Σάββατο, 29 Νοέ, 2025

Οπλισμένοι οι Εθνοφρουροί στην Ουάσιγκτον – Αντιδρούν οι Δημοκρατικοί στην προοπτική εφαρμογής του μέτρου και αλλού

Η δύναμη της αμερικανικής Εθνοφρουράς που αναπτύχθηκε στην ομοσπονδιακή πρωτεύουσα Ουάσιγκτον άρχισε χθες Κυριακή το βράδυ να φέρει όπλα, ανακοίνωσε αυτό το σώμα εφεδρείας των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, μετά την απόφαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να στείλει στην πόλη τον στρατό για να την «καθαρίσει» από την εγκληματικότητα.

Όπως σημείωσε ο υπουργός Άμυνας Πητ Χέγκσεθ στη σχετική ανακοίνωσή του στο Χ, στις 22 Αυγούστου, πρόκειται για ένα βήμα «κοινής λογικής», ενώ σε ανακοίνωση του σώματος διευκρινίζεται οι στρατιωτικοί αυτοί δεν είναι εξουσιοδοτημένοι να κάνουν χρήση βίας παρά μόνο «ως μέσο υστάτης προσφυγής ως αντίδραση σε άμεση απειλή θανάτου ή σοβαρού σωματικού τραυματισμού».

Οι περισσότεροι Εθνοφρουροί στάθηκαν στην Ουάσιγκτον από τους Ρεπουμπλικάνους κυβερνήτες της Δυτικής Βιρτζίνια, της Νότιας Καρολίνας, του Οχάιο, του Μισσισσιππή, της Λουιζιάνα και του Τεννεσσή.

Πέραν των στρατιωτικών, έχουν επίσης σταλεί στην Ουάσιγκτον μέλη ομοσπονδιακών υπηρεσιών επιβολής της τάξης, ιδίως της ομοσπονδιακής αστυνομίας (FBI), της αστυνομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδια για τη μετανάστευση (ICE) και της δίωξης ναρκωτικών (DEA).

Κατά τον Ντ. Τραμπ, η ανάπτυξη του στρατού είναι απαραίτητη για «καθαρίσει» την πρωτεύουσα από τις συμμορίες που τη λυμαίνονται. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει κατηγορήσει επανειλημμένα τη δημοκρατική δήμαρχο Μύριελ Μπάουζερ πως δίνει στη δημοσιότητα «ψευδή» στοιχεία.

Οι στατιστικές της αστυνομίας της αμερικανικής πρωτεύουσας δείχνουν πως τα βίαια εγκλήματα μειώθηκαν μεταξύ του 2023 και του 2024· ωστόσο η μείωση αυτή σημειώθηκε έπειτα από ραγδαία αύξησή της την περίοδο μετά την πανδημία του νέου κορωνοϊού.

Σύμφωνα με τη Γενική Εισαγγελέα των ΗΠΑ, Παμ Μπόντι, έχουν σημειωθεί 719 συλλήψεις και 91 κατασχέσεις παράνομων όπλων από την στιγμή της ανάπτυξης των ομοσπονδιακών δυνάμεων στην πρωτεύουσα, όπως ανακοίνωσε με ανάρτησή της στο Χ.

Κατά του οπλισμού των Εθνοφρουρών τάχθηκαν τοπικοί αξιωματούχοι, όπως ο Τσαρλς Άλλεν, μέλος του Συμβουλίου της Περιφέρειας της Κολούμπια, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε για την ύπαρξη οπλισμένων στρατιωτικών στους δρόμους των πόλεων, σημειώνοντας: «Αυτές δεν είναι πράξεις προέδρου, αλλά κάποιου που ετοιμάζεται να κάνει πραξικόπημα».

Ο Φιλ Μέντελσον, πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, σχολίασε επίσης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα «αποτελέσματα της δήθεν κατάστασης έκτακτης ανάγκης», ενώ η δημοτική σύμβουλος Μπριάν Ναντώ κοινοποίησε στο Χ τηλέφωνα και έναν σύνδεσμο όπου θα μπορούν οι πολίτες να καταγγέλλουν τυχόν ανάρμοστη συμπεριφορά των δυνάμεων ασφαλείας.

Ωστόσο, καθώς η Περιφέρεια της Κολούμπια είναι ομοσπονδιακή Περιφέρεια, ανήκει στην αρμοδιότητα του Κογκρέσου, πράγμα που σημαίνει ότι οι τοπικοί αξιωματούχοι δεν έχουν τη δύναμη να αντιταχθούν στις ομοσπονδιακές αποφάσεις.

Η αύξηση της εγκληματικότητας σε άλλες πόλεις, σύμφωνα με τη διοίκηση, ενδέχεται να επιφέρει επέκταση του μέτρου, όπως προειδοποίησε ο Τραμπ: «Νομίζω ότι το Σικάγο έπεται. Και μετά η Νέα Υόρκη».

Ζητούμενα, κατ’ αυτόν, η πάταξη της εγκληματικότητας και η αναβάθμιση των πόλεων, ιδίως της πρωτεύουσας Ουάσιγκτον, όπως φαίνεται από δηλώσεις του: «Εσείς θα αναλάβετε την ασφάλεια κι εμείς τον καλλωπισμό, και σε έξι μήνες θα είμαστε υπερήφανοι για το αποτέλεσμα», είπε απευθυνόμενος σε μέλη των δυνάμεων ασφαλείας στις 21 του τρέχοντος, μία ημέρα πριν από την ανακοίνωση του Πητ Χέγκσεθ σχετικά με το καθεστώς οπλοφορίας.

Αντιδράσεις από τους Δημοκρατικούς

Αντιπολιτευόμενοι κατηγόρησαν ξανά χθες, Κυριακή, τον Ντόναλντ Τραμπ πως «κατασκευάζει κρίσεις» για να στείλει στρατεύματα της εθνοφρουράς σε μεγαλουπόλεις που κυβερνούν Δημοκρατικοί, καθώς ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος διατείνεται πως «κυριαρχεί» σ’ αυτές η εγκληματικότητα.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, που προχωρά στην επιβολή του δρακόντειου προγράμματός του για την πάταξη της παραβατικότητας και της μετανάστευσης, απείλησε χθες να στείλει στρατεύματα σε ακόμη μια μεγάλη πόλη των ΗΠΑ, τη Βαλτιμόρη, πρωτεύουσα της πολιτείας του Μέρυλαντ, όπου ο κυβερνήτης είναι Δημοκρατικός.

Τον Ιούνιο, χιλιάδες μέλη της εθνοφρουράς και των πεζοναυτών αναπτύχθηκαν στο Λος Άντζελες, για την αντιμετώπιση μεγάλων διαδηλώσεων για τη μετανάστευση. Και, από την 12η Αυγούστου, στην ομοσπονδιακή πρωτεύουσα Ουάσιγκτον (ανατολικές ΗΠΑ), στρατιωτικά οχήματα σταθμεύουν μπροστά σε κεντρικό συγκοινωνιακό σταθμό και στην πελώρια πλατεία The National Mall, πλάι σε εθνικούς θεσμούς κι ιστορικά μνημεία.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε πρόσφατα πως ενδέχεται να διατάξει να αναπτυχθούν στρατεύματα κι ομοσπονδιακές υπηρεσίες επιβολής του νόμου στο Σικάγο (βόρεια), και κατόπιν στη Νέα Υόρκη (βορειοανατολικά), αντίστοιχα την τρίτη μεγαλύτερη και τη μεγαλύτερη μεγαλούπολη των ΗΠΑ.

