Μέσα στην εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων ήρθε μια σημαντική είδηση για την ελληνική άμυνα: ανακοινώθηκε επίσημα η δημιουργία δεύτερης κρατικής μονάδας παραγωγής μη επανδρωμένων οχημάτων (drone) στην Ξάνθη, με δυνατότητα κατασκευής έως 1.000 τεμαχίων τον μήνα. Το νέο εργοστάσιο στον ακριτικό αυτό νομό θεωρείται ορόσημο, καθώς βρίσκεται κοντά στα σύνορα και θα μπορεί να εφοδιάζει πιο γρήγορα τις τοπικές στρατιωτικές δυνάμεις. Μέχρι πρότινος, ο ίδιος ο υπουργός Άμυνας Νίκος Δένδιας είχε μιλήσει για παραγωγή 1.000 μη επανδρωμένων τον χρόνο, όμως πλέον ο στόχος αυξήθηκε εντυπωσιακά στα 1.000 τον μήνα. Αυτό δείχνει μια στροφή σε πιο φιλόδοξους ρυθμούς, αντανακλώντας τις σύγχρονες ανάγκες και τις εισηγήσεις των ειδικών ότι απαιτείται πολύ μεγαλύτερη κλίμακα παραγωγής. Σήμερα τα drone αποκαλούνται «οι νέες σφαίρες» — δηλαδή είναι τόσο απαραίτητα όσο και τα πυρομαχικά — και αποτελούν οργανικό κομμάτι του στρατεύματος. Είναι λοιπόν κρίσιμο η Ελλάδα να μπορεί να παράγει μαζικά αυτά τα συστήματα αντί να εξαρτάται από εισαγωγές.
Τι δυνατότητες θα έχει η νέα μονάδα; Σύμφωνα με τις πληροφορίες, το εργοστάσιο στην Ξάνθη θα χρησιμοποιεί προηγμένες μεθόδους για την ταχεία κατασκευή μικρών μη επανδρωμένων (κατηγορίας 1, τύπου FPV – First Person View). Διαθέτει μηχανήματα τρισδιάστατης εκτύπωσης (3D printing) για την παραγωγή των σκελετών και εξαρτημάτων των drone – μια πρακτική που εφαρμόζουν ήδη χώρες όπως το Ισραήλ, οι ΗΠΑ, η Ουκρανία, ακόμη και μη κρατικές ομάδες όπως η Χαμάς. Με αυτόν τον τρόπο επιταχύνεται η κατασκευή και μειώνεται το κόστος, καθώς μπορούν να παράγονται επιτόπου κρίσιμα μέρη χωρίς συμβατικές γραμμές παραγωγής. Στη μονάδα θα γίνεται επίσης η συναρμολόγηση και η ολοκληρωμένη διασύνδεση όλων των ηλεκτρονικών και μηχανικών συστημάτων των drone. Παράλληλα, προβλέπεται η δυνατότητα για άμεσες επισκευές, ελέγχους και συντήρηση των drone, έτσι ώστε οποιαδήποτε βλάβη να μπορεί να αντιμετωπιστεί επί τόπου. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις μονάδες του στρατού που θα τα χρησιμοποιούν, καθώς διασφαλίζει ότι τα μη επανδρωμένα οχήματα θα είναι ανά πάσα στιγμή επιχειρησιακά.
Ένα ακόμα καθοριστικό στοιχείο είναι το λογισμικό που «τρέχει» σε αυτά τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Η νέα μονάδα θα υποστηρίζει την εγκατάσταση και παραμετροποίηση εθνικού λογισμικού, προσαρμοσμένου στις ανάγκες κάθε αποστολής. Με απλά λόγια, θα μπορεί να αφαιρεί το αρχικό λογισμικό (π.χ. αυτό που έρχεται από τον κατασκευαστή, όπως στην περίπτωση κινεζικών συστημάτων) και να το αντικαθιστά με ελληνικό λογισμικό ή λογισμικό που έχει αναπτυχθεί σε συνεργασία με ελληνικές εταιρείες. Αυτό δίνει μεγαλύτερο έλεγχο στα drone, εξασφαλίζει ότι δεν θα υπάρχουν «κρυφές» εξαρτήσεις από ξένους προμηθευτές και επιτρέπει την προσαρμογή των δυνατοτήτων τους ανάλογα με την αποστολή (για παράδειγμα, διαφορετικές λειτουργίες για επιτήρηση, για επίθεση ακριβείας, κ.ο.κ.). Επιπλέον, στο 316 ΣΕΠ (Συνεργείο Περιοχής) Ξάνθης έχει αναπτυχθεί και ένα Κινητό Συνεργείο Κατασκευών Μη Επανδρωμένων Οχημάτων — ουσιαστικά μια φορητή μονάδα που μπορεί να μεταφερθεί όπου χρειαστεί, πλήρως αυτόνομη ενεργειακά, η οποία επιτρέπει κατασκευή, επισκευή, ρύθμιση και δοκιμές drone στο πεδίο. Πρόκειται για ελληνικής σχεδίασης σύστημα, αντίστοιχο με εκείνο που λειτουργεί ήδη σε άλλο εργοστάσιο του στρατού (το 306 Εργοστάσιο Βάσης), και μπορεί να αναπτυχθεί σε προκεχωρημένες περιοχές επιχειρήσεων. Με αυτό το κινητό συνεργείο, δίνεται ακόμη η δυνατότητα να παράγονται ανταλλακτικά και εξαρτήματα επί τόπου στο μέτωπο, μειώνοντας δραστικά τον χρόνο αναμονής για επισκευές και αυξάνοντας την αυτάρκεια των δυνάμεων σε πραγματικές συνθήκες μάχης.
