας Apple Daily, υπήρξε για δεκαετίες μία από τις πιο εμβληματικές φωνές κριτικής απέναντι στο Κομουνιστικό Κόμμα Κίνας. Το μέσον του έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση λόγου υπέρ της δημοκρατίας και της διαφάνειας στο Χονγκ Κονγκ, ιδιαίτερα κατά τις μαζικές διαδηλώσεις του 2019.

Η εφημερίδα έκλεισε το 2021, αφού οι αρχές πάγωσαν τα περιουσιακά της στοιχεία με βάση τον Νόμο Εθνικής Ασφάλειας, ο οποίος επιβλήθηκε απευθείας από το Πεκίνο το 2020.

Η ποινή των 20 ετών χαρακτηρίστηκε από διεθνείς οργανισμούς και κυβερνήσεις ως «ισοδύναμη με ισόβια κάθειρξη», δεδομένης της ηλικίας και της επιβαρυμένης υγείας του Λάι. Η Βρετανίδα υπουργός Εξωτερικών εξέφρασε σοβαρές ανησυχίες για την κατάσταση της υγείας του και κάλεσε τις αρχές να τον απελευθερώσουν για ανθρωπιστικούς λόγους, ενώ Αμερικανοί πολίτες μίλησαν ανοιχτά για πολιτική δίωξη και φίμωση της ελεύθερης σκέψης.

Αντίθετα, ο επικεφαλής της κυβέρνησης του Χονγκ Κονγκ, Τζον Λι, υποστήριξε ότι η ποινή «αποδεικνύει την ύπαρξη κράτους δικαίου και αντανακλά τη ‘λαϊκή απαίτηση για δικαιοσύνη’». Δηλώσεις αξιωματούχων της αστυνομίας εθνικής ασφάλειας, όπως ότι «μόνο ο ουρανός ξέρει αν θα πεθάνει στη φυλακή», προκάλεσαν διεθνή κατακραυγή για τον κυνισμό και τον αυταρχικό τους τόνο.

Η υπόθεση Λάι δεν είναι μεμονωμένη. Από το 2020 και μετά, ο Νόμος Εθνικής Ασφάλειας έχει χρησιμοποιηθεί για να ποινικοποιήσει τη δημοσιογραφία, την πολιτική αντιπολίτευση, την ειρηνική διαμαρτυρία, ακόμη και απλές δημόσιες δηλώσεις.

Έννοιες όπως «συμπαιγνία με ξένες δυνάμεις» ή «υπονόμευση της κρατικής εξουσίας» παραμένουν σκόπιμα ασαφείς, επιτρέποντας στις αρχές να διώκουν οποιονδήποτε ασκεί κριτική στο καθεστώς. Στην πράξη, η ανεξάρτητη δημοσιογραφία στο Χονγκ Κονγκ έχει σχεδόν εξαφανιστεί, με δεκάδες μέσα να κλείνουν και δημοσιογράφους να αυτολογοκρίνονται ή να εγκαταλείπουν την πόλη.

Ο νόμος εθνικής ασφάλειας ως εργαλείο φίμωσης

Η κατάσταση στο Χονγκ Κονγκ αντικατοπτρίζει τη γενικότερη πραγματικότητα στην ηπειρωτική Κίνα, όπου το διαδίκτυο ελέγχεται μέσω αυστηρής λογοκρισίας, δημοσιογράφοι και μπλόγκερ φυλακίζονται, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων λειτουργού υπό συνεχή απειλή.

Η ελευθερία του λόγου δεν αναγνωρίζεται ως ατομικό δικαίωμα αλλά ως προνόμιο που υπόκειται στην «κρατική σταθερότητα» και στη γραμμή του Κόμματος. Οποιαδήποτε απόκλιση αντιμετωπίζεται ως υπαρξιακή απειλή για το καθεστώς. Όπως επεσήμανε και το Συμβούλιο Υποθέσεων Ηπειρωτικής Κίνας της Ταϊβάν, η υπόθεση Λάι λειτουργεί ως προειδοποίηση. Η απώλεια των ελευθεριών δεν συμβαίνει ξαφνικά, αλλά μέσα από σταδιακές νομικές και θεσμικές διαβρώσεις.

Για τη διεθνή κοινότητα, η καταδίκη του Τζίμμυ Λάι δεν αφορά μόνο έναν άνθρωπο. Αφορά το κατά πόσο η ελευθερία του λόγου και του Τύπου μπορούν να επιβιώσουν σε έναν κόσμο όπου αυταρχικά καθεστώτα αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη επιρροή.

Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά η Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων, η σημερινή απόφαση ίσως να είναι « το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της ελευθερίας του Τύπου στο Χονγκ Κονγκ». Το ερώτημα που απομένει είναι αν ο κόσμος θα περιοριστεί σε δηλώσεις ανησυχίας ή αν θα αντιδράσει έμπρακτα.

Η υπόθεση Λάι ως στρατηγική ισχύος του Πεκίνου

Η καταδίκη του Τζίμμυ Λάι δεν αποτελεί απλώς δικαστική απόφαση, είναι μια καθαρά πολιτική πράξη μα πολλαπλούς αποδέκτες: την κοινωνία του Χονγκ Κονγκ, την Ταϊβάν, τη Δύση και τις ίδιες τις κινεζικές ελίτ. Το Πεκίνο δεν επιδιώκει πλέον την ισορροπία μεταξύ ελέγχου και διεθνούς εικόνας, επιλέγει ανοιχτά την επιβολή.

Ο νόμος Εθνικής Ασφάλειας σηματοδότησε τη θεσμική μετάβαση του Χονγκ Κονγκ από ημιαυτόνομη, φιλελεύθερη πόλη σε έναν πλήρως ελεγχόμενο πολιτικό χώρο. Η υπόθεση Λάι δείχνει ότι η διάκριση εξουσιών έχει αποδυναμωθεί, τα δικαστήρια λειτουργούν πλέον εντός πολιτικών ορίων, η έννοια του «κράτους δικαίου» επαναπροσδιορίζεται ως πειθαρχία προς το κράτος.

Η σκληρή ποινή λειτουργεί αποτρεπτικά. Δεν τιμωρεί μόνο το παρελθόν, αλλά προειδοποιεί για το μέλλον.

Σε πολιτικό επίπεδο, το καθεστώς επιδιώκει τη μετάβαση από την καταστολή της διαμαρτυρίας στην εσωτερικευμένη αυτολογοκρισία. Δεν χρειάζεται πλέον μαζικές συλλήψεις όταν δημοσιογράφοι σιωπούν, επιχειρηματίες αποαστασιοποιούνται, πολίτες αποφεύγουν τον δημόσιο λόγο.

Η τιμωρία ενός ηλικιωμένου εκδότη με διεθνή αναγνώριση δείχνει ότι κανείς δεν είναι πολύ μεγάλος για να τιμωρηθεί.

Γεωπολιτικές διαστάσεις

Η χρονική και πολιτική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Προς την Ταιβάν, το μήνυμα είναι σαφές: η υπόσχεση αυτονομίας υπό κινεζική κυριαρχία δεν είναι αξιόπιστη.

Προς τη Δύση δείχνει ότι δεν αποδέχεται εξωτερική πίεση σε θέματα «εσωτερικής ασφάλειας». Είναι διατεθειμένο να πληρώσει κόστος στη διεθνή του εικόνα, και θεωρεί τα ανθρώπινα δικαιώματα δευτερεύοντα έναντι της πολιτικής σταθερότητας.

Η περιορισμένη αντίδραση της διεθνούς κοινότητας ενισχύει αυτή την εκτίμηση.

Η υπόθεση Λάι δεν αφορά μόνο την Κίνα. Αποτελεί παράδειγμα ενός σύγχρονου αυταρχικού μοντέλου, όπου οι νόμοι χρησιμοποιούνται αντί για ωμή βία, η καταστολή νομιμοποιείται θεσμικά, η ελευθερία του λόγου αντιμετωπίζεται ως απειλή εθνικής ασφάλειας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η φυλάκιση του Τζίμμυ Λάι λειτουργεί όχι ως εξαίρεση αλλά ως κανονικότητα ενός νέου πολιτικού δόγματος.

Τι σημαίνει η συμφωνία με τη Mercosur για την ανταγωνιστικότητα και τα περιθώρια δράσης της Ευρώπης

Σχολιασμός

Η συζήτηση για την εμπορική πολιτική στην Ευρώπη σπάνια είναι απαλλαγμένη από συναισθηματισμούς. Ελάχιστες συμφωνίες το αναδεικνύουν τόσο καθαρά όσο η εμπορική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και της νοτιοαμερικανικής ένωσης κρατών Mercosur, η οποία αποτελείται από τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Ουρουγουάη και την Παραγουάη.

Έπειτα από διαπραγματεύσεις που κρατούν πάνω από 25 χρόνια, με επανειλημμένες πολιτικές αναβολές και έντονες κοινωνικές αντιδράσεις, η συμφωνία Mercosur αποτελεί εμβληματικό παράδειγμα των εντάσεων ανάμεσα στο ελεύθερο εμπόριο, τη βιομηχανική πολιτική, την προστασία της εγχώριας γεωργίας και τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις. Παρ’ όλα αυτά, έχει αξία μια ψύχραιμη εξέταση του ερωτήματος που πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος.

Το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό εμπορικό συμφωνητικό

Η συμφωνία με τα κράτη της Mercosur είναι το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό εμπορικό συμφωνητικό έως σήμερα. Το ομοσπονδιακό υπουργείο Οικονομικών της Γερμανίας αναφέρει στην ιστοσελίδα του ότι, με τη συμφωνία, θα δημιουργούνταν μία από τις «μεγαλύτερες ζώνες ελεύθερου εμπορίου παγκοσμίως, με πάνω από 700 εκατομμύρια κατοίκους». Στόχος είναι η σε μεγάλο βαθμό κατάργηση δασμών και εμπορικών φραγμών. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα καταργούνταν ετησίως δασμοί ύψους 4 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Για την ΕΕ, η σχεδιαζόμενη ζώνη ελεύθερου εμπορίου είναι πρωτίστως ένα εγχείρημα βιομηχανικής πολιτικής και εξωτερικού εμπορίου. Αυτό έχει περάσει κάπως στο περιθώριο, καθώς τις τελευταίες εβδομάδες η δημόσια συζήτηση κυριαρχήθηκε κυρίως από τις ανησυχίες των αγροτών. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έχει τονίσει ότι το βασικό όφελος βρίσκεται στην πλευρά των ευρωπαϊκών βιομηχανικών και υπηρεσιακών κλάδων. Με αφορμή την υπογραφή της συμφωνίας στις 17 Ιανουαρίου, ανέφερε σε δελτίο Τύπου ότι οι επιχειρήσεις θα δημιουργούσαν εξαγωγές, ανάπτυξη και θέσεις εργασίας, ότι οι δύο πλευρές θα υποστήριζαν η μία την άλλη στην ενεργειακή μετάβαση και στον ψηφιακό μετασχηματισμό, και ότι το μήνυμα προς τον υπόλοιπο κόσμο θα ήταν σαφές, πως η ΕΕ και η Mercosur επιλέγουν τη συνεργασία αντί του ανταγωνισμού και τη σύμπραξη αντί της πόλωσης.