Ωστόσο, όπως υποστηρίζουν μέλη της αντιπολίτευσης, οι έφεδροι της Εθνοφρουράς αναφέρονται στον κυβερνήτη κάθε αμερικανικής πολιτείας και δεν μπορούν στη θεωρία να αναπτυχθούν παρά μόνο σε περίπτωση εθνικής έκτακτης ανάγκης, για παράδειγμα φυσικής καταστροφής, κατόπιν αιτήματος του ομοσπονδιακού κράτους και με έγκριση του κυβερνήτη. Στη θεωρία, ο ρόλος τους δεν είναι να επεμβαίνουν για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, ταραχών ή διαδηλώσεων.

«Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει καμιά νομική βάση, καμιά εξουσία, για να αποπειραθεί να στείλει ομοσπονδιακά στρατεύματα στο Σικάγο», έδωσε τον τόνο στο CNN ο επικεφαλής της δημοκρατικής μειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων Χακίμ Τζέφρις. «Πρέπει να συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε τις τοπικές δυνάμεις επιβολής του νόμου και δεν μπορούμε να αφήσουμε τον Ντόναλντ Τραμπ να παίζει με τις ζωές Αμερικανών ούτε να κατασκευάζει κρίσεις για να εκτρέπει την προσοχή, καθώς είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλής».

Από την πλευρά του ο Δημοκρατικός κυβερνήτης στο Ιλλινόις, ο Τζ. Μπ. Πρίτσκερ, στην πολιτεία του οποίου βρίσκεται το Σικάγο, τόνισε μέσω X ότι «εδώ και καιρό συνεργαζόμαστε με τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες επιβολής του νόμου» για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας στην πόλη, στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών, μια περίοδο συνώνυμη της δράσης κακοποιών σε διεθνές επίπεδο. «Όμως δεν θα αφήσουμε έναν δικτάτορα να μας επιβάλλει τη θέλησή του», πρόσθεσε.

Ο κυβερνήτης της πολιτείας του Μέρυλαντ Γουές Μουρ επίσης αντέδρασε στην πολιτική Τραμπ, δηλώνοντας στο CNN και στο CBS News ότι «δεν θα εγκρίνει να χρησιμοποιηθεί η Εθνοφρουρά του Μέρυλαντ» για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, καθώς αυτό θα ήταν «αντισυνταγματικό», είπε αναφερόμενος στη 10η Τροποποίηση του αμερικανικού συντάγματος. Επιπλέον, αναφέρθηκε στο υψηλό κόστος του εγχειρήματος. Επεσήμανε δε ότι οι πόλεις με τη μεγαλύτερη εγκληματικότητα είναι αυτές που έστειλαν Εθνοφρουρούς στην Ουάσιγκτον.

Όσο για το Σικάγο, η Washington Post έγραψε προχθές Σάββατο πως το Πεντάγωνο καταρτίζει εδώ κι εβδομάδες σχεδιασμούς για την ανάπτυξη της Εθνοφρουράς και εκεί επισήμως, για να παταχθούν η εγκληματικότητα κι η μετανάστευση.

Το υπουργείο Άμυνας δεν έκανε κανένα σχόλιο.

Με πληροφορίες από το ΑΠΕ ΜΠΕ

Ανάπτυξη δυνάμεων των ΗΠΑ ανοικτά της Βενεζουέλας για την αποτροπή της διακίνησης ναρκωτικών

Η ανάπτυξη ναυτικών, αεροπορικών και χερσαίων δυνάμεων των ΗΠΑ στην Καραϊβική, ιδίως τριών αποβατικών ανοικτά των ακτών της Βενεζουέλας, συνεχίζει να τροφοδοτεί την πολεμική ρητορική αλλά και τη σεναριολογία περί επιχείρησης εναντίον της κυβέρνησης της χώρας της Λατινικής Αμερικής, καθώς οι δύο πλευρές διατηρούν συγκρουσιακή σχέση εδώ και χρόνια.

Επισήμως, η αμερικανική στρατιωτική ανάπτυξη αποσκοπεί στην αποτροπή της διακίνησης ναρκωτικών προς την αμερικανική επικράτεια.

Σύμφωνα με πηγές της αμερικανικής κυβέρνησης και ΜΜΕ, κατόπιν εντολής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ αναπτύσσονται τρία ελικοπτεροφόρα αποβατικά, τρία αντιτορπιλικά με κατευθυνόμενους πυραύλους και το σύστημα Aegis, τουλάχιστον ένα υποβρύχιο, καθώς και έως 4.000 πεζοναύτες ανοικτά της Βενεζουέλας.

Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κάρολαϊν Λέβιτ δήλωσε την εβδομάδα αυτή ότι ο πρόεδρος Τραμπ είναι έτοιμος να χρησιμοποιήσει «όλα τα μέσα» ώστε «να εμποδιστεί η εισροή ναρκωτικών στη χώρα» και να «προσαχθούν ενώπιον της δικαιοσύνης οι υπεύθυνοι».

Η τοποθέτησή της έγινε έπειτα από ερώτηση σχετικά με το ενδεχόμενο να προχωρήσουν οι ΗΠΑ σε επιχείρηση εναντίον της κυβέρνησης της Βενεζουέλας, με εμπλοκή και χερσαίων δυνάμεων. Η ίδια χαρακτήρισε την κυβέρνηση της χώρας «ναρκωτρομοκρατικό καρτέλ» και τον πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο «φυγόδικο αρχηγό του καρτέλ», υποστηρίζοντας ότι δεν πρόκειται για «νόμιμη κυβέρνηση».

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος Μαδούρο και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησής του διακηρύσσουν ότι η Βενεζουέλα θα αμυνθεί απέναντι σε οποιονδήποτε «επιτιθέμενο». Ο ίδιος έκανε λόγο για μάχη «του Δαυίδ με τον Γολιάθ» και ανακοίνωσε την ενεργοποίηση «ειδικού σχεδίου» που προβλέπει τη κινητοποίηση «4,5 εκατομμυρίων εθνοφυλάκων».

«Αυτό που απειλούν να επιχειρήσουν εναντίον της Βενεζουέλας – αλλαγή καθεστώτος μέσω στρατιωτικής επίθεσης – είναι ανήθικο, εγκληματικό και παράνομο», τόνισε ο Μαδούρο μιλώντας στο κοινοβούλιο την Παρασκευή.

Η ανάπτυξη αμερικανικών δυνάμεων, στην οποία έδωσαν μεγάλη έμφαση τα δημόσια μέσα ενημέρωσης, απασχολεί σχεδόν το σύνολο της κοινωνίας της Βενεζουέλας, προκαλώντας ακόμη και μαζική αγορά προμηθειών από πολίτες που σπεύδουν να συγκεντρώσουν αποθέματα.

«Θεωρητικά, οι Αμερικανοί θα είναι το πρωί στη Γουαΐρα, παραλία του Καράκας. Θα βγάλουν καμιά φωτογραφία με ντόπιους, θα πιουν καμιά μπίρα», σχολίασε σκωπτικά η Γουέντυ Ραμίρες, 35 ετών.

