Πέμπτη, 26 Μαρ, 2026

Το Ιράν απορρίπτει αμερικανική πρόταση εκεχειρίας και παρουσιάζει πέντε όρους

Το Ιράν απέρριψε πρόταση εκεχειρίας με τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και διατύπωσε πέντε όρους για τον τερματισμό του πολέμου, σύμφωνα με δηλώσεις αξιωματούχου του ιρανικού καθεστώτος σε κρατικά μέσα ενημέρωσης. Η εξέλιξη αυτή σημειώνεται ενώ η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει διαμεσολαβητικές επαφές για την εξεύρεση διπλωματικής λύσης στη σύγκρουση.

Ανώτατος Ιρανός αξιωματούχος στον τομέα της πολιτικής ασφαλείας, μιλώντας ανώνυμα στο Press TV, δήλωσε: «Η Τεχεράνη δεν θα αποδεχθεί όρους που της υπαγορεύονται από το εξωτερικό, τονίζοντας ότι το Ιράν θα τερματίσει τον πόλεμο όταν το ίδιο το αποφασίσει και όταν ικανοποιηθούν οι όροι του».  

Ο ίδιος επισήμανε επιπλέον: «Οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις θα συνεχίσουν να καταφέρνουν ισχυρά πλήγματα στους εχθρούς τους ώσπου να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους», διευκρινίζοντας πως οι όροι της Τεχεράνης περιλαμβάνουν τον τερματισμό των επιθετικών ενεργειών και των δολοφονιών, εγγυήσεις κατά μελλοντικών συγκρούσεων, αποζημιώσεις πολέμου, τέλος των μαχών σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένων των περιφερειακών συμμάχων του Ιράν, και αναγνώριση της κυριαρχίας της επί των Στενών του Ορμούζ.

Αντίθετα, σύμφωνα με ισραηλινές πηγές που έχουν ενημερωθεί επί του ζητήματος, αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν προωθήσει μια πρόταση 15 σημείων προς το Ιράν μέσω διαμεσολαβητών. Η πρόταση αυτή απαιτεί από την Τεχεράνη να διακόψει τον εμπλουτισμό ουρανίου, να αποσυναρμολογήσει βασικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, να περιορίσει το πυραυλικό της πρόγραμμα και να σταματήσει την υποστήριξη προς περιφερειακούς συμμάχους, με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων.

Η Epoch Times ζήτησε σχόλιο από τον Λευκό Οίκο. Οι διπλωματικές προσπάθειες συνεχίζονται εν μέσω περιφερειακών πληγμάτων, καθώς στις 25 Μαρτίου το Ιράν προχώρησε σε νέες επιθέσεις με πυραύλους και drones κατά του Ισραήλ και στόχευσε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές στον Περσικό Κόλπο.

Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ ανέφεραν την αναχαίτιση drones που κατευθύνονταν σε στρατηγικές εγκαταστάσεις, ενώ το Ισραήλ συνέχισε να πλήττει ιρανικούς στρατιωτικούς και βιομηχανικούς στόχους.

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε στις 24 Μαρτίου πως οι ΗΠΑ βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις με το Ιράν για τη λήξη της σύγκρουσης, η οποία έχει διαταράξει τις μεταφορές πετρελαίου και βασικών αγαθών όπως τα λιπάσματα.

Η αμερικανική πρόταση, όπως μετέφεραν ισραηλινές πηγές, διαβιβάστηκε στους Ιρανούς μέσω του Πακιστάν και κοινοποιήθηκε σε ισραηλινούς αξιωματούχους. Κατά τις ίδιες πηγές, η Ουάσιγκτον αναμένει απάντηση από την Τεχεράνη για το εάν θα προχωρήσει ή όχι σε περαιτέρω συνομιλίες.

Παραμένει ασαφές ποιοι συνομιλούν για λογαριασμό του Ιράν επί της αμερικανικής πρότασης. Ο Ιρανός πρόεδρος της Βουλής, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, έχει δημοσίως διαψεύσει ότι διεξάγονται διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, ενώ εκπρόσωπος των ενόπλων δυνάμεων του Ιράν πρόσφατα δήλωσε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις για αποκλιμάκωση.

Το ιρανικό καθεστώς παρουσίασε την πεντάδα των δικών του όρων μέσω του Press TV, με την πληροφορία να επιβεβαιώνεται από το Γενικό Προξενείο του Ιράν στην Ινδία. Σχετική ανακοίνωση του προξενείου αναφέρει: «Το Ιράν απορρίπτει την αμερικανική πρόταση που διαβιβάστηκε μέσω φιλικού διαμεσολαβητή της περιοχής και δηλώνει έτοιμο να συνεχίσει την άμυνά του και να καταφέρει ισχυρά πλήγματα στον εχθρό». Εκπρόσωποι του καθεστώτος ανέφεραν στον διαμεσολαβητή ότι  «το Ιράν θα αποδεχθεί εκεχειρία μόνο εφόσον γίνουν δεκτοί οι όροι του και μέχρι τότε δεν θα διεξαχθεί καμία διαπραγμάτευση».

Η αμερικανική πρόταση των 15 σημείων προβλέπει μεταξύ άλλων ότι το Ιράν θα δεσμευτεί να μην επιδιώξει ποτέ απόκτηση πυρηνικών όπλων, να τερματίσει πλήρως τον εμπλουτισμό ουρανίου στο έδαφός του και να παραδώσει τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας. Ζητεί επίσης το ξήλωμα βασικών πυρηνικών εγκαταστάσεων σε Νατάνζ, Ισφαχάν και Φορντό.

Η πρόταση των ΗΠΑ στοχεύει ακόμη στον περιορισμό του ιρανικού βαλλιστικού προγράμματος και ζητά από την Τεχεράνη να σταματήσει τον εξοπλισμό και τη χρηματοδότηση συμμαχικών οργανώσεων σε όλη τη Μέση Ανατολή, χρόνιο αίτημα της Ουάσιγκτον και των συμμάχων της.

Σε ό,τι αφορά την ασφάλεια στη θάλασσα, το αμερικανικό σχέδιο αξιώνει τα Στενά του Ορμούζ να παραμείνουν ανοιχτά ως ελεύθερος, διεθνής διάδρομος ναυσιπλοΐας, κάτι που έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με το ιρανικό αίτημα περί αναγνώρισης κυριαρχίας του επί της θαλάσσιας περιοχής. Σε αντάλλαγμα, η Ουάσιγκτον προτίθεται να άρει τις επιβληθείσες κυρώσεις κατά του Ιράν και να καταργήσει τον μηχανισμό ταχείας επαναφοράς κυρώσεων.

Η ιρανική αντιπρόταση, που μεταξύ άλλων προβλέπει την καταβολή σαφώς προσδιορισμένων αποζημιώσεων πολέμου, δηλώνει ξεκάθαρα τη βούληση των ενόπλων δυνάμεων της χώρας να συνεχίσουν τον αγώνα. Η σχετική αναφορά του προξενείου επισημαίνει:  

«Το Ιράν θα τερματίσει τον πόλεμο τη στιγμή που το ίδιο θα επιλέξει και μόνο εφόσον ικανοποιηθούν οι όροι που έχει θέσει. Δεν θα επιτρέψει στον Τραμπ να καθορίσει τον χρόνο λήξης της σύγκρουσης».

Η αντιπρόταση απαιτεί επίσης την αναγνώριση της κυριαρχίας του Ιράν στα Στενά του Ορμούζ ως φυσικό και νομικό του δικαίωμα, στοιχείο που συνάδει με πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών περί νέου καθεστώτος διέλευσης από τα Στενά μετά τον πόλεμο.

Το Ιράν εξακολουθεί ουσιαστικά να μπλοκάρει τα Στενά του Ορμούζ, έναν κρίσιμο θαλάσσιο δίαυλο από όπου διακινείται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου. Εν τω μεταξύ, οι τιμές του αργού πετρελαίου υποχώρησαν πρόσφατα κάτω από τα 100 δολάρια, λόγω προσδοκιών για ενδεχόμενη διπλωματική πρόοδο, με το Brent να σημειώνει πτώση έως και 5% προτού καταγράψει μερική ανάκαμψη.

Οι ΗΠΑ βομβάρδισαν ιρανικό εργοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων

Ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε στις 19 Μαρτίου ότι κατέστρεψε εργοστάσιο παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων, το οποίο χρησιμοποιούνταν για την απειλή εμπορικών πλοίων στη Μέση Ανατολή.

Σύμφωνα με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (U.S. Central Command), πριν από την Επιχείρηση Epic Fury, το ιρανικό καθεστώς χρησιμοποιούσε τις εγκαταστάσεις αυτής της γραμμής συναρμολόγησης πυραύλων εδάφους-εδάφους για να κατασκευάζει βαλλιστικούς πυραύλους που απειλούσαν Αμερικανούς, γειτονικές χώρες και εμπορική ναυσιπλοΐα.