Βελτιωμένη πρόσβαση στην αγορά για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις

Μέχρι σήμερα, τα κράτη της Mercosur συγκαταλέγονται στις περιοχές όπου οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έρχονται αντιμέτωπες με υψηλά εμπορικά εμπόδια. Δασμοί έως 35% στα αυτοκίνητα, έως 20% σε μηχανήματα και χημικά προϊόντα, αλλά και σύνθετες διαδικασίες αδειοδότησης, έχουν δυσκολέψει έως τώρα την είσοδο των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε αυτήν την περιοχή. Σε αυτό το πεδίο, η συμφωνία υπόσχεται διευκολύνσεις.

Σύμφωνα με το ομοσπονδιακό υπουργείο Οικονομικών της Γερμανίας, με τη συμφωνία θα καταργούνταν το 91% των δασμών στο εμπόριο αγαθών προς τα κράτη της Mercosur, εν μέρει με μεταβατικές περιόδους. Αντίστροφα, η ΕΕ θα καταργούσε μέσα σε δέκα χρόνια το 92% όλων των δασμών για αγαθά από τα κράτη της Mercosur.

Ιδίως για εξαγωγικά προσανατολισμένες οικονομίες όπως η Γερμανία, η βελτιωμένη πρόσβαση στις νοτιοαμερικανικές αγορές έχει στρατηγική σημασία. Η ομοσπονδιακή υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Κατερίνα Ράιχε (CDU), υπογράμμισε στις αρχές Ιανουαρίου, σε σχετικό δελτίο Τύπου, τα οφέλη της συμφωνίας για τη Γερμανία, αναφέροντας ότι η χώρα είναι εξαγωγική και ότι αυτή η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου είναι στρατηγικά σημαντική, ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και ανοίγει για τη βιομηχανία και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις καλύτερες ευκαιρίες σε έναν αναπτυσσόμενο χώρο με περίπου 270 εκατομμύρια ανθρώπους μόνο στη Mercosur, προσθέτοντας ότι όποιος διευκολύνει το εμπόριο δημιουργεί ευημερία και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Ο κλάδος μηχανημάτων και εγκαταστάσεων, η αυτοκινητοβιομηχανία, η χημική και φαρμακευτική βιομηχανία, καθώς και οι παραγωγοί προϊόντων υψηλής ποιότητας στη Γερμανία, συγκαταλέγονται στους δυνητικούς βασικούς ωφελημένους της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου. Η φον ντερ Λάιεν υπολόγισε, σε δηλώσεις της προς τη BILD, ότι θα μπορούσαν να προκύψουν επιδράσεις δισεκατομμυρίων για τη Γερμανία, σημειώνοντας ότι χώρες με ισχυρές εξαγωγές όπως η Γερμανία θα ωφεληθούν ιδιαίτερα, εάν οι ευρωπαϊκές εξαγωγές προς την περιοχή της Mercosur αυξηθούν έως το 2040, κατά εκτίμηση, κατά 50 δισεκατομμύρια ευρώ.

Η συμφωνία της ΕΕ με τα νοτιοαμερικανικά κράτη αποτελείται από μια συμφωνία πολιτικής εταιρικής σχέσης και μια ενδιάμεση συμφωνία για το εμπόριο. Στην ιστοσελίδα της Επιτροπής, για τους στόχους του εμπορικού σκέλους αναφέρεται ότι αυτό θα δημιουργούσε πιο σταθερούς και προβλέψιμους κανόνες για το εμπόριο και τις επενδύσεις, μέσω καλύτερων και ισχυρότερων κανόνων, όπως στον τομέα των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, της ασφάλειας τροφίμων, του ανταγωνισμού και των δοκιμασμένων ρυθμιστικών πρακτικών. Επιπλέον, θα επέτρεπε απλούστερες, ταχύτερες και ασφαλέστερες επενδύσεις σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού, συμπεριλαμβανομένων κρίσιμων πρώτων υλών και συναφών αγαθών.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναφέρει ότι η συμφωνία περιλαμβάνει και διατάξεις για τις δημόσιες συμβάσεις, οι οποίες θα επέτρεπαν σε επιχειρήσεις της ΕΕ να συμμετέχουν σε διαδικασίες δημόσιων διαγωνισμών στις χώρες της Mercosur. Η Ράιχε τονίζει ότι η ολοκλήρωση της συμφωνίας θα συνιστούσε ένα «σαφές αντίβαρο στον προστατευτισμό και στη δημιουργία ένωσης». Ιδίως σε εποχές αυξανόμενων προστατευτικών τάσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αυτό θα αποτελούσε ένα πλεονέκτημα τοποθεσίας που δεν θα έπρεπε να υποτιμηθεί.

Η έκθεση Trade Monitoring Report του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στις αρχές Δεκεμβρίου σκιαγραφεί μια εικόνα αυξανόμενης περιχαράκωσης. Κατά την περίοδο αναφοράς από τον Οκτώβριο 2024 έως τον Οκτώβριο 2025, ο αριθμός των εμπορικών φραγμών παγκοσμίως αυξήθηκε αισθητά. Η αξία των παγκόσμιων εισαγωγών αγαθών που επηρεάζονται από νέους δασμούς και άλλα μέτρα εισαγωγής υπερτετραπλασιάστηκε μέσα σε δώδεκα μήνες και, στα μέσα Οκτωβρίου 2025, κάλυπτε σχεδόν το ένα πέμπτο των παγκόσμιων εισαγωγών.

Η γεωστρατηγική διάσταση της συμφωνίας

Στις Βρυξέλλες, η συμφωνία Mercosur εξετάζεται και υπό γεωπολιτική σκοπιά. Μελέτη που ανατέθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τον Ιούνιο 2025, σχετικά με τις επιπτώσεις του μέρους της συμφωνίας που αφορά την πολιτική συνεργασία, περιγράφει ένα «δυναμικό γεωπολιτικό περιβάλλον» που χαρακτηρίζεται από μια «θεμελιώδη επανεκτίμηση της διεθνούς τάξης μετά το 1945 από τις Ηνωμένες Πολιτείες», καθώς και από «αυξανόμενη διάθεση επιβολής εκ μέρους της Κίνας και της Ρωσίας».

Ταυτόχρονα, η μελέτη διαπιστώνει, για την Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, μια «σχετική απώλεια σημασίας τόσο ως προς το οικονομικό βάρος όσο και ως προς τις συνεισφορές στην παγκόσμια πολιτική τάξης». Η γεωπολιτική πίεση, σύμφωνα με τη μελέτη, πλήττει την Ευρωπαϊκή Ένωση περισσότερο από τα κράτη της Mercosur, τα οποία, ως εκ τούτου, «δείχνουν λιγότερο έντονες αντιδράσεις», επειδή «επηρεάζονται λιγότερο από τον αμερικανικό αναθεωρητισμό, τον κινεζικό ανταγωνισμό και την απειλή από τη Ρωσία».

Παρόλα αυτά, οι συγγραφείς παραπέμπουν στο «γεωπολιτικό όφελος της σύγκλισης ομοϊδεατών περιφερειακών ενώσεων ώστε να αντιμετωπίζονται κοινές προκλήσεις», καθώς και στο ότι η συμφωνία μπορεί να αυξήσει την αυτονομία και των δύο πλευρών «μέσω μεγαλύτερης διαφοροποίησης των εταιρικών τους σχέσεων». Δεδομένων των περιορισμένων στρατιωτικών δυνατοτήτων τους, και οι δύο περιοχές είναι, σύμφωνα με τη μελέτη, «δομικά εξαρτημένες από μια πολυμερή τάξη συνεργασίας» και έχουν, συνεπώς, κοινό συμφέρον να «διατηρήσουν τη σημασία των Ηνωμένων Εθνών και άλλων οργανισμών της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες».

Η συμφωνία, όπως καθίσταται σαφές στη μελέτη, αντιμετωπίζεται έτσι και ως πολιτικό πλαίσιο για την ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας, για τη διαφοροποίηση των οικονομικών εξαρτήσεων και για την υπεράσπιση του πολυμερούς συστήματος που βασίζεται σε κανόνες.

Συνέπειες για καταναλωτές και επιχειρήσεις

Οι υποστηρικτές τονίζουν επίσης τα δυνητικά οφέλη για τους καταναλωτές που θα προέκυπταν από τη συμφωνία. Η κατάργηση δασμών και εμπορικών φραγμών θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές, μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων και πιο σταθερές αλυσίδες εφοδιασμού. Αυτό αφορά ιδίως εισαγωγές αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών, αλλά και βιομηχανικά ενδιάμεσα αγαθά που υφίστανται περαιτέρω επεξεργασία στην Ευρώπη.

Παράλληλα, ο διεθνής ανταγωνισμός αυξάνει την πίεση για καινοτομία στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Μελέτη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) του 2014 είχε επισημάνει ότι ο εντονότερος ανταγωνισμός ενισχύει την πίεση για καινοτομία στις επιχειρήσεις και αποτελεί κεντρικό μοχλό κερδών παραγωγικότητας. Η αξιολόγηση διεθνών μελετών έδειξε ότι οι επιχειρήσεις σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικές αγορές καινοτομούν συχνότερα από εκείνες που λειτουργούν σε προστατευμένα ή μονοπωλιακά περιβάλλοντα και ότι αυτό το κίνητρο για καινοτομία συμβάλλει καθοριστικά στην τεχνολογική ανανέωση.

Ιστορικά, σημαντικό μέρος της συνολικής αύξησης της παραγωγικότητας, αναφέρει ο ΟΟΣΑ, μπορεί να αποδοθεί στις ανταγωνιστικές διαδικασίες, κυρίως μέσω της μετατόπισης κεφαλαίου και εργασίας προς πιο αποδοτικές και παραγωγικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, αυτά τα κέρδη παραγωγικότητας δεν συνδέονται με μια συστηματική αύξηση της ανεργίας, αλλά αποτελούν βάση για μακροπρόθεσμα πιο σταθερή απασχόληση και εισοδήματα.

Το «φαινόμενο των Βρυξελλών»

Ελάχιστες πτυχές της συμφωνίας συζητούνται πιο έντονα από το ζήτημα του περιβάλλοντος και της βιωσιμότητας. Οι επικριτές φοβούνται αρνητικές επιπτώσεις στο τροπικό δάσος και αποδυνάμωση των ευρωπαϊκών περιβαλλοντικών προτύπων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αντίθετα, παραπέμπει σε εκτενή κεφάλαια βιωσιμότητας, που κατοχυρώνουν την τήρηση της Συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα, τα εργασιακά δικαιώματα και περιβαλλοντικές υποχρεώσεις. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η συμφωνία είναι, ως προς τη βιώσιμη ανάπτυξη, από τις «πιο φιλόδοξες που έχει υπογράψει ποτέ η ΕΕ».

Από ευρωπαϊκή σκοπιά, εδώ υπάρχει και μια ευκαιρία. Η εμπορική πολιτική μπορεί να αξιοποιηθεί για την εξαγωγή προτύπων, αντί για τη σχετικοποίησή τους. Ένα συχνά αναφερόμενο παράδειγμα τέτοιας επίδρασης είναι το λεγόμενο «φαινόμενο των Βρυξελλών». Ο όρος διαμορφώθηκε από την Αμερικανίδα νομικό Άνου Μπράντφορντ (Anu Bradford), η οποία ανέλυσε το φαινόμενο αρχικά σε ένα ιδιαίτερα προβεβλημένο επιστημονικό άρθρο και αργότερα συστηματικά στο βιβλίο της The Brussels Effect.