Ο ρόλος των ιδιωτικών εταιρειών στην όλη εξέλιξη είναι αξιοσημείωτος. Όπως συμβαίνει διεθνώς, έτσι και στην Ελλάδα, ο ιδιωτικός τομέας κινήθηκε πιο γρήγορα στον τομέα των μη επανδρωμένων οχημάτων, αναπτύσσοντας σημαντική τεχνογνωσία. Μάλιστα, ελληνικές εταιρείες είχαν πρωτοπορήσει δημιουργώντας ήδη υποδομές για 3D εκτύπωση drone και εξελιγμένα λογισμικά αυτόνομης πλοήγησης. Λέγεται ότι μία ελληνική εταιρεία έχει φτιάξει το δικό της λογισμικό drone από το μηδέν, ενώ και άλλες συνεργάζονται με μεγάλους τεχνολογικούς εταίρους (όπως η Intel) για την ανάπτυξη ανάλογων συστημάτων. Αυτές οι πρωτοβουλίες έδειξαν τον δρόμο και τώρα το κράτος ακολουθεί με τη δημιουργία δημόσιων υποδομών παραγωγής. Η συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορεί να είναι καταλύτης: οι Ένοπλες Δυνάμεις θα αξιοποιούν δοκιμασμένες λύσεις και καινοτομίες που αναπτύχθηκαν από ελληνικά μυαλά, αντί να ξεκινούν από το μηδέν. Δεν είναι τυχαίο ότι στις περισσότερες δυτικές χώρες η αμυντική βιομηχανία βασίζεται σε τέτοιες συνεργασίες, όπου το κράτος υιοθετεί τεχνολογίες που δοκιμάστηκαν ήδη στον ιδιωτικό τομέα. Έτσι και στην περίπτωση αυτή, η νέα μονάδα στην Ξάνθη έρχεται να αξιοποιήσει και να θεσμοθετήσει την τεχνογνωσία που ήδη υπάρχει στη χώρα.
Η επιχειρησιακή σημασία αυτού του εγχειρήματος για τον ελληνικό στρατό δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Η μονάδα παραγωγής μη επανδρωμένων οχημάτων στην Ξάνθη ενισχύει ουσιαστικά τις επιχειρησιακές δυνατότητες του Στρατού Ξηράς, ειδικά σε μια τόσο κρίσιμη περιοχή. Η Θράκη και ο Έβρος, στο βορειοανατολικό άκρο της Ελλάδας, είναι συνοριακές ζώνες με εντάσεις. Η εγκατάσταση μιας τέτοιας μονάδας εκεί μειώνει τον χρόνο ανεφοδιασμού των τοπικών μονάδων με drone και εξαρτήματα, αφού θα κατασκευάζονται «δίπλα» τους. Όπως τόνισε και ο υπουργός, αυτή η περιοχή γειτνιάζει με αρκετές χώρες (Αλβανία, Βουλγαρία, Βόρεια Μακεδονία, Τουρκία), εκ των οποίων ορισμένες διατηρούν αναθεωρητική στάση. Επομένως, η ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας εκεί με μέσα επιτήρησης και άμυνας τελευταίας γενιάς είναι ζωτικής σημασίας. Τα μη επανδρωμένα δίνουν τεράστιο πλεονέκτημα: μπορούν να περιπολούν τα σύνορα, να εντοπίζουν απειλές έγκαιρα και — αν χρειαστεί — να εξουδετερώνουν στόχους με ελάχιστο ρίσκο για το προσωπικό. Σε μια εποχή που οι συγκρούσεις διεθνώς έχουν αναδείξει τον καταλυτικό ρόλο των μη επανδρωμένων, η ικανότητα του ελληνικού στρατού να αποκτήσει δεκάδες χιλιάδες τέτοια συστήματα εγχώριας κατασκευής θα λειτουργήσει αποτρεπτικά προς κάθε κατεύθυνση.
