Οι αμερικανικές αρχές ανακοίνωσαν τη δίωξη δύο υπηκόων της Κίνας για παράνομη εξαγωγή ημιαγωγών υψηλής τεχνολογίας στην Κίνα, κατά παράβαση των εξαγωγικών περιορισμών για ευαίσθητες τεχνολογίες. Σύμφωνα με το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, οι δύο κατηγορούμενοι φέρονται να διοχέτευσαν ημιαγωγούς αξίας δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων στην κινεζική αγορά, χρησιμοποιώντας ενδιάμεσες χώρες για να αποκρύψουν τον τελικό αποδέκτη.
Το υπουργείο ανακοίνωσε στις 5 Αυγούστου ότι οι Γκενγκ Τσουάν, 28 ετών, κάτοικος Πασαντίνα, και Γιανγκ Σιγουέι, 28 ετών, κάτοικος Ελ Μόντε, κατηγορούνται για παραβίαση του Νόμου Μεταρρύθμισης Ελέγχου Εξαγωγών (Export Control Reform Act), αδίκημα που επισύρει ποινή φυλάκισης έως και 20 ετών. Ο Γκενγκ παραδόθηκε οικειοθελώς στις αρχές στις 2 Αυγούστου, ενώ η Γιανγκ συνελήφθη την ίδια ημέρα.
Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων δεν ήταν διαθέσιμοι για σχόλια.
Κατά τις δικαστικές αρχές, από τον Οκτώβριο του 2022 έως τον Ιούλιο του 2025, οι δύο κατηγορούμενοι φέρονται να χρησιμοποίησαν την έδρα της εταιρείας τους, ALX Solutions Inc., στην Καλιφόρνια, για να εξάγουν προηγμένες μονάδες επεξεργασίας γραφικών (GPUs) προς τη Σιγκαπούρη και τη Μαλαισία — χώρες που χρησιμοποιούνται συχνά ως ενδιάμεσοι σταθμοί για την απόκρυψη της Κίνας ως τελικού προορισμού.
Οι εισαγγελικές αρχές ανέφεραν ότι η ALX Solutions δεν έλαβε πληρωμές από τους φερόμενους αποδέκτες στη Νοτιοανατολική Ασία, αλλά αντ’ αυτού πληρώθηκε από εταιρείες με έδρα το Χονγκ Κονγκ και την ηπειρωτική Κίνα, μεταξύ αυτών και συναλλαγή ύψους 1 εκατομμυρίου δολαρίων από κινεζική εταιρεία τον Ιανουάριο του 2024.
Χωρίς να κατονομάζεται η μάρκα ή το μοντέλο των ημιαγωγών, το υπουργείο Δικαιοσύνης τους περιέγραψε ως «τους ισχυρότερους GPU της αγοράς», σχεδιασμένους για χρήση σε αυτόνομα οχήματα, ιατρικά διαγνωστικά συστήματα και άλλες εφαρμογές που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη. Η εξαγωγή τέτοιων ημιαγωγών προς την Κίνα απαιτεί ειδική άδεια από το υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ — άδεια που, σύμφωνα με τις αρχές, η ALX Solutions ουδέποτε αιτήθηκε ή εξασφάλισε.
Οι ερευνητές επισήμαναν ότι βρέθηκαν ενδείξεις που υποδεικνύουν προσπάθεια των κατηγορουμένων να παρακάμψουν τους ελέγχους εξαγωγών.
Σε ανακοίνωσή του, το υπουργείο ανέφερε ότι σε έρευνα στα γραφεία της ALX Solutions κατασχέθηκαν τα τηλέφωνα των δύο κατηγορουμένων, όπου εντοπίστηκαν μηνύματα που, σύμφωνα με τις αρχές, τεκμηριώνουν επικοινωνίες για την αποστολή ελεγχόμενων ημιαγωγών στην Κίνα μέσω Μαλαισίας, με στόχο την αποφυγή των αμερικανικών κανονισμών.
Ο Γκενγκ, κάτοχος άδειας μόνιμης διαμονής στις ΗΠΑ, αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση 250.000 δολαρίων. Η Γιανγκ, η οποία φέρεται να έχει υπερβεί τη διάρκεια ισχύος της θεώρησής της, παραμένει υπό κράτηση, με προγραμματισμένη ακρόαση για τις 12 Αυγούστου.
Η επίσημη απαγγελία κατηγοριών έχει οριστεί για τις 11 Σεπτεμβρίου.
Η υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο των περιορισμών εξαγωγών που επέβαλε η κυβέρνηση Μπάιντεν τον Οκτώβριο του 2022, με στόχο τον περιορισμό της πρόσβασης της Κίνας σε προηγμένους ημιαγωγούς και τεχνολογικό εξοπλισμό παραγωγής τους, προκειμένου να επιβραδυνθεί η ανάπτυξη τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης στον κινεζικό στρατό και να διατηρηθεί η αμερικανική υπεροχή στον τομέα.
Σε απάντηση, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας ξεκίνησε εκστρατεία επιτάχυνσης της εγχώριας καινοτομίας και παράκαμψης των ελέγχων. Το 2023, η Huawei παρουσίασε το Mate 60 Pro, ένα smartphone με κινεζικής κατασκευής επεξεργαστή 7 νανομέτρων — μια τεχνολογική εξέλιξη που χαιρετίστηκε από το Πεκίνο ως ένδειξη ανθεκτικότητας απέναντι στις κυρώσεις. Το γεγονός οδήγησε σε επανεξέταση της αποτελεσματικότητας των μέτρων από την κυβέρνηση Μπάιντεν.
Η κυβέρνηση Τραμπ, αν και διατηρεί αυστηρούς ελέγχους στις εξαγωγές των πιο προηγμένων ημιαγωγών, υποστηρίζει τη στρατηγική πώλησης ημιαγωγών χαμηλότερης ισχύος, με σκοπό να διατηρηθεί η εξάρτηση της κινεζικής βιομηχανίας από το αμερικανικό υλικό και να αποθαρρυνθεί η ανάπτυξη εναλλακτικών εγχώριων λύσεων.
Το υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών (Health and Human Services – HHS) των Ηνωμένων Πολιτειών ανακοίνωσε στις 5 Αυγούστου την ακύρωση 22 συμβάσεων που σχετίζονται με την ανάπτυξη εμβολίων mRNA, συνολικής αξίας περίπου 500 εκατομμυρίων δολαρίων. Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, η απόφαση ελήφθη ύστερα από επανεξέταση των σχετικών επενδύσεων που είχαν δρομολογηθεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.
Ο υπουργός Υγείας Ρόμπερτ Φ. Κέννεντυ Τζ. δήλωσε ότι τα προγράμματα διακόπτονται και οι πόροι ανακατανέμονται, καθώς, σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, τα συγκεκριμένα εμβόλια δεν προσφέρουν αποτελεσματική προστασία έναντι λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού, όπως η COVID-19 και η εποχική γρίπη.
Τις δραστηριότητες mRNA είχε αναλάβει η Αρχή για την Προηγμένη Βιοϊατρική Έρευνα και Ανάπτυξη (Biomedical Advanced Research and Development Authority – BARDA), η οποία υπάγεται στην Global Health Investment Corporation (GHIC). Σύμφωνα με το HHS, η απόφαση βασίστηκε στην επιστημονική αξιολόγηση των επενδύσεων mRNA που είχαν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία.
Ο Κέννεντυ δήλωσε ότι το υπουργείο άκουσε τους ειδικούς, μελέτησε τα επιστημονικά δεδομένα και έλαβε δράση, μετατοπίζοντας τη χρηματοδότηση σε πιο ασφαλείς και ευρείες τεχνολογικές πλατφόρμες εμβολίων, οι οποίες διατηρούν την αποτελεσματικότητά τους ακόμη και σε περίπτωση μετάλλαξης των ιών.
Ως μέρος της διαδικασίας τερματισμού, το HHS ανακοίνωσε την ακύρωση της χρηματοδότησης προς την Moderna και το Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Γκάλβεστον (UTMB) για την ανάπτυξη εμβολίου mRNA κατά του ιού H5N1. Αντίστοιχα, θα τερματιστούν συμβάσεις με το Πανεπιστήμιο Emory και την εταιρεία Tiba Biotech, ενώ προσυμβατικές προτάσεις από εταιρείες όπως η Pfizer, η Sanofi Pasteur, η CSL Seqirus και η Gritstone, στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών Rapid Response Partnership Vehicle και VITAL Hub, πρόκειται να απορριφθούν ή να ακυρωθούν.
Το υπουργείο έκανε επίσης λόγο για «περιορισμό του πεδίου εργασιών» σε τρεις εν ισχύ συμβάσεις, καθώς και για αναδιάρθρωση της συνεργασίας με το υπουργείο Άμυνας, γεγονός που επηρεάζει προγράμματα εμβολίων βασισμένων σε νουκλεϊκά οξέα με οργανισμούς όπως η AAHI, η AstraZeneca και η HDT Bio.
Όπως διευκρινίστηκε, ορισμένες συμβάσεις που βρίσκονται στο τελικό τους στάδιο θα επιτραπεί να ολοκληρωθούν, ωστόσο δεν πρόκειται να ξεκινήσουν νέα έργα που σχετίζονται με την τεχνολογία mRNA.
Ο υπουργός Υγείας φέρεται να υπογράμμισε ότι το HHS υποστηρίζει τα ασφαλή και αποτελεσματικά εμβόλια για κάθε Αμερικανό πολίτη που τα επιθυμεί, προσθέτοντας ότι η στροφή πέρα από τους περιορισμούς της τεχνολογίας mRNA γίνεται με σκοπό την επένδυση σε «καλύτερες λύσεις».
Το HHS ερμήνευσε την ανακοίνωση ως μέρος μιας ευρύτερης αλλαγής προτεραιοτήτων στην ομοσπονδιακή πολιτική ανάπτυξης εμβολίων. Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση, η BARDA θα επικεντρωθεί πλέον σε πλατφόρμες με τεκμηριωμένο ιστορικό ασφάλειας και διαφάνειας τόσο στα κλινικά όσο και στα κατασκευαστικά δεδομένα.
Όπως ανέφερε το υπουργείο, οι τεχνολογίες που χρηματοδοτήθηκαν κατά τη διάρκεια της έκτακτης φάσης αλλά απέτυχαν να πληρούν τα σημερινά επιστημονικά πρότυπα θα καταργηθούν σταδιακά υπέρ λύσεων που βασίζονται σε τεκμήρια και στηρίζονται σε ηθικές βάσεις—όπως εμβόλια ολόκληρου ιού και νέες πλατφόρμες.