Η Μπράντφορντ περιγράφει πώς η Ευρωπαϊκή Ένωση, λόγω του μεγέθους της ενιαίας αγοράς της, της πυκνότητας των ρυθμίσεων και της ικανότητάς της να τις επιβάλλει, θέτει παγκόσμια πρότυπα χωρίς να χρειάζεται να τα εξάγει τυπικά. Επιχειρήσεις και τρίτες χώρες υιοθετούν συχνά, εκούσια, κανόνες της ΕΕ για να μη χάσουν την πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, όπως στον τομέα της προστασίας δεδομένων, του περιβαλλοντικού δικαίου ή της προστασίας καταναλωτή. Το αν το «φαινόμενο των Βρυξελλών» θα ισχύσει και στη συμφωνία Mercosur δεν μπορεί, φυσικά, να προβλεφθεί στο παρόν στάδιο.

Αν, ωστόσο, το «φαινόμενο των Βρυξελλών» χρησιμοποιηθεί ως μέτρο, τότε, σε σχέση με τους φόβους των επικριτών, μπορεί να διαπιστωθεί το εξής. Αντί η Ευρώπη να συμμετάσχει σε έναν αγώνα προς τα κάτω ως προς τους κανόνες περιβάλλοντος, κοινωνικής πολιτικής ή προστασίας καταναλωτή, θα ωφεληθεί εάν οι δικές της προδιαγραφές εφαρμόζονται και εκτός ΕΕ. Έτσι δημιουργούνται δίκαιοι όροι ανταγωνισμού για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, η ρυθμιστική ισχύς μετατρέπεται σε επιρροή. Το ευρωπαϊκό «κέρδος» θα βρίσκεται, συνεπώς, στη διεθνοποίηση των κανόνων της, όχι στην εγκατάλειψή τους.

Οι αγρότες αντιμετωπίζουν τη συμφωνία με δυσπιστία

Παραμένει αδιαμφισβήτητο ότι η συμφωνία δημιουργεί συγκρούσεις κατανομής. Ιδίως τμήματα της ευρωπαϊκής γεωργίας βλέπουν ότι θα πιεστούν από φθηνότερες εισαγωγές. Αγροτικές ενώσεις, όπως ο Γερμανικός Αγροτικός Σύνδεσμος, προειδοποιούν για αυξημένη εισροή βοδινού κρέατος, πουλερικών, ζάχαρης και αιθανόλης από τα κράτη της Mercosur, κάτι που θα μπορούσε να μειώσει τις τιμές στην αγορά της ΕΕ και να θέσει σε κίνδυνο την οικονομική βάση πολλών αγροτικών μονάδων.

Η συμφωνία Mercosur, υπό το πρίσμα της γεωργίας, αναδεικνύει την άλλη όψη μιας ανοιχτής εμπορικής πολιτικής. Ενώ σε συνολικό οικονομικό επίπεδο δημιουργούνται νέες ευκαιρίες, τα βάρη της προσαρμογής συγκεντρώνονται σε μεμονωμένους κλάδους, με πρώτο τη γεωργία. Το κατά πόσο η συμφωνία θα αποκτήσει μακροπρόθεσμα αποδοχή θα εξαρτηθεί, επομένως, όχι λίγο από το αν θα καταστεί δυνατό να προστατευθούν αποτελεσματικά οι επιχειρήσεις που πλήττονται.

Η ΕΕ επιχειρεί να μετριάσει αυτές τις συγκρούσεις με υποσχέσεις προστασίας. Προβλέπονται περιορισμένες δασμολογικές ποσοστώσεις για ευαίσθητα αγροτικά προϊόντα, καθώς και ρήτρες διασφάλισης που θα επιτρέπουν ταχεία παρέμβαση σε περίπτωση αναταραχών στην αγορά. Παράλληλα, οι Βρυξέλλες τονίζουν ότι τα ευρωπαϊκά πρότυπα για το περιβάλλον, την καλή διαβίωση των ζώων και την ασφάλεια τροφίμων θα ισχύουν ανεπιφύλακτα και για τις εισαγωγές.

Του Patrick Langendorf

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η Κίνα επεκτείνει την επιτήρηση και τη στρατιωτική διαστημική ισχύ της 

Σχολιασμός

Η Κίνα επιταχύνει το διαστημικό της πρόγραμμα το 2026 με ρυθμούς εκτοξεύσεων-ρεκόρ και μαζικές αναπτύξεις εξειδικευμένων δορυφόρων επιτήρησης, γεγονός που σηματοδοτεί μια σκόπιμη προσπάθεια επέκτασης των στρατιωτικών διαστημικών δυνατοτήτων και αμφισβήτησης της κυριαρχίας των ΗΠΑ στο διάστημα.

Η Κίνα άνοιξε το πρόγραμμα διαστημικών αποστολών του 2026 στις 13 Ιανουαρίου με δύο τροχιακές αποστολές, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας φιλόδοξης εκστρατείας που θα μπορούσε να θέσει νέο ρεκόρ εκτοξεύσεων. Βασιζόμενο στη «στρατιωτικο-πολιτική» σύντηξη, το Πεκίνο εκτιμά ότι θα πραγματοποιήσει περισσότερες από 70 κρατικές εκτοξεύσεις και ενδεχομένως θα ξεπεράσει τις 100 συνολικά, εάν συνυπολογιστούν και οι εμπορικοί πύραυλοι, μια απότομη επιτάχυνση σε σχέση με τις 92 εκτοξεύσεις που πραγματοποιήθηκαν το 2025.

Οι «δορυφορικοί αστερισμοί» αποτελούν κεντρικό πυλώνα του σχεδιασμού για το 2026. Ο «αστερισμός» Guowang αναμένεται να αναπτύξει περίπου 310 δορυφόρους, ενώ ο Qianfan εκτιμάται ότι θα εκτοξεύσει περίπου 324. Μαζί, οι δύο «αστερισμοί» από μόνοι τους αντιπροσωπεύουν περίπου 634 δορυφόρους που σχεδιάζεται να εκτοξευθούν το 2026, υπερδιπλάσιους από τους περίπου 300 δορυφόρους που ανέπτυξε η Κίνα το 2025.

Η πρώτη αποστολή περιελάμβανε την εκτόξευση πυραύλου Long March 6A από το Ταϊγιουάν, ο οποίος μετέφερε τον δορυφόρο Yaogan-50 (01) σε μια έντονα ανάδρομη τροχιά με κλίση 142 μοιρών. Παρότι οι κινεζικές αρχές περιέγραψαν τον ρόλο του δορυφόρου με πολιτικούς όρους, όπως χαρτογραφήσεις εδάφους, εκτίμηση καλλιεργειών και παρακολούθηση καταστροφών, θεωρείται ευρέως ότι οι δορυφόροι Yaogan υποστηρίζουν αποστολές στρατιωτικής αναγνώρισης, συμπεριλαμβανομένων ραντάρ, οπτικής απεικόνισης και συλλογής σημάτων πληροφοριών.

Η ανάδρομη τροχιά των 142 μοιρών είναι σημαντική, διότι αντανακλά μια σκόπιμη επιχειρησιακή επιλογή που συνεπάγεται σημαντικό κόστος. Η εκτόξευση αντίθετα από την περιστροφή της Γης απαιτεί επιπλέον ταχύτητα και καύσιμα, ωστόσο το Πεκίνο επέλεξε αυτή την τροχιά για να αποκτήσει ενισχυμένα πλεονεκτήματα επιτήρησης.

Η κλίση αυτή επιτρέπει ταχύτερη κάλυψη της επίγειας τροχιάς και επαναλαμβανόμενη πρόσβαση σε περιοχές μεσαίων γεωγραφικών πλατών, περίπου μεταξύ 52 μοιρών βόρεια και νότια, συμπεριλαμβανομένου του μεγαλύτερου μέρους των ηπειρωτικών Ηνωμένων Πολιτειών, μεγάλων αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και το Γκουάμ, καθώς και κρίσιμων θαλάσσιων οδών του Ειρηνικού. Αυτή η δυνατότητα συχνών επανεπισκέψεων επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση βάσεων, διαδρομών μετακίνησης ομάδων κρούσης αεροπλανοφόρων και κόμβων εφοδιαστικής, καθιστώντας δυνατή την παρακολούθηση κινήσεων και όχι απλώς τη στατική παρατήρηση εγκαταστάσεων.

Η χρήση έντονα ανάδρομης τροχιάς υποδηλώνει επίσης ότι ο δορυφόρος χρησιμοποιεί ραντάρ συνθετικού διαφράγματος (SAR) για απεικόνιση παντός καιρού, ημέρα και νύχτα. Το SAR μπορεί να απεικονίζει το έδαφος μέσα από σύννεφα, καπνό και σκοτάδι, σε αντίθεση με τους οπτικούς αισθητήρες που απαιτούν καθαρό καιρό και φως ημέρας. Οι έντονα ανάδρομες τροχιές συνδυάζονται καλά με το SAR, επειδή επιτρέπουν συχνές επανεπισκέψεις από διαφορετικές γωνίες, καθιστώντας τες κατάλληλες για συνεχή στρατιωτική παρακολούθηση και όχι για περιστασιακή συλλογή εικόνων.

Σε συνδυασμό με τη γνωστή διπλή χρήση της σειράς Yaogan, αυτό το τροχιακό προφίλ υποδηλώνει ότι ο δορυφόρος είναι βελτιστοποιημένος για επίμονη επιτήρηση της αμερικανικής στρατιωτικής δραστηριότητας στον Ειρηνικό και ενδεχομένως πάνω από τις ηπειρωτικές Ηνωμένες Πολιτείες. Αν και η Κίνα παρουσιάζει δημόσια τους δορυφόρους Yaogan ως πολιτικά μέσα, πολλοί θεωρείται ότι φέρουν αισθητήρες στρατιωτικών προδιαγραφών που υποστηρίζουν αναγνώριση, στοχοποίηση και συλλογή σημάτων πληροφοριών.

Σε ένα πιθανό σενάριο αναφορικά με την Ταϊβάν, η κάλυψη με συχνές επανεπισκέψεις θα βοηθούσε την Κίνα να παρακολουθεί και ενδεχομένως να παρεμβαίνει στις κινήσεις των αμερικανικών δυνάμεων, υποστηρίζοντας τη στοχοποίηση πυραύλων, την επίγνωση της θαλάσσιας κατάστασης και την έγκαιρη προειδοποίηση μέσω συνεχών ενημερώσεων αντί μεμονωμένων στιγμιοτύπων.

Ο πύραυλος-φορέας Long March-2F, που μετέφερε το διαστημόπλοιο Shenzhou 20 και πλήρωμα τριών αστροναυτών, απογειώνεται από το Διαστημικό Κέντρο Εκτόξευσης Δορυφόρων Jiuquan, στην έρημο Γκόμπι, στις 24 Απριλίου 2025. (Pedro Prdoa/AFP μέσω Getty Images)

 

Περίπου μία ώρα μετά την εκτόξευση του Long March 6A στις 13 Ιανουαρίου, ένας πύραυλος Long March 8A εκτοξεύθηκε από τον Εμπορικό Διαστημικό Σταθμό Εκτόξευσης του Χαϊνάν, αναπτύσσοντας εννέα δορυφόρους για τον «αστερισμό» χαμηλής γήινης τροχιάς Guowang. Ο Guowang αποτελεί την κρατικά καθοδηγούμενη απάντηση της Κίνας στο Starlink και θεωρείται ότι υποστηρίζει επικοινωνίες, πλοήγηση, τηλεπισκόπηση και επίγνωση της διαστημικής κατάστασης.