Η ανάρτηση της Κεντρικής Διοίκησης συνοδευόταν από δορυφορικές εικόνες της εγκατάστασης την 1η Μαρτίου, πριν το αμερικανικό πλήγμα, και τις 11 Μαρτίου, μετά το χτύπημα με κατευθυνόμενα πυρομαχικά.

Την επόμενη ημέρα, η Κεντρική Διοίκηση ανήρτησε βίντεο από συνεχείς επιθέσεις βαθιά μέσα στο ιρανικό έδαφος, χωρίς να διευκρινίζει το ακριβές σημείο τους.

Οι εξελίξεις αυτές σημειώθηκαν καθώς το Ιράν εξαπέλυσε επιθέσεις κατά του Ισραήλ και ενεργειακών εγκαταστάσεων σε γειτονικά αραβικά κράτη του Κόλπου στις 20 Μαρτίου. Το Ισραήλ απάντησε με αεροπορικά πλήγματα στην Τεχεράνη, με τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου να δηλώνει σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα ότι «το Ιράν δεν διαθέτει πλέον τη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου ούτε κατασκευής βαλλιστικών πυραύλων» και ότι «το Ισραήλ δεν θα πλήξει ξανά το κοίτασμα South Pars», μετά από αίτημα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

Ιρανός στρατηγός προειδοποίησε στις 20 Μαρτίου ότι «τουριστικοί προορισμοί, χώροι αναψυχής και κέντρα διασκέδασης σε όλο τον κόσμο δεν είναι πλέον ασφαλή για τους εχθρούς της χώρας», κατονομάζοντας τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.

«Παρακολουθούμε τους αξιωματούχους σας, τους διοικητές, τους πιλότους και τους στρατιώτες σας και με ισχυρά και συντριπτικά πλήγματα θα σας κάνουμε υπόλογους για τις πράξεις σας», δήλωσε ο στρατηγός Αμπολφάζλ Σεκάρτσι στο πρακτορείο Iran International. 

Στα τέλη Φεβρουαρίου, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε παγκόσμια ταξιδιωτική οδηγία για τους Αμερικανούς στο εξωτερικό, ενώ τις επόμενες ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, αναβάθμισε τα επίπεδα προειδοποίησης για αρκετές χώρες της Μέσης Ανατολής.

Αυτή την εβδομάδα, οι αμερικανικές πρεσβείες στην Ολλανδία και την Ιταλία ανανέωσαν τις ταξιδιωτικές προειδοποιήσεις λόγω κινδύνου τρομοκρατικών επιθέσεων.

Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ συνέστησε στους Αμερικανούς παγκοσμίως, και κυρίως στη Μέση Ανατολή, να ακολουθούν τις οδηγίες των νεότερων ειδοποιήσεων ασφαλείας των κατά τόπους πρεσβειών ή προξενείων, όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της 28ης Φεβρουαρίου, ημέρα έναρξης της Επιχείρησης Epic Fury στο Ιράν.

Κάτοικοι παρακολουθούν και φωτογραφίζουν τις φλόγες και τον καπνό που υψώνονται από μια εγκατάσταση αποθήκευσης πετρελαίου που χτυπήθηκε κατά τη διάρκεια των επιθέσεων που έπληξαν την πόλη, στο πλαίσιο της αμερικανο-ισραηλινής στρατιωτικής επιχείρησης στην Τεχεράνη του Ιράν, στις 7 Μαρτίου 2026. Alireza Sotakbar/ISNA μέσω AP

 

Στις 19 Μαρτίου το Πεντάγωνο ανακοίνωσε την έναρξη μεγάλης επίθεσης με τη συνδρομή συμμαχικών δυνάμεων για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, της θαλάσσιας οδού που είχε αποκλείσει το Ιράν και διακινεί περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου καθημερινά.

Η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, οι Κάτω Χώρες, ο Καναδάς και η Ιαπωνία δήλωσαν ότι είναι έτοιμες να συνδράμουν για την ασφαλή διέλευση πλοίων. Ο Τραμπ, στις 20 Μαρτίου, κάλεσε ξανά τα μέλη του ΝΑΤΟ να βοηθήσουν στην ασφάλεια των Στενών.

Το Ιράν έχει επιτεθεί σε εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ, διακόπτοντας ουσιαστικά την κυκλοφορία και προκαλώντας άνοδο στις τιμές πετρελαίου από την έναρξη του πολέμου. Σε ανάρτησή του στο Truth Social, ο Τραμπ σημείωσε ότι «ο αμερικανικός στρατός νίκησε στον πόλεμο με το Ιράν», προσθέτοντας ωστόσο ότι οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ δεν έχουν προσφέρει επαρκή βοήθεια, παρά την εκτεταμένη χρήση των Στενών από αυτούς.

«Χωρίς τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια τίγρη από χαρτί. Δεν ήθελαν να συμμετάσχουν στη μάχη για να σταματήσουμε ένα Ιράν με πυρηνική ισχύ. Τώρα που η μάχη είναι στρατιωτικά κερδισμένη, με ελάχιστο κίνδυνο για αυτούς, παραπονούνται για τις υψηλές τιμές πετρελαίου που αναγκάζονται να πληρώσουν, αλλά δεν θέλουν να βοηθήσουν στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ», έγραψε.

Με πληροφορίες από Associated Press

Νέο μήνυμα Τραμπ προς το Ιράν για άμεση συμφωνία

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 12 Φεβρουαρίου στον Λευκό Οίκο ότι αναμένει το Ιράν να καταλήξει γρήγορα σε συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, διαφορετικά θα αντιμετωπίσει σοβαρές συνέπειες.

Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφων για την πορεία των συνομιλιών, ανέφερε ότι πρέπει να υπάρξει συμφωνία, διαφορετικά «θα είναι πολύ τραυματικό», προσθέτοντας ότι δεν επιθυμεί μια τέτοια εξέλιξη, αλλά ότι η συμφωνία είναι αναγκαία. Σημείωσε ότι, κατά την άποψή του, το Ιράν έπρεπε να είχε καταλήξει σε συμφωνία εξαρχής και ότι, αντί γι’ αυτό, «έλαβε το ‘Midnight Hammer’», επαναλαμβάνοντας πως αν δεν υπάρξει συμφωνία, «η ιστορία θα είναι διαφορετική».

Σε ερώτηση για το χρονοδιάγραμμα, απάντησε ότι εκτιμά πως η εξέλιξη θα πρέπει να υπάρξει μέσα στον επόμενο μήνα και ότι θα πρέπει να γίνει γρήγορα.

Ο Τραμπ δήλωσε επίσης ότι στις 11 Φεβρουαρίου είχε καλή συνάντηση με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, επισημαίνοντας ότι ο ηγέτης του Ισραήλ κατανοεί την κατάσταση, αλλά ότι η τελική απόφαση ανήκει στον ίδιο. Διευκρίνισε ότι Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν καταλήξει σε οριστική συμφωνία για το ιρανικό ζήτημα.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social στις 11 Φεβρουαρίου, ανέφερε ότι δεν επιτεύχθηκε κάτι οριστικό, πέραν της επιμονής του να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη, ώστε να διαπιστωθεί αν μπορεί να ολοκληρωθεί συμφωνία. Αν αυτό καταστεί δυνατό, ενημέρωσε τον Νετανιάχου ότι θα αποτελέσει την προτιμώμενη επιλογή· σε διαφορετική περίπτωση, πρόσθεσε ότι μένει να φανεί ποιο θα είναι το αποτέλεσμα.

Στις 13 Φεβρουαρίου, ο πρόεδρος ανακοίνωσε ότι αποστέλλει δεύτερη ομάδα κρούσης αεροπλανοφόρου των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν. Όπως ανέφερε, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, η παρουσία αυτή θα είναι αναγκαία, προσθέτοντας ότι η ανάπτυξη θα πραγματοποιηθεί πολύ σύντομα. Τον προηγούμενο μήνα είχε κάνει λόγο για αποστολή «τεράστιου στόλου» στην περιοχή, ενώ το USS Abraham Lincoln και άλλα πλοία της ομάδας κρούσης του έχουν ήδη φθάσει στην Αραβική Θάλασσα.

Κατά την ολοκλήρωση επίσκεψής του στο Φορτ Μπραγκ στη Βόρεια Καρολίνα το απόγευμα της Παρασκευής 13 Φεβρουαρίου, ο Τραμπ αύξησε περαιτέρω την πίεση προς την Τεχεράνη. Ερωτηθείς αν θα προτιμούσε αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, απάντησε ότι φαίνεται πως αυτό θα ήταν το καλύτερο που θα μπορούσε να συμβεί. Πρόσθεσε ότι επί 47 χρόνια οι Ιρανοί «μιλούν και μιλούν», ενώ στο μεταξύ έχουν χαθεί πολλές ζωές.