Πράγματι, σε όλον τον κόσμο παρατηρείται μια «επανάσταση» στη χρήση των drone στα πεδία των συγκρούσεων, και η Ελλάδα πλέον ευθυγραμμίζεται με αυτή την πραγματικότητα. Στον πόλεμο της Ουκρανίας, για παράδειγμα, τα μη επανδρωμένα — ιδιαίτερα τα μικρά φθηνά μοντέλα που πετούν σε πρώτο πρόσωπο (FPV) — χρησιμοποιούνται εκτενώς και από τις δύο πλευρές. Χρησιμεύουν για να πλήττουν κινούμενους στόχους όπως τεθωρακισμένα οχήματα, καθώς και οχυρωμένες θέσεις, καταφύγια και υποδομές. Έχουν ακόμα αξιοποιηθεί για επιθέσεις κορεσμού: δηλαδή εξαπολύονται μαζικά πολλά drone μαζί για να υπερφορτώσουν τα εχθρικά ραντάρ και αντιαεροπορικά με πολλαπλούς στόχους, δυσχεραίνοντας την άμυνα. Είναι εντυπωσιακό ότι οι Ουκρανοί και οι Ρώσοι έφτασαν στο σημείο να εκτοξεύουν μικρότερα drone από μεγαλύτερα drone εν πτήσει. Με άλλα λόγια, φτιάχνουν «μητρικά» UAV που μεταφέρουν και απελευθερώνουν μικρότερα, σαν ιπτάμενες πλατφόρμες εκτόξευσης. Τέτοιες τακτικές μέχρι πρότινος ανήκαν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας, όμως πλέον είναι καθημερινότητα στο ουκρανικό μέτωπο. Η αποτελεσματικότητα αυτών των αυτοσχέδιων οπλικών συστημάτων είναι τρομακτική: ακόμη και ναυτικές δυνάμεις έχουν δεχθεί πλήγματα από σμήνη μη επανδρωμένων επιφανείας και αέρος, ενώ οι επιχειρήσεις ηλεκτρονικού πολέμου αποκτούν νέα διάσταση όταν δεκάδες φτηνές συσκευές προκαλούν «θόρυβο» και χάος στα συστήματα του αντιπάλου. Και όλα αυτά, σημειωτέον, συμβαίνουν και από τις δύο πλευρές — τόσο οι Ουκρανοί όσο και οι Ρώσοι αξιοποιούν αντίστοιχες μεθόδους, δείχνοντας πως ο ‘δρονοπόλεμος’ αποτελεί πλέον συμμετρικό μέρος του οπλοστασίου τους.
Και στη Μέση Ανατολή τα μη επανδρωμένα έχουν αποκτήσει κεντρικό ρόλο, αν και το περιβάλλον πολέμου εκεί διαφέρει. Σε συγκρούσεις όπως στη Γάζα, στην Υεμένη ή στη Συρία, έχουμε ένα πιο ασύμμετρο πεδίο μάχης — οι αντίπαλοι δεν είναι τακτικοί στρατοί με βαρύ εξοπλισμό μόνο, αλλά συχνά αντάρτικες ομάδες και μη-κρατικοί δρώντες. Εκεί λοιπόν τα drone χρησιμοποιούνται κυρίως για πλήγματα ακριβείας σε σταθερούς στόχους: για να καταστρέψουν οχυρωμένες θέσεις, αποθήκες όπλων ή εμπόδια (όπως τσιμεντένια τείχη και πολυβολεία). Δεν βλέπουμε τόσο συχνά επιθέσεις σε κινούμενα άρματα ή αεροσκάφη, όπως στην Ουκρανία, αλλά περισσότερο σε σημεία-κλειδιά της εχθρικής άμυνας. Το Ισραήλ από τη μία πλευρά αξιοποιεί τα μη επανδρωμένα για να εντοπίζει και να πλήττει θέσεις οργανώσεων όπως η Χαμάς, ενώ από την άλλη πλευρά και οι παλαιστινιακές ή άλλες παραστρατιωτικές ομάδες χρησιμοποιούν UAV σε ρόλο «φτωχού συγγενή» της αεροπορίας τους. Αυτές οι ομάδες, που δεν διαθέτουν εξελιγμένα όπλα, έχουν βρει στα εμπορικά drone ένα φονικό εργαλείο: τα τροποποιούν για κατασκοπεία και επιτήρηση (π.