Η εκτόξευση από το Χαϊνάν σηματοδοτεί μια στροφή από τα παραδοσιακά στρατιωτικά διαστημοδρόμια προς εμπορικές υποδομές, σχεδιασμένες για συχνές εκτοξεύσεις υψηλής πυκνότητας. Βελτιστοποιημένος για συγκεντρωμένα ωφέλιμα φορτία, ο Long March 8A παρέχει την απαιτούμενη ικανότητα ανύψωσης για αποστολές «αστερισμών» και υποστηρίζει τη στροφή της Κίνας προς επαναχρησιμοποιούμενα οχήματα εκτόξευσης, μετά το ντεμπούτο του Long March 12 τον Δεκέμβριο του 2025.

Ο Guowang έχει σημαντικές επιπτώσεις για την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Η έλλειψη διαφάνειας έχει τροφοδοτήσει εκτιμήσεις ότι περιλαμβάνει ωφέλιμα φορτία διπλής χρήσης ή εθνικής ασφάλειας, οδηγώντας σε συγκρίσεις με το απόρρητο πρόγραμμα Starshield της SpaceX.

Η στρατηγική πολιτικο-στρατιωτικής ενσωμάτωσης της Κίνας υποδηλώνει ότι ο Guowang θα μπορούσε να χρησιμοποιείται τακτικά για στρατιωτικούς σκοπούς ή να κινητοποιείται ταχέως για την υποστήριξη επιχειρήσεων του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού σε περίπτωση κρίσης. Ως κρατικά διαχειριζόμενος ευρυζωνικός μεγα-αστερισμός, παρέχει μια κυρίαρχη εναλλακτική λύση στο Starlink, επιτρέποντας ανθεκτική διοίκηση και έλεγχο του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, ενώ μειώνει την ικανότητα των ΗΠΑ να διακόπτουν την κινεζική στρατιωτική πρόσβαση σε δορυφορικές υπηρεσίες.

Μια βιώσιμη δυνατότητα δορυφορικού διαδικτύου χαμηλής γήινης τροχιάς θα ενίσχυε τις επικοινωνίες του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΛΑΣ), βελτιώνοντας την ταχύτητα, την κάλυψη και την εφεδρεία, ιδίως για αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις που επιχειρούν πέρα από την Πρώτη Νησιωτική Αλυσίδα. Ο πολυεπίπεδος σχεδιασμός του Guowang επιτρέπει επίσης την ενσωμάτωση σε επίγεια δίκτυα 5G και μελλοντικά 6G, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα των δικτύων και τον κεντρικό κρατικό έλεγχο, σύμφωνα με το κινεζικό δόγμα του πληροφοριοποιημένου πολέμου.

Ο στρατηγικός έλεγχος ενός παγκόσμιου ευρυζωνικού «αστερισμού» χαμηλής γήινης τροχιάς θα ενίσχυε την ικανότητα της Κίνας να παρέχει δορυφορικές υπηρεσίες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, ενώ θα διεύρυνε την επιρροή του Πεκίνου στις ροές δεδομένων και στις χώρες-εταίρους. Η μειωμένη εξάρτηση από διαστημικές υποδομές που ελέγχονται από τις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου του GPS, θα μπορούσε να διαβρώσει την αμερικανική επιρροή σε βασικούς εταίρους και να περιπλέξει τον στρατιωτικό συντονισμό συμμαχιών.

Παρά τη διεύρυνση των διαστημικών δυνατοτήτων της Κίνας, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν βασικά πλεονεκτήματα στην καινοτομία, την ανθεκτικότητα και την εμπορική ενσωμάτωση. Η στρατηγική «Race to Resilience» («Κούρσα για ανθεκτικότητα») της Διαστημικής Δύναμης των ΗΠΑ αναπτύσσει πολυπληθείς «αστερισμούς» που κατανέμουν τον κίνδυνο σε εκατοντάδες μικρότερους δορυφόρους, βελτιώνοντας τη δυνατότητα επιβίωσης σε αμφισβητούμενα περιβάλλοντα. Στα τέλη του 2025, η Υπηρεσία Διαστημικής Ανάπτυξης ανέθεσε 3,5 δισεκατομμύρια δολάρια για 72 δορυφόρους του Επιπέδου Παρακολούθησης, με σκοπό την παροχή παγκόσμιας προειδοποίησης πυραύλων από το 2029.

Τμήμα των εγκαταστάσεων της SpaceX φαίνεται στο Κέντρο Διαστημικών Πτήσεων Κέννεντυ της NASA, στο Ακρωτήριο Κανάβεραλ. Φλόριντα, 9 Απριλίου 2025. (Miguel J. Rodriguez Carrillo/Getty Images)

 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν επίσης απαράμιλλη ικανότητα εκτοξεύσεων και ισχυρές συνεργασίες δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Η SpaceX πραγματοποίησε 165 τροχιακές εκτοξεύσεις το 2025, περισσότερες από όλο τον υπόλοιπο κόσμο μαζί, παρέχοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες ταχεία και ευέλικτη πρόσβαση στο διάστημα.

Οι περισσότερες από αυτές τις εκτοξεύσεις χρησιμοποιούσαν επαναχρησιμοποιούμενους πυραύλους Falcon 9, μειώνοντας το κόστος, συντομεύοντας τον χρόνο προετοιμασίας και επιτρέποντας μεγαλύτερη συχνότητα εκτοξεύσεων. Αντίθετα, η Κίνα εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως σε αναλώσιμους πυραύλους Long March και μόλις αρχίζει να δοκιμάζει την επαναχρησιμοποίηση μέσω του κρατικού της συστήματος.

Πέρα από τον όγκο εκτοξεύσεων, η ποιότητα και η ταχύτητα απόκρισης των αμερικανικών δυνατοτήτων προσφέρουν πλεονέκτημα. Η SpaceX εκτοξεύει μεγαλύτερους και πιο ικανούς δορυφόρους ανά αποστολή και μπορεί να ανταποκριθεί εντός ημερών εάν απαιτηθεί, ενώ η κρατικά ελεγχόμενη αρχιτεκτονική εκτοξεύσεων της Κίνας είναι πιο αργή και πιο γραφειοκρατική. Το επερχόμενο όχημα Starship, που βρίσκεται πλέον σε φάση δοκιμών, αναμένεται να προσφέρει ικανότητα ωφέλιμου φορτίου πολύ πέρα από οτιδήποτε διαθέτει σήμερα η Κίνα, ενδεχομένως αντικαθιστώντας πολλαπλές εκτοξεύσεις με μία μόνο αποστολή.

Αυτά τα πλεονεκτήματα ενισχύονται και από τη θεσμική υποστήριξη: το 2026, το Commercial Augmentation Space Reserve του Πενταγώνου θα επεκταθεί ώστε να παρέχει πρόσβαση σε εμπορικά δορυφορικά δίκτυα εν καιρώ πολέμου, ενώ η αποστολή Starling της NASA έχει ήδη επιδείξει αυτόνομο συντονισμό δορυφόρων χρησιμοποιώντας το Starlink.

Μελέτες δείχνουν ότι οι πολυπληθείς αμερικανικοί «αστερισμοί» επιβαρύνουν τα πεπερασμένα αποθέματα αντιδορυφορικών μέσων της Κίνας, αν και η διατήρηση αυτού του πλεονεκτήματος απαιτεί διαρκείς επενδύσεις, ρεαλιστική εκπαίδευση και ισχυρές συμμαχικές διαστημικές συνεργασίες.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Στοχασμός πάνω στην κοινή λογική του Γ. Κ. Τσέστερτον

Σχολιασμός

Γεννημένος το 1874 στη Βρετανία, ο Γκίλμπερτ Κηθ Τσέστερτον έζησε τις αποπροσανατολιστικές επιπτώσεις της εκβιομηχάνισης, την άνοδο των ολοκληρωτικών ιδεολογιών, την παρακμή της θρησκευτικής πίστης και την καταστροφή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Έγραφε σε μια εποχή όπου η πρόοδος θεωρούνταν αναπόφευκτη και η παράδοση εμπόδιο στην ανθρώπινη επίτευξη.

Περίπου 90 χρόνια μετά τον θάνατό του, εξακολουθούμε να αναζητούμε έναν καλύτερο δρόμο προς τα εμπρός. Ποτέ άλλοτε δεν διαθέταμε τόση τεχνολογική αρτιότητα και υλική αφθονία, κι όμως ποτέ άλλοτε δεν ήμασταν τόσο συγχυσμένοι ως προς τις βασικές αρχές. Πράγματα που κάποτε θεωρούνταν δεδομένα σε σχέση με την ελευθερία, την οικογένεια, την εθνική ταυτότητα, την αλήθεια και την ανθρώπινη καλοσύνη αμφισβητούνται σήμερα πιο έντονα από ποτέ.

Τι μπορούμε να μάθουμε από έναν άνθρωπο που έγραψε πριν από περισσότερο από έναν αιώνα; Καταρχάς, ο Τσέστερτον ήταν σταθερός υπέρμαχος της κοινής λογικής —της ιδέας ότι τα άτομα, οι οικογένειες και οι κοινωνίες λειτουργούν καλύτερα όταν είναι ριζωμένα στον ηθικό ρεαλισμό και στη σοφία που κληρονομήθηκε. Η σημασία του δεν βρίσκεται στη χάραξη πολιτικής, αλλά στον ισχυρισμό του ότι ο πολιτισμός εξαρτάται από τα όρια, την ταπεινότητα και την ευγνωμοσύνη για όσα μας έχουν παραδοθεί.

Ο Τσέστερτον θα αντιλαμβανόταν αμέσως ορισμένες από τις χειρότερες σύγχρονες αποτυχίες μας όπως την έλλειψη ορθής κρίσης. Η σύγχρονη ζωή επηρεάζεται όλο και περισσότερο από αφηρημένες θεωρίες που αγνοούν τη βιωμένη εμπειρία. Ο Τσέστερτον παρατηρούσε χαρακτηριστικά ότι «ο τρελός δεν είναι ο άνθρωπος που έχασε τη λογική του, αλλά ο άνθρωπος που έχασε τα πάντα εκτός από τη λογική του».

Πολλοί σημερινοί ιδεολογικοί ακτιβιστές παρουσιάζουν ακριβώς αυτή την παθολογία· μια άκαμπτη εσωτερική λογική αποσυνδεδεμένη από την πραγματικότητα. Είτε πρόκειται για την ποινική δικαιοσύνη είτε για την εκπαίδευση είτε για την κοινωνική πολιτική, υπερασπίζονται θεωρίες ακόμη κι όταν έχει γίνει εμφανές ότι αυτές έχουν αποτύχει. Ο Τσέστερτον δεν θα εκπλησσόταν. Κατανοούσε ότι όταν η λογική αποκόπτεται από τη σωστά ενημερωμένη διαίσθηση, παύει να καθοδηγεί και γίνεται τύραννος.