Υποστηρικτές του Μαδούρο δηλώνουν βέβαιοι πως η χώρα είναι σε θέση να αμυνθεί. «Οι ΗΠΑ θέλουν πάντα τη συντριβή του αντιπάλου. Φτάνει πια. Οι μπολιβαριανές ένοπλες δυνάμεις είναι έτοιμες. Θα αντιμετωπίσουν έναν γίγαντα, αλλά έχουμε κι εμείς γίγαντες μαζί μας: τους Ρώσους, τους Κινέζους», ανέφερε η συνταξιούχος Γκλόρια Ερνάντες, 70 ετών.

Η αμερικανική στρατιωτική ανάπτυξη ανακοινώθηκε λίγες ημέρες μετά τη δήλωση της υπουργού Δικαιοσύνης των ΗΠΑ Παμ Μπόντι ότι διπλασιάζεται, στα 50 εκατομμύρια δολάρια, η αμοιβή για πληροφορίες που θα οδηγήσουν στη σύλληψη του προέδρου Μαδούρο.

«Οι αναλογίες είναι αναπόφευκτες. Θυμόμαστε τον πρώην πρόεδρο του Παναμά, Μανουέλ Νοριέγα, που αψήφησε τις ΗΠΑ και κατόπιν τον είδαμε με την πορτοκαλί στολή της φυλακής, μετά την εισβολή στον Παναμά το 1989. Το ίδιο και με το Ιράκ το 2002, τη Συρία…», σχολίασε ο πολιτικός αναλυτής Έντουαρντ Ροδρίγκες, ο οποίος έχει συνεργαστεί με την αντιπολίτευση.

Ο ίδιος αμφισβήτησε την αποτελεσματικότητα της κινητοποίησης εθνοφυλάκων. «Στις προεδρικές εκλογές του 2024 ο Μαδούρο δεν πήρε ούτε 4,5 εκατομμύρια ψήφους. Πού θα βρει τόσους εθνοφύλακες;»

Η αντιπολίτευση, που κατήγγειλε απάτη, υποστηρίζει ότι ο δικός της υποψήφιος κέρδισε τις εκλογές του Ιουλίου 2024. Η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο δεν αναγνωρίζουν την επανεκλογή του Μαδούρο.

Ο Μαριάνο δε Άλμπα, ειδικός σε γεωπολιτικά ζητήματα με έδρα το Λονδίνο, εκτιμά ότι μια αμερικανική στρατιωτική επέμβαση είναι «ελάχιστα πιθανή». «Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ αναπτύσσουν στρατιωτικές δυνάμεις στην Καραϊβική», σημείωσε.

Κατά τον ίδιο, εάν προχωρούσε αμερικανική επιχείρηση, θα «περιέπλεκε» την προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να «τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία», καθώς θα ενίσχυε τη θέση του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν, συμμάχου του Καράκας, στις διαπραγματεύσεις.

Για τον δε Άλμπα, ο Μαδούρο αποκομίζει «πολιτικό κέρδος» από την κατάσταση. Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας αποδίδει συχνά την οικονομική κρίση της χώρας στον «οικονομικό πόλεμο» που – όπως υποστηρίζει – διεξάγει εναντίον της «η Αυτοκρατορία», ενώ τώρα έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως «πολιορκημένη».

Ο ίδιος εξέφρασε ακόμη ανησυχία ότι η ένταση μπορεί να αποτελέσει αφορμή για νέες «εκκαθαρίσεις», ιδίως συλλήψεις αντιπολιτευομένων.

Πρόσθεσε ότι εάν η κυβέρνηση Τραμπ επεδίωκε πράγματι αλλαγή καθεστώτος, «θα προτιμούσε να έχει το στοιχείο του αιφνιδιασμού». Υπενθύμισε μάλιστα ότι πρόσφατα «δόθηκε νέα άδεια στη Chevron» να συνεχίσει την εκμετάλλευση κοιτασμάτων αργού στη Βενεζουέλα, παρά το εμπάργκο.

Για τους δύο αναλυτές, είναι πιο πιθανό να επιδιώκει η Ουάσιγκτον να δημιουργήσει «ορμή» και να δώσει ώθηση στην αντιπολίτευση, η οποία παραμένει αδρανής έναν χρόνο μετά τις προεδρικές εκλογές.

«Το σημαντικότερο είναι ότι το ζήτημα της Βενεζουέλας συζητείται ξανά στο Οβάλ Γραφείο», κατέληξε ο Ροδρίγκες.

Χθες σχηματίστηκαν μεγάλες ουρές σε κέντρα στρατολογίας της εθνοφυλακής, καθώς χιλιάδες πολίτες – δημόσιοι υπάλληλοι, νοικοκυρές, φοιτητές και συνταξιούχοι – έσπευσαν να καταταγούν. «Μας καλεί η πατρίδα», δήλωσε η 51 ετών Ρόζυ.

Τραμπ: Απόφαση για τις διαπραγματεύσεις Ρωσίας–Ουκρανίας σε δύο εβδομάδες

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε την Παρασκευή ότι δίνει περιθώριο δύο εβδομάδων στη Ρωσία και την Ουκρανία να προχωρήσουν σε συνομιλίες με στόχο τον τερματισμό του πολέμου, προειδοποιώντας ότι σε περίπτωση απουσίας προόδου θα λάβει απόφαση για τα επόμενα βήματα, τα οποία ενδέχεται να περιλαμβάνουν βαριές κυρώσεις ή δασμούς.

Ο Τραμπ ανέφερε ότι σκοπεύει να παρακολουθήσει τη στάση των δύο πλευρών στο διάστημα αυτό, προτού καθορίσει την πορεία που θα ακολουθήσει. Μίλησε για μια «πολύ σημαντική απόφαση», σημειώνοντας ότι εξετάζει το ενδεχόμενο σκληρών κυρώσεων, υψηλών δασμών ή ακόμη και το να αφήσει τις δύο χώρες να συνεχίσουν τη σύγκρουση χωρίς αμερικανική παρέμβαση.

Οι δηλώσεις έγιναν στο Οβάλ Γραφείο, στο πλαίσιο εκδήλωσης για την ανακοίνωση ότι η κλήρωση του Μουντιάλ 2026 θα πραγματοποιηθεί τον Δεκέμβριο στο Kennedy Center της Ουάσιγκτον. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, ο Τραμπ παρουσίασε φωτογραφία του με τον ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν από τη σύνοδο στην Αλάσκα την περασμένη εβδομάδα, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επίσκεψης του Πούτιν στις ΗΠΑ για το Παγκόσμιο Κύπελλο το ερχόμενο καλοκαίρι.

Παράλληλα, εξέφρασε την απογοήτευσή του για τις τελευταίες ρωσικές επιθέσεις που έπληξαν αμερικανικό εργοστάσιο στην Ουκρανία, δηλώνοντας ότι «δεν είναι ικανοποιημένος με τίποτα σχετικά με αυτόν τον πόλεμο».