χ. παρακολούθηση κινήσεων του αντίπαλου στρατού) αλλά και για μεταφορά εφοδίων στην πρώτη γραμμή. Είναι γνωστό ότι μαχητές σε αυτά τα μέτωπα χρησιμοποιούν μικρά drone για να μεταφέρουν πυρομαχικά, φάρμακα ή τρόφιμα σε αποκλεισμένες περιοχές, εκεί που μια επανδρωμένη αποστολή ανεφοδιασμού θα ήταν πολύ επικίνδυνη. Επιπλέον, δεν διστάζουν να μετατρέπουν τα drone σε μικρές ιπτάμενες βόμβες — είτε ρίχνοντας χειροβομβίδες από αέρος είτε προσαρμόζοντας εκρηκτικά πάνω σε drone, τα οποία καθοδηγούν να πέσουν πάνω σε εχθρικά άρματα μάχης. Τέτοια χτυπήματα ‘αυτοκτονίας’ ήταν αδιανόητα πριν λίγα χρόνια, διότι κανείς δεν θα πλησίαζε ζωντανός ένα άρμα με βόμβα στο χέρι· τώρα όμως ένας χειριστής μπορεί να χτυπήσει το άρμα από απόσταση, χωρίς να διακινδυνεύσει τη ζωή του. Όλες αυτές οι τακτικές αποτελούν σοβαρά μαθήματα που μελετούν οι στρατοί ανά τον κόσμο — και το ελληνικό υπουργείο Άμυνας φαίνεται να λαμβάνει υπ’ όψιν του αυτές τις πληροφορίες.
Ένα λιγότερο γνωστό αλλά εξίσου διδακτικό παράδειγμα είναι ο εμφύλιος πόλεμος στη Μιανμάρ (πρώην Βιρμανία). Αν και η διεθνής κοινότητα δεν του δίνει μεγάλη δημοσιότητα, αυτός ο αθέατος πόλεμος τα τελευταία τρία χρόνια έχει χαρακτηριστεί από αναλυτές ως «πεδίο δοκιμών» μη επανδρωμένων. Μετά το πραξικόπημα του 2021, η Μιανμάρ βυθίστηκε σε εμφύλια σύρραξη όπου εμπλέκονται έμμεσα και οι μεγάλες δυνάμεις: η νέα στρατιωτική χούντα στηρίζεται από τη Ρωσία και την Κίνα, ενώ ορισμένες αντάρτικες ομάδες έχουν υποστήριξη από τις ΗΠΑ και συμμάχους. Το αποτέλεσμα είναι ότι και οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν μη επανδρωμένα οχήματα σε πρωτοφανή κλίμακα. Οι αντάρτες, που στερούνται βαρέως συμβατικού οπλισμού, έχουν καταφύγει σε φτηνά εμπορικά drone, τα οποία μετατρέπουν σε όπλα. Από την άλλη, και ο κυβερνητικός στρατός χρησιμοποιεί drone, πολλές φορές επίσης εμπορικής προέλευσης. Έχουμε δει βίντεο όπου UAV ανταρτών καταρρίπτει ελικόπτερο του στρατού — μια εικόνα που θυμίζει έντονα Ουκρανία, όμως συμβαίνει στη νοτιοανατολική Ασία. Το εντυπωσιακότερο; Αυτά τα σκάφη κοστίζουν ελάχιστα συγκριτικά με τους στόχους που καταστρέφουν. Αναφέρεται ότι στη Μιανμάρ οι μαχητές προμηθεύονται εξαρτήματα από την Κίνα, φτιάχνοντας μη επανδρωμένα κόστους μόνο 250-300 δολαρίων, τα οποία όμως μπορούν να καταστρέψουν ένα ελικόπτερο ή ένα όχημα αξίας πολλών εκατομμυρίων. Η οικονομική αυτή ασυμμετρία είναι πρωτόγνωρη: με μερικές εκατοντάδες ευρώ φτιάχνεις ένα «φονικό εργαλείο» που εξουδετερώνει εξοπλισμό αξίας χιλιάδων ή και εκατομμυρίων, προκαλώντας παράλληλα απώλειες σε έμψυχο δυναμικό. Οι επιχειρήσεις στη Μιανμάρ περιλαμβάνουν ρίψεις αυτοσχέδιων βομβών, εκτοξεύσεις ρουκετών από UAV, ακόμα και ακραίους ελιγμούς αποφυγής — οι χειριστές εκεί επιδεικνύουν τρομακτική ευελιξία και ακρίβεια στα χτυπήματά τους. Οι ειδικοί μάλιστα παρατηρούν ότι τέτοιες καινοτόμες τακτικές μη επανδρωμένου πολέμου σε μια χώρα όπως η Μιανμάρ υποδηλώνουν εξωτερική επιρροή: είναι σχεδόν βέβαιο ότι έχουν «εισαχθεί» ξένοι εκπαιδευτές και τεχνογνωσία, καθώς από μόνοι τους οι ντόπιοι δεν θα ανέπτυσσαν τόσο προηγμένες τεχνικές. Όπως και να ’χει, η περίπτωση της Μιανμάρ δείχνει πως οι πόλεμοι του 21ου αιώνα, ακόμη και σε απομακρυσμένες γωνιές του κόσμου, κρίνονται σε μεγάλο βαθμόπλέον από την ευρεία χρήση φτηνών drone.