Αυτό το παράδοξο συνδέεται με την περιφρόνηση για την παράδοση. Αυτό που οι σημερινές πολιτιστικές ελίτ αποκαλούν «πρόοδο» συνήθως δεν είναι τίποτε περισσότερο από κατεδάφιση. Αγάλματα γκρεμίζονται, θεσμοί απονομιμοποιούνται και οι κανόνες που μας κληροδότησαν οι παλαιότερες γενιές είναι απλώς καταπιεστικοί.

Η άποψη του Τσέστερτον ήταν απλή. Η παράδοση, έγραφε, είναι «η δημοκρατία των νεκρών», ένας τρόπος να επιτρέπουμε σε όσους προηγήθηκαν να έχουν ψήφο. Κατά τη γνώμη του, η σύγχρονη παρόρμηση να φιμώσουμε το παρελθόν στο όνομα της απελευθέρωσης είναι βαθιά αντιδημοκρατική, καθώς παραχωρεί απόλυτη εξουσία στη μικρή μειονότητα που είναι σήμερα ζωντανή και βρίσκεται στην εξουσία.

Ένα ακόμη ζήτημα που αναδεικνύει ο Τσέστερτον είναι η αδιάκοπη συγκέντρωση της εξουσίας. Δεν εμπιστευόταν τα μεγάλα απρόσωπα συστήματα που μετέτρεπαν τους ανθρώπους σε μονάδες προς διαχείριση. Πολύ πριν φτάσει το σύγχρονο διοικητικό κράτος στη σημερινή του κλίμακα, προειδοποιούσε ότι οι απομακρυσμένες γραφειοκρατίες θα διάβρωναν την ευθύνη, την πρωτοβουλία και την ελευθερία. Σήμερα, καθώς οι αποφάσεις που επηρεάζουν οικογένειες, σχολεία και κοινότητες λαμβάνονται από ολοένα και πιο μακρινούς οργανισμούς, στελεχωμένους από μη υπόλογους ειδικούς, η θέση του του Τσέστερτον υπέρ της τοπικότητας  μοιάζει προφητική: πίστευε ότι η ελευθερία ενισχύεται όταν η ισχύς είναι ριζωμένη κοντά στο σπίτι.

Η καχυποψία του Τσέστερτον απέναντι στην αυξανόμενη τεχνοκρατία δείχνει τη διαχρονική του αξία. Οι σύγχρονες ελίτ αντιμετωπίζουν τα ηθικά και πολιτικά ερωτήματα ως καθαρά τεχνικά προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν από ειδικούς. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID, η διαφωνία με την επίσημη «ειδική γνώση» καταπνίγηκε έντονα. Ο Τσέστερτον είχε ήδη μιλήσει για αυτή τη συμπεριφορά. «Οι ειδικοί», αστειευόταν κάποτε, «εξηγούν πράγματα που είναι προφανή, ενώ δεν γνωρίζουν τίποτα για πράγματα που είναι μυστηριώδη». Το βαθύτερο νόημα αυτού ήταν ότι οι άνθρωποι δεν είναι μηχανές και οι κοινωνίες δεν μπορούν να σχεδιάζονται χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι ηθικές συνέπειες. Όταν οι πολιτικές θωρακίζονται από τον λαϊκό έλεγχο, χάνουν την εσωτερική τους ισχύ και τελικά γίνονται σκληρές.

Η σημερινή ηθική σύγχυση αποτυπώνεται καλά από τη σύγχρονη αντίληψη για την ελευθερία. Σήμερα, η ελευθερία συχνά θεωρείται ως η απουσία περιορισμών, ιδιαίτερα ηθικών περιορισμών. Ο Τσέστερτον επέμενε ότι η ελευθερία υπάρχει για κάτι, όχι από τα πάντα. «Οι άνθρωποι δεν διαφέρουν πολύ ως προς το ποιες πράξεις θα χαρακτηρίσουν κακές», έγραφε, «αλλά διαφέρουν τρομερά ως προς το ποια κακά θα θεωρήσουν συγχωρητέα». Μια κουλτούρα που εξυμνεί την αυτονομία αλλά απορρίπτει τη λογοδοσία δεν μπορεί να διατηρηθεί. Το αποτέλεσμα δεν είναι απελευθέρωση, αλλά μοναξιά, διχασμός και αταξία.

Αυτή η κρίση της σύγχρονης ελευθερίας συνδέεται στενά με την αποδυνάμωση της οικογένειας. Ο Τσέστερτον θεωρούσε την οικογένεια θεμελιώδη μονάδα της κοινωνίας και ζωτικό φράγμα απέναντι στην τυραννία. Μακριά από το να αποτελεί χώρο καταπίεσης, έβλεπε την οικογένεια ως σχολείο υποχρέωσης, αγάπης και ανεξαρτησίας. Σήμερα, η δημόσια πολιτική και οι πολιτιστικές αφηγήσεις αντιμετωπίζουν τον σχηματισμό οικογένειας ως προαιρετικό, ως βάρος ή ακόμη και ως κάτι ύποπτο. Ο Τσέστερτον κατανοούσε ότι οι κοινωνίες που υπονομεύουν την οικογένεια αναπόφευκτα αυξάνουν την εξάρτηση από το κράτος. «Το σπίτι είναι το μόνο μέρος της ελευθερίας», έγραψε, διότι διδάσκει την αφοσίωση χωρίς εξαναγκασμό.

Ο Τσέστερτον προσέφερε επίσης διορατικότητα στις σημερινές συζητήσεις για την εθνική ταυτότητα. Σε μεγάλο μέρος της προοδευτικής Δύσης, ο πατριωτισμός αντιμετωπίζεται πλέον με καχυποψία, και η εθνική ιστορία φιλτράρεται μέσα από ένα πρίσμα ενοχής. Ο Τσέστερτον απέρριπτε τόσο τον σωβινισμό όσο και την αυτοαπέχθεια. Πίστευε ότι η αγάπη για την πατρίδα, όταν γίνεται σωστά κατανοητή, είναι προέκταση της ευγνωμοσύνης και όχι ισχυρισμός ανωτερότητας. Ένα έθνος, υποστήριζε, είναι μια ηθική κοινότητα, όχι απλώς μια οικονομική διευθέτηση. Όταν οι κοινές ιστορίες και η πολιτειακή πίστη εξαφανίζονται, η κοινωνική συνοχή σύντομα διαλύεται.

Η εκδίωξη της θρησκείας από τη δημόσια σφαίρα είναι μια ακόμη εξέλιξη που ο Τσέστερτον θα έβρισκε ανησυχητική. Προειδοποιούσε ότι «όταν οι άνθρωποι σταματούν να πιστεύουν στον Θεό, δεν πιστεύουν στο τίποτα· πιστεύουν σε οτιδήποτε». Στον σημερινό «αφυπνισμένο» ηθικισμό, μπορεί κανείς να δει μια εκκοσμικευμένη θεολογία, πλήρη δογμάτων, αιρέσεων, τελετουργιών εξομολόγησης και αφορισμού. Αυτό που λείπει είναι το έλεος. Ο Τσέστερτον πίστευε ότι ο χριστιανισμός δρούσε καταπραϋντικά στη δύναμη της εξουσίας, υπενθυμίζοντας στους ηγέτες ότι κι εκείνοι είναι ατελείς. Χωρίς αυτή την ταπεινότητα, η ηθική βεβαιότητα σκληραίνει και μετατρέπεται σε αναλγησία.

Όλες αυτές τις ανησυχίες ένωνε η βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης φύσης από τον Άγγλο φιλόσοφο. Απέρριπτε τη σύγχρονη φαντασίωση ότι οι άνθρωποι μπορούν να τελειοποιηθούν μέσω της κοινωνικής μηχανικής. Η πρόοδος, για εκείνον, σήμαινε ηθική βελτίωση μέσα στα όρια των ανθρώπινων περιορισμών. Ο μεγάλος κίνδυνος των σύγχρονων ιδεολογιών — είτε σοσιαλιστικών είτε τεχνοκρατικών — είναι ότι υπόσχονται τον παράδεισο επί της γης παραδίδοντας κάτι πιο κοντά στην κόλαση.

Ο Τσέστερτον υποστήριξε σταθερά την ιδέα ότι η κοινή λογική δεν αποτελεί εμπόδιο, αλλά αρετή. Σε μια εποχή μεθυσμένη από την καινοτομία και την ηθική αλαζονεία, το μείγμα ταπεινότητας, πνεύματος και σοφίας του δεν είναι μόνο αναζωογονητικό αλλά και απαραίτητο.

Του William Brooks

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Νέα τάξη πραγμάτων με Κίνα ονειρεύεται ο Καναδός πρωθυπουργός

Αν ο Κάρνεϋ φαντάζεται μια νέα τάξη πραγμάτων όπου ο Καναδάς θα είναι η ‘γέφυρα’ ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα, κάνει ένα κλασικό λάθος μεσαίας δύναμης: μπερδεύει την εμπορική ευκαιρία με τη στρατηγική ασφάλεια. Ο Καναδάς μπορεί να εμπορεύεται με την Κίνα — αλλά όταν μιλά για «στρατηγική εταιρική σχέση», και μάλιστα σε πεδία που ακουμπούν την ασφάλεια, πατά πάνω σε ένα πρόσφατο προηγούμενο που φωνάζει «πρόσεχε!». Και αν πράγματι ο στόχος είναι να «μειωθεί η εξάρτηση από τις ΗΠΑ», η πιο ασφαλής διαδρομή δεν είναι να δέσεις την τύχη σου σε έναν εταίρο που έχει αποδείξει ότι χρησιμοποιεί την ισχύ του τιμωρητικά, αλλά να πιέσεις για καλύτερους όρους εντός του δυτικού πλαισίου, όχι έξω από αυτό.

Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϋ μοιάζει να ονειρεύεται μια νέα τάξη πραγμάτων, όπου ο Καναδάς θα μειώσει την εξάρτησή του από τις ΗΠΑ και θα ‘ισορροπήσει’ ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις. Με αυτή τη λογική, η Κίνα αναβαθμίζεται από δύσκολος αντίπαλος σε «στρατηγικός εταίρος». Το πρόβλημα δεν είναι ότι τα κράτη κάνουν εμπορικές συμφωνίες — αυτό συμβαίνει πάντα. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η αυταπάτη ότι ένα αυταρχικό καθεστώς, με ιστορικό εργαλειοποίησης του εμπορίου, της διπλωματίας και της πίεσης, μπορεί ξαφνικά να μετατραπεί σε αξιόπιστο στρατηγικό συνομιλητή, πόσο μάλλον σε ζητήματα που ακουμπούν την ασφάλεια.

Η επίσκεψη του Κάρνεϋ στο Πεκίνο παρουσιάστηκε ως μια προσπάθεια «επανεκκίνησης» και «προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα». Στο πρακτικό επίπεδο, υπήρξε ξεκάθαρα και οικονομικό κίνητρο: αποκλιμάκωση εντάσεων, άρση ή μείωση δασμών σε κρίσιμα μέτωπα (όπως ηλεκτρικά οχήματα και αγροτικές εξαγωγές) και μια ευρύτερη προσπάθεια διαφοροποίησης του εμπορίου του Καναδά, ώστε να μην εξαρτάται μονομερώς από την αμερικανική αγορά. Όμως άλλο πράγμα είναι η εμπορική ‘αναπνοή’ και άλλο η πολιτική αναβάθμιση της Κίνας σε στρατηγικό εταίρο. Εκεί ξεκινά το ρίσκο να γίνεται υπαρξιακό.