Από την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Κέννεντυ έχει προχωρήσει σε αρκετές αλλαγές στην εμβολιαστική πολιτική των ΗΠΑ. Στα τέλη Μαΐου, ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) ανακοίνωσε την πρόθεσή του να περιορίσει την πρόσβαση στα μελλοντικά εμβόλια κατά της COVID-19 στους άνω των 65 ετών και σε άτομα με υποκείμενα νοσήματα. Παράλληλα, προέτρεψε τους κατασκευαστές εμβολίων να διεξάγουν πιο λεπτομερείς μελέτες για την αξιολόγηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των εμβολίων σε παιδιά και υγιείς ενήλικες.
Το HHS έχει επίσης απομακρύνει όλα τα μέλη της συμβουλευτικής επιτροπής εμβολίων των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), έχει τερματίσει τη σύσταση του CDC για τον εμβολιασμό εγκύων και υγιών παιδιών κατά της COVID-19 και έχει διατάξει την αφαίρεση του υδραργύρου από τα εμβόλια κατά της γρίπης.
Τέλος, στις 1 Αυγούστου, ο υπουργός Υγείας των ΗΠΑ ανακοίνωσε την κατάργηση ομοσπονδιακής πολιτικής, που είχε θεσπιστεί τον Αύγουστο του 2021, και η οποία συνέδεε την οικονομική αποζημίωση των νοσοκομείων με την αναφορά ποσοστών εμβολιασμού του προσωπικού τους.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, απείλησε την Τρίτη ότι ενδέχεται να θέσει την Ουάσιγκτον υπό ομοσπονδιακή διοίκηση, επικαλούμενος την εγκληματικότητα στην ομοσπονδιακή περιφέρεια.
Μέσω ανάρτησης στην πλατφόρμα Truth Social, ο Τραμπ ανέφερε ότι η Ουάσιγκτον «πρέπει να είναι ασφαλής, καθαρή και όμορφη για όλους τους Αμερικανούς και, το σημαντικότερο, για τα μάτια όλου του κόσμου», ζητώντας αλλαγή στη νομοθεσία περί δίωξης ανήλικων δραστών.
Η παρέμβασή του έγινε με αφορμή την επίθεση σε άνδρα στην Ουάσιγκτον, τα στοιχεία του οποίου παραμένουν αδιευκρίνιστα. Ο Τραμπ υποστήριξε πως το θύμα ήταν μέλος του Τμήματος Κυβερνητικής Αποδοτικότητας (Department of Government Efficiency – DOGE), μιας πρωτοβουλίας που αποδίδεται στον Έλον Μασκ με στόχο τη μείωση της σπατάλης και της κατάχρησης στον δημόσιο τομέα.
Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ δήλωσε ότι «κάποιος από το DOGE δέχθηκε σφοδρή επίθεση χθες το βράδυ» και ανέφερε πως ένας νεαρός άνδρας «ξυλοκοπήθηκε από μια ομάδα κακοποιών στην Ουάσιγκτον». Σύμφωνα με τον ίδιο, αν οι τοπικές αρχές δεν αναλάβουν δράση τόσο στον τομέα της διακυβέρνησης όσο και της δημόσιας ασφάλειας, τότε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση «θα αναλάβει να διοικήσει την πόλη όπως πρέπει».
Στην ανάρτησή του, ο Τραμπ συνόδευσε τις δηλώσεις του με φωτογραφία του αιμόφυρτου θύματος. Από την πλευρά του, ο Έλον Μασκ ανήρτησε στην πλατφόρμα Χ ότι η επίθεση συνέβη όταν περίπου δώδεκα νεαροί επιχείρησαν να επιτεθούν σε γυναίκα μέσα στο αυτοκίνητό της, κάποια στιγμή τη νύχτα. Όταν ο υπάλληλος της DOGE, όπως ανέφερε ο Μασκ, έσπευσε να τη βοηθήσει, υπέστη σοβαρό ξυλοδαρμό με αποτέλεσμα διάσειση, ωστόσο κατάφερε τελικά να την προστατεύσει.
Παρότι τα επίσημα στοιχεία δείχνουν μείωση της εγκληματικότητας στην Ουάσιγκτον – με πτώση της βίαιης εγκληματικότητας κατά 35% το 2024 σε σύγκριση με το 2023 – ο Τραμπ υποστήριξε ότι η κατάσταση παραμένει «εκτός ελέγχου».
Τόνισε, μάλιστα, ότι εάν δεν υπάρξει άμεση μεταρρύθμιση, «θα αναλάβουμε ομοσπονδιακά τη διοίκηση της πόλης και θα τη διαχειριστούμε όπως πρέπει, στέλνοντας το μήνυμα στους εγκληματίες ότι δεν θα τους επιτραπεί πλέον να δρουν ανεξέλεγκτα».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη τροποποίησης των κανονισμών που αφορούν την ποινική μεταχείριση ανήλικων δραστών. Κατά τον Τραμπ, νέοι ηλικίας 14 ετών θα πρέπει να δικάζονται ως ενήλικοι όταν πρόκειται για βίαιες επιθέσεις.
«Νεαρά άτομα της περιοχής και μέλη συμμοριών – μερικοί μόλις 14, 15 ή 16 ετών – επιτίθενται, ληστεύουν, τραυματίζουν ή ακόμη και πυροβολούν αθώους πολίτες, γνωρίζοντας πως θα απελευθερωθούν σχεδόν άμεσα», ανέφερε στην ανάρτησή του, προσθέτοντας ότι δεν φοβούνται τις διωκτικές αρχές «επειδή γνωρίζουν ότι δεν θα τους συμβεί τίποτα».
Σύμφωνα με την τρέχουσα νομοθεσία, ανήλικοι από 15 ετών και άνω μπορούν να διωχθούν ως ενήλικοι σε περιπτώσεις σοβαρών βίαιων εγκλημάτων. Ωστόσο, ο Τραμπ ζήτησε αλλαγή της νομοθεσίας ώστε να ξεκινά η δυνατότητα δίωξης από τα 14 έτη.
Υποστήριξε ακόμη πως, εάν η αλλαγή δεν γίνει, η επόμενη κίνηση θα είναι η μετατροπή της διοίκησης της πρωτεύουσας σε ομοσπονδιακή: «Ίσως έπρεπε να έχει γίνει εδώ και καιρό. Αν είχε γίνει, αυτός ο εξαιρετικός νεαρός, όπως και πολλοί άλλοι, δεν θα είχαν υποστεί τις φρικαλεότητες της βίαιης εγκληματικότητας».
Η Ουάσιγκτον κυβερνάται από εκλεγμένο δημοτικό συμβούλιο και δήμαρχο, όμως το Σύνταγμα των ΗΠΑ παρέχει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση την τελική εξουσία επί της περιφέρειας. Συγκεκριμένα, το Κογκρέσο έχει το δικαίωμα να απορρίπτει, τροποποιεί ή ακυρώνει νόμους και κανονισμούς της πόλης. Αν και αυτή η αρμοδιότητα χρησιμοποιείται σπάνια μετά την υιοθέτηση του Νόμου περί Αυτοδιοίκησης (Home Rule Act) του 1973, η αυτονομία της πόλης θεωρείται συνταγματικά ανακλητή.
Το γραφείο της δημάρχου της Ουάσιγκτον, Μύριελ Μπάουζερ, δεν είχε ανταποκριθεί σε σχετικό αίτημα της εφημερίδας The Epoch Times για σχολιασμό μέχρι τη στιγμή δημοσίευσης του άρθρου.
Ο υπουργός Μεταφορών, Σον Ντάφι, αποκάλυψε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σχεδιάζουν την κατασκευή πυρηνικού αντιδραστήρα στη σεληνιακή επιφάνεια, στο πλαίσιο της αποστολής «Άρτεμις» για την επιστροφή και μακροχρόνια παραμονή στη Σελήνη.
«Βρισκόμαστε σε κούρσα για τη Σελήνη, σε αγώνα δρόμου με την Κίνα», δήλωσε ο Ντάφι σε δημοσιογράφους στις 5 Αυγούστου. «Για να έχουμε μια βάση στη Σελήνη, χρειαζόμαστε ενέργεια. Σε ορισμένες κρίσιμες τοποθεσίες θα αξιοποιήσουμε την ηλιακή ενέργεια, αλλά αυτή η τεχνολογία πυρηνικής σχάσης είναι απολύτως απαραίτητη».
Ο Ντάφι ανέλαβε προσωρινός διαχειριστής της NASA τον Ιούλιο, μετά την απόσυρση της υποψηφιότητας του Τζάρεντ Άιζακμαν – ιδιώτη αστροναύτη και συμμάχου του Έλον Μασκ – από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, λίγο πριν από την επικύρωση της Γερουσίας.
Όπως εξήγησε στη συνέντευξη Τύπου, η ιδέα αξιοποίησης της πυρηνικής ενέργειας στη Σελήνη δεν είναι καινούργια, καθώς είχε συζητηθεί ήδη από την πρώτη θητεία του Τραμπ, αλλά και στη διοίκηση Μπάιντεν. «Έχουν δαπανηθεί εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια για τη μελέτη του σχεδίου και του κατά πόσον είναι εφικτό. Τώρα όμως περνάμε στην επόμενη φάση», επεσήμανε. «Δώσαμε εντολή να προχωρήσουμε: να αναπτύξουμε την τεχνολογία μας, να κινηθούμε, να το κάνουμε πραγματικότητα».
Ο υπουργός υπογράμμισε τα σχέδια της NASA για αποστολή του «Άρτεμις 2» με τετραμελές πλήρωμα γύρω από τη Σελήνη, ενώ η επόμενη αποστολή, «Άρτεμις 3», θα πραγματοποιήσει την πρώτη επανδρωμένη προσελήνωση από τον Δεκέμβριο του 1972. «Το Άρτεμις 3 θα παραμείνει στη Σελήνη για έξι ημέρες».
Παραδέχτηκε, ωστόσο, ότι το πρόγραμμα έχει καθυστερήσεις. «Αν θέλουμε να συμμετέχουμε σε αυτήν την κούρσα για τη Σελήνη και τον Άρη, πρέπει να οργανωθούμε σοβαρά», είπε. «Οφείλουμε να επιστρατεύσουμε κάθε πόρο και προσοχή με στόχο τη Σελήνη – και αυτό θα κάνουμε».