Αρνήθηκε να απαντήσει σε συμπληρωματική ερώτηση σχετικά με το ποιος θα έπρεπε να αναλάβει την εξουσία στο Ιράν. Έχει, ωστόσο, στο παρελθόν εκφράσει αμφιβολίες για το κατά πόσο ο εξόριστος Ιρανός ακτιβιστής Ρεζά Παχλαβί διαθέτει επαρκή στήριξη για να ηγηθεί μιας κυβερνητικής αλλαγής.

Η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει επιβεβαιώσει επισήμως άλλες βασικές λεπτομέρειες για τις αναπτύξεις των αεροπλανοφόρων. Σε ανάρτησή του στις 12 Φεβρουαρίου στο Truth Social, ο πρόεδρος παρέπεμψε σε δημοσίευμα της The Wall Street Journal, το οποίο επικαλούνταν ανώνυμο αξιωματούχο που ανέφερε ότι δεύτερο αεροπλανοφόρο θα μπορούσε να αναπτυχθεί από την Ανατολική Ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών εντός περίπου δύο εβδομάδων. Το ίδιο δημοσίευμα σημείωνε ότι το USS George H.W. Bush ολοκληρώνει σειρά ασκήσεων προετοιμασίας ανοικτά των ακτών της Βιρτζίνια και ότι οι τελικές προετοιμασίες θα μπορούσαν να επισπευσθούν.

Το Πεντάγωνο αρνήθηκε να σχολιάσει, όταν επικοινώνησε μαζί του η εφημερίδα The Epoch Times για περισσότερες πληροφορίες.

Το αεροπλανοφόρο USS George H.W. Bush πλέει στον Ατλαντικό Ωκεανό κατά τη διάρκεια άσκησης εκπαίδευσης εν πλω, στις 8 Φεβρουαρίου 2026. (Jayden Brown/ U.S. Navy μέσω DVIDS)

 

Οι διαπραγματεύσεις φαίνεται να επικεντρώνονται κυρίως στον περιορισμό των πυρηνικών προγραμμάτων του Ιράν. Στο παρελθόν, η Ουάσιγκτον έχει απαιτήσει από την Τεχεράνη να εγκαταλείψει το απόθεμα ουρανίου εμπλουτισμένου έως και 60%, επίπεδο που απέχει μικρή απόσταση από το 90% που θεωρείται κατάλληλο για την κατασκευή όπλων. Περαιτέρω απαιτήσεις για περιορισμό των ιρανικών πυραυλικών προγραμμάτων ενδέχεται να αποτελέσουν σημείο τριβής.

Μετά την ολοκλήρωση γύρου συνομιλιών στο Ομάν την προηγούμενη εβδομάδα, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί δήλωσε ότι τα πυραυλικά προγράμματα της χώρας του δεν θα τεθούν προς συζήτηση. Αντιθέτως, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει ζητήσει μια συμφωνία που θα περιλαμβάνει περιορισμούς τόσο στις πυραυλικές δυνατότητες του Ιράν όσο και στη στήριξη ένοπλων πληρεξουσίων δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.

Παράλληλα, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, σε συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε στην Financial Times στις 12 Φεβρουαρίου, εκτίμησε ότι τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Τεχεράνη δείχνουν ευελιξία στο πυρηνικό ζήτημα, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να εμφανίζονται πρόθυμες να ανεχθούν ιρανικό εμπλουτισμό εντός σαφώς καθορισμένων ορίων. Όπως ανέφερε, οι Ιρανοί αναγνωρίζουν πλέον την ανάγκη συμφωνίας με τους Αμερικανούς, ενώ και η αμερικανική πλευρά κατανοεί ότι υπάρχουν συγκεκριμένα όρια που δεν μπορούν να παρακαμφθούν, σημειώνοντας ότι η άσκηση πίεσης πέραν αυτών είναι μάταιη.

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν σε συνέντευξη Τύπου στη Μόσχα, στις 27 Μαΐου 2025. (Pavel Bednyakov/AFP μέσω Getty Images)

 

Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν προειδοποιήσει ότι ενδεχόμενη επίθεση θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιφερειακή σύγκρουση. Μετά από αμερικανικά πλήγματα σε τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις τον Ιούνιο του 2025, ιρανικές δυνάμεις εκτόξευσαν βαλλιστικούς πυραύλους κατά βάσης στο Κατάρ που φιλοξενούσε Αμερικανούς στρατιώτες. Σύμφωνα με τον Τραμπ, η Τεχεράνη είχε ειδοποιήσει εκ των προτέρων την Ουάσιγκτον για τα πλήγματα και οι αμερικανικές δυνάμεις αναχαίτισαν τους πυραύλους χωρίς απώλειες.

Οι συνομιλίες διεξάγονται εν μέσω εσωτερικής αναταραχής στο Ιράν. Σύμφωνα με την οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων HRANA, με έδρα τη Βιρτζίνια, έως τις 12 Φεβρουαρίου είχαν χάσει τη ζωή τους τουλάχιστον 7.005 άνθρωποι μετά τις διαδηλώσεις που συγκλόνισαν τη χώρα νωρίτερα φέτος, μεταξύ των οποίων 6.506 διαδηλωτές, 219 παιδιά, 214 δυνάμεις που συνδέονται με την κυβέρνηση και 66 μη πολίτες, μη διαδηλωτές. Η οργάνωση, η οποία βασίζεται σε δίκτυο υποστηρικτών εντός του Ιράν για τη διασταύρωση των στοιχείων, έχει επισημάνει ότι τα δεδομένα στηρίζονται αποκλειστικά σε επιβεβαιωμένες ατομικές αναφορές και ενδέχεται να είναι πολύ υψηλότερα.

Περίπου 53.166 άτομα έχουν συλληφθεί, σύμφωνα με την HRANA, ενώ η εφημερίδα The Epoch Times δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει τα στοιχεία.

Ο αριθμός αυτός υπερβαίνει κατά πολύ τον επίσημο απολογισμό της ιρανικής κυβέρνησης, η οποία στις 21 Ιανουαρίου, σύμφωνα με το κρατικό Islamic Republic News Agency (IRNA), έκανε λόγο για 3.117 νεκρούς. Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, επικαλούμενο οργανώσεις δικαιωμάτων, έχει αναφέρει ότι στο παρελθόν η ιρανική κυβέρνηση έχει υποτιμήσει ή δεν έχει αναφέρει θανάτους από ταραχές.

Οι διαδηλώσεις πυροδοτήθηκαν από την εκτίναξη του πληθωρισμού και την κατάρρευση του ιρανικού ριάλ, αλλά στη συνέχεια διευρύνθηκαν, με ορισμένους διαδηλωτές να ζητούν την ανατροπή του καθεστώτος στην Τεχεράνη, το οποίο συμπλήρωσε 39 χρόνια στην εξουσία στις 11 Φεβρουαρίου.

Των Guy Birchall και Ryan Morgan

Αμερικανικές δυνάμεις αποχωρούν από καίρια βάση στη Συρία

Οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις στη Συρία ολοκλήρωσαν, στις 11 Φεβρουαρίου, μείωση της παρουσίας τους από ένα καίριο στρατιωτικό φυλάκιο στη χώρα, στο πλαίσιο προγραμματισμένης αναδιάταξης και συγκέντρωσης δυνάμεων.

Σε ανακοίνωση της 12ης Φεβρουαρίου, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) —που είναι αρμόδια για τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία και σε όλη τη Μέση Ανατολή— γνωστοποίησε ότι, την προηγούμενη ημέρα, ολοκλήρωσε «την τακτική αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τη Φρουρά Αλ Τανφ στη Συρία». Η CENTCOM ανέφερε ότι η αποχώρηση από την Αλ Τανφ αποτέλεσε μέρος «μιας σκόπιμης και βασισμένης στις συνθήκες μετάβασης» για την Συνδυασμένη Κοινή Δύναμη Κρούσης — «Επιχείρηση Inherent Resolve», δηλαδή την αμερικανική στρατιωτική αποστολή με στόχο την ήττα του ISIS.

Ο διοικητής της CENTCOM, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, δήλωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν έτοιμες να ανταποκριθούν σε οποιεσδήποτε απειλές του ISIS που ενδέχεται να προκύψουν στην περιοχή, καθώς στηρίζουν προσπάθειες υπό την ηγεσία εταίρων για να αποτραπεί η αναβίωση του τρομοκρατικού δικτύου. Πρόσθεσε ότι η διατήρηση της πίεσης στον ISIS είναι απαραίτητη για την προστασία της αμερικανικής επικράτειας και την ενίσχυση της περιφερειακής ασφάλειας.