Αυτή η στροφή φαίνεται ακόμη πιο ακραία αν θυμηθεί κανείς το πρόσφατο παρελθόν. Το καθοριστικό σημείο για τη ρήξη των σχέσεων Καναδά–Κίνας ήταν η υπόθεση Μενγκ Ουανζού της Huawei. Η Μενγκ συνελήφθη στον Καναδά το 2018, κατόπιν αιτήματος των ΗΠΑ και στο πλαίσιο διαδικασίας έκδοσης. Η αντίδραση της Κίνας δεν ήταν μια τυπική διπλωματική ένταση. Ήταν μια επίδειξη ισχύος με κόστος για τον Καναδά, ενδεικτική τού πώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει όσους ακουμπούν τα ζωτικά του συμφέροντα. Το 2021, οι ΗΠΑ απέσυραν ουσιαστικά το αίτημα έκδοσης, κλείνοντας την υπόθεση, αλλά το αποτύπωμα έμεινε: ο Καναδάς βίωσε από πρώτο χέρι τι σημαίνει κινεζική πίεση, όταν οι συνθήκες δεν ευνοούν το Πεκίνο.

Από αυτό το επεισόδιο βγαίνουν δύο απλά συμπεράσματα. Πρώτον, η Κίνα δεν βλέπει τις διαφωνίες ως κάτι που λύνεται μέσα σε θεσμικούς κανόνες ή σε κοινά αποδεκτές αρχές. Βλέπει τις διαφορές ως μοχλό καταναγκασμού και δεν διστάζει να μεταφέρει το κόστος στον αντίπαλο για να πετύχει τους στόχους του. Δεύτερον, καμία «νέα εποχή» ή ωραία ρητορική δεν αλλάζει τη δομή ενός καθεστώτος που λειτουργεί με γνώμονα την ισχύ και τον έλεγχο αντί της αμοιβαιότητας και των θεσμικών εγγυήσεων. Η αξιοπιστία δεν χτίζεται με δηλώσεις. Χτίζεται με συνέπεια και προβλεψιμότητα, στοιχεία που λείπουν από μια αυταρχική δύναμη η οποία προτεραιοποιεί τα συμφέροντά της χωρίς περιορισμούς.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται και το παράδοξο, όπου μια αμερικανική «σκληρή γραμμή» μπορεί να σπρώξει έναν σύμμαχο σε λάθος επιλογές. Το αφήγημα που κυκλοφορεί είναι ότι ο Καναδάς θέλει να μειώσει την εξάρτησή του από τις ΗΠΑ, εν μέρει λόγω εμπορικών πιέσεων και δασμών που αποδίδονται στον Ντόναλντ Τραμπ, και έτσι αναζητά εναλλακτικές. Σε θεωρητικό επίπεδο, η σκέψη μοιάζει απλή: «αν ο γείτονας με δυσκολεύει, θα στραφώ στον ανταγωνιστή του». Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό το σχήμα είναι επικίνδυνο, ειδικά για μια χώρα σαν τον Καναδά.

Οι ΗΠΑ δεν είναι απλώς «μια μεγάλη αγορά» για τον Καναδά. Είναι ο βασικός πυλώνας της οικονομίας του, ο κορμός της ασφάλειάς του και ο πυρήνας της γεωπολιτικής του σταθερότητας. Ακόμη κι αν η Οττάβα καταφέρει να ανοίξει εμπορικές ‘βαλβίδες’ προς την Κίνα, αυτές είναι μάλλον βραχυπρόθεσμες και αναστρέψιμες, γιατί η Κίνα έχει αποδείξει ότι μπορεί να αλλάξει στάση ανά πάσα στιγμή όταν αισθανθεί πως δεν εξυπηρετείται. Επιπλέον, το Πεκίνο έχει κάθε λόγο να ενθαρρύνει τους συμμάχους της Ουάσιγκτον να απομακρυνθούν από τις ΗΠΑ στο όνομα μιας δήθεν «στρατηγικής αυτονομίας». Όχι επειδή ενδιαφέρεται για την ανεξαρτησία τους, αλλά επειδή έτσι διαλύεται η συνοχή της Δύσης. Με απλά λόγια, η «έξυπνη αντιστάθμιση» που φαντάζει ελκυστική στην Οττάβα μπορεί να είναι ακριβώς το παιχνίδι που θέλει να παίξει η Κίνα.

Αν μιλάμε για στρατηγική συνεργασία — και ειδικά όταν ακουμπά ζητήματα ασφάλειας — η αξιοπιστία δεν είναι αφηρημένη έννοια. Μετριέται σε κανόνες, διαφάνεια και προβλεψιμότητα. Η Κίνα υστερεί και στα τρία. Οι κανόνες της είναι συχνά επιλεκτικοί και υποταγμένοι στον σκοπό της ισχύος. Η διαφάνειά της είναι περιορισμένη, επειδή η πολιτική της λειτουργία δεν έχει δημοκρατικούς φραγμούς και έλεγχο. Και η προβλεψιμότητά της είναι ασταθής, αφού μπορεί να επαναπροσδιορίσει πολιτικές και ‘συμφωνίες’ όταν το κρίνει αναγκαίο. Αυτό σημαίνει ότι η Κίνα μπορεί να αποτελέσει εμπορικό συνομιλητή υπό όρους, αλλά δεν είναι ασφαλής βάση για στρατηγική εμπιστοσύνη.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο μπαίνει και ο Τραμπ. Χρειάζεται να ξεχωρίσουμε το ύφος από το στρατηγικό αποτέλεσμα. Πολλά μέσα ενημέρωσης επικεντρώνονται στον θόρυβο, στην ένταση και στις συγκρούσεις που δημιουργεί. Όμως στον σκληρό κόσμο της ισχύος, μια πιο ‘ωμή’ γραμμή προς συμμάχους έχει μια λογική: αν η Δύση δεν βάλει καθαρά όρια, η Κίνα θα εκμεταλλευτεί τα κενά. Το ζήτημα δεν είναι ότι ο Τραμπ είναι ‘σκληρός’. Το ζήτημα είναι ότι ορισμένες χώρες απαντούν στη σκληρότητα όχι διαπραγματευόμενες εντός του δυτικού πλαισίου, αλλά επιδιώκοντας λάθος ‘ανεξαρτησία’: δηλαδή με τη βιαστική αναβάθμιση της Κίνας σε στρατηγικό εταίρο. Αυτό δεν είναι ανεξαρτησία. Είναι ρίσκο που μπορεί να μετατραπεί σε εξάρτηση.

Η πιο ρεαλιστική ανάγνωση είναι ότι η Βόρεια Αμερική και συνολικά η Δύση έχουν συμφέρον να κρατήσουν ενιαίο μέτωπο απέναντι σε έναν ανταγωνιστή που επιδιώκει ακριβώς το αντίθετο: διάσπαση, ειδικές συμφωνίες, ξεχωριστές διαδρομές και αποδέσμευση των συμμάχων από την Ουάσιγκτον. Η Κίνα δεν λειτουργεί ως ουδέτερος παίκτης. Λειτουργεί ως δύναμη που θέλει να μετακινήσει την ισορροπία προς όφελός της, και για να το πετύχει αξιοποιεί οικονομικά εργαλεία, πολιτική επιρροή και πίεση.

Αν το δούμε ψύχραιμα, η «νέα τάξη» που ονειρεύεται η καναδική ηγεσία δεν είναι νέα. Είναι μια παλιά αυταπάτη: ότι μπορείς να κάνεις στρατηγικό συνεταίρο έναν ανταγωνιστή της Δύσης, χωρίς να πληρώσεις κόστος. Και η ιστορία δείχνει πως όταν έρθει ο λογαριασμός, συνήθως είναι βαρύς.

Η δήλωση Μακρόν για την υποστήριξη πληροφοριών προς την Ουκρανία

Ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν προέβη πρόσφατα σε μια σημαντική δήλωση σχετικά με τη στήριξη της Ουκρανίας. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι «ενώ πριν από έναν χρόνο η Ουκρανία εξαρτιόταν σε συντριπτικό βαθμό από τις αμερικανικές δυνατότητες πληροφοριών, σήμερα τα δύο τρίτα αυτών των δυνατοτήτων παρέχονται από τη Γαλλία». Τη δήλωση αυτή έκανε σήμερα, Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026, κατά τη διάρκεια της ετήσιας ομιλίας του προς τις γαλλικές Ένοπλες Δυνάμεις, σε στρατιωτική βάση στην Ιστρ της νότιας Γαλλίας. Η ομιλία μεταδόθηκε ζωντανά από το Μέγαρο των Ηλυσίων, δίνοντας δημοσιότητα στα λεγόμενά του. Με τα λόγια αυτά, ο Μακρόν υπογράμμισε ότι η Γαλλία έχει πλέον αναλάβει τον κύριο ρόλο στην παροχή στρατιωτικών πληροφοριών προς την Ουκρανία, σε αντίθεση με έναν χρόνο πριν όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ο σχεδόν αποκλειστικός φορέας τέτοιας υποστήριξης.

Η αναφορά αυτή δεν έγινε εν κενώ. Υπάγεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αλλαγών στη δυτική υποστήριξη προς την Ουκρανία. Λίγους μήνες νωρίτερα, στις αρχές Μαρτίου 2025, η κυβέρνηση των ΗΠΑ υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ είχε ανακοινώσει αιφνιδιαστικά την παύση του διαμοιρασμού ορισμένων πληροφοριών με το Κίεβο, στο πλαίσιο μιας πίεσης για την έναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών. Αυτή η απόφαση — μαζί με το προσωρινό πάγωμα στρατιωτικής βοήθειας — προκάλεσε ανησυχία, καθώς στερούσε από την Ουκρανία ζωτικές πληροφορίες για την άμυνά της. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ευρώπη και ειδικά η Γαλλία κλήθηκαν να καλύψουν το κενό. Πράγματι, ο Γάλλος υπουργός Άμυνας Σεμπαστιέν Λεκορνύ διαβεβαίωσε τότε δημόσια ότι η Γαλλία θα συνεχίσει να παρέχει στρατιωτικές πληροφορίες  στην Ουκρανία, παρά το «πάγωμα» από την πλευρά των ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, η Γαλλία ανέλαβε την «συνέχιση της υπηρεσίας» παροχής πληροφοριών προς το Κίεβο, αξιοποιώντας τις δικές της δυνατότητες συλλογής πληροφοριών προς όφελος της ουκρανικής άμυνας.