Μετά το «Άρτεμις 3», ο προσωρινός διαχειριστής της NASA ανέφερε ότι μη επανδρωμένες αποστολές θα αρχίσουν να μεταφέρουν εξοπλισμό στην επιφάνεια της Σελήνης, θέτοντας τις βάσεις για μακροχρόνιες παραμονές. Όμως, σύμφωνα με τον Ντάφι, η ηλιακή ενέργεια – που εδώ και χρόνια καλύπτει μεγάλο μέρος των αναγκών του Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού σε χαμηλή τροχιά – δεν επαρκεί για τις ενεργειακές απαιτήσεις μιας τέτοιας βάσης.
«Μπορούμε να χτίσουμε βάση», είπε. «Όμως είναι ζήτημα υψίστης σημασίας. Υπάρχει μια περιοχή στη Σελήνη που αναγνωρίζεται ως η καλύτερη απ’ όλους. Εκεί έχουμε πάγο και ηλιακή ακτινοβολία. Θέλουμε να φτάσουμε πρώτοι και να τη διεκδικήσουμε για την Αμερική. Για να γίνει αυτό, η τεχνολογία της πυρηνικής σχάσης είναι καθοριστικής σημασίας για την επιβίωση, επειδή η ηλιακή ενέργεια δεν επαρκεί».
Παρά τις διαρκείς καθυστερήσεις του προγράμματος Άρτεμις, ο επόμενος στόχος της NASA για επανδρωμένη προσελήνωση τοποθετείται στα μέσα του 2027. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με πληροφορίες, το διαστημικό πρόγραμμα της Κίνας σχεδιάζει την πρώτη επανδρωμένη προσσελήνωση μέχρι το 2030.
ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ – Κατά τη δεύτερη θητεία του, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αναδιαμόρφωσε την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας τους δασμούς όχι μόνο ως οικονομικό μέσο πίεσης, αλλά και ως βασικό εργαλείο διπλωματίας.
Η κυβέρνησή του άσκησε οικονομική πίεση για να αντιμετωπίσει παγκόσμιες συγκρούσεις και να εξασφαλίσει παραχωρήσεις από άλλες χώρες, σηματοδοτώντας μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ τις τελευταίες δεκαετίες.
Ο Τραμπ κατέστησε σαφείς τις φιλοδοξίες του μόλις λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, δηλώνοντας ότι η δεύτερη θητεία του θα είναι πολύ διαφορετική από την πρώτη.
«Την πρώτη φορά είχα δύο πράγματα να κάνω: να διοικήσω τη χώρα και να επιβιώσω. Είχα να αντιμετωπίσω όλους αυτούς τους διεφθαρμένους τύπους. Τη δεύτερη φορά, διοικώ τη χώρα και τον κόσμο», δήλωσε στο περιοδικό The Atlantic σε συνέντευξή του τον Απρίλιο.
Ο Τραμπ έχει υπογραμμίσει ότι η στρατηγική του για τους δασμούς – η οποία οδήγησε σε εμπορικές παραχωρήσεις συμμάχων όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Νότια Κορέα, καθώς και σε σημαντικές εξελίξεις σε συγκρούσεις – είναι απόδειξη ότι η νέα προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική αποφέρει αποτελέσματα.
Οι εμπορικές απειλές του έχουν ήδη συμβάλει στον τερματισμό αρκετών συγκρούσεων, συμπεριλαμβανομένης της πρόσφατης συνοριακής σύγκρουσης μεταξύ Ταϊλάνδης και Καμπότζης και της κρίσης μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν.
Στις 27 Ιουνίου, ο Τραμπ υποδέχτηκε τους υπουργούς Εξωτερικών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και της Ρουάντα στον Λευκό Οίκο, όπου υπέγραψαν ειρηνευτική συμφωνία για τον τερματισμό του τριακονταετούς πολέμου μεταξύ των δύο χωρών.
Ο Μάικλ Γουόλς, ανώτερος ερευνητής στο πρόγραμμα για την Αφρική του Ινστιτούτου Ερευνών Εξωτερικής Πολιτικής, δήλωσε ότι ο Λευκός Οίκος έχει αποδείξει ότι μπορεί να προωθήσει την περιφερειακή σταθερότητα χρησιμοποιώντας οικονομικά κίνητρα.
«Πιστεύουν ακράδαντα ότι αν μπορείς να δείξεις στις χώρες ότι έχουν οικονομικό κίνητρο να μην πολεμούν μεταξύ τους, αλλά να συνεργάζονται μεταξύ τους και με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τότε μπορείς να επιλύσεις πολλές συγκρούσεις στον κόσμο», δήλωσε ο Γουόλς στην εφημερίδα The Epoch Times.
Παρατήρησε δε ότι η προσέγγιση του Τραμπ στην Αφρική, η οποία δίνει προτεραιότητα στο εμπόριο έναντι της βοήθειας, έχει αποδειχθεί πιο αποτελεσματική από τη στρατηγική που ακολουθούσαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις.
Η κυβέρνηση Τραμπ συνεχίζει την εμπλοκή της στην Αφρική, στρέφοντας τώρα την προσοχή της στη σύγκρουση στο Σουδάν, η οποία συχνά χαρακτηρίζεται ως «ξεχασμένος πόλεμος» και στην οποία έχουν χάσει τη ζωή τους περίπου 150.000 άνθρωποι, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων.
Αν και μέχρι στιγμής δεν έχει επιτευχθεί καμία σημαντική πρόοδος, ο Γουόλς δήλωσε ότι το Σουδάν και άλλες περιοχές της Αφρικής παραμένουν προτεραιότητα για τις ειρηνευτικές προσπάθειες των ΗΠΑ.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ μαζί με τον υπουργό Εξωτερικών και Συνεργασίας της Ρουάντα Ολιβιέ Ντουχουνγκιρέ (α) και την υπουργό Εξωτερικών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, Τερέζ Καγικουάμπα Βάγκνερ (δ), στο Οβάλ Γραφείο, στις 27 Ιουνίου 2025. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε μετά από μια ειρηνευτική συμφωνία που επιτεύχθηκε με διαμεσολάβηση του Λευκού Οίκου και υπογράφηκε από αξιωματούχους και των δύο χωρών με σκοπό τον τερματισμό της σύγκρουσης στο ανατολικό Κονγκό. Η κυβέρνησηπροσβλέπει στην προώθηση της περιφερειακής σταθερότητας μέσω οικονομικών κινήτρων. (Joe Raedle/Getty Images)
Οι δασμοί ενδέχεται να αποδυναμώσουν τη Ρωσία και τις λοιπές χώρες των BRICS
Πρόσφατα, ο Τραμπ άρχισε να ασκεί πιέσεις στην Κίνα και την Ινδία να σταματήσουν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο που υπόκειται σε κυρώσεις, στο πλαίσιο των προσπαθειών του να αποδυναμώσει το Κρεμλίνο ώστε να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Την 1η Αυγούστου, ο Τραμπ επέκρινε τη Μόσχα μέσω του Truth Social για τον μεγάλο αριθμό θυμάτων τόσο στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία.
«Αυτός είναι ένας πόλεμος που δεν έπρεπε να είχε συμβεί ποτέ», έγραψε. «Είμαι εδώ για να δω αν μπορώ να τον σταματήσω!»
Η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί τους δασμούς στις διαπραγματεύσεις με την Κίνα και την Ινδία για να απομονώσει τη Ρωσία, σύμφωνα με τον Κρις Τανγκ, καθηγητή στο Anderson School of Management του UCLA, ο οποίος χαρακτήρισε την εξέλιξη ως «μια πολύ ενδιαφέρουσα δυναμική».
Εάν η στρατηγική πετύχει, θα μπορούσε να οδηγήσει τη Ρωσία σε οικονομική κατάρρευση, δήλωσε στην Epoch Times.
Τον περασμένο μήνα, ο Τραμπ έβαλε στο στόχαστρο τη συμμαχία BRICS – με σημαντικότερους εταίρους τη Βραζιλία, τη Ρωσία, την Ινδία, την Κίνα και τη Νότια Αφρική – και τις προσπάθειές τους να αμφισβητήσουν την παγκόσμια κυριαρχία του αμερικανικού δολαρίου.
Ένας στρατιώτης της 24ης Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας της Ουκρανίας πυροβολεί με ολμοβόλο τις ρωσικές δυνάμεις κοντά στο Χασίβ Γιαρ της Ουκρανίας, στις 18 Νοεμβρίου 2024. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ άρχισε να ασκεί πίεση στην Κίνα και την Ινδία για να σταματήσουν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο που υπόκειται σε κυρώσεις, σε μια προσπάθεια να τερματιστεί ο ρωσοουκρανικός πόλεμος. (Oleg Petrasiuk/24η Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία King Danylo των Ουκρανικών Ένοπλων Δυνάμεων/Αρχείο Φωτογραφίας/Δελτίο Τ)
Τον Φεβρουάριο, λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη της δεύτερης θητείας του, ο Τραμπ επέβαλε δασμούς 25% σε προϊόντα από τον Καναδά και το Μεξικό και πρόσθεσε φόρο 10% στις κινεζικές εισαγωγές, προκειμένου να πιέσει αυτές τις χώρες να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της διακίνησης φαιντανύλης.
Πρόσφατα, απείλησε τη Βραζιλία με δασμούς 50% στις εξαγωγές της προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, δημοσιεύοντας στο Truth Social μια επιστολή προς τον πρόεδρο της Βραζιλίας Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα. Στην επιστολή, ο Τραμπ κατηγορεί τη Βραζιλία ότι «εξευτελίζεται διεθνώς» λόγω της συνεχιζόμενης δίκης του πρώην προέδρου της Βραζιλίας Ζαΐρ Μπολσονάρο, στενού συμμάχου του Τραμπ.
Η στρατηγική του Τραμπ για τους δασμούς έχει ήδη αρχίσει να αποδίδει καρπούς. Τον Ιούνιο, ο Καναδάς απέσυρε το σχέδιό του να επιβάλει φόρο 3% στις ψηφιακές υπηρεσίες των μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας, μετά την αναστολή των εμπορικών διαπραγματεύσεων από τον Τραμπ και την απειλή του να επιβάλει υψηλότερους δασμούς στις καναδικές εισαγωγές.
Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, η αμερικανική κυβέρνηση έχει εισπράξει περισσότερα από 150 δισεκατομμύρια δολάρια από δασμούς τους τελευταίους έξι μήνες. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου προέβλεψε τον Ιούνιο ότι το ποσό αυτό θα μπορούσε να αυξηθεί σε 2,8 τρισεκατομμύρια δολάρια την επόμενη δεκαετία.
Ο Κηθ Κραχ, ο οποίος υπηρέτησε ως υφυπουργός Εξωτερικών για την οικονομική ανάπτυξη, την ενέργεια και το περιβάλλον στην πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, δήλωσε ότι ο Τραμπ χρησιμοποιεί τους δασμούς ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για να αναδιαμορφώσει το παγκόσμιο εμπόριο και να εξασφαλίσει την κυριαρχία της Αμερικής στη διεθνή σκηνή.
«Ο πρόεδρος Τραμπ πάντα θεωρούσε τους δασμούς ως στρατηγικό εργαλείο», δήλωσε ο Κραχ στην Epoch Times. «Στην πρώτη θητεία του, τους χρησιμοποίησε σαν νυστέρι, στοχεύοντας τον χάλυβα, το αλουμίνιο και συγκεκριμένα εμπορικά κενά. Τώρα, αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομικής πολιτικής του».
Βασικές παραχωρήσεις
Πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η δύναμη της στρατηγικής του Τραμπ σε θέματα δασμών πηγάζει από την οικονομική και στρατιωτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών. Ως μεγαλύτερη οικονομία και καταναλωτική αγορά στον κόσμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ασκήσουν πίεση με τρόπο που άλλες χώρες δεν μπορούν.
Αυτή η επιρροή ήταν εμφανής στις πρόσφατες διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μετά από την αρχική ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου για δασμούς 30%, η ΕΕ και οι ΗΠΑ τελικά συμφώνησαν στο 15%, ποσοστό σημαντικά μεγαλύτερο από τον προηγούμενο μέσο όρο του 4,8%, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Ο Λευκός Οίκος δήλωσε ότι οι νέοι δασμοί στα ευρωπαϊκά προϊόντα θα «αποφέρουν ετήσια έσοδα δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων».
Επιπλέον, η ΕΕ συμφώνησε να επενδύσει 600 δισεκατομμύρια δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια της θητείας του Τραμπ και να αγοράσει αμερικανική ενέργεια αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε διάστημα τριών ετών.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανταλλάσσουν χειραψία μετά την επίτευξη εμπορικής συμφωνίας, στο γήπεδο γκολφ Trump Turnberry στο Τέρνμπερρυ της Σκωτίας, στις 27 Ιουλίου 2025. Σύμφωνα με τη συμφωνία, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιβάλουν δασμούς 15% στις εξαγωγές της ΕΕ, ενώ η Ένωση θα αγοράσει αμερικανική ενέργεια αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων και θα επενδύσει 600 δισεκατομμύρια δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες έως το 2028. (Jacquelyn Martin/AP Photo)
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, τη χαρακτήρισε ως «συμφωνία του αιώνα», ενώ η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, την αποκάλεσε «τεράστια συμφωνία».
«Θα φέρει σταθερότητα, θα φέρει προβλεψιμότητα. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για τις επιχειρήσεις και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού», δήλωσε η φον ντερ Λάιεν.
Ωστόσο, άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες αντέδρασαν επέκριναν τη συμφωνία.
Μεταξύ αυτών ο Γάλλος πρωθυπουργός Φρανσουά Μπαϊρού, ο οποίος δήλωσε στο X ότι η εμπορική συμφωνία ήταν «μια μαύρη μέρα» για την ΕΕ και «υποταγή» στον Τραμπ.
Η Μαρίν Λε Πεν, ηγέτης του δεξιού κόμματος Εθνική Συμμαχία της Γαλλίας, καταδίκασε επίσης τη συμφωνία ως «πολιτικό, οικονομικό και ηθικό φιάσκο».
Από την πλευρά του, ο Γερμανός καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς προειδοποίησε ότι «η γερμανική οικονομία θα υποστεί σημαντική ζημιά εξαιτίας αυτών των δασμών».
Στην Ασία, η Ιαπωνία συμφώνησε επίσης σε δασμούς 15% και δεσμεύτηκε να επενδύσει 550 δισεκατομμύρια δολάρια στην οικονομία των ΗΠΑ, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να λαμβάνουν το 90% των κερδών από αυτά τα έργα.
Σύμφωνα με την τελευταία συμφωνία με τη Νότια Κορέα, οι εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες θα υπόκεινται σε δασμό 15%, ενώ τα αμερικανικά προϊόντα που εισέρχονται στη Νότια Κορέα θα απαλλάσσονται από οποιονδήποτε δασμό.
Επιπλέον, η Σεούλ δεσμεύτηκε να επενδύσει 350 δισεκατομμύρια δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες και να αγοράσει αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο, αργό πετρέλαιο και άνθρακα αξίας 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Στις 31 Ιουλίου, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που καθιερώνει αμοιβαία δασμολογικά ποσοστά για δεκάδες χώρες. Ωστόσο, αρκετές χώρες, μεταξύ των οποίων το Μεξικό, ο Καναδάς, η Ινδία και η Κίνα, δεν έχουν ακόμη οριστικοποιήσει τις συμφωνίες τους με την κυβέρνηση Τραμπ.
Ο Κέβιν Χάσσετ, διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου του Λευκού Οίκου, δήλωσε ότι η κυβέρνηση έχει ήδη εξασφαλίσει εμπορικές συμφωνίες με οκτώ βασικούς εμπορικούς εταίρους, που καλύπτουν «περίπου το 55% του παγκόσμιου ΑΕΠ».
Ο Κέβιν Χάσσετ, διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου του Λευκού Οίκου, στις 30 Ιουνίου 2025. Ο Χάσσετ δήλωσε ότι το Πεκίνο εξακολουθεί να μην τηρεί τις δεσμεύσεις του σχετικά με τις αποστολές σπάνιων γαιών, παρά τις πρόσφατες αυξήσεις. (Andrew Caballero-Reynolds/AFP μέσω Getty Images)
Αυτές οι εμπορικές συμφωνίες έχουν σε μεγάλο βαθμό οριστικοποιηθεί, αν και ενδέχεται να υπάρχουν ακόμη κάποιες «αμφιταλαντεύσεις» σχετικά με συγκεκριμένους όρους, δήλωσε ο Χάσσετ στο πρόγραμμα «Meet the Press» του NBC News στις 3 Αυγούστου.
Οι χώρες που δεν έχουν οριστικοποιήσει τις συμφωνίες τους θα αντιμετωπίσουν σύντομα «αμοιβαίους δασμούς», ενώ αναμένεται να συνεχιστούν οι περαιτέρω διαπραγματεύσεις, σημείωσε.
Η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε επίσης ένα νέο δασμό 40% στις μεταφορτώσεις, μια τακτική αποφυγής δασμών που αφορά κυρίως κινεζικά προϊόντα που τροποποιούνται ελάχιστα ή απλώς ξανασυσκευάζονται σε άλλες χώρες, πριν αποσταλλούν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη εξασφαλίσει τη δέσμευση ορισμένων χωρών, συμπεριλαμβανομένου του Βιετνάμ, να εμποδίσουν την εισροή φθηνών κινεζικών προϊόντων στις αγορές τους για μεταφόρτωση.
Μέχρι στιγμής, αυτή η αναθεώρηση της αμερικανικής δασμολογικής πολιτικής δεν έχει προκαλέσει ευρεία αντίδραση από τους κύριους εμπορικούς εταίρους, αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα εξακολουθούν να διαπραγματεύονται μετά την αναστολή των αμοιβαίων δασμών.
«Ο πρόεδρος Τραμπ εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να επαναπροσδιορίσει τους κανόνες του παιχνιδιού. Του δίνω υψηλή βαθμολογία. Η στρατηγική του έχει ήδη αποφέρει εντυπωσιακά αποτελέσματα», δήλωσε ο Κραχ. «Κανείς δεν έχει εκμεταλλευτεί τη γενναιοδωρία μας περισσότερο από την Κίνα».
Ο Φίλιπ Λακ, διευθυντής του προγράμματος οικονομικών στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών, δήλωσε ότι ο Τραμπ κατάφερε να εφαρμόσει τη στρατηγική του «χωρίς να προκαλέσει ευρεία αντίδραση από τους εμπορικούς εταίρους».
«Αυτή η επιτυχία στην αποφυγή αντιποίνων πιθανώς οφείλεται στην ‘κυριαρχία της κλιμάκωσης’ – ουσιαστικά, όταν οι εταίροι πείθονται ότι η είσοδος σε έναν κύκλο οικονομικών αντιποίνων θα ήταν πιο δαπανηρή για αυτούς παρά για τις Ηνωμένες Πολιτείες», έγραψε ο Λακ σε πρόσφατη έκθεση που συνέταξε μαζί με την Ίνα Σιμόνοβσκα.
Οι δασμοί αναδιαμορφώνουν τις αλυσίδες εφοδιασμού
Ο Τραμπ προωθεί εδώ και καιρό την επιβολή δασμών έχοντας ως στόχο την αναβίωση της αμερικανικής βιομηχανίας και την ενίσχυση των εγχώριων θέσεων εργασίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Τανγκ, ο επαναπατρισμός θέσεων εργασίας στη χώρα παραμένει δύσκολος μετά από δεκαετίες βιομηχανικής παρακμής, έλλειψης ειδικευμένου εργατικού δυναμικού και ποικίλων εμποδίων σε επίπεδο υποδομών και κανονιστικών ρυθμίσεων.
Υπάλληλος της Independent Can Company στη γραμμή παραγωγής στο Μπελκάμπ του Μέρυλαντ, στις 25 Ιουνίου 2025. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υποστηρίζει εδώ και καιρό την επιβολή δασμών για την αναβίωση της αμερικανικής βιομηχανίας και την ενίσχυση της εγχώριας απασχόλησης. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι ο επαναπατρισμός της παραγωγής παραμένει δύσκολος μετά από δεκαετίες βιομηχανικής παρακμής, έλλειψης εργατικού δυναμικού και διαφόρων ρυθμιστικών προκλήσεων. (Ryan Collerd/AFP μέσω Getty Images)
Ορισμένες εταιρείες αποφάσισαν να μεταφέρουν την παραγωγή τους στις Ηνωμένες Πολιτείες για να αποφύγουν τους δασμούς και να εξυπηρετήσουν την εγχώρια αγορά. Ωστόσο, πολλές εξακολουθούν να εξαρτώνται από το φθηνότερο εργατικό δυναμικό στο εξωτερικό για τις διεθνείς πωλήσεις, δημιουργώντας ένα χάσμα στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
«Για τα αγαθά εγχώριας κατανάλωσης, πολλές εταιρείες θα αυξήσουν σταδιακά την παραγωγή τους στις Ηνωμένες Πολιτείες», δήλωσε ο Τανγκ. «Ωστόσο, για τη διεθνή αγορά, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να εξαρτώνται από αναδυόμενες αγορές με χαμηλότερο κόστος εργασίας».