Την περασμένη εβδομάδα, ο αμερικανός πρόεδρος είχε φιλοξενήσει συνομιλίες υψηλού ρίσκου με τον Πούτιν στην Αλάσκα, οι οποίες ολοκληρώθηκαν χωρίς συμφωνία για κατάπαυση πυρός. Στις 18 Αυγούστου συναντήθηκε με τον ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι και ευρωπαίους ηγέτες στον Λευκό Οίκο, με αντικείμενο τα αποτελέσματα της συνόδου και τα επόμενα βήματα. Μετά τις επαφές αυτές, ξεκίνησε τις διαδικασίες για διμερή συνάντηση Πούτιν–Ζελένσκι, η οποία θα ακολουθηθεί από τριμερή διάσκεψη, χωρίς ωστόσο να έχει οριστεί ακόμη ημερομηνία ή τόπος διεξαγωγής.

Ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, δήλωσε σε συνέντευξή του στο NBC ότι δεν υπάρχει ακόμη ατζέντα για ενδεχόμενη σύνοδο κορυφής. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Πούτιν είναι έτοιμος να συναντηθεί με τον Ζελένσκι όταν υπάρξει προετοιμασμένη ατζέντα, κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει συμβεί.

Κατά τη σύνοδο στην Αλάσκα, ο ρώσος πρόεδρος είχε συμφωνήσει να αποδεχθεί εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία μετά τον πόλεμο. Ο Τραμπ ανακοίνωσε στη συνέχεια ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα αναλάβουν τον ρόλο αυτό σε συνεργασία με τις ΗΠΑ και υποστήριξε ότι οι Ευρωπαίοι συμφώνησαν να αποστείλουν στρατεύματα στο ουκρανικό έδαφος για την αποτροπή μελλοντικών επιθέσεων.

Ο Λαβρόφ, ωστόσο, προειδοποίησε στις 20 Αυγούστου ότι μια τέτοια κίνηση θα συνιστούσε «ξένη παρέμβαση», η οποία δεν είναι αποδεκτή από τη Μόσχα. Πρόσθεσε ότι η Ρωσία δεν θα συμφωνήσει σε συλλογικές εγγυήσεις ασφαλείας που θα διαπραγματευτούν χωρίς τη συμμετοχή της, χαρακτηρίζοντας το ενδεχόμενο αυτό «δρόμο χωρίς διέξοδο».

Στις 22 Αυγούστου, ο Ζελένσκι επέκρινε τη Μόσχα, λέγοντας ότι δεν επιθυμεί να τερματίσει τον πόλεμο, αλλά να θέτει τελεσίγραφα ώστε να καθυστερεί τη διαδικασία.

Σε ανάρτησή του στις 21 Αυγούστου, ο Τραμπ τόνισε ότι η Ουκρανία δεν μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο χωρίς να εξαπολύσει επιθέσεις στο έδαφος της Ρωσίας, επικρίνοντας την πολιτική των προηγούμενων ΗΠΑ που, όπως είπε, επέτρεπε μόνο την άμυνα και όχι την αντεπίθεση. Παραλλήλισε την κατάσταση με μια αθλητική ομάδα που έχει εξαιρετική άμυνα αλλά δεν της επιτρέπεται να επιτεθεί, υποστηρίζοντας ότι έτσι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα νίκης.

Ο αμερικανός πρόεδρος άσκησε επίσης σκληρή κριτική στην προηγούμενη κυβέρνηση, κατηγορώντας τον Τζο Μπάιντεν ότι δεν άφησε το Κίεβο να «αντεπιτεθεί, αλλά μόνο να αμυνθεί», κάτι που, όπως είπε, απέτυχε. Πρόσθεσε ότι ο πόλεμος δεν θα είχε ξεσπάσει ποτέ αν ήταν ο ίδιος πρόεδρος, κάνοντας λόγο για «μηδενική πιθανότητα».

Τραμπ: «Θα προτιμούσα να μην παραστώ σε μια συνάντηση Πούτιν-Ζελένσκι»

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σήμερα πως θα δει εάν ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Ουκρανός ομόλογός του Βολοντίμιρ Ζελένσκι θα εργαστούν από κοινού για να τερματιστεί ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία.

«Θα δούμε εάν ο Πούτιν και ο Ζελένσκι θα εργαστούν από κοινού. Ξέρετε, είναι κάπως σαν το λάδι με το ξύδι. Δεν τα πάνε πολύ καλά, για προφανείς λόγους», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος κατά τη διάρκεια σύντομης συνομιλίας με δημοσιογράφους.

Πρόσθεσε ακόμη πως δεν είναι βέβαιος εάν ο ίδιος χρειάζεται να παραβρεθεί στη συνάντηση που προσπαθεί να κανονίσει μεταξύ του Πούτιν και του Ζελένσκι, μετά τις πρόσφατες συνομιλίες με τον Πούτιν στην Αλάσκα.

Όπως σημείωσε, θα προτιμούσε να μην παραστεί.

Με εντολή Πενταγώνου, οπλισμένοι οι στρατιώτες της Εθνοφρουράς στην Ουάσιγκτον

Οι στρατιώτες της Εθνοφρουράς στην Ουάσιγκτον θα αρχίσουν να φέρουν οπλισμό, σύμφωνα με το Πεντάγωνο. Ο υπουργός Άμυνας, Πητ Χέγκσεθ, έδωσε τη σχετική εντολή, όπως αναφέρει ανακοίνωση του υπουργείου Άμυνας προς την Epoch Times στις 22 Αυγούστου.

Αξιωματικός υπηρεσίας του Πενταγώνου δήλωσε στην εφημερίδα ότι τα μέλη της Εθνοφρουράς θα χρησιμοποιούν σύντομα τον υπηρεσιακό τους οπλισμό, σύμφωνα με την αποστολή και την εκπαίδευσή τους, με στόχο να μειωθούν τα επίπεδα εγκληματικότητας στην πρωτεύουσα.

Όπως υπογράμμισε ο ίδιος: «Η Εθνοφρουρά της Ουάσιγκτον παραμένει αφοσιωμένη στην ασφάλεια της Περιφέρειας της Κολούμπια και στην υπηρεσία όσων ζουν, εργάζονται και επισκέπτονται την περιοχή».

Τα μέλη της Εθνοφρουράς περιπολούν την αμερικανική πρωτεύουσα αφότου ο Ντόναλντ Τραμπ ανέθεσε τον έλεγχο του Μητροπολιτικού Αστυνομικού Τμήματος της Ουάσιγκτον σε ομοσπονδιακές δυνάμεις, στις 11 Αυγούστου, δίνοντας εντολή σε περίπου 800 εθνοφρουρούς να συνδράμουν την Αστυνομία.

«Ανακοινώνω μια ιστορική πρωτοβουλία για να διασώσουμε την πρωτεύουσα του έθνους μας από το έγκλημα, την αιματοχυσία, το χάος και τη δυστυχία, και ακόμη χειρότερα», είχε δηλώσει τότε ο Τραμπ σε συνέντευξη Τύπου στον Λευκό Οίκο.

Η γενική εισαγγελέας Παμ Μπόντι, η οποία ανέλαβε επικεφαλής του Μητροπολιτικού Αστυνομικού Τμήματος, ανακοίνωσε μέσω της πλατφόρμας X ότι, μετά την ομοσπονδιοποίηση, στην Ουάσιγκτον έχουν πραγματοποιηθεί 719 συλλήψεις και έχουν κατασχεθεί 91 παράνομα όπλα.

Η Μπόντι πρόσθεσε: «Μόνο χθες προχωρήσαμε σε 40 συλλήψεις, αφαιρέσαμε 5 ακόμη παράνομα πυροβόλα από τους δρόμους μας και πραγματοποιήσαμε 36 συλλήψεις από την υπηρεσία I.C.E., συμπεριλαμβανομένου ενός ύποπτου μέλους της συμμορίας MS-13».