Η σημασία της δήλωσης — Ο ρόλος της Ευρώπης και ο ρόλος των ΗΠΑ

Η δήλωση του Μακρόν έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι υπογραμμίζει μια μετατόπιση βάρους στην υποστήριξη της Ουκρανίας από τις ΗΠΑ προς την Ευρώπη. Ουσιαστικά, ο Γάλλος πρόεδρος διεμήνυσε ότι η Ευρώπη (με τη Γαλλία να πρωτοστατεί) είναι πλέον ικανή και πρόθυμη να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης στον τομέα της άμυνας και της παροχής πληροφοριών. Αυτό ευθυγραμμίζεται με τη διαχρονική του θέση υπέρ της «ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας» στην άμυνα — μιας αντίληψης ότι η Ευρώπη πρέπει να μπορεί να στηρίζεται στις δικές της δυνάμεις για την ασφάλειά της. Η ικανοποίηση που εξέφρασε ο Μακρόν για το ότι όλο και περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη συμμερίζονται αυτή την άποψη, δείχνει ότι η δήλωσή του εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια ενίσχυσης του ευρωπαϊκού ρόλου στις διεθνείς κρίσεις.

Παράλληλα, ο Μακρόν ήθελε να στείλει μήνυμα συνέχειας και αξιοπιστίας προς το Κίεβο. Με τις ΗΠΑ να έχουν μειώσει την άμεση εμπλοκή τους όσον αφορά τις πληροφορίες, η Γαλλία καλύπτει το κενό ώστε η Ουκρανία να μη μείνει «τυφλή» στο πεδίο της μάχης. Οι δυτικές πληροφορίες ήταν καθοριστικές για τον εντοπισμό των κινήσεων των ρωσικών στρατευμάτων και την ικανότητα της Ουκρανίας να πλήττει στόχους υψηλής αξίας. Η ανάληψη των δύο τρίτων αυτής της προσπάθειας από τη Γαλλία σημαίνει ότι η Ουκρανία συνεχίζει να λαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των κρίσιμων δεδομένων που χρειάζεται, παρά τις διαφοροποιήσεις στη στάση της Ουάσιγκτον. Αυτό ενισχύει το ηθικό του Κιέβου και του δίνει τη δυνατότητα να σχεδιάζει την άμυνά του, γνωρίζοντας ότι η ροή πληροφοριών από τη Δύση δεν θα διακοπεί. Όπως τόνισε ο ίδιος ο Μακρόν, το μήνυμα προς τους Ουκρανούς αλλά και τους Ευρωπαίους εταίρους είναι ότι «είμαστε έτοιμοι» να στηρίξουμε αυτή την προσπάθεια αντίστασης και να αποτρέψουμε νέες επιθέσεις.

Επιπλέον, η ανάδειξη της γαλλικής συμβολής έχει και μια διάσταση γεωπολιτικού γοήτρου. Ο Μακρόν ουσιαστικά δηλώνει ότι η Γαλλία — μια ευρωπαϊκή δύναμη — μπορεί να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ σε έναν τόσο κρίσιμο τομέα όπως οι πληροφορίες, έστω και προσωρινά. Αυτό αποτελεί de facto επίδειξη της ενισχυμένης ικανότητας της Ευρώπης να ενεργεί αυτόνομα. Δεν είναι τυχαίο ότι στο ίδιο πλαίσιο ο Γάλλος πρόεδρος έχει απορρίψει τόσο τη «νέα αποικιοκρατία» όσο και την «υποτέλεια και ηττοπάθεια», δείχνοντας την πρόθεση της Γαλλίας να μη συμπεριφέρεται ως υποτελής ή αδύναμος κρίκος στις διεθνείς εξελίξεις. Η Ευρώπη, κατά τον Μακρόν, οφείλει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, να θωρακίσει την ανεξαρτησία της και να συνεχίσει να εξοπλίζεται για να ανταποκριθεί σε έναν κόσμο όπου «οι δυνάμεις αποσταθεροποίησης έχουν ξυπνήσει» και αμφισβητούν παλιά δεδομένα.

Ιράν: Φήμες για κατάληψη αρχηγείου, διαδηλώσεις, μπλακάουτ, μειονότητες

Οι τελευταίες ώρες στο Ιράν χαρακτηρίζονται από σημαντική κλιμάκωση της έντασης, καθώς οι μαζικές διαδηλώσεις συνεχίζονται σε πολλές πόλεις, ενώ το κράτος απαντά με αυξημένα μέτρα ασφαλείας, περιορισμούς στις μετακινήσεις και σοβαρές διακοπές στις τηλεπικοινωνίες και στο διαδίκτυο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όπου η πρόσβαση σε ανεξάρτητη πληροφόρηση είναι περιορισμένη, κυκλοφόρησαν ανεπιβεβαίωτοι ισχυρισμοί ότι το Κόμμα για την Ελευθερία του Κουρδιστάν (PAK) κατέλαβε αρχηγείο του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) στην Κερμανσάχ, στη δυτική χώρα. Αν κάτι τέτοιο επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για μια εξαιρετικά σοβαρή εξέλιξη, καθώς θα σηματοδοτούσε μετάβαση από τις συγκρούσεις δρόμου και τις επιθέσεις σε μια πιο οργανωμένη πρόκληση απέναντι στο ιρανικό κράτος.

Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει ανεξάρτητη και αξιόπιστη επιβεβαίωση ότι πράγματι έγινε κατάληψη στρατιωτικής εγκατάστασης του IRGC. Αντίθετα, ιρανικές επίσημες πηγές έχουν αναφερθεί σε περιστατικό πυρκαγιάς σε εγκατάσταση των Φρουρών στην επαρχία Κερμανσάχ, μιλώντας για φωτιά σε χώρο φύλαξης εύφλεκτων υλικών και αναφέροντας ότι τα αίτια διερευνώνται, χωρίς να γίνεται λόγος για επίθεση ή απώλεια ελέγχου του χώρου. Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο δύσκολη είναι η επαλήθευση όταν συνυπάρχουν έντονα επεισόδια, περιορισμοί στο διαδίκτυο και διάχυση φημών.

Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ συστήνουν στους Αμερικανούς πολίτες που βρίσκονται στο Ιράν να εγκαταλείψουν τη χώρα, εφόσον αυτό είναι εφικτό και ασφαλές. Οι προειδοποιήσεις αναφέρονται στην κλιμάκωση των διαμαρτυριών, στην ένταση της καταστολής, στα κλεισίματα δρόμων, στις διακοπές στις δημόσιες συγκοινωνίες και στους περιορισμούς της πρόσβασης σε υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας και διαδικτύου. Παράλληλα, επισημαίνεται πως οι αεροπορικές εταιρείες περιορίζουν ή ακυρώνουν πτήσεις, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν ανασταλεί δρομολόγια από και προς το Ιράν. Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα αυξανόμενης αστάθειας, όπου το ενδεχόμενο ταχείας επιδείνωσης της κατάστασης παραμένει ανοιχτό.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η Κερμανσάχ, μια περιοχή με ισχυρή κουρδική παρουσία, κοντά στα σύνορα με το Ιράκ. Αυτό της δίνει ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς μια σοβαρή αναταραχή εκεί δεν μένει αναγκαστικά «τοπική»: μπορεί να επηρεάσει συνολικά τη δυτική ζώνη ασφαλείας του Ιράν και να ενισχύσει τη δράση ομάδων που διαθέτουν διασυνοριακές βάσεις ή δίκτυα υποστήριξης. Ακόμη κι αν ο ισχυρισμός περί «κατάληψης αρχηγείου» δεν επιβεβαιωθεί, η ίδια η κυκλοφορία του αποτυπώνει ότι στο πεδίο υπάρχει ήδη αίσθηση πως η κατάσταση ξεπερνά τα όρια μιας απλής κοινωνικής εξέγερσης και ακουμπά πλέον πιο επικίνδυνες μορφές αντιπαράθεσης.

Η κρίση στο Ιράν, όμως, δεν αφορά μόνο το κουρδικό στοιχείο. Η χώρα είναι πολυεθνοτική και σε περιόδους βαθιάς πολιτικής αναταραχής είναι συνηθισμένο να εμφανίζονται παράλληλες δυναμικές σε διαφορετικές περιφέρειες. Σε περιοχές όπως το Σιστάν-Μπαλουχιστάν, όπου υπάρχει μακροχρόνια ένταση και παρουσία ένοπλων οργανώσεων, κάθε γενικευμένη αποσταθεροποίηση δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω κλιμάκωση. Το ίδιο ισχύει και για το Χουζεστάν, μια περιοχή με αραβική μειονότητα και ιστορικό κινημάτων που κατά καιρούς έχουν αναπτύξει αποσχιστική ή πιο ακραία δράση. Ακόμη και σε περιοχές που παραδοσιακά δεν έχουν έντονη ένοπλη διάσταση, όπως ορισμένες τουρκόφωνες κοινότητες στο βορειοδυτικό Ιράν, η πολιτική πίεση μπορεί να μετατραπεί σε πιο αιχμηρές μορφές σύγκρουσης όσο βαθαίνει η κρίση.

Σε αυτό το σημείο μπαίνει και η παράμετρος της εξωτερικής στήριξης, την οποία συχνά επικαλείται το ιρανικό κράτος. Η Τεχεράνη έχει μια σταθερή γραμμή ότι οι μεγάλες εξεγέρσεις δεν είναι αποκλειστικά «εσωτερικό ζήτημα», αλλά αποτέλεσμα ξένης υποκίνησης και χρηματοδότησης, κάτι που χρησιμοποιεί για τη νομιμοποίηση αυστηρών μέτρων καταστολής. Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης γεγονός ότι στη Μέση Ανατολή οι μειονοτικές και αποσχιστικές οργανώσεις συχνά βρίσκουν πολιτικά ή υλικά στηρίγματα εκτός συνόρων, είτε μέσω κρατικών υπηρεσιών είτε μέσω δικτύων διασποράς και ανταγωνιστικών γεωπολιτικών κέντρων. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι διαμαρτυρίες είναι «ξένα σχέδια», αλλά ότι μέσα σε μια γενικευμένη αναταραχή μπορεί να παρεμβληθούν και δυνάμεις που βλέπουν μια ευκαιρία να πιέσουν το ιρανικό καθεστώς από περισσότερα από ένα μέτωπα.

Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι πως αυτή τη στιγμή η αβεβαιότητα παραμένει μεγάλη. Οι περιορισμοί στο διαδίκτυο και οι δυσκολίες πρόσβασης σε ανεξάρτητες εικόνες από το εσωτερικό της χώρας επιτρέπουν να κυκλοφορούν πληροφορίες χωρίς σαφή επιβεβαίωση. Έτσι, ο ισχυρισμός περί «κατάληψης αρχηγείου των Φρουρών» μπορεί να είναι είτε υπερβολή είτε προπαγανδιστική διόγκωση, μπορεί όμως να είναι και ένα πρώτο σημάδι ότι το Ιράν μπαίνει σε μια φάση όπου η κρίση δεν θα περιοριστεί σε διαδηλώσεις, αλλά θα αποκτήσει και πιο στρατιωτικοποιημένα χαρακτηριστικά. Σε κάθε περίπτωση, οι επόμενες ημέρες θα είναι καθοριστικές, τόσο για το αν θα υπάρξει πραγματική επιβεβαίωση των πληροφοριών που διακινούνται όσο και για το αν οι κινητοποιήσεις θα εξελιχθούν σε ευρύτερη εσωτερική ρήξη με πολλαπλά ενεργά «μέτωπα» μέσα στη χώρα.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Το Ιράν σε ιστορικό σταυροδρόμι

Το Ιράν αντιμετωπίζει τη σοβαρότερη εσωτερική κρίση από την ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας το 1979. Οι μαζικές διαδηλώσεις που ξεκίνησαν στα τέλη Δεκεμβρίου 2025 συνεχίζονται για περισσότερες από δύο εβδομάδες, έχοντας μεν ως αφετηρία την οικονομική κατάρρευση, αλλά με τα αιτήματα να έχουν πάρει ξεκάθαρα πολιτικό χαρακτήρα.