Ο Τανγκ έφερε την περίπτωση της Eli Lilly ως παράδειγμα, σημειώνοντας ότι ο φαρμακευτικός γίγαντας σχεδιάζει να παράγει περισσότερα φάρμακα απώλειας βάρους στις Ηνωμένες Πολιτείες, επειδή η εγχώρια αγορά είναι η μεγαλύτερη.
«Είναι λογικό, λοιπόν, για την εταιρεία να παράγει εδώ», σημείωσε.
Βιομηχανίες όπως η φαρμακευτική και αυτή των ημιαγωγών ηγούνται της τάσης επαναπατρισμού λόγω των υψηλά αυτοματοποιημένων διαδικασιών παραγωγής τους, οι οποίες μειώνουν τις ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. Αυτοκινητοβιομηχανίες όπως η Volkswagen αυξάνουν επίσης τις επενδύσεις τους στις ΗΠΑ για να αποφύγουν τους δασμούς του Τραμπ. Ωστόσο, η μεταφορά ολόκληρων αλυσίδων εφοδιασμού της αυτοκινητοβιομηχανίας στην Αμερική παραμένει πρόκληση.
Ακόμη και με τους δασμούς, το υψηλό κόστος εργασίας καθιστά χώρες όπως το Μεξικό και η Κίνα πιο ελκυστικές για ορισμένα τμήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας, παρατήρησε ο Τανγκ.
Παρά τις πρόσφατες εμπορικές επιτυχίες, ο Τραμπ έχει αρκετές ακόμη μάχες μπροστά του, συμπεριλαμβανομένης μιας νέας εμπορικής συμφωνίας με την Κίνα, καθώς και τη μεταξύ τους αντιπαράθεση για τα ορυκτά σπάνιων γαιών. Ενώ οι αποστολές σπάνιων γαιών από την Κίνα έχουν αυξηθεί τις τελευταίες εβδομάδες, το Πεκίνο εξακολουθεί να μην τηρεί τις δεσμεύσεις του, σύμφωνα με τον Χάσσετ.
«Τον τελευταίο μήνα, υπήρξε μια πολύ μεγάλη αύξηση, αλλά νομίζω ότι όλοι εξακολουθούμε να ελπίζουμε για περισσότερα», σχολίασε ο Χάσσετ στην Epoch Times στις 30 Ιουλίου.
Οι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου συνεχίζουν να πιέζουν για τη μείωση της εξάρτησης των ΗΠΑ από τα επεξεργασμένα σπάνια μέταλλα από την Κίνα, υποστηρίζοντας τις εγχώριες επενδύσεις, αλλά «θα χρειαστούν μερικά χρόνια για να φτάσουμε εκεί», δήλωσε ο Τανγκ.
Κοντέινερ στο λιμάνι του Λος Άντζελες, στο Σαν Πέδρο της Καλιφόρνιας, στις 15 Απριλίου 2025. Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει συνεχείς εμπορικές αντιδικίες και εντάσεις με την Κίνα σχετικά με τα ορυκτά σπάνιων γαιών και όχι μόνο, και πιέζει για τη μείωση της εξάρτησης των ΗΠΑ από την κινεζική αλυσίδα μέσω εγχώριων επενδύσεων. (Patrick T. Fallon/AFP μέσω Getty Images)
Η αβεβαιότητα παραμένει
Παρόλο που ο Τραμπ έχει εξασφαλίσει μια σειρά από εμπορικές νίκες, παραμένουν ερωτήματα σχετικά με τη βιωσιμότητά τους μακροπρόθεσμα.
Πολλά από τα μέτρα δασμολογικού χαρακτήρα βασίζονται στην εκτελεστική εξουσία και θα μπορούσαν να ανατραπούν από μελλοντικές κυβερνήσεις. Επιπλέον, η εφαρμογή σημαντικών επενδυτικών δεσμεύσεων από τους εμπορικούς εταίρους παραμένει ασαφής.
Ένα παράδειγμα είναι η εμπορική συμφωνία του Τραμπ με την ΕΕ, η οποία περιλαμβάνει τη δέσμευση των Βρυξελλών να αγοράσουν ενέργεια από τις ΗΠΑ αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε διάστημα τριών ετών. Ωστόσο, οι αναλυτές είναι επιφυλακτικοί. Το 2024, οι εξαγωγές ενέργειας των ΗΠΑ προς την ΕΕ ανήλθαν συνολικά σε 78,5 δισεκατομμύρια δολάρια, πολύ κάτω από το ποσό που θα χρειαζόταν για την εκπλήρωση της δέσμευσης.
Η μεγαλύτερη πρόκληση, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του επενδυτή και ερευνητή ορυκτών Τζον Ζαντέχ, είναι να καταφέρουν οι ΗΠΑ να αυξήσουν τις εξαγωγές σε περίπου 250 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως μεταξύ 2025 και 2028.
«Ο κρίσιμος περιορισμός που αντιμετωπίζουν οι εξαγωγείς των ΗΠΑ δεν είναι η παραγωγική ικανότητα, αλλά μάλλον η εξαγωγική υποδομή», εξήγησε ο Ζαντέχ. «Ιδιαίτερα για το φυσικό αέριο, η διαδικασία υγροποίησης και φόρτωσης σε θαλάσσιους τερματικούς σταθμούς δημιουργεί εμπόδια που δεν μπορούν να ξεπεραστούν γρήγορα, ανεξάρτητα από την ποσότητα αερίου που παράγεται στο εσωτερικό της χώρας».
Η φον ντερ Λάιεν υποστήριξε τη συμφωνία, δηλώνοντας ότι η ΕΕ θα «αντικαταστήσει το ρωσικό φυσικό αέριο και πετρέλαιο με σημαντικές αγορές αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), πετρελαίου και πυρηνικών καυσίμων».
Οι ηγέτες του επιχειρηματικού κόσμου υποστηρίζουν επίσης με επιφύλαξη τις εμπορικές συμφωνίες του Τραμπ. Η Business Roundtable, μια ένωση που συγκεντρώνει περισσότερους από 200 διευθύνοντες συμβούλους κορυφαίων αμερικανικών εταιρειών, εξήρε μεν την προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να αποκαταστήσει την ισορροπία στο εμπόριο και να υποστηρίξει την αμερικανική βιομηχανία, αλλά προειδοποίησε και για τους κινδύνους.
«Ανησυχούμε ότι οι επίμονα υψηλοί δασμολογικοί συντελεστές ίσως βλάψουν την αμερικανική οικονομία, ειδικά τον μεταποιητικό τομέα», δήλωσε η ομάδα, προτρέποντας τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων για τη μείωση των δασμών και των μη εμπορικών φραγμών.
Εν τω μεταξύ, η αντίδραση της αγοράς στους δασμούς 15% που επιβλήθηκαν σε βασικούς εμπορικούς εταίρους, όπως η ΕΕ και η Ιαπωνία, ήταν σε μεγάλο βαθμό συγκρατημένη. Μέχρι στιγμής, οι επενδυτές έχουν αγνοήσει τις ανησυχίες σχετικά με τον πιθανό αντίκτυπο των δασμών στην αμερικανική οικονομία και τον πληθωρισμό. Ο δείκτης S&P 500 έχει ανακάμψει περισσότερο από 25% από το χαμηλό του στις 8 Απριλίου, γεγονός που υποδηλώνει ότι η πρώτη αντίδραση των αγορών στην ανακοίνωση των δασμών, στις 2 Απριλίου, ίσως ήταν υπερβολική.
Την Ινδία κατονόμασε ο αναπληρωτής επικεφαλής του προσωπικού του Λευκού Οίκου, Στήβεν Μίλλερ, ως μία από τις βασικές χώρες που προσφέρουν οικονομική αρωγή στη Ρωσία, όπως δήλωσε στις 3 Αυγούστου, λίγες εβδομάδες μετά την προειδοποίηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι θα επιβάλει δευτερεύοντες δασμούς στις χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο.
Σε συνέντευξή του στο πρόγραμμα «Sunday Morning Futures» του Fox News, ο Μίλλερ δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται πλέον «σε θέση οικονομικής ισχύος για να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία και αυτόν τον πόλεμο. […] Έτσι, αυτό που είπε [ο Τραμπ] ξεκάθαρα είναι ότι δεν είναι αποδεκτό η Ινδία να συνεχίσει να χρηματοδοτεί αυτόν τον πόλεμο αγοράζοντας πετρέλαιο από τη Ρωσία».
Η ινδική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης.
Τον Ιούλιο, ο Τραμπ είχε ανακοινώσει τη θέσπιση «πολύ υψηλών» δευτερευόντων δασμών, της τάξεως του 100%, σε όλες τις χώρες που αγοράζουν πετρέλαιο από τη Μόσχα, εάν ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δεν συμφωνήσει σε κατάπαυση του πυρός με την Ουκρανία εντός 50 ημερών. Σε αυτές συγκαταλέγονται η Ινδία, η Κίνα και η Τουρκία, ιδίως μετά το εμπάργκο που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε πλήρες εμπάργκο στα ρωσικά πετρελαϊκά προϊόντα τον Φεβρουάριο του 2023.
Εν τούτοις, την περασμένη εβδομάδα, ο Τραμπ συντόμευσε το χρονοδιάγραμμα για την κατάπαυση του πυρός με την Ουκρανία, καλώντας τη Μόσχα να συμφωνήσει άμεσα σε εκεχειρία και να τερματίσει τον πόλεμο με το Κίεβο έως τις 8 Αυγούστου, αν δεν θέλει να αντιμετωπίσει νέες κυρώσεις.
«Μπορεί να έχει αποτέλεσμα, μπορεί όχι», παρατήρησε.