Η υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη και θα υπάρξουν νεότερες ενημερώσεις

Έφεση ακυρώνει το πρόστιμο 500 εκατ. δολαρίων εις βάρος του Τραμπ για υπόθεση επιχειρηματικής απάτης

Δικαστήριο εφέσεων της Νέας Υόρκης ακύρωσε το πρόστιμο των 500 εκατομμυρίων δολαρίων που είχε επιβληθεί στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ στην υπόθεση επιχειρηματικής απάτης για την οποία είχε καταδικαστεί. Η απόφαση εκδόθηκε στις 21 Αυγούστου, μετά από ακρόαση το 2024, κατά την οποία το δικαστήριο είχε εκφράσει επιφυλάξεις για την υπόθεση κατά του Τραμπ.

«Στην ουσία», δήλωσε ένας από τους δικαστές, το πρόστιμο που αντιμετώπιζε ο Τραμπ «ισοδυναμούσε με κάτι κοντά σε εμπορική θανατική ποινή».

Σύμφωνη γνώμη του δικαστή Πήτερ Μώλτον ανέφερε ότι η εντολή αποζημίωσης του κατώτερου δικαστηρίου, που απαιτούσε από τους κατηγορούμενους να πληρώσουν σχεδόν μισό δισεκατομμύριο δολάρια στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, συνιστά υπερβολικό πρόστιμο που παραβιάζει την Ογδοη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος.

Ο δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου της Νέας Υόρκης, Άρθουρ Ενγκόρον, είχε αποφανθεί κατά του Τραμπ τον Φεβρουάριο του 2024, με αποτέλεσμα η απόφαση να υπερβαίνει τα 460 εκατομμύρια δολάρια με τους τόκους. Ο Τραμπ κατέθεσε ομόλογα ύψους 175 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ η διαδικασία έφεσης διεξήχθη στο Πρώτο Τμήμα Εφετών της Νέας Υόρκης.

Συνολικά, το δικαστήριο εφέσεων επιβεβαίωσε την απόφαση Ενγκόρον, αλλά η πενταμελής σύνθεση ήταν διχασμένη, με τρεις διαφορετικές γνώμες, συμπεριλαμβανομένων μερικών διαφωνιών. Το δικαστήριο άφησε επίσης ανοικτή τη δυνατότητα για νέα έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο της Νέας Υόρκης.

Δύο από τους δικαστές, ο Μώλτον και η Ντάιαν Ρένγουικ, υποστήριξαν ότι η γενική εισαγγελέας Λετίσια Τζέημς «ενήργησε στο πλαίσιο των νόμιμων αρμοδιοτήτων της με την κατάθεση της αγωγής και υπερασπίστηκε δημόσιο συμφέρον». Ωστόσο, διαφώνησαν με το ύψος του προστίμου.

Η πλειοψηφία του δικαστηρίου θεώρησε ότι η απόφαση θα έπρεπε να ακυρωθεί μαζί με το πρόστιμο, σημειώνοντας ότι η Τζέημς «δεν έχει ακόμη αποδείξει την υπόθεσή της». Οι δικαστές Τζον Χίγκιτ και Λινέτ Ροσάδο υποστήριξαν ότι η απόφαση Ενγκόρον θα έπρεπε να ακυρωθεί και να διαταχθεί νέα δίκη.

«Παρά την ανάλυσή μας, όπως αντικατοπτρίζεται στο κείμενό μας, η ακύρωση της απόφασης και μια νέα δίκη αποτελούν την κατάλληλη λύση», ανέφεραν οι Χίγκιτ και Ροσάδο, επισημαίνοντας την ανάγκη να αποφευχθεί η επαναδιατύπωση επιχειρημάτων.

Η Τζέημς δήλωσε ότι το γραφείο της θα ασκήσει έφεση και τόνισε την επιβεβαίωση της απόφασης Ενγκόρον. «Το Πρώτο Τμήμα σήμερα επιβεβαίωσε την τεκμηριωμένη απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου: ο Ντόναλντ Τραμπ, η εταιρεία του και δύο από τα παιδιά του είναι υπεύθυνοι για απάτη», ανέφερε σε δήλωσή της.

Το δικαστήριο διατήρησε επίσης τα περιοριστικά μέτρα που είχαν επιβληθεί, περιορίζοντας τη δυνατότητα του Τραμπ και των στελεχών της Trump Organization να δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στη Νέα Υόρκη.

Ο δικαστής Ντέηβιντ Φρήντμαν, επικρίνοντας την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου και τη δράση της Τζέημς, κατηγόρησε την εισαγγελέα ότι ενδιαφέρεται για «πολιτική εξυγίανση» με στόχο τον τερματισμό της πολιτικής καριέρας του Τραμπ και την καταστροφή της επιχειρηματικής του δραστηριότητας.

Ο Τραμπ, σε ανάρτησή του, χαρακτήρισε την απόφαση «ολοκληρωτική νίκη» και αναφέρθηκε με έπαινο στα λόγια του δικαστή Φρήντμαν. Η αναπληρώτρια εισαγγελέας των ΗΠΑ για το Νιου Τζέρσεϋ, Αλίνα Χάμπα, που εκπροσώπησε επίσης τον Τραμπ στη δίκη, χαιρέτισε την απόφαση ως «ηχηρή νίκη για τον πρόεδρο Τραμπ και την εταιρεία του».

Η απόφαση ελήφθη περίπου έναν χρόνο μετά τις προφορικές αγορεύσεις του Σεπτεμβρίου 2024, εν μέσω έντονης δικαστικής δραστηριότητας. Πέραν της πολιτικής υπόθεσης απάτης, ο Τραμπ είχε βρεθεί ένοχος για 34 κακουργηματικές κατηγορίες ψευδών επιχειρηματικών εγγράφων το 2024, με την ποινή του να είναι κυρίως συμβολική. Και στις δύο υποθέσεις, ο Τραμπ είχε δηλώσει αθώος, ενώ οι κατηγορίες κατά της κόρης του Ιβάνκα απορρίφθηκαν λόγω παραγραφής.

Ο Ενγκόρον είχε τελικά εκδώσει συνοπτική απόφαση, βρίσκοντας τον Τραμπ υπεύθυνο για απάτη, απαγορεύοντας στον πρώην οικονομικό διευθυντή του, Άλλεν Βάισσελμπεργκ, τον έλεγχο των οικονομικών οποιασδήποτε εταιρείας στη Νέα Υόρκη. Οι δικαστές Μώλτον και Ρένγουικ υπερασπίστηκαν αυτά τα μέτρα, καθώς και άλλες εντολές παρακολούθησης των δραστηριοτήτων των κατηγορουμένων.

Εκτός από το μερίδιο του Τραμπ στο πρόστιμο, οι γιοι του, Ντόναλντ Τζούνιορ και Έρικ, υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν από 4.013.024 δολάρια ο καθένας, ενώ ο Βάισσελμπεργκ 1 εκατομμύριο δολάρια, από αποζημίωση που έλαβε.