Τον Απρίλιο του 2025, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε τα σχέδιά του να συγκεντρώσει και να αναδιατάξει το αποτύπωμα των δυνάμεών του στη Συρία, επικαλούμενο επιτυχίες στην προσπάθεια κατά του ISIS.

Το προηγούμενο έτος, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ενίσχυσε τη συνεργασία της με τις νέες κυβερνητικές αρχές της Συρίας στη Δαμασκό, οι οποίες ανέλαβαν την εξουσία τον Δεκέμβριο του 2024, αφού εκδίωξαν τον τότε Σύρο ηγέτη Μπασάρ Αλ Άσαντ.

Από το 2011 έως την πτώση του, ο Άσαντ πολεμούσε για να διατηρήσει την εξουσία απέναντι σε ποικίλες αντάρτικες παρατάξεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιτάχθηκαν στον Άσαντ, ωστόσο η αμερικανική στρατιωτική αποστολή στη Συρία, επισήμως, επικεντρωνόταν στην ήττα του ISIS και όχι στην εμπλοκή στον συριακό εμφύλιο πόλεμο.

Ο Άχμαντ Αλ Σαρά υπηρετεί σήμερα ως μεταβατικός πρόεδρος της Συρίας, αφού οι δυνάμεις του —γνωστές ως Hayat Tahrir al-Sham (HTS)— εκδίωξαν τον Άσαντ από την εξουσία. Η HTS ξεκίνησε ως συριακό παρακλάδι της Αλ Κάιντα. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ θεωρούσε την HTS ξένη τρομοκρατική οργάνωση, αλλά ήρε τον χαρακτηρισμό τον Ιούλιο, στο πλαίσιο προσπαθειών συνεργασίας με τη νέα κυβέρνηση του Αλ Σαρά.

Ο ISIS ανέλαβε την ευθύνη για ενέδρα, κατά την οποία σκοτώθηκαν δύο Αμερικανοί στρατιώτες και ένας Αμερικανός πολίτης, διερμηνέας, στις 13 Δεκεμβρίου 2025. Το υπουργείο Εσωτερικών της Συρίας έχει δηλώσει ότι ο ένοπλος ήταν μέλος των συριακών δυνάμεων ασφαλείας. Μετά την ενέδρα της 13ης Δεκεμβρίου 2025, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η κυβέρνηση του Αλ Σαρά δεν φέρει ευθύνη για την επίθεση.

Τις τελευταίες εβδομάδες, η κυβέρνηση Τραμπ εργάστηκε για να συμβάλει στην αποκλιμάκωση των εντάσεων ανάμεσα στη μεταβατική συριακή κυβέρνηση και τις κυρίως κουρδικές Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), με τις οποίες οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν στενή συνεργασία επί χρόνια στις επιχειρήσεις κατά του ISIS.

Τον προηγούμενο μήνα, οι αμερικανικές δυνάμεις άρχισαν να μεταφέρουν στο Ιράκ υπόπτους του ISIS και τις οικογένειές τους από κέντρα κράτησης στη Συρία, τα οποία είχαν εξελιχθεί σε πεδίο ένοπλων συμπλοκών μεταξύ της SDF και των δυνάμεων της κυβέρνησης του Αλ Σαρά. Στις 30 Ιανουαρίου, η SDF και η κυβέρνηση του Αλ Σαρά ανακοίνωσαν εκεχειρία και σχέδιο για τη διασφάλιση των κουρδικών συμφερόντων και την ενσωμάτωση της SDF στον συριακό στρατό.

Ο Global Coalition to Defeat ISIS (Παγκόσμιος Συνασπισμός για την Ήττα του ISIS) ανέφερε, στις 9 Φεβρουαρίου, ότι η νέα συριακή κυβέρνηση του Αλ Σαρά έγινε το 90ό συμμετέχον μέλος του συνασπισμού.

Σε ανάρτηση στις 10 Φεβρουαρίου στην πλατφόρμα X, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, δήλωσε ότι η κίνηση της Δαμασκού να ενταχθεί σε αυτή τη διεθνή προσπάθεια κατά του ISIS «σηματοδοτεί ένα νέο κεφάλαιο στη συλλογική ασφάλεια».

Τουλάχιστον 7.000 νεκροί στις διαδηλώσεις στο Ιράν, λένε ακτιβιστές

Τουλάχιστον 7.002 άνθρωποι — 6.506 διαδηλωτές, 216 ανήλικοι, 214 «δυνάμεις προσκείμενες στην κυβέρνηση» και 66 «μη πολίτες, μη διαδηλωτές» — έχουν χάσει τη ζωή τους στο πλαίσιο των κινητοποιήσεων στο Ιράν, σύμφωνα με την HRANA, ιρανική οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων με έδρα τη Βιρτζίνια.

Η HRANA διασταυρώνει τις πληροφορίες της μέσω υποστηρικτών της στο Ιράν. Όπως έχει δηλώσει και παλιότερα, τα στοιχεία της βασίζονται αποκλειστικά σε «επαληθευμένες ατομικές αναφορές» και, σε αυτή την περίπτωση, είναι πιθανό οι αριθμοί να είναι στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτεροι. Σύμφωνα με την οργάνωση, περίπου 52.941 άνθρωποι συνελλήφθησαν στις διαδηλώσεις. Η εφημερίδα The Epoch Times σημειώνει ότι δεν είναι σε θέση να επαληθεύσει ανεξάρτητα τα στοιχεία.

Ο αριθμός της HRANA είναι υπερδιπλάσιος από τον απολογισμό που έχει δώσει η ιρανική κυβέρνηση, η οποία ανέφερε στις 21 Ιανουαρίου ότι είχαν σκοτωθεί 3.117 άνθρωποι, σύμφωνα με αναφορά του κρατικού Islamic Republic News Agency (IRNA). Η κυβέρνηση του Ιράν, στο παρελθόν, έχει υποεκτιμήσει ή δεν έχει αναφέρει απώλειες από αναταραχές, σύμφωνα με αναφορές του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, που επικαλούνται οργανώσεις δικαιωμάτων. Ακόμα και έτσι, ο αριθμός ξεπερνά τα θύματα της Ισλαμικής Επανάστασης του 1979.

Οι διαδηλώσεις πυροδοτήθηκαν από την εκτίναξη του πληθωρισμού και την κατάρρευση του ιρανικού ριάλ, όμως σταδιακά το επίκεντρό τους διευρύνθηκε, με ορισμένους να ζητούν την ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος στην Τεχεράνη, το οποίο συμπλήρωσε 39 χρόνια στην εξουσία στις 11 Φεβρουαρίου. Σε εκδήλωση για την επέτειο, ο πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, ζήτησε συγγνώμη από όσους επηρεάστηκαν από την αναταραχή.

Σύμφωνα με το IRNA, ο Πεζεσκιάν δήλωσε ότι, ως πρόεδρος, ζητά συγγνώμη από το ιρανικό έθνος για όλες τις ελλείψεις και τις στερήσεις και ότι η 14η κυβέρνηση έχει καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να επιλύσει τα προβλήματα του λαού με ισχύ και αποφασιστικότητα. Πρόσθεσε ότι αισθάνονται ντροπή και θεωρούν καθήκον τους να υπηρετήσουν όσους  επηρεάστηκαν από τα περιστατικά, από τους «μάρτυρες» στην αστυνομία μέχρι τους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC), και από τους Μπασίτζ έως εκείνους που, συνειδητά ή ασυνείδητα, παραπλανήθηκαν και έκαναν πράγματα που δεν θα έπρεπε να είχαν γίνει.

Παράλληλα, το Ιράν βρίσκεται σε συνομιλίες με τις ΗΠΑ για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, δήλωσε σε συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε στους Financial Times στις 12 Φεβρουαρίου ότι και οι δύο πλευρές δείχνουν ευελιξία στο ζήτημα, με την Ουάσιγκτον να εμφανίζεται «πρόθυμη» να ανεχθεί κάποιο βαθμό εμπλουτισμού. Ο Φιντάν, που έχει εμπλακεί σε συνομιλίες τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με την Τεχεράνη, ανέφερε ότι είναι θετικό το ότι οι Αμερικανοί φαίνεται να είναι πρόθυμοι να ανεχθούν ιρανικό εμπλουτισμό μέσα σε σαφώς καθορισμένα όρια. Πρόσθεσε ότι οι Ιρανοί αναγνωρίζουν πλέον πως χρειάζεται να καταλήξουν σε συμφωνία με τους Αμερικανούς και ότι οι Αμερικανοί κατανοούν πως οι Ιρανοί έχουν ορισμένα όρια, επισημαίνοντας ότι δεν έχει νόημα να επιχειρείται να εξαναγκαστούν.

Στο παρελθόν, η Ουάσιγκτον ζητούσε από το Ιράν να εγκαταλείψει το απόθεμά του ουρανίου που έχει εμπλουτίσει έως και 60%, αφού απείχε ελάχιστα από το 90% που θεωρείται κατάλληλο για τη δημιουργία πυρηνικών όπλων.