Η σημερινή κρίση είναι πρωτίστως οικονομική. Η κατάρρευση του ιρανικού νομίσματος, ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός και η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης έχουν μετατρέψει την καθημερινή επιβίωση σε αγώνα για εκατομμύρια Ιρανούς.

Ωστόσο αυτό που ξεκίνησε ως κοινωνική διαμαρτυρία έχει εξελιχθεί σε ευθεία πολιτική πρόκληση. Τα συνθήματα στους δρόμους δεν περιορίζονται πλέον σε αιτήματα για χαμηλότερες τιμές ή καλύτερους μισθούς. Στρέφονται ανοιχτά κατά της θεοκρατικής δομής εξουσίας, αμφισβητώντας τον ρόλο του ανώτατου ηγέτη και των Φρουρών της Επανάστασης. Η γεωγραφική εξάπλωση των κινητοποιήσεων, από την Τεχεράνη έως την περιφέρεια, υποδηλώνει ότι η δυσαρέσκεια δεν είναι ούτε αποσπασματική ούτε περιορισμένη σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.

Σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πληροφορίες από διπλωματικές πηγές, περισσότεροι από 500 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και πάνω από 10.000 έχουν συλληφθεί σε όλη τη χώρα. Κινητοποιήσεις καταγράφονται σε περισσότερες από σαράντα πόλεις, συμπεριλαμβανομένης της Τεχεράνης, του Ισφαχάν, της Σιράζ, της Ταμπρίζ και της Αχβάζ.

Αφορμή των διαδηλώσεων ήταν η κατάρρευση του ιρανικού ριάλ. Τον Ιανουάριο του 2026, το νόμισμα υποχώρησε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα έναντι του δολαρίου, ξεπερνώντας τα 700.000 ριάλ ανά δολάριο στην ανεπίσημη αγορά.

Ο επίσημος πληθωρισμός κινείται πάω από 45%, ενώ ανεξάρτητες εκτιμήσεις τον τοποθετούν ακόμη υψηλότερα για βασικά αγαθά όπως τρόφιμα, ενέργεια και ενοίκια. Ο κατώτατος μισθός, παρότι αυξήθηκε ονομαστικά, έχει χάσει σημαντικό μέρος της αγοραστικής του δύναμης, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις. Η ανεργία στους νέους παραμένει κοντά στο 25%, ενισχύοντας τη δυσαρέσκεια σε μια κοινωνία όπου το 60% του πληθυσμού είναι κάτω των 35 ετών.

Οι ιρανικές αρχές έχουν ενεργοποιήσει όλους τους βασικούς μηχανισμούς εσωτερικής ασφάλειας. Στους δρόμους έχουν αναπτυχθεί η αστυνομία, οι παραστρατιωτικές δυνάμεις Basij και οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC). Παράλληλα, το κράτος έχει προχωρήσει σε εκτεταμένες διακοπές πρόσβασης στο διαδίκτυο, περιορίζοντας πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και εφαρμογές μηνυμάτων. Τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται κυρίως τις απογευματινές και βραδινές ώρες, όταν κορυφώνονται οι διαδηλώσεις.

Η Δικαιοσύνη έχει προειδοποιήσει δημόσια για την επιβολή βαριών ποινών, συμπεριλαμβανομένης της θανατικής, σε όσους κατηγορούνται για «υπονόμευση της εθνικής ασφάλειας».

Το Ιράν είναι ο τέταρτος μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον ΟΠΕΚ, με παραγωγή που κυμαίνεται κοντά στα 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Παρά τις κυρώσεις, οι εξαγωγές — κυρίως προς την Ασία — παραμένουν σημαντική πηγή εσόδων του κράτους.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις πετρελαιοπαραγωγές περιοχές, όπου μια γενικευμένη απεργία θα μπορούσε να στερήσει από το κράτος κρίσιμα έσοδα. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν καταγραφεί μεγάλες διακοπές στην παραγωγή. Ωστόσο, η προσοχή επικεντρώνεται στην επαρχία Χουζεστάν, όπου παράγεται το μεγαλύτερο μέρος του ιρανικού πετρελαίου. Εκκλήσεις για απεργίες στον ενεργειακό τομέα προκαλούν ανησυχία, καθώς ιστορικά παρόμοιες κινητοποιήσεις είχαν καθοριστικό ρόλο στην πτώση του καθεστώτος το 1979. Η ιστορική μνήμη της περιόδου 1978-1979 παραμένει ζωντανή. Τότε , η παράλυση του πετρελαϊκού τομέα συνέβαλε καθοριστικά στην πτώση του σάχη.

Οι διεθνείς αγορές αντέδρασαν άμεσα: η τιμή του Brent αυξήθηκε πάνω από 5% σε διάστημα δύο ημερών, ξεπερνώντας τα 63 δολάρια το βαρέλι.

Διεθνείς αντιδράσεις και γεωπολιτικό πλαίσιο

Οι εξελίξεις στο Ιράν παρακολουθούνται στενά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ, τη Ρωσία και τις χώρες του Κόλπου.

Η Ουάσιγκτον έχει υιοθετήσει σκληρή ρητορική, προειδοποιώντας για συνέπειες σε περίπτωση κλιμάκωσης της καταστολής. Το Ισραήλ διατηρεί στενή επικοινωνία με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα μετά τις πρόσφατες στρατιωτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή.

Για τη Ρωσία, το Ιράν αποτελεί βασικό στρατηγικό εταίρο, τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης με τη Δύση. Μια αποσταθεροποίηση στην Τεχεράνη θα επηρεάσει άμεσα τη ρωσική περιφερειακή στρατηγική.

Οι χώρες του Κόλπου, αν και έχουν επιδιώξει τα τελευταία χρόνια αποκλιμάκωση των σχέσεων με το Ιράν, εκφράζουν ανησυχία μάλλον για το ενδεχόμενο γενικευμένου χάους και όχι απαραίτητα για την επιβίωση του σημερινού καθεστώτος.

Παρά τη μαζικότητα των διαδηλώσεων, δεν έχει αναδειχθεί ενιαία πολιτική ηγεσία της αντιπολίτευσης. Αυτό μειώνει τις πιθανότητες άμεσης, οργανωμένης ανατροπής του συστήματος.

Οι εξελίξεις στο Ιράν δεν αφορούν μόνο το μέλλον μιας χώρας 90 εκατομμυρίων κατοίκων. Αφορούν την ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή, τη σταθερότητα των ενεργειακών αγορών, και σε ευρύτερο επίπεδο, το ερώτημα αν τα αυταρχικά συστήματα μπορούν να επιβιώσουν σε κοινωνίες που έχουν αλλάξει ταχύτερα από τους θεσμούς.

Η πιθανότητα μιας πολιτικής ανατροπής στην Τεχεράνη, είτε μέσω λαϊκής εξέγερσης είτε μέσω εσωτερικής αναδιάταξης, προκαλεί ανησυχία όχι μόνο στους αντιπάλους, αλλά και στους εταίρους του Ιράν. Ο λόγος είναι απλός: η κατάρρευση ενός ισχυρού, συγκεντρωτικού κράτους σε μια τόσο στρατηγική περιοχή σπάνια οδηγεί σε ομαλή μετάβαση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους Ευρωπαίους συμμάχους τους, το Ιράν αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν από τους βασικούς γεωπολιτικούς αντιπάλους. Παράλληλα, όμως, η εμπειρία από το Ιράκ, τη Λιβύη και τη Συρία έχει καταστήσει σαφές ότι η κατάρρευση ενός αυταρχικού καθεστώτος δεν εγγυάται δημοκρατία ή σταθερότητα.

Κεντρικός παράγοντας σε κάθε σενάριο παραμένουν οι Φρουροί της Επανάστασης. Με δεκάδες χιλιάδες μέλη, αυτόνομες στρατιωτικές δυνατότητες και βαθιά διείσδυση στην οικονομία, οι Φρουροί δεν είναι απλώς μηχανισμός καταστολής, αλλά πυλώνας εξουσίας.

Η Μέση Ανατολή είναι εξαιρετικά ευαίσθητη σε πολιτικές μεταβολές στο Ιράν. Η Τεχεράνη έχει οικοδομήσει δίκτυα επιρροής σε Λίβανο, Ιράκ, Συρία και Υεμένη. Μια αποδυνάμωση του κεντρικού κράτους θα μπορούσε να οδηγήσει είτε σε αποσύνδεση αυτών των δικτύων, είτε αντιθέτως δε ανεξέλεγκτη δράση τους.

Για το Ισραήλ, μια λιγότερο ισχυρή Τεχεράνη θα μπορούσε να μειώσει την εξωτερική απειλή, αλλά ταυτόχρονα να αυξήσει την αστάθεια στα σύνορά του. Για τις χώρες του Κόλπου, ο βασικός φόβος δεν είναι η πολιτική αλλαγή στο Ιράν, αλλά η διάχυση της αστάθειας σε ολόκληρη την περιοχή.

Το ερώτημα που τίθεται όλο και συχνότερα σε διπλωματικούς και αναλυτικούς κύκλους είναι αν το Ιράν μπορεί να ακολουθήσει μια σταδιακή, ελεγχόμενη μετάβαση. Οι ενδείξεις μέχρι στιγμής δεν είναι ενθαρρυντικές. Η διάσπαση της κοινωνίας και η επιμονή της ηγεσίας στη σκληρή γραμμή περιορίζουν τα περιθώρια συναινετικών λύσεων. Παράλληλα, η νεότερη γενιά Ιρανών δείχνει απρόθυμη να αποδεχτεί ημίμετρα ή συμβολικές παραχωρήσεις.

Το βαθύτερο διακύβευμα

Πέρα από τις άμεσες πολιτικές εξελίξεις, το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα υπαρξιακό ερώτημα: μπορεί ένα σύστημα που σχεδιάστηκε πριν από σχεδόν μισό αιώνα να ανταποκριθεί στις ανάγκες μιας σύγχρονης, αστικοποιημένης και δικτυωμένης κοινωνίας;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν θα δοθεί μόνο στους δρόμους της Τεχεράνης, αλλά και από τις επιλογές που θα κάνουν οι ελίτ της χώρας, και με τον τρόπο με τον οποίο ο υπόλοιπος κόσμος θα αντιδράσει σε αυτές.

Αν το Ιράν αλλάξει, δεν θα αλλάξει αθόρυβα. Η μετάβαση, όποια μορφή και αν πάρει θα είναι δύσκολη. ‘Όμως η διατήρηση του σημερινού αδιεξόδου ενδέχεται να αποδειχθεί εξίσου δύσκολη και επικίνδυνη.

Για τη διεθνή κοινότητα, το στοίχημα δεν είναι απλώς η πτώση ή η επιβίωση ενός καθεστώτος, αλλά η αποφυγή ενός νέου κύκλου χάους σε μια περιοχή που έχει ήδη πληρώσει βαρύ τίμημα από τις αποτυχημένες μεταβάσεις του παρελθόντος.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.