Οι Μώλτον και Ρένγουικ επεσήμαναν ότι η Τζέημς δεν απέδειξε επαρκώς μια λογική εκτίμηση των κερδών που σχετίζονταν με τις φερόμενες παραβάσεις. Οι Χίγκιτ και Ροσάδο επικεντρώθηκαν σε συνοπτική απόφαση του Ενγκόρον πριν τη δίκη, θεωρώντας ότι η εσφαλμένη εκτίμηση επηρέασε ολόκληρη τη διαδικασία. Ο Φρήντμαν υποστήριξε ότι τα φερόμενα παραπτώματα δεν σχετίζονται με το δημόσιο συμφέρον, εκφράζοντας ανησυχία για τη διάσπαση της σύνθεσης του δικαστηρίου.

Του Sam Dorman

Ερευνήτρια από τη Γούχαν παραδέχθηκε κατηγορίες για λαθρεμπόριο βιολογικού υλικού στις ΗΠΑ

Μια Κινέζα ερευνήτρια, κατηγορούμενη για λαθρεμπόριο βιολογικού υλικού σε πανεπιστημιακό εργαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, παραδέχθηκε χωρίς να τις αντικρούσει τέσσερις ομοσπονδιακές κατηγορίες.

Η Χαν Τσενγκσουάν, υποψήφια διδάκτορας από τη Γούχαν, η οποία έστειλε στις ΗΠΑ πολλαπλά δέματα με κρυμμένα βιολογικά δείγματα, δήλωσε ένοχη για τρεις κατηγορίες λαθρεμπορίου και για μία  ψευδούς δηλώσεως προς τις τελωνειακές Αρχές, σύμφωνα με ανακοίνωση της εισαγγελίας της Ανατολικής Περιφέρειας του Μίσιγκαν.

Η Χαν σπουδάζει στο College of Life Science and Technology (Κολλέγιο Βιολογικών Επιστημών και Τεχνολογίας) του Πανεπιστημίου Χουαζόνγκ στη Γούχαν και έχει συνυπογράψει δύο επιστημονικά άρθρα για τη χρήση νηματωδών σκωλήκων (C. elegans). Είχε δηλώσει στους ομοσπονδιακούς πράκτορες ότι έφτασε τον Ιούνιο στο αεροδρόμιο του Ντητρόιτ με ερευνητική βίζα J-1, προκειμένου να ξεκινήσει ετήσιο πρόγραμμα σε εργαστήριο του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν.

Σύμφωνα με την ομοσπονδιακή μήνυση, η ίδια εκτίμησε ότι είχε αποστείλει στις ΗΠΑ από πέντε έως δέκα δέματα, κάποια εκ των οποίων χάθηκαν στη διαδρομή. Οι τελωνειακές Αρχές εντόπισαν τέσσερις αποστολές μεταξύ Σεπτεμβρίου 2024 και Μαρτίου 2025, που απευθύνονταν σε συνεργάτες του πανεπιστημίου και περιείχαν, μεταξύ άλλων, πλασμίδια – τμήματα DNA που χρησιμοποιούνται σε γενετικές τροποποιήσεις – και τρυβλία για καλλιέργεια γαιοσκωλήκων.

Η Χαν είναι η τρίτη Κινέζα ερευνήτρια που αντιμετωπίζει κατηγορίες για λαθρεμπόριο βιολογικού υλικού. Σε προηγούμενες υποθέσεις, άλλοι δύο κατηγορούμενοι φέρονται να είχαν επιχειρήσει να μεταφέρουν μύκητα που καταστρέφει καλλιέργειες, επίσης για ερευνητική χρήση στο ίδιο πανεπιστήμιο.

Οι εισαγγελείς υποστήριξαν ότι η Χαν κατέβαλε επανειλημμένες προσπάθειες να αποκρύψει τις ενέργειές της, τόσο κατά τις αποστολές όσο και στις καταθέσεις της. Σε συνέντευξη με πράκτορες τελωνείου αρνήθηκε αρχικά ότι είχε στείλει υλικό σε συγκεκριμένο παραλήπτη, ώσπου οι αξιωματούχοι ανέφεραν συγκεκριμένα δέματα.

Σύμφωνα με τα πρακτικά, περιέγραψε τα τρυβλία ως διάλυμα νερού με οξείδιο του νατρίου και ζάχαρη, σημειώνοντας ότι «τα συστατικά αυτά υπάρχουν στη γέλη (ζελέ) φρούτων». Σε μία από τις αποστολές, το περιεχόμενο ήταν κρυμμένο μέσα σε φάκελο που είχε τοποθετηθεί σε βιβλίο. Όταν ρωτήθηκε σχετικά, ανέφερε αρχικά ότι είχε δημιουργήσει ένα «παιχνίδι με εικόνες» και ήθελε να το στείλει στον συνεργάτη της ως «έκπληξη». Δεν έκανε καμία αναφορά στα πλασμίδια που υπήρχαν στον φάκελο, μέχρι που πιέστηκε από περαιτέρω ερωτήσεις.

Η ερευνήτρια είπε ότι ο παραλήπτης ήταν συμφοιτητής της στον ίδιο κλάδο και ότι θεωρούσε πως «θα καταλάβαινε τον σχεδιασμό της». Σύμφωνα με τη δικογραφία, τρεις ημέρες πριν φτάσει στις ΗΠΑ είχε διαγράψει περιεχόμενο από τις ηλεκτρονικές της συσκευές, εξηγώντας ότι ήθελε να «κάνει μια καινούργια αρχή». Στα πρακτικά κατέθεσε ότι συνηθίζει να καθαρίζει τα μηνύματα επειδή «πιάνουν χώρο μνήμης».

Ο προσωρινός εισαγγελέας της Ανατολικής Περιφέρειας του Μίσιγκαν, Τζερόμ Γκόργκον, σχολίασε ότι το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν είχε καλέσει την ερευνήτρια ως επισκέπτρια υπότροφο, με ετήσια χρηματοδότηση άνω των 41.000 δολαρίων για έρευνα στους νηματώδεις σκώληκες, προσθέτοντας ότι «κάτι δεν πάει καλά στο Άνν Άρμπορ».

Η έκδοση της απόφασης έχει προγραμματιστεί για τις 10 Σεπτεμβρίου. Σε περίπτωση καταδίκης, η Χαν αντιμετωπίζει ποινή έως δέκα ετών κάθειρξης για λαθρεμπόριο και έως πέντε ετών για ψευδείς δηλώσεις.

FBI: Ρώσοι κυβερνοεισβολείς στοχοποιούν κρίσιμες υποδομές στις ΗΠΑ

Το FBI προειδοποίησε στις 20 Αυγούστου ότι κυβερνοεισβολείς με δεσμούς με τη Ρωσία έχουν παραβιάσει τα συστήματα υπολογιστών σε εργοστάσια, δίκτυα ηλεκτροδότησης, εγκαταστάσεις επεξεργασίας νερού και άλλες κρίσιμες υποδομές στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σύμφωνα με την υπηρεσία, πρόκειται για δράστες που συνδέονται με την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας της Ρωσίας (FSB), οι οποίοι πραγματοποίησαν κυβερνοεπιθέσεις με στόχο ένα ευρύ φάσμα κρίσιμων υποδομών και οργανισμών τόσο στις ΗΠΑ όσο και διεθνώς. Μέσα από τις παραβιάσεις που σημειώθηκαν τον τελευταίο χρόνο, κατάφεραν να αποσπάσουν αρχεία διαμόρφωσης από χιλιάδες δικτυακές συσκευές που σχετίζονται με αμερικανικούς φορείς σε τομείς ζωτικής σημασίας.