Ο Φιντάν δήλωσε στους Financial Times ότι πιστεύει πως η Τεχεράνη «πραγματικά θέλει να καταλήξει σε συμφωνία» και ότι θα αποδεχόταν περιορισμούς στα επίπεδα εμπλουτισμού και ένα αυστηρό καθεστώς επιθεωρήσεων, όπως είχε πράξει στη συμφωνία του 2015 με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες. Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, το Ιράν υπέδειξε ότι θα ήταν έτοιμο να αραιώσει τα αποθέματα ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού που διαθέτει, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήραν τις κυρώσεις κατά της χώρας.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο Μοχάμαντ Εσλάμι, επικεφαλής του Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας του Ιράν, δήλωσε ότι το Ιράν ενδέχεται να εξετάσει το ενδεχόμενο μείωσης του βαθμού εμπλουτισμού των αποθεμάτων ουρανίου βαθμού 60%, εφ’ όσον καταργηθούν όλες οι κυρώσεις, σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο Iranian Students’ News Agency (ISNA), που χαρακτηρίζεται ως προσκείμενο στο καθεστώς.

Διπλωμάτες από την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη πραγματοποίησαν συνομιλίες μέσω μεσολαβητών από το Ομάν στη Μασκάτ την περασμένη εβδομάδα, σε μια προσπάθεια αναβίωσης της διπλωματίας, μετά την ανάπτυξη ναυτικής μοίρας στην περιοχή από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Τραμπ υποδέχθηκε τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, στον Λευκό Οίκο στις 11 Φεβρουαρίου, με το ιρανικό ζήτημα στην κορυφή της ατζέντας, χωρίς όμως να καταλήξουν σε συμφωνία για το Ιράν, σύμφωνα με δήλωση του Αμερικανού προέδρου. Σε ανάρτησή του στο Truth Social, ο Τραμπ ανέφερε ότι η συνάντηση ήταν πολύ καλή, αλλά δεν υπήρξε κάτι οριστικό, πέρα από το ότι ο ίδιος επέμεινε να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν, σημειώνοντας ότι ο ίδιος προτιμά να καταλήξουν σε μία συμφωνία, ωστόσο, αν δεν αυτό δεν καταστεί δυνατόν, θα πρέπει να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις.

ΗΠΑ–Ιράν: Πυρηνικές διαπραγματεύσεις υπό τη σκιά στρατιωτικής κλιμάκωσης και κυρώσεων

Ανάλυση ειδήσεων

Οι εξελίξεις στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν εισέρχονται σε νέα φάση, καθώς οι διπλωματικές επαφές για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης εξελίσσονται παράλληλα με ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή, νέες κυρώσεις και αυξημένη ένταση στον Περσικό Κόλπο.

Ο κορυφαίος πυρηνικός επιστήμονας του Ιράν, Μοχάμαντ Εσλαμί, δήλωσε στις 9 Φεβρουαρίου ότι η Ισλαμική Δημοκρατία ενδέχεται να εξετάσει το ενδεχόμενο μείωσης του επιπέδου εμπλουτισμού των αποθεμάτων ουρανίου σε ποσοστό 60%, εφόσον αρθούν όλες οι αμερικανικές κυρώσεις κατά της χώρας. Σύμφωνα με το πρακτορείο Iranian Students’ News Agency (ISNA), που πρόσκειται στο καθεστώς, ο επικεφαλής του Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας του Ιράν ανέφερε ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε περίπτωση πλήρους άρσης των κυρώσεων.

Η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (International Atomic Energy Agency – IAEA) είχε επισημάνει σε έκθεσή της πέρυσι ότι το Ιράν επιτάχυνε την παραγωγή ουρανίου σχεδόν οπλικής ποιότητας. Σύμφωνα με τον οργανισμό με έδρα τη Βιέννη, η Τεχεράνη είχε αναπτύξει περίπου 275 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου έως το όριο του 60%. Το επίπεδο αυτό απέχει τεχνικά ένα βήμα από τη μετατροπή στο 90% που απαιτείται για πυρηνικό όπλο, ενώ η ποσότητα αυτή αντιπροσώπευε αύξηση περίπου 40% σε σύγκριση με έξι μήνες νωρίτερα.

Η έκθεση σημείωνε ότι απαιτούνται περίπου 42 κιλά ουρανίου σε αυτό το επίπεδο για την παραγωγή μιας πυρηνικής κεφαλής, γεγονός που υποδήλωνε ότι το Ιράν διέθετε επαρκές υλικό για περίπου έξι πυρηνικά όπλα.

Το Ιράν επιβεβαίωσε τον Νοέμβριο του περασμένου έτους ότι δεν εμπλουτίζει πλέον ουράνιο πουθενά στη χώρα, ως αποτέλεσμα των αμερικανικών πληγμάτων που είχαν προηγηθεί νωρίτερα το 2025. Τον Ιούνιο του 2025, στο πλαίσιο ενός 12ήμερου αεροπορικού πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν επιδρομές κατά ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων. Η «Επιχείρηση Midnight Hammer» περιλάμβανε περισσότερα από 125 αμερικανικά αεροσκάφη, πολεμικά πλοία και συντονισμένες επιχειρήσεις παραπλάνησης, με στόχο εγκαταστάσεις στο Φορντό, τη Νατάνζ και το Ισφαχάν κατά τη διάρκεια της νύχτας 21 προς 22 Ιουνίου.

Το Ιράν απάντησε εκτοξεύοντας πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη κατά ισραηλινών και αμερικανικών στόχων στην περιοχή.

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι τα βομβαρδιστικά Β-2 έπληξαν τον στόχο τους και τον κατέστρεψαν ολοσχερώς, αναφερόμενος στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Σε άλλη συνέντευξή του στο NBC News στις 4 Φεβρουαρίου, ανέφερε ότι ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, θα έπρεπε να είναι πολύ ανήσυχος. Πρόσθεσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν την ειρήνη στη Μέση Ανατολή και υποστήριξε ότι, εάν δεν είχαν πληγεί οι πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν πέρυσι, δεν θα υπήρχε ειρήνη στην περιοχή.

Στις 6 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε γύρος συνομιλιών μεταξύ Αμερικανών και Ιρανών εκπροσώπων στο Ομάν. Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, ο οποίος εκπροσώπησε την Τεχεράνη, δήλωσε ότι οι συζητήσεις ξεκίνησαν θετικά και θα συνεχιστούν, με το Ομάν να συμβάλλει στον συντονισμό επόμενου γύρου.

Ο Αραγτσί ανέφερει σε ανάρτησή του στις 8 Φεβρουαρίου ότι το Ιράν έχει διατυπώσει σταθερά τις θέσεις του και ότι η πρόσβαση της χώρας σε προηγμένη τεχνολογία εμπλουτισμού αποτελεί προϊόν εγχώριας γνώσης και αφοσίωσης των επιστημόνων της, συνιστώντας επιστημονικό επίτευγμα και εθνική υπερηφάνεια που δεν μπορεί να αγνοηθεί στο πλαίσιο του δικαιώματος στην ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Σύμφωνα με τον Αραγτσί, η επιτυχία οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης εξαρτάται από την αναγνώριση αυτής της αρχής.

Σε δημόσια συζήτηση στην Τεχεράνη, ο Αραγτσί υποστήριξε ότι, εν μέσω συνομιλιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να υπαγορεύει τη συμπεριφορά του Ιράν, ενώ τόνισε ότι η στρατιωτική ανάπτυξη των ΗΠΑ στην περιοχή δεν τους φοβίζει, αναφερόμενος σε αμερικανικό αεροπλανοφόρο στην Αραβική Θάλασσα.

Σε συνέντευξή του στο Al Jazeera στο Κατάρ στις 7 Φεβρουαρίου, ξεκαθάρισε ότι τα πυραυλικά προγράμματα του Ιράν δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και προειδοποίησε ότι τυχόν νέες αμερικανικές επιθέσεις θα οδηγούσαν σε στοχοποίηση βάσεων που φιλοξενούν αμερικανικά στρατεύματα σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Από την αμερικανική πλευρά, ο Τραμπ υπέγραψε στις 6 Φεβρουαρίου εκτελεστικό διάταγμα που επιβάλλει δασμό 25% στις εισαγωγές από χώρες που αγοράζουν, άμεσα ή έμμεσα, αγαθά από το Ιράν. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε την ίδια ημέρα την επιβολή κυρώσεων σε δύο άτομα, 14 πλοία του «παράνομου στόλου» και 15 οντότητες που, σύμφωνα με την ανακοίνωση, παρείχαν έσοδα στο ιρανικό καθεστώς για τη διεξαγωγή κακόβουλων δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας.

Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω στρατιωτικής ενίσχυσης στην περιοχή. Σε συνέντευξή του στο Axios στις 10 Φεβρουαρίου, ανέφερε ότι υπάρχει στόλος που κατευθύνεται στη Μέση Ανατολή και ότι εξετάζει το ενδεχόμενο αποστολής και δεύτερου αεροπλανοφόρου με τη συνοδεία του, εφόσον οι συνομιλίες με το Ιράν δεν οδηγήσουν σε επαρκείς παραχωρήσεις. Όπως σημείωσε, είτε θα επιτευχθεί συμφωνία είτε θα χρειαστεί να γίνει κάτι πολύ σκληρό, όπως την προηγούμενη φορά, αναφερόμενος στα πλήγματα του Ιουνίου 2025.

Τον περασμένο μήνα είχε ανακοινώσει ότι έδωσε εντολή για αποστολή «μεγάλου στόλου» στην περιοχή του Κόλπου, ενώ το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln και συνοδευτικά πλοία του ανακατευθύνθηκαν σε θαλάσσιες περιοχές της Μέσης Ανατολής. Το Πεντάγωνο παρέπεμψε ερωτήματα για ενδεχόμενη νέα ανάπτυξη στον Λευκό Οίκο.

Στις 3 Φεβρουαρίου, αμερικανικές δυνάμεις κατέρριψαν ιρανικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος πάνω από την Αραβική Θάλασσα, αφού προέβη σε αδικαιολόγητους ελιγμούς προς το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln, σύμφωνα με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ. Λίγες ώρες αργότερα, δύο σκάφη του IRGC φέρονται να απείλησαν με επιβίβαση αμερικανικό εμπορικό πλοίο, ωστόσο αντιτορπιλικό κατευθυνόμενων πυραύλων και αμερικανικά αεροσκάφη παρείχαν αμυντική υποστήριξη.

Στις 5 Φεβρουαρίου, το Ιράν κατέσχεσε δύο πλοία και συνέλαβε 15 αλλοδαπούς, με το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) να ανακοινώνει ότι τα σκάφη συμμετείχαν σε επιχείρηση λαθρεμπορίου και μετέφεραν περίπου 1 εκατομμύριο λίτρα παράνομου καυσίμου.

Η αυξανόμενη ένταση οδήγησε και σε επικαιροποιημένη ναυτιλιακή οδηγία.

Στις 9 Φεβρουαρίου, η Αμερικανική Ναυτιλιακή Διοίκηση εξέδωσε σύσταση προς τα εμπορικά πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ και τον Κόλπο του Ομάν, επισημαίνοντας τον διαχρονικό κίνδυνο ελέγχου, επιβίβασης, κράτησης ή κατάσχεσης από ιρανικές δυνάμεις, οι οποίες έχουν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν μικρά σκάφη και ελικόπτερα και έχουν επιχειρήσει να εξαναγκάσουν πλοία σε είσοδο στα ιρανικά χωρικά ύδατα.

Η οδηγία συνιστά στα πλοία με αμερικανική σημαία να παραμένουν όσο το δυνατόν πιο μακριά από τα ιρανικά χωρικά ύδατα, χωρίς να διακυβεύεται η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, και να κινούνται κοντά στα χωρικά ύδατα του Ομάν κατά τη διέλευση προς ανατολάς. Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι η αποφυγή βίαιης αντίστασης σε περίπτωση επιβίβασης δεν συνεπάγεται συναίνεση.

Οι εξελίξεις αυτές εκτυλίσσονται ενώ ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου προγραμματίζει συνάντηση με τον Τραμπ στην Ουάσιγκτον στις 11 Φεβρουαρίου. Το γραφείο του Νετανιάχου ανέφερε ότι ο πρωθυπουργός του Ισραήλ θεωρεί πως οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις πρέπει να περιλαμβάνουν περιορισμούς στους βαλλιστικούς πυραύλους και παύση της υποστήριξης προς τον ιρανικό άξονα, ενώ ο ίδιος έχει δηλώσει ότι οι συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις με το Ιράν θα βρίσκονται πρώτα και πάνω απ’ όλα στις συζητήσεις του με τον Αμερικανό πρόεδρο.

Μέχρι στιγμής, δεν έχουν ανακοινωθεί σημαντικές εξελίξεις από τις επαφές στο Ομάν, ωστόσο το εύρος και οι όροι των διαπραγματεύσεων αναμένεται να αποτελέσουν κρίσιμο σημείο τριβής το επόμενο διάστημα.

Των Ryan Morgan, Guy Birchall και Kimberly Hayek

Με πληροφορίες από το Reuters

Κύμα συλλήψεων στο Ιράν μετά τις πρόσφατες αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις

Το Ιράν προχώρησε σε σκληρή καταστολή κάθε μορφής διαφωνίας, καθώς το καθεστώς της Τεχεράνης επιδιώκει να επιβάλει εκ νέου την εξουσία του στη χώρα μετά τις μαζικές διαδηλώσεις των τελευταίων εβδομάδων. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν συλληφθεί, καθώς οι αρχές επιχειρούν να αποτρέψουν νέες κινητοποιήσεις, έπειτα από έναν μήνα που χαρακτηρίστηκε από τη φονικότερη αναταραχή από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979.

Το Κόμμα Ένωση του Ισλαμικού Έθνους του Ιράν ζήτησε την απελευθέρωση της γενικής γραμματέως του, Αζάρ Μανσούρι, σύμφωνα με δημοσίευμα της ιρανικής εφημερίδας Shargh στις 9 Φεβρουαρίου, μετά τη σύλληψή της μαζί με άλλα μέλη του Μετώπου Μεταρρυθμιστών, ενός ενιαίου μετώπου μεταρρυθμιστικών δυνάμεων στη χώρα. Η Shargh ανέφερε ότι οι Εμπραχίμ Ασγκαρζαντέχ και Μοχσέν Αμινζαντέχ συνελήφθησαν μαζί με τη Μανσούρι, η οποία θεωρείται επικεφαλής του μεταρρυθμιστικού κινήματος. Σημειώνεται ότι τουλάχιστον δύο ακόμη μέλη του Μετώπου Μεταρρυθμιστών κλήθηκαν να παρουσιαστούν στο γραφείο του εισαγγελέα στις φυλακές Εβίν της Τεχεράνης στις 3 Φεβρουαρίου.

Ο εκπρόσωπος Τύπου του Μετώπου Μεταρρυθμιστών, Τζαβάντ Ιμάμ, συνελήφθη επίσης, όπως ανέφερε στις 9 Φεβρουαρίου ο δικηγόρος της Μανσούρι, Χοτζάτ Κερμανί, επισημαίνοντας ότι δεν ήταν σαφές ποιες κατηγορίες αντιμετωπίζουν οι κρατούμενοι. Ο Κερμανί δήλωσε στο Iranian Labour News Agency ότι ουσιαστικά δεν είναι γνωστό τι προκάλεσε τις συλλήψεις, καθώς το Μέτωπο Μεταρρυθμιστών δεν έχει ακόμη εκδώσει ανακοίνωση για τα πρόσφατα γεγονότα, προσθέτοντας ότι μεμονωμένα άτομα ενδέχεται να προχώρησαν σε προσωπικές δηλώσεις, αλλά το ίδιο το Μέτωπο δεν έχει τοποθετηθεί επίσημα.

Στις 8 Φεβρουαρίου, το επίσημο ενημερωτικό μέσο της δικαστικής εξουσίας, Mizan, ανακοίνωσε ότι «τέσσερα σημαντικά πολιτικά στοιχεία που υποστηρίζουν το σιωνιστικό καθεστώς και τις Ηνωμένες Πολιτείες» παραπέμφθηκαν σε δίκη, χωρίς να κατονομάζονται. Το Mizan ανέφερε ότι τα συγκεκριμένα άτομα οργάνωναν και καθοδηγούσαν εκτεταμένες οργανωτικές δραστηριότητες με στόχο την αποσταθεροποίηση της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας, εν μέσω στρατιωτικών απειλών από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το σιωνιστικό καθεστώς. Πρόσθεσε ότι, κατά τη διάρκεια των τρομοκρατικών γεγονότων του Ιανουαρίου, τα εν λόγω πρόσωπα είχαν καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να δικαιολογήσουν τις ενέργειες των «τρομοκρατών» στους δρόμους.