Τέλος, αξίζει να αναφερθούμε σε κάτι έξω από τα πεδία των κλασικών πολέμων: τον «πόλεμο των καρτέλ» στο Μεξικό. Αν και πρόκειται για σύγκρουση μεταξύ οργανωμένου εγκλήματος και κρατικών δυνάμεων, οι τακτικές και ο εξοπλισμός θυμίζουν όλο και περισσότερο συμβατικό πόλεμο — σε βαθμό που αναλυτές κάνουν παραλληλισμούς με την Ουκρανία. Τα διαβόητα μεξικανικά καρτέλ ναρκωτικών, στη διαμάχη τους μεταξύ τους αλλά και ενάντια στις αρχές, έχουν προσθέσει στο οπλοστάσιό τους τα μη επανδρωμένα. Για παράδειγμα, χρησιμοποιούν drone για ρίψη εκρηκτικών σε αντίπαλες ομάδες ή σε αστυνομικές-στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά και για εναέρια παρακολούθηση των κινήσεων του εχθρού. Με άλλα λόγια, ένα καρτέλ μπορεί να «βλέπει» από ψηλά πού βρίσκονται οι αντίπαλοι και να καθοδηγεί ανάλογα τις ενέργειές του. Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι έχουν προμηθευτεί εξελιγμένα όπλα, σαν κι αυτά που βλέπουμε σε πολεμικές συγκρούσεις κρατών.
Συγκεκριμένα, υπάρχουν αναφορές ότι καρτέλ κατάφεραν να αγοράσουν από τη μαύρη αγορά αντιαρματικούς πυραύλους τύπου Javelin και άλλα όπλα, τα οποία προέρχονταν αρχικά από τα αποθέματα που έστειλαν οι Δυτικοί στην Ουκρανία. Δηλαδή, όπλα που δόθηκαν για να βοηθήσουν τους Ουκρανούς κατά των ρωσικών αρμάτων μάχης, κατέληξαν να χρησιμοποιούνται από εγκληματικές οργανώσεις στο Μεξικό! Και πώς τα χρησιμοποιούν; Συνδυαστικά με μη επανδρωμένα. Σύμφωνα με μαρτυρίες, οι τακτικές των καρτέλ μοιάζουν εκπληκτικά με εκείνες στο ουκρανικό μέτωπο: πρώτα εξαπολύουν επίθεση με ένα σμήνος drone ή με εκρηκτικά από αέρα για να αποδιοργανώσουν τον εχθρό, και ακολουθούν χτυπήματα με φορητούς αντιαρματικούς πυραύλους και άλλα βαριά όπλα σε οχήματα ή κρησφύγετα. Ουσιαστικά, οι ναρκο-στρατοί αντιγράφουν στρατιωτικές τεχνικές, αξιοποιώντας τη διάχυση όπλων και τεχνολογίας από περιοχές πολέμου. Αυτό το φαινόμενο, όπου πρακτικές και μέσα πολέμου εξαπλώνονται από τη μια σύγκρουση στην άλλη ανά τον κόσμο, είναι πρωτόγνωρο στην ιστορία. Ποτέ ξανά δεν είχαμε τόσο άμεση μεταφορά τεχνογνωσίας μάχης και εξοπλισμού από τα πεδία του πολέμου σε χέρια μη κρατικών ομάδων σε άλλο μέρος του κόσμου. Τα μη επανδρωμένα σκάφη και το σύγχρονο αντάρτικο δίνουν αυτή τη «δυνατότητα δικτύωσης» της βίας πέρα από σύνορα, κάτι που προβληματίζει έντονα τις αρχές ασφαλείας παγκοσμίως.