Οι κυβερνοεισβολείς αξιοποίησαν τη μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση για να συλλέξουν πληροφορίες από τα δίκτυα των θυμάτων, δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για πρωτόκολλα και εφαρμογές που χρησιμοποιούνται σε συστήματα ελέγχου.

Η κοινότητα κυβερνοασφάλειας έχει αποδώσει στις ομάδες αυτές τις κωδικές ονομασίες «Berserk Bear» και «Dragonfly». Σύμφωνα με το FBI, οι δράστες εκμεταλλεύονται δύο βασικές αδυναμίες σε παλαιότερες ή μη ασφαλισμένες δικτυακές συσκευές: το Simple Network Management Protocol (SNMP) και το Cisco Smart Install, τα οποία δεν λαμβάνουν πλέον ενημερώσεις ασφαλείας.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι θεωρούνται οι τομείς ενέργειας, ύδρευσης, αποβλήτων, τηλεπικοινωνιών, βιομηχανίας, αερομεταφορών και δημόσιας διοίκησης, καθώς συχνά χρησιμοποιούν παρωχημένο εξοπλισμό που δεν μπορεί να αναβαθμιστεί επαρκώς.

Το FBI και άλλες υπηρεσίες είχαν εκδώσει αντίστοιχες προειδοποιήσεις ήδη από το 2018 και εκ νέου τον περασμένο Μάιο. Τότε, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Κυβερνοασφάλειας και Ασφάλειας Υποδομών (Cybersecurity and Infrastructure Security Agency – CISA) είχε καλέσει τους οργανισμούς να εφαρμόσουν οδηγίες ανίχνευσης και πρόληψης, να ελέγχουν την ύπαρξη ασυνήθιστης δικτυακής κίνησης, ανεξήγητης δραστηριότητας και καταστροφής αρχείων καταγραφής.

Τον Μάιο, οι φορείς είχαν προειδοποιηθεί εκ νέου να λάβουν άμεσα μέτρα για την ενίσχυση της ασφάλειας σε επιχειρησιακή τεχνολογία και βιομηχανικά συστήματα ελέγχου, ενώ συνιστούσαν τη διακοπή των συνδέσεων αυτών των συστημάτων με το διαδίκτυο.

Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών. Ουάσιγκτον,  7 Αυγούστου 2025. (Madalina Kilroy/The Epoch Times)

 

Οι ομοσπονδιακές Αρχές είχαν επισημάνει ότι οι επιτιθέμενοι χρησιμοποιούν απλά και επαναλαμβανόμενα εργαλεία που είναι διαθέσιμα σε οποιονδήποτε έχει πρόσβαση σε μηχανή αναζήτησης, καλώντας τις κρίσιμες υποδομές να εντοπίζουν και να απομονώνουν τυχόν δημόσια εκτεθειμένα στοιχεία.

Συμπληρωματικά, είχαν προτρέψει οργανισμούς να αλλάξουν κωδικούς πρόσβασης και να ενισχύσουν την ασφάλεια της απομακρυσμένης πρόσβασης.

Παράλληλα, η Cisco Talos, το τμήμα ανάλυσης απειλών της Cisco, δημοσίευσε στις 20 Αυγούστου σχετική αναφορά, στην οποία ανέφερε ότι η ομάδα «Static Tundra», μια ρωσική, κρατικά υποστηριζόμενη ομάδα κυβερνοκατασκοπείας, που συνδέεται με τους ίδιους δράστες, δραστηριοποιείται εδώ και πάνω από μία δεκαετία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, ειδικεύεται στην παραβίαση δικτυακών συσκευών με στόχο τη μακροχρόνια συλλογή πληροφοριών, εκμεταλλευόμενη το κενό ασφαλείας στη λειτουργία Smart Install του λογισμικού Cisco IOS.

Της Jill McLaughlin

Η κυβέρνηση Τραμπ απολύει 37 αξιωματούχους των μυστικών υπηρεσιών και τους αφαιρεί τις άδειες ασφαλείας

Η διευθύντρια της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ, Τάλσι Γκάμπαρντ, ανακοίνωσε στις 19 Αυγούστου ότι τριάντα επτά νυν και πρώην αξιωματούχοι της κοινότητας πληροφοριών χάνουν τις άδειες ασφαλείας τους και τερματίζονται οι συμβάσεις ή οι θέσεις εργασίας τους με την κυβέρνηση, λόγω κατηγοριών για «πολιτικοποίηση και χειραγώγηση πληροφοριών», μεταξύ άλλων παραβάσεων.

«Η κατοχή άδειας ασφαλείας είναι προνόμιο, όχι δικαίωμα. Όσοι στην κοινότητα πληροφοριών προδίδουν τον όρκο τους στο Σύνταγμα και θέτουν τα προσωπικά τους συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα του αμερικανικού λαού, παραβιάζουν την ιερή εμπιστοσύνη που έχουν αναλάβει να υπηρετούν», έγραψε η Γκάμπαρντ σε ανάρτησή της στο X (πρώην Twitter).

Η ίδια διευκρίνισε ότι η απόφαση ελήφθη κατόπιν εντολής του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

Η κίνηση αυτή σημαίνει ότι οι τριάντα επτά αξιωματούχοι δεν θα έχουν πλέον πρόσβαση σε διαβαθμισμένα συστήματα, εγκαταστάσεις, έγγραφα και πληροφορίες, ενώ οι άδειες και οι διαπιστεύσεις τους ακυρώνονται.

Παρότι τα ονόματά τους περιλαμβάνονται σε μη διαβαθμισμένο έγγραφο που συνοδεύει την ανακοίνωση, η Γκάμπαρντ δεν αποκάλυψε ποια συγκεκριμένα περιστατικά οδήγησαν στην απώλεια των αδειών.

Κατηγόρησε τους αξιωματούχους για «κατάχρηση της δημόσιας εμπιστοσύνης μέσω πολιτικοποίησης και χειραγώγησης πληροφοριών, διαρροής διαβαθμισμένων στοιχείων χωρίς άδεια και σοβαρές παραβιάσεις επαγγελματικών προτύπων».

Στην επίσημη τεκμηρίωση, η Γκάμπαρντ τόνισε ότι «οι επαγγελματίες των υπηρεσιών πληροφοριών πρέπει να παραμένουν αμερόληπτοι, προσηλωμένοι στα γεγονότα και στην αλήθεια».

Προσέθεσε δε ότι η άδεια ασφαλείας είναι προνόμιο «που εξαρτάται από τη συνεχή τήρηση των αρχών και ευθυνών του επαγγέλματος».

«Κάθε προδοσία αυτών των προτύπων υπονομεύει όχι μόνο την αποστολή μας αλλά και την ασφάλεια του αμερικανικού λαού», είπε χαρακτηριστικά.

Με την οδηγία καλούνται όλες οι υπηρεσίες πληροφοριών να εξετάσουν τη λίστα και να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εφαρμοστούν οι ανακλήσεις και οι απολύσεις.

Η Γκάμπαρντ έχει επανειλημμένα κατηγορήσει την κοινότητα πληροφοριών ότι λειτουργεί με πολιτικά κίνητρα, ιδίως εναντίον του Τραμπ και των συμμάχων του. Το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει ήδη συστήσει ειδική ομάδα για τη διερεύνηση αυτών των καταγγελιών.