Πέραν των νέων συλλήψεων, η ήδη κρατούμενη βραβευμένη με Νόμπελ Ειρήνης Ναργκές Μοχαμαντί καταδικάστηκε σε επιπλέον ποινή φυλάκισης άνω των επτά ετών στο πλαίσιο της καταστολής. Ο δικηγόρος της, Μοσταφά Νίλι, έγραψε στην πλατφόρμα X ότι, έπειτα από 59 ημέρες κράτησης, η κ. #Narges_Mohammadi τηλεφώνησε από το κέντρο κράτησης ασφαλείας στη Μασχάντ και γνωστοποίησε ότι την προηγούμενη ημέρα οδηγήθηκε στο Πρώτο Τμήμα του Επαναστατικού Δικαστηρίου της Μασχάντ για ακροαματική διαδικασία σχετικά με την τελευταία της υπόθεση και ότι, μετά το πέρας της συνεδρίασης, εκδόθηκε και της κοινοποιήθηκε επισήμως η καταδικαστική απόφαση. Ο Νίλι δήλωσε ότι στη Μοχαμαντί επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι ετών για συνωμοσία και σύμπραξη, καθώς και ποινή φυλάκισης ενάμισι έτους για δραστηριότητες προπαγανδιστικού χαρακτήρα.

Σύμφωνα με ανακοίνωση της οργάνωσης HRANA στις 5 Φεβρουαρίου, τουλάχιστον 6.495 διαδηλωτές, 214 μέλη των δυνάμεων ασφαλείας και υποστηρικτές της κυβέρνησης είχαν χάσει τη ζωή τους μετά τις διαμαρτυρίες που πυροδοτήθηκαν από την εκτόξευση του πληθωρισμού και την κατάρρευση του ιρανικού ριάλ. Η HRANA βασίζεται σε υποστηρικτές εντός του Ιράν για τη διασταύρωση των πληροφοριών της και έχει επισημάνει στο παρελθόν ότι τα στοιχεία βασίζονται αποκλειστικά σε «επαληθευμένες ατομικές αναφορές» και είναι πιθανό να είναι σημαντικά υψηλότερα. Σύμφωνα με την ίδια οργάνωση, περίπου 50.921 άνθρωποι έχουν συλληφθεί κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων.

Η εφημερίδα The Epoch Times αναφέρει ότι δεν είναι σε θέση να επαληθεύσει τα στοιχεία αυτά.

Νέες συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα

Το Ιράν και οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν νέες συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα την περασμένη εβδομάδα στο Ομάν.

Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, μιλώντας στις 8 Φεβρουαρίου σε διπλωμάτες κατά τη διάρκεια συνόδου κορυφής στην Τεχεράνη, έστειλε το μήνυμα ότι το Ιράν θα παραμείνει στη θέση του πως πρέπει να έχει τη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου, ένα από τα βασικά σημεία τριβής με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες είχαν βομβαρδίσει ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις τον Ιούνιο του 2025, κατά τη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου Ιράν–Ισραήλ.

Σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων MEHR, ο Αραγτσί δήλωσε ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να υπαγορεύει στο Ιράν τι μπορεί ή τι δεν μπορεί να διαθέτει, ότι ο εμπλουτισμός αποτελεί δικαίωμά του και πρέπει να συνεχιστεί, και ότι ακόμη και οι επιθέσεις στις εγκαταστάσεις του απέτυχαν να καταστρέψουν τις δυνατότητές του.

Ιρανός αξιωματούχος δηλώνει ότι η χώρα έχει δικαίωμα να επιδιώκει πυρηνικό πρόγραμμα εν μέσω προειδοποιήσεων των ΗΠΑ

Ανώτατος Ιρανός αξιωματούχος εξέφρασε στάση αμφισβήτησης εν μέσω των συνομιλιών μεταξύ της Ουάσιγκτον και της Τεχεράνης για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας της Μέσης Ανατολής, υποδηλώνοντας ότι το ισλαμικό καθεστώς δεν προτίθεται να εγκαταλείψει τις φιλοδοξίες του στον τομέα του εμπλουτισμού πυρηνικού υλικού.

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγκτσί, ανέφερε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την Κυριακή ότι το Ιράν έχει διατυπώσει με σαφήνεια τις θέσεις του στο παρελθόν και το έπραξε και στη συγκεκριμένη συνάντηση.

Πρόσθεσε ότι η πρόσβαση του Ιράν σε προηγμένη τεχνολογία εμπλουτισμού αποτελεί προϊόν εγχώριας γνώσης και της αφοσίωσης των επιστημόνων της χώρας και ότι, ως επιστημονικό επίτευγμα και αντικείμενο εθνικής υπερηφάνειας, δεν μπορεί να αγνοηθεί στο πλαίσιο του δικαιώματος για ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Σύμφωνα με τον Αραγκτσί, η επιτυχία οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης εξαρτάται από την αναγνώριση αυτής της αρχής.

Μιλώντας σε εκδήλωση στην Τεχεράνη την Κυριακή, ο Αραγκτσί δήλωσε, εν μέσω των συνομιλιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να υπαγορεύει τη συμπεριφορά του Ιράν, όπως μετέδωσε ανταποκριτής του Γαλλικού Πρακτορείου Ειδήσεων που παρευρέθηκε στην εκδήλωση.

Στο ίδιο πλαίσιο ανέφερε ότι η στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή δεν τρομάζει το Ιράν, αναφερόμενος σε αμερικανικό αεροπλανοφόρο που έχει αναπτυχθεί στην Αραβική Θάλασσα.

Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ, ο οποίος συμμετέχει στις συνομιλίες στο Ομάν, έγραψε το σαββατοκύριακο ότι συναντήθηκε με ναύτες και πεζοναύτες στο USS Abraham Lincoln.

Ο Γουίτκοφ ανέφερε ότι αισθάνεται υπερήφανος που στέκεται στο πλευρό των ανδρών και γυναικών που υπερασπίζονται τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, αποτρέπουν τους αντιπάλους τους και δείχνουν στον κόσμο τι σημαίνει αμερικανική ετοιμότητα και αποφασιστικότητα σε καθημερινή βάση, προσθέτοντας ότι η παρουσία του αεροπλανοφόρου αποσκοπεί στη στήριξη του αμερικανικού μηνύματος «ειρήνη μέσω ισχύος».

Οι δηλώσεις του Αραγκτσί έγιναν καθώς οι συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν ξεκίνησαν στο Ομάν για το αμφιλεγόμενο πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, ενώ παράλληλα το Ιράν επιδιώκει την άρση των αμερικανικών κυρώσεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και ευρωπαϊκές χώρες υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι το Ιράν επιδιώκει την κατασκευή πυρηνικού όπλου μέσω του προγράμματός του, ενώ η Τεχεράνη δηλώνει ότι το πρόγραμμα έχει ειρηνικούς σκοπούς.

Την προηγούμενη εβδομάδα, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, σε συνέντευξή του, προειδοποίησε ότι ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, θα έπρεπε να είναι «πολύ ανήσυχος» ενόψει των συνομιλιών. Λίγες ημέρες αργότερα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε νέες κυρώσεις που στοχεύουν ένα παράνομο ιρανικό δίκτυο μεταφοράς πετρελαίου.

Σε ανακοίνωσή του στις 6 Φεβρουαρίου, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε ότι όσο το ιρανικό καθεστώς επιχειρεί να παρακάμψει τις κυρώσεις και να δημιουργεί έσοδα από το πετρέλαιο και τα πετροχημικά για να χρηματοδοτεί τέτοιες καταπιεστικές συμπεριφορές και να στηρίζει τρομοκρατικές δραστηριότητες και πληρεξούσιες δυνάμεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ενεργούν ώστε να λογοδοτούν τόσο το ιρανικό καθεστώς όσο και οι εταίροι του.

Παράλληλα, η εικονική πρεσβεία των ΗΠΑ για το Ιράν εξέδωσε προειδοποίηση προς Αμερικανούς πολίτες που βρίσκονται στη χώρα, συμβουλεύοντάς τους να την εγκαταλείψουν μέσω διαφόρων χερσαίων συνοριακών διελεύσεων.

Το Ιράν και οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν πέντε γύρους πυρηνικών συνομιλιών το περασμένο έτος, οι οποίες βρέθηκαν σε αδιέξοδο κυρίως λόγω διαφωνιών σχετικά με το επίπεδο εμπλουτισμού ουρανίου που πραγματοποιείται εντός του Ιράν. Τα περισσότερα πυρηνικά εργοστάσια παραγωγής ενέργειας απαιτούν εμπλουτισμό ουρανίου-235 σε ποσοστό 3–5%, ενώ το ουράνιο στρατιωτικής χρήσης εμπλουτίζεται συνήθως σε πολύ υψηλότερα επίπεδα.

Τον Ιούνιο, ο αμερικανικός στρατός εξαπέλυσε πλήγματα κατά ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων στο τέλος μιας 12ήμερης ισραηλινής εκστρατείας βομβαρδισμών, κατά τη διάρκεια της οποίας το Ιράν εκτόξευσε ομοβροντίες πυραύλων εναντίον αμερικανικών και ισραηλινών στόχων στην περιοχή.

Ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν ανέφερε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την Κυριακή ότι οι συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες συνιστούν «ένα βήμα προς τα εμπρός» και ότι η Τεχεράνη επιθυμεί να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματά της βάσει της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων.

Με πληροφορίες από το Reuters

Η Ιρανή νομπελίστρια Ναργκές Μοχαμαντί αντιμέτωπη με νέα ποινή φυλάκισης

Η Ιρανή ακτιβίστρια Ναργκές Μοχαμαντί, βραβευμένη με Νόμπελ Ειρήνης, η οποία έχει φυλακιστεί επανειλημμένα στη διάρκεια μιας τριακονταετούς εκστρατείας για τα δικαιώματα των γυναικών, καταδικάστηκε σε νέα ποινή φυλάκισης 7,5 ετών, σύμφωνα με ομάδα που τη στηρίζει, η οποία έκανε τη σχετική ανακοίνωση την Κυριακή.

Η Μοχαμαντί, 53 ετών, βρισκόταν σε απεργία πείνας διάρκειας μίας εβδομάδας, η οποία ολοκληρώθηκε την Κυριακή, όπως ανέφερε σε ανακοίνωσή του το Ίδρυμα Ναργκές. Η Μοχαμαντί είπε στον δικηγόρο της, Μοσταφά Νίλι, σε τηλεφωνική επικοινωνία την Κυριακή από τη φυλακή, ότι έλαβε την ποινή της το Σάββατο.

Το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών δεν ανταποκρίθηκε άμεσα σε αίτημα για σχόλιο.

Η Τεχεράνη ανανέωσε την καταστολή κατά της διαφωνίας στη διάρκεια σχεδόν τριών εβδομάδων αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, οι οποίες ξεκίνησαν στα τέλη Δεκεμβρίου.

Η Μοχαμαντί συνελήφθη στις 12 Δεκεμβρίου, αφού κατήγγειλε τον ύποπτο θάνατο του δικηγόρου Χοσρόου Αλικόρντι. Ο εισαγγελέας Χασάν Χεματιφάρ είχε δηλώσει τότε σε δημοσιογράφους ότι η ίδια προέβη σε προκλητικές δηλώσεις στην τελετή μνήμης του Αλικόρντι στη βορειοανατολική πόλη Μασχάντ και ενθάρρυνε τους παρευρισκόμενους να φωνάξουν «συνθήματα που παραβιάζουν τους κανόνες» και να «διαταράξουν την ειρήνη».

Η Μοχαμαντί κρατείται σε κέντρο κράτησης στο Μασχάντ.

Σύμφωνα με το Ίδρυμα Ναργκές, ύστερα από εβδομάδες απόλυτης απομόνωσης και πλήρους διακοπής της επικοινωνίας, η ίδια μπόρεσε τελικά να περιγράψει την κατάστασή της σε μια σύντομη τηλεφωνική κλήση με τον δικηγόρο της.

Η ποινή της περιλαμβάνει έξι χρόνια φυλάκισης για συνάθροιση και συνωμοσία κατά της εθνικής ασφάλειας και ενάμιση χρόνο για προπαγάνδα κατά της κυβέρνησης. Επιπλέον, της επιβλήθηκαν δύο χρόνια εσωτερικής εξορίας στην πόλη Χουσφ και διετής απαγόρευση ταξιδιών.

Η Μοχαμαντί κέρδισε το Νόμπελ Ειρήνης το 2023, ενώ βρισκόταν στη φυλακή, για την εκστρατεία της υπέρ της προώθησης των δικαιωμάτων των γυναικών και της κατάργησης της θανατικής ποινής στο Ιράν.

Πηγή: Reuters

Μπέσσεντ: Μαζική φυγή κεφαλαίων από το Ιράν καθώς εντείνεται η πίεση στο καθεστώς

Ο υπουργός Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Σκοτ Μπέσσεντ, δήλωσε ενώπιον της Επιτροπής Τραπεζικών Υποθέσεων της Γερουσίας, την Πέμπτη, ότι οι Ιρανοί ηγέτες μεταφέρουν χρήματα εκτός της χώρας «σαν τρελοί». Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά στην επιτροπή, οι «αρουραίοι εγκαταλείπουν το πλοίο», κάτι που, κατά τον ίδιο, αποτελεί καλό σημάδι ότι αντιλαμβάνονται πως το τέλος μπορεί να πλησιάζει.

Σύμφωνα με τον Μπέσσεντ, η παρακολούθηση των ιρανικών χρηματοπιστωτικών συναλλαγών από το υπουργείο Οικονομικών εντάσσεται στη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ για την άσκηση πίεσης στο Ισλαμικό Καθεστώς του Ιράν υπό τον Αλί Χαμενεΐ, το οποίο χαρακτήρισε ως τον κορυφαίο κρατικό χρηματοδότη της τρομοκρατίας παγκοσμίως.

Η έλλειψη δολαρίων και η κατάρρευση του ιρανικού νομίσματος έχουν οδηγήσει σε πτωχεύσεις τραπεζών και έχουν πυροδοτήσει εκτόξευση του πληθωρισμού σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Η εκτεταμένη οικονομική δυσχέρεια και η κατάρρευση του νομίσματος στο Ιράν προκάλεσαν μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, οι οποίες ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο του 2025.

Ο Χαμενεΐ, ηλικίας 86 ετών, κατέστειλε τις διαδηλώσεις που εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα τον προηγούμενο μήνα, εξαπολύοντας τις δυνάμεις της Επαναστατικής Φρουράς εναντίον του πληθυσμού, σε μια αιματηρή καταστολή που, σύμφωνα με το Global Conflict Tracker του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τουλάχιστον 6.400 διαδηλωτών. Άλλες 11.000 αναφορές θανάτων βρίσκονται υπό διερεύνηση. Οι Ιρανοί αποκόπηκαν από τον υπόλοιπο κόσμο και δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν, αφού η κυβέρνηση διέκοψε την πρόσβαση στο διαδίκτυο και άρχισε να συλλαμβάνει δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές.

Ο αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ του Ιράν μιλά κατά τη διάρκεια συνάντησης στην Τεχεράνη, στο Ιράν, στις 17 Ιανουαρίου 2026. (Office of the Iranian Supreme Leader/West Asia News Agency/Παραχώρηση μέσω Reuters)

 

Τον Ιανουάριο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προειδοποίησε την ηγεσία του Ιράν να μην στραφεί εναντίον του ίδιου του λαού της και απείλησε με στρατιωτική επέμβαση, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε άμεσο σχεδιασμό επίθεσης.

Παράλληλα, κάλεσε τους Ιρανούς να συνεχίσουν τις διαδηλώσεις. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, στις 13 Ιανουαρίου, ανέφερε απευθυνόμενος στους «Ιρανούς πατριώτες» ότι θα πρέπει να συνεχίσουν να διαδηλώνουν και να αναλάβουν τον έλεγχο των θεσμών τους, να διατηρήσουν τα ονόματα των δολοφόνων και των κακοποιητών, καθώς, όπως τόνισε, θα πληρώσουν βαρύ τίμημα. Πρόσθεσε ότι ακύρωσε όλες τις συναντήσεις με Ιρανούς αξιωματούχους μέχρι να σταματήσει η παράλογη δολοφονία διαδηλωτών, διαβεβαιώνοντας ότι η βοήθεια βρίσκεται καθ’ οδόν, κλείνοντας το μήνυμά του με το σύνθημα «MIGA» («Make Iran Great Again»).

Έκτοτε, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενίσχυσαν τη στρατιωτική τους παρουσία στη Μέση Ανατολή και γύρω από αυτήν. Το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln και τρία αντιτορπιλικά έφτασαν στην περιοχή υπό τη διοίκηση της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, ενώ στην περιοχή στάλθηκε και το USS Delbert D. Black.

Στις 28 Ιανουαρίου, ο Τραμπ προειδοποίησε το Ιράν ότι, εάν οι αξιωματούχοι του δεν προσέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για μια συμφωνία χωρίς πυρηνικά όπλα, η χώρα ενδέχεται να αντιμετωπίσει νέα αμερικανική επίθεση. Σε νέα ανάρτησή του στην Truth Social, ανέφερε ότι είχε προειδοποιήσει το Ιράν και στο παρελθόν να συνάψει συμφωνία, επισημαίνοντας ότι η άρνησή του οδήγησε στην «Επιχείρηση Midnight Hammer», την οποία χαρακτήρισε ως εκτεταμένη καταστροφή του Ιράν, προειδοποιώντας ότι μια επόμενη επίθεση θα ήταν πολύ χειρότερη και καλώντας την ιρανική ηγεσία να μην επιτρέψει να επαναληφθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Οι ηγέτες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν αναμένεται να συναντηθούν στις 6 Φεβρουαρίου στο Ομάν, καθώς οι εντάσεις στην περιοχή συνεχίζουν να κλιμακώνονται.