Την επόμενη μέρα, ο Τραμπ ανακοίνωσε την επιβολή δασμών 25% στα ινδικά προϊόντα από την Παρασκευή 1η Αυγούστου, καθώς και αδιευκρίνιστες κυρώσεις κατά της ασιατικής χώρας. Αναφέρθηκε στα υψηλά εμπορικά εμπόδια της Ινδίας και στη συνεχιζόμενη εξάρτησή της από τη ρωσική ενέργεια και τον στρατιωτικό εξοπλισμό.
«Πάντα αγόραζαν το μεγαλύτερο μέρος του στρατιωτικού εξοπλισμού τους από τη Ρωσία και είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ενέργειας της Ρωσίας, μαζί με την Κίνα, σε μια εποχή που όλοι θέλουν να σταματήσει η Ρωσία τον πόλεμο στην Ουκρανία», έγραψε ο Τραμπ στο Truth Social.
Ο Μίλλερ δήλωσε στο Fox News την Κυριακή ότι «αν και η Ινδία παρουσιάζει τον εαυτό της ως έναν από τους πιο στενούς φίλους μας στον κόσμο, αλλά δεν δέχεται τα προϊόντα μας, μας επιβάλλει τεράστια δασμολογικά τέλη και γνωρίζουμε επίσης ότι εμπλέκεται σε πολλές απάτες σχετικά με τις μεταναστευτικές πολιτικές, οι οποίες είναι πολύ επιζήμιες για τους Αμερικανούς εργαζομένους».
«Και φυσικά, βλέπουμε και πάλι την αγορά [ρωσικού] πετρελαίου», πρόσθεσε. «Ο πρόεδρος Τραμπ θέλει μια εξαιρετική σχέση και πάντα είχε εξαιρετική σχέση με την Ινδία και τον πρωθυπουργό, αλλά πρέπει να είμαστε ρεαλιστές όσον αφορά τη χρηματοδότηση αυτού του πολέμου».
Ο αναπληρωτής επικεφαλής του προσωπικού του Λευκού Οίκου ανέφερε ότι ο Τραμπ αναλογίζεται κάθε πιθανό μέτρο που θα του δώσει τη δυνατότητα να «αντιμετωπίσει διπλωματικά, οικονομικά και με άλλους τρόπους τον πόλεμο στην Ουκρανία, ώστε να επιτευχθεί ειρήνη και να τερματιστεί ο πόλεμος».
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε σε δημοσιογράφους χθες Κυριακή πως ο ειδικός απεσταλμένος του, Στηβ Γουίτκοφ, θα ταξιδέψει στη Ρωσία «την Τετάρτη ή την Πέμπτη», με φόντο το τελεσίγραφο που έχει δώσει στον Ρώσο ομόλογό του, Βλαντίμιρ Πούτιν, να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το ταξίδι θα λάβει χώρα «πιθανόν την επόμενη εβδομάδα, την Τετάρτη ή την Πέμπτη», είπε ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος σε δημοσιογράφους, ενώ είχε προειδοποιήσει στις 30 Ιουλίου ότι το τελεσίγραφό του στον Πούτιν να βάλει τέλος στον πόλεμο επί ποινή ακόμη σκληρότερων κυρώσεων στη Ρωσία – και πλέον σε εταίρους της – εκπνέει εντός δέκα ημερών.
Ανέφερε επίσης ότι δυο πυρηνικά υποβρύχια που διέταξε να αναπτυχθούν, έπειτα από αντεγκλήσεις μέσω διαδικτύου με τον Ρώσο πρώην πρόεδρο Ντμίτρι Μεντβιέντεφ, βρίσκονται πλέον «στην περιοχή».
Δεν ξεκαθάρισε, ωστόσο, αν αναφερόταν σε πυρηνοκίνητα υποβρύχια ή υποβρύχια εφοδιασμένα με πυραύλους που φέρουν πυρηνικές κεφαλές. Δεν έδωσε καμία λεπτομέρεια για την ανάπτυξή τους, που αποτελεί στρατιωτικό μυστικό.
Παράλληλα με αυτήν την κίνηση, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει διαμηνύσει πως αν η Ρωσία δεν λάβει μέτρα για να τερματιστεί ο πόλεμος θα προχωρήσει σε κυρώσεις τόσο σε βάρος της ιδίας όσο και «δευτερογενείς», σε βάρος εμπορικών εταίρων της, χωρίς να διευκρινίσει τι εννοεί.
«Θα επιβάλλουμε κυρώσεις, αν και (οι Ρώσοι) μοιάζουν να είναι πολύ καλοί στην αποφυγή κυρώσεων», ανέφερε ο Αμερικανός πρόεδρος μεταξύ άλλων.
Ο Πούτιν έχει ήδη συναντηθεί με τον Αμερικανό ειδικό απεσταλμένο επανειλημμένα στη Μόσχα, στο πλαίσιο διαδικασίας η οποία είχε ως στόχο να οδηγήσει σε αποκατάσταση των σχέσεων, ωστόσο διακόπηκε απότομα.
Ερωτηθείς ποιο είναι το μήνυμα που θα μεταφέρει ο Γουίτκοφ και αν υπάρχει κάτι που μπορεί να κάνει η Μόσχα για να μην υποστεί νέες κυρώσεις, ο Τραμπ απάντησε: «Ναι, να κλείσει συμφωνία για να σταματήσει να σκοτώνεται κόσμος».
Ανάμεσα στους στόχους των «δευτερογενών» κυρώσεων – προεξοφλείται πως θα έχουν τη μορφή τελωνειακών δασμών – που επισείει ο Αμερικανός πρόεδρος θα είναι χώρες που συνεχίζουν να έχουν εμπορικές συναλλαγές με τη Ρωσία, ιδίως η Κίνα και η Ινδία.
Οι επικεφαλής της NASA και της ρωσικής διαστημικής υπηρεσίας Roscosmos συναντήθηκαν την 1η Αυγούστου στο Διαστημικό Κέντρο Κέννεντυ της Φλόριντα, στην πρώτη απευθείας συνάντηση μεταξύ των δύο υπηρεσιών από το 2018. Όπως ανακοίνωσαν οι δύο πλευρές, επιβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους να συνεχίσουν τη συνεργασία σε αποστολές όπως αυτή του Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού (International Space Station – ISS).
Η ρωσική Roscosmos ανέφερε πως οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στην περαιτέρω συνεργασία στον ISS, στα κοινά προγράμματα εξερεύνησης της Σελήνης και του βαθύτερου διαστήματος, καθώς και σε άλλα κοινά έργα.
Η NASA επιβεβαίωσε από την πλευρά της ότι οι επικεφαλής των δύο υπηρεσιών συζήτησαν τη συνέχιση της συνεργασίας, χωρίς ωστόσο να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.
Σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων TASS, ο διευθυντής της Roscosmos, Ντμίτρι Μπακάνοφ, δήλωσε ότι οι δύο υπηρεσίες δεν επιθυμούν να εγκαταλείψουν το επίπεδο συνεργασίας που έχει οικοδομηθεί από την εποχή της αποστολής Apollo-Soyuz, το 1975. Όπως φέρεται να είπε, η συγκεκριμένη αποστολή αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης και σήμερα ο ISS είναι η φυσική συνέχειά της, υπογραμμίζοντας τη συνύπαρξη ρωσικών και αμερικανικών τμημάτων στον ISS και τις κοινές αποστολές ανταλλαγής πληρωμάτων.
Ο προσωρινός διοικητής της NASA, Σον Ντάφυ, φέρεται να δήλωσε ότι τέτοια κοινά έργα δεν μπορούν να σταματήσουν, ενώ άφησε να εννοηθεί ότι πολιτικές αποφάσεις σχετικά με τη συνεργασία θα ληφθούν σε μεταγενέστερο στάδιο.
Ο Μπακάνοφ δήλωσε επίσης ότι οι δύο υπηρεσίες συμφώνησαν να συνεχίσουν τη χρήση του ISS έως το 2028 και να συνεργαστούν στη διαδικασία απόσυρσής του, η οποία έχει προγραμματιστεί για το 2030. Η SpaceX και η NASA είχαν ανακοινώσει, ήδη από τον Ιούλιο του 2024, την πρόθεση απόσυρσης του Σταθμού, ενώ η SpaceX αναμένεται να αναλάβει τον έλεγχο της επανεισόδου μέσω τροποποιημένης έκδοσης του διαστημικού σκάφους Dragon Cargo.
Σχετικά με τη συνάντηση, ο Μπακάνοφ φέρεται να τόνισε ότι η άμεση επικοινωνία με τον επικεφαλής της NASA ήταν κρίσιμη. Ανέφερε μάλιστα ότι ο Σον Ντάφυ συνέβαλε καθοριστικά στην παρουσία της ρωσικής αποστολής στη Φλόριντα, στο πλαίσιο κοινής εκτόξευσης κατά την οποία ο κοσμοναύτης Όλεγκ Πλατόνοφ επρόκειτο να αναχωρήσει για τον ISS μαζί με Αμερικανούς αστροναύτες.
Η συνάντηση συνέπεσε με την προγραμματισμένη αποστολή τετραμελούς πληρώματος (δύο Αμερικανών, ενός Ρώσου και ενός Ιάπωνα) στον ISS με πύραυλο Falcon 9 της SpaceX και διαστημόπλοιο Crew Dragon «Endeavour». Η αποστολή αναβλήθηκε μόλις 67 δευτερόλεπτα πριν την εκτόξευση λόγω καιρικών συνθηκών, αλλά πραγματοποιήθηκε την επόμενη ημέρα. Η SpaceX επιβεβαίωσε την επιτυχή εκτόξευση με ανάρτηση και βίντεο στο X.
Η προσπάθεια αναθέρμανσης της διαστημικής συνεργασίας συμβαίνει σε μία περίοδο κατά την οποία Αμερικανοί αξιωματούχοι εκφράζουν αυξανόμενες ανησυχίες για τις στρατιωτικές δραστηριότητες της Μόσχας στο διάστημα.
Κατά τη διάρκεια συνόδου για την ασφάλεια, στις 15 Μαΐου, ο αρχηγός επιχειρήσεων της Διαστημικής Δύναμης των ΗΠΑ, στρατηγός Μπ. Τσανς Σάλτσμαν, προειδοποίησε ότι Ρωσία και Κίνα στρατιωτικοποιούν το διάστημα. Όπως ανέφερε, οι δύο χώρες διαθέτουν τη δυνατότητα αδρανοποίησης δορυφόρων – είτε με την απομάκρυνσή τους από την τροχιά είτε μέσω πυραυλικών συστημάτων με κινητικές αντιδορυφορικές δυνατότητες.