Ένα από τα βασικά πεδία έρευνας είναι η επιχείρηση Crossfire Hurricane, την οποία είχε ανοίξει το FBI και άλλες υπηρεσίες προκειμένου να διερευνήσουν φερόμενη συνεργασία συνεργατών του Τραμπ με τη Ρωσία στις εκλογές του 2016.

Για χρόνια, ο Τραμπ και το περιβάλλον του βρέθηκαν στο στόχαστρο καταγγελιών για ρωσική παρέμβαση στις αμερικανικές εκλογές υπέρ του. Ωστόσο, η έρευνα του ειδικού εισαγγελέα Τζον Ντάρραμ κατέληξε ότι η υπόθεση στηρίχθηκε σε ελλιπείς πληροφορίες, διαδικαστικά λάθη και «επιβεβαιωτική προκατάληψη» εκ μέρους στελεχών των υπηρεσιών.

«Συνωμότησαν για να υπονομεύσουν τη βούληση του αμερικανικού λαού, που εξέλεξε τον Ντόναλντ Τραμπ τον Νοέμβριο του 2016», είχε δηλώσει η Γκάμπαρντ σε συνέντευξη Τύπου στον Λευκό Οίκο στις 23 Ιουλίου. «Συνεργάστηκαν με τα μέσα ενημέρωσης για να προωθήσουν αυτό το ψέμα και τελικά να πλήξουν τη νομιμότητα της προεδρίας Τραμπ».

Δεν είναι ακόμη σαφές αν οι ανακλήσεις αδειών σχετίζονται άμεσα με το Crossfire Hurricane ή με άλλες έρευνες.

Στην προηγούμενη κυβέρνηση, το FBI και άλλες υπηρεσίες είχαν επικριθεί για τον ρόλο τους σε έρευνες που αφορούσαν την εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021, την κατάχρηση εξουσιών παρακολούθησης, αλλά και για υποτιθέμενη στοχοποίηση συντηρητικών και χριστιανικών οργανώσεων.

Λευκός Οίκος: Ομοσπονδιακοί πράκτορες και στρατιώτες θα ξεκινήσουν 24ωρη περιπολία στην Ουάσιγκτον

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ θα δώσει εντολή στους ομοσπονδιακούς πράκτορες να περιπολούν στην Ουάσιγκτον όλο το 24ωρο, επτά ημέρες την εβδομάδα, ανακοίνωσε ο Λευκός Οίκος στις 13 Αυγούστου, σε μία προσπάθεια για τη μείωση της εγκληματικότητας στην πρωτεύουσα της χώρας.

Ο Τραμπ δήλωσε την Τετάρτη στους δημοσιογράφους ότι ο ομοσπονδιακός έλεγχος του Αστυνομικού Τμήματος της Μητροπολιτικής Περιοχής της Ουάσιγκτον θα πρέπει να παραταθεί πέραν των 30 ημερών.

«Θα ζητήσουμε παράταση, μακροπρόθεσμη παράταση», δήλωσε στο Κέννεντυ Σέντερ. «Δεν μπορεί να είναι μόνο για 30 ημέρες».

Αργότερα, αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δήλωσε ότι ο πρόεδρος χρησιμοποιεί «όλη την κυβερνητική δύναμη» για να βελτιώσει τη δημόσια ασφάλεια, σύμφωνα με την εκτελεστική εντολή που εξέδωσε στις 28 Μαρτίου, με τίτλο «Κάνοντας την Περιφέρεια της Κολούμπια ασφαλή και όμορφη».

Η προσπάθεια αυτή περιλαμβάνει την ανάπτυξη περισσότερων από 400 στρατιωτών της Εθνοφρουράς γύρω από την πρωτεύουσα την Τετάρτη το βράδυ. Στη συνέχεια, θα αρχίσουν να περιπολούν στην Ουάσιγκτον 24 ώρες την ημέρα, επτά ημέρες την εβδομάδα.

Ο αξιωματούχος του Λευκού Οίκου ενημέρωσε επίσης σχετικά με τα αποτελέσματα που απέφεραν έως τώρα οι επιχειρησιακές προσπάθειες, που έγιναν κατά την προεδρική εντολή, στην πρωτεύουσα από τις 7 Αυγούστου, παρουσιάζοντας συνολικά 103 συλλήψεις. Οι κατηγορίες για τις συλλήψεις μέχρι στιγμής αφορούν ανθρωποκτονία (1), ναρκωτικά (7), πυροβόλα όπλα (33), εντάλματα (10) και παράνομη μετανάστευση (23).

Από την Πέμπτη, συνολικά 24 πυροβόλα όπλα έχουν κατασχεθεί στην Ουάσιγκτον. Η ομοσπονδιακή αντίδραση περιελάμβανε 19 πολυ-υπηρεσιακές ομάδες που αναπτύχθηκαν σε όλες τις επτά περιφέρειες της πρωτεύουσας.

Μόνο την Τρίτη το βράδυ, οι ομοσπονδιακές δυνάμεις πραγματοποίησαν 43 συλλήψεις και κατάσχεσαν επτά πυροβόλα όπλα, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Λευκού Οίκου. Οι ομοσπονδιακές ομάδες που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις της Τρίτης το βράδυ αριθμούσαν περισσότερους από 1.400 συμμετέχοντες, συμπεριλαμβανομένων 30 στρατιωτών της Εθνοφρουράς.

Το Κογκρέσο θα αποφασίσει

Ο νόμος District of Columbia Home Rule Act του 1973 επιτρέπει στον πρόεδρο να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης και να αναλάβει τον έλεγχο του αστυνομικού τμήματος της Ουάσιγκτον για δύο ημέρες, οι οποίες μπορούν να παραταθούν σε 30 ημέρες, μετά από γνωστοποίηση στο Κογκρέσο.

Το Κογκρέσο πρέπει να εγκρίνει μια δήλωση έκτακτης ανάγκης που θα υπερβαίνει τις 30 ημέρες, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει κωλυσιεργίες εκ μέρους των Δημοκρατικών στη Γερουσία.

Ο ηγέτης της μειοψηφίας στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ (D-N.Y.), χαρακτήρισε την ανάληψη του ελέγχου του Αστυνομικού Τμήματος της Μητροπολιτικής Περιοχής της Ουάσιγκτον από τον Τραμπ ως «πολιτικό τέχνασμα και απόπειρα αποσπάσεως της προσοχής, σε ανάρτησή του στο Χ.

Την περασμένη Πέμπτη, ο Τραμπ εξέφρασε την πρόθεση να κηρύξει εθνική κατάσταση έκτακτης ανάγκης, υποδηλώνοντας ότι αυτό θα του επέτρεπε να παρακάμψει τον Νόμο περί Αυτοδιοίκησης της Ουάσιγκτον, εάν το Κογκρέσο δεν εγκρίνει την παράταση της δήλωσης έκτακτης ανάγκης.

«Δεν θέλω να κηρύξω εθνική κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αν χρειαστεί, θα το κάνω, αλλά πιστεύω ότι οι Ρεπουμπλικανοί στο Κογκρέσο θα εγκρίνουν [την παράταση] σχεδόν ομόφωνα», δήλωσε ο πρόεδρος στους δημοσιογράφους.