Ο Σάλτσμαν υπενθύμισε ότι η Ρωσία είχε ήδη επιδείξει ικανότητα καταστροφής δορυφόρων με αντιδορυφορικό πύραυλο λίγους μήνες πριν εισβάλει στην Ουκρανία, ενώ η Κίνα παρουσίασε παρόμοια τεχνολογία το 2007.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκάλεσε η εκτίμηση του Αμερικανού στρατηγού ότι η Μόσχα εξετάζει το ενδεχόμενο να αναπτύξει πυρηνικά όπλα σε τροχιά, γεγονός που – όπως είπε – θα μπορούσε να έχει καταστροφικές συνέπειες.
Η διαστημική δύναμη των ΗΠΑ δημιουργήθηκε με απόφαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ τον Φεβρουάριο του 2019. Σε ομιλία του στις 13 Ιανουαρίου, ο πρώην υπουργός Αεροπορίας Φρανκ Κένταλ είχε επισημάνει ότι η νέα αυτή δύναμη θα αποτελέσει βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση μελλοντικών απειλών από τη Ρωσία και την Κίνα.
Το βράδυ της 31ης Ιουλίου, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο επιβάλλει δασμούς στις εισαγωγές από δεκάδες χώρες.
Αυτοί οι δασμοί, οι οποίοι κυμαίνονται από 10% έως 41%, έχουν προγραμματιστεί να τεθούν σε ισχύ στις 7 Αυγούστου. Το διάταγμα καλύπτει 66 χώρες· μεταξύ αυτών την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ταϊβάν και τα αυτοδιοικούμενα Νησιά Φώκλαντ του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ταυτόχρονα, υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο αυξάνει τους δασμούς στα καναδικά προϊόντα που εισάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, από 25% σε 35%.
Το εν λόγω διάταγμα, το οποίο συνδέεται με την αναχαίτιση της ροής παράνομων ναρκωτικών από τον Καναδά, προσθέτει δασμό 40% σε οποιαδήποτε αγαθά διαπιστωθεί ότι μεταφορτώνονται μέσω του Καναδά για την αποφυγή δασμών.
Νέοι δασμοί
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ανακοινώσει τον Απρίλιο έναν ευρύ δασμολογικό πίνακα που αφορούσε σχεδόν κάθε χώρα στον κόσμο.
Ωστόσο, οι περισσότεροι από εκείνους τους δασμούς σύντομα επανήλθαν σε ένα λεγόμενο βασικό επίπεδο 10%, συνοδευόμενοι από τελεσίγραφο του Λευκού Οίκου προς τις ενδιαφερόμενες χώρες για σύναψη νέων διμερών εμπορικών συμφωνιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή αντιμετώπιση του υψηλού δασμολογικού συντελεστή.
Μετά τη λήξη της προθεσμίας την 1η Αυγούστου, οι δασμολογικοί συντελεστές έχουν πλέον καθοριστεί και θα τεθούν σε ισχύ εντός μιας εβδομάδας από την υπογραφή του διατάγματος, σύμφωνα με το εκτελεστικό διάταγμα.
Σε ανακοίνωσή του, ο Λευκός Οίκος ανέφερε ότι ορισμένες χώρες έχουν συνάψει επίσημη εμπορική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ή βρίσκονται «στα πρόθυρα να συμφωνήσουν σε ουσιαστικές εμπορικές συμφωνίες και συμφωνίες ασφαλείας, ωστόσο οι περισσότερες χώρες που αρχικά στοχοποιήθηκαν για «αθέμιτες εμπορικές πρακτικές», σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, δεν το έχουν κάνει».
Το εκτελεστικό διάταγμα της 31ης Ιουλίου όρισε νέους συντελεστές που κυμαίνονταν από 10% έως 41%, ανάλογα με τη χώρα και τη φύση των εισαγωγών.
Σε αυτήν την οριστική ενέργεια κατέληξαν οι ΗΠΑ, σύμφωνα με τη δήλωση, επειδή ορισμένες χώρες είτε δεν υπέβαλαν ικανοποιητική προσφορά κατά τη διάρκεια των τεσσάρων μηνών από την αρχική ανακοίνωση των δασμών είτε «δεν διαπραγματεύτηκαν καθόλου».
Ο βασικός δασμός, σύμφωνα με το εκτελεστικό διάταγμα, για χώρες που δεν αναφέρονται συγκεκριμένα στο διάταγμα είναι 10%, ενώ συγκεκριμένες χώρες αντιμετωπίζουν υψηλότερους συντελεστές λόγω εμπορικών ανισορροπιών και άλλων οικονομικών παραγόντων.
Η Ινδία είναι ένας από τους αξιοσημείωτους εξαγωγείς προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, που αντιμετωπίζει νέους ή προσαρμοσμένους δασμούς. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ινδία φάνηκαν να είναι κοντά σε συμφωνία τον Ιούλιο, αυτή τελικά δεν υλοποιήθηκε ποτέ, με αποτέλεσμα τα ινδικά προϊόντα να εισάγοντα στις ΗΠΑ με δασμό 25%.
Τα ευρωπαϊκά έθνη που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετωπίζουν δασμούς από 15% έως και 39%. Η Ελβετία αντιμετωπίζει δασμούς 39%, ενώ η Σερβία θα πληρώνει δασμούς 35%.
Ο Λευκός Οίκος επέβαλε δασμό 10% στα βραζιλιάνικα προϊόντα στις 31 Ιουλίου, με αποτέλεσμα ο συνολικός δασμολογικός συντελεστής στα βραζιλιάνικα προϊόντα να φτάσει το 50%.
Στις 30 Ιουλίου, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που επιβάλλει δασμολογικό συντελεστή 40% στη Βραζιλία για τη δίωξη του πρώην προέδρου της Βραζιλίας Ζαΐρ Μπολσονάρο και άλλα ζητήματα τα οποία ο Λευκός Οίκος θεωρεί «απειλή για την οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών».
Η Κίνα δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των εθνών που έλαβαν νέο δασμολογικό συντελεστή.
Το εκτελεστικό διάταγμα ανέφερε ότι η Ουάσιγκτον διατηρεί τους όρους της συμφωνίας που διαπραγματεύθηκαν τον Μάιο οι Ηνωμένες Πολιτείες και το κινεζικό καθεστώς, το οποίο επιτρέπει και στις δύο χώρες να επαναδιαπραγματευτούν εν καιρώ μια δεσμευτική διμερή εμπορική συμφωνία. Ανώτεροι Αμερικανοί αξιωματούχοι συναντήθηκαν με κορυφαίους Κινέζους αξιωματούχους στα τέλη Ιουλίου.
Στοχοποιούνται οι μεταφορτώσεις
Στο διάταγμα για τα καναδικά προϊόντα, ο Λευκός Οίκος εξουσιοδότησε την Τελωνειακή και Συνοριακή Υπηρεσία να εφαρμόσει δασμό 40% σε αγαθά που διαπιστώνει ότι μεταφορτώθηκαν μέσω του Καναδά από άγνωστες άλλες χώρες για την αποφυγή δασμών.
Σε δήλωσή του, ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ δήλωσε ότι η Οττάβα είναι απογοητευμένη από την ανακοίνωση των δασμών.
«Ο Καναδάς αντιπροσωπεύει μόνο το 1% των εισαγωγών φαιντανύλης [στις Ηνωμένες Πολιτείες] και εργάζεται εντατικά για την περαιτέρω μείωση αυτών των όγκων», δήλωσε ο Κάρνεϊ.
Η διακοπή των μεταφορτώσεων, οι οποίες συχνά χρησιμοποιούνται από τους εισαγωγείς για να αποφύγουν τους δασμούς σε προϊόντα που παράγονται στην Κίνα, αποτελεί βασικό στοιχείο της εμπορικής πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ.
Ορισμένοι ειδικοί είναι επιφυλακτικοί ως προς το αν ο κανόνας μεταφόρτωσης θα επιτύχει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.
«Η επιβολή είναι πιθανό να είναι δύσκολη και, ακόμη και αν μειωθεί η πλήρης αναδρομολόγηση, η εκτροπή του εμπορίου θα συνεχίσει να μειώνει τον αντίκτυπο των δασμών [των Ηνωμένων Πολιτειών] στη συνολική εξαγωγική απόδοση της Κίνας», δήλωσε σε ερευνητικό σημείωμα της 1ης Αυγούστου η Λία Φέυ, οικονομολόγος για την Κίνα στην Capital Economics.
Εμπορικές συμφωνίες που επιτεύχθηκαν μέχρι τώρα
Πριν από την προθεσμία της 1ης Αυγούστου, η κυβέρνηση Τραμπ κατέληξε σε μια σειρά εμπορικών συμφωνιών με αρκετές χώρες, που εξασφάλισαν μείωση ή αναβολή επιβολής υψηλότερων δασμολογικών συντελεστών.
Σε ανάρτησή του στο Truth Social, στις 31 Ιουλίου, ο Τραμπ δήλωσε ότι μίλησε με την πρόεδρο του Μεξικού Κλαούντια Σέινμπαουμ και οι δυο τους συμφώνησαν να ξεκινήσουν μια περίοδο διαπραγματεύσεων 90 ημερών, διατηρώντας παράλληλα τον τρέχοντα δασμολογικό συντελεστή 25% στα μεξικανικά προϊόντα.
Το Μεξικό, το οποίο είναι ένας από τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών, «θα συνεχίσει να πληρώνει δασμό 25% στη φαιντανύλη, 25% στα αυτοκίνητα και 50% στον χάλυβα, το αλουμίνιο και τον χαλκό», ανέφερε η ανάρτηση στο Truth Social. «Επιπλέον, το Μεξικό συμφώνησε να τερματίσει αμέσως τα μη δασμολογικά εμπορικά εμπόδια, τα οποία ήταν πολλά».
Την τελευταία εβδομάδα πριν από την προθεσμία της 1ης Αυγούστου, επιτεύχθηκαν επίσης ορισμένες συμφωνίες της τελευταίας στιγμής, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να καταλήγει σε συμφωνία για τον καθορισμό δασμών στα προϊόντα της στο 15%.
Δήλωση του Λευκού Οίκου ανέφερε ότι ως μέρος της συμφωνίας, η ΕΕ πρόκειται να αγοράσει αμερικανική ενέργεια αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων και να πραγματοποιήσει νέες επενδύσεις ύψους 600 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις Ηνωμένες Πολιτείες έως το 2028.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες σύναψαν επίσης διμερείς εμπορικές συμφωνίες, οι οποίες έχουν οριστικοποιηθεί ή εκκρεμούν με την Ινδονησία, την Ιαπωνία, τις Φιλιππίνες και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Στις 31 Ιουλίου, στην εκπομπή του Truth Social, ο Τραμπ δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον κατέληξε σε συμφωνία και με τη Νότια Κορέα και το Πακιστάν.
Το ίδιο βράδυ, οι Αρχές του Μπαγκλαντές, της Καμπότζης και της Ταϊλάνδης δήλωσαν ότι είχαν επίσης καταλήξει σε συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες για να αποτρέψουν υψηλότερους δασμούς. Το Μπαγκλαντές, ειδικότερα, βασίζεται στις εξαγωγές ενδυμάτων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Νωρίς την 1η Αυγούστου, ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, δήλωσε ότι το νησιωτικό έθνος κατέληξε σε συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες για να αποφύγει δασμούς έως και 39%. Ο δασμός 20% χαρακτηρίστηκε από τον Λάι «προσωρινός», καθώς αναμένεται να μειωθεί στην πορεία των διαπραγματεύσεων.
Η Ταϊβάν είναι βασικός εξαγωγέας ημιαγωγών που χρησιμοποιούνται στην τεχνολογία διεθνώς.
Κλείσιμο ενός εμπορικού κενού
Σε μια σχετική κίνηση, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε το τέλος της μακροχρόνιας απαλλαγής de minimis για τις εισαγωγές χαμηλής αξίας. Η απαλλαγή de minimis είχε σχεδιαστεί αρχικά για να διευκολύνει την τελωνειακή επεξεργασία για αποστολές αξίας κάτω των 800 δολαρίων.
Με ισχύ από τις 29 Αυγούστου, όλα τα αγαθά που εισάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες αξίας 800 δολαρίων ή και λιγότερο θα υπόκεινται σε δασμούς και τελωνειακούς δασμούς, ανεξαρτήτως προέλευσης.
Αυτό επεκτείνει μια παρόμοια πολιτική που θεσπίστηκε τον Μάιο και είχε ήδη αναστείλει την εξαίρεση για αποστολές που προέρχονται από την Κίνα και το Χονγκ Κονγκ.
Στις 30 Ιουλίου, ο Λευκός Οίκος περιέγραψε το μέτρο ως κλείσιμο ενός «καταστροφικού παραθύρου» που χρησιμοποιείται για την αποφυγή δασμών και τη διοχέτευση επικίνδυνων συνθετικών οπιοειδών και μη ασφαλών αγαθών στη χώρα.
Η πολιτική στοχεύει στην αποτροπή της κατάχρησης από τους λιανοπωλητές που αποστέλλουν δέματα χαμηλής αξίας, συχνά απευθείας από την Κίνα, τα οποία προηγουμένως απέφευγαν τους δασμούς και τον κανονιστικό έλεγχο.
Η Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων ανέφερε ότι περισσότερες από 1,3 δισεκατομμύρια αποστολές de minimis εισήλθαν στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2024. Ο όγκος του δε αυξήθηκε σημαντικά κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025.
Σύμφωνα με τους όρους της εντολής, οι διεθνείς ταχυδρομικές αποστολές θα υπόκεινται είτε σε ποσοστιαίους δασμούς είτε σε ένα σταθερό τέλος που κυμαίνεται από 80 έως 200 δολάρια, ανάλογα με την προέλευση, με την επιλογή τέλους να είναι διαθέσιμη μόνο για έξι μήνες πριν όλα τα δέματα πρέπει να αξιολογηθούν με βάση το ποσοστό.
Οι προσωπικές εξαιρέσεις για ταξιδιώτες και μικρά δώρα παραμένουν αμετάβλητες βάσει της νέας εκτελεστικής εντολής.
Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε την Τετάρτη νέες κυρώσεις σε περισσότερα από 115 πρόσωπα, εταιρείες και πλοία συνδεόμενα με το Ιράν, επιβεβαιώνοντας την ενίσχυση της πολιτικής «μέγιστης πίεσης» της κυβέρνησης Τραμπ μετά τις αεροπορικές επιδρομές τον Ιούνιο σε σημαντικές πυρηνικές εγκαταστάσεις της Τεχεράνης.
Οι κυρώσεις στοχεύουν ευρέως τις ναυτιλιακές δραστηριότητες του Μοχάμαντ Χοσέιν Σαμχνανί, γιου του Αλί Σαμχνανί, ο οποίος είναι σύμβουλος του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών χαρακτήρισε αυτή την κίνηση τη σημαντικότερη που σχετίζεται με το Ιράν από το 2018, δηλαδή από την πρώτη θητεία του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με το υπουργείο, ο Μοχάμαντ Χοσέιν Σαμχνανί ελέγχει ένα εκτεταμένο δίκτυο εμπορικών πλοίων και δεξαμενόπλοιων μέσω περίπλοκων μεσαζόντων, που διακινούν ιρανικό και ρωσικό πετρέλαιο και άλλα προϊόντα σε όλο τον κόσμο.
Οι ΗΠΑ τον κατηγορούν ότι αξιοποιεί προσωπικές διασυνδέσεις και διαφθορά στην Τεχεράνη, αποκομίζοντας δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια κέρδη, πολλά από τα οποία χρησιμοποιούνται για τη στήριξη του ιρανικού καθεστώτος.
Συνολικά, οι νέες κυρώσεις στοχεύουν 15 ναυτιλιακές εταιρείες, 52 πλοία, 12 φυσικά πρόσωπα και 53 άλλες οντότητες που εμπλέκονται σε παραβίαση κυρώσεων σε 17 χώρες, από τον Παναμά μέχρι την Ιταλία και το Χονγκ Κονγκ.
Αμερικανός αξιωματούχος ανέφερε ότι οι κυρώσεις θα δυσχεράνουν σημαντικά τις προσπάθειες του Ιράν να πουλήσει το πετρέλαιό του, προσθέτοντας όμως ότι δεν αναμένεται μακροχρόνια διατάραξη των παγκόσμιων αγορών πετρελαίου.
Ο ίδιος αξιωματούχος επισήμανε ότι οι ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου έχουν ήδη μειωθεί στα περίπου 1,2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, από 1,8 εκατομμύρια στην αρχή του έτους, μετά τις προηγούμενες κυρώσεις της αμερικανικής κυβέρνησης.
«Συνεχίζουμε να λαμβάνουμε επιπλέον μέτρα για να μειώσουμε ακόμη περισσότερο αυτό το νούμερο», δήλωσε, σημειώνοντας πως η πίεση από τις κυρώσεις κατά την πρώτη θητεία Τραμπ είχε ήδη περιορίσει τις ροές πετρελαίου στα μερικές εκατοντάδες χιλιάδες βαρέλια ημερησίως.
Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών χαρακτήρισε τις κυρώσεις ως «ξεκάθαρο παράδειγμα της εχθρότητας της Αμερικής προς το ιρανικό έθνος», σύμφωνα με το ιρανικό ειδησεογραφικό δίκτυο Student News Network.
Ο Ισμαΐλ Μπαγκάι πρόσθεσε πως οι κυρώσεις κατά του πετρελαίου αποτελούν «κακόβουλη ενέργεια με στόχο να βλάψει την οικονομική ανάπτυξη του Ιράν και την ευημερία του λαού του».
Η Κίνα παραμένει ο κορυφαίος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου.
Τον Ιούλιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ήδη επιβάλει κυρώσεις στον Σαμχνανί, επικαλούμενη τον ρόλο του στο εμπόριο ρωσικού πετρελαίου.
Αμερικανός αξιωματούχος τόνισε πως η κίνηση της Τετάρτης θα επηρεάσει τόσο τη Ρωσία όσο και το Ιράν, όμως η κύρια εστίαση ήταν το Ιράν.
«Από την πλευρά μας, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση αυτού του προσώπου, τη σχέση του με τον Ανώτατο Ηγέτη και τις προηγούμενες κυρώσεις που αφορούσαν τον πατέρα του, καθώς και τις ιρανικές αρμοδιότητες, είναι κρίσιμο να υπογραμμιστεί ότι πρόκειται για μια σημαντική και με μεγάλη επίδραση δράση κατά του Ιράν», πρόσθεσε.
Ο Αλί Σαμχνανί, πατέρας του Μοχάμαντ Χοσέιν Σαμχνανί, είχε ήδη επιβληθεί κυρώσεις από τις ΗΠΑ το 2020.
Η ανακοίνωση των νέων κυρώσεων έγινε σε μια περίοδο όπου οι προοπτικές ανανέωσης της διπλωματίας ΗΠΑ-Ιράν παραμένουν αμφίβολες μετά τις αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις τον περασμένο μήνα.
Ο πρόεδρος Τραμπ προειδοποίησε τη Δευτέρα ότι θα διατάξει νέες επιθέσεις σε περίπτωση που η Τεχεράνη επιχειρήσει να επανεκκινήσει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις που έχουν ήδη πληγεί.
Επίσης, ανέφερε πως το Ιράν έχει στείλει «άσχημα μηνύματα» και πως κάθε προσπάθεια επανέναρξης του πυρηνικού προγράμματος θα κατασταλεί αμέσως.
Προηγουμένως, οι ΗΠΑ είχαν πραγματοποιήσει πέντε γύρους διαπραγματεύσεων με το Ιράν πριν από τις επιδρομές του Ιουνίου, τις οποίες ο Τραμπ χαρακτήρισε ως την «καταστροφή» ενός προγράμματος που, σύμφωνα με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, αποσκοπούσε στην ανάπτυξη πυρηνικού όπλου.
Ορισμένοι ειδικοί αμφισβητούν την έκταση της ζημιάς, ενώ το Ιράν αρνείται ότι επιδιώκει να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.
Υψηλόβαθμος αξιωματούχος του Λευκού Οίκου ανέφερε την προηγούμενη εβδομάδα ότι η Ουάσιγκτον είναι ανοιχτή σε απευθείας συνομιλίες με το Ιράν, όμως Ευρωπαίοι και Ιρανοί διπλωμάτες εκτιμούν πως δεν υπάρχουν προς το παρόν προοπτικές για επανέναρξη διαλόγου.